Monday, October 29, 2012

(ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ): «Η ΠΑΝΑΓΙΑ,ΟΠΟΤΕ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ, ΑΠΑΝΤΑ ΑΜΕΣΩΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΑΣ»






 Γέροντα, γιατί η Παναγία άλλοτε µου δίνει αµέσως αυτό που της ζητώ και άλλοτε όχι;



– Η Παναγία, όποτε έχουµε ανάγκη, απαντά αµέσως στην προσευχή µας• όποτε δεν έχουµε, µας αφήνει, για να αποκτήσουµε λίγη παλληκαριά.
Όταν ήµουν στην Μονή Φιλοθέου, µια φορά, αµέσως µετά την αγρυπνία της Παναγίας µε έστειλε ένας Προιστάµενος να πάω ένα γραµµα στην Μονή Ιβήρων. Ύστερα έπρεπε να πάω κάτω στον αρσανά της µονής και να περιµένω ένα γεροντάκι που θα ερχόταν µε το καραβάκι, για να το συνοδεύσω στο µοναστήρι µας – απόσταση µιαµιση ώρα µε τα πόδια.




Ήµουν από νηστεία και από αγρυπνία. Τότε την νηστεία του Δεκαπενταυγούστου την χώριζα στα δύο• µέχρι της Μεταµορφώσεως δεν έτρωγα τίποτε, την ηµέρα της Μεταµορφώσεως έτρωγα, και µετά µέχρι της Παναγίας πάλι δεν έτρωγα τίποτε. Έφυγα λοιπόν αµέσως µετά την αγρυπνία και ούτε σκέφθηκα να πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. Έφθασα στην Μονή Ιβήρων, έδωσα το γραµµα και κατέβηκα στον αρσανά, για να περιµένω το καραβάκι. Θα ερχόταν κατά τις τέσσερις το απόγευµα, αλλά αργούσε να έρθη.



Άρχισα εν τω µεταξύ να ζαλίζωµαι. Πιό πέρα είχε µια στοίβα από κορµούς δένδρων, σαν τηλεγραφόξυλα, και είπα µε τον λογισµο µου: «Ας πάω να καθήσω εκεί που είναι λίγο απόµερα, για να µη µε δη κανείς και αρχίση να µε ρωτάη τι έπαθα». Όταν κάθησα, µου πέρασε ο λογισµος να κάνω κοµποσχοίνι στην Παναγία να µου οικονοµήση κάτι.



Αλλά αµέσως αντέδρασα στον λογισµο και είπα: «Ταλαίπωρε, για τέτοια τιποτένια πραγµατα θα ενοχλής την Παναγία;». Τότε βλέπω µπροστά µου έναν Μοναχό. Κρατούσε ένα στρογγυλό ψωµι, δύο σύκα και ένα µεγάλο τσαµπι σταφύλι. «Πάρε αυτά, µου είπε, εις δόξαν της Κυρίας Θεοτόκου», και χάθηκε. Ε, τότε διαλύθηκα• µε έπιασαν τα κλαµατα, ούτε ήθελα να φάω πιά … Πα, πα! Τι Μάνα είναι Αυτή! Να φροντίζη και για τις µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τι θα πη αυτό!

Steadfast Spiritual Growth







"The faster you acquire a virtue, the easier it is lost. The more slowly and laboriously you acquire it, the more steadfastly it remains; just like that squash plant that grew tall and said to the cypress tree, "See how much I've grown in just a few days! You've been here for so many years and haven't grown much at all!" "Yes," said the cypress tree, "but you still haven't seen storms, heat waves, and cold spells!" And after a little while, the squash plant dried up, while the cypress tree remained where it was.


 


"This is also how a spiritual man is. Both during a storm and during times of peace he remains the same. Why? Because the long period of time has created stability. When he first renounced the world, his spiritual condition was unstable, but with time, the grace of God gradually worked out his salvation and freedom from the passions. Thus, a person needs to force himself today, and the grace of God will start acting by itself tomorrow. Then you will not need to force yourselves to have good thoughts; the grace that remains within you is what brings them to your mind without your effort.
 
 
 
Then you will see great mysteries! You will have a feeling, so to speak, of the remembrance of death, or of another beneficial recollection. When you wake up and are still opening your eyes, instead of feeling sleepy, you will have progressed; you will have already passed through the entire mystery of theoria and will say, "But how does this thing happen, since I am still getting up? How does this thing happen?" All the same, the grace of God acts by itself---it is the result of a long-standing habit.
 


"The same thing happens with sin: whether awake or sleeping, a sinful man constantly thinks about evil. When sin is helped by a bad habit and by the devil, it becomes a constant evil. Likewise with good; a good habit assisted by the grace of God becomes second nature to him."

Elder Ephraim, Arizona

The meaning of objects held by Saints in Icons



Ss Peter and Paul are holding a Church Building (established Christian communities)  Sister Barbara, the New Martyr of Russia is holding a Cross (Martyrdom)


Orthodox Iconography can be an extremely concise way of communicating the Faith. Therefore, what the Saints hold in their hands in portrait icons help in identifying them and in telling us about their lives.





— Cross: It indicates the Saint is a Holy Martyr. The reason martyrs are shown holding a cross is two-fold: firstly, martyr comes for the Greek for witness, and so these witnesses hold the preeminent symbol of Christianity: the Cross. Secondly, the Cross symbolizes the most perfect sacrifice of life for others, Christ’s own crucifixion. Therefore, any Saints who were murdered for confessing the Faith are shown with crosses, regardless of how they died.



— Scroll: It indicates holy Wisdom, and so is often shown in the hands of the Old Testament prophets, but is also commonly seen in the hands of the Apostles. Both were given wisdom from God – the prophets through visions, the Apostles through meeting and knowing Jesus Christ. Later Saints may also be shown holding scrolls if they were also known for prophecy, percipience, and imparting divine knowledge to others.



— Gospel Book: Sainted Bishops in Icons hold their main tool: the Gospel Book, from which they proclaim the Good News to the faithful during the Liturgy. Many of the Church Fathers were also Bishops, and some of their “writings” which we read today were not writings at all, but sermons preached after the reading of the Gospel, later copied down by the congregation for other churches to benefit from. Their inspired teachings were grounded in the Gospel, and so they hold these books in Icons as the instruments through which God granted them sainthood. And they hold them with great reverence indeed, indicated by the way some Icons show the Bishops covering their bare hand with their vestments or stole.



— Crosier: Another role of the Bishop is that of a pastor, or shepherd, of Christ’s flock. This is symbolized by the Crosier, which in Orthodoxy doesn’t look the same as the “shepherd’s crook” held by bishops in the West. It is of a simpler design, usually in the shape of the Greek letter Tau, which symbolizes life, resurrection, or the Cross.



— Weapons: Often there are weapons in icons, such as lances, shields and swords. In the first few centuries of the Church, two types of martyr gained particular devotion among Christians: virgin-martyrs and soldier-martyrs.These martyr-soldiers (and they usually hold crosses too, in remembrance of their sacrifice) have through their confession of faith become “soldiers for Christ”.



— Church Building: Some Saints are depicted holding a Church Building in their hands, just like Ss Peter and Paul. This reflects the hymnography of the Church, where the two Apostles are praised as “pillars of the Church.” Not only were they pillars of the Church, but church-builders too, establishing Christian communities (churches) around the Mediterranean and Holy Lands. Later, other Saints are remembered for their “church-building” and so are depicted holding small churches or monasteries, often in profile, shown offering the church to Christ. It is quite common for Sainted kings and queens to be shown holding churches in this way, as they are honoured for their role as protector and benefactor of the Church within their lands.

Ο πλούσιος από το Ντητρόιτ κι ένα όραμα του Γέροντος Εφραίμ

 

O π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος διηγείται...

