Showing posts with label ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. Show all posts
Showing posts with label ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ. Show all posts
Sunday, August 24, 2014
Saturday, June 28, 2014
Ανάβαση στην κορυφή του Άθωνα

ΦΩΤΟ:osiaefxi.com
Από την Καλύβη των Δανιηλαίων στα Κατουνάκια ετοιμάστηκαμε να ξεκινήσουμε την οδοιπορία μας προς την ενδότερη αθωνική έρημο και την ακροτάτη κορυφή του ΄Αθωνος.
Η διαδρομή προς τα άνω ήταν πολύ ανηφορική και κάπως μπερδεμένη, αφού υπήρχαν πολλά μονοπάτια που οδηγούσαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Γι αυτό δοκιμάσαμε μεγάλη χαρά, όταν ακούσαμε το Γέροντα Γρηγόριο να μας λέει ότι μαζί μας θα ερχόταν και ο Θανάσης, ένας νεαρός φοιτητής της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, πνευματοκοπαίδι των Δανιηλαίων, που είχε να μεταφέρει κάποιες επιστολές στους Κερασιώτες και Αγιοβασιλειάτες Πατέρες.
Ο Θανάσης ήταν έμπειρος περιπατητής της ενδότερης ερήμου του ΄Αθω, γιατί είχε την ευλογία να τη διαβεί κι άλλες φορες. Ετσι κι εμείς ομολογουμένως αισθανθήκαμε κάποια ανακούφιση κι ασφάλεια, αφού δεν υπήρχε πια κίνδυνος να “χαθούμε” μέσα στο κακοτράχαλο τοπίο και στα πολλά μονοπάτια της βαθυτέρας αθωνικής ερήμου.
Κάναμε το σταυρό μας και ξεκινήσαμε. Πήραμε το κακοτράχαλο ανηφορικό μονοπάτι που θα μας οδηγούσε στον προορισμό μας κι ίσως και στην “ακροτάτη κορυφή”.
Ύστερα από σύντομη διαδρομή αντικρίσαμε προς τα δεξιά μας τις Καλύβες και τα Ησυχαστήρια των ανατολικών Κατουνακίων, απλωμένα στις πλαγιές μιας γραφικής ρεματιάς, που φιλοξένησαν στο παρελθόν και φιλοξενούν και σήμερα αγωνιστές μοναχούς.
Ανάμεσά τους ξεχωρίσαμε το Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, όπου ασκείται ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης με τη συνοδεία του, ένας από τους οσιότερους και πνευματικότερους Πατέρες του σύγχρονου Αθω. Συγχρόνως φέραμε στο νου μας τις μεγάλες ασκητικές μορφές που αγωνίστηκαν κατά το πρόσφατο παρελθόν εδώ με πνευματικό ηρωισμό και αυταπάρνηση και άνθισαν πνευματικά στην ξηρή κι άνυδρη έρημο των Κατουνακίων. Μεταξύ αυτών κορυφαία θέση κατέχουν ο Γέροντας Ιγνάτιος ο Πνευματικός και ο έγκλειστος Γέροντας Καλλίνικος ο Ησυχαστής, ο μεγάλος νηπτικός πατέρας του Αθω.

Φωτο:fdathanasiou.wordpress.com
Αφήνοντας πίσω μας τα Κατουνάκια αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς την Κερασιά. Ευτυχώς το πολύ ανηφορικό μονοπάτι που οδηγεί εκεί σε πολλά σημεία του ήταν σκιερό κι έτσι ο φοβερός καύσωνας μετριαζόταν λιγο και μας επέτρεπε να συνεχίζουμε υπομονετικά την πορεία μας προς τα άνω. Κάποιες στιγμές σταματούσαμε λίγο, για να ανασάνουμε, και ρίχναμε τη ματιά μας προς τα κάτω βλέποντας το άγριο κακοτράχαλο τοπίο με τις χαράδρες, τα κράσπεδα των βράχων και τις ορθόκοφτες κορυφές κι εκφράζοντας το θαυμασμό μας που κατορθώσαμε να διαβούμε επιτυχώς όλα αυτά και να τα βλέπουμε τώρα αφ’ υψηλού.!
Κάποια στιγμή φτάσαμε κάθιδροι και κατάκοποι,σ χεδόν εξαντλημένοι, στο “Σταυρό”. Σ’ ένα σημείο στο οποίο δεσπόζει ένας μεγάλος ξύλινος Σταυρός, αιώνιο σύμβολο καρτερίας, πόνου, αγώνα σώματος και ψυχής,α ιώνιο σύμβολο κάθαρσης, λύτρωσης και ανάστασης. Λέγεται ότι τον εστησε εκεί ο Οσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης τον καιρό που περιπλανιόταν στις κορυφές, στις πλαγιές και στις χαράδρες της περιοχής απολαμβάνοντας την απολυτη ησυχία και την ανείπωτη Χάρη του Ακτίστου Φωτός.
Από το σημείο αυτό το ανηφορικό μονοπάτι γίνεται σχεδόν οριζόντιο, ευθύ και μετά από λίγο οδηγεί σ’ ένα σταυροδρόμο στην άκρη του οποίου υπάρχει μια βρύση που τρέχει γάργαρο αθωνίτικο νερό. Το μονοπάτι προς τα αριστερά οδηγεί στην Παναγία σε υψόμετρο 1.500 μ. περίπου και από κει στην κορυφή του Αθωνος. Προς τα δεξιά οδηγεί στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και προς τα εμπρός στις Καλύβες της Κερασιάς και προς τα Καυσοκαλύβια.

