Saturday, August 23, 2014

Γιατί θυμιάζουν οι μοναχοί στις ακολουθίες;



Στην ακολουθία του Όρθρου ψάλεται ο Πολυέλαιος «Δούλοι Κύριον» έρρυθμα για να ταιριάζει η ψαλμωδία με την κίνηση του κατζίου,του θυμιατού με το οποίο θυμιάζουν οι μοναχοί που έχουν το διακόνημα του εκκλησιαστικού.

Το κατζίο είναι φορητό και χρησιμοποιείται στις λατρευτικές συνάξεις εντός του ναού όταν ψάλλονται ύμνοι από την Παλαιά Διαθήκη ή αναγινώσκονται οι Μεγάλες Ώρες. Είναι μεταλλικό με μακριά χειρολαβή και κουδούνια, τα οποία συμβολίζουν τα βήματα του Θεού στον Παράδεισο και προτρέπουν τους μοναχούς σε εγρήγορση :”’Και άκουσαν τη φωνή του Κυρίου του Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό” (Παλαιά Διαθήκη Γένεση Κεφ. 3, Στίχος 8..



Όταν οι εκκλησιαστικοί θυμιάζουν με το κατζίο φέρουν στον ώμο τους ένα τετράγωνο ύφασμα που λέγεται ”αήρ” ΄ συνήθως είναι χρυσοποίκιλτο και δηλώνει το αγγελικό τάγμα που εξέπεσε από τη πατρώα δόξα και που αντικαταστάθηκε από τους μοναχούς. Ο εκκλησιαστικός λοιπόν κρατά το κατζίο με το ”χειρομανδήλιον”, το οποίο είναι μικρότερο από τον ”αέρα”. Ο συμβολισμός του απορρέει από την απάντηση του Αναστημένου Κυρίου ”μη μου άπτου” (μην με αγγίζεις), στην Μαρία την μυροφόρο, όταν αυτή από την χαρά της ήθελε να Τον αγγίξει. (Κατά Ιωάννη Κεφ. 20, Στίχος 17..)

Επειδή το θυμιατήριο συμβολίζει τις δύο φύσεις, ανθρώπινη και θεϊκή, και τις τρείς υποστάσεις Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα και επειδή ο εκκλησιαστικός δεν έχει ιεροσύνη, πιάνει το κατζίο με το ”χειρομάνδηλο” από ευλάβεια και σεμνότητα.


http://www.pemptousia

Nothing smells worse than pride ( St. Kosmas Aitolos )


There was a virtuous hermit who frequently prayed to God, and who received revelations of many divine mysteries. One day he set out from his hermitage to travel to a distant region. Along the way, he met another man who was journeying in the same direction. This individual was actually an angel, but the hermit did not realize this and assumed he was a regular human being. 


As they journeyed together, along the path they
encountered a dead horse. The hermit covered his nose and held his breath; the angel did not. A short while later, they came across a dead calf. The hermit again covered his nose and held his breath; the angel did not. Not long after, they found a dead dog in their path. The hermit covered his nose and held his breath; the angel did nothing.
 


Eventually they approached a certain village
where they crossed paths with a beautiful young lady, who was wearing extravagant clothing and
ornate jewelry, and taking great pride in her appearance.
 


The angel then immediately covered his nose. When the hermit witnessed this, he stopped and
asked, “Who are you? Are you an angel, a human being, or a demon? ... 


We passed by a dead horse that stunk, but you did not cover your nose. We also passed by the dead calf and dog, and I did not see you cover your nose. Now that we passed by such a beautiful young lady you decided to cover your nose and hold your breath?” Then the angel made himself visible to the hermit and replied, “Nothing smells as bad as pride does to God.” Having said this, the angel disappeared.
 


The hermit then returned back to his hut and
began weeping for his sins, beseeching God
to protect him henceforth from the devil’s traps, and not allow him to fall into the sin of pride and
thus losehis soul. 


St. Kosmas Aitolos

Tuesday, August 19, 2014

Ο Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς ( Γέροντας Παΐσιος )


Ο Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς «για να μας ξεσκονίζουν και να εξαγνίζεται έτσι η ψυχή μας με τις θλίψεις και τα κλάματα και να αναγκαζόμαστε να καταφεύγουμε στο Θεό για τη σωτηρία μας».


Γέροντας Παΐσιος

On Humility ( Elder Siluan )


One might suffer greatly from poverty and ill-health, yet not be humbled: and so suffer in vain. But whoever is humbled is happy with any fate because the Lord is his wealth and joy, and all people will be amazed at the beauty of his soul.


Elder Siluan

There are three stages for salvation ( Elder Ambrose of Optina )


"There are three stages for salvation. St. John the Golden Tongue states: a) Do not sin. b) If you have sinned, repent. c) Those who repent inadequately, have to bear their sorrows as they find them."

Elder Ambrose of Optina

ΟΠΤΑΣΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ - ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ


Σήμερα ἔχω νά σᾶς διηγηθῶ ἕνα ἱστορικό ἑνός ἀνωνύμου μοναχοῦ πού καί ἄλλοτε σᾶς τό ἔχω πεῖ ἐδῶ στή συνάντησή μας αὐτή, διότι εἶναι πολύ ὠφέλιμο καί εἶναι ὅ,τι πρέπει γιά νά μᾶς βοηθήση πνευματικῶς στήν πνευματική μας πορεία.

Ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος, πρό πολλῶν χρόνων, ἦταν ἕνας μοναχός ὁ ὁποῖος κατ΄ ἀρχάς ἦταν βιαστής ἄνθρωπος καί ἀπ΄ ὅτι βγαίνει ἀπό τή διήγησή του φαίνεται ὅτι εἶχε κερδίσει πολύ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά φαίνεται ἐκ τῆς πείρας ὅπως βγαίνει ὅτι ὑπερηφανεύτηκε, πίστεψε ὅτι θά διέφερε ἀπό τούς ἄλλους μοναχούς στήν πνευματική κατάσταση, καί ἦταν πολύ φυσικό ἡ Χάρις νά ὑποχωρήση κι΄ αὐτός νά ἐκτεθῆ στόν πειρασμό, κι΄ ὁ πειρασμός νά τόν ξετινάξη ὤστε νά νοιώση πραγματικά καί σωστά ὅτι χωρίς τή Χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά σταθῆ ἀπέναντι στό διάβολο καί συμβάλλη μαζί του νά βγῆ νικητής.

Μετά τήν ὑποχώρηση τῆς Χάριτος βρέθηκε σέ μιά ἐμπαθέστατη κατάσταση πού ἔπεφτε πολύ χαμηλά. Ἡ πρώτη του ἀμέλεια ἦταν στά καθήκοντά του. Ἡ ἀμέλεια γέννησε πολλά ἄλλα κακά. Ἔχασε τήν ὑπομονή του στούς πειρασμούς κι΄ ἄρχισε νά ἀποδίδη τήν αἰτία τοῦ κάθε πειρασμοῦ στούς ἀδελφούς τοῦ μοναστηριοῦ. Ὁ ἕνας τοῦ φταίει, ὁ ἄλλος τοῦ ξυνίζει, ὁ ἄλλος δέν τοῦ φέρεται μέ ἀγάπη, τό ἕνα, τό ἄλλο, δημιούργησε μιά κατάσταση μίσους, κακίας ἔναντι τῶν ἀδελφῶν του τῆς μονῆς. Ὅλοι τοῦ φταίγανε, λογισμοί δέ ποικίλοι, ἀπό κάθε ἄποψη. Λογισμούς πού στή συνέχεια ἔκανε συγκαταθέσεις κι΄ ἑπομένως ἔχανε ἔδαφος πού τό κέρδιζε ὁ διάβολος. Ἐγκατέλειψε τελείως τά πνευματικά του καθήκοντα, δέν κατέβαινε στήν Ἐκκλησία κι΄ ὁ διάβολος ὁλοένα καί προχωροῦσε καί τοῦ κέρδιζε τήν καρδιά του.

