Tuesday, March 17, 2015

Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα ( Γέρoντος Ιωσήφ τού Ησυχαστή )



Σε τρεις τάξεις διαιρείται η χάρις: Καθαρτική, φωτιστική, τελειωτική. Σε τρεις και η ζωή μας: Κατά φύσιν, υπέρ φύσιν, παρά φύσιν. Σε αυτές τις τρεις τάξεις ανέρχεται και κατέρχεται. Τρία είναι και τα μεγάλα χαρίσματα, που λαμβάνει: Θεωρία, αγάπη, απάθεια.

Λοιπόν στην «πράξιν» συνεργεί χάρις καθαρτική, η οποία βοηθά στην κάθαρση. Και κάθε ένας, που μετανόησε, η χάρις είναι που τον προτρέπει στη μετάνοια.

Και όσα κάνει της χάριτος είναι, αν και δεν το γνωρίζει αυτός που την έχει, όμως αυτή τον τροφοδοτεί και τον οδηγεί. Και ανάλογα με την προκοπή του, ανέρχεται ή κατέρχεται ή μένει στην ιδία κατάσταση.

Εάν έχει ζήλο και αυταπάρνηση ανεβαίνει σε θεωρία, την οποία διαδέχεται φωτισμός θείας γνώσεως και λίγη απάθεια. Εάν ψυχρανθεί ο ζήλος, η προθυμία, τότε συστέλλεται και η ενέργεια της χάριτος,

Γι’ αυτόν που λες ότι γνωρίζει να προσεύχεται, είναι εκείνος που γνωρίζει τι εύχεται και τι ζητά από τον Θεό. Αυτός που γνωρίζει να προσεύχεται δεν βαττολογεί, δεν ζητά περιττά· αλλά γνωρίζει τον τόπο, τον τρόπο και τον καιρό και ζητά τα αρμόδια και ωφέλιμα της ψυχής του. Επικοινωνεί νοερά με το Χριστόν. Τον πιάνει και τον κατέχει και «δεν θα σε αφήσω, λέγει, εις τον αιώνα».

Εκείνος που προσεύχεται ζητά την άφεση των αμαρτιών, ζητά το έλεος του Κυρίου. Εάν ζητά και μεγάλα, όχι στον κατάλληλο καιρό, δεν του τα δίδει ο Κύριος. Διότι ο Θεός τα δίνει με τάξη.

Και, αν εσύ τον “κουράζεις” ζητώντας, αφήνει το πνεύμα της πλάνης και προσποιείται τη χάρη και σε πλανά, δείχνοντάς σου άλλα αντί άλλων. Γι’ αυτό δεν είναι ωφέλιμο να ζητά κανείς τα υπέρμετρα. Αλλά, και αν εισακουσθεί προ του καθαρισμού, όταν δεν είναι στην τάξη, γίνονται φίδια και βλάπτουν.

Συ έχε μετάνοια καθαρή, κάνε σε όλους υπακοή, και μόνη της η χάρη θα έλθει χωρίς εσύ να το ζητάς.

Ο άνθρωπος σαν βρέφος που ψελλίζει ζητά από τον Θεό το θέλημά του το άγιο. Ο Θεός, σαν Πατέρας υπεράγαθος, του δίδει τη χάρη, αλλά του δίδει και πειρασμούς, Εάν υπομένει αγόγγυστα τους πειρασμούς λαμβάνει προσθήκη της χάριτος. Όση περισσότερη χάρη λαμβάνει, τόσο αυξάνονται και οι πειρασμοί.

Οι δαίμονες, όταν πλησιάζουν, για να σε πολεμήσουν, δεν πηγαίνουν εκεί που εσύ εύκολα θα τους νικήσεις, αλλά δοκιμάζουν, πού έχεις αδυναμία. Εκεί που εσύ δεν τους περιμένεις, εκεί πολιορκούν το κάστρο. Και, όταν βρουν ψυχή ασθενική και μέρος αδύνατο, πάντα εκεί νικούν και τον κάνουν υπεύθυνο για την ήττα του.

Ζητάς χάρη από τον Θεό; Αντί χάριτος σου αφήνει πειρασμό. Δεν αντέχεις τον πόλεμο, πέφτεις; Δεν σου δίνεται προσθήκη της χάριτος. Πάλι ζητάς; Πάλι ο πειρασμός. Πάλι ήττα; Πάλι στέρηση εφ’ όρου ζωής.

Πρέπει λοιπόν να βγεις νικητής. Άντεξε τον πειρασμό μέχρι θανάτου. Πέσε πτώμα στη μάχη, φωνάζοντας κάτω παράλυτος: «Δεν θα σε αφήσω, γλυκύτατε Ιησού! Ούτε θα σε εγκαταλείψω! Αχώριστος θα μείνω στον αιώνα, και για την αγάπην Σου ξεψυχώ στη μάχη». Και ξαφνικά εμφανίζεται στη μάχη και φωνάζει δυνατά: «Εδώ είμαι! Μάζεψε όλες τις δυνάμεις σου και ακολούθησέ με!

Συ δε γεμίζεις όλος φως και χαρά: Αλλοίμονο σε μένα τον δυστυχή! Αλλοίμονο σε μένα τον πονηρό και αχρείο! Προηγουμένως άκουα για σένα, τώρα δε σε είδαν οι οφθαλμοί μου· γι’ αυτό και κατηγόρησα τον εαυτόν μου, τον θεώρησα δε χώμα και στάχτη».

Τότε γεμίζεις από θεία αγάπη. Και φλέγεται η ψυχή σου σαν του Κλεόπα. Και σε καιρό πειρασμού δεν καταλείπεις πλέον τη μάχη, αλλά υπομένεις τις θλίψεις σκεπτόμενος- ότι όπως πέρασε ο ένας πειρασμός και ο άλλος, έτσι θα περάσει και αυτός.

Όταν όμως δειλιάζεις και γογγύζεις και δεν υπομένεις τους πειρασμούς, τότε, αντί να νικάς πρέπει διαρκώς να μετανοείς· για τα σφάλματα της ημέρας, για την αμέλεια της νύκτας. Και, αντί να αυξάνεται η χάρις, μεγαλώνεις τις θλίψεις σου.

Γι’ αυτό μη δειλιάζεις μη φοβάσαι τους πειρασμούς. Και αν πέσεις πολλές φορές, σήκω. Μη χάνεις τη ψυχραιμία σου. Μην απογοητεύεσαι. Σύννεφα είναι και θα περάσουν.

Και όταν, με τη βοήθεια της χάριτος που σε καθαρίζει από όλα τα πάθη, περάσεις όλα αυτά που λέγονται «πράξις», τότε γεύεται ο νους φωτισμό και κινείται σε θεωρία.

Και πρώτη θεωρία είναι των όντων:

Πως όλα τα δημιούργησε για τον άνθρωπον ο Θεός, και αυτούς ακόμη τους Αγγέλους για να τον υπηρετούν. Πόσην αξία, πόσο μεγαλείο, τι μεγάλο προορισμό έχει ο άνθρωπος – αυτή η πνοή του Θεού! Όχι για να ζήσει εδώ τις λίγες ημέρες της εξορίας του, αλλά να ζήσει αιώνια με τον Πλάστη του. Να βλέπει τους θείους Αγγέλους.

Να ακούει την άρρητη μελωδία τους. Τί χαρά! Τί μεγαλείο! Μόλις τελειώνει αυτή η ζωή μας και κλείνουν τα μάτια, αμέσως ανοίγουν τα άλλα και αρχίζει η νέα ζωή. Η αληθινή χαρά, που πλέον τέλος δεν έχει.

Αυτά σκεπτόμενος βυθίζεται ο νους σε μία ειρήνη και γαλήνη, που απλώνεται σε όλο το σώμα, και ξεχνά τελείως ότι υπάρχει σ’ αυτή τη ζωή.

Τέτοιες θεωρίες διαδέχονται η μία την άλλη. Όχι να πλάθει φαντασίες με το νου του, αλλά η κατάσταση είναι τέτοια – ενέργεια χάριτος, που φέρνει νοήματα και ασχολείται ο νους στη θεωρία. Δεν τα πλάθει ο άνθρωπος· μόνα τους έρχονται και αρπάζουν το νου στη θεωρία. Και τότε απλώνεται ο νους και γίνεται διαφορετικός. Φωτίζεται.

Είναι όλα ανοικτά σ’ αυτόν. Γεμίζει σοφία, και σαν υιός κατέχει τα του Πατρός του. Ξέρει ότι είναι μηδέν, πηλός, αλλά και υιός Βασιλέως. Δεν έχει τίποτε, άλλα όλα τα έχει. Γεμίζει θεολογία.

Φωνάζει αχόρταστα, με πλήρη επίγνωση, ομολογώντας ότι η ύπαρξή του είναι μηδέν. Η καταγωγή του είναι ο πηλός· η δε ζωτική δύναμή του, η πνοή τού Θεού – ή ψυχή του. Αμέσως πετά η ψυχή στον ουρανό! – Είμαι το εμφύσημα, η πνοή του Θεού! Όλα διεσώθησαν, έμειναν στη γη, απ’ όπου και ελήφθησαν! Είμαι Βασιλέως αιωνίου υιός! Είμαι θεός κατά χάρη! Είμαι αθάνατος και αιώνιος! Είμαι, μετά μία στιγμή, κοντά στον ουράνιο Πατέρα μου!

Αυτός είναι ο αληθινός προορισμός του ανθρώπου· γι’ αυτό πλάσθηκε, και οφείλει να έλθει απ’ όπου ήλθε. Τέτοιου είδους είναι οι θεωρίες, με τις οποίες ασχολείται ο πνευματικός άνθρωπος. Και περιμένει την ώρα που θα αφήσει το χώμα και θα πετάξει η ψυχή στα ουράνια.

Έχε θάρρος λοιπόν, παιδί μου, και με αυτή την ελπίδα υπόμενε κάθε πόνο και θλίψη. Αφού μετά από λίγο θα αξιωθούμε να απολαύσουμε αυτά. Για όλους μας είναι τα ίδια. Όλοι είμαστε παιδιά του Θεού. Αυτόν φωνάζουμε ημέρα και νύκτα και την γλυκειά μας Μανούλα, τη Δέσποινα του Παντός, την οποίαν όποιος παρακαλεί, δεν τον αφήνει ποτέ.

Γέρoντος Ιωσήφ τού Ησυχαστή

Πηγή: «Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», Επιστ. Ι΄, εκδ. Ι. Μ. Φιλοθέου, σ. 84-88. Aπόσπασμα σε νεοελληνική απόδοση.



«Κόρη μου, να πηγαίνης στην Εκκλησία» - Συγκλονιστικό Θαύμα στην Αιτωλοακαρνανία!


Σ’ ένα από τα μεγάλα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας συνέβη το εξής περιστατικό. Η μητέρα μιας κοπέλας, καλή και ευσεβής, έφυγε για την αιώνια Βασιλεία του Θεού. Πράγματι, ήταν μια γνήσια χριστιανή σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής της.

Την Κυριακή, εκτός αν ήταν άρρωστη, πρωί-πρωί ξεκινούσε για την Εκκλησία κι εκεί η καθαρή και φιλόθεη ψυχή της πραγματικά συναντούσε κι ερχόταν σε επικοινωνία με τον Θεό. Συχνά-πυκνά κοινωνούσε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, που της έδινε ζωή και δύναμη.

Και η κόρη της καλή κοπέλα ήταν, αλλά μετά τον θάνατο της μητέρας της αραίωσε τον εκκλησιασμό και δεν πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Κι αν πήγαινε, πήγαινε προς το τέλος.

Και για να δικαιολογηθεί στη συνείδησή της, που την έτυπτε, προφασιζόταν ότι είχε πολλές δουλειές, την φροντίδα των ζώων και δεν την έφθανε ο χρόνος. Οι συνηθισμένες προφάσεις, ενώ, όταν θέλει ο άνθρωπος, βρίσκει λύσεις για όλα.

Έτσι συνεχιζόταν αυτή η κατάσταση και η ψυχή της όσο πήγαινε και πάγωνε, όπως ένα κάρβουνο, όταν το βγάλεις έξω από την φωτιά σβήνει και παγώνει!

Ένα βράδυ όμως, κατ’ ευδοκίαν Θεού ,έγινε η άνωθεν παρέμβαση. Δηλαδή της εμφανίστηκε στον ύπνο της η κεκοιμημένη μητέρα της μέσα σε άπλετο φως και της είπε στοργικά τα εξής αξιοπρόσεκτα λόγια:

- Κόρη μου, να πηγαίνεις την Κυριακή στην Εκκλησία. Εμείς εδώ επάνω, εκείνη την ώρα είμαστε όλοι κάτω από τον Παντοκράτορα και χαιρόμαστε όταν βλέπουμε κάποιον δικό μας να έρχεται στην Εκκλησία να δοξολογεί τον Θεό!

Και πρόσθεσε:

- Να πηγαίνεις παιδί μου πρωί, ν’ ακούς τα ωραία λόγια του Όρθρου και όχι στην τρίτη καμπάνα.

Αυτό το θεόσταλτο όνειρο συγκλόνισε την κόρη. Από τότε κάθε Κυριακή πρωί-πρωί πηγαίνει πρόθυμα στην Εκκλησία. Έχει πια την βεβαιότητα ότι θα παίρνει κι εκείνη την ευλογία του Παντοκράτορα, αλλά και την ευχή της μανούλας της.

Αυτό βέβαια ισχύει για όλους. Ας το σκεφθούμε…

Πηγή: «ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ουράνια μηνύματα
Θαυμαστά γεγονότα»
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ
ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ


http://agiameteora.net

God helps us when we make an effort first ( part 2 ) - Bishop Nikiforos Theotokis


The example of the paralytic sufficiently reveals that God wanted this paralyzed man to do everything he was capable of first, so that He may subsequently grant him forgiveness of sins and physical health. If you search the Holy Scriptures, you will find numerous examples confirming this very same thing.

Amongst the many examples, however, one substantiates the truth of the matter so clearly, that it completely convinces man and casts away even the slightest doubt from his mind. When the ruler Festus handed over the Apostle Paul as a prisoner unto Julius the centurion, in order to be taken securely from Caessaria to Rome to stand trial before Caesar, a storm developed at sea. Such a dark and turbulent tempest arose that everyone on the ship lost hope and ate nothing for several days. 


At that time, the Apostle Paul stood up before everyone, encouraging and advising them that none of them would drown at sea: "And now I exhort you to be of good cheer. For there shall be no loss of any man's life from among you, except for the ship" (Acts 27:22) .

The divine apostle affirmed his words by testifying that an angel of God appeared to him that night and revealed to him that he would stand before Caesar, and that God granted him everyone sailing on the ship with him: "For there stood by me this night an angel of God, Whose I am, and Whom I serve, saying, 'Fear not, Paul. You must be brought before Caesar. And, lo, God has given you all the people who are sailing with you'" (Acts 27:23 - 24) . 


This is why he urged everyone to take courage: "Wherefore, sirs, be of good cheer. For I believe God, that it shall be just as it has been told to me. We must be cast upon a certain island" (Acts 27:25 - 26) .

A few days later, the sailors discerned land in the distance, and desiring to save themselves from the danger, they lowered the life boats into the ocean inorder to leave the ship. When Paul saw realized what they were about to do, he immediately said to the centurion and his soldiers, "If they do not remain in the ship, you cannot be saved" (Acts 27:31) .

