«Κοινώνησε λίγο πριν από την κοίμησή του και είδε τρεις αγίους» λέει ο Καστορίας Σεραφείμ στη «δημοκρατία»
Στο πένθος βυθίστηκαν η Ορθόδοξη Εκκλησία και η Αγιορείτικη Πολιτεία πριν από λίγες ημέρες κατά το άκουσμα της είδησης της κοίμησης του γέροντα Μωυσή του Αγιορείτη. Ο μακαριστός λόγιος γέροντας φιλοξενούνταν το τελευταίο χρονικό διάστημα, ύστερα και από δική του επιθυμία, στο επισκοπείο της Μητρόπολης Καστορίας, καθώς η κατάσταση της υγείας του ήταν επιβαρημένη.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1952, μόναζε επί 35 χρόνια στο Αγιον Όρος. Ανήσυχο πνεύμα, ασχολήθηκε με την αγιογραφία, τη συγγραφή, την ποίηση και την κριτική. Συνέγραψε περισσότερα από 50 βιβλία και πολλά άρθρα, εκ των οποίων ένας μεγάλος αριθμός έχει μεταφραστεί σε ξένες γλώσσες και έχει βραβευθεί. Ελαβε μέρος σε δεκάδες συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ενώ πραγματοποίησε αναρίθμητες ομιλίες ύστερα από προσκλήσεις μητροπόλεων, πανεπιστημίων και συλλόγων. Για 25 χρόνια ήταν γέροντας της Καλύβης Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου της Ιεράς Σκήτης Αγίου Παντελεήμονος – Κουτλουμουσίου, της οποίας διετέλεσε δικαίος.
Ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς με τον γέροντα Μωυσή διατηρούσε για πολλά χρόνια ο σεβασμιότατος μητροπολίτης Καστορίας κ. Σεραφείμ. «Γνωριστήκαμε πριν από 35 χρόνια, όταν ήμουν λαϊκός, στην Αθήνα και εκείνος ως μοναχός κατέβαινε για να επισκεφθεί διάφορα νοσοκομεία για την κλονισμένη, ήδη πριν πάει στο Αγιον Ορος, υγεία του» αναφέρει στη «δημοκρατία» ο κ. Σεραφείμ. Η πνευματική φιλία μεταξύ τους ήταν τόσο βαθιά και στέρεη που, όταν η υγεία του λόγιου μοναχού κλονίστηκε πριν από δύο χρόνια από εγκεφαλικό, ο κ. Σεραφείμ σε επίσκεψή του στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν του είχε πει ότι ο ίδιος ότι η μητρόπολη είναι στη διάθεσή του για ό,τι χρειαστεί. Αλλωστε, ο π. Μωυσής επισκεπτόταν πολύ συχνά την Καστοριά, όπου μιλούσε σε εκδηλώσεις της μητρόπολης, που ήταν γι’ αυτόν ένας τόπος οικείος και πολύ αγαπητός.
«Από την ηλικία των 19 ετών γνώρισα τον πόνο» είχε εκμυστηρευθεί στον μητροπολίτη Καστορίας. Είχε κάνει εξετάσεις για το συκώτι του και πήγε στο νοσοκομείο για να πάρει τις απαντήσεις. Η μικροβιολόγος τον ρώτησε για ποιον είναι οι εξετάσεις. Εκείνος, για να του πει η γιατρός την αλήθεια, απάντησε ότι είναι για τον αδερφό του. «Δυστυχώς, βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου» αποκρίθηκε η μικροβιολόγος. Συγκλονισμένος, ο 19χρονος νεαρός είπε στον εαυτό του: «Ωστε βαδίζεις προς τον θάνατο;» Εζησε από τότε αγκαλιά με τον θάνατο, όπως έλεγε. Στο Μοναστήρι της Σιμωνόπετρας η κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς οι αιμορραγίες είναι πλέον συνεχείς. Τον βοηθά ο γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης, ο οποίος του λέει: «Αυτός ο πόνος θα γίνει η σκάλα την οποία θα ανέβεις για να φτάσεις στη Βασιλεία των Ουρανών. Ο πόνος για σένα είναι η σωτηρία σου».
Πριν από 18 χρόνια υπεβλήθη σε εγχείρηση μεταμόσχευσης ήπατος στις ΗΠΑ. Οταν μπήκε στο χειρουργείο, σταύρωσε τα χέρια και είπε: «Τώρα αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια του Θεού». Και ο Θεός δεν τον άφησε και μετά την εγχείρηση, βοηθώντας τον να αναρρώσει γρήγορα και να επιστρέψει στην Ελλάδα.
«Οσιακή η ζωή του, οσιακό και το τέλος του, χωρίς κανένα ελάχιστο λογισμό ανυπομονησίας, αλλά με το πνεύμα της υπομονής και της καρτερίας και με την προσδοκία της Βασιλείας των Ουρανών» μας λέει ο μητροπολίτης Καστορίας κ. Σεραφείμ. «Μου είπε προσωπικά ότι είδε την Αγία Σοφία της Κλεισούρας, η οποία τον ενίσχυε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, τον άγιο Ιερώνυμο της Σιμωνόπετρας και τον όσιο Γεώργιο τον Καρσλίδη (έχει γράψει τον βίο αυτών των δύο αγίων), οι οποίοι του είπαν ότι είσαι πολύ καλός βιογράφος μας» υπογραμμίζει ο κ. Σεραφείμ. Οι τελευταίες του ώρες ήταν μέσα στην ηρεμία. «Κοινώνησε το Σάββατο το βράδυ (31 Μαΐου), στις 3 τα μεσάνυχτα, από τα χέρια του πρωτοσυγκέλλου π. Αθανασίου, και σε μία ώρα, χωρίς κανείς να καταλάβει, έχοντας δίπλα του -αυτό το επιθυμούσε πολύ- τον π. Αθανάσιο, τον υποτακτικό του π. Χρυσόστομο, τον διάκονο π. Γεώργιο, τον π. Νικόλαο, οι οποίοι του κρατούσαν τα χέρια και προσεύχονταν, άφησε την ψυχή του στα χέρια του Θεού» καταλήγει ο σεβασμιότατος.
Του Βασίλη Σπυρόπουλου, από το ένθετο της Δημοκρατίας για την Ορθοδοξία
Πηγή
"Almost all of us view thoughts as being something simple and natural, and that is why we naively trust them. However, we should neither trust them nor accept them.
"Thoughts are like airplanes flying in the air. If you ignore them, there is no problem. If you pay attention to them, you create an airport inside your head and permit them to land!" (Ibid., pp. 29-30, 48).
