Thursday, September 11, 2014
Περὶ προσευχῆς ( Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής )
Θὰ μακρυγορούσαμε, ἂν θέλαμε νὰ περιγράψουμε ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τὸ θέμα αὐτὸ σὲ σχέση μὲ τὸ Γέροντά μας. Ἡ προσευχὴ ἦταν γιὰ τὸν Γέροντα ἕνα ἀπέραντο κεφάλαιο καὶ τὸ κύριο μέλημά του. Σὲ αὐτὴν εἶχε δοθεῖ ὁλόκληρος. Ὅλη τὴν ζωή του, ὅλη τὴν ἐπίδοση καὶ τὸν ἐνθουσιασμό του, ὅλη τὴν φροντίδα καὶ τὴν προσπάθειά του, ὅλο του τὸ εἶναι τὰ εἶχε ἀποθέσει στὴν ἀρετὴ τῆς προσευχῆς. Τί μποροῦμε νὰ ποῦμε καὶ νὰ περιγράψουμε ἀπὸ τὰ δυσπρόσιτα καὶ ἀπροσπέλαστα μυστήρια ποὺ ἀγνοοῦμε ἐμεῖς οἱ ταπεινοί, πτωχοὶ καὶ ἀδύνατοι ἀπὸ τὴ φύση καὶ τὴν κατάστασή μας;
Βλέπαμε ἐξωτερικὰ τὴν πρακτικὴ ζωή του. Παρατηρούσαμε, πόσο ἀνελέητα φερόταν πρὸς τὸν ἑαυτό του καὶ ἀνάλογα συλλογιζόμασταν. Ποιὸς ὅμως ἦταν δυνατὸν νὰ δεῖ ἢ νὰ περιγράψει τὸν ἐσωτερικό του κόσμο καὶ τοὺς ἀλαλήτους στεναγμούς του καὶ ὅλα ὅσα ἡμέρα καὶ νύχτα προσέφερε στὸν Θεό;
Δικαιολογημένες ἀπαιτήσεις μποροῦσαν νὰ τοῦ ἀποσπάσουν ἀνάλογες ὑποχωρήσεις σὲ σχέση μὲ ὁ,τιδήποτε πρακτικὸ τὸν ἀπασχολοῦσε. Στὴν τάξη ὅμως καὶ τὸν τύπο τῆς προσευχῆς ἦταν ἀδύνατο νὰ γίνουν ὑποχωρήσεις. Ἡ ἀκρίβεια καὶ ἡ ἐμμονή του στὸ θεῖο ἔργο τῆς προσευχῆς μαρτυροῦσαν τὸ ὕψος καὶ τὸ πλάτος τῆς φροντίδας του καὶ τὰ ἀντίστοιχα ἀποτελέσματα ἦταν πολὺ φανερά. Κατὰ τὴν κρίση τῶν Πατέρων μας, τὸ σαφέστερο δεῖγμα τῆς πνευματικῆς ζωῆς μιᾶς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀδιάλειπτη προσευχὴ, ποὺ ὑπάρχει ὡς ἐσωτερικὴ μόνιμη κατάσταση καὶ ὄχι ὡς προϊὸν προσπαθείας. Καὶ στὸν πνευματικὸ Γέροντά μας βλέπαμε ὅτι τὸ κύριο μέλημα καὶ ὁ κύριος στόχος του ἦταν ἡ προσευχή.
Ὁ ἀείμνηστος μᾶς παιδαγωγοῦσε καὶ μᾶς ὑπεδείκνυε ἀκούραστα τὴν ἀξία καὶ τὸν πλοῦτο τοῦ καρποῦ τῆς προσευχῆς. Συχνὰ τόνιζε: «ἡ ἀκρίβεια τῆς ἐντολῆς αὐτῆς καὶ ἡ προσπάθεια τῆς προσευχῆς θὰ σᾶς ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς προσευχῆς» ἢ «αὐτὸ τὸ λάθος θὰ σᾶς γίνει ἐμπόδιο στὴν προσευχή».
Τὴν ἰδιαίτερη μέριμνα τοῦ Γέροντος γιὰ τὴν ἄσκηση τῆς προσευχῆς μπορεῖ νὰ τὴν διαπιστώσει ὁ καθένας καὶ ἀπὸ τὶς διάφορες ἐπιστολές του, ποὺ δημοσίευσε ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφός μας, ὁ Καθηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοθέου. Γράφει ὁ Γέροντας πρὸς ἕνα νεώτερο: «Ἡ νοερὰ προσευχὴ εἰς ἐμένα εἶναι ὅπως τοῦ καθενὸς ἡ τέχνη. Καθότι ἐργάζομαι αὐτὴν τριάντα ἓξ καὶ ἐπέκεινα χρόνια», δηλαδὴ σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἕως τότε μοναχικῆς του ζωῆς. Ἡ ἄνεση, μὲ τὴν ὁποία περιγράφει αὐτὴ τὴν παναρετὴ ὁ μακαριστὸς Γέροντας – τὴν ἀρχή της, τὴν λεπτομερῆ ἐξήγηση τῶν διαφόρων σταδίων καὶ καταστάσεων ποὺ ἀκολουθοῦν ὡς καὶ αὐτὴ τὴν ἔλλαμψη καὶ ἁρπαγή, στὴν ὁποία ὁδηγεῖ ἡ ἴδια αὐτοὺς ποὺ τὴν ἀσκοῦν μὲ ζῆλο –μαρτυρεῖ τὸν βαθμὸ τῆς προαγωγῆς μὲ τὴν δύναμη τῆς Χάριτος, καὶ τῆς κατοχῆς τῶν μυστηρίων καὶ τῶν ἰδιοτήτων τῆς προσευχῆς...
... Σὲ ἄλλη ἐπιστολὴ, ποὺ περιγράφει τὴν ἰδιότητα τῆς προσευχῆς, μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει «τὸν δὲ φωτισμὸν διαδέχονται διακοπὴ τῆς εὐχῆς καὶ συχναὶ θεωρίαι. Ἁρπαγὴ τοῦ νοός, κατάπαυσις τῶν αἰσθήσεων, ἀκινησία καὶ ἄκρα σιγὴ τῶν μελῶν, ἕνωσις Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου εἰς ἕν». Συνεχεῖς ἐμπειρίες του ἦταν ἡ εἰρήνη τῶν λογισμῶν, ἡ συνάντηση μὲ ἄλλον ἀέρα, ἡ «ζωοποιὸς νέκρωση» καὶ γαλήνη τῶν μελῶν, ἡ αἴσθηση λεπτῆς αὔρας, ἡ ἄρρητη εὐωδία, τὸ ἄϋλο, ὑπέρλευκο καὶ ἄκτιστο φῶς. Γι᾿ αὐτὸ συχνὰ μᾶς μιλοῦσε μὲ τέτοιες ἐκφράσεις. Χαρακτηριστικό του ἦταν ἐπίσης ἡ εὐχέρεια νὰ ἑρμηνεύει τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς σὲ ὅλο τὸ στάδιο τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα καὶ ἰδίως στὸ πρακτικὸ μέρος. Αὐτὸ ἦταν ἐπισφράγιση καὶ ἀπόδειξη τοῦ αἰωνίου κύρους τῆς Πατερικῆς παραδόσεως, ποὺ συνεχίζεται καὶ παρατείνεται ἀδιάκοπα καὶ ἀπαραχάρακτα ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες ὡς τὶς ἡμέρες μας.
Τὸν πατρικὸ χαρακτήρα τῆς χαριτωμένης καὶ ἀληθινῆς προσευχῆς τοῦ Γέροντος ἐπισφράγιζε καὶ ἡ κοινωνία του μὲ τὸν πανανθρώπινο πόνο. Νοιώθαμε ὅτι αὐτὸ τὸ ζοῦσε ἔντονα καὶ σχεδὸν διαρκῶς. Πολλὲς φορὲς τὸν βλέπαμε νὰ βυθίζεται ἤρεμα στὸν ἑαυτό του, καὶ φαινόταν ὅτι δὲν ἦταν κοντά μας. Ἀλλοιωνόταν ἡ ἔκφρασή του καὶ μὲ λυπημένο ὕφος ἀναστέναζε ἐλαφρά. «Γέροντα, τί συμβαίνει;», ρωτούσαμε μὲ τὴν νεανική μας περιέργεια. «Κάποιος πάσχει, παιδιά» μᾶς ἔλεγε. Ἡ διαπίστωση γινόταν ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες λαμβάναμε ἕνα γράμμα μὲ τὴν περιγραφὴ κάποιας περιπέτειας. «Πῶς γίνεται, Γέροντα, αὐτοὶ ποὺ προσεύχονται περισσότερο νὰ γίνονται κοινωνικότεροι τῶν ἄλλων;». Γιατὶ βλέπαμε ὅτι αὐτοὶ αἰσθάνονται τὸν πλησίον καὶ κοινωνοῦν μὲ αὐτὸν πρακτικότερα, μολονότι οἱ ἴδιοι εἶναι σχεδὸν κρυμμένοι καὶ ἄγνωστοι. Μὲ τὸ δικό του λεξιλόγιο μᾶς ἀποδείκνυε τότε τὴν καθολικότητα τῆς προσευχῆς, ποὺ εἶναι ὁ κυριότερος φορέας τῆς οἰκουμενικότητος. Μὲ τὴν προσευχὴ πραγματοποιεῖται τελειότερα ἡ ἕνωση μὲ τὸν Θεό, καὶ ἔτσι τὰ πάντα καταλήγουν στὴν Χριστοένωση καὶ Χριστοκοινωνία. Ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὰ θέματα ποὺ «ἔπασχε», ἴσως νὰ μειονεκτοῦσε μερικὲς φορὲς στὴν δυνατότητα ἐκφράσεως. Δὲν μποροῦσε νὰ διατυπώσει πλήρως τὰ πνευματικὰ βιώματά του μὲ τοὺς λεπτοὺς φιλοσοφικοὺς ὅρους τῆς θεολογίας. Μᾶς πληροφοροῦσε ὅμως μὲ λεπτομέρεια γιὰ τὸ κάθε νόημα ποὺ περικλείεται στὸν πνευματικὸ ἀγώνα τῆς ἐν Θεῷ ζωῆς γενικά, ἀλλὰ καὶ εἰδικὰ σὲ ὅ,τι ἀναφέρεται στὴν προσευχή, μὲ ἕναν ἐπαγωγικὸ τρόπο, ποὺ τοῦ ἔδινε ἡ ἐλευθερία τῆς ἐμπειρίας του.
Μᾶς ἔλεγε: «Ἡ μάχη πρὸς τὰ πάθη εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς πορείας πρὸς τὴν καθαρὰ προσευχή. Εἶναι ἀδύνατον νὰ προοδεύσει κάποιος στὴν εὐχή, ὅταν ἐνεργοῦν τὰ πάθη. Στὴν ἀγριότητα τῆς μάχης κατὰ τῶν παθῶν, ἐνῶ ὁ ἀγωνιστὴς πολεμάει μὲ σωστὸ τρόπο καὶ πρόθυμα, συμβαίνει κάποτε νὰ τὸν «ὑποκλέπτουν» τὰ πάθη, εἴτε ἀπὸ ἀπειρία γιὰ τὸ ἄγνωστο εἶδος τοῦ πολέμου εἴτε ἀπὸ ἀδυναμία. Παρόλα ὅμως αὐτά, δὲν ἐμποδίζεται ἡ παρουσία τῆς Χάριτος τῆς προσευχῆς. Ὅταν ὅμως ὁ «ὑποσκελισμός» τῶν παθῶν προέρχεται ἀπὸ ἀμέλεια ἢ ἔχει κάποια κενοδοξία, τότε ἡ παρουσία τῆς Χάριτος εἶναι ἀδύνατη. Ἔπειτα ὁ νοῦς, κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀπαλλαγῆς του ἀπὸ τὰ πάθη, παίρνει διὰ τῆς Χάριτος Θάρρος καὶ δύναμη στὸν πόλεμο κατὰ τῶν λογισμῶν καὶ στέκεται μὲ ἐπιμονὴ στὴν προσευχὴ καὶ γενικότερα στὴν θεωρία τοῦ Θεοῦ».
