
Κάποτε, σ’ ένα εκκλησιαστικό βιβλιοπωλείο μπήκε μια γριούλα για να ψωνίσει!
Κατευθύνθηκε προς τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου και ζήτησε την Καινή Διαθήκη! Ο υπάλληλος πρόθυμος, την εξυπηρέτησε αμέσως!
Στο κατάστημα εκείνη τη στιγμή έτυχε να βρίσκεται και κάποιος ιερέας! Βλέποντας την γριούλα να αγοράζει την Καινή Διαθήκη αναρωτήθηκε αν την ήθελε για την ίδια ή για κάποιον άλλον, καθώς την θεώρησε αρκετά μεγάλη για να ξέρει να διαβάζει!
Πήρε το θάρρος λοιπόν, και την ρώτησε:
-Γιαγιάκα, για σένα την θέλεις την Καινή Διαθήκη;
-Μάλιστα, πάτερ μου, απάντησε εκείνη!
-Αλήθεια; Ξέρεις να διαβάζεις;
-Όχι! Απάντησε η γριούλα, εντελώς φυσιολογικά!
-Και τότε τι θα την κάνεις την Καινή Διαθήκη αν δεν μπορείς να την διαβάσεις; την ξαναρώτησε ο ιερέας!
-Να παιδί μου, του απάντησε η γριούλα! Την κρατάω αγκαλιά, πάω μπροστά στην εικόνα του Χριστού, του δείχνω την Καινή Διαθήκη και του λέω:
“Χριστέ μου δεν ξέρω να διαβάζω, αλλά ότι λες σε αυτό το βιβλίο, βάλτο εδώ μέσα” και με ένα ελαφρύ χτύπο του χεριού της, έδειξε την καρδιά της!
"Στο μεταξύ, το 1963, λίγο μετά την αναχώρηση τού πατέρα για το Όρος ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή» είχε κοιμηθεί και ή μητέρα τού Γέροντα [ Εφραίμ του Κατουνακιώτη ] Αυτή ή υπέροχη γυναίκα αφενός αξιώθηκε δύο μέρες προ τού θανάτου της να γίνει μεγαλόσχημη μοναχή με το όνομα Μαρία -παρακαλούσε την Παναγία μια ζωή γι' αυτό- αφετέρου είχε έναν χαριτωμένο, οσιακό όντως θάνατο.
Γλυκιά και παρήγορη στους γύρω της ψυχή, όταν για λόγους καρδιακής πάθησης μπήκε στο Νοσοκομείο του Στρατού, εξέπληξε τους πάντες με την ευγενική της γλώσσα. Πήγαινε ό γιατρός να την επισκεφθεί: «Καλώς τον χρυσό μου τον γιατρό. Τι κάνετε; Πώς είσθε; 'Η κυρία σας, τα παιδάκια σας Είναι καλά;» προλάβαινε και ρωτούσε με χάρη. «Μα, αυτή ή γιαγιά», έλεγαν θαυμάζοντας οι γιατροί «αντί να της δώσουμε θάρρος εμείς, αυτή εμψυχώνει και παρηγορεί εμάς». Τον γιο της τον μικρό» τον αξιωματικό, τον αγαπούσε πολύ. Όταν πήγαινε να την επισκεφθεί. το διαισθανόταν και έλεγε τάχα εμπιστευτικά στην τότε αρραβωνιαστικιά και μετά σύζυγο του: «Έρχεται ο δικός σου». Και να σε λίγο ό αξιωματικός. Απορούσε ή κοπέλα, αν μία πεθερά μπορεί να λέει «ο δικός σου». Κι όμως μπορούσε.
Ό Γέροντας, Όταν έμαθε ότι μπήκε στο Νοσοκομείο, έστειλε ένα σχήμα και ένα πολυσταύρι στον αδελφό του και του έγραψε να την κάνουν μοναχή, «διότι δεν θα βγει από το Νοσοκομείο ζωντανή», βεβαίωνε.
