Saturday, September 6, 2014
Να μην διαλύσεις τον γάμο σου ( Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης )
Να μην διαλύσεις τον γάμο σου....
Την γυναίκα δεν την χωρίζουν εύκολα. Αυτή σου την έδωσε εσένα ο Θεός, να υποφέρεις μαζί της.
Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
Showing your love ( Elder Paisios )
To some people your love will be expressed with joy and to others it will be expressed with your pain. You will consider everyone your brother or your sister, for we are all children of Eve (of the large family of Adam, of God).
Then, in your prayer you will say: ‘My God, help those first who are in greater need, whether they are alive or reposed brothers in the Lord.’ At that point, you will share your heart with the whole world and you will have nothing but immense love, which is Christ."
(Elder Paisios of Mount Athos, Epistles, p. 50).
Friday, September 5, 2014
Περί λειτουργίας των πνευματικών νόμων ( Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής )
Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες πού επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρο μας τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλην ευχέρεια και ταχύτητα, αφού εμείς ετοιμάζαμε το ξύλο. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι πού του χτίσαμε μακρύτερα από μας, κι εμείς πηγαίναμε να τον βρούμε το μεσημέρι και μετά φεύγαμε ο καθένας μόνος του.
Το μέρος εκεί ήταν απόμερο και ήσυχο, αλλά ήταν πιο εκτεθειμένο στους καιρούς. Έτσι, το κρύο ήταν περισσότερο, ώσπου τον πείσαμε να του βάλουμε λίγη θέρμανσι με καμμιά σόμπα. Πήρα, εγώ ο ευτελής, τα μέτρα και ετοίμασα τα υλικά, για να την φτιάξω με λαμαρίνα απ'; έξω και μέσα χτιστή με πηλό. Ετοιμάστηκα για την επομένη, όπως του έταξα αποβραδίς, και το πρωί μάζεψα τα εργαλεία μου και τα υλικά και πήγα κάπου εκεί κοντά να την φτιάξω και να την τοποθετήσω μετά. Έβαλα μετάνοια, όπως πάντα, και άρχισα με καλό καιρό, γιατί δούλευα έξω στο ύπαιθρο.
Μόλις μέτρησα και έκοψα τα εξαρτήματα και άρχισα να δουλεύω, χάλασε απότομα ο καιρός. Μετά, εύρισκα μια παράξενη δυσκολία σε ο,τιδήποτε και αν επιχειρούσα να κάμω. Φυσούσε ένας παράξενος αέρας, πού δεν είχε κατεύθυνσι προς κανένα σημείο, μόνο σήκωνε τα πάντα κατ'; επάνω μου και μου 'φερνε στο πρόσωπο ο,τιδήποτε βρισκόταν στον τόπο: λαμαρίνες, σανίδες, παλιόχαρτα και άμμο. Παραδόξως μου έφευγαν τα εργαλεία και κατρακυλούσαν μακριά χωρίς λόγο, διότι ο τόπος δεν ήταν παντελώς κατωφερής. Τα καρφιά στράβωναν χωρίς λόγο, με την παραμικρή πίεσι, έσπαζαν τα τρυπάνια, άλλαζαν τα σχέδια μου, πού τα είχα μετρημένα και κομμένα με ακρίβεια.
Στην αρχή δεν υπελόγισα τίποτε και βιαζόμουν να επαναφέρω τα πράγματα στην ταξί και να συνεχίσω. Σε λίγο όμως το πράγμα έγινε πολύ αισθητό, ότι κάτι συνέβαινε. Σταμάτησα λίγο όμως, γιατί είχα κατασυντρίψει κυριολεκτικά και όλα μου τα δάχτυλα, και μια παράξενη ταραχή μέσα μου, μου προκαλούσε οργή, σύγχυσι, ανυπομονησία. «Περίεργο πράγμα, λέω, κάτι συμβαίνει»! Εν τω μεταξύ και ο καιρός επεδεινώθη, πού με ανάγκασε να διακόψω, και πήγα στον Γέροντα. Αυτή η κατασκευή απαιτούσε δυο με τρεις, το πολύ, ώρες δουλειά και πέρασαν περισσότερο από έξι ώρες, χωρίς να έχω κάνει τίποτα.
Τότε θυμήθηκα κάτι πού μου είχε πη ο Γέροντας το πρωί, όταν ξεκίνησα, και δεν το έλαβα υπ' όψι. «Άντε να δούμε, μου είχε πη, θα κάμης τίποτε σήμερα;». Εγώ δεν έδωσα σημασία στο νόημα αυτών των λέξεων, αλλά σκέφτηκα πώς το είπε για να με ταπείνωση ίσως, γιατί ήξερα αυτή τη δουλειά. Μάλιστα φιλοδοξούσα να τελειώσω και συντομώτερα καν επιτυχέστερα, για να τον αναπαύσω, και με την κρυφή χαρά πώς μας επέτρεψε να του βάλωμε θέρμανσι και αυτό θα το έκανα μόνος μου εγώ!
Πήγα, λοιπόν, του χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε. Μόλις με είδε ταραγμένο, άρχισε να γελάη.
«Γέροντα, λέω, τι συμβαίνει εδώ; και γιατί μου είπες το πρωί σαν πρόρρησι, αν τελειώσω';; Αφού ξέρεις πώς για μένα τούτο ήταν παιχνίδι». «Εσύ τι συμπέρανες πώς ήταν», μου είπε χαριεντιζόμενος. «Πειρασμός, του είπα, σατανική ενέργεια». «Αυτό ήταν, μου απάντησε. Και άκουσε να μάθης το φαινόμενο σε σένα μυστήριο. Το βράδυ στην προσευχή μου, όταν τελείωσα και ήθελα να ησυχάσω, είδα τον σατανά και απειλούσε να μου κάμη εμπόδια και πειρασμό στην απόφασί μου, πού είχα προγραμματίσει. Κι εγώ είπα στον Χριστό μας- 'Κύριέ μου, μη τον εμπόδισης, για να του δείξω πώς σε αγαπώ και θα υπομείνω το κρύο, όσο επιτρέψης Εσύ'. Και αυτός ήταν ο λόγος, παιδί μου, πού έγιναν όλα αυτά, για να μην έχω σύντομα θέρμανσι, καθώς σεις επιθυμούσατε να μου ετοιμάσετε».
Εγώ, ο μάρτυς αυτού του δράματος, όταν άκουσα αυτή την λεπτομέρεια και τα μυστήρια της κρυπτής προνοίας, με τα οποία λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έμεινα κατάπληκτος και εν σιωπή μονολογούσα· «Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον και δόξαν των θαυμάσιων Σου»! Το γεγονός αυτό με βοήθησε να καταλάβω τη δύναμι του λόγου των Γερόντων, πού κατά τον αββά Ποιμένα και τον αββά Δωρόθεο- κρύβουν μέσα τους δύναμι και ενέργεια της χάριτος, σαν δείγμα της προσωπικής των καταστάσεως και πείρας.
Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής
Why prayer is important for the family ( Elder Paisios )
Geronta, should the entire family do compline together at night?
The older family members should motivate the youngsters with their solemnity. They should do compline and say to the small children: “If you want, stay a little while.” When the children are somewhat bigger they can have a rule—for example, fifteen minutes for the older ones, and two to five minutes for the small children—then after their rule, as much as they want. If the parents make them stay for all of compline they’ll resent it. Parents shouldn’t pressure their children because they don’t yet understand the power and value of prayer.
Parents, you could say, are able to eat beans and meat: hearty food. But when a little child is still only drinking milk, should they tell him to eat meat because it is strengthening? Maybe it is more strengthening, but the poor thing can’t even digest it. That’s why starting out they should give him little pieces of meat and broth, so that he’ll want more.
Geronta, sometimes even the adults are so tired in the evening that they aren’t able to do compline.
When adults are very tired or sick they should say half of compline or at least one “Our Father.” They should not completely bypass prayer. In wartime if you end up on a hill in the evening, surrounded by enemies, you let out a few shots to frighten the enemy, so they will not attack. Adults should also let out a few shots so as to scare the little demons away.
Prayer has great power within the family. I know two siblings who not only kept their parents—who had a big problem between them—from separating, but even caused them to be more in love. With us my father said: “You don’t know what you’re going to do; two times a day you must entrust the future to God, so as to know where you’ll end up.”
Each morning and evening we would all pray together before the icons, father, mother and the children, ending with a prostration before the icon of Christ. When a problem arose in the family we would pray and it would clear up.
I remember once, when our youngest brother got sick and my father said: “Come, let’s beg God to make him well or to take him, so that he won’t suffer anymore.” We all prayed together and he recovered.Even at the table, we all sat together.
First we prayed and then we would begin eating. If someone started to eat before the food was blessed we would say “he fornicated.” We considered a failure to remain temperate fornication. It destroys a family if each person comes home, at whatever hour he wants, and eats alone without reason.
Elder Paisios
Thursday, September 4, 2014
Un vivo pensamiento en Dios ( San Juan de Kronstadt )
Que remarcable es la propiedad de la fe: un vivo pensamiento en Dios, la fe del corazón — y Él esta ya conmigo; el arrepentimiento sincero en los pecados — y Él esta conmigo; un pensamiento bueno y sentimiento piadoso — y Él esta conmigo. Pero el demonio puede entrar en mi por la falta de fe, dudas, pensamientos orgullosos, pecaminosos y viciosos. Resulta, que su poder sobre mi es limitado y depende de mi mismo. Prestando yo mas atención a mi estado, rezando mas a nuestro Señor Jesucristo, el demonio no tiene poder hacerme algún daño.
San Juan de Kronstadt
Η αγάπη είναι τριών ειδών (Γέροντας Παΐσιος )
Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια ,η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι η αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη∙ μένει «εις αιώνας αιώνων».
- Πώς θα καταλάβω ,Γέροντα, αν έχω αληθινή αγάπη;
- Για να το καταλάβης, να εξετάσης αν αγαπάς όλους τους ανθρώπους εξίσου κι αν όλους τους ανθρώπους τους θεωρείς καλύτερους από σένα.
- Γέροντα, έχει ψυχρανθή η αγάπη μου για τον Θεό και για τον πλησίον.
- Σπείρε την λίγη αγάπη που σου έμεινε, για να φυτρώση αγάπη, να μεγαλώση, να καρπίση και να θερίσης αγάπη. Μετά θα σπείρης την περισσότερη αγάπη που θα θερίσης, και σιγά-σιγά θα γεμίση το αμπάρι σου και δεν θα έχης πού να την βάλης, γιατί, όσο σπέρνεις αγάπη ,τόσο πιο πολύ αυξάνει. Ας πούμε, ένας γεωργός έχει ένα σακκουλάκι σπόρο και τον σπέρνει. Μετά μαζεύει τον καρπό και γεμίζει μία μεγάλη σακκούλα. Αν σπείρη ύστερα τον καρπό που έχει στην σακκούλα, θα γεμίση ένα σακκί. Και όταν μαζέψη πολύ σπόρο και τον σπείρη, θα γεμίση ένα αμπάρι. Ενώ, αν κρατήση τον σπόρο στο σακκουλάκι και δεν τον σπείρη, ο σπόρος θα σκουληκιάση. Πρέπει να πετάξη τον σπόρο στην γη, για να φυτρώση , να μεγαλώση και να κάνη καρπό.
Έτσι ,θέλω να πω, γίνεται και με την αγάπη. Για να αυξηθή η αγάπη, πρέπει να την δώσης. Όποιος όμως δεν δίνει έστω και την λίγη αγάπη που έχει, είναι σαν να έχη ένα απλόχερο σπόρο, αλλά τον κρατάει και δεν τον σπέρνει. Αυτός είναι ο πονηρός δούλος που έκρυψε το τάλαντο.
Ανάλογα με την αγάπη που θα προσφέρης, θα έχης να λάβης. Αν δεν δώσης αγάπη, δεν θα λάβης αγάπη. Βλέπεις , η μάνα δίνει συνέχεια στα παιδιά της, αλλά και συνέχεια παίρνει από τα παιδιά της, και συνέχεια αυξάνει η αγάπη της. Όταν όμως ζητάμε την αγάπη των άλλων αποκλειστικά για τον εαυτό μας και θέλουμε όλοι να μας δίνουν και, όταν κάνουμε κάποιο καλό, σκεφτώμαστε την ανταπόδοση, δεν έχουμε ακριβή αλλά φθηνή αγάπη. Τότε αποξενωνόμαστε από τον Θεό και δεν λαμβάνουμε αγάπη ούτε από τον Θεό ούτε από τους ανθρώπους.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιός να αρπάξη περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική ,την ακριβή, αγάπη, μαλώνουν ποιός να δώση περισσότερη αγάπη στον άλλον. Αγαπούν, χωρίς να σκέφτωνται αν τους αγαπούν ή αν δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και να δίνωνται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνωνται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ από τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Αγάπη χωρίς αντιπαροχή! Να μην κάνουμε καλωσύνες, για να πάρουμε ευλογίες. Να καλλιεργήσουμε την αρχοντική, την ακριβή αγάπη, την οποία έχει ο Θεός, και όχι την φθηνή κοσμική αγάπη, η οποία έχει κάθε ανθρώπινη αδυναμία.