Elder Paisios
Όταν Νόμιζες ότι Δεν Κοιτούσα
(ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΡΩΗΝ ΠΑΙΔΙ)
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις για μένα το αγαπημένο μου γλυκό και έμαθα ότι μικρά πράγματα μπορεί να έχουν ξεχωριστή σημασία στη ζωή.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε παρακολουθούσα και έμαθα τα περισσότερα «μαθήματα ζωής», εφόδια για να γίνω καλύτερο και παραγωγικότερο άτομο όταν μεγαλώσω.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κρεμάς την ζωγραφιά μου στο ψυγείο και αμέσως ήθελα να ζωγραφίσω την επόμενη.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ακόμη και όταν ήσουν θυμωμένη με συμβούλευσες ήρεμα και απλά για να καταλάβω το γιατί και έτσι έμαθα ότι ο διάλογος και η επικοινωνία είναι σημαντικά ακόμη και όταν τα πράγματα είναι δύσκολα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φτιάχνεις φαγητό για κάποιο φίλο που ήταν άρρωστος και έμαθα ότι όλοι μας πρέπει να νοιαζόμαστε και να φροντίζουμε ο ένας τον άλλο.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις το σπίτι και όσους ζούμε σε αυτό και έμαθα ότι πρέπει να εκτιμάμε ότι μας προσφέρεται.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να φροντίζεις ένα αδέσποτο γατάκι και έμαθα ότι είναι καλό να είσαι ευγενικός με τα ζώα.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, ένοιωσα ότι νοιαζόσουν και ήθελα να γίνω καλύτερος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να κλαις και έμαθα ότι κάποια πράγματα στη ζωή πληγώνουν αλλά έχεις δικαίωμα να είσαι στενοχωρημένος.
Όταν νόμιζες ότι δεν κοιτούσα, σε είδα να αναλαμβάνεις τις ευθύνες ακόμα και όταν οι καταστάσεις ήταν δύσκολες και έμαθα ότι πρέπει να είμαι υπεύθυνο άτομο.
Πηγή: εδώ
Του Μητροπολίτη Λεμεσού κ. Αθανασίου
Ποια είναι η στάση της Εκκλησίας απέναντι στην ομοφυλοφιλία και τον ομοφυλόφιλο; Κατ’ αρχάς, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Ο ομοφυλόφιλος άνθρωπος είναι απόλυτα αποδεκτός από την Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και κάθε άλλος άνθρωπος.
Δεν υπάρχει άνθρωπος, που κάποια ιδιότητά του ή προτίμηση ή πράξη του να κάνει την Εκκλησία να τον απορρίψει· υπάρχουν μόνο άνθρωποι που οι ίδιοι έχουν απορρίψει την Εκκλησία και πορεύονται προς το Θεό απ’ το δρόμο που νομίζουν αυτοί, ο οποίος όμως συνήθως είναι λάθος δρόμος.
Αν ένας δολοφόνος είναι αποδεκτός από την Εκκλησία, γιατί δεν είναι ένας ομοφυλόφιλος;
Αν εγώ, με τη χλιαρή και συχνά υποκριτική πίστη και αγάπη, είμαι αποδεκτός από την Εκκλησία, γιατί δεν είναι ένας ομοφυλόφιλος;
Εκείνος μάλιστα μπορεί να έχει πολύ πιο θερμή πίστη και αγάπη από τη δική μου. Καμιά ρατσιστική διάθεση δεν υπάρχει στην Εκκλησία απέναντι σε κανένα άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων.
Ρατσιστές γίνονται οι άνθρωποι που δεν έχουν καταλάβει καθόλου τι είναι ο ορθόδοξος χριστιανισμός ή που δε μπορούν να κάνουν έστω ένα βήμα για ν’ απομακρυνθούν από τις φοβίες και τα πάθη τους.
Κι αυτούς ακόμη τους ανθρώπους [τους ρατσιστές], η Εκκλησία τους αποδέχεται, γιατί η Εκκλησία υπάρχει για να θεραπεύει τον κόσμο από τα πάθη και τις φοβίες (με τη βοήθεια του Ιατρού Ιησού Χριστού φυσικά), όχι για να κρίνει τους ανθρώπους.
Από την άλλη, η ομοφυλοφιλία δε μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Εκκλησία ως σωστός δρόμος που οδηγεί τον άνθρωπο στο Θεό.
Ακριβώς από αγάπη προς τον ομοφυλόφιλο και ανησυχία για τη σωτηρία του στην αιωνιότητα, η Εκκλησία δε μπορεί να αποκρύψει ότι ο γάμος άντρα και γυναίκας είναι ένας δρόμος που οδηγεί στο Θεό, ενώ η ομοφυλοφιλία δεν είναι τέτοιος δρόμος.
Στη ζωή μας τις πιο πολλές φορές διαπράττουμε αμαρτίες, υπακούοντας στα πάθη μας κι όχι στο Θεό – η Εκκλησία όμως, ακριβώς επειδή νοιάζεται για μας, δεν πρέπει να μας ξεγελάσει λέγοντάς μας ότι είναι εντάξει να κάνουμε ό,τι μας υπαγορεύουν τα πάθη μας (για τους μη ορθόδοξους χριστιανούς που ίσως διαβάσουν αυτό το κείμενο, εξηγούμε απλά ότι «πάθη» ονομάζονται οι σωματικές και ψυχικές εξαρτήσεις που παρεμποδίζουν τον άνθρωπο από την ενότητά του με το Θεό, στρέφοντάς τον προς άλλες κατευθύνσεις· ολόκληρη η ηθική και ασκητική προσπάθεια του χριστιανού αποσκοπεί στην κάθαρση της καρδιάς του από τα πάθη).Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Απλά, δεν οδηγούν όλοι οι δρόμοι στο Θεό.
Αυτό δεν είπε κι ο απόστολος Παύλος (Α ́ Κορινθ. 6, 12); Αν μιλάμε με έναν άθεο, δεν έχει νόημα ν’ αναφερθούμε σε Θεό, αμαρτία και σωτηρία. Εκείνος τοποθετεί υποκειμενικά, όπου ο ίδιος θέλει, το όριο ανάμεσα στο «καλό» και το «κακό» και το κρίνει με τα δικά του κριτήρια.
Αν όμως συζητάμε με χριστιανούς, και μάλιστα της αρχαίας παράδοσης, της Ορθοδοξίας, πρέπει με αγάπη να μοιραστούμε μαζί τους τα παρακάτω:Ο Χριστός, στα καταγεγραμμένα λόγια Του, δεν καταδικάζει ρητά την ομοφυλοφιλία, όμως ούτε για την πολυγαμία ή την αιμομιξία κάνει κάτι τέτοιο.
Κι όμως οι χριστιανοί, από την αρχή και μέχρι σήμερα, θεωρούμε αυτονόητο πως αυτές οι δύο πρακτικές δεν υπάρχουν στο χριστιανισμό (εκτός ίσως από ακραίες παρανοήσεις του, τέτοιες που έχουν ξεφυτρώσει σα μανιτάρια μετά την προτεσταντική Μεταρρύθμιση).
Είναι σαφές στα λόγια του Χριστού ότι, όποτε μιλάει για γάμο, αναφέρεται σε ζεύγος άντρα και γυναίκας (π.χ. Ματθ. 19, 3-12).
Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού ο Θεός δημιούργησε ως πρωταρχικό ζεύγος έναν άντρα και μια γυναίκα (Ματθ. 19, 4-5)· σ’ αυτούς έδωσε την ευλογία του γάμου και δεν υπάρχει άλλος γάμος.Οι ορθόδοξοι χριστιανοί όμως βασιζόμαστε όχι μόνο σ’ αυτά που είπε ο Χριστός, αλλά και σ’ αυτά που είπε το Άγιο Πνεύμα μέσω των μαθητών του Χριστού και των αγίων Πατέρων και διδασκάλων του χριστιανικού αγώνα σε όλες τις εποχές.