Όταν τον Φεβρουάριο, πήγα στην Αμερική στην Αριζόνα, και είδα το γέροντά μου, μου έκανε μια ερώτηση, μου είπε «προσφέρεις πενήντα χρόνια τον λόγο του Θεού, και από ότι ξέρω από την πρώτη μέρα που έγινες διάκονος, άρχισες να κάνεις κηρύγματα εις την Νέα Μηχανιώνα. Και τα συνεχίζεις μέχρι σήμερα, πενήντα ολόκληρα χρόνια. Έγραψες και βιβλία πολύ ωφέλιμα. Μπορεί να έσωσες και εκατό χιλιάδες ψυχές και διακόσιες. Συ όμως, θα σωθείς ή θα κολασθείς;» Θέλετε να το επαναλάβω; Τον κοίταξα με βουβό το στόμα και το επαναλαμβάνει «παπά μου, συ θα σωθείς ή θα κολασθείς;»
Πριν από χρόνια, μου είπε, πήγα στο Ντητρόιτ, και κει με κάλεσαν σ’ ένα σπίτι να εξομολογήσω έναν ογδοντάχρονο, ο οποίος δεν ήθελε εξομολόγηση στην ουσία, αλλά ήθελε να του κάνω ερμηνεία ενός ονείρου που είδε. Εγώ άρπαξα όμως την ευκαιρία, και από το όνειρο έβγαλα την εξομολόγηση. Και είπε, και είπε, και είπε αυτός ο ογδοντάχρονος άνθρωπος, πολλές και φοβερές αμαρτίες, ακατανόμαστες, που δεν μπορούμε ούτε καν να τις ονομάσουμε, στις εξωτερικές μας συζητήσεις, λέει, όχι μέσ’ την εκκλησία, ούτε έξω καν. Τόσο φοβερές ήταν αυτές οι αμαρτίες. Προσπάθησα λοιπόν να του βάλω μέσα, τη συναίσθηση της βαρύτητος της αμαρτίας, και ότι αύριο μεθαύριο, είτε του αρέσει είτε δεν του αρέσει, είτε το θέλει είτε δεν το θέλει θα βρεθεί μπροστά στην Κρίσιν του Αγίου Θεού.
 
 
 
Και τότε εκείνος ο άνθρωπος, κάτω απ’ τη χάρη του Αγίου Θεού, ως άλλος ληστής, είπε «Θεέ μου, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλόν», δεν είπε «Μνήσθητί μου Κύριε όταν έρθεις εν τη βασιλεία Σου», είπε «Θεέ μου συγχώρεσέ με τον αμαρτωλόν», αυτό είπε, και άρχισε να κλαίει, και να κλαίει, και να κλαίει, και να κλαίει … Μισή ώρα, μια ώρα, μιάμιση ώρα, δύο ώρες… και ’γω καθόμουν και έκλαιγα μαζί του.
 
 
 
Του διάβασα τη συγχωρητική ευχή, και έφυγα. Αυτός κάλεσε όλους τους δικούς του, και είπε πόσο ανάλαφρος ένοιωθε, γιατί ήταν και πολύ γεμάτος. Πάμπλουτος εν τω μεταξύ, με εκατομμύρια εκατομμυρίων χρημάτων, και άρχισε να αγκαλιάζει όλους και το υπηρετικό προσωπικό, και να θέλει να χορεύει τους Ελληνικούς χορούς από την χαρά του την πολλή, γιατί ξελάφρωσε, πέταξε όλη τη σαβούρα του, και την πήρε ο Σταυρός του Κυρίου, και χαρά, χαρά, χαρά, «πετάω σαν άγγελος, νοιώθω νάχω φτερά, νοιώθω νάχω φτερά», και έψαλλε ό,τι θυμόταν απ’ την πατρίδα του, μικρό παιδί, γιατί ήτο Ελληνοαμερικανός.
 
 
…Και από τα πολλά πηδήματα και την πολή του τη χαρά, αισθάνθηκε κούραση, λέει, «Ας ξαπλώσω παιδιά μου λίγο τώρα, πέντε λεπτά έτσι, να ξεκουραστώ. Θεέ μου σ’ ευχαριστώ, που δέχτηκες εμένα τον αμαρτωλό, Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ», και πέθανε.
Θάνατος οσιακός, όπως αυτού του ανθρώπου, που ήταν απάνω στο Σταυρό του κακούργου.
 
 

Ένα όραμα του γέροντα Εφραίμ

Κάποτε ο γέροντάς μου, ο πατήρ Εφραίμ, είδε το εξής φοβερόν όραμα. Βρέθηκα, μας διηγείται, όπως μας το διηγείται, -μας το έχει διηγηθεί πέντε δέκα φορές μέχρι τώρα,- σε ένα απέραντο τόπο, όπου υπήρχαν χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι, πάσης ηλικίας και φύλου. Και μπροστά σ’ αυτό το πλήθος, στεκόμουν και γώ. Απέναντι από μένα βρισκόταν ένας γίγαντας, ένας δαιμόνιος άνθρωπος, ένας φοβερός κατήγορος, έτοιμος να κατηγορήσει, και να τους καταδικάσει όλους, με επιχειρήματα σατανικά. Επιχειρήματα που του έδιδε αυτό το πλήθος. Το αξιοπερίεργον λοιπόν ήτο, ότι όλο αυτό το πλήθος, ήταν βουβό, είχαν μεν όλοι στόματα, όπως και μάτια και τα λοιπά και πρόσωπο, αλλά το στόμα τους ήταν κλειστό. Ήταν όλοι τους μουγγοί. Διότι όλοι τους ήσαν αναπολόγητοι σ’ αυτή την κρίση που γινόταν, σ’ αυτό το δικαστήριο. Και τώρα τι θα γίνει; Τι πρέπει να κάνω εγώ; Και αμέσως του λέγω θαρρετά. Ο γέροντας, λέει θαρρετά, στον δαιμόνιο αυτόν άνθρωπο. Δεν μπορείς να τους καταδικάζεις όλους αυτούς τους ανθρώπους εσύ, επειδή συ έτσι το θέλεις! Εκεί τότε εκείνο το φοβερό δαιμόνιο, άρχισε να κατηγορεί τον καθέναν χωριστά, για τα αμαρτήματά του. Και πρώτον, διότι δεν είχε κανείς μετάνοια. Το επαναλαμβάνω σε όλους. Δεν είχε κανείς μετάνοια!
 
 
 
 Δεύτερον, τρίτον, τέταρτον, πέμπτο, έκτο, έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, θα απαριθμήσω μερικά απ’ αυτά. Ο ένας ήταν κλέπτης. Ο άλλος, μέρα νύχτα έλεγε ψέματα. Ο άλλος ήταν υπερήφανος. Και για να μη λέω ο άλλος, ο άλλος, λέω, εγωιστής, κενόδοξος, πόρνος, μοιχός, παιδεραστής, ομοφυλόφιλος, φονιάς, πατροκτόνος, μητροκτόνος, εκτρώσεις, αρσενοκοιτία, μέθυσοι χαρτοπαίκτες, λίδοροι, μαλακοί, δειλοί, φιλάργυροι, οργίλοι, θυμώδεις, κατακριτές, κουτσομπόληδες, αργολόγοι, αιμομίχτες, φθονεροί, ζηλιάρηδες, άδικοι, άρπαγες, δόλιοι, πονηροί, χωρίς προσευχή, χωρίς εκκλησιασμό, χωρίς εξομολόγηση και μετάνοια, χωρίς Θεία Κοινωνία, ανελεήμονες, άσπλαχνοι, άστοργοι, ασεβείς προς τους γονείς και μεγαλυτέρους, κακούργοι, αναρχικοί, ανήθικοι, αργόσχολοι, σκληροτράχηλοι, αγνώμονες, αχάριστοι, θέλετε να πω και άλλα; Και γώ, λέει ο γέροντας, τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς. Να τι κάνει το κομποσχοινάκι σας! Α, πούντα; Να τι κάνει η προσευχή. Να τι κάνει η αγιασμένη ζωή, να τι κάνει η παρρησία προς το Θεό! Υπερασπίζεσαι τον άνθρωπο που είναι αμετανόητος. Και τους παίρνεις φώς! Και θείον φόβον! Για να έρθει στη μετάνοια ! Και όμως αυτός τους καταδίκαζε, με βάση την Αγία Γραφή διότι όλες αυτές οι αμαρτίες που ανέφερα, είναι όντως γραμμένες, σε ολόκληρη την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και στο Ευαγγέλιο. Και συνεχίζει ο γέροντας: Κι όμως εγώ τους υπερασπιζόμουν όλους αυτούς, επικαλούμενος την ευσπλαχνία του Θεού, την άκρα μακροθυμία Του και το έλεός Του. Όχι, φώναζε αυτός, θα καταδικαστούν όλοι τους, στους αιώνας των αιώνων, διότι δεν είχαν μετάνοια ειλικρινή, θείον φόβον, αγάπη, μυστήρια, προσευχή, ελεημοσύνη, θεία μυστήρια, και δε συγχωρούσε ο ένας τον άλλον. Και άμα ξέρετε, θυμώσουμε λιγάκι, κατεβάζουμε μια μούρη μέχρι κει κάτω, έτσι, μέχρι κει κάτω πάει η μούρη μας. Ιδίως μεταξύ των συζύγων.
 
