Saturday, February 15, 2014
Forgive at once ( St. John Climacus )
Some people have wearied themselves and suffered for a long time in order to extract forgiveness. By far the best course, however, is to forget the offences, since the Lord says, ' Forgive at once and you will be forgiven in generous measure. ' ( Luke 6:37-38 ).
St. John Climacus
Seeking the lost Paradise ( St. Ignatius Brianchaninov )
O ye who have been banished from Paradise! It is not for enjoyments, not for festivity, not for playing that we find ourselves on earth, but in order that by faith, repentance, and the Cross, we might kill the death which has killed us and restore to ourselves the lost Paradise...
St. Ignatius Brianchaninov
Ο Φιλότιμος αγώνας ( Γεροντας Παϊσιος )
Φιλότιμος αγώνας με ελπίδα και εμπιστοσύνη στον Θεό. Η εμπιστοσύνη στον Θεό και η απλότητα με τον φιλότιμο αγώνα φέρνουν την εσωτερική γαλήνη και σιγουριά , και τότε γεμίζει η ψυχή από ελπίδα και χαρά. Χρειάζεται υπομονή , φιλότιμο και πνευματική παλληκαριά , για να στεφανωθή ο αθλητής. Η παλληκαριά ξεπηδάει από την φιλότιμη καρδιά .
Και όταν κανείς κάνει κάτι με την καρδιά του για τον Χριστό, ούτε κουράζεται ούτε πονάη, γιατί ο πόνος για τον Χριστό είναι γλέντι πνευματικό. Η πνευματική ανάπτυξη μπορεί να γίνη πολύ σύντομα με λίγη φιλότιμη θέληση και παρακολούθηση του εαυτού μας. Στην συνέχεια θα βοηθιέται η ψυχή από τον Χριστό , την Παναγία, τους Αγγέλους και τους Αγίους. Πολύ βοηθάει επίσης η μελέτη, η προσευχή, η εσωστρέφεια, και να ησυχάζει κανείς λίγο.
Ο Χριστός μας δυναμώνει αυτούς που αγωνίζονται « τον καλό αγώνα » , τον οποίο έκαναν όλοι οι Άγιοι ,για να υποτάξουν την σάρκα στο πνεύμα. Ακόμη και όταν τραυματισθούμε, δεν πρέπει να χάσουμε την ψυχραιμία μας, αλλά να ζητήσουμε την βοήθεια του Θεού και να συνεχίσουμε τον αγώνα με γενναιότητα. Θα ακούση ο Καλός Ποιμήν και θα σπεύση αμέσως , όπως ο βοσκός, μόλις ακούσει ένα αρνάκι να βελάζη θλιβερά, όταν πληγώνεται ,ή κάποιος λύκος ή σκύλος το δαγκώνη, τρέχει ,για να το βοηθήση.
Περισσότερο έχω αγαπήσει, έχω πονέσει και τους έχω στο νου μου συνέχεια αυτούς που είχαν ελεεινή ζωή και αγωνίζονται, παρά αυτούς που δεν βασανίζονται από πάθη. Και ο τσομπάνος το πληγωμένο ή αρρωστιάρικο αρνί πονάει περισσότερο και το περιποιείται ιδιαίτερα, μέχρι να πάρη επάνω του και αυτό.
Εάν πάλι αγωνιζώμαστε σωστά, αλλά δεν βλέπουμε καμμιά πρόοδο, συμβαίνει μερικές φορές το εξής: Ο δαίμονας , επειδή του κηρύξαμε τον πόλεμο, ζήτησε ενίσχυση από τον σατανά. Έτσι, εάν πέρυσι πολεμούσαμε με έναν δαίμονα, εφέτος πολεμάμε με πενήντα, του χρόνου θα πολεμάμε με περισσότερους κ.ο.κ. Αυτό δεν επιτρέπει ο Θεός να το δούμε, για να μην υπερηφανευθούμε. Χωρίς εμείς να το καταλαβαίνουμε, ο Θεός εργάζεται στην ψυχή μας, όταν βλέπη καλή διάθεση.
Γεροντας Παϊσιος
Η ζωή του χριστιανού μέσα από τους λειτουργικούς κύκλους της Εκκλησίας
Η ζωή του χριστιανού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την θεία λατρεία. Κατανοώντας αυτήν την κεφαλαιώδη αλήθεια η Αγία μας Εκκλησία καθιέρωσε τους λειτουργικούς κύκλους του εκκλησιαστικού έτους.
Α. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος ακινήτων εορτών με κέντρο τα Χριστούγεννα.
Β. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος κινητών εορτών με κέντρο το Πάσχα.
Γ. Εβδομαδιαίος λατρευτικός κύκλος με κέντρο την Κυριακή.
Δ. Ημερήσιος λατρευτικός κύκλος με κέντρο την Θεία Λειτουργία.
Συμμετέχοντας ο χριστιανός στους παραπάνω λατρευτικούς κύκλους βιώνει σε κάθε στιγμή της ζωής του το μυστήριο της Εκκλησίας που δεν είναι άλλο από την κοινωνία Θεού και ανθρώπου.
Α. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος ακινήτων εορτών: Κάθε ημέρα του έτους εορτάζεται η μνήμη ενός αγίου ή κάποιου γεγονότος σύμφωνα με τα λειτουργικά βιβλία των Μηναίων.
Β. Ενιαύσιος εορταστικός κύκλος κινητών εορτών: Με βάση την καθορισμένη ημερομηνία της εορτής του Πάσχα – η οποία καθορίζεται από τις διατάξεις της 1ης Οικουμενικής Συνόδου- καθιερώνεται μία ομάδα εορτών πριν το Πάσχα (λειτουργικό βιβλίο Τριωδίου) και μία ομάδα μετά το Πάσχα (λειτουργικό βιβλίο Πεντηκοσταρίου). Αυτές οι εορτές δεν έχουν συγκεκριμένη ημερολογιακή ημερομηνία και γι’ αυτόν τον λόγο εορτάζονται κοινά από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ανεξάρτητα Νέου ή Παλαιού Ημερολογίου (Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, Ρωσίας κ.α.)
Γ. Εβδομαδιαίος λατρευτικός κύκλος: Κάθε ημέρα της εβδομάδος τιμώνται πρόσωπα και γεγονότα τα οποία μας υπενθυμίζει η Εκκλησία μας μέσα από το λειτουργικό βιβλίο της Παρακλητικής (Οκτάηχος).
Κυριακή: Ανάσταση του Χριστού.
Δευτέρα: Άγιοι Άγγελοι.
Τρίτη: Τίμιος Πρόδρομος..
Τετάρτη: Υπεραγία Θεοτόκος- Σταυρός του Κυρίου.
Πέμπτη: Άγιοι Απόστολοι-Άγιος Νικόλαος.
Παρασκευή: Σταυρός του Κυρίου-Υπεραγία Θεοτόκος.
Σάββατο: Άγιοι Πάντες-Προσευχές υπέρ των κεκοιμημένων.
Δ. Ημερήσιος λατρευτικός κύκλος: Με βάση το λειτουργικό βιβλίο του Μεγάλου Ωρολογίου τελούνται τακτές ακολουθίες καθ’ όλη την διάρκεια του εικοσιτετραώρου. Συμβατικά αυτές οι ακολουθίες αριθμούνται με τον αριθμό επτά, ακλουθώντας τον στίχο του ψαλμωδού: «επτάκις της ημέρας ήνεσά Σε».
1. Μεσονυκτικό-Όρθρος
2.Ακολουθία Α’ Ώρας
3. Ακολουθία Γ’ Ώρας
4. Ακολουθία ΣΤ’ Ώρας
5. Ακολουθία Θ’ Ώρας
6. Ακολουθία του Εσπερινού
7.Ακολουθία του Αποδείπνου
*Κέντρο της λατρευτικής ημέρας θεωρείται η Θεία Λειτουργία, όταν τελείται.
Γίνεται κατανοητό ότι οι τέσσερις Λατρευτικοί-εορταστικοί κύκλοι συμπλέκονται μεταξύ τους. Π.χ. Σήμερα Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014 εορτάζουμε: α)Τον Άγιο Μαρτινιανό με βάση τον κύκλο των ακινήτων εορτών β) Βρισκόμαστε στην 1η εβδομάδα του Τριωδίου με βάση τον κύκλο των κινητών εορτών γ) Τιμούμε τους Αγίου Αποστόλους και τον Άγιο Νικόλαο με βάση τον εβδομαδιαίο κύκλο και δ) όλα τα παραπάνω μας τα υπενθυμίζει η Εκκλησία λειτουργικά μέσα από τις ακολουθίες του ημερησίου κύκλου (μεσονυκτικό, όρθρο κτλ).
Συνεπώς η ζωή του χριστιανού μέσα στην Εκκλησία χρωματίζεται από την αγιοπνευματική εμπειρία της τιμής των Αγίων και της από κοινού προσευχής της λατρευτικής κοινότητας.
Ο χριστιανός μπορεί να ανταπεξέλθει στις αντιξοότητες της καθημερινότητας όντας περιτειχισμένος από τα Σωτηριώδη γεγονότα της ζωής του Χριστού και των Αγίων.
αρχιμ. Αρσένιος Χαλδαιόπουλος
Πηγή: imverias.blogspot.gr
Keeping silence ( Elder Ephraim of Arizona )
When one keeps silent, he is given time and freedom for prayer and concentration, but when he passes his hours carelessly, he does not have time to pray.
Furthermore, through his careless speech he accumulates various sins. For this reason the Holy Fathers placed the virtue of silence at the summit of the virtues, for without it no virtue is able to remain in the soul of man.
Elder Ephraim of Arizona
Friday, February 14, 2014
Με έναν Άγιο...στην τσέπη

Όπως σε όλα τα σπίτια των χριστιανών, έτσι και στο δικό της, υπήρχαν εκείνα τα μικρά μπουκαλάκια "σου έφερα αγίασμα από τον Άγιο" και τα βαμβάκια βουτηγμένα σε λαδάκια από καντήλες αγίων, όλα αποθησαυρίσματα αγαπητικής μέριμνας φίλων που πήγαιναν προσκυνηματικές εκδρομές.
Τα αράδιαζε σε εικονοστάσια, ραφάκια, γωνιές και ένιωθε μιαν ασφάλεια που ενεργοποιούνταν -κυρίως- τις στιγμές του στεναγμού, της εκ βαθέων (και όχι εκ χειλέων) προσευχής και όταν οι δρόμοι ολόγυρα έμοιαζαν κλειστοί.
Τελευταία, της έφεραν λαδάκι από τον Άγιο Γιάννη τον Ρώσο.
Αυτός ήταν ανάμεσα στους πιο αγαπημένους της.
Δεν ξεχώριζε τους Φίλους αλλά -κατά καιρούς- με κάποιους είχε περισσότερο αλισβερίσι.
Μάλλον εκείνοι έκοβαν βόλτες στα μέρη της και της έφερναν γλύκα ουρανού, σαν θυμίαμα γιασεμί (π.χ.) που κάποιος περνάει και λιβανίζει, χάνεται, μετά έρχεται άλλος με άλλη ευωδιά (ας πούμε τριαντάφυλλο), φεύγει κι' αυτός για νάρθει ένας τρίτος.
Παράπονο δεν είχε. Μόνη δεν την άφησαν ποτέ. Ο Αη Γιάννης, λοιπόν, ο Ρώσος πρέπει να είχε έρθει πολλές φορές γιατί έντονη ήταν η καταγραφή του στο νιώσιμό της....Είχε πάει και στο προσκύνημά του, είχε φέρει και κείνη ευλογίες αλλά τούτο το βαμβάκι το ποτισμένο λάδι και φυλαγμένο σε ένα τοσοδούλικο ναύλον σακουλάκι, κάτι της έκανε. Δεν το έψαξε τί ακριβώς αφού γαλήνη της έφερνε.
Το είχε ακουμπισμένο στο κομοδίνο της τα βράδια και τα πρωινά το έπαιρνε μαζί της στο γραφείο. Αφού ετοιμαζόταν, λίγο πριν πάρει την τσάντα και φορέσει τα γυαλιά ηλίου, άναβε την μικρή λάμπα στο κομοδίνο, φιλούσε το βαμβακάκι "καλημέρα Αη Γιαννάκη μου" έλεγε και μετά "άντε πάμε τώρα".
Και πήγαιναν...Το έβαζε στην τσέπη και έφευγαν.
Στη διάρκεια της ημέρας, άλλοτε το ξεχνούσε, άλλοτε το έβγαζε και το φιλούσε και πολλές φορές ψαχούλευε εξωτερικά την τσέπη να δει ότι είναι εκεί.
Δεν είχε την αίσθηση πως είχε μαζί της μια ευλογία αλλά πως ήταν ο ίδιος ο Άγιος. Όχι με τρόπο μαγικό αλλά με τον απλό τρόπο που έρχονται οι Άγιοι, όταν τους θέλεις πολύ. Αυτή άξια δεν ήταν αλλά ήθελε πολύ.
Δεν της άρεσε ποτέ να είναι μόνη και τα τελευταία χρόνια κατάλαβε -επιτέλους- ότι ο μόνος σίγουρος τρόπος να είσαι "μαζί" (και δίχως φόβο προδοσίας) είναι με το σινάφι του ουρανού, το σινάφι του Θεού.
Έπαιρνε λοιπόν μαζί της τους Φίλους πότε με την ευχή, πότε με μίρλα "έλα καλέ άγιέ μου", πότε με μικρούλες προσευχές "Αχ Κύριε", πότε με το να τραβά το ρούχο Της "την πάσαν ελπίδα μου εις Σε ανατίθημι".