Φωτο:cogitogr.blogspot.com
Σταθήκαμε για λίγο εδώ, πληθήκαμε και δροσιστήκαμε με το κρυστάλλινο νερό που φτάνει εδώ από την καρδιά του Αθωνος. Δέντρα μικρά και μεγάλα ίσκιωναν την περιοχή, μια ανάλαφρη αρωματική μυρουδιά κυριαρχούσε στον αιθέρα, η απόλυτη ησυχία, η απέραντη γαλήνη και η σιωπή που επικρατούσαν χάιδευαν την ψυχή μας και δημιουργούσαν ένα αίσθημα ιερής κατάνυξης.
Βρισκόμασταν στο θαυμάσιο τοπίο της Κερασιάς, στον ευωδιαστό κήπο του Περιβολιού της Παναγίας, όπως εύστοχα την έχει ονομάσει σύγχρονος Κερασιώτης Ασκητής. προχωρήσαμε στο μονοπάτι και σε λίγο αντικρύσαμε τα Ησυχαστήρια της πνιγμένα μέσα στους κήπους και στα δέντρα. Δέντρα άγρια και δέντρα οπωροφόρα, κερασιές, αχλαδιές, έλατα, πουρνάρια, αγριοκορομηλιές, πλατάνια ακόμη και μουριές.
Προς τα βόρεια της Κερασιάς υψώνεται επιβλητικά ο κωνικός όγκος του Αθωνος, δυτικά οι ορθόκοφτες βραχοκορφές του Καρμηλίου, που στον πιο ψηλό σημείο του δεσπόζει το γραφικό εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Προς τα ανατολικά απλώνεται ένα δάσος με πουρνάρια φυτρωμένα πάνω στις εκεί βραχοπλαγιές. Και προς τα νότια ο πράσινος χείμαρρος που ξεχύνεται ως τη θάλασσα, ως τον αρσανά π’ όπου εξυπηρετείται “συγκοινωνιακά” η Κερασιά μ’ ένα μονοπάτι που ονομάζεται “κλέφτικο” προσωνύμιο το οποιό είναι σχετικό με τη δράση των πειρατών σε παλαιότερες εποχές.
Δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κορυτσάς Ευλόγιο Κουρίλα, που ενθουσιασμένος απ’ αυτό το καταπληκτικό φυσικό περιβάλλον της Κερασιάς έγραψε: “Φύσις υψηλή και αιθέρια, ουρανογείτων, βλάστησις ποικίλη, υλομανούσα και ουρανομήκης… πηγαγαίαίρητοι… σμήνη καλλικέλαδων πτηνών…”.
Πρώτη στάση μας στην Κερασιά το Κελλί των Αγίων Αποστόλων, όπου μονάζουν οι Ιερομόναχοι Μόδεστος και Ευμένιος, οι οποίοι στα πρώτα ασκητικά τους βήματα είχαν Κρητικό Γέροντα. Και οι δύο “εκ κοιλίας μητρός εφιερωμένοι… ηκολούθησαν τον ελαφρόν ζυγόν του Χριστού από νεαράς ηλικίας”. Μας υποδέχτηκαν με πηγαία ειλικρινή χαρά και αγάπη. Ο Γέροντας Ευμένιος με κάποιο άλλο μοναχό ήταν απασχολημένοι κι έτσι γευθήκαμε την αβραμιαία φιλοξενία του Γέροντος Μοδέστου. Καθίσαμε στη γοητευτική απλωταριά του Κελλιού τους, που έχει καταπληκτική θέα. Εκεί μας πρόσφερε το γνωστό αγιορείτικο κέρασμα και στη συνέχεια συζητήσαμε μαζί του αρκετή ώρα. Με αφοπληστική “παιδική” απλότητα απαντούσε στις ερωτήσεις μας και μας έδωσε συμβουλές που ικανοποίησαν τη διψασμένη ψυχή μας.
Αυτός ο Γέροντας εκείνη τη μέρα μας κατέκτησε με την πηγαία αγάπη του, την απλότητα του, την ειλικρίνειά του, τη λάμψη του προσώπου του. Κάποια στιγμή με κοίταξε με συγκατάβαση και μου είπε: – Αντώνιε, ο φίλος σου ο Ιωάννης είναι πιο καλός χριστιανός και πιο γνήσιος Κρητικός από σένα. Τον κοίταξε με απορία. Ο Γέροντας κατάλαβε και συνέχισε: – Ο Ιωάννης έχει μουστάκι και γι αυτό το είπα αυτό. Ευκαιρία λοιπόν να φροντίσεις να αφήσεις κι εσύ μουστάκι! – Να ‘ναι ευλογημένο, Γέροντα, του απάντησα, χωρίς να τον ρωτήσω να μάθω τους λόγους για τους οποίους το μουστάκι είναι ένδειξη καλού χριστιανού και γνήσιου Κρητικού. Ζητήσαμε την ευλογία του Γέροντα να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί του. Και σ’ αυτή την περίπτωση έδειξε απέναντί μας επιείκεια και συγκατάβαση και έβγαλε μαζί μας μια φωτογραφία. Φεύγοντας πήραμε ευλογία ξύλινους σταυρούς φτιαγμενους απ’ αυτούς τους ευλογημένους Γεροντάδες με νηστεία και προσευχή.
Λίγο πιο κάτω από το Ησυχαστήριο του Γέροντος Μοδέστου βρίσκεται το κελλί του Αγίου Γεωργίου που δεσπόζει στο κέντρο της Κερασιάς. Μεγάλο κι επιβλητικό κελλί, μοιάζει με μικρό μοναστηράκι. Εκεί ασκούνται ο ευλογημένος Γέροντας Ευθύμιος ο Κρητικός, Ρεθεμνιώτης στην καταγωγή, με τους εννέα άλλους συνασκητές του μεταξύ των οποίων ο Γερο-Νικόδημος, ο π. Χρυσόστομος και ο μοναχός Βασίλειος, ο νεαρότερος της συνοδείας.
Οι ευλογημένοι αυτοί Πατέρες εκείνη την ώρα ήταν εμπερίστατοι, γιατί έχτιζαν ένα σχετικά μεγάλο οικοδόμημα δίπλα στο κελλί τους. Ο Γέροντάς τους δεν ήταν εκεί και μας οδήγησε στο κελλί ο Γέροντας Νικόδημος. Μας κέρασε κι ύστερα μας πήγε στην εκκλησία του κελλιού που τιμάται στο όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, για να προσκυνήσουμε και “να βάλουμε μετάνοια στον Αγιο Γεώργιο”, όπως μας είπε. Υστερα καθίσαμε στην απλωτεριά του κελλιού κάτω από μια πυκνόφυλλη μουριά και ξεκουραστήκαμε. Εδώ νιώσαμε έντονα ότι βρισκόμαστε σε μεγάλο υψόμετρο που πλησίαζε τα χίλια μέτρα. Παρά το φοβερό καύσωνα που επικρατούσε ένα πολύ δροσερό αεράκι φυσούσε εδώ εκείνη τη στιγμή και μας έκανε να αισθανθούμε έντονη την ανάγκη να αλλάξουμε τα μουσεκεμένα από τον ιδρώτα ρούχα μας και να φορέσουμε κάποιο πιο”βαρύ” ένδυμα.
Οι Γέροντες του κελλιού κατασκευάζουν από ξύλο με μεγάλη επιμέλεια διάφορα καταπληκτικά έργα, όπως αναλόγια, προσκυνητάρια, στασίδια, κορνίζες εικόνων, πύλες ιερών ναών, αληθινά αριστουργήματα τέχνης. Αλλά οι φιλόθεοι αυτοί Κερασιώτες Ασκητές έχουν άλλη μια ευλογημένη συνήθεια. Παίρνουν στο κελλί τους και γηροκομούν ανήμπορους ασκητές που ζουν ΄μονοι στα ασκηταριά τους και δεν εχουν καποιο να τους παρασταθεί και να τους βοηθήσει προς το τέλος της επίγειας ζωής τους, που έχουν ανάγκη.
Ο Γέροντας Χρυσόστομος σταμάτησε κάποια στιγμή για λίγο τη δουλειά του, κατέβηκε από τη σκαλωσιά και μας χαιρέτησε δίνοντάς μας την ευχή και την ευλογία του. Με μεγάλη χαρά τον άκουσα να μας λέγει ότι μαζί με τον πατέρα του έχτισαν το μεγαλοπρεπή ναό του Τιμίου Σταυρού στα Σακτούρια Ρεθύμνου, χωριού καταγωγής της συζύγου μου, πριν αναχωρήσει και εγκαταβιώσει μόνιμα στο Αγιον Ορος.
Εδώ, στο κελλί του Αγίου Γεωργίου στην Κερασιά, είχαμε σκοπό να μείνουμε ένα βράδυ, για να επιχειρήσουμε να πραγματοποιήσουμε το μεγάλο μας όνειρο, να ανεβουμε τα χαράματα στην κορυφή του Αθωνος. Δυστυχώς όμως δεν ήταν ευλογημένο. Ο Γέροντας του κελλιού Ιερομόναχος Ευθύμιος απουσίαζε και ο νεαρός μοναχός Βασίλειος, που θα μας οδηγούσε στην κορυφή, ήταν στο κρεβάτι αδιάθετος με πυρετό. Μόνοι μας δεν αποφασίζαμε γιατί ο καύσωνας ήταν απειλητικός και η ανάβαση ως την κορυφή πολύ δύσκολη. Βρεθήκαμε για λίγο σε μεγάλο δίλλημμα και τελικά πήραμε την απόφαση. Δεν θα ανεβαίναμε αυτή τη φορά στην ακρότατη κορυφή του Αθω, αλλά θα το επιχειρήσουμε μια άλλη φορά στο μέλλον! Ομολογουμένως δύσκολη απόφαση, αλλά δεν υπήρχεη δυνατότητα άλλης επιλογής εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.
Υστερα απ’ αυτό πήραμε την ευλογία των Πατέρων και ξεκινήσαμε για την έρημο του Αγίου Βασιλείου. Οταν φτάσαμε στο γνωστό σταυροδρόμι, με το γάργαρο αθωνίτικο νερό, ακολουθήσαμε το μονοπάτι προς τα αριστερά που οδηγεί στη σκληρή αγιοβασιλειάτικη έρημο. Η Σκήτη του Αγίου Βασιλείου ιδρύθηκε από Καππαδόκες Ασκητές που αναζητησαν εδώ την απόλυτη ηρεμία και βρήκαν το κατάλληλο μέρος, για να αφιερωθούν με όλες τους τις δυνάμεις “ενώπιοι ενωπίω” στον Θεό.
Η φύση του Αγίου Βασιλείου είναι σκληρή, τραχειά, κι απαρηγόρητη. Τόπος έρημος κι απόκρημνος σε μια κακοτράχαλη πλαγιά κάτω από το όρος Καρμήλιο. Χαράδρες απότομες, απόκρημνες κι απλησίαστες που ξεχύνονται με πρωτογονισμό κι αγριότητα και ρίχνουν τα κράσπεδά τους με ορμή ως τη θάλασσα. Βράχια και πάλι βράχια κι ανάμεσά στα βράχια θάμνοι και φρύγανα αγωνίζονται να ξεμυτίσουν κι να αντικρίσουν το φως.
Ξηρή κι άνυδρη, τα δέντρα σπάνια, σχεδόν ανύπαρκτα. Οι πέτρες ψήνονται κάτω από τον καυτό καύσωνα κι οι γυμνοί βράχοι αχνίζουν από την “επίθεση” που δέχονται από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου.
Τότε άρχισα να καταλαβαίνω γιατί ο Αγιος Βασίλειος θεωρείται η ερημος της ερήμου του Αθω. Θυμήθηκα ακόμη ότι ένας παλαιότερος Αγιορείτης Γέροντας ονόμασε την έρημο του Αγίου Βασιλείου ως το “πτωχοκομείο” της ερήμου του Αγίου Ορους, ίσως για την ξηρή άνυδρη, απαρηγόρητη, σκληρή, τραχειά και άνικμον φύση του. Και σίγουρα ο Αγιος Βασίλειος είναι το υλικό πτωχοκομείον της ερήμου του Αθω, αλλά συγχρόνως είναι και πλούσιο πνευματικό ταμείον με μεγάλη πνευματική προσφορά και παράδοση.
Καθώς προχωρούσαμε με προσοχή στα κακοτράχαλα μονοπάτια, είχα μείνει εκστατικός. Ενα ανεξήγητο και απερίγραπτο συναίσθημα είχε κατακυριεύσει την ψυχή μου γνωρίζοντας ότι αυτή η περιοχή υπήρξε πνευματικό εργαστήρι αρετής και αγιότητας. Πόσους Αγίους και Οσίους Ασκητές φιλοξένησε και ανέδειξε, πόσοι ασκητικοί ιδρώτες και δάκρυα πότισαν τα σκληρά βράχια της, πόσα οσιομαρτυρικά αίματα χύθηκαν στην αιώνια “αιματηρή” πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό. Πραγματικά, αυτά τα κακοτράχαλα βράχια είναι ποτισμένα με οσιομαρτυρικά αίματα και “πεποικιλμένα” ΄με ροές δακρύων.Εδώ ασκήθηκαν μεγάλοι επώνυμοι και ανώνυμοι, γνωστοί και άγνωστοι, πνευματικοί αγωνιστές, όπως ο Οσιος Παίσιος Βελτιτκόφσκυ, ο μοναχός Γεράσιμος Μενάγιας, ο Γέροντας Ιωνάς ο Ρουμάνος, ο παπα – Μακάριος, οι Γέροντες Λεόντιος, Δανιήλ και Θεοφύλακτος, ο παπα-Γεράσιμος ο Πνευματικός, οι Κρητικοί Γέροντες Χερουβείμ και Δαμασκηνός και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο νηπτικός Γέροντας Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης με τη συνοδεία του και ο Γέροντας Αβιμέλεχ ο μετέπειτα Μικραγιαννανίτης.
Βυθισμένος στις σκέψεις αυτές, στην ιερή ανάμνηση όλων αυτών οσίων μορφών για τους οποίους τόσα έχω διαβάσει και ακούσει, βρέθηκα ξαφνικά με τους συμπροσκυνητές μου μπροστά στο μικρό Κυριακό της Σκήτης, που τιμάται στο όνομα του Μεγάλου Βασιλείου. Ενα κατάλευκο κρανίο κάποιου παλαιού Αγιοβασιλειάτου Ασκητού, που αντικρύσαμε σε μια θυρίδα στον τοίχο του Κυριακού, μας θύμισε τη ματαιότητα του κόσμου τούτου.
Εδώ, στο Κυριακό της Σκήτης, μονάζουν σήμερα δύο σεβάσμιοι ασκητές, ο Ιερομόναχος Μάξιμος και ο υποτακτικός του π. Βασίλειος, πνευματικά παιδιά του μεγάλου ασκητού και πνευματικού Γέροντος Γερασίμου, πνευματικής κορυφής της Σκήτης του Αγίου Βασιλείου και ολοκλήρου του Αθωνος ο οποίος επιτέλεσε για πολλά χρόνια το λειτούργημα του πνευματικού και στο ορος και έξω στον κόσμο σώζοντας πολλές ψυχές και οδηγώντας τες στο ασφαλές λιμάνι της πιστεως και της ελπίδας.Κάτω ακριβώς από το Κυριακό βρίσκεται το απέριττο Ησυχαστήριο των Εισοδίων της Θεοτόκου, όπου ασκείται ο Γέροντας Αυγουστίνος και η φιλόθεος συνοδεία του. Οι ευλογημένοι αυτοί Πατέρες υπήρξαν υποτακτικοί του Γέροντος Δαμασκηνού του Κρητικού, ενός άλλου αυστηρού Αιγοβασιλειάτη Ασκητή που διακρινόταν για την πίστη του, την πνευματική αγωνιστικότητά του, τον πνευματικό ηρωισμό του, τους σκληρούς ασκητικούς του αγώνες, την αγιότητά του.
Ο Γέροντας Δαμασκηνός μπήκε πολύ νέος στο Αγιον Ορος και ουδέποτε βγήκε στον κόσμο. Εμεινε εδώ δεκαετίες ολόκληρες ανέπαφος και αμόλυντος από τις αρνητικές επιδράσεις που ο κόσμος ασκεί στις ανθρώπινες ψυχές. Ηταν μια βιβλική μορφή της αγιασμένης ερήμου, ολόλευκο πνευματικό κρίνο σαν κι αυτά που εξήνθισε η έρημος στη Θηβαίδα της Αιγύπτου, στη Νουβία, στη Νητρία και στην Παλαιστίνη. Συνεχίζεται Κτυπήσαμε την πόρτα του Ιερού ησυχαστηρίου στις δώδεκα ακριβώς το μεσημέρι. Η θερμοκρασία ίσως και να ήταν σαράντα βαθμοί, η έρημος του Αγίου Βασιλείου εμοιαζε με καμίνι που έβραζε. Ο ιδρώτας είχε περιλούσει το σώμα μας λες και είχαμε βουτήξει μέσα σε μια λίμνη νερό. Χτυπήσαμε δύο τρεις φορές το καμπανάκι. Μας άνοιξε ένας μοναχός γύρω στα πενήντα που στο πρόσωπό του αντικαταπτριζόταν η ηρεμία και η γαλήνη που επικρατούσαν στην ψυχή του. Οπως μάθαμε αργότερα ήταν ο μοναχός Ματθαίος. – Γέροντα, ερχόμαστε από την Κερασιά και ήρθαμε στο Ησυχαστήριο σας, για να σας δούμε και να πάρουμε την ευλογία σας – περάστε, ευλογημένοι, είστε μουσκεμένοι από τον ιδρώτα και πρέπει να ανασάνετε και να ξεκουραστείτε.
Μας οδήγησε στην απλωταριά του Ησυχαστηρίου, κατω από μια βαθύσκιωτη μουριά. Ηταν ίσως το μοναδικό δέντρο που υπήρχε γύρω μας. Μεγάλη ευλογία γι αυτό το Ησυχαστήριο, για τον ίσκιο και τη δροσιά που προσφέρει το καλοκαίρι στους ασκητές και στους επισκέπτες. Από εδώ η θέα είναι εκπληκτική. Η ματιά μας ξεχύθηκε προς τα νότια και κατηφόρισε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ως τη θάλασσα που αχνοφαινόταν στο βάθος. Προς τα ανατολικά δεσπόζει ένα τεράστιο πέτρινο “σαμάρι” που ξεκινά από το καρμήλιο φτάνει ως τη θάλασσα και αποτελεί το απόρθητο φυσικό όριο ανάμεσα στην Κερασιά και στον Αγιο Βασίλειο.
Προς τα εκεί μας έδειξε ο μοναχός δύο εγκαταλελειμένα σήμερα ησυχαστήρια δύο μεγάλων ασκητών, του Γέροντα Χερουβείμ και του Γέροντα Αβιμέλεχ, Κρητικών στην καταγωγή, που ασκήθηκαν εδώ και άσκησαν μεγάλη βία στον εαυτό τους για να “αρπάσσουν” τη Βασιλεία των Ουρανών. Ακριβώς κάτω από την απλωταριά που καθόμασταν υπήρχε μια πεζούλα, όπου οι Πατέρες του ησυχαστηρίου είχαν το μικρό τους κήπο. Σίγουρα το χώμα του κήπου το έχουν κουβαλήσει από πολύ μακριά. Εκεί καλλιεργούν τα απαραίτητα για τη συντήρηση τους λαχανικά, χωρίς φάρμακα και όλα τα σύγχρονα μέσα ταχύτερης και πλουσιότερης παραγωγής.
Ο μοναχός μπήκε για λίγο μέσα και επέστρεψε κρατώντας ό,τι πολυτιμότερο επιθυμούσε εκείνη τη στιγμή το σώμα μας στην καρδιά της ερήμου. Ενα καφέ για τον καθένα μας, ένα λουκούμι, τσίπουρο και νερό, το κλασικό κι ευλογημένο αγιορείτικο κέρασμα που αναζωογόνησε το καταταλαιπωρημένο σώμα μας. – Πάρετε το κέρασμά σας και σε λίγο θα έρθει και ο Γέροντας, μας είπε ο μοναχός και κάθισε σιωπηλός κοντά μας.
Μόλις είχαμε αρχίσει να απολαμβάνομε τον ωραιότερο καφέ που έχουμε γευθεί ποτέ και βγήκε ο Γέροντας Αυγουστίνος, ο οποίος ήταν συγγενής κατά σάρκα του Γέροντος Δαμασκηνού. Μάλιστα εδώ τελείωσε ειρηνικά την επίγεια ζωή του ως μοναχός και ο πατέρας του Γέροντος Αυγουστίνου. Σηκωθήκαμε όλοι και πήραμε την ευχή και την ευλογία του. Εκείνος καθισε κοντά μας και μας παρότρυνε να γευθούμε το κέρασμά μας, που τόσο είχαμε ανάγκη εκείνη την ώρα. Κατάλαβε ο Γέροντας πως ήμασταν κατακουρασμένοι, αμάθητοι στη νηστεία, στην κακοπάθεια, στον ανήφορο, στον ιδρώτα!
