Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι βαριές, εἶναι πολύ ἐλαφριές, ἀνακουφίζουν, δροσίζουν καί δημιουργοῦν καί φτιάχνουν μακαριότητα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός μας δέν ζήτησε πολλά πράγματα.
Καί στή Δευτέρα Παρουσία δέν θά πεῖ «γιατί δέν ἀσκητεύσατε…». Ὄχι. Θά πεῖ «γιατί δέν ἐλεήσατε, γιατί δέν θρέψατε, γιατί δέν ντύσατε, γιατί δέν ἀνακουφίσατε τό φυλακισμένο». Τί εἶναι αὐτά; Ἔργα ἀγάπης. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Χριστός «Ποιός εἶναι αὐτός ποὺ μέ ἀγαπάει; Αὐτός πού τηρεῖ τίς ἐντολές μου. Ἐκεῖνος πού δέ μέ ἀγαπάει δέν τηρεῖ τίς ἐντολές μου».
Μέ τόν ἔλεγχο πού ἔκανε στούς ἐξ ἀριστερῶν, ἤθελε νά τούς πεῖ, ὅτι «ἐσεῖς δέν εἴχατε ἀγάπη καί ἐφόσον δέν εἴχατε ἀγάπη, δέν μπορεῖτε νά μπεῖτε στό νυμφώνα τῆς ἀγάπης». Ὁ νυμφώνας τῆς ἀγάπης κερδίζεται μόνο μέ τήν ἀγάπη καί τή θυσία. Γι’ αὐτό θά πρέπει, μέ τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση, νά περάσουμε στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν. Ὁ φαρδύς δρόμος ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στήν κόλαση. Ποιός εἶναι ὁ φαρδύς δρόμος; Ἡ ξένοιαστη κοσμική ζωή, καί ὅταν περνοῦν οἱ μέρες μας ἄδειες…
Δέν πρέπει νά μᾶς πλανᾶ ὁ διάβολος• καί νά προσπαθήσουμε, κατά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ μας, νά καθαρίσουμε τό ἔσωθεν τοῦ ποτηρίου πού εἶναι ἡ ψυχή μας, ἡ καρδιά μας, ὁ νοῦς μας. Ἄν τό μέσα τοῦ ποτηρίου, λέει, τό κάνεις, ἄνθρωπε, καθαρό καί τό ἔξωθεν θά εἶναι καθαρό. Ὑποκριτά, μήν κάνεις τό ἔξω, καί τό μέσα τό ἀφήνεις ἀκάθαρτο. Στά μάτια τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλα φανερά. Τούς ἀνθρώπους θά τούς ξεγελάσουμε, θά δείξουμε ἄλλο πρόσωπο, ἀλλά τά μέσα μας εἶναι γνωστά στό Θεό. Νά φροντίσουμε μέσα μας νά τακτοποιηθοῦμε, ν’ ἀλλάξουμε. Τό χρόνο πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός νά τόν γεμίσουμε μέ καλά ἔργα, μέ καλές σκέψεις, μέ ἁγνά αἰσθήματα.
Νά μήν καθόμαστε καί ἀσχολούμαστε μέ ἀργολογίες, νά μήν ἀσχολούμαστε μέ συζητήσεις ἄκαιρες καί βλαβερές. Ν’ ἀπαλλάξουμε τή γλώσσα μας ἀπό τό νά κρίνουμε τούς ἀνθρώπους, τόν ἀδελφό μας, τόν πλησίον μας. Ὄχι, ὄχι μήν τό κάνουμε αὐτό. Νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας, νά καταδικάσουμε τόν ἑαυτό μας. Ἄν τόν καταδικάσουμε, θά τόν ἀπαλλάξουμε τῆς καταδίκης του Θεοῦ. Ἄν καταδικάσουμε, θά καταδικαστοῦμε κι ἄν κρίνουμε, θά κριθοῦμε, καί μέ ὅποια μεζούρα μετρήσουμε θά μᾶς μετρήσει ὁ Θεός.
Ἡ κάθε στιγμή πού περνάει δέν ξαναγυρνάει. Ὁ διάβολος μᾶς κερδίζει χρόνο, μᾶς ἀπασχολεῖ μέ πράγματα γήινα καί πρόσκαιρα προκειμένου νά μᾶς κερδίσει τό χρόνο νά μήν τόν ἔχουμε, ὥστε νά μήν προσφέρουμε περισσότερα στό Θεό καί στήν ψυχή μας. Ἄς προσέξουμε ὅσο μποροῦμε νά εἴμαστε ἐν ἐγρηγόρσει, νά γρηγοροῦμε στό μυαλό, στήν καρδιά, νά μήν ἀφήνουμε σκέψεις, νά μήν ἀφήνουμε τήν καρδιά μας νά μολύνεται. [...] Πόσες φορές ἄν θά ἐλέγξουμε τή συνείδησή μας, θά δοῦμε ὅτι δέν προσέχουμε. Ἑπομένως δημιουργοῦμε σκάνδαλο. Αὐτές τίς ἁμαρτίες δέν τίς γνωρίζουμε. Νά τίς ἐξαγορευθοῦμε καί νά σβήσουν.
