Sunday, June 14, 2015

«Συνομιλία ψυχῆς καί νοῦ» ( Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ )



Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Ψυχή: Θλίψη ἀνυπόφορη αἰσθάνομαι. Πουθενά δέν βρίσκω χαρά καί παρηγοριά, οὔτε μέσα μου οὔτε γύρω μου. Δέν μπορῶ νά βλέπω συνέχεια στόν κόσμο τήν πλάνη, τήν ἀπάτη, τήν ψυχοκτονία. Τό ἀφηρημένο κοίταγμα τοῦ κόσμου, οἱ λίγες ἀπρόσεκτες ματιές στούς πειρασμούς του καί ἡ παιδιάστικη, ἀπό ἔλλειψη πείρας, ἐμπιστοσύνη μου σ᾿ αὐτόν τράβηξαν ἐπάνω μου τά φαρμακερά του βέλη, πού μέ γέμισαν θανάσιμες πληγές.
Γιατί νά κοιτάζω τόν κόσμο; Γιατί νά τόν περιεργάζομαι, γιατί νά μαθαίνω κάθε λεπτομέρειά του, γιατί νά ἀφοσιώνομαι σ᾿ αὐτόν, ἀφοῦ εἶμαι μιά φευγαλέα σελίδα στό πελώριο βιβλίο του; Ὁπωσδήποτε θά τόν ἀφήσω κάποτε, μόνο πού δέν γνωρίζω τό πότε. Κάθε μέρα καί κάθε ὥρα πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμη γιά τή μετάβασή μου στήν αἰωνιότητα. Ὅσο κι ἄν παραταθεῖ ἡ περιπλάνησή μου στήν ἔρημο τοῦ κόσμου τούτου, αὐτή δέν εἶναι τίποτα μπροστά στήν ἀτέλειωτη αἰωνιότητα, ὅπου δέν ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στίς ὧρες, τίς μέρες, τά χρόνια καί τίς ἑκατονταετίες. Ὁ ἴδιος ὁ κόσμος μέ ὅλα τά τεράστια κατασκευάσματά του θά πάψει νά ὑπάρχει: « Ἡ γῆ, ὅπως καί ὅλα ὅσα θά ἔχουν γίνει πάνω σ᾿ αὐτήν, θά κατακαοῦν»1. Θά κατακαοῦν, γιατί εἶναι καρποί τῆς πτώσεως καί τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν ἀνθρώπων.
Οἱ πληγές, πού μοῦ προξένησε ὁ κόσμος, μ᾿ ἔκαναν νά τόν ἀποστραφῶ. Αὐτή ἡ ἀποστροφή, ὡστόσο, δέν μέ φύλαξε ἀπό νέες πληγές.
Δέν θέλω νά βρίσκομαι μέσα στόν κόσμο!
Δέν θέλω νά ὑποτάσσομαι στόν κόσμο!
Δέν θέλω νά τόν ὑπηρετῶ!
Δέν θέλω οὔτε νά τόν βλέπω!
Ἀλλά αὐτός ἀπό παντοῦ μέ παρακολουθεῖ. Βίαια μέ κυριεύει. Παρουσιάζεται μπροστά μου μέ ὀμορφιά σαγηνευτική. Μέ παραλύει, μέ σημαδεύει, μέ χτυπᾶ, μέ σκοτώνει. Κι ἐγώ, ἔχοντας πάντα μέσα μου τήν τάση πρός τήν αὐταπάτη, τήν πλάνη καί τήν ἁμαρτία, συνεχίζω νά ἐξαπατῶμαι ἀπό τόν κόσμο. Χωρίς νά τόν βλέπω, ἐλκύομαι ἀθέλητα ἀπ᾿ αὐτόν. Μέ βουλιμία πίνω τό φαρμάκι του. Βαθιά καρφώνονται μέσα μου τά βέλη πού μοῦ πετᾶ.
Παίρνω τό βλέμμα μου ἀπό τόν κόσμο καί τό στρέφω βαρύθυμο καί ἐρευνητικό στόν ἴδιο μου τόν ἑαυτό. Δέν βρίσκω τίποτα τό παρήγορο μέσα μου, ὅπου κοχλάζουν ἀναρίθμητα ἁμαρτωλά πάθη! Συνέχεια μολύνομαι μέ διάφορα ἁμαρτήματα. Ἄλλοτε βασανίζομαι ἀπό τή μνησικακία καί τήν ὀργή, ἄλλοτε καίγομαι ἀπό τή σαρκική ἐπιθυμία καί τή σαρκική πύρωση. Ἡ φαντασία μου κινητοποιεῖται ἀπό κάποιαν ἐνέργεια ξένη, ἐχθρική. Σκανδαλιστικές μορφές παρουσιάζονται μπροστά μου καί μέ παρακινοῦν νοερά νά ἁμαρτήσω, νά γευθῶ τήν ὀλέθρια ἡδονή. Δέν ἔχω τή δύναμη νά τρέξω μακριά ἀπό τίς προκλητικές εἰκόνες. Αὐθόρμητα καί ἀναπότρεπτα κολλᾶνε πάνω τους τά ἀρρωστημένα μου μάτια. Καί νά τρέξω ποῦ;! Ἔτρεξα κάποτε στήν ἔρημο. Μέ ἀκολούθησαν κι ἐκεῖ οἱ παραστάσεις τῆς ἁμαρτίας. Κι ἔπεσαν πάνω μου μέ ζωντάνια μεγαλύτερη, μέ διάθεση φονική.