Διηγείται ή κόρη της: «Όταν ή μητέρα μας έγινε μεγαλόσχημη στο Νοσοκομείο (σε όλη την ζωή της είχε την επιθυμία να γίνει μοναχή), ενώ τις άλλες ήμερες ήταν σιωπηλή (καθώς έλεγαν οι νοσοκόμες), την ήμερα και το βράδυ εκείνο συνεχώς μιλούσε! Εγώ κάθισα κοντά της όλη εκείνη τη νύχτα. Το πρόσωπο της έλαμπε, είχε γίνει φωτεινό μετά την κουρά της! Μιλούσε και κοίταζε προς τον ουρανό! "Τι λέγεις, μητέρα;" τη ρωτούσα, "τι βλέπεις;" "Τι να σου πω, παιδί μου, τι Όμορφα! Τι έβλεπα! Άλλα που βρίσκομαι;" Τότε συνερχόταν, και καταλάβαινε ότι ήταν στο Νοσοκομείο.
-Μετά μία εβδομάδα πού ήταν στο Νοσοκομείο, και ενώ ήταν καλά και θα έβγαινε, παρουσίασε έναν πυρετό υψηλό, ανεξήγητο. Ξημερώματα Μεγάλης Παρασκευής κοιμήθηκε. Ό θάνατος της ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Ήρθε ή μοναχή πού την είχε αναλάβει κατά την κουρά και την έντυνε, δηλαδή την ετοίμαζε. Αμέσως αισθάνομαι έντονη ευωδία, άρρητη ευωδιά! Λέω τότε στη μοναχή: "Καλά, κι εσείς οι μοναχές βάζετε αρώματα;" "Όχι, κυρία Ελένη", άπαντα, "δεν βάζουμε αρώματα. Αυτό πού ευωδιάζει, εγώ το αισθάνθηκα αμέσως, την ώρα πού την άλλαζα. Βγαίνει από το σώμα της μητέρας σας. Περίμενα να το αισθανθείτε κι εσείς, γι' αυτό δεν έλεγα τίποτε. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Είναι σημάδι ότι σώθηκε ή μητέρα σας". Μείναμε κατάπληκτοι!
-Ο ιερέας κατά την κηδεία θαύμαζε και έλεγε ότι πρόκειται περί άγιας ψυχής! Σαν ίδρωτας έβγαινε από το σώμα της μητέρας μύρο! Τα ρούχα μας, πού ήρθαν σε επαφή με το σώμα της μητέρας μας (την αγκαλιάζαμε και την φιλούσαμε), επί μιαν εβδομάδα ευωδίαζαν! Κατά την κηδεία περισσότερο ευωδίαζε ή μητέρα μας παρά ό επιτάφιος».
Και ό ίδιος ό Γέροντας ομολογούσε: «Ναι, έτσι έγινε, αφού έπεσα, τρόπον τινά, σε μνησικακία. Να, το εξομολογούμαι. Μία γυναίκα, λέω, χωριάτισσα, αγράμματη, που έφθασε! Όταν προσευχόμουν γι' αυτήν, έπαιρνα* δεν έδινα! Πλημμύριζα από χάρη.
-Είδα σαν μια θεωρία, να πούμε. Πήγαινε ή μητέρα μου στον Χριστό: "Καλώς τη Μαρία, καλώς τη Μαρία". Χρόνια έχουμε εμείς εδώ, για να αποκτήσουμε αυτήν την κατάσταση.
-Πολλές φορές έβλεπα Ότι ή μητέρα μου είναι ό γέρο-Ιωσήφ, και ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου. Ένα πράγμα και οι δύο...
-Είδα ότι είχαν με τον γερο-Ιωσήφ την ίδια πνευματική κατάσταση. Και πριν πεθάνει, και μετά τον θάνατο της, είχα πληροφορία, την ίδια πληροφορία: ή μητέρα μας έφθασε σε υψηλά πνευματικά μέτρα. Πώς να το πεις τώρα. Νερώνεις το κρασί με το νερό ή το νερό με το κρασί, ένα θα γίνει. Έτσι κάπως. Ό γέρο-Ιωσήφ μητέρα μου, και ή μητέρα μου γέρο-Ιωσήφ ήτανε.