Ο απόστολος Παύλος ήταν ένας απ’ αυτούς, τα λόγια του είναι για μας ιερές γραφές, και ο άγιος αυτός άνδρας γράφει πως η ομοφυλοφιλία είναι συνέπεια της διαστροφής που υπέστη το ανθρώπινο γένος με το προπατορικό αμάρτημα· προέρχεται από την απομάκρυνση της θείας χάρης απ’ την καρδιά του ανθρώπου, αφού οι άνθρωποι την έχει διώξει ξεμακραίνοντας από το Θεό (Ρωμ. 1, 27, και γενικώς 1, 18-32).
Βεβαίως, και για τους ανθρώπους που ακόμα ταλαντεύονται στην πίστη τους, το γεγονός ότι «είπε κάτι ο Θεός» ως προς το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας, ίσως θα μπορούσαν να το αναγνωρίζουν και μέσα από το έργο της φύσης.
Συχνά μιλάμε για τη σοφία της φύσης. Το ακούμε ακόμη και από άθεους ή αγνωστικιστές αυτό.
Στα πλαίσια μιας τέτοιας σκέψης θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε την καταλυτική μαρτυρία της ανατομίας.
Ως βιολογικά όντα οφείλουμε τίμια να αναγνωρίσουμε την μορφολογία των γεννητικών μας οργάνων.
Η θέση και η μορφή των ανδρικών γεννητικών οργάνων, και η αντίστοιχη θέση και μορφή των γεννητικών οργάνων της γυναίκας, μπορούν να μας βεβαιώσουν ως προς την επιλογή της ετεροφυλοφιλίας.
Οι εξαιρέσεις ομοφυλοφιλικών επαφών στη φύση, που κάποιοι επικαλούνται, εκτός του ότι είναι ελάχιστες και απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα, ταυτόχρονα δεν αλλάζουν τίποτα σχετικά με τη μαρτυρία της ανατομίας.
Και πάλι, ως βιολογικά όντα μπορούμε να διακρίνουμε έναν βασικό σκοπό στην ύπαρξη των γεννητικών οργάνων που είναι η δημιουργία νέων ανθρώπων.
Ακόμα και αν λόγω ασθενείας η γέννηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, εντούτοις, αυτό δεν αλλάζει σε τίποτα τη βιολογική μαρτυρία.
Και εύκολα ίσως θα μπορούσαμε να αντιστρέψουμε τον ισχυρισμό ότι τα γεννητικά όργανα φτιάχτηκαν αποκλειστικά για την ηδονή, διακρίνοντας πως η φύση ως λειτουργικό σώμα έχει σκοπούς υπέρτερους του μεμονωμένου
συμφέροντος του κάθε όντος.
Κάθε τι που έχει σχέση με την ηδονή των γεννητικών οργάνων εξηγείται λογικά ως ένα μέσο με το οποίο θα επιθυμώ να συνευρεθώ με το άλλο φύλο ώστε να δημιουργήσω νέους ανθρώπους.
Αν η συνεύρεση ήταν κάτι αποκρουστικό, φριχτό και επίπονο, οι άνθρωποι θα το απέφευγαν.
Η αναμενόμενη ερώτηση από εκεί και πέρα, θα αφορά το ζήτημα του «δικαιώματος» στην συνεύρεση με όποιον άνθρωπο επιθυμούμε.
Ακόμα όμως και το ζήτημα του δικαιώματος, δεν αντιστρέφει την λογική που προαναφέραμε.
Για παράδειγμα, αν κάποιος το θέλει και έτσι ευχαριστιέται, μπορεί να περπατά στον δρόμο με τα χέρια και όχι με τα πόδια.
Τότε όμως, είμαστε υποχρεωμένοι να αναγνωρίσουμε ότι η ανατομική μαρτυρία υποδεικνύει ότι πρόκειται για παρέκκλιση, με την οποία δεν είμαστε αναγκασμένοι να συμφωνήσουμε.
Η μαρτυρία της ζωής μας υποδεικνύει ότι περπατάμε με τα πόδια και όχι με τα χέρια. Αντίστοιχα ισχύουν και για την επιλογή της ομοφυλοφιλίας.
Αν πάλι τίθεται ζήτημα λειτουργικότητας, με την έννοια ότι ο ομοφυλόφιλος βλέπει ότι τα γεννητικά του όργανά του δεν είναι λειτουργικά με τον τρόπο που μαρτυρά ο κανόνας στη φύση, τότε θα μπορούσαμε με τιμιότητα να αποδεχτούμε ότι υπάρχει ζήτημα οργανικής διαταραχής όπου το σώμα ασθενεί σε κάτι.
Ίσως να πρόκειται για εκ γενετής διαταραχή, όμως, όπως στην περίπτωση που κάποιος ζει χωρίς χέρια ή πόδια, οφείλουμε να αποδεχτούμε την καταλυτική μαρτυρία της ανατομίας γύρω μας.
Ασφαλώς, η εξέταση του έργου της φύσης, για τον πιστό άνθρωπο παραμένει πάντα επικουρική για την πίστη του.
Μια ολόκληρη κοινωνία, όπου η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν έχει μπει σε θεραπευτικό δρόμο προς το Θεό, μπορεί να καλλιεργήσει την ομοφυλοφιλία στα νέα μέλη της που δεν ευθύνονται, φυσικά, γι’ αυτό, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι όλα εντάξει.
Ιστορικά, έχουν υπάρξει και υπάρχουν ακόμη πάρα πολλές κοινωνίες που το θρησκευτικό και αξιακό τους σύστημα απομακρύνει τους ανθρώπους από το Θεό και τη σωτηρία, όπως τα δίδαξε ο Χριστός και τα γνώρισαν οι άγιοι όλων των εποχών στην ενότητά τους με το Θεό εν Χριστώ.
Για την ακρίβεια, κάθε κοινωνία έχει ανάγκη να κεντριστεί στην ήμερη ελιά, τον Ιησού Χριστό, για να θεραπευτεί το θρησκευτικό και αξιακό της σύστημα από τα στοιχεία που της φόρτωσε η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου.
Το ίδιο και κάθε άνθρωπος, ακόμη και ο ορθόδοξος χριστιανός.
Αλλιώς στην καρδιά των ανθρώπων κυριαρχούν τα πάθη και αποδιώχνεται η θεία χάρη.
Σε σχέση με την ομοφυλοφιλία, ίσως είναι χρήσιμο να θυμηθούμε ότι αυτή ήταν η αμαρτία των Σοδόμων.
Επειδή η ομοφυλοφιλία, κατά την ορθόδοξη πνευματική κληρονομιά, όπως εκφράζεται στην Καινή Διαθήκη (Παύλος) και στη διδασκαλία των αγίων, συνιστά πάθος, ο άνθρωπος που άρχισε τη ζωή του ως ομοφυλόφιλος ή στράφηκε στην ομοφυλοφιλία κάποια στιγμή, όταν προοδεύει στην αγιότητα καθαρίζοντας την καρδιά του από τα πάθη, παύει να είναι ομοφυλόφιλος.