Ἀνύπαρκτες εἶναι ὅλες αὐτές οἱ εἰκόνες. Ἀπάτη καί πλάνη εἶναι καί οἱ ἴδιες καί ἡ αἴσθησή τους καί ἡ ὀμορφιά τους. Εἶναι, ὡστόσο, τόσο ζωντανές, πού τίποτα, μήτε ὁ χρόνος μήτε τά γεράματα, δέν μπορεῖ νά τίς νεκρώσει. Βέβαια, τά δάκρυα τῆς μετάνοιας τίς σβήνουν ἀπό τή φαντασία, μά τέτοια δάκρυα δέν ἔχω. Ἡ καρδιά μου στερεῖται τήν κατάνυξη, στερεῖται τό σωτήριο κλάμα, εἶναι σάν μιά ἀναίσθητη πέτρα.
Τή φρικτή μου ἁμαρτωλότητα σπάνια τή συναισθάνομαι. Ἄν ὑπάρχει μέσα μου κάτι καλό, αὐτό ἔχει ἀναμειχθεῖ μέ τό κακό καί ἔχει γίνει κακό, ὅπως γίνεται δηλητήριο ἀκόμα κι ἡ πιό ἐκλεκτή τροφή, ὅταν ἀναμειχθεῖ μέ δηλητήριο. Λησμονῶ, ὡστόσο, τή δεινή μου κατάσταση, λησμονῶ ὅτι τό καλό, πού μοῦ δόθηκε κατά τήν πλάση μου, ἐξασθένησε καί ἀλλοιώθηκε κατά τήν πτώση. Βλέπω μέσα μου τό καλό καί πιστεύω πώς εἶναι ἀκέραιο καί ἄσπιλο. Γι᾿ αὐτό καί ἀρχίζω νά κυριεύομαι ἀπό τόν αὐτοθαυμασμό.
Ἡ ὑπερηφάνειά μου μέ ἁρπάζει ἀπό τόν εὔφορο ἀγρό τῆς μετάνοιας καί μέ μεταφέρει σέ χώρα μακρινή, σέ χώρα ἄγονη καί ἄκαρπη, σέ χώρα γεμάτη ἀγκάθια καί τριβόλια –τή χώρα τοῦ ψεύδους, τῆς αὐταπάτης, τῆς καταστροφῆς. Σταματῶ, λοιπόν, νά τηρῶ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ἀρχίζω νά ὑπακούω στίς ὑποβολές τῆς καρδιᾶς μου, νά ἀκολουθῶ τά αἰσθήματά της, νά ἐκτελῶ τό θέλημά της. Τολμῶ νά ἀποκαλῶ καλά τά αἰσθήματα τῆς πεσμένης μου φύσεως καί ἀρετή τή διγωγή της. Τολμῶ νά πιστεύω ὅτι γι᾿ αὐτά τά καλά καί γι᾿ αὐτή τήν ἀρετή εἶμαι ἄξια βραβείων ἐπίγειων καί ἐπουράνιων, ἀνθρώπινων καί θείων. Ἀντίθετα, ὅταν ἀγωνιζόμουνα νά τηρῶ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἀσκοῦσα βία στήν καρδιά μου καί δέν ἔδινα καμιά σημασία στίς ὑποβολές καί τό θέλημά της, τότε ἔνιωθα ὀφειλέτρια πρός τόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, δούλη ἄπιστη καί ἄχρηστη!
Ὅταν πιάστηκα στά δίχτυα τῆς αὐταπάτης, ἐμφανίστηκαν μέσα μου ἡ λύπη, ἡ ἀκηδία κι ἕνα ζοφερό σκοτάδι. Ἡ λύπη μέ ἐμποδίζει ἀπό κάθε ἀγαθή πράξη. Ἡ ἀκηδία μοῦ ἀφαιρεῖ τή δύναμη νά παλεύω μέ τήν ἁμαρτία. Καί τό σκοτάδι –συνέπεια τῆς λύπης καί τῆς ἀκηδίας –μοῦ κρύβει τόν Θεό. Ἡ κρίση Του εἶναι ἀδέκαστη καί τρομερή. Ὑποσχέθηκε νά βραβεύσει τή χριστιανική ἀρετή. Ὑποσχέθηκε καί νά τιμωρήσει τήν περιφρόνηση τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τῶν ἁγίων νόμων Του. Ἐγώ, ὡστόσο, ἁμαρτάνω ἄφοβα, καί ἡ συνείδησή μου σωπαίνει, σάν νά εἶναι νεκρωμένη ἤ κοιμισμένη. Σπάνια, πολύ σπάνια ἔρχεται κάποια στιγμή κατανύξεως, φωτός καί ἐλπίδας. Τότε νιώθω διαφορετικά. Ἀλλά ἡ φωτεινή αὐτή στιγμή εἶναι φευγαλέα. Ὁ οὐρανός μου δέν εἶναι συχνά καθαρός. Σάν μαῦρα σύννεφα μέ πλησιάζουν πάλι τά πάθη καί μέ ρίχνουν στό σκοτάδι, στή σύγχυση, στήν ἀμηχανία, στήν ἄβυσσο τῆς καταστροφῆς.
Νοῦ μου! Ἐσύ εἶσαι χειραγωγός τῆς ψυχῆς. Νουθέτησέ με, λοιπόν! Βάλε μέσα μου τήν εὐλογημένη εἰρήνη! Δίδαξε με πῶς νά κλείσω τήν πόρτα μου στίς ἐντυπώσεις τοῦ κόσμου καί πῶς νά χαλιναγωγήσω, πῶς νά καταστείλω τά πάθη πού ξεσηκώνονται μέσα μου. Ὁ κόσμος καί τά πάθη πόσο μ᾿ ἔχουν ταλαιπωρήσει, πόσο μ᾿ ἔχουν βασανίσει!…
ΝΟΥΣ: Ἡ ἀπάντησή μου δέν θά σέ παρηγορήσει. Κι ἐγώ, ὅπως κι ἐσύ, ψυχή, πολεμοῦμαι ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἑπομένως, ὅσα εἶπες μοῦ εἶναι γνωστά. Πῶς, λοιπόν, μπορῶ νά σέ βοηθήσω, ὅταν καί σ᾿ ἐμένα ἔχουν καταφερθεῖ θανάσιμα χτυπήματα, ὅταν κι ἐγώ ἔχω στερηθεῖ τή δύναμη νά ἐνεργῶ αὐτεξούσια; Κατά τήν ἀεικινησία μου, δηλαδή τήν ἀδιάκοπη κίνησή μου δίχως περιορισμούς, ἡ ὁποία μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Πλάστη ὡς φυσικό ἰδίωμα, δέχομαι διαρκῶς τήν ἐπίδραση τῆς ἁμαρτίας, πού μέ τραυματίζει καί μέ συνταράζει. Ἡ ἐπίδραση αὐτή μέ ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό καί τήν αἰωνιότητα· μέ τραβᾶ στήν ἀπάτη τοῦ μάταιου καί περαστικοῦ κόσμου, στήν ἀπάτη τοῦ ἑαυτοῦ μου, στήν ἀπάτη σου, ψυχή, στήν ἀπάτη τῆς ἁμαρτίας, στήν ἀπάτη τῶν δαιμόνων.
Τό μεγαλύτερο πρόβλημά μου εἶναι ἡ ἀκατάπαυστη βία πού ἀσκεῖ πάνω μου ὁ περισπασμός. Μόλις μέ χτυπήσει, ἀρχίζω νά περιπλανιέμαι σ᾿ ὅλη τήν οἰκουμένη, δίχως ἀνάγκη καί ὠφέλεια, σάν τά πονηρά πνεύματα. Θέλω νά σταματήσω, μά δέν μπορῶ. Ὁ περισπασμός μέ ἁρπάζει καί μέ παρασύρει τόσο βίαια, πού δέν δίνω προσοχή, ὅπως πρέπει, οὔτε σ᾿ ἐσένα, ψυχή, οὔτε στόν ἑαυτό μου οὔτε στόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικά ἐμφανίζομαι προσεκτικός, ἀλλά τήν ἴδια ὥρα, πραρασύρομαι πολύ μακριά καί ἀσχολοῦμαι μέ θέματα ὄχι ἁπλῶς ἀσήμαντα ἤ ἀνώφελα, ἀλλά βλαβερά. Ἔτσι, δέν μπορῶ νά προσφέρω στόν Θεό προσευχή δυνατή καί ἀληθινή, προσευχή σφραγισμένη μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ θά ἐξαφάνιζε τόν περισπασμό καί θά ἔκανε τούς λογισμούς μου νά ὑποταχθοῦν σ᾿ ἐμένα. Καί ὅταν οἱ λογισμοί ὑποτάσσονται στόν νοῦ μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ, τότε ἔρχονται σ᾿ ἐσένα, ψυχή, ἡ καρδιακή συντριβή καί ἡ κατάνυξη. Ἐξαιτίας, λοιπόν, τοῦ δικοῦ μου περισπασμοῦ παραμένεις ἐσύ σκληρή καί ἀναίσθητη. Ἡ σκληρότητα καί ἡ ἀναισθησία σου, πάλι, αὐξάνουν τόν δικό μου περισπασμό, κι ἔτσι δημιουργεῖται ἕνας φαῦλος κύκλος.
Ὁ περισπασμός εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀδυναμίας μου στόν ἀγώνα ἐναντίον τῶν ἁμαρτωλῶν λογισμῶν, καθώς μοῦ φέρνει σκοτισμό καί βάρος. Ἔτσι, ὅταν μέ πλησιάζει ἕνας ἁμαρτωλός λογισμός, δέν τόν ἀντιλαμβάνομαι ἔγκαιρα, ἄν μάλιστα καλύπτεται πίσω ἀπό κάποια δικαιολογία. Ἄν πάλι εἶναι ἀπροκάλυπτος, ἀντιστέκομαι καί τόν ἀντιμάχομαι, ἀλλά δίχως ἀποφασιστικότητα καί ἀπέχθεια. Ἀρχίζω νά μιλῶ μ᾿ αὐτόν, τόν φονιά μου. Εὐφραίνομαι μέ τό θανάσιμο δηλητήριο πού μέ πονηριά ρίχνει μέσα μου. Σπάνια ἀναδεικνύομαι νικητής. Συνήθως εἶμαι ὁ νικημένος.
Ἀπό τόν συνεχή περισπασμό, μέ κυριεύει ἡ λήθη.
Λησμονῶ τόν Θεό.
Λησμονῶ τήν αἰωνιότητα.
Λησμονῶ πόσο μάταιος, πόσο ἐφήμερος, πόσο ἀπατηλός εἶναι ὁ κόσμος, καί ἑλκύομαι ἀπ᾿ αὐτόν, παρασύροντας, ψυχή, κι ἐσένα.
Λησμονῶ τά ἁμαρτήματά μου.
Λησμονῶ τίς πτώσεις μου.
Λησμονῶ τήν οἰκτρή κατάστασή μου.
Μέσα στόν σκοτισμό μου καί τήν αὐταπάτη μου, ἀρχίζω νά ἀποδίδω στόν ἑαυτό μου ἀξία. Συνάμα ἀρχίζω νά ζητῶ ἀναγνώριση αὐτῆς τῆς ἀξίας ἀπό τόν ψεύτικο κόσμο, τόν κόσμο πού εἶναι πρόθυμος νά συμφωνήσει μαζί μου στιγμιαῖα, γιά νά μέ χλευάσει ἔπειτα μέ περισσή κακότητα. Ἀξία, ὅμως, δέν ὑπάρχει σέ κανέναν μας. Ἡ ἀξία μας ἐξανεμίστηκε μέ τήν προπατορική πτώση. Δίκαια, λοιπόν, θά ἀξιολογήσει κάθε ἄνθρωπος τόν ἑαυτό του, ἄν, ὅπως συμβουλεύει κάποιος μεγάλος ἀσκητής, τόν θεωρήσει ἕνα σίχαμα3.
Καί πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτό τό ἀδύναμο καί ἀσήμαντο πλάσμα, πού, μολονότι ἀπό τήν ἀνυπαρξία τό ἔφερε στήν ὕπαρξη ὁ Θεός, πολεμάει τόν παντοδύναμο Πλάστη του καί Δημιουργό ὅλου τοῦ κόσμου, ὁρατοῦ καί ἀόρατου;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτό τό πλάσμα, πού, μολονότι δέν εἶχε τίποτα δικό του, μολονότι ὅλα τά πῆρε ἀπό τόν Θεό, ἐπαναστάτησε ἐναντίον Του;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα αὐτό τό πλάσμα, πού τόλμησε μέσα στήν παραδείσια μακαριότητα ὄχι μόνο ν᾿ ἀκούσει πρόθυμα τή φοβερή καί βλάσφημη συκοφαντία τοῦ διαβόλου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ν᾿ ἀποδείξει χωρίς χρονοτριβή τή συγκατάνευσή του στή βλάσφημη συκοφαντία μέ τήν καταπάτηση τῆς ἐντολῆς Του;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα ὁ νοῦς πού ἔγινε δοχεῖο καί γεννήτορας ἀλλεπάλληλων, λογισμῶν ἀντίθεων;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα ἡ ψυχή στήν ὁποία μόνιμα φωλιάζουν βίαια καί τερατώδη πάθη σάν φαρμακερά ἑρπετά, σάν φίδια καί σκορπιοί σέ βαθιά τάφρο;
Πῶς νά μήν εἶναι ἕνα σίχαμα τό σῶμα πού γεννήθηκε μέσα στήν ἁμαρτία, τό σῶμα πού ἔγινε ὄργανο ἁμαρτίας στή διάρκεια τῆς σύντομης ἐπίγειας ζωῆς του, τό σῶμα πού ἔγινε πηγή τῆς δυσοσμίας τοῦ θανάτου στό τέλος τῆς ζωῆς αὐτῆς;
Ἐσύ κι ἐγώ, ψυχή, ἀποτελοῦμε ἑνιαία πνευματική ὕπαρξη. Ἡ ἁμαρτία, ὅμως ὄχι μόνο ἔφθειρε αὐτή τήν ὕπαρξη, ἀλλά καί τή διχοτόμησε σέ μέρη αὐτόνομα, πού βρίσκονται σχεδόν πάντοτε σέ ἀντίθεση. Χωριστήκαμε, λοιπόν, καί ἀποκτήσαμε ἀμοιβαία ἐχθρότητα. Μά χωριστήκαμε κι ἀπό τόν Θεό! Ἡ ἁμαρτία, πού ζεῖ μέσα μας, μᾶς ἔφερε σέ ἀντίθεση μέ τόν ἴδιο τόν πανάγιο καί πανυπερτέλειο Θεό!
ΨΥΧΗ: Θλιβερή ἡ ἀπάντησή σου ἀλλά σωστή. Εἶναι, πάντως, καί μερικῶς παρήγορη, καθώς, διαπιστώνοντας τήν πλήρη ὁμοιότητα καί τήν κοινή αἰτία τῆς δεινῆς μας καταστάσεως, μποροῦμε νά μοιραστοῦμε τή θλίψη μας ἀλλά καί νά ἀλληλοβοηθηθοῦμε. Πές μου, πῶς θά βγοῦμε ἀπό τή σύγχυσή μας; Παρατήρησα ὅτι τά δικά μου αἰσθήματα ἀντιστοιχοῦν πάντοτε στούς δικούς σου λογισμούς. Ἡ καρδιά δέν μπορεῖ νά παλεύει γιά πολύ μέ τόν λογισμό. Ἀργά ἤ γρήγορα ὑποτάσσεται σ᾿ αὐτόν. Ἀντιστέκεται καμιά φορά, ἀλλά μόνο γιά λίγο. Νοῦ, γίνε ὁδηγός στήν κοινή μας σωτηρία!
ΝΟΥΣ: Πράγματι, ἡ καρδιά δέν ἀντιστέκεται γιά πολύ στόν λογισμό. Στόν καλό καί θεάρεστο λογισμό, ὡστόσο, ὑποτάσσεται γιά μιά στιγμή καί μετά ἐπαναστατεῖ. Ἐπαναστατεῖ μέ τόση δύναμη, μέ τόση ὁρμητικότητα, μέ τόση βιαιότητα, πού σχεδόν πάντοτε μέ νικᾶ. Καί ἀφοῦ μέ νικήσει, ἀρχίζει νά γεννᾶ μέσα μου τίς πιό ἄπρεπες παραστάσεις, πού ἀποκαλύπτουν τά κρυμμένα πάθη.
Τί νά πῶ γιά τούς λογισμούς μου; Ἡ σύγχυση καί ἡ φθορά, πού μοῦ προξένησε ἡ ἁμαρτία, εἶχαν ὡς συνέπεια τή μεγάλη ἀστάθεια τῶν λογισμῶν. Ἔτσι, γιά παράδειγμα, τό πρωί γεννιοῦνται μέσα μου οἱ γνωστοί καλοί λογισμοί γιά τήν πνευματική ζωή, γιά τόν ἐπίπονο ἀσκητικό ἀγώνα, γιά τίς συνθῆκες τοῦ ἐπίγειου βίου, γιά τήν αἰωνιότητα. Αὐτοί οἱ λογισμοί φαίνονται τότε οὐσιώδεις, σημαντικοί. Ἀλλά ξαφνικά, τό μεσημέρι ἤ καί νωρίτερα, ἐξαφανίζονται ἀπό κάποιαν ἀπροσδόκητη συνάντηση καί δίνουν τή θέση τους σέ ἄλλους, πού γίνονται κι αὐτοί μέ τή σειρά τους δεκτοί ὡς ἀξιοπρόσεκτοι. Τό βράδυ, ἀπό νέες ἀφορμές καί μέ νέες δικαιολογίες, ἐμφανίζονται καί κυριαρχοῦν ἄλλοι λογισμοί. Ἄλλοι, πάλι, πού μέ παραμόνευαν καλά κρυμμένοι στή διάρκεια τῆς ἡμέρας, παρουσιάζονται ξαφνικά μπροστά μου, μέσα στή σιωπή τῆς νύχτας, καί μέ συνταράζουν μέ τή σαγηνευτική καί συνάμα θανάσιμη ἀπεικόνιση τῆς ἁμαρτίας.
Μάταια διδάχθηκα ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ νά δέχομαι ὡς ὀρθούς ἐκείνους μόνο τούς λογισμούς στούς ὁποίους ἐσύ, ψυχή, ἀνταποκρίνεσαι μέ βαθιά εἰρήνη, ταπεινοφροσύνη καί ἀγάπη πρός τόν πλησίον. Μάταια γνωρίζω καλά πώς ὅλοι οἱ λογισμοί, μ᾿ ὁποιοδήποτε προσωπεῖο δικαιοσύνης κι ἄν ἐμφανίζονται, ὅταν σοῦ προξενοῦν δυσφορία, ταραχή ἤ σύγχυση, ὅταν ἀκολουθοῦνται ἀπό τήν ἐκδήλωση τῆς παραμικρῆς σκληρότητας μάσα σου, εἶναι ξένοι πρός τήν ἀλήθεια, εἶναι ἐντελῶς ἀπατηλοί καί ὀλέθριοι. Ναί, μάταιη εἶναι ἡ γνώση μου, μάταια κατέχω αὐτό τό ἀσφαλές κριτήριο τῆς ἀλάθητης διακρίσεως τοῦ καλοῦ ἀπό τό κακό στόν κόσμο τῶν πνευμάτων!
Ἐξαιτίας τῆς ἀσύλληπτης ἀσθένειάς μου, πού τήν ἀντιλαμβάνομαι μόνο ἐμπειρικά, δέν μπορῶ νά ἀπαλλαγῶ ἀπό τούς θανατηφόρους λογισμούς τῆς ἁμαρτίας. Δέν μπορῶ νά τούς πνίξω, δέν μπορῶ νά τούς διώξω, ὅταν ἀρχίζουν νά βράζουν μέσα μου σάν τά σκουλίκια, δέν μπορῶ νά τούς ἀποκρούσω, ὅταν ρίχνονται πάνω μου σάν τούς ληστές, σάν τά ἄγρια κι αἱμοβόρα θηρία. Μέ αἰχμαλωτίζουν, μέ κρατοῦν σέ σκληρή δουλεία, μέ ταλαιπωροῦν, μέ βασανίζουν. Κάθε ὥρα εἶναι ἕτοιμοι νά μέ ἐξοντώσουν, νά προκαλέσουν τόν αἰώνιο θάνατό μου.
Γιά τό μαρτύριο, στό ὁποῖο μᾶς ὑποβάλλουν οἱ λογισμοί, δέν εἶμαι μόνο ἐγώ πού σέ πληροφορῶ, ψυχή. Σέ πληροφορεῖ ἀκόμα καί τό σῶμα μας, πού εἶναι ἀσθενικό καί ἀδύναμο, ἐπειδή ἀκριβῶς πληγώθηκε ἐπανειλημμένα ἀπό τά βέλη καί τά ξίφη τῆς ἁμαρτίας.
Κι ἐσύ, ψυχή, φαρμακωμένη μέ τό φαρμάκι τοῦ αἰώνιου θανάτου, καταθλίβεσαι. Ζητᾶς παρηγοριά, μά πουθενά δέν τή βρίσκεις. Μάταια ἐλπίζεις νά παρηγορηθεῖς ἀπό μένα. Γιατί κι ἐγώ θάφτηκα μαζί μ᾿ ἐσένα στόν στενόχωρο καί σκοτεινό τάφο τῆς ἀγνωσίας, τῆς ἄγνοιας τοῦ Θεοῦ. Ἡ σχέση μας μέ τόν ἀληθινό Θεό, σχέση σάν μέ ἕνα νεκρό καί ἀνύπαρκτο ὄν, ἀποτελεῖ ἀδιάψευστη ἀπόδειξη τῆς δικῆς μας νεκρώσεως.
ΨΥΧΗ: Μ᾿ ἔκανες ν᾿ ἀπελπιστῶ! Ἄν ἐσύ, νοῦ, πού εἶσαι ἡ ἀνώτερη πνευματική μου, δύναμη, τό μάτι μου καί ὁ ὁδηγός μου, ἄν ἐσύ, πού εἶσαι τό φῶς μου, ὁμολογεῖς πώς ἔχεις βυθιστεῖ στό σκοτάδι, τότε τί νά περιμένω ἀπό τίς ἄλλες δυνάμεις μου, τίς δυνάμεις πού ὑπάρχουν καί στά ἄλογα ζῶα; Τί νά περιμένω ἀπό τή βούληση καί τήν ἐπιθυμία μου ἤ ἀπό τόν φυσικό θυμό καί τόν ζῆλο μου, πού, γιά νά ἐνεργήσουν διαφορετικά ἀπό τίς ἀντίστοιχες δυνάμεις τῶν κτηνῶν καί τῶν δαιμόνων, πρέπει νά βρίσκονται κάτω ἀπό τή δική σου καθοδήγηση;
Μοῦ εἶπες ὅτι, παρ᾿ ὅλη τήν ἀδυναμία σου, παρ᾿ ὅλη τή ζόφωσή σου, παρ᾿ ὅλη τή νέκρωσή σου, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐνεργεῖ ἀκόμα πάνω σου καί σέ κάθε περίπτωση σοῦ παρέχει τή δυνατότητα νά ξεχωρίζεις, μολονότι πολύ δύσκολα, τό καλό ἀπό τό κακό. Συμμετέχω κι ἐγώ σ᾿ αὐτή τή δυνατότητα! Ἔτσι, ὅταν ἀρχίζω νά αἰσθάνομαι ταραχή καί σύγχυση, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι βρίσκομαι σέ λάθος δρόμο. Ἀντιμετωπίζω, λοιπόν, μέ δυσπιστία τήν ἐσωτερική μου αὐτή κατάσταση· τήν ἀπεχθάνομαι καί ἀγωνίζομαι νά τήν ἀποδιώξω ὡς ἀφύσικη καί ἐχθρική.
Ἀπεναντίας, ὅταν ἐσύ στέκεσαι ἔστω καί γιά μικρό χρονικό διάστημα, σάν σέ γνώριμη καί στοργική ἀγκαλιά, σέ λογισμούς καλούς, σέ λογισμούς πού προέρχονται ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὤ, τί παρηγοριά αἰσθάνομαι τότε! Πῶς δοξολογῶ τόν Θεό ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι μου, ἀπό τούς θησαυρούς τῆς καρδιᾶς μου! Τί εὐλάβεια μέ κυριεύει μπροστά στό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ὅταν Ἐκεῖνος ἀποκαλύπτεται σ᾿ ἐμένα, ἕναν τιποτένιο κόκο σκόνης μέσα στό τεράστιο καί ποικιλόμορφο σύμπαν! Τί μακάρια εἰρήνη, σάν αὔρα τοῦ παραδείσου, ἀρχίζει νά φυσᾶ μέσα μου καί νά μέ δροσίζει μέσα στόν καύσωνα! Τί γλυκά καί ἰαματικά δάκρυα γεννιοῦνται στήν καρδιά, ἀνεβαίνουν στό κεφάλι καί τρέχουν στ᾿ ἀναψοκοκκινισμένα μάγουλα ἀπό τά μάτια! Τί βλέμμα ταπεινό καί πράο ἀγκαλιάζει ὅλους καί ὅλα μέ ἠρεμία καί ἀγάπη!
Τότε ἐξαφανίζεται ὁ ἐσωτερικός πόλεμος! Τότε νιώθω πώς ἡ φύση μου θεραπεύεται! Τότε οἱ δυνάμεις μου, πού εἶχαν διασπαστεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία, ἑνώνονται πάλι μεταξύ τους ἀλλά καί μ᾿ ἐσένα καί μέ τό σῶμα σ᾿ ἕνα ἑνιαῖο σύνολο. Τότε αἰσθάνομαι τό ἔλεος τοῦ Πλάστη πρός τό πεσμένο πλάσμα Του. Τότε κατανοῶ ἀπόλυτα τή σημασία τῆς λυτρώσεως καί τή δύναμη τοῦ Λυτρωτῆ, πού μέ θεράπευσε μέ τόν παντοδύναμο καί ζωογόνο λόγο Του. Πιστεύω καί ὁμολογῶ τόν Κύριο! Βλέπω καί τήν ἐνέργεια τοῦ προσκυνητοῦ Παναγίου Πνεύματος, πού ἐκπορεύεται ἀπό τόν Πατέρα καί στέλνεται ἀπό τόν Υἱό! Βλέπω τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ-Πνεύματος, διά τοῦ Θεοῦ-Λόγου, νά φανερώνει τή θεότητά Του μέ τή δημιουργική Του δύναμη, μέ τήν ὁποία ἀποκαθιστᾶ τό συντριμμένο σκεῦος στήν ἀρχική του ὁλοκληρία καί ὡραιότητα σάν νά μήν εἶχε ποτέ συντριβεῖ.
Νοῦ μου, στρέψου στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο λάβαμε ἀναρίθμητα ἀγαθά, ἀλλά τά χάσαμε ἀπό ραθυμία καί ψυχρότητα. Ἀπό τά ἀνεκτίμητα πνευματικά δῶρα τοῦ Θεοῦ προτιμήσαμε τά ἀπατηλά, τά ψεύτικα δῶρα τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ κόσμου, πού ἦταν γεμάτα φαρμάκι. Νοῦ μου, στρέψου στόν λόγο τοῦ Θεοῦ! Ἐκεῖ ψάξε τήν παρηγοριά πού σοῦ ζητῶ! Ἀβάσταχτη εἶναι ἡ θλίψη μου τήν ὤρα τούτη. Φοβᾶμαι μήν πέσω στήν τελειωτική καταστροφή, τήν ἀπελπισία.
ΝΟΥΣ: Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ψυχή, λύνει τήν ἀπορία μας μέ τόν πιό ἱκανοποιητικό ὁρισμό. Πολλοί ἄνθρωποι, ὡστόσο, ὅταν ἄκουσαν τόν λόγο τοῦ Πνεύματος, τόν παρανόησαν μέ τόν σαρκικό τους λογισμό καί εἶπαν: «Σκληρός εἶναι αὐτός ὁ λόγος ποιός μπορεῖ νά τόν ἀκούει;»4. Ἄκου, λοιπόν, ψυχή μου, τί εἶπε ὁ Κύριος: « Ὅποιος θελήσει νά σώσει τή ζωή του, θά τή χάσει· κι ὅποιος χάσει τή ζωή του γιά μένα, θά τή σώσει»5. « Αὐτός πού ἀγαπᾶ τή ζωή του, θά τή χάσει· αὐτός, ὅμως, πού δέν λογαριάζει τή ζωή του στόν κόσμο αὐτό, θά τή φυλάξει γιά τήν αἰώνια ζωή»6.
ΨΥΧΗ: Πρόθυμη εἶμαι νά χάσω τή ζωή μου, ἄν τό προστάζει ὁ Θεός. Ἀλλά πῶς νά πεθάνω, ἀφοῦ εἶμαι ἀθάνατη; Δέν γνωρίζω κάτι πού θά μποροῦσε νά μοῦ στερήσει τή ζωή.
ΝΟΥΣ: Μή νομίζεις, ψυχή, πώς ὁ Χριστός παραγγέλλει νά πεθάνεις μόνο ἐσύ. Ὄχι! Τό ποτήρι τοῦ θανάτου πρέπει νά τό μοιραστῶ μαζί σου, πίνοντας μάλιστα πρῶτος ὡς κύριος αἴτιος τῆς κοινῆς μας πτώσεως. Ἡ ἀποφυγή τοῦ ποτηριοῦ αὐτοῦ συνεπάγεται ὄλεθρο, θάνατο πρόσκαιρο καί αἰώνιο.
Ὁ θάνατος, πού μᾶς ζητάει ὁ Κύριος, δέν συνίσταται στήν ἐξόντωση τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀλλά στήν ἐξόντωση τοῦ ἐγωισμοῦ, πού τόν ταυτίσαμε μέ τή ζωή μας. Ὁ ἐγωισμός εἶναι στρεβλή ἀγάπη τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου πρός τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Ὁ ἐγωισμός θεοποιεῖ τή μεταπτωτική ψευδώνυμη σοφία του καί προσπαθεῖ πάντοτε νά ἱκανοποιεῖ τό μεταπτωτικό θέλημά του, πού κατευθύνεται ἀπό τό ψεῦδος. Ὡς πρός τή σχέση του μέ τόν πλησίον, ὁ ἐγωισμός ἐκδηλώνεται εἴτε μέ ἀντιπάθεια εἴτε μέ ἀνθρωπαρέσκεια, δηλαδή μέ κάποιο πάθος. Ἀλλά καί τά ἐγκόσμια πράγματα τά κακομεταχειρίζεται, τά χρησιμοποιεῖ μέ ἐμπάθεια. Ὅπως ἡ ἀγάπη δένει σέ τέλειο σύνολο ὅλες τίς ἀρετές7 καί ἀποτελεῖ τήν τέλεια ἐκπλήρωσή τους, ἔτσι κι ὁ ἐγωισμός δένει ὅλα τά πάθη καί ἀποτελεῖ τήν τέλεια ἐκπλήρωσή τους.
Γιά νά θανατώσω τόν ἐγωισμό μου, πρέπει ν᾿ ἀπαρνηθῶ ὅλους «τούς ἀπατηλούς καί κούφιους συλλογισμούς τῆς ἀνρθώπινης σοφίας, πού στηρίζονται σέ ἀνθρώπινες παραδόσεις καί σέ μιά ἐσφαλμένη πίστη στά στοιχεῖα τοῦ κόσμου»8. Πρέπει ν᾿ ἀποκτήσω βαθιά συναίσθηση τῆς πνευματικῆς μου φτώχειας. Καί, γυμνός μέσα σ᾿ αὐτή τή φτώχεια, λουσμένος στά δάκρυα τοῦ πένθους, μαλακωμένος μέ τήν πραότητα, τήν καθαρότητα καί τό ἔλεος, νά δεχθῶ τόν τρόπο σκέψεως πού εὐδόκησε νά χαράξει πάνω μου τό δεξί χέρι τοῦ Λυτρωτῆ μου. Κι αὐτό τό χέρι εἶναι τό Εὐαγγέλιο.
Ὅσο γιά σένα, ψυχή, πρέπει ν᾿ ἀπαρνηθεῖς τό θέλημά σου, ἔστω κι ἄν αὐτή ἡ ἀπάρνηση σοῦ φαίνεται βαριά, ἔστω κι ἄν στά αἰσθήματα καί τίς τάσεις τῆς καρδιᾶς σου δέν βρίσκεις κανένα σφάλμα, κανένα κακό. Ἀντί γιά τό δικό σου θέλημα, νά κάνεις τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ καί Σωτήρα μας, κι ἄς εἶναι αὐτό σκληρό γιά τήν ἐγωιστική σου καρδιά!
Νά λοιπον, ποιό θάνατο ζητάει ἀπό μᾶς ὁ Θεός: Μᾶς ζητάει νά θανατώσουμε ἑκούσια τόν θάνατο πού ζεῖ μέσα μας, καί νά λάβουμε ὡς δῶρο τήν ἀνάσταση καί τή ζωή πού ξεχύνεται ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ.
ΨΥΧΗ: Ἀποφασίζω ν᾿ ἀποκτήσω αὐταπάρνηση! Καί μόνο ἀπό τά λόγια σου γι᾿ αὐτήν, ἄρχισα κιόλας νά αἰσθάνομαι χαρά καί παρηγοριά. Ἄς ἀφήσουμε τή ζωή πού γεννᾶ τήν ἀπελπισία. Ἄς δεχθοῦμε τόν θάνατο πού ἐγγυᾶται τή σωτηρία.
Ὁδήγησέ με, νοῦ, στά ἴχνη τῶν θελημάτων τοῦ Θεοῦ. Κι ἐσύ μεῖνε σταθερά προσκολλημένος στόν Λόγο ἐκεῖνο πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: « Ὅποιος μένει ἑνωμένος μαζί μου κι ἐγώ μαζί του, αὐτός δίνει πολύ καρπό, γιατί χωρίς ἐμένα δέν μπορεῖτε νά κάνετε τίποτα»9.
Ἀμήν.
Τῷ Θεῷ πρέπει κάθε δόξα τιμή καί προσκύνηση,
τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων.
Ἀμήν!
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Ἀπό τό βιβλίο: “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ” τομ. γ΄
Ἐκδόσεις: Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς
1Β΄ Πέτρ. Γ΄: 10.
2Βλ. Ὁσίου Καλλίστου Καταφυγιώτη, Περί θείας ἑνώσεως καί βίου θεωρητικοῦ, γ΄.
3Κάποιος γέροντας ρώτησε τόν ὅσιο Σισώη τόν Μέγα: “Πῶς λέει ἕνας ψαλμός ὅτι εἶναι τά εἴδωλα;”. Καί ὁ γέροντας ἀπάντησε: “ Ἡ Γραφή λέει γιά τά εἴδωλα ὅτι στόμα ἔχουν ἀλλά δέν μιλοῦν, μάτια ἔχουν ἀλλά δέν βλέπουν, αὐτιά ἔχουν ἀλλά δέν ἀκοῦνε (βλ. Ψαλμ. 134 : 16-17). Ἔτσι ὀφείλει νά εἶναι καί ὁ μοναχός. Λέει, ἐπίσης, ἡ Γραφή ὅτι τά εἴδωλα εἶναι σιχαμερά (βλ. Δευτ. 27 : 15). Ἔτσι καί ὁ μοναχός ἄς θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἕνα σίχαμα”. (Βλ. Τό Μέγα Γεροντικόν, τ. Δ΄, κεφ. ΙΕ΄ , 164).
4Ἰω. στ΄ : 60.
5Ματθ. Ι΄: 39.
6Ἰω. ιβ΄ : 25.
7Βλ. Κολ. Γ΄: 14.
8Κολ. Β΄ : 8.
9Ἰω. Ιε΄: 5.