Χθες ο Ένας, μετά η Άλλη, τώρα ο Αη Γιαννάκης, πάντα Κάποιους είχε να ξεφορτώνει τον πόνο, τον φόβο, τα αδιέξοδα αλλά και να μοιράζεται τα χαμόγελα και αυτό το αβάστακτο της "αναίτιας" ευτυχίας που σε φουσκώνει, κάποιες φορές σαν μπαλόνι και νομίζεις πως θα πετάξεις.
Χάιδεψε στην τσέπη τον θησαυρό της, του είπε "ξέρεις εσύ" και συνέχισε να χτυπά τα πλήκτρα του υπολογιστή της.
"Συνήθως ο δρόμος της γαλήνης είναι σκανδαλιστικά εύκολος και απλός" μουρμούρισε και χαμογέλασε χτυπώντας ένα άλφα και μετά, για το κέφι της, ένα ωμέγα....
πηγη: http://anazhthseis-elena.blogspot.gr/2014/02/blog-post_893.html
Η αγάπη του Χριστού ( Γεροντας Παϊσιος )
Αν αποκτήσεις την αγάπη του Χριστού, τότε δεν θα απορρίπτεις τον παραστρατημένο νέο, αλλά από αγάπη θα κατεβαίνεις μαζί του ακόμη και στην κόλαση που βρίσκεται.
Όμως η αγάπη μεταβάλλει την κόλαση σε Παράδεισο.
Γεροντας Παϊσιος
Love all people ( Saint Porphyrios )

True Christians, in the souls of whom Christ lives, are unable to do anything else except love all people, even enemies.
The crown of our love for our friends has elements that are out of place ( calculation, reciprocity, vanity, emotional weakness, passionate sympathy), while the crown of love for our enemies is pure.
Saint Porphyrios
4 εντυπωσιακά πράγματα που ίσως δεν ξέρατε για τα δίδυμα
Το να φέρνεις δύο μωρά στον κόσμο ταυτόχρονα είναι πραγματικά ένα θαύμα. Όμως, όπως αποκαλύπτουν οι σχετικές έρευνες, αυτό δεν είναι το μόνο αξιοθαύμαστο σε ό,τι αφορά τους διδύμους!
1. Η μεταξύ τους σχέση αρχίζει από την ενδομήτρια ζωή τους
Όπως φαίνεται από υπερηχογράφους τριών διαστάσεων τα δίδυμα έμβρυα έχουν την τάση να πλησιάζουν το ένα το άλλο και να… σκουντιούνται ήδη από την ηλικία των 18 εβδομάδων. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν αργότερα και τις διαφωνίες ή τους καυγάδες τους αλλά είναι γενικά αποδεκτό ότι ο δεσμός που τους ενώνει είναι πολύ ισχυρός.
2. Επικοινωνούν με το δικό τους κώδικα
Σύμφωνα με σχετικές έρευνες, το 40% των δίδυμων παιδιών αναπτύσσουν τη δική τους κοινή «γλώσσα» που δεν είναι ίδια με το λεγόμενο «μπαμπάλισμα» των βρεφών στην ίδια ηλικία. Τα δίδυμα αδέρφια πολύ συχνά απευθύνονται με αυτή την ιδιότυπη γλώσσα το ένα στο άλλο και δείχνουν να την αντιλαμβάνονται εξίσου. Πάντως, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας ότι αυτή τη μεταξύ τους επικοινωνία θα καθυστερήσει ή θα δυσχεράνει την ανάπτυξη της «κανονικής» ομιλίας. Σύντομα, τα δίδυμα εγκαταλείπουν τον μεταξύ τους κώδικα για χάρη της μητρικής γλώσσας τους με την οποία μπορούν να επικοινωνούν και με τους άλλους.
3. Συχνά χασμουριούνται ταυτόχρονα
Όλοι ξέρουμε πόσο «κολλητικό» είναι το χασμουρητό. Αρκεί να δούμε κάποιον να χασμουριέται και αμέσως νιώθουμε την ανάγκη να το κάνουμε κι εμείς. Όμως οι ειδικοί εκτιμούν ότι αυτό δεν ισχύει για τα παιδιά μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, καθώς μέχρι τότε δεν έχει ωριμάσει επαρκώς το τμήμα του εγκεφάλου που ελέγχει την ενσυναίσθηση. Εξαίρεση αποτελεί συχνά η περίπτωση των διδύμων. Από την άλλη, τα βρέφη έτσι κι αλλιώς χασμουριούνται συχνά, οπότε είναι πιθανό να πρόκειται για σύμπτωση. Πάντως, σύμφωνα με τους επιστήμονες, η κοινή ενδομήτρια ζωή δεν αποκλείεται να συμβάλλει στην ταχύτερη ανάπτυξη της ενσυναίσθησης ανάμεσα στα δίδυμα αδέρφια.
4. Ακόμα κι όταν μοιάζουν σαν δυο σταγόνες νερό, σε κάτι διαφέρουν
Μπορεί όλοι να τα μπερδεύουν και να μην καταφέρνουν να ξεχωρίσουν ποιο είναι ποιο, υπάρχει όμως ένα σημείο επάνω τους που είναι διαφορετικό στο καθένα. Πρόκειται για τα δακτυλικά τους αποτυπώματα! Οι αυλακώσεις και τα ανάγλυφα σχέδια στο δέρμα των δαχτύλων τους δεν επηρεάζονται μόνο από το DNA αλλά και από τη δομή των οστών και τη συνεχή επαφή τους με το αμνιακό υγρό στη μήτρα. Έτσι, ακόμα κι αν μοιάζουν αρκετά, έχουν σίγουρα μικρές διαφορές.
http://www.imommy.gr/vrefos/anaptiksi/article/3874/4-entypwsiaka-pragmata-poy-isws-den-kserate-gia-ta-didyma/
Putting others first ( Elder Paisios )
Someone who does not think of himself but thinks constantly of others, in the good sense, will be thought of constantly by God, and then others will also think of him. The more one forgets himself, the more God remembers him.
Elder Paisios
The Passions of Avarice, Anger, Sorrow and Sloth ( Blessed Nil Sorskij )
Avarice
The passion for the acquisition of wealth, said the Fathers, is not part of human nature and is due to a lack of faith and people’s sick way of thinking. This is why it requires no small effort to combat this passion, if, with the necessary vigilance over ourselves, we wish to achieve real salvation and the fear of God in our lives. If this passion takes root in us it becomes the most tyrannical of all. And if we become subject to its encouragement and habits, then we’ve lost everything, because Saint Paul says “For the love of money is the root of all evil” (I Tim. 6, 10), that is of anger, sorrow and everything else.
Indeed, the Fathers also called it idolatry, because, through avarice, many people have fallen away, not only from the Christian life, but have been damaged in body and soul, as Holy Scripture tells us. And the Fathers tell us that people who hoard gold and silver and trust in themselves, do not believe in God, Who is actually looking after them.
So let us guard ourselves against this passion, which brings the soul to perdition and destruction, and let us pray to God to expel far from us this evil spirit of avarice. And may we guard against not only gold and silver, but against every external and necessary object, since these lead to greed, when we ask for more than we need. Such as, for example, the acquisition of lots of clothes, shoes, residences, gadgets and so on. Everything we need for our lives shouldn’t be luxurious and expensive, because then we fall into worldly habits. The real rejection of avarice, of ownership of lots of things and the desire for them is not that we shouldn’t have any possessions at all, but that we shouldn’t attach ourselves to the transient and vain things of this present life. Emancipation from the things of this world assists us in the purification of our souls.
Anger
If we’re troubled by anger and it urges us to consider an injury and to return with interest the damage that someone has inflicted on us, then we should think upon the words of the Lord, Who said: “For unless you forgive people their trespasses, Your Father will not forgive you yours” (Matth. 6, 15). It follows, therefore, that people who want their sins to be forgiven are obliged first and foremost to forgive others with all their heart. Because this is how God has taught us to seek forgiveness for our own transgressions. And if we don’t forgive, it’s obvious that our sins won’t be forgiven. It’s in this sense that we should understand the saying of the Fathers that the prayer of angry people isn’t accepted, even if such people have the power to raise the dead.
The Fathers said this not to indicate that irate people can’t raise the dead, but to show the extent to which their prayer is repulsive to God. This is why we should never become angry, nor do any harm to our fellow human beings, not only with words and deeds, but even by changing the way we look at them. Because we can disdain others merely by a look, according to the Fathers. The perfect victory over thoughts of anger is to pray for the person who has provoked them, as Abba Dorotheos advises when he says: “God, help my brother, and through his prayers have mercy upon me, sinner that I am. Because to pray for other people means love and affection, and to ask for their prayers means humility”. We should even do them good, as far as we can, because then we’ll be carrying out the commandment of God that says: “Love your enemies… do well to those who hate you and pray for those who trouble you and persecute you” (Matth. 5, 44).
To those who live by this, the Lord has promised not only the Kingdom of Heaven, some sort of rest or a gift such as those we have in the present, but the very inheritance of adoption, because He says: “Thus you will become children of your father who is in heaven” (Matth. 5, 45). And our Lord Jesus Christ Himself, Who instituted this commandment and promised this great recompense, carried out everything He taught, giving us Himself as an example, so that we might imitate Him, insofar as we can. How many punishments did He endure from the Jews for us sinners, and not only did He refrain from anger, but prayed for them to His heavenly Father saying: “Father, forgive them, for they don’t know what they are doing” (Luke, 23, 24). In the same way, all the saints walked this path and acquired divine grace, returning good to their persecutors instead of evil. They also prayed for them and covered the sins they saw them committing and taught them with sincerity and affection.
Sorrow
We have a great struggle to wage against the evil spirit of sorrow, which brings the soul into despair and perdition. If the sorrow is occasioned by other people, we have to suffer it with joy, and pray for those who have saddened us, as I said before, bearing in mind that whatever befalls us does so with God’s sanction. Whatever the Lord sends us, He does only for the benefit and salvation of our soul. It may be that, in the beginning, it doesn’t seem to bring us any benefit, but later we’ll realize that what God has allowed us to go through has been better for us than what we ourselves would have wanted to happen.

So we shouldn’t think in human terms, but should believe with certainty that the unsleeping eye of God sees all things and that nothing happens without His will. It’s from the wealth of His mercy that these situations and temptations happen to us, so that we can earn our heavenly reward through our patience. Because without temptations, no-one has ever been crowned. This is why we should offer glory to God for everything, because He is our Dispenser and Saviour, as Saint Isaac the Syrian says: “The mouth that glorifies God is acceptable to God, and grace dwells in the heart which thanks God from its depths”.
Besides, we should avoid complaints and judgements against those who’ve saddened us and should pray for them, as the same saint says: God puts up with all the weaknesses that people have, but those who continually censure other people won’t go without correction. Though we must have the soul-saving sorrow over the sins we commit, with hope in our repentance to God and in the knowledge that there’s no sin which defeats God’s love for us, since He forgives everyone who repents sincerely and prays to Him.
This sorrow is linked to joy (joyful sadness) and kindles in people the desire for everything spiritual and gives them patience in their trials. “For godly grief produces a repentance that leads to salvation without regret, whereas worldly grief produces death”, says Saint Paul (2 Cor. 7, 10). So we should seek godly sorrow, because it brings internal repose, whereas the grief that proceeds from Satan should be expelled from our hearts, together with all the other passions, through prayer, the study of sacred texts and the receiving of Holy Communion. Grief which is not from God and for the love of God is the cause of all evils, and, unless we free ourselves from it, despair will overcome us and our soul will be devoid of grace, overwhelmed with sloth and won’t even want to pray or read our sacred books.
Sloth
If sloth is the passion that has a greater hold on us than the others, we face a stern struggle. This evil spirit is terrible. It’s closely related to the spirit of sorrow and particularly defeats those who are living alone. When the enormous waves of thoughts and passions rise up against the soul, people feel at that moment that they’ll never be redeemed from them. The spiritual enemy visits upon them all sorts of thoughts and reflections such as that, if things are like this today, they’re only going to get worse tomorrow and the day after.
So the thought buzzes around their head that God has abandoned them, that this is happening because God isn’t looking after them, that this has happened only to them and never to anyone else. But things really aren’t like this at all. Because it’s not only to us that these things occur, but also to His saints, who, throughout the centuries have pleased God and have recognized that He is a loving God and Father and that He chastises us with His spiritual rod out of love and so that we’ll acquire virtues. But after that, there quickly comes an alteration, a restoration of the soul and the mercy of God.
At the most difficult moment, people have the impression that they can’t overcome the pandemonium of their thoughts and passions. All the virtues seem unattainable and hateful, because of the machinations of Satan, but then comes a divine change. Everything seems pleasant and the grievous situations are nothing compared to the peace and blessedness of the visitation of divine grace. Besides, they become more open to the virtues, they’re astonished by this spiritual adjustment and take the decision not to deviate from the path of the virtues under any circumstances. People also realize that, in His great mercy, God has disposed these things for their benefit and testing.
Thus it is that they feel surrounded by the love of God, that He’s always close to faithful Christians and will never allow them to be tried beyond their bent, because without God’s permission, the spiritual enemy cannot do us any harm whatsoever. SInce it’s not up to the will of our soul whether we’re tempted a little or a great deal; it’s God’s will and His decision.
With these experiences, striving Christians become wise through temptations and, when they see these alternations of grace in their soul, persevere resolutely in their various trials. With these, a monk expresses his love for God, when he bears them and gradually makes spiritual progress. Because, as John of the Ladder saying, nothing brings the monk so many crowns as the struggle against sloth, provided it’s undertaken without any loss of time.