 
 
 
Μη παρεξηγείται κανένας. Και μεταξύ φίλων, και μεταξύ συνεργατών, και μεταξύ γειτόνων, και μεταξύ παπάδων, και μεταξύ δεσποτάδων, και μεταξύ μοναχών, και μεταξύ όλων ημών. Έβλεπα αυτούς τους ανθρώπους μουγκούς και βουβούς, και τους λυπόμουνα κατάβαθα. Δεμένες οι γλώσσες τους. Κλειστά τα στόματά τους. Και όμως εγώ δεν σταματούσα να αντιμάχομαι, -προσέξτε τώρα με τι αντιμάχομαι,- όχι εγώ, ο γέροντας. Με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, μετάνοιες, κομποσχοίνι, ελεημοσύνη, εγκράτεια, δάκρυα παρακλητικά προς τον φιλάνθρωπον Κύριον, και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν και την Παναγία Μητέρα Του. Και ενώ συνεχώς μαχόμουν μαζί του, λέγοντας αυτός τα δικά του, και ’γω αντιλέγοντας, υπερασπιζόμενος όλους αυτούς, ακριβώς τότε, από τις πολλές φορές, που έλεγε κείνος και έλεγε και ο γέροντας, ήλθε εις εαυτόν. Και ερχόμενος εις εαυτόν, είπα. «Και τώρα τι γίνεται; Παναγία μου φώναξα μέσα στο κελί μου, Χριστέ μου, σε τι μέρες ζούμε; Χάνονται εκατομμύρια και δισεκατομμύρια ψυχές. Χριστέ μου, πού πάμε; Πού πάμε; Πού πάμε;
 
 


Η ώρα του θανάτου έρχεται, οι άνθρωποι και μείς μαζί τους περπατάμε αδιάφοροι. Μας κατέλαβε όλους μια απέραντη πνευματική νάρκη και ραθυμία. Ούτε πίστις, ούτε Θεός, ούτε αγάπη, ούτε έλεος προς τον πλησίον, ούτε συμμετοχή στα άγια μυστήρια, ούτε προσευχή, ούτε μετάνοια, ούτε δάκρυα. Πώς θα σώσουμε; Πώς;

Πατήρ Παϊσιος: "Σήμερα πρέπει νὰ ψάξουμε καὶ νὰ βροῦμε νέους τρόπους ἱεραποστολῆς".


 

Βλέπω μερικοὺς γονεῖς πόσο ὑπερβολικοὶ εἶναι καὶ πόσο παράλογες ἀπαιτήσεις ἔχουν ἀπὸ τὰ παιδιά τους. Κάποιος μου ἔλεγε ὅτι ὑποχρεώνει τὰ παιδιά του νὰ ἐκκλησιάζονται κάθε Κυριακὴ καὶ τὰ χτυπάει ὅταν τοῦ ποῦν ὅτι δὲν θέλουν νὰ πᾶνε στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι σωστὰ πράγματα, γιατί μὲ τὸ ζόρι δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις τὸν ἄλλο νὰ ἁγιάσει. Ἀλλὰ καὶ μερικοὶ κληρικοὶ εἶναι ἀπόλυτοι καὶ μιλοῦν γιὰ τὸν Θεὸ μὲ ἕνα τρόπο ποὺ σὲ τρομάζει. Ἐγὼ βλέπω ὅτι ἡ σημερινὴ ἐποχὴ ἔχει ἀλλάξει καὶ ὁ ἄνθρωπος σήμερα σκέφτεται καὶ ζεῖ διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τὴν δική μας. Ἐμεῖς σὰν παιδιὰ τρώγαμε ξύλο ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς μεγαλύτερούς μας. Τώρα αὐτὰ δὲν περνοῦν καὶ δὲν φέρνουν καλὸ ἀποτέλεσμα.
 
 
 
 
Κάποιος ἄλλος μου ἔλεγε ὅτι τὶς ἐλεύθερες ὧρες τοῦ μπαίνει στὰ λεωφορεῖα, κάνει σύντομο κήρυγμα καὶ μοιράζει στοὺς ἐπιβάτες θρησκευτικὰ ἔντυπα ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν ἐξομολόγηση. Μοῦ εἶπε ἐπίσης ὅτι ἔχει πρόβλημα μὲ τὰ παιδιά του, γιατί ντρέπονται μὲ τὴν ἱεραποστολὴ ποὺ κάνει. Τοῦ εἶπα ὅτι εἶναι καλὰ αὐτά, ἀλλὰ ὑπερβολικά,γιατί σήμερα πρέπει νὰ ψάξουμε καὶ νὰ βροῦμε νέους τρόπους ἱεραποστολῆς,ὄχι ὅπως τὴν ἐποχὴ τοῦ πολέμου ποὺ οἱ χριστιανοὶ νέοι τραγουδοῦσαν στοὺς δρόμους καὶ τὰ λεωφορεῖα χριστιανικὰ τραγούδια καὶ μοίραζαν ἔντυπα. Τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο πρέπει νὰ τὸν πλησιάσεις μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ ἔργα, μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τὴν ζωή του.
 
 
 

Οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ σιωποῦμε, γιατί εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνο (καὶ ἀστεῖο) νὰ ἀναγορεύουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἄλλοτε συνηγόρους τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλοτε εἰδικοὺς στὸ νὰ ἐξηγοῦμε τὶς βουλὲς καὶ τὰ σχέδιά Του.


“Πές του Χριστούλη να με δεχθεί” - Και ξεψύχησε. (Μιά συγκλονιστική πραγματική ιστορία)

 



Σύριγγα θανάτου – μετάνοια ζωῆς

. Στὸ Εὐαγγέλιο διαβάζουμε ὅτι στὸν Γολγοθὰ τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ ἕνας ἐκ τῶν ληστῶν, ποὺ σταυρώθηκε μαζί του, εἶπε στὸν Χριστό: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42). Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν διαβεβαίωσε ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ εἰσερχόταν στὴν Βασιλεία Του.

. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύοντας αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποκαλοῦν τὸν ληστὴ θεολόγο, ποὺ θεολόγησε ἀπὸ τὸν σταυρό, ἀναγνωρίζοντας ὅτι ὁ Χριστός, ποὺ καταδικάστηκε νὰ πεθάνη διὰ τοῦ Σταυροῦ εἶναι Θεός. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔχει μιὰ τέτοια ὁμιλία.
 

. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται ποικιλοτρόπως σὲ κάθε ἐποχή. Πόσοι ἄνθρωποι δὲν ὁμολογοῦν τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν προσεύχονται σὲ Αὐτόν, ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα ποὺ πεθαίνουν! Πόσοι δὲν τελειώνουν τὴν ζωή τους μὲ μετάνοια καὶ συντριβή!
 