πηγη

πηγη

Becoming a practiced soldier of Christ ( Elder Joseph the Hesychast )

For it is absolutely necessary for the grace of God to leave, once a tried struggler has acquired a good taste of it in the beginning, so that he may be tested and become a practiced soldier of Christ. 

And without such temptations, no one has ever ascended to perfection. This stage that we mentioned where many fall into delusion is the stage where the grace of God withdraws in order to make us, as we have said, practiced soldiers of war, so that we are not infants forever. But the Lord wants us to become worthy men and brave fighters able to guard His riches. That is why He allows us to be tempted.

Elder Joseph the Hesychast

Friday, June 12, 2015

«Όποιος τρώει τον άρτο και πίνει το ποτήριο του Κυρίου με τρόπο ανάξιο, γίνεται ένοχος αμαρτήματος απέναντι στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου, προκαλώντας την καταδίκη του» (Α΄ Κορ. 11:27, 29) ( Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )



Ποιούς απ’ αυτούς θα επιδοκιμάσουμε; Όσους μια φορά, όσους πολλές η όσους λίγες φορές μεταλαμβάνουν;

Ούτε τους μία ούτε τους πολλούς ούτε τους λίγες, μα εκείνους που πλησιάζουν στο Άγιο Ποτήριο με καρδιά αγνή, με βίο ανεπίληπτο. Αυτοί ας κοινωνούν πάντα.

Οι άλλοι, οι αμετανόητοι αμαρτωλοί, ας μένουν μακριά από τα Άχραντα Μυστήρια, γιατί αλλιώς κρίμα και καταδίκη ετοιμάζουν για τον εαυτό τους.

Ο Άγιος Απόστολος λέει: «Όποιος τρώει τον άρτο και πίνει το ποτήριο του Κυρίου με τρόπο ανάξιο, γίνεται ένοχος αμαρτήματος απέναντι στο σώμα και στο αίμα του Κυρίου, προκαλώντας την καταδίκη του» (Α΄ Κορ. 11:27, 29). Θα τιμωρηθεί, δηλαδή, τόσο αυστηρά, όσο και οι σταυρωτές του Χριστού, αφού κι εκείνοι έγιναν ένοχοι αμαρτήματος απέναντι στο σώμα Του.

Πολλοί από τους πιστούς έχουν φτάσει σε τέτοιο σημείο περιφρονήσεως των Αγίων Μυστηρίων, ώστε, ενώ είναι γεμάτοι από αμέτρητες κακίες και δεν διορθώνουν καθόλου τον εαυτό τους, κοινωνούν στις γιορτές απροετοίμαστοι, μη γνωρίζοντας ότι προϋπόθεση της Θείας Κοινωνίας δεν είναι η γιορτή, αλλά, καθώς είπαμε, η καθαρή συνείδηση. Καί όπως αυτός που δεν αισθάνεται κανένα κακό στη συνείδησή του, πρέπει καθημερινά να προσέρχεται στη Θεία Κοινωνία, έτσι κι αυτός που είναι φορτωμένος αμαρτήματα και δεν μετανοεί, πρέπει να μην κοινωνεί ούτε στη γιορτή.

Γι’ αυτό και πάλι σας παρακαλώ όλους να μην πλησιάζετε στα Θεία Μυστήρια έτσι απροετοίμαστοι κι επειδή το απαιτεί η γιορτή, αλλά αν κάποτε αποφασίσετε να λάβετε μέρος στη Θεία Λειτουργία και να κοινωνήσετε, να καθαρίζετε καλά τον εαυτό σας, από πολλές μέρες πριν, με τη μετάνοια, την προσευχή, την ελεημοσύνη, τη φροντίδα για τα πνευματικά πράγματα. 


 Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Elder Eliseus (Elisha) of Simonopetra on Sacrifice in Marriage and Monasticism



Sts. Joachim and Anna the Ancestors of God, holding the All-pure Theotokos

Elder Eliseus (Elisha) of Simonopetra on Sacrifice in Marriage and Monasticism
Therefore, don't think that you don't aren't praying. You pray daily, if for the sole reason that you have decided to offer yourselves to God, and to live apart, against the worldly mindset. Thus you should know that this constitutes prayer. This is prayer. Prayer is when I become a monk, to offer myself to God. This is prayer.


You pray when you offer yourself to the church and as a sacrifice towards each other within marriage. One who gets married, therefore, in his married life, is a prototype. Marriage is a return to the former state in Paradise, in other words. It is to offer yourself in the married life, for what does it do? To offer myself to someone else is to sacrifice myself for the other.


No one can distinguish the lay person from the monk, for what are they? Being a monk is a return to a former state, in other words, that of Paradise, without compromises.


We sell our freedom to God, because God is our freedom.


Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!


source

Thursday, June 11, 2015

Τα όπλα των δαιμόνων




Οι δαίμονες δημιουργοί των παθών.
Κύριοι δημιουργοί των παθών είναι οι δαίμονες. Ό άνθρωπος βρίσκεται συνέχεια κάτω από την επιρροή των δαιμόνων πού προσπαθούν με κάθε μέσο να τον ρίξουν στην αμαρτία καί τα πάθη.
Με τους λογισμούς επιτίθενται στον ανθρώπινο νου καί εισέρχονται στην ψυχή του με σκοπό να τον καταποντίσουν στην θάλασσα των παθών.
Δεν επιτίθενται σε όλους με τον ίδιο τρόπο καί τα ίδια μέσα. Ανάλογα με την πνευματική κατάσταση μεταχειρίζονται διάφορα όπλα και διαφορετικό τρόπο πολέμου.
Έναν μοναχό ποτέ δε θα τον πολεμήσουν κατ' ευθείαν με το λογισμό της πορνείας. Πρώτα θα τον πολεμήσουν με την κενοδοξία. Κατόπιν με την κατάκρισι και υστέρα θα αρχίσουν οι σαρκικοί πειρασμοί καί πορνικοί πόλεμοι.
Παρά τον μανιώδη τρόπο όμως με τον οποίο ό διάβολος πολεμά τον άνθρωπο, ή τελική έκβασης του αγώνος εναπόκειται στην ελεύθερη θέληση του ανθρώπου.
Ό διάβολος πολεμάει με πονηρία καί επιμονή την ψυχή του ανθρώπου. Δεν έχει όμως τη δύναμη καί το δικαίωμα να άσκηση βία. Υποβάλλει, αλλά δεν επιβάλλει. Ή τελική έκβαση της μάχης εξαρτάται από τόν ίδιο τον άνθρωπο.

Τα πάθη μεταξύ τους.
Τα πάθη συνδέονται στενά μεταξύ τους. Είναι μία αλυσίδα. Το ένα. προέρχεται από τι άλλο. Ό αγ. Ιωάννης της Κλίμακας πολλές φορές χρησιμοποιεί τους όρους μητέρες των παθών καί θυγατέρες των παθών. Την υπερηφάνεια λ,χ, ακολουθεί πολλές φορές ή πορνεία και την οίηση ή πλάνη.
Ό μικρόψυχος καί δειλός άνθρωπος πάσχει από δύο πάθη: την φιλοσωματία καί την ολιγοψυχία. Ή φιλοσωματία είναι σημείο της απιστίας, καί ή ολιγοπιστία μητέρα της κολάσεως που γεννά την ακηδία.
Πολλές φορές το ένα πάθος δίνει τόπο στο άλλο. Στην Κλίμακα του ό αγ. Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφέρει το έξης: Είδα κάποιον μοναχό πού μέσα στην εκκλησία πολεμήθηκε από τον δαίμονα της ακηδίας πού τον έριξε στον ύπνο. Ξαφνικά βλέπω τον δαίμονα της κενοδοξίας να διώχνει τον δαίμονα της ακηδίας καί να στέλνει τον μοναχό στο ψαλτήριο. Καί ενώ πρώτα νύσταζε, τώρα ήταν καλλίφωνος. Και απόρησα καί είπα" Ποιος δαίμονας είναι δυνατότερος;
Πολλές φορές ακόμη και ή συναναστροφή με εμπαθή άνθρωπο μπορεί να μας οδήγηση στην εμπάθεια. Γι* αυτό καί τονίζουν οι Πατέρες; "Κρεΐσσον λέοντι συνοικεΐν ή άνθρώπω υπερηφάνω". Ύπερηφάνω μη συνοίκησης δια να μην άφαιρεθη από πάνω σου ή ενέργεια του Αγίου Πνεύματος.
Ή αλληλεγγύη μεταξύ των παθών είναι μεγάλη. Άλλα και ό αριθμός των παθών αρκετά μεγάλος. Ό όσιος Πέτρος ό Δαμασκηνός αναφέρει στην Φιλοκαλλία 275 περίπου πάθη. Τα κυριώτερα όμως, αϊ ρίζες όλων των παθών είναι α) φιληδονία, β) ή φιλοδοξία καί γ) ή φιλαργυρία.
Φιλαυτία, γαστριμαργία, πορνεία.




Ή φιληδονία προέρχεται από την φιλαυτία, ή όποια αποτελεί απαρχή όλων των παθών. Φιλαυτία είναι ή υπερβολική αγάπη του εαυτού μας. Όταν ό άνθρωπος δε σκέπτεται το Θεό, αλλά μόνο τον εαυτό του, τότε γίνεται φίλαυτος.
Το πρώτο πάθος πού προέρχεται από την φιλαυτία είναι ή γαστριμαργία. Γαστριμαργία είναι ή άλογη χρήση τροφής. Ή ύπερπλησμονή της γαστρός με αποτέλεσμα ό νους να μένη αργός. Διότι "παχεϊα γαστήρ λεπτόν νόαν ου τίκτει". Γιατί; Διότι ή γαστριμαργία προκαλεί ζάλη στο κεφάλι καί βάρος στο σώμα μαζί με ατονία. Έτσι ό άνθρωπος εγκαταλείπει το πνευματικό του έργο, επειδή έρχεται σε αυτόν ή οκνηρία. Ακολουθεί ή πνευματική σκότωσις και πνευματική ψυχρότητα της διανοίας, ό μετεωρισμός των λογισμών καί ή ταραχή την ώρα της προσευχής. Τα μέλη του σώματος παραλύουν καί ό άνθρωπος βρίσκεται "πεπλησμένος χαυνώσεως". Ό νους γίνεται αδιάκριτος καί περιέρχεται "όλην την γην". Φαντασίες αισχρές καί άτοπες εικόνες μολύνουν ακόμη και το σώμα στον ύπνο. Οι πονηροί λογισμοί βρίσκονται στο αποκορύφωμα τους. Έτσι μπορεί κανείς να καταλάβη τον λόγο για τον όποιον ό άγ. Ιωάννης της Κλίμακος μετά τον λόγο για την γαστριμαργία τοποθετεί τον περί πορνείας λόγο. Διότι νομίζω, λέγει, ή πρώτη είναι μητέρα της δεύτερης.
Καθώς λοιπόν το σύννεφο σκεπάζει το φως της σελήνης, έτσι καί οι ατμοί της χορτασμένης κοιλίας, οι αναθυμιάσεις των φαγητών καί των ποτών διώχνουν από την ψυχή την σοφία του Θεού. Καί όπως ή ομίχλη σκοτίζει την ατμόσφαιρα, έτσι καί ή γαστριμαργία τον φιλόθεο νου. Και όταν κανείς δεν έχει καθαρό νου, δεν μπορεί να ασχοληθεί με πνευματικά πράγματα. Όπως ακριβώς είναι λάθος μία πόρνη να ομιλεί περί σωφροσύνης.
Καί όπως από τη νηστεία προέρχεται ή σωφροσύνη, έτσι από τη γαστριμαργία προέρχεται ή πορνεία καί οι διάφορες σαρκικές κινήσεις. Από αυτές μολύνονται οι λογισμοί καί από την εμπαθή πύρωση των μελών του σώματος χάνεται ή σωφροσύνη. Εμπαθείς είναι οι κινήσεις πού δημιουργούνται στον άνθρωπο, όταν αυτός συναρπάζεται από τα αισθητά πράγματα, από τα πολλά φαγητά και ποτά, τα άπρεπη θεάματα, τα όποια ανάβουν την φλόγα των σαρκικών επιθυμιών.