- Γέροντα, δυσκολεύομαι να δώσω την αγάπη μου εκεί που δεν θα την εκτιμήσουν.
- Δεν έχεις πραγματική αγάπη, γι’ αυτό δυσκολεύεσαι. Όποιος έχει πραγματική αγάπη, δεν τον απασχολεί αν εκτιμήσουν την αγάπη του ή όχι. Την θυσία που κάνει για τον πλησίον του, επειδή την κάνει από καθαρή αγάπη, ούτε καν την θυμάται.
- Πώς μπορώ ,Γέροντα, να ξεχνώ το καλό που κάνω;
- Ρίξ’ το στο γιαλό… Έτσι θα το ξεχνάς. Αλλά και το κακό που σου κάνουν, κι αυτό να το ξεχνάς. Με αυτόν τον τρόπο θα συγκεντρώσης έναν πλούτο πνευματικό, χωρίς καν να το αντιληφθής.
Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2007
Blessed are those who have Christ as their hearts’ axis ( Elder Paisios )
Blessed are those who have Christ as their hearts’ axis and joyfully revolve around His Holy Name, noetically and unceasingly repeating "Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me."
Elder Paisios
Battling temptations (St. Isaac the Syrian)
As a man cannot remain unscathed who spares his enemy on the field of battle, so the spiritual warrior cannot deliver his soul from destruction if he spares his body. As a child, terrified by some frightening sight, runs to its parents, clutches the hem of their garments, and cries out to them, so too with the soul; for the more she is straightened and afflicted by fear arising from temptations, the more she hastens to cleave to God, crying out to
Him in continual supplication.
And so long as temptations persist, one assaulting her after the other, she multiplies her supplications; but once she finds herself again in spacious freedom, she gives herself over to
wandering thoughts.
St. Isaac the Syrian
Wednesday, September 3, 2014
Η φοβερή ώρα του θανάτου... και οι ετοιμοθάνατοι Χριστιανοί
Το αληθινό γεγονός πού καταγράφουμε έγινε γύρω στο 1940, πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ένας ιερεύς ο παπα-Θεόδωρος κλήθηκε για να κοινωνήσει δύο χριστιανούς ετοιμοθάνατους. Έναν πλούσιο, σκληρό και φιλάργυρο και μια ενάρετη χήρα, πού μεγάλωσε μόνη της, με τιμιότητα και σωφροσύνη, σκληρό αγώνα και φτώχεια πολλή, εκείνα τα χρόνια, οκτώ παιδιά!!!
Ο παπα-Θεόδωρος πήρε μαζί τον διάκονο του, τον πατέρα Λαυρέντιο. Μπροστά ο νεωκόρος, στο πλάι ο διάκονος και ο ιερεύς με το άγιο Ποτήριο, ασκεπής και με τον Αέρα στους ώμους, (όπως εσυνηθίζετο τότε), πήγαν πρώτα στο σπίτι του πλούσιου, αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει για Θεία Κοινωνία! Μόνο φώναζε:
-Δεν είμαι εγώ για θάνατο!
Έγινε ένας διάλογος, όσο ήταν δυνατόν, μεταξύ του ιερέως και του άρρωστου, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να κοινωνήσει.
Λέγει τότε ο διάκονος, ο πατήρ Λαυρέντιος:
-Πάτερ Θεόδωρε, μου δίνετε, σας παρακαλώ το άγιο Ποτήριο, να πάω να κοινωνήσω την ετοιμοθάνατη κυρία Μαρία και εσείς να συζητήσετε με τον ασθενή μέχρι να γυρίσω! και, εάν έχει πεισθεί, να τον κοινωνήσομε μετά;
-Να πας παιδί μου, με τις ευχές μου.
Ο νεωκόρος μπροστά με το λαδοφάναρο και πίσω ο διάκονος με την Θεία Κοινωνία έφθασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι. Μπήκαν μέσα και είδαν γύρω από το κρεβάτι της κυρα-Μαρίας να παρευρίσκονται τα παιδιά, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς της και όλοι να κλαίνε για την υπέροχη αυτή μητέρα, γιαγιά και συγγενή.
Μόλις προχώρησε λίγο ο διάκονος, έμεινε ακίνητος! Τι είδε; Ανείπωτο θέαμα! Περικυκλωμένη δεν ήταν μόνο από ανθρώπους ή αγιασμένη αυτή ψυχούλα, αλλά και από δεκάδες Αγγέλους και Αρχαγγέλους, πού συνωστίζονταν μέσα στο δωμάτιο ποιος θα πρώτο-χαϊδέψει και ποιος θα πρώτο-απαλύνει και θα πρώτο-σφουγγίσει τον ίδρωτα αυτής της υπερευλογημένης μάνας!
Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! Ακριβώς πάνω από το κεφαλάκι της, στο προσκεφάλι της δηλαδή, ήταν ή Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία με ένα θεοΰφαντο μαντήλι της σκούπιζε τον ίδρωτα του πυρετού από το μέτωπο της. Τα δε χείλη της ετοιμοθάνατης ψιθύριζαν: «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε».
Και-ω του θαύματος- όλοι οι Άγγελοι έπεσαν «μπρούμυτα» και προσκύνησαν το εισερχόμενο πανάγιο Ποτήριο πού είχε μέσα το τίμιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου! Όλες οι Αγγελικές Δυνάμεις!
και η Υπεραγία Θεοτόκος, κατά έναν ακατάληπτο τρόπο, ασπάσθηκε το άγιο Ποτήριο και οδήγησε τον διάκονο να κοινωνήσει την ετοιμοθάνατη.
Μετά τη Θεία Κοινωνία οι Άγγελοι πήραν, την ψυχή αυτής της ευλογημένης μάνας, την παρέδωσαν στα χέρια της Παναγίας και όλοι μαζί ανήλθαν στον Ουρανό.
Άστραψε ο τόπος, μοσχοβόλησε το δωμάτιο και ο διάκονος με φόβο και χαρά απερίγραπτη και αγαλλίαση έφυγε ...και επέστρεψε στο σπίτι του πλουσίου ... Μπήκε μέσα και τον κατέλαβε ρίγος! γιατί γύρω από το κρεβάτι, του φιλάργυρου αυτού ανθρώπου, βρίσκονταν εκατοντάδες δαίμονες, οι όποιοι με τρίαινες φοβερές κατατρυπούσαν το σώμα του σε διάφορα σημεία: στα γόνατα, στα πόδια, στα χέρια, στις παλάμες, στην κοιλιά, στο λάρυγγα, στα μάτια, στο κεφάλι ... Με όσα μέλη αμάρτησε, πάνω σ' αυτά τρυπούσαν οι δαίμονες. Ούρλιαζε, φώναζε ο ταλαίπωρος πλούσιος.
Παρέδωσε το άγιο Ποτήριο τρέμοντας, στα χέρια του ιερέως, ο διάκονος, και από τον τρόμο του λιποθύμησε ...
O ιερεύς εις μάτην προσπαθούσε να πείσει τον πλούσιο να «ετοιμαστεί» για το τέλος! Αυτός τίποτα! Πέθανε τελικά χωρίς Θεία Κοινωνία και χωρίς Εξομολόγηση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
πηγή
The road towards the fountain (Elder Joseph the Hesychast)
Today, many virtuous people who lead good lives, who please God with their deeds and words, and who benefit their neighbor, think they have (and
are thought of having) attained Love through their insignificant work or mercy and compassion they show towards their neighbor. But this is not the truth.
They are only fulfilling the commandment of love for the Lord, Who said, "Love one another." He who keeps this commandment is worthy of praise as a keeper of the divine commandments---but this is not an action of divine Love. It is a road towards the fountain, but not the fountain. It is stairs towards the palace, but not the gate of the palace. It is a royal garment, but not the King. It is a commandment of God, but not God.
Elder Joseph the Hesychast
Tuesday, September 2, 2014
Περί εγκρατείας… και όχι μόνο στην τροφή, αλλά και στις υπόλοιπες κινήσεις της ψυχής ( Μεγαλο Γεροντικο )
1. Κάποιοι αδελφοί από τη σκήτη ξεκίνησαν να επισκεφθούν τον αββά Αντώνιο. Μπήκαν λοιπόν σ΄ ένα καράβι για να πάνε και σ΄ αυτό βρήκαν έναν άλλο Γέροντα, που ήθελε κι αυτός να πάει εκεί.
Δεν τον γνώριζαν όμως αυτόν οι αδελφοί. Καθισμένοι λοιπόν μέσα στο καράβι ανέφεραν μεταξύ τους αποφθέγματα Πατέρων ή ρητά από τη Γραφή και από ανάμεσα για το εργόχειρό τους. Ο Γέροντας έμενε εντελώς σιωπηλός. Σαν βγήκαν στο λιμάνι, παρατήρησαν ότι και ο Γέροντας πήγαινε προς τον αββά Αντώνιο. Κι όταν έφτασαν εκεί τους είπε ο αββάς Αντώνιος: “Καλή συνοδεία βρήκατε τον Γέροντα αυτόν”. Και στον Γέροντα είπε: “Καλούς αδελφούς είχες μαζί σου, αββά”. Και ο Γέροντας του απαντά: “Καλοί βέβαια είναι, αλλά η αυλή τους δεν έχει πόρτα, και όποιος θέλει μπαίνει στον στάβλο και λύνει το γαϊδούρι”. Και αυτό το είπε, γιατί ό,τι ερχόταν στο στόμα τους, το έλεγαν.
8. Ο ίδιος βάδιζε κάποτε μαζί με τους μαθητές του, και ένας απ΄ αυτούς βρήκε Πάνω στον δρόμο ένα μικρό αρακά χλωρό και λέει στον Γέροντα: “Πάτερ, μου επιτρέπεις να το πάρω αυτό;” Τον κοίταξε με απορία ο Γέροντας και του λέει: “Εσύ το έβαλες εκεί;” “Όχι” απαντά ο αδελφός. “Και πώς λοιπόν θέλεις να πάρεις -του λέει ο Γέροντας-αυτό που δεν το έβαλες εσύ;”
20. Έλεγαν για τον αββά Ελλάδιο ότι έτρωγε ψωμί και αλάτι. Όταν έφτανε το Πάσχα έλεγε στον εαυτό του: “Οι αδελφοί τρώνε ψωμί και αλάτι. Εγώ όμως οφείλω να κάνω λίγο κόπο για το Πάσχα και επειδή τις άλλες μέρες τρώγω καθιστός, τώρα που είναι Πάσχα θα κάνω τον κόπο να τρώγω όρθιος”.
21. Έλεγαν για τον αββά Ελλάδιο ότι έμεινε είκοσι χρόνια στα Κελλία και δεν σήκωσε ποτέ τα μάτια του να δει τη στέγη της εκκλησίας.
22. Έλεγαν για τον αββά Ζήνωνα ότι βαδίζοντας κάποτε στην Παλαιστίνη κουράστηκε και έκατσε να φάει κοντά σ΄ έναν κήπο με αγγουριές. Και του λέει ο λογισμός του: “Πάρε ένα αγγουράκι και φάγε, δεν είναι τίποτε αυτό”. Κι αυτός απάντησε στον λογισμό του: “Οι κλέφτες πάνε στην κόλαση”. Σηκώθηκε λοιπόν και στάθηκε μέσα στον καύσωνα πέντε μέρες. Και αφού τσιγαρίσθηκε, είπε: “Δεν μπορώ να αντέξω την κόλαση”. Λέγει τότε στον λογισμό του: “Αν δεν μπορείς, μην κλέβεις για να τρως”.
23. Είπε ο αββάς Ησαϊας: “Τη σιωπή να την αγαπάς περισσότερο από το λόγο. Γιατί η σιωπή φέρνει
θησαυρό, ενώ η ομιλία τον διασκορπίζει”.
29. Είπε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: “Εάν ένας βασιλιάς θελήσει να καταλάβει μια εχθρική πόλη, πρώτα δεσμεύει το νερό και την τροφή. Και έτσι οι εχθροί κινδυνεύοντας να πεθάνουν από την πείνα υποτάσσονται σ΄ αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τα σαρκικά πάθη. Εάν ο άνθρωπος ζήσει με νηστεία και πείνα, οι εχθροί που είναι στην ψυχή του χάνουν τη δύναμή τους”.
33. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ισίδωρο, τον πρεσβύτερο της Σκήτης: “Γιατί οι δαίμονες σε φοβούνται τόσο πολύ;” Και του απαντά ο Γέροντας: “Από την ώρα που έγινα μοναχός προσπαθώ
να μην επιτρέπω την οργή να ανέβει στο στόμα μου”.
34 Κάποιος από τους Γέροντες πήγε στον συνασκητή του για να πάν να επισκεφθούν τον αββά Ιωσήφ.
Του λέει λοιπόν: “Πες στον μαθητή σου να μας στρώσει το γαϊδουράκι”.Και του αποκρίνεται εκείνος: “Φώναξέ τον και ό,τι θέλεις θα στο κάνει”. Τον ρωτά “πώς ονομάζεται” και απαντά ο άλλος “δεν γνωρίζω”. Πόσον καιρό είναι μαζί σου -λέει ο Γέροντας-και δεν ξέρεις το όνομά του;” “Δύο χρόνια” του απαντά. “Αν εσύ δύο χρόνια δεν γνωρίζεις το όνομα του μαθητή σου -λέει ο επισκέπτης Γέροντας- εγώ τι χρειάζεται να το μάθω σε μια μέρα;”
45. Είπε ο αββάς Μακάριος: “Εάν επιπλήττοντας κάποιον, αισθανθείς μέσα σου να κινείται οργή,
ικανοποιείς δικό σου πάθος. Και δεν σε υποχρεώνει κανείς να χάσεις τον εαυτό σου, για να σώσεις
άλλους”.
46. Προσφέρθηκαν κάποτε στον αββά Μακάριο σταφύλια που επιθυμούσε να τα φάει. Από εγκράτεια όμως τα έστειλε σε έναν αδελφό άρρωστο πού κι αυτός είχε την επιθυμία να φάει σταφύλια. Αυτός τα πήρε, έδειξε μάλιστα πάρα πολύ χαρούμενος, γιατί ήθελε να κρύψει την εγκράτειά του, και κατόπιν τα έστειλε σε άλλον αδελφό με τη δικαιολογία ότι δεν έχει όρεξη για οτιδήποτε φαγώσιμο. Τα πήρε κι εκείνος και έκανε το ίδιο, αν και είχε μεγάλη επιθυμία να τα γευθεί. Καθώς λοιπόν σε πολλούς αδελφούς πήγαν τα σταφύλια και κανείς δεν θέλησε να τα φάει, ο τελευταίος επίσης αδελφός δεν τα έφαγε και τα έστειλε στον αββά Μακάριο πιστεύοντας ότι του προσφέρει σπουδαίο δώρο. Ο Μακάριος όμως τα αναγνώρισε και αφού ερεύνησε τι ακριβώς συνέβη, θαύμασε και ευχαρίστησε το Θεό για την τόσο μεγάλη εγκράτεια των αδελφών.
54. Είπε πάλι: “Εάν ο άνθρωπος θα θυμάται το ρητό της Γραφής ότι τα λόγια σου θα σε δικαιώσουν και τα λόγια σου θα σε καταδικάσουν, θα προτιμάει μάλλον να σιωπά”.
55. Είπε ακόμη ο Γέροντας ότι ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Παμβώ εάν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον. Και του απάντησε: “Καλύτερη είναι η σιωπή”.
84. Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Τιθόη: “Πώς να περιφρουρήσω την καρδιά μου;” Κι ο Γέροντας του λέει:
35 “Πώς να φυλάξουμε την καρδιά μας, όταν είναι ανοικτές η γλώσσα μας και η κοιλιά μας;”
87. Είπε πάλι: “Εκείνος που δεν κυριαρχεί στη γλώσσα του σε ώρα οργής, αυτός ούτε στα
πάθη του θα κυριαρχήσει ποτέ”.
88. Είπε ακόμη: “Προτιμότερο είναι να τρώει κανείς κρέας και να πίνει κρασί, παρά να τρώει τις σάρκες των αδελφών του με την καταλαλιά”.
104.Βγήκε έξω κάποια φορά ο Γέροντας τη νύκτα και με βρήκε να κοιμάμαι στην αυλή του κελιού.
Και άρχισε ο Γέροντας να με θρηνεί και έλεγε κλαίοντας: “Άραγε πού βρίσκεται ο λογισμός του και κοιμάται τόσο αμέριμνα;”
106.Κάποιος από τους Γέροντες επισκέφθηκε άλλον Γέροντα, ο οποίος είπε στον μαθητή του:
“Κάνε μας λίγη φακή”. Και έκανε. “Μούσκεψε και ψωμί” και μούσκεψε. Και παρέμειναν μιλώντας για πνευματικά θέματα ως την έκτη ώρα της άλλης μέρας. Και λέει στον μαθητή του πάλι: “Κάνε μας λίγη φακή, παιδί μου”. Και του απαντά ο μαθητής: “Από χθες την έκανα”. Και τότε σηκώθηκαν και έφαγαν.
107.Αρρώστησε κάποιος από τους Γέροντες και επειδή δεν μπορούσε να δεχθεί τροφή, τον παρακαλούσε πολλές μέρες ο μαθητής του να του κάνει λίγο κουρκούτι από σιμιγδάλι. Πράγματι πήγε, το έκανε και του το έφερε να φάει. Αλλά υπήρχε εκεί κρεμασμένο ένα αγγείο με λίγο μέλι μέσα και ένα
άλλο με λίγο λάδι από λινόσπορο, μύριζε μάλιστα αυτό, γιατί ήταν από πολύ καιρό και προοριζόταν για το λυχνάρι. Και ο αδελφός κατά λάθος έβαλε στο φαγητό του Γέροντα απ΄ αυτό αντί για μέλι.
Ο Γέροντας όταν το δοκίμασε, δεν έβγαλε μιλιά αλλά έφαγε σιωπηλός. Ο αδελφός επέμεινε να πάρει και δεύτερη φορά και ο Γέροντας βιάζοντας τον εαυτό του έφαγε. Του δίνει και τρίτη φορά, αλλά δεν θέλησε να φάγει λέγοντας: “Αλήθεια, παιδί μου, δεν μπορώ”. Κι ο αδελφός για να του κάνει τη διάθεση, του λέει: “Ωραίο είναι, αββά μου, να, κι εγώ θα φάω μαζί σου”. Μόλις όμως το δοκίμασε και αντιλήφθηκε τι έκανε, έπεσε με το πρόσωπο στη γη λέγοντας:
36 “Αλίμονό μου, αββά, σε σκότωσα, και συ μου φόρτωσες την αμαρτία που δεν μίλησες”.
Κι ο Γέροντας του λέει: “Παιδί μου, μη θλίβεσαι, εάν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, μέλι θα είχες βάλει”.
37
A Conversation With Elder Ephraim of Arizona
The following conversation was recorded by monastic spiritual children from Greece of Elder Ephraim of Arizona, formerly of Philotheou, who visited him in May 2014 at the Sacred Monastery of Saint Anthony the Great in Arizona. Elder Ephraim: Look at this photograph of Elder Joseph the Hesychast. I had a great spiritual father. He was fire – fire, a phenomenon of a man. He thought entirely of heavenly things; this is how he lived.
Two words he would continuously say to us – patience and prayer, and this is how the Providence of God helps us as much as He allows. Being in submission to him, we never fought amongst us. Others from the outside created problems for us, slandering the Elder, accusing him, but Elder Joseph would say: “Let them talk, we will say nothing”.
Interlocutor: Elder, we are very weak in all things. What will happen with us?
Elder Ephraim: We are living in different times now. God has other criteria for today. Elder Joseph had a spiritual university. I am pleased that you are in spiritual high school. Today there is such spiritual confusion. A large tornado drags everything away. Hold firmly to the tradition I gave you and know that today it is a confession to say that Jesus Christ is our God. The dark forces do not want this.
Interlocutor: Elder, after so many years of struggle, what has remained within your soul?
Elder Ephraim: Everything is secondary, all is secondary. The first thing is the name of our Christ and now, over the years that have passed, I saw in action how only with love can people win. My life was labor and pain, living in poverty during the time of the Germans, hunger during the occupation, temptations and sorrows in the monasteries. A great struggle. Only the name of Christ and our Panagia brought me through. Whoever does not say daily the name of Christ and our Panagia, is not a Christian.
Interlocutor: In other words, the prayer of Christ is the greatest?
Elder Ephraim: Of course, because then we continuously have the memory of our Christ. The Holy Fathers were illumined and left us these little prayers. A few words: “Lord Jesus Christ, have mercy on us” and “Most Holy Theotokos, save us”. We don’t need to read encyclopedias, nor many books. With these two little prayers, all Christians are saved. Monastics who do not have worldly concerns, pray much and achieve heights. Our Panagia also helps much. It is like they are speaking into the ears of our Christ, because they are dedicated to the prayer and this is their primary work, and whoever has the gift of prayer in their heart, when they die they are not bothered by the toll-houses. Immediately after their death they go straight to Christ. There are no hindrances, because the name of Christ has power. God is fire.
Interlocutor: And the Akathist to our Theotokos, is it a powerful prayer?
Elder Ephraim: Of course. When we say them we have joy and illumination from our Panagia. Our Panagia helps me very much. She delivers me from many dead ends.
Interlocutor: Today we suffer from despair and impatience.
Elder Ephraim: Despair is always from the devil and whoever despairs loses their strength. The basis of life is patience. When we don’t have it our life dissolves.
Interlocutor: Elder, the world, we, are in a difficult position with all that is taking place and all that we hear about. There is fear.
Elder Ephraim: Yes, we feel things will be catastrophic and they happen daily. This is why we run to the monasteries and churches, but we must not fear. Just think, if one order of angels became demons and did so much damage, how much help do we receive from the nine orders of angels. One time I saw Christ on His throne and next to Him was our Panagia and the orders of angels and the saints. They waited for a nod from our Christ to help humanity in this new situation. When we fill our hearts daily with Christ our faith strengthens and we face everything. Our Panagia pleads for us and intercedes constantly so that we will have strength and optimism.
Interlocutor: Elder, at the age you are at now, can you pray as you did at first, or is it different?
Elder Ephraim: I pray better now than I did at first. Of course I do not have the intensity of the prayer of Elder Joseph the Hesychast, but I have strong prayer and this comforts my little soul in all that I have gone through and go through.
Interlocutor: Many times holy relics are fragrant.
Elder Ephraim: It’s like they are saying we are relatives.
Interlocutor: Cancer is widespread today.
Elder Ephraim: Cancer patients are martyrs. I try to strengthen them by my prayer, my advice, and when I can I visit them.
Interlocutor: Many people are going through difficult trials, either due to the malice of others or their own misdeeds. It is so difficult, it’s as if they are living in hell here.
Elder Ephraim: When people live hell here and give value to this situation with spiritual criteria, then when they die they will not be judged at all, but they will immediately go into the arms of Christ. But if they do not give it value with spiritual criteria, this hell will also be suffered in the next life.
I wanted to say something to you about Paradise. Before I became eighty years old, I would often go to Paradise. And now also of course, but age plays a role. One time the Lord took me by the hand and said to me: “Here you made a church, here you confessed and saved a soul, here you comforted, here you admonished….” In other words, He would say to me everything and with this He gave me joy, together with His word, so much joy that I said: “My sweet Christ, I cannot take anymore. I cannot take anymore. I will explode. Return me.” Then I would be in my room again.
Another time in Paradise, I saw a wonderful young man of chivalry (leventi). Next to him was a horse with a spiral tail, most beautiful. Within me I was jealous for it. I also wanted to have such a horse. He yelled at me and said to me, in the tone of a commander: “Go and tell the army, that the back is unprotected and the rebels will go there [the demons, that is].” So I ran and told them. I returned running to say I did it. He hugged me, kissed me, and mounting his horse with a smile he left.
Interlocutor: In other words Elder, many things take place from behind that we do not catch?
Elder Ephraim: Of course. This is why we must be careful from everywhere. Great caution. We will go through a fearsome trial.
Interlocutor: What is hell like?
Elder Ephraim: What’s it like? Horror, horror. May even a bird never go there. Just as people drown at sea, so also they drown in the torments of hell, accompanied by demons. We must pray for the dead. It is a great act of mercy. My mother was a virtuous woman. I based my childhood on her words. Before she died she was bedridden for two years and would say: “Father, tell God to take me. I am tired.” But before she departed she battled.
Interlocutor: Who did she battle with?
Elder Ephraim: Demons.
Interlocutor: Did you see them?
Elder Ephraim: Yes, like I see people.
Interlocutor: Didn’t the Archangel help her?
Elder Ephraim: He was behind her. He stood back so she could battle alone and receive a crown.