During the period of relentless warfare, we must arm ourselves against the spirit of ingratitude and blasphemy, because it’s with those weapons that the enemy attacks us at that moment. Satan defeats people with doubt and fear and directs wicked thoughts at them like arrows: that God won’t have mercy on them; that they’ll never be forgiven; never be redeemed and saved from the tortures of eternal perdition. Indeed, they’re also under fire from other thoughts which I can’t write about, and aren’t able to work or read because the temptation won’t let them. This is why, at moments like this, we should forcefully cast despair away from us, and shouldn’t be indifferent to our prayer life.

We should fall down in prayer, with our faces to the ground, because this attitude of the body is very beneficial in assisting us to pray, as Barsanuphius the Great says: “Lord, help me, sinner that I am. Lord, behold my grief and have mercy on me”. As we’re taught by Saint Symeon the New Theologian: “Lord don’t allow me to be tempted beyond my strength. Not with grief nor with pain of the soul. But redeem me and give me strength so that I can withstand everything with gratitude”. Or, as we raise our eyes and hands to heaven, let us pray over these passions, sloth and immorality, as the blessed Gregory the Sinaite teaches us, because he considered them to be the worst of all. It this way we shall strive to force ourselves, insofar as we can, to read and to do our handiwork, both of which are of great assistance in the time of warfare. It sometimes happens that Christians engaged in the struggle don’t allow even a single passion to get near their soul. Then there’s a great need and opportunity to devote themselves entirely to prayer, with all the strength they have.
In order to defeat the spirit of ingratitude and blasphemy we say: “Get behind me, Satan. I worship my Lord and God and I serve Him alone. I accept all pain and sorrows gratefully, because they’re sent from Him, in order to relieve me of my sins. The Prophet Micah says: ‘I will bear the wrath of the Lord, for I have sinned against Him’. But ingratitude and blasphemy will come back to haunt you, as you’ll find out soon enough. So get away from me. May the God Who made me in His image and likeness destroy you”.
If he continues to bother you, even after those words, busy yourself with something outside- material or spiritual work, that will strengthen your patience and hope, because that’s what your soul has to cling on to, if it wants to please God, as Saint Makarios says. But you need to be careful in your choice of outside work, because the devil often uses it to entrap us in his snares, to bring us into sloth and to distance our soul from hope in God. But God will never allow a soul that hopes in Him to be tested beyond its powers, since He knows what we are capable of. People know what a mule or a donkey or a camel can carry and so they load each one accordingly. A potter is in something of a similar position: he knows the temperature at which to fire each of his clay vessels, because too fierce a heat would shatter them. Equally, he knows not to take them out of the oven too quickly, because that would render them useless. If people have this much awareness, how much greater and immeasurable is the wisdom of God, Who knows exactly what temptations and how much of each every soul needs to overcome in order to be made worthy of the Kingdom of God. Not only will we be worthy of enjoying the good things to come, but here, too, we’ll receive the comfort of the Most Holy Spirit.
When we know all of this well, we can be steadfast with courage and silence in our cell. Though sometimes people benefit more from conversation with others, as Saint Basil says: “Often, when we’re slothful, a blameless visit to our fellow brethren, at an appropriate time, and conversation with them can, up to a point, dispel the passion of sloth”. And so, people who strive, if they’re gradually strengthened by divine grace, and their personal experience, devote themselves with even more desire to the good fight for the virtues. But the Fathers, who know this from their personal struggle, say that patience in quietude is more beneficial.
Blessed Nil Sorskij, Περί νοεράς εργασίας, Orthodox Kypseli, pp. 64-74.
- See more at: http://pemptousia.com/2014/02/the-passions-of-avarice-anger-sorrow-and-sloth-part-i%ce%b9%ce%b9/#sthash.g5Y2IX4U.dpuf
Thursday, February 13, 2014
God's Family
ST. PAUL WROTE to the Ephesians: “So then you are no longer strangers and sojourners, but you are fellow citizens with the saints and members of the household of God. . .” (Eph. 2:19). Every Christian has status. He or she belongs. We are fellow citizens with the Saints and members of the household of God! Christians should be taught from infancy to have the right kind of family pride: the kind that makes us want to live up to the family standard. The Head of our family is Christ Himself. Some of our brothers and sisters are the Virgin Mary (Theotokos), John the Baptist, the Apostles, St. Basil, St. Chrysostom and countless others. We belong to them, and they to us. It is a distinguished family tree.
A Christian does not walk alone as if sealed in a space capsule. We are members of God's family. As such, we must help and be helped by others. Orthodox Christianity does not espouse a narrowly individualistic “God-and-me” relationship. The Church is a family, God's family, in which we are concerned for one another. In the words of St. Paul: “If one member suffers, all suffer together; if one member is honored, all rejoice together” (1 Cor. 12:26).
The Russian theologian Alexis Khomiakov (1804-60) said, “We know that when one of us falls, he falls alone; but no one is saved alone. He is saved in the Church, as a member of her and in union with all her other members.”
As members of the household of God, Orthodox Christians feel that they can call upon their brothers and sisters in the faith-the Saints-for family support. This they do through prayers, beseeching the prayers of the Saints in their behalf.
The late Fr. George Florovsky, eminent Orthodox theologian, wrote: “The final purpose of the Incarnation was that the Incarnate should have a 'body', which is the Church ... Christ is never alone. He is always the Head of His Body. In Orthodox theology and devotion alike, Christ is never separated from His Mother, and His 'friends', the Saints. The Redeemer and the redeemed belong together inseparably. In the daring phrase of St. John Chrysostom (inspired by Ephesians 1:23), Christ will be complete only when His Body, the Church, has been completed.” Speaking on the concept of the Church as the family and household of God, Nicolas Zernov wrote: “The Orthodox... regard the saints... as teachers and friends who pray with them and assist them in their spiritual ascent. Jesus Christ during His earthly ministry was surrounded by disciples who did not prevent others from meeting Him, but on the contrary helped newcomers to find the Master. In the same manner fellowship with the saints facilitates communion with God, for their Christ-like character brings others nearer to the divine source of light and life''.
Ο Θεός νά μᾶς δίδει ὑπομονή ( Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης )
«Ἀπό τήν ὑπομονή στίς θλίψεις διακρίνονται ὅσοι ἀγαποῦν τόν Θεό.
Ὅταν ὁ Θεός θελήσει νά βοηθήσει μία ψυχή βασανισμένη, δέν τήν ἀπαλάσσει ἀπό τίς θλίψεις, ἀλλά τῆς χαρίζει ὑπομονή.
Ὅλοι οἱ Ἅγιοι στήν θλίψη ἐδοκιμάσθηκαν καί ὄχι στήν χαρά. Καί ὁ Χριστός στούς μακαρισμούς, τήν θλίψη ἐμακάρισε καί ὄχι τήν χαρά.
Νά εὐχόμεθα ὁ Θεός νά μᾶς δίδει ὑπομονή καί ὄχι νά μᾶς πάρει τά βάσανα, γιατί αὐτά μᾶς πηγαίνουν στόν παράδεισο».
Γέρων Ἐφραίμ Κατουνακιώτης
Ο Λιναίος και ο Σωκράτης μιλούν για τον Θεό
Η Βιβλιοθήκη του Λιναίου
Ο περίπατός μας με τον Γεροστάθη κόντευε πια να τελειώσει, αλλά ο καλός μας παππούλης δεν σταματούσε να μας μιλάει με αγάπη και σοφία. Κάθε του παρατήρηση ήταν αξιόλογη κι έμπαινε στον νου και την ψυχή μας.
- Τα φυτά και τα λουλούδια που είδαμε σήμερα μου θύμισαν, παιδιά μου, έναν σπουδαίο βοτανολόγο που έζησε στη Σουηδία τον 18ο αιώνα, τον Κάρολο Λιναίο. Αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη των φυτών. Όσο μελετούσε, τόσο θαύμαζε τη σοφία και την πρόνοια του Θεού. Μέσα σε κάθε φυτό, το πιο ευτελές, το πιο ελάχιστο, έλεγε, ξετυλίγεται συνεχώς ένα θαύμα: πώς μεγαλώνει από τον ελάχιστο σπόρο, πώς τρέφεται, πώς ανθίζει με μια ομορφιά αξιοζήλευτη! Αυτός λοιπόν ο Λιναίος στην είσοδο της βιβλιοθήκης του έγραψε με μεγάλα γράμματα: «Να είσαι καλός! Ο Θεός είναι παρών!». Αυτά τα λόγια ας τα γράψουμε όλοι στην καρδιά μας. Κι ας έχουμε συνεχώς τον νου μας στον Ουράνιο Πατέρα μας. Ο ίδιος ο Χριστός μας ζήτησε: «Να αγαπήσουμε τον Κύριο και Θεό μας με όλη μας την καρδιά, με όλη μας την ψυχή και με όλο μας τον νου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή». Πράγματι η αγάπη προς τον Θεό είναι το θεμέλιο της ζωής, της αρετής και της αληθινής ευτυχίας.
Ο Σωκράτης για τον Θεό
- Ας πούμε όμως και για τον Έλληνα φιλόσοφο Σωκράτη, ο οποίος, αν και έζησε περίπου 450 χρόνια πριν από τον Χριστό, σε μια εποχή που οι άνθρωποι πίστευαν στα είδωλα και ζούσαν σε σκοτάδι πνευματικό, αναγνώριζε πως θα υπήρχε ένας Θεός πολύ δυνατός, πολύ αγαθός και πολύ προνοητικός. Έλεγε λοιπόν σ’ έναν μαθητή του, τον Αριστόδημο: «Πρόσεχε, παιδί μου, στη ζωή σου. Μην κάνεις ποτέ το κακό. Όχι μόνο όταν σε βλέπουν άλλοι άνθρωποι, αλλά και όταν βρίσκεσαι μόνος σου στην ερημιά, γιατί ο Θεός είναι πανταχού παρών, βλέπει τα πάντα και φροντίζει για όλα και για όλους!». Πόσο πρέπει εμείς, που γνωρίσαμε τον αληθινό Θεό, να έχουμε συνέχεια στον νου μας την πανταχού παρουσία Του, αλλά και την απέραντη αγάπη Του για μας!
Αυτά τα λόγια του Γεροστάθη, αλλά και όλα όσα είδαμε κι ακούσαμε στον όμορφο περίπατό μας, εντυπώθηκαν βαθιά μέσα μας. Η ψυχή μας πλημμύρισε από ευγνωμοσύνη προς τον ευεργέτη Πατέρα μας. Μέχρι εκείνη την ημέρα αισθανόμασταν μόνο φόβο και δέος μπροστά στον Θεό, που τον σκεπτόμασταν μόνο ως αυστηρό τιμωρό για τις αμαρτίες μας. Από την ημέρα εκείνη όμως είχαμε πάντα την έγνοια να μην δυσαρεστήσουμε τον Πατέρα μας, που τόσο μας αγαπούσε και μας φρόντιζε.
Ο Γεροστάθης μας αποχαιρέτισε λέγοντάς μας ένα όμορφο δίστιχο, για να το θυμόμαστε εύκολα και να το κρατήσουμε στον νου και την καρδιά μας για πάντα:
«Αν μες στην καρδιά σου έχεις και στον νου σου τον Θεόν,
πλήρης πάντοτε θα είσαι ουρανίων αγαθών».
Πηγη: http://www.diakonima.gr/
Μην κρίνεις τον πλησίον ( Αββάς Δωρόθεος )

Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τί μπορεί να είναι βαρύτερο απ' αυτό; Τί άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ' αυτήν.
Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ' αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μιά μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»;
Αρχίζει ...; ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν' απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ' όσα κατακρίνει.
Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον.
Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση.
" Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.
" Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε.
Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία...
Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι' αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του;... Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων;
Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ' όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει.
Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ' αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα;...
Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει.
Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού;
Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι' αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε.
" Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο καο πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση.
Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του;
Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν' ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ' αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον.
Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ' αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω».
Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ' αυτόν.
Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε ή αν υποψιαστούμε κάτι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σταματάμε μέχρι τη ζημιά που κάνουμε στον εαυτό μας, αλλά συναντάμε και άλλον αδελφό και αμέσως του λέμε: «Αυτό και αυτό έγινε».
Και του κάνουμε κακό βάζοντας στην καρδιά του αμαρτίες... Αλλά ενώ κάνουμε διαβολικό έργο δεν ανησυχούμε κιόλας. Γιατί, τί άλλο έχει να κάνει ο διάβολος από το να ταράζει και να βλάπτει; Και γινόμαστε συνεργάτες των δαιμόνων και για τη δική μας καταστροφή και για του πλησίον...
Από ποιό άλλο λόγο τα παθαίνουμε αυτά, παρά από το ότι δεν έχουμε αγάπη; Γιατί αν είχαμε αγάπη και συμπαθούσαμε και πονούσαμε τον πλησίον μας, δεν θα είχαμε το νου μας στα ελαττώματα του πλησίον... Αν είχαμε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα, όπως ακριβώς έκαναν οι άγιοι, όταν έβλεπαν τα ελαττώματα των ανθρώπων. Γιατί μήπως είναι τυφλοί οι άγιοι και δεν βλέπουν τα αμαρτήματα; Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι άγιοι;
Και όμως δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους. Κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν... Με την μακροθυμία και την αγάπη τραβούν τον αδελφό και δεν τον απωθούν, ούτε τον σιχαίνονται...
Ας αποκτήσουμε λοιπόν και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαχνία για τον πλησίον. Και έτσι θ' αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουδενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ίδιου σώματος...
