
Women enjoy and find rest in reading and are able to be benefited more than men since they are lacking in much logic and have more faith. Unfortunately, however, few are those who are benefited and make progress. Most, when they lay hold of themselves, are in turn seized by the "funeral dirge," and continually wail and complain, conducting microscopic spiritual tests on themselves, without first cutting off their weighty passions and later the minor ones, which, by the Grace of God, gradually vanish by themselves.
Although most women have great prerequisites for the spiritual life, they make little progress. They have less logic, a trait that is not harmful but rather beneficial in regards to faith, whereas men undermine their faith with their logic. While women possess love in their nature and can dedicate themselves wholeheartedly to God, men need work in order to make their hearts beat for God. When man’s heart does not work for God, he is in no way different from a stone statue.
St. Paisios

Όλες τις θλίψεις, παιδί μου, αν τις υπομένουμε, βρίσκουμε Χάρη παρά Κυρίου. Γι’ αυτό μας αφήνει ο Κύριος να πειραζόμαστε, για να μας δοκιμάζει και να μας πλέξει στεφάνους.
Παραιτήσου από το δικό σου θέλημα, για να βρεις ειρήνη ψυχής. Γιατί το θέλημα του ανθρώπου έχει γίνει χάλκινο τείχος και εμποδίζει το φωτισμό και την ειρήνη…
Όντως μέγα είναι, στ’ αλήθεια, το μυστήριο της υπακοής! Αφού ο γλυκύς μας Ιησούς πρώτος χάραξε το δρόμο και έγινε παράδειγμα για μας, πόσο μάλλον εμείς είμαστε οφειλέτες να Τον μιμηθούμε.
Ο μοναχός δεν αλλάζει τόπο κατοικίας, χρώμα ενδυμάτων και ιδίως νοημάτων. Ο μοναχός και η μοναχή αλλάζουν νουν και καρδιά μαζί. Δε σκέφτονται όπως οι κοσμικοί.
Όλη η δύναμη της ψυχής είναι η προσευχή. Και καθώς το σώμα δυναμώνει με τις τροφές και τα διάφορα καρυκεύματα που του προσφέρουμε, έτσι και η ψυχή μας θέλει ευχή, ανάγνωση, λόγο προφορικό, να βλέπει παράδειγμα και έτσι λίγο-λίγο ξυπνάει… Με πολλή απλότητα να πορεύεσαι, για να βρεις την καθαρότητα της ψυχής. Η απλότητα είναι μεγάλη ευτυχία για την ψυχή…
Τους μεν κανόνες οι άνθρωποι τους κατάργησαν, αλλά δεν τους κατάργησε ο Θεός. Μένουν, όπως τους έθεσαν οι Πατέρες και οι θείοι Απόστολοι. Επομένως να τους φυλάττουμε, αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, για να μη βρούμε αντιμέτωπο το Θεό να υπερασπίζει τους νόμους των αγαπητών Του δούλων.
Το στόμα σου αδιαλείπτως να μελετά την ευχή: “Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με”… Με την ευχή, θα καθαρίσει ο νους σου και θα την κατεβάσει στην καρδιά και θα γίνει διαδρομή, ένωση νου, λόγου και καρδιάς, και θα γίνει Παράδεισος μέσα σου.
Από τη στιγμή που αρχίζουμε να διαπράττουμε την αμαρτία γινόμαστε δούλοι των δαιμόνων.
Ο φιλάνθρωπος Θεός έκανε τον άνθρωπο αυτεξούσιο και μας δίδαξε να μη μετέχουμε σε πράξεις αισχρές και δε σκεπτόμαστε σοβαρά τα θεία και σωτήρια λόγια Του.
Δεν υπάρχει άλλη θυσία τόσο ευώδης προς το Θεό, όσο η αγνότητα του σώματος.
Τίποτε άλλο δε μισεί τόσο ο Θεός, όσο την παράνομη ηδονική ακαθαρσία του σώματος.
Σ’ αυτή τη ζωή είναι αγώνας. Με τα ακάθαρτα πνεύματα πολεμάς, που δε σου ρίχνουν γλυκά και λουκούμια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχή, όχι σώμα…
(Από το ημερολόγιο “Ουρανοδείκτες Σωτηρίας” των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη)
One should perform the Prayer of Jesus aloud but not loudly, sufficient so that one can hear it. One should not at the time of prayer incline one's thought here and there to worldly , corruptible
things, but should remain without laziness in the memory of this Prayer alone.
The Prayer is nothing else but a division between the visible and invisible worlds. Wherefore, one must enclose one's mind in the Prayer. Where
the body stands, there also the mind should be with it, without having any thought at the time of prayer. The Holy Fathers say, "If anyone prays with his lips but is careless about his mind, he is
laboring in vain, for God heeds the mind and not much speaking.
Mental prayer does not allow that there be in the mind any fantasy or unclean thought. If one does not become accustomed to the mental Jesus Prayer, he cannot have ceaseless prayer. If the
Jesus Prayer becomes one's habit and enters his heart, it will then flow as water from a spring. At all times, everywhere and no matter what one
does, it will always urge him on, be he awake or asleep.
When his body begins to sleep or drowse, even then it will awaken him, gushing out of his heart
and never ceasing. Therefore this Prayer is great, never left off, so that when it is being said, although the lips may grow faint, and the body may drowse, the spirit never sleeps.
When some essential work is performed diligently or thoughts powerfully attack the mind or sleep overcomes one, then one must pray fervently with the lips and tongue, that the mind might heed the voice. And when the mind is in peace and calm
from thoughts, one may pray with it alone.
This path of prayer is the swifter one to salvation than by means of psalms, canons, and the usual prayers....
St. Paisius Velichkovsky
Πόσο επιπόλαιος είναι ο άνθρωπος εκείνος, που βλέπει το σπίτι του ετοιμόρροπο και, αντί να το επισκευάσει και να το στηρίξει, περιποιείται την αυλή του!
Πόσο ασύνετος είναι κι εκείνος που έχει το σώμα του άρρωστο και, αντί να φροντίσει για τη θεραπεία του, κάθεται και του φτιάχνει πολυτελή ενδύματα!
Κάτι τέτοιο κάνουμε κι εμείς με την ψυχή μας. Ενώ έχει εξαχρειωθεί από τα πάθη, ενώ βασανίζεται από την οργή, την κενοδοξία, τις αισχρές επιθυμίες και τόσες άλλες κακίες, δεν φροντίζουμε για τη θεραπεία της. Αλλά για τι φροντίζουμε; Για την καλοπέραση και το στολισμό του σώματος.
Αν μία αρκούδα ξεφύγει από το θηριοτροφείο και αρχίσει να γυρίζει ελεύθερη στην πόλη, θα κλειστούμε στα σπίτια μας, για να μην πέσουμε πάνω σ’ αυτό το θηρίο, που θα μας σπαράξει με τα νύχια του. Και τώρα, που η ψυχή μας σπαράζεται όχι από ένα μόνο θηρίο, μα από πολλά, ούτε που μας νοιάζει.
Τα θηρία, για την ασφάλεια των πολιτών, τα κλείνουμε σε σιδερένια κλουβιά και τα φυλάμε σε μέρη απόκεντρα, μακριά από τη Βουλή, το Δικαστήριο ή το Παλάτι. Στην ψυχή μας, όμως, όπου υπάρχουν κάποια άλλη βουλή, κάποιο άλλο δικαστήριο και κάποιο άλλο παλάτι, αφήνουμε τα νοητά θηρία των παθών ν’ ανεβαίνουν ως τον βασιλικό θρόνο, δηλαδή το νου, και να τον αναστατώνουν με τις κραυγές τους.
Τα πάθη είναι οι αιτίες της ταραχής στον εσωτερικό μας κόσμο. Τα πάθη κάνουν την ψυχή μας να μοιάζει με πόλη που αντιμετωπίζει βαρβαρική επιδρομή. Τα πάθη φέρνουν στο νου και στους λογισμού μας σύγχυση, όπως συμβαίνει όταν ένα φίδι μπαίνει σε φωλιά με νεογέννητα πουλάκια, και αυτά πεταρίζουν εδώ και εκεί τιτιβίζοντας με τρόμο.
Γι’ αυτό σας παρακαλώ, ας δέσουμε τα θηρία ή μάλλον ας τα πνίξουμε, ας τα σφάξουμε, ας τα θανατώσουμε. Κάθε κακία που βρίσκεται μέσα μας, ας την εξοντώσουμε με την μάχαιρα του Πνεύματος .
Τα θηρία, όταν είναι καλοθρεμμένα και δυνατά, δεν μπορούν να νικηθούν. Όταν όμως πεινάσουν και αδυνατίσουν, καταπεφτει η αγριάδα τους και μειώνεται η δύναμή τους. Τότε μπορεί να τα βάλει κανείς μαζί τους και να τα εξουδετερώσει εύκολα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πάθη. Όποιος τα αδυνατίζει, τα υποτάσσει στο λογικό. Όποιος, απεναντίας, τα καλοτρέφει, δύσκολα μπορεί να τα βάλει μαζί τους. Έτσι φτάνει να νικιέται απ” αυτά και να καταντάει δούλος τους.
http://agiameteora.net/index.php/paterika/6790-ta-agria-thiria-ton-pathon.html
The Christian family aims to create Saints, who will in turn work in schools, construction, agriculture, shipping and so forth, transforming all of society as much as they can. That is why, as St. John Chrysostom teaches us, Christian parents should first consider how they will raise their children according to the instruction and counsel of Christ, and only afterward how they will secure for them the necessary material and spiritual resources for their lives.
The following excerpt is taken from an address by His Eminence Metropolitan Stefanos of Kallioupolis and Madytos on behalf of His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew to the Clergy-Laity Congress of the Holy Archdiocese of America on July 9, 2014.
The theme of this year’s Clergy-Laity Congress, “The Orthodox Christian Family,” inspired by the Epistle of St. Paul to the Ephesians, provides me with the opportunity to share some simple thoughts with you.
First of all, in speaking of the family, and particularly the Christian family, we mean the union of a man and a woman, who receive the blessing of the Church, through faith in God, love, peace, harmony and mutual understanding, to live together. As stated by His All-Holiness our Patriarch in his Christmas Encyclical last year: The institution of the Christian family constitutes the cell of life and an incubator for the spiritual and physical health and development of children. Therefore, the manifold support of the institution of the family comprises the obligation of the Church . . . In order for a child to be raised in a healthy and natural way, there must be a family where man and woman live in harmony as one body, one flesh, and one soul, submitting to one another.

Metropolitan Stefanos of Kallioupolis and Madytos. Photo by N. Manginas, http://patriarchate.org
This is why, as a contemporary theologian (Prof. Alexandros Stavropoulos) observes, the phrase “and the two shall become one flesh” (that is, the two spouses will become one flesh) means, before Christ, the physical union of the spouses; after Christ, however, “one flesh” is realized when man and woman participate in the Sacrament of the Holy Eucharist, the Sacrament of the Church. It is only in this eucharistic context of the sacred institution of matrimony that the teaching of the Church about monogamy and the one, indissoluble marriage can be understood.
In addition to this, I would like to mention briefly the attributes of the Christian family, which is characterized by the Apostle Paul as “κατ’ οἶκον ἐκκλησία”, that is to say a church in the home, and by St. John Chrysostom as a “small church”. The comparison and symbolism indicate that the characteristics defining the Church must be present on a small scale in the family as well. The fundamental characteristics of the Church are unity, holiness, catholicity and apostolicity, just as we recite at the end of the Creed, the Symbol of Faith: “In one, holy, catholic and apostolic Church.” So let us consider how these characteristics apply to the Christian family.
1. The Church is one, which is why the spouses are called to an indissoluble, lifelong, ontological union. This union is the great Sacrament of Matrimony, of which the Apostle Paul speaks to us. Two people come together undivided, without however being confused. They overcome all separation and division – biological, social, or individual – and compose their own personal community. All the problems and differences that exist in the family are immediately resolved once the spouses consider the consequences that arise from the theological dogma of the unity of the Christian family, which participates in the sacrament of the Holy Eucharist and thereby acquires a unity that is real and sacramental, transcending rational conception and not merely carnal.
2. The Church is holy, which is why the family must be holy, that is, devoted to God. In the betrothal as well as the marriage services, the Church prays for perfect love, peace, blameless manner and way of life. This is done in order for the future couple to understand that the aim of the family, founded at the Sacrament of Marriage, is the sanctification of the spouses and their children. Moreover, the Church prays to God to grant the new couple long‑lived offspring, fruit of the womb, fertility to produce virtuous children, and the opportunity for the enjoyment of fair offspring. The Christian family aims to create Saints, who will in turn work in schools, construction, agriculture, shipping and so forth, transforming all of society as much as they can. That is why, as St. John Chrysostom teaches us, Christian parents should first consider how they will raise their children according to the instruction and counsel of Christ, and only afterward how they will secure for them the necessary material and spiritual resources for their lives.
