Friday, November 23, 2012

Η Ευχή (Περί νοερᾶς προσευχῆς) - Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης




Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης

Εὐλογημένα μου παιδιά, σήμερα ὁ λόγος μας θὰ εἶναι καὶ πάλι γιὰ τὴν εὐλογημένη νοερὰ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας.

Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ προσευχὴ αὐτή; Γιατί δὲν μοιάζει μὲ τὶς ἄλλες γνωστὲς προσευχὲς καὶ τὰ ὡραιότατα λατρευτικά, δοξαστικά, ἱκετευτικὰ καὶ ὑμνολογικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας; Διότι εἶναι ἡ πεμπτουσία ὅλων αὐτῶν τῶν προσευχῶν, σὲ μιὰ τελείως λιτὴ διατύπωση, εὔκολη, εὔχρηστη, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικὴ καὶ ἁγιαστική, ἀφοῦ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖται γίνεται ὄχι μὲ τὰ χείλη, ἀλλὰ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ βαπτισμένου ἀνθρώπου, ὅπου κατοικεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἐκεῖ συγκεντρώνεται ὁ νοῦς, ἀπαρνούμενος τὸν κόσμο καὶ συγκεντρούμενος μέσα στὸ φυσικό του κατοικητήριο (τὴν καρδιὰ) καὶ ἐκεῖ ἑνώνεται μὲ τὸν Θεό, ἐπικαλούμενος νοερά, ἀφάνταστα, ἀσχημάτιστα, ἀχρωμάτιστα, ἀδιάλειπτα, τὸ πανίσχυρο καὶ ζωοπάροχο ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστίν».

Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ μας εἶναι ἁπλή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μακροχρόνιο κόπο καὶ βία τοῦ ἑαυτοῦ μας. Διότι ἡ προσευχὴ ἡ ἀληθινὴ εἶναι μόχθος καὶ κόπος ἀέναος, γιὰ νὰ ἀποσπάσουμε τὴν προσοχὴ καὶ τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ τὰ μάταια καὶ νὰ στραφοῦμε ἀνυποχώρητα πρὸς τὰ οὐράνια. Ὁ Ἀββᾶς Εὐάγριος ἔγραψε, «προσευχὴ γὰρ ἐστὶν ἀπόθεσις νοημάτων».

Ἡ πιὸ δύσκολη ἀρετὴ εἶναι ἡ προσευχή, διότι αὐτὴν μάχεται καὶ ἐχθρεύεται ὁ μισόκαλος διάβολος, καὶ μετέρχεται τὰ πάντα μὲ ἀπίθανη πονηρία προκειμένου νὰ τὴν ἐμποδίσει, εἰδικὰ αὐτήν, τὴν νοερὰ καλουμένη προσευχή, καὶ ἔτσι νὰ ἀποτρέψει τὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ τὴν ἐγκάρδια συνομιλία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μὲ τὸ Θεό.

Εἶναι τόσοι οἱ περισπασμοὶ τοῦ ἀνθρώπου, τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, ἡ πολύμορφη ματαιολατρεία καὶ οἱ πειρασμοί, ὥστε δύσκολα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ στρέψει τὴν προσοχὴ του ἀπόλυτα καὶ νὰ ἑνώσει τὸ νοῦ μὲ τὴν καρδιά. Ὅσο ἁπλὸ φαίνεται καὶ εὔκολο, νὰ ὁδηγήσει ὁ προσευχόμενος τὸ νοῦ του στὴν καρδιά, τόσο καὶ οἱ προβαλλόμενες δυσκολίες ἐκ τοῦ πονηροῦ εἶναι προβληματικές, τουλάχιστον στὴν ἀρχὴ τῆς προσπάθειας. Χρειάζεται κόπος πολὺς καὶ ἀγώνας καὶ ἐπιμονὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ ὁ νοῦς μέσα στὴν καρδιά.

Χρειάζεται ἀκόμη, μεγάλη προσοχή, νὰ γνωρίζουμε τὸν μηχανισμό της καὶ τὶς προϋποθέσεις, ὥστε νὰ μὴν πέσει κανεὶς σὲ πλάνη καὶ φαντάζεται ὅτι προσεύχεται νοερῶς ἢ ἀκόμη ὅτι βλέπει ὁράματα, καὶ γίνει περίπαιγμα τῶν δαιμόνων. Πόση ἀνάγκη λοιπὸν ἔχει ἐκεῖνος ποὺ προσεύχεται νοερὰ καὶ μὲ προαίρεσι ἀγαθή, ἀπὸ ἔμπειρον ὁδηγὸν στὰ τοιαῦτα! Ἀπὸ ἔλλειψη ὁδηγῶν, πολλοὶ πλανέθηκαν ἀπὸ πονηρία τῶν δαιμόνων καὶ ἔχασαν τὴν ψυχή τους.

Ἔτσι λοιπόν, ἡ προσευχὴ ποὺ ἀρχίζει ὡς θεληματικὴ ἐνέργεια καὶ ὡς βία κατὰ τῶν ματαίων ἐπιθυμιῶν μας, σιγὰ - σιγὰ γίνεται θεόσδοτο καὶ οὐράνιο δῶρο καὶ συνεχίζεται μέσα μας, σὰν μιὰ δεύτερη ἀναπνοή, νύχτα καὶ ἡμέρα, καὶ μᾶς φέρνει σὲ ἄμεση καὶ ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία μὲ τὸ Θεό, καὶ ἡ ψυχή μας δέχεται τὴν ἀγαλλίαση τοῦ Θείου Πνεύματος, σὰν φώτιση, κάθαρση, ἁγιασμὸ καὶ ὅλες τὶς ἄλλες θεῖες δωρεές.

Ὅταν, λοιπόν, κατανοήσουμε ὅτι μὲ τὴ βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, δὲν καθαριστήκαμε μόνο ἀπὸ τὸν ρύπο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, ἀλλὰ ταυτόχρονα δεχθήκαμε τὴν δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ πιστεύσομε εἰλικρινὰ ὅτι μέσα μας κατοικεῖ ὁ Θεὸς ὁ ἴδιος, ὁ ἄπειρος καὶ ἀπερινόητος, τότε ἡ πίστις αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀντιληφθοῦμε καθαρὰ τὴν σημασία, ἀλλὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς καρδιακῆς προσευχῆς, καὶ τὸν λόγο, ποὺ ἐπιβάλλει τὴν συγκέντρωση τῆς προσοχῆς καὶ τοῦ νοῦ μέσα στὴν καρδιά.

Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας, κατὰ τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων, «σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖον σου...» δὲν ἀναφέρονται σὲ κανένα ὑλικὸ ταμεῖο, σὲ χῶρο ὑλικό, ἀλλὰ πνευματικό. Καὶ πνευματικὸ ταμεῖο τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ἡ καρδιά. Ἡ καρδιὰ ἐπίσης εἶναι -κατὰ τοὺς Νηπτικοὺς Πατέρες- καὶ τόπος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς τῆς ψυχῆς. Καὶ ὅταν ὁ νοῦς κατέβει στὴν καρδιὰ καὶ δὴ στὴν πνευματική, δὲν πρέπει νὰ μείνει σιωπηρὸς καὶ ἄπραγος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀσχολεῖται πάντοτε μὲ τὸ ἔργο τῆς προσευχῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με», χωρὶς διακοπή, πρᾶγμα, ποὺ τὸ κατορθώνει ἡ βία, κυρίως ὅμως τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.

Ὁ διάβολος πολὺ ἐνοχλεῖται μ' αὐτὸ τὸ θέμα. Δὲν θέλει ἐπ' οὐδενὶ λόγῳ νὰ λέγεται τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀντιστρατεύεται τρομερὰ ὅταν δεῖ ἄνθρωπο νὰ σκέπτεται ἢ νὰ ἀρχίζει νὰ προσεύχεται νοερά. Τὸ πανάγιο ὄνομα τοῦ Σωτῆρος τὸν κάνει ἀνάστατο, θηρίο.

