Sunday, September 22, 2013

Κατάκτησα το μυστικό του Αγίου Όρους




Θα ήταν εκ μέρους μου μεγάλη υπεροψία να πιστέψω ότι κατάκτησα το μυστικό του Αγίου Όρους, ότι μπήκα στην ουσία του, και είμαι έτοιμος να μυήσω και σας. Πρώτα-πρώτα, η ίδια η ιδέα της μυστικότητας δημιουργεί μια απόσταση ανάμεσα μας και σε ό,τι την αντιπροσωπεύει. Απόσταση ανάμεσα σε ό,τι είμαστε και σε ό,τι θα μπορούσαμε να γίνουμε, ανάμεσα στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει η μία και η άλλη ψυχή. Κι αν συμβαίνει οι εγκόσμιες ψυχές ν' αναγνωρίζονται εύκολα μεταξύ τους, όμως η απόσταση ανάμεσα σ' αυτές και στις άλλες που αφοσιώθηκαν στο Θεό είναι τεράστια. Δε μπορούμε ποτέ να πούμε ότι τις πλησιάσαμε αρκετά, ότι συλλάβαμε τον κανόνα της μυστικής τους ζωής, χωρίς να έχουμε δεχτεί τη χάρη της συμμετοχής μας σ' αυτήν.

Κάνω αύτη την προειδοποίηση, για ν' αποφύγω μία παρεξήγηση. Αν σας μιλούσε για το μυστικό του Αγίου Όρους ένας από τους ανθρώπους που τα ζουν καθημερινώς, που το έχουν κάμει μοναδικό βίωμα, η γλώσσα του θα ήταν διαφορετική από τη δική μου. Βέβαια, οι μοναχοί του Αγίου Ορούς ζουν μέσα στη μοναξιά, τρέφονται από τη μοναξιά, κι' όπως θα ιδούμε παρακάτω, ζουν για τον εαυτό τους. Μέσα στη μοναξιά βρίσκουν τη γαλήνη της ψυχής, την οποία και ο ελάχιστος εγκόσμιος θόρυβος διαταράσσει, θα ήταν λοιπόν κάπως δύσκολο, αν όχι αδιανόητο, νάρθουν να κάμουν εδώ οι μοναχοί δημόσιες ομιλίες. Αλλά, κι' αν υποθέσουμε ότι οι ομιλίες αυτές ήταν εφικτές, πρέπει να είμαστε βέβαιοι ότι θα είχαν μεταβληθεί σε μια μύηση, σε μια κατήχηση. Καθώς έχουν λυτρωθεί από τα ανθρώπινα πάθη, έχουν περιορισθεί στο ένα και μοναδικό πάθος της λατρείας του Χρίστου, θα μιλούσαν με την έξαρση του πιστού, που για να γίνει, κατανοητός έχει ανάγκη από την αντίστοιχη πίστη του ακροατή, θα πρέπει λοιπόν να φοβηθούμε ότι μια τέτοια ομιλία θα καταντούσε μονόλογος.

Εμείς καταλαβαινόμαστε μεταξύ μας, γιατί μιλούμε την ίδια γλώσσα. Έχουμε στραμμένες, σαν εγκόσμιοι άνθρωποι, τις κεραίες μας προς όλες τις μεριές, αναπνέουμε, θα ήθελα να πω, τα μυστικά της εγκόσμιας ζωής. Αλλά θα ήμαστε άραγε ικανοί, υπό τις συνθήκες αυτές να συλλάβουμε το ένα και μοναδικό μυστικό της οσιότητας και της αγιοσύνης, όπως το καλλιεργεί η μοναχική ζωή; Πρέπει να εξομολογηθώ ότι πολύ σκέφθηκα πριν γράψω το κείμενο τούτο. Καθώς διάβαζα μερικά βιβλία, που θα μου άνοιγαν το παράθυρο για να ιδώ, εγώ που βρίσκομαι απέξω τί υπάρχει ακριβώς από μέσα, διαισθανόμουν συγχρόνως πως για να είμαι βέβαιος για την κατάκτηση έπρεπε ν' αποκτήσω μια καινούργια δράση. Χωρίς αυτή την δράση, οπλισμένος μόνο με τα εγκόσμια προσληπτικά μέσα, θα έβλεπα όχι ο,τι εκεί υπήρχε αλλά ό,τι θα ήθελα εγώ να υπάρχει. Δε μπορούμε παρά να είμαστε γεμάτοι αντιρρήσεις μπροστά στις ιδιότυπες, στις εντελώς ξένες για μας συνθήκες της μοναχικής ζωής. Η οριστική κατάκτηση του μυστικού γίνεται μόνο με τη βίωση. Οι αναχωρητές και οι άγιοι (που θα τους συναντήσουμε όχι μονάχα στις σκήτες αλλά και ανάμεσα στους μοναχούς) , το έχουν κάμει αναφαίρετο κτήμα τους.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή, άλλωστε, ελάχιστα ή διόλου μυστικοπαθή, που καυχάται για το ρασιοναλισμό της. Θέλει να βλέπει καθαρά, να ενεργεί με ασφάλεια, μέσα σε περιγράμματα διαυγή. Υπεροπτική για τις κατακτήσεις της, δημιουργεί για τον εαυτό της μια καινούργια απομόνωση. Πιστεύει στις δικές της αλήθειες, τις τετράγωνες αλήθειες της επιστήμης, και απορρίπτει κάθε τι που δεν της μοιάζει και που δεν την υπηρετεί. Έχει στο ενεργητικό της μεγάλες επιτεύξεις, που μας καταπλήσσουν, που μας κάνουν δούλους του μεγαλείου τους. Αποβλέπει σε όλο και μεγαλύτερες, προς τις όποιες βαδίζει με ασφάλεια, υπολογίζοντας την κατάκτηση τους με το μέτρο του χρόνου. Δεν επαφίεται πια στην τύχη. Έπιασε την αρχή ενός νήματος και το ακολουθεί. Ξέρει σχεδόν από τα πριν την ημερομηνία που θα φτάσει στο ένα ή στο άλλο κρίσιμο σημείο. Ποτέ άλλοτε η ανθρωπότητα δεν άγγισε πραγματικότητες τόσο ζωντανές που την κάνουν να ξεπερνάει διαρκώς τον εαυτό της. Και ιδού ότι μέσα στην αυταρέσκεια και την υπεροψία της επίστεψε ότι επέρασε το φράγμα ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, το φράγμα ανάμεσα στις ψυχές. Επίστεψε ότι δεν υπάρχει απόσταση από άνθρωπο σε άνθρωπο, από βίωση σε βίωση. Έπλασε από την Επιστήμη μια θεότητα.



Γι' αυτό το λόγο, νομίζω, ο εορτασμός της Χιλιετηρίδας του Αγίου Όρους ήταν μια αφορμή, μια ευκαιρία για κάποιες αναθεωρήσεις। Αποτελούσε μια υπόμνηση. Μόνο με την έννοια αύτη η σημασία του εορτασμού μπορεί να αντικρισθεί σε μέγεθος ανάλογο με τις περιστάσεις. Αν δεν ήταν παρά μια ευκαιρία για πανηγυριώτικο θόρυβο, όπως ως ένα σημείο πιστεύθηκε τότε ο πανηγυρισμός θα ήταν κάτι περισσότερο από περιττός: Επιβλαβής. Και δεν πρέπει να έχουμε αμφιβολία ότι οι αναχωρητές και οι άγιοι του Αγίου Όρους έτσι τον είδαν στο βάθος της ψυχής τους. Αποκομμένοι καθώς είναι από τον κόσμο, βρίσκουν την αλήθεια τους μόνο μέσα σ' αυτή τη μοναξιά. Και οι γιορτές σημαίνουν διακοπή, κατάργηση της μοναξιάς, άρα ανακοπή της επενέργειας της αλήθειας. Υπήρξαν πολλά βλέμματα εχθρικά προς το θόρυβο της εορτής. Αλλά πώς μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Η υπόμνηση ότι πέρα από τις εγκόσμιες αλήθειες, υπάρχουν και βασιλεύουν οι άλλες, που δεν φαίνονται, που δε φωνάζουν, οι αλήθειες της ψυχής, η υπόμνηση γινόταν προς εμάς που βρισκόμαστε στην άλλη άκρη. Οι ταξιδιώτες της μοναξιάς του Αγίου Όρους έπρεπε να κάμουν αυτή τη θυσία για μας. Δεν τους την εζητήσαμε καν. Τους την επιβάλαμε.

Χαρακτηριστικό είναι ότι το μυστικό του Αγίου Όρους αναζητήθηκε κατά κανόνα εκ των έξω από τους λογοτέχνες। Γιατί υπάρχει εκεί μια επιφάνεια πολύ ελκυστική, που αποτελεί μια πρόκληση. Και είναι φυσικό, οι μη προετοιμασμένοι επισκέπτες να εντρυφούν στο θέλγητρο αυτής της επιφάνειας, όπου συναντούν αξίες κατανοητές, αξίες μιας προσιτής καθημερινότητας. Οι αξίες αυτές στα μάτια των συγγραφέων μπορούν να αναδειχθούν πρώτης γραμμής. Όπως είναι, λόγου χάρη, οι φυσικές καλλονές του Αγίου Όρους. Ό,τι καταπλήσσει πραγματικά τον ανειδοποίητο επισκέπτη είναι αυτή η οργιώδης βλάστηση, που αποτελεί ένα φαινόμενο σπάνιο στην Ελλάδα. Θα έλεγε κανείς ότι ο Θεός ευλόγησε αυτόν τον τόπο της μοναξιάς και του ησυχασμού. Ή, ότι ακριβώς από μια θεία επίνευση έγινε η εκλογή του. Υπάρχει μια μυστική επαφή, ένας άϋλος δεσμός ανάμεσα στην ομορφιά της εξωτερικής πραγματικότητας και στην ομορφιά της ψυχής. Ή μάλλον, η ομορφιά της φύσης μπορεί να είναι μια αφετηρία για την κατάκτηση της αληθινής πνευματικότητας. Εν τούτοις, όπως οι μοναχοί καταλήγουν ν' απομονωθούν στον εαυτό τους και ν' αποκοπούν από το αρχέτυπο μυστικό της φύσης, έτσι και οι κοσμικοί επισκέπτες αντίθετα κυριαρχούνται ολόκληροι από τις εξωτερικές ομορφιές, από τις χαρές της φυσικής ζωής, χωρίς να προχωρήσουν ούτε ένα βήμα στην κατάκτηση του μυστικού της ψυχής των αναχωρητών. Πηγαίνουν στο Αγιον Όρος και απομένουν μόνοι. Η καλλονή της φύσης που θα μπορούσε να γίνει ένας πρώτος αναβαθμός μυήσεως, παραμένει μια απλή χαρά των αισθήσεων. Μόνον ένας Παπαδιαμάντης θα μπορούσε να μας περιγράψει αυτές τις καλλονές και να μας κάμει ν' ακούσουμε πίσω από τις φωνές της φύσης, από το αέρι που φυσάει μέσα στα φύλλα, από το κελάηδημα των πουλιών και το βόμβο των μελισσών, την ίδια τη φωνή του Θεού. Ο Παπαδιαμάντης επήγε πράγματι νέος ακόμη, στο Άγιον Όρος, αλλά γρήγορα το εγκατέλειψε. Αν το είχε επιστρεφθεί σε ώριμη ηλικία, θα μπορούσε να μας είχε δώσει το βιβλίο ενός κοσμικού που ανακαλύπτει τον εαυτό του μέσα στα μακρινά και τί απόκοσμα.

Αλλά δεν είναι μόνο η φύση που αποτελεί την εκπληκτικής μαγείας επιφάνεια του Αγίου Όρους. Όλα εκεί προσφέρουν στην δράση, ένα θέαμα πολλαπλής γραφικότητας, επάνω στην οποία ο χρόνος έχει εναποθέσει την υποβλητική του σφραγίδα. Οι μονές οι ίδιες, σαν αρχιτεκτονικά κτίσματα, μοιάζουν σαν ένα μνημείο άφθαρτης ομορφιάς ανάμεσα στους αιώνες. Τεράστιες αετοφωλιές οι πιό πολλές, όπου έχουν κουρνιάσει οι ξεμοναχιασμένες ψυχές. Κι' όταν μπεις μέσα, ευχαριστείς το Θεό που σου έδωσε όραση για να βλέπεις. Δεν είμαι αρμόδιος να μιλήσω για την αρχιτεκτονική των μοναστηριών και για την ιστορία τους. Άλλωστε, θα μας έπαιρνε πολύ χρόνο, αν θέλαμε να ψάξουμε το θέμα μέσα στα αρμόδια βιβλία. Εδώ μιλώ μόνο για τον ανειδοποίητο επισκέπτη, εκείνον που πάει, καλή τη πίστει, να ανακαλύψει το μυστικό του Αγίου Όρους σ' αυτές τις γραφικότητες, χωρίς να υποπτεύεται πόσο βρίσκεται μακριά απ' αυτές. Μιλώ ιδιαίτερα για τον ειδικευμένο συγγραφέα, που πλησιάζει το όρος σαν συγγραφέας. Μόνο ένας πιστεύων θα έφθανε στην άκρη.