Άλλα πάθη.
Με την πορνεία συνδέεται ή υπερηφάνεια. Συχνά μάλιστα ακολουθεί την υπερηφάνεια.
Καί όταν λέμε υπερηφάνεια εννοούμε μία μόνιμη κατάσταση υπεροψίας μέσα στον άνθρωπο. Τον μοναχό τον προσβάλλει υστέρα από πολύ καιρό μόχθου καί αγώνα αφαιρώντας του έτσι την πνευματική εργασία της ψυχής.
Ό Μ. Βασίλειος θα μας πει ότι είναι αμάρτημα το όποιο καί μόνο του είναι αρκετό "έχθραν ποιήσαι εις Θεόν". Τα δε αίτια τα όποια το προκαλούν είναι: τα χρήματα, οίκων μεγέθη, τα αξιώματα, ή σωματική δύναμης και εύμορφία, ή ανθρωπινή σοφία καί ή φρόνησης.
Τα δε αποτελέσματα είναι: Ή πορνεία, ή αγνοία καί ό σκοτασμός της ψυχής του ανθρώπου.
Διώχνει από την ψυχή του ανθρώπου την ενέργεια του Αγ. Πνεύματος και την μετατρέπει σε κατοικητήριο κάθε πονηρού πάθους.
Καταστροφικό πάθος για τον άνθρωπο έκτός από την υπερηφάνεια είναι ή πολυλογία, ό φθόνος, ή μνησικακία, κ.λ.π.
Ή πολυλογία ψυχραίνει την πνευματική φωτιά πού ανάβει στην ψυχή μας το Αγ. Πνεύμα. Ό θυμός ό όποιος είναι μέθη της ψυχής καί την κάνει "έκφρονα", δηλαδή, εκτός εαυτής, κάνει τον άνθρωπο "ιοβόλον θηρίον", χειρότερο από τον δαιμονισμένο καί εμποδίζει την καρδιά του ανθρώπου να γνωρίσει τα μυστήρια του Θεού.
Ό φθόνος είναι έργο του διαβόλου, "εχθρού έπισπορά, άρραβών κολάσεως, έμπόδιον ευσέβειας, στέρησις βασιλείας". Είναι ακόμη φθορά της ζωής, καί διδάσκαλος θεομαχίας, κατά τον Μέγα Βασίλειο. Όποιος έχει μέσα του τον φθόνο, έχει μέσα του τον διάβολο.
Ή μνησικακία, τέλος, προέρχεται από την ανθρώπινη δόξα. Τα δώρα του Θεού είναι αμετάκλητα. Ή μνησικακία όμως γίνεται αιτία να χάσουμε καί της δωρεές του Θεού. Παράδειγμα ο οφειλέτης των μυρίων ταλάντων. Καί όπως εκείνος πού σπέρνει στα αγκάθια τίποτε δεν μπορεί να κερδίσει, έτσι καί ό μνησίκακος δεν έχει κανένα όφελος από την πνευματική ζωή.

Η Θεραπεία των παθών.
Όπως είδαμε τα πάθη είναι ασθένεια της ψυχής. Αιχμαλωτίζουν τον άνθρωπο, διώχνουν την χάρη του Θεού από πάνω του, τον απομακρύνουν από τον Θεό και καθιστούν ανέφικτη τη σωτηρία του.
Για να σωθεί ό άνθρωπος, για να φθάσει στην θέωση, πρέπει να καθαρισθεί από τα πάθη. Ή κάθαρσης αυτή από τα πάθη συνιστά την υγεία της ψυχής.
Χωρίς την κάθαρση από τα πάθη ή ψυχή δεν θεραπεύεται από την αμαρτία, ούτε αποκτά την δόξα πού έχασε με την παράβαση καί την πτώση.
Ή κάθαρσης βέβαια είναι έργο της θείας χάριτος, χρειάζεται όμως καί την ανθρωπινή συνεργασία για να πραγματοποιηθεί. Ό άνθρωπος προσφέρει την θέληση του καί ό Θεός τη χάρη Του. Όλα μέσα στην Εκκλησία είναι αποτέλεσμα αυτής της χάριτος καί της ελευθερίας του ανθρώπου. Διότι όλα είναι θεία καί ανθρώπινα μαζί.
Τότε ό άνθρωπος ελευθερώνεται τελείως από τα πάθη, "όταν ό Θεός επινεύσει". Γι' αυτό και ό άνθρωπος πρέπει να παρακαλεί τον Θεό να αφαίρεση το σκέπασμα των παθών πού καλύπτει την ψυχή του. Ό Θεός σέβεται απόλυτα την ελευθερία του ανθρώπου καί βοηθά τον άνθρωπο ανάλογα με την προσευχή του.

Τρόποι καί μέσα θεραπείας.
Βασική προϋπόθεσης για να ξεκινήσει ό άνθρωπος τον αγώνα για την κάθαρση των παθών είναι το να γνωρίσει καλά το πάθος του. "Αν δεν το γνωρίσει δεν μπορεί να το θεραπεύσει. Αυτός πού αξιώθηκε να δη τον εαυτό του καί να γνωρίσει τα πάθη του θεωρείται ανώτερος του "άξιωθέντος ίδείν αγγέλους".
Ή ησυχία προσφέρει μεγάλη βοήθεια στον άνθρωπο για να γνωρίσει τα πάθη του. Είναι "αρχή καθάρσεως των παθών".
Την επίγνωση των αμαρτιών καί των παθών ακολουθεί ή μετάνοια. Με την μετάνοια ό άνθρωπος έρχεται στο χώρο της ελευθερίας των τέκνων της δόξης του Θεού. Μετάνοια δεν είναι μία παροδική συντριβή από την συναίσθηση διαπράξεως κάποιας αμαρτίας, αλλά μία μόνιμη πνευματική κατάστασης, πού σημαίνει σταθερή κατεύθυνση του άνθρωπου προς τον Θεό. Είναι ή δυναμική μετάβασης του ανθρώπου από το παρά φύσιν εις το κατά φύσιν. Από την περιοχή της αμαρτίας στο χώρο της αρετής" αποστροφή για την αμαρτία, επιστροφή στο Θεό. Καί όπως τονίζει ό αγ. Γρηγόριος ό Παλαμάς "μετάνοια εστί το μισήσαι την άμαρτΐαν καί άγαπήσαι την άρετήν έκκλϊναι από του κάκου καί ποιήσαι το αγαθόν".

Χωρίς την μετάνοια δεν ωφελεί ούτε ή πίστης.
Ή μετάνοια γεννιέται στην καρδιά του άνθρωπου από την πίστη καί τον φόβο του Θεού. Ο αββάς Ισαάκ ό Σύρος παρομοιάζει την μετάνοια με πλοίο. Καί όπως δεν μπορεί κάποιος να πέραση την θάλασσα χωρίς πλοίο, έτσι δεν μπορεί καί κάποιος χωρίς την μετάνοια καί τον φόβο του Θεού να πέραση την ακάθαρτη θάλασσα των αμαρτιών καί των παθών καί να φθάση στην αγάπη του Θεού. Αυτήν την θάλασσα μπορεί να την πέραση ό άνθρωπος μόνο με το πλοίο της μετανοίας το όποιο έχει για κωπηλάτες τον φόβο του Θεού. "Αν οι κωπηλάτες δεν κυβερνούν καλά το πλοίο, ό άνθρωπος καταποντίζεται στην θάλασσα των παθών καί δεν φθάνει ποτέ στο θεϊκό λιμάνι της αγάπης του Θεού.
Ό θείος φόβος εξ άλλου είναι αυτός πού προφυλάσσει τον άνθρωπο από τον χειμώνα των παθών, για να μη χαθεί ό καρπός του αγώνα του, τον όποιον έχει αποκτήσει σε όλη του τη ζωή με κόπο καί μόχθο.
Ή μετάνοια βέβαια έχει καί ορισμένες εκδηλώσεις, απτές αποδείξεις θα λέγαμε, πού στην πατερική ορολογία ονομάζονται "καρποί μετανοίας". Όλα αυτά φυσικά προκαλούν την κάθαρση της ανθρώπινης ψυχής από τα πάθη.
Πρώτος καρπός της μετανοίας είναι ή εξομολόγησης. Σ' αυτήν ολοκληρώνεται ή μετάνοια. Προϋπόθεσης της εξομολογήσεως και της μετανοίας είναι ή επίγνωσης των αμαρτημάτων καί το ταπεινό φρόνημα. "Αν ό άνθρωπος δε γνωρίσει τα πάθη καί τις αμαρτίες του καί δεν ταπεινωθεί, ή εξομολόγηση του είναι ανώφελη. Ή εξομολόγησης είναι έκφρασης ταπεινής καρδιάς. Όταν ή καρδιά σκληρυνθεί τότε ό άνθρωπος δεν ομολογεί ότι είναι αιτία των παθών καί των αμαρτιών του ό ίδιος, αλλά προφασίζεται καί αιτιάται τους ανθρώπους ή τους δαίμονες ή καί ακόμη αυτόν τον ίδιο το Θεό. Ή σωστή εξομολόγησης φέρνει στην καρδιά του ανθρώπου κατάνυξη, ή οποία είναι απόρροια της αισχύνης αλλά και της παρηγοριάς που ακολουθεί την επίγνωση καί την ομολογία των αμαρτιών καί την αποδοχή της ευθύνης γι' αυτά.
Οι ιερείς συγχωρούν τις αμαρτίες των εξομολογούμενων καί οι έμπειροι πνευματικοί θεραπεύουν τα ανθρώπινα πάθη. Γι' αυτό καί πρέπει οι πνευματικοί πατέρες να είναι υγιείς, "κεκαθαρμένοι" από τα πάθη για να μπορέσουν να θεραπεύσουν σωστά, αλλά καί για να αποφευχθεί κάθε ενδεχόμενο να πέσουν οι ίδιοι σε "μιαρά καί βδελυκτά πάθη".
Στο μυστήριο βλέπει ό άνθρωπος την μοναδική, την απόλυτη, την όντως καθαρότητα, τον Θεό, καί ταυτόχρονα συνειδητοποιεί την δική του μολυσμένη καί ακάθαρτη ύπαρξη καί αμέσως σπεύδει να την καθαρίσει με την έξομολόγησί πού μοιάζει με το καθάρισμα του αγρού. Όπως το άροτρο καθαρίζει την γη από τα αγκάθια καί τα τριβόλια, έτσι καί ή εξομολόγησης ανασκάβει καί αποβάλλει από την ανθρώπινη καρδιά όλα τα πάθη πού κρύβονται μέσα της, την ετοιμάζει να υποδεχθεί τον ιερό σκοπό της χάριτος καί την βοηθεί να γίνει κατάλληλη για την καλλιέργεια καί την ευφορία των αρετών.
Με την μετάνοια καί την εξομολόγηση συνδέονται τρεις ακόμη πνευματικές αρετές: Το πένθος, τα δάκρυα καί ή αυτογνωσία. Καί οι τρεις αρετές αυτές βοηθούν σημαντικά στην κάθαρση από τα πάθη. Με το πένθος καί τα δάκρυα φθάνει κανείς στην πεδιάδα "της καθαρότητος της ψυχής". Το πένθος καί τα δάκρυα είναι αυτά πού θανατώνουν εύκολα τα πάθη" ή ψυχή δέχεται την ειρήνη των λογισμών καί ανυψώνεται στην καθαρότητα του νου.
Ιδιαίτερα το πένθος καί ή λύπη καταπολεμούν το πάθος της βλασφημίας, ενώ ή αυτομεμψία τους λογισμούς της υπερηφάνειας. Γι' αυτό καί ό αββάς Ισαάκ ό Σύρος συμβουλεύει: "Όταν έλθει σοι λογισμός της υπερηφάνειας -ότι έφθασες σε κάποια πνευματικά μέτρα - ειπέ' γέρων βλέπε την πορνείαν σου". Γι' αυτό τονίζει, πρέπει να παρακαλάμε τον Θεό να μας δώσει αυτό το χάρισμα. "Αν μας το δώσει "ου μη άρθή άφ' ημών ή καθαρότης έως της εξόδου ημών εκ του βίου τούτου".
Ό αγ. Γρηγόριος ό Παλαμάς ακολουθώντας την γνήσια εκκλησιαστική παράδοση, κρίνει αναγκαία την υπακοή σε πνευματικό πατέρα, στον όποιο καί πρέπει ό χριστιανός "να έξαγγέλλη τα πονηρά πάθη της ψυχής" καί να δέχεται την "πνευματικήν ιατρείαν".
Ή σύνδεσης με πνευματικό πατέρα είναι απαραίτητη για την πνευματική μας τελείωση. Χωρίς την υπακοή στο πνευματικό μας πατέρα δεν είναι δυνατή καί ή υπακοή μας στον Κύριο. Καί χωρίς υπακοή δεν μπορεί να ύπαρξη πνευματική πρόοδος καί διαφύλαξης από τον εγωισμό καί την πλάνη. Μάλιστα στα μοναστήρια υπάρχει το σύνθημα" "Υπακοή = ζωή, παρακοή = θάνατος".
Ό αγώνας για την κάθαρση από τα πάθη χρειάζεται φροντίδα και προσοχή. Πρέπει να γίνεται με σύνεση καί απαραίτητη γνώση καί "ουχί εν παιγνίω, αλλά τεχνικώς". Με επίγνωση των κανόνων, αλλά καί των δυσκολιών. Δεν θεραπεύονται με το ίδιο φάρμακο όλες οι σωματικές ασθένειες. Το ί'διο καί οι πνευματικές. "Πάν άρρώστημα τοις οικείοι φαρμάκοις θεραπεύεται".
Είναι σημαντικό να πολεμά κανείς το πάθος καί να το ξεριζώσει όσο ακόμη είναι μικρό καί τρυφερό. "Αν "πλατυνθη καί περκάση", είναι πολύ δύσκολο να ξεριζωθεί. Όταν είναι μικρά τα πάθη μοιάζουν με σκύλους πού είναι σε κρεοπωλεία καί απομακρύνονται μόνον με την φωνή' όταν όμως μεγαλώσουν γίνονται λιοντάρια ασυγκράτητα καί επικίνδυνα. Ό αγώνας αυτός ακόμη χρειάζεται επιμονή καί σταθερότητα. Θεωρείται αναγκαία ή καθημερινή προσπάθεια για το ξερρίζωμα των παθών. Ενώ ή αμέλεια καί ή ραθυμία έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των παθών στην καρδιά του ανθρώπου. Καί ή πιο μικρή πνευματική έργασία που γίνεται σταθερά και καθημερινά, έχει μεγάλη δύναμη καί μπορεί να απαλύνει την σκληρότητα των παθών. Γι' αυτό χρειάζεται πρόγραμμα. Όπως δεν μπορεί να λειτουργήσει κάποια υπηρεσία χωρίς πρόγραμμα, έτσι καί ό πνευματικός αγώνας δεν γίνεται ή δε λειτουργεί σωστά χωρίς πρόγραμμα. Χρειάζεται επιμονή καί σταθερότητα μέχρι θανάτου.
Πρέπει ακόμη ό άνθρωπος να αποφεύγει τις αίτιες των παθών Ή απομάκρυνσης αυτή δεν έχει μόνο προληπτικό, αλλά καί θεραπευτικό χαρακτήρα. Βοήθα τον άνθρωπο στον αγώνα κατά της καθάρσεως των παθών. Όταν ή επιθυμία βρίσκεται δίπλα στον άνθρωπο, τότε δύσκολα νικάται το πάθος. Ό αγώνας του είναι διπλός" εσωτερικός καί εξωτερικός. Για παράδειγμα, για να πολεμηθεί το πάθος της πορνείας ισχυρό όπλο είναι "το άπέχεσθαι εκ της θέας του προσώπου". Έτσι κλείνεται το εξωτερικό μέτωπο καί μένει μόνον το εσωτερικό.
Για να μπόρεση ό άνθρωπος να απομακρυνθεί καί να θεραπευθεί από τα πάθη του, πολύ βοηθητικά είναι ακόμη δύο πράγματα: Ή ησυχία καί ή έρημος. Λέγοντας έρημο οι πατέρες, δεν εννοούν μόνο την σωματική απομάκρυνση από τον κόσμο, όσο κυρίως την εσωτερική απομάκρυνση από τα πράγματα του κόσμου. Είναι απαραίτητο να αγωνίζεται κανείς "οπού δ' αν ή" για να ξερριζώση τα πάθη από την ψυχή του.
agioritis.pblogs.gr/

Wednesday, June 10, 2015

Στήν ἄτεκνη γυναίκα γιά τά παιδιά ( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς )


Πικρά παραπονιέσαι πως δεν έχεις παιδιά. Παραπονιέσαι για τον άνδρα σου, που τον θεωρείς υπαίτιο. Και ακόμα τολμάς να παραπονεθείς και για τον Δημιουργό σου. Μην αμαρτάνεις φορτώνοντας την ψυχή σου, αλλά υποτάξου στο θέλημα του Θεού. Διότι ο Θεός είναι η αιτία των παιδιών, ενώ οι γαμήλιοι σύντροφοι είναι μόνο τα κανάλια μέσω των οποίων εμφανίζονται τα παιδιά στον κόσμο, κατά την πρόνοια του Θεού και κατά το στοργικό θέλημά Του.
Στη Βίβλο της ζωής είναι γραμμένη η εξής περίπτωση: η Ραχήλ, η γυναίκα του Ιακώβ, δεν είχε παιδιά. Και στην πίκρα της η Ραχήλ μάλωσε τον άνδρα της τον Ιακώβ και του είπε:
«Δός μοι τέκνα, ει δε μη, τελευτήσω εγώ» (Γέν. 30, 1). Παραξενεύθηκε ο Ιακώβ με την αφροσύνη της γυναίκας του: «Θυματωθείς δε Ιακώβ τη Ραχήλ είπεν αυτή: μη αντί Θεού εγώ ειμί, ός εστέρησέ σε καρπόν κοιλίας;» (Γεν. 30, 2).
Συμβαίνει, να μην δίνει ο Δημιουργός καμιά φορά παιδιά ούτε στους δικαιότατους συζύγους, όπως ήταν η περίπτωση με τον Αβραάμ και τη Σάρα, ή με τον δίκαιο Ιωακείμ και την Άννα. Αλλά συμβαίνει, Αυτός να μην δίνει παιδιά λόγω αμαρτίας της μιας ή της άλλης γαμήλιας πλευράς.
Για παράδειγμα η περίπτωση με τη Μελχόλ, τη γυναίκα του Δαβίδ. Η νεαρή γυναίκα του Δαβίδ Μελχόλ, κόρη του βασιλιά Σαούλ, κοιτούσε μια φορά από το παράθυρο και είδε τον άνδρα της πάνω στον θρησκευτικό ενθουσιασμό του να πηδά και να χορεύει γύρω από την κιβωτό της διαθήκης, «και εξουδένωσεν αυτόν εν τη καρδία αυτής» (Β’ Βασ. 6, 16). Τούτο τον χλευασμό στην καρδιά της κανένας στον κόσμο δεν γνώριζε εκτός από τον Θεό που βλέπει τα πάντα. Γι’ αυτό ο Ύψιστος τιμώρησε την Μελχόλ την γυναίκα του Δαβίδ «και τη Μελχόλ θυγατρί Σαούλ ούκ εγένετο παιδίον, έως της ημέρας του αποθανείν αυτήν» (Β’ Βασ. 6, 23).
Εξερεύνησε λοιπόν κι εσύ την καρδιά σου και την καρδιά του άνδρα σου, και κοιτάξτε και οι δύο, εάν σε κάτι αμαρτήσατε μπροστά στον Κύριο. Εάν δεν βρείτε κανένα φταίξιμο σ’ εσάς, τότε αναμφίβολα είναι το θέλημα του Θεού, να μην έχετε παιδιά δικά σας, ώστε να αγκαλιάσετε ξένα ορφανά σαν να ήταν δικά σας παιδιά, πράγμα που είναι μεγάλο έργο μπροστά στον Κύριο.
Ακόμα ζει ανάμεσά μας μία σημαντική κυρία, η οποία δεν έχει δικά της παιδιά, αλλά η οποία από την αρχή του πολέμου μάζευε εκατοντάδες ορφανά χωρίς πατέρα και μητέρα και τα φρόντιζε και τα σπούδαζε σαν να ήταν δικά της παιδιά. Κάποια φορά μου ομολόγησε:
«Στη ζωή μου ποτέ δεν αγαπούσα τίποτα τόσο πολύ όσο τα παιδιά. Όταν ήμουν μικρό κορίτσι επιθυμούσα να παντρευτώ γρήγορα, μόνο και μόνο για να αποκτήσω παιδιά, και μάλιστα όσα περισσότερα μπορούσα. Όμως αυτό δεν μου δόθηκε. Δύο φορές παντρεύτηκα, όμως δικά μου παιδιά δεν απέκτησα. Αλλά ο Θεός εκατό φορές παραπάνω εκπλήρωσε την επιθυμία μου για παιδιά. Μου δώρισε έως τώρα περίπου χίλια παιδιά. Και τώρα στα γεράματά μου αμέριστα χαίρομαι, επειδή ο Δημιουργός δεν μου έδωσε παιδιά εκ της κοιλίας μου. Αφού, εάν είχα δύο, τρία ακόμα και δέκα δικά μου παιδιά, θα ασχολιόμουν μ’ αυτά μια ζωή ολόκληρη, οπότε θα έχανα την ικανοποίηση και την ευτυχία, να ονομάσω χίλια παιδιά άλλων δικά μου. Δόξα στον αγαπημένο Θεό γι’ αυτό!».
Να προσεύχεσαι κι εσύ στον Θεό καθαρά και από καρδιάς, όπως προσεύχονταν ο Ιωακείμ και η Άννα. Είναι ανείπωτα ελεήμων και μπορεί να σου δώσει παιδιά. Αλλά και εάν δεν σου δώσει, μην θυμώνεις. Δώρισε τότε την αγάπη σου στα παιδιά των νεκρών μητέρων, και θα ονομαστείς μητέρα και όχι άτεκνη στο Βασίλειο της αιώνιας δικαιοσύνης και ομορφιάς.

(Από το βιβλίο: Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Δεν φτάνει μόνον η πίστη…». Ιεραποστολικές επιστολές Β’, Εκδόσεις «Εν πλω»

πηγη

How to chose a spiritual confessor ( Dr. Constantine Cavarnos )



St. Arsenios of Paros (1800-1877)

The Holy Elder Philotheos (Zervakos) points out the qualities of the good Confessor or Spiritual Father using St. Arsenios of Paros (1800-1877) as his exemplar. These qualities are particularly the following: humility, gentleness, patience, discernment, compassion and love. These virtues, he says, Father Arsenios eminently possessed. Thus, he remarks:

“St. Arsenios received all with love and paternal affection, and gave to all with understanding and discernment the ‘medicines’ necessary for the therapy of their souls. Besides other necessary ‘medicines’ he used to give to all two common ones: the medicine of repentance and the medicine of God’s compassion and love. He exhorted all to repent sincerely, and not to despair on account of their many sins, but to have hope in God’s immeasurable compassion, realizing that God accepts sinners when they repent. As proof of God’s great compassion he cited the examples of the Prodigal Son, the Thief, the Harlot, the Publican, and many others. Through love and gentleness Arsenios led many to repentance and salvation.”

Father Philotheos Zervakos goes on to give a very moving example of how St. Arsenios the New acted as a Confessor. It is as follows:

“A certain girl from the island of Syros (One of the Cyclades Islands, not far from Paros.) went to the Convent of the Transfiguration of Christ on Paros to visit her sister, who was a nun there. The latter had previously been informed that her sister had deviated from the right path; and when she was notified that her sister was outside the gate of the convent and wanted to see her, she at once began to scream and say: ‘Go away, go far away from the convent, because you are defiled and will defile the convent of the nuns.’ “And taking along with her as helpers some other nuns, she went outside the convent. When she saw her sister waiting outside the gate, instead of feeling compassion for her for having been wounded by the soul-destroying enemy, instead of sharing her pain, embracing the kissing her, and taking care to heal her wounds, and leading her to repentance and confession, thereby saving her, she dashed against her like a lioness. And aided by other nuns, she struck her in the face, on the head, wounded her seriously, and with wild shouts and threats drove her away. ‘Go away,’ she kept telling her, ‘you foul harlot, who came here to the convent, to this holy place to defile it also. Go away, I will kill you, to wash away the shame you have brought to our family.’ She replied: ‘I erred, forgive me, my sister, don’t you share my pain?’—’No,’ she replied, ‘you are not my sister, you are a harlot.’— ‘Where shall I go?’ asked her sorrowful sister. ‘Go and drown yourself, go and kill yourself,’ replied the other.

“The miserable girl fled from the convent full of wounds and bloodstained. When she was about 800 yards away, she sat down by the road, weeping bitterly; and groaning painfully she said: ‘What shall become of me the wretch? Where shall I go, when even my sister, to whom I hastened to seek help and consolation, drove me away, wounded me, and filled me with despair? There remains nothing for me now but to go and drown myself in the sea! O my God, help me the wretch.’

“Through the dispensation of God, Who does not want the death of the sinner but his repentance, it happened that St. Arsenios was going up to the convent. When he saw the girl crying and wounded, he felt compassion for her, and approaching her he said: “What is the matter, my child? Why are you weeping? Who has caused you the wounds?’—’My sister, Elder,’ she replied, ‘together with some nuns.’— ‘And why did they wound you?’— ‘Because, Elder, some corrupt men and women led me astray, and I became a harlot. But I realized that I did not do well and I came to the convent to seek protection, help, from my sister. And behold, Father, what they did to me. Is that the way nuns act, having fled from the world in order to save their souls? What do you, Father, counsel me? To go to the sea and drown myself, or to go and hurl myself down a precipice?’ T, my child, do not give you such counsel. I love you as my child, and if you wish I shall take you with me and heal the wounds of your soul and body.’—’And where are you going to take me, Elder?’—’To the convent, my child.’—T beg you not to take me to that convent, where my sister is together with those wicked nuns, because they will kill me—they declared this to me clearly, and if I insisted on remaining there they would certainly have killed me. You, Elder, are a good Father, but those nuns are criminals.’

“Come, my dear child, and be not afraid, they will not kill you, because I shall turn you over to Christ, and no one will be able to harm you.’—’In that case, Elder, since you are going to turn me over to Christ, I am not afraid of them, because Christ is much more powerful than they.’

“After he had encouraged and consoled her, St. Arsenios took her by the hand and led her up to the convent. And like another good Samaritan, by means of fatherly and affectionate words he exhorted her to repentance and confession. When she had repented sincerely and confessed candidly, he cleaned and dressed the wounds of her body and soul. Having clothed her with clean garments, those of repentance, he introduced her into the spiritual fold of the convent and included her with his other rational sheep.

She made such progress in the monastic life — in fasting, self-control, vigils, prayer, temperance and the rest of the virtues, and in the keeping of the Commandments of God — that she surpassed all the other nuns. Thus there was fulfilled the saying of the divine herald Paul the Apostle: “Where sin abounded, grace did much more abound.”

Wishing to correct the nuns who had acted wrongly towards her, the Saint called all the nuns into the church of the convent and sharply rebuked those who wounded her, especially her sister, saying: “The good father of the parable, upon seeing from afar his prodigal son — who had spent his whole life living prodigally — returning to him, hastened to meet him, embraced him, kissed him, took him to his house, removed his old garments and clothed him with new ones and new shoes. He rejoiced greatly, because his son was dead, and was alive again, he was lost and was found. Christ came down from Heaven not in order to save the righteous, who have no need, but sinners. He came to save the lost sheep. He mingled, conversed and ate with publicans, harlots, sinners, towards whom he showed His love and affection. In this manner, that is, through His love, He saved them. But you did the opposite. Although you knew that the incorporeal wolf, the devil, had seriously wounded her soul, instead of feeling sorry for her, and running to embrace and kiss her, to rejoice, to save her from the danger of further sin, you felt hatred for her and ran to kill her. And because you were unable to kill her, you incited her to go and kill herself, to drown herself in the sea. Now learn from me, your Spiritual Father, that you are not nuns, you are not Christians, you are not even human beings. If you had a sheep and saw that it was at a precipice and was in danger of perishing, I think you would have hastened to save it. Why? Because it is an animal. If you show so much concern for an animal, should you not have shown concern for your sister, who is not an animal, but a human being, has a soul, which is worth more than the whole world? She was on the precipice of perdition, and although she came to seek your help, you pushed her so that she might fall down faster.

“Therefore, you are devoid of compassion, devoid of affection, devoid of sympathy; you are murderesses. For this reason I impose upon you the penance of not receiving Holy Communion for three years, if you do not recognize the great sin which you inconsiderately fell into. Repent, confess your sin, sigh, weep bitterly, and ask for forgiveness from God, from me, your Spiritual Father, and from those sisters who did not agree to your sinful act.”

Inasmuch as the nuns became aware of their sin, repented and wept bitterly, St. Arsenios forgave them and moderated their epitimia. Upon the sister, he imposed the penalty of not receiving Holy Communion for a year, because she provided the occasion and cause of the sin, while upon the others, that of not partaking of Holy Communion for six months, because they shared in the responsibility.

This story appears in Blessed Philotheos Zervakos’ book Life, Conduct, and Miracles of Our Father Arsenios the New, which was first published in 1960 and has been reprinted many times. I translated the story into English for inclusion in my book St. Arsenios of Paros, and present it here because it constitutes a very instructive and powerful lesson for priests with regard to the extremely important Mysterion of Confession and to imposing the proper penance on sinners for their spiritual therapy.

In another book of his, Blessed Philotheos has this to say about a good Confessor:

“The good Confessor’s manner, the cheerfulness of his face, the fatherly affection with which he receives the sinner, the sweet language of his teaching, the courage which he gives to the shy, the consolation which he offers to those who have committed many sins and are in despair, citing the example of any who repented and were saved—all these are conducive to sincere repentance and confession of the sinner…. It is to such Spiritual Fathers and physicians of the soul that the sinner ought to entrust the therapy of his soul.”

One cannot speak adequately about priests serving as confessors without saying something about the possibility of their being adversely affected thereby. In the Old Testament we read: “With a holy man thou shalt become holy, with the perfect man thou shalt be perfected, and with a perverted man thou shalt become perverted.”

We may call the principle involved here “the Principle of Assimilation.” Contemporary psychoanalysis terms it the “Principle of Identification,” and calls attention to instances where this principle operates in a negative manner.


Dr. Constantine Cavarnos 

Monday, June 8, 2015

Θαύμα στη Ρωσία με το λείψανο του Αγίου Γεωργίου




Γράφει ο Αιμίλιος Πολυγένης

Ένα συγκλονιστικό θαύμα συνέβη στην Αγία Πετρούπολη σύμφωνα με το Pravoslavie.ru, κατά τη διάρκεια της υποδοχής του Ιερού Λειψάνου του Αγίου Γεωργίου από την Ι.Μ. Ξενοφώντος του Αγίου Όρους.

Συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς του ιερού λειψάνου σε Ιερό Ναό της Αγίας Πετρούπολης, μια τυφλή γυναίκα με ένα μπαστούνι στο χέρι αμέσως μετά το προσκύνημα στο άρχισε να φωνάζει: ""Βλέπω, Κύριε, βλέπω".

Πληροφορίες αναφέρουν ότι η εν λόγω γυναίκα ήταν 10 χρόνια τυφλή, κάτι που γνώριζαν και οι πιστοί.

Ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας Μοναχός Ιωσήφ μόλις πληροφορήθηκε το θαυμαστό γεγονός, μεταξύ άλλων δήλωσε: "Θέλουμε πάντα να βασίζονται στην πίστη τους, είναι ένα θαύμα, αλλά ο Θεός δίνει, όταν χρειάζεστε πραγματικά".

Επίσης ο μοναχός Ιωσήφ ανέφερε ότι οι μοναχοί του Αγίου Όρους κρατούν αρχεία για τα θαυμαστά αυτά γεγονότα.

πηγη

Ποτέ να μην λησμονείτε, ότι η επίγεια ζωή μας δόθηκε...( Άγιος Λουκάς ο Ιατρός )


 

Ποτέ να μην λησμονείτε, ότι η επίγεια ζωή μας δόθηκε για να προετοιμαστούμε για την Ζωή την Αιώνια και η τύχη μας στην Αιώνια Ζωή θα κριθεί απ’ αυτό, πώς ζήσαμε εδώ.

Άγιος Λουκάς ο Ιατρός


πηγη

The life of Elder Joseph the Hesychast

Monasticism recognizes several venerable people, monks, who, in their time, left indelible marks in the history of the Orthodox Church. We can rightfully say that one of those leaders of monasticism is the venerable elder, father Joseph the Hesychast from the Holy Mount. 

He is the reviver and the guide of present monasticism in the Holy Mount, as well as Greece and America.With his small brotherhood: Elder Ephraim of Philotheou, elder Charalampus of Dionysiou, elder Joseph of Vatopedi, elder Arsenios Spileot the Hesychast, and his disciple elder Ephraim of Katunakia he raised spiritual life in the monasteries in the Holy Mount: Philotheou, Dionysiou, Vatopedi, Karakalou, Xeropotamou, Konstamonitou and a lot of other monasteries under the guidance of those ones. Their spiritual experience has an influence in many other monasteries, sketes and cells in the Holy Mount and abroad. Today, according to His providence, God spread all his direct or indirect disciples all over the world, and his spiritual writings have been translated in many world languages.

Elder Joseph the Hesychast or Spileot was born in 1898 in the village of Lefkes on the Paros Island in Greece. He has been chosen to serve God since he was in his mother’s womb. He lost his father when he was very young, and his mother, who was especially pious, took care of his education. Since his family was very poor, the young Frances, which was his name before he took monastic vows, had to labour from a very early age in order to provide the necessary things for the survival of his family.



When he was 18, he left his home to go to Pirea, where he lived and worked. He finished his military service in the navy and continued to work. He was a very strong, brave and clever young man, and working as a merchant he started to gain wealth very quickly. He started reading the books from the Holy Fathers when he was 23. Reading about the exploits of the Holy Fathers and spending more and more of his time in prayer and exploits, he slowly started to detach himself from the world and the disturbance and the noise in it. His heart did not strive for the vanishing and false treasures on earth, but he strived for the undecayable, eternal and priceless treasure of the gift of the Holy Spirit in the Church. He gave up everything he had; he dispensed it to the poor and headed towards the country of the Heaven and Earth, of the Heavenly Empress, the Mother of God, towards the Holy Mount Athos.



When he arrived there, he, firstly, walked across the whole Holy Mount in order to find an elder and a place for his exploit. Like a bee which goes from flower to flower collecting the sweetest nectar, so he used to go from elder to elder drinking the heavenly nectar of God’s grace collecting their spiritual experiences in order to upgrade himself, to grow and be in a communion with God. On the feast day of the Holy Transfiguration he climbed on the top of the Mount Athos, where there was a small church dedicated to the Holy Transfiguration of Christ, and there he met father Arsenios, who later became his inseparable friend and co-struggler. From there they went to the renowned elder Daniel in Katunakia who advised them to choose (find) an elder, who does not need to be a renowned one and to subjugate themselves to him in obedience, since the road of the life in Christ is a tradition and a gift of the Holy Spirit and is passed on from an elder to his spiritual child, and without the blessing from the elder and without the impeccable subjugation and obedience there cannot be salvation and divinization. After that, they found elder Ephraim who lived in the cell of the “Annunciation” and submitted themselves to him in obedience. His craft was making wooden wine barrels. He was a simple, good-hearted, calm, quiet, unthinkably silent and meek old man. His happiness for the arrival of the young novice monks was indescribable. Elder Ephraim was the one who brought young Frances into monasticism in the cave of St. Athanasius giving him the name Joseph.

Being persistent in the exploit of searching and suffering to achieve a greater prayer in the constant uttering of the name of God i.e. the Jesus Prayer: God Jesus Christ have mercy on me, with all-night vigils and strict fasting, elder Joseph acquired the gift of pure heart and the continuous prayer of the mind in the heart very early

One day, being in a state of an especially intense prayer and cry, but also in a spiritual sadness for the fact that he could not find a place for his exploit, he experienced the revelation of God’s grace. In one moment he looked towards the little church of the Mother of God, and there he saw a bright ray of light coming out of the church right above him in the form of a rainbow. In those moments he was totally changed, forgetting about himself. He was filled with light inside his heart and everywhere around him. He was not feeling his body. Then the Jesus Prayer started to flow out of his heart with no effort. It was a grace from God. From then on, the Jesus Prayer stayed in his heart forever, but with not as strong effect as the one at the first moment.