Ἦλθε ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, χειρότερα αὐτός. Πλησίασε ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τήν Μεγάλη Παρασκευή σκέφτηκε κι΄ αὐτός ἄς κατέβω κι΄ ἐγώ στήν ἐκκλησία, σάν ἕνας τελευταῖος ἄνθρωπος τουλάχιστον αὐτή τήν ἡμέρα, ἄς μέ δοῦν καί οἱ ἀδελφοί ὅτι κι΄ ἐγώ κατέβηκα. Κάθησε πίσω καί παρακολουθοῦσε, ὅπως ἦταν φορτωμένος ἀπό λογισμούς, πού οἱ ἀδελφοί ἔψαλλαν τά διάφορα ἐγκώμια στόν Ἐσταυρωμένο. Ἐκεῖ πού πρόσεχε τοῦ΄ρθε μιά συγκίνηση καί λέει, πῶς ἤμουνα ἄλλοτε καί τώρα ποῦ βρίσκομαι; Τόσοι καί τόσοι ἐδῶ ἀδελφοί ἔχουν κατάσταση πνευματική, κατανύσονται, κλαῖνε, κ.λ.π., ἐγώ πέτρα σκληρή, κάθομαι καί προσέχω ὁ δυστυχής. Ποῦ ἔχω καταντήσει; Ἐκεῖ πού ἔλεγχε τόν ἑαυτό του, εἶδε νά κινεῖται ὁ λογισμός καί ἠ καρδιά του νά λέη τήν εὐχή, πρᾶγμα πού πρῶτα τό εἶχε σάν κτῆμα του, τήν εὐχή. Προχωρῶντας ἡ εὐχή τοῦ δημιούργησε μιά θέρμη στήν καρδιά του, κατάνυξη, ἐνθυμήθηκε τίς πολλές του ἁμαρτίες, τήν κατάντια του τήν πνευματική, τό ὄτι ἀπώλεσε τόν ἐσωτερικό μοναχό. Κι΄ ἄρχισε νά προσεύχεται ἀνάλογα καί νά παρακαλῆ τόν Χριστό νά τόν λυπηθῆ καί κάτι νά σταλάξη καί στήν καρδιά του σάν Χάρη, μέ τήν Χάρη πού ἔδωσε μέ τήν σταυρική Του θυσία στόν κόσμο. Ἔτσι πού προχωροῦσε ἡ Ἀκολουθία, προχωροῦσε καί ἡ κατάσταση μέσα του, πλήθυνε, ἡ καρδιά του μέσα γέμισε ἀπό Χάρη. Ἡ προσευχή ἐκινεῖτο μόνη της, ἀδιάλειπτα καί μέ καρπό. Δέν μποροῦσε νά σταθῆ στά πόδια του, κάθησε στό στασίδι του καί προσηύχετο ἔτσι μέ τήν εὐχή. Σύν τῷ χρόνῳ ἡ εὐχή ἔγινε σέ μεγάλο βαθμό, ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ τοῦ κυρίευσε τήν καρδιά, ἄρχισε νά προσεύχεται γιά τούς ἐχθρούς του, γιά τούς ἀδελφούς, συγχωροῦσε τούς πάντες καί τά πάντα, κατηγοροῦσε τόν ἑαυτό του τρομερά.

Σ΄ αὐτήν τήν θέρμη τῆς Χάριτος κι΄ αὐτός δέν κατάλαβε πῶς βρέθηκε σ΄ ἕνα μεγάλο ἀνοιχτό χῶρο. Στό βάθος τοῦ χώρου αὐτοῦ ἦταν ἕνας ὅμιλος, μιά ὁμάδα ἄς τό ποῦμε, ἀπό ἀνθρώπους πού φορούσανε σάν τούς παλαιούς ἀνθρώπους ροῦχα, κι΄ εἶχαν μεταξύ τους κάποια συζήτηση. Ἀπό αὐτούς ξεχώριζε ὁ νεώτερος, ὁ πιό ἔνδοξος καί ὡραῖος καί τόν πλησιάζει καί τοῦ λέει: - - «Ξέρω ἀδελφέ ὄτι θέλεις νά πᾶς στόν Βασιλέα, προτίθεμαι ἐγώ νά σέ βοηθήσω, νά σέ ὁδηγήσω καί νά σέ πάω στόν Βασιλέα».

- «Ἀδελφέ μου, τοῦ λέει ὁ μοναχός, ἐγώ δέν ξέρω κανένα Βασιλέα, οὔτε ἔχω καί καμμιά δουλειά μαζί του, ἑπομένως δέν ἔχω κανένα λογισμό νά θέλω νά συναντήσω αὐτόν τόν Βασιλέα πού ἐσεῖς λέτε».

- «Κάνεις πώς δέν ξέρεις;» τοῦ λέει ὁ νεαρός. «Πῶς δέν ξέρεις τόν Βασιλέα καί δέν ἔχεις καμμιά δουλειά μαζί του; Ἐμπρός λοιπόν ἀκολούθα με κι΄ ἐγώ θά σέ ὁδηγήσω ἀσφαλῶς στόν Βασιλέα».

Ὁ μοναχός ἀθέλητα ἔνοιωσε μέσα του μιά παράλυση νά ἀκολουθήση αὐτόν τόν ἄνθρωπο. Ἀφοῦ τόν ἀκολούθησε στό δρόμο, φτάσανε καί περνούσανε ἀπό ἕνα τόσο στενό δρομάκι, πού δέν μποροῦσε δύο ἀνθρώπους πλάι πλάι νά τούς χωρέση. Φυσικά προχωροῦσε μπροστά ὁ ὁδηγός καί πίσω ἀκολουθοῦσε ὁ μόναχός μέ χίλιους δυό λογισμούς. Ποιός εἶναι αὐτός ὁ ὁδηγός; Πῶς λέγεται; Ποῦ μέ πάει τώρα; Ποιός εἶναι αὐτός ὁ Βασιλιάς; Τί δουλειά ἔχω ἐγώ μαζί του; Καί τόσους ἄλλους λογισμούς. Σέ μιά στιγμή γυρίζει τό κεφάλι πίσω ὁ ὁδηγός καί τοῦ λέει:

- «Ἀδελφέ, ξέρεις γιατί ἔχεις ὅλους αὐτούς τούς λογισμούς πού σέ παλεύουν μέσα σου; Οἱ λογισμοί σου καί ὅλη ἡ πνευματική σου κατάσταση ἔγινε γιατί ἐγκατέλειψες τήν εὐχή, τό «Κύριε Ἰησοῦ ἐλέησόν με» ἀπό δῶ σοῦ γεννήθηκαν ὅλοι οἱ λογισμοί, λοιπόν λέγε τήν εὐχή κι΄ ἀκολοῦθα πιστά».

Μόλις εἶδε ὁ μοναχός ὅτι τοῦ διάβασε τούς λογισμούς του κι΄ ὅτι βρῆκε τήν αἰτία, περισσότερο δώθηκε μέ ἐμπιστοσύνη στήν ἀκολούθηση, ἀλλά καί ἔνοιωσε μέσα του νά τόν ἀγαπάη τόν ὁδηγό αὐτό. Ἄρχισαν ἔτσι καί προχωρούσανε, μετά πού βγήκανε ἀπ΄ αὐτό τό στενό δρομάκι, βρέθηκαν ἐμπρός ἑνός ποταμοῦ, τοῦ ὁποίου τό βάθος πρός τά κάτω ἦταν ἀμέτρητο. Ἡ μιά ὄχθη μέ τήν ἄλλη ἐπικοινωνοῦσαν μέ ἕνα μονόξυλο στρογγυλό καί λέει ὁ ὁδηγός:

- «Ἀδελφέ μοναχέ, ἀπό ἐδῶ ἐπάνω θά περάσουμε τώρα, γιά νά συνεχίσουμε τό δρόμο πρός τόν Βασιλέα».

- «Μά πῶς θά περάσουμε ἀπό ἐδῶ ἐπάνω;»

- «Μή φοβᾶσαι, μόνο δῶσε τό χέρι σου κι΄ ἀκολοῦθα. Τοῦ ἔδωσε τό χέρι, τόν ἔπιασε, ἄρχισαν νά περνοῦν ἀπέναντι ἀπό τό μονόξυλο, τό δέ μονόξυλο κουνιόταν καί τοῦ μοναχοῦ ἄρχισε νά τρέμη ἡ καρδιά του. Ἀλλά πάλι τόν παρηγοροῦσε ὄτι ὁ ὁδηγός ἦταν τόσο πιστός ἄνθρωπος, μ΄ ὅτι ἔδειχνε ἐκεῖ, κι΄ ἄρχισε ἡ καρδιά του νά παίρνη θάρρος. Ἀφοῦ πέρασαν ἀπέναντι λέει:

- «Τώρα θά τραβήξουμε τόν ἀνήφορο καί θά συναντήσουμε τόν Βασιλιά».

Τραβῶντας πρός τά πάνω συνάντησαν ἕναν ὄμιλο ἀπό πολλούς μοναχούς μέ λαμπερά φορέματα καί μέ πολλή λαμπρότητα στό πρόσωπο. Μόλις πλησίασαν τούς χαιρέτισε ὁ ὁδηγός καί τούς εἶπε:

- « Χαίρετε ὅσιοι Πατέρες τοῦ Χριστοῦ».