Υστερα αρχίσαμε να συζητάμε,. Ακούγαμε το Γέροντα και “ρουφούσαμε” τους λόγους του,όπως το σφουγγάρι ρουφά το νερό. Ο Γέροντας Αυγουστίνος εκτός από την αξιόλογη κοσμική μόρφωση που διαθέτει – ήταν σπουδαίος νομικός – είχε βαθιά θεολογική κατάρτιση και έχει εντρυφήσει ιδιαίτερα στα πατερικά κείμενα από τα οποία χρησιμοποιεί εύστοχα κατάλληλα αποσπάσματα και παραδείγματα, για να ενισχύσει τους λόγους του.
Εμείς αναθαρρήσαμε από την οικειότητα και τη συγκατάβαση που μας έδειξε κι αρχίσαμε να τον “βομβαρδίζουμε” με ερωτήσεις και να συμμετέχουμε κι εμείς ενεργότερα στη συζήτηση. Μιλούσαμε πάνω από δύο ώρες κι είχαμε τη διάθεση να συνεχίσουμε αυτή την αξέχαστη συζήτηση για πολλή ώρα ακόμη. Κρίμα που δεν είχαμε την προνοητικότητα και το θάρρος να ενεργοποιήσουμε το μαγνητοφωνάκι που είχαμε μαζί μας για να “καταγράφουμε” αυτή τη συνομιλία!
Κάποια στιγμή του ζητήσαμε να μας μιλήσει για τον αοίδιμο Γέροντά του Δαμασκηνό. Εμεινε για λίγο σιωπηλός κι ύστερα με έκδηλη συγκίνηση μας μίλησε για αυτόν. Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ότι ο Γέροντας Δαμασκηνός προαισθανόμενος το τέλος της επίγειας ζωής του κάλεσε τον υποτακτικό του μοναχό Αυγουστίνο και του είπε: – Από σήμερα Γέροντας θα είσαι εσύ κι εγώ υποτακτικός, γιατί να ξέρεις πιο εύκολα μπαίνει ο υποτακτικός στον Παράδεισο, υπονοώντας προφανώς τη σημασία της υπακοής και της ταπεινώσεως για την κατάκτηση του Παραδείσου.
Φυσικά ο μοναχός Αυγουστίνος δεν μπορούσε να το διανοηθεί και να το δεχθεί. Ο Γέροντας όμως επέμενε και ο υποτακτικός του υπάκουσε. Υστερα από σαράντα ημέρες ο Γέροντας Δαμασκηνός αναχώρησε για τις άνω μονές.
Είχαν περάσει δυόμισι ώρες γόνιμης πνευματικής συζήτησης με τον Γέροντα Αυγουστίνο και κάποια στιγμή στράφηκε προς το μοναχό που όλη την ώρα παρευρίσκετο και παρακολουθούσε σιωπηλός και του είπε: – Ματθαίε, ετοίμασε κάτι για να φάνε τα παιδιά – Νά ‘ναι ευλογημένο, είπε ο μοναχός και μπήκε μέσα στην κουζίνα του Ησυχαστηρίου. Εμείς συνεχίσαμε να συζητάμε με το Γέροντα μέχρι τη στιγμή που το φαγητό ήταν έτοιμο και μπήκαμε όλοι μέσα για να φάμε. Το τραπέζι ήταν στρωμένο και είχε πάνω πλούσια τα ελέη του Θεού. Βραστά φασόλια χωρίς λάδι, ελιές, δύο ντομάτες, ένα αγγούρι και φρεσκοζυμωμένο ψωμί.
Καθίσαμε και φάγαμε με όρεξη, ό,τι η αγάπη των ευλογημένων αυτών Αγιοβασιλειατών Πατέρων μας πρόσφερε. Εκείνη την ημέρα δοκιμάσαμε το πιο νόστιμο και πιο καλοψημένο ψωμί που έχουμε δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μας. Ο Γέροντας μας προέτρεψε να φάμε και τις ντομάτες που είχαμε αφήσει ανέγγιχτες λεγοντάς μας ότι είναι από τον κήπο τους αγνές, χωρίς φάρμακα και λιπάσματα. Κι αυτό το καταλάβαμε, όταν τις γευθήκαμε και νιώσαμε την αγνή, την υπέροχη γεύση όσων η φύση, χωρίς την επέμβαση και τη “βοήθεια” του ανθρώπου, μόνη της τρέφει και δημιουργεί.
Κατά τη διάρκεια του φαγητού ο Γέροντας μας είπε πως ήταν ευλογημένο να μείνουμε, αν θέλαμε, εκείνο το βράδυ εκεί. Ευχαριστήσαμε το Γέροντα μέσα από την καρδιά μας, αλλά δεν μπορούσαμε, γιατί, ύστερα από τη ματαίωση της ανάβασής μας στον Αθωνα, σκεφτήκαμε να επιστρέψουμε το ίδιο βράδυ στους Δανιηλαίους και να προσπαθήσουμε, αν ήταν δυνατόν, να βρεθούμε την άλλη μέρα το απόγευμα στη Μονή Διονυσίου, για να συμμετάσχουμε στη μεγάλη αγρύπνια που θα γινόταν στο Μοναστήρι εκείνο το βράδυ για τη Γέννηση του Τιμίου Προδρόμου.
Ετοιμαστήκαμε για να αναχωρήσουμε. Χαιρετήσαμε συγκινημένοι τους Γεροντάδες, πήραμε την ευχή τους και την ωραία “λιβανοθήκη” που πρόσφερε στον καθένα μας ο Γέροντας για ευλογία και ξεκινήσαμε. Ο χρόνος δεν μας έφτανε να περάσουμε και να πάρουμε την ευχή και των άλλων ασκητών του Αγίου Βασιλείου, του Γέροντος Μαξίμου και του υποτακτικού του μοναχού Βασιλείου, καθώς και του Γέροντος Πνευματικου Παύλου, Προηγουμένου της Μεγίστης Λαύρας, που ασκείται μόνος του εδώ στο ταπεινό Ησυχαστήριο του “ως στρουθίον μονάζον επί δώματος”, προτιμώντας την απόλυτη ησυχία, τη γαλήνη και την υλική πτωχεία της αγιοβασιλειάτικης ερήμου από την Ηγουμενία του μεγαλύτερου και πλουσιότερου μοναστηριού του Αθω.
Ακολουθήσαμε το μονοπάτι προς τα Κατουνάκια. Ενα μονοπάτι με κλίση ογδόντα μοιρών γεμάτο πέτρες και βράχια. Ευτυχώς που είχαμε κόψει από το δάσος της Κερασιάς δύο δυνατές “βέργες” – μπαστούνια, που τώρα μας φάνηκαν πολύ χρήσιμα και μας προστάτευσαν από ένα σίγουρο κατρακύλισμα. Δεν κρύβω το γεγονός ότι πολλές φορές έστρεψα το κεφάλι και το βλέμμα μου προς τα οπίσω αντικρίζοντας με συγκίνηση και κατάνυξη της Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και το Ησυχαστήριο των Εισοδίων της Θεοτόκου στο οποίο πολύ αναπαύθηκε η ψυχή μου εκείνη την αξέχαστη μέρα.
Φτάσαμε στις πέντε το απόγευμα στο Ησυχαστήριο των Δανιηλαίων. Ξεκουραστήκαμεστο κελλί μας και στις έξι η ώρα ανεβήκαμε για τον Εσπερινό. Ο Γέροντας Γρηγόριος με πλησίασε και με ρώτησε:
- Πως σου φάνηκε, Αντώνιε, η ενδότερα έρημος;
- Τι να σας πω, Γέροντα, δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια αυτό που ένιωσα. Το σώμα μου πολύ κουράστηκε από την οδοιπορία, αλλά αναπαύθηκε πολύ η ψυχή μου. Ηταν μια συγκλονιστική εμπειρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου
- Ημουν σίγουρος γι αυτό, είπε ο Γέροντας και προχωρήσαμε στο ναό για τον Εσπερινό.
Υστερα από την Τράπεζα καθίσαμε και πάλι στη μαγευτική απλωταριά με τους Πατέρες. Ο Γέροντας Δανιήλ μας μίλησε με συγκίνηση για τον Αγιο Μηνά που πολύ τιμούν και αγαπούν στο Ορος. Μας διηγήθηκε μάλιστα δικές του προσωπικές εμπειρίες θαυμαστών γεγονότων με τον Αγιο Μηνά και στη συνέχεια μας μίλησε με θαυμασμό για τους Κρητικούς, που είναι πιστοί στην παράδοση, ευσεβείς και φιλόθεοι, έχουν μια ξεχωριστή ψυχική λεβεντιά και είναι φιλοαθωνίτες. Αυτό το έζησαν και το διαπίστωσαν οι Δανιηλαίοι πατέρες και στο πρόσωπο του Κρητικού Αδελφού τους Γέροντος Νήφωνος, που καταγόταν από τα Χανιά της Κρήτης.
Ο Γέροντας Γρηγόριος μας μίλησε με συντριβή καρδίας για την αλλοίωση της ελληνικής ψυχής, της ελληνικής γλώσσας και της παράδοσης που παρατηρείται έντονα στις μέρες μας και κινδυνεύει να καταστρέψει τη φυλή μας.
Ο Γέροντας μπορεί να ζει στην έρημο του Αθω, όμως είναι καλά ενημερωνένος για το τι συμβαίνει στον κόσμο και πονεί η καρδιά του γι αυτή την πνευματική παρακμή που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Για τις παραδεδειγμένες αξίες που έχουν τεθεί στο περιθώριο, για τα “ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα” των ισχυρών αυτής της γης, που είναι γεμάτα εγωισμό, φαρισαϊσμό και υποκρισία, για την επίκληση στις μέρες μας από όλους της Ορθοδοξίας τη στιγμή που πολλών απ’ αυτούς που την επικαλούνται η προσωπική τους ζωή και οι αποφάσεις που παίρνουν είναι εντελώς αντίθετες με το πνεύμα, το νόημα και την ουσία της Ορθοδοξίας.
Ο νεαρός μοναχός π. Νείλος μας είπε για τα παλαιά βιβλία του Δημοτικού Σχολείου που τα κάνουν συλλογή εκει οι Πατέρες και θυμήθηκε με συγκίνηση τους δασκάλους του τους οποίους θυμάται και μνημονεύει πάντα στην προσευχή του.
Αξίζει νομίζω να αναφέρω εδώ κάτι που μας διηγήθηκε ο π. Νείλος και συγκινησε ιδιαίτερα την ψυχή μας.
Κάποια συνταξιούχος δασκάλα βρέθηκε σ’ ένα ναό, όπου χοροστατούσε ένας Αρχιερέας και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας πλησίασε για να κοινωνήσει τα Αχραντα Μυστήρια Οταν την κοινώνησε ο Αρχιερέας, ανέφερε το όνομά της. Η δασκάλα δοκίμασε έκπληξη, γιατί ένας άγνωστος σ’ αυτήν Αρχιερέας γνώριζε το όνομά της.
Στο τέλος τον πλησίασε και ζήτησε να μάθει “το πως” και “το γιατί”. Τότε ο Αρχιερέας της είπε κατασυγκινημέονος ότι υπήρξε μαθητής της, ότι είναι ο μαθητής (….) τον οποίο μάλιστα ιδιαίτερα αγαπούσε. Ηταν αληθινά ανέκφραστο το μεγαλείο της ώρας εκείνης που ένας Αρχιερέας έσκυβε με συγκίνηση να φιλήσει το χέρι της δασκάλας του! Ηταν κι αυτή μια από εκείνες τις ευλογημένες ώρες που το λειτούργημα του δασκάλου καταξιώνεται και γίνεται εμφανής η καθοριστική σημασία του και η προσφορά του στη διαμόρφωση της κοινωνίας.
Κάποια στιγμή οι Πατέρες άρχισαν να συζητούν για τη βυζαντινή μουσική με τους παρευρισκομένους προσκυνητές που έτυχενα ασχολούνται κι αυτοί με το βυζαντινό μέλος και να γνωρίζουν καλά το θέμα. Η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα.Μίλησαν για τους μεγάλους δασκάλους της βυζαντινής μουσικής, για τους δικούς τους Γεροντάδες που τους έκαναν να αγαπήσουν και να καλλιεργήσουν το βυζαντινό μέλος, για τη δική τους “τεχνοτροπία” στη βυζαντινή μουσική παράδοση, για τα “ανοιξαντάρια” τα “κεκραγάρια” και τις πολύωρες αγιορείτικες αγρύπνιες.
Υστερα από αυτά ζήσαμε άλλο ένα ανεπανάληπτο απόδειπνο κάτω από τον ξάστερο ουρανό στην απλωτεριά της καλύβης στην καρδιά της ευλογημένης αθωνικής ερήμου. Κοιμηθήκαμε με ανάλαφρη καρδιά, με την ψυχή μας να φτερουγίζει, με τον απόηχο των προσευχών και των ύμνων και με τις διδαχές και τις εμπειρίες των Πατέρων χαραγμένες βαθιά στην καρδιά μας.
Την άλλη μέρα το πρωί, ύστερα από τη Θεία Λειτουργία, κατά την οποία κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων, αναχωρήσαμε από το Ησυχαστήριο των Δανιηλαίων, αφού πρώτα ευχαριστήσαμε τους Πατέρες με όλη μας την καρδιά και πήραμε την ευχή και τις ευλογίες τους. Προορισμό μας οι Καλύβες και τα Ησυχαστήρια της Μικρής Αγίας Αννας που βρίσκεται λίγο πιο πέρα ακολουθώντας το μονοπάτι προς τα δυτικά.
Πρώτος μας σταθμός ήταν η Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου μονάζει ο Γέροντας Διονύσιος Μικραγιαννανίτης ο Πνευματικός με τη συνοδεία του. Ο Γέροντας Διονύσιος υπήρξε υποτακτικός του ευλογημένου Γέροντος Αβιμέλεχ, ο οποίος υπήρξε μεγάλη ασκητική μορφή της αθωνικής ερήμου και στήριξε πολλές ανθρώπινες ψυχές τόσο με τις προσευχές και τις δεήσεις τους στον Θεό όσο και με την άμεση επικοινωνία μαζί τους. Πηγαίνοντας στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είχαμε σκοπό να ρωτήσουμε το Γέροντα Διονύσιο και να του ζητήσουμε να μας μιλήσει για τον ευλογημένο Γέροντά του. Ομως, ο Γέροντας δεν βρισκόταν εκείνη την ημέρα εκεί. Δυστυχώς είχε πάθει κάποιο ατύχημα και είχε ανάγκη νοσοκομειακής περίθαλψης στη Θεσσαλονίκη. Στην Καλύβη μας δέχτηκε ένας από τους υποτακτικούς του, ο π. Σπυρίδων, άριστος βυζαντινός ψάλτης, ο οποίος μάλιστα ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για το Μοναστήρι του Διονυσίου, το οποίο είχε αγρυπνία. Ηταν η παραμονή της εορτής της Γεννήσεως του Τιμίου Ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου στο όνομα του οποίου τιμάται το καθολικό της Μονής. Ετσι, η συνάντηση μας και η συνομιλία μας με το μοναχό Σπυρίδωνα ήταν αναγκαστικά πολύ σύντομη.
Μας κέρασε το κλασικό αγιορείτικο κέρασμα και μας παρότρυνε να πάμε να προσκυνήσουμε στο Σπήλαιο των Αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους των Στουδιτών, που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από την Καλύβη τους. Χαιρετήσαμε το Γέροντα και κατηφορίσαμε αναζητώντας το σπήλαιο Κατεβήκαμε πολλά σκαλοπάτια και κάποια στιγμή βρεθήκαμε μπροστά στο ναό και στο σπήλαιο των μεγάλων Μικραγιαννανιτών Οσίων. Ενας νεαρός χαριτωμένος μοναχός ήταν εκεί και άναβε τα καντήλια. Ολα έλαμπαν από καθαριότητα, ακόμη και το πάτωμα.
Πλησιάσαμε κάπως διστακτικοί φοβούμενοι μήπως “χαλάσουμε” όλη αυτή την ομορφιά και την απόλυτη καθαριότητα. Ο μοναχός όμως μας είπε να περάσουμε και με πηγαία χαρά μας μίλησε για τους Αγίους Διονύσιο και Μητροφάνη τους Στουδίτες, που ήρθαν και ασκήτεψαν εδώ αναζητώντας την απόλυτη υσυχία Στην αυλή του σπηλαίου είναι και ο απέρριτος τάφος του Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, του μεγάλου σύγχρονου Υμνογράφου της Εκκλησίας μας, ο οποίος κοιμήθηκε σχεδόν αιωνόβιος τον ύπνο των δικαίων αφήνοντας κληρονομιά στην Ορθοδοξία και σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα ένα ανυπολόγιστο πνευματικό έργο.
Υστερα ανηφορίσαμε, περασαμε πάλι από την Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και είδαμε απέναντι την Καλύβη του Αποστόλου Θωμά στην οποία ασκούνται ο Γέροντας Κυπριανός και η συνοδεία του, άριστοι βυζαντινοί ψάλτες και σπουδαίοι καλλιτέχνες στον τομεά της αργυροχρυσοχοίας. Αντικρύσαμε επίσης προς τα νότια της Σκήτης στο βάθος κατι ξεροκάλυβα που φιλοξένησαν στο παρελθόν αυστηρούς ασκητές, κυρίως Κρήτες στην καταγωγή, γι αυτό έχουν και το προσωνύμιο “Κρητικά”.
Ανηφορίσαμε λίγο ακόμη και ακολουθήσαμε το μονοπάτι προς τα δυτικά. Ακριβώς πάνω από την Καλύβη της Κομήσεως της Θεοτόκου συναντήσαμε την Καλύβη των Αγίων Αρχαγγέλων και το Σπήλαιο όπου ο Αγάπιος Λάνδος ο Κρης μόνασε κι έγραψε την “Αμαρτωλών Σωτηρία”.
Εδώ συναντήσαμε τον Ιερομόναχο Γέροντα Νικηφόρο, Σχολάρχη της Αθωνιάδος Σχολής, ο οποίος κατέκτησε αμέσως την καρδιά μας με την πραότητά του, την ευγένεια, την συγκατάβαση και την αγάπη που μας αντιμετώπισε. Ηταν πολύ απασχολημένος, αλλά άφησε αμέσως τη δουλειά του, για να μας προσφέρει το αγιορείτικο κέρασμα και να μας μιλήσει για την Καλύβα των Αγίων Αρχαγγέλλων, για τον Αγάπιο Λάνδο και για το Γέροντα Αβιμέλεχ, που ο ίδιος δε γνώρισε αλλά έχει ακούσει να λένε γι αυτόν άλλοι παλαιότεροι Γεροντάδες.
Θα θέλαμε ειλικρινά να μείνουμε περισσότερη ώρα κοντά στον π. Νικηφόρο, σ’ αυτή την αγνή, καλλιεργημένη, ευγενική και φιλόθεο ψυχή, γιατί κι η δική μας ψυχή αναπαύθηκε πολύ κοντά του.
Ομως και ο ίδιος είχε πολλή δουλειά και εμείς διαθέταμε λίγο χρόνο. Γι αυτό πήραμε την ευχή του και αναχωρήσαμε για τη Σκήτη της Αγίας Αννας.
Ομως, τις πνευματικές εμπειρίες μας από τη Σκήτη της Αγίας Αννας και από τα άλλα ιερά καθιδρύματα του Αθω, τα οποία επισκεφθήκαμε κατά τη διάρκεια του τελευταίου προσκυνήματος μας,θα τις παρουσιάσουμε σ’ένα άλλο σημείωμά μας στο εγγύς μέλλον.
Του Αντώνη Στιβακτάκη
Πηγή: agioritis.pblogs.gr
Friday, November 1, 2013
Η Απελευθέρωση του Αγίου Όρους, σαν σήμερα, 2 Νοεμβρίου 1912
2 Νοεμβρίου 1912