Εννοώ, θα μπορούσε να χαρεί την ίδια την ατμόσφαιρα του μυστικού, γιατί οι συγγραφείς παρ' όλη την τρομερή διαίσθηση τους στέκονται μόνο στο χείλος του। Δε θα ήθελα να πω ότι γι' αυτό είναι περιττοί ή μας γίνονται αδιάφοροι. Ίσα - ίσα, συμβαίνει να ικανοποιούν περιέργειές μας οξύτατες, να μας διεγείρουν και σε πολλές περιπτώσεις να προκαλούν το θαυμασμό μας. Πολλοί δικοί μας, από τον Ζαχαρία Παπαντωνίου ως τον Γιώργο Θεοτοκά, μας έδωσαν σελίδες όχι μόνο περίτεχνα γραμμένες, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αληθινά αποκαλυπτικές. Προτιμώ όμως αυτή τη στιγμή, για να μην πέσω σε πολύ γνωστά κείμενα, να σταθώ σ' έναν ξένον, έναν Γάλλο, τον Jean Bies, που θέλησε να εξερευνήσει τα μυστήρια, (όχι τα μυστικά) του Αγίου Όρους. Η σίγουρη πείρα του από μια επίμονη έρευνα τον κάνει τρομερά εύγλωττο. Ακούστε ένα απόσπασμα:

«Έγινε πολλές φορές λόγος για την έλλειψη σεβασμού που δείχνουν οι Αγιορείτες προς τις βιβλιοθήκες τους. Αυτό δεν συμβαίνει πια σήμερα. Πρέπει πολύ να επιμείνεις, να παρακαλέσεις, να ικετεύσεις για να σου τις ανοίξουν. Και δεν ήταν ο καιρός που μας έλειψε για να ερευνήσουμε ό,τι υπήρχε, αλλά η παρουσία του βιβλιοθηκάριου που πάντα μας άφηνε να μείνουμε πολύ λιγότερο απ' όσο θα θέλαμε. Και δεν μας άφησε ν' αγγίσουμε τίποτα.

»Σε μερικά σημεία, όπως το είπα ήδη, βασιλεύει η σκόνη και η αταξία. Οι στοίβες γκρεμίζονται. Τα βιβλία σκορπίζονται, διαλύονται ή σαπίζουν. Αλλά κατά κανόνα είναι τακτοποιημένα, ξεσκονισμένα, βιβλιοδετημένα, καταγραμμένα σε καταλόγους. Στη διαδρομή των αιώνων, εν τούτοις, πολλά απ' αυτά τα βιβλία χάθηκαν για πάντα. Οι Τούρκοι επήραν όσα μπόρεσαν. Πολλά προσφέρθηκαν σε πρίγκιπες ή σε επισκέπτες επίσημους. Ταξιδιώτες έκοψαν με το μαχαίρι, έσκισαν, έκλεψαν σελίδες, κεφάλαια, τόμους ολόκληρους. Τα σκουλήκια βρήκαν τροφή. Κατηγορούν ακόμη τους Αγιορείτες ότι ένα μεγάλο μέρος το πούλησαν για χαρτί με την οκά, ή, για να ζεσταθούν το χειμώνα, πως τόκαψαν στο τζάκι».

Δεν ξέρω ως ποιό σημείο η εικόνα αυτή είναι αυθεντική, αλλά οπωσδήποτε προκαλεί θλίψη και ανησυχία. Όσο σκεφτόμαστε ότι οι Αγιορείτες λιγοστεύουν, ώστε να μη μπορούν ν' ανταποκριθούν και στα καθήκοντα της συντήρησης των πελώριων αυτών μουσείων, τόσο ρωτιόμαστε και ποιά μέτρα είναι έτοιμο να πάρει το κράτος για να προστατέψει και να αξιοποιήσει τους θησαυρούς. Αλλά πρέπει να δώσω ακόμη ένα δείγμα των πνευματικών δραστηριοτήτων που ξύπνησε το Άγιον Όρος στον Γάλλο συγγραφέα:

«Όσο για το ζήτημα, λέει, των πιθανών θησαυρών της Αρχαιότητας μέσα στα υπόγεια του Αγίου Όρους που οι ουμανιστές τους θεωρούν για πάντα χαμένους, φαίνεται σχεδόν βέβαιο, πρώτα ότι ένα μέρος τους, έστω και μικρό, βρίσκεται πραγματικά εκεί. Δεύτερον, ότι οι αιώνες, αυτοί οι ποντικοί της αιωνιότητας, ή και οι ίδιοι οι ποντικοί έφαγαν το μεγαλύτερο μέρος, ή το μικραίνουν κάθε μέρα περισσότερο.

»Οι σχολιαστές και οι γραμματικοί του Βυζαντίου εμπιστεύθηκαν στον Άθω αυτή την παρακαταθήκη για να την προφυλάξουν από την απειλή του εχθρού. Ήταν μια πράξη φρονήσεως αλλά και ατυχίας. Οι μοναχοί αντίκρισαν πάντοτε τα έργα αυτά του παγανισμού σαν έργα του σατανισμού και τα θεωρούν ακόμη τώρα σαν προϊόντα πολυτέλειας και αργοσχολίας, που απομακρύνουν από το Θεό, κολακεύουν το πνεύμα, ευνοούν την πολυμάθεια, αλλά είναι ανίκανα να σώσουν την ψυχή».

Οι καταγγελίες αυτές, φυσικά μας αναστατώνουν. Αλλά τώρα δεν πρόκειται γι' αυτό. Θέλω να πω ότι όταν διαβάζουμε τα έργα των συγγραφέων αυτών, απολαμβάνουμε την ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, πληροφορούμεθα μερικά από τα «μυστήρια» του, ικανοποιούμε περιέργειες μας που αφορούν εξωτερικές πραγματικότητες. Αλλά για ό,τι αποτελεί τό μυστικό του, θέλω να πω το λόγο της ύπαρξης του και της επιβολής του, που είναι η ίδια η ουσία του μοναχισμού, δεν έχουμε παρά μόνο μακρινές, δυσδιάκριτες ενδείξεις. Απομένουμε ξένοι, σε ό,τι ένας πραγματικός επισκέπτης θα επιθυμούσε πρώτα-πρώτα να μυηθεί. Φαίνεται, ότι όλα τα πράγματα του κόσμου που διαθέτουν μιαν άξια βάθους, έχουν πάντοτε τον τρόπο να μας παραπλανούν με μια λάμψη επιφάνειας. Και όπως είπαμε ήδη, η επιφάνεια που παρουσιάζει τό Άγιον Όρος είναι από άπειρες απόψεις ανέκφραστα ελκυστική. Η ταξιδιωτική μας λογοτεχνία της έχει αφιερώσει σελίδες από τις πιό δυνατές, τις πιό συναρπαστικές. Ανάφερα παραπάνω δυό ονόματα, του Παπαντωνίου και του Θεοτοκά, και θα ήθελα να προσθέσω τώρα τον Κώστα Ουράνη. Ο θαυμάσιος αυτός ποιητής περιπλανήθηκε στο ιερό βουνό, αναζητώντας κι' εκεί το ίδιο το δικό του προσωπικό όραμα, που το βρήκε ενσαρκωμένο πάνω σε ό,τι μπορούσε η ματιά του ν' αγκαλιάσει. Μας μαγεύει με τις περιγραφές του. Αλλά η μαγεία απομένει η ίδια με εκείνη που νιώθουμε διαβάζοντας το ταξίδι του στην Ιταλία. Η ιδιαιτερότητα του Άγ. Όρους βρίσκεται εντελώς αλλού. Το διαισθάνθηκε ο Ουράνης με την οξεία του αίσθηση, αλλά του έλειψε και η διάθεση και η δυνατότητα να το ανακαλύψει.

Θα μπορούσα να προστρέξω σε πολλές ανάλογες περιπτώσεις αλλά έφερα σαν τυπικό παράδειγμα τον Κώστα Ουράνη, τον όποιο ιδιαίτερα αγαπώ και τιμώ. Το Άγιον Όρος, χωρίς να παύει να είναι μια περιπλάνηση, είναι προπάντων και κατά κύριο λόγο μια διείσδυση. Αν δεν το ιδούμε εκ των ένδον, το μυστικό του θα μας έχει διαφύγει. Και πάλι, αν θα λέγαμε, ότι σαν άνθρωποι κοσμικοί το συλλάβαμε ολόκληρο δε θα είμαστε σύμφωνοι με την αλήθεια. Απλώς θα είχαμε αναπνεύσει την παρουσία του. Υπάρχουν πολλοί βαθμοί μυήσεως, που το τελευταίο τους σκαλί, το πιο υψηλό είναι και το πιο απόκρημνο. Φτάνει να συλλογιστούμε τους ερημίτες εκείνους που ζουν στο φρικτό Καρούλι, μέσα σε τρύπες, πάνω από ένα φοβερό γκρεμνό, με παξιμάδια και νερό που τους τα κατεβάζουν με σκοινιά. Μέσα σ' αυτή τη στέρηση και τη μοναξιά αναζητούν την έσχατη έννοια της θεότητας. Πώς εμείς θα μπορούσαμε να την προσεγγίσουμε αλλιώς, παρά μόνο με τη φαντασία; Ο βαθμός του βιώματος είναι αποφασιστικός σε ο,τι άφορα το βαθμό της μυήσεως. Θα πρέπει να απορρίψει κανείς ένα μέρος τουλάχιστον από τον κοσμικό εαυτό του, για να μπορέσει να δεχτεί την ακτινοβολία ενός τέτοιου μηνύματος.

Αλλά, ας μην απατόμεθα, για μια τέτοια αποδοχή χρειάζεται και προδιάθεση. Δεν είναι όλες οι ψυχές προετοιμασμένες για να δεχτούν το δώρο. Εκείνος στον οποίο τρέχει ο νους μου αυτή τη στιγμή είναι ο Τάκης Παπατσώνης, για τον οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι, από την ίδια την υφή της ποίησης του, ότι ήταν πλασμένος για να αγγίσει με ζεστό χέρι το μυστικό του Αγίου Όρους. Επήγε εκεί πριν τριάντα έξη χρόνια, κι' έμεινε αρκετούς μήνες για να κάμει, όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει, την άσκηση του. Δεν πήγε, δηλαδή, σαν ταξιδιώτης, για να δώσει διέξοδο στην ανία του, αλλά σαν κοσμοκαλόγερος, για να χρησιμοποιήσω έναν τίτλο που έχει απονεμηθεί κατ' αποκλειστικότητα στον Παπαδιαμάντη. Διαβάζοντας όμως την «Ά σ κ η σ η» του Παπατσώνη, σκεπτόμουν πόσο δίκιο θα ήταν να τους μοιράσουμε τον τίτλο! Χαρακτηριστικό είναι ότι το χειρόγραφο του οδοιπορικού του, γραμμένου με ρυθμό ημερολογίου χωρίς ημερομηνίες, ο Παπατσώνης το κράτησε τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια μέσα στο συρτάρι του και μόνο τώρα, με την ευκαιρία του εορτασμού της χιλιετηρίδας, το έδωσε να δημοσιευθεί. Δεν είναι κι' αυτό μια ένδειξη της εσωτερικής αξίας αυτής της εξομολόγησης; Ο Παπατσώνης δε θέλησε να χρησιμοποιήσει το ταξίδι του στο Άγιον Όρος σαν συγγραφέας, που γυρεύει ευκαιρίες και θέματα, αλλά σαν ένας άνθρωπος που μιλάει με τον εαυτό του, που καταγράφει τους στοχασμούς και τα συναισθήματα του για να τα ισορροπήσει και να τα αξιοποιήσει μέσα του, δίνοντας τους διέξοδο.

Αξίζει να σταθούμε κάπως περισσότερο στην περίπτωση Παπατσώνη, γιατί είναι εκείνη που βρίσκεται πιό κοντά και στη δική μας νόηση. Μαζί του, δεν κινδυνεύουμε να χαθούμε. Άλλωστε αποτελεί ένα σκαλί, για να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε πιό βαθιά τη σημασία του μυστικού που γυρεύουμε, αφού, όπως είπαμε ήδη, η κατάκτηση του, χωρίς μια μακριά βιωματική προετοιμασία, είναι ανέφικτη. Ο Παπατσώνης πηγαίνει στο Άγιον Όρος, κουβαλώντας μαζί του όλες τις συνήθειες της σκέψης ενός κοσμικού, που δεν είναι διόλου διατεθειμένος να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Αλλά που είναι μολαταύτα γεμάτος από τη δίψα να προχωρήσει πέρα απ' αυτά, για να βρει τις συναρτήσεις εκείνες χάρη στις όποιες τα ίδια τα εγκόσμια αποκτούν ένα μεταφυσικό βάρος. Ή μάλλον, χάνουν το βάρος τους μέσα στη μυστική έκσταση. Θάθελα ν' ακούσετε, ένα κομμάτι από τό σχόλιο του σχετικά με τις συζητήσεις του με τον Πάτερ-Λέοντα, για να ιδείτε με ποιόν τρόπο η θεία χάρη μπορεί να εμποτίζει τους εγκόσμιους διαλογισμούς του:

«Στις γωνιές, κάτου από τα κυπαρίσσια, το τσουχτερό τό αεράκι στον πρωινό τον ήλιο, κατά μόνας με τη σκιά ενού γέροντα, τις λες τις ιδέες αστραπηδόν. Διαξιφίζεσαι σα νάτανε το επάγγελμα σου, πολεμιστής μονομάχος. Άλλο είναι να τους γράφεις αυτούς τους διαλογισμούς. Σήμερα ήτανε τί άλλο μπορούσε νάναι, τα Ερωτικά. Χτες ήτανε τ' Ασκητικά, οι Πράξεις οι Ασκητικές. Σήμερα ήτανε τα Ερωτικά, που ζήτησα να του τα φέρω σαν εξάρτηση του Ασκητισμού. Θέλησα να του εμφανίσω τον Ασκητισμό που κλείνουν ή που μπορεί να κλείνουν ή που πρέπει να κλείνουν ετούτα τα Ερωτικά! Τόχω μέσα μου πάντα με τέτοιο όμμα να βλέπω προς τους έρωτες. Τό ίδιο είμαι έτοιμος να προσκυνήσω δυο μάτια ερωτευμένα όσο έναν Ευαγγελισμό. Με το ίδιο λιβάνι λιβανίζω και τα δυο. Τα ίδια μαστίγια με οδηγάνε σε τούτα τα συναισθήματα. Κι' έπειτα του προσδίνω μια τέτοια σοβαρότητα, όχι του έρωτα, γιατί δεν έχει εδώ να λατρεύεις έννοιες αφαιρεμένες (αλίμονο να καταντήσει κανένας να λατρεύει τέτοια γεννήματα κουτοπόνηρα) , όχι, δόξα σοι ο Θεός του έρωτα, αλλά στην κάθε περίσταση, το φτερωτό το πρόσωπο του ονείρου, αλλά τις ώρες τις βαθιές, που κάθε φράση αντλιέται σαν από πηγάδι πρωτοφανέρωτο, και απ' τα έγκατα της γης, ν' αναβλύσει είτε προς τ' άστρα, είτε προς το στερέωμα της ημέρας. Λες και κάθε φράση και κάθε βηματισιά είναι από το ύ δ ω ρ ζ ώ ν που αποκαλύφτηκε σε γυναίκα το πρώτο, γυναίκα νεροφόρα. Σε τούτες τις στιγμές δίνω την οφειλόμενη λατρεία κι‡ έχει την ίδια ουσία πούχει η λατρεία προς τα μυστήρια. Ερωτική είναι η λειτουργία, που καταλήγει όλο με άφατη και αύξουσα ηδονή προς την μετάληψη. Ερωτικό μη δεν είναι το Μέγα Κοινωνικό του Μεγάλου Σαββάτου, το Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήϊνον εν εαυτή λογιζέσθω, ιδού γάρ έρχεται ο Βασιλεύς των Αγγέλων. Τίποτα γήινου λογισμού δεν έχει ο έρωτας εκείνος που βγαίνοντας από τα βαθύτατα των φρεάτων-γίνεται λήρος κι' έκσταση και μανία θειότατη».