3. The Church is catholic, which is why it grows not only qualitatively but quantitatively. This means that the Christian family must acquire new members. It should strive to be a microcosm, which would not avoid sacrificial love and absolute self-offering to its members. People today often ignore sacrificial love, and that is why they are also unaware of what fatherhood and motherhood are in their real dimensions: namely, the offering of ourselves for the sake of others. Nobody has the right to refuse the gift of life. The birth of a child is the sacred gift of co-creation between God and humans, a unique transmission of life to others, a “great entrance” into the communion of love with God and our fellow human beings.
4. The Church is apostolic, because its eternal and immutable foundations are the teachings of the Apostles. At the same time, this means that the Church always has the zeal, passion, and the desire of the Apostles to spread the message of the Gospel everywhere. These characteristics of the Church must also characterize the Christian family. We have vivid examples from the New Testament: for example, Aquila and Priscilla, and the family of Stephanas. In his Epistle to the Romans, the Apostle Paul praises this holy couple, presenting them as his fellow-workers-in-Christ in Corinth, in Ephesus and in their own city, Rome, where they made it possible for the Apostle to the Nations to visit the Eternal City. In his first letter to the Corinthians, St. Paul also speaks of the family of Stephanas. This entire family believed in Christ and spread Christianity in Achaea. Afterward, they set their sights on spreading the Gospel even further. Thus, their contribution brought encouragement not only to Paul but also to the Corinthians. The apostolic characterization of the Christian family means that it acts, operates and breathes within the climate and of the missionary mindset.
Bearing in mind today’s family, I feel that what we need is not the creation of a religious family but of a Christian family. Today, we do not just have a crisis of the family, but a crisis of the Christian family. In order to remedy the situation, the family should systematically and urgently study the evangelical and patristic teachings. It should exemplify the biblical model of the family and the richness of our ecclesiastical tradition, while at the same time living the sacramental life of the Church. Only then will we truly see one, holy, catholic and apostolic family.
Source: http://www.pravmir.com/metropolitan-stefanos-four-attributes-christian-family/#ixzz3Pgc8EBkf

Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σου• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μου• ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μου• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία. Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τούς προσιόντας τοῖς λειψάνοις σου, καί ἐκζητούντας τήν θερμήν μεσιτείαν σου, Εὐβοίας μέγα καύχημα, παμμάκαρ Δαβίδ, ρύσαι πάσης θλίψεως, ἀνηκέστου μανίας τοῦ δολίου δράκοντος, καί κινδύων παντοίων, ὡς παρρησίαν ἔχων πρός Θεόν, πνευματοφόρε ἀζύγων ὠράϊσμα.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι• εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἔκ σού• σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου•ἐπί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου•ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν•ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριόν σου μόσχους.
Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. α΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.
Θεῶ τό δοτήρι τῶν ἀγαθῶν, Δαβίδ θεοφόρε, τῷ δοξάσαντι σέ λαμπρῶς, προσπίπτων τά χείλη μου αἰτοῦμαι, εἰς τό ὑμνεῖν καί γεραίρειν σέ ἀνοιξον.
Εὐώδης Κυρίου ὤφθης λειμών, καρπούς μυροβόλους τῶν ἐνθέων σου ἀρετῶν, ἐκφύων, Δαβίδ• ὅθεν εὐχαίς σου, τήν δυσωδίαν παθῶν μου ἐκδίωξον.
Ὡς στύλον ἀσκήσεως ἄκλινη, Χριστῷ παιδιόθεν κολληθέντι διηνεκῶς, ὑμνοῦντες, Δαβίδ, σοί ἐκβοῶμεν• ἠμᾶς Χριστοῦ Ἐκκλησία προσκόλλησον.
Θεοτοκίον
Ἀρέσκειν τῷ Κτίστη τέ καί Θεῶ, πανύμνιατε Κόρη, καταξίωσον τόν πιστῶς, προσφεύγοντα σκέπη σου τή θεία, καί τήν σεμνήν σου μορφήν μεγαλύνοντα.
Ὠδή γ΄. Οὐρανίας ἁψίδος.
Ρυπωθεῖς τή κακία, καί βδελυραῖς πράξεσι, ταῖς σαῖς ἰκεσίαις προσῆλθον, ὅσιε, κράξων σοί• ἐκκάθαρον μέ, Δαβίδ, ὁ καθαρθεῖς ἐν ἀσκήσει, προσευχή, νηστεία τέ, πόνοις
καί θλίψεσι.
Ἐκκαθάραι μέ ρύπου, γέρον Δαβίδ, δέομαι, καί τάς ἐκτροπᾶς τοῦ νοός μου, σύ ἐπανόρθωσον, ὁ τόν Σωτήρα Χριστόν, ἀπό ψυχῆς ἀγαπήσας παιδιόθεν, ὄλβιε, σκεῦος
τῆς χάριτος.
Συμπαθές ἀντιλῆπτορ, ὡς ἀρραγές ἔρεισμα καί ἀδιατάρακτον τεῖχος, πάντες σέ ἔγνωμεν, Δαβίδ, ὅσιων φωστήρ, οἱ ἐκ μύχιων καρδίας, σπεύδοντες ἑκάστοτε, τή μεσιτεία σου.
Καθαγίασον πάσας, τάς εὐσεβῶν φάλαγγας, τάς προσερχομένας ἐν πίστει, τή θεία μάνδρα σου, Δαβίδ, φιάλη χρυσή, ἁγιασμοῦ τέ καί φρέαρ, ἐκβλυζάνων ἀπασιν, ὕδωρ ἰάσεων.
Θεοτοκίον.
Ἀδιάλλακτε Κόρη, ὡς πρός Χριστόν ἔχουσα, καί Υἱόν τόν σόν παρρησίαν, Μῆτερ ἀνήροτε, ἠγιασμένη γαστήρ, Αὐτόν ἀπαύστως δυσώπει, δοῦναι τοῖς ὑμνούσι σέ, χάριν καί ἔλεος.
Διασωσον ἀπό κινδύνων καί θλίψεων σούς ἰκέτας, τούς τιμώντας πανευλαβῶς, Δαβίδ, τήν σήν ἄσκησιν, καί σέβοντας κάραν σου τήν ἁγίαν.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία, Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Εἴτα μνημονεύει ὁ Ἱερεύς ἐκείνων δί΄ οὖς ἡ Παράκλησις τελεῖται.
Αἴτησις καί τό Κάθισμα.
Ἦχος β΄. Πρεσβεία θερμή.
Λοκρίδος βλαστός ἐδείχθης ἐνθεώτατος, Εὔβοιας πυρσός, παμμάκαρ φαεινότατος• διό σοί κραυγάζομεν, ἀσκητῶν, Δαβίδ, ἀκροθίνιον, γενοῦ ἠμῶν προστάτης ἀκλινής, ἐν πάσαις τοῦ βίου περιστάσεσιν.
Ὠδή δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε.
Ἰατρεύεις νοσήματα λοιμικά, θεράπον Χριστοῦ θερμοτατε, τή ἀπαύστω μεσιτεία σου, πρός τόν Ποιητήν ἠμῶν καί Κύριον.
Νεολαίαν Ὀρθόδοξον, τήν χειμαζομένην βολαῖς τοῦ δράκοντος, ὑποστήριξον καί ἴθυνον, πρός τήν σωτηρίαν, Πάτερ ὅσιε.
Ἀμαυρώσας ὁ δείλαιος, τῆς ψυχῆς τήν χλαίναν ποικίλοις πταίσμασι, σαῖς πρεσβείαις ἑξαιτούμενος, δέομαι, Δαβίδ, αὐτήν σύ κάθαρον.
Θεοτοκίον
Ξένου θαύματος πρόξενε, Μῆτερ τοῦ Ὑψίστου τέ καί Παντάνακτος, δυσωπῶ σέ ὁ ταλαίπωρος, τάς ὁρμᾶς τοῦ σώματος καταστειλον.
Ὠδή ἐ΄. Φώτισον ἠμᾶς.
Ἴσχυσας, Δαβίδ, καθελεῖν ἐχθροῦ τήν ἔπαρσιν, θείω σθένει καί πρεσβεύεις νῦν ἠμᾶς, καταισχύναι προσευχή σατᾶν τόν δόλιον.
Ὤφθης πλημμυρίς, θαυμασίων τέ καί πέλαγος παραδόξων, ὑπερθαύμαστε Δαβίδ, ἐκπληρῶν τῶν σέ τιμώντων πάσαν αἴτησιν.
Σώζειν ἐκ φθορᾶς, καί παγίδων τοῦ ἀλάστορος, εὖρες χάριν, παντευλόγητε Δαβίδ, τῶν Λοκρῶν καί Εὐβοέων σεμνολόγημα.
Θεοτοκίον
Οἴκτιρον ἠμᾶς, Θεοτόκε ὑπερύμνητε, ἡ τόν μόνον Πανοικτίρμονα Θεόν, συλλαβοῦσα καί τεκοῦσα ὑπέρ ἔννοιαν.
Ὠδή στ΄. Τήν δέησιν.
Νενέκρωμαι, οἶμοι, ὁ πολυστηνος, ἀκηδία, καί ὀφλήμασι πλείστοις, ἀλλά θαρρῶν σαῖς πλουσίαις πρεσβείαις, ἀναβοῶ σοί• Δαβίδ παμμακάριστε, ἀναστησόν μέ καί ταχύ, τῆς ζωῆς μοί παρασχου τό φίλημα.
Μακάριος εἰ, Δαβίδ πανένδοξε, ὁ Κυρίου νηπιόθεν τά ἴχνη, ἀκολουθήσας καί φθάσας εἰς ὕψος, ἀοργησίας καί νήψεως ἄμετρον• διό καί χάριν δαψιλή, θεραπεύειν νοσήματα εἴληφας.
Εὐφρόσυνον βιοτήν παρασχου μοί, ἐν εἰρήνη καί ἀγάπη τελεία, ὁ ἐκ ψυχῆς, ὤ Δαβίδ, ἀγαπήσας, τόν Λυτρωτήν καί ζωῆς τόν Εἰρήναρχον, καί τά θελήματα Αὐτοῦ, ἐκτελέσας πιστῶς ἐν τῷ βίω σου.
Θεοτοκίον
Γηθόμενοι σοί, ἁγνή, κροστρέχομεν, τή πηγή τῶν ἀειζώων ναμάτων, καί ἐκβοῶμεν• ἐπόμβρισον τάχος, ταῖς ἐν κακίαις διψώσαις τῶν δούλων σου, καρδίαις νάματα σεπτά, ἀθανάτου ζωῆς, Παναμώμητε.
Αἴτησις καί τό Κοντάκιον
Ἦχος β΄. Προστασία τῶν χριστιανῶν
Ἀντιλήπτορα μέγα ἡ μάνδρα σου κέκτηται, συμπαθῆ ἀρωγόν καί προστάτην θερμοτατον, σέ τρισμάκαρ Δαβίδ, καί χαίρουσα ἀναβοᾶ• ζόφον δίωξον ἁμαρτιῶν, καί τήν σωτήριον ὁδόν, δεῖξον τοῖς προσπελάζουσι, ταύτη καί προσκυνούσι, τήν κάραν σου τήν ἁγίαν, καί τῷ χορῶ τῶν μοναστῶν, ὡς Χριστοῦ θεράπων γνήσιος.
Προκείμενον: Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ Ὁσίου αὐτοῦ.
Στίχος: Τό στόμα μου λαλήσει σοφίαν καί ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν.
Εὐαγγέλιον.
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον (Κέφ. ἴα΄ 27-30)
Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς• πάντα μοί παρεδόθη ὑπό τοῦ Πατρός μου, καί οὐδείς ἐπιγινώσκει τόν Υἱόν, εἰμή ὁ Πατήρ, οὐδέ τόν Πατέρα τίς ἐπιγινώσκει εἰμή ὁ Υἱός, καί ὤ ἐάν βούληται ὁ Υἱός ἀποκαλύψαι. Δεῦτε πρός μέ πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι καγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πράος εἰμί καί ταπεινός τή καρδία καί εὐρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν. Ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τού σου Ὁσίου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Στίχος: Ἐλεῆμον, ἐλέησον μέ ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημά μου.
Προσόμοιον.
Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Μονοτρόπων καύχημα, καί τῶν ὅσιων φωσφόρε, λύχνε λάμπων ἀπασιν, ἀρετῶν λαμπρότητι καί φαιδρότητι, σέ ἰκετεύομεν πάσης στενώσεως, ἐπηρείας τοῦ ἀλάστορος, νόσων, μολύνσεων, κινδύνων τέ λύμης καί θλίψεως, τάχιστα ἁπάλλαξον, τούς ἐκδεχομένους σήν μεσιτείαν. Σέμνωμα Εὔβοιας, Δαβίδ θαυματουργέ, τούς εὐλαβῶς, ἐπιζητοῦντας τήν χάριν σου, ὑγιεῖς συντήρησον.
Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σου• ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια• πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας• δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ• προστασίαις τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων• ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου• τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων• ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργῶν• τῶν ἁγίων ἐνδόξων μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. Τοῦ οσίου Δαβίδ του εν Ευβοίας, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.
Ὠδή ζ΄. Οἱ ἐκ τίς Ἰουδαίας.
Ἐν Εὔβοια δομήσας, περιώνυμον μάνδραν, Δαβίδ, ἐσύναξας ἀζύγων μέγα πλῆθος, καί τούτους κατηχήσας, σωτηρίοις διδάγμασιν, ἀπῆλθες πρός οὐρανούς, ὑπέρ ἠμῶν πρεσβεύειν.
Ρύμην τήν τῶν κωνώπων, ὁ διώξας ἐν Δύστω ταῖς σαῖς ἐντεύξευσι, Δαβίδ θαυματοφόρε, ἐκδίωξον ἐν τάχει, πάσαν θλίψιν καί ἔννοιαν, ἀκάθαρτον ἀφ’ ἠμῶν, ταῖς πρός
Χριστόν εὐχαίς σου.
Ὁ τήν συκοφαντίαν, ἀνεχθεῖς τῶν ἄπιστων ἐχθρῶν του Πνεύματος, Δαβίδ, ἐν Λεβαδεία, ἐκ ταύτης σούς ἰκέτας, ἀπολύτρωσαι, Ὅσιε, ἴνα τούς νόμους Χριστοῦ, φυλάξωμεν ἀσμένως.
Θεοτοκίον.
Νομοθέτην τεκοῦσα, ἀνηρότως, Παρθένε, Χριστόν τόν Κύριον, τῆς εὐσεβείας νόμους, καί τοῦ Εὐαγγελίου, τούς ὑμνοῦντας σέ πάντοτε, τηρεῖν ἀμέμπτως, ἁγνή, ἀξίωσον σούς δούλους.
Ὠδή ἡ΄. Τόν Βασιλέα.
Δύναμιν δός μοί, ὁ δυνατός ἐν τοῖς ἔργοις, καί τοῖς ρήμασι φανεῖς, Δαβίδ παμμάκαρ, πάση ἀντιστῆναι, τοῦ πονηροῦ ἰσχύϊ.
Ἀμέμπτων ὤφθης, ἠθῶν, Δαβίδ, ἐκμαγεῖον, καί διάκονος τῶν θείων μυστηρίων• ὅθεν σέ ὑμνοῦντες, αἰτούμεθα λιτᾶς σου.
Βλέψον ἐξ ὕψους, σοφέ Δαβίδ, καί παθῶν μου, διεκχύσεις ψυξον ταῖς σαῖς ἰκεσίαις, πρός τόν Βασιλέα, καί Λυτρωτήν τοῦ κόσμου.
Θεοτοκίον.
Ἰσχύν λαβοῦσα, ἐξευμενίζειν τόν Κτίστην ὥσπερ Μήτηρ παναμώμητος Ἐκείνου, ἐκτενῶς δυσώπει, ὑπέρ ἠμῶν, Παρθένε.
Ὠδή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον.
Δαβίδ πνευματοφόρε, τήν σεπτήν μονήν σου, σκέπε ἀεί, περιφρουρεῖ καί φύλαττε, σύν τοῖς χοροῖς τῶν ἀζύγων, τῶν δοξαξόντων σέ.
Χαρᾶς ἐπουρανίου, τυχεῖν ἀξίωσον μέ, τόν σέ Δαβίδ, θεοφόρε, ὡς γνώμονα, τῶν ἀρετῶν καί θαυμάτων, πρόξενον μέλποντα.
Ἀξίωσον τιμᾶν σέ, ἐν εὐήχοις ὕμνοις, καί τήν σορόν προσκυνεῖν τῶν λειψάνων σου, τούς εὐφημούντας ἀπαύστως, Δαβίδ, σέ ἅγιε.
Θεοτοκίον.
Ρυσθῆναι μέ μανίας, τοῦ Βελίαρ, Μῆτερ, ἡ τῶν ἀνθρώπων τόν ρύστην κυήσασα, τόν Λυτρωτήν, Ζωοδότην, καί πάντων Κύριον.
Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν
ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.
Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια.
Χάριτας βλυζάνει παντοδαπᾶς, ἡ σεπτή σορός σου, θεοφόρε πατήρ Δαβίδ, τοῖς προσερχομένοις, αὔτη μέτ΄ εὐλαβείας, καί πίστει ἐκζητούσι τήν μεσιτείαν σου.
Προσδεξαι δεήσεις σῶν ἱκετῶν, φωτοφόρον ἄστρον, τῆς Εὔβοιας, κλεινέ Δαβίδ, καί ἐξ ἐπήρειας τοῦ μιαροῦ Βελίαρ, ἁπάλλαξον τούς πόθω ὑμνολογοῦντας σέ.
Καύχημα Λοκρίδος περικαλλές, Ἄθωνος καί Ὄασης, ἐνδιαίτημα εὐκλεές, Ναυπακτίας κλέος, ὠράϊσμα Στειρίου, Δαβίδ, καί τῆς Εὔβοιας πέλεις θησαύρισμα.
Σκέπε, φρούρει, φύλαττε ἐκ δεινῶν, τήν σεπτήν μονήν σου, ὀσιώτατε ἀσκητά, ἤς δομήτωρ πέλεις θεοσοφός, καί ρύσαι, αὐτήν ἐξ ἐνεστώσης βλάβης καί θλίψεων.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.
Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Καί τό Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος ἅ ΄. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ταπεινώσεως ἄστρον τηλαυγές τό τοῦ Πνεύματος, ταῖς βολαῖς ἀστράψαν καί κόσμον, καταυγάσαν τοῖς θαύμασι, τόν γόνον Ταλαντίου τόν κλεινόν, καί καύχημα Εὔβοιας ἱερόν, ἐπαινέσωμεν ἐκθύμως, Δαβίδ τόν θεοφόρον καί βοήσωμεν• Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διά σου, πάσιν ἰάματα.
Ἐκτενής καί Ἀπόλυσις, μέθ΄ ἤν ψάλλομεν τό ἑξῆς:
Ἦχος β΄. Ὄτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Πάντων, ὀσιώτατε Δαβίδ, γέρον κεκλημένε, τῶν ποθῶ, ἀσπαζομένων πιστῶς, κάραν σου τήν παντιμον καί σήν λειψάνων σορόν, τάς αἰτήσεις ἐκπλήρωσον, καί ἐξ ὀλέθριων, πειρασμῶν τοῦ δράκοντος, ἁπάλλαξον σαῖς λιταῖς, ἴνα ἀκλινῶς σέ τιμῶσι, καί τόν βασιλέα τῶν ὅλων, τόν σέ μεγαλύναντα δοξάζωσι.
Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.
Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.
Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.
We witness this truth with our very own eyes, and we perceive this reality with all our senses. Walk into any household. If the head of the house fears God and obeys the Lord's commandments, and if, in turn, the family members and servants obey the head of the house, within that home you will notice love and agreement bet ween the husband and wife; well - disciplined children being raised and instructed in a praiseworthy and correct manner; the servants eagerly and conscientiously carrying out their work; in brief, order and decorum predominating throughout the entire establishment.
If, however, the head of the house transgresses God's commandments, and if, likewise, his family and servants show no trace of obedience to him, in such a home you will find the couple disagreeing and quarreling; the children undisciplined and unruly; the servants completely indifferent and inadequately fulfilling their responsibilities; in brief, an utterly mismanaged and dysfunctional home.
Enter a church. If the presiding priest is a living example of obedience to God's commandments, and if, in turn, the parish members obediently listen to him as required, you will witness within such a community God's commandments and t he divine canons being followed; order reigning throughout the ecclesiastical services; sincere concern for the salvation of the people; and every good work and virtue shinning brightly. If, however, the presiding clergyman races along the road of disobedience to God's laws, while the members of the parish openly resist and are insubordinate to their shepherd, then in such a church there exists indifference and complete disregard for God's laws and the ecclesiastical canons; disorder during the church services; negligence and inattentiveness for the salvation of souls; and, in general, the darkness of every evil deed and sin.
Visit any city or municipality. If the governor obeys God, and the citizens obey their ruler, in such a municipality there is no oppression; justice prevails; love between people radiates like the sun; all the civil laws are observed; commerce, law enforcement, the armed forces, trades, and the educational system thrive; fortune and prosperity increase .
If, however, the governor or mayor disobey God, and if, in turn, the citizens refuse to obey their community leader, who can adequately describe the oppression, the injustice, the conflicts and disorder, the scandals and the lawlessness of that city? In such a region, the commodities are untrustworthy, the law enforcers resemble thieves, sailors hold company with pirates, the various trades decline, science and education begin to deteriorate.
In such a place all types of sin and misfortune prevail.
Therefore: Obedience! You are truly a great and magnificent virtue!
When you became absent, Heaven fell apart. When you departed, Paradise was closed. When you hid, man plunged into the abyss of misfortune.
When, on the contrary, you reign, kingdoms, cities, households, and people, in general, prosper; virtue and holiness exist within the churches. When people guard God's commandments they become His friends and sons, and they ascend to the glory from which they fell. Adam's disobedience rendered all men sinful; Christ's obedience rendered everyone who believes in Him and who obeys Him righteous and holy:
“For as by one man’s obedience many were made sinners, so also b y one Man’s obedience many will be made righteous” (Rom. 5:19) .
http://www.stnektariosmonastery.org/weeklymessagesarchive/01_19_2015_Obedience%20is%20a%20Great%20Virtue%20%28Part%204%29.pdf
Πάντρεψε τον μονάκριβο γιο του. Απ’ την αγάπη που του είχε, του έκανε δώρο όλη την περιουσία του δεν κράτησε τίποτα...
Οι χαρούμενες στιγμές πέρασαν και για αντάλλαγμα η νύφη του και ο γιος του τον έβαλαν να μένει σε ένα υπόγειο... Έστελναν το παιδί τους να του δίνει ένα πιάτο φαί.
Μια μέρα του έδωσαν μια κουβέρτα να την πάει στον πάππου του. Τότε αυτό πηρέ ένα ψαλίδι και την έκοψε στην μέση...
-''Γιατί παιδί μου το έκανες αυτό;'' του είπε έντονα η μάνα του.
-''Το κρεβάτι του παππού μου είναι μικρό και η κουβέρτα θα περισσεύει. Θα κρατήσω το μισό κομμάτι για σένα όταν γεράσεις να σκεπάζεσαι και εσύ όπως ο παππούς...''
Οι γονείς συγκλονιστήκαν... κατάλαβαν το λάθος τους και πήγαν με δάκρυα στα μάτια και με ντροπιασμένο πρόσωπο γονάτισαν μπροστά στον πικραμένο πατερά και του ζήτησαν συγχώρεση.
My beloved children,
Today we will say a few things about the great virtue of watchfulness.
As you know, watchfulness is a patristic teaching, it is the experience of the great neptic fathers of the Church and of the desert. The word “nepsis” comes from “nepho,” which means to be sleepless, to guard, to inspect, examine, watch over, keep under surveillance. All these things the fathers sum up in one continuous attention to the nous.
Watchfulness is described as the axe which shatters the large trees, hitting their roots. And when the root is struck, it doesn’t spring up again. Thus also when the nous of the man, of the Christian, has heed for the soul, it keeps watch over the heart and the five senses of the soul, the bodily as well as the spiritual. When the nous is awake, when it is attentive, when it keeps watch over the speculations, the thoughts, when it controls the imagination, then the whole man, body and soul, is kept pure.
And when the man is rendered pure through watchfulness and spiritual works, his prayers have boldness before God, they cross the sky, they go beyond the stars, they pass through the heavens and draw near to the Divine Throne of Grace, where the blessings of God are granted. And this being the case, the man at prayer is enriched by the grace of God.
The neptic fathers tell us that one of our thoughts may rise to heaven and another may descend to hell. “By our thoughts we are improved or defiled.” In other words, a thought which may inattentively attack us, may pollute us, may pleasure us, and is able to render us worthy of hell. A heavenly thought, a thought of self-denial, a brave thought a thought of prayer and the vision of God, makes us worthy to draw near the Divine throne and to taste of heavenly things. By the thoughts either we will become unclean or we will become better. The beginning of sins starts with the thoughts.
The thoughts come from the five senses, the spiritual as well as the physical. When we allow the sense of sight to be uncontrolled and it carelessly sees anything, this carelessness will become no end of dirty and sinful images. Since these images are placed in the imagination, afterwards they drip the poison of sinful pleasure inside the heart of man. This pleasure is the poison, by which the heart is polluted and then becomes unclean and guilty before the unsleeping eye of God.