- «Χαίρεις κι΄ ἐσύ ὁ Μεγαλομάρτυς τοῦ Χριστοῦ, Γεώργιε, πότε θά μᾶς φέρης τόν ἀδελφό πού κρατᾶς;»

- «Ὅταν γίνη τό θέλημα τοῦ Κυρίου θά τόν φέρω».

Μόλις ἄκουσε ὁ ἀδελφός ὅτι ὁ ὁδηγός ἦταν ὁ Μεγαλομάρτυς Γεώργιος, ὁ ὁποῖος ἦταν πραγματικά προστάτης κι΄ ὁδηγός του στήν ζωή του, τόν ἀγκάλιασε, ἄρχισε νά τόν φιλάη καί νά τοῦ λέη πολλά λόγια μέ ἀγάπη. Μετά βέβαια ἀφοῦ εἶδε ὅτι ἦταν ὁ Ἅγιος Γεώργιος δέν ἄφηνε νά κρατᾶ τό χέρι του. Προχωρῶντας πρός τά πάνω, συναντοῦνε πάλι ἕναν ὅμιλο ἀπό μοναχούς, ἀλλά πολύ ὀλίγους, αὐτοί βέβαια φοροῦσαν τά ἴδια φορέματα, ἀλλά εἶχαν δόξα πολλή μεγάλη καί στά ροῦχα καί στό πρόσωπο. Ἀφοῦ ἀλληλοχαιρετήθηκαν ρωτᾶ ὀ ἀδελφός τόν Ἅγιο Γεώργιο:

- «Ἅγιέ μου Γεώργιε, γιατί αὐτοί οἱ μοναχοί εἶναι ὀλίγοι κι΄ ἔχουν τόση λαμπρότητα;» Τοῦ ἀπαντᾶ ὁ Μεγαλομάρτυς:

- «Οἱ μοναχοί αὐτοί εἶναι τοῦ νῦν καιροῦ γι΄ αὐτό εἶναι καί ὀλίγοι».

- «Μά Ἅγιε τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατόν τώρα ἔτσι νά σώζωνται οἱ ἄνθρωποι, οἱ μοναχοί. Μά δέν ὑπάρχει ἀρετή, δέν ὑπάρχει ἀγάπη, δέν βλέπω νά σώζεται καί κανένας».

- «Ναί, δύσκολα κανείς σώζεται σήμερα, ἀλλά αὐτοί οἱ ὀλίγοι πού θά σωθοῦνε, ὅπως βλέπεις κι΄ ἐδῶ στήν πράξη, θά ἔχουνε πολλή μεγάλη δόξα στόν Οὐρανό. Ὁ Θεός θά τούς κατατάξη μέ τούς μεγάλους Ἁγίους. Πραγματικά δέν ὑπάρχει ἀρετή σήμερα κι΄ αὐτοί πού θά ἀγωνιστοῦν μέ τίς ὀλίγες τους δυνάμεις, μέ ὅ,τι θά διαβάσουν καί μέ ὅ,τι θά ἔχουν σάν προαίρεση καί ξεπεράσουν τή δυσκολία καί βρεθοῦνε στόν Παράδεισο, ἡ δόξα τους θά εἶναι ἴση μέ τῶν μεγάλων Ἁγίων τοῦ Θεοῦ».

Λέγοντας αὐτά, προχωροῦσαν συνάμα καί φτάσανε σ΄ ἕνα πολύ μεγάλο παλάτι. Μπαίνοντας πρός τά μέσα ἦταν μιά μεγάλη ἀνοιχτή αἴθουσα καί ἦταν πλῆθος μοναχῶν ἐκεῖ. Ὅλοι αὐτοι οἱ μοναχοί ἔτρεξαν καί περιτριγύρισαν τόν Ἅγιο Γεώργιο καί τόν μοναχό λέγοντας πρός τόν Ἅγιο:

- «Πότε θά μᾶς φέρης τόν ἀδελφό μας ἐδῶ; Ἐμεῖς περιμένουμε, προσευχόμαστε».

- «Θά τόν φέρω ὅταν γίνη τό θέλημα τοῦ Κυρίου», ἀπήντησε.

Μετά γύρισαν πρός ἀνατολάς καί εἶδαν ὅτι μπροστά τους ἦταν ἔνα τέμπλο, οὐράνιο πρᾶγμα μέ δύο μεγάλες, τεράστιες εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας. Ἀφοῦ σταθήκανε μπροστά ἐκεῖ, ἄρχισαν ὅλοι οἱ μοναχοί νά ψάλλουν τό «Ἄξιον ἐστί» καί τό ψάλλανε τόσο ὄμορφα, τόσο οὐράνια, μέ τόση χάρη, πού ὁ μοναχός εἶπε:

- «Στόν κόσμο δέν ἄκουσα ἕνα τέτοιο «Ἄξιον ἐστί», τόσο μελωδικό καί χαρούμενο».

Ἀφοῦ τελείωσε ὅ ὕμνος τῆς Παναγίας μας, ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἄνοιξε σάν πόρτα καί βγῆκε ἀπό μέσα πρός τά ἔξω μιά φωνή ἡ ὁποία εἶπε:

- «Μεγάλη ἡ εὐσπλαχνία Σου, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων». Κι΄ ἀμέσως ὁ Μεγαλομάρτυς Γεώργιος προχώρησε πρός τήν πόρτα, ἄφησε πίσω τόν ἀδελφό μέ τούς μοναχούς καί προχώρησε πρός τό βάθος. Στό βάθος δέ ἦταν ὁ Κύριος καθισμένος ἐπάνω στό θρόνο τῆς δόξης Του κι΄ ἔλαμπε τό πρόσωπό Του σάν χίλιοι ἥλιοι καί γύρω Του σάν φόντο ἦταν τά τάγματα τῶν Ἀγγέλων μέ τάξη. Προχώρησε ὁ Ἄγιος Γεώργιος καί ὅταν ἔφθασε στό θρόνο τοῦ Χριστοῦ, ἔβαλε μετάνοια καί φίλησε τήν Δεξιάν τοῦ Χριστοῦ μας. Ὁ δέ Κύριος σηκώθηκε καί τόν ὑποδέχθηκε. Ἀφοῦ κάθησε τοῦ λέγει:

- «Ποιό εἶναι τό αἴτημά σου;»

- «Ἦλθα νά σέ παρακαλέσω Δέσποτά μου, Ἄχραντε Κύριε, γιά τόν ἀδελφό πού ἔφερα τόν μοναχό. Βέβαια δέν εἶναι ἄξιος ἐλέους, ἀλλά κοντά στήν εὐσπλαχνία Σου Κύριέ μου, δέν εἶναι τίποτα».

- «Δέν εἶναι ἄξιος ἐλέους Γεώργιε αὐτός ὁ μοναχός γιατί ἐγκατέλειψε τά καθήκοντά του καί κατά κάποιο τρόπο περιφρόνησε τήν Χάρη πού τοῦ ἔδωσα. Γιατί γεύτηκε πολύ τήν ἀγάπη μου κι΄ αὐτός δέν θέλησε νά σηκωθῆ ἀπό τήν ἀμέλειά του, παρ΄ ὅτι τοῦ ἔστειλα πνευματικούς ἀνθρώπους καί τόν νουθέτησαν, καί τοῦ ἔμαθαν πολλά. Ἀλλά αὐτός δέν συνετίστηκε, δέν ἔβαλε ἀρχή, δέν μετανόησε, δέν ἄλλαξε, ἑπομένως δέν εἶναι ἄξιος».

