Sunday, December 6, 2015

Τί λένε οι Άγιοι Πατέρες (Αγ. Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΤΙ ΛΕΝΕ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ

1. Μια παράξενη τάση.

Η σύγχρονή μας «χριστιανική»κοινωνία έχη μια παράξενη τάση: Να ψάχνη για θαύματα και να κάνη θαύματα! Την τάση αυτή δεν πρέπει να την αφήσωμε να περάση απαρατήρητη. Με κανένα τρόπο. Και για πολλούς λόγους. Και ιδιαίτερα, γιατί την τάση αυτή, την τάση που έχουν πολλοί να θέλουν να κάνουν θαύματα και να ψάχνουν για θαύματα, οι άγιοι πατέρες μας την καταδικάζουν πολύ αυστηρά. Και την καταδικάζουν, επειδή κάτω από το «ευσεβές» κάλυμμα της τάση αυτής κρύβεται η φιλαυτία. Και είναι πολύ φοβερό να μπορή η φιλαυτία να κρύβεται στην ψυχή. Γιατί τότε δεσπόζει σ’ αυτήν ανενόχλητα. Και την διαλύει.

Ο μεγάλος διδάσκαλος των μοναχών άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει τα εξής:

Ο Κύριος είναι πάντοτε κοντά μας, έτοιμος να βοηθήση τους εκλεκτούς Του. Μα ποτέ και σε τίποτε δεν δείχνει φανερά την δύναμή Του, αν δεν υπάρχη σοβαρός λόγος. Και αυτό για να μη καταντήσωμε να παρανοήσωμε την βοήθειά Του. Γιατί τότε θα μας βγη σε κακό. Και ενεργεί έτσι από την φροντίδα Του για τους εκλεκτούς Του. Επειδή θέλει να τους δείξη, ότι ούτε στιγμή δεν παύει να φροντίζει γι’ αυτούς, έστω κι αν δεν γίνεται αντιληπτός. Τους αφήνει, λοιπόν, ο,τιδήποτε κι αν τους συμβή, να κάμουν ένα αγώνα• ο καθένας ανάλογα με την δύναμή του• κοπιάζοντας στην προσευχή. Και μόνο, να κάτι είναι τόσο πολύ δύσκολο, ώστε να τους καταβάλη, (όταν δηλαδή φανούν ανίκανοι να το αντιμετωπίσουν μόνοι τους, όταν είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους, επειδή η φύση τους δεν είναι άξια για τέτοιο αγώνισμα), τότε τον αγώνα τον τελειώνει Εκείνος με την μεγάλη Του δύναμη. Τότε τους βοηθεί. Με τον τρόπο που Εκείνος ξέρει. Και στο μέτρο που είναι άξιοι. Τους ενισχύει σε όσο μέτρο απαιτούν οι περιστάσεις, χωρίς εκείνοι να το καταλαβαίνουν. Και τους βοηθεί, μέχρι που να δυναμώσουν οι ίδιοι, και να μπορούν πια να ξεπερνούν τις δοκιμασίες τους μόνοι τους. Τους βοηθεί να λύσουν το δύσλυτο γι’ αυτούς πρόβλημα των δοκιμασιών τους με την γνώση, που τους χαρίζει. Και η γνώση αυτή, και μόνο που την σκέπτονται, τους ξυπνάει σε προσευχή που τους ωφελεί κι από τις δύο πλευρές. Και όταν υπάρχη λόγος, να φανερωθή η εργασία τους και να έλθη η υπόθεση αυτή σε γνώση πολλών, και τότε, ο Θεός αναγκάζεται και το κάνει. Και ο τρόπος, που ακολουθεί, είναι σοφώτατος. Και αντέχει και στην ανάγκη και στην φτώχεια. Γιατί δεν ενεργεί ποτέ ανόητα.

Όποιος, χωρίς τίποτε να τον αναγκάζει, προχωρεί τολμηρά (ή επιθυμώντας τα θαύματα, παρακαλεί τον Θεό να γίνουν «δυνάμεις» δια των χειρών του), είναι φανερό, ότι πειράζεται στον λογισμό του από τον διάβολο, που προσπαθεί να γελοιοποιήση τα πάντα• ότι είναι υπερήφανος και ότι εσωτερικά, κατά βάθος, είναι άρρωστος. Την βοήθεια του Θεού πρέπει να την ζητούμε μόνο σε ώρα δοκιμασίας. Όταν δεν υπάρχει λόγος, είναι επικίνδυνο σε μας να πειράζωμε τον Θεό. Δεν είναι αληθινά άγιος εκείνος που ζητεί την βοήθεια του Κυρίου, εκεί που δεν εξάντλησε ακόμη τις δικές του δυνάμεις. Μη ξεχνάμε ότι πράγματα, που τα κάνει μεν ο Θεός, αλλά όχι γιατί Του αρέσουν, τα βρίσκομε στους πιο πολλούς αγίους. Μα όποιος αυτά τα γυρεύει και τα επιθυμεί ολόψυχα, με όλη του την καρδιά, χωρίς να υπάρχη κάποιος λόγος, ακόμα κι αν τον φυλάη ο Θεός, πέφτει μόνος του• γιατί μόνος του ξεφεύγει από την γνώση της αληθείας. Γιατί, αν ο Θεός τον ακούση σε εκείνο, που από εγωκεντρικό φρόνημα ζητάει, ο πονηρός βρίσκει σ’ αυτόν τόπο και τον κάνει σιγά-σιγά να πέση σε πολύ μεγάλα κακά. Οι αληθινά άγιοι άνθρωποι, όχι μόνο δεν τα επιθυμούν αυτά, αλλά και όταν τους τα δίδη από μόνος Του ο Θεός, στενοχωριούνται και δυσαρεστούνται. Και δεν τα θέλουν αυτά τα χαρίσματα. Όχι μόνο γιατί είναι δυνατό να γίνουν γνωστά στους ανθρώπους. Δεν τα θέλουν• έστω κι αν πρόκειται να μείνουν χωρίς καμμιά δημοσιότητα. Δεν τα θέλουν αυτά καθ’ εαυτά*.

Ένας από τους αγίους πατέρας, από την πολύ του καθαρότητα, έλαβε (πριν ακόμη φθάση σε τελειότητα), το χάρισμα να προγνωρίζη, ποιος επήγαινε να τον επισκεφθή. Και τι νομίζετε έκαμε; Παρακάλεσε τον Θεόν, και έβαλε και άλλους να Τον παρακαλέσουν, να του πάρη πίσω το χάρισμα.

Συμπέρασμα: Όσοι επήραν χαρίσματα, ο Θεός τους τα έδωσε• ή επειδή είχαν πολλή απλότητα, ή επειδή το απαιτούσε κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, να το ξέρετε ότι εκείνους που φαίνονται πως έχουν χαρίσματα, δεν τους κινεί το θείο νεύμα• πάντως όμως δεν πρέπει και να φαντασθούμε ότι το «χάρισμά» τους είναι εντελώς τυχαίο.

2. Πότε ζητούμε την βοήθεια του Θεού.

Από αυτές τις σκέψεις του αγίου, βγαίνει το συμπέρασμα ότι• εκείνοι που θέλουν να κάνουν θαύματα, το θέλουν από σαρκική πύρωση• παρασυρόμενοι από πάθη, που οι ίδιοι δεν τα καταλαβαίνουν• έστω και αν τους φαίνεται, πως τους κυβερνάει ο ζήλος για το έργο του Θεού. Στην ίδια κατάσταση φιλαυτίας και σαρκικής πυρώσεως ευρίσκονται και εκείνοι που θέλουν να ιδούν θαύματα. Δεν επιτρέπεται ποτέ κανείς και σε καμμιά περίσταση να πειράζη τον Κύριο και να ξεχνάη την οφειλομένη σ’ Αυτόν ευλάβεια. Μας επιτρέπεται να ζητάμε την βοήθεια του Θεού στις μεγάλες μας ανάγκες, όταν μόνοι μας δεν μπορούμε να κάνωμε τίποτε. Την επιλογή όμως του τρόπου που θα μας βοηθήση, πρέπει να την αφήνωμε στο Θεό• εγκαταλειπόμενοι στο αγαθό Του θέλημα και στο έλεός Του. Και ο Κύριος πάντοτε μας καταπέμπει ψυχωφελείς ευκαιρίες, που μας προσφέρουν την βοήθεια που μας χρειάζεται• και παράλληλα μαζί της μας δίνει και την αγία γεύση και αίσθηση της ταπείνωσης. Η βοήθεια του Θεού δεν προσφέρεται με λάμψη, όπως θα ήθελε το σαρκικό φρόνημα, για να μη ζημιωθή η ψυχή μας από την ικανοποίηση της ματαιοδοξίας της. Και γι’ αυτό, και στο έργο του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας, παντού και πάντοτε, πρέπει να ζητάμε την ευλογία του Θεού και την βοήθειά Του• και να πιστεύωμε, ότι μόνο οι θείες μέθοδοι, μόνο οι πνευματικές μέθοδοι, μπορούν να είναι ωφέλιμες στην πίστη και στην ευλάβεια• μα ποτέ και με κανένα τρόπο οι μέθοδοι, τις οποίες απαιτεί το σαρκικό φρόνημα.

Σημείωση:

*Στις παραγράφους, που ακολουθούν, ο Επίσκοπος Ιγνάτιος με ρήσεις πατέρων και παραδείγματα αγίων αναπτύσσει την θεόσοφη αυτή παρατήρηση του αγίου Ισαάκ του Σύρου.

Οι πραγματικά άνθρωποι του Θεού, ένα σκέπτονται συνεχώς μέσα τους: ότι δεν είναι άξιοι να είναι δούλοι και όργανα του Θεού. Μόνο από αυτό το φρόνημα, μπορούμε να καταλάβωμε, αν κάποιος είναι πραγματικά άνθρωπος του Θεού[68].

3. Θέλουν να κάμουν θαύματα.

Δύσκολο στον άνθρωπο να έχη δόξα και τιμή χωρίς ζημία στην ψυχή του[69]. Δύσκολο όχι μόνο για τους εμπαθείς, εκείνους που αγωνίζονται να νικήσουν τα πάθη τους, αλλά και σ’ εκείνους που τα ενίκησαν• και στους αγίους. Γιατί, έστω και αν τους έδωκε ο Θεός την νίκη κατά της αμαρτίας, όμως δεν ξαναγυρίσουν στην αμαρτία και να ξαναϋποδουλωθούν στα πάθη• όπως έγινε με μερικούς, που δεν έδειξαν την απαιτούμενη νήψη και επαγρύπνηση, αλλά εθάρρησαν στον εαυτό τους, στην πνευματική τους κατάσταση! Η ροπή στην υπερηφάνεια, λέγει ο άγιος Μακάριος, εξακολουθεί να υπάρχη ακόμη και στις πιο καθαρές ψυχές[70]. Η ροπή αυτή είναι η πρώτη αιτία, που σπρώχνει τον άνθρωπο να γοητευθή από την αμαρτία και να ξαναγυρίση σ’ αυτήν. Και γι’ αυτό και το χάρισμα των ιαμάτων και όλα τα άλλα αντιληπτά χαρίσματα, είναι πολύ επικίνδυνα σ’ εκείνους που τα έλαβαν• γιατί γίνονται αντικείμενα μεγάλης τιμής από τους ανθρώπους με σαρκικό φρόνημα. Αντίθετα τα μη αντιληπτά χαρίσματα είναι σε ασύγκριτο βαθμό ανώτερα από εκείνα, που πέφτουν στην αντίληψή μας. Π.χ. το χάρισμα να οδηγή ψυχές στη σωτηρία, και να τις θεραπεύη από τα πάθη, ο κόσμος ούτε το καταλαβαίνει ούτε του δίνει σημασία. Και όχι μόνο δεν τιμά και δεν δοξάζει τους λειτουργούς του Θεού, που έχουν το χάρισμα αυτό, αλλά και τους ταλαιπωρεί και τους μισεί, επειδή έχουν πράξη διαφορετικά από εκείνη που δέχονται οι αρχές του κόσμου αυτού• επειδή «απειλούν την δεσποτεία του κοσμοκράτορα»[71].

Ο εύσπλαγχνος Θεός δίνει στους ανθρώπους εκείνο που τους είναι πράγματι αναγκαίο και ωφέλιμο• έστω και αν οι ίδιοι δεν το καταλαβαίνουν! Ποτέ δεν δίνει κάτι, που μπορεί να ωφελήση λίγο και βλάψη πολύ• έστω και αν οι άνθρωποι με σαρκικό φρόνημα και άγνοια, διψούν για κάτι τέτοια και τα αναζητούν. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει:

«Πολλοί έκαμαν θαύματα. Ανέστησαν και νεκρούς. Εκοπίασαν να επαναφέρουν αμαρτωλούς και πλανημένους στον δρόμο του Θεού• έκαμαν όπως θα ελέγαμε, θαύματα: μέσω αυτών ωδηγήθηκαν πολλοί στον Χριστό! Και όμως. Αυτοί, που έδωσαν σε άλλους ζωή, έπεσαν οι ίδιοι σε πάθη μιαρά, επειδή είχαν μόνοι τους προκαλέσει στον εαυτό τους τον θάνατο»[72].

Ο άγιος Μακάριος διηγείται ότι κάποιος συνασκητής του έλαβε το χάρισμα των ιαμάτων σε τέτοιο βαθμό, ώστε εθεράπευε κάθε είδους άρρωστο με μια απλή επίθεση των χεριών του. Όμως ο ασκητής αυτός, με το να δοξάζεται από τους ανθρώπους υπερηφανεύθη, και έπεσε στο πιο μεγάλο βάθος αμαρτίας[73]….

Στο βίο του αγίου Αντωνίου του μεγάλου γίνεται λόγος για κάποιο νεαρό μοναχό, που έδινε εντολές στους αγίους όναγρους στην έρημο και τον υπάκουαν. Ο όσιος Αντώνιος, όταν το άκουσε, είπε πως δεν είχε καθόλου εμπιστοσύνη στην πνευματική οικοδομή του θαυματουργού αυτού. Και δεν άργησε να έλθη η είδηση για τη θλιβερή πτώση του μοναχού[74].