Γι’ αὐτό θά τά προσέχουμε ὅλα αὐτά τά πράγματα, γιά νά εἴμαστε ἕτοιμοι. Ὁ θάνατος εἶναι φοβερός, δέν εἶναι παιχνίδι. Ἐάν κανείς ἀπό μᾶς ἔχει γνωρίσει λίγο περί θανάτου, ἄν κινδύνεψε ἀπό ἀσθένεια, εἶδε πόσο φοβερό εἶναι. Βλέπετε πῶς δακρύζει ὁ ἄνθρωπος ἤ καί κλαίει καί τρέχουν τά μάτια του κατά τήν ὥρα τήν ἐπιθανάτια; Γιατί κλαίει; Γιατί βλέπει ὅτι ἔρχονται οἱ ἐνάντιες δυνάμεις, ἔρχονται τά δαιμόνια ν’ ἁρπάξουν τήν ψυχή. Κι ἡ ψυχή τρέμει σάν τό φθινοπωρινό φύλλο στόν ἐλάχιστο ἄνεμο.
Λέει τό τροπάριο τῆς νεκρώσιμης ἀκολουθίας:
«οἷον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή χωριζομένη τοῦ σώματος, πόσα δάκρυα τότε; Πρός τούς ἀγγέλους τά ὄμματα τρέπουσα ἄπρακτα καθικετεύει, πρός τούς ἀνθρώπους τάς χεῖρας ἐκτείνουσα οὐκ ἔχει τόν βοηθοῦντα».
Λέει, στρέφει τά μάτια στούς ἀγγέλους δέν παίρνει τίποτα. Γιατί οἱ ἄγγελοι λένε «κατά τά ἔργα σου ἀλληλούια». Θά σέ βοηθήσουμε, ἀλλά ἔπρεπε νά βοηθήσεις κι ἐσύ μέ τά ἔργα σου. Σηκώνει τά χέρια πρός τούς ἀνθρώπους, βοηθῆστε με. Κι ἐκεῖνοι λένε: τί νά σέ βοηθήσουμε, τόν ἑαυτό μας δέν μποροῦμε νά βοηθήσουμε, ἐσένα θά βοηθήσουμε; Καί τότε βάζει μυαλό ὁ κάθε ἄνθρωπος. Τί μπορεῖ ὅμως νά κάνει ἐκείνη τήν ὥρα, ἀφοῦ ξεψυχάει;
Αὐτή τή μελέτη, αὐτή τήν ἀλήθεια, αὐτή τήν πραγματικότητα τήν ὁποία βλέπουμε νά τήν ζεῖ κάθε δικός μας ἄνθρωπος ποὺ φεύγει ἀπό τή ζωή, γιατί δέ μᾶς γίνεται μάθημα νά τακτοποιήσουμε τόν ἑαυτό μας τώρα, ὥστε ὅταν ἔρθει αὐτή ἡ περίπτωση, ἡ ὥρα, νά εἴμαστε ἕτοιμοι;
Ναί μέν θά πικραθοῦμε, ὁ θάνατος εἶναι ἀπό φύσεως σκληρός καί πικρός, ἀλλά ὅταν ἡ συνείδηση δέν μᾶς καταμαρτυρεῖ, βάλσαμο ἔρχεται στήν ψυχή. Ἡ ψυχή ἐλπίζει, τῆς γίνεται μία αἴσθηση ὅτι κάτι θά γίνει.
Γι’ αὐτό λοιπόν, πρίν ἔρθει αὐτή ἡ φοβερή ὥρα, πρίν ἔρθει αὐτή ἡ πρώτη κρίση τῆς ψυχῆς ἀπό τή μεγάλη κρίση τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ἄς ἑτοιμαστοῦμε, ἄς προσέξουμε, ἄς βιαστοῦμε τώρα, ὄχι αὔριο καί μεθαύριο.
Ἀπό σήμερα, ἀπ’ αὐτή τή στιγμή, μέσα στήν ψυχή μας μετάνοια κι ἐπιστροφή στό Θεό. Κι ὅταν ὁ Θεός δεῖ αὐτή τήν καλή διάθεση ἀπό μέρους μας, θά μᾶς βοηθήσει. Καί αὐτή τή μικρή διάθεση θά τήν κάνει μεγάλη, ὥστε νά ἐπιτελεστεῖ αὐτή ἡ μεγάλη σωτηρία τῶν ψυχῶν μας.
http://agiameteora.net/
Τὸ μονοπάτι τῆς ζωῆς εἶναι ὅλο πόνος καὶ δάκρυ· ὅλο ἀγκάθια καὶ καρφιά·
παντοῦ φυτρωμένοι σταυροί· παντοῦ ἀγωνία καὶ θλίψη. Κάθε βῆμα καὶ μία
Γεθσημανή. Κάθε ἀνηφοριὰ καὶ ἕνας Γολγοθάς. Κάθε στιγμὴ καὶ μία λόγχη.
«Ἂν μπορούσαμε νὰ στίψουμε τὴν γῆ σὰν τὸ σφουγγάρι θὰ ἔσταζε αἷμα καὶ
δάκρυα».
«Ἄνθρωπος ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ, ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ οὕτως ἐξανθήσει», λέγει ὁ ψαλμωδός.