Γονάτισε ὁ Ἀγιος Γεώργιος καί ἄρχισε νά Τοῦ ἀναφέρη, νά Τοῦ παρουσιάζη τά βασανιστήρια τοῦ μαρτυρίου του πού ὑπέστη γιά τήν ἀγάπη Του, σκεπτόμενος ἔτσι νά συγκινήση τόν Κύριο νά ἀλλάξη ἀπόφαση γιά τόν ἀδελφό καί νά τόν ἐλεήση. Ἀλλά ὁ Κύριος ἐπέμενε νά τοῦ λέη ὄτι:

- « Δέν εἶναι ἄξιος, μήν παρακαλᾶς». Ἀφοῦ εἶδε ὁ Ἄγιος ὅτι οὔτε αὐτό μπόρεσε νά ἀλλάξη τόν Κύριο, τότε κατεφυγε στό πανίσχυρο μέσο, δηλαδή νά Τοῦ παρουσιάζη τήν σταυρική θυσία Του, πού τήν ἔκανε γιά τόν ἄνθρωπο, πού τήν ἔκανε ὁ Ἴδιος, κι΄ ἦταν Θεία. Ἡ θυσία ἑπομένως ἦταν Θεοῦ, θεϊκή καί ἐξιλαστήριος καί δέν χωροῦσε κανένα ἐμπόδιο ἐδῶ. Τοῦ λέει:

- «Κύριέ μου, ἐνθυμήσου τόν Σταυρικό θάνατο πού ὑπέμεινες γιά τόν ἄνθρωπο, καί ὅτι μία σταγόνα ἀπό τό Πανάγιο Αἷμα Σου εἶναι δυνατόν νά ἐξαλείψη ὅλα τά ἁμαρτήματα τοῦ κόσμου, ὅλων τῶν ἀνθρώπων καί νά σώση κάθε ἁμαρτωλό ἄνθρωπο. Ἑπομένως τί εἶναι γιά ἕναν μοναχό ἀμελή;». Τότε ὁ Χριστός μας ἔκλεινε τό Ἄχραντο κεφάλι Του καί εἶπε:

- Ναί, Γεώργιε, καί μιά σταγόνα ὅπως εἶπες τοῦ Ἁγίου Αἵματός μου εἶναι δυνατόν νά ἐξαλείψη ὅλα τά ἁμαρτήματα τοῦ κόσμου. Ἄς γίνει τό θέλημά σου».

Τότε κάνει νεῦμα στόν Ἀρχάγγελλο πού ἦταν κοντά Του νά τοῦ φέρη τό ποτήριον τῆς θείας ἀγάπης. Τότε ὁ Ἀρχάγγελος φέρνει ἕνα εἶδος Ἁγίου Ποτηρίου μέ τό περιεχόμενο μέσα καί τοῦ λέει ἀφοῦ τό δίνει στόν Ἄγιο Γεώργιο:

- «Πάρε αὐτό, πήγαινε ἔξω καί πότισε τόν ἀδελφό μέ τό ποτήριον τῆς ἀγάπης». Τό παίρνει ὁ Ἅγιος Γεώργιος, βγαίνει ἔξω, τό δίνει στόν μοναχό, τό πίνει αὐτός, γίνεται ὅλος πῦρ θεϊκῆς ἀγάπης. Ὅπως γνωρίζουμε τό πῦρ θεϊκῆς ἀγάπης ἔξω βάλλει τόν φόβο, χωρίς νά καλυφθῆ, χωρίς νά τοῦ πῆ κανείς τίποτε, μέ κινητήριο δύναμη τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ξεκινᾶ καί μπαίνει μέσα καί πέφτει μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ κι΄ ἄρχισε νά τ΄ ἀγκαλιάζη, νά τά φιλῆ, νά τ΄ ἀσπάζεται, νά κλαίη λυωμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.

Τότε ὁ Κύριος λέει στόν Ἅγιο Γεώργιο:

- «Πάρε τόν ἀδελφό καί πήγαινέ τον πάλι στόν κόσμο ν΄ ἀγωνιστῆ, κι΄ ἐγώ θά τόν βοηθήσω νά ἐπανεύρη τήν πρώτη κατάσταση καί μετά θά γίνη τό θέλημά μου».

Τότε ὁ Ἄγιος Γεώργιος τόν παίρνει ἀπό τό χέρι, ἀφοῦ προσκύνησαν καί οἱ δύο τόν Κύριο., βγαίνουνε πάλι στήν αὔθουσα μέ τούς πολλούς μοναχούς. Οἱ ἀδελφοί τούς περιέβαλαν μέ πολλή ἀγάπη καί ἄρχισαν πάλι νά ἐπαναλαμβάνουν:

- «Ἀδελφέ, γνώριζε ὄτι αὐτό πού σοῦ συμβαίνει τώρα δέν εἶναι ὕπνος, εἶναι πραγματικότης, εἶναι ἀλήθεια ὄτι ἐσύ ἦρθες ἐδῶ κι΄ ὅτι ἐμεῖς σοῦ λέμε αὐτά πού ἀκοῦς τώρα, ὅτι δέν γνώρισες τοῦ θανάτου τή δυσκολία. Ὁ θάνατος εἶναι φοβερός ἀδελφέ, εἶναι κάτι πολύ δύσκολο. Εἶναι σάν νά πατάη κανείς μέ γυμνά πόδια σέ ἀναμμένα κάρβουνα. Μνημόνευε τόν θάνατο καί βίαζε τόν ἑαυτό σου. Ἐμεῖς θά βοηθήσουμε μέ τίς προσευχές μας ἐδῶ καί σέ περιμένουμε. Λοιπόν κάνε ὅ,τι μπορεῖς κι΄ ἐσύ, βοήθα τόν ἑαυτό σου. Ἅγιε τοῦ Θεοῦ Γεώργιε, βοήθησε κι΄ ἐσύ τόν ἀδελφό ἐφ΄ ὅσον εἶσαι προστάτης του». Κι΄ ἀμέσως ξεκινοῦν, κατέρχονται, περνοῦν πάλι τούς ὁμίλους τούς δύο πού εἶχαν συναντήσει κι΄ ἐκεῖνοι οἱ μοναχοί τά ἴδια τοῦ εἶπαν τοῦ ἀδελφοῦ, κι΄ ὄταν πλησίασαν νά περάσουν τό βαθύ ποτάμι μέ τό μονόξυλο, κάθεται ὁ Ἅγιος Γεώργιος καί τοῦ λέει:

- «Ἀδελφέ ἄκουσε τί θά σοῦ πῶ, αὐτό πού σοῦ συνέβη τώρα εἶναι πραγματικότητα, ὅτι μέ συνάντησες τώρα, ὅτι πήγαμε καί εἴδαμε τόν Κύριο, ἔλαβες πληροφορία ὅτι ἡ κατάστασή σου δέν ἦταν καθόλου καλή, ὅτι πήραμε ἀπό τόν Κύριο τήν συγγνώμη, καί ὅτι τώρα δέν χωράει καμμιά παράταση χρόνου γύρω ἀπό τήν ἀμέλειά σου κι΄ ἀπό τήν ὅλη σου κατάσταση. Ἄν συνεχίσης νά εἶσαι ἀμελής, καί δέν σηκώνεσαι, δέν ξέρω τί σέ περιμένει, στούς πειρασμούς σου, στόν ἀγῶνα σου, νά ξέρης ὅτι τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας βοηθοῦν πάρα πολύ, γιά αὐτό νά ἐπικαλεῖσαι τήν Παναγία καί θά σέ βοηθήση».

Ὑποσχέθηκε βέβαια ὁ ἀδελφός ὄτι θά διορθωθῆ, εὐχαρίστησε τόν Ἅγιο γιά ὄ,τι ἔκανε καί ξεκίνησαν γιά τό μονόξυλο. Ὅταν ἀνεβηκαν ἐπάνω καί φθάσανε κοντά στό μέσον καί ἄρχισαν κάπως νά κουνοῦν οἱ δαίμονες τό ξύλο, ὁ Ἄγιος ἔγινε ἄφαντος καί ἔμεινε μόνος του. Οἱ δαίμονες ἄρχισαν νά φωνάζουν:

- «Τώρα πού ὁ Γεώργιος ἔφυγε, νά τόν ριξουμε μέσα τόν μοναχό». Κι΄ ἄρχισαν νά κουνοῦν τό μονόξυλο δυνατά. Ἀπό τό φοβο του φωνάζει: «Παναγία βοήθα με» καί βρέθηκε στό στασίδι του καί ἡ προσευχή νά λέγεται μόνη της. Ἀφοῦ συνῆλθε ἀπό τήν ὁπτασία αὐτή σκέφθηκε ὅτι πρέπει ν΄ ἀλλάξη. Εἶπε στόν ἐαυτό του πρέπει ν΄ ἀλλάξω, διαφορετικά χάνομαι. Πράγματι ἄλλαξε ὁ ἀδελφός, ἀγωνίστηκε πολύ, ξαναβρῆκε τήν πρώτη του πνευματική κατάσταση, γνώρισε τό μεγαλεῖο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ ἐντονώτερα καί κάθησε καί ἔγραψε τό περιστατικό αὐτό πού τοῦ συνέβηκε σ΄ ἕνα μικρό φυλλάδιο κι΄ ἔμεινε ἔτσι νά λέγεται «Ὀπτασία ἀνωνύμου μοναχοῦ».