4. Θέλουν να τους γίνουν θαύματα.

Τον Δ’ Αιώνα ζούσε στην Αίγυπτο ένας άγιος Γέροντας, που είχε και αυτός το χάρισμα των ιαμάτων• από αυτό είχε αποκτήσει πολύ μεγάλη δόξα. Γρήγορα όμως παρατήρησε, ότι η υπερηφάνεια τον εξουσίαζε, και ότι δεν ήταν σε θέση να την νικήση με τις δικές του δυνάμεις. Και τότε με πολύ θερμή προσευχή κατέφυγε στο Θεό. Και Τον παρακάλεσε να επιτρέψη να δαιμονισθή• για να ταπεινωθή. Και ο Θεός εισάκουσε το ταπεινό αίτημα του δούλου Του. Και άφησε τον σατανά να μπη μέσα του. Ο Γέροντας άφησε τον εαυτό του σε όλες τις επιθέσεις του διαβόλου. Αυτό κράτησε πέντε μήνες. Στο διάστημα αυτό του φορούσαν ράκη. Ο κόσμος, που προηγουμένως έτρεχε σ’ αυτόν και τον δόξαζε για μεγάλο άγιο, τώρα τον εγκατέλειψε! Όλοι έλεγαν, πως τρελλάθηκε! Μα ο γέροντας απαλλαγμένος πια από την δόξα των ανθρώπων και την υψηλοφροσύνη, που τον μάστιζε εξ αιτίας της, ευχαριστούσε το Θεό που τον έσωσε.

Η σωτηρία του ολοκληρώθηκε με λίγη ταλαιπωρία και λίγη (κατά την κρίση των σαρκικών ανθρώπων) ατιμία. Οι σαρκικοί άνθρωποι δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο διάβολος με τη δική τους τιμή του έσκαβε το λάκκο. Και πολύ περισσότερο δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποτέ, πως με τη δαιμονοληψία ξαναγύρισε στον ασφαλή δρόμο της θείας ευσπλαγχνίας[75].

5. Δεν μας χρειάζονται θαύματα.

Γίνεται λοιπόν φανερό, γιατί οι άγιοι πατέρες Σισώης, Ποιμήν και άλλοι, ενώ είχαν σε πλούσιο βαθμό το χάρισμα των ιαμάτων, έκαναν ό,τι μπορούσαν να το κρύψουν. Δεν είχαν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Ήξεραν, πως είναι εύκολο στον άνθρωπο να «τραπή», να «ξεφύγη». Και για αυτό περιχαράκωναν, τον εαυτό τους με την ταπείνωση[76].

Στους αγίους Αποστόλους ο Θεός, μαζί με το χάρισμα των ιαμάτων που τους έδωσε για να βοηθηθούν στο κήρυγμα του λόγου Του, τους έδωσε και θλίψεις και διωγμούς, για να μην τους αφήση να παρασυρθούν από αυτό και αρχίσουν να υπεραίρωνται.

Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει: «Η λογική του Πνεύματος τις ασθένειες του σώματος και τις θαυματουργικές θεραπείες τους τις βλέπει εντελώς διαφορετικά από όπως τις βλέπει το σαρκικό φρόνημα.

Το φρόνημα της σαρκός θεωρεί τις ασθένειες συμφορά, και τη θεραπεία τους το πιο μεγάλο θαύμα, την πιο μεγάλη ευεργεσία. Και πολύ λίγο νοιάζεται για το αν η θεραπεία του σώματος γίνεται με παράλληλη ωφέλεια της ψυχής ή με βλάβη και ζημία της»[77].

Η πνευματική λογική βλέπει ότι, και οι ασθένειες, αλλά και οι θεραπείες τους, είναι δωρεές της αγαθότητος και του ελέους του Θεού. Ποια είναι η θεάρεστη και ψυχικά ωφέλιμη στάση στις δυο αυτές περιπτώσεις, ο άνθρωπος το μαθαίνει, όταν καταφεύγη στο φως του λόγου του Θεού. Και ο λόγος του Θεού μας λέει, ότι είναι επιτρεπτό να ζητή κανείς από το Θεό τη θεραπεία ασθενείας του, μόνο να το πάρη απόφαση και το κάνη σκοπό του να χρησιμοποιήση τη υγεία του και τις δυνάμεις του στην υπηρεσία του Κυρίου, και όχι στη ματαιότητα και την αμαρτία. Γιατί διαφορετικά, η θαυματουργική θεραπεία του θα του γίνη αιτία πιο μεγάλης καταδίκης• και θα του επιφέρη μεγαλύτερη τιμωρία• και στην παρούσα ζωή• και στην αιώνια. Αυτό μας το είχε ειπεί ο Κύριος. Όταν εθεράπευσε τον παραλυτικό, του είπε: «ίδε υγιής γέγονας• μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρόν τι σοι γένηται»[78].

Ο άνθρωπος είναι αδύνατος. Έχει εύκολη ροπή στην αμαρτία. Και αν ακόμη και άγιοι, που είχαν το θείο χάρισμα των ιαμάτων και πλούσια τη χάρη του αγίου Πνεύματος, υπέμειναν πειρασμούς και έπεσαν σε αμαρτίες, φαντασθήτε πόσο πιο εύκολα είναι δυνατό να κάνουν κακή χρήση των δωρεών του Θεού οι σαρκικοί άνθρωποι, εκείνοι που δεν έχουν σχέση με τα πνευματικά. Και πράγματι, πολλοί έκαμαν την χειρότερη κακή χρήση. Γιατί, ενώ έλαβαν θαυματουργικά τη θεραπεία από αρρώστεια, δεν την εκτίμησαν τη θεία δωρεά και ευεργεσία• δεν εσκέφθηκαν, πως είχαν χρέος να δείξουν με έργα την ευγνωμοσύνη τους• ξανάρχισαν την αμαρτωλή ζωή τους• και μετέβαλαν έτσι τη δωρεά του Θεού σε ζημία τους• αποξενώθηκαν από το Θεό και πρόδωσαν τη σωτηρία τους.

Ακριβώς, γι’ αυτό σπάνια γίνονται ιάσεις σωματικών ασθενειών. Και ας τις έχουν – οι άνθρωποι με σαρκικό φρόνημα – σε τόσο μεγάλη υπόληψη και ας τις επιθυμούν τόσο πολύ! Ζητείται κάτι, λέγει ο απόστολος, και δεν σας το δίνει ο Θεός, επειδή δεν το ζητάτε για πνευματική ωφέλεια, αλλά για να το δαπανήσετε σε μια ζωή φιλήδονη.

6. Υπομονή μας χρειάζεται.

Η πνευματική λογική μας διδάσκει, πως οι αρρώστειες και γενικά οι θλίψεις, που μας στέλνει ο Θεός, είναι μέσα έκφρασης του ελέους Του και της ευσπλαγχνίας Του για μας. Όπως τα πικρά φάρμακα τους άρρωστους τους ωφελούν πιο πολύ από τα γλυκίσματα, έτσι και αυτές βοηθούν εκείνους που τις υπομένουν στη σωτηρία και στην αιώνια ευτυχία πιο πολύ από τα θαύματα! Συχνά, πολύ συχνά, μια ασθένεια είναι πιο μεγάλη ευεργεσία από ένα θαύμα! Η αρρώστεια είναι τόσο ουσιώδης ευεργεσία, ώστε η απαλλαγή μας από αυτή (έστω και με θαύμα!) να μας βλάπτη, αφού αφαιρεί ένα πιο μεγάλο αγαθό• ένα αγαθό που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να συγκριθή με το πρόσκαιρο αγαθό, που μας προσφέρει με θαύμα η θεραπεία μας από κάποια αρρώστεια[79].

1. Ο πτωχός Λάζαρος, για τον οποίο μιλάει το Ευαγγέλιο, δεν εθεραπεύθηκε ποτέ από την βαρειά αρρώστεια του• ούτε απηλλάγη από τη φτώχεια του. Απέθανε στην ταλαίπωρη εκείνη κατάσταση, στην οποία βασανιζόταν τόσα χρόνια. Όμως, λόγω της υπομονής του, οι άγγελοι τον επήραν και τον επήγαν στην αγκαλιά του Αβραάμ[80]. Η αγία Γραφή μας λέγει ολοκάθαρα, πως ο Θεός σε κείνους που αγαπάει στέλνει πολλές πίκρες, και κυρίως αρρώστειες σωματικές[81]. Σε κάθε της σελίδα η αγία Γραφή μας λέγει, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι άγιοι επέρασαν την επί γης ζωή τους βαδίζοντες την οδό την στενή και τεθλιμμένη, που είναι γεμάτη θλίψεις, πίκρες, στερήσεις[82].

Με αυτή τη γνώμη για τις θλίψεις, οι αληθινοί δούλοι του Θεού αντιμετώπιζαν τις θλίψεις, που τους συνέβαιναν, με πολύ μεγάλη περίσκεψη• και με αυταπάρνηση. Όποιες και αν ήσαν, τις εδέχοντο σαν να τους έπρεπαν! Γιατί επίστευαν ολόψυχα ότι δεν θα τους συνέβαιναν, αν δεν τις επέτρεπε ο δικαιοκρίτης Θεός θεωρώντας τες κατάλληλες για τις πνευματικές ανάγκες τους. Η πρώτη τους δουλειά, όταν τους συνέβαινε κάποια θλίψη, ήταν να βάλουν βαθειά στο νου τους ότι τους έπρεπε! Αναζητούσαν στον εαυτό τους την αιτία[83]. Και την εύρισκαν. Και μετά, μόνο αν διαπίστωναν, ότι η θλίψη αυτή τους εμπόδιζε στην ευαρέστηση του Κυρίου, μόνο τότε, Τον παρακαλούσαν να τους απαλλάξη από αυτή. Και πάλι όμως αφήνανε την εκπλήρωση ή μη εκπλήρωση του αιτήματός τους, στη διάθεση του Κυρίου. Και ποτέ δεν τολμούσαν να ειπούν, πως ο τρόπος, με τον οποίο αυτοί αντιμετώπιζαν την δοκιμασία τους, ήταν ο σωστός. Γιατί πράγματι, ποτέ δεν είναι δυνατό να είναι ο σωστός. Γιατί η κρίση του χοϊκού ανθρώπου, έστω και αν είναι και άγιος, δεν μπορεί ποτέ να αγκαλιάση και να ιδή τα πράγματα καλλίτερα από το παντέφορο όμμα του Κυρίου. Ο Θεός ξέρει, γιατί στέλνει δοκιμασίες στους εκλεκτούς Του.

2. Ο άγιος Απόστολος Παύλος μας πληροφορεί, ότι τρις παρεκάλεσε τον Κύριο να τον απαλλάξη από ένα άγγελο Σατάν, που τον εμπόδιζε να τρέχη να κηρύττη την χριστιανική πίστη. Μα δεν εισακούσθηκε! Η κρίση του Θεού στο σημείο αυτό ήταν διαφορετική από την κρίση του θεόπνευστου αποστόλου Του[84]!

Πρέπει να αφήνωμε τον εαυτό μας στο θέλημα του Θεού. Γιατί μόνο τότε, μόνον όταν ποθούμε ειλικρινά και με βαθειά ευλάβεια να γίνεται παντού και πάντοτε το θέλημά Του, μπορούμε να εμπιστευώμαστε, ότι έχομε φρόνημα πνευματικά σωστό.

3. Πολλοί άγιοι μοναχοί, όταν αρρωστούσαν, εδέχοντο την αρρώστεια τους σαν την πιο μεγάλη ευεργεσία του Κυρίου. Και αγωνίζονταν να συνεχίσουν ανεπηρέαστοι την δοξολογία του Θεού. Δεν ζητούσαν την θεραπεία, παρ’ ότι οι με θαύμα θεραπείες από σωματικές ασθένειες είναι συνηθισμένες στους άγιους μοναχούς. Προτιμούσαν να ζητούν από τον Θεό δύναμη να τις περάσουν με υπομονή και με ταπείνωση. Γιατί και το πίστευαν και το διεκήρυτταν, ότι αυτό ήταν πιο ψυχωφελές από κάθε είδους άσκηση, που τυχόν θα έκαναν με το δικό τους θέλημα!

Ο άγιος Ποιμήν λέγει:

Οι τρεις αυτές εργασίες του μοναχού είναι μεταξύ τους ίσες• να ησυχάζη στην έρημο• να είναι άρρωστος και να ευχαριστή τον Θεό• να ζη στην υπακοή γέροντος παρ’ ότι έχει καθαρό (δυνατό) μυαλό[85].

4. Οι πιο μεγάλοι άγιοι μοναχοί έζησαν στην Σκήτη της Αιγύπτου. Ένας από αυτούς ήταν ο όσιος Βενιαμίν. Η ζωή του ήταν γεμάτη αρετές. Και γι’ αυτό ο Θεός του έδωσε πλούσια το χάρισμα των ιαμάτων. Και ενώ λοιπόν είχε αυτό το χάρισμα, ο ίδιος είχε μια πολύ βαρειά αρρώστεια: μια χρονίας μορφής υδρωπικία! Μερικές φορές απέπνεε μια φοβερή δυσοσμία. Και τότε οι μοναχοί αναγκάζονταν να τον μεταφέρουν από το κελλί του, σε μέρος μακρινό! Και στο κελλί του να βγάζουν εντελώς τις πόρτες! Και του είχαν φτιάξει ένα ειδικό κάθισμα, γιατί δεν του ήταν δυνατό να ξαπλώση στο κρεβάτι! Μα και στην κατάσταση αυτή ο όσιος συνέχιζε να θεραπεύη τους άλλους! Και εκείνους, που βλέποντας τα παθήματά του τον συμπονούσαν, τους συμβούλευε και τους παρακαλούσε, να προσεύχωνται για την ψυχή του• και να μη νοιάζωνται για το σώμα του. «Όταν το σώμα μου ήταν γερό, τους έλεγε, δεν είχα καμμιά ιδιαίτερη ωφέλεια από αυτό. Τουλάχιστον τώρα που έπεσα σε αρρώστεια δεν μου προξενεί βλάβη!»[86].