Τὸ τριαντάφυλλο βγάζει ἀγκάθι καὶ τὸ ἀγκάθι τριαντάφυλλο. Τὰ ὡραῖα
συνοδεύονται μὲ πόνο, ἀλλὰ κι ὁ πόνος βγάζει στὴ χαρά. Συνήθως τὸ
οὐράνιο τόξο ὑψώνεται ὕστερα ἀπὸ τὴν μπόρα. Πρέπει νὰ προηγηθοῦν οἱ
καταιγίδες γιὰ νὰ ξαστερώσει ὁ οὐρανός.
Ἡ διάκριση - φωτισμένη ἀπὸ τὴν χριστιανικὴ πίστη καὶ φιλοσοφία - βλέπει.
Ἔχει τὴν ἱκανότητα μὲ τὴν ἐνόραση νὰ βλέπει πολὺ βαθιὰ ἀπ' τὰ
φαινόμενα. Μέσα ἀπὸ τὸν πόνο βλέπει τὴν χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα, ὅπως ὁ
θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ βγῆκε μέσα ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ Πάθους καὶ τοῦ Σταυροῦ.
Τὰ πιὸ θαυμάσια ἀγάλματα ἔχουν τὰ περισσότερα κτυπήματα.. Οἱ μεγάλες
ψυχὲς ὀφείλουν τὴν μεγαλοσύνη τους στὰ κτυπήματα τοῦ πόνου. Τὰ χρυσὰ καὶ
βαρύτιμα κοσμήματα περνοῦν πρῶτα ἀπ' τὴν φωτιά.
Συγκλονίζει τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ὁ πόνος. Εἶναι φωτιὰ, καμίνι ποὺ καίει
καὶ κατακαίει. Εἶναι καταιγίδα καὶ τρικυμία. «Τὰ σπλάχνα μου καὶ ἡ
θάλασσα ποτὲ δὲν ἡσυχάζουν», λέει ὁ Σολωμός. Εἶναι στιγμὲς ποὺ οἱ
δοκιμασίες ἔρχονται ἀπανωτές, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην ἢ καὶ ὅλες μαζί. Πολὺ
βαρὺς τότε ὁ σταυρός. Ἡ ἀγωνία κορυφώνεται. Ἡ ψυχὴ φορτίζεται τόσο,
ὥστε εἶναι ἕτοιμη νὰ λυγίσει. Ὅλα φαίνονται μαῦρα· παντοῦ σκοτεινά.
Παντοῦ ἀδιέξοδα. Λέει ὁ ἅγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Τὰ καλὰ φύγανε, τὰ
δεινὰ εἶναι γυμνὰ καὶ προκλητικά, τὸ ταξίδι γίνεται μέσα στὴ νύχτα,
φάρος δὲν φαίνεται πουθενὰ καὶ ὁ Χριστὸς φαίνεται νὰ κοιμᾶται».
Καρφιὰ καὶ μαχαίρια εἶναι τῆς ζωῆς οἱ θλίψεις. Μαχαίρια καὶ καρφιὰ ποὺ
σκίζουν ἀνελέητα καὶ τρυποῦν τὶς καρδιές. Τὶς πυρακτώνουν καὶ τὶς
παραλύουν ἐξουθενωτικά.
Τὸ μόνο ποὺ ἀπομένει σὲ τοῦτες τὶς στιγμὲς εἶναι ἡ κραυγὴ ποὺ σὰν
παράπονο ἱκεσίας ἀπευθύνεται στὸ Θεό. «Ἐλέησόν με Κύριε.... Ἡ ψυχή μου
ἐταράχθη σφόδρα...ἐκοπίασα ἐν τῷ στεναγμῷ μου...ἐγενήθη ἡ καρδία μου
ὡσεὶ κηρὸς τηκόμενος... Ἐλέησόν με Κύριε ὅτι θλίβομαι...ἐξέλιπεν ἐν
ὀδύνῃ ἡ ζωή μου καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς...ἐπελήσθην ὡσεὶ
νεκρός...ἐγενήθην τὰ δάκρυά μου ἐμοὶ ἄρτος ἡμέρας καὶ νυκτός...ἵνα τί
περίλυπος εἶ ἡ ψυχή μου, καὶ ἵνα τί συνταράσσεις με;»
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ἀλλὰ τὸ στεφάνι του εἶναι
ἀπὸ ἀγκάθια. Ἡ πορεία του εἶναι ἄλλοτε τραγούδι καὶ συμφωνία χαρᾶς, τὶς
περισσότερες ὅμως φορὲς εἶναι ἕνα θλιβερὸ καὶ ἀσταμάτητο πένθιμο
ἐμβατήριο.
Μεγάλο καὶ αἰώνιο τὸ πρόβλημα τοῦ πόνου. Τὸ μελέτησαν φιλόσοφοι καὶ
κοινωνιολόγοι καὶ ψυχολόγοι καὶ ἄλλοι πολλοί. Τὴν αὐθεντικότερη ὡστόσο
ἀπάντηση τὴ δίνει ὁ χριστιανισμός, ἡ πίστη, ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἡ
ἀπάντηση εἶναι διπλή. Θεολογικὰ εἶναι συνέπεια τῆς πτώσεως, ὅπως ὅλα τὰ
κακά.. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς χρήσεως τῆς ἐλευθερίας. Εἶναι καρπὸς
τῆς παρακοῆς. Ἠθικὰ εἶναι εὐκαιρία καὶ μέσον ἀρετῆς καὶ τελειώσεως.