Just like the sense of sight, so it is also of touch, and also of taste and hearing and of smell. And so the five senses create analogous sinful images, which render the man unclean before the face of God. Here rests the entire philosophy of the spirit.
All sermons are beneficial, exactly because when a tree which is diseased is pruned, it is cleansed, and thus the word of God helps in the reduction of a passion. However, the teaching of the Fathers concerning watchfulness radically effects the cleansing from the passions. When the mattock, when the axe strikes the root, the entire tree falls down, it withers and is finished. So also when watchfulness takes a place in the life of the Christian, a tree of passion falls, it withers and thus in time, the old man, the man of sin and of passion, the earthly Adam is freed and he becomes “a new man.” For this reason, the neptic work frees us radically from evil. Here then we must give heed to our life. If we want to cleanse ourselves, we should make sure to enrich our nous by the application of watchfulness.
A part of watchfulness is also noetic prayer. The vision of God is another part of watchfulness. Spiritual warfare is also another part. All these parts, when they are united in an effort of man, in time bring about holiness.
Abba Paphnoutios, a great desert father, was going along one day on his way and there he saw two men committing some sin. The thought of his passion said: “Look what great evil they are doing!” The eye saw them and immediately the thought flared up, trying thereby to attack the purity of the Saint’s soul by judging the brother or also by his being tempted. Having watchfulness, however, he was being vigilant, immediately his mind was enlightened and he said to his thought, “They are sinning today, I will sin tomorrow. They will repent, but I know myself to be a hard man, unrepentant, egotistical, and thus, I won’t repent. I will be punished since I am worse than these two. And what do I have to do about these careless sinners, since I am a much greater sinner and more passionate?” And speaking in this manner and putting a lock on the provocation of sin, he was saved and didn’t judge the brothers who were sinning.
He didn’t go very far and an Angel of God appeared before him having a double-edged cutless dripping blood; in other words, a knife which had cut from both sides and he says to him:
“Paphnoutios, you see this knife? Do you see that it is dripping blood?”
“I see it Angel of God.”
“With this knife I kill by taking the heads of the ones who judge their neighbors. And since you didn’t judge, you didn’t condemn those who were in fact sinning—not imagining or guessing that they were sinners, but seeing them sin with your own eyes—but you condemned yourself more, for this reason your name has been written in the book of eternal life.”
Success. His name is written in eternal life, because he didn’t judge the sinners, he didn’t condemn the sin of his brother. He would have judged if he hadn’t had watchfulness, if he hadn’t been vigilant noetically in guarding his soul. Do you see what good attention he produced? And do you see what harm he would have suffered, if he had been inattentive to the thought and allowed it to work within him! But his thought said that they were in fact sinning, he saw them. In spite of these things, however, even though the thought was spoken to him, the correct thought triumphed and thereby he escaped the shipwreck of his soul.
All of the passions have their own images, their own fantasies and their own pleasures. Murder has one image and another pleasure, gluttony has another and so many other sinful passions have others. All of the pleasures are otherwise poisons which bring about the death of the soul. We must take as our view that, if we want to clean the “inside of the cup,” the interior of the soul, our heart, this center of man, we must strive to keep watchful. We should take care to become better, that is, we should be vigilant to always have our hand on the trigger. With the first appearance of the enemy, we should shoot. As soon as an evil thought comes to us, immediately knock it down. A dirty image comes, immediately spoil it. We shouldn’t allow it to become more vivid in colors and in appearance, because thereby we will come to immediate difficulty. When the evil is struck at the root, it is impossible to sprout and to increase. When this struggle comes about with diligence, we will cleanse our soul and thereby we will be found clean and with boldness before God.
A pagan priest asked some monks:
“Does your God appear to you? Do you see Him? Does he speak to you?
The fathers said:
“No.”
The pagan says:
“If he doesn’t speak to you and doesn’t appear to you, this means that you don’t have pure thoughts. When I pray, my God answers me.
Naturally, God didn’t answer the pagan, the demons answered him, but nevertheless the fathers took it as an occasion of benefit and said:
“Indeed, the impure thoughts prevent man from communicating with God.”
Watchfulness does nothing less than cleanse the nous and the heart from every impurity. For this reason, with a little ascetical toil, watchfulness brings about the greatest spiritual results. When we strive ascetically and aren’t mindful of our thoughts, we accomplish nothing.
The Sacred Chrysostomos wrote many chapters about prayer and about wakefulness. And in the midst of them he says something very beautiful: “Prayer,” he says, “is enlightenment of the soul, true consciousness of God, a mediator between God and man, a physician of the passions, an antidote against diseases, medicine against every illness, tranquility of the soul, a guide which carries us to heaven, which doesn’t revolve around the earth, which marches towards the apse of heaven. It passes over the buildings, it passes mentally through the air, it walks above the air, it passes over the whole of the stars, it opens the gates of heaven, it surpasses the angels, it transcends the Thrones and Principalities, it passes over the Cherubim and when it has passed through all of the foundation of nature, it comes near to the unapproachable Trinity. There it worships the Divinity. There it is made worthy to become an interlocutor in the Heavenly Kingdom. Through this (the prayer), the soul, which is lifted up in the air to the heavens, embraces the Lord in an inexpressible manner, exactly as the baby embraces its mother and with tears cries loudly, desiring the enjoyment of divine milk. But it seeks the things which are necessary and receives a gift superior to all visible nature.
Prayer is our venerable representative. It gladdens the heart. It gives rest to the soul. It creates within us the fear of the punishment of hell, the desire for the Kingdom of Heaven. It teaches humility, it grants awareness of sin and in general it adorns man with every good thing, like a robe adorned with all the virtues which enfolds the soul. It brought a gift to Anna, Samuel, and it made known that Prophet of the Lord. This prayer also made Elias a zealot of the Lord. And it became a guide for the descent of the heavenly fire for the sacrifice. For while the priest of Baal was calling all day long to the idol, he, after he lifted up his voice which came from his pure heart and cried out through his mouth and his soul, the fire came down from heaven as a sign of the righteousness of his prayer. Since he was standing like an eagle over the altar with his fierce nature, he offered everything as a sacrifice. But the great servant of God, the zealot Elias, did this, as all that happened then, teaching us by the spirit, that we also crying loudly from the depths of our soul to God, should move the ineffable fire of the Holy Spirit to come down to the altar of our heart and to offer ourselves fully as a sacrifice to God.”
All of the great fathers of the Church, especially the fathers of the desert, succeeded in becoming worthy of great gifts exclusively and only with watchfulness and vision of God [theoria]. Keeping vigil all night and coming to the vision of the Light of God.
We have St. Gregory Palamas, the instructor of the desert, the instructor of neptic activity, the teacher of noetic prayer. This saint would remain enclosed in his cell for the entire week. He didn’t go outside at all. There on his knees and with hands upraised, he was vigilant about his nous and his heart and he received heavenly theology [literally “theology from above”—trans.] by the Holy Spirit. The theology which made known the Uncreated Light of the Divine Glory, of the Divine Nature.
The Uncreated Light is the glory of the Divine Nature. There was the goal and the conclusion of asceticism and of prayer. When the saints received this Light, they became all Light. And since the light floods the nous and the heart, how could they know less than the mysteries of the secrets which are known only to the angels? Through watchfulness the fathers attained to the pinnacle of the virtues and of the graces.
And we, if we are watchful, if we pray, even if we are in the world, and even if we don’t attain to similar states, no matter what, we will attain to a condition of purity. When we succeed by watchfulness in not judging our brother, this is no small achievement. We put into practice the commandment of our Christ, which is as follows: “Do not judge, that you be not judged. For with what judgment you judge, you shall be judged, and with what measure you mete, it shall be measured to you” (Matt. 7:1-2).
It is the commandment of Christ. It is not the commandment of some Saint. It is God’s. And therefore we have put into practice a Divine commandment. When we do not judge, we will not be judged. Judge, and we will be judged. Sin is widespread. Wherever we turn our eyes and our imagination, we recognize the errors of men. Therefore, if we are inattentive, without watchfulness, we will always be found in the error of violation of this evangelical commandment of not judging our neighbor.
There was a monk in some monastery. The tempter had conquered him in negligence. He didn’t do his canon, he didn’t got to church, he didn’t do his rule of prayer, and thus the fathers didn’t know him and regarded him as negligent. The hour of death came and the fathers drew near him to see something, which perhaps God would show, in order that they may be benefited. Drawing near to the dying negligent monk, the fathers saw that he was very joyful. They were perplexed and they said in their thoughts: “Look, why is he peaceful? The negligence which he had in his life doesn’t worry him? What happened to the debts which have been gathered because of sloth? His conscience doesn’t rebel? It doesn’t make him worry? He doesn’t despair?” He continued to be joyful. They compelled him to answer their question:
“Forgive us, brother, we see you doing so-so. We know and you know that you lived in negligence and sloth in monastic duties. Now you are heading to the judgment of Christ, and you should be somewhat sorry, worried, etc. But we see you otherwise, joyful, peaceful, with hope and we question; what supports this condition of yours?”
He answered them and said:
“You are right, my fathers, that’s how it is. I was negligent and didn’t do what you did, but one thing I guarded in my life: not to judge my brother. I read in the Holy Gospel, where the Lord says that the one who does not judge, will not be judged. Thus I tried, at least, not to judge. And I hope in the mercy of God that I will not be judged. For this reason I am departing with faith that God will apply his word.”
The fathers looked into it among themselves and said that in fact the brother was very clever and masterfully gained his salvation.
If we are watchful, we will not criticize. For with the offense of judging, immediately watchfulness will set up a barrier and the thought of judgment will be prevented from continuing. Then will happen what took place with Abba Paphnutios. And so we will escape from the sin of judging and of criticism of the tongue and our names will be written in eternal life. A man who keeps his tongue pure, both inner and outer, that is to say, the inner thought and the tongue, and does this in the knowledge of God, this is a guarantee that he is saved.
This spiritual attention becomes light and as light, illumines the path. And an illumined path of watchfulness is also a path to sacred confession. The attention illumines it, which urges the man to settle his account with God. And he is guided by the light of watchfulness to this great mystery and there he deposits the entire debt, all the uncleanness of sins. He enters into this bath and he comes out entirely clean. And I say that we must have much joy in our souls when we are accounted worthy to come into this bath. We must celebrate and thank the Lord who allowed this bath on earth, who allowed this authority of “binding and loosing.” Whatever things your spiritual father looses, God also looses. Whatever the representative of God forgives, the Lord also forgives.
And when the man has been judged here below, he is not judged above in the great and fearsome judgment. It is a great occasion if the man arrives as far as that. For this reason, all those who have been accounted worthy of this bath and continuously cleanse every soiling of the soul with this spiritual bath of the mystery of God, should have very great joy, because the door of Paradise will always be open. And even if death follows, there is no anxiety. “He is prepared and not disturbed.” When the man is prepared, he is not disturbed at the approach of death. He knows that it is not possible for the word of God, which gave this authority, to be wrong. We experience it as a mystery of the Church and we see it in action and in application. When the man makes sacred confession with ardent desire, with humility, and with awareness, he feels the happiness within his soul, the lightness and the elation. A vivid proof that his sins have been forgiven. And when sins are forgiven, then every anxious and uncertain fear about the next life is removed.
Our thanks to God must be unceasing. Our thanksgiving must never stop, because we are made worthy every time we want to receive this cleansing, and every time we feel a sin, immediately turn the mind to God. “I have sinned Lord, forgive me.” With this “I have sinned Lord, forgive me,” God answers: “My child, you are forgiven; the power of the law is remitted. Proceed to the application of the law.” And the application is beneath the petraheli (stole). There all the sinfulness of man is ended. Forgiveness is so easy! It is very wrong for man, when this forgiveness is so easy and so free, because of his egoism not to want to receive it, not to want to open the doors of paradise and walk eternally in the glory of God!
Many men say: “Man should call upon God because of one sin?” But this thing is wrong. Where is the love of God? Isn’t God a father?” Yes, he is a father, but when every good moment comes for him to forgive you, why do you turn your back? Why do you not receive His mercy? Why do you refuse His embrace and go far away? Why do you accept the embrace of the devil and not of God? Perhaps your god seeks money or possessions or favors and you don’t have all these things and for this reason you don’t come to let go of your debt? No.
God is very rich, as we see also in the parable of the prodigal. The prodigal wanted to depart far away. He demanded that part of the possessions which belonged to him. And God gave him what he was owed as physical gifts. He didn’t deprive him of them. However, he squandered these gifts, the spiritual possessions, living prodigally. And when he arrived at the wretched end, he came to his senses, he came to himself. For he was not himself when all the prodigality reigned. And when he came to himself he said: “How many serve my father and they enjoy the good things of His possessions, and I His child, par excellence His child, am in such misery that I graze pigs and am allotted husks! I will return; He is a Father, He will receive me. I will ask forgiveness and will say to him, do not receive me as Your child, neither restore me to the first adoption, but I will ask him to become one of His servants. And this will be a great thing.”