Interlocutor: We hear of so many disasters coming, what will happen with us who seek the help of God?
Elder Ephraim: God will do according to His plan for each person to save each person. My! My! What we will go through! Great difficulties. Athens has many hidden saints, but Mount Athos together with Saint Demetrios support Northern Greece. I have a special love for Saint Demetrios. I sleep with his Holy Myrrh. Greece has turned its back on Christ. This is why it will suffer much. The children in Greece are either very illumined or very darkened. The children of virtuous parents are the leaven of Christ and the future of Greece.
Interlocutor: Many women suffer in families today.
Elder Ephraim: Christ is very close to the souls that are scorned.
Interlocutor: Some people have a special spiritual gift. How does this happen?
Elder Ephraim: These people have either been very wronged, slandered or reached such a depth in this field that they were given gifts. As we entone God, so also does He chant for us.
Interlocutor: Lately in Jerusalem wondrous things have happened.
Elder Ephraim: I also wanted to see these things. The basis of our Christ is there. The Holy Light is daily in the Most Holy Tomb, but at Pascha a gift is given generally to all. You should go to Jerusalem. There we see what Christ endured for us, and we thank Him as much as we can and respond to His love. I also went a few times in the olden days.
Interlocutor: Sometimes misunderstandings take place between us.
Elder Ephraim: These are human. They will never go away. We must go beyond them and run towards Christ. We must think about what Christ has prepared for us, in the good good Paradise, after the Second Coming. Now we go to the narthex of Paradise, but it cannot enter the mind of man what the good good Paradise is like. All light! All fragrance! Joy unspeakable! Blessedness! Nothing will grow old! Christ wants everything new in His Kingdom. Nothing odd. My mother died at 95 years old and I see her in Paradise at thirty years old.
During the occupation we had a neighbor that was absent minded. There were two children. We played and they still were walking towards us, even though we embarked together at the same time. I found them in Paradise, because they died during the occupation due to hunger while they were still young. I said to them: “What do you do here? How do you spend your time?” They told me: “Ephraim, here we do not speak. Here we only read, we study.” They did not know how to write their name and in Paradise they studied. This shows the perfection of Paradise.
Interlocutor: Many people help the monasteries with their needs.
Elder Ephraim: Whatever they do, all is written in heaven. May they have peace and health and blessings on their homes.
Interlocutor: In church there were people from all over the world. How beautiful Elder your work is, like the Holy Apostles. “Teach all nations”.
Elder Ephraim: I am a hollow walnut. I did nothing.
Interlocutor: What do you think about now at your age?
Elder Ephraim: I think about cementing my work here, because many people have been saved, many little souls. And how can I go and meet with the Lord? Where will I, the wretch, go?
Interlocutor: The Lord will send His angels to take you.
Elder Ephraim: I don’t know about that, how the Lord will judge. My little head fit the entire universe. Now my health won’t help me, I am old.
Interlocutor: Elder, Mr. P… died on the day of a great saint.
Elder Ephraim: He opened for him the doors of Paradise so he will enter. When someone dies and their little soul is saved, the saint that celebrates on that day receives him in Paradise, because it is their day, their feast that is.
Interlocutor: Many people die suddenly.
Elder Ephraim: Yes. Every day we must have our passports in our hand. We don’t know what can happen. Once I confessed someone in a hospital with nods then they died. He did something good in his life and was saved at the last moment. In my life I went through many hardships and I saw that Divine Providence directs everything for the good of man. May the memory of death never be absent from us. Read the Gerontikon, the dialogue between Saint Macarius with the skull.
Once in a vision I saw myself dressed very beautifully. With vestments, like on feasts, and I was up on a platform and girls were below me whom I had confessed, and they yelled: “Elder, Elder, we also want to be there with you”, but they were not allowed. This shows my responsibility and the grace of the priesthood. This is why you should pray for me. Have order and carefulness. Struggle every day, as much as you can. Our Christ loves the order of monastics, because they are His army.
Interlocutor: Elder, when you go to Paradise and have this communication with the Lord, will you also speak about us your monks and nuns and for the people who want your help.
Elder Ephraim: Of course I speak with Him.
Interlocutor: How does He respond?
Elder Ephraim: O.K. I will take care of it. O.K.
Interlocutor: Elder, if you die and we happen to be alive, do not forget us when you are having a good time with our Christ and we are here battling.
Elder Ephraim: (laughing) No, that will not happen.
Interlocutor: We are leaving tomorrow Elder. Tell us a final word.
Elder Ephraim: May you have a good and blessed journey. May you have my blessing. May you have health and come to us. Everyone knows what they have on their shoulders, but the Testament I leave you is to come to know the Holy Spirit. Work and build Him within you, keeping the commandments of the Gospel and having peace in your soul. Have love, concord and shout the name of Christ and our Panagia. May the angels accompany you.
How do they call those who are marrying illegally here?
Interlocutor: Do you mean homosexuals?
Elder Ephraim: Yes them. The Old Testament says: “My spirit will not remain with man because they are flesh.” This applies today. Sodom burned just like a nuclear bomb. Christ does not tolerate such sins. Everywhere the sins of the flesh are worshipped. There is no repentance. The Venerable Mary of Egypt repented. All homosexuals will be eliminated. Everything will become dirt, nuclear, all dirt. The war will begin because of our sins.
Monday, September 1, 2014
Οι τέσσερες προσβολές που μας φέρνουν οι εχθροί μας (ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ )
Ποιές είναι οι τέσσερες προσβολές που μας φέρνουν οι εχθροί μας κατά την ώρα του θανάτου. Και πρώτα η προσβολή της πίστεως και η θεραπεία της. Τέσσερις είναι οι κυριώτερες προσβολές και πιο επικίνδυνες με τις οποίες συνηθίζουν να μας πολεμούν οι εχθροί μας δαίμονες κατά την ώρα του θανάτου. Ο πόλεμος που μας κάνουν εναντίον της πίστεως, η απόγνωσις, η κενοδοξία και τα διάφορα φαντάσματα και οι μεταμορφώσειςτωνδαιμόνωνσε Αγγέλους φωτός.
Όσο για την πρώτη προσβολή σου λέγω ότι αν αρχίση ο εχθρός να σε πολεμά με τα ψεύτικα επιχειρήματά του βάζοντας στο νού λογισμούς απιστίας, φύγε αμέσως από το νού σου στη θέλησί σου λέγοντας: «Πήγαινε πίσω μου Σατανά, πατέρα του ψεύδους, διότι εγώ δεν θέλω καθόλου
να σε ακούσω,διότι μου είναι αρκετό να πιστεύω εκείνο που πιστεύει
η αγία μου εκκλησία». Και μην αφήσης καθόλου τόπο στην καρδιά σου στους λογισμούς της απιστίας, όπως αναφέρεται: «Εάν Πνεύμα του εξουσιάζοντος, δηλαδή του εχθρού, σου επιτεθή, μην μετακινηθής από την θέσι σου» (Εκκλ. 10,4). Αυτούς τους λογισμούς να τους θεωρής ως κινήσεις του διαβόλου που προσπαθεί την ώρα εκείνη να σε σκανδαλίση. Κι αν δεν μπορής να στηρίξης το νού σου, στάσου με ανδρεία και μένε σταθερός με την θέλησί σου για να μην πέσης σε κανένα λογισμό ή και σε κανένα ρητό της Αγίας Γραφής, το οποίο θα σου προσφέρη ο εχθρός. Γιατί, όσα ρητά της Αγίας Γραφής κι αν σου θυμίση την ώρα εκείνη, είναι ακρωτηριασμένα (ελλιπή), προσφέρονται με κακό σκοπό,άσχημα εξηγημένα κιαν ακόμη φαίνωνται καθαρά, καλά και φανερά. Κι αν ο πονηρός όφις σε ρωτήση και σου πή με τον λογισμό τι πιστεύει η εκκλησία, καταφρόνησέ τον εντελώς και μην του αποκριθής. Αλλά βλέποντας το ψεύδος και την πονηριά του και ότι προσπαθεί να σε πιάση
με τα λόγια, πίστευε χωρίς καμμία αμφιβολία με όλη σου την καρδιά. Σε περίπτωσι πάλι που είσαι δυνατός στην πίστι και έχεις δυνατό λογισμό και θέλεις να κάνης τον εχθρό να καταντροπιασθή,απάντησέ του ότι
η αγία μου εκκλησίαπιστεύει στην αλήθεια. Κι αν σου πή ποιά είναι αυτή η αλήθεια, να του απαντήσης: εκείνο που πιστεύει αυτή. Πάνω από όλα κράτα την καρδιά σου πάντοτε σταθερή και προσεκτική και στραμμένη προς τον Εσταυρωμένο λέγοντας: «Θεέ μου, Ποιητά μου και Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα και μην παραχωρήσης να πέσω ποτέ από την αλήθεια της αγίας σου πίστεως. Αλλά ευδόκησε, όπως με την χάρι σου γεννήθηκα στην αλήθεια αυτή, έτσι να τελειώσω και την θνητή μου ζωή σ αυτήν προς δόξαν του ονόματός σου».
ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ -Ο Αόρατος πόλεμος"
Parents are like a tree ( St. Kosmas Aitolos )
When you cut down a tree, all its branches immediately whither. Conversely, when a tree is watered at the roots, its branches stand strong and healthy.
Parents resemble a tree. The father and mother comprise the roots of the children. When a father and mother are watered with fasting, prayers, almsgiving, and other virtuous deeds, then God protects the children...
When an apple tree produces sour apples, what is to blame? Will we lay blame on the apple tree or the apples? Obviously, the problem lies in the tree.
Therefore, you the parents, who constitute the appletree, must live correctly and virtuously so that the applesthat are produced also become sweet.
St. Kosmas Aitolos
Sunday, August 31, 2014
Γιά νά φθάσουμε στόν πόθο τοῦ θεοῦ
«Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός Σέ ὁ Θεός». «Πότε ἤξω καί ὀφθήσομαι τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ» λέει ὁ Δαυΐδ. Ὅπως λέγεται, τό ἐλάφι δέν τρώγει μόνο χόρτα, ἀλλά τρώγει καί φίδια καί μάλιστα φαρμακερά. Ὅταν δεχθῆ μέσα του τό φαρμακερό φίδι, τοῦ γίνεται μιά ἀφόρητη δίψα καί αὐτή ἡ δίψα τοῦ δημιουργεῖ τόν πόθο νά τρέξη νά βρῆ πηγή μέ νερό γιά νά πιῆ, ὥστε καί τήν δίψα του νά κορέση, ἀλλά κυρίως νά ἐξουδετερώση τό φαρμάκι τοῦ φιδιοῦ. Διότι ἐάν καθυστερήση ἤ δέν βρῆ ἐγκαίρως τήν πηγή, τό φαρμάκι πού δέχθηκε ἀπό τό φίδι τοῦ δημιουργεῖ τόν θάνατον.
Ἡ ἁμαρτία, ὁ διάβολος, εἶναι ὁ νοητός ὄφις. Αὐτό τό φίδι τῆς ἁμαρτίας μέ τήν ἡδονή δηλητηριάζει τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἁμαρτήση, νοιώθει δριμύτατον ἔλεγχο στήν συνείδηση. Ἡ συνείδησις, ἡ στενοχώρια, ὁ πόνος, ἀναγκάζει τόν ἄνθρωπο, τόν ἁμαρτωλό, τόν ἁμαρτήσαντα, νά τρέξη στήν πηγή τῆς αἰωνίου Ζωῆς. Τόν ἀναγκάζει νά τρέξη στήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, νά τρέξη στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καί ἐκεῖ, στήν πηγή, στό ἐξομολογητήριο, ἐκεῖ ἀποβάλλει τό φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας καί δέχεται τό ὕδωρ ζῶν τό ἀλλόμενον εἰς Ζωήν αἰώνιον. Ἐκεῖ στόν πνευματικό πατέρα δέχεται τήν ἐπανασύνδεση μέ τόν Θεό. Σ΄ αὐτό τό πνευματικό λουτρό ἀποπλύνεται, ἀποβάλλει ὅλα τά ἕλκη τῆς ἁμαρτίας, ὅλες τίς βρωμιές, καί ἐξέρχεται ὁλοκάθαρος ὁ ἄνθρωπος, δροσισμένος στή ψυχή, ἀνάλαφρος στή συνείδηση. Κι΄ ἔτσι γλυτώνει ἀπό τόν ψυχικό θάνατο πού δημιουργεῖ ἡ ἁμαρτία, μέ τό φαρμάκι τῆς ἡδονῆς.