Ο Θεός ας μας αξιώσει να προσέχουμε όσα μας συμφέρουν πνευματικά και να τα εφαρμόζουμε. Γιατί όσο φροντίζουμε και ενδιαφερόμαστε να εφαρμόζουμε όσα ακούμε, τόσο περισσότερο μας φωτίζει ο Θεός πάντοτε και μας διδάσκει το θέλημά Του.
Αββάς Δωρόθεος
Blinding pride ( Elder Paisios )
The greatest egoist is he who follows his thoughts, and does not ask anyone for guidance and direction, leading himself to destruction.
Someone may be extremely smart and very astute, but if he is willful, self-confident and selfish, he is also constantly tormented.
He becomes very confused, and many problems are created for him.In order to find his way, he must open his heart to a Spiritual Father and humbly ask for his help.
Elder Paisios
Μετάνοια του αμαρτωλού
Ένας στρατιώτης ρώτησε τον αββά Μιώς, αν άραγε ο Θεός δέχεται τη μετάνοια του αμαρτωλού. Και ο αββάς, αφού τον δίδαξε με πολλούς λόγους, είπε:
- Πες μου, αγαπητέ. Αν σχιστεί το χιτώνιό σου, το πετάς;
- Όχι, απάντησε εκείνος. Το ράβω και το χρησιμοποιώ πάλι.
- Αν λοιπόν εσύ λυπάσαι το ρούχο σου, του είπε τότε ο γέροντας, δεν θα λυπηθεί ο Θεός το δικό του πλάσμα;
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ποιμένα:
- Έκανα αμαρτία μεγάλη, και θέλω να μείνω σε μετάνοια τρία χρόνια.
- Πολύ είναι, του λέει ο γέροντας.
Ρώτησαν τότε κάποιοι, πού βρίσκονταν εκεί:
- Φτάνουν σαράντα μέρες;
- Πολύ είναι, είπε πάλι ο αββάς. Εγώ νομίζω πώς, αν ένας άνθρωπος μετανοήσει μ ́ όλη του την καρδιά και δεν συνεχίσει ν ́ αμαρτάνει πια, ακόμα και σε τρεις μέρες τον δέχεται ο Θεός.
Κάποιος άλλος ρώτησε πάλι τον αββά Ποιμένα:
- Αν ένας άνθρωπος αμαρτήσει και μετανοήσει, τον συγχωρεί ο Θεός;
Και ο γέροντας του αποκρίθηκε:
- Ο Θεός έδωσε εντολή στους ανθρώπους αυτό να κάνουν. Δεν θα το κάνει λοιπόν, πολύ περισσότερο, ο Ίδιος;
Γιατί πρόσταξε τον Πέτρο να συγχωρεί «έως εβδομηκοντάκις επτά» (Ματθ.18:22) όσους αμάρτησαν και μετανόησαν.
Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Σισώη:
- Τι να κάνω, αββά, πού έπεσα;
Του λέει ο γέροντας:
- Να σηκωθείς.
- Σηκώθηκα και ξανάπεσα.
- Να σηκωθείς πάλι και πάλι.
- Μέχρι πότε;
Μέχρι πού να σε βρει ο θάνατος είτε στο καλό είτε στην πτώση. Γιατί σ ́ όποια κατάσταση βρεθεί τότε ο άνθρωπος, σ ́ αυτή και φεύγει.
Σ ́ έναν αδελφό, πού έπεσε σε αμαρτία, φανερώθηκε ο σατανάς και του λέει:
- Δεν είσαι χριστιανός!
Μα ο αδερφός του αποκρίθηκε:
- Ό,τι και να ́ μαι, τώρα σ’ αφήνω και φεύγω!
- Σου το λέω, θα πάς στην κόλαση! Επέμεινε ο σατανάς.
- Δεν είσαι συ ο κριτής μου ούτε ο Θεός μου! του λέει ο αδελφός.
Έτσι, καθώς δεν κατόρθωνε τίποτα ο σατανάς, σηκώθηκε κι έφυγε. Ο αδελφός, πάλι, μετανόησε ειλικρινά ενώπιον του Θεού και έγινε αγωνιστής.
Άλλος αδελφός ρώτησε τον ίδιο γέροντα:
- Πάτερ, τι εννοεί ο προφήτης λέγοντας, «ούκ έστι σωτηρία αυτώ έν τώ Θεώ αυτού;» (Ψαλμ. 3:3).
- Εννοεί τους λογισμούς της απελπισίας, είπε ο γέροντας, πού υποβάλλουν οι δαίμονες σ ́ όποιον αμάρτησε.
Του λένε, δηλαδή, ότι ο Θεός δεν πρόκειται πια να τον σώσει, και έτσι προσπαθούν να τον γκρεμίσουν στα βάραθρα της απογνώσεως. Τέτοιους λογισμούς όμως πρέπει να τους διώχνει ο άνθρωπος με τα λόγια:
«Κύριος καταφυγή μου, ότι αυτός εκσπάσει έκ παγίδος τους πόδας μου» (πρβλ. Έξοδ. 17:15. Ψαλμ. 24:15).
Γεροντικό
Γιατι Εξομολόγηση
Τι είναι η Εξομολόγηση;
Η Εξομολόγηση είναι ενα από τα βασικά μυστήρια της Εκκλησίας. Μας δίνει τη δυνατότητα νά «συμφιλιωθούμε» με τον Θεό, νά εξετάσουμε την πίστη και τη ζωή μας και νά εξασφαλίσουμε πνευματική υγεία. Είναι πράξη μετανοίας. Και μετάνοια σημαίνει αλλαγή του εαυτού μας, στροφή, μεταμόρφωση. Όταν αμαρτάνουμε απομακρυνόμαστε από τον Θεό. Όταν όμως μετανοούμε, ομολογούμε τις αμαρτίες μας και ζητάμε συγχώρεση, επιστρέφουμε σ' Αυτόν.
Η Εξομολόγηση μας απαλλάσσει από το βάρος της αμαρτίας. Επιπλέον μας δίνει τήν ευκαιρία νά συζητήσουμε τους βαθύτερους προβληματισμούς μας, νά δεχτούμε συμβουλές και νά ενισχυθούμε πνευματικά.
Πώς καθιερώθηκε; Μήπως πρόκειται για πρόσφατη επινόηση τών κληρικών;
Το μυστήριο καθιερώθηκε από τόν ίδιο τον Χριστό. Αυτός έδωσε στους Αποστόλους τήν εξουσία νά συγχωρούν αμαρτίες (Ιω. 20,23). Στή συνέχεια οι Απόστολοι μετέδωσαν τό χάρισμα αυτό στους επισκόπους και τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας. Έτσι, μέσω της κανονικής χειροτονίας διαιωνίζεται.
Είναι απαραίτητη η Εξομολόγηση για όλους;
Μόνο ένας αναμάρτητος δέ χρειάζεται Εξομολόγηση. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει ότι όποιος θεωρεί τόν εαυτό του αναμάρτητο βρίσκεται σε πλάνη και μακριά από τήν αλήθεια (Α' Ιω. 1, 8). Αλλά και ο μόνος άναμάρτητος, ο Χριστός, δέχτηκε τό βάπτισμα της μετανοίας από τόν Πρόδρομο και έδειξε τήν αναγκαιότητα του μυστηρίου. Γι' αυτό η Εξομολόγηση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο τής ορθόδοξης χριστιανικής ζωής.
Ποιος μπορεί νά εξομολογεί;
Όπως προαναφέραμε, η Εξομολόγηση γίνεται σε έναν πνευματικό. Δηλαδή σε ιερέα ο οποίος έχει επιλεγεί ειδικά γι' αυτό τό έργο. Χρειάζεται βέβαια να επικοινωνήσουμε μαζί του για να μας ορίσει τον χρόνο και τόν τόπο, εκτός και αν εξομολογεί σέ καθορισμένες τακτικές ημέρες και ώρες, οπότε δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη συνεννόηση.
Και ο πνευματικός έχει αμαρτίες!
Ο πνευματικός δέ συγχωρεί τις αμαρτίες μας με τή δική του αγιότητα ή δύναμη, αλλά με τή χάρη πού του δόθηκε από τόν Θεό· αυτός μεσολαβεί μόνο. ΤΙς δικές του αμαρτίες φροντίζει νά τις εξομολογείται και αυτός σέ κάποιον άλλον πνευματικό.
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Που γίνεται η Εξομολόγηση;
Συνήθως η Εξομολόγηση γίνεται στο ναό. Μπορεί όμως νά γίνει και σέ κάποιο παρεκκλήσι ή άλλον χώρο.
Πώς γίνεται;
Καθόμαστε αντικρίζοντας τις εικόνες και μέ τήν προτροπή του πνευματικού εξομολογούμαστε τις αμαρτίες μας. Μπορούμε επίσης νά συμβουλευτούμε τόν πνευματικό γιά κάποιο θέμα πού μας απασχολεί. Όταν ολοκληρώσουμε τήν εξομολόγηση γονατίζουμε και ο πνευματικός βάζοντας τό πετραχήλι (σύμβολο της ιερατικής λειτουργίας του) πάνω στό κεφάλι μας ζητά από τόν Θεό τήν άφεση των αμαρτιών μας. Φεύγοντας ασπαζόμαστε τό πετραχήλι και το χέρι του πνευματικού.
Τι πρέπει να πώ στην Εξομολόγηση;
Στην Εξομολόγηση εξετάζουμε τα αισθήματα, τις σκέψεις, τα λόγια, τις πράξεις, τη συμπεριφορά, τις συνήθειες, τις αξίες, τις προτεραιότητες, τους στόχους, την κατεύθυνση και τον τρόπο της ζωής μας. Δέν περιοριζόμαστε στην προσωπική μας πνευματική ζωή, αλλά συνεξετάζουμε τις οικογενειακές σχέσεις, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τη διασκέδασή μας. Και αυτό επειδή όλη μας η ζωή πρέπει να φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα. Όχι για να καταδικάσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να εξασφαλίσουμε τήν πορεία μας προς τον Χριστό. Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε στην κρίση του πνευματικού ζητήματα που μας απασχολούν, ώστε νά πάρουμε αποφάσεις και νά κάνουμε επιλογές πού μας προάγουν πνευματικά αποφεύγοντας ταυτόχρονα άλλες που μπορούν να ζημιώσουν τήν ψυχή μας.
Δε σκότωσα, ούτε έκλεψα... τί νά εξομολογηθώ;
Όταν έχουμε τέτοια απορία, αποκαλύπτουμε ότι δε γνωρίζουμε τή διδασκαλία του Χρίστου. Επειδή ο Χριστός μας διδάσκει ότι και οί αμαρτωλοί λογισμοί ακόμα μας απομακρύνουν από τον Θεό. Επίσης, αμαρτάνουμε όχι μόνο όταν πράττουμε κάτι κακό, άλλα και όταν δέν εφαρμόζουμε τό καλό. Άραγε ποιος μπορεί νά ισχυριστεί ότι εκπληρώνει πραγματικά την εντολή της αγάπης και μάλιστα προς τους εχθρούς του;
Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος εξέτασης του εαυτού μου σύμφωνα με τό νόμο του Θεού;
Υπάρχουν οι Δέκα Εντολές και η ερμηνεία τους κάτω από τό πρίσμα της Καινής Διαθήκης. Τό τελειότερο όμως και ακριβέστερο κριτήριο είναι η εντολή της αγάπης προς τον Θεό και προς τόν συνάνθρωπο. Σύμφωνα μέ τά λόγια του Χριστού, σ' αυτή τήν εντολή περιέχονται όλες οί άλλες εντολές (βλ. Ματθ. 22,40). Δε μπορούμε, για παράδειγμα, να αγαπάμε τόν Θεό και νά παραβαίνουμε τις εντολές Του. Ούτε γίνεται να αγαπάμε τους ανθρώπους και ταυτόχρονα να διαπράττουμε αδικίες σέ βάρος τους. Μάλιστα η γνησιότητα της αγάπης προς τον Θεό αποκαλύπτεται από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο (Α' Ιω. 4,20). Έτσι, όταν αδιαφορούμε για τους άλλους ή τους κακομεταχειριζόμαστε, δείχνουμε ότι δεν έχουμε αγάπη προς τον Θεό. Περιφρονούμε την εντολή Του για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και δέ σεβόμαστε τά δημιουργήματα Του.
Μου φαίνεται δύσκολο νά μιλήσω για τόσο προσωπικά Θέματα. Αισθάνομαι ντροπή. Τί θα σκεφτεί ο πνευματικός;
Πρέπει νά βλέπουμε τό εξομολογητήριο σαν ιατρείο και τον πνευματικό σάν γιατρό. Για εμάς η Εξομολόγηση είναι θέμα ψυχικής -συχνά και σωματικής- υγείας. Για τον πνευματικό πάλι είναι κάτι τό συνηθισμένο. Δεν πρόκειται νά σοκαριστεί από τις δικές μας αμαρτίες. Σίγουρα έχει ακούσει χειρότερες. Εξάλλου, δεν είναι περίεργο η ντροπή, πού μας λείπει την ώρα της αμαρτίας, νά μας κυριεύει τήν ώρα της μετανοίας;
Φοβάμαι μήπως ο πνευματικός φανερώσει τις αμαρτίες μου.