Ξεχώρισα μέσα σε πολλά άλλα βιβλία την «"Άσκηση» του Παπατσώνη γιατί αυτή νομίζω περισσότερο από κάθε άλλο μας ανοίγει την πόρτα για να μπούμε στον προθάλαμο του μυστικού. Πριν επιχειρήσουμε ν' αγγίσουμε την καυτή ουσία του αγιορείτικου μοναχισμού, πριν φτάσουμε στα λόγια εκείνα που την εκφράζουν άμεσα σα βίωμα προσωπικό, ήταν ανάγκη ν' ακουμπήσουμε πάνω στην πείρα ενός κοσμικού, που όμως η ψυχή του κλείνει μέσα της όλους τους σπόρους της μυστικότητας. Η μοναξιά του Τάκη Παπατσώνη είναι γεμάτη από τα δράματα της θεότητας. Δεν ήταν προορισμένος ν' αφοσιωθεί σ' αυτά, νά γίνει καλόγερος στο Άγιον Όρος. Αλλά το παράδειγμα του, για μας τους κοσμικούς που ποτέ δε θ' αγγίσουμε τις κλειστές χαρές του μοναχικού βιώματος, είναι αναγκαίο, για να μπορέσουμε να τις μαντεύσουμε. Όταν ο Παπατσώνης θέλει να βάλει μέσα στην άσκηση του την αγιορείτικη, το προσωπικό του βίωμα του έρωτα και της γυναίκας, όταν επιχειρεί να πείσει το συνομιλητή του τον Πάτερ - Λέοντα για την ταύτιση που κάνει στην άσκηση του την ερωτική και την άσκηση της αγιορείτικης μοναξιάς, ξέρουμε ότι απομακρύνεται από μας χωρίς τουλάχιστον να μπορεί να πλησιάζει τον Πάτερ - Λέοντα. Για τον αγιορείτη μοναχό δεν υπάρχει άλλη γυναίκα έκτος από την Πανάχραντη παρθένα, την Παναγιά. Όλες οι άλλες, χωρίς εξαίρεση, είναι εκ του πονηρού. Και η άποψη του Παπατσώνη δε μπορεί να θεωρηθεί παρά σαν ένας βέβηλος συμβιβασμός. Εμείς όμως που ζούμε μέσα στον κόσμο, ξέρουμε πολύ καλλίτερα και μπορούμε να εκτιμήσουμε στην αξία της αυτή την άποψη. Η αλήθεια της ζωής στην οποία πιστεύουμε και προς την οποία αποβλέπουμε βρίσκεται προς αυτή την κατεύθυνση και δε χρειάζεται να κάνουμε παρά ένα μόνο βήμα για να βρεθούμε μέσα στο κλίμα της, μέσα στη θερμή, την ευεργετική της ατμόσφαιρα. Είναι σαν ένα μυστικό παράθυρο, για να πάρουμε αναπνοή. Πώς τελειώνει το βιβλίο; Ο συγγραφέας κάνει τον απολογισμό του, με μια φράση: «Τί μου απόμεινε; Μια χάρη αμυδρή από το περιβόλι της Παναγίας, κάτι δυό λουλουδάκια του περιβολιού της, μια χάρη ελαφριά και τίποτ' άλλο. Μια χάρη μόλις αισθητή και όλα τα λόγια τ' ανάστατα, που βγήκαν ασυνάρτητα από τη φυσούνα του Άθωνα του Γίγαντα, προφητικά, διδαχτικά, όλα μια ετοιμασία για το μ ε γάλο διάβα».

Σταματώ σ' αυτόν τον αποκαλυπτικό λόγο. Τί άλλο είναι η ουσία του μοναχισμού παρά η άσκηση, η προετοιμασία για το μεγάλο πέρασμα από τη φθαρτή και πρόσκαιρη ζωή, στην αιώνια και την άφθαρτη; Πρέπει να σε αναταράζει κάτι απ' αυτά τα μεγάλα ερωτήματα του πούθε ερχόμαστε και που πάμε, για να χρησιμοποιήσεις το ρίγος της αναταραχής σαν ένα πρώτο εφόδιο εισόδου στο μυστικό του Αγίου Όρους. Την ημέρα της μεγάλης γιορτής της Χιλιετηρίδας στο Πρωτάτο, ο νέος φίλος μου Μανώλης Ρούνης, πολύ εντριβής εις τα του Όρους, μου σύστησε, έτσι φευγαλέα, έναν καλόγερο, τον Θεόκλητο Διονυσιάτη, που ως εκείνη τη στιγμή αγνοούσα το ρόλο του σαν συγγραφέα. Λυπάμαι που έτσι έχασα την ευκαιρία να έχω μαζί του μια εποικοδομητική συνομιλία. Αλλά την πραγματοποίησα νοερά, όταν αργότερα διάβασα το «Μεταξύ ουρανού και γης», βιβλίο μοναδικό, που θέλει να φέρει κι' εμάς τους κοσμικούς κοντά στην καυτή ουσία του αγιορείτικου μοναχισμού. Εδώ θ' αντικρύσουμε κατάματα αυτή την ουσία και θα δούμε ως ποιο σημείο μπορούμε τουλάχιστον να την κατανοήσουμε.

Δεν μπορούμε (επαναλαμβάνω) να αποβλέπουμε στην ολοκληρωτική κατάκτηση, γιατί αυτή θα σήμαινε ταύτιση, που είναι αδιανόητη χωρίς την επίσης ολοκληρωτική αφιέρωση στο μοναχικό ιδεώδες. Οι άνθρωποι οι κατεχόμενοι από τη Χάρη, εκείνοι δηλαδή που έχουν ενσωματωθεί στη θεϊκή ουσία ώστε να βρίσκονται πια πέραν του κόσμου τούτου, είναι φυσικό να μιλούν μια γλώσσα ενοραματική που αποκρίνεται σ' αυτές τις εσωτερικές διεργασίες τις οποίες έχουν υποστεί. Μια γλώσσα τόσο πλήρη σε ζέστα ψυχής και σε βάθος ιδανικού, όσο πιό δύσκολα είναι προσιτή σε κείνους που δε μπορούν να εγκύψουν σε ανάλογο βάθος. Γι' αυτό, πολύ σοφά ο συγγραφέας βάζει συνομιλητές των μοναχών που υπερασπίζονται το ιδεώδες τους, κα' αρχήν έναν θεολόγο (που μπορεί να φτάσει σ' ένα κάποιον βαθμό μυήσεως) και ύστερα ένα Δικηγόρο, που το πνεύμα του είναι φτιαγμένο από λογική και διανόηση, ώστε κι' όταν ακόμη αισθάνεται την παρουσία του ιδανικού να μη μπορεί να το προσεγγίσει.

Ας προσπαθήσουμε, εμείς τουλάχιστον στην έρευνα μας αυτή, να μη σταθούμε εντελώς άτυχοι σαν τον δικηγόρο. Αν πραγματικά επιτύχουμε κάποια συμφιλίωση, θα πει ότι ο καιρός μας δεν επήγε μάταιος. Ιδού πως ο συγγραφέας περιγράφει τη ζωή των ερημιτών, οι όποιοι είναι οι πιό αξιοθαύμαστοι φορείς του μοναχικού ιδανικού: «Οι ερημίται, λέγει, κατανέμουν τον χρόνον των εις προσευχήν και εργόχειρον. Σκαλίζουν επί σκληρού ξύλου Εσταυρωμένους και δίδουν, είτε εν γνώσει είτε εν αγνοία των, Θεός οίδε, μίαν τοιαύτην έκφρασιν πόνου εις το γεγλυμένον πρόσωπον του Κυρίου και τοιαύτην κίνησιν εις το σώμα του, ώστε να μην ημπορεί να τον βλέπει κανείς άνευ δακρύων.,. Οι ερημίται διαβιούν ως τα αλληγορούμενα πετεινά του ουρανού, μη σπείροντα, μη θερίζοντα, μηδέ συνάγοντα εις αποθήκας. Ο Κύριος εστίν ο τροφεύς αυτών. Είναι ωραίαι αι αμφιέσεις των, υπέρ τα κρίνα του αγρού διότι είναι ενδεδυμένοι τον Χ ρ ι στόν και κοσμούνται δι' αρετών και αφανών φωτοστέφανων. Έχουν περιορίσει τας ανάγκας των εις το ελάχιστον, ώστε να είναι υπό πάντων ελεύθεροι. Έμαθον να είναι σοφοί εκ της λιτότατης ζωής των, ταπεινοί το φρόνημα». Αυτή η αποκοπή, πλήρης και οριστική, από ό,τι θα ονομάζαμε ματαιότητα της ζωής, είναι ό,τι δυσκολότερα θα μπορούσαμε να συλλάβουμε, εμείς που ζούμε μέσα σ' αυτή τη ματαιότητα και τη δοξολογούμε. Για τον ερημίτη όμως, η ματαιότητα αυτή είναι περισσότερο αποκρουστική, όσο βαθύτερα κατέχεται από το όραμα μιας άλλης ζωής, που το ύψος της και η τελειότητά της κατανικούν την εφημερότητα. Ιδού τώρα, πως ο Θεόκλητος Διονυσιάτης συναρτά μια δύσκολη και τραχεία ζωή με μια εξαγνισμένη ψυχή:

«Όπως ο Ασκητισμός, ούτω και αι κατοικίαι των Ερημιτών έχουν την ιδιορρυθμίαν των. Αι καλύβαι αύται δεν έχουν τίποτε το κοινόν με τα χωρικά σπίτια της Ελλάδος. Εις την σύλληψιν του σχεδίου των υπάρχει μία πρωτόγονος εκκεντρικότης. Φθάνει μία ρωγμή ή μία προεξοχή επί βράχου διά να αποτελέσουν ιδεώδες ο ι κ ό π ε δ ο ν διά τον Ερημίτην. Προσφυώς τας ονομάζουν αετοφωλιές, Κτίζονται δε με πνεύμα τραχείας αρχιτεκτονικής, όπως ακριβώς είναι και ο Ασκητισμός. Ματαίως θ'; αναζητήσει κανείς εις αυτάς την άνεσιν. Πολλά έχουν γραφεί διά τας καλύβας, άλλ' αμφιβάλλω άν ελέχθη όλη η αλήθεια, διότι η νοοτροπία των Ερημιτών που τας έκτισαν είναι εις ημάς απροσπέλαστος. Προ παντός δεν ακολουθεί την λογικήν. Η ευθεία διά τους Ερημίτας δεν είναι η συντομωτέρα οδός. Προτιμούν, αίφνης, να αναρριχώνται, παρά να βαδίζουν επί βατών ατραπών. Δεν είναι ριψοκίνδυνοι, δεν είναι οπαδοί του δόγματος ζ ή ν επικινδύνως, αλλά θεωρούν τον κίνδυνον ως στοιχείον ηθικής προαγωγής. Ο κατερχόμενος εις αυτάς τη βοηθεία αλύσεων, διά πρώτην φοράν, φρικιά επί πολλά έτη και επί τη αναμνήσει μόνη».