How strange indeed! God told the Apostle Paul that He would grant him every single passenger sailing with him, and He promised that not even one of them would be lost. The Apostle Paul believed God's promise: "I believe," he stated, "in God that this is how things will turn out, exactly in the manner they were said to me."

Not only did he believe in God's promise but he also proclaimed the Lord's pledge before everyone on the ship, who altogether were "two - hundred and seventy six souls" (Acts 27:37) . And yet, after all this he hinges the salvation of all those people not upon the things that God had said and promised but upon the help and aid of the sailors. He stated that if there was no help from the sailors, if the crew members flee and abandon the ship, it would
not be possible for them to be saved: "If they do not remain in the ship, you cannot be saved" (Acts 27:31) .

Was the Almighty God in need of help from thirty or forty sailors in order for Him to keep everyone on that ship alive? It is both unreasonable and improper to make such a claim about God. Through this example, my brothers, God revealed to us nothing other than what He also communicated to us when He healed the paralytic: that He stretches out His almighty hand to help and save us only if we first carry out everything that we are capable of doing.

by Bishop Nikiforos Theotokis 





http://www.stnektariosmonastery.org/


The Tactics of the Devil – Either Belittling or Increasing the Severity of a Sin ( Saint Barsanuphius of Optina )



Do you know the Devil's tactics? You really need to know it. When the Devil knows that some man has a sin more or less serious, he tries to prevent him from repentance. To this end, he belittles the severity of the sin in any way, suggesting the following thoughts: "It does not matter, God will forgive this to you" - and so on. And the demon even tries to make a man forget about this sin. But when this man manages to confess the sin to his spiritual father in the confession, the Devil in every way increases the severity of sin, suggesting that this sin is so great that God will never forgive it. And he tries to bring a person into depression and despair. You see how cunning the enemy is. He knows that the sins are washed away in the confession, and therefore he does not admit people to confession, and if a man confesses, the enemy embarrasses him in every way.


Saint Barsanuphius of Optina

http://tokandylaki.blogspot.ca/2012/11/the-tactics-of-devil.html

Monday, March 16, 2015

Γυναίκα μου, έστειλες την Παναγία στο σπίτι μας!


Ήλθε κρατώντας μια λαμπάδα σαν τον κορμό μικρού δένδρου! Ήταν πλημμυρισμένος χαρά κι ευγνωμοσύνη. Μαζί του είχε έλθει και η ευσεβής γυναίκα του.

Πριν μερικές εβδομάδες, πιστοί από το Αγρίνιο με τον π. Θεόκλητο είχαν έρθει στην Βαρνάκοβα, για να προσκυνήσουν και να κάνουν και Θεία Λειτουργία. Μαζί τους είχε έλθει και η σύζυγος του κυρίου Σωτήρη, κατά προτροπή του ιδίου.

- Ήμουν άρρωστος από πολύ καιρό και οι γιατροί δεν μπορούσαν να βρουν τί έχω. Έφθασα στο σημείο να μην έχω κουράγιο να οδηγήσω το αυτοκίνητο, να πάω να ψωνίσω για τα παιδιά μου, διηγήθηκε πολύ συγκινημένος την ημέρα που ήλθε και πρόσθεσε:

Εγώ έστειλα την γυναίκα μου στην Παναγιά, για να προσευχηθεί και να βοηθηθώ, γιατί κόντευα ν' απελπιστώ. Καθώς λοιπόν ήμουν ξαπλωμένος με πόνους και στα κακά μου χάλια, κατά τις εννέα το πρωί, ένοιωσα ξαφνικά μια αλαφράδα και μαζί χαρά! Αμέσως κατάλαβα! Η Παναγία έστειλε τη Χάρι Της. Έκανα τον Σταυρό μου και δοκίμασα να σηκωθώ. Το κατάφερα χωρίς πόνους.

Ένοιωθα δύναμη και ευεξία. Ντύθηκα, πλύθηκα, χτενίστηκα και περίμενα τη γυναίκα μου γεμάτος συγκίνησι και χαρά. Ήρθε κατά το μεσημέρι. Όταν με είδε σηκωμένο και υγιή, άρχισε να κλαίει από ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.

Την άλλη μέρα πήγα στην αγορά του Αγρινίου και αγόρασα την πιο μεγάλη λαμπάδα. Με κοιτούσαν καλά καλά. Εμένα όμως δεν με ένοιαζε τίποτε. Ήθελα να ανέβω, αν ήταν δυνατό, κάπου ψηλά και να φωνάξω τις ευχαριστίες μου στον Θεό και στην Παναγιά. Να τ' ακούσουν όλοι οι άνθρωποι για να πιστέψουν!

Από το βιβλίο: «ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (και η Παράκλησή Της)»
ΙΕΡΑ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ-ΚΟΙΝΟΒ. ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ, 2005



http://agiameteora.net/index.php/thavmata/3006-gynaika-mou-esteiles-tin-panagia-sto-spiti-mas.html

The Gospel of the Cross - Constantine Zalalas

Ο ΤΣΟΜΠΑΝΟΣ ΠΟΥ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


Αυτός ο τσοµπάνος, που πήγε στον Παράδεισο, τον λέγανε Μαυρογένη, γιατί είχε µαύρα γένια και ζούσε µέ την γυναίκα του απ' τον κόσμο µακρυά, µέ τα ζωντανά του και δεν κατέβαινε στο χωριό, παρά µονάχα για να πουλήσει τα τυριά του και να ψουνίση τα χρειαζούµενα, ξεκίνησε να λέει ό Προκόπης.
Μιαν ημέρα το λοιπόν, όπου βρέθηκε στο χωριό για τις δουλειές του, πήγε να ανάψει ένα κερί στην εκκλησιά, γιατί ήτανε θεοφοβούμενος και καλής ψυχής άνθρωπος. Εκεί µιλούσεν ό παπάς στους χωριανούς του και τούς έλεγε το κήρυγμα για τον ίσιον δρόμο του Θεού, πού πάει ολόϊσια στον Παράδεισον, αν δεν στρίβουµε δεξιά κι αριστερά. Πρέπει να τραβούµεν ίσια και να είµαστε συµπονετικοί για κάθε άνθρωπον, όταν έχει την ανάγκην µας. Νάµαστεν δηλαδή ψυχηκάρη δες και να ελεούμε, γιατί το ίδιο κάνει και ο Θεός και ελεεί τον κόσµον όλον για να ζει και να πορεύεται. Κι όποιον δει πώς κάνει κι αυτός το ίδιο, τον συµπαθά πολύ και τον παίρνει στον Παράδεισον, όπου είναι ή ζωή µεγαλείο ατελείωτον! "Έτσι τα έλεγεν ο παπάς κι έτσι πρέπει να είναι, κατά την γνώµην µου. Ή Εκκλησία δεν λέγει ποτέ της ψέματα και γιατί να τα πει, μαθές;


'Όλοι ακούγαμε τον απλοϊκόν τσοµπάνο, που μιλούσε µε τον δικό του παραστατικόν τρόπο και κάθε λίγο σκούπιζε τα µουστάκια του, άγνωστον γιατί, και δεν έδειχνε δυσκολία στο να εκφραστεί αυθόρµητα και να πει την πίστη του. Ό φίλος µου, πού είχε ενθουσιασθεί, ρώτησε, συντομεύοντας την μικρή παύση στην διήγηση του Προκόπη:
- Και μετά τι έγινε: Πως πήγε στον Παράδεισον;
- 'Όταν γύρισε στο καλύβι του, το είπε στην γυναίκα του χαρούμενος αυτό το ευχάριστο μαντάτο και της είπε πώς θα πάει την άλλη μέρα να συναντήσει τον Θεό. 'Έτσι κι έγινε.
Την άλλη µέρα πήρε ψωμοτύρι µαζί του, χαιρέτισε την κυρά του και ξεκίνησε για τον Παράδεισο. Πήρε τον ίσιον δρόμο και προχωρούσε ανάµεσα στα χωράφια, χωρίς να στρίβει δεξιά τι αριστερά, όπως είπεν ο παπάς και το βραδινό κοιµήθηκε κάτω από ένα δέντρο και συνέχισε την άλλη µέρα τον ίσιο δρόμο για τον Παράδεισο.
'Εφαγε και το ψωμοτύρι, που είχε µαζί του και συνέχισε και την τρίτη µέρα και την τέταρτη. Το ένα βουνό ανέβαινε, το άλλο κατέβαινε. Την πέµπτη µέρα πείνασε πολύ και σκέφτηκε τι να κάνη και που να βρει τροφή. Κι όταν ανέβηκε το βουνό, πού ήταν µπροστά του, είδε στην απέναντι πλαγιά ένα Μοναστήρι. 'Έσυρε λοιπόν και πήγε. Χτύπησε την πόρτα και ζήτησε βοήθεια. Ευτυχώς το Μοναστήρι βρισκόταν πάνω στον δρόμο του. Τον βάλανε λοιπόν µέσα στην εκκλησιά του Μοναστηριού να περιµένει, ώσπου να του φέρουνε τίποτε φαγώσιµο. Κι έβλεπε ολόγυρα τις εικόνες και τις θαύµαζε, όλες του φαινότανε ζωντανές, ολοζώντανες. Μόνο, πού δεν µιλούσανε. Κι όντας έστρεψε το µάτι του και είδε στον σταυρό σταυρωµένον κι ολόγυμνο και µατωµένον τον Χριστό, αναφώνησε:

-' Ωχου, το παλληκάρι, το λαβώσανε οι άτιµοι! 'Ωχου και τον έχουν κρεµασµένον ακόµα!
- Την ίδια στιγµή, ένας καλόγερος του έφερε λίγα φαγώσιµα, τάβαλε πάνω στον πάγκο και τούπε να φάει, συνέχισε ο Προκόπης. Ό καλόγερος όμως µπαίνοντας τον άκουσε, πού µιλούσε στον σταυρωµένον και τον ρώτησε:
Μιλούσες µέ κανέναν, αδερφέ; Ό Μαυρογένης, πού υποψιάστηκε τον καλόγερον, πώς είναι απ' αυτούς, πού τον σταυρώσανε, δεν είπε τίποτα. Κι όταν έφυγε ο καλόγερος φώναξε στον σταυρωµένον:
- 'Έ, παλληκάρι! Μπορείς να κατέβεις; από κει πάνω, να 'ρθης να φάμε µαζί αυτά, πού µου φέρανε; Θες να 'ρθώ να σε κατεβάσω εγώ;
- 'Οχι. Μπορώ και µόνος µου να κατέβω. 'Ερχοµαι.
- Κατέβηκε το λοιπόν ο Σταυρωµένος κάτω, συνέχισε ο Προκόπης την αφήγηση του, κάθισε στον πάγκο κι έφαγε κι έπιασε κουβέντα µέ τον τσοµπάνο. 'Εκείνος τούπε να τον πάρει µαζί του, τώρα πού πάει να συναντήσει τον Θεό.
Θέλεις να σε πάρω κι εσένα; Ό Θεός είναι καλός και θα σε λυπηθεί και θα σε βάλει και σένα στον Παράδεισο. 'Εγώ γι' αυτό πάω στον Θεό. 'Ερχεοαι µαζί µου; Δεν πρόλαβε όμως ο Σταυρωµένος ν' αποκριθεί, γιατί ακούστηκε να έρχεται ο καλόγερος. Τότε ο Σταυρωµένος ξανανέβηκε γρήγορα πάνω στον σταυρό κι έμεινε µέ ανοιγμένα χέρια.
Και ο καλόγερος ρώτησε τον τσοµπάνο:
- Τώρα µή µου πεις πώς δεν µίλαγες µέ κανέναν. Σ' άκουσα µέ τα ίδια µου τ' αυτιά. Λέγε µέ ποιόν µιλούσες;
- Ό Μαυρογένης φοβήθηκε στην αρχή, δίστασε και στο τέλος είπε στον καλόγερο πώς μιλούσε με το κρεμασμένο αυτό παλληκάρι, πού το λυπήθηκε και το κάλεσε να φάνε μαζί το βρισκόμενο. Και είπε στον καλόγερο:
- Μη με μαρτυρήσεις, άγιε καλόγερε, αλλά θέλω να πάω στον Παράδεισο και ό παπάς του χωριού μας είπε να πάρουμε τον ίσιο δρόμο και να είμαστε ψυχοπονιάρηδα;
Κατάλαβες; Το λυπήθηκα λοιπόν το παλληκάρι και το κάλεσα να πάρει κι αυτό μια μπουκιά ψωμί. Κακό έκανα;
- 'Οχι, όχι, καλά έκανες και πάντα να συμπονάς τούς αναγκεμένους, αποκρίθηκε κατάπληκτος ό καλόγερος με τα όσα του είπε ό τσομπάνος. Κι έτρεξε και τα φανέρωσε όλα στον Ηγούμενό του.
'Ύστερα, λέγει η ιστορία, φτάσανε όλοι οι καλόγεροι με τον Ηγούμενο στην εκκλησιά και βάλανε μετάνοια στον τσομπάνο, πού έφαγε μαζί με τον Σταυρωμένο Χριστό και τον παρακαλέσανε να πει καμμιά καλή κουβέντα και γι' αυτούς, όταν συναντήσει τον Θεό.
- Άμα τον δω τον Θεό, θα του πω και για σας, αλλά γιατί το κρατάτε σταυρωμένο το παλληκάρι; Τι σας έκανε; Κατεβάστε το να φάει και να ντυθεί, πού είναι ολόγυμνος και πληγωμένος. Κι αν δεν τον θέλετε εσείς εδώ, τον παίρνω εγώ μαζί μου.


- Εκείνοι κοκκαλώσανε απ' την καλοσύνη και την αθωότητα του Μαυρογένη και, αφού του δώσανε όλα τα χρειαζούμενα, τον συνόδεψαν κάμποσο στον ίσιο δρόμο. πού ακολουθούσε κι όταν εκείνος απομακρύνθηκε, τον βλέπανε πού δεν πάταγε στην γη, αλλά περπατούσε στον αέρα μέχρι, πού χάθηκε απ' τα μάτια τους.

Από το βιβλίο του Π.M.Σωτήρχου «Οι εραστές του παραδείσου» εκδ.Αστήρ

http://agiameteora.net

St. Paisios on trials


Trials do good. Do not be afraid.

Our Christ struggled for forty days in the desert, but later he was served by Angels.

Our Christ is very loving.

Continuously, for our benefit, he allows great sorrow. For a short time we think that He has abandoned us, but because He feels sorrow, afterwards He loves us, He chokes us with His mercy, with His love.

Never fear, only love our Christ.


Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!



http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2014/01/elder-paisios-on-trials.html

Thursday, March 12, 2015

Οι σταυροί των δοκιμασιών ( Αγιος Παισιος )



‘’Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος...’’ Ψαλμ. 65, 12.
Γέροντα, το σταυρουδάκι που μου δώσατε το φορώ συνέχεια και με βοηθάει στις δυσκολίες.

- Να, τέτοια σταυρουδάκια είναι οι δικοί μας σταυροί, σαν αυτά που κρεμούμε στον λαιμό μας και μας προστατεύουν στην ζωή μας. Τι νομίζεις, έχουμε μεγάλο σταυρό εμείς;


Μόνον ο Σταυρός του Χριστού μας ήταν πολύ βαρύς, γιατί ο Χριστός από αγάπη προς εμάς τους ανθρώπους δεν θέλησε να χρησιμοποιήση για τον εαυτό Του την θεϊκή Του δύναμη. Και στην συνέχεια σηκώνει το βάρος των σταυρών όλου του κόσμου και μας ελαφρώνει από τους πόνους των δοκιμασιών με την θεία Του βοήθεια και με την γλυκειά Του παρηγοριά.