Later, when he took the yoke of the holy obedience, having the experience and the flame of the prayer, he never reduced his exploit. Every night, after sunset, he used to go to a lonely place, and sit on a wooden chair, uttering the Jesus Prayer continually for six hours, locking his mind in his heart. He measured the time of the prayer with an alarm clock, which he used to put away from him in order not to disturb his prayer, setting it to go off after six hours. One night, abiding in prayer he was illuminated by the uncreated Light from God which spread itself so much that it illuminated the whole place, similar to the Tabor Light, where Saint Peter told God “it is good for us to be here”. Later, when he came to his senses, he noticed that the alarm clock had been ringing for a long time, without him hearing it. After this contemplation, the grace of the prayer inside him multiplied itself.

Because their hesychastic life was different from the typikon of the fathers in the surroundings, for which they showed resistance, and in order not to tempt them, they moved to the quiet place “Saint Vasilius”. But they did not stay there for long, because after predicting his death, their spiritual father elder Ephraim rested in God.



They used to spend the winter period in their cell, in prayer and fast, and during the summer father Joseph, together with his co-struggler father Arsenios, lived roving life, having nothing earthly with them, as God said: take nothing, neither a stick nor shoes… and they used to go from one place to another searching advice from the holy fathers, zealots. When they walked, they impeccably held themselves to the silent way of life, threading in a certain distance one from the other in order not to disturb the beloved silence. They ate stale bread only. Father Joseph used to eat 75 grams of stale bread, and always after the ninth Byzantine hour. Every Saturday and Sunday they used to attend the Holy Liturgy in the monasteries where they received the usual meals like all the others. They spent eight years in this exploit.



Later on, they decided to retreat again in “Saint Vasilius” and to spend most of their time in their cells, enjoying the reciting of the Jesus Prayer.

There they built a small church dedicated to the Birth of Saint John the Forerunner, and started to make small wooden crosses as an everyday monastic craftwork. Father Arsenios used to make the rough part, making the form of the cross, and father Joseph used to carve the Crucifixion on the one side and the image of the Mother of God on the other side.

There they live an almost prison life. It was the first time for father Joseph to experience a physical struggle which usually happens to the beginners, and he spent eight years in that difficult struggle.

The eagles gather where the corpse is. The God-seekers, the ones that yearn for exalted aims, gather where there are spiritual fathers, the bearers of the spirit, who like fire pillars and fragrant lilies radiate and scent with their holiness and spiritual beauty. At that time other monks and novices started to gather around them. A lot of them came, but a small number of them stayed. The reason was that they could not endure their strict hesychastic typikon (rules, principles for living). Elder Joseph adopted the rule that he must not refuse anyone, but accept everyone with love until he wants to stay. Elder Joseph especially took care of the weak, the spiritually sick and the ones possessed with the devil, which if they only were obedient to him, because of his skill in the struggle with the passions, could be healed.

In search of a more lonely and peaceful life, in January 1938 they moved to some caves near the skete Small Saint Anna. There they fenced the yard space, made three cells from trees and mud, which were 1.80 metres long and 1.50 metres wide, in which they had nothing more than most needed things. In one of the caves they built a small church dedicated to Saint John the Forerunner, where they had a Liturgy once or twice a week in order to receive the Holy Communion.

Their typikon was as it follows: they worked until noon, then they retracted into solitude and instead of an evening service they recited their prayer on a rosary and did some reading. After that they used to gather for a meal and with the blessing from father Joseph they retracted again for some rest. After their rest they used to have praying vigil until midnight, everyone in his cell. If it was the day for a Liturgy, they had one after midnight, and if there was not a Liturgy the young monks used to read something or they visited the elder in order to confess or they continued with the Jesus Prayer. After that they had some rest again. When father Charalampus became a hieromonk, they used to have Liturgy every day, and they used to receive the life-giving and salvational Secrets as our most essential Bread every day.

At the time of the Lenten Fast their already difficult life was becoming unbearable. The young monks, with a lot of love, wishes and forwardness, tried to follow the exploit of their elder, but that sacrifice of theirs lead them to the end of their forces and exhaustion, so that in June 1951father Joseph decided that they should move the New Skete (Nea Skiti).

There they moved into some cottages in a short distance from the skete. Since father Joseph could not walk because of his illness and because he could not stay without the Holy Liturgy or Communion, they built a small church there, dedicated to Saint John the Forerunner again. In Nea Skiti they continued with their strict prayer typikon. Elder Joseph did not give up his strict exploit but he even tried to make it harder. He went through two difficult illnesses, the first of which he did not even want to treat, hoping to have help from God and the Holy Mother. He got better after a year. His body became one wound but he did not give up his prayer rule. The illnesses, the strict and difficult conditions lead to a drastic worsening of his health. In the last forty days of his life on earth he barely ate something, receiving the Holy Communion every day and tasting a bit of watermelon.



His death was a death of a venerable person. He was informed in advance by the Holy Mother about his death, that he was going to be taken on Her feast day. On the day of the Dormition of the Holy Mother, he received the Holy Communion for the last time uttering the words “to have it on the way towards the eternal life”. He gathered his disciples to bid farewell and to give them the last blessing. He only let elder Arsenios to stay in his cell and he peacefully gave his venerable and pure soul in the hands of the Most-Pure, for Whom he lived and yearned all his life.

He reposed in the sixty-first year of age, but he looked too much older.


Elder Joseph the Hesychast 

Sunday, June 7, 2015

Στάσου ἐδῶ νὰ γνωρίσῃς τὰ τεράστια τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου. ( Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος )


Σὲ κάποια χώρα πλησίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὀνομαζομένην Ἄβυδο, κατοικοῦσε ἕνας ὀρθόδοξος καὶ εὐλαβὴς χριστιανὸς μὲ τὴν ἐπίσης ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ σύζυγό του Σοφιανὴ κατὰ τὸ ἔτος 1607.

Κάποια φορὰ ἀσθένησε ἡ Σοφιανὴ καὶ παρέμεινε στὸ κρεββάτι ἐπὶ εἴκοσι ἡμέρες χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ σήκωση οὔτε τὸ κεφάλι της. Κατὰ τὴν δύσι τοῦ ἡλίου τῆς 3ης Αὐγούστου ἅπλωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανὸ καὶ φάνηκε σὰν νὰ ἐξέπνευσε. Ὅλοι οἱ συγγενεῖς της τότε ἑτοίμαζαν τὰ ἁρμόδια γιὰ τὴν ταφὴ χωρὶς νὰ μποροῦν ἀπὸ κανέναν νὰ παρηγορηθοῦν. Διεπίστωσαν ὅμως ὅτι κάτω ἀπὸ τὸν ἀριστερὸ μαστό της τὸ μέρος ἐκεῖνο ἦταν θερμό, ὁπότε καὶ τὴν ἄφησαν ἀσαβάνωτη μέχρις ὅτου τελείως νεκρωθῆ.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθε καὶ ἡ κατὰ σάρκα ἀδελφή της καὶ μέσα στὴν ἀπελπισία καὶ τὸν πόνο της ἐπῆρε κρύο νερὸ καὶ ἐράντισε τὴν Σοφιανὴ ἡ ὁποῖα συνῆλθε καὶ εἶπε τὰ ἑξῆς στὴν ἀδελφή της Ἄννα: «Καλλίτερα νὰ μὴν εἶχες ἔλθει, ἀδελφή μου, ἐδῶ διότι περισσότερη ζημία καὶ θάνατο μοῦ προξένησες, παρὰ ζωὴ πρόσκαιρη, διότι οἱ φωνές σου μὲ ἐξέβαλαν ἀπὸ τὸν φωτεινὸ ἐκεῖνο Παράδεισο καὶ τὴν ἀνέκφραστη δόξα τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀπελάμβανα. Ἔπρεπε, ἄθλια, ὅταν μὲ εἶδες νεκρή, νὰ χαιρόσουν περισσότερο καὶ νὰ εὐχαριστοῦσες τὸν Θεό, παρὰ τώρα ὅπου μὲ βλέπεις καὶ ἀνέζησα».

Ἀφοῦ εἶπε καὶ ἄλλα πολλὰ καὶ ἔγινε καλλίτερα τῆς ἐζήτουν οἱ παρευρισκόμενοι νὰ διηγηθῆ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶδε στὴν ἄλλη ζωή. Ἐκείνη ἐζήτησε Πνευματικὸ νὰ τὰ ἐξομολογηθῆ καί, ἐὰν ἐκεῖνος κρίνη ὅτι εἶναι εὔλογο, νὰ τὰ μάθουν καὶ ἄλλοι. Ἦλθε λοιπὸν ὁ Πνευματικὸς Ἰερόθεος Κουκοζέλης, Προηγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυροβουνίου Κύπρου, ὁ ὁποῖος μὲ πατριαρχικὴ προσταγὴ ἦλθε γιὰ νὰ ἐξομολόγηση τὴν Σοφιανή, ἡ ὁποία καὶ διηγήθηκε τὰ ἑξῆς:

«Καθὼς σηκώθηκα καὶ ἀνεκάθισα στὸ κρεββάτι μου, λιποθύμησα καὶ βλέπω μπροστά μου ἕνα ἀστραπόμορφο νεανία, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα χρυσὸ δοχεῖο γεμάτο νερὸ καὶ μοῦ εἶπε: Σοφιανή, γνωρίζω ὅτι ἔχεις μεγάλη δίψα καὶ ἡ καρδιά σου φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀσθένεια. Ἂν ὅμως πιῆς αὐτὸ τὸ ζωοπάροχο νερό, θὰ ὑγιαίνης στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα καὶ θὰ ἔχης παντοτεινὴ χαρά. Ἐγώ, ἀκούοντας αὐτά, ἐσκίρτησα ἀπὸ χαρά, καὶ ἄλλο τίποτε δὲν ἤθελα παρὰ νὰ βλέπω τὸν φαινόμενο ἐκεῖνο νέο. Ὅταν ἔλαβα τὸ ποτήρι αὐτὸ στὰ χέρια μου γιὰ νὰ τὸ πιῶ, δὲν ξέρω πῶς, ἁρπάχθηκα ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ ἐπὶ τρία ἡμερονύκτια ἔλειπα ἀπὸ τὸ σῶμα, ἡ δὲ ψυχή μου ἀκολούθησε ἐκεῖνο τὸν νέο καὶ ἀνεβαίναμε στὸν οὐρανό. Ἐπεράσαμε ἑπτὰ σφαιροειδεῖς κύκλους τοῦ οὐρανοῦ μέσα σὲ σκότος βαθὺ καὶ κατόπιν φθάσαμε σ᾿ ἕνα φωτεινὸ καὶ πανευώδη τόπο, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρίσκοντο δυὸ ὑψηλὲς καὶ πανθαύμαστες πύλες. Ἡ δεξιὰ ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ καθαρὸ χρυσὸ καὶ πολύτιμους λίθους, ἐνῶ ἡ ἀριστερὰ ἀπὸ χαλκὸ καὶ ἀναμμένο σίδερο, ποὺ φαινόταν σὰν φλογεροὶ ἄνθρακες. Γύρω ἀπὸ αὐτὴν ἐστέκοντο πλῆθος ἀπὸ φρικωδέστατους ὠπλισμένους γίγαντες ποὺ ἐφύλαττον τὴν πύλη καὶ ἐγὼ τότε ἔμεινα ἄφωνος ἀπὸ τὸν φόβο μου.

- Μοῦ λέγει ὁ ὁδηγός μου: Βλέπεις, ἀδελφή, αὐτὲς τὶς πύλες; Αὐτὲς εἶναι οἱ πύλες τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ μὲν χρυσὴ εἶναι τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἡ δὲ σιδερένια τῆς κολάσεως τῶν ἁμαρτωλῶν.

Ἀφήσαντες αὐτὲς τὶς πύλες ἀνεβήκαμε ψηλότερα σὲ φωτεινότερο τόπο, ὅπου ἐστέκοντο ἄπειρα πλήθη φωτομόρφων ἀνδρῶν τῶν ὁποίων οἱ θέσεις δὲν ἦταν ὅλες σὲ ἕνα τόπο, ἀλλὰ ἄλλου ἦταν ψηλότερα καὶ ἄλλου χαμηλότερα.

Τότε ὁ ὁδηγός μου μὲ τοποθέτησε ἀνάμεσα στοὺς ἀγγέλους καὶ μοῦ εἶπε: Σοφιανή, ἐδῶ σκύψε καὶ προσκύνησε. Ἀμέσως τότε ἐγὼ ἔσκυψα καὶ προσκύνησα μὲ πολὺ φόβο, ἀλλὰ ποιὸν προσκύνησα δὲν εἶδα. Ἐκεῖνος πάλι μ᾿ ἐσήκωσε καὶ μοῦ εἶπε: Στάσου ἐδῶ νὰ γνωρίσης τὰ τεράστια τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Κυρίου, καὶ μετὰ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδα ἕνα πύρινο, λαμπρὸ καὶ βασιλικὸ θρόνο, κάτω ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἦταν ἕνα ἀνθρώπινο χέρι τὸ ὁποῖο κρατοῦσε μία ζυγαριά.

Γύρω ἀπὸ αὐτὸν τὸν θρόνο ἐστέκοντο ἀναρίθμητα πλήθη ἀγγέλων, οἱ ὁποῖοι ἀνέβαιναν ἀπὸ τὴν ὁδὸ ποὺ ἦλθα καὶ ἐγώ, μεταφέροντας ψυχὲς ἀνθρώπων, ἀνδρῶν, γυναικῶν καὶ παιδιῶν καὶ ὅταν τὶς ἀνέβαζαν ἐδῶ, ἔλεγαν: Προσκυνᾶτε, καὶ ἐκεῖνες οἱ ψυχὲς προσκυνοῦσαν, ὅπως δηλαδὴ ἔκανα καὶ ἐγώ. Ἐπάνω στὸν φοβερὸ θρόνο, μέσα σὲ φωτεινὲς νεφέλες, καθόταν ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐνδεδυμένος ἕνα γαλαζοπόρφυρο ἔνδυμα. Ἐγὼ ἀπὸ τὴν δυνατὴ λάμψι τοῦ προσώπου Του, δὲν μπόρεσα νὰ Τὸν ἀτενίσω. Οἱ παριστάμενοι ἄγγελοι ἔψαλλαν τό: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος, Κύριος ὁ Ὢν καὶ προὼν καὶ φανεῖς ὡς ἄνθρωπος Θεός, ἐλέησον τὸ πλάσμα σου. Ἐνῶ ἄλλοι ἀγγελικοὶ χοροὶ ἔψαλλαν τό: Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαὼθ πλήρης ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ τῆς δόξης Σου. Ἐκεῖνοι ποὺ ἦταν μαζί μας ἔψαλλαν τό: Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη ἐν ἄνθρωποις εὐδοκίᾳ, ἄλλοι δὲ ἔψαλλαν τό: Ἀλληλούϊα ἀνὰ τρεῖς φορές, ἐνῶ ἄλλοι τό: Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμὴν καὶ οὐδέποτε ἔπαυαν τὴν δοξολογία τους.

Ἀπὸ τὰ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ στεκόταν ἡ Θεοτόκος καὶ ἀριστερὰ ὁ Τίμιος Πρόδρομος, ὅπως τοὺς εἰκονίζουν οἱ ἁγιογράφοι. Οἱ ἄγγελοι, ὅταν ἐτελείωναν τὴν δοξολογία τους, προσκυνοῦσαν τὸν Κύριο κλίνοντες τὶς κεφαλές τους, ὁ δὲ Κύριος ὕψωνε τὰ ἄχραντα χέρια Του καὶ τοὺς εὐλογοῦσε. Ἀπὸ τὰ Δεσποτικὰ δάκτυλα τῶν χεριῶν Του ἔπεφταν ποταμηδὸν πολύτιμοι λίθοι καὶ μαργαρίτες, πράγμα τὸ ὁποῖο βλέποντας ἐγώ, ἔφριξα καὶ ρώτησα τὸν ὁδηγό μου τί εἶναι αὐτὰ τὰ μυστήρια, Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

- Βλέπεις, Σοφιανή, τοὺς μαργαρίτες καὶ τοὺς πολύτιμους λίθους ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ δεξὶ χέρι τοῦ Δεσπότου καὶ κατέρχονται στὴν γῆ; Αὐτοὶ εἶναι τὸ ἄφατο ἔλεός Του, ἡ ἄπειρος ἀγάπη, τὴν ὁποία ἔχει πρὸς τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν καὶ γι᾿ αὐτὸ πέμπει τὴν εὐλογία Του στὰ σπίτια τῶν ἀγαθῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, ποὺ φυλάττουν ἀπαρασάλευτη τὴν πίστι σ᾿ Αὐτὸν καὶ σὲ ὅσους ἐξομολογοῦνται καθαρὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ἐφαρμόζουν τὶς θείες ἐντολὲς καὶ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ θελήματα τοῦ διαβόλου, ὅλους αὐτοὺς τοὺς εὐλογεῖ καὶ τοὺς λυτρώνει ἀπὸ κάθε κακό. Αὐτοὶ ποὺ ἐλεοῦν καὶ ἀγαποῦν τὸν πλησίον τους, ἀπολαμβάνουν ζῶντες αὐτὲς τὶς εὐλογίες καὶ μετὰ τὸν θάνατό τους κληρονομοῦν τὴν ἐδῶ διαμονὴ καὶ μακαριότητα.

Οἱ φλογοειδεῖς πύρινοι κόμποι ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ ἀριστερό Του χέρι σημαίνουν τὸν θυμό, τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἀγανάκτησί Του γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κάνουν ἁμαρτωλὴ ζωὴ καὶ ἀδικοῦν τὸν πλησίον τους. Αὐτοὶ ὄχι μόνο στεροῦνται τὴν πρόσκαιρη ζωή, ἀλλὰ καὶ παραπέμπονται στὸ αἰώνιο πῦρ γιὰ νὰ κολάζωνται μὲ τοὺς ἀκάθαρτους δαίμονες.

