Showing posts with label Αμαρτίας. Show all posts
Showing posts with label Αμαρτίας. Show all posts

Thursday, March 14, 2013

Ομολογία αμαρτιών


Ντρέπεσαι και κοκκινίζεις να ομολογήσεις τις αμαρτίες σου; Και αν ακόμα έπρεπε να τις ομολογείς μπροστά στους ανθρώπους και να εξευτελίζεσαι, ούτε τότε έπρεπε να ντρέπεσαι· διότι ντροπή και αισχύνη είναι το να αμαρτάνεις και όχι το να ομολογείς τις αμαρτίες σου. Τώρα όμως δεν είναι ανάγκη να είναι παρόντες και μάρτυρες κατά την ώρα της εξομολογήσεως.
Η εξέταση και εξομολόγηση των αμαρτιών ας γίνει  μέσα στο νου- ας είναι το δικαστήριο χωρίς μάρτυρα- ας δει την εξομολόγηση σου μόνον ο Θεός, ο Θεός που δεν κατηγορεί για τις αμαρτίες, άλλα που τις συγχωρεί  όταν τις εξομολογούμαστε.
Άλλ' ακόμα και έτσι διστάζεις και υποχωρείς; Γνωρίζω και εγώ ότι δεν ανέχεται η συνείδηση την ενθύμηση των αμαρτιών μας. Διότι αν θυμηθούμε μόνον τις αμαρτίες μας η ψυχή μας αναπηδά όπως ακριβώς αναπηδά κάποιο αδάμαστο και δύστροπο πουλάρι.
Όμως συγκράτησε, χαλιναγώγησε, χάιδευσε τη ψυχή με το χέρι, κάνε τη ήμερη, πείσε την, ότι αν δεν εξομολογηθεί τώρα, θα εξομολογηθεί εκεί όπου είναι περισσότερη η τιμωρία, όπου είναι μεγαλύτερος ο παραδειγματισμός.
Εδώ το δικαστήριο είναι χωρίς μάρτυρα και δικαστής του εαυτού σου είσαι συ ο οποίος αμάρτησες· εκεί όμως θα παρευρίσκεται όλο το πλήθος της οικουμένης αν δεν προλάβουμε να τα σβήσουμε εδώ.
Ντρέπεσαι να ομολογήσεις το αμαρτήματα; Να ντρέπεσαι και να τα διαπράξεις. Εμείς όμως όταν διαπράττουμε αυτά τολμάμε να τα διαπράττουμε κατά τρόπον αναίσχυντο και προκλητικό· όταν όμως πρόκειται να τα ομολογήσουμε, τότε ντρεπόμαστε και αποφεύγουμε, ενώ έπρεπε να κάνομε τούτο με μεγάλη προθυμία. Διότι δεν είναι ντροπή το να κατηγορείς τα αμαρτήματα, αλλά δικαιοσύνη και αρετή· εάν δεν ήταν δικαιοσύνη και αρετή δεν θα έδινε γι' αυτήν ο Θεός αμοιβή.
Το ότι πράγματι έχει αμοιβές η εξομολόγηση, άκουσε τί λέγει· «Λέγε πρώτος εσύ τα αμαρτήματά σου για να δικαιωθείς». Ποιός ντρέπεται να πράξει κάτι από το οποίο θα γίνει δίκαιος; Ποιός ντρέπεται  να ομολογήσει τα αμαρτήματα, για να απαλλάξει τον εαυτόν του από τα αμαρτήματα; Μήπως σε προτρέπει να τα ομολογήσεις για να σε τιμωρήσει; Όχι βέβαια για να τιμωρήσει, αλλά για να συγχωρήσει.
Στα κοσμικά δικαστήρια συμβαίνει να επέρχεται η τιμωρία μετά την ομολογία της ένοχης. Για τούτο και ο ψαλμός υποπτευόμενος ακριβώς αυτό, μη τυχόν δηλαδή φοβούμενος κανείς τιμωρία μετά την εξομολόγηση αρνηθεί να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του, λέγει· «εξομολογηθείτε  στον Κύριο τα αμαρτήματά σας, διότι είναι αγαθός, διότι το έλεος αυτού μένει εις τον αιώνα».
Μήπως δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα σου, εάν εσύ δεν τα ομολογήσεις; Λοιπόν τί περισσότερο γίνεται σε σένα όταν δεν τα ομολογείς; Μήπως μπορείς να διαφύγεις την προσοχή του; Και αν ακόμα δεν τα πεις εσύ, εκείνος τα είδε· αν δε τα πεις εσύ εκείνος τα λησμονεί. Διότι λέγει· «Ιδού εγώ είμαι ο Θεός εκείνος ο οποίος από αγάπη εξαλείφω τις αμαρτίες σου, και δεν τις ενθυμούμαι». Βλέπεις; «Εγώ δεν θα τις ενθυμηθώ» λέγει· διότι τούτο είναι ίδιον της φιλανθρωπίας· συ να τις θυμηθείς για να σου γίνει αφορμή σωφρονισμού.
Ακούγοντας  λοιπόν ο Παύλος ότι αυτά τα αμαρτήματα δεν τα θυμάται ο Θεός ο ίδιος συνεχώς τα μνημόνευε, λέγοντας τα εξής· «Δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι απόστολος, διότι κατεδίωξα την εκκλησία του Θεού» και «Ο Χριστός ήρθε  στον κόσμο να σώσει τούς αμαρτωλούς, μεταξύ των οποίων πρώτος είμαι εγώ». Δεν είπε ήμουν, αλλά είμαι.
Η συγχώρηση των αμαρτημάτων έγινε από το Θεό και η ενθύμηση των συγχωρηθέντων αμαρτημά­των δεν εξαφανιζόταν  από τον Παύλο. Εκείνα που ο Δεσπότης εξάλειψε, αυτά αυτός εξέθετε σε κοινό όνειδος. Διότι ακούσατε τον προφήτη που λέει, «και δεν θα τα ενθυμηθώ», συ όμως να τα ενθυμείσαι. Ο Θεός τον ονομάζει σκεύος εκλογής, και αυτός ονομάζει τον εαυτόν του πρώτον εξ όλων των αμαρτωλών. Εάν δε δεν λησμονούσε τα συγχωρημένα αμαρτήματα, αναλογίσου πως ενθυμείτο τις ευεργεσίες του Θεού. Και γιατί λέω ότι δεν ντροπιάζει η ενθύμηση των αμαρτημάτων;
Δεν μας κάμει τόσον λαμπρούς η μνημόνευση των κατορθωμάτων, όσον η μνημόνευση των αμαρτημάτων μάλλον δε η μεν μνημόνευση των κατορθωμάτων όχι μόνον δεν μας κάμει λαμπρούς αλλά μας γεμίζει και από ντροπή και περιφρόνηση, η δε μνημόνευση των αμαρτημάτων μας γεμίζει με παρρησία και με πολλή δικαιοσύνη.
Ποιός το λέει αυτό; Ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Διότι ο μεν τελώνης που είπε τα αμαρτήματά του κατέβηκε από το ναό δικαιωμένος, ο δε Φαρισαίος που είπε τα κατορθώματά του κατέβηκε  αφού έγινε μικρότερος από τον τελώνη. Βλέπεις πόσο μεγάλη βλάβη προήλθε από την ενθύμηση των κατορθωμάτων και πόση μεγάλη ωφέλεια από το να μη λησμονήσει να αναφέρει τα αμαρτήματά του; Και πολύ ευλόγα.
Διότι εκείνος που θυμάται τα κατορθώματά του οδηγείται στην υπερηφάνεια, περιφρονεί τους υπόλοιπους ανθρώπους, όπως ακριβώς έπαθε ο Φαρισαίος· διότι δεν θα έφθανε σε τόσο μεγάλη υπηρηφάνεια, δεν θα έλεγε, «δεν είμαι όπως οι άλλοι άνθρωποι», εάν δεν θυμόταν τη νηστεία του και την ελεημοσύνη του. Η ενθύμηση όμως των αμαρτημάτων συγκρατεί το λογισμό, τον πείθει να είναι ταπεινόφρονας, και με την ταπεινοφροσύνη ελκύει την εύνοια του Θεού. Άκουσε λοιπόν πως και ο Χριστός μάς προτρέπει να λησμονούμε τα κατορθώματά μας· «όταν κάνετε  όλα όσα σας διέταξε ο Θεός, να λέτε ότι είμαστε άχρηστοι δούλοι, διότι απλά κάναμε ό,τι είχαμε χρέος να κάνουμε». Συ λέγε ότι είσαι άχρηστος δούλος, εγώ όμως δεν θα σε κάνω άχρηστο· συ εάν ομολογήσεις τη δική σου μηδαμινότητα, εγώ θα σε κάνω λαμπρό και θα σε στεφανώσω.
Βλέπεις με πόσους τρόπους έχει αποδειχθεί ότι η μεν μνημόνευση των αμαρτημάτων μάς παρέχει μεγάλο κέρδος, ενώ η μνημόνευση των κατορθωμάτων μεγάλη ζημιά; Το αντίθετο πάλι, ότι μάς αναμένει τιμωρία από τη λήθη των αμαρτημάτων, ωφέλεια δε όταν λησμονούμε τα κατορθώματά μας;
Θέλεις να μάθεις και από αλλού ότι το να μνημονεύουμε τα αμαρτήματά μας είναι πολύ μεγάλο κατόρθωμα; Άκουσε τον Ιώβ. Διότι όπως καυχιόταν για τα άλλα έτσι ακριβώς και για την εξομολόγηση των αμαρτημάτων του λέγοντας τα εξής· «και αν αμαρτάνω εκουσίως αποφεύγω το μεγάλο πλήθος, για να μη διακηρύξει τις αμαρτίες μου». Αυτό δε που λέει σημαίνει το εξής· ουδέποτε το πλήθος των ανθρώπων με έκανε να νοιώσω ντροπή. Διότι ποιά ωφέλεια προκύπτει από το να μη γνωρίζουν οι άνθρωποι τις αμαρτίες μου, αφού όλες τις γνωρίζει ο Θεός; Ποιά δε θα είναι η ζημιά μου από το να γνωρίζουν αυτοί τα αμαρτήματα, όταν ο Θεός θέλει να μη με καταδικάσει;
Και αν όλοι με καταδικάζουν, δεν με ενδιαφέρει καθόλου η απόφαση τους εφ' όσον ό δικαστής με αθωώνει· και αν πάλι όλοι με επαινούν και με θαυμάζουν, ενώ εκείνος με καταδικάζει, καμιά πάλι ωφέλεια δεν έχω από την κρίση τους. Διότι παντού σ' εκείνον πρέπει να βλέπουμε και αυτό να κάνουμε για τα αμαρτήματά μας, αυτό δηλαδή που κάνουμε όταν ξοδεύουμε χρήματα.
Μόλις σηκωθούμε από το κρεβάτι, πριν πάμε  στην αγορά, ή πριν να διαχειρισθούμε κάτι από τα ιδιωτικά ή δημόσια πράγματα, αφού καλέσουμε τον υπηρέτη ζητούμε λογαριασμό για τα έξοδα, για να δούμε τί μεν κακώς τί δε καλώς έχει ξοδευτεί και πόσον υπόλοιπο έχει μείνει· και αν δούμε ότι είναι λίγο το υπόλοιπο, με κάθε τρόπο βρίσκουμε πηγές εσόδων, για να μη καταστραφούμε από την πείνα χωρίς να το αντιληφθούμε.

(Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Ομιλία «Ότι χρήσιμον το κατηγορείν των οικείων αμαρτημάτων»)

Monday, March 11, 2013

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΑΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠ' ΟΛΑ, ΘΕΛΕΙ ΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΜΑΣ.

   
    Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ἀσκήτευε γύρω στά 400 μ.Χ. στή Βηθλεέμ, σ' ἕνα σπήλαιο πού βρίσκεται κοντά στό Ἅγιο Σπήλαιο, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστός μας. Τό σπήλαιο βρίσκεται σήμερα κάτω ἀπό τήν Βασιλική τῆς Γεννήσεως. Μία παραμονή Χριστουγέννων ὁ Ἅγιος Ἰερώνυμος εἶχε μία συγκλονιστική ἐμπειρία. Ἰδού ἡ σχετική διήγηση:


«Βρισκόμαστε στή Βηθλεέμ. Στό σπήλαιο πού γεννήθηκε ὁ Χριστός μας. Εἶναι νύχτα Χριστουγέννων. Ἕνας ἅγιος καί συνάμα σοφός ἀσκητής προσεύχεται ἀπό ὥρα γονατιστός μέσα στό ἅγιο Σπήλαιο. Τό ὄνομά του: ἅγιος Ἱερώνυμος. Ἐκείνη τήν νύχτα εἶχε ἀφήσει τό ἀσκητήριο του, πού ἦταν δυό βήματα ἀπό τό ἅγιο Σπήλαιο· αὐτή ἡ παγωμένη σπηλιά εἶχε, πρίν περίπου 400 χρόνια, φιλοξενήσει τό νεογέννητο Χριστό μας. Ὁ ἅγιος Ἰερώνυμος εἶχε ἀποφασίσει ἐκείνη τή νύχτα νά τήν περάσει μέ προσευχή ξάγρυπνος μπροστά στήν Ἁγία Φάτνη. Ἡ καρδιά του ἦταν γεμάτη εὐγνωμοσύνη γιά τή μεγάλη δωρεά τοῦ Θεοῦ: νά μᾶς στείλει τόν Υἱό Του τόν Μονογενῆ, τό μονάκριβο παιδί Του στή γῆ, γιά νά μᾶς κάνει καί μᾶς θεούς· νά μᾶς γλυτώσει ἀπό τά πάθη, τίς ἁμαρτίες καί τίς ἐνοχές μας καί νά μᾶς δώσει τή Ζωή. Σκεφτόταν τά λόγια τοῦ εὐαγγελιστοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου: «Ὁ Λόγος Σάρξ ἐγένετο». Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος, παραμένοντας καί τέλειος Θεός. Ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά μπορέσουμε καί μεῖς νά γίνουμε θεοί. Πῆρε τήν ἀνθρώπινη φύση γιά νά μπορέσει νά σταυρωθεῖ· ἐπειδή μᾶς ἀγαπᾶ μέ ἄπειρη ἀγάπη καί θέλησε νά πεθάνει ἀντί γιά μᾶς. Σκεφτόταν πόσο ἄσπλαχνα καί ἀχάριστα Τοῦ φερθήκαμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Δέν βρέθηκε ἕνα ζεστό δωμάτιο γιά τό νεογέννητο καί τήν Παναγία μητέρα Του. Ὁ Ἡρώδης πάλι τόν καταδίωξε γιά νά Τόν σκοτώσει· κατόπιν πέρασε ὅλη Του τή ζωή μέσα στήν φτώχεια καί τήν συκοφαντία παρ' ὅλο πού Ἐκεῖνος συνεχῶς μᾶς εὐεργετοῦσε. Ἐκεῖνος θεράπευε τούς τυφλούς καί τούς παράλυτους, ἔβγαζε τά δαιμόνια ἀπό τούς δαιμονισμένους, ἀνάσταινε τούς νεκρούς μας καί μεῖς γιά ἀνταπόδοση Τόν σταυρώσαμε. Πόση ἀχαριστία!... σκεφτόταν ὁ ἅγιος καί θαύμαζε καί ἤθελε νά ζητήσει συγγνώμη ἄν ἦταν δυνατόν ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν ἀνθρώπων.


Βυθίστηκε στήν προσευχή: «Θεέ μου», ἔλεγε «ἀπόψε γιορτάζεις· εἶναι ἡ μέρα πού γεννήθηκες· ἡ ἡμέρα πού φανερώθηκες ἀνάμεσά μας σάν ἕνας ἁπλός ταπεινός ἄνθρωπος, ἐνῶ ἤσουν ταυτόχρονα καί ὁ ἀληθινός Θεός. Τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Πῆρες τήν ἀνθρώπινη σάρκα καί ντύθηκες τήν ταπείνωση, ἀφήνοντας τή μεγάλη δόξα πού ἔχεις στόν οὐρανό. Κι ἐμεῖς Σέ παρεξηγήσαμε, Σέ ἀπορρίψαμε, Σέ καταδιώξαμε, Σέ βρίσαμε, Σέ θανατώσαμε. Ἐσύ ὅμως μᾶς συγχώρεσες καί δέν ἔπαψες ποτέ νά μᾶς ἀγαπᾶς...». Ἄρχισε νά κλαίει ἀπό τήν συγκίνηση. Ἡ καρδιά του χτυποῦσε δυνατά ὁπότε ξάφνου... μέσα στή σιγαλιά τῆς σπηλιᾶς... ἀκούστηκε μιά γλυκύτατη καί εἰρηνική φωνή:


-«Ἱερώνυμε τί δῶρο θά μοῦ κάνεις ἀπόψε πού γιορταζω;»... Ἦταν ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ μας.