Ο Καλός Θεός οικονομάει για τον κάθε άνθρωπο έναν σταυρό ανάλογο με την αντοχή του, όχι για να βασανιστή, αλλά για να ανεβή από τον σταυρό στον Ουρανό – γιατί στην ουσία ο σταυρός είναι σκάλα προς τον Ουρανό. Αν καταλάβουμε τι θησαυρό αποταμιεύουμε από τον πόνο των δοκιμασιών, δεν θα γογγύζουμε, αλλά θα δοξολογούμε τον Θεό σηκώνοντας το σταυρουδάκι που μας χάρισε, οπότε και σε τούτη την ζωή θα χαιρώμαστε, και στην άλλη θα έχουμε να λάβουμε και σύνταξη και «εφάπαξ». Ο Θεός μας έχει εξασφαλισμένα κτήματα εκεί στον Ουρανό. Όταν όμως ζητούμε να μας απαλλάξη από μια δοκιμασία, δίνει αυτά τα κτήματα σε άλλους και τα χάνουμε. Ενώ, αν κάνουμε υπομονή, θα μας δώση και τόκο.

Είναι μακάριος αυτός που βασανίζεται εδώ, γιατί, όσο πιο πολύ παιδεύεται σ’ αυτήν την ζωή, τόσο περισσότερο βοηθιέται για την άλλη, επειδή εξοφλά αμαρτίες. Οι σταυροί των δοκιμασιών είναι ανώτεροι από τα «τάλαντα», από τα χαρίσματα, που μας δίνει ο Θεός. Είναι μακάριος εκείνος που έχει όχι έναν σταυρό αλλά πέντε. Μια ταλαιπωρία ή ένας θάνατος μαρτυρικός είναι και καθαρός μισθός. Γι’ αυτό σε κάθε δοκιμασία να λέμε: «Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, γιατί αυτό χρειαζόταν για την σωτηρία μου».

ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Δ΄
ΟΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ


Conscience is the first law of God ( St Paisios )


Conscience is the first law of God, which He deeply carved in the hearts of the First Created, and consequently, each one of us takes it as a "photocopy" from his parents when he is born. 


Those who have managed to sensitize their consciences through the daily study of themselves feel themselves estranged from this world; and, as a result, worldly people are dumfounded by their discerning behavior. 

Those, however, who do not examine their consciences are neither benefited by spiritual study nor by the advice of the Elders, nor are they even able to keep God’s commandments, since they quickly become insensitive.

St. Paisios

Homily on Holy Cross Sunday ( Metropolitan Anthony of Sourozh )


His Eminence Metropolitan Anthony Bloom (1914 – August 4, 2003) was bishop of the Diocese of Sourozh, the Russian Orthodox Church in Great Britain and Ireland. He wrote masterfully about Christian prayer, and many Orthodox Christians in Great Britain and throughout the world consider him to be a saint.

In the Name of the Father, the Son and the Holy Ghost.

In today’s Gospel the Lord says to us that if we want to be followers of His, disciples, we must take up our crosses and follow Him. And when we think of the Cross of the Lord, we think of His gradual, painful ascent to His Crucifixion, we think of the way of the Cross, of His death. And indeed, the Lord calls us, if we want to be faithful to Him, if we want to be His disciples, to be prepared to walk all the way with Him – all the way.

But on the other hand, we must remember that He does not call us to follow a road which He has not trod Himself. He is a Good Shepherd that walks ahead of His sheep, making sure that all is clear, that dangers have been removed, that they can walk safely in His footstep. His call to take up our cross and to follow Him is a call, at the same time, to accept to be true disciples of Him, and also to do it in the certainty that He will never ask from us what He has not done or endured Himself. We can follow Him safely; we can follow Him with assurance, but also with a sense of peace in our heart and our mind.

And yet, this following is not devoid of tragedy because to be disciple of Christ we must, as the reading of the Epistle at our baptism warned us, die with Him in order to be risen with Him. To die means to renounce, in an act of loyalty, of friendship, of solidarity with Him, of respect and veneration for Him, of recognition of the cost to Him for His love of us, to renounce everything which was the cause of His death. We must reflect on everything which is within us which makes us alien to God, unworthy of ourselves, unworthy of His love.

And when we discover, whatever it may be, to set out to reject it out of our lives. It may be things that seem to be easy, or small, it may be things that are very heavy and difficult to reject. But we must not imagine that things which seem to be small things separate us less from God than

those things which appear to be great to us. There is story in the life of one of the ascetics to whom two persons came; the one have committed a grievous sin and the other one recognised only a multitude of little sins. And to make them understand that both matter and could be as destructive of life of the one as the other, he told the first one to go into the field and to find the biggest boulder that was to be found and bring it, and to the other one to collect pebbles, everywhere. The one found easily a boulder and brought it; the other one as easily found a multitude of little pebbles. And when they came back, he said to them, and now – go, and put them back exactly in the way where you found them. The first that brought the big boulder found easy to find the place, it was deeply imprinted in the earth, and to place the boulder exactly where it had lain. The other one, after hours, and hours, and hours came back with all the pebble, because they had been collected at random, and yet, it was impossible to remember where. So is it with our sins: there is nothing which is small, and there is nothing which is great, if – and the ‘if’ is important – if we do not find a way of putting it aside.

So, let us reflect on this. In the weeks of preparation for Lent, we were confronted in one parable after the other, in one reading after the other with images of sin; the blindness of Bartimeus, the pride of the Pharisee, the rejection of his father – our God! – by the prodigal son; we were confronted with the reading of the judgement in which it was so clearly set out that we are not going to be judged on the faith we professed, but on whether we were human throughout our lives, whether we were simply human, perceptive, cruelly sensitive to the sufferings of other people, and whether we have done for them, our neighbour, all that could be done, whether we have loved our neighbour actively as we wish to be loved actively by our neighbour. And then we were confronted with the days of the end of this period of preparation when week after week it was twilight and darkness that was revealed to us within ourselves by the readings if we only had the honesty to respond to the message of God.

And then we entered into a new period of time; into Lent proper; the period which is called ‘the spring’ – because this is the meaning of the word ‘lent’, a time on newness and of renewal, a time when God can, c a n make old things new if we only allow Him to. And we are confronted with the Sunday of Orthodoxy, the triumph of Orthodoxy when the Church proclaimed that God had become man, that man was so great, so vast, and also so precious to God that He gave His life for Him, a God of sacrificial love, a God who was prepared to live and die for us because He treasures us so much.

And then, the next Sunday, the Sunday of Gregory Palama – the proclamation of the fact that we are truly called to be partakers of the divine nature according to the promise and the word of Saint Peter in his Epistle: that God wants to give Himself to us, that divine grace is God Himself pouring Himself into us and giving us a possibility, a chance, if we are only capable of responding to it, of making Him our King, enthrone Him as a Judge and Ruler of our mind, as the One Who rules our heart, the One Whose will is our will, the One Who may cleanse us even in our bodies of all sins spiritual and fleshly.

And now, we are going to see one after the other what the grace of God accepted, heroically received, can make of people: in the person of Saint John of the Ladder, in the person of Saint Mary of Egypt, in the person of every sinner who is been remembered in these weeks, and who by the power, and the grace, and the love of God, but also by his heroic, wholehearted, sincere response proved capable of receiving what God was giving.

And then, we will come to Holy Week; and from the light which has shone as a promise, which had dimly or brightly in the Saints, we will see the blinding light of love Divine incarnate, of what God means when He says that He loves us. And again, it is judgement, because if men, women, children as frail as we are, could respond as the Saints did, what are we going to say to God if we respond in no manner to His own sacrificial, crucified love?

And so, from the twilight of sin revealed to us, to the light which has shone through the Saints and in the Saints, of the Divine grace, we come to the light pure, perfect, revealed in God, and at each stage we are told by God: are you going to respond to this? Is the horror of darkness not sufficient to make you shudder? Is the vision of what can be done not enough to inspire you? Is My Own life and death for your sake not sufficient to move you? We are given one chance after the other to change, to respond: let us do it! Let us make haste to do it! There is a passage in the Great Canon in which it says, Let the hand of Moses covered with leper convince you that God can cleanse your own life which is covered in leper… Yes – if leper could be washed by an act of God, all leprosy which stains us, destroys us in soul, in body, which undermines the purity of our heart, darkens our soul, makes our will unfaithful to our own vocation and to the calling of God, all that can be healed.

And so we can enter into these days with hope, because one sigh of the Publican was enough to make him a child of the Kingdom, to restore him to wholeness. Let us bring at least one sigh from the depth of our heart – and salvation is ours… Glory be to God, Glory be to God in all things… Amen.

Δύο Ἅγιοι Γέροντες μιλοῦν γιά τήν κατάθλιψη...


 

Κατάθλιψη και Εγωισμός

Αγιος Παΐσιος και Άγιος Πορφύριος
Δυο γέροντες της εποχής μας οι οποίοι πάντα συμφωνούσαν στα προβλήματα που μαστίζουν την εποχή μας. Και ο καθένας με τον δικό του τρόπο έδινε τις συμβουλές του...
Έλεγε ο
Αγιος  Παΐσιος:


Ο εγωισμός οδηγεί στην λύπη· σ' εκείνη την λύπη πού δεν είναι κατά Θεόν.
Η κατά Θεόν λύπη οδηγεί στη μετάνοια. Η μη κατά Θεόν λύπη οδηγεί στην απελπισία.
Ο εγωισμός φέρνει πάντα λύπη και άγχος.
Ο πονηρός θέλει να μας βλέπει λυπημένους και να χαίρεται...το ταγκαλάκι δεν θέλει κανένας να χαίρεται.
Ο εγωισμός ανοίγει την πόρτα στο ταγκαλάκι για να μας επηρεάσει ρίχνοντάς μας στην Κατάθλιψη και τα διάφορα λεγόμενα «ψυχολογικά προβλήματα».

Έλεγε και ο Άγιος Γέροντας Πορφύριος:
Κύριον αίτιον εις την κατάθλιψη και σε όλα αυτά πού τα λένε πειρασμικά, σατανικά, όπως είναι η νωθρότης, η ακηδία, η τεμπελιά, πού μαζί μ’αυτά είναι τόσα άλλα ψυχολογικά, δηλαδή πειρασμικά πράγματα, είναι ότι έχεις μεγάλον εγωισμό μέσα σου.
Κάνει εντύπωση πού ο γέροντας όλα τα ανωτέρω «ψυχολογικά» τα αποκαλεί πειρασμικά, δηλ. δαιμονικά, δηλ. δαιμονικές ενέργειες, δαιμονικές επήρειες.
Ο εγωισμός-υπερηφάνεια πού είναι και η νόσος του διαβόλου είναι η βάση, η αιτία της εισβολής και της δράσης του πονηρού στον άνθρωπο.
Ο διάβολος μπαίνοντας στην ψυχή την γεμίζει με λύπη.



http://agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/6914-dyo-gioi-gerontes-milo-n-gia-tin-katathlipsi.html

Το σημείο του Σταυρού




Δύναμη, Σημασία και Θαύματά του Εισαγωγικά
Πριν από είκοσι αιώνες ο σταυρός ήταν όργανο ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου. Οι Ρωμαίοι καταδίκαζαν στην ποινή της σταυρώσεως τους πιο μεγάλους εγκληματίες.
Σήμερα ο σταυρός κυριαρχεί σ' ολόκληρη τη ζωή των πιστών χριστιανών, σ' ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας μας, ως όργανο θυσίας, σωτηρίας, χαράς, αγιασμού και χάριτος. Όπως γράφει ο ιερός Χρυσόστομος, «αυτό το καταραμένο και αποτρόπαιο σύμβολο της χειρότερης τιμωρίας τώρα έχει γίνει ποθητό και αξιαγάπητο». Παντού το βλέπεις. «Στην αγία Τράπεζα, στις χειροτονίες των ιερέων, στη θεία λειτουργία. στα σπίτια, στις αγορές, στις ερημιές και στους δρόμους. στις θάλασσες, στα πλοία και στα νησιά. στα κρεβάτια και στα ενδύματα. στους γάμους, στα συμπόσια, στα χρυσά και τ' ασημένια σκεύη. στα κοσμήματα και στις τοιχογραφίες... Τόσο περιπόθητο σ' όλους έγινε το θαυμαστό αυτό δώρο, η ανέκφραστη αυτή χάρη.»
Πράγματι, όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από τον ναό, θα δει το σημείο του σταυρού. Σαν ορατό, σχηματικό σύμβολο, αλλά και σαν ιερή χειρονομία. Το σημείο του σταυρού δεσπόζει στη ζωή της Εκκλησίας.
Γιατί όμως;

Γιατί από τότε, που πάνω στον σταυρό καρφώθηκε και πέθανε για τη σωτηρία του κόσμου ο ίδιος ο Θεός, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, το όργανο αυτό της τιμωρίας έγινε όργανο σωτηρίας. «... Ου γαρ έτι καταδίκης εστί τιμωρία, αλλά τρόπαιον εδείχθη ημίν σωτηρίας», λέει ένα τροπάριο. Το αντικείμενο της αισχύνης έγινε η δόξα της Εκκλησίας. Της κατάρας το σύμβολο, έγινε «αράς της αρχαίας λύτρον». Της οδύνης και του θανάτου το ξύλο, έγινε «χαράς σημείον» και «ζωής ταμείον». Και όλ' αυτά, επειδή πάνω στο ξύλο του σταυρού, μαζί με το πανάχραντο σώμα Του, ο Κύριος κάρφωσε και τις αμαρτίες μας. Όπως γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος, μας χάρισε «πάντα τα παραπτώματα, εξαλείψας το καθ' ημών χειρόγραφον... προσηλώσας αυτό τω σταυρώ.»
Ο Σταυρός του Χριστού μας συμφιλίωσε με τον ουράνιο Πατέρα, από τον Οποίο μας είχε χωρίσει ο διάβολος, εξαπατώντας τους προπάτορες. Ο Σταυρός του Χριστού μας άνοιξε τη βασιλεία των ουρανών, αφού μέχρι τη σταύρωση Εκείνου ο άδης κατάπινε αχόρταγα ακόμη και τους δικαίους. Γι' αυτό έχει τόση δύναμη και χάρη, τη δύναμη και τη χάρη του Χριστού, που, όταν σταυρώθηκε, τη μεταβίβασε με τρόπο μυστικό και ακατάληπτο στον τίμιο σταυρό Του, όπως σοφά μας λέει και η υμνολογία: «Ο σταυρός σου, Χριστέ, ει και ξύλον οράται τη ουσία, αλλά θείαν περιβέβληται δυναστείαν. και αισθητώς τω κόσμω φαινόμενος, νοητώς την ημών θαυματουργεί σωτηρίαν...».
Ο σταυρός λοιπόν έγινε το σύμβολο του ιδίου του Χριστού. Σύμβολο, που τρέμουν τα δαιμόνια.