... Πάμπολλα παραδείγματα στὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων μᾶς πείθουν γιὰ τὴν σωτηρία ἀπὸ ἐπικείμενους ὀλέθρους ἐξαιτίας τῆς προσευχῆς ἐναρέτων ἀνθρώπων. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἐκδηλώνουν οἱ τέλειοι ἐν Θεῷ τὶς δυὸ κύριες ἀρετές τους. Τὴν ἀγάπη καὶ τὴν προσευχή. Ἡ ἀγάπη συνιστᾶ τὴν οὐσία τῆς προσωπικότητος τῶν τελείων, ἐνῶ ἡ προσευχὴ τὸ ἀποδεικνύει.
Ὁ Γέροντας μᾶς ἔλεγε ὅτι σὲ ὅποιον προσεύχεται ἀληθινὰ ἀποκαλύπτεται ἡ αἴσθηση τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον. Καὶ πιὸ συγκεκριμένα, «ὅταν ἡ Χάρις ἐνεργήσει στὴν ψυχὴ τοῦ εὐχομένου, τότε τὸν πλημμυρίζει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ μὴν μπορεῖ ἄλλο νὰ ἀντέξει αὐτὸ ποὺ αἰσθάνεται. Στὴν συνέχεια, στρέφεται ἡ ἀγάπη αὐτὴ πρὸς τὸν κόσμο καὶ τὸν ἄνθρωπο, τὸν ὁποῖο ἀγαπᾶ τόσο, ὥστε νὰ θέλει νὰ πάρει ἐπάνω του ὅλο τὸν ἀνθρώπινο πόνο καὶ τὴν δυστυχία γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ ἄλλοι. Συμπάσχει σὲ κάθε θλίψη καὶ δυσκολία, θλίβεται ἀκόμα καὶ γιὰ αὐτὰ τὰ ἄλογα ζῷα καὶ κλαίει, ὅταν σκεφθεῖ ὅτι πάσχουν! Αὐτὰ εἶναι χαρακτηριστικὰ ἀγάπης, ποὺ τὰ προκαλεῖ καὶ τὰ δραστηριοποιεῖ ἡ προσευχή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὅσοι πρόκοψαν στὴν προσευχὴ δὲν παύουν νὰ εὔχονται ὑπὲρ τοῦ κόσμου. Σὲ αὐτοὺς ἀνήκει καὶ ἡ παράταση τῆς ζωῆς του - ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ φαίνεται παράδοξο καὶ τολμηρὸ - καὶ νὰ ξέρετε ὅτι, ἂν αὐτοὶ ἐκλείψουν, τότε θὰ ἔρθει τὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ κόσμου» .
Ὁ Θεός, ὡς ἡ αὐτούσια Παναγάπη, μεταδίδει καὶ μεταφέρει μέρος ἀπὸ τὴν Παναγαθότητά Του στὰ κτίσματά Του, ὅπως καὶ ὅσο Αὐτὸς γνωρίζει. Αὐτὸ ἔχει ὡς συνέπεια νὰ κάνουν τὸ ἴδιο πράγμα καὶ οἱ θεούμενοι δοῦλοι Του, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐπίκλησή τους μεταδίδουν ἐπίσης τὴν ἀγάπη στὸν κόσμο. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἂν ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ σῶμα, ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ δύναμή του. Καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι μὲ τὴν προσευχὴ κατορθώνεται ἐπιτυχέστερα ἡ ἐκπλήρωση τῆς ἀγάπης σὲ παγκόσμια κλίμακα, ἐκεῖ ὅπου ἀδυνατοῦν οἱ τόσοι ἄλλοι πόροι καὶ τρόποι...
Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής
Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΙΩΣΗΦ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΟΥ ΒΙΟΣ-ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ-«Η ΔΕΚΑΦΩΝΟΣ ΣΑΛΠΙΓΞ» ΨΥΧΩΦΕΛΗ ΒΑΤΟΠΑΙΔΙΝΑ 1
Σχετικά με την ενάρετη ζωή ( Μεγαλο Γεροντικο )
1. Κάποια φορά την ώρα που ο άγιος Αντώνιος προσευχόταν στο κελί του, άκουσε μια φωνή που του έλεγε: «Αντώνιε, δεν έφθασες ακόμη στο μέτρο του τάδε τσαγκάρη που ζει στην Αλεξάνδρεια».
Σηκώθηκε το πρωί, πήρε το βαϊτικο ραβδί του και πήγε να τον βρει. Έφθασε σε κείνο το μέρος και μπήκε στο εργαστήριό του. Εκείνος όταν τον είδε ταράχτηκε. Του λέει λοιπόν ο Γέροντας:
«Μίλησέ μου για τις πράξεις σου». Ο τσαγκάρης είπε: «Δεν ξέρω να έχω κάνει ποτέ κάτι καλό, παρά μόνο, μόλις σηκωθώ το πρωί να καθίσω στο εργόχειρό μου, λέω ότι ολόκληρη η πόλη αυτή, από τον πιο
μικρό μέχρι τον πιο μεγάλο, μπαίνουν στη Βασιλεία του Θεού για τις ενάρετες πράξεις τους και ότι μόνο εγώ κληρονομώ την κόλαση για τις αμαρτίες μου. Το βράδυ πάλι λέω τα ίδια λόγια, πριν κοιμηθώ».
Τ΄ άκουσε αυτά ο αββάς Αντώνιος και είπε: «Αληθινά, σαν καλός χρυσοχόος, ενώ κάθεσαι στο σπίτι, αναπαυτικά κληρονόμησες τη Βασιλεία των Ουρανών. Εγώ όλο μου τον χρόνο τον περνώ στην έρημο, όμως, καθώς δεν έχω διάκριση, δεν σε έφθασα».
5. Κάποτε την ώρα που προσευχόταν ο αββάς Μακάριος στο κελί του, άκουσε μια φωνή που έλεγε:
«Μακάριε, δεν έφθασες ακόμη στα μέτρα των τάδε γυναικών αυτής εδώ της πόλης». Το πρωί ο Γέροντας σηκώθηκε, πήρε το βαϊτικο ραβδί του κι άρχισε να οδοιπορεί για την πόλη. Όταν έφτασε στην πόλη και βρήκε το σπίτι, χτύπησε την πόρτα. Βγήκε η μία και τον υποδέχτηκε στο σπίτι. Αφού κάθισε για λίγο, ήρθε και η άλλη. Τις κάλεσε, κι εκείνες ήρθαν και κάθισαν μαζί του. Τις λέει ο Γέροντας: «Για σας έκανα τόση πορεία και υπέμεινα τόσο κόπο, ώσπου να φτάσω από την έρημο. Πέστε μου λοιπόν την εργασία σας, ποια είναι;» «Πάτερ -του λένε-πίστεψέ μας, δεν είμαστε η καθεμιά μας έξω από την κλίνη του άνδρα της μέχρι σήμερα. Ποια εργασία λοιπόν ζητάς από μας;» Ο Γέροντας έβαλε μετάνοια και τις παρακαλούσε: «Φανερώστε μου το έργο σας». Τότε του λένε: «Εμείς κατά κόσμον είμαστε ξένες μεταξύ μας. Έτυχε όμως να παντρευτούμε δύο αδελφούς κατά σάρκα. Και να, εδώ και δεκαπέντε χρόνια ως σήμερα κατοικούμε σ΄ αυτό το σπίτι και δεν ξέρουμε να φιλονικήσαμε ποτέ ή να αναφερθήκαμε σε αισχρά πράγματα. Μάλιστα, ήρθε στο λογισμό μας να αφήσουμε τους άνδρες μας και να μπούμε στο τάγμα των μοναχών. Πολύ παρακαλέσαμε τους άνδρες μας να μας επιτρέψουν να φύγουμε, αλλά δεν τους πείσαμε. Έτσι, αφού δεν πετύχαμε αυτόν τον σκοπό, κάναμε συμφωνία μεταξύ μας και με τον Θεό, μέχρι τον θάνατό μας να μη βγει από το στόμα μας κανένας κοσμικός λόγος». Όταν τ΄ άκουσε αυτά ο αββάς Μακάριος, είπε: «Αληθινά, δεν υπάρχει παρθένα ή παντρεμένη ή μοναχός ή κοσμικός, ο Θεός την πρόθεση ζητάει και δίνει το Άγιο Πνεύμα σε όλους».
6. Ο αββάς Ποιμήν είπε ότι ο αββάς Αντώνιος είχε πει για τον αββά Παμβώ ότι από τον φόβο του Θεού, που είχε, έκανε το Πνεύμα του Θεού να κατοικεί μέσα του.
7. Είπε ο αββάς Ποιμήν: «Πολλοί από τους Πατέρες μας έγιναν ανδρείοι στην άσκηση, αλλά στη
λεπτότητα των λογισμών ελάχιστοι».
8. Ο ίδιος είπε: «Τρεις σωματικές πράξεις είδαμε στον αββά Παμβώ: Ασιτία κάθε μέρα ως το βράδυ, σιωπή και εργόχειρο».
9. Έλεγαν για τον αββά Ποιμένα ότι αν κάθονταν μπροστά του κάποιοι Γέροντες και μιλούσαν για αββάδες ή ανέφεραν το όνομα του αββά Σισώη, τους έλεγε: «Αφήστε τον αββά Σισώη, τα σχετικά μ΄ αυτόν ξεπερνούν κάθε διήγηση».
17. Έλεγαν για τον αββά Σαρματά ότι πολλές φορές έκανε άσκηση επί σαράντα ημέρες σύμφωνα με τη γνώμη του αββά Ποιμένα, και περνούσαν οι μέρες σαν ένα τίποτε γι αυτόν. Ήρθε ο αββάς Ποιμήν και του λέει: «Πες μου τι έχεις κερδίσει κάνοντας τόσο κόπο». Εκείνος έλεγε: «Τίποτε περισσότερο». Του λέει πάλι ο αββάς: «Δεν θα σ΄ αφήσω, αν δεν μου πεις». Εκείνος είπε: «Ένα μόνο είδα, ότι αν πω στον ύπνο «πήγαινε», πηγαίνει. Και αν πω «έλα», έρχεται».
20. Έλεγαν για τον αββά Ώρ ότι ούτε ποτέ είπε ψέματα ούτε ορκίστηκε ούτε έδωσε κατάρα σε άνθρωπο ούτε μίλησε χωρίς να υπάρχει ανάγκη.
21. Ο ίδιος ο αββάς Ώρ έλεγε στον μαθητή του Παύλο: «Πρόσεχε να μη φέρεις ποτέ σ΄ αυτό το κελί ανάρμοστα λόγια».
22. Έλεγαν για τον αββά Ωρ και τον αββά Θεόδωρο ότι συνήθιζαν αδιάκοπα να βάζουν αρχή για κάθε καλό και να ευχαριστούν τον Θεό.
31. Δύο άνθρωποι συμφώνησαν και έγιναν ασκητές. Έκαναν μεγάλη άσκηση κι έζησαν ενάρετη ζωή. Ο ένας συνέβη να γίνει ηγούμενος κοινοβίου. Ο άλλος παρέμεινε αναχωρητής και φτάνοντας στην τελειότητα της ασκήσεως, έκαμνε μεγάλα θαύματα: γιάτρευε δαιμονισμένους, έλαβε το προορατικό χάρισμα, και αρρώστους θεράπευε. Εκείνος πού από ασκητής έγινε κοινοβιάρχης, όταν άκουσε ότι τόσα χαρίσματα αξιώθηκε να πάρει ο συνασκητής του, απομονώθηκε για τρεις βδομάδες από τους ανθρώπους
και προσευχήθηκε εκτενώς στον θεό να του φανερώσει «πώς εκείνος κάνει θαύματα κι έχει γίνει περιβόητος σ΄ όλους, εγώ όμως σε τίποτε απ΄ αυτά δεν μετέχω». Παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου σ΄ αυτόν και του λέει: «Εκείνος την πνευματική εργασία του μέσα στο κελί την κάνει με στεναγμούς και δάκρυα στον Θεό μέρα και νύχτα, πεινώντας και διψώντας για χάρη του Κυρίου. Εσύ καθώς μεριμνάς για πολλά, έχεις την επικοινωνία με τους πολλούς, έ, σου φτάνει η παρηγοριά των ανθρώπων».