Το μόνο ασφαλώς που δε μπορούμε να γυρέψουμε σ' αυτή την κατάσταση του πνεύματος είναι η λογική. Η διαρκής προτροπή που ακούμε μέσα στην εγκόσμια ζωή: «λογικεύσου!» για να επαναφέρει στον ίσιο δρόμο έναν παραστρατημένον άνθρωπο, για έναν Ερημίτη του Αγίου Όρους θα ήταν αληθινή προσβολή. Όταν μπει κανείς στην πυρακτωμένη ατμόσφαιρα της πίστης και της αγάπης, στην πιό εξιδανικευμένη μορφή, όπως την εννοούν οι Αγιορείτες, τότε υπακούει πια στα κελεύσματα μιας άλλης λογικής που δεν εκπορεύεται από το μυαλό αλλά από το άδυτο της ψυχής. Κι' αυτό ακριβώς είναι το δύσκολο σημείο που δημιουργεί την ασυνεννοησία ανάμεσα σ' έναν κοσμικό και σ' έναν ερημίτη: ότι η λογική τους είναι διαφορετικής πηγής και εμπνεύσεως. Τα μέτρα με τα οποία κρίνουν τις άξιες είναι από διαφορετικά υλικά και έχουν διαφορετικά μεγέθη. Οι αξίες οι δικές μας αποκρίνονται στις επίκτητες ανάγκες που δημιούργησε ο πολιτισμός, θαυμάζουμε και υπηρετούμε τον πολιτισμό μας στη δυαδική του υπόσταση, υλική και πνευματική, θέλουμε να έχουμε τα ηλεκτρικά μας ψυγεία, τις κουζίνες, τα μπάνια, τις αναπαυτικές πολυθρόνες. Τα αυτοκίνητα, τα ραδιόφωνα, τα αεριωθούμενα, θέλουμε να διαβάζουμε τους στοχαστές και τους φιλοσόφους μας, που μας οδηγούν πάντα άλλου. Αποτροπιαζόμαστε την επανάληψη. Ζούμε με ό,τι μας εκφράζει, σε μια κατάσταση ροής. Τον ίδιο το Χριστιανισμό τον αντιμετωπίζουμε σαν ένα θέμα που μέσα στην αιωνιότητα του, βρίσκεται σε διαρκή μεταμόρφωση. Αυτά είναι τα δικά μας μέτρα, που βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με την ουσία του μοναχισμού. Έχουμε ανάγκη, λοιπόν, από τη μεγαλύτερη καλή θέληση για να μπορέσουμε ν' ανακαλύψουμε μέσα μας κάποια πηγή, κρυμμένη στα βάθη μας, κατασκεπασμένη, από την οποία θα μπορούσαμε να αντλήσουμε τη δύναμη για ν' αγγίξουμε κάπως αυτό το τόσο απομακρυσμένο ιδανικό. Ο συγγραφέας του «Μεταξύ ουρανού και γης» δεν παραλείπει να κάμει την διάκριση ότι άλλη περίπτωση είναι ο απομονωτισμός των νευρωτικών από τους οποίους είναι γεμάτη η κοινωνία και εντελώς διαφορετική η τάση για απομόνωση του Μοναχού, που αποτελεί «εκπόρευσιν του υγιούς θρησκευτικού συναισθήματος». Επεξηγεί προσφυέστατα: «Εφόσον θρησκευτικότης σημαίνει φυγήν από το ε ν θ ά δ ε , ορμήν εσωτερικήν προς την πέραν του αισθητού ζωήν. αναζήτησιν του Ε π έ κ ε ι ν α , όπερ διαισθανόμενα και πιστεύομεν και αγαπώμεν, κατ' ακολουθίαν θα μας διαφλέγει ο πόθος της εφικτής προσεγγίσεως, ο έρως να ίδωμεν τον Θεόν μας Ε ν ώ π ι ο ς ε ν ω πίω" να συνομιλήσωμεν μετ.' Αυτού‡ να εύρωμεν την τελείαν ειρήνην εν τοις κόλποις Του. Η κραυγή του Ιερού Αυγουστίνου. Ω Κύριε, ανήσυχος είναι η ψυχή μας έως ο υ εύρωμεν την ε ι ρ ή ν η ν ε ν Σ ο ί, είναι η κραυγή ολοκλήρου του κόσμου».

Αύτη η γλώσσα της μυστικόπαθης έξαρσης είναι περισσότερο οικεία σε όσους έτυχε να διαβάσουν τους μυστικούς συγγραφείς. Στην περίπτωση του Αγιορείτικου Μοναχισμού το μυστικό δράμα είναι πιό συγκεκριμένο και εξασφαλίζει την πληρότητα, την τελειότητα της ανθρώπινης ύπαρξης μ' αυτή την πορεία προς το Θεό. Πρόκειται για μια σοφία που δεν στηρίζεται σε γνώσεις αλλά στην ενιαία γνώση, και απέναντι στην οποία οι εγγράμματοι και οι αγράμματοι έχουν το ίδιο δικαίωμα και την ίδια δυνατότητα εισόδου. Από τη στιγμή που θα πατήσει κανείς αυτό το κατώφλι, υφίσταται μια μεταμόρφωση, που τον κάνει δύσκολα αναγνωρίσιμο από τους άλλους, που βρίσκονται δώθε από το κατώφλι, που δε θέλησαν ή που δε μπόρεσαν να το πλησιάσουν. Είναι το κατώφλι της πίστης. Και πίστη σημαίνει, κατ' αρχήν απελευθέρωση της ψυχής από τα ανθρώπινα πάθη. Ίσως αυτά τα πάθη είναι που δίνουν μια συνοχή στο κοινωνικό μας σώμα. Και θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι ήρθαμε στη γη, όχι για να ζητήσουμε και να επιτύχουμε όλοι την υψηλή ηθική τελειότητα, αλλά για να ζήσουμε με τα ανθρώπινα πάθη μας. Ότι ήρθαμε, για να μείνουμε άνθρωποι, για να διαιωνίσουμε το ανθρώπινο γένος και να υπομείνουμε όλους τους μόχθους, τις ταλαιπωρίες, τις αβάσταχτες συχνά, που συνεπάγεται αυτός μας ο ρόλος. Αλλά ποιός θα μπορούσε να έχει αντίρρηση; Η ουσία του μοναχισμού έγκειται στο ότι αποτελεί την εξαίρεση. Και το πιό ουσιώδες, ότι μας υπενθυμίζει ποιά είναι η βαθύτερη υπόστασή μας, η ουσία από την οποία προερχόμεθα και στην οποία θα επιστρέψουμε μια μέρα. Την πίστη και την τελειότητα, που δεν είμαστε προορισμένοι να κατακτήσουμε εμείς, μπορούμε να την θαυμάσουμε σαν ένα υπόδειγμα στη ζωή των Ερημιτών αυτών, οι όποιοι απέβλεψαν στην ένωσή τους με την ουσία του Θεού. Πόση είναι η δύναμη της Ο Θεόκλητος Διονυσιάτης μας μιλεί για κάποιον γέροντα Ασκητή: «Η αγάπη σ' αυτόν εξετόπιζε την σκέψιν. Σ υ ν ε σ τ α ύ ρ ω μα ι ... μου έλεγε πολλάκις. Ο γέρων ανέπνεεν Ιησούν Χριστόν και τ ο ύ τ ο ν ε σ τ α υ ρ ω μ έ ν ο ν. Η μυστικοπαθής λατρεία του Εσταυρωμένου τον εβύθιζεν εις εκστασιασμούς. Μοί διηγείτο μίαν εσπέραν διά κάποιον ερημίτην, ότι η περιπαθής αγάπη του προς τον Σταυρόν του Κυρίου και ο διάπυρος πόθος του να συμμετάσχει εις το πάθος του, τον έκαμνον να ωδυνάται νοερώς τόσον, ώστε εις μεν το μέτωπόν του είχον σχηματισθεί ίχνη του ακανθίνου στεφάνου του Κυρίου, εις δε τας χείρας και τους πόδας του, οι τύποι των ήλων, εις την πλευράν του δε, το τραύμα της λόγχης. Τα ίχνη αυτά, συνέχισεν ο γέρων, λέγουν ότι τα είδον οι συνασκηταί του όταν ο ερημίτης εκοιμήθη εν Κυρίω ...». Εδώ μπαίνουμε στην περιοχή του θαύματος, που πραγματοποιείται δια της πίστεως, θα μπορούσε να δοθεί ίσως και μια επιστημονική ερμηνεία, όπως χωράει τέτοια και στα θαύματα ιάσεως που γίνονται στην Παναγία της Τήνου. Αλλά η πίστη είναι μια δύναμη, η οποία, στην περίπτωση αυτή είναι αδιανόητη χωρίς τη θρησκεία. Απορρέει από τη θρησκεία και υπηρετεί το πνεύμα της. Φθάνουμε πάντα σ' ένα σημείο, πέρα από το οποίο η επιστημονική λογική είναι ανίσχυρη. Είμαστε φορείς δυνάμεων, που αγνοούμε την έκταση τους, το μήκος της ακτινοβολίας τους.

Το μοναχικό ιδανικό αποβλέπει προς την τελειότητα. Και δε μπορεί κανείς να φτάσει σ' αυτήν παρά με μια τέλεια κάθαρση, μ' άλλα λόγια με μια οριστική και απόλυτη απαλλαγή από τις έλξεις και τις φροντίδες της εγκόσμιας ζωής. Φαίνεται ότι η προσπάθεια της αποκόλλησης από την εγκοσμιότητα φτάνει κάποτε σε μια περίοδο κρίσιμη, όπου οι πειρασμοί της ζωής γίνονται τρομακτικοί. Κανείς από τους ανθρώπους του κόσμου δεν είναι σε θέση να μαντεύσει αυτό το καμίνι, μέσα στο οποίο το κορμί και η ψυχή ψήνονται, σαν μέσα σε μια επίγεια κόλαση. Αν η απαγόρευση αυξάνει τον πόθο, μπορεί κανείς να φαντασθεί τί συμβαίνει εδώ που πρόκειται για μια οριστική κάθαρση από τον πόθο. Οι Αγιορείτες έχουν απαγορεύσει την είσοδο κάθε θηλυκού (ανθρώπου ή ζώου) στον τόπο τους, γιατί το θηλυκό είναι η κατ'; εξοχήν ενσάρκωση του πόθου, η αιώνια πρόκληση για τον άνδρα. Στό Άγιον Όρος θα συναντήσουμε όλους τους αναβαθμούς της Κάθαρσης και η παρουσία του θηλυκού θα αύξαινε τη δύναμη του πειρασμού. Οι μοναχοί έφτιαξαν στό Άγιον Όρος το βασίλειο τους, προβλέποντας όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που διευκολύνουν την Κάθαρση. Τείνουμε πάντα να τους κρίνουμε με τα δικά μας μέτρα. Αλλά ποτέ δε θα κατανοήσουμε τον πλησίον μας, παρά μόνο αν μπορέσουμε, για μια στιγμή έστω, να πάρουμε τη θέση του μέσα στη ζωή. Να ζήσουμε όπως ζει, να αισθανθούμε όπως αισθάνεται. Πολύ περισσότερο, αν θέλουμε να πλησιάσουμε τήν ουσία τής μοναχικής ζωής, θα πρέπει να διαθέτουμε κάποιες ειδικές κεραίες, που να τις βάλουμε σε ενέργεια. Αλλιώς, κάθε προσπάθεια θα είναι μάταιη.

Ευνόητο είναι ότι δε θέλησα εδώ να κάμω μια συστηματική ανάλυση του βιβλίου «Μεταξύ ουρανού και γης», που μολαταύτα μας απασχόλησε αρκετά. Ο σκοπός μας είναι με τη βοήθεια της αυθεντικής αυτής ομολογίας, την οποία αποτελεί το βιβλίο του μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου, να προσπαθήσουμε να συλλάβουμε το μυστικό του μοναχισμού, αυτό που ονομάσαμε μυστικό του Αγίου Όρους. Είμαστε αποκλεισμένοι απ' αυτό, αλλά δεν σημαίνει ότι λείπουν από μέσα μας οι σπόροι, οι προδιαθέσεις, οι φωνές που μπορεί για μια στιγμή να μιλήσουν. Αν οι μοναχοί αποκόπτονται από μας, γκρεμίζουν όλες τις γέφυρες που τους ενώνουν με τη ζωή, γιατί διαφορετικά θα πρόδιναν το ιδεώδες τους, εμείς όμως δεν έχουμε λόγους να θεωρούμε τους εαυτούς μας ξένους προς αυτό το ιδεώδες. Αν δεν έχουμε καμιά διάθεση να το ακολουθήσουμε, γιατί πραγματοποιούμε τη μοίρα του επίγειου άνθρωπου, όμως αυτή η μυστική φωνή που σε ώρες μοναξιάς μιλάει μέσα μας, μας βεβαιώνει πως ο μοναχισμός, όπως πραγματοποιείται κυρίως στο Άγιον Όρος, αποτελεί έναν επίγειο σύνδεσμο ανάμεσά μας και της θεότητας. Δεν κάνω την απολογία του, γιατί δεν είμαι αρμόδιος. Απλώς επισκοπώ το ρόλο του και την ωφελιμότητά του.

Ένα ουσιώδες θέμα με το οποίο θα έπρεπε να κλείσουμε την ομιλία, είναι οι απόψεις των ασκητών για τη δική μας ζωή. Ο συγγραφέας του «Μεταξύ Ουρανού και γης» έχει την ευκαιρία να μας δώσει εξηγήσεις και υποθήκες. Στην παρατήρηση του θεολόγου ότι όπως θέτει το ζήτημα «καταντώμεν αναγκαστικώς εις το συμπέρασμα ότι όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να διάγουν ως ασκηταί», απαντά με το στόμα ενός ασκητού ως έξης: «Δεν υπεστήριξα ότι οι κοσμικοί δέον να είναι και ασκηταί, αλλά ότι η χριστιανική διδασκαλία ασχέτως προς την ιδιόμορφον άσκησιν των Μοναχών, προβλέπει δι' όλους τους πιστούς ασκητικούς τινας αγώνας, και τι η φύσις της εκκλησίας μας είναι ασκητική. Εφ' όσον ούτως έχει το θέμα, κατ' ανάγκην οφείλει έκαστος κοσμικός να μετέρχεται εν τινι μέτρω την άσκησιν, συνισταμένην εις εγκράτειαν, εν τη περιεκτική σημασία της λέξεως, νηστείαν, εν τεταγμένοις καιροίς, πληρών την εντολήν του αδιαλείπτως προσεύχεσθαι και αγρυπνείτε και πρ ο σ ε ύ χ ε σ θ ε ί ν α μη εισέλθετε εις πειρασμόν. Και συνελόντι ειπείν, οφείλει ο πιστός να καταβάλει ανά πάσαν στιγμήν προσπάθειαν εργασίας πνευματικής φερούσης εις τελειότητα. Προ παντός ο εν τω κόσμω Χριστιανός οφείλει να παλαίει ανυστάκτως προς την ην φορεί ασθενεστάτην σάρκα. Ταύτα αποτελούν προϋποθέσεις πνευματικής ζωής, άνευ των οποίων είναι αδύνατον φύσει να κρατήσει τις εαυτόν καθαρόν εκ του μιάσματος του κόσμου».