Η ανεκτίμητη αξία του Τιμίου Σταυρού
Αν είναι όμως πράγματι έτσι, γιατί τότε υπάρχουν άνθρωποι, που αρνούνται, αποστρέφονται και ατιμάζουν τον σταυρό; «Πολλοί γαρ περιπατούσιν», γράφει ο απόστολος Παύλος, «ους πολλάκις έλεγον υμίν, νυν δε και κλαίων λέγω, τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού, ων το τέλος απώλεια...».
Πράγματι, ορισμένοι αιρετικοί είναι «εχθροί του σταυρού». Ο σταυρός, λένε, είναι όργανο εγκλήματος, και αποτελεί ειδωλολατρία η απόδοση σ' αυτόν τιμής. Υποστηρίζουν μάλιστα πως η αρχαία Εκκλησία δεν χρησιμοποιούσε το σημείο του σταυρού.

Η άποψη αυτή είναι πλανεμένη. Πρώτον, επειδή η Εκκλησία μας δεν τιμά τον σταυρό, σαν ένα τυχαίο γεωμετρικό σχήμα. Δεύτερον, επειδή η τιμή προς το σημείο του σταυρού έχει την αρχή της στους αποστολικούς ήδη χρόνους. Τρίτον, επειδή ο ίδιος ο Θεός φανέρωσε με υπερφυσικά γεγονότα, σε διάφορες περιπτώσεις και εποχές, ότι ο σταυρός αποτελεί το σύμβολό Του. Και τέταρτον, επειδή με το σημείο του σταυρού έγιναν και γίνονται εξαίσια θαύματα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Α'. Η τιμή στον σταυρό είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Η Εκκλησία μας δεν τιμά τον σταυρό αυτό καθεαυτό, ως απλό σχήμα, αποδεσμευμένο από τον εσταυρωμένο Κύριο. Αυτό θα ήταν πράγματι ειδωλολατρία. Αλλά τον τιμά, ως το σύμβολο της μεγάλης θυσίας του Χριστού, από την οποία απορρέει η χάρη, ο αγιασμός και η σωτηρία του ανθρώπου. Τον ασπάζεται και τον προσκυνεί ως το σημείο του Υιού του ανθρώπου (Ματθ. 24, 30), που έχει προσλάβει μυστικά και ακατάληπτα, όπως είπαμε, τη χάρη και τη δύναμή Του.
Βλέποντας ο πιστός το σχήμα του σταυρού, κάνοντας το σημείο του σταυρού, προσκυνώντας τον «τύπον» και το σύμβολο του σταυρού, βλέπει με τα μάτια της ψυχής του και προσκυνεί τον εσταυρωμένο Ιησού. «Δεν ασπαζόμαστε τον σταυρό ως Θεό, αλλά δείχνουμε έτσι τη γνήσια διάθεση της ψυχής μας προς τον Εσταυρωμένο», γράφει ο άγιος Ιερώνυμος. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διευκρινίζει ότι, εκτός από το τίμιο Ξύλο, «προσκυνούμε και τον τύπο του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, αν και είναι από διαφορετική ύλη κατασκευασμένος, όχι βέβαια τιμώντας την ύλη, μη γένοιτο, αλλά τον τύπο, ως σύμβολο του Χριστού».
Πόσο δίκαιο έχουν οι άγιοι Πατέρες, θα διαπιστώσουμε παρακάτω, εξετάζοντας την αγιαστική και θαυματουργική δύναμη του σημείου του σταυρού.
Β'. Η τιμή στο σημείο του σταυρού υπήρχε πάντοτε και εξαρχής στην Εκκλησία
Η αρχή της τιμής προς το σημείο του σταυρού χάνεται στα βάθη της χριστιανικής αρχαιότητος, μια και μας παραδίδεται από τους αποστολικούς χρόνους.
Ο άγιος απόστολος Παύλος διακηρύσσει: «Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι' ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω».
Ο άγιος απόστολος Πέτρος καταδικάστηκε σε θάνατο σταυρικό, όπως ο Κύριος. Τόσο τιμούσε όμως το σημείο του σταυρού, ώστε ικέτευε τους δημίους του: «Δεν είμαι άξιος να με σταυρώσετε όρθιο, όπως τον Χριστό μου. Εκείνος σταυρώθηκε έτσι για να βλέπει στη γη, επειδή θα πήγαινε στον άδη να ελευθερώσει τις ψυχές, που βρίσκονταν εκεί. Εμένα όμως να με σταυρώσετε με το κεφάλι κάτω, για να βλέπω τον ουρανό, όπου πρόκειται να πάω.»
Ο άγιος απόστολος Ανδρέας ο πρωτόκλητος, όταν αντίκρισε τον σταυρό του μαρτυρίου του (σχήματος Χ), αναφώνησε με δέος και συγκίνηση: «Χαίρε, σταυρέ, που με το σώμα του Χριστού αγιάστηκες και με τα μέλη του, σαν με μαργαριτάρια, στολίστηκες! Πριν καρφωθεί επάνω σου ο Κύριός μου, ήσουν φοβερός για τους ανθρώπους. Τώρα όμως όλοι οι πιστοί γνωρίζουν πόση χάρη είναι κρυμμένη μέσα σου. Άφοβα και χαρούμενα σε πλησιάζω. Πρόθυμα δέξου με κι εσύ, τον μαθητή του εσταυρωμένου Χριστού... Ω μακάριε και παμπόθητε σταυρέ, πάρε με από τους ανθρώπους και παράδωσέ με στον Δάσκαλό μου!».
Την αρχαιότητα της χρήσεως του σημείου του σταυρού επιβεβαιώνει και ένας από τους μεγάλους απολογητές, ο Τερτυλλιανός (περίπου 160-220 μ.Χ.), που γράφει: «Οπουδήποτε κι αν πρόκειται να φθάσουμε, για οπουδήποτε κι αν πρέπει να ξεκινήσουμε, όταν φθάνουμε και όταν ξεκινούμε, όταν βάζουμε τα παπούτσια μας, όταν πλενόμαστε, όταν τρώμε, όταν ανάβουμε το λυχνάρι, όταν πέφτουμε στο κρεβάτι, όταν καθόμαστε στο σκαμνί, όταν αρχίζουμε κάποια συζήτηση, κάνουμε στο μέτωπό μας το σημείο του σταυρού» (De corona 3,11).
Γ'. Ο Θεός φανερώνει με υπερφυσικά γεγονότα τη δύναμη του Τιμίου Σταυρού
Ο ίδιος ο Κύριος, με υπερφυσικά γεγονότα και θαυμαστές αποκαλύψεις, φανέρωσε σε διάφορες περιστάσεις, με τρόπο κραυγαλέο, πως το σημείο του σταυρού αποτελεί το σύμβολό Του και το αήττητο τρόπαιο των πιστών. Θ' αναφερθούμε σ' ελάχιστα παραδείγματα από τ' αναρίθμητα που διασώζουν η εκκλησιαστική ιστορία, οι άγιοι Πατέρες και τα Συναξάρια.

1. Ο γνωστός εκκλησιαστικός ιστορικός Ευσέβιος Καισαρείας (†340), σύγχρονος του αγίου Κωνσταντίνου του Μεγάλου, περιγράφει εναργέστατα και αδιάψευστα το πασίγνωστο περιστατικό της εμφανίσεως του φωτεινού σταυρού στον Μ. Κωνσταντίνο με την επιγραφή «εν τούτω νίκα», και μάλιστα μέρα μεσημέρι, με μάρτυρες όλους τους άνδρες του στρατεύματός του.