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ΄
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ
ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
Judgement day ( Saint Nektarios of Aegina)
After the end of the General Judgement, the Righteous Judge (God) will declare the decision both to the righteous and to the sinners. To the righteous He will say: "Come, ye blessed of my Father, inherit the Kingdom prepared for you from the foundation of the world;" while to the sinners He will say: "Depart from me, ye cursed, into everlasting fire, prepared for the devil and his angels." And these will go away to eternal hades, while the righteous will go to eternal life. This retribution after the General Judgement will be complete, final, and definitive. It will complete, because it is not the soul alone, as the Partial Judgment of man after death, but the soul together with the body, that will receive what is deserved. It will be final, because it will be enduring and not temporary like that at Partial Judgement. And it will be definitive, because both for the righteous and for the sinners it will be unalterable and eternal.
Saint Nektarios of Aegina
Our Guardian Angel
"An Angel of peace, a faithful guide and guardian of our souls and bodies let us ask of the Lord," we pray during services. The Orthodox Church believes every child receives from God a Guardian Angel. The Lord Jesus Christ said: "See that you do not despise one of these little ones; for I tell you, their angels in heaven always behold the face of My Father in heaven" (Matthew 18:10).
The Blessed Augustine writes, "The angels, with great concern, and with untiring eagerness, reside with us at every hour and in every place. They help us, they foresee our needs, serve as mediators between God and ourselves, lifting up to Him our groans and sighs … Accompanying us in all our travels, they go in and out with us, attentively watching if we deport ourselves with piety and honor among the evil species, and with what effort do we seek the Kingdom of God." A similar thought is expressed by Basil the Great, "With every believer there is an angel, which, as a child's leader and pastor, directs his life." And in confirmation of this he quotes the Psalm that says about God that "He commands His angels regarding you to guard you in all your paths … The angel of the Lord encamps all around those who fear Him, and delivers them" (Psalm 91:11, 34:7). Bishop Theophan the Recluse instructs in one of his letters, "We must remember that we have a Guardian Angel and turn to him in our thoughts and heart. This is good during peaceful times and especially so during turmoil. When such contact with the angel is missing, he has no means of influencing us. For example, if one approaches quicksand or an abyss, and has plugged his ears and closed his eyes, how can anyone help him?"
Thus should a Christian remember his good angel, who for the span of all his life concerns himself with him, rejoicing in his spiritual achievements, and grieves over his downfalls. When a person dies, the angel takes his soul to God. Having found itself in the spirit world, according to many accounts, the soul recognizes its Guardian Angel.
The following is a short morning prayer to the Guardian Angel (from the Russian prayer book):
Angel of God, my holy protector, given to me from heaven by God for my protection, I fervently beseech you: enlighten me and preserve me from all evil, instruct me in good deeds and direct me on the path of salvation. Amen.
Wednesday, September 10, 2014
Πως πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό (Αγιος Πορφύριος)
Μια άλλη μέρα ερωτώ το Γέροντα πως πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό και μου λέει:
«Η αγάπη μας προς το Θεό, παιδί μου, πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη και χωρίς να υπάρχει καμιά διάσπαση σε άλλα πράγματα.
Σου φέρνω σαν παράδειγμα το εξής: O άνθρωπος μοιάζει να έχει εντός του μια μπαταρία με ορισμένη ενέργεια. Όταν αυτή την ενέργεια την ξοδεύει σε άλλα διάφορα πράγματα εκτός της αγάπης προς τον θεό, η ενέργεια που απομένει μέσα του γι’ Αυτόν είναι ελαχίστη και ίσως πολλές φορές μηδαμινή. Όταν όμως διαθέτουμε όλη μας την ενέργεια προς τον Θεό, τότε η αγάπη μας είναι μεγάλη προς Αυτόν.
Σου λέω και τούτο το άλλο.
Ήταν μια φορά μια κοπέλα που είχε ερωτευθεί πάρα πολύ ένα νέο, που τον έλεγαν Νίκο. Αυτή που λες, σηκωνόταν κάθε νύκτα και κρυφά από τους δικούς της, πηδούσε το παράθυρό της και πήγαινε ξυπόλητη μέσα απ’ τα χωράφια που υπήρχαν αγκάθια για να συναντήσει τον αγαπημένο της ματώνοντας τα πόδια της. Όταν επίσης γύριζε στο σπίτι της και καθόταν μέσα, πάντοτε ο Νίκος της ήταν εδώ, και μου έδειχνε το μέτωπό του. Ό,τι δουλειές και να έκανε, ο Νίκος της εδώ, και μου ξανάδειχνε το μέτωπό του. Έτσι πρέπει και συ, παιδί μου, να δίνεις όλη σου τη δύναμη στο Θεό και ο νους σου να είναι πάντα σ’ Αυτόν, γιατί έτσι του αρέσει».
Αγιος Πορφύριος
http://www.gerontas.gr
The devil does not hunt after those who are lost (Elder Paisios)
Elder Paisios teaches: "The devil does not hunt after those who are lost; he hunts after those who are aware, those who are close to God. He takes from them trust in God and begins to afflict them with self-assurance, logic, thinking, criticism. Therefore we should not trust our logical minds. Never believe your thoughts.
Elder Paisios
Tuesday, September 9, 2014
10 Ways Orthodox Parents Set Children Up for Moral Failure

Life gets busy and we don’t step back enough to see what we might be doing as parents to hurt our children’s spiritual growth. Being an intentional Orthodox Christian parent is hard work…but it’s worth it. We have a legacy of faith, wisdom and experience we can pass on to our kids if we pay attention. But if we don’t—we could cause more harm than good.
1. Buying them smartphones. People look at us like we’re freaks, but my husband and I refuse to buy smartphones for our kids. Not only are they expensive, but they allow unsupervised access to the internet, among many other faults. Some parents trick themselves into believing their kids will use internet on their smartphones for “educational” purposes. Yeah right. Don’t fool yourself. The internet, like the TV, is the devil’s playground when it’s not properly supervised. Your job as a parent is to protect your child’s innocence as long as possible. There’s a whole lot of nasty garbage out there that puts thoughts and ideas into their heads that they don’t need. Right now, their souls are like flowers just barely beginning to bloom. Don’t kill that spiritual growth with the world’s evils. And texting? Really, why do kids need texting? Have you looked around lately at all the kids glued to their phones because they’re so hooked on them they can’t put them down. Geez, don’t assist them in losing their childhood. Let kids be kids. Unplug them now because they don’t know how and they need your help.
2. Unsupervised computer use without parental controls. As with smartphones, the internet is full of temptations kids don’t have the ability to deal with. Statistics show the average nine year old has already been exposed to porn on the net.
Do not put a computer in their room. And if there already is one in there, take it out and put it in a prominent area of your home. Seriously, this is their innocence and their soul we’re talking about here. Our kids work on the computer in our family room where the screen is in our view. They can’t log in without our passwords, and we also have them keep to a two-hour computer time limit (which the American Academy of Pediatrics recommends) with breaks in between. Then, we send them outside to get fresh air and to do what kids are supposed to do—play.
3. Encouraging dating in early teen years. We’re pushing off dating as long as possible. Why? I don’t believe putting kids in tempting situations is good for them. Just because you may have dated at an early age and survived doesn’t mean they will. STD’s are at an all-time high. Early intimate relationships also increase risk of depression and suicide. They are still growing and learning about life. Doing things adults do in relationships is not only dangerous, but it’s a heck of an emotional load to put on a kid. They’ve got enough to worry about with homework, sports and college. You might think it’s cute, but when your child ends up telling you they’re pregnant or they have Herpes—it’s not so cute.
4. Being lax about prayer and going to church. In a world where the word religion is looked at as a bad word, and kids are being told rules don’t matter anymore—church is desperately needed. We do not pray enough. Our kids need to see us pray, and they need to see us make church a priority. And what if they tell you they don’t want to go? Go anyway. You’re the parent. Kids need structure, and they need to see you as an example of someone who strives to put God first, before everything else.
5. Not talking about the issues they face. Just because they act like everything is okay doesn’t mean it is. It’s crucial to connect with your kids every day. Show you care by asking about their day and actually listening to them. Take them out for dessert or to a coffee shop for one-on-one time. Ask their opinion on things with school, their teachers, friends, church—whatever. Help them by offering a non-judgmental, loving example of the Church’s viewpoint on current issues. Kids are confused today because the world is telling them so many things are okay that the church is saying are not. You can be the voice of reason and sanity for them, and by showing them respect and listening—they’re more likely to hear you.
6. Paganizing Christianity. Some things just aren’t Christian, no matter how you try to make them that way. While it’s great to have healthier alternatives, we can’t Christianize everything. Sadly, public school dances in many schools have now become a showcase of blatant immorality. My jaw almost dropped to the floor when my teenage daughter told me her junior high school’s dance last year included lap dancing and pole dancing. Then she mentioned later that “grinding” was rampant, and the punch got spiked. Huh? Yes, that’s right. Because the parent chaperones were afraid to say something, the kids got away with it. Throw in oversexualized lyrics, peer pressure, hormones and brains that haven’t grown completely—and you get a recipe for disaster. Come up with your own ways to celebrate that don’t include being immoral. This year, to substitute for a school dance, we’re looking at renting a boat and having our kids invite a friend to come along. We don’t mind spending a little money to give our kids a fun time with friends. Why waste a miserable night chaperoning a dance when our kids could have a better, cleaner time doing something fun with friends?
7. Too much freedom. It blows me away how many parents don’t know where their kids are these days. First of all, friends are important, but it’s the family that sticks around for the long haul. Parents should not feel embarrassed to require their kids to be home for dinner and to know their whereabouts. And no, I don’t drop my kids off at the mall. What good things happen at the mall anyway? Involve them in church youth groups and volunteer organizations and sports, but be careful how much time they spend wandering aimlessly with friends who might not always be the best influence. Don’t let them back you in a corner. It’s okay to put your foot down and say no on some of their activities. As long as they know you love and respect them, they will eventually understand ( it might be when they’re 30, but they will thank you later).
8. Ignoring the value of hard work. Do your kids do regular chores? If not, why not? You are robbing them of valuable opportunities that will raise their self-esteem and help them learn skills they will use all their life. Aside from that, they live in your house, and you are not a maid. Enough said.
9. Not teaching them manners. The other day, two teenage boys walked into a door in front of me and let the door swing back in my face. They just kept talking and didn’t even look back. I can hold a door open myself just fine, but I think it’s a good thing to teach teen boys and girls to look out for the person behind them. Teach them to say excuse me when they bump into someone or walk in front of them. Kids today could really use a lesson in manners. You will do the world a lot of good to teach them to respect and honor others like our faith teaches.
10. Money doesn’t grow on trees. One day, they will be on their own and will need to know how to pay bills. Teach them at an early age that doing work is how they get money. Have them do jobs to earn their spending money. Teach them to tithe 10% to charity, like the Bible teaches, and show them how to invest. Proverbs has a lot of great verses to show kids the importance of being wise with finances and planning ahead. There is a time to give money to kids, but be careful. Many kids are getting money way too easily, without understanding its value.
There isn’t a blueprint out there for how to raise morally aware kids, in an increasingly immoral world. But there is hope. We have more power than we realize.
Remembering that we have the church to guide us, and Orthodox Christian friends and family who are going through the same thing, helps.
It’s so important that we do the hard things sometimes, and step up to the plate. Our kids need us to be strong and guide them to the right thing.
http://myocn.net/10-ways-orthodox-parents-set-children-up-for-moral-failure/
Η χαριτωμένη υπακοή ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )

Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα–σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς. Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι’ αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι’ αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.
Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης
How the monks make kollyva on the Holy Mountain
On the Holy Mountain, the abbots of the last hundred years are commemorated, as well as the priests and monks of the last thirty. Kollyvo is made every time an icon is placed in the church for veneration. Every Saturday, however, the departed are remembered unless it’s the return of a feast of the Lord. It’s a little, zinc plate of boiled wheat which is placed under the icon of Christ.
The kollyvo for a feast requires real confectionary and iconographical skills. Normally, on the surface there’s an icon of the founder or the saint who the honored in the main church is named after, for example, Saint Athanasios the Athonite in the Great Lavra or the Annunciation in the Monastery of Vatopaidi.
