Saturday, December 13, 2014

Οι πρώτες δύο ημέρες μετά το θάνατο ( π. Σεραφείμ Ρόουζ )

Για διάστημα δύο ημερών η ψυχή απολαύει σχετικής ελευθερίας και έχει δυνατότητα να επισκεφθεί τόπους που της ήτα προσφιλείς στο παρελθόν, αλλά την Τρίτη ημέρα μετακινείται σε άλλες σφαίρες.
 

Εδώ ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης απλώς επαναλαμβάνει τη διδασκαλία που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει από τον 4ο αιώνα, όταν ο άγγελος που συνόδευσε τον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας στην έρημο, του είπε, θέλοντας να ερμηνεύσει την επιμνημόσυνη δέηση της Εκκλησίας για τους νεκρούς την Τρίτη ημέρα μετά θάνατο: «Όταν γίνεται η προσφορά της αναίμακτης θυσίας (μνημόσυνο στη θεία λειτουργία) στην Εκκλησία την τρίτη ημέρα, η ψυχή του κεκοιμημένου δέχεται από τον φύλακα άγγελο της ανακούφιση για τη λύπη που αισθάνεται λόγω του χωρισμού της από το σώμα… Στο διάστημα των δύο πρώτων ημερών επιτρέπεται στην ψυχή να περιπλανηθεί στον κόσμο, οπουδήποτε εκείνη επιθυμεί, με τη συντροφιά των αγγέλων που τη συνοδεύουν. Ως εκ τούτου η ψυχή, επειδή αγαπά το σώμα, μερικές φορές περιφέρεται στο οίκημα στο οποίο το σώμα της είχε σαβανωθεί, περνώντας έτσι δύο ημέρες όπως ένα πουλί που γυρεύει τη φωλιά του. Αλλά η ενάρετη ψυχή πλανιέται σε εκείνα τα μέρη στα οποία συνήθιζε να πράττει αγαθά έργα. Την τρίτη ημέρα, Εκείνος ο Οποίος ανέστη ο Ίδιος την τρίτη ημέρα από τους νεκρούς καλεί την ψυχή του Χριστιανού να μιμηθεί τη δική Του ανάσταση, να ανέλθει στους Ουρανούς όπου θα λατρεύει το Θεό όλων.»
Στην Ορθόδοξη νεκρώσιμη ακολουθία, ο Αγ. Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει παραστατικά την κατάσταση της ψυχής η οποία, έχοντας μεν αφήσει το σώμα αλλά παραμένοντας στη γη, είναι ανίκανη να επικοινωνήσει με τους αγαπημένους της τους οποίους βλέπει: «Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζόμενη εκ του σώματος! Οίμοι, πόσα δακρύει τότε, και ουχ υπάρχει ο ελεών αυτήν! Προς τους αγγέλους τα όμματα ρέπουσα, άπρακτα καθικετεύει προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα, ουκ έχει τον βοηθούντα. Διό, αγαπητοί μου αδελφοί, εννοήσαντες ημών το βραχύ της ζωής, τω μεταστάντι την ανάπαυσιν, παρά Χριστού αιτησώμεθα, και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος».
Σε γράμμα του προς τον αδελφό μιας αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος γράφει: «Η αδελφή σου δεν θα πεθάνει. Το σώμα του ανθρώπου πεθαίνει, αλλά η προσωπικότητά του συνεχίζει να ζει. Απλώς μεταφέρεται σε μια άλλη τάξη ζωής… Δεν είναι εκείνη που θα βάλουν στον τάφο. Εκείνη βρίσκεται σε έναν άλλο τόπο όπου θα είναι θα είναι ακριβώς το ίδιο ζωντανή όσο και τώρα. Τις πρώτες ώρες και ημέρες θα βρίσκεται γύρω σου. Μόνο που δεν θα λέει τίποτα και εσύ δεν