2. Εκτός από την παραπάνω υπερφυσική φανέρωση του σημείου του σταυρού, έγινε και μία άλλη, πάλι μπροστά σε αναρίθμητους αυτόπτες μάρτυρες, όταν βασιλιάς ήταν ο Κωνστάντιος, γιος του αγίου Κωνσταντίνου, και αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων ο άγιος Κύριλλος. Το θαύμα διηγείται ο ίδιος ο άγιος Κύριλλος στον βασιλιά με μία επιστολή του, στην οποία αναφέρει ότι την ημέρα εκείνη (7 Μαΐου του 346 μ.Χ., την περίοδο της Πεντηκοστής), γύρω στην τρίτη ώρα (9 π.μ.), φάνηκε στον ουρανό το σημείο του τιμίου σταυρού, τεράστιο, ολοφώτεινο, εκτεινόμενο από τον άγιο Γολγοθά μέχρι το Όρος των Ελαιών. Δεν το είδαν ένας και δυο, αλλά όλοι οι κάτοικοι των Ιεροσολύμων. Και δεν φάνηκε για μία στιγμή μόνο, αλλά για ώρες πολλές κρεμόταν στο στερέωμα. Και ήταν τόσο λαμπρό, ώστε ξεπερνούσε στη λάμψη τις ακτίνες του ηλίου, γι' αυτό και μπορούσαν να το δουν φανερά μέρα μεσημέρι. Βλέποντας αυτό το θαύμα ο λαός της πόλεως έτρεξε στον ναό της Αναστάσεως. Όλοι έσπευσαν να δοξάσουν μ' ένα στόμα τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, έχοντας τώρα διδαχθεί από τα ίδια τα πράγματα ότι το πανευσεβές δόγμα των χριστιανών δεν στηρίζεται σε ανθρώπινη σοφία, που πείθει με τα λόγια και τη λογική, αλλά στις αποδείξεις, που δίνουν τα πνευματικά χαρίσματα και οι θαυματουργικές δυνάμεις. Και το δόγμα δεν κηρύσσεται μόνο από ανθρώπους, αλλά μαρτυρείται και από τον ίδιο τον Θεό, από τον ουρανό.
Την ανάμνηση «του εν ουρανώ φανέντος σημείου του Τιμίου Σταυρού» εορτάζει η Εκκλησία μας στις 7 Μαΐου, ημέρα της εμφανίσεώς του.
3. Ο άγιος μεγαλομάρτυς Ευστάθιος (20 Σεπτεμβρίου) αξιώθηκε να δει ένα θαυμαστό όραμα, χάρη στο οποίο μεταστράφηκε από την ειδωλολατρία στη χριστιανική πίστη. Συνετός, εγκρατής, φιλάνθρωπος και φιλοδίκαιος, αν και ειδωλολάτρης, ο άγιος Ευστάθιος (που λεγόταν τότε Πλακίδας) είλκυσε πάνω του τη χάρη του Χριστού, που του αποκαλύφθηκε με παράδοξο τρόπο. Συγκεκριμένα, ενώ μια μέρα κυνηγούσε στο δάσος, βλέπει από μακριά ένα ωραιότατο και μεγαλόσωμο ελάφι, που, ενώ έφευγε, έστρεφε κάθε τόσο τo κεφάλι και τον παρατηρούσε κατάμματα. Ο άγιος σπιρούνισε το άλογό του για να το φτάσει, αλλά δεν μπόρεσε. Έτρεξαν πίσω του και οι σύντροφοί του, αλλά μάταια. Μετά από ώρα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την προσπάθεια, γιατί τα άλογά τους είχαν εξαντληθεί. Μόνο ο άγιος επέμεινε να καλπάζει πίσω από το ακούραστο ελάφι. Τελικά, καταϊδρωμένοι αυτός και το άλογό του, έφτασαν μπροστά σ' ένα μεγάλο χάσμα. Το ελάφι εύκολα πήδηξε απέναντι, όπου στάθηκε και κοίταζε τον άγιο. Το άλογο όμως δεν μπορούσε να πηδήξει, και αναγκάστηκε να σταματήσει. Τότε, με απερίγραπτη έκπληξη, βλέπει ο άγιος ανάμεσα στα κέρατα του ελαφιού έναν υπέρλαμπρο φωτεινό σταυρό, που έφερε τον εσταυρωμένο Κύριο, και ακούει μία φωνή να του λέει: «Γιατί, Πλακίδα, με κυνηγάς; Εγώ είμαι ο Χριστός, που δεν με γνωρίζεις, αλλά μ' ευαρεστείς με τα καλά σου έργα. Για χάρη σου λοιπόν φάνηκα πάνω σ' αυτό το ελάφι. Οι ελεημοσύνες και οι καλές σου πράξεις μ' ευχαρίστησαν. Γι' αυτό κι εγώ σου φανερώθηκα, γιατί δεν είναι δίκαιο ένας άνθρωπος σαν κι εσένα να μη γνωρίζει την αλήθεια...». Αυτά και άλλα πολλά του είπε ο Κύριος, πριν τον στείλει στον επίσκοπο του τόπου, ο οποίος τον βάπτισε μαζί με ολόκληρη την οικογένειά του, δίνοντάς του το όνομα Ευστάθιος.
Τρία από τα αναρίθμητα παραδείγματα θεϊκών αποκαλύψεων, σχετικά με το σημείο του σταυρού, είναι όσα αναφέραμε πιο πάνω, με τα οποία διδασκόμαστε ότι το σημείο αυτό είναι η σφραγίδα του Χριστού.
Δ'. Το σημείο του Σταυρού θαυματουργεί
Για να αιτιολογηθεί με περισσότερα στοιχεία η τιμή, που αποδίδει στον σταυρό η Εκκλησία, και για να φανεί παραστατικά η δύναμη του σημείου του σταυρού, ως σημείου του Χριστού, θα διηγηθούμε παρακάτω μερικά σποραδικά θαύματα -τα πιο πολλά από τους Βίους των αγίων- που έγιναν κατά καιρούς μ' αυτό το πανίερο σύμβολο.
Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (26 Σεπτεμβρίου) θεράπευσε στην Πάτμο τον παράλυτο ειδωλολάτρη ιερέα του Απόλλωνα, σφραγίζοντάς τον με το σημείο του σταυρού.
Ο άγιος Αντώνιος ο Μέγας (17 Ιανουαρίου), θέλοντας να καταισχύνει κάποιους ειδωλολάτρες σοφούς, που πήγαν να τον πειράξουν, έφερε μπροστά τους μερικούς δαιμονισμένους και είπε: «Ή καθαρίστε τους εσείς με τους συλλογισμούς σας και μ' οποιαδήποτε άλλη τέχνη ή μαγεία θέλετε, επικαλούμενοι τα είδωλά σας, ή, αν δεν μπορείτε, παραιτηθείτε από την πολεμική εναντίον μας, και θα δείτε τη δύναμη του σταυρού του Χριστού!». Και την ίδια στιγμή επικαλέστηκε τον Κύριο, σφραγίζοντας τους δαιμονισμένους τρεις φορές με το σημείο του σταυρού. Αμέσως εκείνοι ελευθερώθηκαν από τα δαιμόνια και σηκώθηκαν θεραπευμένοι, δοξάζοντας τον Θεό.
Όταν ο άγιος Επιφάνιος, αρχιεπίσκοπος Κύπρου (12 Μαΐου) ήταν ακόμα μικρό δεκάχρονο παιδί, ένα ατίθασο μοσχάρι τον τραυμάτισε σοβαρά στον μηρό και τον έριξε χάμω, ανίκανο πια να σηκωθεί. Τότε ένας ευσεβής χριστιανός, ο Κλεόβιος, τον σταύρωσε τρεις φορές στο χτυπημένο μέλος, και αμέσως ο μικρός Επιφάνιος γιατρεύτηκε και σηκώθηκε. Ο ίδιος ο άγιος, πολύ αργότερα, σταύρωσε τρεις φορές επίσης τη θυγατέρα του βασιλιά της Περσίας, και την απάλλαξε αυτοστιγμεί από το δαιμόνιο, που τη βασάνιζε.
Ο άγιος Βασίλειος ο Μέγας (1 Ιανουαρίου), όταν ο αρειανός βασιλιάς Ουάλης διέταξε να παραδοθεί ο καθεδρικός ναός της Νίκαιας στους αρειανούς, ζήτησε ν' αφήσουν τον Θεό ν' αποφανθεί για το ζήτημα. Πρότεινε να κλείσουν τον ναό, κι έπειτα να προσευχηθούν, τόσο οι αρειανοί, όσο και οι ορθόδοξοι. Κι αν ανοίξει με την προσευχή των ορθοδόξων, να παραμείνει σ' αυτούς. Αλλιώς, αν δηλαδή ανοίξει με την προσευχή των αρειανών ή ακόμα κι αν δεν ανοίξει καθόλου, να τον πάρουν οι αρειανοί. Έτσι κι έγινε. Αλλά οι προσευχές των αιρετικών δεν καρποφόρησαν. Αντίθετα, μόλις ο άγιος Βασίλειος σχημάτισε τρεις φορές το σημείο του σταυρού πάνω στην κλειστή πύλη του ναού, λέγοντας, «Ευλογητός ο Θεός των χριστιανών εις τους αιώνας των αιώνων», αμέσως έσπασαν οι μοχλοί κι ανοίχτηκαν τα θυρόφυλλα. Έτσι η εκκλησία παρέμεινε στους ορθοδόξους.
Η αγία Βασίλισσα (3 Σεπτεμβρίου), όταν ο ηγεμόνας της Νικομηδείας Αλέξανδρος την έριξε μέσα σ' ένα καμίνι, σφραγίστηκε με το σημείο του σταυρού, και δεν πειράχτηκε καθόλου από τη φωτιά.
Με το σημείο του σταυρού γιάτρευε όλους τους αρρώστους, που έτρεχαν κοντά του, για να βρουν την υγεία τους, ο άγιος Θαλλέλαιος (20 Μαΐου).
Με το σημείο του σταυρού ο όσιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός (28 Μαΐου) και ο άγιος Ζαχαρίας ο σκυτοτόμος (17 Νοεμβρίου) άνοιγαν τις νύχτες τις κλειδωμένες πύλες των εκκλησιών της Κωνσταντινουπόλεως, όπου πήγαιναν και προσεύχονταν κρυφά από τους ανθρώπους, και με τον ίδιο τρόπο τις έκλειναν πάλι, φεύγοντας.
Αλλά δεν έχουν τέλος τα θαύματα του σταυρού!
Ένα διαρκές, επαναλαμβανόμενο θαύμα είναι αυτό του αγιασμού. Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία, η Κιβωτός της Αληθείας, έχει αυτό το θεϊκό δώρο και προνόμιο. Μόνο η Εκκλησία μας έχει αγιασμό. Με τη σταυροειδή ευλογία του ιερέως και την τριπλή σταυροειδή βύθιση του σταυρού στο νερό, αυτό αγιάζεται και γίνεται «ιαματικόν ψυχών και σωμάτων, και πάσης αντικειμένης δυνάμεως αποτρεπτικόν», ενώ, επιπλέον, παραμένει ακέραιο και αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο!
Έχει δίκαιο λοιπόν ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης, όταν γράφει: «Ο σταυρός είναι εικόνα του εσταυρωμένου Χριστού, του Υιού του Θεού. Γι' αυτό και το σημείο του, και η σκιά του ακόμα μόνη, προκαλούν τρόμο στους δαίμονες, επειδή είναι το σημείο του Χριστού, επειδή είναι η σκέπη του Εσταυρωμένου. Γι' αυτό αρκεί να βυθίσει κανείς τον σταυρό στο νερό, για να το αγιάσει. Μετά απ' αυτό το νερό γίνεται ιαματικό, και διώχνει τα δαιμόνια.»
Η αξία του σημείου του Τιμίου Σταυρού και η ανάγκη συχνότατης χρήσης του από τους πιστούς
Με όλα όσα πολύ συνοπτικά εκθέσαμε ως εδώ αιτιολογείται και κατανοείται απόλυτα η μεγάλη τιμή, με την οποία περιβάλλει η Εκκλησία μας το σημείο του σταυρού, καθώς και η συχνότατη χρήση του, τόσο στη θεία λατρεία, όσο και στην καθημερινή ζωή των πιστών:
Σ' όλες τις κινήσεις του λειτουργού, κατά την τέλεση της θείας Λειτουργίας, από το «Ευλογημένη η Βασιλεία» μέχρι το «Δι' ευχών», κυριαρχεί το σημείο του σταυρού.
Σ' όλες τις λατρευτικές πράξεις και τελετές, όπου γίνεται λόγος για ευλογία, κατά την άγραφη παράδοση της Εκκλησίας πρέπει να σχηματίζεται από τον ιερέα «σταυρού τύπος».
Όπου κι αν στρέψει κανείς το βλέμμα του, μέσα κι έξω από τον ορθόδοξο ναό, θα δει το σημείο του σταυρού αποτυπωμένο: στη ναοδομία, στην εικονογραφία, στην εκκλησιαστική διακοσμητική, στα λειτουργικά βιβλία, στα ιερά άμφια και σκεύη...
Αλλά και στην καθημερινή μας ζωή όλοι οι πιστοί διαφυλάσσουμε, ως πολύτιμη πνευματική και αγιαστική παρακαταθήκη, την ιερή συνήθεια της χρήσεως του σημείου του σταυρού.
Οι ευσεβείς χριστιανοί κάνουν πολύ συχνά τον σταυρό τους: Το πρωί, που σηκώνονται από τον ύπνο. στη διάρκεια όλων των προσευχών τους. όταν φεύγουν από το σπίτι τους. όταν περνούν μπροστά από ιερούς ναούς. όταν αρχίζουν κάποια εργασία. όταν τελειώνουν την εργασία. πριν πιουν νερό ή άλλο ποτό. πριν από το φαγητό. μετά το φαγητό. πριν κατακλιθούν για ύπνο. όταν ακούσουν, είτε ευχάριστη, είτε δυσάρεστη είδηση... Σε κάθε περίσταση, το σημείο του σταυρού!... Η ημέρα του πιστού αρχίζει -και πρέπει ν' αρχίζει- με τον σταυρό και τελειώνει με τον σταυρό! Αλλά και αντίστροφα, η νύχτα του αρχίζει και τελειώνει πάλι με τον σταυρό!
Πολλές φορές επίσης οι χριστιανοί καταφεύγουν στον ναό, αναζητώντας τον ιερέα, για να τους «σταυρώσει», δηλαδή να τους ευλογήσει σταυροειδώς (είτε με σταυρό, είτε με άλλο ιερό σκεύος ή άμφιο), προκειμένου να ενισχυθούν εναντίον των πειρασμών ή ν' ανακουφιστούν από κάποια ασθένεια.
Τόσο μεγάλη είναι η δύναμη του σημείου του σταυρού, σημείου του παντοδυνάμου Υιού του Θεού. Τόσο μεγάλη η χάρη, που περικλείει μυστικά μέσα του! Όπως συνοπτικά και παραστατικά διατυπώνει ο άγιος Μακάριος Μόσχας († 1563), «πολλές φορές ένα και μόνο σημείο του σταυρού, που γίνεται με πίστη και έντονα βιώματα, είναι ισχυρότερο από πολλά λόγια προσευχής μπροστά στον θρόνο του Υψίστου. Σ' αυτό υπάρχει το φως, που καταυγάζει την ψυχή, η ιαματική δύναμη, που θεραπεύει τα ασθενήματα των ψυχών και των σωμάτων, η μυστική δύναμη, που αντιδρά σε κάθε βλάβη. Ταράζουν την ψυχή σου ακάθαρτοι λογισμοί και επιθυμίες; Περιτειχίσου με το σημείο του σταυρού, διπλασίασε και τριπλασίασε αυτό το τείχος, και οι ακάθαρτοι λογισμοί θα δαμαστούν. Κατατυραννιέται η καρδία σου από τη μελαγχολία και τη θλίψη; Σε κυριεύει ο φόβος ή σε περιστοιχίζουν οι πειρασμοί; Αισθάνεσαι τις πονηρίες των αοράτων εχθρών; Κατάφυγε σ' αυτή τη δύναμη του σταυρού, και η ειρήνη της ψυχής θα ξαναγυρίσει, οι πειρασμοί θα απομακρυνθούν, η παρηγορία της χάριτος του Θεού και η πνευματική ευφροσύνη θα πλημμυρίσουν την καρδία σου.»
Γιατί δεν απολαμβάνουμε πάντοτε την ευλογία του σημείου του Τιμίου Σταυρού;
Μετά απ' αυτά όμως εύλογα μας γεννιέται το ερώτημα: Αν έχει τόση χάρη και τόση δύναμη το σημείο του σταυρού, γιατί δεν μπορούμε κι εμείς όλοι ν' απολαύσουμε πάντοτε τις ευλογίες και τις δωρεές του;
Δεν είναι δύσκολη η απάντηση: Επειδή δεν το χρησιμοποιούμε σωστά, όπως πρέπει, όπως θέλει ο Θεός και η Εκκλησία.
Θ' αναφερθούμε ενδεικτικά μόνο σε τέσσερις αιτίες:
α) Ίσως επειδή είμαστε ολιγόπιστοι και χλιαροί. Δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού με ζωντανή πίστη στον εσταυρωμένο Κύριο και στη δύναμη της χάριτος του σταυρού Του.
β) Ίσως επειδή δεν έχουμε ταπεινοφροσύνη. Έτσι, αν ο Κύριος ενεργοποιήσει τη δύναμη του σημείου του σταυρού Του, υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε σε υπερηφάνεια, θεωρώντας τις συνέπειες αυτής της θείας δυνάμεως ως δικά μας κατορθώματα.
γ) Ίσως για τη σκληροκαρδία, την αμαρτωλότητα και την αμετανοησία μας. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, πρέπει, «να έχωμεν το χέρι μας καθαρόν από αμαρτίες και αμόλυντο, και τότε, ωσάν κάνωμεν τον σταυρόν, κατακαίεται ο διάβολος και φεύγει. Είδε και είμεσθεν μεμολυσμένοι με αμαρτίες, δεν πιάνεται ο σταυρός, όπου κάνωμεν... [και τότε] οι δαίμονες δεν φοβούνται.»
δ) Τέλος, ίσως επειδή δεν κάνουμε το σημείο του σταυρού σωστά, με τον τρόπο που μας έχει παραδώσει η αγία Εκκλησία μας, προσβάλλοντας έτσι την ιερότητά του και τον ίδιο τον Κύριο.
Αυτό το τελευταίο πρέπει να το προσέξουμε πολύ. Πάρα πολύ. Όλοι μας -κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί- είμαστε ένοχοι, άλλος λίγο, άλλος πολύ, για απρόσεκτη ή μηχανική ή και ασεβή εκτέλεση του σημείου του σταυρού πάνω στο σώμα μας.
Ορισμένοι κινούν βιαστικά το χέρι πάνω στο στήθος ή και στον αέρα, χωρίς ν' ακουμπούν καθόλου το σώμα τους, άλλοτε σχηματίζοντας τρίγωνο ή Χ, και άλλοτε παίζοντας, θαρρείς, κιθάρα. Πώς να χαρακτηρίσει κανείς μια τέτοια άσκοπη και ακατανόητη κίνηση, που φτάνει στα όρια της βλασφημίας; Βαρύς, μα αληθινός, είναι ο λόγος του ιερού Χρυσοστόμου, που γράφει κάπου ότι ο ίδιος ο διάβολος κινεί το χέρι των απρόσεκτων αυτών χριστιανών, για να χλευάσει το πανίερο σύμβολο του τιμίου σταυρού και για να κολάσει τους ιδίους!
Κάποιοι χριστιανοί πάλι πέφτουν σε άλλο σφάλμα. Είναι εκείνοι που έρχονται στην εκκλησία, στέκονται συνήθως σε εμφανή σημεία, και εκεί, μπροστά σε όλους, με κούφια επιδεικτικότητα, λυγίζουν τη μέση σε βαθιές μετάνοιες, απλώνουν ανεξέλεγκτα τα χέρια πέρα-δώθε και σταυροκοπιούνται με κινήσεις πληθωρικές, αδιάκριτες, κάποτε μάλιστα και γελοίες...
Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία χριστιανών, που αποφεύγουν εντελώς να κάνουν το σημείο του σταυρού, και μάλιστα δημόσια. Είναι εκείνοι, που ντρέπονται να ομολογήσουν την πίστη τους στον Χριστό και στον σταυρό Του. Φοβούνται την ειρωνεία, την περιφρόνηση, τη χλεύη των ανθρώπων του κόσμου. Αγαπούν, όπως γράφει ο άγιος ευαγγελιστής Ιωάννης, «την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ήπερ την δόξαν του Θεού».
Αν ανήκουμε σ' αυτούς, ας θυμηθούμε την παραγγελία του αγίου αποστόλου Παύλου, «μη συσχηματίζεσθε τω αιώνι τούτω», καθώς και τη σοβαρή προειδοποίηση του ιδίου του Κυρίου, «πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς. όστις δ' αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς.» Και, πέρα απ' αυτά, ας συνειδητοποιήσουμε ότι στερούμε τον εαυτό μας και από ένα πανίσχυρο όπλο κατά των πειρασμών, των παθών, των ασθενειών και των δαιμόνων.
Ας προσέξουμε τί μας συμβουλεύει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Μη ντρεπόμαστε τον σταυρό του Χριστού. Κι αν άλλος ντρέπεται και τον κρύβει, εσύ κάνε φανερά τον σταυρό σου, για να δουν οι δαίμονες το σημείο αυτό του βασιλιά Χριστού, και να φύγουν μακριά, τρέμοντας. Κάνε μάλιστα το σημείο του σταυρού συχνά, είτε τρως, είτε πίνεις, είτε κάθεσαι, είτε ξαπλώνεις, είτε σηκώνεσαι, είτε μιλάς, είτε περπατάς, δηλαδή σε κάθε περίσταση. Γιατί όποιος σταυρώνεται εδώ στη γη, βρίσκεται νοερά πάνω στον ουρανό... Είναι μεγάλο το φυλακτήριο. Δωρεάν το παίρνουν οι φτωχοί και άκοπα οι άρρωστοι, επειδή η χάρη του προέρχεται από τον Θεό. Σημάδι είναι των πιστών και φόβος των δαιμόνων.»
Πώς κάνουμε σωστά το σημείο του Σταυρού;
Πώς όμως θα γίνει και για μας φυλακτήριο το σημείο του σταυρού; Πώς θα γίνει στα χέρια μας φόβητρο των δαιμόνων; Αν το κάνουμε σωστά! Αν το κάνουμε, όπως μας παραδίδει και μας διδάσκει η αγία Εκκλησία μας, δηλαδή με πίστη, ευλάβεια, συναίσθηση, ιεροπρέπεια, ταπείνωση και διάκριση.
Πώς δηλαδή;
Αρχικά ενώνουμε τα τρία πρώτα δάκτυλα του δεξιού χεριού, ομολογώντας έτσι την πίστη μας σ' ένα Θεό, που είναι ταυτόχρονα και τρεις υποστάσεις, τρία πρόσωπα -ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα-, ομοούσια, ενωμένα μεταξύ τους «αχωρίστως» και «αδιαιρέτως». Τα άλλα δύο δάκτυλα, που ακουμπούν στην παλάμη, συμβολίζουν τις δύο φύσεις, δύο θελήσεις και δύο ενέργειες του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δηλαδή τη θεία και την ανθρώπινη. Μ' αυτό τον τρόπο κάνουμε μια συμβολική ομολογία της ορθοδόξου πίστεώς μας, που βάσεις και θεμέλιά της αποτελούν το τριαδολογικό και το χριστολογικό δόγμα.
Μετά φέρνουμε το χέρι στο μέτωπο, τη σωματική περιοχή της διανοητικής λειτουργίας, φανερώνοντας έτσι ότι αγαπούμε τον Θεό μ' όλη τη διάνοιά μας, και ότι αφιερώνουμε σ' Αυτόν όλες τις σκέψεις μας.
Το χέρι έρχεται κατόπιν στην κοιλιά. Έτσι δηλώνουμε συμβολικά ότι προσφέρουμε στον Κύριο όλες τις επιθυμίες μας και όλα τα συναισθήματά μας.
Τέλος, φέρνουμε το χέρι στους ώμους, πρώτα στον δεξιό και μετά στον αριστερό, ομολογώντας έτσι ότι και κάθε σωματική μας δραστηριότητα ανήκει σ' Εκείνον.
Μια άλλη συμπληρωματική ερμηνεία, θεολογικώτατη μέσα στην απλότητά της, μας δίνει στην πέμπτη διδαχή του ο άγιος Κοσμάς ό Αιτωλός:
«Ακούσατε, χριστιανοί μου, πώς πρέπει να γίνεται ο σταυρός και τί σημαίνει. Μας λέγει το άγιον Ευαγγέλιον πως η αγία Τριάς, ο Θεός, δοξάζεται εις τον ουρανόν περισσότερον από τους αγγέλους. Τί πρέπει να κάμης και εσύ; Σμίγεις τα τρία σου δάκτυλα με το δεξιόν το χέρι σου και, μην ημπορώντας να ανεβής εις τον ουρανόν να προσκύνησης, βάνεις το χέρι σου εις το κεφά­λι σου, διότι το κεφάλι σου είναι στρογγυλό και φανερώνει τον ουρανόν, και λέγεις με το στόμα: Καθώς εσείς οι άγγελοι δοξάζετε την αγίαν Τριάδα εις τον ουρανόν, έτσι και εγώ, ως δούλος ανάξιος, δοξάζω και προσκυνώ την αγίαν Τριάδα. Και καθώς αυτά τα δάκτυλα είναι τρία -είναι ξεχωριστά, είναι και μαζί- έτσι είναι και η αγία Τριάς, ο Θεός, τρία πρόσωπα και ένας μόνος Θεός. Κατεβάζεις το χέρι σου από το κεφάλι σου και το βάνεις εις την κοιλίαν σου και λέγεις: Σε προσκυνώ και σε λατρεύω, Κύριέ μου, ότι κατεδέχθης και εσαρκώθης εις την κοιλίαν της Θεοτόκου διά τας αμαρτίας μας. Το βάζεις πάλιν εις τον δεξιόν σου ώμον και λέγεις: Σε παρακαλώ, Θεέ μου, να με συγχωρήσης και να με βάλης εις τα δεξιά με τους δικαίους. Βάνοντάς το πάλι εις τον αριστερόν ώμον, λέγεις: Σε παρακαλώ, Κύριε μου, μη με βάλης εις τα αριστερά με τους αμαρτωλούς. Έπειτα, κύπτοντας κάτω εις την γην: Σε δοξάζω, Θεέ μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω ότι, καθώς εβάλθηκες εις τον τάφον, έτσι θα βαλθώ και εγώ. Και όταν σηκώνεσαι ορθός, φανερώνεις την Ανάστασιν, και λέγεις: Σε δοξάζω, Κύριε μου, σε προσκυνώ και σε λατρεύω, πως αναστήθηκες από τους νεκρούς, διά να μας χαρίσης την ζωήν την αιώνιον. Αυτό σημαίνει ο πανάγιος σταυρός.»
Συμπέρασμα
Όπως διαπιστώνουμε από τα παραπάνω, το σημείο του σταυρού κλείνει μέσα του όλα τα σωτηριώδη γεγονότα, που οικονόμησε η άπειρη αγάπη του Θεού για τον «πεπτωκότα» άνθρωπο. Γι' αυτό ακριβώς είναι σημείο σωτήριο, σημείο ζωοποιό, σημείο αγιαστικό, «νικοποιόν όπλον» (άγιος Σωφρόνιος Ιεροσολύμων), «των κακών αλεξιτήριον» (άγιος Γρηγόριος Νύσσης), «κεφάλαιον των αγαθών απάντων» (άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος) για τους χριστιανούς. Ας το χρησιμοποιούμε λοιπόν, όσο μπορούμε πιο συχνά, αγιάζοντας μ' αυτό κάθε πτυχή της καθημερινής και της πνευματικής μας ζωής.