Ο πνευματικός έχει ιερό καθήκον να τηρεί τό απόρρητο της Εξομολογήσεως, τό οποίο μάλιστα αναγνωρίζεται και από τόν νόμο. Σε περίπτωση παράβασης αυτού του καθήκοντος ελέγχεται από τόν Επίσκοπο του και τήν Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη. Όπως αναφέραμε πρωτύτερα, τόν πνευματικό θα πρέπει νά τόν αντιμετωπίζουμε ως θεραπευτή. Έτσι χρειάζεται νά τόν περιβάλλουμε και με ανάλογη εμπιστοσύνη. Γιά τον λόγο αυτόν επιλέγουμε ελεύθερα και με δική μας ευθύνη τον πνευματικό, ώστε νά είναι πρόσωπο μέ πίστη και αρετή και νά έχει τήν καλή μαρτυρία των πιστών. Μάλιστα η παράδοση τής Εκκλησίας μας συνιστά τήν τακτική εξομολόγηση στον ίδιο πνευματικό και τήν αποφυγή της εναλλαγής του. Εξάλλου, έχει διαπιστωθεί ότι συνήθως εμείς οί ίδιοι γινόμαστε αιτία κοινοποίησης τής προσωπικής μας ζωής, όταν τήν εμπιστευόμαστε σε ακατάλληλα πρόσωπα, τά οποία δεν έχουν καν τήν ιδιότητα του πνευματικού.
Πώς πρέπει νά λέγονται οι αμαρτίες στον πνευματικό;
Αρκεί μία απλή, σαφής και σύντομη αναφορά. Δε χρειάζονται ούτε λεπτομέρειες (ιδιαίτερα για τά σαρκικά θέματα), ούτε μακροσκελείς εισαγωγές ή δικαιολογίες. Αν είναι απαραίτητο, θα ζητήσει ο πνευματικός περισσότερες πληροφορίες. Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι ταπείνωση και συναίσθηση των αμαρτιών μας.
Τι μπορεί να μου πει ο πνευματικός;
Νά εξηγήσει τή σπουδαιότητα μιας αμαρτίας. Να συμβουλεύσει για τήν αποφυγή της. Νά δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που του θέσαμε.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Μετά τήν ευχή του πνευματικού έχουν συγχωρεθεί όλες οι αμαρτίες μου; Μήπως κάποιες θα πρέπει νά τις εξομολογηθώ πάλι;
Η ευχή του πνευματικού δίνει τήν άφεση όλων των αμαρτιών πού έξαγορεύσαμε. Συνεπώς τυχόν αμφιβολία μας για τό θέμα αυτό δείχνει έλλειψη πίστης στο μυστήριο και στή δύναμη του Θεού. Αν πάλι δέν αναφέραμε κάτι βασικό σε σχέση με κάποια αμαρτία, χρειάζεται τήν επόμενη φορά νά τό διευκρινίσουμε.
Αν ξεχάσω κάποια αμαρτία; Αν κρύψω κάποια από ντροπή;
Αν ξεχάσαμε κάτι και εφόσον δεν είναι σοβαρό, μπορούμε νά το αναφέρουμε στην επόμενη εξομολόγηση. Αν όμως παραλείψαμε κάποια αμαρτία εσκεμμένα, τότε δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μας δόθηκε άφεση και δεν πρέπει νά κοινωνήσουμε, ακόμη και αν πήραμε την άδεια του πνευματικού.
Είναι απαραίτητη η Θεία Κοινωνία μετά την Εξομολόγηση;
Η μετάνοια δεν περιορίζεται στο μυστήριο της Εξομολογήσεως. Η «συμφιλίωση» και η ενωσή μας με τον Θεό δεν ολοκληρώνεται χωρίς τη Θεία Κοινωνία. Αύτη είναι ή μυστηριακή ένωση με τον Θεάνθρωπο Χριστό. Το αποκορύφωμα των μυστηρίων. Η Εξομολόγηση μας προετοιμάζει για τη Θεία Κοινωνία.
Μπορώ νά κοινωνήσω λοιπόν αφού εξομολογήθηκα;
Μετά τήν εξομολόγηση θα πρέπει νά ζητήσουμε από τον πνευματικό τήν άδεια νά μεταλάβουμε. Αυτός θά ορίσει τον χρόνο, τή συχνότητα και τον τρόπο της προετοιμασίας μας (νηστεία, προσευχή, συγχώρεση - συμφιλίωση με τους άλλους).
Όμως, τί νόημα έχει νά εξομολογούμαι τακτικά, όταν γνωρίζω ότι θά επαναλάβω τις ίδιες αμαρτίες;
Όπως κάποιος πού πάσχει από χρόνια ασθένεια δεν παύει νά προσπαθεί για τήν απαλλαγή του, έτσι και εκείνος πού επιθυμεί πραγματικά τήν πνευματική υγεία φροντίζει αδιάκοπα νά τήν αποκτήσει. Αυτός είναι ο πνευματικός αγώνας του ανθρώπου· η διά βίου μετάνοια. Το μυστήριο της Εξομολόγησης εξασφαλίζει ότι καμμιά αμαρτία δε μπορεί νά μας απομακρύνει από τό έλεος του Θεού. Μόνο η έλλειψη μετανοίας μπορεί νά μας καταδικάσει στην αίώνια στέρηση Του.
Matters of Faith ( St. Innocent of Moscow )
Interpreting matters of faith, one must speak after careful consideration, clearly, distinctly, as briefly as possible, otherwise your preaching will be of little success .....
St. Innocent of Moscow
Wednesday, February 12, 2014
Χάρισμα απο το Θεο ( Γέροντας Αμβρόσιος της Μονής Δαδίου )
Το διορατικό χάρισμα είναι ή δυνατότητα πού δίνει ο Θεός σε ορισμένους ανθρώπους είτε να βλέπουν τον εσωτερικό κόσμο των άλλων, είτε να βλέπουν σε απόσταση αντικείμενα ή γεγονότα, να βλέπουν τι γίνεται πίσω από τον τοίχο, ή πίσω άπ' το βουνό...
Κι΄ αυτό, όχι μόνο επί γης σε οποιαδήποτε απόσταση και στην πιο μακρινή, αλλά και σε άλλον πλανήτη !
Τα περιστατικά πού ακολουθούν φανερώνουν ότι ο Θεός είχε δώσει αυτό το χάρισμα στον Γέροντα Αμβρόσιο.
1) Μια μέρα, ξεκίνησαν για το Μοναστήρι από την Αθήνα δύο γυναίκες. Ή μία γνώριζε τον Γέροντα. Ή άλλη τον επισκεπτόταν για πρώτη φορά Και είχε στο πορτοφόλι τις φωτογραφίες των δύο αγοριών της. Είχε τη μεγάλη επιθυμία να τις ευλογήσει ο Γέροντας. Μόλις μπήκαν στο κελί του, μετά τον χαιρετισμό γύρισε και της είπε, χωρίς άλλη κουβέντα:
- Δώσε μου, να σου σταυρώσω τα κλαδάκια σου ! ( τά παιδάκια σου )...
2) Μια Κυριακή, ο Γέροντας ήταν στο Μοναστήρι και λειτουργούσε. Από το μέρος αυτό έβλεπε τη χειροτονία σε διάκονο ενός πνευματικού του παιδιού στην Κρήτη. Και την ώρα πού τελείωνε ή χειροτονία και φώναξε ο Επίσκοπος «Άξιος!», βγήκε καί ο Γέροντας από το Ιερό, στάθηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη Και είπε δυνατά:
- Άξιος! Άξιος! Άξιος! Οι άνθρωποι στο εκκλησίασμα ξαφνιάστηκαν, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν, αλλά εκείνος μετά τους καθησύχασε:
Αυτή την ώρα χειροτονείται ένα δικό μου παιδί και φώναξα κι εγώ, ήταν τα λόγια του.
3) Ένας άνδρας από τη Ρόδο συνήθιζε να γονατίζει από σεβασμό, όταν επικοινωνούσε τηλεφωνικώς με τον Γέροντα. Αλλά μια μέρα πού τον είχε πάρει τηλέφωνο γιά να ζητήσει ευχή για τον ίδιο και για το παιδί του, τον άκουσε να ρωτά:
- Δεν μου λες, ποιός είναι πίσω σου, στο δεξιό μέρος; Ό άνθρωπος κοίταξε, αλλά δεν είδε κάποιον.
- Κανένας, Γέροντα.
- Κανένας, ε; Δεν είναι ο Κύριος;
Ό άλλος τότε πρόσεξε. Υπήρχε όντως στον τοίχο μία εικόνα του Κυρίου Εσταυρωμένου.
- Ναι, Γέροντα, ψέλλισε.
-Ε, άπ' Αυτόν να ζητάς την ευχή και την προστασία, και σ' Αυτόν να γονατίζεις και να προσεύχεσαι, του απάντησε από το Δαδί εκείνος, χωρίς ποτέ του νά έχει ιδεί πως είναι διαμορφωμένο το εσωτερικό του σπιτιού του.
4) Κάποτε επισκέφτηκε το Μοναστήρι μια συντροφιά από τη Χαλκίδα. Μεταξύ αυτών ήταν και μία γυναίκα, ή οποία πολύ ευλαβείτο τον Γέροντα. Κάποια στιγμή μπήκαν στο κελί του, περιγελώντας και αμφισβητώντας τον, ο άνδρας της κι ένας φίλος του. Ή γυναίκα περίμενε άπ' έξω με μεγάλη ανυπομονησία. Όπως μπήκαν, έτσι και βγήκαν. Γελούσαν και ειρωνεύονταν...
Αυτή απόρησε και μπήκε μέσα, να δεί τί είχε συμβεί. Ό Γέροντας τής είπε:
- Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Ήρθαν χωρίς διάθεση. Κούτσουρα ήρθαν και κούτσουρα έφυγαν...
5) Μια μέρα τον επισκέφθηκαν τέσσερις νέοι, τρεις Έλληνες Και ένας κατά το ήμισυ Έλληνας Και κατά το άλλο ήμισυ Γάλλος. Μπήκε πρώτος στο κελί του ο ένας Έλληνας, στον όποιο ο Γέροντας είχε μεγάλη αγάπη.
- Γέροντα, ευλογείτε. Έχω έλθει με κάποιους φίλους μου. Να περάσουν;
- Όχι, να φέρεις τον Στέφανο πρώτα.
-Ποιόν Στέφανο; είπε ο άνθρωπος απορώντας και βγήκε να βεβαιωθεί. Επέστρεψε σε λίγο.
Δεν υπάρχει Στέφανος, Γέροντα.
Βρε, φέρε τον Στέφανο μέσα, έκανε χαμογελώντας ο παππούς...
Και μπήκε τελικά ο Έτιέν (έτσι λέγεται ο Στέφανος στα Γαλλικά), έμεινε για ώρα μόνος του με τον Γέροντα και βγήκε έπειτα κλαίγοντας.
- Μου ανέλυσε όλη μου τη ζωή, από τότε πού γεννήθηκα μέχρι τώρα, πρόλαβε να πει ο άνθρωπος κι απομακρύνθηκε να μείνει μόνος με τις αποκαλύψεις πού του είχαν γίνει...
6) Ήταν κάποια γυναίκα πάμφτωχη σ' ένα μικρό χωριό της Αιτωλοα καρνανίας Και είχε τρία παιδιά. Κατάφερε να τα μεγαλώσει με απίστευτες στερήσεις και δυσκολίες, όμως με μια μοναδική αξιοπρέπεια. Ήταν η κυρα-Βασιλική.
Πέθανε παραμονή της Παναγίας του 1998. Την επόμενη μέρα, 15 Αυγούστου, το φτηνό φέρετρο με τη σορό της ήταν πάνω στην καρότσα του μικρού αγροτικού ημιφορτηγού του ιερέα και κατευθυνόταν προς το κοιμητήριο. Ακολουθούσαν μερικοί συγχωριανοί της και συζητούσαν για τα βάσανα πού είχε περάσει, όταν ξάφνου ευωδίασε ο τόπος. Ακόμη καί χιλιάδες άνθη και λουλούδια να υπήρχαν, δεν θα μύριζαν τόσο. Παραξενεύτηκαν και απόρησαν. Δεν είχαν εξήγηση.
Ανάμεσα σ' εκείνους πού τη συνόδευαν ήταν κι ένα πνευματικό παιδί του Γέροντα Αμβρόσιου, πού λίγες μέρες μετά πήγε και του ανέφερε το γεγονός. Του είπε μόνο πώς μια γυναίκα πέθανε και ευωδίασε ο τόπος. Εκείνος στην αρχή έμεινε σιωπηλός. Έπειτα μπήκε στο δωμάτιο του, έμεινε για λίγο και επέστρεψε.
- Αυτή αγίασε, απάντησε. Και ξέρεις τον λόγο; Γιατί ποτέ στη ζωή της δεν παραπονέθηκε. Τέτοιους ανθρώπους θέλει ο Θεός, για να γεμίσει τον Παράδεισο και να κάνει τη Δευτέρα Παρουσία Του. Κατάλαβες;
7) Ένας γιατρός, μετά από κάποια επίσκεψη του στο Μοναστήρι, όπου είχε ακούσει τον Γέροντα να του λέει πολλά για τη ζωή του, αναρωτιόταν αν αυτά ήταν αληθινά, ή τού τα έλεγε για ευχές... Βγήκε έξω ζαλισμένος. Συνάντησε μια μοναχή και της εξέφρασε ψιθυριστά την αμφιβολία του:
- Αδελφή, ο Γέροντας τα λέει αυτά προφητικά, ή τα λέει για να τα πει;
- Μα, τι είναι αυτά πού ακούω; αναπήδησε ξαφνιασμένη ή μοναχή.
- Συγγνώμη, αλλά καμιά φορά μπαίνει μέσα μας ή αμφιβολία, είπε αυτός και επέστρεψε σε λίγο να πάρει την ευχή του πριν φύγει.
- Γεια σου, Γέροντα, ήρθα να σε χαιρετίσω και να φύγω.
- Ποιος είσαι εσύ; τον άκουσε τότε να του λέει.