Όταν ο λόγος είναι για «πνευματική τελειότητα» δε μπορούμε παρά να ακούμε με ευλάβεια. Είπα ήδη ότι υπάρχουν μέσα μας οι σπόροι ενός μοναχικού ιδανικού, δηλαδή ενός ιδανικού πνευματικής ασκήσεως και προσευχής. Όσο κι' αν η εποχή μας υπηρετεί τον υλικό πολιτισμό, του οποίου τα δώρα δε μπορεί ν' απαρνηθεί, εν τούτοις, στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής παραμονεύει πάντοτε αυτή η μυστική δύναμη που μεταμορφώνει το ζώο σε άνθρωπο και χάρη στην οποία η ζωή γίνεται βιώσιμη. Είναι πολύ φυσικό, αυτή τη δύναμη μια κατηγορία ανθρώπων να θέλει να την αναπτύξει στο ακέραιο, να την βάλει απόλυτο γνώμονα της ζωής. Η ορθοδοξία διευκολύνει με το ασκητικό ιδεώδες της αυτές τις φυγές που πραγματώνονται εκεί στο Άγιον Όρος με τί σκληρή άσκηση, την αιματηρή προσήλωση, τη διαρκή σταύρωση. Δε θα ήταν υπόδειγμα η βίωση αυτή για όλους τους Χριστιανούς. Το Βυζάντιο την αγκάλιασε σ' ένα μέγα πλάτος ώστε να μας κάμει να υποπτευθούμε, με την πτώση του, ότι μια τέτοια βίωση είναι διαβρωτική για ζωντανούς οργανισμούς. Ο Αγιορείτικος μοναχισμός όμως, κρατημένος στα μέτρα του, αποτελεί μια ανάταση εσωτερικής ζωής, και μια διαρκή υπόμνηση για μας τους άλλους. Μια συνεχή αναφορά στον άνθρωπο που κρύβουμε μέσα μας και που κινδυνεύει αδιάκοπα, μέσα σε μια εποχή απανθρωπιάς. Κάτω από έναν τέτοιο φωτισμό, ο εορτασμός της Χιλιετηρίδας αποτέλεσε μια πράξη ανάγκης και σωφροσύνης, μια προειδοποίηση προς τις αλόγιστες δυνάμεις της ύλης. Όλες οι πρόοδοι, όλες οι κατακτήσεις της Επιστήμης που έχουν σήμερα μεθύσει την ανθρωπότητα, δεν θα γίνουν ποτέ ουσιαστικά χρήσιμες αν δεν κυριαρχηθούν πνευματικά, αν δεν γίνουν μέσα πνευματικής τελειότητας του ανθρώπου. Αυτό είναι σε τελευταία ανάλυση, το μυστικό που μας εμπιστεύθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή το Άγιον Όρος.

Lord, I Love Thee with all my heart

Η Προσευχή - Γέρων Νίκων

Washing away our Sins

Finding Inner Peace

A Few Moments of Calming the Soul

Saturday, September 21, 2013

Receiving the Light of Christ ( Saint Seraphim of Sarov )


Our aim is to know God in a direct way, not intellectually or through reason. This is often referred to as receiving the light of Christ. When we receive this light we experience a sense of joy. When it is a light sent by the devil we feel a bit of agitation or obscureness.


Saint Seraphim says,
The Christian heart, when it has received something divine, does not demand anything else in order to convince it that this is precisely from the Lord...
Saint Seraphim also gives many pointers about how to prepare to receive this gift of light.


He says,
To receive and behold in the heart the light of Christ, one must, as far as possible, divert one's attention away from the visible objects. Having purified the soul beforehand by repentance and good deeds, and with faith in the Crucified, having closed the bodily eyes, immerse the mind within the heart, in which place cry out with the invocation of the name of our Lord Jesus Christ; and then, to the measure of one's zeal and warmth of spirit toward the Beloved, a man finds in the invoked name a delight which awakens the desire to seek higher illumination.
What is important to remember that this gift comes after we have purified our heart and soul of its attachment to the passions of the body and one is committed to a life of ongoing repentance and good deeds, including participation in the sacraments of the Church.

Saint Seraphim goes on to describe this gift.
When a man beholds the eternal light interiorly, his mind is pure and has no sensory representations, but, being totally immersed in contemplation of uncreated goodness, he forgets everything sensory and wishes not even to see himself; he desires rather to hide himself in the heart of the earth if only he not be deprived of this true good--God.This is the gift that is available to all who are willing to cooperate with God and undertake the necessary preparation.


Reference: Little Russian Philokalia, Vol 1, pp 46-47

Heart must be soft, the heart must be warm ( Father Seraphim Rose )



We should not think we can be hard and cold and correct and still be Christians. Being correct is external side of Christianity. It's important but not of first importance. Of primary importance is the heart. The heart must be soft, the heart must be warm. If we do not have this warm heart, we have to ask God to give it, and we have to try ourselves to do those things by which we can acquire it.


One thing that can save us is simplicity. It can be ours in our hearts if we pray to God to make us simple; if we just do not think of ourselves so wise...


As soon as you begin to hear or think to yourself critical statements [about people in the Church], you have to stop and warn yourself that, even it its true––because often those statements are true to some degree––this critical attitude is a very negative thing. It will not get you anywhere. ...remember not to judge, not to think you're so wise that you know better. On the contrary, try to learn perhaps without words, from some of those people whom you might be critical of....
If we follow the simple path––distrusting our own wisdom, doing the best we can with our mind, yet realizing that our mind, without warmth of heart, is a very weak tool––then an Orthodox philosophy of life will begin to be formed in us.

Father Seraphim Rose

Being patient ( Fr. Seraphim Rose )




Count it all joy, my brethren, when ye fall into manifold temptations, knowing that the testing of your faith produces patience. And let patience have its perfect work, that ye may be perfect and entire, lacking nothing. (James 1:2-4)

"By taking one small step at a time, and nobody not thinking that in one big step we are going to get any place, we can walk straight to the Kingdom of Heaven––and there is no reason for any of us to fall away from that ."
Fr. Seraphim Rose

How to live a spiritual life ( Saint Theophan the Recluse. )


Our life is said to be spiritual when the spirit has supremacy over the other aspects of our being, according to Saint Theophan the Recluse.

What is Spirit? Saint Theophan says that spirit is “that force which God breathed into man when he created him.” It combined with the soul and raised the soul in humans above al other of His creation. He says, “The Spirit, as a force which has come from God, knows God, seeks God, and in Him alone finds rest.”

Our being is also made up of soul and body. The body has a digestive system to nourish it, a muscular-skeletal system for movement and a nervous system to connect our five senses to our body so it can interact with the external world. The soul is intermixed with this physical aspect. The body, however, puts great demands on the soul to meet its needs and restricts its freedom. He says, “The minds and spirits... are inevitably famished, if not completely deadened, stopped up and immersed in sensuality.”

Our soul has three aspects: intellectual (imagination, memory, and intellect), desirous (will) and heart (sense).

Our intellect is subject to wandering and distraction. He says, “Thoughts rise up one after the other, they form into a line, then they intersect each other, are a few steps forward, then go backward, then run sideways, never stopping for anything. This is not reasoning; it is wandering and scattering of thoughts, this state is the complete opposite of what our intellectual faculty is supposed to be. That is its illness, which is so inculcated in it and so endemic to everyone, that it would be impossible to find a single human being who is capable of continuously conducting the substantial labor of thinking.”

Our desirous aspect thirsts for what is pleasant and beneficial. Its purpose is to control our life, but because of “wandering and scattering of thoughts” we find it preoccupied with “inconsistency, disorder, and selfish desires.”

The heart is the center of our being and senses the condition of the soul and body providing motivation to please it. With sobriety it is calm and undisturbed, but with distraction from the intellectual part and inconsistent desires from the desirous parts the heart has no peace.

The normal life today is one driven by physical desires, scattered thoughts and selfish desires. St. Theophan says,

“a person receives a particular character according to the kind of life he lives, and this character is reflected in his views and attitudes, his habits, and his feelings. That is, his life is either spiritual, with spiritual views, habits and feelings; or it is intellectual, with intellectual concepts, habits and feelings; or it is carnal with carnal thoughts, deeds and feelings…. The straying of thoughts, inconsistency of passionate desires, and uneasiness of the heart constantly disturbs us, not allowing us to a single thing as we should, and nearly always leading us astray…. Please take note of this illness of ours… Do not put entirely out of your mind the idea that within you there is always present something which is not good, which is always ready to divert you from the right way and to mislead you.”
We live a spiritual life when the spirit has command of all aspects of our being. When this is true we do not err. This is the norm of human life, says St. Theophan. Living a spiritual life, one is a real person, different than the unnatural intellectual or canal person. When the spirit reigns the soul seeks only what is beautiful in this world and in the invisible world. In the soul the intellectual part yearns for the ideal, never being satisfied but strives for the “significance of each sphere of things in the overall sum of creation.” The desirous part seeks unselfish deeds or virtuous actions. The heart has a yearning for the love of the beautiful. The soul then seeks only what is desirous by God, being bound together in harmony with the soul and body.

A spiritual life is one where the spirt harmonizes the physical demands of the body and the actions of the soul to live as God created us. Spirt of necessity takes on the leading role. It does not negate the other aspects of our being, the intellectual and physical, but puts them all in the proper perspective and under proper control. It is a life where the “spiritual predominates, subordinating to itself and penetrating the intellectual and the physical parts.”

This is the main challenge of a spiritual life. We can and must learn how to lift ourselves from domination by the demands of our physical, intellectual and desirous aspects that are distorted and contaminated by our passions and to allow the spirit to function as it was intended .

He says,

“As long as you are not living in the spirit do not expect happiness. Intellectual and physical life,when the course is favorable, give something like happiness, but it is a fleeting illusion of happiness, and soon vanishes… The spirit however, soars beyond the boundaries of all troubles and carries away the person who abides in the spirit, and , by allowing his to taste its blessings, which are ever present, makes him truly and completely happy.”


From The Spiritual Life, letters 4-13, Saint Theophan the Recluse.

Σοδομιτικά αμαρτήματα και....Ομοφυλοφιλία ( Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )



«Αλλ' ακόμη δεν ανέφερα το αποκορύφωμα των κακών, ούτε το κυριώτερον μέρος της συμφοράς απεκάλυψα, διότι πολλάκις, που ητοιμάσθην να το ειπώ εκοκκίνησα, πολλάκις δε εντράπηκα.

Ποίον λοι­πόν είναι αυτό; Διότι πρέπει πλέον να το αποτολμήσωμεν να το είπωμεν. Αλλωστε θα ήτο μεγάλη ανανδρία, ενώ πρόκειται να εκριζώσωμεν κάτι κακόν, να μη τολμώμεν ούτε καν να ομιλήσωμεν δι' αυτό, ωσάν να πρόκειται η σιωπή να ιατρεύση αφ' εαυτής την ασθένειαν. Δεν θα σιωπήσωμεν λοιπόν, και αν ακόμη πρόκειται μυριάκις να εντραπώμεν και να κοκκινίσωμεν.

Διότι και ο ιατρός, προκειμένου να καθαρίση την μολυσμένην πληγήν, θα παραιτηθή από του να χρησιμο­ποίηση τον σίδηρον, και να βυθίση τα δάκτυλά του εις τον πυθμένα του τραύματος; Λοιπόν, ούτε και ημείς πρόκειται να σταματήσωμεν τον λόγον αυτόν, καθ' όσον η μόλυνσις είναι χειροτέρα. Ποίον λοιπόν είναι το κακόν;

Κάποιος παράδοξος και παράνομος πόθος εισήλθεν εις την ζωήν μας. Επέπεσεν ασθένεια βαρεία και αθερά­πευτος και ενέσκηψε πανώλης χει­ροτέρα όλων' επενοήθη κάποια νέα και φοβερά παρανομία, διότι ανατρέπονται όχι μόνον οι ανθρώ­πινοι, αλλά και οι φυσικοί νόμοι. Κατήντησε λοιπόν μικρόν πράγμα η πορνεία θεωρουμένη ως συνήθης ασέλγεια.

Και όπως εις τας οδύνας, το τυραννικώτερον πάθος, όταν επέλθη, καλύπτει την εντύπωσιν του προηγουμένου, έτσι και το υπερβολικόν μέγεθος αυτής της ύβρεως κάμνει το ανυπόφορον, να μη φαίνεται πλέον ως ανυπόφορον, δηλαδή την ακολασίαν περί την γυναίκα.
Διότι φαίνεται ότι είναι ευχάριστον το να ημπορέση να διαφύγη κανείς από τα δίκτυα αυτά και κινδυνεύει εις το εξής να γίνη περιττόν το γυναικείον φύλον, εφ' όσον οι νέοι αναπληρώνουν αντί εκεί­νων, όλα τα εις εκείνας ανήκοντα.