Βλέπετε πὼς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ πλᾶσμα του, τὸν ἄνθρωπο, εἶναι πολὺ μεγάλη. Ὁ Χριστὸς ἂν καὶ Θεός, ἐπτώχευσε, ἔλαβε τὴν ἀνθρώπινη σάρκα καὶ πέρασε τόσα βάσανα γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια ζωή. Τὸ μεγαλεῖο αὐτῆς τῆς ζωῆς δὲν περιγράφεται. Μιὰ στιγμὴ αὐτῆς τῆς ἐπουρανίου ζωῆς εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη καὶ ὡραιότερη, ἀπ' ὅλες τὶς χαρὲς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Γι' αὐτὸ μὴ προσκολληθεῖ ἡ ψυχή μας σ' αὐτὸ τὸν μάταιο καὶ παροδικὸ κόσμο. Ἐδῶ ὅ,τι ἔχουμε, μιὰ μέρα θὰ τὸ χάσουμε. Γιατὶ δὲν μᾶς χρειάζεται ἐκεῖ. Θὰ πάρουμε μαζί μας μόνο τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὴν καθαρὴ ψυχή. Αὐτὰ θὰ γίνουν εἰσιτήριο γιὰ τὸ οὐράνιο ταξίδι. Ἂν εἴμαστε καθαροὶ θὰ συνοδεύσουν ἄγγελοι τὴν ψυχή μας στὸν ἄγνωστο αὐτὸ δρόμο ποὺ πρώτη φορὰ θὰ βαδίζει πηγαίνοντας νὰ προσκυνήσει τὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ. Ἂν τότε βρεθοῦμε χρεωμένοι, ἄλλοιμονό μας, μᾶς ἁρπάζουν οἱ δαίμονες˙ δὲν ὑπάρχει φρικτώτερη ὥρα ἀπ' αὐτήν. Αὐτὰ νὰ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, καὶ νὰ δοξάζουμε τὸ Θεὸ ποὺ μᾶς ἀξίωσε νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅ,τι θλίψεις περνᾶνε σ' αὐτὸν τὸν κόσμο, ἐκεῖ θὰ μᾶς εἶναι ἀνακούφιση˙ θὰ εἶναι βραβεῖα τῆς ὑπομονῆς μας στὸν κόσμο αὐτό. Ὅποιος δὲν περάσει βάσανα σ' αὐτὸ τὸν κόσμο, δὲν σώζεται. Κάνετε λοιπὸν ὑπομονὴ μέχρι τέλους. «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται».

Ὁ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐνανθρωπήσας Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εὔχομαι νὰ γεννηθῆ μέσα στὶς ψυχὲς ὅλων μας, γιὰ νὰ μᾶς ἐξαγιάζει καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύει στὸν ἀγώνα τῆς νοερᾶς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, στὴν καταπολέμηση τῆς ἀμέλειας καὶ τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας, διὰ πρεσβειῶν τῆς Κεχαριτωμένης Παρθένου Μαρίας καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Ἀμήν.

Θαυμάσια καὶ σωτήρια ἡ φωτισμένη πεῖρα τῶν θεοφόρων Πατέρων μας, μᾶς βοηθᾶ, ὥστε εὔστοχα νὰ διδασκώμεθα τὸν τρόπο καὶ τὸν σκοπὸ τῆς νοερᾶς προσευχῆς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ φθάνει ὁ καλῶς προσευχόμενος στὴ θεία ἐπαφὴ κατὰ τρόπο ἀνέκφραστο. Τόσο οἱ παλαιοὶ ἀσκητὲς Πατέρες, ὅσο καὶ οἱ τωρινοὶ Γέροντες, μᾶς λέγουν πῶς νὰ προσευχώμεθα: κάθησε σ' ἕνα τόπο παράμερο, ἥσυχο, μόνος μέσα στὸ κελλάκι σου καὶ ἐκεῖ μάζωξε τὸ νοῦ σου ἀπὸ κάθε πρόσκαιρο καὶ μάταιο πρᾶγμα. Πρωτίστως ὅμως, ὁ νοῦς, μὲ τὴν αἴσθησή του, νὰ ἔχει βρεῖ τὴν καρδιά, χωρὶς νὰ τὴν φαντάζεται, σκεπτόμενος ὅτι στὴν καρδιὰ βρίσκεται ἡ ἀόρατη χάρις τοῦ παναγίου Πνεύματος ποὺ ἐλάβαμε μὲ τὴν βάπτισή μας στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Στὴν ἀρχὴ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ὑπάρξουν δυσκολίες, κυρίως ἀπὸ τὸν διάβολο, ἀλλ' αὐτὲς δὲν πρέπει νὰ σταθοῦν ἐμπόδιο διότι θὰ παραμερίσουν μὲ τὸ χρόνο καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει πολὺ νὰ προσέξουμε, εἶναι ἡ ἀμέλεια. Ὁ χαμένος χρόνος δὲν ξαναγυρίζει πλέον γιὰ νὰ ποῦμε τὶς χαμένες εὐχές. Τὸ πνευματικὸ κέρδος των δὲν τὸ ἔχουμε βάλει στὸ πνευματικὸ βαλάντιο. Αὐτὸ θὰ μᾶς συμβεῖ καὶ στὸν ὑπόλοιπο χρόνο τῆς ζωῆς μας, ἂν δὲν ἀναλάβουμε ἀγώνα ἐπιμελημένο, νὰ βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας στὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἀποκλείοντας ἔτσι τὰ κακὰ τῆς ἀμέλειας.

Ὅταν νοιώθω τὴν εὐχὴ νὰ λέγεται τόσο ὄμορφα καὶ ἡ ψυχή μου νὰ ὁλοδροσίζεται θεοχαριτωμένα, τότε πιά, πέρα ὡς πέρα, ἀντιλαμβάνομαι τί μεγάλη ζημιὰ μοῦ ἔκανε ὁ λίβας τῆς καταστρεπτικῆς ἀμέλειας, καίγοντας καὶ μαραίνοντας τὸ ὁλόδροσο θεϊκὸ λουλούδι, τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Τρέμω ἀπὸ φόβο καὶ ἔλεγχο, γιὰ τὸ τί θὰ πῶ στὸ Θεό, μετὰ ἀπὸ τόσες γνώσεις περὶ τῆς προσευχῆς καὶ τῆς νήψεως, ὅταν παρουσιάσω τόση ἀσυγχώρητη ἀμέλεια στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ μας.

Ἑκατομμύρια εὐχὲς ματαίωσε ὁ χρόνος τῆς ραθυμίας καὶ τῆς ἀμέλειας! Νὰ ἦταν αὐτὸ μόνο! Ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ πλαδαρὴ ζωὴ πόσα καὶ πόσα ἁμαρτήματα δὲν συσσωρεύουν, καὶ σὰν ἄλλο δυσβάστακτο φορτίο, φορτώνονται στοὺς ἀδύναμους ὤμους τῆς καχεκτικῆς ψυχῆς τοῦ ἀμελοῦς!
Τὰ ἁμαρτήματα τοῦ ἀνθρώπου γίνονται τεῖχος (κατὰ τοὺς Πατέρες) ἀνάμεσα ψυχῆς καὶ Θεοῦ καὶ ἐμποδίζουν ἔτσι τὸ θεῖο ἔλεος νὰ κατέλθει στὸν ἄνθρωπο. Τὸ μακάβριο αὐτὸ τεῖχος τῶν ἁμαρτιῶν πρέπει νὰ πέσει, γιὰ νὰ ἐπανασυνδεθεῖ ἡ ψυχή, μὲ τὸ Θεὸ Πατέρα της. Καὶ πέφτει μόνο μὲ τὴν ἱερὴ δύναμη τῆς ἐξομολογήσεως καὶ τῆς μετάνοιας. Καὶ τότε, τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ κατεβαίνει ὡς ἄλλη δρόσος Ἀερμών, σὰν ὁλοφώτεινος ἀνοιξιάτικος ἥλιος, καὶ πλημμυρίζει ἡ καρδιὰ τοῦ κεκαθαρμένου ἀνθρώπου ἀπὸ χάρι καὶ δάκρυα μετανοίας καὶ ἀνέκφραστης χαρᾶς. Καὶ ἂν διατηρήσει αὐτὴ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἐν προσοχῇ σὲ ὅλα, καὶ τὴν σμίξει μὲ τὴν ἐργασία τῆς εὐχῆς τοῦ Ἰησοῦ, καὶ χωρίσει τὸν ἑαυτό του ἐν ἡσυχίᾳ, μονάζων «ὡς στρουθίον ἐπὶ δώματος», τότε ἄρχονται τὰ ὑψηλὰ τοῦ θείου ἐλέους. Ἐδῶ ἀφήνω τὸν ἡσυχαστικὸ φιλόσοφο, τὸν Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὰ ὑψηλὰ χαρίσματα τῆς μετανοίας καὶ τῆς εὐχῆς.