. Διάβασα σὲ περιοδικὸ ὅτι ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Πατάρων Εἰρηναῖος, ποὺ ἀνήκει στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, καὶ ὑπηρετοῦσε στὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρετανίας, στὸν Πρόλογο τοῦ βιβλίου του μὲ τίτλο «Λουλούδια ἀπὸ τοὺς κήπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας» ἀναγράφει ἕνα συγκλονιστικὸ περιστατικό:
 

. «Προχθές, γυρίζοντας ἀπὸ ἕναν Ἑσπερινὸ πέρασα ἀπὸ τὴν Ὁμόνοια. Πλῆθος νέων ἦταν μαζεμένοι γύρω ἀπὸ ἕνα παιδί. Στὸ χέρι του κρατοῦσε τὴν τελευταία σύριγγα τοῦ θανάτου. Τὸν πλησίασα καὶ μὲ δακρυσμένα μάτια φώναξε: “ Βοήθεια, πεθαίνω…”. Ἔτρεξα κοντά του τὸν ἀγκάλιασα. Μὲ σπασμένη φωνὴ μοῦ εἶπε: “ Παππούλη, πεθαίνω διάβασέ μου μιὰ εὐχή“ . Γονάτισα, τοῦ διάβασα μία εὐχή. Ψέλλισε δύο λέξεις: “ πὲς τοῦ Χριστούλη νὰ μὲ δεχτεῖ” καὶ ξεψύχησε μέσα στὴν ἀγκάλη μου, ἄγνωστος μεταξὺ ἀγνώστων. Φεύγοντας, ψιθύριζα μία προσευχή. ”Χριστέ μου, μία λέξη εἶπε ὁ ληστὴς καὶ τὸν δέχτηκες στὴν βασιλεία Σου, δέξου καὶ τὴν ψυχὴ αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ σου”» (Περιοδικὸ «Ἐρῶ», Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2011).
 

. Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικό. Τὸ παιδὶ αὐτό, ποὺ ἦταν πληγωμένο ἀπὸ τὴν σύγχρονη μάστιγα τῶν ναρκωτικῶν πέθανε στὸν δρόμο, ζητώντας προσευχὴ καὶ ἐπιθυμώντας νὰ τὸν δεχθῆ ὁ Χριστὸς στὴν βασιλεία Του. Ποιός ξέρει πόσα βάσανα πέρασε στὴν ζωή του, γιὰ νὰ καταλήξη στὰ ναρκωτικὰ καὶ ποιός ξέρει πόσες πληγὲς δέχθηκε ἀπὸ τὸ στενὸ καὶ εὐρύτερο κοινωνικὸ περιβάλλον καὶ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους τῶν ναρκωτικῶν, τοὺς ἐμπόρους τοῦ θανάτου! Καὶ ὅμως πέθανε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν αἴτηση γιὰ τὴν Βασιλεία Του.
. Ἀλλὰ καὶ ἡ προσφορὰ τῶν Κληρικῶν εἶναι μεγάλη, ὅταν ἀνοίγουν τὴν ἀγκαλιά τους σὲ τέτοιες πληγωμένες ὑπάρξεις, ὅταν δέχωνται τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων, ὅταν χύνουν κάποια δάκρυα γιὰ τοὺς νέους ποὺ βασανίζονται σκληρά.
 

. Συγκινήθηκα διαβάζοντας αὐτὸ τὸ περιστατικό, γιατί θυμήθηκα μία παρόμοια σκηνή. Κοντὰ στὴν Ὁμόνοια τῆς Ἀθήνας κάποια κοπέλα 25-30 ἐτῶν, ποὺ ἔμοιαζε μὲ 60 ἐτῶν, σκελετωμένη ἀπὸ τὰ ναρκωτικά, πονεμένη στὸ πρόσωπο, ποὺ ἦταν σκαμμένο ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὰ βάσανα, μὲ ἐκλιπαροῦσε: «Παππούλη, κάνε μιὰ προσευχὴ γιὰ μένα, γιὰ νὰ σωθῶ» καὶ μοῦ εἶπε τὸ ὄνομά της. Ἀκόμη καὶ τώρα, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, ἔχω μέσα μου ἔντονα τὴν ἐνθύμηση τοῦ προσώπου της. Εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀναζητοῦν τὸν Πατέρα τους, ποὺ μὲ τὸν τρόπο τους ζητοῦν ἀγάπη καὶ στοργή, τὴν ὁποία τοὺς τὴν στέρησε ἡ «ἀκοινώνητη κοινωνία».
 

. Ἡ ἱστορία τοῦ Γολγοθᾶ ἐπαναλαμβάνεται καὶ ὁ Χριστὸς ἐξακολουθεῖ νὰἔχη φίλους ἀπὸ τὸ πιὸ πληγωμένο μέρος τῆς κοινωνίας, ἀπὸ τοὺς «ἀνασφάλιστους»!


Γιατί προσευχόμαστε;

 


 
 
Όχι βέβαια για να απαριθμήσουμε στο Θεό τις αρετές μας.
Όχι για να καυχηθούμε για τα έργα μας.
Όχι για να ικανοποιήσουμε τη συνείδηση μας, ότι δεν παραλείψαμε το «καθήκον» της προσευχής.
Όχι για να κατακρίνουμε τους άλλους «αμαρτωλούς», που συναντήσαμε στο δρόμο μας.
Όχι για ν’ αρχίσουμε ή να τελειώσουμε «θρησκευτικά» την ημέρα μας .
Αλλά, για να ζητήσουμε από τον πολυεύσπλαχνο Κύριο να καλύψει με το πλούσιο έλεος Του:

- Τα πολλά σφάλματα μας,
- Τα ατελή και ελλιπή έργα μας,
- Την έλλειψη αγάπης και κατανοήσεως των αδελφών μας,
- Τις πολλές μας αμαρτίες.
Γι’ αυτό προσευχόμαστε: Για ν’ ανανεώσουμε τη συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας, αλλά και την εμπιστοσύνη μας στο έλεος του Θεού. Πάντοτε, όταν προσευχόμαστε, πρέπει να νοιώθουμε απ’ το ένα μέρος τον εαυτό μας κρινόμενο μπροστά στον Θεό. Και από το άλλο να νοιώθουμε ότι πέφτουμε με εμπιστοσύνη στα χέρια του Πατέρα, που δέχεται ξανά στη στοργική αγκαλιά Του ένα παιδί Του, που μετανοεί.

The Devil Dies When He Does Not Receive the Pleasure of the Senses

 



 

Since the devil has as nourishment the passions and pleasures of the senses, he too will die as he is deprived of this nourishment. “The strong lion perishes for lack of prey” (Job 4:11). St. Neilos has noted that the devil is often referred to as an “ant-lion,” just as the passions are. This means that at first these passions appear as something very small, but later become great and strong like lions. Do you see, dear brother, what great enemies you have to defeat? Do you see that by cutting off the passions of the senses, you are also going to put Satan to death? But alas this cutting off and this victory cannot be won without a war. It is like the external wars, no one can win a victory without first waging a war against the enemy. It is certain that you have to experi­ence a great struggle in each of your senses both from the point of view of habit and of the enemy.

For the bad habit desires to draw each sense toward its pleasurable object when it is present. On the other hand, the enemy desires to wage a great battle in the memory and imagination of the mind in order to achieve its consent to enjoy that pleasure, so that, in doing so, the devil can also enjoy the same pleasure. But you must stand courageously and never consent to the will of the enemy. Say to yourself that iambic proverb of St. Gregory the Theologian: “No one can excel by beginning from cowardice; it is the victories that bring praise.”
 
 
An ancient people recognized their children to be their genuine offspring only after placing before them a viper and observing them catch it courageously. You too, dear brother, must make the enemy realize that you are a true child of Christ Who is your heavenly Father, and who has overcome the passions and the devil-through the cour­age you demonstrate in fighting against the evil passions of your senses. And if the enemy stands to fight you, be not afraid to tell him what that brave Spartan said to Xerxes: “Oh king, you managed to sail the sea and to cut a channel across the peninsula of Athos, but you will not pass the side of one armed Spartan.” For this reason then show the enemy that you are not a slave of your senses, but lord and king. Show that you are not only flesh and blood, but a rational mind, appointed by God to be leader and sole ruler over the irrational passions of the body. Say to yourself that wise proverb about evil habits: “The best learning for man is to unlearn evil.” Now, if I have learned, wrongly, to give to my senses their sensual objects, and this wrong learning has brought about a bad habit, and this bad habit a still further bad condi­tion, why can I not now learn to do the opposite? Let, therefore, the good learning become a good habit and the good habit a good and permanent condition. If, in doing this, I am to experience difficulties and bitterness at first, let me experience them. Afterward I will be able to experience both ease and joy. The first efforts to learn and practice the virtues and establish the habit of virtuous living are often very bitter and most difficult for the senses. The activity that follows after these initial efforts to acquire the habit of virtuous living is very easy, ineffably sweet, and enjoyable.
 