Και δεν είναι μόνον αυτό το κακόν, αλλ' ότι με πολλήν ελευθερίαν αποτολμάται τοιαύτη ακολασία και ενομιμοποιήθη η παρανομία. Κανείς λοιπόν δεν φοβείται και δεν τρέμει. Κανείς δεν εντρέπεται ούτε κοκκι­νίζει, αλλά και υπερηφανεύεται δια την γελοίαν αυτήν πράξιν και θεω­ρούνται παράφρονες οι σώφρονες και ότι δήθεν παραπλανώνται οι νουθετούντες' και αν μεν τύχη να είναι κατώτεροι σωματικώς, δέρονται, αν δε είναι ισχυρότεροι χλευ­άζονται, καταγελώνται, περιλούο­νται με μυριάδας εμπαιγμούς.

Εις τίποτε δεν ωφελούν τα δικαστήρια, ούτε οι νόμοι, ούτε οι παιδαγωγοί, ούτε οι πατέρες, ούτε οι υπηρέται, ούτε οι διδάσκαλοι.
Διότι άλλους μεν κατώρθωσαν να διαφθείρουν δια χρημάτων, αυ­τοί δε ενδιαφέρονται πως να απο­κτήσουν μισθόν. Εξ εκείνων δε που είναι φρονιμώτεροι και φροντί­ζουν δια την σωτηρίαν αυτών, που τους έχουν εμπιστευθή, άλλοι μεν πολύ ευκόλως αποκοιμίζονται και εξαπατώνται, άλλοι δε φοβούνται την δύναμιν των ανηθίκων.

Αλλω­στε ευκολώτερον θα ηδύνατο να γλυτώση κάποιος, ο οποίος έχει γί­νει ύποπτος ότι εποφθαλμιά το βασιλικόν αξίωμα, παρά να ξεφύγη από τα χέρια των μιαρών εκείνων, αν προσπαθήση να αρπάξη από αυτούς τα παιδιά.

Ετσι, ωσάν εις μεγάλην ερημίαν, μέσα εις τας πό­λεις οι αρσενικοί με αρσενικούς διαπράττουν την ακολασίαν. Εάν δε μερικοί έχουν ξεφύγει τας παγί­δας αυτάς, δυσκόλως θα αποφύ­γουν όμως την κακήν φήμην αυ­τών, οι οποίοι διαπράττουν τας α­σχήμιας αυτάς.

Πρώτον μεν, διότι είναι πάρα πολύ ολίγοι και κατ' αυ­τόν τον τρόπον ευκόλως θα ημπο­ρούσαν να κρύπτωνται ανάμεσα εις το πλήθος των κακών, δεύτε­ρον δε, διότι και οι ίδιοι οι μιαροί και οι μολυσμένοι εκείνοι δαίμονες, επειδή δεν ημπορούν κατ' άλλον τρόπον να βλάψουν αυτούς οι ο­ποίοι τους περιεφρόνησαν, προ­σπαθούν να τους τιμωρήσουν δια του τρόπου αυτού.

Διότι, αφού δεν ημπόρεσαν να τους πλήξουν θανασίμως ούτε να εγγίσουν την ιδίαν την ψυχήν των, επιχειρούν λοιπόν να πληγώσουν τουλάχιστον τον διάκοσμον της σωφροσύνης των, τον οποίον λαμβάνουν από την κοινωνίαν και να καταστρέψουν την καλήν υπόληψίν των.
Διά τούτο και ήκουσα ότι πολλοί παραξενεύονται, πως ακόμη και σήμερον δεν έβρεξε άλλην πυρίνην βροχήν, πως δεν έπαθεν η πόλις μας αυτά, που έπαθον τα Σόδο­μα ενώ είναι αξία διά πολύ σκληροτέραν τιμωρίαν, καθόσον δεν εσωφρονίσθη ούτε με τα κακά εκεί­νων;

Αλλά μολονότι λοιπόν η χώρα εκείνη επί δύο χιλιάδες έτη βοά δια της όψεώς της λαμπρότερον και από φωνήν, προς όλην την οικουμένην, δια να μη αποτολμήση παρόμοιον αμάρτημα, όχι μόνον δε εμειώθη η τάσις των δια την αμαρτίαν αυτήν, αλλά και περισσότερον αυθάδεις έγιναν, ωσάν να φιλονεικούν και μάχωνται με τον Θεόν και προσπαθούν να αποδείξουν εμ­πράκτως ότι τόσον περισσότερον θα είναι προσκεκολλημένοι εις τα κακά αυτά, όσον περισσότερον τους απειλεί.



Πώς λοιπόν δεν έγινε τίποτε τέτοιο, ενώ τα μεν Σοδομιτικά αμαρτήματα διαπράττονται, όμως, δεν επιβάλλονται αι τιμωρίαι των Σοδόμων; Επειδή τους αναμέ­νει άλλο πυρ καυστικώτερον και τι­μωρία ατελεύτητος. Αλλωστε και εκείνοι, ενώ διέπραξαν πολύ βαρύ­τερα αμαρτήματα από τους καταστραφέντας δια του κατακλυσμού, εννοώ τους μετέπειτα, καμμία τέ­τοια ραγδαία βροχή, δεν έγινε μετά από εκείνον.
Και εδώ πάλιν ο λόγος είναι ο ίδιος. Διατί τάχα οι πρώτοι άνθρω­ποι, όταν ούτε δικαστήρια υπήρχον, ούτε φόβος υπήρχε από τους άρχοντας, ούτε νόμος να τους α­πειλή, ούτε όμιλος προφητών δια να τους επαναφέρη εις τάξιν, ούτε φόβος κολάσεως, ούτε ελπίς βασι­λείας αιωνίου, ούτε άλλη γνώσις αληθείας, ούτε και τα θαύματα, που ημπορούν να αναστήσουν και τους λίθους, πώς λοιπόν αυτοί, που δεν απήλαυσαν τίποτε από αυτά, ετιμωρήθησαν τόσον αυστηρά διά τας αμαρτίας των και αυτοί, που έχουν συμμετάσχει εις όλα αυτά και ζουν μέσα εις τόσον φόβον και θείων και ανθρωπίνων δικαστη­ρίων, δεν ετιμωρήθησαν ακόμη μέ­χρι σήμερον με τας αυτάς τιμω­ρίας, ενώ είναι άξιοι σκληροτέρας τιμωρίας;

Αρα, δεν είναι ευνόητον και εις ένα παιδί, ότι τους επιφυ­λάσσεται αυστηροτέρα τιμωρία; Διότι, εάν εμείς οργιζώμεθα έτσι και αγανακτώμεν, ο Θεός, που φρο­ντίζει δι' όλα και ιδιαιτέρως δια το ανθρώπινον γένος και αποστρέφε­ται και μισεί σφοδρώς την κακίαν, πώς θα ηνείχετο να αποτολμώνται αυτά χωρίς τιμωρίαν;
Δέν είναι έτσι, όχι! Αλλά θα επιφέρη επ' αυτών την παντοδύναμον χείρα του και την αφόρητον πληγήν και την οδύνην των βασανιστη­ρίων εκείνων, που είναι τόσον φο­βερά, ώστε αι συμφοραί των Σοδό­μων συγκρινόμενοι προς αυτά, θα θεωρούνται αστείαι.

Διότι ποίους βαρβάρους δεν εξεπέρασαν, ποίον γένος θηρίων, δια της μιαράς αυ­τής σαρκικής μίξεως; Υπάρχει εις μερικά από τα άλογα ζώα μεγάλη γενετήσιος ορμή και επιθυμία ασυ­γκράτητος, που δεν διαφέρει κα­θόλου από την τρέλλαν. Αλλ' ό­μως, δεν γνωρίζουν τον έρωτα αυ­τόν του αρσενικού προς το αρσενικόν, αλλά στέκονται εις τα όρια, που έθεσεν η φύσις. Και αν ακόμη μυριάκις κοχλάζει μέσα των το πά­θος, όμως, δεν ανατρέπουν τους νόμους της φύσεως.



Οι δήθεν, ό­μως, λογικοί, που εγνώρισαν την θείαν διδασκαλίαν και διδάσκουν εις άλλους τι πρέπει και τι δεν πρέ­πει να κάμνουν και ήκουσαν Γραφάς, που κατήλθον από τον ουρανόν, συνάπτουν σχέσεις όχι τόσον ελευθέρως με τας πόρνας, όσον με τους νέους. Ωσάν να μη είναι ακριβώς άνθρωποι, μήτε να υπάρχη η πρόνοια του Θεού, η οποία τιμωρει τας παρανομίας, αλλά ωσάν σκότος, που κατέλαβε τα πάντα και κανείς πλέον ούτε βλέπει αυτά ούτε τα ακούει, τοιουτοτρόπως αποτολμούν τα πάντα, και μάλιστα με τόσην μεγάλην μανίαν. Οι δε πα­τέρες των διαφθειρομένων παι­διών υπομένουν αυτά σιωπηλώς και δεν εξαφανίζονται μαζί με αυτά, ούτε σκέπτονται καμμίαν διόρθωσιν του κακού.
Διότι και εάν έπρεπε να μεταφέ­ρουν τα παιδιά των εξορία εις ξένην χώραν εξ αιτίας του πάθους αυτού, είτε εις την θάλασσαν, είτε εις τας νήσους, είτε εις απάτητον γην, είτε εις την υπεράνω ημών οικουμένην, δεν θα έπρεπε να κάνουν το παν και να προσπαθήσουν, ώστε να μη συρ­θούν αυταί αι αισχρότητες;

Και αν υπάρχη κάπου ένα χωρίον προσβληθέν από ασθένειαν και μάλι­στα χολέραν, δεν θα μεταφέρωμεν από εκεί τους υιούς και αν ακόμη πρόκειται να κερδίσουν εκεί πολλά και η υγεία των είναι αρίστη; Τώρα δε, όμως, που τόση διαφθορά υπάρ­χει παντού, όχι μόνον σύρομεν αυτούς προς τα βάραθρα αυτά, αλλά απομακρύνομεν και αυτούς, που θέλουν να τους απαλλάξουν, ωσάν καταστροφείς.

Και πόσης οργής άξια δεν είναι αυτά και πό­σων κεραυνών, όταν το μεν λεκτικόν αυτών προσπαθούμεν να το διορθώσωμεν και να τα καθαρίσωμεν δια της κοσμικής σοφίας, την δε ψυχήν, που κείται μέσα εις τον βόρβορον της ασελγείας και σαπί­ζει διαρκώς, όχι μόνον παραμελούμεν, αλλά και όταν θέλη να ανορθωθή, την εμποδίζωμεν;
Ακόμη λοιπόν θα τολμήση να ειπή κανείς ότι είναι δυνατόν αυ­τοί, που είναι τόσον βυθισμένοι εις τοιαύτας αμαρτίας να σωθούν; Από πού; Διότι αυτοί, που διέφυγον την μανίαν των ακολάστων (εί­ναι δε ολίγοι αυτοί), τους τυραννι­κούς εκείνους έρωτας, που δια­φθείρουν τα πάντα, όμως, δεν διαφεύγουν τον πόθον του πλούτου και της δόξης.

Οι περισσότεροι, όμως, και από τα ίδια αυτά πάθη και από τα πάθη της ασελγείας κατα­λαμβάνονται με μεγαλυτέραν ορμήν. Επειτα θέλοντες να τους καλλιεργήσωμεν την ευγλωττίαν, δεν απορρίπτομεν μόνον τα εμποδίζοντα την παίδευσιν, αλλά δημιουργούμεν και τα συντελούντα διορίζοντες και παιδαγωγούς και διδασκάλους και χρήματα δαπανώντες και απαλλάσσοντες αυ­τούς από τας άλλας ασχολίας και τονίζοντες εις αυτούς τακτικώτερον απ' όσον οι παιδοτρίβαι εις τους Ολυμπιακούς αγώνας αφ' ενός μεν δε την πενίαν λόγω της απαιδευσίας και αφ' ετέρου τον πλούτον, που αποκτά κανείς από την μόρφωσιν και πράττοντες και λέγοντες το παν και μόνοι μας και με άλλους, ώστε να τους οδηγήσωμεν εις το τέλος της εν λόγω παιδείας και παρά ταύτα πολλάκις ούτε έτσι το επιτυγχάνομεν.
Νομίζομεν δε ότι θα προκύψη καλλιέργεια συμπεριφοράς και ορθότητος αρίστου βίου, ενώ υπάρχουν τόσον πολλά, που την διακόπτουν; Και τί χειρότερον θα ηδύνατο να γίνη από τον παραλογισμόν αυτόν;

Το μεν ευκολώτερον δηλαδή να γίνεται αντικείμενον τόσον μεγάλης τιμής και επιμελείας, ωσάν να μη είναι δυ­νατόν χωρίς αυτήν να κατορθωθή ποτέ αυτό, εκείνο δε που είναι δυσκολώτερον, τούτο να νομίζωμεν ότι θα μας έλθη ενώ κοιμούμεθα, ως να ήτο κάτι από τα ευτελή και μηδαμινά; Διότι η παίδευσις της ψυχής είναι έργον τόσον δυσκολώτερον και επιπλέ­ον, όσον το να πράττη κανείς από το να λέγη και όσον τα έργα είναι κοπιαστικώτερα των λόγων.
Και ποίαν ανάγκην έχουν τα παιδιά μας, λέγει, από την φιλοσοφίαν και ορθότητα βίου; Πράγ­ματι αυτό είναι· αυτό είναι εκείνο, που κατέστρεψε τα πάντα, ότι δη­λαδή πράγμα τόσον αναγκαίον, που συγκρατεί την ζωήν μας, θε­ωρείται περιττόν και πάρεργον. Κανείς δεν θα έλεγε, εάν έβλεπε τον υιόν του να ασθενή κατά το σώμα, ποίαν ανάγκην έχει από καθαράν και ακριβή υγείαν;


(«Απαντα Χρυσοστόμου», 13ος τόμος, έκδοση «Ωφελίμου βιβλίου»)

"Δώσ' μου τ' αγαθά Σου, Κύριε"


Κύριε Ιησού Χριστέ, φιλόγαθε Κύριε, μετάβαλε την φιλαμαρτήμονα γνώμη μου σε αγαθή και σπουδαία προαίρεση, σε επιθυμία των μυστικών Σου αγαθών, σε όρεξη μεγάλη για τη βασιλεία Σου, σε φόβο και τρόμο της αιωνίου κολάσεως.