Ordinary kollyvo is made as follows: they place crushed wheat into water to make it expand. Then they put it into a container of cold water and bring it to the boil. After half an hour, they pour off the water and add fresh, boiling it again until the wheat is soft and the liquid opaque. A little salt is added. They pour off the liquid, with the addition of sugar and cinnamon. They wash the wheat in cold water to stop it sticking and spread it out to dry. Two or three hours before the Divine Liturgy, the monk whose obedience it is, takes a handful of fine breadcrumbs and adds it to the kollyvo to soak up any moisture, so that it’s completely dry. Afterwards he’ll sieve it to get rid of the breadcrumbs. The wheat’s now ready. He spreads it out and sprinkles sugar on top (not caster sugar, but ordinary) and makes a cross with sugar colored with cinnamon. If he wishes, he can also add ground hazelnuts at an earlier stage in the process.
The kollyvo for a feast has ground walnuts added, as well as cloves and cumin. Some monasteries use ground hazelnuts (carefully peeled of their skins) instead of walnuts and cinnamon instead of cloves.
For the icons on the surface of the kollyvo, they take the wooden end of a fine artist’s brush and press the shape on the sugar from the anthivolo (a copy or template). In this way, they fill in the clothes, face and hair with different-colored sugars.
Ordinary kollyvo is the normal sweet for monks in a coenobium and is distributed in the refectory at the end of the meal. The Russians on the Holy Mountain make kollyvo not with wheat, but with rice, as is the custom in Russia. Smyrnakis noted that this was the case not only in the Monastery of Saint Panteleïmon, but also in the Russian sketes and cells, as well.
http://pemptousia.com/2014/08/how-the-monks-make-kollyva-on-the-holy-mountain/
Monday, September 8, 2014
Μόνο Αυτός χρωστάει χάρη όταν Του ζητάμε... ( Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )
Πόσο μεγάλο καλό είναι η συνεχής προσευχή, το μαθαίνουμε από τη Χαναναία εκείνη του Ευαγγελίου, που δεν σταματούσε να κραυγάζει: «Ελέησέ με, Κύριε!» (Ματθ. 15:22).
Κι έτσι, αυτό που αρνήθηκε ο Χριστός στους αποστόλους, τους μαθητές Του, το πέτυχε εκείνη με την υπομονή της. Ο Θεός, βλέπετε, προτιμά για τα δικά μας ζητήματα να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι, που είμαστε και υπεύθυνοι, παρά να Τον παρακαλούν άλλοι για λογαριασμό μας. Όταν έχουμε την ανάγκη ανθρώπων, χρειάζεται και χρήματα να δαπανήσουμε και δουλόπρεπα να κολακέψουμε και πολύ να τρέξουμε. Γιατί οι άρχοντες του κόσμου τούτου όχι μόνο δεν μας δίνουν εύκολα ό,τι τους ζητάμε, αλλά συνήθως ούτε καν να μας μιλήσουν δεν καταδέχονται.
Πρέπει πρώτα να πλησιάσουμε τους ανθρώπους που είναι κοντά τους -υπηρέτες, γραμματείς, υπαλλήλους κ.ά- και να τους καλοπιάσουμε, να τους εκλιπαρήσουμε, να τους προσφέρουμε δώρα. Έτσι θα εξασφαλίσουμε τη μεσολάβησή τους στους αρμόδιους αξιωματούχους, για το διακανονισμό της όποιας υποθέσεώς μας.
Ο Θεός, απεναντίας, δεν θέλει μεσολαβητές. Δεν χρειάζεται να Τον παρακαλούν άλλοι για μας. Προτιμά να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι. Μας χρωστάει χάρη, μάλιστα, όταν του ζητάμε ό,τι έχουμε ανάγκη. Μόνο Αυτός χρωστάει χάρη όταν Του ζητάμε, μόνο Αυτός δίνει εκείνα που δεν Του δανείσαμε. Κι αν δει ότι επιμένουμε στην προσευχή με πίστη και καρτερία, πληρώνει δίχως να απαιτεί ανταλλάγματα. Αν, όμως, δει ότι προσευχόμαστε με νωθρότητα, αναβάλλει την πληρωμή· όχι γιατί μας περιφρονεί ή μας αποστρέφεται, αλλά γιατί, όπως είπα, με την αναβολή αυτή μας κρατάει κοντά Του. Αν, λοιπόν, εισακούστηκες, ευχαρίστησε το Θεό. Αν δεν εισακούστηκες, μείνε κοντά Του, για να εισακουστείς. Αν, πάλι, Τον έχεις πικράνει με τις αμαρτίες σου, μην απελπίζεσαι.
Όταν πικράνεις έναν άνθρωπο, αλλά στη συνέχεια παρουσιάζεσαι μπροστά του και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ, ζητώντας ταπεινά συγχώρηση, δεν θα κερδίσεις τη συμπάθειά του; Πολύ περισσότερο θα κερδίσεις τη συμπάθεια του ανεξίκακου Θεού, αν και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ και κάθε ώρα επικαλείσαι την ευσπλαχνία Του με την προσευχή.
Ας τ' ακούσουν όλα αυτά όσοι προσεύχονται με ραθυμία και βαρυγγωμούν, όταν ο Κύριος αργεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Τους λέω: "Παρακάλεσε το Θεό!". Και μου απαντούν: "Τον παρακάλεσα μια, δυο, τρεις, δέκα, είκοσι φορές, μα δεν έλαβα τίποτα". Μη σταματήσεις, ώσπου να λάβεις. Σταμάτησε, όταν λάβεις. Ή μάλλον, ούτε και τότε να σταματήσεις την προσευχή. Πριν λάβεις, να ζητάς. Και αφού λάβεις, να ευχαριστείς!
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
πηγη: http://1myblog.pblogs.gr/2014/06/mono-aytos-hrwstaei-harh-otan-toy-zhtame.html
On cultivating love (Elder Paisios )
Those who wish others to provide for them but offer nothing in return, are constantly asking things from God without giving anything to Him, not even their sins (by repentance). Such people are completely estranged from God and deliver themselves of their own accord into the hands of the manslayer (the devil). Because they have only cultivated love for their own selves, it follows that great anguish will then develop in them and that they will suffer hell, in part, already in this life.
Elder Paisios
Sunday, September 7, 2014
My dear Mother, Panagia ( Elder Joseph the Hesychast )
All the saints wrote many praises to our Panagia. But I, the poor one, have found no words more elegant or sweet to describe her, than to cry out to her at every moment: '' My dear Mother! My dear,
sweet Mother! When my soul departs may it come into thy hands, and through them may it be given to its Creator, thine Only-begotten Son.
Elder Joseph the Hesychast
Ο Γέρο Υπάτιος ο Γρηγοριάτης
… Δέν μπορῶ νά μή μνημονεύσω καί τόν Γέρο ῾Υπάτιο, γιά νά γνωρίσουν οἱ μεταγενέστεροι καί αὐτοῦ τήν μεγάλη προσωπικότητα. Γεννήθηκε στό χωριό Κοσμᾶς τῆς Κυνουρίας τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας τό 1892. Τό ὄνομά του ἦταν Γεώργιος Ρόρης τοῦ Δημητρίου. Στήν νεανική του ἡλικία ἔφυγε γιά τήν Ἀμερική νά εὕρῃ καλλίτερη ζωή. ῾Ο πόθος του ὅμως γιά μοναχική ἀφιέρωσι τοῦ κατέτρωγε τά στήθη καί τέσσαρες φορές πηγαινοερχόταν Ἀμερική-῾Ελλάδα. Τήν τελευταία φορά ἔμεινε στήν Ἀμερική μόνον 13 ἡμέρες.
Ἐκεῖ μέ κάποιο θεῖο του εἶχαν ζαχαροπλαστεῖο, καί ἔβγαζαν ἀρκετά χρήματα. ῞Οταν λοιπόν ἔμαθε ὁ θεῖος του, ὅτι ὁ Γιῶργος, θά φύγῃ καί πάλι γιά τήν ῾Ελλάδα, χωρίς νά ὑπάρχουν ἐλπίδες ὅτι θά ξαναγυρίσῃ, δέν τοῦ ἔδινε χρήματα γιά τό ταξείδι καί συνεχῶς τοῦ προκαλοῦσε ἐμπόδια. ῾Ο Γιώργης ὅμως δέν κάμπτετται εὔκολα, καί ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ δέν τόν ἐγκαταλείπει. Πηγαίνει στό λιμάνι καί εὑρίσκει τόν πλοίαρχο ἑνός πλοίου πού ἔφευγε σέ λίγο γιά τήν ῾Ελλάδα. Τότε τά ταξείδια στό ἐξωτερικό ἦταν ἐλεύθερα καί δέν χρειαζόταν διαβατήρια καί ἄλλες διαδικασίες. Παρακαλεῖ τόν πλοίαρχον λοιπόν, νά τόν πάρη μαζί του καί σ᾿ ὅλο τό διάστημα μέχρι τήν ῾Ελλάδα, θά ἐργασθῇ μέσα στό πλοῖο του, ὡς μάγειρος καί ζαχαροπλάστης. ῾Ο πλοίαρχος, ὄχι μόνον μέ ἐνθουσιασμό τόν ἐπῆρε, ἀλλά καί τόν εὐγνωμονοῦσε γιά τά καλά φαγητά καί γλυκά πού παρασκεύαζε γιά τούς ταξειδιῶτες καί τό προσωπικό.
῞Ενα ἀπογευματάκι, κουρασμένος ὁ Γιώργης ἀπό τήν κουζίνα καί τούς καπνούς ὅπου ἐδούλευε μέσα στήν καμπίνα τοῦ πλοίου, βγῆκε γιά λίγο ἔξω νά πάρῃ τόν ἀέρα του. ῾Οπότε στήν πλώρη τοῦ πλοίου βλέπει ἕνα παράξενο φαινόμενο. Δύο κουτσουνούριδες δαίμονες νά παίζουν τραμπάλα καί νά γελοῦν σαρκαστικά. Τά πρόσωπά τους ἦταν κατάμαυρα καί προκαλοῦσαν ἀηδία στόν νεαρό Γιώργιο. Αὐτός ὅταν τούς εἶδε, κατάλαβε ὅτι ἤθελαν νά τοῦ προκαλέσουν τήν περιέργεια καί κάποιο κακό ἴσως νά τοῦ κάνουν. Ἀρχίζει τούς Χαιρετισμούς τῆς Θεοτόκου, διότι τούς ἤξερε ἀπό στήθους, καί οἱ φαινόμενοι τραμπαλίστες ἔγιναν ἄφαντοι.
῞Οταν ἔφθασε στόν Πειραιᾶ, χωρίς ἀργοπορία, ἔβαλε σέ ἐφαρμογή τό σχέδιό του, νά γίνῃ μοναχός καί μάλιστα ἀσκητής καί ἐρημίτης. Ἐπῆρε λοιπόν στό χέρι δύο καρβέλια ψωμί καί μιά κουβέρτα στήν πλάτη καί ἀνεχώρησε γιά τό βουνό ῾Υμηττός. Εὑρῆκε μιά σπηλιά καί ἐκεῖ ἀναπαύθηκε. ῎Αλλο πρόβλημα δέν εἶχε ἀπό τά ἐπίγεια, παρά τό πῶς θἀ ἐξοικονομῇ τό ψωμί του, γιατί ὁ τόπος ἐκεῖ ἦταν ἄνυδρος καί τελείως βραχώδης. Εἶδε ἀπό μακρυά ἕνα τσοπάνη, πού σέ ἐκεῖνα τά μέρη ἔβοσκε τά γιδοπρόβατά του. Πρόλαβε ἀπό μακρυά καί τοῦ μίλησε ὁ τσοπάνης.
-Τί κάνεις ἐδῶ βρέ καλόπαιδο;
-Τίποτε δέν κάνω.
-Πῶς δέν κάνεις τίποτε ἀφοῦ σέ βλέπω ἐδῶ, φαίνεται γιά κάποιο σκοπό ἦλθες. Μήπως θέλεις νά κλέψῃς καμμιά γίδα ἤ κρύβεσαι νά ἀποφύγῃς τήν ἀστυνομία, γιά κανένα κακό πού ἔκαμες;
-῎Οχι, τίποτε ἀπ᾿ ὅλα αὐτά πού λέγεις. ῏Ηλθα νά γίνω Καλόγερος.