Το πρωί της 2ας Νοεμβρίου 1912, από το λιμάνι του Μούδρου της Λήμνου, αποπλέει Μοίρα του Ελληνικού Στόλου με επικεφαλής το θρυλικό Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ», υπό τον Ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη, και κατευθύνεται προς το Άγιο Όρος.


Η παρουσία των πολεμικών σκαφών στα ανοικτά της χερσονήσου του Άθω, γίνεται αντιληπτή από τους μοναχούς των παραθαλασσίων μοναστηριών και κελλιών και κάτω από τις χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες εκατοντάδων καμπάνων τα πλοία πλησιάζουν τις ακτές του Αγίου Όρους.
Στις 11.30 οι Μονές φέρονται σημαιοστολισμένες ενώ οι μοναχοί αλλαλάζοντας από χαρά κανονιοβολούν και τυφεκιοβολούν. Το Θωρηκτό "Γ. Αβέρωφ" ανταποδίδει με 21 χαιρετιστήριες βολές.

Στη Δάφνη αγκυροβολεί το Αντιτορπιλικό «Θύελλα» και αποβιβάζει άγημα από 40 άνδρες, οι οποίοι ανεβαίνουν και απελευθερώνουν τις Καρυές. Ο επικεφαλής αξιωματικός του αγήματος «εν ονόματι του Βασιλέως των Ελλήνων» επικυρώνει την αποβατική ενέργεια και χαρακτηρίζει τον Καϊμακάμη, τους υπαλλήλους και τη μικρή τουρκική δύναμη «ως αιχμαλώτους πολέμου άνευ πολεμικής τινός ενεργείας». Ταυτόχρονα στη Δάφνη και στις Καρυές υψώνεται η Ελληνική Σημαία.


Το «Γ. Αβέρωφ» με τα ανιχνευτικά «Ιέραξ» και «Πάνθηρ» κατευθύνονται στον όρμο του Πρόβλακα, κοντα στα Νέα Ρόδα, όπου αποβιβάζουν 200 άνδρες, οι οποίοι καταλαμβάνουν την διώρυγα του Ξέρξη. Από τη στιγμή αυτή, στις 2 Νοεμβρίου 1912, μετά από 488 χρόνια υποδουλώσεως, ταπεινώσεων και πολλών περιπετειών, το Άγιον Όρος απελευθερώνεται. Στις 18.00 τα πλοία αποπλέουν για Λήμνο, εκτός του "Θύελλα" που σπεύδει προς Ικαρία.
Την επόμενη ημέρα, στις 3 Νοεμβρίου, συνήλθαν σε συνεδρίαση οι αντιπρόσωποι όλων των Μονών, εκτός της Ρωσικής, και υπεγράφη στον κώδικα των πρακτικών της συνεδρίας πράξη, δια της οποίας διαπιστωνόταν η κατάλυση των τουρκικών αρχών. Η επίσημη δε πράξη έγινε στις 5 Νοεμβρίου 1912.
Έλληνες στρατιώτες στην απελευθέρωση του Αγίου Όρους, το 1912. Αναμνηστική φωτογραφία με μοναχούς στην Κερασιά, στην πορεία τους προς την κορυφή του Άθω (πάνω)
Στρατιώτες στα Kαυσοκαλύβια, 1912 (κάτω)
φωτογραφίες http://www.athosmemory.com

Στις 4 Νοεμβρίου 1912 η Ιερά Κοινότητα αποστέλλει ευχαριστήριο τηλεγράφημα για την απελευθέρωση του Αγίου Όρους στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος και απάντησε ως εξής:
«Ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου
Εν Αθήναις τη 25η Νοεμβρίου 1912
Πανοσιολογιώτατοι,
Μετά βαθυτάτης συγκινήσεως αποδεχόμενος τον φιλόστοργον υμών ασπασμόν ευχαριστώ από μέσης καρδίας επί ταις τιμητικαίς εκφράσεσι, δι' ων με περιβάλλουσι αι υμέτεραι Αγιότητες.
Αντισυγχαίρων δε επί ταίς νίκαις, αίτινες θεία συνάρσει στέψασαι τα ελληνικά όπλα απελύτρωσαν και τους της Αθωνιάδος τόπους, επικαλούμαι τας προς τον Ύψιστον υμετέρας δεήσεις υπέρ της κατά τους κοινούς πόθους περατώσεως του Ιερού αγώνος.
Ελευθέριος Κ.Βενιζέλος».-

φωτογραφίες ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΕΣΤΙΑΗ πλειοψηφία των μοναχών, πλην των Ρώσων, πανηγυρίζει το τέλος της αλλόθρησκης οθωμανικής κατοχής και κυρίως για την αυτονόητη προοπτική ενσωμάτωσης του Αγίου Όρους στον Εθνικό Κορμό. Ωστόσο η de jure αναγνώριση της Ελληνικής κυριαρχίας στον Άθω, που αρχικά επιχειρήθηκε να αποτραπεί από άλλα ορθόδοξα κράτη, έγινε το 1919 με τη Συνθήκη του Νεϊγύ και οριστικά το 1920 με τη Συνθήκη των Σερβών.
Και ενώ όλη η Ελλάδα πανηγύριζε την απελευθέρωση της Μακεδονίας και το Άγιον Όρος τη δική του, φανερά πλέον και απροσχημάτιστα στην Ιερά Μονή Ζωγράφου «βρέθηκε» εγκατεστημένος όχι ευκαταφρόνητος σε αριθμό και οπλισμό επίλεκτος για την αποστολή, βουλγαρικός στρατός και η Μονή υπό βουλγαρική κυριαρχία και κατοχή.

Στη φωτογραφία εικονίζεται το απόσπασμα του βουλγαρικού στρατού. Στο πίσω μέρος η φωτογραφία φέρει στα βουλγαρικά την υπογραφή του αρχηγού του αποσπάσματος «Αξιωματικός Γεώργιος Δημητρίεβιτς» και τη σημείωση: «Στρατιώται από την Βουλγαρίαν εις το Άγιον Όρος εις την Μονήν Ζωγράφου, 23 Μαρτίου 1913».
Οι βούλγαροι επιδίωξαν μόνιμη εγκατάσταση στη Μονή Ζωγράφου και στο επίνειο αυτής. Παράλληλα άρχισαν να διεκδικούν μέρος της Αγιορείτικης γης για το βουλγαρικό κράτος. Ύψωσαν τη βουλγαρική σημαία στη μονή και παρέμειναν και όλο το χειμώνα και την άνοιξη του 1913. Εν τω μεταξύ το απόσπασμα προχώρησε μέχρι τις Καρυές, πρωτεύουσα του Όρους, αλλά εκεί η παρουσία Ελληνικών δυνάμεων συνετέλεσε στην επιστροφή των Βουλγάρων στη μονή Ζωγράφου χωρίς να δημιουργηθούν επεισόδια.
Το ελληνικό κράτος όμως άρχισε να ανησυχεί και να λαμβάνει μέτρα προληπτικώς καθώς οι σχέσεις Ελλήνων και Βουλγάρων οξύνθηκαν τόσο ώστε να επίκειται η κήρυξη πολέμου μεταξύ τους, που άλλωστε συνέβη. Η δύναμη του Ελληνικού στρατού και της Χωροφυλακής, που είχε εγκατασταθεί στο Άγιον Όρος ήταν μικρή. Έτσι ύστερα από συνεννόηση του Έλληνα αστυνόμου με δύο κελιώτες μοναχούς, τους Γέρομτα Αβέρκιο και Ιωάννη Κομβολογά δημιουργήθηκε εθελοντικό σώμα στις Καρυές από 100 περίπου Έλληνες κελλιώτες και άλλους εργαζόμενους σε διάφορες μονές.


Μετά την έναρξη του Β' Βαλκανικού πολέμου και την άρνηση του βουλγαρικού στρατού να παραδοθεί σε μονάδα του Ελληνικού στόλου, ομάδα κελλιωτών και λαϊκών με επί κεφαλής τον αστυνόμο, πολιόρκησε την οχυρωμένη μονή Ζωγράφου και έριξε μερικές εκφοβιστικές βολές. Η στενή πολιορκία και η πάροδος του χρόνου ανάγκασαν το βουλγαρικό τμήμα να παραδοθεί στις 21 Ιουνίου και να μεταφερθεί αιχμάλωτο στον Πειραιά. Εν τω μεταξύ είχε αναγγελθεί η νικηφόρος προέλαση και καταδίωξη του βουλγαρικού στρατού από τον Ελληνικό στις μάχες Κιλκίς- Λαχανά. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και με την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον Ελληνικό στρατό όπου οι Βούλγαροι εξεδιώχθησαν με μάχη.
Οι Έλληνες δεν προέβησαν σε καμιά ενέργεια κατά των Ζωγραφιτών μοναχών εφόσον είχαν αποχωρήσει και τα στρατεύματα από εκεί.

ΚΡΗΤΕΣ ΚΑΙ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ
του Παναγιώτη Μελικίδη
Το Άγιον Όρος απελευθερώθηκε στη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1912. Στο σημείωμα αυτό θα αναφερθούμε σε κάποιες πτυχές, αρκετά ενδιαφέρουσες πιστεύω, που αφορούν την απελευθέρωση του Άθωνα από τον τουρκικό ζυγό, βασισμένοι κυρίως στο πόνημα του ιστορικού Α. Στιβακτάκη «Το Άγιον Όρος και η Κρήτη».
Η διαταγή για την κατάληψη του Αγίου Όρους απευθυνόταν στο Πρώτο Ανεξάρτητο Τάγμα Κρητών-Τάγμα Κολοκοτρώνη- επικεφαλής του οποίου ήταν ο στρατηγός Ιωάννης Σ. Αλεξάκης. Το Τάγμα αυτό είχε ως πεδίο επιχειρήσεων την περιοχή της Χαλκιδικής και πήρε εντολή να κινηθή προς την Ιερισσό, την πύλη του Αγίου Όρους στην ανατολική πλευρά της χερσονήσου του Άθω. Αποστολή των Κρητικών ήταν να αποτραπή πιθανή προσπάθεια των βουλγαρικών στρατευμάτων να καταλάβουν το Περιβόλι της Παναγίας με την πρόφαση ότι η Ι.Μ. Ζωγράφου ανήκει στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Βουλγαρίας. Πράγματι η παρουσία ελληνικού στρατού στην πόλη της Ιερισσού έπαιξε αποτρεπτικό ρόλο ακόμα και στη σκέψη των Βουλγάρων να «ελευθερώσουν» πρώτοι τον Άθωνα από τους Τούρκους.
Για την επίτευξη του δεύτερου στόχου ο λόχος των Κρητών ξεκίνησε την Κυριακή 4 Νοεμβρίου 1912 και στις 10, περίπου, η ώρα για να πραγματοποιήση τη δεύτερη φάση του σχεδίου που ήταν η απελευθέρωση του Όρους, χωρίς όμως να γνωρίζη ότι δυό μέρες πριν τμήματα του ελληνικού στρατού και του ναυτικού κατέλαβαν τη μοναστική πολιτεία. Αφού, λοιπόν, προχώρησαν και φτάσανε στον λεγόμενο Ισθμό του Ξέρξη, πληροφορήθηκαν ότι το Όρος καταλήφθηκε ήδη από ελληνικές δυνάμεις και δίνονταν εντολή να μην προχωρήσουν άλλο αφού δεν υπήρχε πλέον λόγος.
Η μεταφορά της διαταγής στενοχώρησε τους Κρήτες, οι οποίοι εκείνες τις ημέρες ζούσαν με την ελπίδα, την χαρά και το όραμα ότι αυτοί πρώτοι θα απελευθέρωναν το Άγιον Όρος. Έτσι συγκεντρώθηκαν οι στρατιώτες ανά ομάδες και άρχισαν να εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους. Οι ζωηρότεροι, κατά τη μαρτρυρία του στρατηγού Αλεξάκη, έλεγαν: «Ίσαμε επαέ ναρθούμε, στο κατώφλι του Αγίου Όρους, και να μην πάμε παραμέσα, να ίδωμεν έστω μίαν Μονήν, ποιός Θεός το θέλει;». Μάλιστα στην αναφορά του Λόχου (6 Νοεμβρίου 1912) παρουσιάστηκαν μερικοί στρατιώτες που ζητούσαν να μεταβούν στην Αθωνική πολιτεία, αλλά ο λοχαγός τους εξήγησε ότι βάσει των διαταγών κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον.
Πως όμως εξηγείται η αγάπη των Κρητικών για το Άγιον Όρος; Πέρα από την αίγλη που έχει σ' όλη την Χριστιανωσύνη, οι Αγιορείτες πατέρες συχνά έφερναν στη Κρήτη ιερά άμφια, θαυματουργές εικόνες, ιερά λείψανα κατά τη διάρκεια κυρίως των συχνών και αιματηρών κρητικών επαναστάσεων εναντίον του τουρκικού ζυγού, προκειμένου να ανυψώσουν το ηθικό των Κρητικών. Επίσης Αγιορείτες έφερναν το εργόχειρά τους για να τα πουλήσουν στο νησί. Ακόμη οι στρατιώτες του λόχου είχαν ακούσει για την ζωή αγιασμένων μοναχών του Άθω, για τα κειμήλια που φυλάσσει κάθε Μονή, για τις θαυματουργές εικόνες και για τα άγια λείψανα, όπως επίσης ξέρανε και για το μοναδικό φυσικό περιβάλλον της περιοχής αυτής.
http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/2011/11/134.html
Friday, October 4, 2013
Thursday, September 26, 2013
Γιατι φοβάσαι, ειμαι εδω!!!!
Μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1701 ένας αγιορείτης μοναχός βρέθηκε ταλαιπωρημένος έξω από την σεβάσμια Μονή των Ιβήρων.
Στη θλίψη του και στην ανάγκη του, ύψωσε τα χέρια του προς την πάνσεπτη εικόνα της Παναγίας, που είναι ζωγραφισμένη πάνω από την κεντρική πύλη, και άρχισε να προσεύχεται.
Και τότε, ενώ προσευχόταν, ένοιωσε στον εαυτό του μία ασυνήθιστη και θαυμαστή αλλοίωση. Αισθάνθηκε, σαν να έσταζε από την εικόνα της Παναγίας στην καρδιά του «δρόσος ουράνιος και θείος γλυκασμός». Και η καρδιά του κατενύγη· και τα μάτια του άρχισαν να αναβλύζουν δάκρυα σαν πηγή. Σκόρπισε το σκοτάδι του νου του. Φωτίστηκαν οι νοεροί του οφθαλμοί. Και είδε πίσω του, τον σατανά να «κρύπτεται ως κλέπτης και ληστής· από τον φόβο της Θεοτόκου». Κρυβόταν γιατί έβλεπε τον μοναχό να προσεύχεται στην Παναγία, και δεν το άντεχε. Και έτρεξε να κρυφθεί από την θεία λάμψη της Παναγίας! Και επήγε και με μορφή σκύλου στάθηκε πίσω από τον μοναχό,
και του δάγκωνε ελαφρά τα πόδια, και του έλεγε:
Να, τώρα θα σε κομματιάσει, τώρα θα σε φάει το σκυλί!
Όμως, η προσευχή του μοναχού τον κατέκαιγε. Και γι’ αυτό προσπαθούσε με τις πανούργες μεθοδείες του να τον αναγκάσει να την διακόψει. Και πράγματι από το φόβο του ο μοναχός όλο και δείλιαζε. Αλλά η Παναγία του έλεγε από την εικόνα της: Μη φοβάσαι!
Και εκείνος έστρεφε προς αυτήν πάλι το πρόσωπό του και ξαναδυνάμωνε τη προσευχή του. Αλλά και πάλι ο δαίμονας τον έκανε να δειλιάζει. Και τότε πάλι, με ήρεμη και γλυκύτατη φωνή, του επαναλάμβανε η Μητέρα του Χριστού:
«Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι κοντά σου. Και σε προστατεύω από κάθε κίνδυνο».
Το περιστατικό αυτό μας δείχνει, πόσο ακαταμάχητο όπλο κατά του Σατανά είναι η προσευχή.
* * *
Οι άγιοι Πατέρες θέλοντας να μας βοηθήσουν, να αξιοποιούμε την πάνσεπτη περίοδο της Σαρακοστής για πνευματική μας ανασυγκρότηση και προκοπή, όρισαν, να γίνονται κάθε Παρασκευή βράδυ οι «Χαιρετισμοί της Παναγίας». Στους χαιρετισμούς καταλαβαίνουμε με τον πιό καλό και βαθύ τρόπο τί είναι ο Χριστός για μας, και τί είναι η Παναγία για μας. Τί αξία και σημασία έχει η προσευχή στη Παναγία για μας.
Όμως, η γνώση, χωρίς την αντίστοιχη πράξη, είναι άκαρπη και ανώφελη.
Λοιπόν:
*Ας μάθουμε και εμείς να προσευχόμαστε συχνά και δυνατά στη Παναγία μας.
*Ας μάθουμε να την ζητάμε βοηθό και προστάτη μας στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας…
*Ας λέμε και εμείς όσο πιό ταχτικά μπορούμε, μόνοι μας στο σπίτι μας τους «Χαιρετισμούς».
Είναι δύναμή μας. Είναι όπλο μας.
(Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα, «Κατεύθυνον τα διαβήματά μου», εκδ. Ι.Μ.Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2012)
Sunday, September 22, 2013
Κατάκτησα το μυστικό του Αγίου Όρους