- Τι ποιός είμαι, Γέροντα; Ό γιατρός είμαι, πού μιλάγαμε πριν από λίγο, είπε ο άνθρωπος και σκέφτηκε πώς ο παππούς είναι κουρασμένος, ή πώς άρχισε να «πέφτει» Και δεν θυμάται.
- Και τι ήρθες να κάνεις εδώ; επέμενε ο Γέροντας.
- Να πάρω την ευχή σου.
-Όμως γιατί ήρθες σ' ένα Γέροντα πού τα λέει στην τύχη; είπε κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια. Να ξέρεις όμως πώς όσα λέω δεν είναι δικά μου αλλά Αυτός μού τα λέει. (Και του έδειξε την εικόνα του Κυρίου.) Δεν τα λέω εγώ.
8) Ό Γέροντας αγαπούσε πολύ τα παιδιά Και λυπόταν, εάν κάποιο πονούσε, ή υπήρχε περίπτωση να χαθεί...
Έτσι, όταν τον επισκέφθηκε κάποτε μια οικογένεια, γύρισε στον 12χρονο γιό και του είπε:
- Καλός είσαι. Πας στην εκκλησία;
- Πάω.
- Εξομολογείσαι;
- Εξομολογούμαι.
- Ά, καλά. 'Αλλά στα μπαράκια μην ξαναπάς.
--Μά δέν πάει, είπε ο πατέρας.
--Πώς δεν πάει; επέμενε ο Γέροντας. Έχει πάει δύο φορές κι ετοιμάζεται νά ξαναπάει. Κι όπως στράφηκε προς το παιδί, εκείνο τότε είπε με συστολή:
-Έ... Γέροντα, με πήγαν, εγώ δεν...
- Όποτε άρχισε αυτός να τους νουθετεί και να λέει για τα νυχτερινά κέντρα, πώς είναι ο τόπος ταφής των νέων...
«Εκεί ο διάβολος είναι ακράτητος και σκορπά τόν θάνατο», τόνισε χαρακτηριστικά...
9) Κάποια γυναίκα στο Ηράκλειο της Κρήτης εξομολογείτο στον Πνευματικό της και συχνά του εξέφραζε μια μεγάλη επιθυμία:
- Πώς θα γίνει, πάτερ, ν' αγαπήσω τον πλησίον μου, όπως τον εαυτό μου; Αυτό είναι δύσκολο πράγμα. Προσπαθώ, αλλά δεν τα καταφέρνω.
Και εκείνος τη συμβούλευε σχετικά για τον τρόπο πού έπρεπε ν' ακολουθήσει, ώστε να φτάσει σ' αυτό το σημείο.
Αλλά μια φορά, πού είχε πάει με τον άντρα της και τον αδελφό της στο Δαδί, αφού είδαν τον Γέροντα, μίλησαν αρκετά και ήρθε η ώρα να φύγουν, τον άκουσε να την αποχαιρετά, σχεδόν στο αυτί, με τα έξης λόγια:
- Άντε, και σου εύχομαι ο Θεός να σε βοηθήσει ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου, όπως τον εαυτό σου...
10) Ένα πούλμαν με εκδρομείς κατευθυνόταν προς τις κατασκηνώσεις του Παρνασσού.
Περνώντας από τη Μονή Δαδιού, έκαναν μια σύντομη στάση και εκεί συνάντησαν τον Γέροντα.
Αφού προσκύνησαν την Παναγία, τον πλησίασαν κι εκείνος τους μίλησε.
Επέμενε πολύ στη μετάνοια, στην εξομολόγηση, και στη θεία Κοινωνία.
Κάποιος όμως άπ' τους επισκέπτες άρχισε να βρίζει τους ιερείς Και να λέει μεταξύ άλλων:
- Εσείς οι παπάδες πρέπει να εξομολογείστε και να μετανοείτε, πού κάνετε τόσα...
Αλλά τότε ο Γέροντας γύρισε προς το μέρος του, χτύπησε τη μαγκούρα που κρατούσε στο έδαφος, και του είπε έντονα:
- Εσύ τολμάς να μιλάς έτσι για τους παπάδες, πού πέθανε ο αδελφός σου και αδίκησες την οικογένεια του;
Ό άνθρωπος ταράχτηκε, κοκκίνισε, δεν άνοιξε πάλι το στόμα του και βγαίνοντας άπ' το Μοναστήρι πήγε στην πηγή με το κρύο νερό πού τρέχει και δροσίζει τους περαστικούς, για να βρέξει το πρόσωπο του και να συνέλθει...
Στο μεταξύ, ο Γέροντας πλησίασε κάποιον άλλον επισκέπτη, τον αγκάλιασε και του είπε:
-Εσύ είσαι καλός άνθρωπος. Έλα όμως να σου πω κάτι, να το διορθώσεις. Και τον πήρε παράμερα και τον συμβούλεψε...
11) Πήγε ο Γέροντας σε κάποιο Μοναστήρι μ' ένα νέο ιερέα, πνευματικό του παιδί, για να προσκυνήσουν.
Στο αρχονταρίκι πού κάθισαν, υπήρχε μία παλιά φωτογραφία μοναχών της Μονής.
Την ώρα πού έπιναν τον καφέ έπιασε τη φωτογραφία και του είπε στο αυτί, δείχνοντας ένα μοναχό από τους 20 περίπου πού εικονίζονταν:
-Τους βλέπεις όλους; Μόνο αυτός σώθηκε...
12) Ένας άνδρας έκανε στη γυναίκα του για κάποια περίοδο μια ιδιαίτερη γκριμάτσα, κοροϊδευτική, πού πολλές φορές μετά το ξεχνούσε. Φθάνοντας μια μέρα στο Μοναστήρι, πήγε μπροστά του ο Γέροντας και άρχισε συνέχεια να του κάνει την ίδια γκριμάτσα, την οποία έκανε αυτός στη γυναίκα του.
- Σου αρέσει; τον ρώτησε μετά γελώντας.
13) Το 1990, στη διάρκεια μιας Θείας Λειτουργίας ζήτησε από ένα πνευματικό του παιδί πού τον είχε επισκεφθεί στο Μοναστήρι να διαβάσει κατά την ώρα της Προθέσεως τα ονόματα των ανθρώπων, τους οποίους ο συγκεκριμένος νέος (μετέπειτα κληρικός) είχε φέρει να διαβαστούν και ευλογηθούν καί τους γνώριζε προσωπικά. Άρχισε, λοιπόν, αυτός να τα διαβάζει...
Μόλις όμως έφτασε σε μια οικογένεια πού είχε 4 παιδιά και περνούσε δυσκολίες, ο Γέροντας, χωρίς κανείς να τον έχει πληροφορήσει σχετικά, είπε ξαφνικά:
- Τώρα εδώ σταματάμε. Αυτός ο πατέρας και αυτή ή μάνα έχουν μεγάλη ανάγκη. Πρέπει να κάνουμε πολλή προσευχή. 'Ά, μεγάλη ανάγκη εδώ!
14) Μια φορά, ένας νέος επιστήμονας έδωσε χρήματα από τον μισθό του, πού μόλις είχε πάρει, σε κάποιον ο όποιος είχε ανάγκη. Δεν είπε πουθενά το παραμικρό για την ενέργεια του και ξεκίνησε για το Μοναστήρι. Εκεί ο Γέροντας, μόλις τον είδε, του είπε:
- Αυτά πού έδωσες, ή Παναγία θα στα δώσει πίσω. Ή Παναγία χαίρεται και ότι δίνεις θα στο επιστρέφει. Αυτό να ξέρεις στη ζωή σου.
Και πράγματι, το ίδιο ακριβώς ποσόν πού είχε προσφέρει ο άνθρωπος το έλαβε πίσω μετά από δύο μέρες μ' έναν εντελώς αναπάντεχο τρόπο από ένα «τυχαίο» κέρδος...
15) Όταν νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό», ένα πρωί ή νοσηλεύτρια του έφερε τα φάρμακα του. Όμως εκείνος έβρισκε αφορμή Και καθυστερούσε να τα πάρει. Δεν έδειχνε απροθυμία, αλλά με γλυκό τρόπο το απέφευγε.
Αφού πέρασε μισή ώρα περίπου, έφθασε ή ίδια νοσηλεύτρια σε κατάσταση πανικού Και ρώτησε το πνευματικό του παιδί, το όποιο βοηθούσε τον Γέροντα, αν πήρε τα χάπια του. Όταν πήρε αρνητική απάντηση, είπε ανακουφισμένη:
- Ευτυχώς, γιατί ήταν άλλου ασθενούς. Έκανα λάθος και αυτά πού του είχα φέρει ήταν βαριά φάρμακα. Τους έδωσε τα δικά του, και αυτή τη φορά ο Γέροντας τα πήρε αμέσως, χωρίς να φέρει εμπόδιο...
16) Κάποια φορά, εξηγούσε σε μια συντροφιά το σημείο στο κατά Λουκά Ευαγγέλιο, όπου αναφέρει ότι «είναι αδύνατον, μέσα στον διεφθαρμένο και πονηρό αυτό κόσμο, να μην έρθουν τα σκάνδαλα και οι πειρασμοί». Με το πού το άκουσε αυτό ένα πνευματικό του παιδί, τού γεννήθηκε στο μυαλό ή απορία «γιατί είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα;». Και μάλιστα τόσο έντονα το σκεφτόταν, ώστε έπαψε να παρακολουθεί την εξήγηση του Ευαγγελίου. Άλλα τότε ο Γέροντας σταμάτησε ξαφνικά τον λόγο, γύρισε προς το μέρος του και του είπε με έμφαση, αφού είχε διαβάσει τη σκέψη του:
- Είναι ανάγκη να έρθουν τα σκάνδαλα γι' αυτούς καί γι΄ αυτούς τούς λόγους...
Τους οποίους λόγους εξήγησε, λύνοντας έτσι την απορία του, Και μετά συνέχισε την ερμηνεία του Ευαγγελίου.
17) Στο ίδιο Μοναστήρι, λίγο νωρίτερα είχαν συναντήσει την ώρα πού πήγαν να μπουν έναν άντρα γύρω στα 65 με 70, ο οποίος με το πού τον είδε του είπε:
- Την ευχή σου, Γέροντα.
- Εσύ τι κάνεις, τι είσαι εσύ εδώ; γύρισε αμέσως και τον ρώτησε.
- Εγώ βοηθάω το Μοναστήρι και μένω εδώ, αλλά δεν είμαι μοναχός.
- Όχι, να γίνεις μοναχός. Να βάλεις το ράσο, για να σωθείς.
- Γέροντα, εγώ τι να σωθώ; Εντάξει είμαι εδώ πέρα, βοηθάω τουςΠατέρες κ.λπ.
- Ακούς τι σου λέω; Να βάλεις το ράσο σου, να μπεις στο Μοναστήρι, για να σωθείς.
-Έ, τι να βάλω εγώ σε τέτοια ηλικία; επέμενε ο άλλος.
Όποτε τον πλησίασε και του είπε κάνοντας μιά χαρακτηριστική κίνηση με την παλάμη του, καί βάζοντάς την στον λαιμό του:
- Δεν μου λες, πόσους έσφαξες στην Κατοχή;
Ό άλλος κοκάλωσε. Άρχισε ν' αλλάζει χρώματα. Έσκυψε το κεφάλι και ίσα πού μπόρεσε ν' αρθρώσει:
- Καλά, Γέροντα, ευλόγησαν.
Μετά πήγε πίσω από τον ιερέα πού συνόδευε τον Γέροντα και κάποια στιγμή τον ρώτησε με αγωνία:
- Ποιός είναι αυτός;
- Άστο τώρα. Κάνε ό,τι σου είπε και άστο. Μη μιλάς καθόλου, του είπε εκείνος.
-------------------------------
Στο τέλος Αυγούστου 2001, κάποιος τον παρακάλεσε να προσευχηθεί στον Άγιο Νεκτάριο, για να τον βοηθήσει.
Και ο Γέροντας:
- Άστον, παιδί μου, τον Άγιο. Αυτός είναι στην Αμερική. Τρέχει να σώσει ζωές.
Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 έπεσαν οι Δίδυμοι Πύργοι. Λίγους μήνες νωρίτερα είχε πει ότι εκείνο που πρόκειται να συμβεί στην Αμερική θ' αλλάξει τον ρου της Ιστορίας:
- Μεγάλο κακό θα βρει την Αμερική, και όχι μόνο, μέσα στον Σεπτέμβριο. Αλλοίμονο!
Αυτό το είχε προαναγγείλει επίσης και στον μακαριστό Επίσκοπο Σισανίου και Σιατίστης Αντώνιο σε μία από τις επισκέψεις του τελευταίου, και ήταν παρόντες κι άλλοι, χωρίς όμως να δώσει εξηγήσεις:
- Σεβασμιώτατε, να δείτε τί θα πάθουν οι Αμερικανοί σε δύο μήνες, είχε πει. (σελ. 119)
Το 1990 είχε πει ότι σύντομα ο Θεός, επειδή θέλει να στηρίξει τους ανθρώπους, θα αποκαλύπτει τους Αγίους Του οφθαλμοφανώς. Επειδή οι πειρασμοί θα είναι μεγάλοι και τα βάσανα δυσβάσταχτα, θα παραχωρήσει ο Κύριος να εμφανίζονται Άγιοι, και μάλιστα μεγάλοι, όπως ο Άγιος Δημήτριος ή ο Άγιος Γεώργιος.
Θα ακούν οι άνθρωποι ότι τη μία εβδομάδα παρουσιάστηκε ο τάδε Άγιος στην Κρήτη, την άλλη ο τάδε στη Μακεδονία, άλλος εδώ, άλλος εκεί (σελ. 122).