Ἀριστερὰ ἀπὸ τὸν θρόνο καὶ τὴν ζυγαριά, ποὺ εἴπαμε, διακρινόταν μέγα χάσμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἐξερχόταν ἀφόρητη δυσωδία, θειαφώδης αὔρα καπνοῦ καὶ ἀναρίθμητες σπαρακτικὲς φωνὲς ἀνθρώπων ποὺ συνεχῶς ἐφώναζαν τό: «οὐαὶ καὶ τὸ ἀλλοίμονο».

Οἱ ἄγγελοι ἔφερναν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὴν γῆ καί, ἀφοῦ προσκυνοῦσαν, τὶς ὡδηγοῦσαν σὲ ἐξέτασι ὅλων τῶν ἔργων τους ποὺ ἔκαναν στὴν γῆ, καὶ τὰ μὲν καλὰ τὰ ἔθεταν στὸ δεξὶ μέρος τῆς ζυγαριᾶς τὰ δὲ πονηρὰ στὸ ἀριστερό της. Κατόπιν τὶς σεσωσμένες καὶ ἅγιες ψυχὲς ἔδινε ἐντολὴ ὁ Χριστὸς καὶ τὶς ὡδηγοῦσαν οἱ ἄγγελοι στὸν τόπο ποὺ εὑρισκόταν ἡ χρυσὴ πύλη, ἐνῶ τὶς ἀμετανόητες καὶ ἁμαρτωλὲς ψυχὲς τὶς ἔρριχναν σὲ ἐκεῖνο τὸ χάος τῆς ἀβύσσου. Τότε οἱ ἄγγελοι ἐχαίροντο καὶ εὐφραίνοντο γιὰ τὶς σεσωσμένες ψυχές, ἐνῶ ἐλυποῦντο καὶ ἐσκυθρώπαζον γιὰ τὶς κολασμένες.

Ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἔφεραν οἱ ἄγγελοι μία ψυχή, τῆς ὁποίας ἐπλεόναζαν οἱ ἁμαρτίες της ἀπὸ τὰ ἀγαθά της ἔργα καὶ ἐπρόκειτο ὁ Κύριος νὰ κάνη νεῦμα στοὺς ἀγγέλους νὰ τὴν ρίξουν στὸ χάος. Τότε ὅμως παρουσιάσθηκε μπροστὰ ἡ Κυρία Θεοτόκος καὶ ὁ Τίμιος Πρόδρομος καὶ παρακαλοῦσαν τὸν Κύριο λέγοντας: «Οἱ οἰκτιρμοί Σου, Μακρόθυμε, νικοῦν τὴν ὀργή Σου· ἂν καὶ εἶναι ἁμαρτωλὴ αὐτὴ ἡ ψυχή, δὲν ἔπαυσε νὰ φυλάγη τὴν ἀληθινὴ σὲ Σένα πίστι καὶ γι᾿ αὐτὸ Σὲ ἱκετεύουμε νὰ τὴν συγχώρησης». Ἐνῶ αὐτοὶ παρακαλοῦσαν τὸν Χριστό, ἦλθαν καὶ οἱ ἄγγελοι προβάλλοντες τὶς ἐλεημοσύνες, τὶς Λειτουργίες, τὰ κεριά, τὸ λάδι, τὶς προσφορὲς καὶ τὰ μνημόσυνα τὰ ὁποῖα ἔκανε. Ἀκόμη ἀνέβηκαν καὶ οἱ προσευχὲς τῶν ἱερέων, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσαν γι᾿ αὐτὴ τὴν ψυχὴ καὶ οἱ ἀγαθοεργίες τῶν γονέων καὶ συγγενῶν της ποὺ προσφέρθησαν στοὺς πτωχοὺς γιὰ τὴν ἀνάπαυσί της. Ἐπὶ πλέον ἀκούσθηκαν οἱ δεήσεις τῶν πτωχῶν, ποὺ ἔλαβαν τὶς ἐλεημοσύνες ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς της, λέγοντες τό: «Ὁ Θεὸς νὰ τὴν συγχώρηση».

Τότε ἀκούσθηκε ἡ φωνὴ τοῦ Δεσπότου νὰ λέγη: «Ἰδοὺ γιὰ τὴν δέησι τῶν ἱερέων μου καὶ τῶν ἀδελφῶν μου τῶν πτωχῶν, δίνω συγχώρησι σ᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή». Ἐνῶ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ νεύση ὁ Κύριος μὲ τὸ δεξί Του χέρι νὰ βάλουν οἱ ἄγγελοι τὴν ψυχὴ αὐτὴ μαζὶ μὲ τοὺς δικαίους, ἔφθασαν στὸν Θρόνο Του οἱ ὁδυρμοί, οἱ φωνές, τὰ μοιρολογήματα καὶ οἱ ἀγανακτήσεις τῶν γονέων της καὶ οἱ βλασφημίες κατὰ τοῦ Θεοῦ, τὶς ὁποῖες ἔλεγαν ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τὴν θλίψι τους καὶ ἔτσι ἐξεδήλωναν τὴν ἀπιστία τους στὸ ἑνδέκατο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως: «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Ὅταν συνέβησαν αὐτά, ὠργίσθηκε πολὺ ὁ Κύριος καὶ εἶπε: «Ἐπειδὴ δὲν ἀρκέσθηκαν στὶς δεήσεις τῶν ἱερέων μου, ἀλλὰ καὶ ἀντιμάχονται ἐναντίον μου, νὰ σηκώσετε αὐτὴ τὴν ψυχὴ καὶ νὰ τὴν ρίψετε στὸ σκότος τὸ ἐξώτερο». Οἱ ἄγγελοι τότε πολὺ λυπήθηκαν γι᾿ αὐτὴ τὴν ψυχή, ἀλλὰ κάνοντας ὑπακοὴ στὸν Χριστό, ἐπῆραν τὴν ψυχὴ καὶ τὴν ἔριξαν στὸ ἀχανὲς ἐκεῖνο βάραθρο τῆς κολάσεως. Τότε ἔτολμησα καὶ ἐγὼ ἡ ταλαίπωρη νὰ ρωτήσω τὸν ὁδηγὸ ἄγγελό μου: «Γιατί, Κύριέ μου λυποῦνται τόσο πολὺ οἱ ἄγγελοι, ὅταν ρίχνεται κάποια ψυχὴ στὸ βάραθρο τῆς κολάσεως;»

Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «Αὐτὸ τὸ χάος εἶναι ἐκεῖνο ποὺ χωρίζει τοὺς δικαίους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ βυθίζει ὅσους πέσουν στὸν ἀφώτιστο αὐτὸ τόπο τοῦ Ἅδου, στὸν ὁποῖο κολάζονται αἰωνίως. Ἐὰν ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄγγελοι χαρὰ γιὰ τοὺς σεσωσμένους, πολὺ περισσότερο ἔχουμε λύπη γι᾿ αὐτοὺς ποὺ κολάζονται».

Ἐνῶ μοῦ ἔλεγε αὐτὰ ὁ ἄγγελός μου, ἀκούω ξαφνικὰ μεγάλο θόρυβο, διότι ἤρχοντο ἄγγελοι φέροντες μία ψυχὴ μὲ ψαλμωδίες καὶ θυμιάματα, λαμπάδες καὶ φωτοχυσίες. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ ἐρχόταν μὲ πολλὴ χαρὰ καὶ παρρησία, οἱ δὲ ψυχὲς τῶν δικαίων ἦλθαν γιὰ νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Εἶχε ἡ μακάρια αὐτὴ ψυχὴ τὸ ἔνδυμά της λευκὸ καὶ καθαρὸ σὰν τὸν ἥλιο καὶ δὲν ἔφερε καμμία κηλίδα ἢ στίγμα ἁμαρτίας, ὅπως εἶχαν οἱ ἄλλες ψυχές. Τὸ ἔνδυμα αὐτὸ νομίζω ὅτι θὰ ἦταν ἡ στολὴ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, τὸ ὁποῖο ἐφύλαξε ἀμόλυντο καὶ γι᾿ αὐτὸ ἔλαμπε τόσο πολύ. Ἦλθε λοιπὸν αὐτὴ ἡ ψυχὴ καὶ προσκύνησε, ὅπως ὅλες κατὰ τὴν συνήθειαν. Τότε ὅλοι οἱ ἄγγελοι ἐβόησαν μεγαλόφωνα λέγοντας: «Σὲ εὐχαριστοῦμεν, Παντοκράτωρ Δέσποτα, διότι εἴδαμε ψυχὴ δικαίου καθαρὴ καὶ ἀμόλυντη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία». Τότε ἀκούσθηκε βροντώδης ἡ φωνὴ τοῦ Δεσπότου λέγουσα: «Πάρετε αὐτὴ καὶ νὰ τὴν ἀναπαύσετε μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους». Ἔπειτα στρέφοντας τὸν λόγο του καὶ τὸ χέρι Του πρὸς ἐμένα, εἶπε: «Νὰ ὁδηγήσετε καὶ τὴν Σοφιανὴ αὐτὴ στὶς κατοικίες καὶ μονὲς τῶν ἁγίων μου, γιὰ νὰ τὶς ἰδῆ· ἐπειδὴ ὅμως τὴν ἀναζητοῦν πολλοὶ στὸν κόσμο, νὰ τὴν ἐπιστρέψετε στὸ σῶμα της γιὰ νὰ σωθοῦν καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὴν ἐξιστόρησι αὐτῆς τῆς ὀπτασίας ποὺ ἀξιώθηκε ἐδῶ νὰ ἰδῆ. Ἂν ἀγωνισθῆ νὰ ἀπόκτηση καὶ ἄλλες ἀρετὲς καὶ εὐδοκίμηση τελείως, τότε θέλει νὰ ἀξιωθῆ μετὰ ἀπὸ τρεῖς χρόνους ν᾿ ἀπολαύση μεγαλύτερες τιμές».

Μὲ αὐτὸ τὸ λόγο τοῦ Δεσπότου μὲ ἅρπαξε ὁ ἄγγελος καὶ ἀκολουθήσαμε ἐκείνη τὴν δικαία ψυχή, ἑνωθέντες μὲ ἄλλες σεσωσμένες ψυχές. Φθάσαμε μπροστὰ ἀπὸ τὴν χρυσὴ ἐκείνη πύλη τοῦ Παραδείσου. Ξαφνικὰ εἶδα μπροστά μου τὴν Κυρία Θεοτόκο μὲ ἀνέκφραστη δόξα καὶ μαζί της ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε στὰ χέρια του κλειδιά. Ἄνοιξε τὴν ὡραία ἐκείνη πύλη καὶ μπῆκε πρώτη ἡ Θεοτόκος κατόπιν ὁ Πέτρος καὶ μετὰ οἱ ἄγγελοι μὲ τὶς ψυχὲς ποὺ μετέφεραν. Μὲ αὐτοὺς ἐπήγαινα καὶ ἐγὼ βιαζόμενη νὰ συμπορεύωμαι μὲ τὴν Θεοτόκο. Ὁ τόπος αὐτὸς ἦταν τόσο φωτοστόλιστος καὶ πανευώδης, ὥστε ἐθαύμαζα καὶ ἐχαιρόμουν ἀνεκδιήγητα. Τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο δὲν ὠμοίαζε μὲ τὴν στερεὰ γῆ τὴν δική μας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνηφόρες, κατηφόρες, πέτρες, ποτάμια καὶ ὅσα ἄλλα βλέπουμε, ἀλλὰ ἦταν λευκὴ σὰν τὸ καθαρὸ βαμβάκι ἢ χρυσὸ ὕφασμα στολισμένο μὲ ποικίλους πολύτιμους λίθους καὶ μαργαριτάρια. Εἶδα ἐπίσης δένδρα ὑψηλά, εὐώδη καὶ κατάφορτα ἀπὸ ἄνθη καὶ ὡραιότατους καρπούς, ποὺ ὠμοίαζαν μὲ ρόδα καὶ κρίνα. Κάτω ἀπὸ τὰ δένδρα ἐφαίνοντο ὅτι ἦταν χρυσοπόρφυρα στρώματα ἐπάνω στὰ ὁποῖα ἀναπαύοντο ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐγνώρισα πολλοὺς ἀπὸ τὴν πατρίδα μου τὴν Ἄβυδο καὶ ἀπὸ τὴν πόλι αὐτή, οἱ ὁποῖοι εἶχαν πεθάνει.

Ἐκεῖ εἶδα τὸν ἱερέα πατέρα μου Ἰωάννη καὶ τὴν μητέρα μου Ἀναστασία καὶ μία ἀδελφή μου, πλὴν ὅμως δὲν μπόρεσα νὰ τοὺς πλησιάσω καὶ νὰ τοὺς μιλήσω. Οἱ κατοικίες τους δὲν ἦταν ὅμοιες, ὅπως δὲν ἦταν ὅμοιες οἱ ἀρετὲς καὶ τὰ ἔργα τους ἐδῶ στὴν γῆ. Βαδίζοντας ἀκόμη πρὸς τὰ ἐμπρὸς εἶδα καὶ τοὺς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἦταν σὲ ὑψηλὸ καὶ φωτεινώτερο τόπο καὶ περιπατοῦσαν ὅλοι λευκοφορεμένοι καὶ ἐνδεδυμένοι μὲ λαμπρότατο φῶς. Ἐνῶ τότε ἀναρωτιόμουν μὲ τὸν ἑαυτό μου, ποιοὶ νὰ εἶναι ἄραγε αὐτοί, ἐστράφη ἡ Θεοτόκος πρὸς ἐμένα καὶ μοῦ εἶπε: «Σοφιανή, βλέπεις τὶς ἀναπαύσεις τῶν Ἁγίων; Βάδιζε γρήγορα νὰ προφθάσης καὶ προσκύνησης τὸν δίκαιο Ἀβραάμ, διότι δὲν θὰ τὸν ἰδῆς καθὼς τὸ ποθεῖς». Τότε ἔτρεξα ἐγὼ καὶ εἶδα ἀπὸ μακριὰ τὸν Ἀβραάμ νὰ κάθεται σ᾿ ἕνα ὡραιότατο θρόνο καὶ γύρω του ἀναρίθμητες ψυχὲς μὲ πολλὴ εὐφροσύνη καὶ χαρά. Ἐγὼ ἔτρεχα νὰ τὸν ἰδῶ καὶ νὰ τὸν ἀπολαύσω, ὁπότε μὲ εἶδε ἐκεῖνος καὶ μοῦ ἔνευσε νὰ τὸν πλησιάσω. Παίρνοντας περισσότερο θάρρος ἔτρεχα γιὰ νὰ τὸν φθάσω, ἀλλὰ ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἄκουσα τὶς φωνὲς τῆς ἀδελφῆς μου καὶ μὲ τὸ κρύο νερὸ ποὺ ἐράντισε τὸ πρόσωπό μου, ἐπανῆλθα στὸν ἑαυτό μου καὶ αἰσθάνθηκα μεγάλο βάρος καὶ ψυχρότητα στὸ σῶμα μου, ὡσὰν νὰ μοῦ ἦταν πάγος. Σιγὰ-σιγὰ ἐμψυχώθηκε τὸ σῶμα καὶ συνῆλθα τελείως».

Ἀφοῦ ἄκουσε αὐτὰ μὲ προσοχὴ ὁ Πνευματικός της τὴν ἐρώτησε:

- Εἶδες κανένα ἄλλο μυστήριο, παιδί μου; Εἶδες δαιμόνια τελωνιακά, κολάσεις ἁμαρτωλῶν, ὅπως βλέπουν πολλοὶ ἄλλοι;

Ἡ Σοφιανὴ ἀποκρίθηκε:

- Δὲν εἶδα τίποτε περισσότερο, πάτερ μου.

- Γνωρίζεις κανένα ἀγαθό, τὴν ἐρωτᾶ ὁ ἱερεύς, ποὺ νὰ ἔπραξες στὴν ζωή σου;

- Τί καλὸ ζητεῖς ἀπὸ ἐμένα τὴν ἁμαρτωλή, πάτερ; Ἀλλά, ἐπειδὴ μὲ ἀναγκάζεις, θὰ σοῦ εἰπῶ αὐτὸ ποὺ γνωρίζω. Πρὶν τρία χρόνια, ἐκεῖ ποὺ ἔγνεθα στὸ πατρικό μου σπίτι, μία μεσημβρία ἄκουσα μεγάλη βοὴ καὶ ταραχή, ὡσὰν νὰ συνέβαινε σεισμὸς καὶ τότε βλέπω μὲ τὰ μάτια μου τρεῖς ἱεροπρεπεῖς ἄνδρες μὲ ἀρχιερατικὲς στολές, οἱ ὁποῖοι, καθὼς γνωρίζω ἀπὸ τὶς εἰκόνες τους, ἦταν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἐγὼ παρέλυσα ἀπὸ τὸν φόβο μου, ἔκανα τὸν σταυρό μου καὶ τοὺς προσκύνησα μὲ μεγάλο φόβο. Ἐκεῖνοι τότε μοῦ εἶπαν:

- Μὴ φοβεῖσαι, Σοφιανή, ἐμεῖς εἴμεθα οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι καὶ θέλουμε νὰ ἀφιέρωσῃς στὸν Θεὸ τὸ σπίτι σου γιὰ νὰ γίνη ἐκκλησία στὸ ὄνομά μας καὶ ἐμεῖς θὰ πρεσβεύουμε γιὰ τὴν σωτηρία σου.

Ἐγὼ ἐτόλμησα καὶ τοὺς εἶπα:

- Ἅγιοι Δεσπόται μου, εἶναι αὐτὸ τὸ σπίτι κατάλληλο γιὰ δοξολογία Θεοῦ καὶ κατοικία ἰδική σας, ἀφοῦ μάλιστα καὶ ἐμεῖς εἴμεθα πτωχοὶ ἄνθρωποι καὶ δὲν ἔχουμε τὸν τόπο νὰ κάνουμε ἐκκλησία, ὅπως ὁρίζετε; Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ δὲν γνωρίζω καὶ τὴν γνώμη τοῦ συζύγου μου, ἀκόμη καὶ ἂν θὰ μπορέσουμε νὰ πάρουμε βασιλικὴ ἄδεια γιὰ τὴν ἀνοικοδόμησι αὐτῆς τῆς ἐκκλησίας.