Θα ήταν εκ μέρους μου μεγάλη υπεροψία να πιστέψω ότι κατάκτησα το μυστικό του Αγίου Όρους, ότι μπήκα στην ουσία του, και είμαι έτοιμος να μυήσω και σας. Πρώτα-πρώτα, η ίδια η ιδέα της μυστικότητας δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα μας και σε ό,τι την αντιπροσωπεύει. Απόσταση ανάμεσα σε ό,τι είμαστε και σε ό,τι θα μπορούσαμε να γίνουμε, ανάμεσα στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει η μία και η άλλη ψυχή. Κι αν συμβαίνει οι εγκόσμιες ψυχές ν' αναγνωρίζονται εύκολα μεταξύ τους, όμως η απόσταση ανάμεσα σ' αυτές και στις άλλες που αφοσιώθηκαν στο Θεό είναι τεράστια. Δε μπορούμε ποτέ να πούμε ότι τις πλησιάσαμε αρκετά, ότι συλλάβαμε τον κανόνα της μυστικής τους ζωής, χωρίς να έχουμε δεχτεί τη χάρη της συμμετοχής μας σ' αυτήν.
Κάνω αύτη την προειδοποίηση, για ν' αποφύγω μία παρεξήγηση. Αν σας μιλούσε για το μυστικό του Αγίου Όρους ένας από τους ανθρώπους που τα ζουν καθημερινώς, που το έχουν κάμει μοναδικό βίωμα, η γλώσσα του θα ήταν διαφορετική από τη δική μου. Βέβαια, οι μοναχοί του Αγίου Ορούς ζουν μέσα στη μοναξιά, τρέφονται από τη μοναξιά, κι' όπως θα ιδούμε παρακάτω, ζουν για τον εαυτό τους. Μέσα στη μοναξιά βρίσκουν τη γαλήνη της ψυχής, την οποία και ο ελάχιστος εγκόσμιος θόρυβος διαταράσσει, θα ήταν λοιπόν κάπως δύσκολο, αν όχι αδιανόητο, νάρθουν να κάμουν εδώ οι μοναχοί δημόσιες ομιλίες. Αλλά, κι' αν υποθέσουμε ότι οι ομιλίες αυτές ήταν εφικτές, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θα είχαν μεταβληθεί σε μια μύηση, σε μια κατήχηση. Καθώς έχουν λυτρωθεί από τα ανθρώπινα πάθη, έχουν περιορισθεί στο ένα και μοναδικό πάθος της λατρείας του Χρίστου, θα μιλούσαν με την έξαρση του πιστού, που για να γίνει, κατανοητός έχει ανάγκη από την αντίστοιχη πίστη του ακροατή, θα πρέπει λοιπόν να φοβηθούμε ότι μια τέτοια ομιλία θα καταντούσε μονόλογος.
Εμείς καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας, γιατί μιλούμε την ίδια γλώσσα. Έχουμε στραμμένες, σαν εγκόσμιοι άνθρωποι, τις κεραίες μας προς όλες τις μεριές, αναπνέουμε, θα ήθελα να πω, τα μυστικά της εγκόσμιας ζωής. Αλλά θα ήμαστε άραγε ικανοί, υπό τις συνθήκες αυτές να συλλάβουμε το ένα και μοναδικό μυστικό της οσιότητας και της αγιοσύνης, όπως το καλλιεργεί η μοναχική ζωή; Πρέπει να εξομολογηθώ ότι πολύ σκέφθηκα πριν γράψω το κείμενο τούτο. Καθώς διάβαζα μερικά βιβλία, που θα μου άνοιγαν το παράθυρο για να ιδώ, εγώ που βρίσκομαι απέξω τί υπάρχει ακριβώς από μέσα, διαισθανόμουν συγχρόνως πως για να είμαι βέβαιος για την κατάκτηση έπρεπε ν' αποκτήσω μια καινούργια δράση. Χωρίς αυτή την δράση, οπλισμένος μόνο με τα εγκόσμια προσληπτικά μέσα, θα έβλεπα όχι ο,τι εκεί υπήρχε αλλά ό,τι θα ήθελα εγώ να υπάρχει. Δε μπορούμε παρά να είμαστε γεμάτοι αντιρρήσεις μπροστά στις ιδιότυπες, στις εντελώς ξένες για μας συνθήκες της μοναχικής ζωής. Η οριστική κατάκτηση του μυστικού γίνεται μόνο με τη βίωση. Οι αναχωρητές και οι άγιοι (που θα τους συναντήσουμε όχι μονάχα στις σκήτες αλλά και ανάμεσα στους μοναχούς) , το έχουν κάμει αναφαίρετο κτήμα τους.
Βρισκόμαστε σε μια εποχή, άλλωστε, ελάχιστα ή διόλου μυστικοπαθή, που καυχάται για το ρασιοναλισμό της. Θέλει να βλέπει καθαρά, να ενεργεί με ασφάλεια, μέσα σε περιγράμματα διαυγή. Υπεροπτική για τις κατακτήσεις της, δημιουργεί για τον εαυτό της μια καινούργια απομόνωση. Πιστεύει στις δικές της αλήθειες, τις τετράγωνες αλήθειες της επιστήμης, και απορρίπτει κάθε τι που δεν της μοιάζει και που δεν την υπηρετεί. Έχει στο ενεργητικό της μεγάλες επιτεύξεις, που μας καταπλήσσουν, που μας κάνουν δούλους του μεγαλείου τους. Αποβλέπει σε όλο και μεγαλύτερες, προς τις όποιες βαδίζει με ασφάλεια, υπολογίζοντας την κατάκτηση τους με το μέτρο του χρόνου. Δεν επαφίεται πια στην τύχη. Έπιασε την αρχή ενός νήματος και το ακολουθεί. Ξέρει σχεδόν από τα πριν την ημερομηνία που θα φτάσει στο ένα ή στο άλλο κρίσιμο σημείο. Ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν άγγισε πραγματικότητες τόσο ζωντανές που την κάνουν να ξεπερνάει διαρκώς τον εαυτό της. Και ιδού ότι μέσα στην αυταρέσκεια και την υπεροψία της επίστεψε ότι επέρασε το φράγμα ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, το φράγμα ανάμεσα στις ψυχές. Επίστεψε ότι δεν υπάρχει απόσταση από άνθρωπο σε άνθρωπο, από βίωση σε βίωση. Έπλασε από την Επιστήμη μια θεότητα.
Γι' αυτό το λόγο, νομίζω, ο εορτασμός της Χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους ήταν μια αφορμή, μια ευκαιρία για κάποιες αναθεωρήσεις। Αποτελούσε μια υπόμνηση. Μόνο με την έννοια αύτη η σημασία του εορτασμού μπορεί να αντικρισθεί σε μέγεθος ανάλογο με τις περιστάσεις. Αν δεν ήταν παρά μια ευκαιρία για πανηγυριώτικο θόρυβο, όπως ως ένα σημείο πιστεύθηκε τότε ο πανηγυρισμός θα ήταν κάτι περισσότερο από περιττός: Επιβλαβής. Και δεν πρέπει να έχουμε αμφιβολία ότι οι αναχωρητές και οι άγιοι του Αγίου Όρους έτσι τον είδαν στο βάθος της ψυχής τους. Αποκομμένοι καθώς είναι από τον κόσμο, βρίσκουν την αλήθεια τους μόνο μέσα σ' αυτή τη μοναξιά. Και οι γιορτές σημαίνουν διακοπή, κατάργηση της μοναξιάς, άρα ανακοπή της επενέργειας της αλήθειας. Υπήρξαν πολλά βλέμματα εχθρικά προς το θόρυβο της εορτής. Αλλά πώς μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Η υπόμνηση ότι πέρα από τις εγκόσμιες αλήθειες, υπάρχουν και βασιλεύουν οι άλλες, που δεν φαίνονται, που δε φωνάζουν, οι αλήθειες της ψυχής, η υπόμνηση γινόταν προς εμάς που βρισκόμαστε στην άλλη άκρη. Οι ταξιδιώτες της μοναξιάς του Αγίου Όρους έπρεπε να κάμουν αυτή τη θυσία για μας. Δεν τους την εζητήσαμε καν. Τους την επιβάλαμε.
Χαρακτηριστικό είναι ότι το μυστικό του Αγίου Όρους αναζητήθηκε κατά κανόνα εκ των έξω από τους λογοτέχνες। Γιατί υπάρχει εκεί μια επιφάνεια πολύ ελκυστική, που αποτελεί μια πρόκληση. Και είναι φυσικό, οι μη προετοιμασμένοι επισκέπτες να εντρυφούν στο θέλγητρο αυτής της επιφάνειας, όπου συναντούν αξίες κατανοητές, αξίες μιας προσιτής καθημερινότητας. Οι αξίες αυτές στα μάτια των συγγραφέων μπορούν να αναδειχθούν πρώτης γραμμής. Όπως είναι, λόγου χάρη, οι φυσικές καλλονές του Αγίου Όρους. Ό,τι καταπλήσσει πραγματικά τον ανειδοποίητο επισκέπτη είναι αυτή η οργιώδης βλάστηση, που αποτελεί ένα φαινόμενο σπάνιο στην Ελλάδα. Θα έλεγε κανείς ότι ο Θεός ευλόγησε αυτόν τον τόπο της μοναξιάς και του ησυχασμού. Ή, ότι ακριβώς από μια θεία επίνευση έγινε η εκλογή του. Υπάρχει μια μυστική επαφή, ένας άϋλος δεσμός ανάμεσα στην ομορφιά της εξωτερικής πραγματικότητας και στην ομορφιά της ψυχής. Ή μάλλον, η ομορφιά της φύσης μπορεί να είναι μια αφετηρία για την κατάκτηση της αληθινής πνευματικότητας. Εν τούτοις, όπως οι μοναχοί καταλήγουν ν' απομονωθούν στον εαυτό τους και ν' αποκοπούν από το αρχέτυπο μυστικό της φύσης, έτσι και οι κοσμικοί επισκέπτες αντίθετα κυριαρχούνται ολόκληροι από τις εξωτερικές ομορφιές, από τις χαρές της φυσικής ζωής, χωρίς να προχωρήσουν ούτε ένα βήμα στην κατάκτηση του μυστικού της ψυχής των αναχωρητών. Πηγαίνουν στο Αγιον Όρος και απομένουν μόνοι. Η καλλονή της φύσης που θα μπορούσε να γίνει ένας πρώτος αναβαθμός μυήσεως, παραμένει μια απλή χαρά των αισθήσεων. Μόνον ένας Παπαδιαμάντης θα μπορούσε να μας περιγράψει αυτές τις καλλονές και να μας κάμει ν' ακούσουμε πίσω από τις φωνές της φύσης, από το αέρι που φυσάει μέσα στα φύλλα, από το κελάηδημα των πουλιών και το βόμβο των μελισσών, την ίδια τη φωνή του Θεού. Ο Παπαδιαμάντης επήγε πράγματι νέος ακόμη, στο Άγιον Όρος, αλλά γρήγορα το εγκατέλειψε. Αν το είχε επιστρεφθεί σε ώριμη ηλικία, θα μπορούσε να μας είχε δώσει το βιβλίο ενός κοσμικού που ανακαλύπτει τον εαυτό του μέσα στα μακρινά και τί απόκοσμα.

Αλλά δεν είναι μόνο η φύση που αποτελεί την εκπληκτικής μαγείας επιφάνεια του Αγίου Όρους. Όλα εκεί προσφέρουν στην δράση, ένα θέαμα πολλαπλής γραφικότητας, επάνω στην οποία ο χρόνος έχει εναποθέσει την υποβλητική του σφραγίδα. Οι μονές οι ίδιες, σαν αρχιτεκτονικά κτίσματα, μοιάζουν σαν ένα μνημείο άφθαρτης ομορφιάς ανάμεσα στους αιώνες. Τεράστιες αετοφωλιές οι πιό πολλές, όπου έχουν κουρνιάσει οι ξεμοναχιασμένες ψυχές. Κι' όταν μπεις μέσα, ευχαριστείς το Θεό που σου έδωσε όραση για να βλέπεις. Δεν είμαι αρμόδιος να μιλήσω για την αρχιτεκτονική των μοναστηριών και για την ιστορία τους. Άλλωστε, θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο, αν θέλαμε να ψάξουμε το θέμα μέσα στα αρμόδια βιβλία. Εδώ μιλώ μόνο για τον ανειδοποίητο επισκέπτη, εκείνον που πάει, καλή τη πίστει, να ανακαλύψει το μυστικό του Αγίου Όρους σ' αυτές τις γραφικότητες, χωρίς να υποπτεύεται πόσο βρίσκεται μακριά απ' αυτές. Μιλώ ιδιαίτερα για τον ειδικευμένο συγγραφέα, που πλησιάζει το όρος σαν συγγραφέας. Μόνο ένας πιστεύων θα έφθανε στην άκρη.
Εννοώ, θα μπορούσε να χαρεί την ίδια την ατμόσφαιρα του μυστικού, γιατί οι συγγραφείς παρ' όλη την τρομερή διαίσθηση τους στέκονται μόνο στο χείλος του। Δε θα ήθελα να πω ότι γι' αυτό είναι περιττοί ή μας γίνονται αδιάφοροι. Ίσα - ίσα, συμβαίνει να ικανοποιούν περιέργειές μας οξύτατες, να μας διεγείρουν και σε πολλές περιπτώσεις να προκαλούν το θαυμασμό μας. Πολλοί δικοί μας, από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου ως τον Γιώργο Θεοτοκά, μας έδωσαν σελίδες όχι μόνο περίτεχνα γραμμένες, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αληθινά αποκαλυπτικές. Προτιμώ όμως αυτή τη στιγμή, για να μην πέσω σε πολύ γνωστά κείμενα, να σταθώ σ' έναν ξένον, έναν Γάλλο, τον Jean Bies, που θέλησε να εξερευνήσει τα μυστήρια, (όχι τα μυστικά) του Αγίου Όρους. Η σίγουρη πείρα του από μια επίμονη έρευνα τον κάνει τρομερά εύγλωττο. Ακούστε ένα απόσπασμα:

«Έγινε πολλές φορές λόγος για την έλλειψη σεβασμού που δείχνουν οι Αγιορείτες προς τις βιβλιοθήκες τους. Αυτό δεν συμβαίνει πια σήμερα. Πρέπει πολύ να επιμείνεις, να παρακαλέσεις, να ικετεύσεις για να σου τις ανοίξουν. Και δεν ήταν ο καιρός που μας έλειψε για να ερευνήσουμε ό,τι υπήρχε, αλλά η παρουσία του βιβλιοθηκάριου που πάντα μας άφηνε να μείνουμε πολύ λιγότερο απ' όσο θα θέλαμε. Και δεν μας άφησε ν' αγγίσουμε τίποτα.
»Σε μερικά σημεία, όπως το είπα ήδη, βασιλεύει η σκόνη και η αταξία. Οι στοίβες γκρεμίζονται. Τα βιβλία σκορπίζονται, διαλύονται ή σαπίζουν. Αλλά κατά κανόνα είναι τακτοποιημένα, ξεσκονισμένα, βιβλιοδετημένα, καταγραμμένα σε καταλόγους. Στη διαδρομή των αιώνων, εν τούτοις, πολλά απ' αυτά τα βιβλία χάθηκαν για πάντα. Οι Τούρκοι επήραν όσα μπόρεσαν. Πολλά προσφέρθηκαν σε πρίγκιπες ή σε επισκέπτες επίσημους. Ταξιδιώτες έκοψαν με το μαχαίρι, έσκισαν, έκλεψαν σελίδες, κεφάλαια, τόμους ολόκληρους. Τα σκουλήκια βρήκαν τροφή. Κατηγορούν ακόμη τους Αγιορείτες ότι ένα μεγάλο μέρος το πούλησαν για χαρτί με την οκά, ή, για να ζεσταθούν το χειμώνα, πως τόκαψαν στο τζάκι».
Δεν ξέρω ως ποιό σημείο η εικόνα αυτή είναι αυθεντική, αλλά οπωσδήποτε προκαλεί θλίψη και ανησυχία. Όσο σκεφτόμαστε ότι οι Αγιορείτες λιγοστεύουν, ώστε να μη μπορούν ν' ανταποκριθούν και στα καθήκοντα της συντήρησης των πελώριων αυτών μουσείων, τόσο ρωτιόμαστε και ποιά μέτρα είναι έτοιμο να πάρει το κράτος για να προστατέψει και να αξιοποιήσει τους θησαυρούς. Αλλά πρέπει να δώσω ακόμη ένα δείγμα των πνευματικών δραστηριοτήτων που ξύπνησε το Άγιον Όρος στον Γάλλο συγγραφέα:
«Όσο για το ζήτημα, λέει, των πιθανών θησαυρών της Αρχαιότητας μέσα στα υπόγεια του Αγίου Όρους που οι ουμανιστές τους θεωρούν για πάντα χαμένους, φαίνεται σχεδόν βέβαιο, πρώτα ότι ένα μέρος τους, έστω και μικρό, βρίσκεται πραγματικά εκεί. Δεύτερον, ότι οι αιώνες, αυτοί οι ποντικοί της αιωνιότητας, ή και οι ίδιοι οι ποντικοί έφαγαν το μεγαλύτερο μέρος, ή το μικραίνουν κάθε μέρα περισσότερο.
»Οι σχολιαστές και οι γραμματικοί του Βυζαντίου εμπιστεύθηκαν στον Άθω αυτή την παρακαταθήκη για να την προφυλάξουν από την απειλή του εχθρού. Ήταν μια πράξη φρονήσεως αλλά και ατυχίας. Οι μοναχοί αντίκρισαν πάντοτε τα έργα αυτά του παγανισμού σαν έργα του σατανισμού και τα θεωρούν ακόμη τώρα σαν προϊόντα πολυτέλειας και αργοσχολίας, που απομακρύνουν από το Θεό, κολακεύουν το πνεύμα, ευνοούν την πολυμάθεια, αλλά είναι ανίκανα να σώσουν την ψυχή».
Οι καταγγελίες αυτές, φυσικά μας αναστατώνουν. Αλλά τώρα δεν πρόκειται γι' αυτό. Θέλω να πω ότι όταν διαβάζουμε τα έργα των συγγραφέων αυτών, απολαμβάνουμε την ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, πληροφορούμεθα μερικά από τα «μυστήρια» του, ικανοποιούμε περιέργειες μας που αφορούν εξωτερικές πραγματικότητες. Αλλά για ό,τι αποτελεί τό μυστικό του, θέλω να πω το λόγο της ύπαρξης του και της επιβολής του, που είναι η ίδια η ουσία του μοναχισμού, δεν έχουμε παρά μόνο μακρινές, δυσδιάκριτες ενδείξεις. Απομένουμε ξένοι, σε ό,τι ένας πραγματικός επισκέπτης θα επιθυμούσε πρώτα-πρώτα να μυηθεί. Φαίνεται, ότι όλα τα πράγματα του κόσμου που διαθέτουν μιαν άξια βάθους, έχουν πάντοτε τον τρόπο να μας παραπλανούν με μια λάμψη επιφάνειας. Και όπως είπαμε ήδη, η επιφάνεια που παρουσιάζει τό Άγιον Όρος είναι από άπειρες απόψεις ανέκφραστα ελκυστική. Η ταξιδιωτική μας λογοτεχνία της έχει αφιερώσει σελίδες από τις πιό δυνατές, τις πιό συναρπαστικές. Ανάφερα παραπάνω δυό ονόματα, του Παπαντωνίου και του Θεοτοκά, και θα ήθελα να προσθέσω τώρα τον Κώστα Ουράνη. Ο θαυμάσιος αυτός ποιητής περιπλανήθηκε στο ιερό βουνό, αναζητώντας κι' εκεί το ίδιο το δικό του προσωπικό όραμα, που το βρήκε ενσαρκωμένο πάνω σε ό,τι μπορούσε η ματιά του ν' αγκαλιάσει. Μας μαγεύει με τις περιγραφές του. Αλλά η μαγεία απομένει η ίδια με εκείνη που νιώθουμε διαβάζοντας το ταξίδι του στην Ιταλία. Η ιδιαιτερότητα του Άγ. Όρους βρίσκεται εντελώς αλλού. Το διαισθάνθηκε ο Ουράνης με την οξεία του αίσθηση, αλλά του έλειψε και η διάθεση και η δυνατότητα να το ανακαλύψει.
Θα μπορούσα να προστρέξω σε πολλές ανάλογες περιπτώσεις αλλά έφερα σαν τυπικό παράδειγμα τον Κώστα Ουράνη, τον όποιο ιδιαίτερα αγαπώ και τιμώ. Το Άγιον Όρος, χωρίς να παύει να είναι μια περιπλάνηση, είναι προπάντων και κατά κύριο λόγο μια διείσδυση. Αν δεν το ιδούμε εκ των ένδον, το μυστικό του θα μας έχει διαφύγει. Και πάλι, αν θα λέγαμε, ότι σαν άνθρωποι κοσμικοί το συλλάβαμε ολόκληρο δε θα είμαστε σύμφωνοι με την αλήθεια. Απλώς θα είχαμε αναπνεύσει την παρουσία του. Υπάρχουν πολλοί βαθμοί μυήσεως, που το τελευταίο τους σκαλί, το πιο υψηλό είναι και το πιο απόκρημνο. Φτάνει να συλλογιστούμε τους ερημίτες εκείνους που ζουν στο φρικτό Καρούλι, μέσα σε τρύπες, πάνω από ένα φοβερό γκρεμνό, με παξιμάδια και νερό που τους τα κατεβάζουν με σκοινιά. Μέσα σ' αυτή τη στέρηση και τη μοναξιά αναζητούν την έσχατη έννοια της θεότητας. Πώς εμείς θα μπορούσαμε να την προσεγγίσουμε αλλιώς, παρά μόνο με τη φαντασία; Ο βαθμός του βιώματος είναι αποφασιστικός σε ο,τι άφορα το βαθμό της μυήσεως. Θα πρέπει να απορρίψει κανείς ένα μέρος τουλάχιστον από τον κοσμικό εαυτό του, για να μπορέσει να δεχτεί την ακτινοβολία ενός τέτοιου μηνύματος.