θα μπορείς να την δεις. Θα είναι όμως ακριβώς εδώ. Να το έχεις αυτό στο νου σου. Εμείς που μένουμε πίσω θρηνούμε για τους κεκοιμημένους, όμως για εκείνους τα πράγματα είναι αμέσως πιο εύκολα. Είναι πιο ευτυχισμένοι στη νέα κατάσταση. Όσοι έχουν πεθάνει και κατόπιν επαναφέρθηκαν στο σώμα διαπίστωσαν ότι το σώμα ήταν μια πολύ στενάχωρη κατοικία. Και η αδελφή σου θα αισθάνεται έτσι. Είναι πολύ καλύτερα εκεί, και εμείς νοιώθουμε οδύνη σαν να της έχει συμβεί κάτι απίστευτα κακό! Θα μας κοιτάζει και σίγουρα θα μένει κατάπληκτη με την αντίδρασή μας».
Θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι η ανωτέρω περιγραφή των πρώτων δύο ημερών του θανάτου αποτελεί γενικό κανόνα, ο οποίος κατά κανένα τρόπο δεν ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις. Πράγματι τα περισσότερα παραδείγματα από την Ορθόδοξη γραμματεία, δεν συνάδουν με αυτόν τον κανόνα, και ο λόγος είναι φανερός: οι άγιοι, μην έχοντας καμιά απολύτως προσκόλληση στα εγκόσμια και ζώντας σε διαρκή προσδοκία της αναχώρησής τους για την άλλη ζωή, δεν ελκύονται καν από τους τόπους όπου έπρατταν τα αγαθά τους έργα αλλά ξεκινούν αμέσως την άνοδο τους στους Ουρανούς. Άλλοι, ξεκινούν την άνοδο τους πριν το τέλος των δύο ημερών για κάποιον ειδικό λόγο που μόνον η Θεία Πρόνοια γνωρίζει. Από την άλλη οι σύγχρονες «μεταθανάτιες» εμπειρίες, ατελείς καθώς είναι, ανήκουν όλες στον εξής κανόνα: η «εξωσωματική» κατάσταση αποτελεί μόνο το ξεκίνημα της αρχικής περιόδου ασώματης «περιπλάνησης» της ψυχής στους τόπους των επιγείων δεσμών της. Όμως κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν έχει παραμείνει νεκρός για αρκετό χρονικό διάστημα, έστω μέχρι να συναντήσει τους αγγέλους που πρόκειται να τον συνοδεύσουν.
Μερικοί επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας για την μετά θάνατον ζωή, θεωρούν ότι τέτοιες αποκλίσεις από το γενικό κανόνα για την μεταθανάτια εμπειρία αποδεικνύουν την ύπαρξη «αντιφάσεων» στην Ορθόδοξη διδασκαλία. Αυτοί οι επικριτές όμως είναι απλώς και μόνο προσκολλημένοι στις «κατά γράμμα» ερμηνείες. Η περιγραφή των πρώτων δύο ημερών, καθώς και των επομένων, σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί κάποια μορφή δόγματος. Είναι απλώς ένα «μοντέλο», το οποίο μάλιστα εκφράζει την πιο συνηθισμένη χρονική σειρά των εμπειριών της ψυχής μετά τον θάνατο. Οι πολλές περιπτώσεις, τόσο στην Ορθόδοξη γραμματεία όσο και στις αναφορές σύγχρονων σχετικών εμπειριών, όπου οι νεκροί έχουν στιγμιαία εμφανιστεί στους ζωντανούς μέσα στην πρώτη ή τις δύο πρώτες ημέρες μετά το θάνατο, μερικές φορές σε όνειρα, είναι παραδείγματα που επαληθεύουν το ότι όντος η ψυχή συνήθως παραμένει κοντά στη γη για κάποια σύντομη χρονική περίοδο. Κατά την τρίτη ημέρα, και συχνά πιο πριν, η περίοδος αυτή φθάνει στο τέλος της.