Δεν έχουμε ομοφυλόφιλους αγίους. Αν υπήρχαν άγιοι ομοφυλόφιλοι που αγίασαν μέσω της ομοφυλοφιλίας (όπως οι έγγαμοι άγιοι αγιάζονται μέσω του γάμου), οι άγιοι Πατέρες δε θα το έκρυβαν, ούτε θα θεωρούσαν –μαζί με τον απόστολο Παύλο– την ομοφυλοφιλία πάθος που χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό, γιατί η Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται να συντηρήσει τον κοινωνικό ηθικισμό, αλλά αντίθετα γκρεμίζει τα ηθικά στερεότυπα (ταμπού) για να θεραπεύσει τον άνθρωπο.
Ασφαλώς έχουμε αγίους που υπήρξαν κάποτε ομοφυλόφιλοι (όπως και αγίους που υπήρξαν πόρνοι, έκφυλοι ή δέσμιοι διαφόρων άλλων παθών, μη σαρκικών), αλλά ανέλαβαν τιτάνιο αγώνα ενάντια στα πάθη τους και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος τα νίκησαν, γι’ αυτό και είναι άγιοι.
Οι άγιοι Πρωτάς και Υάκινθος, ευνούχοι της αγίας Ευγενίας που την ακολούθησαν στο μοναχικό βίο και στο μαρτύριο, ο άγιος Αζάτ, ευνούχος του Πέρση βασιλιά Σαπώρ, που το μαρτύριό του προκάλεσε τόση θλίψη στο βασιλιά, ώστε σταμάτησε τους διωγμούς, ίσως είναι μερικά παραδείγματα.
Από το Γεροντικό ξέρουμε την περίπτωση ενός ασκητή που εξομολογήθηκε τον έρωτά του στον όσιο Αχιλλά· στη συνέχεια όμως έφυγε αμέσως, προφασιζόμενος ότι ντράπηκε ένα γέρο ασκητή, τυφλό και παράλυτο, που ζούσε εκεί.
Τότε ο άγιος, εγκρίνοντας τη φυγή του μακριά από το πάθος, τον επαίνεσε ως αγωνιστή, λέγοντας: «Αυτό δεν είναι πορνεία, αλλά πόλεμος με τους δαίμονες».
Από τη σύγχρονη εποχή, ξέρουμε την περίπτωση του αγίου Αμερικανού ιερομόναχου π. Σεραφείμ Ρόουζ, που πριν μεταστραφεί στην Ορθοδοξία ήταν ομοφυλόφιλος, έπαψε όμως να ασκεί την ομοφυλοφιλία και την απέρριψε ως πάθος όταν έγινε ορθόδοξος χριστιανός.
Ξέρουμε επίσης την ανάλογη περίπτωση του μοναχού Κοσμά από το Ρέθυμνο της Κρήτης, που εγκατέλειψε την ομοφυλοφιλία και ασκήτεψε κοντά σ’ ένα εκκλησάκι νότια της πόλης, όπου και κοιμήθηκε γύρω στο 1990. Ασφαλώς υπάρχουν πολλές ακόμη παρόμοιες περιπτώσεις.
Είναι άνθρωποι που «ευνούχισαν τον εαυτό τους για τη βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. 19, 12). Ένα αμαρτωλό πάθος δε συνδέεται οπωσδήποτε με την κακία ενάντια στο συνάνθρωπο. Η λαγνεία και η πορνεία, είναι οπωσδήποτε αμαρτωλά πάθη, χωρίς να έχει σημασία αν ο άνθρωπος, που είναι αιχμάλωτός τους, είναι καλός ή κακός.
Η αυτοκτονία, συνέπεια του πάθους της απελπισίας, αποκόπτει τον άνθρωπο απ’ το Θεό, άσχετα αν ο αυτόχειρας είναι καλός ή κακός άνθρωπος.
Συχνά, επηρεασμένοι από μια βιαστική ανθρωπιστική ηθική, θεωρούμε αμαρτία μόνο κάτι που στρέφεται ενάντια στους ανθρώπους· όμως οι άγιοι Πατέρες δε διδάσκουν αυτό· αμαρτία είναι κάτι που με δεσμεύει και εμποδίζει τη θεία χάρη να με μεταμορφώσει σε αυτό που θέλει ο Θεός για μένα (σε άγιο).
Αμαρτωλός δεν είναι ο «κακός» άνθρωπος, αλλά ο παγιδευμένος και ανελεύθερος άνθρωπος.
Ο «κακός» ή ο άπληστος, ο εγωιστής κ.τ.λ. είναι απλά ένας τέτοιος παγιδευμένος και ανελεύθερος αδελφός μας.
Έτσι ο χριστιανός είναι καλεσμένος να αναλάβει αγώνα ενάντια στα πάθη του και, όπως η λαγνεία, η σκληρότητα, η απληστία, ο εγωισμός κ.λ.π., αλλά και ο αλκοολισμός, ο τζόγος κ.π.ά. (και ο σαδισμός, ο μαζοχισμός, η κτηνοβασία, η νεκροφιλία κ.λ.π. – για ν’ αναφερθούμε σε πάθη σχετικά με το σεξ).
Αν η ομοφυλοφιλία προέρχεται από βιολογικές αιτίες και δε γεννιέται από την κοινωνία είναι συζητήσιμο. Ακόμη κι αν συμβαίνει αυτό όμως, δεν μετατρέπεται σε μια μη εμπαθή κατάσταση.
Κάποιος μπορεί να είναι βίαιος από βιολογική αιτία (π.χ. επειδή το σώμα του παράγει περισσότερη αδρεναλίνη), αλλά αυτό δε σημαίνει πως γι’ αυτόν «είναι εντάξει» η επιθετικότητά του και πως δεν πρέπει ν’ αγωνιστεί για να θεραπευτεί από το πάθος του.
Φυσικά, δεν αγωνίζεται μόνος του. Έχει βοηθό στον ουρανό τις πρεσβείες των αγίων και στη γη τον πνευματικό του πατέρα και την εκκλησιαστική ζωή· μ’ αυτά θα προσελκύσει τη θεία χάρη και εκείνη είναι που θα τον θεραπεύσει (συγχωρέστε μου τη λέξη) από το πάθος του – αυτό ισχύει για όλα τα πάθη, για τον εγωισμό, την απληστία, τη λαγνεία, το θυμό, το μίσος κ.τ.λ. και για την ομοφυλοφιλία.
Ένας ομοφυλόφιλος μπορεί να σωθεί, παραμένοντας ομοφυλόφιλος; Δε μπορούμε, ούτε και είναι δουλειά μας, να κρίνουμε ποιος θα σωθεί και ποιος όχι, πράγμα που είναι δουλειά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Επιθυμία κάθε χριστιανού είναι να σωθούν όλοι οι άνθρωποι και δεν κρίνει τους άλλους – απλώς επισημαίνει ότι μία επιλογή, ή μία άλλη, βλάπτει τη σωτηρία σύμφωνα με την Αγία Γραφή και τους αγίους Πατέρες, τους γνώστες όλων των δρόμων της σωτηρίας. Όλοι ελπίζουμε στη σωτηρία μας, αν και η συντριπτική πλειοψηφία των χριστιανών είμαστε ακόμη δέσμιοι σε κάποια πάθη, όπως αυτά που κατονομάσαμε πριν (την απληστία, το θυμό, τη λαγνεία κ.τ.λ.).