- Τί να κάνω με τα παιδιά μου, γέροντα, που είναι δύσκολα; Μου φωνάζουν, κοιτάζουν τα επικίνδυνα προγράμματα της τηλεόρασης και επηρεάζονται.
- Μόνο ο Κύριος διορθώνει την κατάσταση, θα λες: «Κύριε, σώσε εμένα, διόρθωσέ με, και φώτισε και τα παιδιά μου να είναι κοντά Σου».
Και ο Κύριος θα σε ακούσει και θα σου δώσει εκείνο που πρέπει.
- Μας ακούει, όμως, ο Κύριος; Φτάνει η φωνή μας εκεί;
- Δεν ξέρω... τον περασμένο μήνα τον πονούσαν τ' αυτιά (!)
- Θα έρθουν χρόνια δύσκολα, αλλά μη φοβάστε. Τα παιδιά Του ο Θεός δεν τα εγκαταλείπει, θα τα φυλάει σκανδαλωδώς.
- Δηλαδή, Γέροντα;
- Τί δηλαδή; Να, άμα δεν θα έχεις να φας, θα ξυπνάς το πρωί, θα βρίσκεις μια φραντζόλα πάνω στο τραπέζι και θα λες: «Αυτό από που ήρθε»; Αλλά πρέπει να έχεις πίστη. Χωρίς πίστη, δεν γίνεται τίποτα. (σελ. 178)
- Από εδώ και πέρα, δεν έχεις διανοηθεί τί θα δεις και τι θα ακούσεις. Δεν έχουν ξαναγίνει ποτέ στον κόσμο, είπε μια μέρα το καλοκαίρι του 2005.
- Στην Ελλάδα θα συμβούν;
- Σε όλο τον κόσμο και σ’ εμάς. Και γιατί; Γιατί εμείς, λέει, είμαστε ο φάρος της Ορθοδοξίας, αλλά καταντήσαμε από την αμαρτία χειρότεροι από τους άθεους. (σελ. 178)
Ο Γέροντας έλεγε για τη συντέλεια του κόσμου ότι θα διαρκέσει όσο κρατάει ο Εξάψαλμος, λίγα λεπτά. Την ώρα πού θα κρινόμαστε, στον ουρανό θα ψέλνουν τον Εξάψαλμο οι Άγγελοι...
Όλοι οι άνθρωποι πού θα ζουν εκείνη τη στιγμή, θα βιώσουν τον θάνατο ακαριαία και αμέσως μετά θα αναστηθούν, θα είμαστε όλοι με τα σώματα μας άϋλα, δεν θα πιάνουμε χώρο, ο ένας θα βλέπει το σώμα του άλλου και όλοι θα είναι στην ηλικία των 33 χρόνων.
Ο Κύριος θα κρατά το βιβλίο της ζωής, το Ευαγγέλιο, και αυτομάτως θα πηγαίνουμε δεξιά ή αριστερά από μόνοι μας, γιατί θα ξέρουμε αν είμαστε για τον Παράδεισο ή όχι. Γι' αυτό και στο Δεσποτικό, πού κάθεται ο Δεσπότης, στην εικόνα του Χριστού είναι ανοιχτό το βιβλίο και δεν υπάρχει καντήλι επάνω - δηλώνει ότι δεν υπάρχει έλεος στη Δευτέρα Παρουσία. Ενώ στο τέμπλο είναι κλειστό το βιβλίο πού κρατάει ο Χριστός και υπάρχει καντήλι, διότι ακόμη έχουμε έλεος. (σελ. 183)
Επειδή έρχονται πολύ δύσκολες μέρες για την ανθρωπότητα, ο Θεός πήρε ορισμένους ανθρώπους και τους έκανε αξιωματικούς. (σελ. 210)
Όπως θα θυμούνται όλοι, το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2004 κατέπεσε στη θαλάσσια περιοχή του Σιγγιτικού κόλπου, οκτώ ναυτικά μίλια από το Άγιον Όρος, το ελικόπτερο Σινούκ, το οποίο μετέφερε τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας Πέτρο και τους 16 ανθρώπους πού ήταν μαζί του, κληρικούς και λαϊκούς.
Το ίδιο βράδυ ο Γέροντας ήταν σε μεγάλη προσευχή. Έβλεπε που είναι και πονούσε γι' αυτό πού έβλεπε, γιατί το πρόσωπο του μαζευόταν και έκανε γκριμάτσες. Αποκάλυψε
μόνο ότι οι άνθρωποι έφυγαν μαρτυρικά, γιατί κατάλαβαν ότι πεθαίνουν και πολύ ταλαιπωρήθηκαν...
Κάποιος τον ρώτησε:
- Γέροντα, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο, σ’ αυτό το μέρος, και τόσο πολλοί;
- Τους μάζεψε όλους ο Θεός, παιδί μου, γιατί έτσι ήταν το θέλημα Του, απάντησε.
Αλλά έπειτα από κάποιες μέρες, όταν είχαν πάλι το θέμα αυτό στη συζήτηση, πρόσθεσε και τα εξής:
- Ο τρόπος πού πεθάνανε τους πάει στον Παράδεισο όλους. (σελ. 124)
Γέροντας Αμβρόσιος της Μονής Δαδίου
Clinging to Christ with all one's strength ( Archimandrite Alexander )
The goal, then, of our earthly life is to inherit eternal life in the kingdom of heaven. To reach it our loving Creator requires of us only that we respond to Him with the kind of sincere, pure and selfless love with which He loves us.
Such love is a spring which flows from this temporal life into the beauty of eternal life. The reason for man's life is to become more and more like God and to draw nearer and nearer to Him. The substance of our life should be the continuous upholding of everything in us that furthers nearness to God and rejection of everything that takes us away from Him.
How can the fire of such love and such striving be kindled in the soul? Once it is lit, how can it be guarded, so that it is not allowed to go out, but rather, as much as possible, it is turned into the flame of salvation, which burns up all impurity in the heart? Man cannot do this by his own power, no matter how sincerely he desires it. The winds and waves of the passions are too strong, and they come from sources hostile to man: the world which lies in sin, the flesh which loves sin and the devil, the originator of all evil.
For salvation, therefore, it is necessary to cling to Christ with all one's strength, to become one with Him. Then His divine power and His love will fill our souls. They will protect, sanctify and strengthen us; they will lead us on the sure but narrow path to eternal life. Christ speaks thus about the necessity of staying with Him: "I am the Vine, ye are the branches. The branch cannot bear fruit of itself, except it abide in the vine" (John 15:5). In other words, authentic spiritual life, which brings forth good fruit, is impossible unless one is united in the closest possible way with the Source of spiritual strength - Christ.
Two Byzantine brothers
We must invite our friends and neighbors to “taste and see” the great treasure that is Orthodoxy, for it is our responsibility, as Christians, to reach out in kindness, and with a welcoming smile, when we see strangers enter our temples.

Sts Cyril and Methodius
Two Byzantine brothers, Saints Cyril and Methodius, brought Orthodox Christianity to the Slavs in the ninth century. The brilliance of Eastern Orthodox missionary outreach, as opposed to that of the Latin Church, was in the very use of the vernacular. These great saints who became known as the Apostles to the Slavs, left the Slavs with a liturgical language that was understandable to them. The services were not imparted in the Greek language, as though it alone was sacred enough to be used in Divine Worship, but helped them understand their new faith by worshiping in their own language.
The first missionary monks to the North American came to a land where Orthodoxy had never been. Their encounter with the native peoples was one of mutual respect. They did not greet their new neighbors as pagans, but as a people who’s experience with God was limited, but who nevertheless held to certain truths that were, by their very nature, Orthodox truths. Sharing with these peoples, the Orthodox monks came to know that the native Alaskans did not worship totem poles, but used them as tools for passing on family and tribal history. The monks honored the the indigenous peoples, befriending them, and, most important of all, treating them as God’s children.
As Orthodox Christians, we are duty bound to share our faith with others. Christ is for everyone, but with all the bad press Christianity has been getting during the past decade, it is especially important that we approach evangelism in light of the historic Church. The missionary mind of the Orthodox Church must be rekindled in our time. Parishes must not remain enclaves of Greeks, Russians, Bulgarians, Palestinians, or Serbs. The doors of the churches must be opened wide, welcoming all.
Having unlocked doors is worthless if a visitor is greeted with a frown upon entering the temple. I’ve lost count at how many people have shared their experience at having been ignored by other worshipers, upon entering an Orthodox parish for the first time. Numerous people have told me about being confronted with the question, “are you Greek”, followed by, “then why are you here”. Others have shared their sadness at having been ignored in the parish hall, because they did not speak Russian.
A Roman Catholic friar once told me he’d gone to a Russian cathedral to attend his first Divine Liturgy. The first service had concluded, and as the clergy walked down the steps of the cathedral, they looked right through him, as though he were invisible, even though he was wearing his Franciscan habit. He’d felt so unwelcome, he turned and left.
What kind of witness was this? Have we reduced Orthodoxy to the status of a private club? Do we see the Church only in ethnic terms? What if Saints Cyril and Methodius had treated the Slavs in such a manner? What if the Jewish Christians of the first century had treated the gentiles in such a manner?
We are all called to be evangelists for the Orthodox Faith. Not one of us is deserving of this Pearl of Great Price, if we wish to preserve it only for ourselves. How can we say we love Christ, if we do not wish that all know Him? Can we be saved, in the end, if we wish salvation only for “our people”?
We must invite our friends and neighbors to “taste and see” the great treasure that is Orthodoxy, for it is our responsibility, as Christians, to reach out in kindness, and with a welcoming smile, when we see strangers enter our temples.
Orthodox clergy must remember that they are the first line of witness for the Faith. If we hold ourselves aloof while wearing our cassocks and crosses in public, we can not call ourselves disciples of the Lord, for in keeping ourselves aloof, we bring shame upon the Cross of Christ.
The Lord’s Prayer
by Archimandrite Vassileios,ex Abbot of the Iveron Monastery
Our Father who art in heaven, hallowed be Thy name, Thy kingdom come, Thy will be done on earth as it is in heaven, give us this day our daily bread, and forgive us our transgressions, as we forgive those who transgress against us, and lead us not into temptation, but deliver us from the evil one. Amen.
I have selected a passage from the Gospel, the prayer known as ‘The Lord’s Prayer’, since I believe it is the most representative prayer - the prayer handed down to us by the Lord Jesus Christ.
I believe that the Lord has taught us the prayer He has created; He gave us the life He has lived and taught us how He was. And this is Jesus’ truth. He had said once: “I am the vine; you are the branches” (John 15, 5). Just as the relationship between the vine and the branches is organic and the juice flows easily from the vine to the branches, in the same way Jesus flows in our existence by giving us His entire being. Therefore, I believe that through this prayer we live in Jesus Christ, provided we consciously pray and experience the prayer.
Let us begin by reciting this prayer and studying it piece by piece.
The first phrase says:
“Our Father who art in heaven”
I believe we commit one major sin. We sometimes become demoralized and forget one thing: the Lord loves us even though we are weak. If we hold on to just one thought this is it: that the Lord loves us and that the Lord is our Father.
We normally say that the parents love their child not because it is a good child but because it is their child. Therefore it is a major consolation to us if we manage to consciously accept and feel that we too could call the Lord “Father”. This word says everything. It places us immediately into the Church. Someone could be an orphan, his own people may have abandoned him; he may have lost everything and feel completely alone. Nevertheless, as soon as he considers that the Lord is his Father, he feels sheltered and secure and the entire world becomes his home.
I could even dare say this: Wouldn’t it be better if everybody abandoned us in order to experience the love of the Lord? Yes, I believe it would be. You see the Lord says in His Beatitudes: ‘Blessed are those who mourn, blessed are the thirsty, the hungry the weeping…etc” In other words, it would be better if we were to lose all human affection along with everything else, if only we would feel that the Lord is our Father.
I remember once that I had asked an old lady in Paris- she was Russian- to tell us what a monk is and she replied without thinking that “a monk is someone who is hanging from a string; the string is the love of the Lord”. I believe that this is true of every person. Man is strong in this life; his strength is the fact that the Lord loves him. We were born and we continue to live in hope, because Someone loves us. This Someone is strong even though we are weak.
“Our Father who art in heaven’’. So, our Father is not just someone whom we may see but is a heavenly Father, Who lives in heaven. Therefore, the whole heaven becomes our home. Thus we ought to feel free and at ease. Once, when they informed Evagrios Pontikos- one of the great ascetics in Nitria- that his father had died, he replied without thinking: “Do not blaspheme. My Father has never died!”
Thus in this first line of the prayer, our Lord gives us courage, turns us into His siblings and incites us to call His Father “our” Father. We call the Lord “our” Father, not “my” Father. Therefore the Lord is everyone’s Father and we are all brothers.
“Hallowed be Thy name,
Thy kingdom come”
The Holy Fathers of our Church see the presence of the Son and of the Holy Spirit in these two lines. Along with the first line, the Holy Trinity in its entirety is present. The Name of God the Father is the Word of God the Father, the Son of God, and the kingdom of the Lord is the Holy Spirit. (There is an earlier version of the Gospel in which the prayer instead of saying ‘Thy Kingdom come’says: ‘Thy Holy Spirit come on us and cleanse us’). Here therefore the Holy Trinity is present as in the Creed of Faith, where we declare: “I believe in one God, Father Almighty…and in Jesus Christ… and in the Holy Spirit…”
“Hallowed by Thy Name”. We pray that the Lord’s name is hallowed. If according to the Holy Fathers the name of God the Father is the Son and Word of God, then “hallowed by thy name” may be related to what Jesus said in John 17, 19: “And for their sakes I sanctify myself, that they also might be sanctified in truth”. ‘Sanctify myself’ means: the Lord sacrifices Himself so that they are sanctified in truth; so that the faithful are sanctified indeed. Thus, when we are praying “Hallowed by thy Name”, it is as if we are saying: let the sacrifice of the Son and Word of God be sanctified. Thus, the Lord is our sanctification, our deliverance and our justice. By ‘Thy kingdom come’ we beg for the Holy Spirit to come during Pentecost. The Holy Spirit always comes and the Church is the continuing Pentecost.