-Ή μητέρα μου δεν είχε παράδειγμα, μονάχη της έκανε υπομονή στις θλίψεις. Και στο βιβλίο του γέρο-Ιωσήφ βλέπει κανείς την πολλή υπομονή πού έκανε στις θλίψεις. Για τον Ιώβ γράφει ο άγιος Χρυσόστομος ότι είχε και άλλες αρετές, άλλα για τη μεγάλη του υπομονή, το να μη γογγύζει, επαινέθηκε από τον Θεό»."
από το βιβλίο: «Γεροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,
«Στις εφηβικές μου αναμνήσεις συνυπάρχουν τα πάρτι, η ρόκ μουσική και η γιαγιά μου. Για εκείνην, η ρόκ μουσική δεν ήταν παρά ένας κακότεχνος θόρυβος. Πάντως σεβόταν περισσότερο την νεανική μας σύγχυση, από όσο εμείς την νηφάλια σοφία της. Ήξερε που πηγαίναμε, αλλά ποτέ δεν έμπαινε στον πειρασμό να αντιπαρατεθεί προς ό,τι θεωρούσε φυσικό για την ηλικία μας. Σηκωνόταν, μας φιλούσε, ευχόταν να περάσουμε καλά, κι ύστερα προσέθετε να έχουμε τον Χριστό στην καρδιά μας εκεί που θα είμαστε, και ας κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μετά μας σταύρωνε, ευχόταν να είναι η Παναγιά μαζί μας, και συμπλήρωνε διστακτικά, σαν να μην ήταν σίγουρη αν έπρεπε ἠ όχι να το ξεστομίσει, να μην αργήσουμε, γιατί θα προσευχόταν για μας όσο λείπαμε και δεν άντεχε να ξενυχτάει…
Τελειόφοιτος της Ιατρικής, αφελώς πεπεισμένος για την παντοδυναμία της επιστήμης, βρέθηκα στην Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ. Έμεινα μόνο λίγες μέρες στο μοναστήρι αλλά η ανακάλυψη υπήρξε συγκλονιστική. Οι μοναχοί ζούσαν με τον τρόπο της γιαγιάς μου. Αναγνωριστικά σημάδια: το κομποσχοίνι, το ανεπιτήδευτο χαμόγελο και η άνευ όρων αποδοχή του άλλου.
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα πήγα να δω τη γιαγιά. Μισοαστεία-μισοσοβαρά της είπα κάποια στιγμή: «Τόσα κομποσχοίνια έχεις, δεν θα μου δώσεις κι εμένα ένα;» Σοβάρεψε απότομα. Σχεδόν βούρκωσε. Πήγε και μου έφερε ένα κομποσχοίνι μεταξωτό και είπε:
«Πόρτο. Είναι το δικό σου. Στο φυλάω τρία χρόνια και περίμενα πότε θα μου το ζητήσεις». Η γιαγιά μου περίμενε να γυρίσω· από τα πάρτι, από τήν Αγγλία, από τον λανθασμένο δρόμο. Εγώ, και όσοι άλλοι συμπεριλαμβάνονταν στην προσευχή της…
Λίγους μήνες, πριν την αναχώρηση από τα επίγεια, με είχε πάρει ιδιαιτέρως και με αιφνιδίασε πάλι. Σε ένα χαρτοκιβώτιο είχε μαζέψει μια σειρά με όλα τα λειτουργικά βιβλία. Με την ίδια απλότητα, που μου έδωσε το «δικό μου» κομποσχοίνι, μου άφησε ρητή εντολή: «Αν κάποιος από σας γίνει ιερέας, θα τα κρατήσει αυτός. Αν όχι, θα βρεις κάποιο φτωχό ναό και θα τα δώσεις εκεί»…
Στην κηδεία της πολλοί άγνωστοι εμφανίστηκαν και μιλούσαν γι’ αυτήν με ευγνωμοσύνη. Όπως εκείνη η ηλικιωμένη κυρία, που έλεγε ότι η γιαγιά συνέχισε να την δέχεται στο σπίτι της, όταν όλοι την απέφευγαν. Και αυτό, γιατί απόκτησε ένα εξώγαμο παιδί λίγο μετά τον πόλεμο και την θεωρούσαν πόρνη. Διηγιόταν, ανάμεσα στα κλάματα, πως της έχωνε τσάντες με τρόφιμα κάτω από το παλτό, παρακαλώντας την να μην το μάθει κανείς…».