God help us when we make an effort first ( part 1 ) - Bishop Nikiforos Theotokis


The God-man Jesus Christ observes and notices all things. He sees not only the things that are visible but also the things that are hidden —He even discerns the secret thoughts concealed within man's heart. If He was able to perceive what the Scribes were contemplating in their minds, then it was much easier for Him to detect what the people who were carrying the paralytic were up to. These people were holding the stretcher upon which the paralytic lay as they made their way to the entrance of the home wherein Jesus Christ was speaking.

Unable to enter the house through this or any other entrance (on account of the multitude of people that were gathered there) and bring the paralytic before the Lord Jesus Christ, they climbed up onto the roof.

"And when they could not find by what way they might bring him in because of the multitude,"says the divinely inspired Evangelist Luke, "they went upon the housetop, and let him down through the tiling with his couch into the midst before Jesus" (Lk. 5:19).

Unquestionably, ladders, ropes, and pieces of lumber were used, there was the sound of loud noise and banging, and many other things necessarily took place in order to lift the stretcher that held the paralytic up onto the roof. Who can doubt that Jesus Christ—Who detects and knows the hidden thoughts of man—both saw and heard all these things taking place? And yet, He remained silent. Eventually they climbed up onto the roof, they removed part of the house's covering and lowered the stretcher.

As this took place, even louder banging and yelling could be heard: commotion that inevitably is produced when people attempt to lower a heavy weight from a great height. Undoubtedly, Jesus Christ saw and heard everything; however, He remained silent. Only when He saw the paralytic lying on the stretcher before Him did He open His mouth and speak. Only then did He declare, "My child, your sins are forgiven" (Mk. 2:5), and in following, "Arise, and lift thy bed, and make your way to your home" (Mk. 2:11).

Was it not possible for Him Who knows everything and is capable of all things to have voiced these words when the people carrying the paralytic first arrived at the front door of the home, as soon as He saw that they were unable to enter the house, on account of the large crowd, despite their repeated attempts?

Jesus Christ observed not only everything the paralytic's companions were attempting to do, but He also was aware of these people's faith. Why then did He allow the paralytic to endure such a troublesome and tiring ordeal? Why did He make them who were carrying the paralytic go through such effort and only thereafter manifest His mercy and perform this amazing miracle?

This, my beloved Christians, serves as a holy lesson that is of much benefit for us both spiritually and physically. In this manner, the

God-man makes known to us that He comes to our aid in times of need and fulfills our requests only after we make an effort first and do everything that is in our power.


http://www.stnektariosmonastery.org/

Wednesday, March 11, 2015

Το Διακόνημα των μοναχών στο Άγιο Όρος

Χαρισματική Ταπείνωση



Ώ, η κατά Χριστόν ταπείνωση! Δίνει στην ψυχή μια ανέκφραστη εν Θεώ χαρά· και η ψυχή από την αγάπη του Θεού λησμονεί και τη γη και τον ουρανό και στρέφεται ολόκληρη με την επιθυμία της προς τον Θεό

ΜΕΓΑ ΜΥΣΤΗΡΙΟ συνιστά η δυνατότητα του ανθρώπου να φθάσει στη γνώση του Θεού. Ο άνθρωπος μπορεί κατ’ αρχάς να γνωρίσει τον Θεό, επειδή Εκείνος τον έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Του, ικανό να αντανακλά την τελειότητα του Δημιουργού του. Ο Θεός, για να προσφέρει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να επιτύχει την τελείωση του, του ζητά να Τον αγαπήσει με όλη την καρδιά, την ψυχή και τη δύναμη του· και επίσης να αγαπήσει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του (Λουκ. 10,27). Μέσα από τη δωρεά της εντολής αυτής της αγάπης ο άνθρωπος αναδεικνύεται αληθινός άρχοντας. Κατά δεύτερον, ο άνθρωπος καθίσταται ικανός να γνωρίσει τον Θεό μέσω της συνέργειας μαζί Του. Μέσα στην άπειρη μεγαλοσύνη Του ο Θεός καταδέχεται να έλθει σε σχέση με τον απείρως μικρό άνθρωπο, προκειμένου να τον οδηγήσει στην τελειότητα για την οποία τον προόρισε. Ο μικρός άνθρωπος οφείλει να παραδοθεί με ελευθερία στον ασύγκριτα μέγα [//503] Θεό, γιατί χωρίς την προϋπόθεση αυτή ο Θεός δεν ενεργεί. Περιμένει από τον άνθρωπο να του προσφερθεί αυτοπροαίρετα, πράγμα που επιβεβαιώνει το μεγαλείο του ανθρώπου ενώπιον του Θεού.
Πρωτίστως όμως, όπως βεβαιώνει ο άγιος Σιλουανός, ο άνθρωπος γνωρίζει
τον Θεό με την ταπείνωση: «Ο Κύριος αποκαλύπτει τα μυστήρια Του στην ταπεινή ψυχή»2. Η ταπείνωση της ψυχής συνιστά μυστήριο, που είναι αδύνατον να περιγραφεί μέσα στα όρια της ανθρώπινης σκέψεως. Ο Κύριος λέει:
«Υπόδειγμα δέδωκα υμίν» (Ιωάν. 13,15). Ο Χριστός φανέρωσε τον Εαυτό Του στον άνθρωπο με τη δική Του ταπείνωση· αυτή η ταπείνωση ενέπνευσε στον άγιο Σιλουανό τη φλογερή δίψα για τον Θεό. Η ταπείνωση κατέβασε τον Θεό στη γη. Με αυτήν εισδύουμε και εμείς στη γνώση του Θεού και τα μυστήρια Του.