Therefore the Holy Trinity is present in these three lines. In addition, we may also find here the reality of the epiclesis made during the central prayer of the Holy Liturgy. There, the priest begs the heavenly Father to send the Holy Spirit and make the bread and wine, the Body and Blood of Christ.
And thus we arrive at the fourth line, which is the central part of the Lord’s Prayer and the central part of the life of Jesus and of our own lives. It is this:
“Thy will be done”
This phrase may be compared to the “Amen” of the prayer. Because “Thy will be done” is the conclusion and the recapitulation of the previous phrases. Earlier we say “Hallowed by Thy name”, “Thy kingdom come”, “Thy will be done” and refer to the Lord; we offer everything to the Lord and this is confirmed and recapitulated by “Thy will be done”.
In order to understand how important this phrase is, it will be good to consider why Jesus descended from heaven. “I descended from heaven to fulfill the will of the Father who has sent Me and to accomplish His work”, He says. And also: “As I hear, I judge, and my judgment is just, because I seek not my own will but the will of him who sent me” (John 5, 30). Moreover, remember when Jesus met the Samaritan woman? When His disciples urged Him to eat, He had replied: “I have food to eat that you do not know about.”(John 4, 32-34) “My food is to do the will of him who sent me and to accomplish his work”.
I think that this last phrase “my food is to do the will of him who has sent me” is the most essential element which describes Jesus’ life and our own lives. Thus during the hour of His real agony at Gethsemane- the time when an earthquake strikes, so to speak, and everything is being tested- when He “…being in an agony he prayed more earnestly”, he said: “My Father, if this cannot pass unless I drink it, your will be done” (Matthew 26, 42). Thus, at His most difficult moment, He was the first to say the very same thing He had instructed us to say. And then He proceeds to walk peacefully, in His Almighty way, towards the Passion precisely because He had said “Not my will be done, but Your will be done”. As soon as He had said this, He turned inwardly, gained strength and pressed on.
It wouldn’t be inappropriate to take a look at our own life at this point. We get on with our lives, we make plans, have prospects, have a good time but suddenly we may meet with trouble. I believe that there is no man who has not gone through his own Gethsemane. When everything collapses, then and only then everything rises; only then does man comprehend Jesus’ words “My food is to do the will of him who sent me and to accomplish his work”. When everything turns upside down and there is no hope, no light to be seen; when everything is covered in darkness, if this person says “My Lord, thy will be done” he suddenly receives new strength; he rises and walks humbly towards the path, towards the passage, towards the Resurrection, who is Jesus, in a never ending process. Then in hindsight he will be grateful to the Lord not for the happy but for the difficult times of his life, for his personal Gethsemane. These have forced him, through the dismantling of his ego, to freely admit and say “My Lord, thy will be done”.
I believe that the phrase: “Thy will be done” relates to what the Lord said at the beginning of the creation: “let there be… and it was so” as well as to the epiclesis during the Holy Liturgy when the priest begs the Father to send the Holy Spirit and make the bread, the Body of Christ and the wine the Blood of Christ, and ends with “Amen, Amen, Amen”, when the mystery is already accomplished. When man willingly says “My Lord, let your will be done to me” resembles what the Virgin Mary said to Archangel Gabriel: “let it be to me according to your word” (Luke 1, 38). Namely, let it be to me, in me, in my entire existence according to your words; Lord let it be according to Your will. From then on, man becomes sanctified and receives a different kind of strength.
Abba Isaac says somewhere that man can become God through Grace, if he obeys the Lord. He can become God and truly create new worlds out of nothing; He can become totally regenerated; the weak gains strength and he who is dead is revived and lives on. He then comprehends that to say calmly “Lord, thy will be done and not mine” is the real food indeed.
Thus, a true theologian is not the one who goes to the university and gets honors because he remembered a couple of dates and some names and wrote a dissertation. A true theologian, who comprehends the power and the truth in our Lord’s teachings, is the one who says when in trouble: ‘not mine, but your will be done’. Then the entire Lord enters in him, makes him a theologian, makes him God through Grace and enables him to walk forward in Jesus Christ. And just as the risen Lord walked through closed doors, similarly this weak man, who has become all powerful with the Grace of the Lord, gets on with his life irrespective of whether the problems have been solved or not.
Therefore, if we happen to face difficulties, let’s talk to the Lord honestly, in any way we wish, because the Lord is our Father. But in the end let us say: “My Lord, I do not know what to do. You do. You love them more than me and they belong to you more than they belong to me. Let thy will be done. If your will seems to be like a catastrophe on the outset, let it be catastrophic”. Any catastrophe from God is better than any success achieved through human effort. The latter creates a true mess and a real disaster. Thus ‘thy will be done’ is the phrase which feeds and elevates us to another place.
“On earth as it is in heaven”
St John Chrysostom says that Jesus makes everyone responsible for the deliverance of the whole world. It doesn’t say: “Lord, let thy will be done in my life” but, “let thy will be done on earth as it is in heaven”.
Once I visited the island of Kos to meet an old lady. She told me: ‘I do not know how to read and write; I do not even know how to recite the Lord’s Prayer or the Creed of Faith. Nevertheless, every night before bed, I cross myself and beg the Lord to let the world wake up well. “Am I doing well?” “Yes, you are”, I said to her.
See, the old woman had uncovered the essence of this prayer. Because she lived her life in Church and the Lord’s grace was flowing in her existence silently, just as the vine juice flows into the branches, she did what was right without having ever learnt to read or write.
“Give us this day our daily bread”,
When we finally become able to reach our own Gethsemane and say during our most difficult moment, ‘Lord, thy will be done’ without distress, or indignation, but calmly and resolutely, then I do believe that our spiritual stomach is ready to digest the real food. And that is our Lord, Jesus Christ.” I am the living bread which came down from heaven: if any man eats of this bread, he shall live forever” (John 6, 51). I am the real bread, the living bread which came down from heaven. If one eats it, one will live forever and will not die; He already experiences eternal life while still living this life.
What does Jesus mean when He says ‘give us this day our daily bread’? The Holy Fathers explain that ‘daily’ bread means the bread which has to do with man’s existence or the bread for the next day. ‘Next day’ means the forthcoming eon, the kingdom of heaven. Thus, we are praying so that the Lord makes us worthy of the ‘eternal life’, of the heavenly bread, i.e. Jesus Christ, and to offer Him to us- the real food- from this life. So, we wish to be able to feed on the bread of the angels, the bread of ‘the next day’, the bread of the eternal life and of the kingdom of heaven.
“And forgive us our transgressions, as we forgive those who transgress against us”
Let us remember the prayer the Lord offered for those who crucified Him: “Father, forgive them; for they know not what they do” (Luke 23, 34). There was no excuse for what they did; but the Lord found one for them.Namely that they do not know what they are doing.
“Forgive us our transgressions, as we forgive those who transgress against us”.
This phrase is somehow more demanding. Jesus does not implore us to beg the Lord to help us forgive the others; instead, we are telling the Lord that we have forgiven them anyway. St Gregory of Nyssa says that it is as if we are asking Lord, the Father, to notice our exemplary behavior and forgive us too.
If by any chance we do not show forgiveness, there is nothing anymore to be done; Jesus Christ was clear on this: “if you do not forgive others their trespasses, neither will your Father forgive your trespasses” (Matthew 6, 15). We may be attending religious classes and spiritual meetings, may go to church, may take the Holy Communion, may have advanced in spiritual life, may even perform miracles and yet not show forgiveness. If we do not show forgiveness, everything was done in vain.
Let us remember what St Kosmas Aitolos was preaching to the people: ‘I am distressed because I do not have the time to see each one of you individually, so that you can confess to me, tell me your troubles and to console you with words provided by the Lord. So, because I cannot see you individually, I have a number of things which you must obey. If you obey, you will do well. The first thing is: “forgive your enemies”’.
In order to help them understand what he meant, he told them a story. “Two people came to me to confess, Peter and Paul. Paul said to me: ‘Holy father, I am following the Lord’s path ever since I was a boy. I have done many good deeds, I am praying, I give alms, I have built churches and monasteries. I only have one weakness. I cannot forgive my enemies’. I have decided that this man is to go straight to hell and gave instructions to throw his body to the dogs when he dies. After a short while, Paul comes to me and says: ‘I have not followed the straight path ever since I was young. I have stolen things, I have dishonored women, I have killed people, and I have burnt down churches and monasteries. In other words, I have been acting as if I was possessed. I only do one thing: I forgive my enemies’.
And St Kosmas concluded: “I put my arms around his neck and kissed him. I also instructed him to receive the Holy Communion in three days”.
Peter, who did so many good deeds, has defiled everything with his refusal to offer forgiveness. Just like a small piece of dirt taints a hundred kilos of flour. On the other hand, Paul was forgiving even though he had committed so many atrocities. His forgiveness acted like the candle which burnt all of his evil deeds. Occasionally, instead of giving off Christ’s fragrance, our lives seem to smell badly and we do not know why. Therefore, we ought to offer forgiveness without holding a grudge against anyone. Unless we do this all our goodness and our good deeds have been in vain. That’s why the Lord says: “if you do not forgive others their trespasses, neither will your Father forgive your trespasses”. The tiniest thing can help us win the kingdom of God and the tiniest thing can taint our entire lives.
“And lead us not into temptation, but deliver us from the evil one”
On the one hand we say ‘lead us not into temptation’ and on the other James the Apostle implores us thus: ‘Count it all joy, my brothers when you meet trials of various kinds” (James 1, 2). Our Holy Fathers solved the riddle for us. St Maximus the Confessor explains that there are two kinds of temptations: One the one hand, there are the hedonistic pleasures which are voluntary and lead one to commit a sin. We pray to the Lord to help us resist such temptations. On the other hand, there are temptations and tribulations which are involuntary and painful; these target our hedonistic tendencies and stop us from sinning. Therefore, we are praying to the Lord to help us resist the first kind of temptations which are hedonistic and voluntary. On the other hand, we are asking for help in accepting the second kind of temptations with pleasure since they cause knowledge and humility and the presence of the Grace of the Holy Spirit. Remember what the book ‘Gerontiko’ says: Take away the temptations and no one is saved.
“Deliver us from the evil one”. This is the last phrase of the prayer. The first one was ‘Our Father’. The lord is the first and foremost reality and the evil one is the last. We walk on a tight rope between the Lord and the devil throughout our lives. The devil did not leave anyone untouched; neither the first Adam in Paradise, nor the second Adam, Jesus Christ, when He went out in the desert. Our Lord, speaking of the devil, said: ‘This kind cannot be driven out by anything but prayer” (Mark 9, 29). In other words, we cannot be delivered from the devil save through prayer and fasting. The devil does not leave us in peace even if we use reasoning against him, just as cancer is not cured with aspirin. A monk says that the greatest lawyer cannot win his case against the devil. That’s why we ought never to start a conversation with the evil one. We just ignore him.
The whole issue in spiritual life is to acquire spiritual discernment in order to be able to differentiate between something which comes from God and something which doesn’t. Here one might say: I am a weak person. How can I acquire discernment?
I believe that things become much simpler if we come to comprehend The Lord’s Prayer. Let us begin from the last point. If we forgive our enemies without reservations; if we feed on the heavenly bread; if we say “Lord, thy will be done” during difficult moments; if we experience the Lord as our Father, then even though we are weak, we will become very strong at the same time. If on the contrary, we always do what we want and we do not give forgiveness, we will turn devil into a lion, even though he is like a small ant; then he will be impossible to overcome.
In other words, a weak man becomes all powerful in the face of the devil if he constantly prays that the Lord’s will be done and if he offers forgiveness without a second thought. Such a man forgives those who trample on him and does not hold a grudge against anyone. Instead he prays: ‘never mind, the Lord is great. Let His will be done. I myself know nothing.’ Thus, he is able to walk away from trouble unscathed.
Remember when Jesus was in agony at Gethsemane and prayed more earnestly, He had said: ‘not my will, but Thy will be done’. Then as soon as He had uttered these words “there appeared to him an angel from heaven, strengthening him” (Luke 22, 43). Similarly, in the desert, as soon as He had said: “Be gone, Satan! For it is written, “‘You shall worship the Lord your God and him only shall you serve’”, the devil left him, “and behold, angels came and were ministering to him” (Matthew 4, 10-11). The same thing happens to us. Spiritual discernment descends upon us and angels come to our assistance if we pray in this way and if we live this kind of life. We will be able to perceive the assistance by the angels. We will be able to experience the kingdom of heaven from this life. We will also be warranted to say that our lives have become ‘angel assisted’ ( angeloktisti) and ‘ God protected’ ( Theoskepasti). Man, even though weak, becomes all powerful with the grace of The Lord.
Translated from the Greek by: Olga Konnaris-Kokkinos, journalistSource: «Πάτερ Ημών» του Αρχιμανδρίτη Βασιλείου, Προηγουμένου της Ι.Μ. Ιβήρων
Subscribe to:
Posts (Atom)