Briefly we can say that angels are invisibly present, holding crowns in their hands. Christ himself is the one Who will crown you every time you are victorious in the battle against the evil passions of the senses and you do not succumb to them. St. Basil said: “Suffering brings glory, and tribulation brings crowns.” But you have been beaten once or twice (I hope not!). Be not completely overcome. Stand firm and courageous, calling upon God for help. If you do so, the grace of God will come directly to your help and will not leave you to be completely overcome by the enemy. Do you want to be sure of this? Follow me and let us travel to Sodom. Have you come? Behold the five kings of Sodom mentioned in Holy Scripture (Gen 14), who were then under the hegemony of the Assyrian king Chedorlaomer and who were paying tribute to him and to the other kings with him for ten years. In the thirteenth year they rebelled and did not want to pay the tribute to the Assyrian king, who then declared war on them. It appeared soon afterward that the five kings were subdued and captured by the Assyri­ans. What happened next? When Abram heard about this, he ran to their aid; he fought, he won, and he liberated them for the sake of his nephew Lot.
St. Nicodemos of the Holy Mountain - A Handbook of Spiritual Council – Chapter 8; Guarding All the Senses in General pp. 136-145 (“The Classics of Western Spirituality” series.)

Αββάς Ισαάκ: "Προσπάθησε να βρεις ησυχία, οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ"!



Τά πολλά ὑλικά πράγματα δένουν τόν ἄνθρωπο στήν γῆ αὐτή, καί δέν τόν ἀφήνουν νά δεῖ τήν Αἰώνια Βασιλεία. Ἡ ἀφθονία τῶν πραγμάτων εἶναι ἐχθρός τῆς ἐγκράτειας.Εἰναι εὐτυχισμένος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ νά βρεῖ ἡσυχία γιά νά ἔλθει σ'ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, καί δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τίς πολλές ἐργασίες. Γιατί ὅσο ζεῖ ὁ ἄνθρωπος θά ἔχει δουλειές καί δέν θά σταματήσουν ποτέ. Βέβαια, καί ἡ ἐργασία εἶναι ἀπαραίτητη γιά τήν προκοπή τῆς ψυχῆς. Οἱ Πατέρες μάλιστα ὁρίζουν ὅτι οἱ ἀρχάριοι στήν πνευματική ζωή πρέπει νά καταγίνονται πολύ μέ τή σωμάτικη ἐργασία, γιά νά μή τούς πειράζει ὁ σατανᾶς, χωρίς φυσικά νά παραλείπουν καί τήν προσευχή. Καί προσευχή καί ἐργασία.


Νά μήν ἀμελεῖς τίς μετάνοιές σου, γιατί αὐτό φοβίζει τόν σατανᾶ. Νά γνωρίζεις ὅτι θά σέ πολεμήσουν πολύ οἱ δαίμονες, ὅταν ἀρχίζεις νά προσκυνᾶς τόν Θεό σου. Κανένα πρᾶγμα στόν πνευματικό ἀγώνα δέν εἶναι ἀνώτερο ὅσο ἡ ἀσκητική προσπάθεια, πού τόσο φθονοῦν οἱ δαίμονες, γιατί καίγονται ὅταν βλέπουν τούς χριστιανούς νά πέφτουν γονατιστοί μπροστά στόν Ἐσταυρωμένο.Νά ζητᾶς τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί Αὐτός θά φωτίσει τό σκοτάδι τῆς καρδιᾶς σου καί θά κάνει ν’ ἀνθίσει μέσα σου ἕνας πνευματικός παράδεισος. Πρῶτα ὅμως πρέπει νά κόψεις κάθε ἁμαρτωλό πρᾶγμα πού σέ συνδέει μέ τόν κόσμο καί μετά νά στραφεῖς στόν ἐσωτερικό σου κόσμο, γιά νά ξεριζώσεις ὅ,τι σάπιο ὑπάρχει.


Αὐτά ὅπως σοῦ εἶπα καί πιό πάνω, δέν εἶναι εὔκολα πράγματα. Τό νά καθαρίσει κανείς τόν ἑαυτό του ἀπό τούς σαρκικούς μολυσμούς ἀπαιτεῖ ἀγώνα μεγάλο πού θά διαρκέσει πολύ καιρό. Καί αὐτά στά λέω ὄχι γιά νά σέ ἀπελπίσω γιά τή σωτηρία σου, ἀλλά γιά νά σέ βοηθήσω νά προχωρᾶς συνεχῶς, μέχρις ὅτου γευθεῖς τή γλυκύτητα πού προσφέρει ὁ Θεός. Γιατί ἡ γλυκύτητα τῆς ἁμαρτίας εἶναι ψευτική καί πρόσκαιρη. Μόνο κοντά στό Θεό θά βρεῖς πραγματική παρηγοριά καί καταφύγιο.


Νά μισήσεις τά ἁμαρτωλά ἔργα καί τότε θά σέ πλησιάσει ὁ Θεός καί θά σοῦ στείλει τή χάρη Του.


Κοντά στόν Θεό θά βρεῖς εἰρήνη καί χαρά, ἀρκεῖ νά Τόν ἀγαπήσεις μ’ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς σου.Κοντά στόν Θεό θ’ ἀπολαύσεις τήν αἰώνια μακαριότητα στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἀγάπησε ἀληθινά τόν Θεό καί τότε θά γίνεις εὐτυχισμένος.

The Repetitious Character of Orthodoxy ( St. Nikolai Velimirovich )

 


In no other Churches are there so many repetitions, in no other so many symbols, as in the Orthodox Church. The whole worship is a continual repetition for thousands of years. In Byzantium was fixed the image of Christ, His mission, His worship. The whole system of belief and worship came, fixed and accomplished, over to us Slavs. To keep that system intact forever was the first duty taught us by those who brought it. Its tendency was to impress the image of Christ in the imagination and heart of the generations as much as possible and always in the same way.





We are living in a world of evil; Christ is leader of the struggle against this evil. Men lived thousands of years wavering between good and evil, worshiping good and evil. Now they must be for good. They are educated and accustomed to weighing things for themselves. Therefore it has become necessary to ask them every day, every hour even, to confess that they are with Christ. They must repeat it again and again, in prayers, in signs, in symbols, until it becomes a new custom, a new education, a new blood and spirit, a new man, a new earth. They must be reminded in every place and at all times that they are soldiers of Christ and not of Perun. Churches, shrines, chapels, icons, candles, processions, priests, bells, monasteries, travelling preachers, every day’s saints, fast seasons — everything is the repetition of the same idea, namely, that Christ is the ruler of life and we are His followers. Christ must be expressed everywhere, indoors and outdoors.


Many Englishmen have remarked that the Bible is read very seldom in the home in Russia and Serbia. That is true. People read the Bible more in symbols, pictures and signs, in music and prayers, than in the Book. Our religion is not a book religion, not even a learned religion. It is a dramatic mystery. The Bible contains the words, but in this dramatic mystery there is something higher and deeper than words. Slav Christianity is something greater than the Bible. Looking at an icon, a Russian mujik perceives the Bible incarnated in a saint’s life-drama. Mystery of sin, mystery of atonement, mystery of heroic suffering, mystery of the daily presence of Christ among us in holy wine, in holy bread, in holy water, in holy word, in holy deed, in every sanctified substance, even in matter as in spirit, mystery of communion of sins and of virtues — all are recorded once in the Bible, and all are recorded and repeated also in our daily life — that is what we call our Slav Orthodoxy. We take the mystic outlines of the Bible and do not care about the details. In those mystic outlines we put our daily life, with its details of sins and sufferings. We conceive the Christian religion neither so juristic as the Roman Catholics, nor so scientific as the Protestants, nor even so reasonable and practical as the Anglicans, but we conceive it rather as dramatic.

From The Religious Spirit of the Slavs (1916)


Some advice on Praying at Home

 







First one should have a prayer rule that you have developed with your spiritual father. Here is a link to a suggested prayer rule. Saint Theophan offers this advice,

Do not make a rule that is too long and drawn out for you. It is better to stand at prayer a little more often and to make a few prostrations during the course of the day, doing this frequently, so that the entire day is filled with prostrations.
For those who already have a regular daily prayer routine and a prayer rule they follow and feel the need for more prayers, especially during the Lenten period or other fasting time, he offers this advice,

Pray a little more without the prayerbook, expressing your vital spiritual needs to the Lord in your own words. In the morning and evening, red no more than on ordinary days, but before the beginning of the recited prayer and afterward, pray your own prayers. In between the prayers that you read, insert your own prayer with prostrations, both from the waist and to the ground, and from a kneeling position.
Then after you have completed your regular prayers is advises this,

Do some reading with meditation. You need to read, not to pack your mind with diverse information and ideas, but to receive edification and to understand how best to accomplish those things which are necessary for us us...
It goes without saying that he implies spiritual books for this purpose, Scripture, lives of the saints or books by well known spiritual fathers and elders.