-Μά ἐδῶ δέν ὑπάρχουν Μοναχοί καί Μοναστήρια. Τί θά κάνῃς ἐδῶ μόνος σου;
-Καί ποῦ πρέπει νά πάω γιά νά μονάσω;
-Θά πᾶς στό ῞Αγιο ῎Ορος. Ἐκεῖ ὑπάρχουν πολλοί Μοναχοί καί Μοναστήρια. Ἐκεῖ νά μείνῃς καί σέ κοινόβιο Μοναστήρι.
-Δέν ξέρω ποῦ εὑρίσκεται καί πῶς θά φθάσω ἐκεῖ;
-Ἐγώ θά σοῦ δείξω καί θά σέ διευκολύνω νά φθάσῃς ἐκεῖ.
Πράγματι ὁ δοῦλος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ὁ ἀγαθός Γεώργιος, μέ τά τότε δύσκολα συγκοινωνιακά μέσα, ἔφθασε στό ῞Αγιο ῎Ορος. Στίς Καρυές τόν συνήντησε ὁ Γέρο Στέφανος, ἀντιπρόσωπος τῆς Μονῆς μας τότε στήν ῾Ιερά Κοινότητα, καί τόν ἔφερε στό Μοναστήρι.
῏Ηλθε σέ ἡλικία 28 ἐτῶν. Ἀπό τήν ἀρχή διακρίθηκε γιά δύο μεγάλα χαρίσματά του. Μάγειρος καλός καί καλλίφωνος Ψάλτης. Ἐγνώριζε τήν μαγειρική καί τήν Ψαλτική τέχνη ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά ἐδῶ τίς τελειοποίησε. Διακρίθηκε καί ὡς ἄριστος καλλιγράφος. Πολλές Ἀκολουθίες τῆς Μονῆς μας μέ τίς ὡραῖες εἰκόνες ἀπό τήν φύσι καί τήν μοναχική παράδοσι, εἶναι δικά του ἔργα, πού κυριολεκτικά ἀπαθανάτισαν τό ὄνομά του στήν μνήμη τῶν Πατέρων καί τήν ἱστορία τῆς Μονῆς μας. Ἐργάσθηκε μέ φιλότιμο σ᾿ ὅλα τά διακονήματα τῆς Μονῆς. Ἐξελέγη προϊστάμενος καί ὑπηρέτησε ὡς ἐπίτροπος, ἀντιπρόσωπος καί ἐπιστάτης πολλές φορές. ῾Ως πρός τόν χαρακτῆρα του, ἦταν μερικές φορές ἀπότομος, ἀλλά στά πνευματικά του καθήκοντα εὐλαβής καί φιλακόλουθος.
Στίς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, ἤμουν καί ἐγώ ἄρρωστος στό νοκομεῖο. ῾Ο γιατρός μέ εἶχε βάλει σέ ἄλλο δωμάτιο, νά εἶμαι μόνος μου, διότι μέ ἐνωχλοῦσαν τά βογγητά καί οἱ πόνοι τῶν ἄλλων ἀσθενῶν. Τήν τελευταία του νύκτα ὁ Γέρο ῾Υπάτιος μοῦ λέγε: «῎Ελα νά μείνῃς μαζί μου αὐτό τό βράδυ, πάτερ ῾Ησύχιε». Δέν μοῦ ἐπιτρέπει ὁ γιατρός, λόγῳ τῆς ἀσθενείας μου, Γέρο ῾Υπάτιε.
-῎Ελα καί ἔχω κάτι πολύ σπουδαῖο νά σοῦ πῶ.
Ἐγώ ὅμως δέν ἐπῆγα καί ἔτσι ποτέ δέν ἔμαθα τί ἤθελε νά μοῦ ἀποκαλύψη ὁ εὐλογημένος αὐτός ἀδελφός. Τήν ἄλλη ἡμέρα τό πρωῒ, εἶχε παραδώσει τήν ψυχή του στά χέρια τοῦ Κυρίου. Αἰωνία του ἡ μνήμη. Τήν εὐχή του νά ἔχουμε. Τελειώθηκε ἐν Κυρίῳ στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς μας στίς 5 Φεβρουαρίου 1965 σέ ἡλικλία 73 ἐτῶν.
Μαρτυρία του Γέροντα Ησύχιου Γρηγοριάτη (1896-1999)
Πηγές:anavaseis.blogspot.gr- agioritikesmnimes.blogspot.gr
Unceasing prayer ( Elder Siluan )
Unceasing prayer derives from love and is lost through passing judgment, idle talk and intemperance. Whoever loves God might think about Him day and night, because no activities can stand in the way of loving God. The Apostles loved God and the world did not stand in their way, though they understood the world, and prayed for it, and preached.
Elder Siluan
Saturday, September 6, 2014
Να μην διαλύσεις τον γάμο σου ( Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης )
Να μην διαλύσεις τον γάμο σου....
Την γυναίκα δεν την χωρίζουν εύκολα. Αυτή σου την έδωσε εσένα ο Θεός, να υποφέρεις μαζί της.
Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
Showing your love ( Elder Paisios )
To some people your love will be expressed with joy and to others it will be expressed with your pain. You will consider everyone your brother or your sister, for we are all children of Eve (of the large family of Adam, of God).
Then, in your prayer you will say: ‘My God, help those first who are in greater need, whether they are alive or reposed brothers in the Lord.’ At that point, you will share your heart with the whole world and you will have nothing but immense love, which is Christ."
(Elder Paisios of Mount Athos, Epistles, p. 50).
Friday, September 5, 2014
Περί λειτουργίας των πνευματικών νόμων ( Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής )
Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες πού επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρο μας τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλην ευχέρεια και ταχύτητα, αφού εμείς ετοιμάζαμε το ξύλο. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι πού του χτίσαμε μακρύτερα από μας, κι εμείς πηγαίναμε να τον βρούμε το μεσημέρι και μετά φεύγαμε ο καθένας μόνος του.
Το μέρος εκεί ήταν απόμερο και ήσυχο, αλλά ήταν πιο εκτεθειμένο στους καιρούς. Έτσι, το κρύο ήταν περισσότερο, ώσπου τον πείσαμε να του βάλουμε λίγη θέρμανσι με καμμιά σόμπα. Πήρα, εγώ ο ευτελής, τα μέτρα και ετοίμασα τα υλικά, για να την φτιάξω με λαμαρίνα απ'; έξω και μέσα χτιστή με πηλό. Ετοιμάστηκα για την επομένη, όπως του έταξα αποβραδίς, και το πρωί μάζεψα τα εργαλεία μου και τα υλικά και πήγα κάπου εκεί κοντά να την φτιάξω και να την τοποθετήσω μετά. Έβαλα μετάνοια, όπως πάντα, και άρχισα με καλό καιρό, γιατί δούλευα έξω στο ύπαιθρο.
Μόλις μέτρησα και έκοψα τα εξαρτήματα και άρχισα να δουλεύω, χάλασε απότομα ο καιρός. Μετά, εύρισκα μια παράξενη δυσκολία σε ο,τιδήποτε και αν επιχειρούσα να κάμω. Φυσούσε ένας παράξενος αέρας, πού δεν είχε κατεύθυνσι προς κανένα σημείο, μόνο σήκωνε τα πάντα κατ'; επάνω μου και μου 'φερνε στο πρόσωπο ο,τιδήποτε βρισκόταν στον τόπο: λαμαρίνες, σανίδες, παλιόχαρτα και άμμο. Παραδόξως μου έφευγαν τα εργαλεία και κατρακυλούσαν μακριά χωρίς λόγο, διότι ο τόπος δεν ήταν παντελώς κατωφερής. Τα καρφιά στράβωναν χωρίς λόγο, με την παραμικρή πίεσι, έσπαζαν τα τρυπάνια, άλλαζαν τα σχέδια μου, πού τα είχα μετρημένα και κομμένα με ακρίβεια.
Στην αρχή δεν υπελόγισα τίποτε και βιαζόμουν να επαναφέρω τα πράγματα στην ταξί και να συνεχίσω. Σε λίγο όμως το πράγμα έγινε πολύ αισθητό, ότι κάτι συνέβαινε. Σταμάτησα λίγο όμως, γιατί είχα κατασυντρίψει κυριολεκτικά και όλα μου τα δάχτυλα, και μια παράξενη ταραχή μέσα μου, μου προκαλούσε οργή, σύγχυσι, ανυπομονησία. «Περίεργο πράγμα, λέω, κάτι συμβαίνει»! Εν τω μεταξύ και ο καιρός επεδεινώθη, πού με ανάγκασε να διακόψω, και πήγα στον Γέροντα. Αυτή η κατασκευή απαιτούσε δυο με τρεις, το πολύ, ώρες δουλειά και πέρασαν περισσότερο από έξι ώρες, χωρίς να έχω κάνει τίποτα.
Τότε θυμήθηκα κάτι πού μου είχε πη ο Γέροντας το πρωί, όταν ξεκίνησα, και δεν το έλαβα υπ' όψι. «Άντε να δούμε, μου είχε πη, θα κάμης τίποτε σήμερα;». Εγώ δεν έδωσα σημασία στο νόημα αυτών των λέξεων, αλλά σκέφτηκα πώς το είπε για να με ταπείνωση ίσως, γιατί ήξερα αυτή τη δουλειά. Μάλιστα φιλοδοξούσα να τελειώσω και συντομώτερα καν επιτυχέστερα, για να τον αναπαύσω, και με την κρυφή χαρά πώς μας επέτρεψε να του βάλωμε θέρμανσι και αυτό θα το έκανα μόνος μου εγώ!
Πήγα, λοιπόν, του χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξε. Μόλις με είδε ταραγμένο, άρχισε να γελάη.
«Γέροντα, λέω, τι συμβαίνει εδώ; και γιατί μου είπες το πρωί σαν πρόρρησι, αν τελειώσω';; Αφού ξέρεις πώς για μένα τούτο ήταν παιχνίδι». «Εσύ τι συμπέρανες πώς ήταν», μου είπε χαριεντιζόμενος. «Πειρασμός, του είπα, σατανική ενέργεια». «Αυτό ήταν, μου απάντησε. Και άκουσε να μάθης το φαινόμενο σε σένα μυστήριο. Το βράδυ στην προσευχή μου, όταν τελείωσα και ήθελα να ησυχάσω, είδα τον σατανά και απειλούσε να μου κάμη εμπόδια και πειρασμό στην απόφασί μου, πού είχα προγραμματίσει. Κι εγώ είπα στον Χριστό μας- 'Κύριέ μου, μη τον εμπόδισης, για να του δείξω πώς σε αγαπώ και θα υπομείνω το κρύο, όσο επιτρέψης Εσύ'. Και αυτός ήταν ο λόγος, παιδί μου, πού έγιναν όλα αυτά, για να μην έχω σύντομα θέρμανσι, καθώς σεις επιθυμούσατε να μου ετοιμάσετε».
Εγώ, ο μάρτυς αυτού του δράματος, όταν άκουσα αυτή την λεπτομέρεια και τα μυστήρια της κρυπτής προνοίας, με τα οποία λειτουργεί ο πνευματικός νόμος, έμεινα κατάπληκτος και εν σιωπή μονολογούσα· «Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον και δόξαν των θαυμάσιων Σου»! Το γεγονός αυτό με βοήθησε να καταλάβω τη δύναμι του λόγου των Γερόντων, πού κατά τον αββά Ποιμένα και τον αββά Δωρόθεο- κρύβουν μέσα τους δύναμι και ενέργεια της χάριτος, σαν δείγμα της προσωπικής των καταστάσεως και πείρας.
Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής
Why prayer is important for the family ( Elder Paisios )
Geronta, should the entire family do compline together at night?
The older family members should motivate the youngsters with their solemnity. They should do compline and say to the small children: “If you want, stay a little while.” When the children are somewhat bigger they can have a rule—for example, fifteen minutes for the older ones, and two to five minutes for the small children—then after their rule, as much as they want. If the parents make them stay for all of compline they’ll resent it. Parents shouldn’t pressure their children because they don’t yet understand the power and value of prayer.