Ὁ ἁμαρτήσας ἄνθρωπος δέν πρέπει νά καθυστερήση νά τρέξη στήν Ἐκκλησία, στήν πηγή τῆς αἰωνίου ζωῆς, διότι ὅσον περισσότερο καθυστερήσει, τοῦ γίνεται ἄμεσος ὁ κίνδυνος τῆς δηλητηριάσεως. Πρέπει νά προστρέξη μέ πόθο πολύ στόν Θεό. Βλέπουμε στό Ἱερόν Εὐαγγέλιον τήν Σαμαρείτιδα, κι΄ αὐτή εἶχε κατά πολύ δεχθῆ τό φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά χάριτι θείᾳ, χωρίς νά τό γνωρίζη ἐπικοινώνησε μέ τήν Πηγή τῆς Χάριτος καί τοῦ ἐλέους. Ὁ Χριστός τήν πλησίασε. Τῆς ἔδωσε, τήν πότισε μέ τό ὕδωρ τό Ζῶν, κι΄ἔτσι ἡ πρώην ἁμαρτωλή ἔγινε ἰσαπόστολος , ἔγινε φορεύς τοῦ Θεοῦ, καί τελικά ἔγινε Μάρτυς Χριστοῦ.
Γιά νά φθάσουμε στόν πόθο τοῦ θεοῦ, καί νά φθάσουμε στήν καρδιακή ἀναζήτηση τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ, χρειάζεται ἀπό μέρους μας νά τρέξουμε σάν τήν διψῶσα ἔλαφο, νά ἀναζητήσουμε τήν αἰώνια θεϊκή πηγή, νά ζητήσουμε τῷ προσώπῳ τοῦ Θεοῦ. Ὁ πόθος καί τά δάκρυα νά εἶναι ἡ ἀναζήτησις. Ὅταν κανείς ἀναζητήση τόν Θεό μ΄ αὐτό τόν τρόπο, ὁ Θεός σέ κάποιο χρόνο θά τοῦ δείξη τήν ὡραιότητα τοῦ προσώπου Του. Ἐμεῖς ἰδιαίτερα οἱ μοναχοί ἔχουμε διδαχθεῖ τό νά ἐπικαλούμεθα τό ὅνομα τοῦ Χριστοῦ. Κι΄ αὐτό εἶναι μία ἀναζήτησις, μία ἐπιπόθησις τοῦ ἰδεῖν τό πρόσωπον Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Γι΄ αὐτό θά χρειαστῆ νά μνημονεύουμε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἰ δυνατόν συνέχεια ἀναπνευστί. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ Ζῶσα Πηγή τῆς Χάριτος. Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι σάν τό δικό μας ὄνομα, τό ὁποῖο δέν ἔχει καμμία χάρη. Τοῦ Χριστοῦ τό ὄνομα ἐμπερικλείει ὅλες τίς θεϊκές χάριτες. Εἶναι θεοστολισμένο. Ὅταν τό ἐπικαλούμεθα, νοιώθουμε βοήθεια ἀνάλογα μέ τήν ἀνάγκη πού ἔχουμε. Ὅταν Τοῦ φωνάζουμε τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός εἶναι πάντα ἕτοιμος νά μᾶς προσφέρη τόν Ἑαυτό Του. Ὅπως ἀκριβῶς πιστεύουμε ὄτι ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα καί πάνω ἀπό πνεῦμα, εἶναι ὑπεράγνωστος, δέν Τόν βλέπουμε μέ τά μάτια τά σωματικά ἀλλά πιστεύουμε ἀπόλυτα ὅτι εἶναι πανταχοῦ Παρών. Εἶναι μία φύσις ἀκατάληπτη. Ὅπως ἀκριβῶς πιστεύουμε σ΄ αὐτήν τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔτσι πρέπει νά πιστεύουμε ὄτι καί τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι πλουτισμένο μέ ὄλη τήν θεϊκή ἰσχύ καί δύναμη. Αὐτό μᾶς τό ἀποδεικνύουν καί οἱ δαίμονες πού δέν μποροῦν νά ἀκούσουν τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι ὅταν συνέλαβαν τούς Ἀποστόλους, τούς εἶπαν: - Μή ἐπί τῷ ὀνόματι τούτῳ κηρύττετε. Ἀλλά πολύ θαρραλέα τούς ἀπήντησε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος: - Ἅ εἴδομεν καί ἠκούσαμεν, οὐ δυνάμεθα σιωπᾶν. Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἄνθρώποις. Καί ἡμεῖς πρέπει νά πειθαρχήσουμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε· τοῦτο γάρ θέλημα Θεοῦ εἰς ὑμᾶς». Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά προσευχώμεθα συνεχῶς.
Οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς δίδαξαν τό πῶς νά προσευχώμεθα μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Μᾶς ἔχουν διδάξει ἐπίσης καί τούς καρπούς τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ὁ ἄνθρωπος μέ τήν προσευχή αὐτή κατά Χάριν θεώνεται. Γίνεται ἕνας Ἄγγελος ἐπί τῆς γῆς. Ὅπως οἱ Ἄγγελοι ὑμνολογοῦν ἀκατάπαυστα τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ὁ Μοναχός ἤ ὁ Χριστιανός ὄταν μνημονεύη τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μέ πόθο, ἀξιώνεται ἀγγελικῆς Χάριτος. Ἁγνίζεται ὁ ἄνθρωπος σύν τῷ χρόνῳ. Γίνεται καθαρός ψυχοσωματικά, καί ἡ καρδιά του κατά τήν ὥρα τῆς ἐνέργειας τῆς προσευχῆς γίνεται σάν ἕνα ἄλλο Χερουβείμ καί ψάλλει καί ὑμνολογεῖ τόν Θεό σιωπηλά.
Ἡ καρδιά τοῦ Μοναχοῦ διά τῆς προσευχῆς γίνεται θρόνος τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ὁ Χριστός μας πιστεύουμε ὅτι κάθεται ἐπάνω εἰς τόν θεῖον Του θρόνον καί βασιλεύει σέ ὅλο τό Σύμπαν, ἔτσι ἐπίσης κάθεται καί ἀναπαύεται στόν θρόνον τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου πού μνημονεύει μέ πόθον καί χάριν τό Πανάγιον Ὄνομά Του.
Οἱ δαίμονες τό γνωρίζουν αὐτό πού γίνεται, γι΄ αὐτό κάνουν μεγάλη προσπάθεια, καταβάλλουν πολύ κόπο γιά νά ἐμποδίσουν αὐτήν τήν ἐνθρόνιση τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Μᾶς σκορποῦν τόν νοῦ μας ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ. Δέν μᾶς τόν ἀφήνουν ἥσυχο. Χίλιες-δυό σκέψεις μᾶς ἀπασχολοῦν, μέ σκοπό ὁ νοῦς μας νά μήν ἐντοπιστῆ στήν καρδιά διά τῆς προσευχῆς. Σκορπιζόμενος ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ εἶναι ἐκτός τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου. Κι΄ ὄταν γυρίζη στά διάφορα μέρη, στίς διάφορες ὑποθέσεις, δέν μπορεῖ νά δεχθῆ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ.
Ὅπως καί ἡ κλώσσα μέ τ΄ αὐγά της, ὅταν συχνά σηκώνεται, τά αὐγά κάποια μέρα θά βγοῦν ἄχρηστα, κλούβια. Ἔτσι καί ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν συχνά σκορπᾶται ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ, δέν θά γεννήση μέσα στήν καρδιά τούς πνευματικούς νεοσσούς. Τά θεῖα νοήματα πού φέρουν τήν Θεολογία τοῦ Θεοῦ δέν μποροῦν νά σταθοῦν στήν καρδιά πού ὁ νοῦς ἀπουσιάζει. Αὐτή τήν προσπάθεια τῶν δαιμόνων νά τήν ἐξουδετερώσουμε μέ τήν ἀδιάλειπτη προσοχή στήν προσπάθεια τῆς περισυλλογῆς τοῦ νοῦ διά τῆς μελέτης τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά.
Βέβαια δέν θά τήν φανταζώμεθα τήν καρδιά, ἀλλά θά νοοῦμε τήν καρδιά ἐκεῖ πού εἶναι. Ἡ σωματική, ἡ σάρκινη καρδιά ἐμπερικλείει μέσα της τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, τήν καρδιά τῆς ψυχῆς. Ἐμεῖς, πνευματικῷ τῷ τρόπῳ θέλουμε νά ἐπικοινωνήσουμε μέ τήν καρδιά τῆς ψυχῆς, κι΄ ἑπομένως ἡ φαντασία τῆς καρδιᾶς πρέπει νά μήν ὑπάρχη. «Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας Αὐτόν, ἐν Πνεύματι καί Ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν».
Ἄπειρος ὁ νοῦς τοῦ Θεοῦ. Ὅλος ὁ Θεός εἶναι Νοῦς. Ὁ ἀνθρώπινος εἶναι πεπερασμένος, περιορισμένος, μέ μιά Α δυνατότητα. Ὅταν ὁ μικρός νοῦς ἐπικοινωνήση, εἰσέλθη μέσα στόν ἄπειρο Νοῦ, δηλαδή στόν Θεό, τότε γίνεται μία ἐπαφή, μία σωματική συνουσία, μέ μία ἀνέκφραστη πνευματική καί μυστηριώδη ἡδονή. Βέβαια αὐτό εἶναι ἕνα μέτρο πολύ ὑψηλό. Ἐμεῖς δέν ἔχουμε φθάσει σ΄ αὐτό τό μέτρο, ἀλλά ἐάν ἐπιποθήσουμε τόν πλησιασμό τῆς ψυχῆς μας μέ τόν Θεό διά τῆς προσευχῆς, ὁ Θεός θά χαρίση κι΄ αὐτό τό μέτρο τῆς χάριτος. Ἀρκεῖ νά Τόν ἀναζητοῦμε μέ πολλή ταπείνωση. Ἐάν ἡ προσευχή μας δέν ἔχη ταπείνωση, εἶναι ὕπαρξις σωματική χωρίς ψυχή, δηλαδή δέν φέρνει ἡ προσευχή καρπόν πνευματικόν ἐάν μή τήν συνοδεύση σέ ὅλη τήν πορεία της ἡ ταπείνωσις.
Πρέπει νά προσπαθήσουμε νά φθάσουμε σ΄ αὐτή τή χάρη τῆς προσευχῆς. Ὁ Θεός μέ τό ἄπειρο ἔλεός Του, μᾶς βοήθησε, μᾶς ἐλέησε, μᾶς ἀγάπησε ἰδιαίτερα, μᾶς ἔφερε ἀπό τόν κόσμο, μᾶς ἔβγαλε ἀπό τήν ἁμαρτία, μᾶς ἔβαλε σ΄ αὐτόν τόν καθαρό τόπο, μᾶς ἔβαλε σέ μιά ζωή ἁγία, μᾶς προίκισε μέ δυνατότητες, κι΄ ἄν ὅλα αὐτά δέν μᾶς βοηθήσουν ἤ μᾶλλον ἐμεῖς δέν τά μεταχειριστοῦμε, δέν τά μετέλθουμε, δέν τά ἀξιοποιήσουμε γιά νά γνωρίσουμε τόν Θεό, γιά νά δοῦμε τό θεῖον Του Πρόσωπο, τότε ματαίως ἤλθαμε ἐδῶ καί θά βρεθοῦμε ὑπόχρεοι στόν Θεό γι΄ αὐτήν τήν μεγάλη Του ἐλεημοσύνη. Δέν θά πρέπη αὐτόν τόν χρόνο τόν πολύτιμο τῆς θείας βοηθείας νά μήν τόν ἐκμεταλευτοῦμε. Θά εἴμεθα ὑπόλογοι καί πρῶτος ἐγώ.