Ελπίζουμε να σωθούμε όχι λόγω της «αρετής» μας, αλλά λόγω της αγάπης και του ελέους του Θεού, το οποίο αποζητάμε κάθε μέρα στις προσευχές μας, μετανοώντας και αγωνιζόμενοι με τη βοήθειά Του ενάντια στα πάθη μας.
Αν όμως, αντί γι’ αυτό, προσπαθούμε να πείσουμε τους άλλους (και τον εαυτό μας) ότι τα πάθη μας «είναι εντάξει» και δεν αποτελούν αμαρτωλά πάθη, τότε μάλλον είμαστε υποκριτές και η σωτηρία μας κινδυνεύει ακόμη περισσότερο.
Πώς μπορεί κάποιος να δώσει το δύσκολο αγώνα για την αποδέσμευσή του από τα πάθη του;Αυτό δε μπορούμε να το διδάξουμε σε κανέναν εμείς.
Γνώστες και αρμόδιοι για κάτι τέτοιο είναι οι άγιοι Πατέρες όλων των εποχών (που η ζωή και η διδασκαλία τους είναι καταγεγραμμένες σε βιβλία εξαιρετικής σπουδαιότητας) και οι θεοφόροι Γέροντες της εποχής μας, άντρες και γυναίκες.
Σ’ αυτούς πρέπει να καταφύγει όποιος νοιάζεται ειλικρινά να βεβαιωθεί αν ο δρόμος που βαδίζει τον οδηγεί πράγματι στην πνευματική πρόοδο, δηλαδή στην ενότητα με τον Τριαδικό Θεό εν Χριστώ.
Πρέπει βέβαια να προσέξει, γιατί συχνά πέφτουμε στην παγίδα να απορρίψουμε τις συμβουλές ενός θεοφόρου ορθόδοξου πνευματικού διδασκάλου, επειδή τραυματίζει τον εγωισμό και την πνευματική μας οκνηρία και μας προκαλεί συνειδησιακούς κραδασμούς.
Είναι εντελώς διαφορετικό να παραδεχτούμε ταπεινά πως είμαστε αδύναμοι ή απρόθυμοι να εφαρμόσουμε τις δύσκολες συμβουλές ενός Γέροντα από το να υψώσουμε εγωιστικά τον εαυτό μας πάνω από τη δική του πείρα, σοφία και αγιότητα και να ισχυριζόμαστε στη συνείδησή μας και στους άλλους πως εκείνος έχει άδικο ή βρίσκεται σε λάθος δρόμο, ή ακόμη πως οι άγιοι των αρχαίων χρόνων έχουν πια σκουριάσει και οι θεραπευτικές τους οδηγίες είναι «ξεπερασμένες» για την εποχή μας.
Η παγίδα αυτή είναι καλοστημένη μπροστά στον καθένα, πολλοί έχουμε πέσει μέσα περισσότερες από μια φορές κι αυτό προκαλεί πρόσθετα εμπόδια στην ηθική και πνευματική μας καλλιέργεια. Διευκρινίζουμε ότι όλοι έχουμε ανάγκη από μετάνοια, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους· ο καθένας έχει να αντιμετωπίσει τα δικά του πάθη, όχι να τ’ αποδεχτεί, αλλά να τα πολεμήσει σκληρά.
Ένας ετεροφυλόφιλος ενδεχομένως έχει να αντιμετωπίσει πολλά πάθη που σχετίζονται με το σεξ – και ο γάμος δε μπορεί πάντα να τον θεραπεύσει, γιατί μπορεί να αισθάνεται την ανάγκη της μοιχείας, ή ακόμη και συνεύρεσης με πολλούς ερωτικούς συντρόφους ή της παιδεραστίας, της αιμομιξίας, της κτηνοβασίας και άλλα πολλά, που «αισχρόν εστί και λέγειν» (Εφεσίους 5, 12).
Όλα αυτά τα πάθη δεν είναι «εντάξει» και ο ετεροφυλόφιλος δεν είναι οπωσδήποτε πιο ενάρετος ή πιο κοντά στο Θεό από τον ομοφυλόφιλο. Και οι δύο μπορούν να σωθούν λόγω της αγάπης του Χριστού, με τον αγώνα που θα δώσουν με τη βοήθεια της θείας χάριτος.
Κλείνοντας με αγάπη αυτό το άρθρο θα θέλαμε να μεταφέρουμε το διάλογο του αγίου Γέροντα Παΐσιου (1924-1994) με ένα νεαρό ομοφυλόφιλο, που αγωνιζόταν ενάντια στην ομοφυλοφιλία αλλά ένιωθε αδύναμος γι’ αυτό τον αγώνα (φυσικά ένας άθεος θα θεωρήσει πως ένας τέτοιος αγώνας ισοδυναμεί με ακρωτηριασμό του εαυτού μας, αλλά τώρα δεν απευθυνόμαστε σε άθεους, αλλά σε ορθόδοξους χριστιανούς αδελφούς μας).
Ο νέος είπε στο Γέροντα ότι δε μπορούσε να σταματήσει να ζει ως ομοφυλόφιλος. Και ο Γέροντας, αφού του είπε να εξομολογηθεί, τον ρώτησε: «Μπορείς να διαβάζεις ένα κεφάλαιο από την Αγ. Γραφή;». «Μπορώ». «Μπορείς να πηγαίνεις κάθε Κυριακή στήν Εκκλησία;».« Μπορώ». «Μπορείς να νηστεύεις Τετάρτη και Παρασκευή;». «Μπορώ». «Μπορείς ένα μικρό ποσό να το δίνεις ελεημοσύνη;». «Μπορώ». «Μπορείς…». «Μπορώ…» (πολλά ακόμα).
Στο τέλος του λέει: «Βλέπεις ότι μπορείς να κάνεις χίλια πράγματα και δε μπορείς ένα. Κάνε εσύ τα χίλια και άφησε στο Θεό το ένα!!!».
Με εκτίμηση και θερμές προσευχές για κάθε «συναθλητή» αγωνιζόμενο χριστιανό.
Πηγή
Every single act of ours and every single virtue has need of humility, love and discernment, the latter being the salt of the virtues. This is why Christ tells us in the Gospel: "Every sacrifice shall be salted with salt" (Mark 9:49).
Elder Paisios
One should perform the Prayer of Jesus aloud but not loudly, sufficient so that one can hear it. One should not at the time of prayer incline one's thought here and there to worldly , corruptible
things, but should remain without laziness in the memory of this Prayer alone.
The Prayer is nothing else but a division between the visible and invisible worlds. Wherefore, one must enclose one's mind in the Prayer. Where
the body stands, there also the mind should be with it, without having any thought at the time of prayer. The Holy Fathers say, "If anyone prays with his lips but is careless about his mind, he is
laboring in vain, for God heeds the mind and not much speaking.