When he thought these things, already the Father came out from His house and waited for him with open arms. He accepted him with all his heart and all his soul. He embraced him, he kissed him, he wept from joy, because he was dead and he was restored to life, he was lost and was found. He made him His child again with all of the wealth. He forgave everything. He cleansed him of every filth. He clothed him in the original garments. In the end, he gave him everything.
The Heavenly Father also does this when one who is a sinner returns to Him. He cleanses him, washes him, he gives the original garments of baptism, he gives him sonship and makes him worthy of His Kingdom. Everything free. When the prodigal returned, he didn’t seek an account, neither did he rebuke him nor did he seek to blame him. He begins where he returned; this was sufficient for the Father. Only to say “sinner,” to leave his sins with humility, to understand his mistakes and from then on everything is loosed. But the sinful man doesn’t do this. He doesn’t return, he isn’t humbled. He holds on to his egoism. The important thing is to get to the confessional! It’s two steps. And from then on everything is finished. Yet the tears of egoism hold him. And when he comes to the hour of death and the reality of it, then he will repent and he will be remorseful, but he will be too late. In this, God respects the one who doesn’t want to humble his spirit a little.
As for Lucifer, this great battalion commander, who was in the first place of the angelic hosts, what was the cause of the fall? What was the cause of the collapse, of the transformation from angels to demons? Pride and egoism. The error came from these. And as with the angels, so also with our forebears. The fall of our forebears came about from pride and egoism. Because, before God accomplished the verdict of guilt, he approached the man Adam and said to him: ”Adam, why did you do this?’ Adam didn’t seek forgiveness, he didn’t say: “God forbid, I was wrong.” If he had done this, he wouldn’t have been turned out from Paradise and neither would we have all this banishment and suffering today. By not saying “God forbid” all this mob of evil came about. And thus now man doesn’t say “God forbid” and remains in his evil. But just say it, O God stretch out the arms of forgiveness, and he takes him in.
And again I say that because we have been made worthy to know as Orthodox Christians this mystery of sacred confession, we should have very great joy, because even if any time we fall down in some sin, into something evil, we can run immediately to correct it and to preserve the health of our souls. And when death comes, we will go to meet the Lord, cleansed, repentant, as prodigal sons returned, for our Heavenly Father accepts us and places us in the Paradise of eternal bliss which has no end, which has no conclusion to that bliss, which cannot be compared to anything earthly.
And even the Apostle Paul, who went up to the third heaven and saw the eternal good things, nevertheless was unable with his apostolic and graceful tongue to express with human words, the things of Paradise and the life above! So inexpressible is the happiness of the attainment through sacred confession.
Therefore with much yearning, with much love, with much awareness we should run to be cleansed, to
be made ready and when death follows, to depart in peace. Amen.
Translated from the Greek by Fr. Seraphim Bell, pastor of St. Silouan the Athonite Orthodox Church in Walla Walla, WA. This was Homily 12 from The Art of Salvation [in Greek], Vol A.
http://easternorthodoxspirituality.blogspot.gr/2015/01/watchfulness-prayer-and-confession-by.html#more

Χωρίς την ταπείνωση, έλεγε ο στάρετς Αμβρόσιος, δε σώζεται ο άνθρωπος. Αν πιστέψουμε πως από δική μας αξία σωζόμαστε, έχουμε απατηθεί. Θα σας αναφέρω ένα διδακτικό περιστατικό. Μια επιφανής αρχόντισσα, αρκετά ευσεβής αλλά όχι και αρκετά ταπεινή, καθώς κοιμόταν είδε ένα συγκλονιστικό όνειρο: Πάνω σε ένδοξο θρόνο ο δίκαιος Κριτής! Και απέναντί του πλήθη λαού, μεταξύ των οποίων και η ίδια. Ο Χριστός ετοιμαζόταν να καλέσει κοντά Του τους εκλεκτούς. Εκείνη που βασιζόταν στις αρετές της και στις καλοσύνες της περίμενε μεγάλες τιμές, αλλά έπεσε έξω στην πρόβλεψή της...
Κάποια ταπεινή χωριατοπούλα κρίθηκε άξια για την πρώτη θέση. Δεύτερος ήταν ένας φτωχός χωρικός που φορούσε μάλιστα και τσαρούχια. Ακολούθησαν στη σειρά πλήθη απλοϊκών ανθρώπων. Σε μια στιγμή ο Κύριος έπαυσε να προσκαλεί άλλους. Εκείνη πάνω στην απελπισία της αποφάσισε να τον πλησιάσει και να του υπενθυμίσει τα καλά που είχε κάνει. Ο Χριστός όμως απέστρεψε εντελώς το πρόσωπό Του απ’ αυτήν. Εξουθενωμένη πλέον, έπεσε στο έδαφος, έκλαψε και αναγνώρισε ταπεινά πως πραγματικά δεν της άξιζε η ουράνια Βασιλεία.
Να, αγαπητοί μου-εδώ δυνάμωσε τη φωνή του ο στάρετς-το ταπεινό φρόνημα! Έτσι έπρεπε να σκεφτόμαστε όλοι. Όταν ξύπνησε από το όνειρο η αρχόντισσα, δεν τόλμησε πια να φιλοξενήσει υπερήφανες ιδέες στην ψυχή της. Της έδωσε ο Θεός με το όνειρο αυτό ένα αξέχαστο όνειρο.
Ο στάρετς Ιωσήφ, υπόδειγμα ταπείνωσης, πραότητας και ακατακρισίας, είπε κάποτε σε μια μοναχή:
Αν οι αμαρτίες του αδελφού σου σ’ ενοχλούν και δε μπορείς να βρεις την ειρήνη της ψυχής σου, θυμήσου τα εξής:
Αν οι αμαρτίες του αδελφού σου που θέλεις να διορθώσεις σ’ ενοχλούν, σ’ εκνευρίζουν και χάνεις την ειρήνη σου, τότε αμαρτάνεις και συ. Η αμαρτία δε διορθώνεται με την αμαρτία, αλλά με την ταπείνωση.
Ο ζήλος που θέλει από μόνος του να καταστρέψει όλα τα κακά είναι από μόνος του ένα μεγάλο κακό.
Μέσα στο μάτι σου υπάρχει ένα μεγάλο δοκάρι και συ προσέχεις το κάρφος στο μάτι του αδελφού σου.
Υπάρχουν ατέλειες που είναι αναπόφευκτες κι άλλες που μπορεί να ’ναι ευεργετικές. Το καλό δοκιμάζεται από το κακό.
Το παράδειγμα της μακροθυμίας του Θεού πρέπει να χαλιναγωγήσει την ανυπομονησία μας, που μας στερεί την ειρήνη.
Το παράδειγμα του ίδιου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μας φανερώνει με πόση ταπείνωση και καρτερία πρέπει να υπομένουμε την ανθρώπινη αμαρτία. Αν δεν έχουμε κάποια θέση ευθύνης έναντι των άλλων, πρέπει να αντιμετωπίζουμε την αμαρτία τους με συμπάθεια.
Κάθε άνθρωπος καταδικάζει εκείνες τις αμαρτίες των άλλων, για τις οποίες κατηγορείται ο ίδιος.
Για τις πράξεις των άλλων δεν υπάρχει τίποτα άλλο που να μας ηρεμεί περισσότερο όσο η σιωπή, η προσευχή και η αγάπη.
Κάποια αδελφή έλεγε κάποτε θλιμμένη στο στάρετς Ζωσιμά:
-Τι να κάνω, γέροντα, που νικιέμαι από τη γλώσσα μου και φλυαρώ και ματαιολογώ; Στεναχωριέμαι πολύ γι’ αυτό και παίρνω κάθε τόσο απόφαση να διορθωθώ, αλλά πάλι πέφτω.
-Να θυμάσαι ότι, όπως είπε ο Κύριος, για κάθε περιττό μας λόγο θα μας ζητηθεί ευθύνη την ημέρα της Κρίσεως. Κατάφυγε στη βοήθειά Του. Και όποτε αμαρτάνεις να μετανοείς. Χίλιες φορές έπεσες; Χίλιες να μετανοήσεις.
- Κάποιες φορές λέω κάτι χρήσιμο ή ψυχωφελές. Ενώ όμως αρχίζω με πνευματικούς λόγους, σε λίγο, χωρίς να το καταλάβω, ξεγλιστράω στην αργολογία ή την κατάκριση ή την περιέργεια ή τον κομπασμό... Μετά από όλα αυτά με κυριεύει κατάθλιψη και αθυμία. Τι να κάνω; Δεν μπορώ να διορθωθώ...
- Για να μάθεις να μιλάς καλά και προσεκτικά, πρέπει πρώτα να μάθεις να σωπαίνεις, τη συμβούλεψε ο γέροντας. Όσο θερμό κι αν είναι το κελί μας, αν ανοίγουμε συχνά τα παράθυρα θα παγώσει. Κι αν ανοίγουμε κάθε τόσο ένα μπουκάλι με άρωμα, σύντομα θα εξατμιστεί. Γι’ αυτό ο προφήτης λέγει «ἐκωφώθην καὶ ἐταπεινώθην καὶ ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν» (Ψαλμ. Λη 2). Ακούς; «ἐσίγησα ἐξ ἀγαθῶν». Αποφάσισα δηλαδή να μην ξεστομίζω ούτε αγαθούς λόγους. Και τότε, συνεχίζει, «ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου».
Όπως γράφει ο Κάλλιστος Καταφυγιώτης, ο καλός λόγος είναι κατώτερος από τη σιωπή με διάκριση. Βέβαια, κι από τη σιωπή του στόματος ανώτερη είναι η σιωπή του νου-τόσο ανώτερη, όσο και η ψυχή από το σώμα. Γιατί είναι δυνατό, ενώ τηρείται σιωπή του στόματος, εσωτερικά ο νους να σχηματίζει λογισμούς και νοήματα.
«Όπου επισκιάζει η χάρις σου Αρχάγγελε, από εκεί διώκεται η δύναμη του διαβόλου.
Διότι δεν μπορεί να μείνει κοντά στο Φώς σου ο εωσφόρος που έπεσε στο σκοτάδι και παραμένει σ’ αυτό.
Γι' αυτό Μιχαήλ Αρχάγγελε, σε παρακαλούμε να σβήνεις τα βέλη του που είναι γεμάτα πυρ και κινούνται εναντίον μας»
He, who performs a deed that is pleasing to God, will undoubtedly be visited by temptation: because every good deed is either preceded or followed by temptation. In fact, everything a person does for God’s sake cannot be called substantial, until it has been proven through temptation.
Abba Dorotheus

Κατ’ αρχή θα παρουσιαστή πολιτική ανωμαλία, θα πέση το παγκόσμιο κεφάλαιο, θα απολυθούν οι υπάλληλοι από τις εργασίες τους. Η Ελλάδα θα φτωχήνει, θα πεινάσει για μερικούς μήνες. Η Τουρκία θα εκμεταλευθεί τήν αδυναμία της Ελλάδος και θα της επιτεθεί. Θα εισχωρήσουν στην Ελλάδα, θα προξενήσουν καταστροφή. Όλοι θα νομίσουν ότι η Ελλάδα θα εξαφανιστεί. Αυτό όμως δεν θα συμβεί. Θα επέμβει η Ρωσία, με πυραύλους θα διαλύσουν την Τουρκία. Η Κωνστα-ντινούπολη θα ισοπεδωθεί εκτός από τήν Αγία Σοφία. Η σφαγή θα διαρκέσει 3 ημερονύκτια, θα σκοτωθούν 700 εκατομμύρια άνδρες, όχι άλλος κόσμος. Αυτοί θα είναι ευρωπαίοι, αμερικάνοι, γιαπωνέζοι και πολλοί μισθωτοί που θα έχουν μαζί τους . Άγγελος Κυρίου θα κοιμήσει-μεθύσει όσους από αυτούς μείνουν και όταν ξυπνήσουν θα πούν τι κάνουμε εμείς εδώ και θα υποχω-ρήσουν. Η Ρωσία θα θέλει να στερεωθεί και παραμείνει εκεί, λόγω των στενών και της σπουδαίας θέσεως, κλπ. Θα παραμείνει , μόνον 3 μήνες. (Κατά τον γέροντα Παΐσιο η Ρωσία θα κατέβει μέχρι έξω από τα Ιεροσόλυμα. Τότε οι ευρωπαίοι θα επιτεθούν κατά της Ρωσίας. Θα δώσουν προθεσμία 6 μήνες στους Ρώσους για να αποσυρθούν . Αυτός θα είναι ο 3ος παγκόσμιος πόλεμος. Οι Ρώσοι θα ητηθούν.)