Πολλές φορές σ΄ αὐτόν τόν ὑπολογισμό, σ΄ αὐτή τή σκέψη τῆς τόσης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καί τῆς ὑποχρεώσεώς μου ἀπέναντι σ΄ αὐτήν τήν προσφορά τοῦ Θεοῦ, ἔχω δριμύτατον ἔλεγχο. Δέν ἀνταποκρίθηκα μέχρις σήμερα σ΄ αὐτή τήν μεγάλη ἐλεημοσύνη. Καί πολλές φορές στήν μνημόνευση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ τρέμω, λέω: « Μά εἶμαι ἄξιος νά μνημονεύσω, νά μελετήσω τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ». Μά τί νά πῶ;
Ὁ Θεός εἶναι κάτι πού δέν μπορεῖ νά τό συλλάβη τό ἀνθρώπινο μυαλό. Μόνο νά σκεφθῶ ὅτι διά τοῦ Λόγου Του ἔκτισε, δημιούργησε σέ μηδέν χρόνο ὅλη τήν κτίση, σκέπτομαι τί εἶναι αὐτός ὁ Θεός καί ἀξιώνομαι ἐγώ τόσο ἐλεύθερα, τόσο ἁπλά, νά ἀναφέρω τό ὅνομά Του; Καί ὅμως ὁ Θεός ἔχει ἔμφυτη τήν ταπείνωση. Ἀλλ΄ ὁ ἀνυπερήφανος Θεός δέχεται νά Τόν μνημονεύουμε μέ τόση ἁπλότητα κι΄ ἐλευθερία, ὅπως θά μπορούσαμε νά ἀναφέρουμε ἕνα ὄνομα ἑνός ἁπλοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ἐάν τό σκεφθοῦμε πιό σοβαρά, θά δοῦμε ὅτι εἶναι φοβερό νά μνημονεύουμε τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ὡστόσο ὅμως , ἀφοῦ ἔχουμε τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἄς προχωρήσουμε. Τό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά μᾶς φέρη ὅλες τίς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ. Καί πλησιάζοντας τόν Χριστό διά τῆς προσευχῆς θά ἀποβάλουμε ἀπό μέσα μας, ἀπό τήν καρδιά μας, ὅλο τό φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας.
Καί ποιός εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος πού πλησίασε τόν Θεό καί μέσα του δέν εἶχε μιά ἀνάλογη ποσότητα φαρμάκι ἀπό τήν ἁμαρτία; Δέν μᾶς κατακρίνει ὁ Θεός γιατί πλησιάζοντάς Τον ἔχουμε μέσα μας φαρμάκι, ἐμπάθεια, ἔχουμε ἁμαρτήματα, ἀλλά θέλει καί ἐπιμένει ὅτι πλησιάζοντάς Τον πρέπει ὁ ἄνθρωπος νά τό ἀπόβάλη, νά τό ἐμμέση αὐτό τό φαρμάκι. Δέν θέλει τόν ἄνθρωπο νά μείνη στά πρῶτα, στήν πρώτη του ἐμπάθεια, ἀπό κεῖ πού τόν πῆρε, ἀπό κεῖ πού τόν ξεκίνησε. Θέλει τήν καλυτέρευσή του.
Λέγοντας τήν εὐχή θά μᾶς δώση ὁ Θεός τήν πρώτη εὐλογία γιά νά πάη καλά ἠ ἡμέρα μας. Κι΄ ἅμα ἀρχίσουμε μέ τό στόμα νά ψιθυρίζουμε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με», ἡ προσευχή αὐτή θά βοηθήση καί τόν νοῦ, θά βοηθήση καί τήν διάθεση τῆς ψυχῆς, κι΄ ἔτσι μέ μία καλή διάθεση ἀπό τήν προσευχή, θά ξεκινήσουμε γιά ὄ,τι ἀφορᾶ τήν ἡμέρα. Κι΄ ὅταν ἔτσι κάνουμε κάθε μέρα, στό κάθε ξύπνημά μας, θά βάλουμε τήν καλή ἀρχή πού ἀπαιτεῖται γιά νά ἔχουμε ἕνα πνευματικό, ψυχικό κάλλιστο τέλος.
Βλέπουμε κανέναν ἄνθρωπο νά πέση; Σημαίνει ὅτι δέν ἔβαλε καλή ἀρχή, δέν ἔκτισε ἐπιστημονικά τό σπίτι του. Δέν ἔβαλε καλά θεμέλια. Δέν τό στήριξε καλά καί γι΄αὐτό ἔπεσε. Ἡ καλή ἀρχή εἶναι νά προσευχώμεθα κατ΄ αὐτήν τήν ἔννοιαν, νά ὑπακούωμε κατά πάντα στόν πνευματικό Πατέρα, νά μή κάνουμε τό δικό μας θέλημα, νά μήν κρύπτωμε τούς λογισμούς, νά ἔχωμε πνευματική βία στόν κανόνα μας, στά πνευματικά μας καθήκοντα, στήν Ἐκκλησία, νά ἔχουμε τήν ἀδελφική καί ἄδολη ἀγάπη, νά ἀποφεύγουμε τά ἀργόλογα, νά μήν μιλᾶμε περιττά πράγματα, νά μήν συζητοῦμε ἐκεῖνα πού δέν χρειάζονται, καί νά βλεπη ὁ καθένας μπροστά του. Νά βλέπη τόν ἑαυτό του. Ἐγώ πῶς πάω; Ὄχι πῶς πηγαίνει ὁ ἄλλος. Ἐγώ προσεύχομαι; Ἐγώ ἀργολογῶ; Ἐγω ἀναμιγνύομαι σέ ὑποθέσεις πού δέν χρειάζεται; Τό τί κάνει ὁ ἀδελφός μου εἶναι δική του δουλειά. Ὄχι ὅτι θά τό παραβλέψουμε κι΄ αὐτό, σέ μιά περίπτωση πού μποροῦμε νά βοηθήσουμε πνευματικά, ἀλλά γιά ν΄ ἀποκλείσουμε τήν κατάκριση τοῦ διαβόλου. Γιατί ὀ διάβολος πατῶντας ἐπάνω στόν ἐγωϊσμό τοῦ ἀνθρώπου, τόν σπρώχνει συνέχεια νά βλέπη τί κάνει ὁ ἄλλος. Καί βλέποντας τόν ἄλλο τυφλώνεται στά δικά του. Μή βλέποντας τά δικά του, πέφτει ἀπό τό ἕνα στό ἄλλο παράπτωμα. Κι΄ ἔτσι δέν μπορεῖ νά βάλη τήν καλή ἀρχή.
Ἡ σιωπή, ἡ ἐν γνώσει σιωπή, ὄχι ἡ ἄλογος σωπή γιατί βαριέμαι νά μιλήσω ἤ γιατί δέν λογαριάζω τόν ἄλλον ἤ γιατί ἐξουθενώνω τόν ἄλλον ἤ ἀπό ἐγωϊσμό δέν θέλω νά τοῦ μιλήσω· αὐτή ἡ σιωπή εἶναι βλαβερή καί ὄχι ὠφέλιμη. Ἀλλά ἡ σιωπή πού γίνεται γιατί δέν θέλω νά κατηγορήσω, νά κατακρίνω, νά ἀργολογήσω, γιά νά προσεύχωμαι, γιά νά δημιουργηθῆ μέρα μου τό χαροποιόν πένθος, γιά νά μέ εὕρουν δάκρυα ἀπό τόν Θεό, γιά νά ταπεινώσω τίς σκέψεις μου. Τότε αὐτή ἡ σιωπή εἶναι ἡ ἐν γνώσει πνευματική. Αὐτή ἡ σιωπή εἶναι πάνω ἀπό κάθε ἄλλη ἀρετή. Λένε οἱ Πατέρες πώς ἄν βάλουμε ἀπό τή μιά μεριά τῆς ζυγαριᾶς τήν ἐν γνώσει σιωπή, κι΄ ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές ἀπό τήν ἄλλη, τό μέρος τῆς σιωπῆς θά βαραίνη. Καί βλέπουμε ὅτι ἡ σιωπή φέρνει τόσα πολλά καλά καί κυρίως ὅτι δέν ἁμαρτάνει μέ τήν γλῶσσα του καί τήν σκέψη του ὁ ἄνθρωπος.
Ὅταν ὅμως ἀρχίζουμε καί μιλᾶμε, καί συζητᾶμε τό ἔνα τό ἄλλο, τό θέμα ἐκεῖνο, μπλέκει τό πρᾶγμα, κι΄ ἔτσι δέν βάζουμε τήν καλή ἀρχή. Ἡ καλή ἀρχή θά φέρη τό κάλλιστον τέλος. Ἡ κακή ἀρχή τό κάκιστον τέλος. Δηλαδη, τό σπίτι δέν θά κτιστῆ καλά, θά πέση. Ὅταν δοῦμε καί πέσει ἕνας ἄνθρωπος πνευματικά, πρέπει νά γνωρίζουμε ὅτι δέν ἔβαλε καλή ἀρχή, δέν ἔβαλε θεμέλια γερά, βαθειά, δέν στήριξε καλά τό σπίτι του, καί γι΄ αὐτό ἔπεσε. Δέν φταίει κανείς ἄλλος πλήν τοῦ ἑαυτοῦ του. Ὅλες οἱ ἄλλες δικαιολογίες στό πέσιμο εἶναι σφάλμα τοῦ ἐγωϊσμοῦ. Γι΄ αὐτό νά προσέξουμε πάρα πολύ καλά νά ἐπιμεληθοῦμε τήν καλή ἀρχή. Καί ἔτσι θά πετύχουμε νά κτίσουμε ὁ καθένας ἕνα ἀνάλογο ὄμορφο πνευματικό σπίτι. Δηλαδή καί τήν αἰώνια Μονή μας θά τήν κτίσωμε μέ τήν καλή ἀρχή.
Ἄς βιάσουμε τόν ἑαυτό μας γι΄ αὐτή τήν καλή ἀρχή. Ἡ ἀξία της εἶναι αἰώνια. Δέν εἶναι τό ὅτι θά ζήσουμε ἐδῶ μέ τήν καλή ἀρχή, βρίσκοντας τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί θά νοιώθουμε πολύ εὐτυχισμένα, ὄχι αὐτήν τήν εὐτυχία τήν πνευματική τήν ἐδῶ, ἀλλά γιά τήν αἰώνια εὐτυχία. Χίλιοι παράδεισοι δέν συγκρίνονται μέ τήν θέα τοῦ θείου Προσώπου. Ἡ καλή ἀρχή εἶναι νά μᾶς ἀποκαλυφθῆ τό θεῖον Πρόσωπο. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀξία τῆς πνευματικῆς ἐπιτυχίας τῆς καλῆς ἀρχῆς. Καί γνωρίζοντας τό μέγεθος τῆς πνευματικῆς ἐπιτυχίας τῆς καλῆς ἀρχῆς, πρέπει, καί πρῶτος ἐγώ, νά βάλουμε προσπάθεια νά πετύχουμε αὐτήν τήν καλή ἀρχή. ΑΜΗΝ.
Do not try to come in touch with the mysteries of God ( Elder Athanasios Mitilinaios )
Saint Isaac the Syrian says, “Do not try to come in touch with the mysteries of God and the word of God without prayer.” So, do not open holy Scripture; do not start reading without asking God for His help, saying something like, “Lord, allow me to sense; let me feel the power of Your words, the power that exists in Your words.” You must consider prayer as the key for your understanding of the deeper meaning of the Scriptures.”
Elder Athanasios Mitilinaios
Saturday, August 30, 2014
Τελευταίες αποκαλύψεις τού γέροντος Εφραίμ τής Αριζόνας...
Ο Γέροντας Εφραίμ από τήν Αριζόνα τής Αμερικής, αποκαλύπτει καί προφητεύει...
Ἀποσπάσματα ἀπό τίς συνομιλίες μας, μέ τόν Γέροντά μας , ΕΦΡΑΙΜ τόν ἈριζονίτηὉ
( Απομαγνητοφωνημένο υλικό, μοναχών, πνευματικών παιδιών του Γέροντος από την Ελλάδα, που τον επισκέφθηκαν , πρόσφατα στην Ελληνορθόδοξη Ιερά Μονή του Αγίου Αντωνίου, στην Αριζόνα της Αμερικής , που ευγενικά προσέφεραν με στόχο την πνευματική μας οικοδομή ).
Μάϊος 2014, Αριζόνα
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Βλέπετε την φωτογραφία αυτή, του Γέροντα Ιωσήφ, του Ησυχαστή. Είχα μεγάλο Γέροντα, ήταν πύρ – πύρ, φωτιά, άνθρωπος φαινόμενο. Όλο τα επουράνια σκέπτονταν, μ’ αυτά ζούσε.
Δύο λέξεις μας έλεγε συνεχώς, υπομονή, υπομονή και προσευχή και εδώ μας βοηθάει, όσο του επιτρέπει η Πρόνοια του Θεού. Σαν υποτακτικοί του, ποτέ δεν μαλώσαμε μεταξύ μας. Άλλοι απέξω μας δημιουργούσαν προβλήματα, συκοφαντούσαν τον Γέροντα, τον κατηγορούσαν, αλλά ο Γέροντας Ιωσήφ έλεγε, « αυτοί ας λένε, εμείς να μην πούμε ».
Συνομιλήτρια : Εμείς Γέροντα, είμαστε πολύ αδύνατοι σε όλα. Τι θα γίνει με εμάς;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Άλλα χρόνια είναι τώρα... Άλλα τα κριτήρια του Θεού, για σήμερα...