Μετά τήν πρώτη ἔκπληξη ὁ ἅγιος βρῆκε τή δύναμη νά πεῖ:


-«Κύριε ἀπόψε πού εἶναι τά γενέθλιά σου στή γῆ θἄθελα νά Σοῦ κάνω ἕνα δῶρο, κάτι πού ἀληθινά νά Σοῦ ἀρέσει καί νά Σ' εὐχαριστήσει. Τί θά μποροῦσα ὅμως νά Σοῦ προσφέρω;»


- «Ὑπάρχει κάτι πού θά ἤθελα νά Μοῦ δώσεις καί τό ὁποῖο πολύ θά Μέ εὐχαριστήσει».


-«Ποιό ἄραγε εἶναι αὐτό Κύριε; ψέλλισε ὁ Ἱερώνυμος, ὅλα ὅσα εἶχα Σοῦ τά ἔδωσα. Τή ζωή μου Σοῦ τήν ἀφιέρωσα· ἔγινα μοναχός καί κατόπιν μέ ἀξίωσε ἡ χάρις Σου νά γίνω καί ἱερέας Σου. Τήν περιουσία μου τήν ἔβαλα στά χέρια τῶν φτωχῶν γιατί πίστεψα στά λόγια Σου πού μᾶς εἶπες, ὅτι στό πρόσωπο τῶν φτωχῶν πρέπει νά βλέπουμε Ἐσένα. Τήν μόρφωσή μου καί τίς σπουδές μου πάλι τίς ἔδωσα σ' Ἐσένα καί τά χρησιμοποίησα γιά νά δοξαστεῖ τό πανάγιο Ὄνομά Σου ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους. Τό σῶμα μου πάλι Σοῦ τό ἀφιέρωσα καί προσπαθῶ νά τό ἐξαγνίσω μέ τήν ἀσκητική ζωή. Τήν ψυχή μου, τήν καρδιά μου , τό νοῦ μου καί ἐκεῖνα τά ἀπόθεσα στά πόδια Σου καί προσπαθῶ νά τά καθαρίσω μέ τήν ταπείνωση καί τήν ἀσταμάτητη προσευχή. Δέν ἔχω κάτι ἄλλο νά σοῦ δώσω...»


-«Κι ὅμως ἔχεις κάτι ἀκόμη πού θέλω νά μοῦ δώσεις· αὐτό θά μέ εὐχαριστήσει πιό πολύ ἀπό ὅλα τά ἄλλα».


-«Ποιό εἶναι αὐτό; Τί εἶναι αὐτό πού θέλεις νά σοῦ δώσω Κύριε»; ρώτησε μέ ἀγωνία ὁ Ἱερώνυμος.


-«Ἱερώνυμε, θέλω, ἀπόψε, στά γενέθλιά μου, νά Μοῦ δώσεις σάν δῶρο τίς ἁμαρτίες σου...γιά νά τίς συγχωρήσω»...


-«Ω! Ναί Κύριε, Πολυέλεε καί Πολυεύσπλαχνε! Πόσο μέ ἀγαπᾶς! Σ' εὐχαριστῶ Κύριε!» ψιθύρισε ὁ ἅγιος ἔκπληκτος καί συγκινημένος. Ἡ φωνή ἔπαψε καί ὁ ἅγιος γεμᾶτος συντριβή ἄρχισε νά θυμᾶται τίς ἁμαρτίες του. Ἄρχισε μέ ἀληθινή συναίσθηση νά προετοιμάζεται γιά τό μυστήριο τῆς μετάνοιας καί ἱερᾶς ἐξομολογήσεως τῶν ἁμαρτιῶν του...Κατάλαβε ὅτι αὐτό ἦταν τό ὡραιότερο δῶρο πού μποροῦσε νά κάνει στόν Χριστό Μας...». Προσκυνώντας στήν Ἁγία Βηθλεέμ ἄς σκεφτοῦμε κι ἐμεῖς τίς ἁμαρτίες μας, ἄς ζητήσουμε τό Θεῖο Ἔλεος καί ἄς καθαριζόμαστε διά τοῦ Μυστηρίου τῆς Μετανοίας καί Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μετέχοντας συχνά σ’ αὐτό. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός λέγει στούς Χριστιανούς ὅτι θά πρέπει, ἐάν μποροῦν, νά ἐξομολογοῦνται ἀκόμη καί κάθε ἡμέρα, ἤ ἔστω μία φορά τήν ἑβδομάδα. Ἄν αὐτό δέν εἶναι δυνατόν, τοὐλάχιστον μία φορά τόν μήνα. Τό ἐλαχιστότατο, ὁ Χριστιανός ὁφείλει νά ἐξομολογεῖται, 4 φορές τόν χρόνο, πρίν τίς 4 μεγάλες νηστεῖες (Μ. Τεσσαρακοστῆς, Χριστουγέννων, Ἁγ. Ἀποστόλων, Δεκαπενταυγούστου).

Monday, February 4, 2013

Έχουν κάνει όλες τις αμαρτίες κι εγώ τ' αγαπώ! (Γεροντας Πορφύριος )


Μου έλεγε κάποια μέρα  ο  πατήρ  Πορφύριος:
«Έρχονται σε μένα καμιά φορά και αγόρια και κορίτσια. Τα καημένα τα παιδιά και τι δεν έχουν κάνει, όλες τις αμαρτίες τις σαρκικές τις έχουν κάνει, μα εγώ τ'; αγαπώ».
Ο Γέροντας δε δικαιολογούσε τις πράξεις των παιδιών τις χαρακτήριζε ως σαρκικές αμαρτίες ,αλλά συγχρόνως τα αγαπούσε σαν πολύτιμες ψυχές «υπέρ ων Χριστός απέθανε».
Με την αγάπη του, τους προσείλκυε σαν μαγνήτης και τους θεράπευε σταδιακά από τη σαρκολατρεία τους.
Η πατερική αυτή στάση του Γέροντα, παρεξηγήθηκε από μερικούς πουριτανούς συντηρητικούς, που επένθησαν, και μερικούς ανεύθυνους προοδευτικούς, που πανηγύρισαν, για την ίδια αιτία: για το ότι τάχα ο Γέροντας «ανέχεται» τις σαρκικές αμαρτίες.
Δεν καταλάβαιναν, ότι η αμαρτία δεν καταπολεμείται, ούτε με τη μισαλλόδοξη καταδίκη του αμαρτωλού , ούτε με την ένοχη νομιμοποίηση της πτώσης.
Ο Γέροντας πολεμούσε αποτελεσματικά την αμαρτία, αγαπώντας τον αμαρτωλό και βοηθώντας τον στην συνειδητοποίηση της ευθύνης για τις πτώσεις του, και της δυνατότητας εν Χριστώ της απαλλαγής του και απ'; αυτές και από την ενοχή, δια της μετανοίας και της συγχωρήσεως και της εν Χριστώ ζωής.
Ήθελε να οδηγεί στην καινούργια ζωή, και όχι να ταλαιπωρεί τις ψυχές με την παλιά.

Friday, January 11, 2013

Περί Αμαρτίας, Μετανοίας, Πένθους και Δακρύων ( Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης- Αριζονα)



                    ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄


 1 . Το να πέσωμεν και να τραυματισθώμεν, τούτο έξεστι τοις ανθρώποις, εφ’ όσον και αν μία ημέρα εστίν η ζωή του ανθρώπου επί της γης, έγκειται η διάνοια αυτού επί τα πονηρά εκ γεννήσεως αυτού, αλλά το να πέσωμεν και να μείνωμεν εν τω πτώματι, τούτο ουχί ανθρώπινον. Η μετάνοια αναδημιουργεί τον άνθρωπον, αύτη εδόθη, ίνα θεραπεύη την ψυχήν μετά το βάπτισμα, και εάν αύτη έλειπεν, σπανίως θα εσώζετο άνθρωπος. Δια τούτο η αρετή της μετανοίας δεν έχει τέλος εφ’ όσον υπάρχει πνοή ζωής εν τω ανθρώπω, διότι έξεστι και τοις τελείοις να σφάλλουν. Τέκνα μου, οσάκις ίδητε τον λογισμόν να σας ελέγχη δι’ αμαρτίαν τινά, αμέσως πάρετε το φάρμακον, μετανοήσατε, κλαύσατε, εξομολογηθήτε, και ιδού επανέρχεσθε εις την προτέραν και καλυτέραν κατάστασιν.