Mental prayer does not allow that there be in
the mind any fantasy or unclean thought. If one does not become accustomed to the mental Jesus Prayer, he cannot have ceaseless prayer. If the
Jesus Prayer becomes one's habit and enters his heart, it will then flow as water from a spring. At all times, everywhere and no matter what one
does, it will always urge him on, be he awake or asleep. When his body begins to sleep or drowse, even then it will awaken him, gushing out of his heart and never ceasing.
Therefore this Prayer is great, never left off, so that when it is being said, although the lips may grow faint, and the body may drowse, the spirit never sleeps. When some essential work is performed diligently or thoughts powerfully attack the mind or sleep overcomes one, then one must pray fervently with the lips and tongue, that the mind might heed the voice. And when the mind is in peace and calm from thoughts, one may pray with it alone.
This path of prayer is the swifter one to salvation than by means of psalms, canons, and the usual prayers....
St. Paisius Velichkovsky
Να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στον Θεό, σημαίνει να μην κυριεύεσαι πλέον από καμιά αγωνία η φόβο, να μην βασανιστείς ξανά από κανέναν λογισμό, από καμιά σκέψη πώς δεν έχεις κανέναν για να σε φροντίσει.
Όταν ο νους εκπέσει από αυτήν την εμπιστοσύνη, ο άνθρωπος αρχίζει να πέφτει μέσω των λογισμών σε χιλιάδες πειρασμούς.
Όπως λέγει ο μακάριος ερμηνευτής (ενν. ο Θεόδωρος Μοψουεστίας) στο βιβλίο του για τον Ευαγγελιστή Ματθαίο,«όλη η μέριμνα του Σατανά είναι να πείσει τον άνθρωπο πώς ο Θεός δεν ενδιαφέρεται γι" αυτόν».
Γιατί ξέρει πώς. όσο έχουμε την ακριβή γνώση της Πρόνοιάς Του στερεωμένη μέσα μας, οι ψυχές μας θα κατοικούν στην απόλυτη ειρήνη. Κι επιπλέον θ" αποκτήσουμε την Αγάπη του Θεού και θα μεριμνάτε για καθετί πού Τον ευχαριστεί. Αυτόν τον λογισμό προσπαθεί να μας τον αποσπάσει ο σατανάς.
Η παντελής ανάθεση τον ανθρώπου στη θεία πρόνοια και η ανταπόκριση της θείας Χάρης
Άμα ό άνθρωπος απορρίψει για τον εαυτό του κάθε αισθητή βοήθεια και κάθε ανθρώπινη ελπίδα, όπως συμβαίνει με τους ησυχαστές, και αφιερωθεί στο Θεό με εμπιστοσύνη και καθαρή καρδιά, αμέσως ακολουθεί ή θεία χάρη και του αποκαλύπτει τη δύναμη της βοηθώντας τον με πολλούς τρόπους.
Πρώτα, πρώτα στα φανερά σωματικά προβλήματα, όπου του δείχνει εμφανώς τη δύναμη της πρόνοιας του Θεού γι' αυτόν προσωπικά. Και καθώς βλέπει τη φανερή βοήθεια του Θεού, βεβαιώνεται και για τη μυστική βοήθεια του Θεού, όπως ταιριάζει στο ταπεινό και άκακο φρόνημα του και στη σεμνή διαγωγή του. Καταλαβαίνει δηλ. πώς τακτοποιούνται οι σωματικές του ανάγκες χωρίς κόπο, αφού δε φροντίζει καθόλου γι' αυτές.
Και ή θεία χάρη τον απαλλάσσει από πολλά δυσάρεστα και επικίνδυνα πολλές φορές, πράγματα, χωρίς αυτός να τα καταλαβαίνει. Όλα αυτά τα αποδιώχνει άπ' αυτόν, ανεπαίσθητα, ή θεία χάρη, με θαυμαστό τρόπο, και τον σκεπάζει σαν την κλώσα, πού ανοίγει τα φτερά της και σκεπάζει τα κλωσσόπουλα, για να μην πάθουν κανένα κακό. Έτσι, του δείχνει (ή Θεία Χάρη), στα μυστικά μάτια της ψυχής του, πώς πλησίαζε ή απώλεια του, και φυλάχτηκε αβλαβής. Έτσι, τον γυμνάζει στα πνευματικά και του φανερώνει τις ενέδρες και τις μηχανές των κακών και ακατάληπτων λογισμών.
Και τότε, εύκολα τους καταλαβαίνει, και παρακολουθεί πώς ό ένας διαδέχεται τον άλλο, και πώς παραπλανούν και εξαπατούν τον άνθρωπο, και σε ποιο λογισμό κολλάει ό νους, και πώς γεννιούνται ό ένας από τον άλλο, και εξολοθρεύουν την ψυχή. Και κάνει (ή Θεία Χάρη) καταγέλαστη στα πνευματικά του μάτια κάθε ενέδρα και παγίδα των δαιμόνων, και αποκαλύπτει πώς εξαφανίζονται οι κακοί λογισμοί τους, και του δίνει σοφία και σύνεση, ώστε να καταλαβαίνει Τι μέλλει να συμβεί.
Ακόμη, ανατέλλει μέσα στην απλή καρδιά του ένα μυστικό φως, για να βλέπει τα πάντα, και τη δύναμη των λεπτών συλλογισμών, και του δείχνει φανερά Τι έμελλε να πάθει, αν δεν γνώριζε τις δαιμονικές πανουργίες. Και τότε γεννιέται μέσα του ή βεβαιότητα ότι για κάθε πράγμα, μικρό και μεγάλο, πρέπει να ζητούμε στην προσευχή μας τη βοήθεια του Δημιουργού μας.
Αγ. Ισαάκ ο Σύρος
ΠΗΓΗ-ΑΕΝΑΗ επαΑΝΑΣΤΑΣΗ
When we abide by the divine law given to us in the Bible---we are not fornicators, murderers, thieves, liars, gossipers, and are not unjust, proud,
vainglorious, gluttonous, greedy, avaricious, envious, taunting, blaspheming, irascible, peevish,
complaining, hypocritical and so on---then we are in the state natural for us after the Fall.
Whereas the state contrary to nature is when one is outside of the divine law and behaves like the irrational animals that do not have a law. The prophet says regarding such people, "Man, being in honor, did not understand; he is compared to the mindless cattle, and is like them." So whoever lives like this outside of the divine law, wallowing in various sins as we mentioned, is in the state contrary to nature.
Elder Joseph the Hesychast
Όταν το σώμα δοκιμάζεται, τότε η ψυχή αγιάζεται. Με την αρρώστια πονάει το σώμα μας, το χωματόκτιστο αυτό σπίτι μας, αλλά έτσι θα αγάλλεται αιώνια ο νοικοκύρης του, η ψυχή μας, στο ουράνιο παλατάκι που μας ετοιμάζει ο Χριστός. Με αυτήν την πνευματική λογική, που είναι παράλογη για τους κοσμικούς, χαίρομαι και εγώ και καμαρώνω για τις σωματικές βλάβες που έχω. Το μόνο που δεν σκέφτομαι είναι ότι θα έχω ουράνια ανταμοιβή.