«Διὰ τῆς συνεχοῦς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, φεύγουν οἱ μάταιοι λογισμοί, ὁ νοῦς περιορίζεται εἰς τὴν ἐνθύμησιν τῶν θείων νοημάτων, δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν παροῦσαν ζωήν, ἀλλὰ ἐκ τῆς μεγίστης ἡδονῆς τῆς συνεχοῦς μελέτης τοῦ θείου ὀνόματος, ὑψοῦται εἰς τὸν Θεόν. Λαμβάνει αἴσθησιν τῆς ἄλλης ζωῆς τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καὶ τὴν εἰς τοὺς δικαίους ἀποκειμένην ἐλπίδα, προγεύεται τὸ μεγαλεῖον ἐκείνης τῆς ζωῆς καὶ λέγει μετ' ἐκπλήξεως, «ὦ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως καὶ φρονήσεως τοῦ ἀνεξιχνιάστου Θεοῦ». Διότι ἡτοίμασεν ἄλλον κόσμον τόσον θαυμαστὸν διὰ νὰ εἰσαγάγη εἰς αὐτὸν ὅλους τοὺς λογικοὺς καὶ φυλάξει αὐτοὺς εἰς τὴν ἀτελεύτητον ζωήν... Κάθε κόπος καὶ μόχθος καὶ πειρασμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ συγκριθῆ μὲ τὴν μακαρίαν ἐκείνην ζωήν. Καὶ μυρίας ζωὰς ἐὰν ἔχομεν, καὶ ὅλας ἐὰν τὰς ἐθυσιάζαμεν, δὲν ἐκάναμεν τίποτε τὸ σπουδαῖον ἐν σχέσει πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Δεσπότης Χριστός, διὰ τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ αἵματος ἐπιποθεῖ νὰ ἀποκαταστήση ἡμᾶς... Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανοβάμων Ἀπόστολος Παῦλος λέγει «οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν ἡμῖν ἀποκαλυφθῆναι δόξαν». (Αὐτὸ ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ἰσαάκ).

Τί πόθος ἱερός, τί ζῆλος ἀγαθὸς ποὺ γίνεται στὴν ψυχή, ἀκούγοντας τόσα ὡραῖα πνευματικὰ χαρίσματα περὶ οὐρανίας γεύσεως, ποὺ λαμβάνει ἐκεῖνος ποὺ μετανοεῖ εἰλικρινά, ποὺ προσεύχεται συνεχῶς καὶ ἡσυχάζει. Ἂν θέλουμε καὶ ἡμεῖς νὰ γευθοῦμε μὲ αἴσθηση τὴν αἰώνια ζωή, τὸ Θεὸ μέσα μας, μὲ αἴσθηση καὶ ψηλάφηση, πρέπει νὰ ἀναλάβουμε βιαστικὸ ἀγώνα νήψεως ἐν πᾶσι. Νὰ ἀφήσουμε τὴν ἀμέλεια στὴν ἄκρη, καὶ νὰ πιάσουμε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ στὸ στόμα, στὸ νοῦ, ἀδιάλειπτα, προσέχοντας καὶ ἐπαγρυπνώντας σὲ ὅλα. Ἡ ἐπίγνωση τῆς μηδαμινότητάς μας νὰ κάμνει ἀνύστακτα τὴν παρουσία της σ' ὅλες τὶς ἐνέργειες τοῦ νοῦ. Ἡ μνήμη τῆς θείας παρουσίας, πρέπει νὰ μᾶς συνέχει συνεχῶς.

Τί νοερὴ δροσιὰ ποὺ ἁπλώνεται στὴν ψυχή, καὶ τί ἀσφάλεια τῆς γίνεται, νοιώθοντας ὅτι ζῆ καὶ ὑπάρχει μέσα στὸ Θεὸ Πατέρα της καὶ αὐτὸς μέσα σ' αὐτήν! Τί μακαριώτερο νὰ ἀξιωθεῖ ὁ τιποτένιος ἄνθρωπος νὰ νοιώσει ζωντανὰ τὸ Θεὸ κατὰ χάριν καὶ μέθεξιν!

Εὐλογημένα μου παιδιά! Προσπαθῆστε νὰ αἰσθανθῆτε τὴν μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν κόσμο. Ὁ Χριστὸς «ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ καὶ γέγονεν ἄνθρωπος» γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει τὴν Οὐράνια βασιλεία Του. Ἐχάσαμε μὲ τὴν ἁμαρτία τῶν πρωτοπλάστων τὸν ἐπίγειο Παράδεισο, ἀντ' αὐτοῦ ὅμως ὁ Χριστός, μᾶς χαρίζει τὸν οὐράνιο Παράδεισο.

Three moving miracles of St. John the Russian

                                                                
St. John the Russian

An unbelieving physician is miraculously healed

At Limne of Evia lived and worked a physician named Mantzoros. As a physician he was very good, but he did not believe in Christ, and of course did not wish to hear questions about religion and the soul. He was against religion, and his opinions were harsh on the subject of Christianity.

One day, he however became very sick. This illness had struck this unbelieving doctor with terrible pains as soon as it arrived. Amidst unbearable pains, he was taken to the Hospital of Chalkida. There, due to his illness, they were unable to help him, so they sent him to the Athens clinic “Pantocrator”, which is on September 3rd road. There they took x-rays and and ran blood tests, which showed that he had a problem with his large intestine...The physicians of the Hospital, therefore, said that if he agreed, he would be operated on the next day. He agreed, based on the medical knowledge that he had. But the words of his brethren: “Take hope in the Almighty, O brother”, led him to a spontaneous prayer from his soul the night before his surgery. He entreated God, not only to make him well, but to forgive him for the disbelief which he had shown for so many years.

During his prayer, someone knocked on his door and entered. It was a beautiful young man, who opened his door and entered the doctor's room.

“What do you have?” he asked.

“I am very sick” the doctor answered.

“But you don't have anything wrong with you” he replied.

“What are you saying, my Christian? I have colon cancer of the final stage, and tomorrow I am going to surgery. Do you understand what is going on?”

The young man replied “You don't have anything wrong with you anymore. I made you well.”

“Don't you have any shame talking like this to a sick man?” the doctor said, “Are you just trying to calm me down?”

“I am Saint John the Russian. If you insist, have the surgery tomorrow, and you will be convinced that nothing is wrong with you.” The young man disappeared.

The doctor was full of agony, and he rang the bell in his room to ask the nurses who the young man was who came to his room. However, not one of the nurses had seen anything. The next day, the sick physician went to the operating room for the surgery. The doctors were ready for the operation when they heard the doctor tell them that he didn't need the surgery, and that his health was good: “Saint John the Russian healed me”.

“What are you talking about?” they asked him, “We're in the 20th century, what are you talking about brother? Our brother must be out of it.”

Though the sick man had improved, they continued with the surgery. He went under anesthesia, and when they opened him up, they did not find any cancer. The Saint had done his miracle, and the doctors were astonished, and were looking at each other. The doctor was totally well. He relates this himself, wherever he goes.
(from the book: “Lives of Orthodox Saints 9: Saint John the Russian”, published by Entheos Vios
"The Saint Was Helping Me To Pray"
Aikaterina M. from Athens related the following miracle of St. John the Russian in 1995, about her first visit to the Church of Saint John the Russian in Evia:
The first time I came here with my friends, I barely knew who St. John was, nor did I know what to expect, as I had never seen incorrupt relics before. At first I was shocked - the saint's body was certainly there, as it should not have been if it had been subject to the normal processes of nature, but his skin looked dark and a little withered, and I was fearful of coming any closer to the glass coffin. I finally gathered my courage and went up to look. His face was covered with a gold cloth, out of reverence, but I could clearly see his hands and wrists. I knelt down beside the coffin to pray, feeling that even if it seemed strange to me, I should still try to be respectful. I asked the saint to help me understand what I was seeing, and to know him. When I finished praying, I went to sit in a chair off to the side while I waited for my friends. I thought that I should pray some more, but I didn't know any prayers to St. John so I took out my Akathist Hymn to the Panagia, which I always carry with me, and told St. John that it was for him also. I begged him to forgive me for not having a special prayer for him alone.