Ο Γέροντας Ιωσήφ είχε το πνευματικό πανεπιστήμιο. Εγώ είμαι ευχαριστημένος να είστε εσείς ( ..δηλαδή τα πνευματικά του παιδιά ) στο πνευματικό λύκειο. Σήμερα υπάρχει τέτοια πνευματική σύγχυση. Μεγάλος ανεμοστρόβιλος παρασέρνει τα πάντα. Κρατείστε γερά την Παράδοση που σας παρέδωσα και να ξέρετε ότι σήμερα είναι ομολογία να λέμε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός μας. Αυτό δεν το θέλουν οι σκοτεινές δυνάμεις.
Συνομιλήτρια : Γέροντα, μετά από τόσα χρόνια αγώνα, τι σας έμεινε μέσα στη ψυχή σας;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Όλα είναι δεύτερα, όλα δεύτερα. Το πρώτο είναι το όνομα του Χριστού μας και τώρα , περνώντας τα χρόνια , είδα στη πράξη, ότι μόνο με την αγάπη κερδίζεται ο άνθρωπος. Η ζωή μου ήταν κόπος και πόνος, με την φτώχεια, με τους Γερμανούς, με την πείνα στη κατοχή, με τους πειρασμούς και τις θλίψεις στα μοναστήρια. Μεγάλος αγώνας. Μόνο το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας μ’ έβγαλε πέρα. Όποιος άνθρωπος δεν λέγει καθημερινά το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας, δεν είναι Χριστιανός...
Συνομιλήτρια : Δηλαδή η ευχή του Χριστού είναι το μέγιστο ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Βεβαίως , γιατί είμαστε συνέχεια με τη μνήμη του Χριστού μας. Οι Άγιοι Πατέρες φωτίστηκαν και μας άφησαν αυτές τις προσευχούλες. Τρία και δύο γράμματα, « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς » και « Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς ». Δεν είναι να διαβάσουμε εγκυκλοπαίδειες, ούτε πολλά βιβλία. Μ’ αυτές τις δύο προσευχούλες, σωζόμαστε όλοι οι Χριστιανοί.
Οι μοναχοί που δεν έχουν τις μέριμνες των κοσμικών, προσεύχονται πολύ και φθάνουν ψηλά. Τους βοηθάει πολύ και η Παναγία μας. Είναι σαν να μιλούν στο αυτί του Χριστού μας, γιατί είναι αφοσιωμένοι στη προσευχή και αυτό είναι το κύριο έργο τους και όποιος έχει το δώρο της προσευχής στη καρδιά του, όταν πεθάνει δεν τον αγγίζουν τα τελώνια. Πηγαίνει μετά τον θάνατό του , κατευθείαν στο Χριστό μας. Δεν έχει εμπόδια, γιατί το όνομα του Χριστού έχει δύναμη. Είναι πυρ ο Θεός.
Συνομιλήτρια : Και οι χαιρετισμοί της Παναγίας μας είναι δυνατή προσευχή ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Βεβαίως, όταν τους λέμε, έχουμε χαρά και φώτιση από την Παναγία μας. Πολύ με βοηθάει η Παναγία μας . Με βγάζει από πολλά αδιέξοδα.
Συνομιλήτρια : Σήμερα πάσχουμε από απελπισία και ανυπομονησία.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Η απελπισία είναι πάντα από τον διάβολο και όποιος απελπίζεται χάνει τις δυνάμεις του. Η βάση της ζωής μας είναι η υπομονή. Όταν δεν την έχουμε διαλύεται η ζωή μας.
Συνομιλήτρια : Γέροντα, ο κόσμος, εμείς, είμαστε σε μια δύσκολη θέση με όλα αυτά που γίνονται και ακούμε. Υπάρχει φόβος...
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ναι, διαισθανόμαστε ότι θα γίνουν καταστροφικά πράγματα και γίνονται καθημερινά, Γι’ αυτό τρέχουμε στα μοναστήρια και στις εκκλησίες, αλλά δεν πρέπει να έχουμε φόβο. Για σκεφτείτε , αν ένα τάγμα αγγέλων έγιναν δαίμονες και κάνουν τόση ζημιά, τι βοήθεια μας προσφέρουν τα εννέα τάγματα των αγγέλων.
Μια φορά είδα τον Χριστό στο θρόνο του και δίπλα την Παναγία μας και τα τάγματα των αγγέλων και των αγίων. Περιμένανε το νεύμα του Χριστού μας για να βοηθήσουν την ανθρωπότητα στη νέα κατάσταση.
Όταν γεμίζουμε συνεχώς την καρδιά μας με τον Χριστό καθημερινά δυναμώνει η πίστη μας και όλα τα αντιμετωπίζουμε. Η Παναγία μας, παρακαλεί για μας και δέεται συνεχώς, να έχουμε δύναμη και αισιοδοξία.
Συνομιλήτρια : Γέροντα σ’ αυτή την ηλικία που είστε, μπορείτε να προσεύχεσθε όπως πρώτα , ή διαφορετικά ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Προσεύχομαι καλύτερα από πρώτα. Βέβαια δεν έχω την ένταση της προσευχής του Γέροντα Ιωσήφ, του Ησυχαστή, αλλά έχω δυνατή προσευχή και αυτό παρηγορεί την ψυχούλα μου, τόσα που πέρασα και περνώ.
Συνομιλήτρια : Πολλές φορές τα άγια λείψανα ευωδιάζουν.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Είναι σαν να λένε είμαστε συγγενείς.
Συνομιλήτρια : Ο καρκίνος είναι διάχυτος σήμερα.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Οι καρκινοπαθείς είναι μάρτυρες. Προσπαθώ να τους ενισχύω με την προσευχή μου, με τις νουθεσίες και όταν μπορώ τους επισκέπτομαι.
Συνομιλήτρια : Πολλοί άνθρωποι περνούνε σκληρές δοκιμασίες, είτε από την κακία των άλλων, είτε από δικά τους παραπτώματα. Τόσο δύσκολα, σαν να ζουν τη κόλαση εδώ.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Όταν ζουν εδώ τη κόλαση .…. και αξιοποιήσουν αυτή τη κατάσταση, με πνευματικά κριτήρια, όταν πεθάνουν δεν θα δικαστούν καθόλου, αλλά θα πάνε , κατευθείαν στην αγκαλιά του Χριστού. Αν όμως δεν αξιοποιήσουν, με πνευματικά κριτήρια, τη κόλαση αυτή, τότε θα βασανίζονται και στην άλλη ζωή.
Ήθελα όμως να σας πω κάτι για τον Παράδεισο. Πριν από τα 80 μου χρόνια, πήγαινα συχνά στον Παράδεισο. Και τώρα βέβαια, αλλά η ηλικία έχει τον ρόλο της.
Μία φορά με πήρε ο Κύριος από το χέρι και μου έλεγε « ..εδώ έκανες εκκλησία, εδώ εξομολόγησες και σώθηκε η ψυχή, εδώ παρηγόρησες, εδώ νουθέτησες,.», μου έλεγε δηλαδή τα πάντα και μαζί με αυτό μου έδινε χαρά, συγχρόνως με το λόγο του,
Τόσο πολύ χαρά που είπα. Χριστούλη μου, δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω άλλο. Θα εκραγώ. Να με γυρίσεις πίσω. Και βρέθηκα πάλι στο δωμάτιό μου.
Άλλη φορά στον Παράδεισο, είδα έναν λεβέντη, θαυμάσιο. Είχε δίπλα του ένα άλογο με μια γυριστή ουρά, ωραιότατο. Μέσα μου το ζήλεψα. Ήθελα να το είχα εγώ αυτό το άλογο.
Με φωνάζει και μου λέγει, ήτανε κάτι σαν διοικητής. « Να πας να πεις στο στράτευμα, ότι το πίσω μέρος το έχουν αφύλακτο και θα πάνε οι αντάρτες ( οι δαίμονες δηλαδή ) ».
Και τρέχω και το λέγω. Και γύρισα τρέχοντας να πω ότι το έκανα. Εκείνος μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και ανέβηκε στο άλογό του χαμογελαστός και έφυγε.
Συνομιλήτρια : Δηλαδή Γέροντα, γίνονται πολλά πίσω, που δεν τα πιάνουμε ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Βεβαίως. Γι’ αυτό πρέπει από παντού να προσέχουμε. Προσοχή μεγάλη. Θα περάσουμε δικαστήριο φοβερό.
ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ ;
Συνομιλήτρια : Η κόλαση πως είναι ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Πως είναι ; Φρίκη, φρίκη. Ούτε πουλάκι να μην πάει εκεί. Όπως πνίγονται οι άνθρωποι στη θάλασσα, έτσι πνίγονται στα βάσανα της κόλασης, συντροφιά με τους δαίμονες.
Να προσευχόμαστε για τους νεκρούς. Είναι μεγάλη ελεημοσύνη. Η μητέρα μου ήτανε πολύ ενάρετη γυναίκα. Στα λόγια της στήριζα την παιδική μου ζωή. Πριν πεθάνει ήτανε δύο χρόνια κατάκοιτη και έλεγε. « Πάτερ πες τον Θεό να με πάρει. Κουράστηκα ». Αλλά πριν φύγει έδωσε μάχη.
Συνομιλήτρια : Μάχη με ποιους ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Τους δαίμονες
Συνομιλήτρια : Τους βλέπατε ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ναι, όπως βλέπω τους ανθρώπους.
Συνομιλήτρια : Ο Αρχάγγελος δεν την βοηθούσε ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ήτανε πίσω από τη πλάτη της. Είχε υποχωρήσει. Να πολεμήσει μόνη της, να στεφανωθεί.
Συνομιλήτρια : Τόσα που ακούμε για καταστροφές, που έρχονται, εμείς που ζητάμε την βοήθεια του Θεού, τι θα γίνουμε ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Κατά το σχέδιο που έχει ο Θεός για κάθε άνθρωπο, θα κάνει και τις πράξεις του, για να σωθεί, αυτός ο άνθρωπος. Πω ! Πω ! Τι θα περάσουμε! Δυσκολίες μεγάλες. Η Αθήνα έχει κρυφούς Αγίους πολλούς, αλλά και το Άγιο Όρος με τον Άγιο Δημήτριο στηρίζουν τη Βόρειο Ελλάδα. Έχω ιδιαίτερη αγάπη στον Άγιο Δημήτριο. Με το Άγιο Μύρο του κοιμάμαι.
Η Ελλάδα γύρισε τη πλάτη της στο Χριστό. Γι’ αυτό θα υποφέρει πολλά. Τα παιδιά στην Ελλάδα σήμερα είναι, ή πολύ φωτισμένα, ή πολύ σκοτισμένα. Τα παιδιά των ενάρετων οικογενειών, είναι η μαγιά του Χριστού και το μέλλον της Ελλάδας.
Συνομιλήτρια : Πολλές γυναίκες υποφέρουν στις οικογένειες σήμερα.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ο Χριστός είναι πολύ κοντά στις ψυχές που περιφρονούνται.
Συνομιλήτρια : Μερικοί άνθρωποι έχουν ένα ιδιαίτερο πνευματικό χάρισμα. Πως γίνεται αυτό ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Αυτοί οι άνθρωποι, ή αδικήθηκαν πολύ, ή συκοφαντήθηκαν, ή εμβάθυναν σ’ αυτό τον τομέα και τους δόθηκε χάρισμα. Όπως κανοναρχούμε τον Θεό, έτσι και μας ψέλνει.
Συνομιλήτρια : Στα Ιεροσόλυμα, τα τελευταία χρόνια, γίνονται θαυμαστά πράγματα.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ήθελα και εγώ να τα έβλεπα. Εκεί είναι η βάση του Χριστού μας. Το Άγιο Φώς είναι κάθε ημέρα στον Πανάγιο Τάφο, αλλά το Πάσχα δίνεται γενικό δώρο σε όλους. Να πηγαίνετε στα Ιεροσόλυμα. Εκεί βλέπουμε τι υπέμεινε ο Χριστός για μας και εμείς , όσο μπορούμε να τον ευχαριστούμε και να ανταποκρινόμαστε στην αγάπη Του. Παλαιότερα είχα πάει και εγώ μερικές φορές.
Συνομιλήτρια : Πολλές φορές συμβαίνουν παρεξηγήσεις μεταξύ μας.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Αυτά είναι ανθρώπινα. Δεν θα λείψουν ποτέ. Να τα προσπερνάμε και να τρέχουμε στον Χριστό. Να σκεπτόμαστε τι μας έχει ετοιμάσει ο Χριστός, στο καλό – καλό παράδεισο, μετά την Δευτέρα παρουσία. Τώρα πηγαίνουμε στον νάρθηκα του Παραδείσου, Δεν χωράει νους ανθρώπου πως θα είναι ο καλός – καλός παράδεισος. Όλα φως ! Όλα ευωδία ! Χαρά ανεκλάλητη. Μακαριότητα. Τίποτε δεν θα είναι γερασμένο. Όλα νέα τα θέλει ο Χριστός στη Βασιλεία Του. Τίποτα παράταιρο. Όλα τέλεια.