Η γνώση του Θεού δεν είναι αφηρημένη αλλά οντολογική. Ανάλογα με τον τρόπο ζωής του ο άνθρωπος μετέχει στο Πνεύμα του Θεού, στην ενέργεια, τη χάρη και την αγαθότητα Του. Είναι αδύνατον να ισχυρισθούμε ότι κατέχουμε έστω και την ελάχιστη γνώση για τον Θεό, αν δεν έχουμε τη μαρτυρία του Παρακλήτου μέσα μας. Η γνώση του Θεού και η αλήθεια Του χορηγούνται από το Άγιο Πνεύμα.
Οι άγιοι Πατέρες περιγράφουν πολλές μορφές ταπεινώσεως3. Η επίγνωση
της αμαρτωλότητας μας, της ψυχολογικής [//504] και πνευματικής ασθένειας και η αίσθηση της ανάγκης Ιατρού για τη θεραπεία μας, χαρακτηρίζει τον πρώτο βαθμό ταπεινώσεως. Ακολουθεί η ασκητική ταπείνωση, κατά την οποία θεωρούμε τον εαυτό μας χειρότερο από όλους, εξαιτίας της καθημερινής αστοχίας μας προς τον Θεό και τις εντολές Του. Η ταπείνωση του είδους αυτού καθορίζεται από την αυτογνωσία, που μόνο ο θείος φωτισμός μπορεί να μας χαρίσει. Αν ο άνθρωπος προσηλωθεί στη γνώση αυτή και την αφομοίωση, φθάνει σε ακόμη τελειότερο βαθμό ταπεινώσεως.
Η ταπείνωση ελκύει την ενέργεια της χάριτος του Θεού και, καθώς αυτή
αυξάνει, η εικόνα του Χριστού χαράσσεται στην καρδιά. Τότε ο άνθρωπος πεινά
και διψά να αποτυπωθεί στην καρδιά του όσο το δυνατόν ευκρινέστερα και εντονότερα η μορφή του Χριστού. Ενατενίζει την τέλεια εικόνα, την καθαρότατη μορφή του Χριστού, την συγκρίνει με την αμυδρή απεικόνιση της στο πρόσωπο του και συναισθάνεται ότι βρίσκεται απείρως μακρυά από αυτήν. Με τη συνείδηση αυτή εμπνέεται μέρα με τη μέρα στην προσπάθεια του να εκπληρώσει τις εντολές του Θεού. Αναλογίζεται τον λόγο Του: «Όταν ποιήσητε πάντα τα διαταχθέντα υμίν, λέγετε ότι δούλοι αχρείοι εσμεν, ότι ό ωφείλομεν ποιήσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17,10). Διαπνέεται από αδιάλειπτη επίγνωση αναξιότητας και διαπιστώνει με βαθειά μετάνοια: «Πόσο πολλά μου χαρίσθηκαν από τον Θεό· η χάρη της εικόνας και ομοιώσεως Του, η χάρη της γνώσεως Του· και όμως παραμένω τόσο μακριά Του. Είμαι ο χειρότερος όλων των ανθρώπων».
[//505] Μεγάλα και θαυμαστά επιφυλάσσονται στον άνθρωπο που εμμένει προσηλωμένος στο είδος αυτό της ταπεινώσεως. Επειδή αντικρίζει την πραγματικότητα της μηδαμινότητας του, μαθαίνει να αποδίδει ευχαριστία στον Θεό και να τοποθετεί τον αδελφό του πάνω από τον εαυτό του. Με τον τρόπο αυτό συσσωρεύεται σταδιακά στην καρδιά του θεϊκή ενέργεια, που κάποια ημέρα θα πλημμυρίσει όλη την ύπαρξη του και θα πλατύνει την καρδιά του. Ο πλατυσμός αυτός της καρδιάς αποτελεί μεγάλο πνευματικό μυστήριο, το οποίο συνοδεύεται από πολλά υπερφυσικά φαινόμενα. Ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει, με ολοένα αυξανόμενη ενάργεια. Ποιος είναι ο Κύριος Ιησούς, τι είδους Ύπαρξη είναι, πόσο θαυμαστός Θεός είναι. Η καρδιά του πλατύνεται σε τέτοια έκταση και βάθος, ώστε να αγκαλιάζει τα πάντα με την επίγνωση του Χριστού, του Νέου Αδάμ, ο Οποίος έχει ενώσει στον Εαυτό Του τα «πριν διεστώτα», τον ουρανό και τη γη.
Υπάρχει ωστόσο και η απόλυτη, η τέλεια ταπείνωση, την οποία ο άγιος Σιλουανός αποκαλεί ταπείνωση του Χριστού. Αυτή είναι εντελώς διαφορετική στο είδος της. Είναι απερίγραπτη, γιατί είναι θεία. Γνωρίζεται από όσους κρίθηκαν άξιοι της θέας του Κυρίου εν Πνεύματι Αγίω, όπως λέει ο άγιος Σιλουανός. Σε αυτούς ο Χριστός μεταδίδει την ταπεινή κατάσταση Του, και εκείνοι γνωρίζουν εμπειρικά ότι ο Κύριος είναι απερίγραπτη ταπείνωση. Ο ταπεινός Κύριος, μέσα στην άπειρη αγάπη Του, παραδίδει τον Εαυτό Του σε
θάνατο για τη σωτηρία μας. Ο άνθρωπος λιώνει από απεριόριστη ευγνωμοσύνη, αντικρίζοντας την ταπείνωση του Χριστού και θεωρώντας τον εαυτό [//506] του εντελώς ανάξιο να ανήκει σε έναν τέτοιο Θεό, όπως είναι ο Χριστός, που πέθανε ευχαρίστως, προκειμένου να δωρίσει τη ζωή στον άνθρωπο.
Επομένως, για να γνωρίσουμε τον Θεό, οφείλουμε να είμαστε ταπεινοί όπως Εκείνος. Ο Ίδιος ο Κύριος μας καλεί να Τον ακολουθήσουμε: «Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμι και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11,29). Αν επιθυμούμε να μυηθούμε στα μυστήρια του Υιού του Θεού, πρέπει να έχουμε την πραεία και ταπεινή καρδιά του Ιησού Χριστού. Χωρίς αυτήν θα παραμείνουμε άγνωστοι σε Αυτόν και αποξενωμένοι από τα Θεία Μυστήρια Του.
Η ατελεύτητη φροντίδα των πιστών είναι η παραμονή τους ενώπιον του Χριστού με καρδιακή ταπείνωση. Έχουν διδαχθεί ότι μόνο όσοι έχουν ταπεινή καρδιά είναι σε θέση να λάβουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Έχουν κατανοήσει την αμφίδρομη κίνηση του Κυρίου μας· πρώτα προς τα κάτω, στην κένωση Του, και στη συνέχεια προς τα πάνω. Αγωνίζονται να ταπεινώνονται, όσο τους επιτρέπουν οι δυνάμεις τους. Να «υποτάσσονται πάση ανθρωπίνη κτίσει δια τον Κύριον» (Α’ Πέτρ. 2,13), γνωρίζοντας ότι Εκείνος θα τους «υψώση εν καιρώ» (Α’ Πέτρ. 5,6). Ο άγιος Σιλουανός περιγράφοντας τον προσωπικό αγώνα του λέει:
«Και εγώ ταπεινώνομαι ημέρα και νύχτα, και όμως ακόμη δεν ταπεινώθηκα όπως πρέπει, αλλά η ψυχή μου γνώρισε εν Πνεύματι Αγίω την ταπείνωση του Χριστού, που μας [//507] παρήγγειλε να την μάθουμε από Αυτόν, και η ψυχή μου έλκεται συνεχώς προς τον Κύριο»4.
Ο άγιος Σιλουανός έθεσε την ταπείνωση ως στόχο της ζωής του. Τόσο
μεγάλος ήταν ο πόθος του να επανακτήσει την ταπείνωση, όπως του είχε αποκαλυφθεί στην πραεία και ευγενή όψη του Χριστού μέσα σε δόξα! Είχε εισέλθει στην ανεξιχνίαστη ταπείνωση του Υιού του Θεού και είχε γνωρίσει εν πνεύματι τον νου και τη σκέψη του Ίδιου του Κυρίου, δηλαδή τον πόθο Του να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και να έλθουν στην επίγνωση του Θεού. Η καρδιά του αγίου Σιλουανού πλατύνθηκε. Αγκάλιασε εν Χριστώ όλους τους λαούς της γης και προσευχόταν γι’ αυτούς ως το τέλος της ζωής του, για να χαρισθεί σε όλους η γνώση του Θεού εν Πνεύματι Αγίω.
Ο άγιος Σιλουανός μετά την όραση του Χριστού έκρινε τον εαυτό του καθ’ όλη την υπόλοιπη ζωή του με βάση την απερίγραπτη ταπείνωση του Σωτήρα Χριστού. Μετρούσε κάθε βήμα, κάθε κίνηση της καρδιάς του, με γνώμονα την όραση αυτή. Από τον λόγο που είπε λίγο πριν από τον θάνατο του: «Δεν ταπεινώθηκα ακόμη», διαπιστώνουμε ότι αξιολογούσε τον εαυτό του με το μέτρο του πληρώματος της ηλικίας του Χριστού, με βάση την τελειότητα της θείας ταπεινώσεως. Ο Άγιος πληγώθηκε από την ανέκφραστη ταπείνωση του Κυρίου
του, την οποία γνώρισε με το Άγιο Πνεύμα. Είχε εννοήσει την πλήρη σημασία των λόγων του Χριστού: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. [//508] Άρατε τον ζυγόν μου εφ’ υμάς και μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμι και ταπενός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών» (Ματθ. 11,28‐29).
«Ω, η κατά Χριστόν ταπείνωση!», ανακράζει ο άγιος Σιλουανός. «Δίνει στην ψυχή μια ανέκφραστη εν Θεώ χαρά, και η ψυχή από την αγάπη του Θεού λησμονεί και γη και ουρανό και στρέφεται ολόκληρη με την επιθυμία της προς τον Θεό»5. Η ψυχή του μυήθηκε στο μυστήριο της ταπεινώσεως, ενώ μέσα από αυτό κατέκτησε το πλήρωμα της αλήθειας, τον θησαυρό της γνώσεως του Θεού στο Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, όπως το θέτει ο απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. 4,6). Η ψυχή την οποία εξέλεξε ο Θεός κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν επιποθεί τίποτε άλλο εκτός από τη θεωρία του Χριστού Θεού. Για μας Παράδεισος είναι ο Ίδιος ο Χριστός· είναι η γνώση του Προσώπου του Ηγαπημένου Δημιουργού και Κυρίου και η ένωση μας μαζί Του. Όπως γράφει ο άγιος Σιλουανός, ο άνθρωπος ξεχνά τον ουρανό και τη γη, αφού δεν υπάρχει τίποτε υψηλότερο από την ενατένιση του Προσώπου του Χριστού και την παραμονή στη ζωοποιό παρουσία Του. Κατά τη Μεταμόρφωση του Κυρίου στο Όρος Θαβώρ, οι τρεις Απόστολοι θεώρησαν το Φως της δόξας του Προσώπου Του και αναφώνησαν: «Καλόν εστιν ημάς ώδε είναι».
Ο ταπεινός άνθρωπος, που φέρει στην καρδιά του την εικόνα του Χριστού, βρίσκεται σε κατάσταση τελειότητας, [//509] στην οποία εμπεριέχεται η ενέργεια του Σταυρού. Απαρνήθηκε τελείως τον κόσμο και κατόρθωσε να ξεριζώσει από μέσα του τα πάθη, και έτσι έπεισε τον Θεό ότι είναι δικός Του και παραδόθηκε εξ ολοκλήρου στο άγιο θέλημα Του. Ο Θεός τον αναγνωρίζει τώρα ως υιό Του, και η χάρη Του τον αναλαμβάνει. Παύει πλέον να μοχθεί, γιατί στο εξής εργάζεται η χάρη γι’ αυτόν, καθοδηγώντας τον στη θεωρία του Θεού. Ο άνθρωπος ζώντας ως εκστατικός ενώπιον της αγάπης του Θεού και της ενέργειας που εκπηγάζει από τον Σταυρό, υποτάσσεται ολοτελώς στον σταυρό της αγάπης. Η χάρη παρεμποδίζει ακόμη και την ελάχιστη αμαρτωλή παρέκκλιση της καρδιάς του, και η κατάσταση αυτή της πνευματικής εντάσεως τον συνοδεύει στο υπόλοιπο της ζωής του. Η άρρητη ευγνωμοσύνη του αναζωπυρώνει διαρκώς τη φλόγα της καρδιάς του. Αποδίδει ευχαριστία για κάθε πρόσωπο που συναντά, για όλα τα θαυμάσια έργα που ο Θεός πραγματώνει στη δική τους αλλά και στη δική του ζωή, για κάθε αναπνοή αέρα, για κάθε σταγόνα νερού. Όσο περισσότερο ευχαριστεί, τόσο περισσότερο φωτίζονται οι οφθαλμοί της ψυχής του και συνεχώς ανακαλύπτει πράγματα, για τα οποία οφείλει να προσφέρει ευχαριστία.
Η χάρη έχει επιστρέψει οριστικά. Ο άνθρωπος έχει ελευθερωθεί από τα πάθη και έχει νεκρωθεί για την αμαρτία. Η τέλεια ενέργεια του μυστηρίου του Σταυρού του Χριστού κατευθύνει τώρα τα διαβήματα του. Το Πνεύμα του Θεού κυβερνά τη ζωή του και την οδηγεί όπου Εκείνος βούλεται. Για παράδειγμα,
διαβάζουμε στη Γραφή ότι το Άγιο Πνεύμα έφερε τον απόστολο Παύλο στη Μακεδονία. Και πάλι, το Άγιο Πνεύμα ανέβασε τον απόστολο [//510] Φίλιππο στο άρμα του Αιθίοπα. Όλοι οι Απόστολοι αναδείχθηκαν άλογα του Θεού, νεκροί για την αμαρτία, ζωντανοί μόνο για το Πνεύμα του Θεού και ολοτελώς παραδομένοι σε Αυτό. Συνεπώς, είτε θα είμαστε ζωντανοί για τον Θεό και νεκροί για την αμαρτία είτε ζωντανοί για την αμαρτία και νεκροί για τον Θεό. Μόνο όταν είμαστε εχθροί της αμαρτίας, μπορούμε να αποκαλούμαστε φίλοι του Σταυρού.
Σε προηγούμενο κεφάλαιο6 αναφερθήκαμε στον υπερφυσικό τρόπο με τον οποίο τα αγγελικά τάγματα επιτελούν την θεσπέσια παράσταση τους ενώπιον του Κυρίου των Δυνάμεων. Η δωρεά της χαρισματικής ταπεινώσεως είναι ιδιαίτερα εμφανής στην παράσταση αυτή. Τα Σεραφείμ έχουν έξι πτέρυγες· με τις δύο κατακαλύπτουν τα πρόσωπα τους, με άλλες δύο τα πόδια, και με τις υπόλοιπες δύο πετούν γύρω από τον θρόνο του Κυρίου κράζοντας: «Άγιος, Άγιος, Άγιος …» (Ησ. 6,2‐3). Οι τέσσερεις πτέρυγες σκεπάζουν τη γυμνότητα τους, την κτιστή φύση τους. Γνωρίζουν ότι η κτιστή η ύπαρξη τους, έχει αρχή και ότι άναρχος είναι μόνο ο Θεός. Αυτό αποτελεί σημείο της ταπεινώσεως τους ενώπιον του Θεού. Ανυψώνονται μόνο με δύο πτέρυγες, αναπέμποντας αίνους προς τον Θεό, ενώ οι τέσσερις πτέρυγες της ταπεινώσεως ενισχύουν τις δύο που έχουν επιδοθεί στην αιώνια δοξολογία του Δημιουργού τους. Με τον τρόπο αυτό ενεργείται το μυστήριο [//511] της ταπεινώσεως μεταξύ των Αγγέλων. Χωρίς ταπείνωση ούτε άνθρωπος ούτε άγγελος μπορεί να σταθεί στην παρουσία του παντοδύναμου Θεού της Δόξης, του Οποίου η αιώνια ταπείνωση είναι απροσμέτρητη.
Η ταπείνωση του Χριστού ανοίγει τη θύρα στη μεγάλη αρετή της αγάπης, η οποία ωστόσο δεν μπορεί να διατηρήσει ούτε τη λάμψη ούτε την ικμάδα ούτε το άρωμα της χωρίς το αλάτι της ταπεινώσεως. Όταν ανοιχθεί η είσοδος προς την αγάπη, ο άνθρωπος κεντρίζεται να εισέλθει σε αυτήν από το Πνεύμα το Άγιο, όπως ένα άλογο που κατευθύνεται από τον Ίδιο τον Θεό. Τέτοια μυστήρια όμως αποκαλύπτονται από τον Θεό μόνο στους αληθινά ταπεινούς.
Η ταπείνωση του Χριστού, υπερβολικά γλυκειά και ευχάριστη, ελευθερώνει την καρδιά από το φορτίο των προσκολλήσεων της. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο χάρισμα για τον άνθρωπο από το να είναι απόλυτα ελεύθερος στην αναζήτηση του Δημιουργού και Σωτήρα του και να αισθάνεται την καρδιά του ζωντανή και κυριευμένη από δίψα για τον Θεό. Όταν συναναστρεφόμαστε με αληθινά ταπεινό άνθρωπο, αισθανόμαστε την ελευθερία μέσα στην οποία ζει και κινείται. Έχει ανακαλύψει τη βαθειά καρδιά του και, καθώς όλη η ύπαρξη του έχει αγκυροβολήσει μέσα της, είναι ικανός να αγαπά, να αφουγκράζεται τον πόνο του πλησίον και να συμπάσχει μαζί του. Έχει αγγίξει τη θεία παγκοσμιότητα εδώ στη γη και έχει εισέλθει στην καινή κτίση, την κοινωνία όλων των Αγίων.