Probably like most people, I often don't pray very deeply unless someone I love is ill or in danger, and this time I began read the Akathist to the Panagia in my usual way, although I tried hard to concentrate on the words. Suddenly, I felt that someone had come up and was standing next to me. I looked around quickly, but the nearest person was kneeling at the relics with his back to me, about a dozen meters away. I went back to my prayers, and although I didn't actually hear anything spoken aloud, I had the distinct impression that someone was praying to the Panagia with me, with great strength and love. I suddenly found myself praying with a depth I have never felt before or since - as if I was somehow in the middle of the prayer, and it was alive. I could feel the prayer moving up to heaven, and I knew in my soul that it was St. John himself, praying with me.

I was filled with such awe and joy at the nearness of the saint who was helping me to pray even though I had been afraid of him. It felt like Pascha, and as if I had just received the Holy Mysteries. I come to him now as often as I can.

The Cane
For many years, pilgrims to the shrine of St. John the Russian saw a simple cane standing before the glass-enclosed sepulchre. It belonged to an old woman, Maria Spaik, who was bent over from osteoporosis and had been unable to stand upright for eighteen years. In August 1978, he relatives brought her to the Church of St. John and lifted her in their arms so that she could venerate the relics. When Maria saw the incorrupt body of the Saint, she began to cry, asking St. John to help her. As she prayed over the relics, she felt an invisible hand touch her back. The old woman drew herself up erect. Tears appeared in the eyes of all the onlookers. The bells were rung, and a Supplication Service was sung in thanksgiving. The cane was left at the shrine as a memorial of the miracle.

A short story of Elder Paisios, Fasting and Discernment




Elder Paisios of the Holy Mountain

A short story of Elder Paisios, Fasting and Discernment (amateur translation)
Two visitors, who appeared to be hard pious people, continued to look with disapproval on the Elder who was [boiling milk] being careful not to let it overflow or burn. Eventually one of them couldn’t stand it anymore and said to the Elder:

“Elder Paisios, we are in the first days of Lent, we have a strict fast, and you are boiling milk to drink?”

The Elder was silent. He did not respond. He took off the pot because the milk was boiling. Next, he went to the cell, brought six small, old, porcelain cups, arranged them in a row and carefully filled them. He waited a while for them to cool, while all were looking on in amazement, silently.

The two pious people saw all this with disgust, because they were thinking that because there were six people visiting and six cups, the monk therefore would dare to offer them milk during these days of strict fasting.

Elder Paisios took the filled cups one by one and placed them on a wooden tray, carried them seven meters away and left them on the ground, at the edge of a bush.

He placed them all there in a row, and then came and sat beside us and began to make a slow, strange whistling with his mouth, gazing towards the bushes.

A few minutes hadn’t passed before a viper appeared cautiously and later five baby snakes—her children.

I held my breath.

The snakes came, and passed all of us slithering, slowly reaching the cups, and gently began to drink their morning milk...

Δίψα Θεού - Αγίου Σιλουανού

Thursday, November 22, 2012

Το πάθος της ζήλιας : ( Όσιος Άνθιμος της Χίου )

  
 
 
Αυτό το πάθος μπορεί να τον φέρει σε μεγάλα κακά κάποιο.Η ζήλια σε βάζει να κακοποιήσης τον άλλο,να τον κατακρίνεις,να τον φθονήσης,να τον καταλαλήσης,να τον προδώσεις.Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος τόσο αυξάνεται και το πάθος.Με άλλο μέσω δεν εξαλείφεται παρά μόνο με την παράκληση προς τον Θεόν,με την καθαρά εξομολόγηση και με την περιφρόνηση προς το πάθος αυτό.
Ακόμα και τα ζώα έχουν την ζήλεια.Αλλά τα ζώα καθώς και το παιδί αν ζηλεύουν δεν αισθάνονται,εμεις ομως άνθρωποι με λογική πρεπει να έχουμε τετοια πάθη?Ποτε δε προοδευει εκείνος που νοιώθει ζήλεια,όλοι το έχουμε αυτο το κακό,άλλος όμως το πολεμάει και άλλος το μετριάζει.Όταν το πολεμάς δε σε βλάπτει.Αυτό το πάθος σε κάνει φθονερό,μισάδελφο,θυμώδη,γεμάτο κακία.Εαν κανείς δεν επιμεληθη να το εξαλείψη απο μέσα του θα τον καταφάγη
Πηγή:Απόσπασμα απο το βιβλίο Άγιου Ανθίμου Χίου "Διδαχές πνευματικές-Άρτος ζωής" Ιερά Μονή Παναγίας Βοήθειας Χίου

Μοναχή Ευπραξία υποτακτική του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού

 

Ήταν παντρεμένη και είχε ένα παιδί τον Ιωάννη, τον οποίο άφησε μικρό και τελείως πτωχό στην μητέρα της για τον έρωτα του Χριστού.
Υπήρξε ευκατάστατη, είχε 4 σπίτια στην Κωνσταντινούπολη και θείο Αρχιμανδρίτη από τον οποίο κληρονόμησε Άγια Λείψανα που τα διαμοιράστηκαν αργότερα οι πατέρες της συνοδείας του Γέροντος Ιωσήφ.
Όταν ήλθαν στην Ελλάδα, μαζεύτηκαν και άλλες γυναίκες που είχαν μεγάλο ζήλο για τον Μοναχισμό και την ευχή και υπό την καθοδήγηση του Γέροντος Ιωσήφ έκαναν Μοναστήρι κυρίως από τα χρήματα της Γεροντίσσης Ευπραξίας αλλά και από άλλες στα μέρη της Θράκης (μεταξύ Ξάνθης και Κομοτηνής). Δυστυχώς υπήρχε μεταξύ τους αντιζηλία, φιλονικίες κτλ. και έβγαινε κάθε τόσο από το Άγιον Όρος ο Γέρων Ιωσήφ και τις βοηθούσε. Οι έξοδοι αυτές από το Όρος ήταν η αιτία να στενοχωριέται και να θλίβεται ο πατήρ Αρσένιος, διότι έπρεπε να βγαίνη και αυτός μαζί του και δεν ήθελε. Ήσαν «συμφωνηταί» – τους είχε διαβάσει Ιερέας – και δεν είχαν ευλογία να χωρίσουν ούτε ένα 24ωρο.