Καταλαβαίνω ότι εξοφλώ την αχαριστία μου στον Θεό, αφού δεν έχω ανταποκριθεί στις μεγάλες Του δωρεές και ευεργεσίες. Γιατί στην ζωή μου όλα γλέντι είναι· και η καλογερική και οι αρρώστιες που περνώ. Όλο φιλανθρωπίες μου κάνει ο Θεός και όλο οικονομίες. Ευχηθείτε όμως να μη με ξοφλάει με αυτά σ’ αυτήν την ζωή, γιατί τότε αλίμονό μου! Μεγάλη τιμή μου έκανε ο Χριστός να υπέφερα ακόμη περισσότερο την αγάπη Του, αρκεί να με ενίσχυε, ώστε να αντέχω, και μισθό δεν θέλω.
Γέροντας Παΐσιος
Prayer and fasting banish all sinful thoughts, stop the fever of the brain, preserve the mind from
disturbance, gather it away from dispersion, and enlighten it. Prayer and fasting banish from a man unclean spirits and heal those who are tormented by demons, as the Lord said:
This kind (that is, the devils) goeth not out save by prayer and fasting (Matt. 17:21). Prayer and fasting also cleanse the mind in which the devils often cause darkness. Prayer and fasting are
weapons which protect every access of the devils to us.
Prayer, like a grace-given spirit, enlightens the mind, and gives fervor. Prayer with sobriety of
heart is the guardian of the mind, extinguishes its forgetfulness as water does fire. Therefore, one should call by an honorably name this virtue which gives birth to bright visions.
St. Paisius Velichkovsky
Γράφει ο Αρχιμ. Πορφύριος, Ηγούμενος Ι.Μ. Τιμ. Προδρόμου Βέροιας|
Δεν αξιώθηκα να πάω στο ιερό νησί της Χαλκίδας για να προσκυνήσω. Κάποια φορά που ξεκινήσαμε, έριξε τόσο χιόνι, που δεν μπορέσαμε να πάμε έξω από την πόλη.
Άκουσα όμως μία απίθανη ιστορία με τον άγιο αυτόν, και την καταγράφω.
Πριν χρόνια, ένα λεωφορείο με κυρίες μεγάλης ηλικίας πήγαν προσκύνημα στον Άγιο Γιάννη τον Ρώσο. Έφτασαν στην εκκλησία και ο ξεναγός των εκδρομέων οδηγούσε τις προσκυνήτριες και τις εξηγούσε τα σχετικά. Η γερόντισσα, που μας διηγήθηκε το πάθημά της, τότε ήταν κοντά στα ογδόντα, αλλά με μυαλό τετρακοσιάρικο.Tώρα είναι στα ενενήντα και το μόνο που την στενοχωρεί είναι που δεν την βαστούν τα ποδάρια της να πάει στην εκκλησία.
Συνήθιζε, λοιπόν, τότε που πήγαινε ακόμα στην εκκλησία, να μπαίνει μέσα και να πιάνει κουβέντα με τις εικόνες. Αλλά πρώτα έπρεπε να ανάψει δεκάδες, ναι καλά διαβάσατε, δεκάδες κεριά για τα ζωντανά και άλλα τόσα για τα πεθαμένα. Άσε τι άναβε για τους αγίους. Και έχοντας αυτό το χούι, συνήθως χάνονταν από τις παρέες. Μόνο όταν ήταν να βγουν από τον ναό την φώναζαν.
Έτσι και στον Άγιο Γιάννη τον Ρώσο. Οι άλλες συντρόφισσές της απομακρύνθηκαν. Αλλά αυτή, πλησιάζοντας στο προσκυνητάρι, εκεί που έχουν τον άγιο, τα είδε αλλιώς και σταμάτησε. Έβλεπε ένα παλικάρι ξαπλωμένο και κατάλαβε πως είναι νεκρός. Και άρχισε να κλαίει το παλικάρι: «ποιός να ξέρει πώς σε λένε, και πού να βρίσκεται η μάννα σ’ να σε κλάψει, παλικάρι μ’. Κι η πατρίδα σ’ η Ρωσία λένε πως τάχα είναι μακρυά, παιδί μ’. Έ, τι δα τράβηξες και συ για τον Χριστό, για να σε έχν εδώ». Τον είπε και άλλα μοιρολόγια και έκλαψε με την ψυχή της η γιαγιούλα. Και τότε …πέρασε η ώρα και άρχισαν να μαζώνονται για να φύγουν. Όταν είδαν ότι η θειά αυτή έλειπε, κάποια νεότερη την έψαξε μέσα στην εκκλησία και τελικά την βρήκε. –Άντε, θειά Π. Φεύγουμε, μας περιμένουν.
Φτάνουν εκεί που ήταν μαζεμένοι όλοι, και λέει στον αρχηγό.
–Καλά, εσείς μας είπατε ότι θα ρθούμε στον Άγιο Γιάννη τον Ρώσο. Και αγιοΓιάννη δεν είδαμε.
– Πώς δεν τον είδαμε; Εκείνος εκεί είναι.
–Α, αυτός είναι;
-Γιατί, εσύ τι νόμισες;
- Εγώ τον είδα και είπα είναι πεθαμένος και τον έκλαψα, γιατί είναι νέος, από μακρυά. Και είπα είναι πεθαμένος και τον έκλαιγα. Πού να είναι η μάννα τ’ να τον κλάψει;.
-Τί λες, θειά Π. Αυτός είναι ο Άγιο Ιωάννης ο Ρώσος.
- Εγώ, παιδί μ’; Τί να πω; Εκεί που τον έκλαιγα, γύρισε κατά εδώ το κεφάλι τ’ και με κοιτούσε. Κι εγώ τον έκλαιγα κι αυτός με κοιτούσε. Μέχρι που με φώναξαν και σας βρήκα. Δεν κατάλαβα. Κάτσε μια στιγμή να πάνω να τον προσκυνήσω και φεύγουμε.
Ποιός τολμούσε να την αρνηθεί το τελευταίο προσκύνημα.
- Έ, παιδί μ’, μεγάλη η χάρη τ’. Κάθε άγιος έχει την χάρη τ’. Τόσοι αγίοι έχουμε. Δοξασμένο τόνομά Του. Αυτά, που λες, έπαθα.
Μας διηγείται και άλλα τέτοια, πολλά μπορώ να πω, αλλά όταν τα λέει δεν σηκώνει μάτια να σε κοιτάξει. Ή θα πλέκει τίποτα με το τσιγκελάκι ή τις βελόνες, ή με τα ροζιασμένα και στεγνά δάχτυλά της θα διπλώνει και θα ξεδιπλώνει καμιά χαρτοπετσέτα.
Και εμείς δεν την λέμε τίποτα. Την αφήνουμε στην μακάρια και ευλογημένη απλότητά της, να νομίζει ότι δεν αξίζει ούτε τα μάτια να σηκώσει γιά να κοιτάξει τα άγια εικονίσματα.