2 . Ο Ιούδας ο προδότης αφιερώσας εαυτόν τω Κυρίω και μέτοχος χαρίτων γενόμενος, θαύματα συνεπετέλει μετά των λοιπών Αποστόλων και εις το τέλος εναυάγησεν. Ο ληστής έργα ασεβείας, κακοπραγίας, ανήθικα, κ.λ.π. πράξας και φωνήν ελέους κράξας, κατέπαυσεν εις τον αχείμαστον λιμένα της αιωνίου μακαριότητος. Ο λαός των Εβραίων, ο τας επαγγελίας του Θεού δεχθείς και περιούσιος και εκλεκτός και άγιος υπό Θεού κληθείς, τυφλωθείς έχασε τον Θεόν δια παντός. Τα βάρβαρα έθνη, η πόρνη κατά τα έργα, εδέξαντο το κήρυγμα και εκληρονόμησαν ό,τι ο Ισραήλ απώσατο, τον Θεόν. Δια τούτο μακράν η απόγνωσις και η απελπισία, όσον και εάν είμεθα αμαρτωλοί, οφείλομεν αεί προστρέχειν τω Θεώ και τους οφθαλμούς της ψυχής μας, ως δούλοι, εναποτίθεσθαι εις χείρας του Κυρίου αυτών. Ούτω προς Κύριον έστωσαν και ημών οι οφθαλμοί, ελπίζοντες αεί εις το έλεος του Κυρίου έως του οικτιρήσαι ημάς.

3 . Η έκπτωσις του ανθρώπου εις την θνητότητα την σωματικήν με τα επακόλουθα της εξορίας και της απομακρύνσεως εκ του αγαθού πατρός Θεού, επροξένησαν τον νόμον της αμαρτίας, τον αντιστρατευόμενον εις τον νόμον του Θεού. Ο νόμος της αμαρτίας, ως ροπή και κλήσις και ως πονηρία, έγκειται εις τον άνθρωπον εκ νεότητος αυτού. Και αυτή η ροπή προς το κακόν, ως προπατορική κληρονομία και δείγμα και αποκύημα και λείψανον της παλαιάς αποκοπής από την πηγήν της ευτυχίας, έλαβε φυσικά διαστάσεις επί την ανθρωπίνην φύσιν και ως εκ τούτου σύρεται αύτη επί τα πονηρά και φυσικώς ακολουθούν αι θλιβεραί επιφοραί εις τα τέκνα του Αδάμ και της Εύας. Η ανάκλησις επί την πάλαι υιοθεσίαν, δια μέσου του σταυρικού θανάτου του Κυρίου Ιησού, ωδήγησεν εις την αιώνιον σωτηρίαν, αλλ’ όμως ουκ ήρε τον νόμον της αμαρτίας, τον ένδοθεν του ανθρώπου, όχι ότι ουκ ηδύνατο, διότι έστω και μία ρανίς του φρικτού και αγίου αίματος του Ιησού Χριστού ηδύνατο το παν να μεταβάλη, αλλά οικονομικώς τον άφησε να συνυπάρχη τω ανθρώπω, ίνα δια μέσου τούτου όχι μόνον τον παιδαγωγήση, αλλά ίνα γνωρίση και την εκάστου προαίρεσιν. Ουκ επέτρεψεν ο Θεός, λέγει η Γραφή, να εξολοθρεύση ο Ιησούς του Ναυή πάντα τα κύκλω αυτού ειδωλολατρικά έθνη, αλλά άφησέ τινα, ίνα δια των τοιούτων διδάξη τους υιούς Ισραήλ τον πόλεμον. Όταν λοιπόν αυτός ο νόμος της αμαρτίας δεν εύρη αντίπαλον γενναίον, δηλαδή την καλήν θέλησιν και προαίρεσιν, με όπλα τας θείας εντολάς και παραγγέλματα, τότε νικά και αιχμαλωτίζει τον αγωνιστήν, τον γυμνώνει εκ των θεϊκών όπλων και κατόπιν τον σύρει προς τον αμαρτωλόν της αμαρτίας ρουν. Εκ τούτων όλων και άλλων πολλών, βγαίνει το αληθές συμπέρασμα ότι όλα τα θλιβερά γεγονότα και πράγματα επί την ανθρωπίνην φύσιν είναι αποκυήματα της ολισθήσεώς της εκ της πρώην αθανασίας προς την θνητότητα, και ότι του Θεανθρώπου Ιησού η σωτήριος θυσία ουκ ήρε τον ένδοθεν του ανθρώπου νόμον της αμαρτίας οικονομικώς, προς παιδαγωγίαν αυτού και δια άλλα πολλά σωτήρια αίτια, ίνα δια τούτων τον καταστήση σοφόν κληρονόμον των αιωνίων Αυτού αγαθών.

 4 . « Όπου εύρω σε, εκεί και κρινώ σε». Να η αξία της στιγμής, σε εύρεν εν μετανοία; Σε έφθασεν εν εξομολογήσει; Σε επρόφθασε με το « ήμαρτον, Πάτερ, εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου»; ( Λουκ. 15,18 ). Σε προσήγγισεν με το δάκρυ της γνησίας μετανοίας και αυτομεμψίας; Ιδού εις μίαν στιγμήν χρόνου σε κρίνει ο Θεός καθώς ελάλησεν, « πιστός ο Κύριος εν τοις λόγοις Αυτού» ( Ψαλμ. 144.13 ). Εάν εις το ανάπαλιν σε εύρη, ω άνθρωπε, τότε θα ανοιχθούν τα μάτια της ψυχής και θα ίδης τι εζημιώθης, αλλά τι το όφελος! Άμα κρίνη ο Θεός τον άνθρωπον, τότε περιττή η μετάνοια. Όταν τελειώση η πανήγυρις, περιττά τα πολλά λόγια, το παν ετελείωσε! Ω, τι μέγα μυστήριον τούτο! Ω Θεέ μου, γλυκέ μου Ιησού, άνοιξόν μοι τα όμματα της ψυχής μου, ίνα ίδω καθαρώτατα τούτο το μέγα μυστήριον της αιωνίου σωτηρίας μου, ίνα ετοιμάσω εφόδια δια της χάριτός Σου βοηθούμενος, ίνα μη εν τω τέλει του βίου μου μεταμεληθώ χωρίς όφελος. Ως βλέπεις, τίποτε απολύτως δεν κάμνω, αλλά όλος λελέπρωμαι από πάθη, δώρησέ μου δάκρυα και μετάνοιαν ολόκληρον, προτού να έλθη η εσχάτη ώρα, καθ’ ην θα ακούσω την φωνήν Σου: « Ετοίμασον τα περί του οίκου σου, αποθνήσκεις και ου ζήσεις».

 5. Η μετάνοια είναι ατέλεστος, όλαι αι αρεταί δύνανται με την χάριν του Θεού, να τελειοποιηθούν από τον άνθρωπον. Την μετάνοιαν ουδείς δύναται να την τελειοποιήση, διότι μέχρι και της τελευταίας ημών αναπνοής έχομεν ανάγκην της μετανοίας, διότι σφάλλομεν εν ριπή οφθαλμού, οπότε η μετάνοια είναι ακατάκτητος. Ω, πόσον αγαθός ο Θεός! Δικαίως λοιπόν θα κολασθούν οι συναμαρτωλοί μου, διότι παρεγνώρισαν την άπειρον ευσπλαγχνίαν του ουρανίου Πατρός. Ενώ λοιπόν ως άνθρωποι σφάλλομεν, μας έρχεται οκνηρόν το να είπωμεν το « ήμαρτον »! Και πως θα το είπωμεν, εφ’ όσον έχομεν, εγώ πρώτος, την λήθην και την ραθυμίαν με συμβοηθόν την υπερηφάνειαν, ισχυρά εμπόδια προς τον δρόμον της ταπεινώσεως! Μας τον έδειξεν ο Χριστός δια του Σταυρού Του, αλλά δυστυχώς θεληματικώς κωφεύομεν προς μεγίστην μεταμέλειάν μας. Ο χρόνος φεύγει, τα έτη κυλούν και όλο και πλησιάζομεν δια την αιωνιότητα. Το βλέπομεν, ενώ μία νάρκη διανοητική μας δεσμεύει, έως να βληθώμεν, εγώ πρώτος, εις την κόλασιν! Ο Θεός μου, ο λυτρωσάμενος το ανθρώπινον γένος εκ της δουλείας του εχθρού, ρύσαι και ημάς από την μέλλουσαν καταδίκην, όταν θα έλθης να κρίνης τον κόσμον, αποδίδων εκάστω κατά τα έργα αυτού. Είθε δι’ ευχών σου να εύρω έλεος, όταν κρίνεται η ελεεινή μου ψυχή, διότι δειλιώ απαντήσαι τω φοβερώ Κριτή ελεγχόμενος υπό του ιδίου μου συνειδότος.
  