Αυτά έγιναν – δηλαδή το κτίσιμο της Μονής – μετά τα 8 χρόνια του πειρασμού του Γέροντος, όταν πια ήταν τελείως απαθής, σαν μικρό παιδί.
Οι Ιερείς όμως της ενορίας, κατηγόρησαν το Γέροντα για πολλά και μεταξύ αυτών και για ηθικά ζητήματα και του έκαναν δίκη, στην οποία δεν παρουσιάστηκε ο Γέροντας. Εν τω μεταξύ και ο κόσμος από απλότητα έκαναν υπερβολές π.χ. όταν τον έβλεπαν έλεγαν «ο Χριστός, ο Χριστός!» καθ’ όσον είχε γκριζογάλανα μάτια και ξανθά γενάκια κ.τ.λ.
Όταν κατάλαβε ο Γέροντας ότι δεν υπάρχει ωφέλεια, δεν ξαναπήγε στο Μοναστήρι. Αυτό συνέβη γύρω στο 1938. Οι αδελφές, μια γιατί δεν πήγαινε ο Γέροντας, μια γιατί τις κυνηγούσαν οι ιερείς της ενορίας, διαλύθηκαν. Όλες όμως κρατούσαν γερά στην Μοναχική παράδοση. Πολλές από αυτές αγίασαν. Δύο πήγαν στην Μονή της Παναγίας της Πευκοβουνογιατρίσσης στην Κερατέα (Ευφροσύνη, Φεβρωνία), άλλη ήταν η ΚλαιοΜαρία του Περισσού. Η Γερόντισσα Ευπραξία πήγε στη Θεσσαλονίκη και έμενε πολύ φτωχικά σε ένα καμαράκι με χώμα στο πάτωμα (κοντά στον Προφήτη Ηλία), μαζί με την μάνα της, στην αυλή του σπιτιού του αδελφού της.
Ο Γέρων Ιωσήφ, επειδή την είδε ότι ήταν γερή στην ευχή, της έδωσε εντολή να κλειστή μέσα και της έδωσε ησυχαστικό τυπικό, να ασχοληθή μόνο με την «ευχή». Να μην βγαίνη, να μην έχη φιλίες.
Στην ερώτησή της για το πως θα διαιτάται εκείνος της απάντησε: «Εγώ θα σε φροντίσω, θα σου στέλνω τα προς χρείαν, μόνο εσύ να καθήσης μέσα… Αν χρειαστή κοσμικά ρούχα θα φορέσω και θα βγώ στον κόσμο να δουλέψω για να σου στέλνω». Και πράγματι της έστελνε. Αυτή κλείστηκε μέσα, δεν την γνώριζε σχεδόν κανείς. Εκκλησιαζόταν αλλά στην Ενορία δεν είχε κουβέντες και γνωριμίες. Έκανε πως δεν ήξερε καλά τη γλώσσα και έτσι απέφευγε. Λίγο πιο πέρα από το καλυβάκι της ήταν άλλο καλυβάκι και εκεί πήγαινε. Έκλεινε τα εξώφυλλα των παραθύρων για να είναι σκοτεινά και έλεγε την ευχή. Για όσους την γνώρισαν ήταν ο αββάς Ισαάκ στην πράξη. Ζούσε με απόλυτη πτωχεία στην ησυχία. Υπήρξε πολύ αγωνίστρια και κατανυκτική. Πληροφορίες γι’ αυτήν πήραμε από το Ιερόν Κοινόβιο «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» Οινουσσών Χίου.
Στο παράρτημα δημοσιεύουμε αποσπάσματα από επιστολές της οσίας μητρός προς κάποιον ιερομόναχο.
Αποσπάσματα από αλληλογραφία
της Γεροντίσσης Εύπραξίας του Ιωσήφ
προς Ιερομόναχο τινά
Διαβάζοντας κανείς γεύεται τη γλύκα της κατανυκτικής της καρδιάς…
«…Ο Θεός Τατλή Ιησούς μας, Παναγία Θεοτόκος μας, Μητέρα μας να γίνη, να προστατεύη πάντοτε, να φυλάγη, μέσα στην καρδιά σου να καθίση. Κάθε λεπτό να του πής. Τατλή Ιησούμ! άχ Τατλή Ιησούμ, τατλή Βασιλέμ. Θεοτόκος μας να το πής. Να κλαις από τη φωτιά στην καρδιά σου, την αγάπη σου στο Χριστό μας, ν’ ανάψη μέσα σου. Αχ, άχ, άχ κάθε αναπνοή σου. Αμάν. Εγώ αμαρτωλή εύχομαι νύκτα – ημέρα με θερμά δάκρυα. Είμαι υποχρεωμένη, είμαι φορτωμένη. Πως να το δώσω τον Θεόν λόγια. Ελεημοσύνη τρώγω. Κλαίω άχ, άχ πολύ παρακαλώ, να μή λησμονάς το όνομά μου να μνημονεύης. Εάν ακούσης πέθανε Ευπραξία, ένα 40λείτουργο να κάμνης, θα με πάρης από την κόλαση. Είμαι στον κόζμο κολαζμένη. Δεν είμαι άκξια να πάγω Παράδεισος. Το δικό σας προσευχή, ευσπλαχνία του Τατλή Ιησού μας ελπίζω».
«…Τατλή Ιησού μας να έλθη (στην) καρδιά σου ν’ ανάπψη μέσα σου, να γίνης φως, να καταλάβης Τατλή Ιησού μας… που κάμνεις προσευχή με το κομβοσχοίνιον «Κύριε, Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησον ημάς». Αυτά να λες να εύρης γλύκα (απόγλυκα) να κλαις νύκτα ημέρα, όλο το σώμα ν’ αγιάζης, να καταλάβης εάν τατλή Ιησού μας έρχεται καρδιά σου, αυτή γίνι (γίνεται), το σώμα γίνι (γίνεται) σαν λάστιχο. Βγαίνει κοζμικό σώμα, έρχεται άγιο σώμα. Το σώμα λέγει, δουλεύει σαν το ωρολόγιον. Κύριε Ιησού μου, Χριστέ μου, Υιέ του Θεού ελέησον ημάς, λέγει μέσα σου. Όλο το σώμα δε σταματάγει. Αυτά τα κερδίζεις με σιωπή, σκοτεινά, ούτε φως να γίνη. Σκέπασε (με) το κουκούλιον το πρόσωπόν σου να πής την ευχή. Το σώμα αγιάζει, νεκρό γίνεται.
Τότε να ιδής τι εστάνη (αισθάνεσαι), τον άγιο Γέροντά μας. Προσευχή να βοηθήση να κατοίκηση μέσα στον Τατλή Ιησούς μας. Αμήν.
Εγώ αμαρτωλή εύχομαι χρυσό παιδάκι μου… να γίνη μέσα σου φως. Ο πειραζμός να φοβηθή κοντά σου, να μην έλθη να κάπψη (να καή).
Εγώ έδωσα ο Θεός πλούτον, και εγώ τον Θεόν αγάπη έδωσα, τον Θεόν υπακουγή τον Γέροντα μου.
Άγιος Γέροντας μου έταξε. Μη φοβάσαι, εγώ θα (σε) κοιτάξω. Θα φορέσω κοζμικά ρούχα, θα δουλέψω να σε κοιτάξω. Που είναι; Από μένα πρώτα πέθανε. Άγιασε….
Έως τώρα ο Θεός δε με άφησε, αλλά πολλά υπόφερα από τον αγώνα. Τώρα γραία είμαι, άρρωστη είμαι, βρογχικό άσθμα έχω.
[Τατλη Ιησουμ = γλυκύς Ιησούς]
Δωρεάν πολλά (μου) έδωσε ο Θεός. Ολόκληρο το σώμα μου λέγει (την) ευχή. Από την γλύκα της ευχής ανάβει μέσα μου. άχ, άχ, άχ Τατλή Ιησούμ κλαίω, δε μπορώ, πάρτο ψυχή μου, πάρτο, κλαίω δεν είμαι άξια να πώ την ευχή, κλαίω.

Faith






                                

   Faith is the door to mysteries.What the bodily eyes are to sensory objects,
the same is faith to the eyes of the intellect that gaze at hidden treasures.

    Even as we have two bodily eyes, we possess two eyes of the soul,
as the Fathers say : yet both have not the same operation with respect
to divine vision.

   With one we see the hidden glory of God which is concealed in the
natures of things, that is to say , we behold His might, His wisdom, and
His eternal providence for us which we understand by the magnitude
of His governance on our behalf.

   With the same eye we also behold the heavenly orders of our fellow
servants. With the other we behold the glory of His holy nature.
When God is pleased to admit us to spiritual mysteries, He opens
wide the sea of faith in our minds.


Saint Isaac the Syrian
( Ascetical Homilies of Saint Isaac the Syrian, Homily 46 )

On guarding oneself




                                
He who restrains his mouth from speech, guards his heart from the passions.
The man who cleanses his heart from the passions, beholds the Lord at every
moment and he whos e meditation is always upon God, drives away the
demons from himself and uproots the seed of their wickedness.