5. Ένας άλλος άγιος, ο Αββάς Πέτρος, έλεγε, ότι, κάποιος επεσκέφθη τον όσιο Ησαΐα τον αναχωρητή. Τον ευρήκε να πάσχη από μια βαρειά αρρώστεια. Και του εξέφραζε τη συμπόνια του. Ο όσιος του απάντησε: Παρ’ ότι έχω τόσο πολύ συμφιλιωθή με την σκέψη της αρρώστειας μου, μόλις και μετά βίας κατορθώνω να διατηρώ την μνήμη της φοβεράς εκείνης ώρας (του θανάτου και της κρίσεως)! Αν το σώμα μου ήταν καλά, η μνήμη εκείνη θα είχε σβήση μέσα μου. Όταν το σώμα είναι υγιές, τότε ρέπει πιο πολύ σε πράξεις και ενέργειες επιζήμιες και αντίθετες στο θέλημα του Θεού. Οι δοκιμασίες μας είναι μια μέθοδος, που μας οδηγεί κάπως πιο σίγουρα στην τήρηση των εντολών του Θεού[87].

Οι άγιοι πατέρες το ήξεραν πολύ καλά, ότι στις θλίψεις και δοκιμασίες μας αξία έχει η υπομονή• και ότι η υπομονή είναι κάτι που εξαρτάται από μας τους ίδιους. Για αυτό και κατηγορούσαν μόνο τον εαυτό τους. Εβίαζαν έτσι την καρδιά τους να έχη υπομονή[88]. Έφερναν στη μνήμη τους το θάνατο, το κριτήριο του Θεού, τις αιώνιες τιμωρίες• και με την ανάμνησή τους, οποιαδήποτε και αν είναι η σημασία, η εντύπωση και η αίσθηση των επιγείων θλίψεων, εξασθενίζει[89]. Ανέβαζαν τη σκέψη τους στην πρόνοια του Θεού. Υπενθύμιζαν στον εαυτό τους την επαγγελία του Υιού του Θεού, ότι θα είναι αδιάστατα ενωμένος με εκείνους που Τον ακολουθούν και θα τους φυλάττη[90].

Παρορμούσαν τον εαυτό τους να έχη ευψυχία και ανδρεία. Πίεζαν τον εαυτό τους να δοξάζη και να ευχαριστή τον Θεό για τις θλίψεις. Τον έσπρωχναν στην συνειδητοποίηση της αμαρτωλότητός τους, που τους έκανε άξιους κάθε τιμωρίας. Ενθυμούντο και την ευσπλαγχνία του Κυρίου, αλλά και την δικαιοκρισία του. Και καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια, να έχουν υπομονή, ανέπεμπαν εκτενείς προσευχές στο Θεό να τους δίνη αυτό το θείο χάρισμα της ευλογημένης υπομονής, που είναι πάντοτε αχώριστη από το άλλο χάρισμα του πνεύματος, την ευλογημένη ταπείνωση• γιατί οι δύο αυτές αρετές, είναι εγγύηση σωτηρίας και αιώνιας μακαριότητας.

6. Οι μεγάλοι σημειοφόροι άγιοι πατέρες, παρ’ ότι τους ήταν τόσο εύκολο, δεν εθεράπευσαν ποτέ τους μαθητές τους, όταν κατά θέλημα Κυρίου αρρωστούσαν. Αυτό το έκαναν για να μην τους στερήσουν το πνευματικό αγώνισμα και την ωφέλεια, που θα είχαν με την υπομονή, αν περνούσαν την αρρώστεια τους, όπως ορίζει η παράδοση της Εκκλησίας μας.

7. Ο ηγούμενος του κοινοβίου της Γάζας, όσιος Σέριδος, ο μαθητής του μεγάλου εκείνου Βαρσανουφίου, που έζησε με απόλυτη σιωπή στο κοινόβιο αυτό, ήταν για πολλά χρόνια άρρωστος. Μερικοί από τους γέροντες της αδελφότητος παρακαλούσαν τον Μέγαν (Βαρσανούφιον) να θεραπεύση τον ηγούμενο. Ο όσιος Βαρσανούφιος τους απάντησε:

«Μερικοί άγιοι άνθρωποι (που υπάρχουν εδώ) θα μπορούσαν να παρακαλέσουν για την υγεία του τον Θεό, να μη ξαναρρωστήση ούτε μια ημέρα. Και αν Τον παρακαλούσαν, θα γινόταν. Και εγώ του το είπα αυτό. Αν όμως αυτό γινόταν, θα έχανε την ευκαιρία να αποκτήση την μεγάλη καρποφορία της υπομονής. Μα τι λέτε; Δεν ξέρει, πόσο έχω υποφέρει εγώ; Τι αρρώστειες! Τι πυρετούς! Τι θλίψεις; Και να, τώρα ευρίσκομαι στον εύδιο αυτό λιμένα. Και αυτόν πολύ τον ωφελεί η αρρώστεια του. Τον μαθαίνει να έχη υπομονή και να ευχαριστή τον Θεό»[91].

7. Με τις δοκιμασίες γινόμεθα δόκιμοι.

Εξηγώντας μας πόσο αναγκαίες είναι οι θλίψεις για τον αθλητή του Χριστού ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος λέγει:

«Οι δοκιμασίες είναι ωφέλιμες σε όλους ανεξαιρέτως. Αν ήσαν ωφέλιμες σε ένα Παύλο, ας σιωπήση από μόνο του το κάθε στόμα, που λέει, πως δεν ωφελούν! Γιατί διαφορετικά, θα το κάνη να σιωπήση ο ίδιος ο Θεός! Γιατί, όποιος ειπή πως οι δοκιμασίες δεν είναι ωφέλιμες, αυτόματα γίνεται υπόδικος ενώπιον του Θεού[92].

Οι αγωνιστές δοκιμάζονται, για να αυξήσουν τον πνευματικό τους πλούτο.

Οι χλιαροί, για να αναγκαστούν να προφυλάξουν τον εαυτό τους από εκείνα που τους βλάπτουν.

Οι κοιμισμένοι, για να ξυπνήσουν.

Οι απομακρυσμένοι, για να ξαναπλησιάσουν τον Θεό.

Και οι φίλοι του Θεού, για να μπορέσουν να μπουν με παρρησία στον Παράδεισο, αφού θα έχουν τόσα υπομείνει για τον Θεό.

Ο αδιαπαιδαγώγητος υιός δεν μπορεί να εκτιμήση τον πλούτο του σπιτιού του πατέρα του• ότι είναι γι’ αυτόν μια βοήθεια στην ζωή του. Και γι’ αυτό ο Θεός πρώτα δοκιμάζει τον άνθρωπο και τον ξελαμπικάρει, και μετά του δίνει χαρίσματα.

Ας έχη δόξα ο Κύριός μας, που την γλυκύτητα της υγείας μας την χαρίζει ποτίζοντάς μας με φάρμακα πικρά (δηλ. φαρμάκια).

Υπάρχει άνθρωπος, που δεν κουράζεται την ώρα που κάνει γυμναστική;

Υπάρχει άνθρωπος, που να μη του είναι κακή η ώρα, που πίνει το δηλητήριο κάποιας δοκιμασίας;

Όμως, αν δεν προηγηθούν αυτά, μπορεί ο άνθρωπος να αποκτήση γερή κράση;

Αλλά και η δύναμη να υπομένωμε, δεν είναι δική μας. Που θα την εύρισκε το χωματένιο σκεύος, που είναι φτιαγμένο με λάσπη, την δύναμη να αντέξη στην ροή του νερού, χωρίς να διαλυθή, αν δεν το είχε ψήσει και δεν το είχε κάνει στερεό το πυρ το θεϊκό;

Ιδού το συμπέρασμα: Αν δείξωμε στον Θεό υποταγή, αν αντιμετωπίζωμε τις δοκιμασίες μας με υπομονή και καρτερία , αν Τον παρακαλούμε με ταπείνωση και αδιάλειπτη την επιθυμία να μας δώση πρώτα την βασιλεία Του, τότε θα αξιωθούμε να τα λάβωμε όλα, όσα Του ζητούμε, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Αμήν»

(Αγ. Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ)


http://www.paterikiorthodoxia.com/2012/06/737.html?m=1#.VmSQ2LgrLIV

Saturday, December 5, 2015

Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο προστάτης των ναυτικών ....


Ο Άγιος Νικόλαος είναι ο προστάτης των ναυτικών και δεν υπάρχει μικρό ή μεγάλο πλεούμενο που να μην έχει την εικόνα του και να μην ζητάει την προστασία του. Δεν είναι όμως μονάχα για τους θαλασσινούς. Η ίδια η ζωή είναι μία θάλασσα που πρέπει να την διαπλεύσουμε όσες φουρτούνες κι αν περάσουμε για να φθάσουμε στην αντίπερα όχθη της αιωνιότητας.
Θεωρείται προστάτης των ναυτικών σε όλο τον κόσμο και δεν είναι τυχαίο. Κάποτε αποφάσισε να ταξιδέψει με πλοίο στους Άγιους Τόπους, για να προσκυνήσει. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ξέσπασε θαλασσοταραχή, με αποτέλεσμα πλήρωμα και επιβάτες να πανικοβληθούν. Ο Άγιος όμως δεν έχασε την πίστη του, προσευχήθηκε στον Θεό και η θάλασσα ηρέμησε. Ο μύθος λέει ότι ένας ναυτικός γλίστρησε, έπεσε από το κατάρτι και σκοτώθηκε. Όμως ο Νικόλαος προσευχήθηκε θερμά και ο ναυτικός αναστήθηκε....
Ακόμα και σήμερα ο Άγιος επεμβαίνει θαυματουργικά και στις θάλασσες, λυτρώνει απ’ τις τρικυμίες όσους τον επικαλούνται με πίστη. Η θαυματουργός πίστη στον Χριστό, ο πλούτος των αρετών του, οι αγώνες εναντίον των αιρέσεων, η πλουσιότατη κοινωνική του δράση και το πλήθος των θαυμάτων, καταξίωσαν τον Άγιο να τιμάται σ’ όλο τον Χριστιανικό κόσμο με ιδιαίτερη ευλάβεια. Ακόμα και οι Τούρκοι τον θεωρούν μεγάλο Άγιο (Αziz Nikola). Η μνήμη του Αγίου της Ορθοδοξίας εορτάζεται στις 6 Δεκεμβρίου. Όλοι τιμούν τον Άγιο Νικόλαο «οι εν νόσοις τον ιατρόν, οι εν κινδύνοις τον ρύστην, οι αμαρτωλοί τον προστάτην, οι πένητες τον θησαυρόν, οι εν θλίψει την παραμυθίαν, τον συνοδίτην οι οδοιπόροι, οι εν θαλάσση τον κυβερνήτην, οι πάντες τον πανταχού θερμώς προφθάσαντα, μέγιστον Ιεράρχην…».

Friday, December 4, 2015

Ο φτωχός τσαγκάρης..



Στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μικρού, ζούσε στην Πόλη ένας καλός και ευσεβής άνθρωπος. Δούλευε στο Παλάτι σάν βασιλικός γραμματικός. Ειχε ένα όμορφο σπίτι, πολλούς υπηρέτες και μεγάλα κτήματα έξω από τη βασιλεύουσα. ο αυτοκράτορας τον εκτιμούσε πολύ και τον καλούσε συχνά στα συμπόσια και στις διασκεδάσεις του. Εκείνος πήγαινε για να μή προσβάλει το βασιλιά, όμως ήξερε καλά πως τα μεγαλεία του κόσμου είναι προσωρινά. Ηθελε να μάθει πώς θα μπορούσε να κερδήσει τα αιώνια.
Ενα δειλινό λοιπόν, μέρα Παρασκευή, καθώς περνούσε πεζός εξω από την Παναγία των Χαλκοπρατείων, πρόσεξε πως η εκκλησία ήταν ανοιχτή. Γυναίκες και άντρες, σεμνά ντυμένοι, μπαίνανε κάνοντας το σταυρό τους, ενώ η γλυκειά ψαλμωδία ακουγόταν ίσαμε εξω. Έστειλε στο σπίτι τον υπηρέτη που τον συνόδευε και μπήκε στην εκκλησία. Δέν ήταν πολύ μεγάλη, αλλά ήταν ολοκαίνουργια. Η Αυγούστα Πουλχερία είχε φανεί πολύ γενναιόδωρη κι ετσι δεν ελειπε τίποτα από το ναό. Εκείνη την ώρα λιγοστές λαμπάδες και ταπεινά κεράκια φώτιζαν απαλά τον ιερό χώρο και τις μορφές, που, όρθιες ή γονατισμένες προσεύχονταν.. Βρήκε ένα άδειο στασίδι κι ακούμπησε. Κατάλαβε πως τελούσαν αγρυπνία. Γνωστές προσευχές ανέβηκαν αυθόρμητα στα χείλη του, η ψυχή του άρχισε να γαληνεύει, διώχνοντας μακριά τις κοσμικές έγνοιες. Συνεπαρμένος από την κατάνυξη, που βασίλευε ολόγυρα του, σιγόψελνε τα τροπάρια και σιγομουρμούριζε τις ευχές. και κάποια στιγμή, το βλέμμα του, σάν μαγνητισμένο, έπεσε σέ μιά προσευχόμενη μορφή: ήταν ένας άντρας μεσόκοπος, φτωχοντυμένος, που δεότανε με ιδιαίτερη θέρμη. Πεσμένος στα γόνατα, με τα μάτια στραμμένα ψηλά, έστελνε στον Παντοδύναμο τις ικεσίες του. Δάκρυα αυλάκωναν τα σκαμμένα του μάγουλα. η στάση του μαρτυρουσε πολλή ευλάβεια και ταπείνωση.