Βάλε στην ψυχή μου την επιθυμία της απολαύσεως των ουρανίων αγαθών, για να περιφρονήσω τις μάταιες κοσμικές ηδονές, και προγευτώ τα αγαθά της αιώνιας ζωής, και ζω στον κόσμο σαν υπερκόσμιος, καθώς συ, Κύριε, Δημιουργέ θαυμαστέ, έπλασες εξ αρχής τον άνθρωπο και έτσι τον θέλεις πάντοτε να ζει.

Λάμψε μέσα μου, Ήλιε της δικαιοσύνης, φως του κόσμου, τις γλυκιές και ζωογόνες ακτίνες Σου, και ζέστανε την παγωνιά της αγνώμονης γνώμης και φύσης μου. Φώτισε τις γνωστικές δυνάμεις της ψυχής μου. Σόφισε το νου μου. Στήριξε τη διάνοια μου. Εξασφάλισε μου τη δόξα. Κατεύθυνε τη φαντασία μου. Φρούρησε το αίσθημα μου. Τις θυρίδες των αισθήσεων μου παιδαγώγησε. Τα μάτια μου σωφρόνισέ τα να βλέπουν καθαρά και δυνατά. Άνοιξε τ' αυτιά της ψυχής μου να ακούνε και να συναισθάνονται τη δική Σου σοφία και τα άγια λόγια Σου, και με φωνή αγαλλιάσεως και δοξολογικού ήχου εορτάζοντος. Γλύκανε την όσφρηση μου και κάνε την να τρέξει στην ευωδία του νοητού μύρου Σου, Νυμφίε ωραιότερε από κάθε άνθρωπο.

Κυβέρνησε τη γεύση και την αφή μου. Κάνε να απλώνω τα χέρια μου για να σε δοξολογώ και για να κάνω πλούσια το καλό στον πλησίον μου. Τα πόδια μου να τρέχουν πρόθυμα την ευθεία οδό των εντολών Σου και να ευαγγελίζονται την ειρήνη.

Φύτεψε στην καρδιά μου τον αγνό φόβο και σεβασμό για Σένα και κάνε την καρδιά μου να πετάει απ' την αγάπη Σου... Αμήν.


 http://www.agioritikovima.gr/proeuchi/28905-d%CE%BF-mou-t-agatha

ΜΗ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙΣ ΤΟΝ ΘΥΜΟ ΣΟΥ



Ποτέ να μη δικαιολογούμε τον θυμό μας, όσο δυσμενείς κι αν είναι οι περιστάσεις. Μη λέμε αβασάνιστα εκείνο το επιπόλαιο και ένοχο, που είναι ασυγχώρητη δικαιολογία: «Ο δικός μου θυμός περνά γρήγορα». Περνά ίσως γρήγορα, αλλά τι αφήνει πίσω του; Είναι πολύ δύσκολο -και συχνά αδύνατο- να επανορθώσουμε ότι καταστρέψαμε με το θυμό μας. Μετά τη θύελλα και το χαλάζι ξαναβγαίνει ασφαλώς ο ήλιος, αλλά όμως πίσω ολόκληρες εκτάσεις παραμένουν κατεστραμμένες. Ο Μέγας Αλέξανδρος για λίγο θύμωσε, όμως πάνω σ’ αυτό τον θυμό του φόνευσε τον εκλεκτό φίλο του και στρατηγό του Κλείτο. Και πέρασαν τρεις μέρες που τον θρηνούσε, μάταια όμως διότι το κακό έμεινε ανεπανόρθωτο.

Ο θυμός μας, έστω κι αν είναι ολιγοχρόνιος, πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε, δεν είναι δείγμα παλικαριάς και δυναμισμού, αλλά γνώρισμα αδυναμίας, απαιδευσίας και αναίδειας. Ανδρισμός και ηρωισμός και ευγένεια ψυχής και ήθος ψηλό είναι η πραότης, η γλυκύτης, και η ανεξικακία. «Κρείσσων ἀνὴρ μακρόθυμος ἰσχυροῦ, ὁ δὲ κρατῶν ὀργῆς κρείσσων καταλαμβανομένου πόλιν» (Παροιμ. Ιστ’ 32).

Ο άνθρωπος που δε θυμώνει, είναι δυνατότερος από τον ισχυρό και χειροδύναμο, εκείνος δε, που συγκρατεί τον θυμό του και έχει αυτοκυριαρχία, είναι ανώτερος από τον πορθητή, που κυριεύει πόλεις και φρούρια οχυρωμένα.

Πρέπει να το εννοήσουμε και να το παραδεχθούμε, ότι ο θυμός δεν αποτελεί φυσιολογική αντίδραση της ψυχής στις δύσκολες περιστάσεις και στην ορθή αντιμετώπιση των ποικίλων προβλημάτων της ζωής. Με τον θυμό δεν κερδίζουμε, αλλά χάνουμε, δεν οικοδομούμε, αλλά κατεδαφίζουμε. Με το θυμό κάνουμε δυσκολότερη και προβληματική τη ζωή μας.

Και στο κακό που τυχόν υπάρχει προσθέτουμε μεγαλύτερο κακό. Οι δυσκολίες της ζωής, που ποτέ δε θα λείψουν και από κανέναν, για να αντιμετωπιστούν σωστά και θεάρεστα, απαιτούν από όλους μας πολλή υπομονή και αξιοπρεπή και ειρηνική αντιμετώπιση... 


 http://www.agioritikovima.gr/perizois/28908-mi-dikaiologeis

ΟΤΑΝ ΛΕΜΕ ΤΟ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ… (Γερόντισσα Γαβριηλία: )


Όταν λέμε το Κομποσχοίνι και σκεφτόμαστε αυτούς για τους οποίους θέλουμε να προσευχηθούμε, κίνητρό μας είναι η αγάπη.

«Θεέ μου, Εσύ ξέρεις πόσο αγαπώ αυτόν τον άνθρωπο. Η αγάπη μου αυτή δεν είναι δική μου, γιατί Εσύ είσαι η Πηγή της Αγάπης. Απ’ αυτήν την Πηγή της Αγάπης παίρνω κι εγώ, και Σου τον προσφέρω αυτόν τον άνθρωπο. Και Σε παρακαλώ να του δώσεις Φώτιση, να του δώσεις Πίστη, να του δώσεις όλα τα πλούσια Ελέη Σου που Εσύ δίνεις.

Εγώ, μόνο την ταπεινή μου αγάπη μπορώ να προσφέρω. Και Σε παρακαλώ για (τον τάδε)…., την τάδε κ.ά»

Και να φέρνεις νοερά στα πόδια του Χριστού αυτά τα πρόσωπα, σαν να είναι γονατιστοί και να προσεύχονται μπροστά Του, αυτοί οι ίδιοι πραγματικά, όπως λέει ο Προσκυνητής.

Έχω εμπειρία πολλών ετών, ότι κάνει ο Θεός πολλά θαύματα μ’ αυτήν την προσευχή. Γιατί ο Θεός μας θέλει Συνεργούς. Όσο τιποτένιοι κι αν είμαστε, γιατί είμαστε τα Πλάσματά Του και μ’ αυτά τα Πλάσματα έχει να δουλέψει…..

Πηγή: Από το βιβλίο της μοναχής Γαβριηλίας «Γερόντισσα Γαβριηλία: Η Ασκητική της Αγάπης» 


 http://www.agioritikovima.gr/diafora/theologikos-log/diafora/28909-otan-leme-to-ko

Ο διάβολος στο μυαλό - Γέρων Νίκων

THE VALUE OF PATIENCE(PART 2) —by St. John Chrysostom—


They who endure misfortune without complaining
are rewarded even more than them who eagerly do good deeds. Job is proof of this; for he became known to the world more on account of the trials he suffered than on his virtuous accomplishments. Everyone, of course, admired him when he was living happily and carrying out good works. What exactly did he do? He himself describes his actions:
“For I saved the poor from the hand of the oppressor and helped the orphan who had no helper. The perishing man and the widow’s mouth blessed me for standing by them. I put on righteousness and clothed myself with judgment like a robe. I was the eye of the blind and the foot of the lame” (Job 29:12-15). Nevertheless, if the entire world knows him today, after so many
centuries, it is not because he distributed his wealth to the poor but because when he lost his wealth he did not become disheartened; it is not because he
clothed the naked with garments fabricated from the wool of his sheep but because when fire fell from the sky and burnt his entire flock he glorified God.
Initially,he was compassionate as he cared for the poor; later, he became a philosopher as he glorified God for his misfortune. Initially he would help others; afterwards, he praised the Lord. He didn’t think to himself, “Why did this happen to me? Why did I lose my flocks and livestock, which provided food to thousands of poor people?
If I was unworthy of enjoying such wealth, why didn’t God at least spare my sheep for the poor?” No such thought crossed Job’s mind. On the
contrary, realizing that God allows everything to take place for our own benefit, He thanked the Lord. It is not so extraordinary if someone thanks God when everything is going his way; rather, it is truly wondrous, extraordinary, and praiseworthy when someone patiently and gratefully endures even the harshest trials and difficulties.
If they who have become rich by taking advantage of others and unjust means are overcome with sadness when they lose even a small portion of their
wealth, how much praise is due to Job who did not lose his faith in God and did not stop thanking Him, when he witnessed all his possessions—which he had acquired justly with his own sweat disappearing in one fell swoop?
Not one person was there to encourage or support him! Even his wife, swayed by the pain of her soul,
pierced him with her bitter and discouraging words:
“How long will you continue being patient?” she would ask. “How long will you wait and hope for
your suffering to come to an end? Look! Your memory has been wiped out from the earth! Your sons and daughters, whom I gave birth to with pangs and whom I raised with such difficulty have perished. You yourself are sitting on a dunghill full
of worms, spending your nights in the open air without a roof over your head.
I, on the other hand, go about as a wanderer and a beggar from place to place and from house to house, waiting for the sun to set in order to rest from the labors and pains that now beset me.
Go ahead! Blaspheme God and die!” (Job 2:9-14).
The words of this woman in desperation could have
shattered a rock—but not Job. If we consider how frequently men who suffer no hardship are beguiled
by women, then we can understand how courageous and God-loving Job was, who remained vigilant and uninfluenced by his wife’s lamenting and reasoning, even though he had been struck by so many afflictions.
“Why have you spoken as one of the foolish women?” he sternly replied.
“If we accepted good things from the Lord’s hand, shall we not endure evil things?” (Job. 2:15).
Through his response, this blessed man shows us that he was no less inferior than Christ’s Apostles. I dare say he was even superior than them!
Because the Apostles received consolation with the thought that they were suffering on account of the Lord. Job, however, had no such assurance.
Moreover, Job was not disdained, ridiculed, and despised by his enemies (as the Apostles were), but by his friends, his servants, and people whom he had previously helped—which was incomparably
more painful. 


by St. John Chrysostom

THE VALUE OF PATIENCE (PART 1) by St. John Chrysostom


If we want to speak about patience, we must speak of the righteous Job. 

Job was a God-fearing man with many children and enormous wealth. His name was known throughout the eastern parts of the world. Everyone held him in high esteem and admiration. 

Unexpectedly, he lost everything: his wealth, his
children, and his health. From the height of fortune he fell into the depth of misfortune; from distinction to unimportance. 


Not only did he have to deal with extreme poverty,
a serious illness, the anguish due to the death of his children, the ruthlessness of the bandits, and the ungratefulness of his friends, but he also had to contend with ridicule and slander. All possible misfortunes fell upon him.
 


Worse of all,he was unprepared for them. Whoever is born and grows up in poverty is accustomed to enduring difficulties and prepared to live in deprivation. 

Similarly, whoever loses some of his children, no matter how much he grieves for their death, still
finds consolation in the children that remain. 


Job, however, who had enjoyed life-long prosperity became destitute overnight, and then witnessed the death of all his ten children simultaneously. As they were eating and drinking at the home of their eldest

brother, a great gust of wind suddenly came from the desert, the house was razed to the ground, and all of them were buried under the rubble. 


Job’s pain was exceedingly great on account of his
unexpected and utter poverty. His spiritual anguish was indescribable due to the sudden, tragic death of his children. And if that wasn’t enough, he himself became seriously ill. He was filled with painful and
putrid wounds from head to toe.


He then sat on a dunghill,took a piece of ceramic tile and began to scratch them in order to feel some relief. If someone brought him a little bit of food, he would not touch it. “For I see my food as filth,”
he would say (Job 6:7). The repugnant stench of his wounds and the incurable pain of his soul dismissed all desire for food.
 

How can I find words to describe his unbelievable misfortunes? I see him sitting on a pile of dry manure. Blood and pus are oozing from his wounds.
Countless worms are eating away at his flesh. He has no consolation from anywhere. No one shows him any compassion. His servants ignore him. His
friends criticize him. Even the common folk mock him.
“But now they laugh me to scorn, men younger than I,” he says with deep sorrow. “But now I am their lyre, and they have me as their byword. They detest me and keep their distance. They do not hesitate to spit in my face” (Job 30:1-10).