Αν επιθυμούμε να παραστεκόμαστε ενώπιον του Θεού μαζί με όλους του
Αγίους, χρειαζόμαστε τρία εφόδια: [//512] καρδιά απαλλαγμένη από όλες τις προσκολλήσεις, «σπλάγχνα οικτιρμού» προς όλους τους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων και των εχθρών μας και, τέλος, βαθειά ταπείνωση. Τέτοια ταπείνωση αγαπά ο Θεός να έχουμε, όταν μας ευλογεί, αλλά και όταν μας παιδεύει. Τέτοια ήταν η ταπείνωση των τριών Παίδων μέσα στην κάμινο, οι οποίοι ανέκραξαν ενώπιον του Βασιλέως Ναβουχοδονόσορος: «Έστι γαρ Θεός ημών εν ουρανοίς, ώ ημείς λατρεύομεν, δυνατός εξελέσθαι ημάς εκ της καμίνου του πυρός της καιομένης, και εκ των χειρών σου, βασιλεύ, ρύσεται ημάς. Και εάν μη, γνωστόν έστω σοι, βασιλεύ, ότι τοις θεοίς σου ου λατρεύομεν και τη εικόνι, ή έστησας, ου προσκυνούμεν. Τω Θεώ ημών μόνω λατρεύσωμεν»7.
Άλλο ένα εντυπωσιακό παράδειγμα ταπεινώσεως είναι εκείνο της Χαναναίας. Η ταπείνωση της ήταν τόση, ώστε να παρομοιάσει τον εαυτό της με σκυλί ενώπιον του Δεσπότου Χριστού. Είτε πετάξει κανείς μια πέτρα είτε ένα κομμάτι ψωμί σε ένα σκυλάκι, αυτό θα αντιδράσει με την ίδια στοργική αφοσίωση, μένοντας πάντοτε πιστό στο αφεντικό του. Παρόμοια κι εμείς οφείλουμε να βαστάζουμε με χαρά την επίπληξη του Κυρίου, ωσότου αξιωθούμε να ακούσουμε και εμείς τους λόγους που απηύθυνε στη Χαναναία: «Μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις» (Ματθ. 15,28). Αν η καρδιά μας έχει αποκτήσει τη συνήθεια να ασπάζεται τη διδασκαλία Του και να δέχεται την παιδεία Του, γνωρίζοντας ότι ο Κύριος μόνος είναι ο Δεσπότης [//513] μας (Ματθ. 23,10), τότε θα λάβουμε την απείρως μεγάλη δωρεά της υιοθεσίας. Θα γίνουμε τέκνα, τα οποία μετέχουν στη ζωή του Πατέρα τους.
Ο άνθρωπος που έχει καρδιά ταπεινή και ελεύθερη από πάθη αντιλαμβάνεται τους πάντες και τα πάντα μέσα από το βλέμμα του Ίδιου του Θεού. Συνέχεται από όμοια προς όλους αισθήματα, σχεδόν όπως ο Θεός. Εκπλήσσεται μπροστά στη θαυμαστή πρόνοια του Θεού για κάθε ανθρώπινο πλάσμα και αναφωνεί: «Δόξα Σοι, Κύριε! Πάντα εν σοφία εποίησας! Ο Θεός, τις όμοιος Σοι;» (Ψαλμ. 103,24· 70,19) Ο Ευαγγελιστής μαρτυρεί ότι, όταν ατενίσουμε το Φως Του, όταν Τον θεωρήσουμε όπως είναι, θα γίνουμε και εμείς φως, γιατί θα γίνουμε όμοιοι Του (Ψαλμ. 35,10· Α’ Ιωάν. 3,2). Όποιος είναι καθαρός στην καρδιά βλέπει και αισθάνεται όπως ο Ίδιος ο Θεός. Ο νόμος του Θεού έχει εδραιωθεί στην καρδιά του. Ομιλεί και ενεργεί κατά την έμπνευση που του χαρίζει το Πνεύμα του Θεού. Οι εντολές του Θεού εκπληρώνονται στη ζωή του με τελειότητα, αφού ο Ίδιος ο Θεός έχει ενοικήσει στην καρδιά του.
Η νήψη επίσης αποτελεί φυσική κατάσταση της ταπεινής καρδιάς. Η καρδιά πυρακτώνεται με την προσευχή, η οποία διατηρεί στη διάνοια μας τη φλογερή μνήμη του Θεού σε όλες τις περιστάσεις. Κάθε λογισμός που προέρχεται από τον εχθρό κατακαίεται· δεν επιτρέπεται πλέον οπισθοχώρηση στη συνηθισμένη ανθρώπινη σκέψη. [//514] Η καρδιά διαφυλάττει όσα της δίνει ο Θεός στην προσευχή. Η επίκληση Του μέσα της διακρίνεται από τέτοια σταθερότητα και μονιμότητα, ώστε ακόμη και η επαφή με τους αδελφούς δεν
παρεμποδίζει την πνευματική της δραστηριότητα.
Ο θησαυρός της καρδιάς προσδίδει δύναμη, ελπίδα και θάρρος για κάθε αγαθό έργο. Μας γεμίζει με άφθαρτη παρηγοριά και μας ενθαρρύνει να τον καλλιεργήσουμε με όλη την ισχύ μας. Ο πολύτιμος αυτός θησαυρός, η καύση της καρδιάς, εμποδίζει κάθε πιθανή παρέκκλιση προς λανθασμένη κατεύθυνση. Αναχαιτίζει και την παραμικρότερη ροπή προς τον θυμό και διορθώνει κάθε εμπαθή τάση. Αντηχεί στα ενδότερα μας σαν φωνή που προειδοποιεί: «Μη διαπράξεις ξανά κάτι παρόμοιο, αλλιώς σε εγκαταλείπω». Και εμείς αποκρινόμαστε: «Αλίμονο, αν χάσω τον θησαυρό μου! Καλύτερα να μη δεχθώ αυτό που μου προσφέρεται»· όπως εξομολογείτο ο μέγας θεράπων του Χριστού:
«Καλόν γαρ μοι μάλλον αποθανείν ή το καύχημα μου ίνα τις κενώση» (Α’ Κορ.
9,15). Έτσι μόνο μπορεί να ζει ο άνθρωπος αναμάρτητα, σε αντίθεση με εκείνον που έχει καρδιά ψυχρή και αδυνατεί να σκεφθεί με τον ίδιο τρόπο. Αυτός που δεν έχει θησαυρό, δεν φοβάται μην τον χάσει.
Ο Απόστολος λέει ότι «παν ό ουκ εκ πίστεως, αμαρτία εστί» (Ρωμ. 14,23).
Μια πράξη που διαπράττεται χωρίς την αίσθηση του Θεού στην καρδιά, συντελείται μέσα στο σκοτάδι της αμαρτίας, το οποίο εμποδίζει να δούμε καθαρά τι κάνουμε. Απεναντίας η αίσθηση της παρουσίας του Θεού ενεργεί μέσα μας σαν πυξίδα, καθοδηγώντας και περιφρουρώντας [//515] μας σε κάθε κίνηση:
«Πήγαινε εκεί αλλά όχι από εκείνο τον δρόμο». «Κάνε αυτό και απόφυγε το
άλλο». «Μην πεις αυτό τον λόγο· δεν θα βοηθήσει τον αδελφό σου. Μάλλον προτίμησε αυτή την έκφραση». «Διώξε τη σκέψη αυτή αμέσως!» Αυτή είναι η οδός των τελείων, οδός υπερασπίσεως και αφοσιώσεως στον μεγάλο πλούτο, στον πολύτιμο μαργαρίτη που είναι ο ταπεινός Χριστός, που βρίσκεται αποθησαυρισμένος στην καρδιά τους. Οι καρδιές των τελείων ξεχειλίζουν από τη δική Του ζωή. Όπως ακριβώς μια γυναίκα γνωρίζει ότι εγκυμονεί, έτσι και η καρδιά, η οποία συναισθάνεται τα σκιρτήματα του Πνεύματος, έχει επίγνωση του πληρώματος της θείας ζωής που κυοφορείται στα σπλάχνα της.
Η ζωτική αυτή αίσθηση του Θεού στην καρδιά προξενεί μεγάλη παράκληση. Η ζωή μας είναι δυσχερής, ώσπου να αποκτήσουμε ορισμένο μέτρο χάριτος, τέτοιο πνευματικό κεφάλαιο, που θα επιτρέπει να ζούμε με τους τόκους που θα παρέχονται από αυτό. Στον κόσμο οι άνθρωποι καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια, για να αποταμιεύσουν αρκετές οικονομίες, που θα τους εξασφαλίσουν ειρηνική ζωή στα γηρατειά. Κατ’ αναλογίαν είναι αναγκαίο να κοπιάσουμε πολλά χρόνια, προκειμένου να αποκτήσουμε πνευματική καθαρότητα, που θα μας αποδώσει ικανό μέτρο αγαθής παρρησίας, ώστε να παραστεκόμαστε με πεποίθηση ενώπιον του Θεού την ώρα της προσευχής και να ατενίζουμε αμέσως το Πρόσωπο Του. Είναι πολύ ευκολότερο να εισέλθει στην παρουσία του Θεού κάποιος που έχει ζήσει επί σαράντα έτη με προσευχή, απ’ ό,τι ένας αρχάριος, ο οποίος μπορεί να επιτύχει το ίδιο μόνο μετά από μεγάλη προσπάθεια.
[//516] Ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, είναι το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να χαρίσει ο Θεός Πατήρ στο ανθρώπινο γένος. Συγχρόνως όμως

αποτελεί και το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε το ανθρώπινο γένος να
προσφέρει στον Θεό Πατέρα. Ο Κύριος είναι επίσης το μέγιστο χάρισμα που μπορεί να δωρίσει μια ανθρώπινη ύπαρξη στον αδελφό της. Καθώς ο άνθρωπος γίνεται «ευωδία Χριστού» (Β’ Κορ. 2,15), φέρει μέσα του και αντανακλά την ταπείνωση και την αγάπη του Χριστού με τη χάρη του Πνεύματος του Κυρίου. Έχοντας αναδείξει την ίδια τη ζωή του σε σιωπηλό κήρυγμα, διακονεί ταπεινά τους αδελφούς του. Όλη η παρουσία του αποπνέει αγιότητα. Αναλαμβάνει στους ώμους του το φορτίο των αδελφών του, κατά το υπόδειγμα του Ίδιου του Χριστού, ο Οποίος φέρει το φορτίο των αμαρτιών όλου του κόσμου.
Ο Θεός φέρνει τον άνθρωπο στον κόσμο αυτό, για να τον δοξάσει. Χρέος
του ανθρώπου είναι να ανταποδώσει δόξα στον Θεό. Αφού μας πρόσφερε όλο το είναι Του, ο Θεός περιμένει από εμάς να Τον δοξάσουμε και στη ζωή και στον θάνατο, ώστε αυτός να νικηθεί από εμάς. Όταν συνειδητοποιούμε τη μεγαλειώδη τιμή που μας απένειμε ο Θεός, ανταποκρινόμαστε στον Δημιουργό μας, αποδίδοντας Του δοξαστικό ύμνο. Πράγματι, μας έπλασε για να Τον εξυμνούμε με άσματα αινέσεως, ευχαριστίας και δοξολογίας του Ονόματος Του: «Άσατε τω Κυρίω άσμα καινόν» (Ψαλμ. 32,3· 95,1· 143,9). Πόσα παραδείγματα Αγίων απαντώνται στην Αγία Γραφή, οι οποίοι αρπάχθηκαν στον θείο κόσμο, για [//517] να ανταποδώσουν στη συνέχεια την ευγνωμοσύνη τους με επινίκια ωδή εμπνευσμένη από το Άγιο Πνεύμα!
Όταν αντίκρισε το Πρόσωπο του Θεού ο προφήτης Μωυσής, στάθηκε
ενώπιον Του και είπε: «Πρόσεχε, ουρανέ, και άσομαι ωδήν τω Κυρίω» (Δευτ. 32,1). Η παρρησία του λόγου που πρόφερε ήταν καρπός της επιγνώσεως ότι ο Ίδιος ο Θεός είχε εισδύσει στην καρδιά του. Με τον ίδιο τρόπο, κάθε πιστός που πέρασε από το σκοτάδι στο Φως του Θεού, από τον θάνατο στη ζωή, αναπέμπει άσμα ευχαριστίας, ωδή επινίκια. Και όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου μας, ψάλλουμε τον δικό μας δοξολογικό ύμνο: «Είδομεν το Φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα Επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή». Αυτός είναι ο δικός μας Πασχάλιος ύμνος ευχαριστίας για τη δωρεά της αιώνιας Ζωής.
Άλλο παράδειγμα βλέπουμε στο πρόσωπο της Θεομήτορος. Αφού έλαβε το θαυμαστό άγγελμα του Αρχαγγέλου, παραδόθηκε εξ ολοκλήρου στο θέλημα του Θεού, υποτασσόμενη σε αυτό με τέλεια ταπείνωση. Το Πανάγιο Πνεύμα την επισκίασε, και μερικούς μήνες αργότερα το Ίδιο το Άγιο Πνεύμα επιβεβαίωσε το γεγονός με το στόμα της εξαδέλφης Της Ελισάβετ, η οποία προφητικά Την αποκάλεσε ευλογημένη «εν γυναιξί». Την ίδια ώρα η Μαριάμ, με την έμπνευση του Πνεύματος, πρόσφερε τη δική Της επινίκια ωδή στον εν Υψίστοις:
«Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον και ηγαλλίασε το πνεύμα του επί τω Θεώ τω Σωτήρι μου …» Η Θεομήτωρ ανέπεμψε τον ύμνο Της μία μόνο φορά. Δεν ήταν απαραίτητο να ξαναψάλει, εφόσον [//518] είχε εξυμνήσει τέλεια τον Κύριο και Σωτήρα Της, με απόλυτο και μοναδικό τρόπο, στην αιωνιότητα του Παναγίου Πνεύματος που την κατείχε ολόκληρη. Η ωδή Της απέβη αιώνια κληρονομιά
«πασών των γενεών» των χριστιανών, γι’ αυτό και εμείς χαίρουμε απερίγραπτα αποκαλώντας Την «ευλογημένη», όπως έκανε η Ελισάβετ.

Υπάρχουν στιγμές, κατά τις οποίες ο Θεός ανυψώνει το πνεύμα μας από
τη γη, και τότε αισθανόμαστε ότι και τα δοξαστικά μας άσματα προφέρονται εν Πνεύματι Αγίω. Αν οι επινίκιες ωδές μας ήταν καρπός εμπνεύσεως όμοιας σε ένταση με τον ύμνο της Θεοτόκου, θα αρκούσε να τις ψάλουμε κι εμείς μία μόνο φορά, γιατί η ισχύς τους θα παρέμενε αιώνια. Αλλά η θεϊκή ανάβαση μας είναι ακόμη σχετική, εν τω γίγνεσθαι. Είναι αναγκαίο να μάθουμε καινά άσματα, για να εξοικειωθούμε με την πληρότητα του Ύμνου της επουράνιας και αιώνιας Δόξας, τη θυσία αινέσεως που προσφέρεται στον Θεό από την Παναγία Μητέρα Του και όλες τις χορείες των Αγγέλων και των Αγίων. Όποιος έχει γευθεί τη γλυκύτητα ενός καινού άσματος στην καρδιά του και έχει μείνει εκστατικός από αυτήν, αυτός έχει εντοπίσει τη βαθειά καρδιά. Έχει αποκτήσει επίγνωση της ταπεινώσεως του Χριστού και δεν θα κουρασθεί ποτέ να αναζητεί το Πρόσωπο του Θεού Ιακώβ· ο άνθρωπος αυτός ανήκει στη γενεά Του (Ψαλμ. 23,6).
Τα Ευαγγέλια καταγράφουν τη γενεαλογία του Χριστού, τη σειρά των γενεών που προηγήθηκαν της κατά σάρκα γεννήσεως Του. Μετά τον θάνατο και την Ανάσταση [//519] Του όμως άρχισε μια δεύτερη γενεαλογία, των απογόνων Του κατά το πνεύμα. Αυτή είναι η γενιά όλων, όσοι αγάπησαν την ταπεινή επιφάνεια του Χριστού (Β’ Τιμ. 4,8) και έκαναν χώρο γι’ Αυτόν, ελκύοντας Τον να γεννηθεί στις καρδιές τους. Χάραξαν την εικόνα του Κυρίου στα βάθη της καρδιάς τους και έτσι αναγεννήθηκαν μέσα στη δόξα της ατελεύτητης Βασιλείας Του.
Η γέννηση ενός παιδιού συνιστά χαροποιό γεγονός. Όταν η γυναίκα γεννήσει, «ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως, δια την χαράν ότι εγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον» (Ιωάν. 16,21). Με τον ίδιο τρόπο και οι ωδίνες τις οποίες υπομένουμε, προκειμένου να γεννηθούμε στην ένδοξη Βασιλεία του Θεού, θα λησμονηθούν, γιατί ο Ίδιος ο Χριστός με την απροσμέτρητη ταπείνωση Του θα γίνει ο δικός μας διάκονος, και θα εξαλείψει «παν δάκρυον εκ των οφθαλμών ημών» (Αποκ. 7,17· 21,4).
Αυτώ, τω Θεώ των Πατέρων ημών, πρέπει πάσα δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. ΑΜΗΝ.

http://www.paterikiorthodoxia.com/2014/03/xarismatiki-tapeinosi.html

A true Christian is made by faith and love of Christ. ( St. Herman of Alaska )


A true Christian is made by faith and love of Christ. Our sins do not in the least hinder our Christianity, according to the word of the Savior Himself. He said: I am not come to call the righteous, but sinners to repentance; there is more joy in heaven over one who repents than over ninety and nine just ones. 


Likewise concerning the sinful woman who touched His feet, He said to the Pharisee Simon: to one who has love, a great debt is forgiven, but from one who has no love, even a small debt will be demanded. 

From these judgements a Christian should bring himself to hope and joy, and not in the least accept the torment of despair. Here one needs the shield of faith.

St. Herman of Alaska


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...