με το πρώτο φώς της αυγής, τέλειωσε η αγρυπνία. ο βασιλικός γραμματικός δέ βιάστηκε να βγει. Περίμενε να δει τί θα κάμει ο άγνωστος εκείνος άνθρωπος. Κάποια στιγμή τον είδε να συνέρχεται από τη βαθειά κατάνυξη και να κατευθύνεται στην έξοδο. Σπρωγμένος από ανεξήγητη περιέργεια, τον ακολούθησε. Βγήκαν από την εκκλησία και τους τύλιξε η πρωινή δροσιά. ο άνθρωπος τράβηξε κατά το Δίππιο, οπου ήταν ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Εκείνη την ώρα ήταν κλειστός. Όμως ο άνθρωπος στάθηκε μπροστά στην κεντρική θύρα, έκαμε τρεις μετάνοιες, αυτοσυγκεντρώθηκε για λίγα λεπτά —σίγουρα προσεύχεται, σκέφτηκε ο γραμματικός που τον ακολουθούσε – και οι πύλες του ναού άνοιξαν διάπλατα, σά να τις κινούσε αόρατο χέρι! ο άγνωστος μπήκε στο ναό.
Τί εϊναι τούτο! σάστισε ο γραμματικός, μή πιστεύοντας τα μάτια του. η περιέργειά του είχε κορυφωθεί.
Περίμενε υπομονετικά. Λιγοστοί διαβάτες τον κοίταζαν, εντυπωσιασμένοι από το άρχοντικό του ντύσιμο, τον προσπερνούσαν, σίγουρα απορώντας πώς ένας άνθρωπος της τάξης του, βρισκόταν τέτοια ώρα εξω ολομόναχος. Μόνο το χρυσό του δαχτυλίδι άξιζε μιά μικρή περιουσία. Ωστόσο, εκείνος αδιαφορούσε. Όλη του η προσοχή ήταν στραμμένη στις θύρες της εκκλησίας, που άνοιξαν πάλι με τρόπο θαυματουργικό, για να βγει ο άγνωστος. Κι έκλεισαν πίσω του μ’ ένα ελαφρό τρίξιμο. Σάν να μή συνέβαινε τίποτα, ο άνθροπος βάδισε προς το σταυροδρόμι, χορίς να υποψιάζεται πως τον ακολουθούν, Έστριψε σ’ ένα στενό σοκκάκι, στάθηκε μπροστά σ’ ένα χαμόσπιτο, έσπρωξε την παμπάλαιη πόρτα και μπήκε.
«Ωστε εδώ κάθεται», συμπέρανε ο βασιλικός γραμματικός και γύρισε στο αρχοντικό του προβληματισμένος.
Πέρασε το Σαββατοκύριακο με πολλή δουλειά στο Παλάτι. Όμως την αυγή της Δευτέρας, ο αυτοκράτορας και οι αυλικοί βγήκαν να κυνηγήσουν. Βρήκε λοιπόν τον καιρό, να περάσει μονάχος από το σπίτι του ανθρώπου εκείνου. Στο κατώφλι στεκόταν μιά νοικοκυρεμένη γυναίκα κι έστριφτε το αδράχτι της.
Πού είναι ο άνθρωπος που μένει εδώ; τη ρώτησε.
Λιγάκι σαστισμένη από την εμφάνιση κι από τόν τόνο της φωνής του, τον κοίταζε, σάν να μή καταλάβαινε πώς μιλούσε σ’ εκείνη.
Τον άντρα μου εννοείς, κύριέ μου; κατάφερε να ψελλίσει.
Δέν ξέρω άν είναι άντρας σου, εγώ γυρεύω τον άνθρωπο που μένει εδώ.
Μόνο ο άντρας μου κι εγώ μένουμε εδώ, κύριέ μου. Είναι τσαγκάρης κι έχει πάει στην αγορά να πουλήσει τα παπούτσια που έφτιαξε την περασμένη βδομάδα. Μπορείς να μου πεις τί τον θέλεις;
Θέλω να του παραγγείλω παπούτσια.
Τότε μπορείς να τον περιμένεις ή να αφήσεις παραγγελία.
Ο γραμματικός σκέφτηκε λιγάκι. Τελικά έβγαλε από το πουγγί του ένα νόμισμα και το έδωσε στη γυναίκα.
Θα τον περιμένω, εξήγησε. Εσύ ωστόσο πήγαινε να ψωνίσεις κάτι να φάμε.
Εκείνη τον κοίταξε απορημένη.
Το χαμόσπιτό μας, κύριέ μου, δέν είναι για σένα, είπε. Φαίνεσαι αρχοντομαθημένος. Εδώ μέσα θέλεις να φας;
Γιατί όχι; της αντιγύρισε. το σπίτι μου είναι πολύ μακριά, δέν μπορώ να πάω και να ξαναγυρίσω.
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι υποταγμένη. Πήγε στην κοντινή αγορά και γύρισε φορτωμένη ψωμί, τυρί, ψάρια και φρούτα. Ωσπου να ετοιμαστεί το φαί, γύρισε κι ο τσαγκάρης. Σάστισε μόλις είδε τον ξένο να περιμένει υπομονετικά, καθισμένος στο μοναδικό σκαμνί. Χαιρέτισε ταπεινά.
Στή διάθεσή σου, άρχοντά μου. Τί προστάζεις;
Θέλω να μου φτιάξεις μερικά ζευγάρια παπούτσια για τους ανθρώπους μου.
Ο τσαγκάρης δέν αποκρίθηκε αμέσως. Μιά τέτοια παραγγελία ήταν ανέλπιστη, θα κέρδιζε τόσα, όσα δέν κέρδιζε ολόκληρο το χρόνο. Κι όμως αντί να χαίρεται, ένιωθε άμήχανα.
Κύριέ μου, εγώ φτιάχνω χοντροπάπουτσα για χωριάτες, είπε. Δέν είμαι κανένας σπουδαίος τεχνίτης, σάν αυτούς που είναι στο μεγάλο δρόμο. Σίγουρα δέν θα μπορέσω να σέ ευχαριστήσω.
Καλά, καλά, τον έκοψε ο γραμματικός, ας φάμε πρώτα και μετά μιλάμε για τη δουλειά. τα ψάρια μοσχομυρίζουν.
Θα φας μαζί μας; απόρησε ο τσαγκάρης. το φτωχικό μας…
Τα ϊδια μου ειπε κι η γυναίκα σου και της εξήγησα πως το σπίτι μου είναι πολύ μακριά. που να πηγαίνω και να ξανάρχομαι!
Ο,τι πεις, κύριέ μου.
Η γυναίκα σερβίρισε ψάρια και ψωμοτύρι για τον ξένο, στην καλύτερη πήλινη γαβάθα της, ύστερα αυτή κι ο άντρας της στρώθηκαν κατάχαμα σταυροπόδι κι άρχισαν να τρώνε με όρεξη από την ίδια γαβάθα. Σάν ήρθε η ώρα του φρούτου, λέει ο γραμματικός του τσαγκάρη, «θέλω να σου μιλήσω ιδιαιτέρως».
Δέν έχω μυστικά από τη γυναίκα μου, κύριέ μου, αποκρίνεται εκείνος. Τόσα χρόνια που είμαστε παντρεμένοι, δέν της έκρυψα ποτέ τίποτα. Ό,τι έχεις να πεις, πές το μπροστά της.
«Ας είναι. Λοιπόν, την περασμένη Παρασκευή, σέ είδα στην αγρυπνία, στην Παναγία των Χαλκοπρατείων. Ύστερα σέ ακολούθησα μέχρι τον άγιο Ιωάννη. Είδα τί έγινε εκεί. Σκέφτηκα, λοιπόν, πως είσαι άνθρωπος του Θεού. το διαπίστωσα και πριν από λίγο, σάν μου μίλησες τόσο τίμια για τη δουλειά σου. Φτιάξε μου παπούτσια για τους ανθρώπους μου. Αλλά, σέ παρακαλώ, μή μου κρύψεις τις αρετές σου, ώστε να σέ μιμηθώ κι εγώ».
«Αρχοντά μου, έσύ θέλεις να μιμηθείς εμένα, ένα φουκαρά τσαγκάρη;»
Πιστεύω πως είσαι άνθρωπος του Θεού, επέμεινε ο γραμματικός, και σ’ έχει προικίσει με ξεχωριστά χαρίσματα.
Κύριέ μου, αυτό που είδες, δέν το κατάφερα εγώ, αλλά ο Θεός. Ούτε είμαι κανένας άγιος, κάθε άλλο…
Ωστόσο είμαι σίγουρος πως κάτι κάνεις, που ευχαριστεί ιδιαίτερα το Θεό, αλλιώς δέ θα είχες τέτοια ευλογία.
Τί να σου πώ! Όπως βλέπεις, είμαι τσαγκάρης. Όσα κερδίζω, τα χωρίζω σέ τρεις μερίδες: κρατώ τη μιά για να ζούμε, με τη δεύτερη αγοράζω υλικά για τη δουλειά μου και την τρίτη τη δίνω στούς φτωχούς, γιατί υπάρχει πάντα ο φτωχότερος από το φτωχό. Κι η γυναίκα μου κι εγώ τηρούμε τις νηστείες, πάμε τακτικά στην εκκλησία. Τίποτα το ξεχωριστό δηλαδή.
Σταμάτησε να μιλά, κοίταξε ικετευτικά το γραμματικό.
Κι όσο για κείνο που είδες στον άγιο Γιάννη, μή πεις σε κανένα τίποτα, ώσπου να με πάρει ο Θεός, πρόστεσε.
Ο γραμματικός κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
«Ανθρωπέ μου, είναι τιμή μου που σε γνώρισα, ειπε.
Έσκυψε, τον ασπάστηκε και βγήκε από το χαμόσπιτο. Ένιωθε ανάλαφρος και πιο γνωστικός.


Από το βιβλίο της Αγγελικής Π. Νικολοπούλου: «Τα μυστικά της ερύμου».
Εκδόσεις «Τήνος». Αθήνα 1995. Σελ. 59 – 68.

Wednesday, December 2, 2015

Διάφορα ονόματα του Χριστού ....Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος


Γιατί ὁ Χριστὸς μέσα στὸ Εὐαγγέλιο λέγεται Ὁδός; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι μέσῳ Αὐτοῦ ἀνεβαίνουμε στὸν Πατέρα.

Γιατί λέγεται Θεμέλιος Λίθος; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι Αὐτὸς ὅλα τὰ βαστάει.

Γιατί λέγεται Ρίζα; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι χάρη σ’ Αὐτὸν ἀνθίζουμε.

Γιατί λέγεται Ποιμήν; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι Αὐτὸς μᾶς τρέφει.

Γιατί λέγεται Ἀμνός; Γιὰ νὰ μάθεις ὅτι θυσιάστηκε γιά μᾶς καὶ μᾶς ἔσωσε.

Γιατί λέγεται Ζωὴ ; Γιατί ἐνῶ εἴμαστε νεκροὶ στὴν ἁμαρτία, μᾶς ἀνέστησε.

Γιατί λέγεται Φῶς; Γιατί μᾶς ἀπάλλαξε ἀπὸ τὸ σκοτάδι.

Γιατί λέγεται Ἱμάτιο; Γιατί Τὸν ντυθήκαμε μὲ τὸ Βάπτισμα.

Γιατί λέγεται Τράπεζα; Γιατί Τὸν ἐσθίουμε μὲ τὰ Ἅγια Μυστήρια.

Γιατί λέγεται Οἶκος; Γιατί ζοῦμε μέσα σ’ Αὐτόν.

Γιατί λέγεται Ἔνοικος; Γιατί εἴμαστε ναοί Του.


Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Sunday, November 29, 2015

Μερικά από τα θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα


Μερικά από τα θαύματα του αυτά θα αναφερθούν κι εδώ για ψυχική ενίσχυση όλων μας και διδασκαλία.


Θαύματα
1. Βρισκόμαστε στίς αρχές του 17ου αιώνα. Τρομερή ανομβρία κτύπησε και του Ιόνιου Πελάγους τα νησιά. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Ό,τι βρίσκει τα τρώγει. Έλειψαν και του βουνού τα λίγα χορταράκια. Στούς δρόμους και τα σπίτια μια παραπονιάρικη φωνή ακουόταν συνεχώς: «Πεινούμε...»

Πεινούσαν τα παιδιά. Πεινούσαν οι νέοι. Πεινούσαν κι οι γέροι. Όλοι πεινούσαν. Κι αυτών των πλουσίων τα κελλάρια άρχισαν να αδειάζουν. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πώς θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί;

Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα»1 φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στήν εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου,

1.Ησαΐα, ν', 5.

ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Κλαίνε τα παιδιά. Σπαράζει η καρδιά των μητέρων. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές.

- Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα.
Τα ιστιοφόρα, γλάροι πετούμενοι προχωρούν. Σε λίγο νάτα στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και να. Το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μ. Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.



-----------------------------------------------


2. Γύρω στα 1629-30 καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει στ' αλήθεια ολόκληρο το νησί. Εδώ που άλλοτε έσφυζε η ζωή κι αντηχούσαν τραγούδια χαράς και γέλια, τώρα ακούονται μονάχα κλάματα. Κλάματα από ανθρώπους που λειώνουν από τον πόνο ανάμικτα με κλάματα κουκουβάγιας και κρωγμούς κοράκων.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

— Άγιε, λυπήσου μας, κραυγάζουν μικροί και μεγάλοι. Άγιε, σώσε μας.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πώς η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πώς ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.
Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ', 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ' αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ' ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.

Άπειρα είναι τα θαύματα του αγίου, όπως είπαμε. Θαύματα μικρά και μεγάλα. Θαύματα που αναφέρονται στη θεραπεία κάποιας ανίατης αρρώστιας, αλλά και θαύματα που αναφέρονται στη βοήθεια και σωτηρία ολόκληρης πόλεως και λαού. Ένα τέτοιο θαύμα είναι και το παρακάτω, που αξίζει πολύ να το προσέξουμε όλοι μας. Ιδιαίτερα οι άρχοντες κι οι αρχόμενοι της μαρτυρικής αυτής νήσου, που φέρει το τιμητικό προσωνύμιο «Νήσος των Αγίων».