Αλλά, ας μην απατόμεθα, για μια τέτοια αποδοχή χρειάζεται και προδιάθεση. Δεν είναι όλες οι ψυχές προετοιμασμένες για να δεχτούν το δώρο. Εκείνος στον οποίο τρέχει ο νους μου αυτή τη στιγμή είναι ο Τάκης Παπατσώνης, για τον οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι, από την ίδια την υφή της ποίησης του, ότι ήταν πλασμένος για να αγγίσει με ζεστό χέρι το μυστικό του Αγίου Όρους. Επήγε εκεί πριν τριάντα έξη χρόνια, κι' έμεινε αρκετούς μήνες για να κάμει, όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει, την άσκηση του. Δεν πήγε, δηλαδή, σαν ταξιδιώτης, για να δώσει διέξοδο στην ανία του, αλλά σαν κοσμοκαλόγερος, για να χρησιμοποιήσω έναν τίτλο που έχει απονεμηθεί κατ' αποκλειστικότητα στον Παπαδιαμάντη. Διαβάζοντας όμως την «Ά σ κ η σ η» του Παπατσώνη, σκεπτόμουν πόσο δίκιο θα ήταν να τους μοιράσουμε τον τίτλο! Χαρακτηριστικό είναι ότι το χειρόγραφο του οδοιπορικού του, γραμμένου με ρυθμό ημερολογίου χωρίς ημερομηνίες, ο Παπατσώνης το κράτησε τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια μέσα στο συρτάρι του και μόνο τώρα, με την ευκαιρία του εορτασμού της χιλιετηρίδας, το έδωσε να δημοσιευθεί. Δεν είναι κι' αυτό μια ένδειξη της εσωτερικής αξίας αυτής της εξομολόγησης; Ο Παπατσώνης δε θέλησε να χρησιμοποιήσει το ταξίδι του στο Άγιον Όρος σαν συγγραφέας, που γυρεύει ευκαιρίες και θέματα, αλλά σαν ένας άνθρωπος που μιλάει με τον εαυτό του, που καταγράφει τους στοχασμούς και τα συναισθήματα του για να τα ισορροπήσει και να τα αξιοποιήσει μέσα του, δίνοντας τους διέξοδο.
Αξίζει να σταθούμε κάπως περισσότερο στην περίπτωση Παπατσώνη, γιατί είναι εκείνη που βρίσκεται πιό κοντά και στη δική μας νόηση. Μαζί του, δεν κινδυνεύουμε να χαθούμε. Άλλωστε αποτελεί ένα σκαλί, για να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε πιό βαθιά τη σημασία του μυστικού που γυρεύουμε, αφού, όπως είπαμε ήδη, η κατάκτηση του, χωρίς μια μακριά βιωματική προετοιμασία, είναι ανέφικτη. Ο Παπατσώνης πηγαίνει στο Άγιον Όρος, κουβαλώντας μαζί του όλες τις συνήθειες της σκέψης ενός κοσμικού, που δεν είναι διόλου διατεθειμένος να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Αλλά που είναι μολαταύτα γεμάτος από τη δίψα να προχωρήσει πέρα απ' αυτά, για να βρει τις συναρτήσεις εκείνες χάρη στις όποιες τα ίδια τα εγκόσμια αποκτούν ένα μεταφυσικό βάρος. Ή μάλλον, χάνουν το βάρος τους μέσα στη μυστική έκσταση. Θάθελα ν' ακούσετε, ένα κομμάτι από τό σχόλιο του σχετικά με τις συζητήσεις του με τον Πάτερ-Λέοντα, για να ιδείτε με ποιόν τρόπο η θεία χάρη μπορεί να εμποτίζει τους εγκόσμιους διαλογισμούς του:
«Στις γωνιές, κάτου από τα κυπαρίσσια, το τσουχτερό τό αεράκι στον πρωινό τον ήλιο, κατά μόνας με τη σκιά ενού γέροντα, τις λες τις ιδέες αστραπηδόν. Διαξιφίζεσαι σα νάτανε το επάγγελμα σου, πολεμιστής μονομάχος. Άλλο είναι να τους γράφεις αυτούς τους διαλογισμούς. Σήμερα ήτανε τί άλλο μπορούσε νάναι, τα Ερωτικά. Χτες ήτανε τ' Ασκητικά, οι Πράξεις οι Ασκητικές. Σήμερα ήτανε τα Ερωτικά, που ζήτησα να του τα φέρω σαν εξάρτηση του Ασκητισμού. Θέλησα να του εμφανίσω τον Ασκητισμό που κλείνουν ή που μπορεί να κλείνουν ή που πρέπει να κλείνουν ετούτα τα Ερωτικά! Τόχω μέσα μου πάντα με τέτοιο όμμα να βλέπω προς τους έρωτες. Τό ίδιο είμαι έτοιμος να προσκυνήσω δυο μάτια ερωτευμένα όσο έναν Ευαγγελισμό. Με το ίδιο λιβάνι λιβανίζω και τα δυο. Τα ίδια μαστίγια με οδηγάνε σε τούτα τα συναισθήματα. Κι' έπειτα του προσδίνω μια τέτοια σοβαρότητα, όχι του έρωτα, γιατί δεν έχει εδώ να λατρεύεις έννοιες αφαιρεμένες (αλίμονο να καταντήσει κανένας να λατρεύει τέτοια γεννήματα κουτοπόνηρα) , όχι, δόξα σοι ο Θεός του έρωτα, αλλά στην κάθε περίσταση, το φτερωτό το πρόσωπο του ονείρου, αλλά τις ώρες τις βαθιές, που κάθε φράση αντλιέται σαν από πηγάδι πρωτοφανέρωτο, και απ' τα έγκατα της γης, ν' αναβλύσει είτε προς τ' άστρα, είτε προς το στερέωμα της ημέρας. Λες και κάθε φράση και κάθε βηματισιά είναι από το ύ δ ω ρ ζ ώ ν που αποκαλύφτηκε σε γυναίκα το πρώτο, γυναίκα νεροφόρα. Σε τούτες τις στιγμές δίνω την οφειλόμενη λατρεία κι‡ έχει την ίδια ουσία πούχει η λατρεία προς τα μυστήρια. Ερωτική είναι η λειτουργία, που καταλήγει όλο με άφατη και αύξουσα ηδονή προς την μετάληψη. Ερωτικό μη δεν είναι το Μέγα Κοινωνικό του Μεγάλου Σαββάτου, το Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήϊνον εν εαυτή λογιζέσθω, ιδού γάρ έρχεται ο Βασιλεύς των Αγγέλων. Τίποτα γήινου λογισμού δεν έχει ο έρωτας εκείνος που βγαίνοντας από τα βαθύτατα των φρεάτων-γίνεται λήρος κι' έκσταση και μανία θειότατη».
Ξεχώρισα μέσα σε πολλά άλλα βιβλία την «"Άσκηση» του Παπατσώνη γιατί αυτή νομίζω περισσότερο από κάθε άλλο μας ανοίγει την πόρτα για να μπούμε στον προθάλαμο του μυστικού. Πριν επιχειρήσουμε ν' αγγίσουμε την καυτή ουσία του αγιορείτικου μοναχισμού, πριν φτάσουμε στα λόγια εκείνα που την εκφράζουν άμεσα σα βίωμα προσωπικό, ήταν ανάγκη ν' ακουμπήσουμε πάνω στην πείρα ενός κοσμικού, που όμως η ψυχή του κλείνει μέσα της όλους τους σπόρους της μυστικότητας. Η μοναξιά του Τάκη Παπατσώνη είναι γεμάτη από τα δράματα της θεότητας. Δεν ήταν προορισμένος ν' αφοσιωθεί σ' αυτά, νά γίνει καλόγερος στο Άγιον Όρος. Αλλά το παράδειγμα του, για μας τους κοσμικούς που ποτέ δε θ' αγγίσουμε τις κλειστές χαρές του μοναχικού βιώματος, είναι αναγκαίο, για να μπορέσουμε να τις μαντεύσουμε. Όταν ο Παπατσώνης θέλει να βάλει μέσα στην άσκηση του την αγιορείτικη, το προσωπικό του βίωμα του έρωτα και της γυναίκας, όταν επιχειρεί να πείσει το συνομιλητή του τον Πάτερ - Λέοντα για την ταύτιση που κάνει στην άσκηση του την ερωτική και την άσκηση της αγιορείτικης μοναξιάς, ξέρουμε ότι απομακρύνεται από μας χωρίς τουλάχιστον να μπορεί να πλησιάζει τον Πάτερ - Λέοντα. Για τον αγιορείτη μοναχό δεν υπάρχει άλλη γυναίκα έκτος από την Πανάχραντη παρθένα, την Παναγιά. Όλες οι άλλες, χωρίς εξαίρεση, είναι εκ του πονηρού. Και η άποψη του Παπατσώνη δε μπορεί να θεωρηθεί παρά σαν ένας βέβηλος συμβιβασμός. Εμείς όμως που ζούμε μέσα στον κόσμο, ξέρουμε πολύ καλλίτερα και μπορούμε να εκτιμήσουμε στην αξία της αυτή την άποψη. Η αλήθεια της ζωής στην οποία πιστεύουμε και προς την οποία αποβλέπουμε βρίσκεται προς αυτή την κατεύθυνση και δε χρειάζεται να κάνουμε παρά ένα μόνο βήμα για να βρεθούμε μέσα στο κλίμα της, μέσα στη θερμή, την ευεργετική της ατμόσφαιρα. Είναι σαν ένα μυστικό παράθυρο, για να πάρουμε αναπνοή. Πώς τελειώνει το βιβλίο; Ο συγγραφέας κάνει τον απολογισμό του, με μια φράση: «Τί μου απόμεινε; Μια χάρη αμυδρή από το περιβόλι της Παναγίας, κάτι δυό λουλουδάκια του περιβολιού της, μια χάρη ελαφριά και τίποτ' άλλο. Μια χάρη μόλις αισθητή και όλα τα λόγια τ' ανάστατα, που βγήκαν ασυνάρτητα από τη φυσούνα του Άθωνα του Γίγαντα, προφητικά, διδαχτικά, όλα μια ετοιμασία για το μ ε γάλο διάβα».
Σταματώ σ' αυτόν τον αποκαλυπτικό λόγο. Τί άλλο είναι η ουσία του μοναχισμού παρά η άσκηση, η προετοιμασία για το μεγάλο πέρασμα από τη φθαρτή και πρόσκαιρη ζωή, στην αιώνια και την άφθαρτη; Πρέπει να σε αναταράζει κάτι απ' αυτά τα μεγάλα ερωτήματα του πούθε ερχόμαστε και που πάμε, για να χρησιμοποιήσεις το ρίγος της αναταραχής σαν ένα πρώτο εφόδιο εισόδου στο μυστικό του Αγίου Όρους. Την ημέρα της μεγάλης γιορτής της Χιλιετηρίδας στο Πρωτάτο, ο νέος φίλος μου Μανώλης Ρούνης, πολύ εντριβής εις τα του Όρους, μου σύστησε, έτσι φευγαλέα, έναν καλόγερο, τον Θεόκλητο Διονυσιάτη, που ως εκείνη τη στιγμή αγνοούσα το ρόλο του σαν συγγραφέα. Λυπάμαι που έτσι έχασα την ευκαιρία να έχω μαζί του μια εποικοδομητική συνομιλία. Αλλά την πραγματοποίησα νοερά, όταν αργότερα διάβασα το «Μεταξύ ουρανού και γης», βιβλίο μοναδικό, που θέλει να φέρει κι' εμάς τους κοσμικούς κοντά στην καυτή ουσία του αγιορείτικου μοναχισμού. Εδώ θ' αντικρύσουμε κατάματα αυτή την ουσία και θα δούμε ως ποιο σημείο μπορούμε τουλάχιστον να την κατανοήσουμε.
Δεν μπορούμε (επαναλαμβάνω) να αποβλέπουμε στην ολοκληρωτική κατάκτηση, γιατί αυτή θα σήμαινε ταύτιση, που είναι αδιανόητη χωρίς την επίσης ολοκληρωτική αφιέρωση στο μοναχικό ιδεώδες. Οι άνθρωποι οι κατεχόμενοι από τη Χάρη, εκείνοι δηλαδή που έχουν ενσωματωθεί στη θεϊκή ουσία ώστε να βρίσκονται πια πέραν του κόσμου τούτου, είναι φυσικό να μιλούν μια γλώσσα ενοραματική που αποκρίνεται σ' αυτές τις εσωτερικές διεργασίες τις οποίες έχουν υποστεί. Μια γλώσσα τόσο πλήρη σε ζέστα ψυχής και σε βάθος ιδανικού, όσο πιό δύσκολα είναι προσιτή σε κείνους που δε μπορούν να εγκύψουν σε ανάλογο βάθος. Γι' αυτό, πολύ σοφά ο συγγραφέας βάζει συνομιλητές των μοναχών που υπερασπίζονται το ιδεώδες τους, κα' αρχήν έναν θεολόγο (που μπορεί να φτάσει σ' ένα κάποιον βαθμό μυήσεως) και ύστερα ένα Δικηγόρο, που το πνεύμα του είναι φτιαγμένο από λογική και διανόηση, ώστε κι' όταν ακόμη αισθάνεται την παρουσία του ιδανικού να μη μπορεί να το προσεγγίσει.
Ας προσπαθήσουμε, εμείς τουλάχιστον στην έρευνα μας αυτή, να μη σταθούμε εντελώς άτυχοι σαν τον δικηγόρο. Αν πραγματικά επιτύχουμε κάποια συμφιλίωση, θα πει ότι ο καιρός μας δεν επήγε μάταιος. Ιδού πως ο συγγραφέας περιγράφει τη ζωή των ερημιτών, οι όποιοι είναι οι πιό αξιοθαύμαστοι φορείς του μοναχικού ιδανικού: «Οι ερημίται, λέγει, κατανέμουν τον χρόνον των εις προσευχήν και εργόχειρον. Σκαλίζουν επί σκληρού ξύλου Εσταυρωμένους και δίδουν, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία των, Θεός οίδε, μίαν τοιαύτην έκφρασιν πόνου εις το γεγλυμένον πρόσωπον του Κυρίου και τοιαύτην κίνησιν εις το σώμα του, ώστε να μην ημπορεί να τον βλέπει κανείς άνευ δακρύων.,. Οι ερημίται διαβιούν ως τα αλληγορούμενα πετεινά του ουρανού, μη σπείροντα, μη θερίζοντα, μηδέ συνάγοντα εις αποθήκας. Ο Κύριος εστίν ο τροφεύς αυτών. Είναι ωραίαι αι αμφιέσεις των, υπέρ τα κρίνα του αγρού διότι είναι ενδεδυμένοι τον Χ ρ ι στόν και κοσμούνται δι' αρετών και αφανών φωτοστέφανων. Έχουν περιορίσει τας ανάγκας των εις το ελάχιστον, ώστε να είναι υπό πάντων ελεύθεροι. Έμαθον να είναι σοφοί εκ της λιτότατης ζωής των, ταπεινοί το φρόνημα». Αυτή η αποκοπή, πλήρης και οριστική, από ό,τι θα ονομάζαμε ματαιότητα της ζωής, είναι ό,τι δυσκολότερα θα μπορούσαμε να συλλάβουμε, εμείς που ζούμε μέσα σ' αυτή τη ματαιότητα και τη δοξολογούμε. Για τον ερημίτη όμως, η ματαιότητα αυτή είναι περισσότερο αποκρουστική, όσο βαθύτερα κατέχεται από το όραμα μιας άλλης ζωής, που το ύψος της και η τελειότητά της κατανικούν την εφημερότητα. Ιδού τώρα, πως ο Θεόκλητος Διονυσιάτης συναρτά μια δύσκολη και τραχεία ζωή με μια εξαγνισμένη ψυχή:

«Όπως ο Ασκητισμός, ούτω και αι κατοικίαι των Ερημιτών έχουν την ιδιορρυθμίαν των. Αι καλύβαι αύται δεν έχουν τίποτε το κοινόν με τα χωρικά σπίτια της Ελλάδος. Εις την σύλληψιν του σχεδίου των υπάρχει μία πρωτόγονος εκκεντρικότης. Φθάνει μία ρωγμή ή μία προεξοχή επί βράχου διά να αποτελέσουν ιδεώδες ο ι κ ό π ε δ ο ν διά τον Ερημίτην. Προσφυώς τας ονομάζουν αετοφωλιές, Κτίζονται δε με πνεύμα τραχείας αρχιτεκτονικής, όπως ακριβώς είναι και ο Ασκητισμός. Ματαίως θ'; αναζητήσει κανείς εις αυτάς την άνεσιν. Πολλά έχουν γραφεί διά τας καλύβας, άλλ' αμφιβάλλω άν ελέχθη όλη η αλήθεια, διότι η νοοτροπία των Ερημιτών που τας έκτισαν είναι εις ημάς απροσπέλαστος. Προ παντός δεν ακολουθεί την λογικήν. Η ευθεία διά τους Ερημίτας δεν είναι η συντομωτέρα οδός. Προτιμούν, αίφνης, να αναρριχώνται, παρά να βαδίζουν επί βατών ατραπών. Δεν είναι ριψοκίνδυνοι, δεν είναι οπαδοί του δόγματος ζ ή ν επικινδύνως, αλλά θεωρούν τον κίνδυνον ως στοιχείον ηθικής προαγωγής. Ο κατερχόμενος εις αυτάς τη βοηθεία αλύσεων, διά πρώτην φοράν, φρικιά επί πολλά έτη και επί τη αναμνήσει μόνη».
Το μόνο ασφαλώς που δε μπορούμε να γυρέψουμε σ' αυτή την κατάσταση του πνεύματος είναι η λογική. Η διαρκής προτροπή που ακούμε μέσα στην εγκόσμια ζωή: «λογικεύσου!» για να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο έναν παραστρατημένον άνθρωπο, για έναν Ερημίτη του Αγίου Όρους θα ήταν αληθινή προσβολή. Όταν μπει κανείς στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα της πίστης και της αγάπης, στην πιό εξιδανικευμένη μορφή, όπως την εννοούν οι Αγιορείτες, τότε υπακούει πια στα κελεύσματα μιας άλλης λογικής που δεν εκπορεύεται από το μυαλό αλλά από το άδυτο της ψυχής. Κι' αυτό ακριβώς είναι το δύσκολο σημείο που δημιουργεί την ασυνεννοησία ανάμεσα σ' έναν κοσμικό και σ' έναν ερημίτη: ότι η λογική τους είναι διαφορετικής πηγής και εμπνεύσεως. Τα μέτρα με τα οποία κρίνουν τις άξιες είναι από διαφορετικά υλικά και έχουν διαφορετικά μεγέθη. Οι αξίες οι δικές μας αποκρίνονται στις επίκτητες ανάγκες που δημιούργησε ο πολιτισμός, θαυμάζουμε και υπηρετούμε τον πολιτισμό μας στη δυαδική του υπόσταση, υλική και πνευματική, θέλουμε να έχουμε τα ηλεκτρικά μας ψυγεία, τις κουζίνες, τα μπάνια, τις αναπαυτικές πολυθρόνες. Τα αυτοκίνητα, τα ραδιόφωνα, τα αεριωθούμενα, θέλουμε να διαβάζουμε τους στοχαστές και τους φιλοσόφους μας, που μας οδηγούν πάντα άλλου. Αποτροπιαζόμαστε την επανάληψη. Ζούμε με ό,τι μας εκφράζει, σε μια κατάσταση ροής. Τον ίδιο το Χριστιανισμό τον αντιμετωπίζουμε σαν ένα θέμα που μέσα στην αιωνιότητα του, βρίσκεται σε διαρκή μεταμόρφωση. Αυτά είναι τα δικά μας μέτρα, που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την ουσία του μοναχισμού. Έχουμε ανάγκη, λοιπόν, από τη μεγαλύτερη καλή θέληση για να μπορέσουμε ν' ανακαλύψουμε μέσα μας κάποια πηγή, κρυμμένη στα βάθη μας, κατασκεπασμένη, από την οποία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε τη δύναμη για ν' αγγίξουμε κάπως αυτό το τόσο απομακρυσμένο ιδανικό. Ο συγγραφέας του «Μεταξύ ουρανού και γης» δεν παραλείπει να κάμει την διάκριση ότι άλλη περίπτωση είναι ο απομονωτισμός των νευρωτικών από τους οποίους είναι γεμάτη η κοινωνία και εντελώς διαφορετική η τάση για απομόνωση του Μοναχού, που αποτελεί «εκπόρευσιν του υγιούς θρησκευτικού συναισθήματος». Επεξηγεί προσφυέστατα: «Εφόσον θρησκευτικότης σημαίνει φυγήν από το ε ν θ ά δ ε , ορμήν εσωτερικήν προς την πέραν του αισθητού ζωήν. αναζήτησιν του Ε π έ κ ε ι ν α , όπερ διαισθανόμενα και πιστεύομεν και αγαπώμεν, κατ' ακολουθίαν θα μας διαφλέγει ο πόθος της εφικτής προσεγγίσεως, ο έρως να ίδωμεν τον Θεόν μας Ε ν ώ π ι ο ς ε ν ω πίω" να συνομιλήσωμεν μετ.' Αυτού‡ να εύρωμεν την τελείαν ειρήνην εν τοις κόλποις Του. Η κραυγή του Ιερού Αυγουστίνου. Ω Κύριε, ανήσυχος είναι η ψυχή μας έως ο υ εύρωμεν την ε ι ρ ή ν η ν ε ν Σ ο ί, είναι η κραυγή ολοκλήρου του κόσμου».
Αύτη η γλώσσα της μυστικόπαθης έξαρσης είναι περισσότερο οικεία σε όσους έτυχε να διαβάσουν τους μυστικούς συγγραφείς. Στην περίπτωση του Αγιορείτικου Μοναχισμού το μυστικό δράμα είναι πιό συγκεκριμένο και εξασφαλίζει την πληρότητα, την τελειότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μ' αυτή την πορεία προς το Θεό. Πρόκειται για μια σοφία που δεν στηρίζεται σε γνώσεις αλλά στην ενιαία γνώση, και απέναντι στην οποία οι εγγράμματοι και οι αγράμματοι έχουν το ίδιο δικαίωμα και την ίδια δυνατότητα εισόδου. Από τη στιγμή που θα πατήσει κανείς αυτό το κατώφλι, υφίσταται μια μεταμόρφωση, που τον κάνει δύσκολα αναγνωρίσιμο από τους άλλους, που βρίσκονται δώθε από το κατώφλι, που δε θέλησαν ή που δε μπόρεσαν να το πλησιάσουν. Είναι το κατώφλι της πίστης. Και πίστη σημαίνει, κατ' αρχήν απελευθέρωση της ψυχής από τα ανθρώπινα πάθη. Ίσως αυτά τα πάθη είναι που δίνουν μια συνοχή στο κοινωνικό μας σώμα. Και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ήρθαμε στη γη, όχι για να ζητήσουμε και να επιτύχουμε όλοι την υψηλή ηθική τελειότητα, αλλά για να ζήσουμε με τα ανθρώπινα πάθη μας. Ότι ήρθαμε, για να μείνουμε άνθρωποι, για να διαιωνίσουμε το ανθρώπινο γένος και να υπομείνουμε όλους τους μόχθους, τις ταλαιπωρίες, τις αβάσταχτες συχνά, που συνεπάγεται αυτός μας ο ρόλος. Αλλά ποιός θα μπορούσε να έχει αντίρρηση; Η ουσία του μοναχισμού έγκειται στο ότι αποτελεί την εξαίρεση. Και το πιό ουσιώδες, ότι μας υπενθυμίζει ποιά είναι η βαθύτερη υπόστασή μας, η ουσία από την οποία προερχόμεθα και στην οποία θα επιστρέψουμε μια μέρα. Την πίστη και την τελειότητα, που δεν είμαστε προορισμένοι να κατακτήσουμε εμείς, μπορούμε να την θαυμάσουμε σαν ένα υπόδειγμα στη ζωή των Ερημιτών αυτών, οι όποιοι απέβλεψαν στην ένωσή τους με την ουσία του Θεού. Πόση είναι η δύναμη της Ο Θεόκλητος Διονυσιάτης μας μιλεί για κάποιον γέροντα Ασκητή: «Η αγάπη σ' αυτόν εξετόπιζε την σκέψιν. Σ υ ν ε σ τ α ύ ρ ω μα ι ... μου έλεγε πολλάκις. Ο γέρων ανέπνεεν Ιησούν Χριστόν και τ ο ύ τ ο ν ε σ τ α υ ρ ω μ έ ν ο ν. Η μυστικοπαθής λατρεία του Εσταυρωμένου τον εβύθιζεν εις εκστασιασμούς. Μοί διηγείτο μίαν εσπέραν διά κάποιον ερημίτην, ότι η περιπαθής αγάπη του προς τον Σταυρόν του Κυρίου και ο διάπυρος πόθος του να συμμετάσχει εις το πάθος του, τον έκαμνον να ωδυνάται νοερώς τόσον, ώστε εις μεν το μέτωπόν του είχον σχηματισθεί ίχνη του ακανθίνου στεφάνου του Κυρίου, εις δε τας χείρας και τους πόδας του, οι τύποι των ήλων, εις την πλευράν του δε, το τραύμα της λόγχης. Τα ίχνη αυτά, συνέχισεν ο γέρων, λέγουν ότι τα είδον οι συνασκηταί του όταν ο ερημίτης εκοιμήθη εν Κυρίω ...». Εδώ μπαίνουμε στην περιοχή του θαύματος, που πραγματοποιείται δια της πίστεως, θα μπορούσε να δοθεί ίσως και μια επιστημονική ερμηνεία, όπως χωράει τέτοια και στα θαύματα ιάσεως που γίνονται στην Παναγία της Τήνου. Αλλά η πίστη είναι μια δύναμη, η οποία, στην περίπτωση αυτή είναι αδιανόητη χωρίς τη θρησκεία. Απορρέει από τη θρησκεία και υπηρετεί το πνεύμα της. Φθάνουμε πάντα σ' ένα σημείο, πέρα από το οποίο η επιστημονική λογική είναι ανίσχυρη. Είμαστε φορείς δυνάμεων, που αγνοούμε την έκταση τους, το μήκος της ακτινοβολίας τους.