Θὰ σέβομαι πάντα τὸν Θεὸ- λέγει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος - ὅσα ἐνάντια καὶ
ἂν ἐπιτρέπη νὰ μὲ βροῦν. Ὁ πόνος γιὰ μένα εἶναι φάρμακο σωτηρίας. Ὁ δὲ
μέγας Βασίλειος λέγει: «Ἐφ' ὅσον μᾶς ἑτοιμάζει ὁ Θεὸς τὸ στεφάνι τῆς
βασιλείας Του, ἀφορμὴ γιὰ ἀρετὴ ἂς γίνει ἡ ἀσθένεια». Οἱ θλίψεις θὰ πεῖ
καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομός μᾶς φέρνουν πιὸ κοντὰ στὸ Θεό. Καὶ ὅταν
σκεφτόμαστε τὸ αἰώνιο κέρδος τῶν θλίψεων δὲν θὰ στεναχωριόμαστε.
Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ τόσο διωγμένος καὶ πονεμένος καὶ κατάστικτος
ἀπὸ τὰ «στίγματα τοῦ Κυρίου», διδάσκει ὅτι, ὁ Θεὸς ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο
νὰ πονέσει μὲ τὶς θλίψεις, « ἐπὶ τὸ συμφέρον, εἰς τὸ μεταλαβεῖν τῆς
ἁγιότητος αὐτοῦ».
Χιλιάδες τρόπους ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ σὲ κάμει νὰ ἰδεῖς τὴν ἀγάπη Του. Ὁ
Χριστὸς μπορεῖ νὰ μετατρέψει τὴν δυστυχία, σὲ μελωδικὸ δοξολογητικὸ
τραγούδι. «Ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται» εἶπε ὁ Κύριος.
Τέτοια μάχη, τέτοια νίκη. «Στὴν ἀγορὰ τ' οὐρανοῦ δὲν ὑπάρχουν φτηνὰ
πράγματα». Οἱ στιγμὲς τοῦ πόνου καὶ τῆς θυσίας εἶναι στιγμὲς εὐλογίας.
Κοντὰ σὲ κάθε σταυρό, εἶναι καὶ μία ἀνάσταση. Τί κι' ἂν τώρα πονᾶμε καὶ
κλαῖμε ἀσταμάτητα; «Τὸ γὰρ παραυτίκα ἐλαφρόν τῆς θλίψεως ἡμῶν καθ'
ὑπερβολὴν εἰς ὑπερβολὴν αἰώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ἡμῖν», λέει ὁ
Παῦλος.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ πόνου εἶναι ὁ ἄριστος ἀθλητὴς τῆς ζωῆς μὲ τὶς ἔνδοξες
νίκες. Θ' ἀκριβοπληρωθεῖ μὲ τὰ αἰώνια βραβεῖα, «ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ οἶδε καὶ
οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἠτοίμασεν ὁ Θεὸς
τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν», λέει πρὸς Κορινθίους ὁ Παῦλος.
Ὅποιος ἀτενίζει καὶ ἀντιμετωπίζει τὸν πόνο μὲ τὸ πρίσμα τῆς αἰωνιότητος,
εἶναι ἤδη ἀπὸ τώρα νικητής. Εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς ποὺ μὲ τὴν ἀκατάβλητη
πίστη στὸ Θεὸ ἔφθασε στὴν χαρά. Γεύτηκε τὴν χρηστότητα τοῦ Κυρίου καὶ
εἶναι ὑποψήφιος στεφανηφόρος. Μπορεῖ νὰ ἐπαναλάβει τοῦ Ἀπ., Παύλου τὴν
νικηφόρα κραυγή: «τὸν ἀγώνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα,
τὴν πίστιν τετήρηκα, λοιπὸν ἀποκείταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὅν
ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ».
Μὲ τέτοιες μεταφυσικὲς διαστάσεις ἡ ὑπέρβαση τοῦ πόνου καὶ ἡ μεταμόρφωσή
του σὲ χαρὰ λυτρωτική, εἶναι πραγματικότητα, Εἶναι ἀλλοίωση ποὺ
ὀφείλεται στὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μετακαίνωση - παράλογο γιὰ τὸν
ἄνθρωπο τοῦ ὀρθοῦ λόγου - φυσικὴ συνέπεια τῆς χριστιανικῆς πίστεως.
Εἶναι γιὰ τὸν ἄνθρωποι τῆς πίστεως, τὸ μέγα θαῦμα τῆς ἀλλοίωσης τοῦ
Θεοῦ. Ἡ μεταφυσικὴ βίωση τοῦ πόνου ὁδηγεῖ στὴ λύση τοῦ μεγάλου
προβλήματος. Ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ σκοτάδι στὸ φῶς.