Ύστερα από την πτώση της βασιλίδος των πόλεων η τούρκικη βουλιμία προχωρεί και ένα - ένα κατακτά όλα τα τμήματα της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας. Χρόνια δύσκολα για τον Ελληνισμό. Χρόνια δραματικά. Χρόνια για τα οποία ο λαός τραγουδώντας τα θα λέει: «Όλα τάσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά»...


-----------------------------------------


3. Το 1715 ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα - πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ' την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σάν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ' την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι' αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.
Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε', 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ' αλήθεια ντροπιάζει ή διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πώς ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θά τον εγκαταλείψει.

Στόν ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.

-Άγιε Σπυρίδων, πατέρα μας. Λυπήσου μας. Λυπήσου τα παιδιά μας, τους γέροντες μας, τις γυναίκες μας... Λυπήσου τις εκκλησιές μας...
Με τέτοιες κι άλλες παρόμοιες επικλήσεις περνά η νύχτα.
Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σάν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ' αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στό μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;

Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντρο πιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!

Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α' Ίωάν. ε', 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.

Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή:

-Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ... δόξα τω ενεργούντι δια σου... Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου.

Τί ευλογία Θεού θα ήταν, αν και οι κάτοικοι της ευλογημένης αυτής νήσου, της μαρτυρικής Κύπρου μας, θυμόντουσαν κάπου - κάπου τις ρίζες τους και ζητούσαν, ναι! και ζητούσαμε όλοι από τις μυριάδες των αγίων μας τις πρεσβείες τους για την ευτυχία και την ελευθερία μας! Τις ζητήσαμε τελευταία το 1955-59 και μας τις πρόσφεραν. Κι η δράκα των πιστών παιδιών μας νίκησε κι εξευτέλισε μια αυτοκρατορία. Σωρεία τα θαύματα που έγιναν τότε. Θαύματα μεγάλα, αφάνταστα, τρανταχτά. Γιατί δεν τις ζητούμε και τώρα; Γιατί δεν μεταβάλλουμε το νησί μας από ένα χώρο αμαρτίας και διαφθοράς σε ένα στρατόπεδο προσευχής; Αλήθεια! Γιατί; Γιατί;

Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.

Το θαύμα αυτό της σωτηρίας της νήσου, ακολούθησε κι άλλο θαύμα πολύ μεγάλο κι εξαιρετικό, αλλά και φοβερό στην όλη του εμφάνιση και παρουσία.


----------------------------------------


4. Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ' αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στή σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πώς αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι' αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πώς δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.

Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.

Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πώς, αν του ξαναμιλούσαν γι' αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.

Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.

Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ' ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε:

-Ποιός είσαι; Πού πάς; Μια φωνή του απήντησε. - Είμαι ο Σπυρίδων.

Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.

Ή τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.

Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:

Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον...

Θα ήταν αληθινή ευλογία από τον Θεό, αν οι λέξεις αυτές τούτου του ύμνου γίνονταν για τον κάθε κάτοικο αυτής της νήσου μήνυμα προσευχής και καθημερινό βίωμα. Μήνυμα προσευχής... Η επανάληψη κάποιων αληθειών, μπορεί να είναι μερικές φορές κουραστική κι ανιαρή. Οπωσδήποτε, όμως, ωφέλιμη.

Στήν προς Φιλιππησίους επιστολή του, κεφάλαιο γ' και στίχος 1 ο θείος Παύλος χρησιμοποεί την επανάληψη λέγοντας: «Το λοιπόν, αδελφοί μου, χαίρετε εν Κυρίω' τα αυτά γράφειν υμίν εμοί μεν ουκ οκνηρόν, υμίν δε ασφαλές». Δηλαδή, αδελφοί μου, η προτροπή, που υπολείπεται να σας κάμω, είναι τούτη. Χαίρετε πάντα τη χαρά, που φέρνει στον καθένα η στενή σχέση και επικοινωνία με τον Κύριο. Σάς το είπα και προηγουμένως. Το να σας το ειπώ και πάλι γράφοντας σας τα ίδια, σε μένα τούτο δεν προκαλεί ενόχληση' ούτε και βαριέμαι να το κάμω. Σε σας, όμως, τούτο είναι ασφάλεια.

Γράψαμε πιο πάνω πόσο μεγάλη τιμή είναι για την Κύπρο μας να έχει κοντά στον Κύριο ένα τέτοιο πρεσβευτή σαν τον άγιο Σπυρίδωνα. Γεννάται, όμως, το ερώτημα:

Συνειδητοποιούμε όλοι οι χριστιανοί αυτή την τιμή; Φροντίζουμε με έργα και την όλη ζωή μας να δείχνουμε τον σεβασμό και την εκτίμηση μας στον μεγάλο άγιο μας και προστάτη μας; Γιορτάζουμε καθώς πρέπει τη μνήμη του; Κι ακόμη φροντίζουμε στις ποικίλες μας περιστάσεις και δυσκολίες να προστρέξουμε με πίστη φλογερή στον Κύριο και να εκζητούμε δια των πρεσβειών των Αγίων της Κύπρου μας κι ιδιαίτερα δια των πρεσβειών του αγίου Σπυρίδωνος το έλεος του Κυρίου; Η πραγματικότητα δυστυχώς, όπως τη ζούμε, μας διαψεύδει. Κι όμως είναι καιρός να συνέλθουμε. Άς είναι και τη δωδέκατη παρά... είναι ανάγκη να συνέλθουμε και να καταφύγουμε στον «δυνάμενον σώζειν» και με καρδία «συντετριμμένην και τεταπεινωμένην» να ζητήσουμε τη βοήθεια του. Και θα μας ακούσει ο Κύριος. Ναι! Θα μας ακούσει.

Γιατί, όπως ψάλλει κι ο θεοφώτιστος ψαλμωδός, ο Κύριος είναι πάντα κοντά σ' εκείνους που τον επικαλούνται. «Εγγύς Κύριος πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν, πάσι τοις επικαλουμένοις αυτόν εν αλήθεια. Θέλημα των φοβούμενων αυτών ποιήσει κοίτης δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς» (Ψαλμ. ρμδ', 18-19). Ακούει ο Κύριος εκείνους που τον επικαλούνται με ειλικρίνεια και αγνά ελατήρια. Τους ακούει και τους προσφέρει αυτό που του ζητούν. Κι εμάς θα μας ακούσει και θα μας δώσει αυτό που θα του ζητήσουμε: Τη λύτρωση από τα δεινά, την ποθητή ελευθερία. «Πιστός ο Θεός, ός ουκ εάσει ημάς πειρασθήναι υπέρ ο δυνάμεθα, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι ημάς υπενεγκείν» (Α' Κορ. ι', 13). Είναι άξιος κάθε εμπιστοσύνης ο Θεός. Και, σύμφωνα με τις υποσχέσεις του, δεν θα μας αφήσει να δοκι μασθούμε παραπάνω από ό,τι αντέχουμε. Κάτι περισσότερο. Μαζί με τη δοκιμασία θα φέρει και το τέλος της, καθώς και τη δύναμη να την αντέξουμε. Αλλά και κάτι άλλο, που πρέπει πάντα να το θυμόμαστε. Ο ίδιος ο Κύριος μας βεβαιώνει πώς πάντα ακούει τις προσευχές των πιστών παιδιών του. «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν» μας λέγει. «Ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. ζ', 7).

Είναι καιρός το νησί μας, «η Νήσος των Αγίων» να ξαναγίνει ένα στρατόπεδο προσευχής, αν θέλουμε να ιδούμε καλύτερες μέρες. Είναι καιρός να σταματήσει από όλους η ανόητη συνήθεια, που δέρνει τα τελευταία χρόνια τούτο τον μαρτυρικό τόπο «των οικιών ημών εμπιπραμένων» εμείς να μην έχουμε άλλη έγνοια παρά μόνον τα καρναβάλια και τις δισκοθήκες!

Είναι καιρός πια να συνέλθουμε. Είναι καιρός να ανανήψουμε. Είναι καιρός όσοι ποθούμε να ιδούμε καλύτερες μέρες να φροντίσουμε να παραδειγματισθούμε από τη ζωή των άλλων, σε παρόμοιες σαν και τη δική μας περιστάσεις. Αυτό που έγινε στην Κέρκυρα το 1940-41 είναι όχι απλώς ενδεικτικό, αλλά αποδεικτικό της αξίας της μετανοίας και επιστροφής στον Χριστό. Αναφέρουμε το παράδειγμα αυτό, όχι γιατί είναι μοναδικό, άλλα μια και μιλούμε για το καύχημα της Ορθοδοξίας, τον άγιο Σπυρίδωνα και το ευλογημένο νησί που κατέχει το άγιο Σκήνωμά του, το βρίσκουμε επίκαιρο.

Όταν στις 28 του Οκτώβρη του 1940 μας κτύπησαν οι Ιταλοί, οι Κερκυραίοι έβαλαν τελεία και παύλα, όπως λέμε στην προηγούμενη ζωή τους. Με συντριβή ψυχής στράφηκαν προς την Εκκλησία και με βαθιά πίστη άρχισαν να επιζητούν από τον Προστάτη τους τον άγιο Σπυρίδωνα, τις ικεσίες και τη βοήθεια του για τη σωτηρία της Ελλάδος μας, και ιδιαίτερα της νήσου των. Το αποτέλεσμα της αλλαγής της ζωής τους, έφερε το ποθούμενο. Μολονότι τρείς μέρες μετά την επίθεση ενάντια στην Ελλάδα μας η Κέρκυρα δεχόταν την πρώτη και επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.

Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Άν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ' ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στόν γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ' αυτή, μα και σ' άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».

Πολύ χαρακτηριστικό είναι το του Παροιμιαστού. Και αξίζει να το ενθυμούμαστε πάντοτε. «Εγώ τους εμέ φιλούντας αγαπώ. οι δε εμέ ζητούντες ευρήσουσι χάριν». Όσους με αγαπούν, δηλαδή, εγώ τους αγαπώ. Κι όσοι με ζητούν θα βρουν μεγάλη χάρη και ευλογία. Καιρός να το καταλάβουμε. Καιρός ακόμη να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας, ότι αληθινή ευτυχία και χαρά, χαρά ατομική και εθνική, μόνον κοντά στον Χριστό μπορεί να υπάρξει.
Οι κάτοικοι της Κέρκυρας σε κάθε δυσκολία δεν παραλείπουν από του να καταφεύγουν στον άγιο και να εκζητούν με πίστη φλογερή τη μεσιτεία του. Σ' αυτή τους τη ζηλευτή συνήθεια ας τους μιμηθούμε κι εμείς. Μεγάλο θα είναι το κέρδος μας. Το μαρτυρεί η πίστη μας. Το βεβαιώνει η ιστορία του αγίου.

--------------------------------------------------------



Άπειρα είναι τα θαύματα του. Γι' αυτό και δεκάδες πολλές τα χρυσά κανδήλια, δώρα ευλαβών ψυχών που κρέμονται πάνω και γύρω από τη λάρνακα, που φιλοξενεί το άγιο λείψανο Του. Όλα αυτά δείχνουν και μαρτυρούν τη βαθιά εκτίμηση κι ευλάβεια στο πρόσωπο του αγίου μας από μέρους των ευεργετηθέντων. Ογδόντα ναοί στην Ελλάδα μας διακηρύττουν τον σεβασμό του φιλόθρησκου Ελληνικού λαού στη μνήμη του. Από όλα τα μέρη του κόσμου χιλιάδες πιστοί αναλαμβάνουν ταξίδια μακρινά κάθε χρόνο για να πάνε στη χάρη του, να προσκυνήσουν το άγιο Σκήνωμά του και να παρακολουθήσουν τις συγκινητικές και θεαματικές λιτανεύσεις του. Τέτοιες λιτανεύσεις γίνονται τέσσερις τον χρόνο. Μια κατά το Μ. Σάββατο σε ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου από τη σιτοδεία. Δεύτερη κατά την Κυριακή των Βαΐων σε ανάμνηση της απαλλαγής της νήσου από την τρομερή επιδημία της πανώλους (πανούκλας). Τρίτη η λιτανεία της 11ης Αυγούστου για ανάμνηση της σωτηρίας της νήσου από την τουρκική εκστρατεία. Και τέταρτη κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου για να θυμούνται τη δεύτερη θαυμαστή απαλλαγή της νήσου από την πανώλη.