Μόνον όταν τελειώνει, σηκώνει τα γαλανά ξεπλυμένα ματάκια της, που είναι βαθιά μέσα στις κόγχες, από την αγρύπνια και από τα δάκρυα, και λέει: «Αυτά, παιδί μ’, έπαθα».
………………………………….
Δόξα τω Θεώ. Τι θησαυρούς κρύβει αυτή η Αγία Ορθοδοξία, η Αγία Εκκλησία μας;! Και τί θα δουν όσα μάτια το αξίζουν στον άλλο κόσμο;!
Αδελφοί, Χριστός Ανέστη
Πηγή
Ο Γέροντας Παΐσιος για τα οράματα
Του θεολόγου Β. Χαραλάμπους
Κοντά στο 1980 επισκέφθηκα τον Γέρονταν Παΐσιον στο ερημητήριον του, στην Παναγούδα του Αγίου Όρους, με έναν άλλον Κύπριο με τον οποίον γνωρίστηκα καθ’οδόν. Ο συνοδοιπόρος μου, ανέφερε στον Γέρονταν Παΐσιον, ότι στην Κύπρον, οι μοναχές του Μοναστηριού του Αγίου ….(δεν αναφέρω το όνομά για ευνοήτους λόγους), στηριζόμενες ότι είδαν τον Άγιο…, διέδιδαν ότι θα γίνει καταστροφικός πόλεμος, αν δεν μετανοήσουν οι Κύπριοι. Η απάντηση από τον Γέροντα Παΐσιο, δόθηκε με απλότητα και πολύ πόνο, χωρίς ρητορισμούς και περιττές αναλύσεις. «Άκου να δεις» είπε ο Γέροντας, «μπορεί να είδαν τον Άγιο, τους ανακάτεψε όμως και το ταγκαλάκι (έτσι έλεγε ο Γέροντας τον πονηρόν)».
Δικαίως λοιπόν, ο Ρώσσος Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ λέγει «να μη δίνουμε προσοχή στις οπτασίες κι ούτε ν’ αρχίζουμε διάλογο μαζί τους, θεωρώντας τον εαυτό μας ακατάλληλο ν’ ασχολείται με εχθρικά δαιμονικά πνεύματα και ανάξιο να συνομιλεί με άγια αγγελικά πνεύματα». Τις πλείστες φορές είναι «είδωλα λογισμών πλανωμένων», κατά τον Άγιον Διάδοχον Φωτικής.
Στη συνέχεια ανέφερε μια ιστορία, για μια γυναίκα (δεν θυμάμαι, αν ήταν μοναχή ή λαική ), η οποία είχε δεί πολλά οράματα (διακόσια ογδόντα περίπου). Ο Γέροντας Παΐσιος, είπε ότι «στην αρχή όντως είδε εκ Θεού κάποια οράματα, στη συνέχεια όμως υπερηφανεύτηκε και τα οράματα που είδεν μετέπειτα, ήταν εκ του πονηρού». Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος μας προφυλάσσει επί τούτου, γράφοντας ότι οι δαίμονες της κενοδοξίας, καθ’ ύπνον ως προφήτες εμφανίζονται. «Με όλα τούτα λοιπόν τα οράματα», συνέχισε ο Γέροντας Παΐσιος, «υπερηφανεύτηκε και δεν πήγαινε σε πνευματικό να τα αναφέρει. Οικονόμησε όμως ο καλός Θεός να δει κάποιον αγιασμένο ιερέα πνευματικό, να μη πατά στην γή την ώρα της Θείας Λειτουργίας, και τότε θεώρησε ότι σε τέτοιο ιερέα θα πρέπει να τα εκμυστηρευτεί τα οράματα που είδε. Ήταν ας πούμεν απλούστερα ΄΄για τα δικά της μέτρα΄΄. Τότε ο γέροντας ιερέας της είπε ότι τα δυο-τρία πρώτα οράματα, ήταν όντως εκ Θεού και ακολούθως τα υπόλοιπα (διακόσια ογδόντα τόσα), εκ του πονηρού». Ο Γέροντας Παΐσιος, μιλούσε με πολύ πόνο, τόσον για το μέγεθος του ολισθήματος, όσον και για το λυπηρόν γεγονός, ότι οι μοναχές, τρομοκρατούσαν τον απλόν κόσμον της Κύπρου, τον τόσον ταλαιπωρημένον,από τις νωπές πληγές της εισβολής του 1974.
Ο Άγιος Διάδοχος Φωτικής στο σύγγραμμα του «Τα εκατόν γνωστικά κεφάλαια», στο Κεφ.λζ΄ καταδεικνύει πόσον δύσκολον είναι «η των καλών και φαύλων ονείρων διάκρισις», για να υποδείξει το ασφαλές «αρκείτω δε ημίν προς αρετήν μεγάλην το μηδεμιά όλως πείθεσθαι φαντασία». Πλειστάκις είναι όντως «είδωλα λογισμών πλανωμένων», κατά τον ίδιον Άγιον.
Εν κατακλείδι, θα αναφέρω αυτό που ο Άγιος Βασίλειος αναφέρει, ότι «η των ονείρων φύσις ασαφής και πλαγία», καταδεικνύοντας το ασαφές και διφορούμενον των ονείρων καθώς επίσης και το αναφερόμενον στην Παλαιά Διαθήκη στη Σοφία Σειράχ «Κεναί ελπίδες και ψευδείς ασυνέτω ανδρί και ενύπνια αναπτερούσιν άφρονας» (Σοφ. Σειρ. Λδ΄,1). Πλειστάκις είναι όντως «είδωλα λογισμών πλανωμένων» (κατά τον Άγιον Διάδοχον Φωτικής). Ο Γέροντας Παΐσιος, έχοντας λοιπόν την πατερικήν εμπειρίαν, πολλούς εφύλαξεν από τέτοιες πλάνες.
…………………………………………..
Σημείωση: Θεώρησα φρόνιμον, να μην αναφέρω το όνομα του Μοναστηριού, σε σημείο μάλιστα που αν δοκίμαζα το δίλημμα της μη δημοσίευσης του αν επέμενα σε αυτό, χωρίς κανένα δισταγμό θα προτιμούσα να μη δημοσιευτεί το κείμενο. Η επιμονή αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υφίσταται το θέμα τούτο και κανείς δεν το αναφέρει. Εγράφη το κείμενο καθαρά για παραδειγματικούς σκοπούς και να δειχθεί ακόμα πιο πολύ το διακριτικόν χάρισμα του Γέροντος Παϊσίου
Πηγή
As a man who drinks wine and gets drunk on a day of mourning forgets all the pangs of his sorrow, so the man who in this world (which is a house of lamentation) is drunk with the love of
God, forgets all his sorrows and afflictions and becomes insensible to all sinful passions through his inebriation.
His heart is made steadfast by hope in God, his soul is as light as a winged bird, at every moment his mind rises out of the earth and soars far above
the heavens through the meditation of his thoughts, and he takes delight in the immortal things of the Most High, his prayer is unceasing, and he is like a man who has the wind for his steed, so that his enemy cannot overtake him.
Every time he seeks him, he flies from
him.
St. Isaac the Syrian