Parents, you could say, are able to eat beans and meat: hearty food. But when a little child is still only drinking milk, should they tell him to eat meat because it is strengthening? Maybe it is more strengthening, but the poor thing can’t even digest it. That’s why starting out they should give him little pieces of meat and broth, so that he’ll want more.
Geronta, sometimes even the adults are so tired in the evening that they aren’t able to do compline.
When adults are very tired or sick they should say half of compline or at least one “Our Father.” They should not completely bypass prayer. In wartime if you end up on a hill in the evening, surrounded by enemies, you let out a few shots to frighten the enemy, so they will not attack. Adults should also let out a few shots so as to scare the little demons away.
Prayer has great power within the family. I know two siblings who not only kept their parents—who had a big problem between them—from separating, but even caused them to be more in love. With us my father said: “You don’t know what you’re going to do; two times a day you must entrust the future to God, so as to know where you’ll end up.”
Each morning and evening we would all pray together before the icons, father, mother and the children, ending with a prostration before the icon of Christ. When a problem arose in the family we would pray and it would clear up.
I remember once, when our youngest brother got sick and my father said: “Come, let’s beg God to make him well or to take him, so that he won’t suffer anymore.” We all prayed together and he recovered.Even at the table, we all sat together.
First we prayed and then we would begin eating. If someone started to eat before the food was blessed we would say “he fornicated.” We considered a failure to remain temperate fornication. It destroys a family if each person comes home, at whatever hour he wants, and eats alone without reason.
Elder Paisios
Thursday, September 4, 2014
Un vivo pensamiento en Dios ( San Juan de Kronstadt )
Que remarcable es la propiedad de la fe: un vivo pensamiento en Dios, la fe del corazón — y Él esta ya conmigo; el arrepentimiento sincero en los pecados — y Él esta conmigo; un pensamiento bueno y sentimiento piadoso — y Él esta conmigo. Pero el demonio puede entrar en mi por la falta de fe, dudas, pensamientos orgullosos, pecaminosos y viciosos. Resulta, que su poder sobre mi es limitado y depende de mi mismo. Prestando yo mas atención a mi estado, rezando mas a nuestro Señor Jesucristo, el demonio no tiene poder hacerme algún daño.
San Juan de Kronstadt
Η αγάπη είναι τριών ειδών (Γέροντας Παΐσιος )
Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια ,η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι η αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη∙ μένει «εις αιώνας αιώνων».
- Πώς θα καταλάβω ,Γέροντα, αν έχω αληθινή αγάπη;
- Για να το καταλάβης, να εξετάσης αν αγαπάς όλους τους ανθρώπους εξίσου κι αν όλους τους ανθρώπους τους θεωρείς καλύτερους από σένα.
- Γέροντα, έχει ψυχρανθή η αγάπη μου για τον Θεό και για τον πλησίον.
- Σπείρε την λίγη αγάπη που σου έμεινε, για να φυτρώση αγάπη, να μεγαλώση, να καρπίση και να θερίσης αγάπη. Μετά θα σπείρης την περισσότερη αγάπη που θα θερίσης, και σιγά-σιγά θα γεμίση το αμπάρι σου και δεν θα έχης πού να την βάλης, γιατί, όσο σπέρνεις αγάπη ,τόσο πιο πολύ αυξάνει. Ας πούμε, ένας γεωργός έχει ένα σακκουλάκι σπόρο και τον σπέρνει. Μετά μαζεύει τον καρπό και γεμίζει μία μεγάλη σακκούλα. Αν σπείρη ύστερα τον καρπό που έχει στην σακκούλα, θα γεμίση ένα σακκί. Και όταν μαζέψη πολύ σπόρο και τον σπείρη, θα γεμίση ένα αμπάρι. Ενώ, αν κρατήση τον σπόρο στο σακκουλάκι και δεν τον σπείρη, ο σπόρος θα σκουληκιάση. Πρέπει να πετάξη τον σπόρο στην γη, για να φυτρώση , να μεγαλώση και να κάνη καρπό.
Έτσι ,θέλω να πω, γίνεται και με την αγάπη. Για να αυξηθή η αγάπη, πρέπει να την δώσης. Όποιος όμως δεν δίνει έστω και την λίγη αγάπη που έχει, είναι σαν να έχη ένα απλόχερο σπόρο, αλλά τον κρατάει και δεν τον σπέρνει. Αυτός είναι ο πονηρός δούλος που έκρυψε το τάλαντο.
Ανάλογα με την αγάπη που θα προσφέρης, θα έχης να λάβης. Αν δεν δώσης αγάπη, δεν θα λάβης αγάπη. Βλέπεις , η μάνα δίνει συνέχεια στα παιδιά της, αλλά και συνέχεια παίρνει από τα παιδιά της, και συνέχεια αυξάνει η αγάπη της. Όταν όμως ζητάμε την αγάπη των άλλων αποκλειστικά για τον εαυτό μας και θέλουμε όλοι να μας δίνουν και, όταν κάνουμε κάποιο καλό, σκεφτώμαστε την ανταπόδοση, δεν έχουμε ακριβή αλλά φθηνή αγάπη. Τότε αποξενωνόμαστε από τον Θεό και δεν λαμβάνουμε αγάπη ούτε από τον Θεό ούτε από τους ανθρώπους.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιός να αρπάξη περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική ,την ακριβή, αγάπη, μαλώνουν ποιός να δώση περισσότερη αγάπη στον άλλον. Αγαπούν, χωρίς να σκέφτωνται αν τους αγαπούν ή αν δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και να δίνωνται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνωνται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ από τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Αγάπη χωρίς αντιπαροχή! Να μην κάνουμε καλωσύνες, για να πάρουμε ευλογίες. Να καλλιεργήσουμε την αρχοντική, την ακριβή αγάπη, την οποία έχει ο Θεός, και όχι την φθηνή κοσμική αγάπη, η οποία έχει κάθε ανθρώπινη αδυναμία.
- Γέροντα, δυσκολεύομαι να δώσω την αγάπη μου εκεί που δεν θα την εκτιμήσουν.
- Δεν έχεις πραγματική αγάπη, γι’ αυτό δυσκολεύεσαι. Όποιος έχει πραγματική αγάπη, δεν τον απασχολεί αν εκτιμήσουν την αγάπη του ή όχι. Την θυσία που κάνει για τον πλησίον του, επειδή την κάνει από καθαρή αγάπη, ούτε καν την θυμάται.
- Πώς μπορώ ,Γέροντα, να ξεχνώ το καλό που κάνω;
- Ρίξ’ το στο γιαλό… Έτσι θα το ξεχνάς. Αλλά και το κακό που σου κάνουν, κι αυτό να το ξεχνάς. Με αυτόν τον τρόπο θα συγκεντρώσης έναν πλούτο πνευματικό, χωρίς καν να το αντιληφθής.
Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄ ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ» ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 2007
Blessed are those who have Christ as their hearts’ axis ( Elder Paisios )
Blessed are those who have Christ as their hearts’ axis and joyfully revolve around His Holy Name, noetically and unceasingly repeating "Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me."
Elder Paisios
Battling temptations (St. Isaac the Syrian)
As a man cannot remain unscathed who spares his enemy on the field of battle, so the spiritual warrior cannot deliver his soul from destruction if he spares his body. As a child, terrified by some frightening sight, runs to its parents, clutches the hem of their garments, and cries out to them, so too with the soul; for the more she is straightened and afflicted by fear arising from temptations, the more she hastens to cleave to God, crying out to
Him in continual supplication.
And so long as temptations persist, one assaulting her after the other, she multiplies her supplications; but once she finds herself again in spacious freedom, she gives herself over to
wandering thoughts.
St. Isaac the Syrian
Wednesday, September 3, 2014
Η φοβερή ώρα του θανάτου... και οι ετοιμοθάνατοι Χριστιανοί
Το αληθινό γεγονός πού καταγράφουμε έγινε γύρω στο 1940, πριν από την έναρξη του πολέμου.
Ένας ιερεύς ο παπα-Θεόδωρος κλήθηκε για να κοινωνήσει δύο χριστιανούς ετοιμοθάνατους. Έναν πλούσιο, σκληρό και φιλάργυρο και μια ενάρετη χήρα, πού μεγάλωσε μόνη της, με τιμιότητα και σωφροσύνη, σκληρό αγώνα και φτώχεια πολλή, εκείνα τα χρόνια, οκτώ παιδιά!!!
Ο παπα-Θεόδωρος πήρε μαζί τον διάκονο του, τον πατέρα Λαυρέντιο. Μπροστά ο νεωκόρος, στο πλάι ο διάκονος και ο ιερεύς με το άγιο Ποτήριο, ασκεπής και με τον Αέρα στους ώμους, (όπως εσυνηθίζετο τότε), πήγαν πρώτα στο σπίτι του πλούσιου, αλλά αυτός ούτε καν ήθελε να ακούσει για Θεία Κοινωνία! Μόνο φώναζε:
-Δεν είμαι εγώ για θάνατο!
Έγινε ένας διάλογος, όσο ήταν δυνατόν, μεταξύ του ιερέως και του άρρωστου, αλλά αυτός ήταν ανένδοτος, δεν ήθελε να κοινωνήσει.
Λέγει τότε ο διάκονος, ο πατήρ Λαυρέντιος:
-Πάτερ Θεόδωρε, μου δίνετε, σας παρακαλώ το άγιο Ποτήριο, να πάω να κοινωνήσω την ετοιμοθάνατη κυρία Μαρία και εσείς να συζητήσετε με τον ασθενή μέχρι να γυρίσω! και, εάν έχει πεισθεί, να τον κοινωνήσομε μετά;
-Να πας παιδί μου, με τις ευχές μου.
Ο νεωκόρος μπροστά με το λαδοφάναρο και πίσω ο διάκονος με την Θεία Κοινωνία έφθασαν σε ένα φτωχικό σπιτάκι. Μπήκαν μέσα και είδαν γύρω από το κρεβάτι της κυρα-Μαρίας να παρευρίσκονται τα παιδιά, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς της και όλοι να κλαίνε για την υπέροχη αυτή μητέρα, γιαγιά και συγγενή.
Μόλις προχώρησε λίγο ο διάκονος, έμεινε ακίνητος! Τι είδε; Ανείπωτο θέαμα! Περικυκλωμένη δεν ήταν μόνο από ανθρώπους ή αγιασμένη αυτή ψυχούλα, αλλά και από δεκάδες Αγγέλους και Αρχαγγέλους, πού συνωστίζονταν μέσα στο δωμάτιο ποιος θα πρώτο-χαϊδέψει και ποιος θα πρώτο-απαλύνει και θα πρώτο-σφουγγίσει τον ίδρωτα αυτής της υπερευλογημένης μάνας!
Και δεν ήταν μόνο αυτό!!! Ακριβώς πάνω από το κεφαλάκι της, στο προσκεφάλι της δηλαδή, ήταν ή Υπεραγία Θεοτόκος, η οποία με ένα θεοΰφαντο μαντήλι της σκούπιζε τον ίδρωτα του πυρετού από το μέτωπο της. Τα δε χείλη της ετοιμοθάνατης ψιθύριζαν: «Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε».
Και-ω του θαύματος- όλοι οι Άγγελοι έπεσαν «μπρούμυτα» και προσκύνησαν το εισερχόμενο πανάγιο Ποτήριο πού είχε μέσα το τίμιο Σώμα και το Αίμα του Κυρίου! Όλες οι Αγγελικές Δυνάμεις!
και η Υπεραγία Θεοτόκος, κατά έναν ακατάληπτο τρόπο, ασπάσθηκε το άγιο Ποτήριο και οδήγησε τον διάκονο να κοινωνήσει την ετοιμοθάνατη.
Μετά τη Θεία Κοινωνία οι Άγγελοι πήραν, την ψυχή αυτής της ευλογημένης μάνας, την παρέδωσαν στα χέρια της Παναγίας και όλοι μαζί ανήλθαν στον Ουρανό.