Η γιαγιά μου και πολλοί άλλοι ευλογημένοι παππούδες και γιαγιάδες αναπαύονται πια εν ειρήνη. Η ευθύνη για το σήμερα και το αύριο έχει περάσει στα χέρια μας. Καλούμαστε να καθρεφτίσουμε τον εαυτό μας στην παρακαταθήκη που μας άφησαν και να προβληματιστούμε σοβαρά για τον τρόπο, που θα διαχειριστούμε την πνευματική μας κληρονομιά.
(Πρωτ. Αδαμάντιου Αυγουστίδη, Αναπλ. Καθηγητή Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Αθηνών.
«Παραμυθητική Θεολογία», εκδ. Δομή.) /4synodoiporoi
http://orthodoxigynaika.blogspot.gr/2013/10/blog-post_6410.html

«Αρχαίοι ανθρώποι της Ανατολής» ξαναζούνε στα χρόνια τα δικά μας.
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
- Γιατρέ μου, πόσο κοστίζουν τα φάρμακα που μου γράφεις;
- Φτηνά είναι μπάρμπα-Γιώργη.
- Αχ! Νάσαι καλά, γιατί έμεινα με ένα εικοσάρικο όλο κι όλο.
- Γιατί βρε μπάρμπα-Γιώργη; Εγώ βλέπω ότι είσαι συνταξιούχος του ΙΚΑ. Πόση σύνταξη παίρνεις;
- Έπαιρνα πολύ καλή σύνταξη. Γύρω στα 800 ευρώ. Όπως ξέρεις όμως μας έχουνε κόψει αρκετά, και τώρα μου δίνουνε περίπου 650.
- Καλά, και δεν σου φτάνουνε 650 ευρώ; Το σπίτι στο χωριό είναι δικό σας, ο μπαξές μπροστά σας πάντα γεμάτος, κι απ' ότι γνωρίζω εσύ και η κυρά Δέσποινα είστε μονάχα.
- Έτσι όπως τα λες είναι γιατρέ μου, αλλά.
- Τί αλλά χρυσέ μου άνθρωπε; Τί σας συμβαίνει;
- Άκουσε γιατρέ: Εδώ και ενάμισι χρόνο ο γιός μου είναι άνεργος. Η γυναίκα του το ίδιο . Μου λένε: "Πατέρα δεν αντέχουμε άλλο αυτή την κατάσταση. Έχουμε μείνει άφραγκοι. Τα παιδιά μας τα κόψαμε από τα Αγγλικά. Τα ρούχα τους μικραίνουνε και δεν μπορούμε να τους πάρουμε καινούργια. Στο σχολείο δεν έχουμε να τους δώσουμε ούτε πεντάρα! Αποφασίσαμε λοιπόν να φύγουμε για δουλειά στη Γερμανία".
Από τότε, καλέ μου γιατρέ, κάθε μήνα η σύνταξή μου ολόκληρη πάει κατευθείαν για τις ανάγκες των παιδιών. Να αφήσω τα παιδιά μου να πεινάνε; Και να τα δω να φεύγουνε για τα ξένα; Αδύνατον!