Με πίστη βαθιά κάθε φορά κι ευλάβεια συγκινητική τρέχει ο κόσμος στη χάρη του να προσκυνήσει το άγιο λείψανο του και με δάκρυα να εκζητήσει τη μεσιτεία του. Νοερά ας μεταφερθούμε κι εμείς ως εκεί. Κι αφού με σεβασμό κλίνουμε το γόνυ της ψυχής μπροστά στην άγια μορφή του, ας του ψιθυρίσουμε ικετευτικά:





Άγιε Σπυρίδων Πατέρα μας.
Ένα μεγάλο μέρος του νησιού μας,
της μαρτυρικής Κύπρου μας, στενάζει σήμερα
κάτω από τα πόδια του βάρβαρου Αγαρηνού.
Η εκκλησία σου στην Τριμυθούντα, στο χωριό που
έζησες και υπηρέτησες δεν λειτουργιέται πια.
Είναι κλειστή.
Στόν τάφο σου να πάμε και με κλάματα να σε
παρακαλέσουμε να μας βοηθήσεις, δεν μπορούμε.
Λυπήσου μας. Πατέρα, κι άκουσε την ικεσία μας!
Φταίξαμε τ' ομολογούμε. Παρασυρθήκαμε...
Όμως, με σπαραγμό ψυχής το συναισθανόμαστε
και μετανοούμε.
Μετανοούμε και με δάκρυα ζητούμε
το έλεος του Κυρίου μας.
Δεήσου κι εσύ, Άγιε μας, να μας λυπηθεί
Να μας λυπηθεί και για χάρη σου
να μας σπλαγχνιστεί Και να μας συγχωρήσει.
Ζήτησε του να μας φωτίσει, ώστε στο μέλλον
να μη παρασυρόμαστε. Μα να μένουμε
μέχρι θανάτου πιστοί στο θέλημα του.
Κι όπως άλλοτε για χάρη σου έσωσε την αγαπημένη σου
Κέρκυρα, έτσι και τώρα για χάρη δικιά σου,
να σώσει κι εμάς.
Στο ζητούν, Άγιε Πατέρα, οι χαροκαμένες μάνες.
Στο ζητούμε τα παιδιά σου!
Σε Ικετεύουμε οι πατριώτες σου!
Δώσε πια να λυτρωθούμε από τα δεινά,
που μας βρήκαν
κι από τη σκλαβιά του Τούρκου κατακτητή.
Δώσε ακόμη να ενωθούμε και με τη Μάνα μας,
την Ελλάδα, για να μπορούμε όλοι μαζί
οι Πανέλληνες να σου ψάλλουμε ευλαβικά:




Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή.
Χαίροις Κερκυραίων ο σοφώτατος ιατρός.
Χαίροις της Τριάδος ο Θείος μυστολέκτης.
Κυπρίων μέγα κλέος. Σπυρίδων Άγιε.








Απολυτίκιο
Ήχος α'
Της Συνώδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυ ματουργός, θεοφόρε Σπυρίδων, Πατήρ ημών διό νεκρό; συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν είς χρυσούν μετέβαλες και εν τω μέλπειν τάς αγίας σου ευχάς, Αγγέλους έσχες συλλειτουργούν τάς σοι, Ιερωτάτε. Δόξα τω σε δοξάσαντι δόξα τω σε στεφανώ σαντι δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα.


Εξήγηση:


Άγιε Σπυρίδων, Πατέρα μας, ανίκητος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας αναδείχθηκες στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, μα και θαυματουργός. Ναι! θαυματουργός. Γιατί και με νεκρή κόρη, που ήταν στον τάφο συνομίλησες και φίδι μετέβαλες σε χρυσάφι. Αλλά και όταν, Ιερώτατε, έψαλλες τις αγίες προσευχές σου, Άγγελοι κατέβαιναν και λειτουργούσαν μαζί σου. Δοξασμένος να 'ναι ο Θεός που σε δόξασε δοξασμένος να 'ναι ο Θεός, που σε τίμησε με το στεφάνι της αγιωσύνης δοξασμένος να ναι ο Θεός, που με τις προσευχές σου δίνει σε όλους μας θεραπείες.








Μεγαλυνάριο

Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός
Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός
Χαίροις των λογίων του Πνεύματος ο σπόρος,
Σπυρίδων Τριμυθούντος, ποιμήν τρισόλβιε.



Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή,
Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός,
Χαίροις των Πατέρων, ωράϊσμα και κλέος,
Τρισόλβιε Σπυρίδων, σε μεγαλύνομεν.





Πρέσβευε Σπυρίδων θαυματουργέ,

υπέρ Ορθοδόξων, και εμού του αμαρτωλού,
όπως των πταισμάτων, την λύτρωσιν λαβόντες,
παρά Θεού σε πάντες, πόθω γεραίρομεν.

Saturday, November 28, 2015

Άγιος Παΐσιος: "Αυτή την προσευχή να λέτε κάθε μέρα και ο Θεός θα είναι πάντα δίπλα σας!"


Η αγάπη του Γέροντα Παΐσιου για όλο τον κόσμο είναι γνωστή. Ο Γέροντας, έχει βοηθήσει πλήθος ανθρώπων και πριν και μετά την κοίμησή του. Από πού ελάμβανε τη δύναμη να στηρίζει τους ανθρώπους αλλά και να θαυματουργεί; Από την θερμή του προσευχή προς το Θεό.

Η παρακάτω προσευχή είχε δοθεί σε κάποιο γυναικείο μοναστήρι, που του είχε ζητήσει κάποιο “τυπικό” για την αγρυπνία τους στο κελλί. Είναι από τα τελευταία έτη της ζωής του. Σε αυτό κυριαρχεί η αγάπη του για όλο τον κόσμο.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τον κάθε πιστό, αφού καλύπτει όλες τις περιπτώσεις των ανθρώπων που έχουν ανάγκη από προσευχή. Ακόμα και τα παιδιά την κατανοούν, γιατί είναι γραμμένη με απλά λόγια και έτσι μπορεί να διαβάζεται κατά την οικογενειακή βραδινή προσευχή.

Κύριε ημών Ιησού Χριστέ,

Μην εγκαταλείπεις τούς δούλους Σου πού ζουν μακριά από την Εκκλησία, ή αγάπη Σου να ενεργήσει και να τούς φέρει όλους κοντά Σου.
– Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού υποφέρουν από τον καρκίνο.
– Των δούλων Σου πού υποφέρουν από μικρά ή μεγάλα νοσήματα. ,
– Των δούλων Σου πού υποφέρουν από σωματικές αναπηρίες.
– Των δούλων Σου πού υποφέρουν από ψυχικές αναπηρίες.
– Μνήσθητι των αρχόντων και βοήθησον αυτούς να κυβερνούν χριστιανικά.

– Μνήσθητι, Κύριε, των παιδιών πού προέρχονται από προβληματικές οικογένειες.
– Των προβληματικών οικογενειών και των διαζευγμένων.
– Μνήσθητι, Κύριε, των ορφανών όλου του κόσμου, όλων των πονεμένων και των αδικημένων στην ζωή, όσων έχουν χάσει τούς συζύγους τους.

– Μνήσθητι, Κύριε, όλων των φυλακισμένων, των αναρχικών, των ναρκομανών, των φονέων, των κακοποιών, των κλεφτών, φώτισον και βοήθησον αυτούς να διορθωθούν.

– Μνήσθητι όλων των ξενιτεμένων.
– Όλων όσων ταξιδεύουν στην θάλασσα, στην ξηρά, στον αέρα και φύλαξον αυτούς.
– Μνήσθητι της Εκκλησίας μας, των πατέρων (κληρικών) της Εκκλησίας και των πιστών.
– Μνήσθητι, Κύριε, όλων των μοναστικών αδελφοτήτων, ανδρικών και γυναικείων, των γερόντων και των γεροντισσών και όλων των αδελφοτήτων και των αγιορειτών πατέρων.
– Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού είναι σέ καιρό πολέμου.
– Όσων καταδιώκονται στα βουνά και στους κάμπους.

– Όσων είναι σαν κυνηγημένα πουλάκια.
– Μνήσθητι των δούλων Σου πού άφησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ταλαιπωρούνται.
– Μνήσθητι, Κύριε, των φτωχών, αστέγων και προσφύγων.

– Μνήσθητι, Κύριε, όλων των εθνών, να τα έχεις στην αγκαλιά σου, να τα σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να τα φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο. Και την αγαπημένη μας Ελλάδα μέρα και νύκτα να την έχεις στην αγκαλιά σου, να την σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να την φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο.

– Μνήσθητι, Κύριε, των ταλαιπωρημένων εγκαταλελειμμένων, αδικημένων, δοκιμασμένων οικογενειών και δώσε πλούσια τα ελέη σου σ΄αυτές.
– Μνήσθητι των δούλων σου πού υποφέρουν από ψυχικά και σωματικά προβλήματα πάσης φύσεως.
– Μνήσθητι oσων βρίσκονται σέ απόγνωση, βοήθησε και γαλήνευσε τους.

-Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού ζήτησαν τις
προσευχές μας.
-Μνήσθητι και πάντων των απ” αιώνος κεκοιμημένων και ανάπαυσον αυτούς.

Friday, November 27, 2015

Συγκλονίζει η απάντηση μιας μοναχής σε τζιχαντζιστή όταν τη ρώτησε πού είναι κρυμμένα τα όπλα...


 

Η Αδελφή Maria Hayat, μια 30χρονη ιρακινή μοναχή, ζούσε μια ήσυχη ζωή αφοσίωσης ως ηγουμένη σε ένα μοναστήρι κοντά στη Μοσούλη του Ιράκ. Φρόντιζε παιδιά σε ορφανοτροφείο και επίσης δίδασκε ανθρωπολογία σε ένα τοπικό πανεπιστήμιο. Μετά όμως οι μαχητές του ISIS κατέλαβαν την πόλη….



«Όταν συνειδητοποιήσαμε ότι η φυγή ήταν η μόνη μας επιλογή, όλες οι μοναχές μαζέψαμε τα πράγματά μας», είπε. "Συναντηθήκαμε στην εκκλησία και προσευχήθηκαμε, φιλώντας το πάτωμα για μια τελευταία φορά και κλείνοντας την πόρτα του μοναστηριού πίσω μας."

Λίγες ημέρες μετά την φυγή, ο διοικητής των τζιχαντζιστών του ISIS που κατέλαβαν το μοναστήρι κάλεσε την ηγουμένη, Αδελφή Μαρία, για να την χλευάσει. "Για να σας ενημερώσουμε, κάθομαι στην καρέκλα σας και τώρα εγώ κάνω κουμάντο εδώ", είπε. Στη συνέχεια, ο ίδιος απαίτησε να μάθει που οι αδελφές είχαν κρυμμένα τα όπλα… Δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι ένα τόσο σημαντικό κτίριο στην κοινότητα θα ήταν χωρίς ένα οπλοστάσιο.

Η Αδελφή Μαρία τον κατεύθυνε στη βιβλιοθήκη. Αλλά παρά την προσεκτική αναζήτησή του δεν βρήκε αυτό που έψαχνε και εκείνος της ξανατηλεφώνησε εκνευρισμένος.

"Δεν υπάρχουν όπλα εδώ, μόνο τα βιβλία" φώναξε ο τζιχαντζιστής από το τηλέφωνο.

Τότε η αδελφή Μαρία του εξήγησε ότι η Βίβλος είναι η μάχαιρα του Πνεύματος και είναι σε θέση να αλλάξει ένα πρόσωπο εσωτερικά. "Η Αγία Γραφή είναι το μόνο όπλο που χρησιμοποιούμε," του είπε η ηγουμένη και συμπλήρωσε "Σας ενθαρρύνω να ξεκινήσετε την ανάγνωση."!


https://iliaxtida.wordpress.com/2015/11/26/%CE%AF-%CE%AC-%CE%AE-2/#more-20040

The Widow’s Offering..( Elder Cleopa )