Άγγελος Κυρίου θα ξυπνήσει τους κεκοιμημένους βυζαντινούς, εκκλησιαστικούς και πολιτικούς ηγέτες. Λέγεται ότι ο Ιωάννης Βατάτζης κοιμάται τώρα. Αυτός είναι φίλος του Θεού, θα αναλάβει την ηγεμονία θα κάνει θαύματα. Τότε θα ανοίξουν οι θησαυροί της γης. Τότε θα γίνει η ανάπλασις της φυλής μας και της κτίσεως. Οι άνθρωποι θα γίνουν πάμπλουτοι. Θα ζουν με ειρήνη, ο Θεός θα κατοικεί μαζί τους . Θα υπάρχει ειρήνη παντού για 3 με 4 δεκαετίες. Ο Θεός θα το κάνει αυτό για να οργανωθούν και προετοιμαστούν οι άνθρωποι, διότι αμέσως μετά θα έλθει ο αντίχριστος. Στην εποχή των τωρινών μικρών παιδιών.
Ο γέροντας Παΐσιος είπε, όταν ακούσετε ότι οι Τούρκοι θα προσπαθήσουν να επεκτείνουν τα 6 ναυτικά μίλια, τα λεγόμενα εξαμίλια αυτό θα είναι η αρχή του τέλους.
Blessed are those who have Christ as their hearts’ axis and joyfully revolve around His Holy Name, noetically and unceasingly repeating "Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me."
St. Paisios

Η οικονομική κρίση έχει φέρει πολλούς συνανθρώπους μας πίσω στην Εκκλησία.
Οι πιο πολλοί συμετέχουν για πρώτη φορά στην ζωή τους στην Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία .Παρακάτω θα βρείτε μια περιγραφή του Μυστηρίου σε απλή γλωσσα η οποία θα βοηθήσει την κατήχηση σας και την συμμετοχή σας στην Μυστηριακή ζωή .
Η Θεία Λειτουργία αρχίζει!!!
Η λειτουργία των Κατηχουμένων
Η Λειτουργία των Κατηχουμένων, αντιστοιχεί στην παρουσία Του ανάμεσα στους ανθρώπους, στους οποίους δίδαξε τον Λόγο της Αλήθειας.
Στα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού μπορούσαν να συμμετέχουν σ’ αυτήν και οι Κατηχούμενοι, δηλαδή όσοι προετοιμάζονταν να γίνουν Χριστιανοί, χωρίς να έχουν βαπτισθεί ακόμη.
Ο Ιερέας αρχίζει μέσα από το Άγιο Βήμα με την εκφώνηση*:
«Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων».
Έτσι δοξολογεί τον Τριαδικό Θεό και τον προσκαλεί να είναι παρών στο μυστήριο. Την ίδια ώρα ο Ιερέας κρατάει στα χέρια του το Ευαγγέλιο και στυαυρώνει με αυτό την Αγία Τράπεζα.
Ο λαός απαντάει: «Αμήν». Είναι μια εβραϊκή λέξη που σημαίνει «ας γίνει» ή «πραγματικά, αληθινά».
Τα ειρηνικά
Στη συνέχεια, ο διάκονος όρθιος μπροστά στην Ωραία Πύλη μοιάζει με άγγελο που καλεί τον λαό να προσευχηθεί.
Αρχίζει με την αίτηση για την ειρήνη, γιατί χωρίς αυτήν είναι αδύνατη η προσευχή.
Και οι πιστοί αναφωνούν νοερά, μαζί με τον χορό* που ψάλλει: «Κύριε ελέησον»(=Κύριε, ελέησέ μας).
Όρθιος μπροστά στην Ωραία Πύλη, κρατώντας πάντα ανασηκωμένο το οράριο σαν απλωμένη αγγελική φτερούγα, ο διάκονος παρακινεί τον λαό σε προσευχή
για την «άνωθεν ειρήνη» και την σωτηρία των ψυχών τους,
για την ειρήνη όλου του κόσμου, για να είναι ακλόνητες οι άγιες Εκκλησίες του Θεού και για την ένωση όλων των ανθρώπων,
για τον ιερό ναό και όσους μπαίνουν μέσα σ’ αυτόν με πίστη, ευλάβεια και φόβο Θεού,
για τον Αρχιεπίσκοπο,
για το έθνος μας, τους άρχοντες και τον στρατό,
για την πόλη ή το χωριό, όπου τελείται η Λειτουργία,
για να είναι ευνοϊκές οι καιρικές συνθήκες, για να δώσει η γη πλούσιους καρπούς και για χρόνια ειρηνικά,
για τους ταξιδιώτες, τους αρρώστους, τους κουρασμένους, τους αιχμαλώτους
για να απαλλαγούμε όλοι μας από κάθε οργή, κίνδυνο και δύσκολη περίσταση.
Για να δείξει την αδυναμία των προσευχών μας, ο διάκονος στρέφεται στις μορφές της Θεοτόκου και των Αγίων, στο Τέμπλο, και καλεί τους πιστούς να θυμηθούν εκείνους που ήξεραν να προσεύχονται καλύτερα από εμάς, και που τώρα παρακαλούν για μας στους ουρανούς. Μας καλεί επίσης να προσφέρουμε ο καθένας τον εαυτό του κι ο ένας τον άλλον, καθώς και όλη τη ζωή μας στον Χριστό και Θεό μας.
(Νικολάι Βασιλίεβιτς Γόγκολ,
«Στοχασμοί στη Θεία Λειτουργία» – διασκευή)
Η ειρήνη
«Εν ειρήνη του Κυρίου δεηθώμεν!
Ειρήνη πάσι!
Πολύ συχνά ακούμε στον ναό εκφωνήσεις και ευχές που μιλούν για την ειρήνη. Μας υπενθυμίζουν ότι βρισκόμαστε στον οίκο του Θεού της ειρήνης και ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι το βασίλειο της ειρήνης. Γι’ αυτό κάθε πιστός πρέπει να βιώνει την ειρήνη στις σχέσεις του προς τον Θεό, προς τους ανθρώπους και προς τον ίδιο τον εαυτό του.
Προς τον Θεό, με τη διαρκή μετάνοια και την τήρηση των εντολών Του.
Προς τους ανθρώπους, με την αγάπη, την υπομονή, την πραότητα, την ανοχή, την σπλαγχνικότητα.
Και προς τον εαυτό του, με την υπακοή στην φωνή της συνειδήσεώς του.
Ας θυμόμαστε πάντα την συμβουλή του Αποστόλου: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους. Επιδιώκετε και την αγιότητα, χωρίς την οποία κανείς δεν θ’ αντικρύσει τον Κύριο» (Εβρ. 12,14).
(Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης)
Τα «αντίφωνα»
Είναι στίχοι από ψαλμούς, που συνοδεύονται από έναν ύμνο («εφύμνιο»).
Ψάλλονται «κατ’ αντιφωνίαν», δηλαδή κάποιος απαγγέλει τον στίχο και στη συνέχεια, όλος ο χορός ψέλνει το «εφύμνιο».
Τα αντίφωνα είναι τρία.
Το πρώτο έχει σαν εφύμνιο το: «Ταις πρεσβείαις της Θεοτόκου, Σώτερ, σώσον ημάς».
Το εφύμνιο του δευτέρου είναι: «Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντάς Σοι: Αλληλούια».
Το εφύμνιο του τρίτου είναι το απολυτίκιο της ημέρας.
Τρεις φορές επαναλαμβάνεται η μικρή συναπτή : «’Ετι και έτι εν ειρήνη….», «Αντιλαβού, σώσον…», «Της Παναγίας αχράντου…». Δεν είναι επανάληψη παλαιών ή των ίδιων αιτήσεων, αλλά είναι αναζήτηση καινούργιων εμπειριών. Ξανά και ξανά λοιπόν ζητάμε το έλεος Του, γιατί είναι απερίγραπτοι και απερινόητοι οι οικτιρμοί Του. Εκτός αυτών η επανάληψη μέσα στη Λατρεία και τη ζωή γενικότερα είναι σύνηθες φαινόμενο, εφ’ όσον είναι ευχάριστη η επανάληψη και ουσιώδης. Ποια μάνα δεν φιλάει ξανά και ξανά το παιδί της.
Η ΜΙΚΡΗ ΕΙΣΟΔΟΣ
Είναι μια μικρή λιτανεία, που γίνεται στην αρχή σχεδόν της Θ. Λειτουργίας.
Η μικρή είσοδος συμβολίζει την έναρξη της δημόσιας ζωής και δράσης του Χριστού. Όταν, δηλαδή, αφού βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, άρχισε να εμφανίζεται μπροστά στα πλήθη των ανθρώπων και να τους διδάσκει τον Λόγο του Θεού.
Ενώ ψάλλεται το «γ’ αντίφωνο», που είναι το απολυτίκιο της ημέρας, ο ιερέας πλησιάζει στην αγία Τράπεζα, παίρνει τοΕυαγγέλιο και το βγάζει έξω, στον λαό.
Δεν βγαίνει από την κεντρική πύλη του Ιερού Βήματος, την «Ωραία Πύλη», αλλά από την πλαϊνή.
Ο Ιερέας κρατάει στα χέρια του το Ιερό Ευαγγέλιο. Είναι το πιο ιερό βιβλίο για την Εκκλησία μας. Βρίσκεται πάντοτε πάνω στην Αγία Τράπεζα. Περιέχει αποσπάσματα από τατέσσερα ευαγγέλια, δηλ. τα κείμενα στα οποία οι τέσσεριςΕυαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς, Ιωάννης) κατέγραψαν τη ζωή και τη διδασκαλία του Χριστού.
Κρατάει μάλιστα το Ευαγγέλιο μπροστά από το πρόσωπό του. Δείχνει ότι δεν περνάει ανάμεσά μας αυτός, αλλά ο Κύριος που σε λίγο θα μας διδάξει.
Μπροστά από τον Ιερέα πηγαίνουν παιδιά με λαμπάδες και εξαπτέρυγα. Η λαμπάδα στην Μικρή Είσοδο συμβολίζει τονΆγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Αυτός προχώρησε μπροστά από τον Χριστό, για να ετοιμάσει το δρόμο Του. Κήρυττε στους ανθρώπους ότι «να, έφτασε η Βασιλεία των Ουρανών».
Μόλις φτάσει στο κέντρο του ναού ο ιερέας αναφωνεί: «Σοφία. Ορθοί». Διακηρύσσει έτσι ότι η Σοφία του Θεού φανερώθηκε στον κόσμο με το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Με το «Ορθοί» καλεί όλους να σταθούν ευλαβικά όρθιοι.
Ύστερα όλοι μαζί ψέλνουμε: «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν Χριστώ. Σώσον ημάς, Υιέ Θεού, ο αναστάς εκ νεκρών, ψάλλοντάς Σοι: Αλληλούια».
Δηλαδή: «Ελάτε, ας προσκυνήσουμε κι ας λατρεύσουμε τον Χριστό. Σώσε μας, Υιέ του Θεού, εσύ που αναστήθηκες από τους νεκρούς, εμάς που σου ψέλνουμε: Αλληλούια».
Στη συνέχεια μπαίνει πάλι στο Ιερό Βήμα. Οι ψάλτες ψέλνουν τα απολυτίκια της εορτής ή του αγίου, που τιμά η Εκκλήσία την ημέρα εκείνη. Κι ακόμη, το απολυτίκιο του Αγίου, στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός και το κοντάκιο της εορτής.
Σε λίγο ψέλνουμε τον Τρισάγιο Ύμνο, δηλαδή το «Άγιος ο Θεός, άγιος Ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς».
Αυτό σημαίνει: «Άγιος είσαι ο Θεός, άγιος και ισχυρός, άγιος και αθάνατος. Ελέησέ μας».
ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ
Στη συνέχεια, ο αναγνώστης θα διαβάσει τονΑπόστολο, δηλαδή ένα κομμάτι από τις επιστολές που έγραψαν οι Απόστολοι σε διάφορες Εκκλησίες ή από τις «Πράξεις των Αποστόλων».
Όταν τελειώσει και ο Απόστολος, ο Ιερέας θα εμφανισθεί στην Ωραία Πύλη. Θα κρατάει και πάλι το Ευαγγέλιο, ανοιχτό αυτή τη φορά.
Μπορούμε να δούμε ότι στο κάλυμμα του βιβλίου από την μία πλευρά είναι σκαλισμένη η εικόνα της Σταύρωσης και από την άλλη, της Ανάστασης.
Τώρα οι πιστοί ακούν ένα απόσπασμα από το ιερό αυτό βιβλίο, που θα το διαβάσει ο Ιερέας.
«Με τα κεφάλια σκυμμένα ευλαβικά, προσέχοντας το Ευαγγέλιο, όλοι αγωνίζονται να δεχθούν μέσα τους τον σπόρο του θείου Λόγου. Τον σπόρο που σπέρνει ο ουράνιος σποριάς με το στόμα του Ιερέα Του στις καρδιές τους. Όχι όμως στις καρδιές εκείνες, που ο Σωτήρας παρομοίασε με τη γη δίπλα στο δρόμο, όπου, αν και έπεσε ο σπόρος, καταπατήθηκε και τα πετεινά του ουρανού, δηλ. οι κακές σκέψεις μας, τον κατέφαγαν.