Εγώ και η γριά όπως-όπως θα τα καταφέρουμε. Να είναι καλά ο μπαξές μας, οι τραχανάδες και τα χρυσά χεράκια της κυρα-Δέσποινας. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί αραίωσαν οι επισκέψεις μας σε σένα, γιατί σε ρωτάω με αγωνία για το κόστος των φαρμάκων, γιατί εξαφανίστηκα από το καφενείο του χωριού; Καταλαβαίνεις τώρα γιατί το ζάχαρό μου τρελάθηκε τελευταία, και η βουβωνοκήλη, που μου είπες να την χειρουργήσω, έχει γίνει διπλάσια ; Με ζυμαρικά και πατάτες, γιατρέ μου, ρεγουλάρεται το ζάχαρο; Και με τί λεφτά να ξεκινήσω για το νοσοκομείο;
Τα παιδιά μου όμως να είναι καλά και τα εγγόνια μου. Εμείς το ψωμί μας το φάγαμε. Χαλάλι τους η σύνταξή μου ολόκληρη.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
(Σκηνικό)
Η κλινική εξέταση έχει ολοκληρωθεί. Ασθενής και γιατρός κάθονται ο ένας απέναντι στον άλλον, και ανάμεσά τους ένα γραφείο γεμάτο από αναρίθμητα κουτιά φαρμάκων και σκορπισμένες παλιές εξετάσεις μέσα σε ξεσκισμένους και βρώμικους από την πολυχρησία φακέλους.
- Παράσχο , έχω την εντύπωση ότι δεν παίρνεις τα φάρμακά σου κανονικά . Εσύ κιλά δεν έβαλες, και αλμυρά απ' όσο ξέρω δεν τρως. Η δύσπνοια, που διαμαρτύρεσαι ότι σε βασανίζει τους τελευταίους δυο μήνες, δεν ερμηνεύεται αλλιώτικα παρά μονάχα με την παραμέληση της θεραπείας.
Με τόσες αρρώστιες που κουβαλάς δεν καταλαβαίνεις ότι πετώντας στην άκρη τα φάρμακα βάζεις σε κίνδυνο την ζωή σου; Ξεχνάς τι πέρασες με την καρδιά σου; Ή μήπως δεν είσαι εσύ με το δύσκολο ζάχαρο, με την ινσουλίνη, με το παλιό εγκεφαλικό, με το μπάϊ πας, με τα δυο πνευμονικά οιδήματα!
Παράσχο, σε παρακαλώ σύνελθε. Τα φάρμακά σου είναι πράγματι πολλά. Τα έχεις βαρεθεί τόσα χρόνια. Δεν είναι όμως αυτός λόγος για να τα παρατήσεις.
Ο Παράσχος, με σκυμμένο το κεφάλι, φέρνει τις δυο του παλάμες στο πρόσωπο και βάζει αμέσως τα κλάματα! Τα δάκρυά του ξεχειλίζουν από τα δάχτυλα των χεριών του, μουσκεύουν τα μάγουλα και στάζουνε πάνω στα γόνατά του. Κλάμα με αναφιλητά. Κάποια στιγμή συμμαζεύοντας όλο του το κουράγιο, σκουπίζει τα μάτια του, καθαρίζει το βλέμμα το , και με φωνή σταθερή λέει στον γιατρό.
- Γιατρέ μου, όπως ξέρεις, ως πρώην πυροσβέστης παίρνω σύνταξη καλή. 1050 ευρώ τον μήνα. Για μένα και την γυναίκα μου, μέχρι τώρα, μας έφταναν και μας περίσσευαν. Ας όψεται όμως η κρίσις: Όπως σου έχω πει, έχω μια κόρη και έναν γιό. Η κόρη μου είναι χωρισμένη, εδώ και δυο χρόνια, με ένα παιδί και χωρίς δουλειά. Και ο γιος μου άνεργος κι αυτός επί ενάμισι χρόνο, και η γυναίκα του το ίδιο, και με δυο παιδιά στην πλάτη τους!