   
Ascetical Homilies of Saint Isaac the Syrian

Ιερά Μονοπάτια. Η Κυρά. (Ι.Μ. Παναγίας Προυσιώτισσας) Video

Eight points For Our Spiritual growth : Elder Paisios


                                                   
The following is advice Elder Paisios gave on spiritual growth after he was asked for his blessing by a visitor:
1. You must take care of the purification of your soul on a daily basis.
2. You must acquire divine justice and not logic, for only then the grace of our Christ will come to you.
3. Before you do something, think if Christ wants you to; the, act accordingly.
4. You must perfectly practice obedience, so you may later talk to others about the virtue of obedience.
5. The "no" you say to people must be "no", and the "yes" must be "yes". Do not pretend, but say whatever you think, even if it hurts the other person; say it in a good manner, however, and also give some explanations.
6. You must have and maintain this spiritual dignity; always pay attention to what pleases your fellow monks and not to what pleases yourself.
7. Everyday, you should read a section from the New Testament for the purification of your soul.
8. Do not look at what other people do, or examine how, and why they do it.
Your own goal is the purification of your soul and the perfect submission of your mind to divine grace. So everything for the sake of your goal; pray, study, say humbly the Jesus prayer, being aware that you absolutely need God's mercy. In other words, pay attention to your spiritual work.
This is advice we can all benefit from.

Source: elder Paisios of the Holy Mountain, pp 25-26

Rapid prayer

 


Is it possible to pray rapidly without injuring the effect of the prayer? It is possible to those who have learned to pray inwardly with a pure heart. During prayer it is necessary that your heart should sincerely desire that which you ask for, should feel the truth of what you are saying, and this comes naturally to a pure heart. That is why it is capable of praying even rapidly, and at the same time agreeably, to God, as the rapidity in this case does not injure the truth (sincerity) of the prayer. But for those who have not attained the capability of praying sincerely it is necessary to pray slowly, waiting for a corresponding echo in the heart to each word of the prayer. And this is not always soon given to men unaccustomed to prayerful contemplation. Therefore, for such men, it must be laid down as an absolute rule to pronounce the words of the prayer slowly, and with pauses. Wait until every word gives back its corresponding echo in your heart.


- Excerpt taken from the book “My Life in Christ” by St. John of Kronstadt

Wednesday, November 21, 2012

Ζήσαμε για τη σάρκα, ας ζήσουμε και για το πνεύμα...

 

   



Όπως ακριβώς δεν έχουν καμιά ωφέλεια οι γεωργοί που σπέρνουν το σπόρο στο δρόμο, έτσι ούτε κι εμείς έχο­με κανένα όφελος από το να μας ονομάζουν Χριστιανούς, αν τα έργα μας δεν είναι σύμφωνα με το όνομά μας. Και αν θέλετε να σάς παρουσιάσω αξιόπιστο μάρτυρα τον αδελφόθεο Ιάκωβο που λέγει, η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή (Ιακ. 2,17). Άρα λοιπόν παντού είναι ανα­γκαία και η εκτέλεση των έργων γιατί όταν απουσιά­ζουν αυτά, δεν μπορεί να μας ωφελήσει η ονομασία του Χριστιανού. Και μη απορήσεις. Γιατί, πες μου, ποιο κέρ­δος έχει ο στρατιώτης από την κατάταξη του στο στρα­τό, αν δεν είναι άξιος για την εκστρατεία και δεν πολεμά για τον βασιλιά από τον οποίο τρέφεται;
Ίσως, αν και είναι φοβερό το λεγόμενο, θα ήταν προτιμότερο να μη στρατευθεί, παρά να στρατευθεί και ν' αμελεί για την τι­μή του βασιλιά γιατί, πως δεν θα τιμωρηθεί αυτός που τρέφεται από το βασιλιά, αλλά δεν αγωνίζεται για το βασιλιά; Και τι λέγω για το βασιλιά; μακάρι να φροντί­ζαμε έστω και για τις ψυχές μας.
Και πως, λέγει, μπορώ να ζω μέσα στον κόσμο και ανάμεσα στα κοσμικά πράγματα και να σωθώ; Τι λες, άνθρωπε; Θέλεις με συντομία να σου δείξω ότι δεν είναι ο τόπος που σώζει, αλλά ο σωστός τρόπος ζωής και η προ­αίρεση; Ο Αδάμ έπαθε το ναυάγιο σαν σε λιμάνι μέσα στον παράδεισο (Γεν. 3) ο Λωτ πάλι διασώθηκε σαν σε πέλαγος μέσα στα Σόδομα (Γεν. 19)· ο Ιώβ πέτυχε τη δικαίωση επάνω στην κοπριά (Ιώβ 2), ενώ ο Σαούλ, αν και ζούσε μέσα στους θησαυρούς, έχασε και την εδώ βα­σιλεία και την εκεί (Α' Βασ. 18)...
Γνωρίζοντας αυτά και φέρνοντας στη μνήμη μας τη φοβερή ημέρα και σκεπτόμενοι το πυρ εκείνο και τα φο­βερά κολαστήρια, ας επιστρέψομε από το πλανεμένο δρό­μο μας. Γιατί θα ρθεί ώρα που θα διαλυθεί το θέατρο του κόσμου αυτού δεν είναι δυνατό μετά το πέρας αυτής της ζωής να κάνει κανείς κάτι, δεν είναι δυνατό να στεφανω­θεί μετά τη διάλυση του θεάτρου.
Αυτός είναι ο καιρός μετανοίας, ενώ εκείνος κρίσεως, αυτός είναι ο καιρός των αγώνων, ενώ εκείνος των στεφάνων, αυτός είναι ο καιρός του κόπου, ενώ εκείνος της ανέσεως, αυτός ο καιρός των καμάτων, ενώ εκείνος της ανταποδόσεως. Συνέλθετε, πα­ρακαλώ, αφυπνισθείτε και ας ακούσομε με προθυμία τα λεγόμενα. Ζήσαμε για τη σάρκα, ας ζήσομε και για το πνεύμα, ζήσαμε για τις ηδονές, ας ζήσομε και για τις αρε­τές, ζήσαμε με αδιαφορία, ας ζήσομε και με μετάνοια. Γιατί υπερηφανεύεται το χώμα και η στάχτη; (Εκκλ. 10, 9). Τι φουσκώνεις από αλαζονεία, άνθρωπε; γιατί μεγαλοφρονείς για τον εαυτό σου; τι ελπίζεις από τη δό­ξα του κόσμου και τον πλούτο;
Ας πάμε, παρακαλώ, στους τάφους και ας δούμε τα εκεί μυστήρια, ας δούμε τη φύση την ανθρώπινη κατασκορπισμένη, τα κόκκαλα σαπισμένα, τα σώματα σάπια κι αν ακόμη είσαι σοφός, σκέψου, κι αν είσαι φρόνιμος, πες μου, ποιος είναι εκεί ο βασιλιάς και ποιος ο ιδιώτης, ποιος είναι ο ευγενής και ποιος ο δούλος, ποιος ήταν ο σοφός και ποιος ο άσοφος;
Που είναι εκεί η ομορφιά της νεότητας; που το χαρούμενο πρόσωπο; που τα όμορφα μάτια; που η καλοκαμωμένη μύτη; που τα φλογερά χεί­λη; που τα κάλλη των παρειών; που το λαμπερό μέτω­πο; δεν είναι όλα σκόνη; δεν είναι όλα σκουλήκια και δυσωδία; δεν είναι όλα βρωμιά;
Σκεπτόμενοι, αδελφοί, αυτά και φέροντας στη μνή­μη μας την τελευταία ημέρα, όσο ακόμη έχομε καιρό, ας επιστρέψομε από τον πλανεμένο δρόμο μας. Με τίμιο αίμα αγορασθήκαμε (Α' Πέτ. 1,2). Γι' αυτό ο Θεός φα­νερώθηκε επάνω στη γη.
Ο κριτής οδηγείται στο δικαστήριο για τους κατα­δικασμένους, η ζωή γεύεται θάνατο, ο πλάστης ραπίζεται από το πλάσμα,εκείνος που δεν τον βλέπουν τα σεραφείμ, φτύνεται από το δούλο, γεύεται ξύδι και χολή, κεντάται με τη λόγχη, τοποθετείται στον τάφο, και συ, πες μου, αδιαφορείς και κοιμάσαι και τα περιφρονείς, άνθρωπε, όλα αυτά;
Δεν γνωρίζεις, ότι κι αν ακόμη χύ­σεις το αίμα σου για Εκείνον, ούτε έτσι έκαμες εκείνο που πρέπει; Και τούτο γιατί άλλο είναι το αίμα το δε­σποτικό και άλλο το αίμα του δούλου. Πρόλαβε με τη μετάνοια και τη μεταστροφή την έξοδο της ψυχής, μή­πως έρθει ο θάνατος και δεν καταστεί δυνατή η θεραπεία με τη μετάνοια, γιατί στη γη έχει τη δύναμη της η μετά­νοια, και μόνο στον άδη αυτό δεν είναι δυνατό να συμβεί.
Ας ζητήσουμε τον Κύριο όσο έχομε καιρό· ας κάνομε το καλό, ώστε και από τη μέλλουσα αθάνατη γέεννα ν' απαλλαγούμε και ν' αξιωθούμε την ουράνια βασιλεία, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη, στους αιώνες των αιώνων.