Το μοναχικό ιδανικό αποβλέπει προς την τελειότητα. Και δε μπορεί κανείς να φτάσει σ' αυτήν παρά με μια τέλεια κάθαρση, μ' άλλα λόγια με μια οριστική και απόλυτη απαλλαγή από τις έλξεις και τις φροντίδες της εγκόσμιας ζωής. Φαίνεται ότι η προσπάθεια της αποκόλλησης από την εγκοσμιότητα φτάνει κάποτε σε μια περίοδο κρίσιμη, όπου οι πειρασμοί της ζωής γίνονται τρομακτικοί. Κανείς από τους ανθρώπους του κόσμου δεν είναι σε θέση να μαντεύσει αυτό το καμίνι, μέσα στο οποίο το κορμί και η ψυχή ψήνονται, σαν μέσα σε μια επίγεια κόλαση. Αν η απαγόρευση αυξάνει τον πόθο, μπορεί κανείς να φαντασθεί τί συμβαίνει εδώ που πρόκειται για μια οριστική κάθαρση από τον πόθο. Οι Αγιορείτες έχουν απαγορεύσει την είσοδο κάθε θηλυκού (ανθρώπου ή ζώου) στον τόπο τους, γιατί το θηλυκό είναι η κατ'; εξοχήν ενσάρκωση του πόθου, η αιώνια πρόκληση για τον άνδρα. Στό Άγιον Όρος θα συναντήσουμε όλους τους αναβαθμούς της Κάθαρσης και η παρουσία του θηλυκού θα αύξαινε τη δύναμη του πειρασμού. Οι μοναχοί έφτιαξαν στό Άγιον Όρος το βασίλειο τους, προβλέποντας όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που διευκολύνουν την Κάθαρση. Τείνουμε πάντα να τους κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα. Αλλά ποτέ δε θα κατανοήσουμε τον πλησίον μας, παρά μόνο αν μπορέσουμε, για μια στιγμή έστω, να πάρουμε τη θέση του μέσα στη ζωή. Να ζήσουμε όπως ζει, να αισθανθούμε όπως αισθάνεται. Πολύ περισσότερο, αν θέλουμε να πλησιάσουμε τήν ουσία τής μοναχικής ζωής, θα πρέπει να διαθέτουμε κάποιες ειδικές κεραίες, που να τις βάλουμε σε ενέργεια. Αλλιώς, κάθε προσπάθεια θα είναι μάταιη.
Ευνόητο είναι ότι δε θέλησα εδώ να κάμω μια συστηματική ανάλυση του βιβλίου «Μεταξύ ουρανού και γης», που μολαταύτα μας απασχόλησε αρκετά. Ο σκοπός μας είναι με τη βοήθεια της αυθεντικής αυτής ομολογίας, την οποία αποτελεί το βιβλίο του μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε το μυστικό του μοναχισμού, αυτό που ονομάσαμε μυστικό του Αγίου Όρους. Είμαστε αποκλεισμένοι απ' αυτό, αλλά δεν σημαίνει ότι λείπουν από μέσα μας οι σπόροι, οι προδιαθέσεις, οι φωνές που μπορεί για μια στιγμή να μιλήσουν. Αν οι μοναχοί αποκόπτονται από μας, γκρεμίζουν όλες τις γέφυρες που τους ενώνουν με τη ζωή, γιατί διαφορετικά θα πρόδιναν το ιδεώδες τους, εμείς όμως δεν έχουμε λόγους να θεωρούμε τους εαυτούς μας ξένους προς αυτό το ιδεώδες. Αν δεν έχουμε καμιά διάθεση να το ακολουθήσουμε, γιατί πραγματοποιούμε τη μοίρα του επίγειου άνθρωπου, όμως αυτή η μυστική φωνή που σε ώρες μοναξιάς μιλάει μέσα μας, μας βεβαιώνει πως ο μοναχισμός, όπως πραγματοποιείται κυρίως στο Άγιον Όρος, αποτελεί έναν επίγειο σύνδεσμο ανάμεσά μας και της θεότητας. Δεν κάνω την απολογία του, γιατί δεν είμαι αρμόδιος. Απλώς επισκοπώ το ρόλο του και την ωφελιμότητά του.
Ένα ουσιώδες θέμα με το οποίο θα έπρεπε να κλείσουμε την ομιλία, είναι οι απόψεις των ασκητών για τη δική μας ζωή. Ο συγγραφέας του «Μεταξύ Ουρανού και γης» έχει την ευκαιρία να μας δώσει εξηγήσεις και υποθήκες. Στην παρατήρηση του θεολόγου ότι όπως θέτει το ζήτημα «καταντώμεν αναγκαστικώς εις το συμπέρασμα ότι όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να διάγουν ως ασκηταί», απαντά με το στόμα ενός ασκητού ως έξης: «Δεν υπεστήριξα ότι οι κοσμικοί δέον να είναι και ασκηταί, αλλά ότι η χριστιανική διδασκαλία ασχέτως προς την ιδιόμορφον άσκησιν των Μοναχών, προβλέπει δι' όλους τους πιστούς ασκητικούς τινας αγώνας, και τι η φύσις της εκκλησίας μας είναι ασκητική. Εφ' όσον ούτως έχει το θέμα, κατ' ανάγκην οφείλει έκαστος κοσμικός να μετέρχεται εν τινι μέτρω την άσκησιν, συνισταμένην εις εγκράτειαν, εν τη περιεκτική σημασία της λέξεως, νηστείαν, εν τεταγμένοις καιροίς, πληρών την εντολήν του αδιαλείπτως προσεύχεσθαι και αγρυπνείτε και πρ ο σ ε ύ χ ε σ θ ε ί ν α μη εισέλθετε εις πειρασμόν. Και συνελόντι ειπείν, οφείλει ο πιστός να καταβάλει ανά πάσαν στιγμήν προσπάθειαν εργασίας πνευματικής φερούσης εις τελειότητα. Προ παντός ο εν τω κόσμω Χριστιανός οφείλει να παλαίει ανυστάκτως προς την ην φορεί ασθενεστάτην σάρκα. Ταύτα αποτελούν προϋποθέσεις πνευματικής ζωής, άνευ των οποίων είναι αδύνατον φύσει να κρατήσει τις εαυτόν καθαρόν εκ του μιάσματος του κόσμου».
Όταν ο λόγος είναι για «πνευματική τελειότητα» δε μπορούμε παρά να ακούμε με ευλάβεια. Είπα ήδη ότι υπάρχουν μέσα μας οι σπόροι ενός μοναχικού ιδανικού, δηλαδή ενός ιδανικού πνευματικής ασκήσεως και προσευχής. Όσο κι' αν η εποχή μας υπηρετεί τον υλικό πολιτισμό, του οποίου τα δώρα δε μπορεί ν' απαρνηθεί, εν τούτοις, στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής παραμονεύει πάντοτε αυτή η μυστική δύναμη που μεταμορφώνει το ζώο σε άνθρωπο και χάρη στην οποία η ζωή γίνεται βιώσιμη. Είναι πολύ φυσικό, αυτή τη δύναμη μια κατηγορία ανθρώπων να θέλει να την αναπτύξει στο ακέραιο, να την βάλει απόλυτο γνώμονα της ζωής. Η ορθοδοξία διευκολύνει με το ασκητικό ιδεώδες της αυτές τις φυγές που πραγματώνονται εκεί στο Άγιον Όρος με τί σκληρή άσκηση, την αιματηρή προσήλωση, τη διαρκή σταύρωση. Δε θα ήταν υπόδειγμα η βίωση αυτή για όλους τους Χριστιανούς. Το Βυζάντιο την αγκάλιασε σ' ένα μέγα πλάτος ώστε να μας κάμει να υποπτευθούμε, με την πτώση του, ότι μια τέτοια βίωση είναι διαβρωτική για ζωντανούς οργανισμούς. Ο Αγιορείτικος μοναχισμός όμως, κρατημένος στα μέτρα του, αποτελεί μια ανάταση εσωτερικής ζωής, και μια διαρκή υπόμνηση για μας τους άλλους. Μια συνεχή αναφορά στον άνθρωπο που κρύβουμε μέσα μας και που κινδυνεύει αδιάκοπα, μέσα σε μια εποχή απανθρωπιάς. Κάτω από έναν τέτοιο φωτισμό, ο εορτασμός της Χιλιετηρίδας αποτέλεσε μια πράξη ανάγκης και σωφροσύνης, μια προειδοποίηση προς τις αλόγιστες δυνάμεις της ύλης. Όλες οι πρόοδοι, όλες οι κατακτήσεις της Επιστήμης που έχουν σήμερα μεθύσει την ανθρωπότητα, δεν θα γίνουν ποτέ ουσιαστικά χρήσιμες αν δεν κυριαρχηθούν πνευματικά, αν δεν γίνουν μέσα πνευματικής τελειότητας του ανθρώπου. Αυτό είναι σε τελευταία ανάλυση, το μυστικό που μας εμπιστεύθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή το Άγιον Όρος.
Tuesday, June 25, 2013
Tuesday, June 4, 2013
Mount Athos • The Holy Mountain (Άγιο Όρος)
General information about mount athos and Skiti of Agiou Andrea in Mount Athos (Holy Mountain) and the icon preservation works of father Pavlos, his brother and scholars from France.
Το βίντεο παρουσιάζει το εργαστήρι συντήρισης εικόνων που διατηρούσε στη Σκήτη Αγίου Ανδρέα Αγίου Όρους η παλαιότερη συνοδεία (αρχιμανδρίτης Παύλος Πολίτης, πατήρ Μάξιμος) και τη συνεργασία τους με Γάλλους πανεπιστημιακούς, χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της τεχνολογίας.
περισσότερες πληροφορίες για το εργαστήριο στο σύνδεσμο
Wednesday, May 22, 2013
Ο χαρισματούχος υπατακτικός του Άθωνα
Ἡμεῖς οἱ καλόγεροι, τὸ ὅπλο ποὺ ἔχομε, εἶναι τὸ κομβοσχοινάκι. Μάθετε νὰ ἐργάζεσθε τὸ κομβοσχοινάκι. Ἐδῶ εἰς τὸ ὄρος ποὺ ᾔλθατε, νὰ πάρετε ὅλοι ἀπὸ ἕνα κομβοσχοινάκι. Τὸ κομβοσχοίνι θὰ σᾶς ὁδηγήσῃ ἐκεῖ, ὅπου ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε, σὲ ἀνώτερα ἐπίπεδα θὰ σᾶς ὁδηγήση τὸ κομβοσχοινάκι. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με». Ἔχετε ἕνα πρόβλημα; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἔχετε ἕνα πειρασμὸν μὲ τὸν ἄλλον, τὸν γείτονά σας, μὲ τὸν φίλον σας, κοκ.; Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς δώσει λύσιν τοῦ προβλήματός σας, λύσιν τοῦ ἀδιεξόδου του ὁποίου βρίσκεσθε. Μία φορὰ μοῦ ἔτυχε ἕνας μεγάλος πειρασμός. Ἄρχισα ἔντονα τὴν εὐχή: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με Παναγία μου βοήθησέ με. Ἔκανα καὶ μία παράκλησι στὴν Γοργοεπήκοον. Δὲν ἄργησε νὰ ἔρθη ἡ ἀπάντησις. Τὴν τρίτην ἡμέρα ἔφυγε ὁ πειρασμός, ὅλα τακτοποιήθηκαν. Τὸ κομβοσχοινάκι λοιπὸν Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με. Ἂν συνταυτισθῆτε μὲ τὸ κομβοσχοινάκι, νὰ ξέρετε, ὅτι θὰ εὕρετε ἕνα φωτισμόν, θὰ εὕρετε ἕνα ἀνώτερο ἐπίπεδον. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχα νὰ σᾶς εἴπω, καὶ εὔχομαι πάντοτε ἡ Παναγία μας νὰ σᾶς σκεπάζῃ.
Γερ. Εφραιμ Κατουνακιωτης,
Tuesday, January 15, 2013
Wednesday, November 7, 2012
Subscribe to:
Posts (Atom)