         


Reference : The Spiritual Life, pp 153-154

Sunday, October 28, 2012

Εις Ορος μικρόν- In small mount

Ναι, θα σε ελεήσω, απαντά ο Θεός

 









Γέροντος Εφραίμ, Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Φιλόθεου.

Σήμερα θα μιλήσουμε για την μεγάλη πνευματική ασθένεια που λέγεται εγωισμός.
Ο εγωισμός είναι ένα παράλογο πάθος που μαστίζει κυριολεκτικά όλο το ανθρώπινο γένος· όλοι οι άνθρωποι πάσχουμε από αυτή τη μεγάλη ασθένεια. Τον εγωιστή άνθρωπο ο εγωισμός τον ρεζιλεύει και τον θεατρίζει. Αυτόν τον εγωισμό καλούμεθα από το Θεό να αγωνιστούμε, να τον καταπολεμήσουμε, για να απαλλαγούμε απ’ αυτόν.


Ο παλαιός άνθρωπος είναι η εμπαθής κατάσταση της ψυχής και στην κυριολεξία είναι εγωισμός.
Όλα τα πάθη, όλα τα αμαρτήματα, όλες οι πτώσεις, έχουν την αρχή τους, την αφετηρία τους στον εγωισμό. Μεγάλο κακό. Δεν αφήνει τον άνθρωπο ήσυχο· τον τυραννά νύχτα -μέρα. Όλοι γενικά οι άνθρωποι πάσχουν από αυτό το κακό, και περισσότερο από όλους εγώ ο αμαρτωλός.

Στον πρώτο καιρό που ήμουνα κοντά στον άγιο Γέροντά μου, όταν πρωτοπήγα κοντά του εκεί σ’ εκείνον τον απαράκλητο τόπο της ερήμου, εκεί κοντά σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γνώρισα και είδα στην πράξη τον εγωισμό μου.

Όταν ήμουν στον κόσμο, οι άνθρωποι της Εκκλησίας με νόμιζαν ότι ήμουν ένα αγιασμένο παιδί. Εγώ αντιδρούσα σ’ αυτούς τους χαρακτηρισμούς, πλην όμως σιγά-σιγά οι έπαινοι μου κάνανε κακό. Και το κακό, αυτό το είδα στη πράξη, όταν έβαλα την κατά Θεόν αρχή να θεραπευθώ ψυχικά από όλα μου τα πάθη.

Όταν πρωτοπήγα στο Γέροντα Ιωσήφ, από την πρώτη μέρα αμέσως άρχισε την επίβλεψή του, άρχισε τη θεραπεία του. Και με μεταχειριζόταν αυστηρά· με ήλεγχε συνέχεια, με μάλωνε, και με κούραζε αρκετά, διότι ήμουν αδύνατος ψυχικά.

Είναι αλήθεια ότι, όταν μου έκανε τους ελέγχους, δηλαδή όταν έβαζε το φάρμακο πάνω στην πληγή μου, εγώ πονούσα. Ο εγωισμός μου κλωτσούσε μέσα μου και μου έλεγε· γιατί μόνο σε μένα ο Γέροντας εξασκεί αυτή την αυστηρή παιδεία, γιατί να με μαλώνει, γιατί και γιατί…; Εγώ με την ευχή του Γέροντά μου αντιδρούσα, αντέλεγα, άνοιγα μαζί του πόλεμο. Και πολλές φορές, μετά από έναν κραταιό αγώνα, πήγαινα μέσα στο κελάκι μου και έπαιρνα τον Εσταυρωμένο και έκλαιγα επάνω του και του έλεγα:

«Ιησού μου γλυκύτατε! Εσύ που ήσουν ο αναμάρτητος Θεός, υπέμεινες τόσα και τόσα κακά, τόση αντιλογία, τόσες ύβρεις και χλευασμούς από ένα τόσο μεγάλο πλήθος ανθρώπων που σε μισούσαν και είχαν μεγάλη κακία απέναντι σου. Και εσύ με ανεξικακία όλα αυτά τα υπέμεινες για τη δική μου αγάπη και σωτηρία. Και εγώ ένας αμαρτωλός άνθρωπος, ένας εμπαθής και ελεεινός να διαμαρτύρομαι και να λέω, γιατί μου βάζει ο Γέροντας το πικρό φάρμακο της σωτηρίας μου; Άξια αυτών που έπραξα απολαμβάνω. Επομένως δεν έχω ούτε μια δικαιολογία αλλά μόνο πρέπει να κάνω υπομονή να σηκώσω το Σταυρό τον οποίο μου χάρισε η αγαθότητά Σου προς σωτηρία μου».
Αυτά του έλεγα του Χριστού και πράγματι δεχόμουνα μεγάλη ανακούφιση. Μετά από ένα τέτοιο κλάμα ένοιωθα μια δύναμη μέσα στην καρδιά μου, στο να υπομείνω μέχρι τέλους, έως ότου να σταυρωθώ ψυχικά για να δεχθώ στη συνέχεια την ανάσταση της ψυχής μου.

Πολλά παραδείγματα αγίων ανθρώπων μας δίνουν πολύ κουράγιο για να σηκώσουμε και εμείς αυτόν το σταυρό, αυτή τη δυσκολία στην αντιμετώπιση του τρομερού εγωισμού.
Κακό πάθος, δύσκολο. Την καρδιά την έχει περιπλέξει πολύ δύσκολα. Γι’ αυτό ο μεγάλος Πατέρας της ερήμου, ο Ποιμήν, λέει, ότι, εκείνος που θέλει να ξεριζώνει τα πάθη του, πονάει και αιμορραγεί. Και πράγματι έτσι έχει η αλήθεια.

Όταν κάποιος μας ελέγξει, μας προσβάλει, αμέσως μέσα μας γίνεται ένα κλώτσημα, μια δυσκολία εσωτερική, μια στενοχώρια, ένας πνιγμός, μια πίεση που μας σπρώχνει να αντιμιλήσουμε, να ανταποδώσουμε, να θυμώσουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο που μας έκανε τον μεγάλο. Εκείνη την ώρα χρειάζεται σφίξιμο, χρειάζεται να καταπιούμε μέσα βαθειά στη ψυχή μας, το φαρμάκι αυτό του εγωισμού. Να πνίξουμε το θηρίο που έρχεται να βγει προς τα έξω για να μας ενοχοποιήσει. Και όταν στη συνέχεια, σε κάθε τέτοια περίπτωση, αντιμετωπίσουμε το κακό κατ’ αυτό τον τρόπο, πνίγοντας το θηρίο όταν πρόκειται να βγει προς τα έξω, με το πέρασμα του χρόνου, εσωτερικά θα ψοφήσει. Όταν ένα θηρίο το κλείσει κανείς μέσα σ’ ένα κλειστό χώρο και δεν το τροφοδοτεί, δεν του ρίχνει τροφή, κατά φυσική συνέπεια, μετά από ένα διάστημα χρόνου θα πεθάνει. Έτσι και με το θηρίο αυτό του εγωισμού, εάν δεν το τροφοδοτούμε με υποχωρήσεις, με τη χάρη του Θεού σιγά-σιγά θα εκλείψει.

Μια παρθένος πήγε στον Αββά Παμβώ και του λέγει: «Αββά, εγώ νηστεύω πολύ και τρώω ανά επτά ημέρες. Κάνω και διάφορες άλλες ασκήσεις. Έχω αποστηθίσει τη Πάλαια και Καινή Διαθήκη. Τί μου υπολείπεται ακόμη να πράξω, ώστε να φθάσω στην τελειότητα;»

Ο σοφός γέροντας της λέει:
-Παιδί μου, όταν κανείς σε βρίσει, σε χλευάσει, σου φαίνεται μέσα σου σαν να σε επαινεί;
-Όχι.
-Όταν σε επαινεί κάποιος, σου φαίνεται μέσα σου σαν να σε βρίζει;
-Όχι Αββά.
-Άντε παιδάκι μου πήγαινε, λέει, και τίποτα δεν έχεις κάνει μέχρι τώρα.