Εἶναι ἕνας σύγχρονος μοναχός. Ἀπό τό ὅλο αὐτό ἱστορικό βλέπουμε ὄτι

α) τοῦ συνἐβηκε μία κατάσταση πού τόν ξεγέλασε καί τόν μπατάρησε. Στή συνέχεια εἶχε σάν ἀποτέλεσμα αὐτό νά τοῦ δημιουργηθῆ ἡ ἀμέλεια στά καθήκοντά του, ἡ ἀμέλεια στούς λογισμούς, στήν ἐπιτήρηση τοῦ νοῦ, στούς λογισμούς. Ἔτσι σιγά-σιγά ἔγινε ἡ ἐξωτερική προδοσία καί στή συνέχεια ἡ ἀμέλεια στά καθήκοντα. Ζημιώθηκε τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ καί κατέληξε κατόπιν νά ψυχρανθῆ μέ τούς ἀδελφούς καί στήν συνέχεια νά αἰσθάνεται καί νά λογίζεται μίσος πρός τούς ἀδελφούς καί νά νομίζη ὄτι ἔχει καί ἐχθρούς καί τόσα ἄλλα πού δέν εἴχουν γραφτεῖ στό βιβλιαράκι του. Εἶναι εὐκολονόητο νά καταλάβουμε, ἀλλά ὅπως τοῦ εἶπε καί ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Γεώργιος: «Ἄφησες ἀδελφέ τήν εὐχή καί γι΄ αὐτό σοῦ συνέβηκαν ὅλα αὐτά».

Ἡ ἀμέλεια στήν εὐχή τοῦ δημιούργησε τήν βασική πτώση του καί στή συνέχεια βλέπουμε ὅτι ἠ παρρησία ἑνός Ἁγίου πόσο μεγάλη εἶναι καί πώς πρέπει βέβαια ν΄ ἀγαποῦμε ὅλους τούς Ἁγίους, ἀλλά ὁ καθένας ἔχει καί μιά ἰδιαίτερη ἀγάπη σέ ἔναν, δύο, ὁρισμένους Ἁγίους καί τοῦτο οἱ Πατέρες τό ἐπικροτοῦν. Αὐτό πού εἶναι ἀξιοπρόσεκτο σέ ὅλο τοῦτο τό ἱστορικό, εἶναι τό ὅτι ὁ ἀδελφός αὐτός πρῶτα εἶχε κάνει τόσο πολύ κτῆμα του τήν προσευχή καί πῶς ὕστερα δέν πρόσεξε τό θέμα τῆς οἴησης, τοῦ ἔκανε τήν πτώση, τοῦ ἔκλεψε τήν προσευχή καί στή συνέχεια ἔπαθε αὐτό τό γενικό ναυάγιο. Ἄρα λοιπόν ἡ προσευχή αὐτή τοῦ Χριστοῦ μας, εἶναι γιά ὅλους βέβαια, ἀλλά κυρίως γιά τόν μοναχό τό ἅπαν. Διότι κατ΄ ἀρχάς αὐτός ὁ μοναχός στόν κάθε πειρασμό του, γιά νά φτάση στήν Χάρη καί στήν ἀγαθότητα, τόν καταπολέμησε μέ τήν εὐχή καί ἄλλα πολλά βέβαια, ἀλλά σάν κύριο ὅπλο εἶχε τήν προσευχή. Ἐξ΄ οὗ καί ὁ Ἄγιος τοῦ εἶπε ὅτι ἀφήνοντας τήν προσευχή αὐτή ἔπαθε τό ναυάγιο, τοῦ ἦρθαν ὅλοι οἱ πειρασμοί. Πολλή προσοχή πρέπει νά δώσουμε στό σημεῖο αὐτό τῆς προσευχῆς. Ὅτι ἐάν προσευχώμαστε, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ βέβαια, ὅταν προσευχώμαστε μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, θά νοιώθουμε ἀσφάλεια πνευματική, θά νοιώθουμε ὅτι κρατοῦμε στά πνευματικά μας χέρια ἕνα τέλειο ὅπλο. Ὅπλο τό ὁποῖο τρέμουν οἱ δαίμονες. Καί μόνο νά λέγεται ἡ προσευχή αὐτή, κι΄ ἄν σχετικά σκορπίζεται ὁ νοῦς μας, οἱ δαίμονες ὅμως τήν ἀκοῦνε, ἀκοῦνε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως δέν εἶναι εὔκολο νά πλησιάσουν τόν ἄνθρωπο, νά τοῦ κλέψουν τό μυαλό καί νά τόν βυθίσουν στήν ἁμαρτία.

Γι΄ αὐτό σέ κάθε μας δουλειά πού κάνουμε τήν ἡμέρα καί μέ τό στόμα ὅταν λέμε τήν εὐχή, τό κέρδος εἶναι μεγάλο, τό εἴπαμε πολλές φορές αὐτό.

Δέν εἶναι ὅτι αὐτός πού προσεύχεται κατ΄ αὐτόν τόν τρόπο ὠφελεῖται, ἀλλά ὠφελεῖ καί τόν ἀδελφό του, τόν πλησίον του πού ἔχει καθῆκον νά τόν βοηθήση, γιατί ἀκούοντας ὁ ἄλλος τήν εὐχή κάθε στιγμή πού θά διέρχεται τό μυαλό του ἕναν μετεωρισμό, καί θά εἶναι τό μυαλό του κάπου ἀλλοῦ ἐκτός προsευχῆς, αὐτό τό πρᾶγμα θά τόν ἐλέγξη. Θά πῆ, γιά στάσου, αὐτός ὁ ἀδελφός μου προσεύχεται κι΄ ἐγώ μετεωρίζομαι; Αὐτός κερδίζει κι΄ ἐγώ ἀργολογῶ; Κέρδος εἶναι κι΄ ἐγώ νά προσευχηθῶ, κι΄ ἐγώ ν΄ ἀρχίσω τήν προσευχή. Συνάμα θά ἐνθυμῆται ὄτι πρέπει νά προσευχηθῆ, εἶναι ἐντολή τοῦ Γέροντος, εἶναι μιά συνεχή νουθεσία καί παραίνεση.

Ἑπομένως ἐφ΄ ὅσον ἀργολογῶ εἴτε μέ τό νοῦ, εἴτε μέ τό στόμα, κάνω παρακοή στήν πνευματική ὑπακοή τοῦ Γέροντα. Ἄς κρατήσουμε τήν εὐχή, Χάριτι Θεοῦ καί μόνο, θά σταθοῦμε στά πόδια μας. Διότι οἱ δυνάμεις μας δέν εἶναι πολλές, εἴμεθα ἀδύναμοι ἄνθρωποι πνευματικῶς. Τά κακά εἶναι πολλά καί δυνατά. Τό μικρόβιο τῆς ἁμαρτίας ἔχει γίνει ἰσχυρό, διότι τῆς ὑγείας τό μικρόβιο ἔχει ἀδυνατίσει. Ἡ εὐχή λογίζεται καί ὡς φάρμακο τῆς ψυχῆς, θεραπεύει. Εἶναι ἕνα φάρμακο πού σέ ὅποια πληγή, σέ ὄποια ἀσθένεια τό βάλλει ὁ ἄνθρωπος, γίνεται καλά. Ὁ Σατανᾶς αὐτό τό πρᾶγμα τό γνωρίζει πολύ καλά, τό ἔχει προσέξει καί γι΄ αὐτό ἔχει λάβει ὄλα τά μέτρα γιά νά ἐμποδίση αὐτή τήν γενική θεραπεία. Ὅταν νοιώθουμε μέσα μας κενότητα, ἄδειασμα, ξηρασία, πρέπει νά γνωρίζουμε ὄτι τό θέμα τῆς εὐχῆς ἔχει πάθει καθίζηση. Ἄς μήν τρέξουμε σέ τίποτα ἄλλο νά ἐρευνήσουμε, μόνο ἔνα νά ξέρουμε πολύ καλά, ὄτι λείπει ἡ εὐχή, γι΄ αὐτό νοιώθουμε πνευματικό ἄδειασμα, ἀκατανυξία. Ὅταν δέν νοιώθουμε καλά γιά τόν ἀδελφό μας, τόν πλησίον μας κάτι ὄχι καλό, εἶναι γιατί ἡ εὐχή ἔχει ἀδυνατίσει.

Δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχη προσευχή, νά ὑπάῤχη εὐχἠ συμμαζεμένη, μέ συμμαζεμένο μυαλό καί νά μήν νοιώθουμε καλά. Εἴμεθα οἱ ὀγδοῆτες, κατά τόν λόγο τῶν Πατέρων μας, οἱ τελευταῖοι ἄνθρωποι πού δέν ἔχουμε καμμιά κατάσταση πνευματική, πρῶτος ἐγώ. Ἀλλά ὅπως εἴδαμε σ΄ αὐτή τή διήγηση τοῦ ἀδελφοῦ μοναχοῦ, μποροῦμε Χάριτι Θεοῦ, κάτι νά γίνη μέσα μας, ὅταν πιάσουμε καλά τήν εὐχή. Ἄς ἀγωνιστοῦμε πάνω σ΄ αὐτό τό θέμα πού εἶναι τό πᾶν.

Ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀργολογία τήν διανοητική καί προφορική, ἄς κάνουμε τά καθήκοντά μας με ζεστασιά, μέ θέρμη, μέ πόθο καί τό ἐλάχιστο ἔργο πού γίνεται μέ πόθο καί καλό λογισμό φέρει ὠφέλεια. Ἄς προσέξουμε τά πάντα, διότι ἡ προσευχή μόνη της δέν προχωρᾶ, θέλει ἀπό πολλές μεριές βοήθεια. Διότι ἀπό τήν μιά μεριά βιάζεται κανείς νά προσευχηθῆ, κι΄ ἀπό τήν ἄλλη τό θέμα τῆς ὑπακοῆς ἤ τό θέμα τῆς ἀγωνιστικότητας ἤ τό θέμα τῶν λογισμῶν κι΄ ἔχει τό νοῦ του νά γυρίζη ἐδῶ κι΄ ἐκεῖ καί δέν δίνει καμμιά προσοχή νά τό συμμαζέψη, δέν θά μπορέση ἡ προσευχή νά προχωρήση καί νά κάνη μεγάλα πράγματα. Ὄχι ἀπό τήν μιά νά χτίζουμε κι΄ ἀπό τήν ἄλλη νά γκρεμίζουμε, ποτέ δέν θά κάνουμε κανένα σωστό πρᾶγμα. Ἄς δώσουμε τόν ἐαυτό μας στήν προσευχή προσέχοντας καί ὅλα τά ἄλλα. Κι΄ ἔτσι μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ θά μπορέσουμε νά προχωρήσουμε καί νά νοιώσουμε μέσα μας ὅτι κάτι ἔχει ἀλλάξει, κι΄ ὅτι πηγαίνουμε νά γίνουμε ἐσωτερικά μοναχοί. Ἐξωτερικά ἔχουμε γίνει ὅλοι, ἀλλά ἐσωτερικά ἔχουν γίνει μόνον ἐκεῖνοι πού ἔχουν βιάσει τούς ἑαυτούς των.

Ἄς παρακαλοῦμε καί τούς Ἁγίους μας, μετά τόν Θεό καί τήν Παναγία, ἐφ΄ ὅσον βλέπουμε ὄτι ἔχουν τόση παρρησία, νά τούς παρακαλοῦμε νά μεσιτεύουν καί νά μᾶς προστατεύουν στόν πνευματικό μας δρόμο γιά νά φτάσουμε κι΄ ἐμεῖς ὅπως κι΄ αὐτοί εἰς τόν λιμένα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.

ΑΜΗΝ.



Monday, August 18, 2014

O Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου ( Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ )


Κοιτάξτε το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Του. Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή. Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο.



Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Pride begins where vainglory leaves off ( Saint John Climacus )


Pride begins where vainglory leaves off. Its midpoint comes with the humiliation of our neighbor, the shameless parading of our achievements, complacency, and unwillingness to be found out. It ends with the spurning of God's help, the exalting of one's own efforts and a devilish disposition.


Saint John Climacus

Sunday, August 17, 2014

Cele mai multe Theotokos Sfinte - Most Holy Theotokos (Romanian)

Χερουβικού - Cherubic Hymn

Ο πολλαπλασιασμός του Προσφόρου και της μανέστρας. ( Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης )


Τον Αύγουστο του 1963 ήρθανε στη Μονή 75 λιβαναταίοι. Εργαστήκανε για τη στέρνα της Μονής, το Αγιονέρι, εθελοντικά. Το έχουν τάμα πολλοί από τις Λιβανάτες, την πατρίδα του Οσίου Δαβίδ, να προσφέρουν κάτι στη Μονή του συμπατριώτη τους, χρήματα ή εργασία. Έτσι φτάσανε τότε 75 άντρες για να κάνουν το έργο της στέρνας. Και στη Μονή βρισκόσανε άλλοι 15, για να βοηθήσουν. Ο π. Ιάκωβος συντόνιζε γενικές εργασίες, μα ήταν και ο μόνος που έπρεπε να φροντίσει για το φαγητό και τη διαμονή των καλών αυτών ανθρώπων.

Χρησιμοποίησε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε στην αποθήκη. Μια μέρα τα τρόφιμα τελείωσαν. Χρήματα δεν είχε. Έψαξε όλα τα ράφια, όλες τις γωνίες. Κατόρθωσε να βρει δυόμισι οκάδες μανέστρα. Και από ψωμί μόνο μισό Πρόσφορο. Του έδωσε και ο γέρο-Ευθύμιος μισό καρβελάκι. Ποσότητες αστείες για σχεδόν εκατό πρόσωπα, που δουλεύανε όλη την ημέρα χειρονακτικά.

Στεναχωριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει. Τον έπιασε απελπισία και σχεδόν έκλαιγε, που θ’ άφηνε τον κόσμο νηστικό. Ξαφνικά όμως του ήρθε μια ιδέα: κατεβάζει τη μεγάλη κατσαρόλα, ρίχνει μέσα τη μανέστρα, βάζει και το ψωμί και όπως ήτανε πήγε στο ναό. Στάθηκε μπροστά στην εικόνα του οσίου Δαβίδ και του είπε:

–Άγιε μου, οι άνθρωποι αυτοί δουλεύουν για το Μοναστήρι σου. Γυρνάνε κουρασμένοι και πεινασμένοι. Δεν έχω τίποτα άλλο να τους δώσω να φάνε, μόνο τις δυόμισι οκάδες μανέστρα με το λίγο λαδάκι, το μισό προσφοράκι και το μισό καρβελάκι (= και τα έδειχνε στον Άγιο). Σε παρακαλώ, εσύ να τα ευλογήσεις, να φάνε και να χορτάσουνε.

Μαγείρεψε στην κατσαρόλα τούτη, έβγαζε συνέχεια φαγητό και δεν τελείωνε. Χόρτασαν όλοι και περίσσεψε! Το είδαν πολλοί και ο νυν ηγούμενος π. Κύριλλος. Πολλά χρόνια μετά, τονίζοντας τα θαύματα του οσίου Δαβίδ, έλεγε ο π. Ιάκωβος:

–Αδελφέ μου, επανάληψη του θαύματος των πεντακισχιλίων!


Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης 

True hope seeks the one Kingdom of God ( St. Seraphim of Sarov )


If a person does not have superfluous care for himself, out of his love for God and for virtuous deeds, and knows that God will take care of him, then this hope is true and wise. But if a person places all his hope in his works, and turns to God in prayer only when unforeseen misfortunes befall him, then he, seeing that he lacks the means of averting them in his own abilities, begins to hope for help from God -- but such a hope is trivial and false. True hope seeks the one Kingdom of God and is sure that everything necessary for this mortal life will surely be given. The heart cannot have peace until it acquires this hope. This hope pacifies it fully and brings joy to it. The most holy lips of the Saviour spoke about this very hope: "Come unto Me, all ye that labour and are heavy laden, and I will give you rest" (Mt. 11:28).



St. Seraphim of Sarov

Saturday, August 16, 2014

Πάντοτε να κάνεις ευχή πριν αρχίσεις κάθε εργασία.( Γέροντας Τύχων )


Πάντοτε να κάνεις ευχή πριν αρχίσεις κάθε εργασία. Να λες « Θεέ μου,
δώσε μου δύναμη και φώτιση» και κατόπιν να αρχίσεις την δουλεία σου. Και
στο τέλος «δόξα τον Θεό».

Γέροντας Τύχων

Fear of God ( St. Anthony the Great )


Always have the fear of God before your eyes. Remember Him who gives death and lives. Hate the world all that is in it. Hate the peace that comes from the flesh. Remember this life, so that you may be alive in God.