Ἐκεῖνοι μοῦ εἶπαν:

- Μὴ στενοχωρῆσαι ποὺ εἶναι ὁ χῶρος ἀκάθαρτος καὶ κοπρώδης, οὔτε νὰ φοβῆσαι γιὰ τὴν βασιλικὴ ἄδεια, μόνο φρόντισε ἐσὺ νὰ μᾶς τὸν ἀφιερώσῃς καὶ ἐμεῖς ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τὰ τακτοποιήσουμε. Διότι κατὰ τὴν παλαιὰ ἐποχὴ ὁ ἀχυρώνας αὐτὸς ἦταν ναὸς ἰδικός μας. Ἂν ὅμως ἀμελήσῃς καὶ δὲν κάνῃς, ὅπως σοῦ λέγομε, θὰ παρακαλέσουμε τὸν Θεὸ νὰ σοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωή σου ὡς παρήκοη.

Μόλις εἶπαν αὐτὰ οἱ Ἅγιοι, ἔγιναν ἄφαντοι. Ὅταν τὸ βράδυ ἦλθε ὁ ἄνδρας μου τοῦ ἀνήγγειλα ὅλα τὰ γενόμενα. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, μετὰ τὸ ἀπόδειπνο καὶ τὴν μικρὴ προσευχή μας, ἐφάνηκαν πάλι οἱ Ἅγιοι μὲ σεισμὸ καὶ μοῦ εἶπαν μεγαλόφωνα:

- Σοφιανή, γιατί δὲν ἔκανες αὐτὸ ποὺ σὲ ὡρίσαμε καὶ μέλλεις νὰ πεθάνῃς μὲ αἰφνίδιο θάνατο;

Ἐγὼ λέγω τότε τοῦ ἀνδρός μου:

- Ἀκοῦς τί προστάζουν οἱ Ἅγιοι;

Αὐτὸς ἀποκρίθηκε καὶ τοὺς εἶπε:

- Ἅγιοι Δεσπόται μου, μοῦ τὰ εἶπε ὅλα ἡ Σοφιανή, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴμεθα πτωχοὶ καὶ δὲν ἔχουμε τὰ μέσα, φοβούμεθα δὲ καὶ τὴν ἐξουσία τοῦ κράτους, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἐκάναμε τίποτε. Ἐπειδὴ ὅμως ὁρίζετε νὰ τὸν ἀφιερώσουμε στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἁγιωσύνη σας, ἀπὸ σήμερα νὰ γίνη δικός σας ὁ τόπος αὐτός.

Οἱ Ἅγιοι τοῦ εἶπαν:

- Αὔριο τὸ πρωὶ θὰ σκάψῃς μέσα στὸν ἀχυρώνα καὶ θὰ εὕρης μάρμαρα, σταυρούς, ἀκόμη καὶ τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ θὰ πεισθῆς ἔτσι στὰ λόγια μας. Πήγαινε καὶ στὸν Σουλτάνο καὶ ζήτησέ του τὴν ἄδεια καὶ ἐμεῖς θὰ τὸν καταπείσουμε νὰ σᾶς τὴν δώσῃ.

Ἀφοῦ εἶπαν αὐτὰ οἱ Ἅγιοι, ἀνεχώρησαν. Ἐμεῖς ὅλη ἐκείνη τὴν νύκτα τὴν περάσαμε μὲ δοξολογίες στὸν Θεὸ καὶ τὸ πρωὶ ἀνακοινώσαμε τὸ γεγονὸς στοὺς συγχωριανούς μας καὶ ὅλοι ἔτρεξαν μὲ σκαπτικὰ ἐργαλεῖα νὰ βοηθήσουν στὸ σκάψιμο. Πράγματι, εὑρήκαμε τὴν Ἁγία Τράπεζα ἀπὸ λευκὸ μάρμαρο καὶ ἄλλα ἐκκλησιαστικὰ ἀντικείμενα ποὺ ἦταν χωμένα. Ἐπήραμε μὲ εὐκολία καὶ τὴν ἄδεια ἀπὸ τὸν Σουλτάνο καὶ ἄρχισε ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς ἐκκλησίας. Ἐμεῖς εἴχαμε μερικὰ χωράφια, τὰ πουλήσαμε καὶ ἀγοράσαμε διάφορα ἀναγκαῖα πράγματα γιὰ τὴν ἐκκλησία καὶ ἀφοῦ τελείωσαν οἱ δουλειές, μὲ πατριαρχικὴ ἄδεια, ἦλθε ὁ Ἅγιος μητροπολίτης Κίτρους καὶ τὴν ἐγκαινίασε. Ἐμεῖς κατόπιν ἐφύγαμε ἀπὸ τὸ χωριό μας καὶ ἐγκατασταθήκαμε στὴν Κωνσταντινούπολι παίρνοντας σπίτι μὲ ἐνοίκιο. Ὅμως σὲ παρακαλῶ, ἅγιε Πνευματικέ μου, νὰ πείσης τὸν ἄνδρα μου νὰ μοῦ ἐπιτρέψη νὰ γίνω μοναχὴ γιὰ νὰ κλάψω τὶς ἁμαρτίες μου αὐτὰ τὰ τρία ἔτη ποὺ μοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος ὅτι θὰ μείνω ἀκόμη σ᾿ αὐτὴ τὴν ζωή

Ὁ Πνευματικός της ἄκουοντας αὐτά, εἶπε στὸν ἄνδρα της νὰ μὴ τὴν ἐμποδίσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν διακαῆ της πόθο. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε ὅτι μετὰ ἀπὸ δυὸ χρόνια θὰ πᾶνε μαζὶ στοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ προσκυνήσουν τὰ Ἱερὰ Προσκυνήματα καὶ νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Θεό.

Πράγματι, ἀφοῦ πούλησαν τὰ ὑπάρχοντά τους, ἔφυγαν γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐκεῖ ἐξωμολογήθηκαν τὰ πάντα στὸν Πατριάρχη Σωφρόνιο. Μετὰ κοινώνησαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἡ μὲν Σοφιανὴ ἐπῆγε σὲ μοναστήρι καὶ ἔγινε μοναχὴ μὲ τὸ ὄνομα Σωφρονία, ὁ δὲ ἄνδρας της ἐπῆγε σὲ ἀνδρικὸ καὶ ἀπὸ Χρῆστος ἐπωνομάσθηκε Χαρίτων.



Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος

Struggle correctly ( St. Paisios )


Those who truly love and struggle correctly, can also endure with love, sacrifice themselves, and give rest to their neighbor, who is Christ.

St. Paisios

Saturday, June 6, 2015

Ο άπιστος είναι ο πιο δυστυχισμένος των ανθρώπων ( Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως )



Ο άπιστος είναι ο πιο δυστυχισμένος των ανθρώπων, γιατί στερήθηκε το μοναδικό αγαθό πάνω στη γη, την πίστη, που είναι ο μόνος αληθινός οδηγός προς την αλήθεια και την ευτυχία.

Ο άπιστος είναι τόσο δυστυχής, αφού έχει στερηθεί πια την ελπίδα, το μοναδικό στήριγμα στον μακρύ δρόμο της ζωής.

Ο άπιστος είναι πάρα πολύ δυστυχής γιατί του λείπει η αληθινή αγάπη των ανθρώπων που περιβάλλει με φροντίδα τη θλιμμένη καρδιά. Ο άπιστος είναι δυστυχέστατος καθότι στερήθηκε το θείο κάλλος, τη θεία εικόνα τού Δημιουργού, την οποία ο ίδιος ο θείος καλλιτέχνης χάραξε και την οποία η πίστη αποκάλυψε.

Ο οφθαλμός του άπιστου τίποτε άλλο δεν βρίσκει μέσα στη δημιουργία, παρά μόνο τη δράση της φύσης. Η λαμπρή εικόνα του θείου Δημιουργού, το θαυμάσιο κάλλος της γι` αυτόν μένουν καλυμμένα και ανεξερεύνητα. Το βλέμμα του πλανιέται άσκοπα μέσα στο άπειρο της δημιουργίας, πουθενά όμως δεν βρίσκει την ομορφιά της σοφίας του Θεού' πουθενά δεν θαυμάζει τη θεία παντοδυναμία, πουθενά δεν ανακαλύπτει την αγαθότητα τού Θεού, τη θεία πρόνοια, τη δικαιοσύνη και την αγάπη τού Δημιουργού προς τη δημιουργία. Ο νους του δεν μπορεί να οδηγηθεί πέραν τού ορατού κόσμου, ούτε να υπερβεί τα όρια των αισθήσεων. Η καρδιά του παραμένει αναίσθητη μπροστά στην απεικόνιση της θείας σοφίας και δύναμης. Σ' αυτή δεν γεννιέται κανένα συναίσθημα λατρείας. Τα χείλη του μένουν σφραγισμένα, το στόμα του ακίνητο, η γλώσσα του ασάλευτη. Δεν βγαίνει φωνή μέσα από το στέρνο του, που να υμνεί, να δοξολογεί, να ευλογεί και να ευχαριστεί τον Θεό.

Η χαρά που είναι απλωμένη στο σύμπαν εγκατέλειψε την καρδιά του απίστου, διότι απ' αυτήν έχει απομακρυνθεί ο Θεός. Αυτό το κενό, το κάλυψε η λύπη, η βαριεστιμάρα και η ανυπομονησία. Παραμένει κακόκεφος, η δε έλλειψη φροντίδας για τα πνευματικά έχει καταλάβει το πνεύμα του. Πλανιέται μέσα στη δίχως φως και απατηλή νύχτα της ζωής αυτής, όπου καμιά ακτίνα φωτός δεν φωτίζει τους σκοτεινούς δρόμους του. Κανείς δεν καθοδηγεί, κανείς δεν κατευθύνει τα βήματά του. Στο στάδιο της ζωής είναι μόνος. Διέρχεται τον βίο του δίχως την προσδοκία μιας καλύτερης ζωής. Περνά μέσα από πολλές παγίδες και κανείς δεν μπορεί να τον απελευθερώσει απ'αυτές. Πέφτει μέσα σ' αυτές και συνθλίβεται από το βάρος τους. Στις θλίψεις του κανείς δεν μπορεί να τον ανακουφίσει.

Η ειρήνη της ψυχής, η γαλήνη της καρδιάς, φυγαδεύτηκαν από την απιστία, και το πένθος κατέκλυσε τα βάθη της καρδιάς του. Η χαρά που βρίσκει ο πιστός στην εργασία των θεϊκών εντολών και η ευτυχία που προέρχεται από τον ηθικό βίο, είναι για τον άπιστο άγνωστα συναισθήματα. Η αγαλλίαση που προέρχεται από τη θρησκεία ποτέ δεν επισκέφτηκε την καρδιά του άπιστου. Η πεποίθηση που πηγάζει από την πίστη στη θεία πρόνοια και η οποία καταπαύει τις φροντίδες της ζωής, είναι γι' αυτόν μια δύναμη ακατανόητη.

Η ευχαρίστηση που προέρχεται από την αγάπη και την ευεργεσία αποτελούν για τον άπιστο παντελώς άγνωστα μυστήρια. Ο άπιστος θέτοντας ως αρχή την ύλη, περιόρισε την αληθινή ευδαιμονία του ανθρώπου στον πολύ στενό κύκλο των πρόσκαιρων απολαύσεων, φροντίζοντας πάντοτε για την ικανοποίησή τους και ασχολούμενος διαρκώς με αυτές. Τα θέλγητρα της αρετής είναι σ' αυτόν τελείως ξένα. Δεν έχει γευθεί τη γλυκύτητα αυτής της χάρης. Ο άπιστος αγνόησε ποιά είναι η πηγή της αληθινής ευτυχίας και έτρεξε, δίχως να το καταλάβει, στις πηγές της πίκρας. Η απόλαυση τού έφερε τον κορεσμό και ο κορεσμός την αηδία. Η αηδία έφερε την ανία, η ανία τη θλίψη, η θλίψη τον πόνο και ο πόνος την απόγνωση. Όλα όσα μέχρι τώρα τον έθελγαν, έχασαν τη χάρη τους. Διότι όλες οι απολαύσεις του κόσμου, ως πεπερασμένες, είναι και ανίκανες να κάνουν τον άπιστο ευτυχισμένο.

Εφόσον η καρδιά τού ανθρώπου έχει πλαστεί για να κατοικηθεί από τον Θεό, το απόλυτο αγαθό, σκιρτάει και χαίρεται μόνο με αυτό το αγαθό γιατί σ` αυτό βρίσκεται ο Θεός. Από την καρδιά όμως του άπιστου ο Θεός έχει απομακρυνθεί. Η καρδιά έχει άπειρους πόθους, αφού πλάστηκε για να περιλάβει μέσα της το άπειρο. Ωστόσο, η καρδιά τού άπιστου δεν είναι πια γεμάτη από το άπειρο και πάντα στενάζει, αναζητά και ποθεί, αλλά ουδέποτε ικανοποιείται. Κι αυτό διότι οι απολαύσεις του κόσμου είναι ανίσχυρες να καλύψουν το κενό της καρδιάς του. Οι ηδονές και οι διασκεδάσεις του κόσμου, όταν σβήνουν, αφήνουν στην καρδιά ένα κατακάθι πίκρας. Οι δε μάταιες δόξες έχουν συντρόφισσες τις θλίψεις.

Ο άπιστος αγνόησε ότι η ευτυχία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην απόλαυση των επίγειων αγαθών, αλλά στην αγάπη του Θεού, του απόλυτου και αιώνιου αγαθού. Εδώ βρίσκεται και η κακοδαιμονία αυτών που αγνοούν τον Θεό. Αυτός που αρνείται τον Θεό είναι σαν να αρνείται την ευτυχία του και την ατέλειωτη μακαριότητα. Αγωνίζεται δυστυχισμένος στον πολύμοχθο αγώνα της ζωής. Έτσι, απελπισμένος και με τη δειλία φωλιασμένη στην ψυχή του, βαδίζει προς τον ήδη ανοιγμένο τάφο του. Το θαυμάσιο έργο που ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του, αυτό που διαδραματίζεται πάνω στην παγκόσμια σκηνή και το οποίο διευθύνει η θεία σοφία, η θεία χάρη και δύναμη κι ενώ αυτά τα ίδια είναι οι πρωταγωνιστές, με συμπαραστάτες την αρμονία και τη θεία καλοσύνη, περνάει από μπροστά του τελείως απαρατήρητο. Κυλά μπρος στα πόδια του το γλυκό νερό τού ποταμού τής χαράς και της ευτυχίας, αλλά αυτός σαν καταδικασμένος Τάνταλος, αδυνατεί να δροσίσει την ξεραμένη από την απιστία γλώσσα του, σβήνοντας τη δίψα που τον καίει, διότι το νερό που τρέχει από τη δροσογόνο πηγή της πίστης, γλιστρά και φεύγει μπροστά από τα χείλη του.

Δυστυχισμένε δούλε σκληρού τυράννου! Πώς σου έκλεψαν την ευτυχία; Πώς σου άρπαξαν τον θησαυρό; Έχασες την πίστη σου, αρνήθηκες τον Θεό σου, αρνήθηκες την αποκάλυψή Του και πέταξες την πλουσιοπάροχη δωρεά της θείας χάρης. Πόσο άθλια είναι η ζωή του ανθρώπου αυτού! Αυτή είναι μια σειρά από βάσανα, γιατί το τερπνό έχασε στα μάτια του τον τερπνό χαρακτήρα του. Η φύση γύρω του τού φαίνεται στείρα και άγονη δεν γεννά μέσα του καμιά ευχαρίστηση και κανένα χαρμόσυνο συναίσθημα. Κανένα από τα δημιουργήματα του Θεού δεν του χαμογελά. Ένα πένθιμο πέπλο έχει σκεπάσει τη χάρη της φύσης, η οποία πλέον δεν τον έλκει με κανένα της θέλγητρο. Η ζωή του έχει γίνει βάρος δυσβάστακτο και η διάρκειά της στον χρόνο που κυλάει, μοιάζει με αφόρητη ταλαιπωρία.

Να λοιπόν που η απελπισία εμφανίζεται ήδη μπροστά του σαν δήμιος κι ένα σκληρό βασανιστήριο τυραννάει τον ταλαίπωρο άνθρωπο. Το θάρρος του τον έχει κιόλας εγκαταλείψει, η αντίστασή του εξασθένησε και οι ηθικές του δυνάμεις έχουν πλέον διαφθαρεί από την απιστία. Φέρεται σαν άνθρωπος που κινείται από κάτι άλλο, δηλαδή από την απιστία, έχει δε παραδοθεί στα φοβερά δεσμά της απόγνωσης, η οποία είναι πάντα δίχως έλεος και συμπάθεια. Αποκόπτει έτσι με βία και σκληρότητα το νήμα της άθλιας ζωής του και εκσφενδονίζεται στον βυθό της απώλειας, στα μαύρα Τάρταρα, όπου τότε μόνο θα βγει, όταν τον καλέσει η φωνή τού θείου Δημιουργού του, τον οποίο απαρνήθηκε, για να δώσει λόγο για την απιστία του. Τότε θα κατακριθεί και θα σταλεί στο πυρ το αιώνιο.


 Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

The heart naturally seeks happiness and the Devil gives a false direction to this tendency, ( St. John of Kronstadt )


If God had not been incarnate upon earth, if He had not made us godly, if He had not taught us in His Own person how to live, what to hope for and expect, if He had not pointed out to us another perfect and eternal life, if He had not suffered and died and risen from the dead—then we should still have had some reason to live, as we all now live—that is to mostly lead a carnal, earthly life.

But, now, we ought to meditate upon higher things, and count all earthly things but dung, for, everything earthly is nothing, in comparison with heavenly things.

Meanwhile, the Devil, the father of lies, in spite of the Savior’s teaching and His spirit, teaches us to attach ourselves to earthly goods, and forcibly nails our sensual heart to them.

The heart naturally seeks happiness—and the Devil gives a false direction to this tendency, and allures it by earthly happiness, that is—by riches, honors, splendor of dress, furniture, silver, equipages, gardens and various amusements.

 St. John of Kronstadt
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...