          
Emperor Nicephorus (Botaniates) of Constantinople reigned from 1078 until 1081. He had decided to build a cathedral that would be almost as grand as St. Sophia. When it was ready, the patriarch of Jerusalem, the patriarch of Alexandria as well as the patriarch of Constantinople were all invited to consecrate the beautiful new church built by the emperor. Announcements had been made about the consecration for several months in advance so that everyone would have time to travel to the great city of Constantinople; remember that during that time there were no cars, planes or trains. Everyone had to travel either in carts pulled by oxen, horses or donkeys, and those from great distances had to cross the sea in boats.
When Nicephorus’ cathedral was ready to be consecrated there were three patriarchs, forty metropolitans, and thousands of priests present, since this was an imperial cathedral. Thousands of carts and wagons converged on the city as the faithful came from all around. Everyone brought something for the new cathedral: rugs, barrels of wine, oil, flour, candles, etc. Each person wanted to offer something!
At that time there was a widow named Anastasia who lived in Constantinople. For fifty years she had lived faithfully, going to church regularly and praying to God. She lived on the edge of the city, right along the road on which all the carts and wagons of people had to travel to reach the new church. But Anastasia was very poor. Her house was a dilapidated shack, she had no money, no oil, no flour, nothing that she could offer to the new church. As she saw so many oxen pulling wagons of people toward the new church, she decided to give an armful of grass to the poor animals, since she did possess a small sickle and a pitchfork.
The widow was poor in material things, but very rich in faith! During the winter months she would spin flax and wool for the people of the town, and in the summer she would take her sickle and glean in the fields after the harvesters had left, then she would wrap the wheat in a rug and beat it to make a little flour for herself. Thus, little by little, she was able to provide herself with some flour for her own meager needs. That is how poor this widow, Anastasia, was!
Poor though she was, she had a very merciful heart! What went through her mind as she saw the oxen pulling such heavy loads of goods for the celebration of the new church?
-I don’t have any money, or rugs, or oil, nothing. But I can give the animals a little grass.
Still, she was afraid because she did not own land, so where would she get the grass without doing something wrong?
She took a big sack and went into a field where there was a kind of wild grass growing, called “couch-grass” (a perennial grass that many consider a weed, Ed). She cut a lot of this grass, being careful not to damage the other crops that were growing, and put it into her sack, saying to herself,
- I will give the oxen some grass, even if it is not from my own land.
She took a walking stick and set off with the sack of grass toward the area near the church where many people had gathered. She found a pair of oxen who had finished eating the little bit of feed that had been set out for them; they were looking about for more food, still hungry, but there was none that they could reach.
Anastasia opened her sack of grass and put it in front of the oxen, saying,
- Lord, accept this bit of grass, and forgive me, for I have nothing to bring to the church consecration, and even this is not from my own land!
She wept as she said these words; then when the oxen had finished eating, she also went to the church for the consecration.
She was astounded at what she saw in the church: so many people and such rich adornments for the new temple! The church was prepared like a bride for a wedding with all the embellishments ready for the consecration that was to take place the following day. Anastasia went to an icon in the rear of the church, where women generally would stand; there the poor old woman, her face wrinkled with age, an old scarf on her head, the poorest of sandals on her feet and wearing a raggedy dress, knelt and prayed to the Lord, saying,
- Lord, forgive me, for I have not brought any kind of offering for the church! I have nothing. The emperor is a king on earth and will be great in heaven, but I am so poor and have no money, nothing to offer.
And as she prayed, her tears dropped to the ground.
Then Emperor Nicephorus, with all his entourage and servants, came into the church. His chief minister, Peter was his name, pointed to the dedication plaque—since in churches and monasteries that are historical monuments there are dedication plaques over the doors—and drew the emperor’s attention to it. The plaque was made of marble and the golden inscription read “To the glory of the all holy Trinity of the Father and of the Son and of the Holy Spirit, this holy church was built and provided for by me, the Emperor Nicephorus.” The emperor fully approved of the way the inscription had been executed, since he was the one who had ordered it.
Thus, the emperor, empress and a crowd of generals and other officials went into the church to see how it was prepared for the big event of consecration the following day. Everything was in order: beautiful frescoes on the walls, icons with golden risas, fine covers for the icon stands and curtains at the royal doors, gold-embroidered vestments, chandeliers, holy vessels for the altar, Gospel book, everything was in perfect order.
While the dignitaries were inspecting everything in the church, the elderly widow Anastasia, who had given an armful of grass to the oxen, was weeping before the icons in the rear of the church. As she prayed, the angel of the Lord changed the inscription on the dedication plaque. The inscription, even more beautifully executed now read, “To the glory of the all holy Trinity of the Father and of the Son and of the Holy Spirit, this holy church was built and provided for by me, the widow Anastasia.”
The people in the rear of the church saw the inscription and froze with fear. Before they had clearly read the emperor’s name on the inscription. There were people all around, no scaffolding was in the church for someone to reach the plaque and change the writing; thus, no one could explain how this change had happened. The men read the inscription and began to talk among themselves.
- What! What does that say?
- What’s there?
- Look, it says that a widow built this church!
- But just a moment ago when the emperor came in, it had his name on it.
- What will the emperor say when he sees this?
Those present were afraid to tell the emperor, so they called the head minister, Peter, and showed the inscription to him. Peter read the inscription and said,
- But this is a miracle! It’s all right. I will tell the emperor!
The emperor listened to Peter. What a sight it was: the emperor and empress both had shining gold crowns on their heads and were dressed in all their royal garments, surrounded by soldiers.
- Your Majesty, come into the vestibule a moment.
The emperor came and looked at the plaque in amazement.
- But, when we came into the church, it was my inscription.
- I know that it was yours, Your Majesty. Everyone knows it was yours. But look at what is written there now!
- Oh! What a sinner I am! This is a great miracle! No one could have done this except God Himself! This is a wonderful miracle. I lost the church because I made it in my own pride. Now it has been given to a widow!
The emperor then called all his chief servants and told them,—This church is not to be consecrated until we find this widow! Once she is found, we will do the consecration in her name because she is greater before God than I am.
Then he gave the order to search throughout his entire empire for the widow Anastasia.
Now, it was God’s will to reveal this mystery quickly, and He did so through another widow who was about the same age as the blessed Anastasia. This woman was in the crowd, but was not aware that Anastasia was also there. In all the commotion that was going on in the rear of the church, she asked
- What is the matter?
When someone told her that they were looking for a widow by the name of Anastasia, she said,
- I know Anastasia. She lives at the edge of town.
- What! You know her! Come here to the emperor!
The old woman told the emperor where the widow Anastasia lived, and he then immediately sent servants to find her and bring her to the church.
Servants, riders and horses quickly headed off to the edge of Constantinople to find Anastasia and bring her to the emperor. When they reached the place that the old woman had told them, they found some children playing.
- Do you children know where an old woman by the name of Anastasia lives?
One of the older children pointed and said,
- Anastasia lives over there, near the garden.
The men went to the house in the untilled garden. What did they find at the widow Anastasia’s door? No lock. No bolts. No latch. When someone has nothing, they are not afraid of thieves. The door was held shut by a string tied onto a nail. It was obvious that the old woman was not home. The few belongings that she had were in plain sight, but there was nothing worth stealing. She had gone to the church for the consecration. The servants said to the children,
- The old woman, Anastasia, is not home.
- No. Anastasia left with an armful of grass to the farm market, the children answered, not knowing that she had gone to the church.
The generals and other men all returned to give their report to the emperor.
- Your Majesty, we went and found the small house on the edge of town. There were some children playing and they said that Anastasia is here, in this crowd, somewhere.
Someone who knew Anastasia heard this and said that she was in the church,
- She is praying to the Savior!
- If she is in church, tell her not to be afraid, since she has never met me, said the emperor. Send some elderly women to her to tell her that at the consecration of the church the emperor is going to make a gift of a cow to all the old women.
Following the emperor’s order, they found the elderly Anastasia and brought her before the emperor who said, ‘Don’t be afraid, Anastasia. You have been found worthy of a great blessing from God! What offering did you bring this morning for the consecration of the church?’
- I did not bring anything, Your Majesty, because I am so poor! She did not consider the armful of grass that she’d given the oxen as any kind of offering.
- ‘Please, think, dear Anastasia. You must have brought a great gift because my church has been given to you!’
- I didn’t bring any gift because I have no money. I have nothing! All I have is a sickle and a pitchfork. During the winter I spin wool for people, and in the summer I use the sickle to glean after the harvesters. I manage to get a little wheat from what I glean. Aside from that, I have nothing.
- This is an imperial church and I spent a fortune from my own gold and silver to build it; but look at the inscription that says it was made by Anastasia! What did you give to this church?
- I didn’t give anything except for an armful of grass to a yoke of oxen.
- Don’t be afraid, Anastasia. The inscription was done by God, not you. God Himself wrote that this church is yours!
And there it was on the inscription, To the glory of the all holy Trinity of the Father and of the Son and of the Holy Spirit, this holy church was built and provided for by me, the widow Anastasia. The men had to read it to her, since she was illiterate.
- You see, dear woman, you say that you did not bring any thing, but remember that you did bring an armful of grass!
- I did bring that, but it was not a real offering from me since I cut it from someone else’s field.
- Look, Anastasia, your armful of grass was more precious than all the treasures that I gave. See, the angel of the Lord has put the church in your name and it will remain yours forever. We will consecrate the church with all these patriarchs, with all the pomp and celebration as we planned, but the church will be Anastasia’s forever. The church will be consecrated with your name since the angel has written that both in heaven and here.
The poor widow was astounded and exclaimed,
- What a miracle!
When the blessed Anastasia from Constantinople died, the emperor buried her in the holy altar, with an inscription above her tomb, Here, in the church that God miraculously gave her, is buried the widow Anastasia.
An armful of grass, given in the name of the Lord with humility and a sorrowful heart far surpasses all the wealth of the Emperor Nicephorus. That is what God desires!
St. Ephraim the Syrian says, God does not look upon the quantity of offerings that you make, but the heart with which you bring these offerings. However small your offering may be, give it with humility and a sorrowful heart that you cannot offer more. That is true almsgiving.


Source: “Elder Cleopa of Sihastria: In the tradition of St. Paisius Velichkovsky,” by Ioanichie Balan.

Monday, November 23, 2015

«ΖΩΝΤΕΣ ΚΑΙ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΙ»

Καί μέσα σ’ αυτό τό μοναδικό πανηγύρι της χαράς, δηλαδή τη Θεία Λειτουργία, βρισκόμαστε όλοι, «ζώντες καί κεκοιμημένοι».

Είναι κοινή χαρά των ετησίων καί των ουρανίων, των ζώντων καί των τεθνεώτων, των αγγέλων καί των ανθρώπων.

Μέσα λοιπόν σέ μιά τέτοια άτέρμονη ευτυχία, πατρική, θεϊκή, λειτουργΐκή καί πρό πάντων ευχαριστιακή, πρέπει νά ζούμε, νά αναπνέουμε καί νά πορευόμαστε.

Καί τότε νά είμαστε βέβαιοι, ότι καί αυτός ό βαρύς πόνος τοϋ θανάτου θά γλυκαίνει, θά νοηματίζεται, καί πολλές φορές θά δίνει καί καρπούς πνευματικούς, αιώνιους καί εύεργετικούς.
Αλλωστε εμείς «ούκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, άλλά τήν μέλλουσαν επιζητούμεν» (Έβρ. 13,14).
Θά μπορούσαμε λοιπόν νά πούμε ότι ό πιστός πού περνά τό βίο του μέσα στή λειτουρχική καί μυστηριακή ζωή τής ’Εκκλησίας μας, δέ θά πρέπει νά φοβάται ύπερβολικά καί νά τρομάζει μέ τό θάνατο. Γιατί μέσα σ’ αύτή τήν εκκλησιαστική ζωή ζεΐ ήδη τήν άτελεύτητη ζωή.

Καί ή χαρά αύτής τής πραγματικής ζωής καί ή εύφροσύνη καί ή άχαλλίαση πού πλημμυρίζει τήν καρδιά, περιπαίζει τό θάνατο.

Καί ό θάνατος, ό "Αδης δέν τόν κυριεύει, χιατί αυτή ή χαρά είναι ατελείωτη. Καί έτσι ό θάνατος χιά τόν πιστό είναι ό τοκετός τής νέας τής καινής ζωής.

«Ό δε τοκετός μοι έπίκειται», έγραφε ατούς πιστούς τής Ρώμης ό άχιος Ίγνάτιος ό Θεοφόρος, όταν τόν όδήγησαν στό μαρτύριο.

Με τό θάνατο λοιπόν δύουμε άττ’ αύτό τόν κόσμο πρός τό Θεό, γιά νά άνατείλουμε εμπρός του.
Έτσι ό θάνατος άντιμετωπίζεται άττό τόν πιστό σάν προοίμιο ζωής καλύτερης καί πνευματικότερης.
Καί άκόμη σάν δρόμος καί άρχή πρός την όντως Ζωή, τό Χριστό καί Χωτήρα μας, πρός τή χώρα των ζώντων.

Αύτό εκφράζει καί φανερώνει καθαρά τό κείμενο πού άκολουθεϊ:


«Ό Νήφωνας ήταν λευκός, κατάλευκος, κι ολοένα περισσότερο κυρτωμένος. Οι νύκτες κυλούσαν άχρυπνες κι οί μέρες κουραστικές.
Τώρα σκάλιζε λΐγώτερους σταυρούς, πού τού θύμιζαν τό σταυρό τού Κυρίου του.
Έτρωχε λιγώτερο παξιμάδι καί τά κουκιά δέν τάβραζε στή φωτιά, μόνο πού τά μούσκευε, χιά νά ξεφλουδίζουν.
Μάζευε τή βροχή μέ τό λούκι σ’ ένα πιθάρι καί τό νερό εύώδιαζε σάν άχιασμός.
Τό πρόσωπο τού γέροντα ήταν ήρεμο κι ένιωθε χαρούμενος, όσο ποτέ άλλοτε δέν είχε νιώσει στή ζωή.
Τήν Κυριακή σκαρφάλωνε στό βράχο, ν’ άνεβεί στά Κατουνάκια νά λειτουρχηθεϊ, νά κοινωνήσει.
Τίς άλλες μέρες διάβαζε μόνος του τά χράμματα, όπως πάντα. Έλεγε καί τήν ευχή άσταμάτητα.
Τά καράβια περνούσαν άλάργα, μά δέν ήξερε νά φανταστεί τόν κόσμο καί τούς άνθρώπους, μόνο πού έκανε τό σημείο τού σταυρού στά καράβια πού περνούσαν, νάχουν ταξίδι καλό.»

Είχε άκόμα κι εκείνο τό χαρτί μέ τούς ζώντες καί τούς τεθνεώτες καρφωμένο κάτω άπό τις εικόνες του.
Μόνο πού τώρα δεν μπορούσε νά ξέρει πιά πόσοι άττό τούς άγαπημένους ζούν καί πόσοι έφυγαν.
Γι’ αύτόν ήτανε όλοι ζωντανοί καί τούς μνημόνευε πάντα στούς ζώντες.
Ακόμα καί τόν πατέρα του πού τόν είδε τυλιγμένο στην κουβέρτα, ακόμα καί τόν γέροντα, ττού τόν έθαψε μέ τά χέρια του.»
Ό Νήφωνας έφυγε τη Λαμπρή.
Είχε ανεβεί στά Κατουνάκια νά λειτουργηθεί. Έστησε τη λαμττάδα του άναμμένη στό στασίδι, προχώρησε στό άγιο βήμα καί κοινώνησε.
Ύστερα γύρισε στό στασίδι, σταύρωσε τά χέρια κι έγειρε τό κεφάλι.
Μερικοί είπαν πώς τόν είδαν νά χαμογελάει.
Ή λαμπάδα έκαιγε δίπλα του.

Οί μοναχοί τόν σήκωσαν, τόν έρραψαν στό ράσο του καί τόν κατέβασαν στά Καρούλια.

Λίγα μέτρα άπό τό κελλί του, σ’ ένα μικρό κοίλωμα τού βράχου, έσκαψαν καί τόν άπόθεσαν νά άναπαυτεϊ.

Τόν έβαλαν έτσι σά νά κοιτάζει τό πέλαγο.

Στό βράχο είχαν φυτρώσει άγριολούλουδα.

Βρήκαν μέσα στό κελλί του καί τό σταυρό έτοιμο.

Τόν είχε φτιάξει ό ίδιος. «Νήφων μοναχός» έγραφε.