Άστραψε ο τόπος, μοσχοβόλησε το δωμάτιο και ο διάκονος με φόβο και χαρά απερίγραπτη και αγαλλίαση έφυγε ...και επέστρεψε στο σπίτι του πλουσίου ... Μπήκε μέσα και τον κατέλαβε ρίγος! γιατί γύρω από το κρεβάτι, του φιλάργυρου αυτού ανθρώπου, βρίσκονταν εκατοντάδες δαίμονες, οι όποιοι με τρίαινες φοβερές κατατρυπούσαν το σώμα του σε διάφορα σημεία: στα γόνατα, στα πόδια, στα χέρια, στις παλάμες, στην κοιλιά, στο λάρυγγα, στα μάτια, στο κεφάλι ... Με όσα μέλη αμάρτησε, πάνω σ' αυτά τρυπούσαν οι δαίμονες. Ούρλιαζε, φώναζε ο ταλαίπωρος πλούσιος.
Παρέδωσε το άγιο Ποτήριο τρέμοντας, στα χέρια του ιερέως, ο διάκονος, και από τον τρόμο του λιποθύμησε ...
O ιερεύς εις μάτην προσπαθούσε να πείσει τον πλούσιο να «ετοιμαστεί» για το τέλος! Αυτός τίποτα! Πέθανε τελικά χωρίς Θεία Κοινωνία και χωρίς Εξομολόγηση.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
πηγή
The road towards the fountain (Elder Joseph the Hesychast)
Today, many virtuous people who lead good lives, who please God with their deeds and words, and who benefit their neighbor, think they have (and
are thought of having) attained Love through their insignificant work or mercy and compassion they show towards their neighbor. But this is not the truth.
They are only fulfilling the commandment of love for the Lord, Who said, "Love one another." He who keeps this commandment is worthy of praise as a keeper of the divine commandments---but this is not an action of divine Love. It is a road towards the fountain, but not the fountain. It is stairs towards the palace, but not the gate of the palace. It is a royal garment, but not the King. It is a commandment of God, but not God.
Elder Joseph the Hesychast
Tuesday, September 2, 2014
Περί εγκρατείας… και όχι μόνο στην τροφή, αλλά και στις υπόλοιπες κινήσεις της ψυχής ( Μεγαλο Γεροντικο )
1. Κάποιοι αδελφοί από τη σκήτη ξεκίνησαν να επισκεφθούν τον αββά Αντώνιο. Μπήκαν λοιπόν σ΄ ένα καράβι για να πάνε και σ΄ αυτό βρήκαν έναν άλλο Γέροντα, που ήθελε κι αυτός να πάει εκεί.
Δεν τον γνώριζαν όμως αυτόν οι αδελφοί. Καθισμένοι λοιπόν μέσα στο καράβι ανέφεραν μεταξύ τους αποφθέγματα Πατέρων ή ρητά από τη Γραφή και από ανάμεσα για το εργόχειρό τους. Ο Γέροντας έμενε εντελώς σιωπηλός. Σαν βγήκαν στο λιμάνι, παρατήρησαν ότι και ο Γέροντας πήγαινε προς τον αββά Αντώνιο. Κι όταν έφτασαν εκεί τους είπε ο αββάς Αντώνιος: “Καλή συνοδεία βρήκατε τον Γέροντα αυτόν”. Και στον Γέροντα είπε: “Καλούς αδελφούς είχες μαζί σου, αββά”. Και ο Γέροντας του απαντά: “Καλοί βέβαια είναι, αλλά η αυλή τους δεν έχει πόρτα, και όποιος θέλει μπαίνει στον στάβλο και λύνει το γαϊδούρι”. Και αυτό το είπε, γιατί ό,τι ερχόταν στο στόμα τους, το έλεγαν.
8. Ο ίδιος βάδιζε κάποτε μαζί με τους μαθητές του, και ένας απ΄ αυτούς βρήκε Πάνω στον δρόμο ένα μικρό αρακά χλωρό και λέει στον Γέροντα: “Πάτερ, μου επιτρέπεις να το πάρω αυτό;” Τον κοίταξε με απορία ο Γέροντας και του λέει: “Εσύ το έβαλες εκεί;” “Όχι” απαντά ο αδελφός. “Και πώς λοιπόν θέλεις να πάρεις -του λέει ο Γέροντας-αυτό που δεν το έβαλες εσύ;”
20. Έλεγαν για τον αββά Ελλάδιο ότι έτρωγε ψωμί και αλάτι. Όταν έφτανε το Πάσχα έλεγε στον εαυτό του: “Οι αδελφοί τρώνε ψωμί και αλάτι. Εγώ όμως οφείλω να κάνω λίγο κόπο για το Πάσχα και επειδή τις άλλες μέρες τρώγω καθιστός, τώρα που είναι Πάσχα θα κάνω τον κόπο να τρώγω όρθιος”.
21. Έλεγαν για τον αββά Ελλάδιο ότι έμεινε είκοσι χρόνια στα Κελλία και δεν σήκωσε ποτέ τα μάτια του να δει τη στέγη της εκκλησίας.
22. Έλεγαν για τον αββά Ζήνωνα ότι βαδίζοντας κάποτε στην Παλαιστίνη κουράστηκε και έκατσε να φάει κοντά σ΄ έναν κήπο με αγγουριές. Και του λέει ο λογισμός του: “Πάρε ένα αγγουράκι και φάγε, δεν είναι τίποτε αυτό”. Κι αυτός απάντησε στον λογισμό του: “Οι κλέφτες πάνε στην κόλαση”. Σηκώθηκε λοιπόν και στάθηκε μέσα στον καύσωνα πέντε μέρες. Και αφού τσιγαρίσθηκε, είπε: “Δεν μπορώ να αντέξω την κόλαση”. Λέγει τότε στον λογισμό του: “Αν δεν μπορείς, μην κλέβεις για να τρως”.
23. Είπε ο αββάς Ησαϊας: “Τη σιωπή να την αγαπάς περισσότερο από το λόγο. Γιατί η σιωπή φέρνει
θησαυρό, ενώ η ομιλία τον διασκορπίζει”.
29. Είπε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός: “Εάν ένας βασιλιάς θελήσει να καταλάβει μια εχθρική πόλη, πρώτα δεσμεύει το νερό και την τροφή. Και έτσι οι εχθροί κινδυνεύοντας να πεθάνουν από την πείνα υποτάσσονται σ΄ αυτόν. Το ίδιο ισχύει και για τα σαρκικά πάθη. Εάν ο άνθρωπος ζήσει με νηστεία και πείνα, οι εχθροί που είναι στην ψυχή του χάνουν τη δύναμή τους”.
33. Κάποιος αδελφός ρώτησε τον αββά Ισίδωρο, τον πρεσβύτερο της Σκήτης: “Γιατί οι δαίμονες σε φοβούνται τόσο πολύ;” Και του απαντά ο Γέροντας: “Από την ώρα που έγινα μοναχός προσπαθώ
να μην επιτρέπω την οργή να ανέβει στο στόμα μου”.
34 Κάποιος από τους Γέροντες πήγε στον συνασκητή του για να πάν να επισκεφθούν τον αββά Ιωσήφ.
Του λέει λοιπόν: “Πες στον μαθητή σου να μας στρώσει το γαϊδουράκι”.Και του αποκρίνεται εκείνος: “Φώναξέ τον και ό,τι θέλεις θα στο κάνει”. Τον ρωτά “πώς ονομάζεται” και απαντά ο άλλος “δεν γνωρίζω”. Πόσον καιρό είναι μαζί σου -λέει ο Γέροντας-και δεν ξέρεις το όνομά του;” “Δύο χρόνια” του απαντά. “Αν εσύ δύο χρόνια δεν γνωρίζεις το όνομα του μαθητή σου -λέει ο επισκέπτης Γέροντας- εγώ τι χρειάζεται να το μάθω σε μια μέρα;”
45. Είπε ο αββάς Μακάριος: “Εάν επιπλήττοντας κάποιον, αισθανθείς μέσα σου να κινείται οργή,
ικανοποιείς δικό σου πάθος. Και δεν σε υποχρεώνει κανείς να χάσεις τον εαυτό σου, για να σώσεις
άλλους”.
46. Προσφέρθηκαν κάποτε στον αββά Μακάριο σταφύλια που επιθυμούσε να τα φάει. Από εγκράτεια όμως τα έστειλε σε έναν αδελφό άρρωστο πού κι αυτός είχε την επιθυμία να φάει σταφύλια. Αυτός τα πήρε, έδειξε μάλιστα πάρα πολύ χαρούμενος, γιατί ήθελε να κρύψει την εγκράτειά του, και κατόπιν τα έστειλε σε άλλον αδελφό με τη δικαιολογία ότι δεν έχει όρεξη για οτιδήποτε φαγώσιμο. Τα πήρε κι εκείνος και έκανε το ίδιο, αν και είχε μεγάλη επιθυμία να τα γευθεί. Καθώς λοιπόν σε πολλούς αδελφούς πήγαν τα σταφύλια και κανείς δεν θέλησε να τα φάει, ο τελευταίος επίσης αδελφός δεν τα έφαγε και τα έστειλε στον αββά Μακάριο πιστεύοντας ότι του προσφέρει σπουδαίο δώρο. Ο Μακάριος όμως τα αναγνώρισε και αφού ερεύνησε τι ακριβώς συνέβη, θαύμασε και ευχαρίστησε το Θεό για την τόσο μεγάλη εγκράτεια των αδελφών.
54. Είπε πάλι: “Εάν ο άνθρωπος θα θυμάται το ρητό της Γραφής ότι τα λόγια σου θα σε δικαιώσουν και τα λόγια σου θα σε καταδικάσουν, θα προτιμάει μάλλον να σιωπά”.
55. Είπε ακόμη ο Γέροντας ότι ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Παμβώ εάν είναι καλό να επαινούμε τον πλησίον. Και του απάντησε: “Καλύτερη είναι η σιωπή”.
84. Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Τιθόη: “Πώς να περιφρουρήσω την καρδιά μου;” Κι ο Γέροντας του λέει:
35 “Πώς να φυλάξουμε την καρδιά μας, όταν είναι ανοικτές η γλώσσα μας και η κοιλιά μας;”
87. Είπε πάλι: “Εκείνος που δεν κυριαρχεί στη γλώσσα του σε ώρα οργής, αυτός ούτε στα
πάθη του θα κυριαρχήσει ποτέ”.
88. Είπε ακόμη: “Προτιμότερο είναι να τρώει κανείς κρέας και να πίνει κρασί, παρά να τρώει τις σάρκες των αδελφών του με την καταλαλιά”.
104.Βγήκε έξω κάποια φορά ο Γέροντας τη νύκτα και με βρήκε να κοιμάμαι στην αυλή του κελιού.
Και άρχισε ο Γέροντας να με θρηνεί και έλεγε κλαίοντας: “Άραγε πού βρίσκεται ο λογισμός του και κοιμάται τόσο αμέριμνα;”
106.Κάποιος από τους Γέροντες επισκέφθηκε άλλον Γέροντα, ο οποίος είπε στον μαθητή του:
“Κάνε μας λίγη φακή”. Και έκανε. “Μούσκεψε και ψωμί” και μούσκεψε. Και παρέμειναν μιλώντας για πνευματικά θέματα ως την έκτη ώρα της άλλης μέρας. Και λέει στον μαθητή του πάλι: “Κάνε μας λίγη φακή, παιδί μου”. Και του απαντά ο μαθητής: “Από χθες την έκανα”. Και τότε σηκώθηκαν και έφαγαν.
107.Αρρώστησε κάποιος από τους Γέροντες και επειδή δεν μπορούσε να δεχθεί τροφή, τον παρακαλούσε πολλές μέρες ο μαθητής του να του κάνει λίγο κουρκούτι από σιμιγδάλι. Πράγματι πήγε, το έκανε και του το έφερε να φάει. Αλλά υπήρχε εκεί κρεμασμένο ένα αγγείο με λίγο μέλι μέσα και ένα
άλλο με λίγο λάδι από λινόσπορο, μύριζε μάλιστα αυτό, γιατί ήταν από πολύ καιρό και προοριζόταν για το λυχνάρι. Και ο αδελφός κατά λάθος έβαλε στο φαγητό του Γέροντα απ΄ αυτό αντί για μέλι.