Η μητέρα μου πέθανε 95 ετών και εγώ την βλέπω στον παράδεισο 30 χρονών.
Στη κατοχή είχαμε κάτι γειτονόπουλα, που ήτανε λειψά στο μυαλό. Δύο παιδάκια ήτανε. Εμείς παίζαμε και αυτά ακόμη περπατούσανε να έρθουνε, ενώ είχαμε ξεκινήσει μαζί.
Τα βρήκα στον Παράδεισο, γιατί πεθάνανε στη κατοχή από την πείνα, μικρά στην ηλικία. Τα λέγω :
« Τι κάνετε εδώ ; Πως περνάτε ; ». Μου λένε:
« Εφραίμ, εδώ δεν μιλάμε. Εδώ μόνον διαβάζουμε, έχουμε μελέτη ».
Αυτά δεν ξέρανε να γράψουν το όνομά τους και στον παράδεισο μελετούσαν. Αυτό δείχνει την τελειότητα του παραδείσου.
Συνομιλήτρια : Πολλοί άνθρωποι βοηθάνε τα μοναστήρια, σε ανάγκες που έχουν.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ότι κάνουν όλα γράφονται στον ουρανό. Να έχουν ειρήνη και υγεία και ευλογία στα σπίτια τους.
Συνομιλήτρια : Στην εκκλησία ήμασταν άνθρωποι από όλο τον κόσμο. Δηλαδή , τι ωραία Γέροντα, σαν τους Αγίους Αποστόλους είναι το έργο σας. « Μαθητεύσατε πάντα τα έθνη ».
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Είμαι ένα κούφιο καρύδι. Δεν έκανα τίποτα.
Συνομιλήτρια : Τι σκέπτεστε στην ηλικία που είστε;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Σκέπτομαι να στερεώσω το έργο μου εδώ, γιατί πολλοί άνθρωποι σώθηκαν, πολλές ψυχούλες. Και πως θα πάω να συναντήσω τον Κύριο; Που θα πάω ο ταλαίπωρος ;
Συνομιλήτρια : Ο Κύριος θα στείλει τους αγγέλους του να σας πάρει.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Δεν το ξέρω αυτό, όπως κρίνει ο Κύριος. Το κεφαλάκι μου χωρούσε όλη την οικουμένη. Τώρα δεν με βοηθάει η υγεία μου, έχω γεράματα.|
Συνομιλήτρια : Ο κ. Π…Γέροντα, πέθανε την ημέρα, ενός μεγάλου Αγίου.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Αυτός του άνοιξε την πόρτα του παραδείσου να μπει μέσα. Όταν κάποιος πεθαίνει και σώζεται η ψυχούλα του, ο Άγιος που γιορτάζει εκείνη την ημέρα, τον υποδέχεται στον παράδεισο, γιατί είναι η ημέρα δική του, η εορτή του δηλαδή.
Συνομιλήτρια : Πολλούς ανθρώπους ξαφνικά τους βρίσκει ο θάνατος .
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ναι. Κάθε ημέρα να είμαστε με το εισιτήριο στο χέρι. Δεν γνωρίζουμε τι θα μας συμβεί. Κάποτε εξομολόγησα κάποιον στο νοσοκομείο με τα νεύματα και σε λίγο πέθανε. Κάτι καλό έκανε στη ζωή του και σώθηκε τελευταία στιγμή. Στη ζωή μου πέρασα πολλές ταλαιπωρίες και είδα ότι η Θεία Πρόνοια, κατευθύνει τα πάντα προς το καλό του ανθρώπου.
Να μην μας φεύγει η μνήμη του θανάτου. Να διαβάζετε από το Γεροντικό, την συνομιλία του Αγίου Μακαρίου με το κρανίο.
Κάποτε σε όραμα είδα τον εαυτό μου ντυμένο πολύ ωραία. Με άμφια, όπως στις γιορτές και ήμουνα ψηλά σε εξέδρα και πιο κάτω ήτανε κοπέλες, που είχα εξομολογήσει και φωνάζανε « Γέροντα …. Γέροντα. Θέλουμε και εμείς να έρθουμε αυτού », αλλά δεν τους επιτρεπότανε.
Αυτό δείχνει την ευθύνη μου και την χάρη της ιεροσύνης, Γι’ αυτό, να προσεύχεστε για μένα. Να έχετε τάξη και προσοχή. Να αγωνίζεστε κάθε μέρα, όσο μπορείτε. Ο Χριστός μας αγαπάει την τάξη των μοναχών, γιατί είναι οι στρατιώτες του.
Συνομιλήτρια : Γέροντα, όταν πάτε στον παράδεισο και έχετε αυτήν την επικοινωνία με τον Κύριο, δεν του μιλάτε και για μας τους μοναχούς σας και τις μοναχές και για τους ανθρώπους που θέλουν την βοήθειά σας ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Βεβαίως του μιλάω.
Συνομιλήτρια : Τι σας απαντά ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Εντάξει. Θα φροντίσω. Ο.Κ.
Συνομιλήτρια : Όταν εσείς Γέροντα πεθάνετε και εάν τυχόν εμείς ζούμε, εσείς μη μας ξεχάσετε, που θα καλοπερνάτε με τον Χριστό μας και εμείς εδώ θα παλεύουμε .
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : ( Γελώντας ) Όχι, αυτό δεν γίνεται.
Συνομιλήτρια : Αύριο φεύγουμε Γέροντα (..από την Αριζόνα ). Πέστε μας έναν τελευταίο λόγο.
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Καλό και ευλογημένο ταξίδι να έχετε. Να έχετε την ευχή μου. Να έχετε υγεία και να έρχεστε. Ο καθένας ξέρει τι έχει στον τρουβά του, αλλά η Διαθήκη που σας αφήνω είναι να γνωρίσετε το Άγιο Πνεύμα. Να το εργαστείτε και να το χτίσετε μέσα σας, τηρώντας τις εντολές του Ευαγγελίου και έχοντας ειρήνη στη ψυχή σας, Να έχετε αγάπη, ομόνοια και να φωνάζετε το όνομα του Χριστού και της Παναγίας μας. Οι άγγελοι να σας συντροφεύουν.
Πως λένε αυτούς που παντρεύονται παράνομα εδώ ;
Συνομιλήτρια : Μήπως εννοείτε τους ομοφυλόφιλους ;
Γέροντας ΕΦΡΑΙΜ : Ναι αυτούς. Η Παλαιά Διαθήκη λέγει : « δεν θα μείνει το πνεύμα μου στους ανθρώπους, γιατί είναι σάρκες ». Αυτό ισχύει για σήμερα. Τα Σόδομα κάηκαν, το ίδιο …τα πυρηνικά. Δεν ανέχεται αυτές τις αμαρτίες ο Χριστός. Παντού λατρεύεται η αμαρτία της σάρκας. Δεν υπάρχει μετάνοια.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία μετανόησε.
Όλοι οι ομοφυλόφιλοι θα εξαλειφθούν. Όλα χώμα …Τα πυρηνικά …Όλα χώμα. Ο πόλεμος θα γίνει για τις αμαρτίες...
Εκείνος που κατηγορεί διαρκώς τον εαυτό του δεν χάνει το μισθό του.
Όταν βάλης μετάνοια στον αδελφό σου και ζητήσης ταπεινά συγχώρησι, διώχνεις
παρευθύς κάθε ενέργεια του πονηρού εναντίον σου.
Ο μυλωνάς δένει τα μάτια του ζώου που γυρίζει το μύλο για να μη στρέψη
και του φάγη το μισθό του. Ας κάνωμε κι εμείς το ίδιο.
Δένοντας τα μάτια μας με την ταπεινοφροσύνη, δε θα βλέπωμε τα λίγα καλά μας έργα
για να υπερηφανευώμαστε και να χάνωμε το μισθό μας.
Ο Θεός παραχωρεί να μας προσβάλουν καμιά φορά ακάθαρτοι λογισμοί,
για να μη υψηλοφρονούμε, αλλά γι' αυτούς και μόνο να κατακρίνωμε τον εαυτό μας.
Κάτι τέτοιοι λογισμοί γίνονται σκεπάσματα του μικρού καλού που έχομε τυχόν κάνει.
Εκείνος που κατηγορεί διαρκώς τον εαυτό του δεν χάνει το μισθό του.
Do not open the secrets of your heart to everyone. (St. Seraphim of Sarov)
We should not reveal unnecessarily what is best in the heart, for only then does that which has been accumulated remain in safety from enemies visible and invisible, when it is kept as a treasure in the innermost heart. Do not open the secrets of your heart to everyone.
St. Seraphim of Sarov
Friday, August 29, 2014
Περί ακτημοσύνης ( ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ )
Παράλληλα πρέπει να φυλαγόμαστε και από την πλεονεξία
1. Κάποιος αδελφός που απαρνήθηκε τον κόσμο, μοίρασε τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, κράτησε όμως λίγα για τον εαυτό του και πήγε στον αββά Αντώνιο. Όταν το ΄μαθε αυτό ο Γέροντας του λέει:
“Εάν θέλεις να γίνεις μοναχός, πήγαινε στο τάδε χωριό, αγόρασε κρέας, τύλιξέ το στο σώμα σου γυμνό και έλα κατόπιν εδώ”.
Έκανε ο αδελφός όπως του υπέδειξε, αλλά τα σκυλιά και του πουλιά ξέσχισαν το σώμα του.
Όταν γύρισε στον Γέροντα, τον ρώτησε να μάθει εάν έγιναν τα πράγματα όπως τον συμβούλεψε.
Και καθώς εκείνος του έδειχνε το καταξεσχισμένο σώμα του, του λέει ο άγιος Αντώνιος:
“Εκείνοι που απαρνούνται τον κόσμο και θέλουν να έχουν χρήματα, έτσι κατακόπτονται από τους δαίμονες που τους πολεμούν”.
7. Πήγε κάποιος αδελφός στον Αγάθωνα και του ΄πε: “Άφησέ με να μένω μαζί σου”.
Καθώς όμως πήγαινε βρήκε στο δρόμο ένα κομμάτι νίτρο και το ΄φερε αυτό. Και ο Γέροντας τον ρώτησε: “Από πού βρήκες το νίτρο;” “Στο δρόμο -είπε ο αδελφός- το βρήκα καθώς περπατούσα, και το πήρα”. Του λέει τότε ο Γέροντας: “Εάν ήλθες να κατοικήσεις μαζί μου, αυτό που δεν το έβαλες εσύ εκεί, πώς το πήρες;” Και τον έστειλε να το πάει στο μέρος απ΄ όπου το είχε πάρει.
18. Είπε επίσης: “Είναι αδύνατο να ζήσει κανείς σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, εάν είναι φιλήδονος και φιλοχρήματος”.
22. Επισκέφθηκαν κάποτε μερικοί αδελφοί τον αββά Μακάριο στη Σκήτη. Μέσα στο κελί του δεν υπήρχε τίποτε εκτός από νερό χαλασμένο, και του είπαν:
40 “Αββά, έλα πάνω στο χωριό και θα σε φροντίζουμε”. Κι ο Γέροντας τους λέει: “Αδελφοί, γνωρίζετε το ψωμάδικο του τάδε στην πόλη;” “Ναι” του είπαν. “Το ξέρω κι εγώ” τους αποκρίθηκε. “Ξέρετε και το χωράφι του δείνα απ΄ όπου περνάει ο ποταμός;” Του είπαν: “Ναι”. Και κατέληξε ο Γέροντας: “Κι εγώ το ξέρω. Όταν λοιπόν θέλω κάτι, δεν σας έχω ανάγκη. Παίρνω τα πόδια μου και πηγαίνω”.
30. Είπε ο αββάς Υπερέχιος: “Η θεληματική ακτημοσύνη είναι θησαυρός για τον μοναχό. Θησαύρισε, αδελφέ μου, για τον Ουρανό, γιατί ατέλειωτοι είναι οι αιώνες της αναπαύσεως”.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
Cleansing our soul ( St. Isaac the Syrian )
If men who are surrendered into the hands of judges to be punished for their wickedness humble themselves and straightway confess their iniquity
when they come before the scourges-their punishment is diminished, and with only slight afflictions they are released.
But if there are among them some who are wicked and stiff-necked, who refuse to confess, these are
scourged, and in the end they confess involuntarily after many torments. And since their sides are already covered with wounds, they gain no profit from this.
St. Isaac the Syrian
Subscribe to:
Posts (Atom)


