Ὀφείλουμε λοιπόν, ν' ἀποδεχόμαστε τὸν πόνο ποὺ μᾶς ἐπισκέπτεται, σὰν μιὰ
εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τὸ σιτάρι συμπιέζεται καὶ λιώνει μέσα στὴ γῆ, ἀλλὰ
τότε καρποφορεῖ τὴν ζωή. Πλούσια καὶ εὐλογημένη τοῦ πόνου ἡ συγκομιδή.
Μεγάλη ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ στὸν ἀγρὸ τῶν δακρύων. Εὐλογία ποὺ τὴν βιώνουν
ὅσοι μὲ τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως ἀληθινὰ πιστεύουν.
Εὐλογία Θεοῦ καὶ ἔλεος ὅσοι διῆλθαν τὸ καμίνι τοῦ ποικίλου πόνου μὲ
θεϊκὴ δύναμη καὶ ἐπίγνωση. Τοὺς περιμένει ἡ αἰώνια, ἡ ἀθάνατη, ἡ
πανευτυχὴς ἀνάπαυσις ἐν τῷ Θεῶ. Ἀμήν.
Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης (Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου)

Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης
Εὐλογημένα μου παιδιά, σήμερα ὁ λόγος μας θὰ εἶναι καὶ πάλι γιὰ τὴν εὐλογημένη νοερὰ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας.
Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ προσευχὴ αὐτή; Γιατί δὲν μοιάζει μὲ τὶς ἄλλες γνωστὲς προσευχὲς καὶ τὰ ὡραιότατα λατρευτικά, δοξαστικά, ἱκετευτικὰ καὶ ὑμνολογικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας; Διότι εἶναι ἡ πεμπτουσία ὅλων αὐτῶν τῶν προσευχῶν, σὲ μιὰ τελείως λιτὴ διατύπωση, εὔκολη, εὔχρηστη, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴ καὶ ἁγιαστική, ἀφοῦ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖται γίνεται ὄχι μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ βαπτισμένου ἀνθρώπου, ὅπου κατοικεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖ συγκεντρώνεται ὁ νοῦς, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο καὶ συγκεντρούμενος μέσα στὸ φυσικό του κατοικητήριο (τὴν καρδιὰ) καὶ ἐκεῖ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, ἐπικαλούμενος νοερά, ἀφάνταστα, ἀσχημάτιστα, ἀχρωμάτιστα, ἀδιάλειπτα, τὸ πανίσχυρο καὶ ζωοπάροχο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν».
Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας εἶναι ἁπλή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μακροχρόνιο κόπο καὶ βία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Διότι ἡ προσευχὴ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μόχθος καὶ κόπος ἀέναος, γιὰ νὰ ἀποσπάσουμε τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ τὰ μάταια καὶ νὰ στραφοῦμε ἀνυποχώρητα πρὸς τὰ οὐράνια. Ὁ Ἀββᾶς Εὐάγριος ἔγραψε, «προσευχὴ γὰρ ἐστὶν ἀπόθεσις νοημάτων».
Ἡ πιὸ δύσκολη ἀρετὴ εἶναι ἡ προσευχή, διότι αὐτὴν μάχεται καὶ ἐχθρεύεται ὁ μισόκαλος διάβολος, καὶ μετέρχεται τὰ πάντα μὲ ἀπίθανη πονηρία προκειμένου νὰ τὴν ἐμποδίσει, εἰδικὰ αὐτήν, τὴν νοερὰ καλουμένη προσευχή, καὶ ἔτσι νὰ ἀποτρέψει τὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ τὴν ἐγκάρδια συνομιλία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μὲ τὸ Θεό.
Εἶναι τόσοι οἱ περισπασμοὶ τοῦ ἀνθρώπου, τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἡ πολύμορφη ματαιολατρεία καὶ οἱ πειρασμοί, ὥστε δύσκολα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ στρέψει τὴν προσοχὴ του ἀπόλυτα καὶ νὰ ἑνώσει τὸ νοῦ μὲ τὴν καρδιά. Ὅσο ἁπλὸ φαίνεται καὶ εὔκολο, νὰ ὁδηγήσει ὁ προσευχόμενος τὸ νοῦ του στὴν καρδιά, τόσο καὶ οἱ προβαλλόμενες δυσκολίες ἐκ τοῦ πονηροῦ εἶναι προβληματικές, τουλάχιστον στὴν ἀρχὴ τῆς προσπάθειας. Χρειάζεται κόπος πολὺς καὶ ἀγώνας καὶ ἐπιμονὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ νοῦς μέσα στὴν καρδιά.
Χρειάζεται ἀκόμη, μεγάλη προσοχή, νὰ γνωρίζουμε τὸν μηχανισμό της καὶ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε νὰ μὴν πέσει κανεὶς σὲ πλάνη καὶ φαντάζεται ὅτι προσεύχεται νοερῶς ἢ ἀκόμη ὅτι βλέπει ὁράματα, καὶ γίνει περίπαιγμα τῶν δαιμόνων. Πόση ἀνάγκη λοιπὸν ἔχει ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερὰ καὶ μὲ προαίρεσι ἀγαθή, ἀπὸ ἔμπειρον ὁδηγὸν στὰ τοιαῦτα! Ἀπὸ ἔλλειψη ὁδηγῶν, πολλοὶ πλανέθηκαν ἀπὸ πονηρία τῶν δαιμόνων καὶ ἔχασαν τὴν ψυχή τους.