Ο Γέροντας όταν το δοκίμασε, δεν έβγαλε μιλιά αλλά έφαγε σιωπηλός. Ο αδελφός επέμεινε να πάρει και δεύτερη φορά και ο Γέροντας βιάζοντας τον εαυτό του έφαγε. Του δίνει και τρίτη φορά, αλλά δεν θέλησε να φάγει λέγοντας: “Αλήθεια, παιδί μου, δεν μπορώ”. Κι ο αδελφός για να του κάνει τη διάθεση, του λέει: “Ωραίο είναι, αββά μου, να, κι εγώ θα φάω μαζί σου”. Μόλις όμως το δοκίμασε και αντιλήφθηκε τι έκανε, έπεσε με το πρόσωπο στη γη λέγοντας:
36 “Αλίμονό μου, αββά, σε σκότωσα, και συ μου φόρτωσες την αμαρτία που δεν μίλησες”.
Κι ο Γέροντας του λέει: “Παιδί μου, μη θλίβεσαι, εάν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, μέλι θα είχες βάλει”.
37
A Conversation With Elder Ephraim of Arizona
The following conversation was recorded by monastic spiritual children from Greece of Elder Ephraim of Arizona, formerly of Philotheou, who visited him in May 2014 at the Sacred Monastery of Saint Anthony the Great in Arizona. Elder Ephraim: Look at this photograph of Elder Joseph the Hesychast. I had a great spiritual father. He was fire – fire, a phenomenon of a man. He thought entirely of heavenly things; this is how he lived.
Two words he would continuously say to us – patience and prayer, and this is how the Providence of God helps us as much as He allows. Being in submission to him, we never fought amongst us. Others from the outside created problems for us, slandering the Elder, accusing him, but Elder Joseph would say: “Let them talk, we will say nothing”.
Interlocutor: Elder, we are very weak in all things. What will happen with us?
Elder Ephraim: We are living in different times now. God has other criteria for today. Elder Joseph had a spiritual university. I am pleased that you are in spiritual high school. Today there is such spiritual confusion. A large tornado drags everything away. Hold firmly to the tradition I gave you and know that today it is a confession to say that Jesus Christ is our God. The dark forces do not want this.
Interlocutor: Elder, after so many years of struggle, what has remained within your soul?
Elder Ephraim: Everything is secondary, all is secondary. The first thing is the name of our Christ and now, over the years that have passed, I saw in action how only with love can people win. My life was labor and pain, living in poverty during the time of the Germans, hunger during the occupation, temptations and sorrows in the monasteries. A great struggle. Only the name of Christ and our Panagia brought me through. Whoever does not say daily the name of Christ and our Panagia, is not a Christian.
Interlocutor: In other words, the prayer of Christ is the greatest?
Elder Ephraim: Of course, because then we continuously have the memory of our Christ. The Holy Fathers were illumined and left us these little prayers. A few words: “Lord Jesus Christ, have mercy on us” and “Most Holy Theotokos, save us”. We don’t need to read encyclopedias, nor many books. With these two little prayers, all Christians are saved. Monastics who do not have worldly concerns, pray much and achieve heights. Our Panagia also helps much. It is like they are speaking into the ears of our Christ, because they are dedicated to the prayer and this is their primary work, and whoever has the gift of prayer in their heart, when they die they are not bothered by the toll-houses. Immediately after their death they go straight to Christ. There are no hindrances, because the name of Christ has power. God is fire.
Interlocutor: And the Akathist to our Theotokos, is it a powerful prayer?
Elder Ephraim: Of course. When we say them we have joy and illumination from our Panagia. Our Panagia helps me very much. She delivers me from many dead ends.
Interlocutor: Today we suffer from despair and impatience.
Elder Ephraim: Despair is always from the devil and whoever despairs loses their strength. The basis of life is patience. When we don’t have it our life dissolves.
Interlocutor: Elder, the world, we, are in a difficult position with all that is taking place and all that we hear about. There is fear.
Elder Ephraim: Yes, we feel things will be catastrophic and they happen daily. This is why we run to the monasteries and churches, but we must not fear. Just think, if one order of angels became demons and did so much damage, how much help do we receive from the nine orders of angels. One time I saw Christ on His throne and next to Him was our Panagia and the orders of angels and the saints. They waited for a nod from our Christ to help humanity in this new situation. When we fill our hearts daily with Christ our faith strengthens and we face everything. Our Panagia pleads for us and intercedes constantly so that we will have strength and optimism.
Interlocutor: Elder, at the age you are at now, can you pray as you did at first, or is it different?
Elder Ephraim: I pray better now than I did at first. Of course I do not have the intensity of the prayer of Elder Joseph the Hesychast, but I have strong prayer and this comforts my little soul in all that I have gone through and go through.
Interlocutor: Many times holy relics are fragrant.
Elder Ephraim: It’s like they are saying we are relatives.
Interlocutor: Cancer is widespread today.
Elder Ephraim: Cancer patients are martyrs. I try to strengthen them by my prayer, my advice, and when I can I visit them.
Interlocutor: Many people are going through difficult trials, either due to the malice of others or their own misdeeds. It is so difficult, it’s as if they are living in hell here.
Elder Ephraim: When people live hell here and give value to this situation with spiritual criteria, then when they die they will not be judged at all, but they will immediately go into the arms of Christ. But if they do not give it value with spiritual criteria, this hell will also be suffered in the next life.
I wanted to say something to you about Paradise. Before I became eighty years old, I would often go to Paradise. And now also of course, but age plays a role. One time the Lord took me by the hand and said to me: “Here you made a church, here you confessed and saved a soul, here you comforted, here you admonished….” In other words, He would say to me everything and with this He gave me joy, together with His word, so much joy that I said: “My sweet Christ, I cannot take anymore. I cannot take anymore. I will explode. Return me.” Then I would be in my room again.
Another time in Paradise, I saw a wonderful young man of chivalry (leventi). Next to him was a horse with a spiral tail, most beautiful. Within me I was jealous for it. I also wanted to have such a horse. He yelled at me and said to me, in the tone of a commander: “Go and tell the army, that the back is unprotected and the rebels will go there [the demons, that is].” So I ran and told them. I returned running to say I did it. He hugged me, kissed me, and mounting his horse with a smile he left.
Interlocutor: In other words Elder, many things take place from behind that we do not catch?
Elder Ephraim: Of course. This is why we must be careful from everywhere. Great caution. We will go through a fearsome trial.
Interlocutor: What is hell like?
Elder Ephraim: What’s it like? Horror, horror. May even a bird never go there. Just as people drown at sea, so also they drown in the torments of hell, accompanied by demons. We must pray for the dead. It is a great act of mercy. My mother was a virtuous woman. I based my childhood on her words. Before she died she was bedridden for two years and would say: “Father, tell God to take me. I am tired.” But before she departed she battled.
Interlocutor: Who did she battle with?
Elder Ephraim: Demons.
Interlocutor: Did you see them?
Elder Ephraim: Yes, like I see people.
Interlocutor: Didn’t the Archangel help her?
Elder Ephraim: He was behind her. He stood back so she could battle alone and receive a crown.
Interlocutor: We hear of so many disasters coming, what will happen with us who seek the help of God?
Elder Ephraim: God will do according to His plan for each person to save each person. My! My! What we will go through! Great difficulties. Athens has many hidden saints, but Mount Athos together with Saint Demetrios support Northern Greece. I have a special love for Saint Demetrios. I sleep with his Holy Myrrh. Greece has turned its back on Christ. This is why it will suffer much. The children in Greece are either very illumined or very darkened. The children of virtuous parents are the leaven of Christ and the future of Greece.
Interlocutor: Many women suffer in families today.
Elder Ephraim: Christ is very close to the souls that are scorned.
Interlocutor: Some people have a special spiritual gift. How does this happen?
Elder Ephraim: These people have either been very wronged, slandered or reached such a depth in this field that they were given gifts. As we entone God, so also does He chant for us.
Interlocutor: Lately in Jerusalem wondrous things have happened.
Elder Ephraim: I also wanted to see these things. The basis of our Christ is there. The Holy Light is daily in the Most Holy Tomb, but at Pascha a gift is given generally to all. You should go to Jerusalem. There we see what Christ endured for us, and we thank Him as much as we can and respond to His love. I also went a few times in the olden days.
Interlocutor: Sometimes misunderstandings take place between us.
Elder Ephraim: These are human. They will never go away. We must go beyond them and run towards Christ. We must think about what Christ has prepared for us, in the good good Paradise, after the Second Coming. Now we go to the narthex of Paradise, but it cannot enter the mind of man what the good good Paradise is like. All light! All fragrance! Joy unspeakable! Blessedness! Nothing will grow old! Christ wants everything new in His Kingdom. Nothing odd. My mother died at 95 years old and I see her in Paradise at thirty years old.
During the occupation we had a neighbor that was absent minded. There were two children. We played and they still were walking towards us, even though we embarked together at the same time. I found them in Paradise, because they died during the occupation due to hunger while they were still young. I said to them: “What do you do here? How do you spend your time?” They told me: “Ephraim, here we do not speak. Here we only read, we study.” They did not know how to write their name and in Paradise they studied. This shows the perfection of Paradise.
Interlocutor: Many people help the monasteries with their needs.
Elder Ephraim: Whatever they do, all is written in heaven. May they have peace and health and blessings on their homes.
Interlocutor: In church there were people from all over the world. How beautiful Elder your work is, like the Holy Apostles. “Teach all nations”.
Elder Ephraim: I am a hollow walnut. I did nothing.
Interlocutor: What do you think about now at your age?
Elder Ephraim: I think about cementing my work here, because many people have been saved, many little souls. And how can I go and meet with the Lord? Where will I, the wretch, go?
Interlocutor: The Lord will send His angels to take you.
Elder Ephraim: I don’t know about that, how the Lord will judge. My little head fit the entire universe. Now my health won’t help me, I am old.
Interlocutor: Elder, Mr. P… died on the day of a great saint.
Elder Ephraim: He opened for him the doors of Paradise so he will enter. When someone dies and their little soul is saved, the saint that celebrates on that day receives him in Paradise, because it is their day, their feast that is.
Interlocutor: Many people die suddenly.
Elder Ephraim: Yes. Every day we must have our passports in our hand. We don’t know what can happen. Once I confessed someone in a hospital with nods then they died. He did something good in his life and was saved at the last moment. In my life I went through many hardships and I saw that Divine Providence directs everything for the good of man. May the memory of death never be absent from us. Read the Gerontikon, the dialogue between Saint Macarius with the skull.
Once in a vision I saw myself dressed very beautifully. With vestments, like on feasts, and I was up on a platform and girls were below me whom I had confessed, and they yelled: “Elder, Elder, we also want to be there with you”, but they were not allowed. This shows my responsibility and the grace of the priesthood. This is why you should pray for me. Have order and carefulness. Struggle every day, as much as you can. Our Christ loves the order of monastics, because they are His army.
Interlocutor: Elder, when you go to Paradise and have this communication with the Lord, will you also speak about us your monks and nuns and for the people who want your help.
Elder Ephraim: Of course I speak with Him.
Interlocutor: How does He respond?
Elder Ephraim: O.K. I will take care of it. O.K.
Interlocutor: Elder, if you die and we happen to be alive, do not forget us when you are having a good time with our Christ and we are here battling.
Elder Ephraim: (laughing) No, that will not happen.
Interlocutor: We are leaving tomorrow Elder. Tell us a final word.
Elder Ephraim: May you have a good and blessed journey. May you have my blessing. May you have health and come to us. Everyone knows what they have on their shoulders, but the Testament I leave you is to come to know the Holy Spirit. Work and build Him within you, keeping the commandments of the Gospel and having peace in your soul. Have love, concord and shout the name of Christ and our Panagia. May the angels accompany you.
How do they call those who are marrying illegally here?
Interlocutor: Do you mean homosexuals?
Elder Ephraim: Yes them. The Old Testament says: “My spirit will not remain with man because they are flesh.” This applies today. Sodom burned just like a nuclear bomb. Christ does not tolerate such sins. Everywhere the sins of the flesh are worshipped. There is no repentance. The Venerable Mary of Egypt repented. All homosexuals will be eliminated. Everything will become dirt, nuclear, all dirt. The war will begin because of our sins.
Subscribe to:
Posts (Atom)




