Όμως αύτό πού έχει σημασία είναι, ότι είχε χαράξει μόνος του τ’ όνομά του στά δίπτυχα των ζώντων».



http://www.paterikiorthodoxia.com

Monday, November 16, 2015

Εάν θέλεις να δώσεις κάτι σε αυτόν που έχει ανάγκη, δώσε το με όμορφο πρόσωπο, και με λόγια καλά να παρηγορείς την θλίψη του. ( Άγιος Ισαάκ ο Σύρος )


Εάν θέλεις να δώσεις κάτι σε αυτόν που έχει ανάγκη, δώσε το με όμορφο πρόσωπο, και με λόγια καλά να παρηγορείς την θλίψη του. Kαι αν πράξεις έτσι, νικάει η ομορφιά του προσώπου σου, αυτό που δίνεις, στην καρδία του, περισσότερο την ανάγκη του σώματος του, την ημέρα που θα ανοίξεις το στόμα σου να κατηγορήσεις κάποιον, θεώρησε τον εαυτό σου νεκρό εκείνη την ημέρα, και όλα σου τα έργα μάταια, και αν ακόμη σου φαίνεται, ότι ειλικρινά και προς οικοδομή σε παρακίνησε ο λογισμός σου να μιλήσεις, γιατί ποια η ανάγκη να καταστρέψει κάποιος το σπίτι του, και να διορθώσει το σπίτι του φίλου του;

Την ημέρα που θα λυπηθείς για κάποιον άνθρωπο, ο οποίος ασθενεί ψυχικά ή σωματικά, εκείνη την ημέρα…
… θεώρησε τον εαυτό σου μάρτυρα, και ότι έπαθες για τον Χριστό, και αξιώθηκες την ομολογία Του.

Καθότι και ο Χριστός για τους αμαρτωλούς πέθανε και όχι για τους δίκαιους. Σκέψου πόσο μεγάλη είναι αυτή αρετή, στ’ αλήθεια μεγάλη αρετή είναι να λυπάται κάποιος για τους κακούς, και να ευεργετεί τους αμαρτωλούς περισσότερο παρά τους δίκαιους· αυτό ο απόστολος Παύλος το αναφέρει ως άξιο θαυμασμού, εάν σε όλα σου τα έργα μπορέσεις να έχεις την συνείδησή σου καθαρή, μην φροντίσεις να εκτελέσεις άλλη αρετή.

Σε όλα σου τα έργα ας προηγηθεί η σωφροσύνη του σώματος σου και η καθαρότητα της συνείδησής σου, διότι χωρίς αυτά τα δύο κάθε άλλη αρετή θεωρείται μάταια για τον Θεό.

Να γνωρίζεις ότι κάθε έργο που κάνεις χωρίς σκέψη και εξέταση υπάρχει μάταιο, καθώς ο Θεός υπολογίζει την αρετή με την διάκριση και όχι με την αδιάκριτη ενέργεια.

Άγιος Ισαάκ ο Σύρος

In order for you to have time for prayer you must not concern yourself with things that other people can do. ( St. Paisios )



In order for you to have time for prayer you must not concern yourself with things that other people can do. Let's take an example. A doctor should not be concerned with gauzes and bandages. A nurse can do that. The doctor will take care of the serious matters. He'll do the examinations and operations, etc. If he sit to put gauze he won't get to the serious work and then many who have need won't benefit. The same with you. Pray for your suffering parishioners (applied to the correspondent and two other priests) remember their names and note those who have greater need. It's better for you to know what pains each one. That way the prayer is better.

St. Paisios

Saturday, November 14, 2015

Theotokos: She is “the bridge by which God descended,” and again, “she who conducts those of earth to Heaven...


So, the Lord Jesus gives us this possibility to unite with God and return to the primary purpose which God ordained for man.
Therefore He is described in Holy Scripture as the way, the door, the good shepherd, the life, the resurrection, the light. He is the new Adam who rights the wrong of the first Adam.
The first Adam separated us from God with his disobedience and his egotism. With His love and His obedience to the Father, obedience unto death, to “death on the cross,” the second Adam, Christ, brings us back once more to God. Once again He orients our freedom towards God, so that by offering Him our freedom, we unite with Him.

The work of the new Adam pre-supposes the work of the new Eve, the Panagia who put right the wrong done by the old Eve. Eve drove Adam to disobedience.The new Eve, the Panagia, contributes to the incarnation of the new Adam who will guide the human race towards obedience to God. Therefore, as the first human person who achieved Theosis –in an exceptional and, of course unrepeatable, way– the Lady Theotokos played a role in our salvation which was not only fundamental, but both necessary and irreplaceable.

According to St. Nicholas Cabasilas, the great
14th century theologian, if the Panagia, in her obedience, had not offered her freedom to God, had she not said “yes” to God– God would not have been able to incarnate. Once God had given freedom to man, He would not have been able to violate His gift, so He would not have been able to incarnate if there had not been such a pure, all-holy, immaculate psyche as the Theotokos, who would offer her freedom, her will, all of herself totally to God so as to draw Him towards herself and towards us.
We owe so much to Panagia. This is why our
Church honours and venerates the Theotokos so much, so that St. Gregory Palamas, summarising Patristic theology, says that our Panagia holds the second place after the Holy Trinity;that she is god after God, the boundary between the created and the uncreated. “She leads those being saved,” according to another fine expression by a theologian of our Church. Recently St.Nicodemus of the Holy Mountain, the steadfast luminary and teacher of the Church, pointed out that the angelic ranks themselves are illumined by the light they receive from the Panagia.

Therefore, she is praised by our Church as “more honourable than the Cherubim and incomparably more glorious than the Seraphim.”
The incarnation of the Logos and the Theosis
of man are the great mystery of our Faith and Theology.
Our Orthodox Church lives this every day with its Mysteries, with its hymns, with its icons, with its whole life. Even the architecture of an Orthodox Church witnesses to this. The great dome of the churches, on which the Pantocrator is painted, symbolises the descent of Heaven to earth; it tells us that the Lord “bent down the Heavens and descended.” The Evangelist St.John writes that God became man “and dwelt among us” (John 1:14).
So, we represent the Theotokos in the apse of the altar to show that God comes to earth and to men through her, because He became man through the Theotokos. She is “the bridge by which God descended,” and again, “she who conducts those of earth to Heaven,” the Platytera of the Heavens, the space of the uncontainable,who contained the uncontainable God within herself for our salvation.
To continue, our Churches show deified men; those who became gods by Grace because God became man. In our Orthodox Churches we can picture not only the incarnate God, Christ, and His immaculate Mother the Lady Theotokos,but we also show the saints around and below the Pantocrator; on all the walls of the Church we paint the results of God’s incarnation: sainted and deified men.

Thus, when we enter an Orthodox Church and see the beautiful holy icons, this is an immediate experience through which we learn what God’s plan is for man; what is the purpose of our life.
Everything in the Church talks to us about the incarnation of God and the Theosis of man.

Taken from"THEOSIS" THE TRUE PURPOSE OF HUMAN LIFE
ARCHIMANDRITE GEORGE
ABBOT OF THE HOLY MONASTERY
OF ST. GREGORIOS ON MOUNT ATHOS

Η Μετάνοια το Αίτημα του Λαού Σήμερα - Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος










Ο Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος φιλοξενούμενος στην εκπομπή της κυπριακής τηλεόρασης "Μαζί στο ΡΙΚ", μιλά για τη μετάνοια η οποία είναι το αίτημα του λαού σήμερα και τη σημαντικότητα της για να γνωρίσει κανείς τον Θεό και τον συνάνθρωπό του, αφού με τη μετάνοια αλλάζει η ζωή μας κι έρχεται αμέσως η θεία παρηγοριά με τη Χάρη του Θεού, η οποία αλλοιώνει τον άνθρωπο, όπως έλεγε και ο άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.

Friday, November 13, 2015

«Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν» - ( Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου )



Στά Τίμια Δῶρα δέν ἔχουμε κρυμμένον τόν Χριστό (δέν ὑποκρύπτεται, δέν εὐρίσκεται ἁπλᾶ μέσα, οὔτε εἶναι ἁπλᾶ σύμβολα ὁ ἄρτος καί ὁ οἵνος αὐτοῦ τοῦ Σώματος καί τοῦ αἷματος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ προτεστάντες) καί, πολύ περισσότερο, δέν ἔχουμε ἁπλή μυστική ἕνωσι τῆς ψυχῆς τοῦ κάθε πιστοῦ μετά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὄχι! Θά μποροῦσα νά φωνάξω χίλιες φορές: ὄχι! Στήν πραγματική καί ἀληθινή Μεταβολή βρίσκεται Ο ΧΡΙΣΤΟΣ! καί μόνον ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτό λέμε «ἐσθίομεν καί πίνομεν», καί ἔτσι γινόμεθα σύσσωμοι καί σύναιμοι καί χριστοφόροι καί ἀποτελοῦμε μέ τόν Ἰησοῦ Χριστό, πού λαμβάνουμε μέσα μας, ἕνα σῶμα καί ἕνα αἷμα. Ἔχουμε τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ Χριστό «κατοικοῦντα καί μένοντα σύν τῷ Πατρί καί τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι», ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ Μέγας Βασίλειος σέ μιά Λειτουργική του Εὐχή.Βέβαια, τά μάτια μας βλέπουν ἄρτο καί οἵνο, καί ἡ γλῶσσα μας ἔχει γεῦσι ψωμιοῦ καί κρασιοῦ, ἀλλά δέν εἶναι ἔτσι. Καί θά τολμήσω νά πῶ: πολλοί ἥταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέν ἐμάσησαν, δέν ἔφαγαν, δέν κατάπιαν ψωμί καί κρασί, ἀλλά Σῶμα καί αἷμα, Σάρκα καί αἷμα Χριστοῦ, γιά νά ἀκολουθήση ἀπέραντη εὐφροσύνη τῆς ψυχῆς τους καί γενικά ψυχοσωματική ἀλλοίωσις διά Πνεύματος Ἁγίου.


Ἀπό τή στιγμή, πού κατέρχεται τό Ἅγιο Πνεῦμα καί ἱερουργεῖται τό Μυστήριο, δέν ἔχουμε πλέον μπροστά μας ὅ,τι βλέπουν τά μάτια μας, ἤ ὅ,τι αἰσθάνεται ἡ γλῶσσα μας, ἀλλά ἔχουμε Αὐτό πού πιστεύουμε, Αὐτό πού προσκυνοῦμε, Αὐτό πού λατρεύουμε· ἔχουμε Αὐτό τό θεωμένο Σῶμα καί αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Τό ἀληθινό, τό πραγματικό.

Ζοῦσε σ᾿ ἕνα μοναστήρι τῆς Ρουμανίας, ἕνας κεχαριτωμένος ἱερεύς, ὁ πατήρ Μηνᾶς, ὁ μετέπειτα Ὄσιος Μηνᾶς. Αὐτός, μετά τή Θεία Λειτουργία, γιά νά ξεκουραστῆ, ἔβγαινε στό δάσος, διότι τό μοναστήρι ἥταν μέσα σέ δάση, κι ἐκεῖ ἔψελνε καί δοξολογοῦσε τόν Θεό μέ ἀναστάσιμα τροπάρια καί μέ πολλά ἄλλα.

Τότε μαζεύονταν τά πουλιά τοῦ δάσους γύρω του: στό κεφαλάκι του, στούς ὤμους του, στά χέρια του, αὐτός δέ τρυφερά τά χάϊδευε. Τίς περισσότερες φορές, ὅταν ὁ πατήρ Μηνᾶς ἔψελνε, τά πουλιά βουβαίνονταν καί τόν ἄκουγαν.

Ἐπειδή οἱ Λειτουργίες ἄρχιζαν νύχτα καί τελείωναν μέ τό χάραμα, ὤσπου νά κάνη Κατάλυσι καί νά ξεντυθῆ, ξημέρωνε, ἔβγαινε ὁ ἥλιος κι ἔτσι ἔβγαινε πρωΐ – πρωΐ μέσα στό δάσος καί χαιρόταν τή φύσι καί τήν παρουσία τῶν πουλιῶν. Κι ἐκεῖ ὅλοι μαζί αἰνοῦσαν καί δοξολογοῦσαν τόν Θεό.

Παρατηρήθηκε, λοιπόν, στά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς του, ὅτι, ὅταν εἶχαν πανηγυρική Θεία Λειτουργία καί ἀργοῦσε νά τελειώση, καί μάλιστα ἀργοῦσε πολύ μετά τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου, τά πουλιά μαζεύονταν πάνω στήν Ἐκκλησία!

Τήν ὥρα τῆς Μεταβολῆς τῶν Τιμίων Δώρων, πού ὁ ἱερεύς ἔλεγε «τά Σά ἐκ τῶν Σῶν», τότε ὅλα τά πουλιά πάνω στήν Ἐκκλησία βουβαίνονταν! Καί στό «ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου…», στά Ρουμανικά βέβαια, καί ἐνῶ ἡ χορωδία ἔψαλλε τό «Ἄξιόν ἐστι», τότε πάλι τά πουλιά ἄρχιζαν νά κελαηδοῦν!

Παρόμοιο γεγονός μοῦ ἀφηγήθηκε κάποιος πιστός, πού συνέβη καί στόν Ναό τῆς Παναγίας τῆς Ἑκατονταπυλιανῆς στήν Πάρο, κατά τήν Θεία Λειτουργία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανείων τοῦ ἔτους 1998.

Δεκάδες σπουργίτια καί ἄλλα πουλιά, φτερουγίζοντας μέσα κι ἔξω ἀπό τόν Ναό, ἀπό τά ἀνοικτά παράθυρα τοῦ τροῦλλου, κελαηδοῦσαν καί τιτίβιζαν ζωηρά. Τήν ὥρα, ὅμως, τοῦ Καθαγιασμοῦ τῶν Τιμίων Δώρων βουβάθηκαν καί ἀκινητοποιήθηκαν ὅλα, γιά νά ξαναρχίσουν μετά τό » Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἀχράντου… »

Τήν πραγματικότητα αὐτή τῆς Μεταβολῆς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου σέ Σῶμα καί Αἴμα Χριστοῦ μαρτυροῦν καί τά ἴδια τά λόγια τοῦ Κυρίου στό Μυστικό Δεῖπνο, τό βράδυ τῆς Μεγάλης Πέμπτης: «Τοῦτο ἐστι τό σῶμά μου… τοῦτο ἐστι τό αἵμά μου…» Θεία λοιπόν εἶναι ἡ σύστασις τοῦ Μυστηρίου. Τό συνέστησε ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός.

Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Ἀναγνωστόπουλου

Ἀπό τό βιβλίο: «ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ»


http://tokandylaki.blogspot.ca/2015/06/blog-post_4.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...