Ἔτσι λοιπόν, ἡ προσευχὴ ποὺ ἀρχίζει ὡς θεληματικὴ ἐνέργεια καὶ ὡς βία κατὰ τῶν ματαίων ἐπιθυμιῶν μας, σιγὰ - σιγὰ γίνεται θεόσδοτο καὶ οὐράνιο δῶρο καὶ συνεχίζεται μέσα μας, σὰν μιὰ δεύτερη ἀναπνοή, νύχτα καὶ ἡμέρα, καὶ μᾶς φέρνει σὲ ἄμεση καὶ ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό, καὶ ἡ ψυχή μας δέχεται τὴν ἀγαλλίαση τοῦ Θείου Πνεύματος, σὰν φώτιση, κάθαρση, ἁγιασμὸ καὶ ὅλες τὶς ἄλλες θεῖες δωρεές.
Ὅταν, λοιπόν, κατανοήσουμε ὅτι μὲ τὴ βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν καθαριστήκαμε μόνο ἀπὸ τὸν ρύπο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλὰ ταυτόχρονα δεχθήκαμε τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ πιστεύσομε εἰλικρινὰ ὅτι μέσα μας κατοικεῖ ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, ὁ ἄπειρος καὶ ἀπερινόητος, τότε ἡ πίστις αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀντιληφθοῦμε καθαρὰ τὴν σημασία, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, καὶ τὸν λόγο, ποὺ ἐπιβάλλει τὴν συγκέντρωση τῆς προσοχῆς καὶ τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδιά.
Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων, «σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖον σου...» δὲν ἀναφέρονται σὲ κανένα ὑλικὸ ταμεῖο, σὲ χῶρο ὑλικό, ἀλλὰ πνευματικό. Καὶ πνευματικὸ ταμεῖο τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ καρδιά. Ἡ καρδιὰ ἐπίσης εἶναι -κατὰ τοὺς Νηπτικοὺς Πατέρες- καὶ τόπος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς τῆς ψυχῆς. Καὶ ὅταν ὁ νοῦς κατέβει στὴν καρδιὰ καὶ δὴ στὴν πνευματική, δὲν πρέπει νὰ μείνει σιωπηρὸς καὶ ἄπραγος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀσχολεῖται πάντοτε μὲ τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», χωρὶς διακοπή, πρᾶγμα, ποὺ τὸ κατορθώνει ἡ βία, κυρίως ὅμως τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Ὁ διάβολος πολὺ ἐνοχλεῖται μ' αὐτὸ τὸ θέμα. Δὲν θέλει ἐπ' οὐδενὶ λόγῳ νὰ λέγεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀντιστρατεύεται τρομερὰ ὅταν δεῖ ἄνθρωπο νὰ σκέπτεται ἢ νὰ ἀρχίζει νὰ προσεύχεται νοερά. Τὸ πανάγιο ὄνομα τοῦ Σωτῆρος τὸν κάνει ἀνάστατο, θηρίο.
Βλέπετε πὼς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πλᾶσμα του, τὸν ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ μεγάλη. Ὁ Χριστὸς ἂν καὶ Θεός, ἐπτώχευσε, ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ πέρασε τόσα βάσανα γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή. Τὸ μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν περιγράφεται. Μιὰ στιγμὴ αὐτῆς τῆς ἐπουρανίου ζωῆς εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη καὶ ὡραιότερη, ἀπ' ὅλες τὶς χαρὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γι' αὐτὸ μὴ προσκολληθεῖ ἡ ψυχή μας σ' αὐτὸ τὸν μάταιο καὶ παροδικὸ κόσμο. Ἐδῶ ὅ,τι ἔχουμε, μιὰ μέρα θὰ τὸ χάσουμε. Γιατὶ δὲν μᾶς χρειάζεται ἐκεῖ. Θὰ πάρουμε μαζί μας μόνο τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὴν καθαρὴ ψυχή. Αὐτὰ θὰ γίνουν εἰσιτήριο γιὰ τὸ οὐράνιο ταξίδι. Ἂν εἴμαστε καθαροὶ θὰ συνοδεύσουν ἄγγελοι τὴν ψυχή μας στὸν ἄγνωστο αὐτὸ δρόμο ποὺ πρώτη φορὰ θὰ βαδίζει πηγαίνοντας νὰ προσκυνήσει τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἂν τότε βρεθοῦμε χρεωμένοι, ἄλλοιμονό μας, μᾶς ἁρπάζουν οἱ δαίμονες˙ δὲν ὑπάρχει φρικτώτερη ὥρα ἀπ' αὐτήν. Αὐτὰ νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, καὶ νὰ δοξάζουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅ,τι θλίψεις περνᾶνε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐκεῖ θὰ μᾶς εἶναι ἀνακούφιση˙ θὰ εἶναι βραβεῖα τῆς ὑπομονῆς μας στὸν κόσμο αὐτό. Ὅποιος δὲν περάσει βάσανα σ' αὐτὸ τὸν κόσμο, δὲν σώζεται. Κάνετε λοιπὸν ὑπομονὴ μέχρι τέλους. «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται».