Ούτε στις καρδιές που μοιάζουν με πέτρινο έδαφος, όπου μολονότι δέχονται μετά χαράς τον σπόρο του λόγου, αυτός δεν βγάζει βαθειές ρίζες –γιατί είναι καρδιές χωρίς βάθος κι ο σπόρος μόλις βλαστήσει ξεραίνεται. Ούτε και στις καρδιές που μοιάζουν με γη γεμάτη αγκάθια (τις φροντίδες και τις μέριμνές μας), που πνίγουν τον σπόρο μόλις φυτρώσει. Καρποφορεί μόνο στις καρδιές που μοιάζουν με την καλή γη και δίνουν καρπό, άλλη εκατό φορές περισσότερο, άλλη εξήντα και άλλη τριάντα».
(Νικολάι Γκόγκολ, Στοχασμοί στη Θεία Λειτουργία)
Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ
Στα παλιά χρόνια, που οι Χριστιανοί βαπτίζονταν σε μεγάλη ηλικία, όσοι δεν είχαν βαπτισθεί ακόμη, αλλά πήγαιναν στη Θεία Λειτουργία για να ακούσουν τον Λόγο του Θεού –οι Κατηχούμενοι- έφευγαν από το ναό μετά το Ευαγγέλιο, μόλις τελείωνε ο Ιερέας το κήρυγμα. Έμεναν τότε μόνο οι βαπτισμένοι Χριστιανοί, οι Πιστοί. Αυτοί μόνο μπορούσαν να συμμετέχουν στη Θεία Λειτουργία και όταν θα ερχόταν η ώρα, να κοινωνούν.
Έτσι, μετά το Ευαγγέλιο αρχίζει το μέρος της Θείας Λειτουργίας, που ονομάζεται Λειτουργία των Πιστών.
Από το σημείο αυτό δεν επιτρέπεται να φεύγει κανείς από το ναό. Όλοι θα μείνουν μέχρι το τέλος της Θ. Λειτουργίας!
Ο ψάλτης αρχίζει τον Χερουβικό Ύμνο, που καλεί τους πιστούς να ξεχάσουν κάθε φροντίδα την ώρα εκείνη, γιατί θα υποδεχθούν τον Βασιλιά των Όλων, μαζί με στρατιές Αγγέλων.
Την ώρα εκείνη ο Ιερέας απλώνει πάνω στην Αγία Τράπεζα το Ειλητό, ένα μεταξωτό πανί, που εικονίζει την ταφή του Κυρίου. Πάνω σ’ αυτό το πανί θα τοποθετηθούν, μετά τη Μεγάλη Είσοδο, ο άγιος Δίσκος (που περιέχει τον Αμνό και τις μερίδες της Παναγίας, των Αγίων και όλων των πιστών) και το Άγιο Ποτήριο (που περιέχει κρασί και λίγο νερό).
Ύστερα, βγαίνει στην Ωραία Πύλη και θυμιάζει όλους τους πιστούς για να θυμίσει σε όλους πως πρέπει να κατευθύνουν την προσευχή τους σαν θυμίαμα μπροστά στον Κύριο, λέγοντας τον 50ο ψαλμό του Δαυίδ, δηλαδή τον ψαλμό της μετανοίας. Το θυμίαμα αυτό συμβολίζει τη σμυρναλόη του Νικοδήμου. Πριν πάρει στα χέρια του ο Λειτουργός τα τίμια Δώρα, ζητά συγγνώμη από τους τυχόν συλλειτουργούς του Ιερείς, και κατόπιν βγαίνει στην Ωραία Πύλη και ζητά συγγνώμη από το λαό.
Ακολουθεί η Μεγάλη Είσοδος.
Ο Ιερέας ξεκινάει από την Προσκομιδή και, κρατώντας τον Άγιο Δίσκο και το Άγιο Ποτήριο, περνάει ανάμεσα από τους πιστούς και από την Ωραία Πύλη μπαίνει στο Ιερό Βήμα για να τα τοποθετήσει πάνω στην Αγία Τράπεζα και να τα σκεπάσει με ένα τετράγωνο ύφασμα, τον «Αέρα», που συμβολίζει το λίθο που σφράγισε τον Πανάγιο Τάφο.
Η λιτανεία αυτή συμβολίζει την είσοδο του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα για το πάθος και την πορεία του Κυρίου προς τον Γολγοθά και τον Πανάγιο Τάφο (δηλαδή την εναπόθεση Του στην Αγία Τράπεζα). Λέγεται «Μεγάλη Είσοδος» διότι πλησιάζει η τέλεση του μεγάλου Μυστηρίου. Το θυμίαμα κατά την Μεγάλη Είσοδο συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα με τη φωτιά του θυμιατού και τον ευωδιαστό καπνό του θυμιάματος. Το θυμίαμα μετά την απόθεση των τιμίων Δώρων επάνω στο Αντιμήνσιο και την κάλυψη τους με τον Αέρα, υποδηλώνει τα αρώματα των Μυροφόρων. Σε ορισμένους ναούς και στα μοναστήρια, μετά την Μεγάλη Είσοδο, κλείνονται πρώτα τα Βημόθυρα (οι ξύλινες μικρές πόρτες της Ωραίας Πύλης), που σημαίνουν την κάθοδο στον Άδη, και κατόπιν το καταπέτασμα (η κουρτίνα της Ωραίας Πύλης), που υποδηλώνει την εγκατάσταση της κουστωδίας.
ΣΥΝΑΠΤΗ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ – ΣΥΜΒΟΛΟ ΠΙΣΤΕΩΣ – ΑΓΙΑ ΑΝΑΦΟΡΑ
Ύστερα από τη Μεγάλη Είσοδο ακολουθούν οι «Αιτήσεις». Με αυτές ο Ιερέας μας καλεί να ζητήσουμε από τον Κύριο ειρηνική και χωρίς αμαρτίες την ημέρα μας, Άγγελο φύλακα από κάθε κακό, συγχώρηση των αμαρτιών μας, τα καλά και ωφέλιμα για τις ψυχές μας και ειρήνη στον κόσμο και άλλα πνευματικά αγαθά. Κι εμείς, σε κάθε αίτηση, απαντάμε: «Παράσχου, Κύριε» (δηλαδή, «Χάρισέ μας, Κύριε»).
Κατόπιν μας προτρέπει να αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο. Στηρίζεται στα λόγια του Χριστού, σύμφωνα με τα οποίαδεν είναι δυνατόν να προσφέρει κανείς το δώρο του στον Θεό, αν προηγουμένως δεν έχει συγχωρεθεί με τον αδελφό του.
Πλησιάζει μετά η ομολογία της πίστεως, όταν δηλαδή όλοι μαζί θα πούμε το «Πιστεύω». Γι’ αυτό ακολουθεί το παράγγελμα του διακόνου: «Τας θύρας, τας θύρας! Εν σοφία πρόσχωμεν». Στα παλιά χρόνια οι θυρωροί έπρεπε να προσέχουν τις πόρτες, μήπως μπει στο ναό κάποιος κατηχούμενος ή άπιστος.
Ενώ απαγγέλουμε το Σύμβολο της Πίστεως, ο Ιερέας ξεσκεπάζει τα τίμια Δώρα και ανακινεί πάνω τους τον «Αέρα». Αυτό συμβολίζει την πνοή του Αγίου Πνεύματος, που σε λίγο θα τα καθαγιάσει.
Μετά καλούμαστε να σταθούμε με ευλάβεια και σεβασμό: «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου…». Τώρα θα προσφέρουμε στο Θεό το μεγάλο Μυστήριο, δείγμα λατρείας και αφοσίωσης.
Ο Ιερέας αρχίζει να απαγγέλλει τη μεγάλη ευχή του Καθαγιασμού των τιμίων Δώρων. Με αυτήν ευχαριστεί τον Θεό για όσα μας έχει δώσει και ιδίως, γιατί έστειλε τον Μονογενή Υιό Του που μας παρέδωσε το μεγάλο Μυστήριο.
Στο σημείο αυτό εκφωνεί τα λόγια, με τα οποία ο Κύριος συνέστησε το Μυστήριο στη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου:
«Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το Σώμα, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών» -δηλαδή, «Λάβετε και φάγετε, αυτό είναι το Σώμα μου, που για χάρη σας κομματιάζεται, για τη συγχώρεση των αμαρτιών σας». Την ώρα αυτή ο Ιερέας δείχνει το ψωμί, που σε λίγο θα γίνει Σώμα Χριστού.
Και μετά από λίγο, δείχνει το Άγιο Ποτήριο με το κρασί και λέει:
«Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το Αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το υπέρ ημών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» -δηλαδή, «Πιείτε απ’ αυτό όλοι, αυτό είναι το Αίμα μου, το αίμα της Καινής Διαθήκης, που χύνεται για σας και για όλους, για την άφεση των αμαρτιών σας».
Και καταλήγει ο Ιερέας, υψώνοντας μαζί τον Άγιο Δίσκο και το Άγιο Ποτήριο: «Τα σα εκ των σων σοί προσφέρομεν κατά πάντα και δια πάντα» -δηλαδή, «αυτά τα δικά Σου Δώρα προσφέρουμε σ’ Εσένα σε κάθε καιρό και για όλες τις ευεργεσίες Σου».
Και ακολουθεί η μεγάλη στιγμή. Ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό να στείλει το Άγιο Πνεύμα στα τίμια Δώρα και να τα μεταβάλει σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Ο Ιερέας ευλογεί με το σημείο του Σταυρού πάνω από τον Άγιο Άρτο, λέγοντας: «Και ποίησον τον μεν άρτον τούτον τίμιον σώμα του Χριστού σου. Αμήν» -δηλαδή, «Και κάνε αυτόν τον Άρτο, το ίδιο το τίμιο Σώμα του Χριστού Σου. Αμήν».
Και μετά ευλογεί πάνω από το Άγιο Ποτήριο, λέγοντας: «Το δε εν τω Ποτηρίω τούτω τίμιον αίμα του Χριστού σου. Αμήν» -που σημαίνει: «Κι αυτό που είναι μέσα σε τούτο το Ποτήριο, (κάνε το) το ίδιο το τίμιο Αίμα του Χριστού Σου. Αμήν».
Και στη συνέχεια, ευλογώντας σταυρωτά τον Άγιο Άρτο και το Άγιο Ποτήριο, ο Ιερέας λέει: «Μεταβαλών τω Πνεύματί Σου τω Αγίω. Αμήν, αμήν, αμήν» -δηλαδή, «Αφού τα μεταβάλεις με το Πνεύμα Σου το Άγιο. Αμήν, αμήν, αμήν».
Έτσι γίνεται το θαύμα της μεταβολής του ψωμιού και του κρασιού, που προσέφεραν οι Χριστιανοί, στο ίδιο το Σώμα και το ίδιο το Αίμα του Χριστού. Πόσο μεγάλη είναι η τιμή που μας γίνεται, να παρευρισκόμαστε στο μεγάλο αυτό θαύμα!
Την ίδια ώρα οι πιστοί ψάλλουν: «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοί ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου ο Θεός ημών» -που σημαίνει: «Εσένα υμνούμε, Εσένα ευλογούμε, Εσένα ευχαριστούμε, Κύριε, και Σε παρακαλούμε, Θεέ μας».
Μετά τον Καθαγιασμό των τίμιων Δώρων, ο Ιερέας μνημονεύει όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Πρώτα τους Αγίους –και εξαιρετικά την Θεοτόκο. Ύστερα τους κεκοιμημένους Χριστιανούς. Τέλος, τους ζωντανούς, με πρώτον τονΑρχιεπίσκοπο. Και για να μη μείνει κανείς έξω από το μεγάλο Δείπνο, στο τέλος ζητάει από τον Κύριο να θυμηθεί: «και ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει και πάντων και πασών» -δηλαδή, «και όλους όσους έχει στο νου του ο καθένας, άντρες και γυναίκες».
Σε λίγο, αρχίζει η προετοιμασία για την Θεία Κοινωνία.
ΔΙΠΤΥΧΑ – ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ
Μετά τον Καθαγιασμό των τίμιων Δώρων, ο Ιερέας μνημονεύει όλα τα μέλη της Εκκλησίας. Πρώτα τους Αγίους –και εξαιρετικά την Θεοτόκο. Ύστερα τους κεκοιμημένους Χριστιανούς. Τέλος, τους ζωντανούς, με πρώτον τονΑρχιεπίσκοπο. Και για να μη μείνει κανείς έξω από το μεγάλο Δείπνο, στο τέλος ζητάει από τον Κύριο να θυμηθεί: «και ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει και πάντων και πασών» -δηλαδή, «και όλους όσους έχει στο νου του ο καθένας, άντρες και γυναίκες».