 6 . Υπακοή, εκκοπή θελήματος, αυτομεμψία, υπομονή γενική, ταύτα θεμελιώνουν την ψυχήν, την δε θέρμην και τον ζήλον τα δάκρυα διατηρούν. Εάν θέλης ζηλωτής να ευρεθής μέχρι τέλους του βίου σου, ζήλωσον του κλαίειν διαπαντός, και εάν τοιαύτα δάκρυα έχης, μη φοβού, συμπαραμένει ο ζήλος του πόθου του σωθήναι.
Το ύδωρ σβήνει το πυρ. Το ύδωρ το του Θεού, που ρέει από οφθαλμούς μετανοούντος, άπτει, οίδαμεν, πυρ ου φιλόϋλον, αλλά πυρ θεϊκόν, κατακαίον ζιζάνια αλλοφύλων!

7 . Να απέχης από αμαρτίαν και να προσπαθής να φυλάττης την καθαρότητα. Να εύχεσαι εν πνεύματι ταπεινώσεως και συντετριμμένης καρδίας. Να διώκης κάθε κακόν λογισμόν, που θα προσπαθή να σε μολύνη, επικαλούμενος τον Ιησούν Χριστόν, ο Οποίος αμέσως θα έλθη εις βοήθειάν σου. Εις μαρτύριον θα σου λογισθή η ενόχλησις του σατανά. Όλα από αγάπην ο Θεός τα επιτρέπει, ίνα μας παιδαγωγήση, να μάθωμεν την σοφίαν του Θεού, να καταισχυνθή ο πειρασμός και να δοξασθή ο Θεός,
ποτέ μην απελπισθής, ποτέ μη χάσης το θάρρος σου, ποτέ μη χάσης την υπομονήν σου, αλλ’ υπόμεινον τα πάντα δια την αγάπην του Θεού, ο Οποίος δι’ ημάς υπέστη σταυρικόν θάνατον. Τον ύβριζαν, Τον έλεγαν δαιμονισμένον και άλλα πολλά, υπέμεινε,δια την ημών σωτηρίαν.
Ενθυμού τον θάνατον, αυτόν μνημόνευε δια παντός, ίνα συντρίβεται η καρδία σου και γεννάται πένθος και κατάνυξις και δάκρυα, κατόπιν γίνεται μέσα εις την ψυχήν μία κατάστασις ειρηνική, γαληνιαία και η ψυχή ευρίσκεται εις άλλον κόσμον, μακαριον!

 Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία, και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήινον εν εαυτή λογιζέσθω,
ο γαρ Βασιλεύς των βασιλευόντων, και Κύριος των κυρευόντων, προσέρχεται σφαγιασθήναι, και δοθήναι εις βρώσιν τοις πιστοίς,
προηγούνται δε τούτου, οι χοροί των Αγγέλων, μετά πάσης Αρχής και Εξουσίας, τα πολυόμματα Χερουβείμ,
και τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ, τας όψεις καλύπτοντα, και βοώντα τον ύμνον,
Αλληλούια, Αλληλούια, Αλληλούια. 

 8 . Ας μετανοήσωμεν ειλικρινά, ας εξομολογηθώμεν καθαρά και λεπτομερώς. Ας μας απασχολή συνεχώς το κριτήριον του Θεού και η απόφασις Τούτου και να λέγωμεν: « Άράγε θα σωθώμεν ή θα αντικρύσωμεν τα βασανιστήρια των κολάσεων;» Τώρα πρέπει, και μάλλον συνεχώς να χύνωμεν δάκρυα μετανοίας. Αχ, πόσον πρέπει να μας απασχολή το πώς και κατά πόσον το ένδυμα της ψυχής μας είναι λευκόν και καθαρόν! Πρέπει να το λευκάνωμεν διαφορετικά δεν δυνάμεθα να παρουσιασθώμεν εμπρός εις τον Χριστόν μας καθώς είμεθα.
Η μελέτη του θανάτου δεν πρέπει να μας διαφεύγη καθόλου από το ωράριον της μοναχικής ζωής.

9 . Πόσον πολύτιμος ο χρόνος της ζωής ταύτης! Το κάθε λεπτόν έχει μεγάλην αξίαν, διότι μέσα εις ένα λεπτόν δυνάμεθα να σκεφθώμεν τόσα πράγματα, είτε αγαθά είτε πονηρά, διότι ένας λογισμός κατά Θεόν μας ανεβάζει εις τον ουρανόν και ένας λογισμός διαβολικός μας κατεβάζει εις την κόλασιν. Ιδού λοιπόν, πόσην αξίαν έχει και το λεπτόν εις την παρούσαν ζωήν, δυστυχώς, όμως ημείς δεν το εσκέφθημεν αυτό και περνούν ώρες, ημέρες και χρόνια άνευ κέρδους. Μα χωρίς κέρδος μόνον; Πόσην ζημίαν έχομεν πάθει όλοι μας, πρώτος εγώ, και δεν το εννοούμεν! Μα κάποτε όταν θα πρόκειται να βγη η ψυχή μας από το σώμα, θα το εννοήσωμεν, αλλά φευ, αργά πλέον, διόρθωσις δεν χωρεί τότε. Τώρα πρέπει να το συνειδητοποιήσωμεν μέσα μας, τώρα να το εννοήσωμεν, που δυνάμεθα να βάλωμεν αρχήν. Να εκμεταλλευώμεθα τον πολύτιμον χρόνον της ζωής μας και μακάριος πράγματι όποιος βιασθή και βάλη αρχήν, διότι μίαν ημέραν θα γίνη πλούσιος ψυχικώς. Ποτέ δεν είναι αργά, διότι ο Κύριος αναμένει έκαστον, πότε θα ξυπνήση, δια να του δώση εργασίαν. Περιμένει μέχρι την ενδεκάτην ώραν, προσπαθεί με κάθε μέσον, όπως μας ξυπνήση. Εύχομαι όλοι μας να ξυπνήσωμεν και να ανάψωμεν τας λαμπάδας μας και με άγρυπνο μάτι να περιμένωμεν με υπομονήν, πότε θα έλθη ο Κύριος, ίνα συνεισέλθωμεν εις τον ολόφωτον Νυμφώνα της αιωνίου μακαριότητος, εις την πανήγυριν των φωτεινών αγγέλων, δια να ψάλλωμεν μαζί των τα αναστάσιμα άσματα, που θα μας ανάγουν από θεωρίας εις θεωρίαν και εις θείας αναβάσεις! Τότε, ω, τότε θα υπερεννοήσωμεν τι μεγάλον έργον η βία εν πάσι και ότι καλώς έπραττον οι προεστώτες, που μας εβίαζον και μας επίκραινον. Ιδού τώρα τι βλέπομεν εδώ! Τότε αι ευχαριστίαι εις τον Θεόν δεν θα έχουν όρια, τότε θα αποδώσωμεν όντως ευχαριστίας αξίως τω Θεώ!