Ο Αββάς Ποιμήν είχε άλλους έξι αδελφούς. Ο μεγαλύτερος ήταν ο Αββάς Ανούβ. Και κάποτε όλοι μαζί πήγανε και κατοικήσανε σε ένα κελί, σε ένα παλιό ειδωλολατρικό ναό που έξω από αυτόν ήταν στημένο ένα άγαλμα, μία θεότητα. Και κάποια μέρα ο Αββάς Ανούβ, κατά παράδοξο τρόπο, πήγε και άρχισε να ρίχνει πέτρες στο άγαλμα και να το βρίζει. Την άλλη μέρα πήγε και το προσκυνούσε και του έλεγε πολλά επαινετικά λόγια.

Όταν είδαν τον Αββά να κάνει κάτι τέτοιο, οι αδελφοί τον ρώτησαν:
-Γέροντα μ’ αυτό που έκανες τί θέλεις να μας διδάξεις;
-Να, λέγει, όταν με είδατε που πήγα και το λιθοβολούσα και το έβριζα το είδωλο αυτό, μου απαντούσε;
-Όχι.
-Όταν την άλλη μέρα, είδατε να το προσκυνώ και να το επαινώ, είδατε πάλι να μου πει τίποτα;
-Όχι, Αββά.
-Ε, αν θέλετε κι εσείς να μείνουμε όλοι μαζί και να βιώσουμε με αγάπη, έτσι πρέπει να κάνουμε.

Να υπομένουμε ο ένας τον άλλο.
Ο εγωισμός είναι μια κληρονομιά που δεχθήκαμε από τους πρωτοπλάστους, από τον Αδάμ και την Εύα. Και οι πρωτόπλαστοι νικήθηκαν από το διάβολο, τον εωσφόρο. Εκείνος ξεκίνησε το θέμα.
Ο εωσφόρος είχε το πρώτο τάγμα των αγγέλων. Ήταν το πλησιέστερο προς τη δόξα του Θεού. Απολάμβανε την πρώτη χάρη. Δεχόταν τις πληροφορίες, τις αποκαλύψεις πιο μπροστά από τα άλλα 9 τάγματα. Για όλη αυτή τη δόξα του και τη χάρη του, σκέφτηκε πονηρά κατά του Θεού. Έλεγε στο λογισμό του: «Γιατί ο Θεός να είναι τόσο ψηλά; Γιατί να έχει αυτή τη δόξα; Γιατί να τον προσκυνούμε; Γιατί να του υποτάσσονται τα πάντα. Και εγώ δεν μπορώ να γίνω Θεός; Θ’ ανεβώ κι’ εγώ ψηλά και θα καθίσω δίπλα Του, θα γίνω και εγώ όμοιός Του. Και θα με προσκυνούν τα πάντα. Και θα έχω και εγώ την ιδία δόξα.

Όταν σκέφτηκε αυτά και τα πίστεψε, αμέσως ο Θεός τον απέρριψε από το πρόσωπό Του, τον πέταξε κάτω. Όλο το τάγμα χάθηκε στην άβυσσο. Έτσι και κάθε υπερήφανος και εγωιστής· αποβάλλεται από το Θεό.

Ο διάβολος, ο εωσφόρος, δεν αρκέστηκε στη δική του μόνο πτώση. Φθόνησε και τον άνθρωπο τον οποίον είχε πλάσει με ιδιαίτερο τρόπο ο Θεός και τον είχε κάνει βασιλέα μέσα στον παράδεισο, και σε όλη την κτίση. Σου λέει: «Γιατί αυτός να απολαμβάνει τέτοια ευτυχία; Όχι. Και αυτός πρέπει να προσβάλει το Θεό και αυτός δεν πρέπει να Του υποτάσσεται· και αυτός πρέπει να πλανηθεί. Τον πλησιάζει και του ψιθυρίζει τα ίδια πράγματα, με το να του πει· «γιατί ο Θεός να σου απαγορεύσει να φάς από αυτό τον καρπό· αυτό είναι πονηριά του Θεού, για να μη γίνεις κι εσύ Θεός, ώστε να γνωρίζεις το καλό και το κακό, το πονηρό και το αγαθό· φάε και θα δεις ότι θα γίνεις Θεός».

Τον άκουσε ο πρωτόπλαστος και στη συνέχεια έγινε το παραπάτημα· γνώρισε στην πράξη ότι έπρεπε να πειθαρχήσει στην εντολή του Θεού. Η υπερηφάνεια και ο εγωισμός έβγαλε τους πρωτοπλάστους από τον παράδεισο του Θεού. Κληρονομήσαμε και μείς σαν μια περιουσία τον εγωισμό αυτό και τώρα υποφέρουμε και αγωνιζόμαστε μέχρις αίματος για να απαλλαγούμε.

Ο μοναχισμός είναι το άμισθο ιατρείο· είναι η κλινική του Θεού, που έρχεται ο άνθρωπος για να γίνει καλά. Τον καλεί ο Θεός με κλήση αγία και τον φέρνει με την αγάπη του σ’ αυτό το ιατρείο.

Ο άνθρωπος ζητά τη θεραπεία του και φωνάζει: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
-Ναι, θα σε ελεήσω, απαντά ο Θεός. Και αρχίζει ο ιατρός των ψυχών και των σωμάτων τη θεραπεία.

Μας στέλλει διάφορες θλίψεις, επιτρέπει πειρασμούς. Και όλα αυτά είναι τα φάρμακα, τα πικρά φάρμακα που θεραπεύουν τη ψυχή του ανθρώπου.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να πει ότι στον καιρό της εγχειρήσεως ή της ιατρικής επεμβάσεως δεν πονά, δεν αγωνίζεται να ξεπεράσει το πόνο και τη θλίψη· ωστόσο όμως στο τέλος της θεραπείας γίνεται ψυχικώς καλά.

Όταν ο Γέροντας μου ήταν αρχάριος στην έρημο, ήταν στην υποταγή του γέροντα Εφραίμ, ενός απλού ανθρώπου. Ήταν ένα γεροντάκι ευλογημένο. Κάποτε ένας γείτονας μοναχός, δεν γνωρίζω τί είχε συμβεί, το έθλιβε το Γεροντάκι. Ο παππούς φώναζε διότι δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Διαμαρτυρόταν, έβγαζε φωνές, τσίριζε… Ο Γέροντας ο δικός μου, νέο παιδί, δυνατό που μπορούσε να τα βάλει με δέκα ανθρώπους, όταν άκουγε το Γέροντά του να φωνάζει έξω και ο άλλος να σηκώνει το ανάστημά του, μέσα του άρχιζε να βράζει ο θυμός και η οργή. Μόλις είδε τον κίνδυνο ότι αν βγει έξω δεν μπορούσε να προβλέψει τί θα συνέβαινε, σαν νέος που ήταν, αμέσως τρέχει στην εκκλησία, γονατίζει κι’ αρχίζει να φωνάζει: «Παναγία βοήθησε με». Και άρχισε να κλαίει· να κλαίει, και να παρακαλεί, ώστε να επέμβει η Παναγία να βοηθήσει μη τυχόν και σ’ αυτή την κατάσταση βγει έξω. Και αφού έκλαψε πολύ, και έχυσε πολλά δάκρυα, τότε είδε το θηρίο του εγωισμού και τού θυμού να μαλακώνει και να υποχωρεί. Όταν είδε ότι ήρθε σε μια κατάσταση που μπορούσε να βγει έξω και να μιλήσει με πραότητα και ηρεμία, βγήκε και απάλλαξε, βέβαια με ήρεμο τρόπο και με ευγένεια, τον γέροντα από το γείτονα. Και αυτό μας το έλεγε σαν παράδειγμα του πώς αντιμετωπίζεται ο εγωισμός στη πράξη.