Σε λίγο, αρχίζει η προετοιμασία για την Θεία Κοινωνία.
Όταν ο Ιερέας παύσει να μνημονεύει τα ονόματα των πιστών, βγαίνει στην Ωραία Πύλη και ευλογεί όλο το εκκλησίασμα με τον Τίμιο Σταυρό, λέγοντας: «Και έσται τα ελέη του μεγάλου Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού μετά πάντων υμών», δηλαδή: «Και ας είναι οι δωρεές του μεγάλου Θεού και Σωτήρα μας Ιησού Χριστού μαζί με όλους σας». Και οι πιστοί απαντούν: «Και μετά του πνεύματός σου» -«Και με το δικό σου πνεύμα».
Και τότε, αμέσως αρχίζει η
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Με μια σειρά δεήσεις μπροστά από τα καθαγιασμένα ήδη Τίμια Δώρα, ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό να αξιώσει αυτόν και τους πιστούς να μεταλάβουν τα άχραντα μυστήρια. Και ο λαός απαντά: «Κύριε ελέησον» ή «Παράσχου Κύριε».
Τότε απαγγέλουν όλοι μαζί την «Κυριακή προσευχή», δηλ. την προσευχή που δίδαξε ο Κύριος στους μαθητές του, πάνω σε ένα ύψωμα της Γαλιλαίας:
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Με την Κυριακή προσευχή, το Πάτερ ημών δηλαδή, οι πιστοί παρακαλούν τον Θεό, που τον ονομάζουν Πατέρα τους:
Να δοξάζεται το όνομα του Θεού σε όλους τους ανθρώπους, με τα λόγια και τα έργα των πιστών Του
Να έρθει η Βασιλεία του Θεού στις ψυχές όλων των ανθρώπων
Να εφαρμόζεται από όλους τους ανθρώπους το άγιο θέλημα του Θεού
Να δώσει ο Θεός «τον επιούσιο άρτο», δηλ. όλα όσα είναι αναγκαία για την ψυχή και το σώμα του ανθρώπου, και πρώτα απ’ όλα το ίδιο το Σώμα και το Αίμα Του
Να συγχωρήσει τις αμαρτίες τους, με την προϋπόθεση ότι κι αυτοί θα συγχωρούν τις αμαρτίες των άλλων
Να μην επιτρέψει να βρεθούν σε περιστάσεις που θα τους εκθέσουν στον κίνδυνο της αμαρτίας.
Και στο τέλος, ομολογούν –με το στόμα του Ιερέα- ότι ο Θεός μπορεί να τους δώσει όλα αυτά γιατί είναι ο αιώνιος βασιλιάς και ο Παντοδύναμος Θεός, που προστατεύει και βοηθά τους ανθρώπους.
Στη συνέχεια ο Ιερέας ευλογεί τους πιστούς, λέγοντας: «Ειρήνη πάσι» -«Ειρήνη σε όλους»- και σε λίγο τους λέει: «Πρόσχωμεν» -«Ας προσέξουμε».
Αμέσως ύστερα, υψώνει τον Άγιο Άρτο και αναφωνεί: «Τα άγια τοις αγίοις»-δηλαδή, «Τα άγια Δώρα είναι για τους αγίους».
Εννοεί με αυτό ότι πρέπει να είναι άγιοι όσοι θα δεχτούν μέσα τους το Άγιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου. Ότι δηλαδή πρέπει να είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι και καθαρισμένοι από τις αμαρτίες τους για να κοινωνήσουν. Και βέβαια, ο Χριστιανός καθαρίζεται από τις αμαρτίες όταν τις ακουμπά στο επιτραχήλιο του Πνευματικού, στο μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης, αφού πρώτα μετανοήσει (μετανοιώσει) ειλικρινά γι’ αυτές. Τότε κλείνει η Ωραία Πύλη.
Ο Ιερέας χωρίζει σε 4 μέρη τον Άγιο Άρτο. Το πρώτο από αυτά τα μέρη το ρίχνει μέσα στο Άγιο Ποτήριο, που περιέχει το πανάχραντο Θείο Αίμα. Το δεύτερο το βάζει στην άκρη για να κοινωνήσουν ο ίδιος και ο διάκονος, χωριστά από το Αίμα. Και τα άλλα μέρη τα κόβει σε μικρότερα τεμάχια, ανάλογα με τον αριθμό εκείνων που θα κοινωνήσουν.
Μ’ αυτόν τον τεμαχισμό δεν διαιρείται το Σώμα του Χριστού. Και στο μικρότερο κομματάκι απ’ αυτά διατηρείται ολόκληρος ο Χριστός – όπως κάθε μέλος του ζωντανού σώματος μας είναι παρούσα ψυχή, όχι μερισμένη, αλλά ενιαία και αδιαίρετη. Όπως σε ένα καθρέφτη, που αν σπάσει σε χίλια κομμάτια, τα ίδια αντικείμενα εξακολουθούν να καθρεφτίζονται ακόμα και στο μικρότερο κομμάτι. Όπως τέλος ένας ήχος διατηρείται ακέραιος και ολόκληρος έστω και αν τον ακούνε χιλιάδες αυτιά.
Ακόμη, θα ρίξει στο Άγ. Ποτήριο το «άγιο ζέον», δηλ. ζεστό νερό, που συμβολίζει την ζεστή Πίστη όσων συμμετέχουν στη Θ. Λειτουργία και τη θερμότητα του Αγίου Πνεύματος.
Ύστερα γονατίζει και διαβάζει κάποιες ευχές με τις οποίες παρακαλεί τον Κύριο να μεταλάβει αξίως. Ο ίδιος και ο διάκονος, αν υπάρχει, κοινωνούν πρώτα το Σώμα και μετά το Αίμα του Κυρίου, χωριστά. Και αφού κοινωνήσουν, βάζουν προσεκτικά ό,τι υπάρχει πάνω στον Άγιο Δίσκο, μέσα στο Άγιο Ποτήριο.
Στον καιρό της πρώτης Εκκλησίας, οι πιστοί κοινωνούσαν τα θεία Μυστήρια χωριστά, όπως σήμερα οι κληρικοί, παίρνοντας ο καθένας στα χέρια του το πανάχραντο Σώμα του Κυρίου, και πίνοντας ύστερα από το Ποτήριο το πανάχραντο Αίμα Του. Όταν όμως κάποιοι χριστιανοί αμαθείς και απαίδευτοι – χριστιανοί στο όνομα μόνο – άρχισαν να παίρνουν τα Τίμια Δώρα στα σπίτια τους και να τα χρησιμοποιούν σε δεισιδαιμονικές και βλάσφημες τελετές, ή και μέσα στην Εκκλησία να τα αντιμετωπίζουν με ασέβεια, δημιουργώντας θόρυβο και ταραχή, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θέσπισε να δίνονται στο λαό ενωμένα το Σώμα και το Αίμα. Και όχι μέσα στα χέρια τους, αλλά απευθείας στο στόμα, με την αγία Λαβίδα, που εικονίζει την λαβίδα εκείνη με το αναμμένο κάρβουνο, με την οποία το πύρινο Σεραφείμ άγγιξε τα χείλη του προφήτη Ησαΐα, θυμίζοντας έτσι σε όλους τι είναι αυτό που άγγιξε τα χείλη τους. Αφού κοινωνήσει πρώτα ο ίδιος και έπειτα μεταδώσει τα Θεία Δώρα και στο διάκονο, ο λειτουργός του Χριστού, εμφανίζεται σαν ένας καινούργιος άνθρωπος, καθαρισμένος με τη θεία Κοινωνία από όλα του τα αμαρτήματα, σαν αληθινά άγιος αυτή τη στιγμή και άξιος να μεταδώσει τα Θεία Δώρα στους πιστούς.
ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ
Βγαίνει στην Ωραία Πύλη, κρατώντας το Άγιο Ποτήριο και καλεί τους πιστούς λέγοντας: «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε» -δηλαδή, «Πλησιάστε με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη».
Και όσοι είναι προετοιμασμένοι –καθαρισμένοι από τις αμαρτίες τους, νηστικοί εκείνο το πρωΐ, χωρίς μίσος για κάποιον αδελφό τους, με προσευχή- πλησιάζουν για να δεχθούν μέσα τους το Σωμα και το Αίμα του Χριστού. Για να γίνουν «σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού» -δηλ. για να έχουν το ίδιο με τον Χριστό Σώμα και το ίδιο Αίμα.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ – ΑΠΟΛΥΣΗ
Μετά την Θ. Κοινωνία ψέλνουν όλοι το «Είδομεν το φως το αληθινόν…», έναν ύμνο για το Άγιο Πνεύμα, με τον οποίο ομολογούν την πίστη τους στην Αγία Τριάδα και την δοξολογούν, με αφορμή το μεγάλο μυστήριο που τελέσθηκε με τη δύναμη του Τριαδικού Θεού και στο οποίο όλη η Εκκλησία συμμετείχε.
Όλοι οι πιστοί ευχαριστούν τον Θεό, για το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, το οποίο κοινώνησαν. Και βέβαια, εννοείται ότι κανείς δεν φεύγει πριν ευχαριστήσει τον Θεό για τα μεγάλα αυτά Δώρα. Αλλιώς μοιάζει με τον Ιούδα, που έφυγε από τον Μυστικό Δείπνο, αμέσως μόλις έλαβε από τον Άρτο.
Οι πιστοί, γεμάτοι ευγνωμοσύνη στον Κύριο για την Θεία Κοινωνία και για τις πλούσιες ευλογίες ψέλνουν τον ύμνο του Ιώβ: «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και εως του αιώνος» -«Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο, τώρα και πάντοτε».
Ύστερα, ο Ιερέας ευλογεί τους πιστούς και κάνει την απόλυση. Τώρα οι πιστοί μπορούν να απολυθούν εν ειρήνη, δηλαδή να αποχωρήσουν από το ναό με την ειρήνη του Θεού, για να πάνε στο σπίτι τους να … συνεχίσουν την Θεία Λειτουργία. Όχι απαραίτητα να ψάλλουν, αλλά με την συμπεριφορά τους από εκεί και στο εξής να φέρονται όπως αρμόζει σε όποιον κατοικεί μέσα του ο Χριστός. Να μεταφέρουν τον αγιασμό που δέχθηκαν σε όλους τους γύρω τους, στους οποίους βέβαια θα φέρονται με την αγάπη του Χριστού, που πρώτα στην Θ. Λειτουργία έζησαν.
Όσοι δεν κοινώνησαν, στο τέλος παίρνουν αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα. Αντίδωρο είναι αυτό που δίνεται αντί για το δώρο, την Θ. Ευχαριστία. Ο καθένας, παίρνοντας ένα κομμάτι αντίδωρο, πρέπει να το δέχεται σαν ψωμί από το συμπόσιο εκείνο, όπου ο ίδιος ο Δημιουργός μίλησε στον λαό Του, και να το τρώει με ευλάβεια, θεωρώντας όλους τους ανθρώπους γύρω του σαν αληθινά και πολυαγάπητα αδέρφια του. Και, σύμφωνα με την αρχαία συνήθεια, πρέπει να το φάει πριν από κάθε άλλη τροφή. Μπορεί ακόμη να το πάρει στο σπίτι, στην οικογένειά του, ή να το προσφέρει σε αρρώστους, σε φτωχούς και σε κάθε άλλον, που για οποιονδήποτε λόγο δεν μπόρεσε να έρθει στην εκκλησία για την Λειτουργία.
Αλλά και όποιος κοινώνησε προσέχει, σύμφωνα με την παλαιά ευλαβική συνήθεια, να μην φτύσει την ημέρα εκείνη. Το αίμα του, είπαμε, έχει γίνει ένα με του Χριστού το Αίμα και στο στόμα του ενδέχεται να βρίσκεται ακόμη κάποιο μικρό κομμάτι Αγίου Άρτου, που ωστόσο είναι ολόκληρο του Χριστού το Σώμα.
Και βέβαια, δεν συμμετέχουμε στα άχραντα μυστήρια μόνο κάθε… Χριστούγεννα και Πάσχα. Σίγουρα, αν δεν κοινωνήσουμε σ’ αυτές τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίοας μας, τα κοσμικά τραπέζια και τα πανηγύρια μόνο δεν έχουν κανένα νόημα. Δεν γεννιέται μέσα μας ο Χριστός ούτε ζούμε την Ανάστασή Του. Μόνο με την Θεία Κοινωνία γίνεται αυτό.
Η συμμετοχή μας, ωστόσο, να είναι όσο γίνεται πιο τακτική. Εννοείται, με την ευλογία του πνευματικού μας και μετά από κατάλληλη προετοιμασία. Όσο συχνότερα μπορεί κανείς να παίρνει μέρος σ’ αυτό το ιερό πανηγύρι της Αγάπης.