 10 . Ας μη χάνωμεν τον καιρόν μάταια, βιαστών η βασιλεία των ουρανών, μνημονεύετε την έξοδον των ψυχών μας, την τελευταίαν ώραν και στιγμήν του δύσκολου χωρισμού. Ενθυμηθήτε πως έρχονται οι δαίμονες την υστάτην ώραν και ζητούν να αρπάσουν την δόλιαν ψυχήν και να την οδηγήσουν εις τον Άδην. Ω, τι οδύνη! Τι πόνος ψυχής! Οποίους αναστεναγμούς αφήνει η ψυχή τότε! Οίμοι, εις ποίαν θλιβεράν κατάστασιν ευρίσκεται εις εκείνας τας στιγμάς! Πόσας υποσχέσεις θα δίδη εις τον Θεόν ότι θα αλλάξη ζωήν, θα βαδίση της μετανοίας και του αγώνος τον δρόμον, αρκεί να μην αποθάνη! Όλοι μας θα φθάσωμεν εις αυτήν την ώραν και θα συναντήσωμεν τα ανωτέρω και ασυγκρίτως περισσότερα και θα υποσχεθώμεν πολύ εντονώτερον της μετανοίας και του αγώνος τον δρόμον. Ας φαντασθώμεν, ότι ο Θεός ήκουσε την αίτησίν μας. Τώρα τι απομένει; Να εκτελέσωμεν τα υποσχεθέντα, μετάνοιαν αληθινήν και αγώνα γύρω από την διόρθωσιν της ψυχής μας. Ιδού και ο κατάλληλος καιρός δια μετάνοιαν και αγώνα. Σιγά-σιγά συντέμνεται ο χρόνος της ζωής και οδηγούμεθα χωρίς καν να το εννοήσωμεν εις το τέρμα και τον τάφον! Μας περιμένει δικαστήριον και Κριτής, επίσης και βιβλία έχοντα γεγραμμένας τας πράξεις εκάστου. Και τις δύναται εκφυγείν τα τοιαύτα; Ουδείς. Άπαντες παραστησόμεθα τω βήματι του Χριστού, γυμνοί και τετραχηλισμένοι, αποδούναι έκαστος λόγον δια τα πεπραγμένα έργα και λόγους και σκέψεις. Ταύτα και πλείονα τούτων ας μνημονεύωμεν νυκτός και ημέρας, ίνα οδηγήσωμεν τας ψυχάς μας εις το πένθος και τα δάκρυα!

11 . Η αμαρτία ως κέντρον, βαμμένη με την αρμόζουσαν ηδονήν, έρχεται ύπουλα, ως γλυκεία και χαριτωμένη μέχρι γλώσσης, δια να προσβάλη την ψυχήν. Όμως ο δελεασθείς από την ολιγόστιγμον ηδονήν και ανάπαυσιν αυτής, πικροτέραν δηλητηρίου και καταστρεπτικωτέραν λοιμικής νόσου θα την αισθανθή επί του πνευματικού οργανισμού του.

12 . Ό,τι και αν συνέβη με τους γονείς σου, η εξομολόγησις τα πάντα συγχωρεί και εξαλείφει, αδελφέ εν Κυρίω. Ενθυμού τον άσωτον υιόν, πόσον ημάρτησεν και με τον άσωτον βίον πόσον τους ελύπησε. Όταν όμως μετενόησε, ευθύς αι πατρικαί αγκάλαι ηνοίχθησαν και το παρελθόν εξεμηδενίσθη, ωσάν να μη συνέβη ποτέ. Η θεραπεία λοιπόν των λυπημένων γονέων σου έγινε, διότι η αλλαγή της ζωής σου προς πνευματικήν ζωήν το παν διώρθωσε. Ευρισκόμενοι τώρα εις την αληθινήν ζωήν, είναι πληροφορημένοι δια μέσου του Θεού, δια την αλλαγήν της ζωής σου και της μετανοίας σου, δια τας ελεημοσύνας σου και δια τα μνημόσυνα που τους κάνεις. Αν εμείς αμαρτάνοντες εις τον αληθή Πατέρα μας, τον Θεόν, μας συγχωρεί ό,τι και αν επράξαμεν, πόσον μάλλον οι γονείς μας θα είναι αναπαυμένοι, ευρισκόμενοι εκεί εις την αληθινήν ζωήν, από όπου βλέπουν καθαρώς τα πράγματα και γνωρίζουν την ανθρωπίνην ασθένειαν και το ευόλισθον της νεότητος και τον μέγαν τεχνίτην της πονηρίας, τον διάβολον, που αυτός ήτο η αιτία όλων των σκανδάλων κ.λ.π. Μάλλον θα σου αναγνωρίζουν ευχαριστίας, που λαμβάνουν δια μέσου σου βοήθειαν παρά του Θεού. Μείνε, αδελφέ μου, τελείως ήσυχος. Βάδιζε με ήσυχον νουν τον δρόμον της μετανοίας και μη σε θλίβη το παρελθόν. « Τοις όπισθεν επιλανθανόμενοι, τοις έμπροσθεν επεκτεινόμενοι», επί τον σκοπόν της σωτηρίας να αποβλέπωμεν. Μη κάμπτεται η ισχύς σου δια των τοιούτων λογισμών. Έχε θάρρος, ελπίδα, ανδρείαν. Όλα αυτά που σου φέρει είναι τέχνη του διαβόλου, δια να σου ψυχράνη την ελπίδα της σωτηρίας. « Ημάρτηκα», είπεν ο άνθρωπος; Ευθύς ο Θεός συγχωρεί, παραβλέπει ο Κύριος το αμάρτημά σου. Ο Άγιος Αυγουστίνος πόσον ελύπησε την αγίαν εκείνην μητέρα του! Και όμως κατόπιν εις ποίαν αγιότητα και έρωτα Θεού έφθασε! Με την μετάνοιαν όλα διορθώνονται. Ουδέν υπάρχει, το οποίον να νικά την ευσπλαγχνίαν του Θεού. « Και τον πρώτον ελεεί και τον έσχατον θεραπεύει, κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται». Όλα η αγάπη του Θεού τα σκεπάζει και τα διορθώνει. Ουδείς αναμάρτητος, ειμή εις, ο Θεός.

13 . Ο Γέροντας γράφει εις κοσμικήν πνευματικήν του κόρη:
Όλα τα έπαθες, κόρη μου, από την αυτοπεποίθησιν, δεν σε ενουθέτουν την ταπείνωσιν και την αυτομεμψίαν; Εις τι εθάρρησες; Ουκ οίδας ότι όστις στηρίζεται με θάρρος εις την καλαμίνην ράβδον, θα σπάση και θα τρυπήση τα χέρια του; Εις τι εθάρρησες λοιπόν; Ουκ οίδας το «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»; Ουκ οίδας ότι πολλοί πατέρες έπεσαν με το να θαρρήσουν εις τον εαυτόν τους; Ταπεινώσου, μέμφου τον εαυτόν σου, κλάψε, κόρη μου, πλύνον το ένδυμα του γάμου σου. Ο Νυμφίος σου, ο υπέρ τους υιούς των ανθρώπων ωραιότερος, σε καλεί, σε ζητεί, σου έχει την μονήν εις τους ουρανούς έτοιμον. Ο Νυμφών πνευματικώς πολυτελέστατος! Άγγελοι διακονούν, μη οκνήσης, ανάστα, λάβε ύδωρ, πλύνε καλώς τα νυμφικά σου, διότι ουκ οίδας πότε ελεύσεται. Ο θάνατος άδηλος, τους πάντας επισκέπτεται, ούτε την στιγμήν δεν γνωρίζομεν. Μετανόησον, ιδέ την πόρνην πως πλένει τους αχράντους πόδας του Δεσπότου, χύνει δάκρυα πολυτιμότερα του μύρου και αυτά επισπούν το θείον έλεος και την συγγνώμην, και ακούει: «Αφέωνταί σου αι αμαρτίαι, πορεύου εις ειρήνην». Μετάνοια, κόρη μου. Πρόσπεσον πενθούσα εις τα φοβερά πόδια του Δεσπότου, κλάψε, τσίριζε: «Ήμαρτον, Ιησού μου, δέξαι με μετανοούσαν και σώσόν με. Μη μου παρίδης τα δάκρυα, η χαρά των αγγέλων, μη με βδελυχθής, μη με απορρίψης, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει». Με τέτοια λόγια και πλείονα τούτων ενόχλει τον Χριστόν μας πεπεισμένη ότι θα εύρης τριπλασίαν την αγάπην Του.
Η μετάνοιά σου θα δώση άμετρον χαράν εις τους αγγέλους και έξαλλοι θα αναφωνούν: «Εστάθη, εστάθη, εστάθη», δηλαδή δεν έπεσε τελικώς, αλλά εστάθης κάπου και επιάσθης από την φοράν προς τον κρημνόν και τώρα ανεβαίνεις πάλι.