Ὁ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐνανθρωπήσας Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εὔχομαι νὰ γεννηθῆ μέσα στὶς ψυχὲς ὅλων μας, γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγιάζει καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν ἀγώνα τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, στὴν καταπολέμηση τῆς ἀμέλειας καὶ τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας, διὰ πρεσβειῶν τῆς Κεχαριτωμένης Παρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Ἀμήν.
Θαυμάσια καὶ σωτήρια ἡ φωτισμένη πεῖρα τῶν θεοφόρων Πατέρων μας, μᾶς βοηθᾶ, ὥστε εὔστοχα νὰ διδασκώμεθα τὸν τρόπο καὶ τὸν σκοπὸ τῆς νοερᾶς προσευχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φθάνει ὁ καλῶς προσευχόμενος στὴ θεία ἐπαφὴ κατὰ τρόπο ἀνέκφραστο. Τόσο οἱ παλαιοὶ ἀσκητὲς Πατέρες, ὅσο καὶ οἱ τωρινοὶ Γέροντες, μᾶς λέγουν πῶς νὰ προσευχώμεθα: κάθησε σ' ἕνα τόπο παράμερο, ἥσυχο, μόνος μέσα στὸ κελλάκι σου καὶ ἐκεῖ μάζωξε τὸ νοῦ σου ἀπὸ κάθε πρόσκαιρο καὶ μάταιο πρᾶγμα. Πρωτίστως ὅμως, ὁ νοῦς, μὲ τὴν αἴσθησή του, νὰ ἔχει βρεῖ τὴν καρδιά, χωρὶς νὰ τὴν φαντάζεται, σκεπτόμενος ὅτι στὴν καρδιὰ βρίσκεται ἡ ἀόρατη χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος ποὺ ἐλάβαμε μὲ τὴν βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Στὴν ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ὑπάρξουν δυσκολίες, κυρίως ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀλλ' αὐτὲς δὲν πρέπει νὰ σταθοῦν ἐμπόδιο διότι θὰ παραμερίσουν μὲ τὸ χρόνο καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει πολὺ νὰ προσέξουμε, εἶναι ἡ ἀμέλεια. Ὁ χαμένος χρόνος δὲν ξαναγυρίζει πλέον γιὰ νὰ ποῦμε τὶς χαμένες εὐχές. Τὸ πνευματικὸ κέρδος των δὲν τὸ ἔχουμε βάλει στὸ πνευματικὸ βαλάντιο. Αὐτὸ θὰ μᾶς συμβεῖ καὶ στὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, ἂν δὲν ἀναλάβουμε ἀγώνα ἐπιμελημένο, νὰ βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας στὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἀποκλείοντας ἔτσι τὰ κακὰ τῆς ἀμέλειας.
Ὅταν νοιώθω τὴν εὐχὴ νὰ λέγεται τόσο ὄμορφα καὶ ἡ ψυχή μου νὰ ὁλοδροσίζεται θεοχαριτωμένα, τότε πιά, πέρα ὡς πέρα, ἀντιλαμβάνομαι τί μεγάλη ζημιὰ μοῦ ἔκανε ὁ λίβας τῆς καταστρεπτικῆς ἀμέλειας, καίγοντας καὶ μαραίνοντας τὸ ὁλόδροσο θεϊκὸ λουλούδι, τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Τρέμω ἀπὸ φόβο καὶ ἔλεγχο, γιὰ τὸ τί θὰ πῶ στὸ Θεό, μετὰ ἀπὸ τόσες γνώσεις περὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὅταν παρουσιάσω τόση ἀσυγχώρητη ἀμέλεια στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ μας.
Ἑκατομμύρια εὐχὲς ματαίωσε ὁ χρόνος τῆς ραθυμίας καὶ τῆς ἀμέλειας! Νὰ ἦταν αὐτὸ μόνο! Ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ πλαδαρὴ ζωὴ πόσα καὶ πόσα ἁμαρτήματα δὲν συσσωρεύουν, καὶ σὰν ἄλλο δυσβάστακτο φορτίο, φορτώνονται στοὺς ἀδύναμους ὤμους τῆς καχεκτικῆς ψυχῆς τοῦ ἀμελοῦς!
Τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου γίνονται τεῖχος (κατὰ τοὺς Πατέρες) ἀνάμεσα ψυχῆς καὶ Θεοῦ καὶ ἐμποδίζουν ἔτσι τὸ θεῖο ἔλεος νὰ κατέλθει στὸν ἄνθρωπο. Τὸ μακάβριο αὐτὸ τεῖχος τῶν ἁμαρτιῶν πρέπει νὰ πέσει, γιὰ νὰ ἐπανασυνδεθεῖ ἡ ψυχή, μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα της. Καὶ πέφτει μόνο μὲ τὴν ἱερὴ δύναμη τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς μετάνοιας. Καὶ τότε, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει ὡς ἄλλη δρόσος Ἀερμών, σὰν ὁλοφώτεινος ἀνοιξιάτικος ἥλιος, καὶ πλημμυρίζει ἡ καρδιὰ τοῦ κεκαθαρμένου ἀνθρώπου ἀπὸ χάρι καὶ δάκρυα μετανοίας καὶ ἀνέκφραστης χαρᾶς. Καὶ ἂν διατηρήσει αὐτὴ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἐν προσοχῇ σὲ ὅλα, καὶ τὴν σμίξει μὲ τὴν ἐργασία τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, καὶ χωρίσει τὸν ἑαυτό του ἐν ἡσυχίᾳ, μονάζων «ὡς στρουθίον ἐπὶ δώματος», τότε ἄρχονται τὰ ὑψηλὰ τοῦ θείου ἐλέους. Ἐδῶ ἀφήνω τὸν ἡσυχαστικὸ φιλόσοφο, τὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὰ ὑψηλὰ χαρίσματα τῆς μετανοίας καὶ τῆς εὐχῆς.
«Διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, φεύγουν οἱ μάταιοι λογισμοί, ὁ νοῦς περιορίζεται εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν θείων νοημάτων, δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν παροῦσαν ζωήν, ἀλλὰ ἐκ τῆς μεγίστης ἡδονῆς τῆς συνεχοῦς μελέτης τοῦ θείου ὀνόματος, ὑψοῦται εἰς τὸν Θεόν. Λαμβάνει αἴσθησιν τῆς ἄλλης ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καὶ τὴν εἰς τοὺς δικαίους ἀποκειμένην ἐλπίδα, προγεύεται τὸ μεγαλεῖον ἐκείνης τῆς ζωῆς καὶ λέγει μετ' ἐκπλήξεως, «ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως καὶ φρονήσεως τοῦ ἀνεξιχνιάστου Θεοῦ». Διότι ἡτοίμασεν ἄλλον κόσμον τόσον θαυμαστὸν διὰ νὰ εἰσαγάγη εἰς αὐτὸν ὅλους τοὺς λογικοὺς καὶ φυλάξει αὐτοὺς εἰς τὴν ἀτελεύτητον ζωήν... Κάθε κόπος καὶ μόχθος καὶ πειρασμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν μακαρίαν ἐκείνην ζωήν. Καὶ μυρίας ζωὰς ἐὰν ἔχομεν, καὶ ὅλας ἐὰν τὰς ἐθυσιάζαμεν, δὲν ἐκάναμεν τίποτε τὸ σπουδαῖον ἐν σχέσει πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Δεσπότης Χριστός, διὰ τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ αἵματος ἐπιποθεῖ νὰ ἀποκαταστήση ἡμᾶς... Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος λέγει «οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῖν ἀποκαλυφθῆναι δόξαν». (Αὐτὸ ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ).
Τί πόθος ἱερός, τί ζῆλος ἀγαθὸς ποὺ γίνεται στὴν ψυχή, ἀκούγοντας τόσα ὡραῖα πνευματικὰ χαρίσματα περὶ οὐρανίας γεύσεως, ποὺ λαμβάνει ἐκεῖνος ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινά, ποὺ προσεύχεται συνεχῶς καὶ ἡσυχάζει. Ἂν θέλουμε καὶ ἡμεῖς νὰ γευθοῦμε μὲ αἴσθηση τὴν αἰώνια ζωή, τὸ Θεὸ μέσα μας, μὲ αἴσθηση καὶ ψηλάφηση, πρέπει νὰ ἀναλάβουμε βιαστικὸ ἀγώνα νήψεως ἐν πᾶσι. Νὰ ἀφήσουμε τὴν ἀμέλεια στὴν ἄκρη, καὶ νὰ πιάσουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὸ στόμα, στὸ νοῦ, ἀδιάλειπτα, προσέχοντας καὶ ἐπαγρυπνώντας σὲ ὅλα. Ἡ ἐπίγνωση τῆς μηδαμινότητάς μας νὰ κάμνει ἀνύστακτα τὴν παρουσία της σ' ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ νοῦ. Ἡ μνήμη τῆς θείας παρουσίας, πρέπει νὰ μᾶς συνέχει συνεχῶς.
Τί νοερὴ δροσιὰ ποὺ ἁπλώνεται στὴν ψυχή, καὶ τί ἀσφάλεια τῆς γίνεται, νοιώθοντας ὅτι ζῆ καὶ ὑπάρχει μέσα στὸ Θεὸ Πατέρα της καὶ αὐτὸς μέσα σ' αὐτήν! Τί μακαριώτερο νὰ ἀξιωθεῖ ὁ τιποτένιος ἄνθρωπος νὰ νοιώσει ζωντανὰ τὸ Θεὸ κατὰ χάριν καὶ μέθεξιν!
Εὐλογημένα μου παιδιά! Προσπαθῆστε νὰ αἰσθανθῆτε τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ Χριστὸς «ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ καὶ γέγονεν ἄνθρωπος» γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν Οὐράνια βασιλεία Του. Ἐχάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων τὸν ἐπίγειο Παράδεισο, ἀντ' αὐτοῦ ὅμως ὁ Χριστός, μᾶς χαρίζει τὸν οὐράνιο Παράδεισο.