Άντε πες μου εσύ τώρα γιατρέ μου, τι να κάνω; Τις αρρώστιες μου να δω ή τα παιδιά μου; Τα φάρμακά μου να αγοράσω πρώτα ή το ψωμί των εγγονών μου; Να αφήσω τα παιδιά μου να παγώνουνε μέσα στον χειμώνα, και να προτιμήσω την δική μου ζεστασιά; Να μην έχουνε να φάνε ούτε ένα φρούτο τα εγγονάκια μου, και εγώ να έχω το στομάχι μου γεμάτο;
Αυτό δεν γίνεται γιατρέ μου. Δεν γίνεται! Η καρδιά μου δεν το βαστάει. Έτσι η γυναίκα μου η κυρά Δάφνη και εγώ πήραμε την απόφαση, εδώ και δυο χρόνια περίπου, και μοιραζόμαστε την σύνταξη με τα παιδιά μας. Κάθε τέλος του μηνός χωρίζουμε την σύνταξη στα τρία. Πόσο κάνει 1050 ευρώ δια του τρία; 350! Έ, λοιπόν παίρνουμε τρεις οικογένειες από 350 ευρώ η κάθε μια και ξεκινάμε να περάσουμε τον μήνα μας.
Τι να πρωτοπληρώσω γιατρέ μου με 350 ευρώ; Τους λογαριασμούς της ΔΕΗ και του ΟΤΕ ή τα πάμπερς της κυρα-Δάφνης; Το σούπερ μάρκετ ή κανα-χαρτζιλίκι για τα μικρά; Ευτυχώς που μένουμε στο χωριό, και σε σπίτι δικό μας, και μπορώ ακόμα και τα καταφέρνω με το μπαξεδάκι μας.
Τα φάρμακα, όπως καταλαβαίνεις, αναγκαστικά έρχονται τελευταία. Κι ας είναι από τα απαραίτητα για την υγεία μας. Πάνω απ' όλα τα παιδιά μας γιατρέ μου. Έτσι μάθαμε από τους γονείς μας, έτσι κάνουμε. Κι ο Θεός ας βάλλει το χέρι Του.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΟΣ ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Με τέτοιους γονείς αυτό το Γένος δεν ξεριζώνεται με καμιά ανθρώπινη δύναμη.
Με τέτοια ζωντανά παραδείγματα θυσίας και αυταπάρνησης δεν πρόκειται να χαθεί ούτε στάλα από την αργόσυρτη πορεία της ιστορικής μας συνέχειας! Και ας λένε οι "εταίροι" μας ότι στην Ελλάδα θα χαθούνε δύο με τρεις γενιές. Μπορεί ίσως να χαθούνε τα πορτοφόλια μας τα χοντρά. Οι καρδιές μας όμως όχι!
Οι Φράγκοι τα έχουνε χαμένα μαζί μας. Απορούν και εξίστανται πώς αυτή η ράτσα με τόσα δεινά, με τόσα βάσανα, με τόση φτώχια, με τόσα αδιέξοδα εξακολουθεί και στέκεται ακόμα στα πόδια της!
Απορούν οι άνθρωποι γιατί απλώς μας μετράνε με τα μέτρα τα δικά τους. Η επαφή τους με τον δικό μας πολιτισμό ήτανε πάντοτε καθαρά ακαδημαϊκή. Ποτέ δεν προχώρησαν σε βιωματική, εμπειρική γνωριμία μαζί του.
Μας λένε ότι είμαστε απρόβλεπτοι εμείς οι Έλληνες.
Έχουνε δίκαιο, αλλά ξέρουνε γιατί;
Εάν η Δύση επιθυμεί πράγματι να μάθει και να διδαχθεί το μεγάλο μας μυστικό, ας ρωτήσει στην Ελληνική ύπαιθρο τις ηρωϊκές γιαγιάδες και τους υπέροχους παππούδες μας! Τους σύγχρονους εκφραστές και διδασκάλους της Ελληνορθόδοξης Ασκητικής. Αυτής που σώζει.