14 . Ο καιρός της παρούσης ζωής παρέρχεται ανεπαίσθητα, αθόρυβα και το ποινικόν κάθε ανθρώπου βαρύνεται με την πάροδον του χρόνου, χωρίς τούτο να γίνεται αντιληπτόν απ’ αυτόν τον ίδιον. Κάποια ημέρα θα το εννοήση και θα απορήση και θα είπη: Άράγε που ήταν τόσα αμαρτήματα συναγμένα και εγά ο τάλας τα ηγνόουν; Οίμοι, τον ταλαίπωρον, τι με περιμένουν τώρα! Πως θα περάσω τα τελώνια!
Ναι, παιδί μου, τοιουτοτρόπως θα μας συμβούν εις όλους μας. Μόνον τώρα ας ετοιμασθώμεν το γρηγορώτερον, διότι δεν γνωρίζομεν ποίαν ημέραν και ώραν θα έλθη ο Κύριος να μας κτυπήση την θύραν της ψυχής μας, δια να μας καλέση προς απολογίαν. Ας είμεθα λοιπόν πάντοτε προσεκτικοί και έτοιμοι δια το ανεπίστροφον ταξίδιον του Ουρανού.

15 . Αγαπητέ αδελφέ…, ο Θεός ο επισκεψάμενος την ταπείνωσιν ημών, Αυτός ας μας χαρίση την γνησίαν μετάνοιαν, δι’ ης εξιλεώνεται το θείον δικαστήριον. Μετάνοια ειλικρινής είναι εκείνη που παρουσιάζει μεταμέλειαν των πεπραγμένων αμαρτημάτων, πένθος και δάκρυα πύρινα και καταλυτικά των της αμαρτίας οχυρωμάτων, μετά ειλικρινούς και καθαράς εξομολογήσεως. Η μετάνοια ουδέν αφήνει αθεράπευτον. Εάν δεν εδίδετο η μετάνοια, δεν θα εδικαιώνετο πάσα σαρξ. Ο θρίαμβος και η νίκη δίδεται τοις ανθρώποις δια των όπλων της μετανοίας. Δόξα τω μόνω σοφώ Θεώ, όστις έδωσε τοις ανθρώποις τοιούτον δραστήριον φάρμακον, δι’ ου θεραπεύεται κάθε λογής ασθένεια, αρκεί να το πάρωμεν καλώς. Ας αγωνισθώμεν, αδελφέ μου, ας βαδίσωμεν εν απλότητι και αφελότητι καρδίας, όπως τα μικρά παιδιά, καθώς είπεν ο Σωτήρ: «αν μη γένησθε, ώσπερ τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ.18,3). Δια της απλότητος και της πίστεως ελευθερούμεθα από τον κάκιστον μετεωρισμόν, τον φθοροποιόν των αγαθών σπερμάτων του Πνεύματος. Καθώς πιστεύομεν ούτω και ακολουθούν, ό,τι σπέρνει κανείς, τούτο και θερίζει. Ας αιτούμεν κατάνυξιν και πένθος και θα δώση ημίν ο Θεός, ίνα ακολουθήση ροή δακρύων ζωτικών, όπως αναθάλλη η καρδία καρπούς Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

16 . Να εύχεσαι δι’ εμέ, αδελφέ, όπως μου δώση ο Κύριος μετάνοιαν, πριν να εξέλθω δια την μεγάλην αποδημίαν από τον κόσμον τούτον, διότι δεν επλάσθημεν δια την γην ταύτην, αλλά δια τον ουρανόν. Εκεί έχει ο Θεός έτοιμον τόπον δια τα παιδιά Του, που θα του κάμνουν υπακοήν εις ό,τι τους λέγει. Όσους κωφεύουν εις τα θεία Του προστάγματα, τους έχει έτοιμον τόπον φυλακής αιωνίας, εκ της οποίας να μας φυλάξη ο Θεός. Τώρα φωνάζει ο Θεός δια μέσου των Ιερών Γραφών, των ιεροκηρύκων, των πνευματικών πατέρων: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 3,2 ), αλλά δυστυχώς κωφεύουν με διάφορες προφάσεις οι έξυπνοι, οι δυνατοί. Αλλά ο πανάγαθος Θεός θέλοντας να μεταδώση τον πλούτον Του εις τον άνθρωπον, καλεί όλους τους αδυνάτους, τους ασθενείς, τα μη όντα. «Έξελθε ταχέως εις τας ρύμας της πόλεως και τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς εισάγαγε ώδε, ίνα γεμισθή ο οίκος μου», λέγει ο Θεός δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου. Καλών ο Θεός τους αχρείους δοξάζεται περισσότερον η ευσπλαγχνία Του και τον άνθρωπον τον οδηγεί εις την ευγνωμοσύνην. Διότι ποίος λεπρός αξιωθείς του καθαρισμού δεν αποδίδει ευχαριστίαν εις τον ευεργέτην του; Ποίος κατάδικος δια μίαν αιώνιον ειρκτήν δεν ευγνωμονεί τον Σωτήρα του κ.ο.κ.;
Δυστυχώς εγώ, αδελφέ, δεν ευχαριστώ τον Θεόν, διότι η λήθη, το γέννημα της υπερηφανείας μου αφήρεσε το λογικόν.

 Πατρικαί Νουθεσίαι

 Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης- Αριζονα

Saturday, December 15, 2012

Ποιος είναι ο λόγος που σήμερα αυξήθηκε τόσο πολύ η αμαρτία;( ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ )


http://vatopaidi.files.wordpress.com/2010/07/osiosnikodimos-1.jpg
Σας πληροφορώ, αδελφοί μου, ότι αν όλοι συνεργούμε στη σωτηρία των αδελφών μας, με βεβαιότητα γρήγορα πρόκειται να διορθωθούν οι κακοί, και να ελευθερωθούν οι πολιτείες μας από τα κακά και τις αμαρτίες. Διότι, αν ένας μόνο άνθρωπος, που έχει ζήλο θεϊκό στην καρδιά του και αγάπη αδελφική, μπορεί να διορθώσει έναν ολόκληρο λαό, πόσο μάλλον μπορεί να διορθώσει τους αμαρτωλούς τόσο και τόσο πλήθος Χριστιανών, αρκεί μόνο να θελήσουν να αποκτήσουν ζήλο και αδελφική αγάπη στην ψυχή τους;
Αλήθεια! όλη η αιτία της απώλειας των σημερινών αμαρτωλών, και όλη η αιτία, για την οποία σήμερα αυξήθηκε τόσο και βασίλεψε η αμαρτία και ο διάβολος στον κόσμο, δεν είναι άλλη παρά εμείς. Διότι βλέποντας τους αδελφούς μας να αμαρτάνουν φανερά και να κάνουν τόσες κακίες, δεν επιμελούμαστε να πάμε όλοι να τους διορθώσουμε πότε με αδελφικές συμβουλές, και πότε με ελέγχους επιπληκτικούς. Αλλά άλλος άλλην πρόφασιν προφασιζόμενος, όλοι με μιας σιωπούμε, ησυχάζουμε και αφήνουμε τον καθένα να κάνει εκείνα τα κακά, που θέλει και βούλεται. Αυτό το βεβαιώνει ο Χρυσόστομος Ιωάννης λέγοντας:

«Μη λέμε ότι δε μας ενδιαφέρει για τους άλλους, αλλά να δείχνουμε τη φροντίδα που ταιριάζει σε αδελφούς. Εγώ μάλιστα σας υπόσχομαι επακριβώς και εγγυώμαι σε όλους σας, ότι αν εσείς θελήσετε όλοι, όσοι βρίσκεστε παρόντες εδώ, να μοιραστείτε (τη φροντίδα για) τη σωτηρία όσων κατοικούν σ’ αυτή την πόλη, σύντομα θα τη διορθώσετε ολόκληρη… Ας μοιραστούμε λοιπόν (τη φροντίδα για) τη σωτηρία των αδελφών μας. Αρκεί ένας άνθρωπος πεπυρωμένος με ζήλο για να διορθώσει ολόκληρο δήμο. Όταν λοιπόν αυτός δεν είναι ένας, ούτε δυο-τρεις, αλλά τόσο πλήθος, που μπορεί να φροντίσει για τη διόρθωση όσων αμελούν, τότε λοιπόν δε φταίει τίποτε άλλο, που οι περισσότεροι χάνονται και καταπίπτουν, παρά  μόνο η δική μας ραθυμία, και όχι η αδυναμία μας. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο, όταν μεν βλέπουμε να γίνεται στην αγορά κάποιος καβγάς, να τρέχουμε και να συμφιλιώνουμε τους μαχόμενους -αλλά γιατί να μιλάω για μάχη; Γάιδαρο να δούμε πεσμένο, τρέχουμε να βάλουμε το χέρι μας και να τον σηκώσουμε-, ενώ για τους αδελφούς μας, που χάνονται, να αμελούμε; (Ανδρ. α΄).
Από τη “Χρηστοήθεια των Χριστιανών” του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη,Λόγος ΙΑ΄, μέρος Α

Monday, December 10, 2012

Η πιο εύκολη αμαρτία




http://vatopaidi.files.wordpress.com/2012/08/agios-dorotheos.jpg?w=491&h=808



Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τί μπορεί να είναι βαρύτερο απ' αυτό; Τί άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ' αυτήν.

Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ' αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μιά μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»;
Αρχίζει ...; ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν' απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ' όσα κατακρίνει.
Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον.

Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση.

" Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.

" Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε.
Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία...

Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι' αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του;... Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων;
Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ' όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει.
Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ' αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα;...

Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει.

Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού;
Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι' αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε.

" Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο καο πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση.

Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του;
Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν' ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ' αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον.
Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ' αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω».

Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ' αυτόν.

Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε ή αν υποψιαστούμε κάτι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σταματάμε μέχρι τη ζημιά που κάνουμε στον εαυτό μας, αλλά συναντάμε και άλλον αδελφό και αμέσως του λέμε: «Αυτό και αυτό έγινε».
Και του κάνουμε κακό βάζοντας στην καρδιά του αμαρτίες... Αλλά ενώ κάνουμε διαβολικό έργο δεν ανησυχούμε κιόλας. Γιατί, τί άλλο έχει να κάνει ο διάβολος από το να ταράζει και να βλάπτει; Και γινόμαστε συνεργάτες των δαιμόνων και για τη δική μας καταστροφή και για του πλησίον...

Από ποιό άλλο λόγο τα παθαίνουμε αυτά, παρά από το ότι δεν έχουμε αγάπη; Γιατί αν είχαμε αγάπη και συμπαθούσαμε και πονούσαμε τον πλησίον μας, δεν θα είχαμε το νου μας στα ελαττώματα του πλησίον... Αν είχαμε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα, όπως ακριβώς έκαναν οι άγιοι, όταν έβλεπαν τα ελαττώματα των ανθρώπων. Γιατί μήπως είναι τυφλοί οι άγιοι και δεν βλέπουν τα αμαρτήματα; Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι άγιοι;
Και όμως δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους. Κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν... Με την μακροθυμία και την αγάπη τραβούν τον αδελφό και δεν τον απωθούν, ούτε τον σιχαίνονται...

Ας αποκτήσουμε λοιπόν και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαχνία για τον πλησίον. Και έτσι θ' αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουδενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ίδιου σώματος...
Ο Θεός ας μας αξιώσει να προσέχουμε όσα μας συμφέρουν πνευματικά και να τα εφαρμόζουμε. Γιατί όσο φροντίζουμε και ενδιαφερόμαστε να εφαρμόζουμε όσα ακούμε, τόσο περισσότερο μας φωτίζει ο Θεός πάντοτε και μας διδάσκει το θέλημά Του.

Αββάς Δωρόθεος

Sunday, December 2, 2012

Περί αμαρτίας



1. Η αμαρτία έχει πέντε δάχτυλα: δύο μας βάζει στα μάτια, δύο στα αυτιά,κι ένα στο στόμα!

2. Κάνε μια αμαρτία δύο φορές και θα σκεφθείς ότι επιτρέπεται.

3. Η μεγάλη αμαρτία είναι παιδί της μικρής.

4. Το κακό με τις ..μικρές αμαρτίες είναι ότι ..δεν μένουν πολύ καιρό μικρές.

5. Η αγάπη μιας μικρής αμαρτίας, είναι …μια μεγάλη αμαρτία.

6. Η συνήθεια της αμαρτίας αφαιρεί την συνείδηση της αμαρτίας.

7. Όποιον πόνο κι αν δοκιμάσει ο άνθρωπος τον ξεχνάει. Μα τον πόνο από το δάγκωμα της συνειδήσεως, δεν τον ξεχνάει ποτέ.

Friday, November 30, 2012

Απαλλαγή από τό σκοτάδι τής αμαρτίας










- Είναι πολύ βαρύ, Γέροντα, να μολύνει κανείς το Άγιο Βάπτισμα;
- Ανάλογα πόσο το μολύνει. Άλλος το μολύνει πολύ, άλλος λίγο, άλλος κάνει έναν λεκέ, άλλος δύο...
- Και είναι τα μεγάλα αμαρτήματα πού μολύνουν το Βάπτισμα;
- Έ, φυσικά, τα θανάσιμα αμαρτήματα το μολύνουν και τότε ή θεία Χάρις απομακρύνεται από τον άνθρωπο. Βέβαια δεν τον εγκαταλείπει, όπως ούτε ό Φύλακας Άγγελος δεν τον εγκαταλείπει. Θυμάστε τι είχε πει ό διάβολος στον ιερέα των ειδώλων για τον μοναχό πού ήθελε να παντρευτεί την κόρη του; Μη βιάζεσαι αυτός εγκατέλειψε τον Θεό, άλλα ό Θεός δεν τον εγκατέλειψε ακόμη.
- Γέροντα, μπορεί κανείς να ζει στο σκοτάδι τής αμαρτίας και να μην το αισθάνεται;
- Όχι, την αίσθηση όλοι την έχουν, άλλα υπάρχει αδιαφορία. Για να έρθει κανείς στο φως τού Χριστού, πρέπει να θέλει να βγει από το σκοτάδι τής αμαρτίας.
Ας πάρουμε για παράδειγμα κάποιον πού κλείσθηκε κατά λάθος σε ένα σκοτεινό υπόγειο. Μόλις δει μία ακτίνα να περνάει από μιά ρωγμή, κοιτάζει πώς να βγει στο φως. Θα άνοιξη σιγά-σιγά την ρωγμή, για να βρει την πόρτα και να βγει έξω.

Έτσι και από την στιγμή πού ό άνθρωπος Θα αισθανθεί το καλό ως ανάγκη και μπει μέσα του ή καλή ανησυχία, Θα καταβάλει προσπάθεια να βγει από το σκοτάδι της αμαρτίας. Αν πει: αυτό πού κάνω είναι λανθασμένο, δεν πηγαίνω καλά, ταπεινώνεται, έρχεται ή Χάρις του Θεού, και από εκεί και πέρα προχωράει κανονικά.

Αλλά, αν δεν μπει μέσα του ή καλή ανησυχία, είναι δύσκολο να βοηθηθεί. Κάποιος λ.χ. βρίσκεται σε κλειστό χώρο και αισθάνεται άσχημα. Του λες: σήκω, άνοιξε την πόρτα και βγες έξω να πάρεις λίγο οξυγόνο, για να συνέρθεις, και εκείνος αρχίζει: Δεν μπορώ να βγω έξω. Και γιατί να είμαι κλεισμένος μέσα και να μην μπορώ να πάρω αναπνοή;Καί γιατί
να μην έχω οξυγόνο; Και γιατί ό Θεός να με έχει εδώ και τους άλλους έξω;.

Έ, μπορεί αυτός να βοηθηθεί; Ξέρετε πόσοι βασανίζονται, επειδή δεν ακούν κάποιον πού μπορεί να τους βοηθήσει πνευματικά;
Ό άνθρωπος με την αμαρτία κάνει τον επίγειο παράδεισο επίγεια κόλαση. Αν ή ψυχή του μολυνθεί με θανάσιμες αμαρτίες,ζει μία δαιμονική κατάσταση αντιδρά, βασανίζεται, δεν έχει ειρήνη. Αντίθετα, όποιος είναι κοντά στον Θεό, έχει τον νου του στα θεία νοήματα και έχει πάντοτε καλούς λογισμούς, είναι ειρηνικός και ζει τον Παράδεισο στην γη. Αυτός ό άνθρωπος έχει κάτι ξεχωριστό από εκείνον πού είναι μακριά από τον Θεό, και αυτό είναι αισθητό και στους
άλλους. Να, αυτό είναι ή θεία Χάρις, ή οποία προδίδει τον άνθρωπο, ακόμη κι αν κρύβεται.




Γεροντας Παισιος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...