St. Anthony the Great

Friday, August 15, 2014

Ο Θεός ακούει πάντοτε την προσευχή του ανθρώπου ( Γέροντας Παΐσιος )


Ρίξτε το μεγαλύτερο βάρος του αγώνα σας στην προσευχή, γιατί αυτή μας κρατεί σε επαφή με το Θεό. Και η επαφή αυτή πρέπει να είναι συνεχής. Η προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής, είναι ανάγκη της ψυχής και δεν πρέπει να θεωρείται αγγαρεία. Η προσευχή για ν' ακουστεί από το Θεό πρέπει να γίνεται με ταπείνωση, με συναίσθηση βαθιά της αμαρτωλότητας μας, και να είναι καρδιακή. Εάν δεν είναι καρδιακή, δεν ωφελεί. Ο Θεός ακούει πάντοτε την προσευχή του ανθρώπου που είναι πνευματικά ανεβασμένος. Η μελέτη της Αγίας Γραφής βοηθάει πολύ την προσευχή, θερμαίνει την ψυχή και μεταφέρει τον προσευχόμενο σ' ένα πνευματικό χώρο. Η προσευχή είναι ξεκούραση.



Γέροντας Παΐσιος

The internal beauty of the soul ( Elder Paisios )


The internal purity of the true man’s beautiful soul beautifies his external person as well, and the divine sweetness of God’s love sweetens even his countenance. The internal beauty of the soul, apart from spiritually beautifying and sanctifying man externally, with Divine Grace revealing him to others, also beautifies and sanctifies the ugly clothes the graced man of God wears.


Elder Paisios

Thursday, August 14, 2014

30+1 Θαυματουργές Εικόνες της Παναγίας μας


 

Παναγία Δοβρά ή Καλή Παναγία, Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά, Βέροια


Στη συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας η Παρθένος Μαρία κατέχει ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση, που είναι καρπός άδολης και καρδιακής αγάπης του λαού του Θεού προς το πρόσωπό της. Η θέση αυτή δεν την αυτονομεί, δεν την εξυψώνει υπερβαλλόντως και αναρμόστως, προκαλώντας εσωτερικές αμφιβολίες και αντεγκλήσεις, αλλά την καθιστά αυτή που ακριβώς είναι, σε σχέση
πάντα με τον Ιησού Χριστό, τον Υιό και Θεό της.

Γι’ αυτό «η τιμή που δείχνουμε στην Θεοτόκο όχι μόνο δε μειώνει την λατρεία μας προς τον Θεό, αλλά, ακριβώς, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: όσο περισσότερο τιμούμε τη Θεοτόκο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε τη μεγαλειότητα του Υιού της, επειδή τιμούμε τη Μητέρα ακριβώς λόγω του Υιού» (Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος Γουέαρ).







Η Ορθόδοξη Θεολογία, λοιπόν, έρχεται να συνεχίσει και να εμπλουτίσει την Ορθόδοξη παράδοση, μια παράδοση που, το ένα και μοναδικό πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, το πολλαπλασιάζει και το μετασχηματίζει, αποδίδει σ’ αυτό ονόματα και ιδιότητες, ανάλογα με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα κάθε περιοχής, χωρίς να καταστρέφει, όμως, ούτε στιγμή τη μοναδικότητά του. Και ενώ θα περίμενε κανείς αυτή η πολυδιάσπαση του προσώπου, από την Μεγαλόχαρη στην Εικοσιφοίνισσα, από την Ξενιά στη Χοζοβιώτισσα, από την Γλυκοφιλούσα στην Γοργοϋπήκοο, από την Σουμελά στην Ελευθερώτρια κ.ο.κ. να προκαλεί σύγχυση, εντούτοις, αποκαλύπτει την χωρίς μέτρο αγάπη των πιστών, τον ασίγαστο και διαχρονικό πόθο των παιδιών να δουν και να μιλήσουν στη Μητέρα τους, σύμφωνα με τις προσωπικές τους ανάγκες, προϋποθέσεις και ιδιαιτερότητες.

Και στο σημείο αυτό η Θεολογική συνείδηση και εμπειρία, όπως διαμορφώθηκε Συνοδικά στους αιώνες, μέσα από τον πλούτο της γνώσης και της σοφίας των Αγίων Πατέρων, έρχεται να δογματίσει για την Μαρία και να την εγκαταστήσει στην καθημερινή ζωή της Εκκλησίας ως Μητέρα, ως Θεοτόκο και ως Παναγία.

Η Μαρία κατέκτησε την Μητρική ιδιότητα και αναγνώριση γιατί αναδέχθηκε την εξωπραγματική, για τα ανθρώπινα μέτρα, αποστολή να γίνει το σκεύος της εκλογής, το δοχείο της Χάριτος, διά του οποίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της Θείας Οικονομίας. Ήταν το πρόσωπο εκείνο που επικέντρωνε πάνω του όλα τα χαρίσματα και τις ιδιαίτερες προϋποθέσεις, για να φέρει στους φθαρτούς και θνητούς κόλπους της τον Άχρονο, να κυοφορήσει τον Αχώρητο, να γεννήσει τον Θεάνθρωπο. Υπήρξε το πρόσωπο «κλειδί» στην ανθρώπινη ιστορία, που έβγαλε ασπροπρόσωπο το ανθρώπινο γένος και, με την έμφυτη ταπείνωση, την ευλογημένη υπακοή, τη θαυμαστή αγνότητα, την άδολη παιδικότητα, έγινε η Μητέρα του Ενανθρωπήσαντος Ιησού, δίνοντας στον πληγιασμένο και τετρωμένο από την αμαρτία άνθρωπο το δώρο της ελπίδας, της λύτρωσης και της σωτηρίας.

Την ίδια στιγμή έγινε η μόνη και αληθινή μητέρα όλων των ανθρώπων, εκείνη που μετουσιώνει διαρκώς τις ελπίδες και τους πόθους του ανθρωπίνου γένους, εκείνη που λειτουργεί ως μεσολαβητής και πρεσβευτής των ανθρωπίνων δεήσεων και παρακλήσεων, «η μεταβολή των θλιβομένων, η απαλλαγή των ασθενούντων, η προστάτις των αδικουμένων, των πενομένων η τροφή, ξένων η παράκλησις και βακτηρία τυφλών, καταπονουμένων σκέπη και αντίληψις και ορφανών βοηθός…»

Η Μαρία είναι Θεοτόκος, γιατί δεν γέννησε άνθρωπο κοινό, φθαρτό, κτιστό και θνητό. Δεν γέννησε έναν από τους μεγάλους μύστες της ανθρωπότητας, όπως ομολογούν άλλες θρησκείες και δοξασίες, δεν γέννησε έναν κορυφαίο Προφήτη και Διδάσκαλο σαν και πολλούς άλλους που έκαναν την εμφάνισή τους στην ιστορία, αλλά γέννησε «Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων». Γέννησε Χριστόν, Παθόντα, Σταυρωθέντα και ενδόξως Αναστάντα. Η βασική αυτή δογματική αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολεμήθηκε συστηματικά στη διάρκεια και εξέλιξη της Χριστιανικής ιστορίας, αλλά και παραποιήθηκε μέσα στους κόλπους και αυτής της Χριστιανικής Εκκλησίας, όπου άλλες Ομολογίες ανυψώνουν την Μαρία υπερβαλλόντως και αυθαιρέτως, αποδίδοντας στο πρόσωπό της ιδιότητες που δεν έχει και άλλες την υποβιβάζουν, απογυμνώνοντάς την από την βασική της ιδιότητα, αυτήν της Θεοτόκου.

Και προς όλους εκείνους που αρνούνται ότι η Παρθένος Μαρία είναι Θεοτόκος ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος φέρεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα και επιτιμητική διάθεση, χαρακτηρίζοντάς τους «αθέους»: «Ει τις ου Θεοτόκον την Μαρίαν υπολαμβάνει, χωρίς εστί της Θεότητος. Ει τις διά σωλήνος της Παρθένου διαδραμείν, αλλά μη εν αυτή διεπλάσθαι λέγοι θεϊκώς άμα και ανθρωπικώς
– θεϊκώς μεν, ότι χωρίς ανδρός, ανθρωπικώς δε, ότι νόμω κυήσεως – ομοίως άθεος», δηλ. «Όποιος δε θεωρεί Θεοτόκο την αγία Μαρία, είναι άσχετος με την θεότητα. Όμοια άθεος είναι όποιος λέγει ότι ο Χριστός πέρασε από την Παρθένο σαν από σωλήνα και δεν διαμορφώθηκε μέσα σε αυτήν συνάμα ως Θεός και ως άνθρωπος (ως Θεός επειδή δεν μεσολάβησε άνδρας, ως άνθρωπος διότι συμμορφώθηκε στον νόμο της κυήσεως)» ( PG 37, 177 C).