Έρχεται και στον μοναχό ο πειρασμός και του ψιθυρίζει παραπλήσια πράγματα με εκείνα που ψιθύρισε στον Αδάμ. Αν ο Γέροντας τον μαλώνει ή του κόβει το θέλημα, διαμαρτύρεται μέσα ο εγωισμός και ψιθυρίζει στο μοναχό να αντιλογήσει, να φιλονικήσει, να στήσει το δικό του θέλημα· μ’ αυτό τον τρόπο δεν πρόκειται να θεραπευθεί ποτέ.

Ο μοναχός πρέπει να έχει συνεχώς την προσοχή για να αντιμετωπίζει την κάθε περίπτωση, τον κάθε πειρασμό με επιτυχία, ώστε με τη χάρη του Θεού να απαλλαγεί από τον παλαιό άνθρωπο. Στη θέση του παλαιού να μπεί ο νέος, ο κατά Χριστόν, ο άνθρωπος της απάθειας και της αναστάσεως.

Ο αγώνας δεν είναι μικρός, ούτε και σε λίγο χρόνο κατορθώνεται η νίκη και ο θρίαμβος κατά του εγωισμού. Μεγάλο θηρίο. Πολυκέφαλο.

Ο Όσιος Εφραίμ λέει: «Με λιοντάρι καταπιάστηκες; Πρόσεξε μη σου συντρίψει τα οστά.»
Αυτό το θηρίο είναι ο Ε γ ω ι σ μ ό ς. Σαν λιοντάρι παραφυλάει και μας επιτίθεται. Εμείς πρέπει να έχουμε στα χέρια μας το όπλο και το μαχαίρι της αντιρρήσεως κατά των λογισμών.

Οι τύραννοι των χριστιανών στους χρόνους των διωγμών προσπαθούσαν να παρασύρουν τους Μάρτυρες στο να αρνηθούν τη Θεότητα του Χριστού. Τους υπόσχονταν πολλά· πλούτη, δόξες τιμές. Οι Μάρτυρες όμως δεν υποχωρούσαν. Θριαμβευτικά ομολογούσαν τη πίστη στο Χριστό και στο τέλος δέχονταν το στεφάνι του μαρτυρίου, και έτσι ο Χριστός δοξαζόταν.

Και τώρα οι τύραννοι των παθών μας πιέζουν. Τα πάθη μας υπόσχονται, αν υποχωρήσουμε, απόλαυση και ικανοποίηση. Δεν πρέπει ο μοναχός να υποχωρεί σε μια τέτοια βία, αλλά να αντιστέκεται με όλη την ανδρεία της ψυχής και να περιμένει μετά από μια νόμιμη πάλη το στεφάνι του μαρτυρίου.

Οι Μάρτυρες μαρτύρησαν σε λίγο χρόνο. Πολλοί μάρτυρες σε λίγα λεπτά δεχθήκανε το στεφάνι. Ο μοναχός μαρτυρεί συνέχεια, σε όλη του τη ζωή. Όχι σε ένα τύραννο άλλα σε πολλούς. Κάθε πάθος και ένας τύραννος. Γι’ αυτό όχι λιγότερο θα στεφανωθούν οι μοναχοί που θα αντισταθούν στη βία των παθών και θα ομολογήσουν την καλή ομολογία της ασκήσεως, της μη υποχωρήσεως.

Μας σπρώχνει το πάθος της αντιλογίας. Εμείς πρέπει να βάλουμε εμπόδιο, φράγμα, να ανοίξουμε όρυγμα, να πέσει το άρμα της αντιλογίας μέσα μας.

Ο αγώνας πρέπει να είναι συνεχής. Να μην παρουσιάζουμε κενά· διότι τα κενά τα εκμεταλλεύεται ο διάβολος και σφηνώνει μέσα στα κενά και μας δημιουργεί κατάσταση επικίνδυνη. Η προσευχή πρέπει να είναι ακατάπαυστη. Η προσευχή είναι το όπλο μας. Και μόνο να προσεύχεται κανείς, ο διάβολος δεν τον πλησιάζει εύκολα.

Ας αγωνισθούμε εναντίον κυρίως αυτού του πάθους, διότι από εδώ ξεκινούν όλα. Και το κυρίως φάρμακο κατά του εγωισμού είναι η ταπείνωση. Ο Κύριος μας, μας είπε· «Μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσεται ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών». Η ταπείνωση και η πραότητα χαρίζουν μια πνευματική ανάπαυση στη ψυχή. Της χαρίζουν φως και βλέπει καθαρότερα τα πράγματα.

Ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος, την ταπείνωση την αποκαλεί «Θεοΰφαντον στολήν». Την ταπείνωση, λέγει, φόρεσε ο Υιός και Λόγος του Θεού και μπόρεσε και κατήλθε εκ των ουρανών, και μπόρεσε η γη να τον δεχθεί χωρίς να καταφλεχθεί.

Η ταπεινοφροσύνη στολίζει τον άνθρωπο. Ο ταπεινός άνθρωπος όπου και αν σταθεί, όπου και αν βρεθεί, σκορπάει μια κατά κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη και γίνεται αγαπητός και προσφιλής. Την ταπείνωση οι δαίμονες την τρέμουν, όπως ακριβώς συνέβη και με έναν υποτακτικό.

Ένας χριστιανός είχε μια κόρη δαιμονισμένη και την πήγε σε πολλούς γιατρούς αλλά δεν βρήκε τη θεραπεία της. Αυτός ο χριστιανός είχε ένα φίλο, πνευματικό άνθρωπο, ο οποίος είχε σχέση με τους μοναχούς, και λέγοντάς του το παράπονο, τον πόνο του για το κορίτσι του, του λέει εκείνος· «Το παιδί σου θα βρει θεραπεία μόνον όταν καλέσεις ένα μοναχό, υποτακτικό, και έλθει στο σπίτι σου και κάνει μια ευχούλα, θα δεις αμέσως το παιδί σου θα γίνει καλά.
-Και που θα τον βρω εγώ αυτόν τον μοναχό;
-Να! Κάτω στην αγορά κατεβαίνουν, λέει, από την έρημο νεώτεροι υποτακτικοί μοναχοί και πωλούν διάφορα εργόχειρα. Σ’ ένα τέτοιο μοναχό πες του· «Έλα στο σπίτι να σου πληρώσω τα εργόχειρα, διότι τώρα επάνω μου δεν έχω χρήματα». Και πες του να σου κάνει μια ευχή και θα δεις ότι το παιδί σου θα γίνει καλά.

Αυτός αμέσως το πρωί κατεβαίνει στην αγορά, βλέπει ένα νέο μοναχό να πουλά διάφορα, εκεί, εργόχειρα.
Του λέει: Πάτερ, πόσο τα δίνεις αυτά;
-Τόσο. Είπε ο μοναχός.
-Μπορείς να έλθεις μέχρι το σπίτι να σε πληρώσω, γιατί επάνω μου δεν έχω χρήματα;
-Έρχομαι, λέει.

Και αφού προχωρούσαν προς το σπίτι και πλησίαζαν, ο διάβολος μυρίστηκε το πράγμα, ότι ήρθε η ώρα του να πάρει το εξιτήριο του και να φύγει από τον άνθρωπο, ετοιμάστηκε και αυτός. Και μπαίνοντας ο μοναχός μέσα στο σπίτι, τον συναντά η κόρη και σηκώνει το χέρι και του δίνει ένα ράπισμα, του μονάχου. Αυτός, ο μοναχός, γύρισε και την άλλη πλευρά του προσώπου και του δίνει και απ’ εκεί ένα ράπισμα, και αμέσως η κόρη έπεσε κάτω κι’ έβγαζε αφρούς. Και στο τέλος, φεύγοντας το δαιμόνιο είπε, ότι η εντολή του Χριστού με βγάζει και με διώχνει. Και αμέσως το παιδί έγινε καλά.

Ο υποτακτικός αυτός, από την πράξη αυτή φαίνεται ότι ήταν ένας προοδευμένος, ένας πετυχημένος μοναχός ο οποίος θα είχε εξασκηθεί στην παιδία και τη θεραπεία της ψυχής του.

Στην προσευχή μας πάντοτε να παρακαλούμε και να δεόμεθα του Θεού να μας απαλλάσσει απ’ αυτό το θηρίο, τον εγωισμό, και να μας χαρίζει την αγία ταπείνωση της ψυχής .
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...