What a dreadful misfortune indeed! What an unbearable calamity! And yet, as soon as the loving and merciful Lord revealed to Job the cause of his
sufferings, “There is no other reason I have allowed you to suffer other than for your righteousness to appear” (Job 40:8), immediately the righteous man felt such relief that he no longer believed anything
bad had happened to him. 


St. John Chrysostom

Thursday, September 19, 2013

Θεέ μου σ 'αγαπώ

Fear nothing when you have Christ within you ( Elder Ephraim - Arizona )


When Christ lives within you, fear nothing. In order for Christ to live within you, much humility is needed. Mentally fall at His immaculate feet and weep, saying: “My Jesus, Thou alone art left for me in this humble life of mine as light and life. Show me Thy spiritual beauty, so that I may be filled with divine love and run after Thy myrrh and cry out, ‘My soul has cleaved to Thee, Thy right hand has helped me.’ Oh, my Jesus, when shall I come and appear before Thy face? When, O light of my soul, shall I see Thee and be filled and say, ‘Oh, the depth of the riches of the wisdom and knowledge of God!’”


Yes, my child, love humility above all, and then you will obtain Jesus, Who is lowly in heart, as an everlasting possession in your soul. Inhale Jesus; exhale Jesus, and then you will know what Jesus is!

Christ commanded that we forgive our enemies seventy time seven every day. How much more so does He forgive, He Who is the Abyss of forgiveness! If you were able to count the drops of rain and the grains of sand, you would be able to measure only a small part of the infinite compassion of the infinite God.



Elder Ephraim - Arizona

St. Ignatius Brianchaninov on Spiritual Warfare


For his invisible warfare or conflict with man, especially by means of sinful thoughts and imaginations, the fallen angel relies on the mutual affinity of the sins one with another. This conflict never ceases day or night, but it becomes specially intense and furious when we stand for prayer. Then, according to the expression of the holy Fathers, the devil gathers the most monstrous thoughts from everywhere and pours them on our soul. First he reminds us of all who have wronged or offended us. He tries to present all the insults, wrongs and injuries inflicted on us in the most lurid colors. He points out the necessity for retaliation and resistance to them by demanding justice, common sense, the public good, self-preservation, self-defense. It is obvious that the enemy tries to shake the very foundation of prayer, namely forgiveness and meekness, so that the building erected on this foundation may collapse of its own accord. And this is just what happens, because a person who is full of resentment and who does not forgive his neighbor’s sins is quite unable to obtain compunction or concentrate when he prays. Angry thoughts dissipate prayer; they blow it aside, just as a violent wind scatters seeds thrown by a sower on his field; so the field of the heart remains unsown, and all the ascetic’s hard work comes to nothing.

It is a well-known fact that forgiveness of wrongs and offenses, changing condemnation of our neighbors into kindness and mercy so that we excuse them and blame ourselves, provides the only solid basis for successful prayer. …We must follow our Lord’s example and teaching; we must reject thoughts of earthly glory, success, and earthly plenty; we must refuse joy brought by those fancies and reflections which destroy in us contrition of spirit, concentration and attention during prayer, and which lead to self-opinion and distraction. If we consent to thoughts of resentment and condemnation, thoughts and fantasies of vainglory, pride, love of money and love of the world, and if we do not reject them, but dawdle in them and take pleasure in them, then we enter into fellowship with Satan, and the power of God which protects us will leave us. The enemy then rushes at us with two most grievous conflicts: the conflict with thoughts and fantasies, and the conflict with despondency or sloth. Defeated in the first conflict and deprived of God’s protection, we cannot stand against the second conflict either. This means, the Fathers tell us, that God allows Satan to defeat us until we humble ourselves…

St. Ignatius Brianchaninov: “The Arena”

Evil is always evil ( St. John of Kronstadt )


Fear evil like fire. Don’t let it touch your heart even if it seems just or righteous. No matter what the circumstances, don’t let it come into you. Evil is always evil. Sometimes evil presents itself as an endeavor to God’s glory, or as something with good intentions towards your neighbor. Even in these cases, don’t trust this feeling. It’s a wrong labor and is not filled with wisdom. Instead, work on chasing evil from yourself. Evil, however innocent it looks, offends God’s long-suffering love, which is His foremost glory. Judas betrayed his Lord for 30 silver pieces under the guise of helping the poor. Keep in mind that the enemy continuously seeks your death and attacks more fiercely when you’re not alert. His evil is endless. Don’t let self-esteem and the love of material goods win you over.



When you feel anger against someone, believe with your whole heart that it’s a result of the devil’s work in your heart. Try to hate him and his deeds and it will leave you. Don’t admit it as a part of yourself and don’t justify it. I know this from experience. The devil hides himself behind our souls and we blindly think we’re acting by ourselves. Then we defend the devil’s work as something that is a part of us. Sometimes we think that anger is a fair reaction to something bad. But the idea that a passion could ever be fair is a total and deadly lie. When someone is angry at you, remember that this evil feeling is not him. He’s just fooled by the devil and is a suffering instrument in his hand. Pray that the enemy leaves him and that God opens his spiritual eyes, which have been darkened by the evil spirit. Pray to God for all people enslaved by passions because the enemy is acting in their hearts. Perhaps you hate your neighbor, despise him, don’t want to talk to him peacefully and lovingly because he has been rude, arrogant, or disgusting in his speech or manners. You may despise him for being full of himself or proud or disrespectful. But you are to blame more than he is. “Physician, heal yourself!” (Luke 4:23). So, teacher, teach yourself. This kind of anger is worse than any other evil. How could evil be chased out by another evil? How can you take a needle from the eye of another person while having a log in your own? Evil defects must be fixed with love, kindness, resignation, and patience. Admit yourself as the worst of all sinners, and believe it. Consider yourself the worst one, chase away any boldness, anger, impatience and fury. Then you may start helping others. Be indulgent about defects of others, because if you see their faults all the time, there will be continuous enmity. “The plowers plowed upon my back: they made long their furrows.”(Psalm 129:3). ” For if you forgive men their trespasses, your heavenly Father will also forgive you.”(Matthew 6:14). We can feel from time to time the most perfect love for God without loving each other. This is a strange thing, and only few care about it. But love for our neighbor will never come without our own effort.

A real Christian doesn’t have any reason to be angry about anybody. Anger is the devil’s deed. A Christian should have only love inside and since love doesn’t boast, he shouldn’t boast or have any bad thoughts towards others. For example, I must not think about another person that he is evil, proud etc; and I must not think that if I forgive his offense he would laugh at me or upset me again. We must not let evil hide in us under any pretense. Evil and anger usually have many different veils.

Don’t yield to gloomy feelings in your heart but control and eradicate them with the power of faith and the light of the sane mind. These strengths will make you feel secure. Let me not be put to shame, for I take refuge in you. (Psalm 25:20). Gloomy feelings usually develop deep in the heart. Someone who didn’t learn how to control them will be gloomy, pensive most of the time and it will be hard for him to deal with himself and other people. When he comes close to you, sustain yourself with inner strength, happiness and innocent jokes: and they will leave you soon. This is from experience.

Lord, give me strength to love everyone like myself and never to get angry or work the for devil. Give me strength to crucify my self-esteem, my pride, my greed, my skepticism and other passions. Let us have a name: a mutual love. Let us not worry about anything. Be the only God of our hearts, and let us desire nothing except You. Let us live always in unifying love and let us hate anything that separates us from each other and from love. So be it! So be it!

If God showed Himself to us and lives inside us as we in Him (according to His eternal Word), wouldn’t He give us everything? Would He ever , would He ever trick us or leave us? He who did not spare his own Son, but gave him up for us all—how will he not also, along with him, graciously give us all things? (Romans 8:32). Now be comforted, my dear, and know nothing but love. This is my command: Love each other (John 15:17).



St. John of Kronstadt

A visit with Elder Ephraim Katounakiotis ( Metropolitan Athanasios of Limassol )



By Metropolitan Athanasios of Limassol

Many years ago when I was at Katounakia [a rugged area in the southeast of the Athonite peninsula] I would often spend time with that great contemporary holy elder Father Ephraim [Katounakiotis], Papa Ephraim, as he was popularly called. I am not sure whether our century will give birth to another great elder like him, a man of continuous prayer who radiated the abundance of God's grace.

When a group of us visited him at his hermitage one day, he complained that he was tired of Katounakia and expressed a wish to go live at Monoxylites for awhile. That's an area near the borders of Mount Athos. It is a valley between two mountains filled with pine-tree forests, vineyards and olive groves. It is a very beautiful area with abundant running waters, an earthly paradise. He said, "I want to go there and rest. Here at Katounakia there is nothing except rocks and prayer, prayer and rocks, day in and day out. I am really tired. I need a change."

I was shocked when I heard him say that. I wondered how it was possible for a great saint like him to have a desire to change his environment, to go to Monoxylites? I could see young monks like ourselves having needs of this sort. But how is it possible that this great saint in whose life God is always present has such needs? It was then that I realized that even saints are human beings subject to the law of alterations.

I heard later that Joseph the Hesychast [d. 1959], the great elder of Papa Ephraim, expressed similar needs during his life. Elder Ephraim himself told us once that his elder underwent a period of deep sorrow and was subjected to many temptations. One day he asked his then disciple Ephraim, "Papa Ephraim, go and bring Pseudo Vasili here to amuse us." Pseudo Vasili was a layman who lived and worked near the Skete of Saint Anna. He was a simple man who was reputed for his outrageous lies. In his presence it was impossible not to roar with laughter. As in my case, Papa Ephraim was scandalized. "How is it possible," he reasoned, "that the elder has a need for a jester like Pseudo Vasili to amuse him? Why can't he do something else, like more prayer?" As you can see, even great saints occasionally have such needs by virtue of their being human.


 

 By Metropolitan Athanasios of Limassol

Source: Kyriacos C. Markides, Gifts of the Desert: The Forgotten Path of Christian Spirituality, pp. 116-117.

Ο γέροντας Παΐσιος στο Σινά

Ray of Light

Wednesday, September 18, 2013

Should a man send his wife away for reasons of adultery? ( Elder Joseph of Vatopaidi )


Words of the recently reposed Elder Joseph of the Vatopedion Monastery:

“….Now then, today I am forced to speak about this matter also; it is a somewhat daring endeavour, but necessity has caused me to bring up the subject, when every day I hear men say “my wife is like this….my wife is like that….all women are devils…”.

So, I ask: “Excuse me dear fellow, but this woman you are referring to – weren’t you the one that married her?”

“Yes….”

“Well then, when you married her, didn’t you find every love, tenderness and happiness in her person?”

“Yes…”

“So, why have you changed now? She is the same person. Both when you married her, and now. Can you see that you are to blame?”

I met an elderly couple some years ago – quite elderly, in their eighties – who had so much bitterness between them that, if it were possible, they would kill each other. I felt sorry for them; I sat down next to them and began to search deeper and discovered that they had reached that point out of ignorance. They had no idea what Christianity was, or anything about morality – nothing whatsoever. When I sat down to talk to them, I saw that they were quite receptive and they would pay attention to whatever I told them…. Well ! After trying to briefly show them that mankind is descended from God and that it has eternity inside it, and that we will not be in this world forever, and that conjugality is not dissolved here but continues into eternity, they were both moved and they accepted all that they heard. I left them, and after some time, they sent me a letter in which they said: “Dear Elder, it is as though we are reliving the first month of our marriage…..” Imagine that – those who were ready to kill, to slaughter each other…. Can you see the evidence now?

I will tell you of another character, of a proper husband; one that we rarely encounter in our day. But we did encounter one such person. He was in every way a perfect character – a Christian, and a completely social sort of person. He married late, almost thirty years old, not because he was averse to marriage, but because he thought that was how it should be. So he said his prayers with faith, and found himself a young girl and married her. The girl was young – ten years younger than him. Soon after he married her, she began to get into mischief. He pretended not to notice; he regarded her as his daughter and himself as her father. However, they had important business interests overseas and they had to go there, even if only temporarily. So he took her and they went abroad. When they arrived, she became very obstinate, and would say to herself: “He did this on purpose, to estrange me from my environment. I will desert him.” So she just up and left him. She came back to Greece, and where do you think she went? To one of those “casino” places, and began to live the life of a free woman – one who is paid…”

The husband however, from the day that she left him, never stopped praying with tears and insisting – in fact extorting God: “Benevolent One, I will not retreat, I will not leave you alone; You were the One who gave me my wife. “By God is a woman suited to a man” (according to the Bible). I want my wife. If the young girl has strayed, must she be lost? Why did You come down to earth? Didn’t You come to find the lost ones, to heal the sick, to resurrect the dead? I will not budge. I will not let You rest. I want my wife. Bring her back to me.” He wept for two whole years.

His prayer was eventually heard and the young woman came to her senses. “Oh dear,” she confessed, “God will have to create another Hell, because this one is too small for me!”

So she sat down and wrote him a letter, saying: “I dare not address you; I have no such right. If I return, will you accept me as your servant?”

He replied: “My love, why did you mention that word and hurt my feelings? Wasn’t it me who sent you on a vacation and was waiting for my love to return, to my wide open arms?”

So, he went and waited for her at the airport, as they had arranged. When she arrived, she fell down and began to beat herself and cry. He took her in his arms.

“My love, why are you doing this and hurting my feelings? I was longing to see you again. Let’s go home now; we never parted – I was always with you.”

That young girl turned out to be a faithful wife after this….

And that is the stance that a man – a husband – should take. If husbands are like that one, then show me what woman is bad?”

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...