Η ιδιότητα της Μαρίας ως Θεοτόκου την καθιστά αυτοδικαίως και Παναγία ή Υπεραγία, δηλ. πάνω από όλους τους Αγίους, τους Οσίους, τους Μάρτυρες και Ομολογητές της Εκκλησίας μας. Στην αγιότητα δεν ξεχωρίζουν ούτε οι Δώδεκα Απόστολοι, ούτε ο Τίμιος Πρόδρομος, που στάθηκε, κατά τον λόγο του Χριστού, «ο εν γεννητοίς γυναικών μείζων». Αλλά, όπως γλαφυρά περιγράφει ο γνήσιος Έλληνας και Ορθόδοξος λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου, «Εσύ Θεοτόκε, τιμήθηκες περισσότερον από όλους και αξιώθηκες να δανείσεις σάρκα από την σάρκα σου εις τον Υιόν του Θεού και διά τούτο εξαιρέτως λέγεσαι Παναγία και Υπεραγία και, παρότι είσαι άνθρωπος γεννημένος από ανθρώπους, είσαι, όμως, κατά τα λόγια του αγγέλου «τιμιωτέρα των Χερουβίμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ»» («Παναγία και Υπεραγία», εκδόσεις «Αρμός», σελ. 17).

Αυτό το μοναδικό πρόσωπο τιμούμε και γιορτάζουμε τον Δεκαπενταύγουστο. Στις Εκκλησιές και στα Μοναστήρια της χτυπά η καρδιά όλων ημών των Ορθοδόξων Ελλήνων. Στην εικόνα της κατατίθενται οι πόνοι, οι καημοί και τα βάσανά μας έχοντας βεβαία την ελπίδα της αγάπης και της μεσιτείας της.



Αρχιμ. Επιφάνιος Οικονόμου
imverias.blogspot.gr




Παναγία, Άξιον Εστίν






Παναγία Πορταΐτισσα






Παναγία του Καζάν






Παναγία Αγία Σιών






Παναγία Αλεξανδρινή






Παναγία Σουμελά






Παναγία Τριχερούσα






Παναγία Γοργοεπήκοος






Παναγία του Χάρου






Παναγία Γοργοεπήκοος, Μάνδρας Αττικής






Παναγία Θαλασσομαχούσσα






Παναγία Αμίαντος






Παναγία Εικοσιφοίνισσα






Παναγία Ιεροσολυμίτισσα






Παναγία Βηθλεεμίτισσα






Παναγία Καλλιπετρίτισσα, Ι.Μ. Καλλίπετρας






Παναγία Εκατονταπυλιανή






Παναγία Θεοσκέπαστη






Παναγία η Μαχαιριώτισσα






Παναγία Μολυβδοσκεπάστου






Παναγία Γλυκοφιλούσα






Παναγιά Προυσιώτισσα






Παναγία Παντάνασσα, Νάουσα






Παναγία Ψυχοσώστρια






Παναγία Αγιοταφίτισσα






Παναγία η Αμόλυντος






Παναγία Γερόντισσα,Ι.Μ. Παντοκράτορος






Παναγία Γηροκομίτισσα






Παναγία Παραμυθία






Παναγία Ελεούσα, Μικροκάστρου



Πηγή

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου — Ακριτοχώρι Σερρών





Ενα «χειροποίητο» μοναστήρι στις Σέρρες
Εχει ανακαινισθεί και αγιογραφηθεί με υλικά και πρακτικές που χάνονται στον χρόνο
Η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου στο Ακριτοχώρι Σερρών δεν είναι τυχαία δημοφιλής στους προσκυνητές : έχει χαρακτήρα ησυχαστηρίου, χωρίς να κλείνει την πόρτα στη χαρά της ζωής. Τηρεί το αγιορείτικο λατρευτικό τυπικό, χωρίς να χάνει την επαφή με τους επισκέπτες της. Και ακολουθεί την παράδοση χωρίς να αποστερεί τη ζωντάνια από τις σαράντα – νέες στην πλειονότητά τους – μοναχές. Με τις είκοσι εξ αυτών να έχουν ακολουθήσει σπουδές Βυζαντινής Μουσικής, ακόμη και μια απλή επίσκεψη μετατρέπεται σε εμπειρία. Φτάνει να τις ακούσει κανείς να ψάλλουν υπό το φως των κεριών τη Μεγάλη Παρασκευή, ή να άδουν το «Χριστός Ανέστη» με βυζαντινή, πρωτόγνωρη για τους αμύητους, χροιά, για να γοητευθεί και κάποια στιγμή να επιστρέψει.
Στις πλαγίες του όρους Μπέλες και με θέα την λίμνη Κερκίνη, στο Ακριτοχώρι Σερρών, δεσπόζει επιβλητικά το Ησυχαστήριο του Τιμίου Προδρόμου, που κλείνει φέτος τριάντα χρόνια ζωής από την ίδρυσή του.
Η παλαιότητα του μοναστηριού, η μόνιμη διαμονή των σαράντα καλογριών και η μεγάλη προσέλευση των πιστών οδήγησε στην ανάγκη ανοικοδόμησης νέου καθολικού της ιεράς μονής, που χτίστηκε αρχιτεκτονικά στα πρότυπα των βυζαντινών μοναστηριών.
Χτισμένο στα αρχιτεκτονικά οικοδομικά πρότυπα των μοναστηριών του Αγίου Όρους, το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου κοσμεί το ακριτικό χωριό του νομού Σερρών και αγκαλιάζει όλους τους πιστούς που προσέρχονται για να προσκυνήσουν.
Ο νέος Ναός, εξολοκλήρου από παραδοσιακά δομικά υλικά, όπως πέτρα, μάρμαρο, και κεραμικά τούβλα, έρχεται να επανασυνδέσει το σήμερα της Μακεδονικής γης με το λαμπρό βυζαντινό παρελθόν της και τους διασωζόμενους αρχαίους βυζαντινούς ναούς της. Ταυτόχρονα έρχεται να ενισχύσει τους πνευματικούς δεσμούς του Ακριτοχωρίου και της ευρύτερης περιοχής με το Περιβόλι της Παναγίας, το Αγιώνυμο Όρος, μέσω της Αδελφότητας της Μονής που συνδέεται πνευματικά με την Ιερά Μονή Ξενοφώντος και τον Καθηγούμενό της, Αρχιμ. Αλέξιο.
Φυσική πέτρα από το βουνό του Μπέλες, μάρμαρο και συμπαγές τουβλο, είναι τα κύρια υλικά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του καθεδρικού που ξεπερνά σε διάσταση τα 500 τ.μ.

Στο Ησυχαστήριο φυλάσσονται τίμια λείψανα των Αγίων: Ιακώβου του αδελφοθέου, Τιμίου Προδρόμου και προμήτορος Άννης.
Η μοναστική αδελφότητα ασχολείται με την ιεροραπτική, την αγιογραφία, τη μικροτεχνία, καθώς και με γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου, εορτή της αποτομής της κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου.
Το νέο εντυπωσιακό Καθολικό εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 2012 από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Ο ναός, με συνολική διάσταση 500 τ.μ, είναι ακριβές αντίγραφο του παλαιού καθολικού της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος (10ου αιώνα) αγιορείτικου ρυθμού, σταυροειδούς με τρούλους. Χτίστηκε εξολοκλήρου από παραδοσιακά δομικά υλικά, όπως πέτρα, μάρμαρο και κεραμικά τούβλα.



Η Τράπεζα είναι αγιογραφημένη από τις ίδιες τις μοναχές.
Η τοποθεσία

Το Ησυχαστήριο Τιμίου Προδρόμου στο Ακριτοχώρι, απέχει από την πόλη των Σερρών 50 χλμ και 24 χλμ από το Σιδηρόκαστρο. Είναι κτισμένο επί του διεθνούς περιπατητικού μονοπατιού E4/6 και έχει πανοραμική θέα στη λίμνη Κερκίνη.

Ο επισκέπτης πραγματικά καθηλώνεται από την πανέμορφη θέα που αντικρίζει. Η λίμνη Κερκίνηξεδιπλώνεται σε όλο της το μεγαλείο. Το πράσινο του όρους Μπέλλες κατακλύζει την κάθε γωνιά του. Αξίζει να το επισκεφθεί κανείς, ιδιαίτερα οι γυναίκες, που δεν μπορούν να επισκεφθούν το Άγιον Όρος, για να πάρουν μια ιδέα της αγιορείτικης βυζαντινής αρχιτεκτονικής και του αγιορείτικου τρόπου ζωής.
Πηγή: vizantinaistorika.blogspot.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...