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

How Spirit Works in Us for our Salvation







When we are Baptized and Chrismated in the Orthodox Faith we receive the seal of the Holy Spirit. We are reborn and become a new person We now have the force of God living within our heart. How does this Sprit then act in us?

We are told that it remains active as long as we continue to be repentive, being honest about our shortcomings in our relationship with God, and continue to do our part to control our passions and give priority to the work of the soul.

The Holy Spirit works secretly within us.
Saint Theophan says,
Our spirit, set in motion, recollects within itself its natural Divine knowledge that God exists, maintains everything, and is the rewarder. The consciousness of this gives rise to a feeling of complete dependence on God, and enkindles the fear (awe, respect) of God. These and other things are stirred up by the conscience, that witness and judge of our affairs and feelings, among which is rarely to be found anything which God would look upon with kindness... The goodness of God makes it so that the true awakening of the spirit is brought about and accompanied by the Gospel. To the person who inwardly asks as a result of awakening of the spirit “Where shall I go? Where shall I run to?” The Gospel proclaims, “Why run anywhere? Come beneath the protection of the Cross and be saved. The Son of God, Who was incarnate, died on the Cross to cleanse our sins. Believe this, and you will receive remission of sins and encounter the grace of God.
The soul is nourished by the reading and contemplation of the Gospel. As we begin to internalize the lessons taught in the Gospel our spirit becomes alive. And from its action we begin to have spiritual zeal, a strong desire to be with God and to do his will.

Saint Theophan says,
The Spirit, which, once it has heeded the good news of salvation and the Lord, undertakes with all its strength to do everything with good cheer and willingness, if only it may become a partaker of Gospel blessings. Such a disposition of our soul makes it ready for Divine communion, and the grace of the Holy Spirit, which has acted hitherto from the outside by arousing us, establishing itself within, not directly but through the means of a sacrament. ....
The Divine Spirit arouses, the good news indicates where to begin. This is from God. But, having done this, God stops and waits for our consent.
The door of our heart has been opened in this way. We must also do our part. God wants us to love Him like He loves us. But to have true love it has to be a voluntary choice made on our part. So, God presents us with a choice, and only those of us who choose salvation, and follow His way, are saved.

St. Theophan says,
Repent, desire salvation in the Lord, and acquire good cheer in it. These actions are calming; they occur inwardly and give contentment through their local manifestation. The final action––the willingness to do everything which is required––is the real active force in salvation, insofar as it depends on us; it is the source of saving activity and the life that is saved... It is the unquenchable zeal for pleasing God and complete sincerity in fulfillment of the Divine will, in the presence of complete faith in the Lord and trust in salvation in Him Alone.... When there is no zeal, then there is nothing at all; he who is not zealous for salvation is a non--participant in salvation.
Take heed, "When there is no zeal, then there is nothing at all." If you have this zeal, then work hard to maintain it.



Reference: The Spiritual Life, pp 110-115

The Laws that Falsely Bind Us


 
 

Do you feel that you are bound up by social norms? Do you find you schedule controlled by others? Are you driven by some external force to unending busyness? Do feel you have to dress in a certain way and adhere to certain social norms in your group? Is there a part of you that feels like you can't act the way you really want too? Do your Orthodox values and way of life seem to conflict with these other forces?

Marcarius the Great says,
The children of this age have become like wheat poured into the sieve of this earth, and then scattered among the inconstant dreams of this world, in the presence of the unending turmoil of earthly cares, desires and maze of material concepts. Satan shakes the souls, and with the sieve, that is, the earthly cares, scatters the entire sinful human race. ...The more the wheat in the sieve is shaken about, turned over and cast up, the more the prince of darkness takes over all people with their earthly cares: he shakes them, agitates them and alarms them, forcing them to flee to vain thoughts, unclean desires, earthly and worldly bonds.... The prince of this world disturbs every soul which is not born from God, and he disturbs human ideas, which are like what constantly being shaken in the sieve leading everyone into uncertainty, and ensnaring them with worldly seductions, pleasures of the flesh, terrors and confusions." (Homily 5:1,2)
Shaken in the Sieve of earthly cares, we must realize that the chains that seem to bind us are the very forces that are trying to keep you from a God pleasing life. Most of us find ourselves caught up in a life which is lived to satisfy the needs of a godless society that promotes a life based on pride and egoism. We want to be accepted according to others norms and values. The goals of others are impeding on our desire to live a life according to the Will of God. Even the so called good deeds are no more than acts done to satisfy social norms and our own egos.

Here is some advice from Saint Theophan the Recluse:
For you to shun everyone is, of course impossible; but refuse as much as possible to enter into this circle of worldly life. When it does pull you against your will, act as if you were not there; look, but do not see; listen but do not hear. Let what you see pass by your eyes, and what you hear pass by your ears. Outwardly behave like everyone else, be straightforward and sincere; but guard your heart from sympathies and attractions. The main thing is to guard your heart.
This is our challenge: to live a live according to Orthodox values while acting in a world which is not based on these values. This requires a strong faith nourished by the Orthodox way of Life.

Source: The Spiritual Life p.39 - 44

Awakening the Sinner from the Sleep of Sin.

 




       
The awakening of the sinner is that act of divine grace in his heart, the consequence of which he, as one awakened from sleep, sees his sinfulness, senses the danger of his situation, begins to fear for himself and to care about deliverance from his misfortune and salvation. Previously, he was like a blind man, unfeeling and uncaring with regard to salvation; now he sees, senses and cares.
However, this is still not change. It is only the opportunity for change and the call for it. Grace is only telling the sinner at this point, "See what you have gotten into; look then, take measures for salvation." It merely removes him from his customary bonds and sets him beyond them, thereby giving him the opportunity to choose a completely new life and find his place in it. If he takes advantage of this, it is to his benefit; if he does not, he will be cast again into the very same sleep and the very same abyss of destruction.
This divine grace is achieved by exposing to the consciousness and feeling the insignificance and shame of that to which a person is devoted and values so highly. Just as the word of God pierces even to the dividing asunder of soul and spirit, and of the joints and marrow (Heb. 4:12), so does grace pierce to the division of the heart and sin, and breaks down their unlawful alliance and relationship. We saw how the sinner with his entire being falls into a realm where there are principles, ideas, opinions, rules, customs, pleasures and ways that are completely incompatible with the true spiritual life for which man is intended.
Once he has fallen into this place, he is not there in isolation or detachment. Instead, he is permeated by everything, mingles with everything. He is completely immersed in it. Thus, it is only natural that he not knows or thinks about its incompatibility with spiritual life, and he has no kind of sympathy toward spiritual life. The spiritual realm is completely closed off to him. It is obvious from this that the door to conversion may be opened only under the condition that the spiritual way of life be revealed to the sinner's consciousness in its full light, and not merely revealed, but that it touch the heart; that the sinful way of life be discredited, rejected, and destroyed. This also takes place in the presence of consciousness and feeling. Only then can the care arise to abandon the old ways and begin the new. All this is accomplished in the single act of the sinner's arousal by grace.
In its course of action, the arousing divine grace is always connected not only with the bonds in which the sinner is held, but also with the overall condition of the sinner. In this latter regard, one must above all keep in mind the difference in the way the action of grace appears when it acts on those who have never been aroused, and when it acts on those who have previously experienced such arousal. For someone who has never experienced spiritual awakening before, it is given to him freely, like some all-encompassing, preliminary or summoning grace. Nothing is required from the person beforehand, because he has a completely different orientation.
However, grace is not freely given to the person who has already experienced spiritual arousal, who knows and senses what life in Christ is, and who has fallen into sin again. He must give something himself first. He must still be worthy and beseech. It is not enough merely to wish; he must work on himself in order to attract spiritual arousal by grace. Such a person, in recollecting his previous sojourn in the virtuous Christian way, often desires it again, but has no power over himself. He would like to turn over a new leaf, but is unable to gain self-mastery and conquer himself. He has abandoned himself to helpless despair because he previously abandoned the gift and reproached and trodden underfoot the Son of God...and hath done despite unto the Spirit of Grace (Heb. 10:29). Now he is allowed to perceive that this power of grace is so great that it will not be granted immediately. Seek and labor, and learn to appreciate how difficult it is to acquire.
Such a person is in a somewhat agonizing condition: He thirsts but is not given drink, hungers but is not fed, seeks but does not find, exerts himself but does not receive. Sometimes a person is left in this condition for a very long time, to the point where he feels divine reproach, as if God has forgotten him, turned away and betrayed His promise. He feels like the earth which drinketh in the rain that cometh oft upon it...but...which beareth thorns and briers (Heb. 6:7-8). But this slow touching of grace to the heart of the seeker is only a trial. He goes through the period of trial, and thanks to his labors and agonizing search, the spirit of arousal once again descends on him as it descends on others as a gift. This course of action of salvific grace shows us two things: First, the special actions of divine grace in arousing the sinner; second, the usual way of acquiring the gift of arousing grace.
An Excerpt from The Book "The Path to Salvation"A Manual of Spiritual Transformation. By St. Theophan The Recluse .

Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου και θέλεις να την ακούσει ο Θεός;

 

              

              




Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ' αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός; "Γονάτισα", λες.
Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες τους φίλους σου.
Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας. Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας.
Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.
Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευχή από την αρχή.
Κι αν παθαίνουμε πάλι και πάλι το ίδιο, ας την επαναλαμβάνουμε και για τρίτη και για τέταρτη φορά. Ας μη σταματάμε, πριν πούμε ολόκληρη την προσευχή, από την αρχή ως το τέλος, με άγρυπνη διάνοια και αδιατάρακτο λογισμό. Και όταν ο διάβολος αντιληφθεί ότι δεν καταθέτουμε τα όπλα, θα σταματήσει πια κι αυτός να μας πολεμάει.

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ο ΑΧΑΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΛΥΠΗΜΕΝΟΣ ( Γεροντας Παισιος )


 


          


          




-Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι , ενώ τα έχουν όλα ,νιώθουν άγχος και στενοχώρια;

-Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχη μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός.

Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμονή τον Θεό , έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια. Ο άνθρωπος, όταν έχη ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος. Σκέφτεται τί του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάη την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει ...; Δεν θέλει την λιακάδα θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης.

-Γέροντα, τί θέλετε να πήτε μ' αυτό;

-Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό , την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρη ότι θα του έρθη σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ' αυτήν την ζωή. Και αν δεν του έρθη σκαμπιλάκι , αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώση όλα μια και καλή στην άλλη ζωή.

-Δηλαδή , Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια;

-Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος. Ενώ , όποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται την θεϊκή χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώση ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει. Γι' αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του.

Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ουχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού», είπε στον λεπρό που επέτρεψε να Τον ευχαριστήση . Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε.

Ατο βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ» ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ Ε΄

Tuesday, November 20, 2012

Κομποσχοίνι (The Holy Prayer) - Video

Κομποσχοίνι «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό» Η εταιρία «Trisagion Films» παρουσιάζει έναν θησαυρό της Ορθοδοξίας, το κομποσχοίνι, που είναι αναμφισβήτητα ένα από τα πιο ιερά μας όπλα στον πνευματικό πόλεμο!

5 τρόποι μετανοίας ( Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου )


 


         























Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πρακτικά μας δείχνει πέντε δρόμους της μετανοίας. Μας λέγει:




Πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ν' αυτοκαταδικάζεσαι για τις αμαρτίες σου. Ο Κύριος εκτιμά ιδιαίτερα αυτή σου την πράξη. Αυτός που μόνος του καταδίκασε τ' αμαρτήματά του πολύ δύσκολα θα τα επαναλάβει. Η έγκαιρη εξέγερση της συνειδήσεως σου διά της αυτοκατηγορίας δεν θα έχει κατήγορο στο ουράνιο κριτήριο.

Δεύτερος αξιόλογος δρόμος μετανοίας είναι να μη βαστάς κακία για κανένα, ακόμα και γι' αυτούς τους εχθρούς σου. Να συγκρατείς πάντοτε την οργή σου, να συγχωρείς τ' αμαρτήματα των άλλων, γιατί έτσι θα εξαλείψει και τα δικά σου ο Κύριος. Είναι αυτό ένα αποτελεσματικό καθαρτικό, αφού μας το υπέδειξε ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας: Αν συγχωρέσετε τους χρεώστες σας, τότε θα σας συγχωρήσει σίγουρα και ο ουράνιος πατέρας μας (Ματθ. 6. I).

Τρίτος ασφαλής δρόμος μετανοίας είναι η ορθή, θερμή και εκ βαθέων καρδιακή προσευχή. Μη λησμονάμε την ευαγγελική χήρα που επέμενε στο αίτημα της στον δύστροπο δικαστή και τελικά έλαβε το ποθούμενο (Λουκ. 18, 1-8). Αν εκείνη έλαβε για την επιμονή της από τον αδιάντροπο δικαστή, πόσο μάλλον εμείς που έχουμε ουράνιο πατέρα ήμερο, φιλικό και φιλάνθρωπο και οπωσδήποτε θα μας δωρίσει τα προς τη σωτηρία μας αιτήματα.

Τέταρτος σίγουρος δρόμος μετανοίας είναι της ελεημοσύνης, που η δύναμή της είναι ανέκφραστα μεγάλη. Ο προφήτης Δανιήλ είπε στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα να ξεπλύνει τις πολλές αμαρτίες του μ' ελεημοσύνη και τ' ανομήματά του με το να ευσπλαγχνισθεί τους φτωχούς. Η αγάπη είναι ικανή να εξαλείψει αμαρτήματα. Ο μετανοημένος παραβάτης με τη φιλανθρωπία επανορθώνει τα πάντα με τον αγώνα του και τη χάρη του Θεού.

Πέμπτος δρόμος σταθερός ο συνδυασμός πηγαίας μετριοφροσύνης κι εγκάρδιας ταπεινοφροσύνης. Μάρτυρας προς τούτο ο τελώνης της ευαγγελικής παραβολής. Η γνήσια ταπεινοφροσύνη του αποτίναξε όλο το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων του.

Καταλήγει λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, ο ιερός Χρυσόστομος: Να καταδικάζουμε τις αμαρτίες μας, να συγχωρούμε τις αμαρτίες των αδελφών μας, να 'χουμε κερδοφόρα προσευχή, καρπούς ελεημοσύνης και ταπεινοφροσύνης, δίχως να καθυστερούμε, δίχως να χάνουμε ούτε μία μέρα και ώρα βαδίζοντας τους πέντε αυτούς σωτήριους δρόμους καθημερινά.

(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Χριστός χριστιανούς χαρά χαρίζει», εκδ. Τήνος)

Repentance - The Ship that brings us to the Divine Harbor (Saint Isaac the Syrian )




Saint Isaac the Syrian compares our life in this world to crossing the sea in a ship.

Just as it isn't possible for someone to cross the great sea without a ship, so someone can't reach love without fear. We can cross the tempestuous sea placed between us and the spiritual paradise only with the ship of repentance, borne by the oarsmen of fear. If these oarsmen of fear don't handle the ship of repentance well, by which we cross the sea of this world toward God, we will be drowned in it. Repentance is the ship, fear is the rudder, love the divine harbor. So fear puts us in the ship of repentance and we cross the tempestuous sea and it guides us to the divine harbor, which is love where all those who labor and have been enlightened by repentance arrive. And when we have reached love, we have reached God. And our journey has ended and we have reached the island which is beyond this world.








Notice how he emphasizes that it is only with this "ship of repentance" that we can reach our goal. Repentance is essential to arrive at the "divine harbor." It is the fundamental way we move toward perfection and a virtuous life of love based on God's grace. It is because of our desire for God's love, and to love others that we repent.


Ref: Orthodox Spirituality, p 140
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...