Τα τελώνια


Την ώρα αυτή (την τρίτη ημέρα), η ψυχή διέρχεται από λεγεώνες πονηρών πνευμάτων που παρεμποδίζουν την πορεία της και την κατηγορούν για διάφορες αμαρτίες, στις οποίες αυτά τα ίδια την είχαν παρασύρει. Σύμφωνα με διάφορες θεϊκές αποκαλύψεις υπάρχουν είκοσι τέτοια εμπόδια, τα επονομαζόμενα «τελώνια», σε καθένα από τα οποία περνά από δοκιμασία κάθε μορφή αμαρτίας. Η ψυχή αφού περάσει από ένα τελώνιο, συναντά το επόμενο, και μόνον αφού έχει διέλθει επιτυχώς από όλα τα τελώνια μπορεί αν συνεχίσει την πορεία της χωρίς να απορριφθεί βιαίως στη γέεννα. Το πόσο φοβεροί είναι αυτοί οι δαίμονες και τα τελώνια τους φένεται στο γεγονός ότι η ίδια η Παναγία, όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, ικέτευσε τον Υιό Της να διασώσει την ψυχή Της από αυτούς τους δαίμονες και απαντώντας στην προσευχή Της, ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός εμφανίστηκε από τους Ουρανούς για να παραλάβει την ψυχή της Πάναγνου Μητρός Του και να την οδηγήσει στους Ουρανούς. Φοβερή είναι πράγματι, η τρίτη ημέρα για την ψυχή του απελθόντος, και για το λόγο αυτό η ψυχή έχει ιδιαίτερη ανάγκη τότε από προσευχές για την σωτηρία της.
Σύντομα, μετά τον θάνατο, η ψυχή πράγματι βιώνει μια κρίση, τη Μερική Κρίση, ως τελική συγκεφαλαίωση του «αοράτου πολέμου» που έχει διεξαγάγει ή που απέτυχε να διεξαγάγει, στην επίγεια ζωή κατά τω πεπτωκότων πνευμάτων. Συνεχίζοντας την επιστολή του προς τον αδελφό της αποθνήσκουσας γυναίκας, ο Όσιος Θεοφάνης ο έγκλειστος γράφει: «Λίγο μετά το θάνατο, η ψυχή αρχίζει έναν αγώνα για να καταφέρει να διέλθει από τα τελώνια. Στον αγώνα της η αδελφή σου χρειάζεται βοήθεια! Θα πρέπει να στρέψεις όλη σου την προσοχή και όλη σου την αγάπη γι’ αυτήν στο πως θα την βοηθήσεις. Πιστεύω πως η μεγαλύτερη έμπρακτη απόδειξη της αγάπης σου θα είναι να αφήσεις την φροντίδα του νεκρού της σώματος στους άλλους, να αποχωρήσεις και, μένοντας μόνος σου οπουδήποτε μπορείς, να βυθιστείς σε προσευχή για την ψυχή της, για τη νέα κατάσταση στην οποία βρίσκεται και για τις καινούριες, απροσδόκητες ανάγκες της. Συνέχισε την ακατάπαυστη ικεσία σου στον Θεό για έξι εβδομάδες και περισσότερο. Όταν πέθανε η Οσία Θεοδώρα, το σακούλι από το οποίο πήραν χρυσό οι άγγελοι για να τη γλιτώσουν από τα τελώνια ήταν οι προσευχές του πνευματικού της πατέρα. Έτσι θα γίνει και με τις δικές σου προσευχές. Μην παραλείψεις να κάνεις όσα σου είπα. Αυτό είναι η πραγματική αγάπη.»
Το «σακούλι» από το οποίο πήραν «χρυσό» οι άγγελοι και «εξόφλησαν τα χρέη» της Οσίας Θεοδώρας στα τελώνια έχει συχνά παρανοηθεί από κάποιους επικριτές της Ορθόδοξης διδασκαλίας. Μερικές φορές συγκρίνεται με τη λατινική έννοια του «πλεονάσματος χάριτος» των αγίων. Στην περίπτωση αυτή, τέτοιοι επικριτές ερμηνεύουν κατά γράμμα τα Ορθόδοξα κείμενα. Σε τίποτε άλλο δεν αναφέρεται το παραπάνω απόσπασμα παρά στις προσευχές της Εκκλησίας για τους αναπαυθέντες και ειδικότερα στις προσευχές ενός αγίου ανθρώπου και πνευματικού πατέρα. Είναι σχεδόν περιττό να πούμε ότι όλες αυτές οι περιγραφές έχουν μεταφυσική έννοια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τη διδασκαλία περί τελωνίων τόσο σημαντική, ώστε έχει συμπεριλάβει σχετικές αναφορές σε πολλές από τις ακολουθίες της, μερικές εκ των οποίων αναφέρονται στο κεφάλαιο περί τελωνίων. Ειδικότερα, η Εκκλησία θεωρεί ιδιαιτέρως απαραίτητο να συνοδεύει με αυτήν τη διδασκαλία κάθε τέκνο της που αποθνήσκει. Στον «Κανόνα για την Αναχώρηση της Ψυχής», που διαβάζεται από τον ιερέα στο νεκρικό κρεβάτι κάθε πιστού, υπάρχουν τα παρακάτω τροπάρια:
«Καθώς φεύγω από τη γη, αξίωσέ με να διέλθω ανεμπόδιστα από τον άρχοντα του αέρα, το διώκτη και βασανιστή, εκείνον που ως άδικος ανακριτής στέκεται πάνω στους φοβερούς δρόμους». (4η Ωδή)
«Ω Πανένδοξε Θεοτόκε, οδήγησέ με εις τους Ουρανούς, στα ιερά και πολύτιμα χέρια των αγίων αγγέλων ώστε, προστατευμένος μέσα στα φτερά τους, να μην αντικρύσω τη ρυπαρή, αποκρουστική και σκοτεινή μορφή των δαιμόνων». (6η Ωδή)
«Ω Αγία Θεοτόκε, Εσύ η Οποία γέννησες τον Παντοδύναμο Κύριο, απομάκρυνε από εμένα τον άρχοντα των φοβερών τελωνίων, τον κυβερνήτη του κόσμου, όταν φθάσει η στιγμή του θανάτου μου, ώστε να Σε δοξολογώ αιωνίως». (8η Ωδή)
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τα λόγια της Εκκλησίας προετοιμάζουν τον αποθνήσκοντα Ορθόδοξο Χριστιανό για τις δοκιμασίες που θα συναντήσει μπροστά του.


Οι σαράντα ημέρες


Κατόπιν, έχοντας επιτυχώς διέλθει από τα τελώνια και υποκλιθεί βαθιά ενώπιον του Θεού, η ψυχή για διάστημα τριάντα επτά επιπλέον ημερών επισκέπτεται τις ουράνιες κατοικίες και τις αβύσσους της κολάσεως, μη γνωρίζοντας ακόμα που θα παραμείνει, και μόνον την τεσσαρακοστή ημέρα καθορίζεται η θέση στην οποία θα βρίσκεται μέχρι την ανάσταση των νεκρών.
Σίγουρα δεν είναι παράξενο ότι η ψυχή, έχοντας διέλθει από τα τελώνια και παύσει μια για πάντα κάθε σχέση με τα επίγεια, εισάγεται στον αληθινά άλλο κόσμο, σε ένα τμήμα του οποίου θα παραμείνει αιωνίως. Σύμφωνα με την αποκάλυψη του Αγγέλου στον Αγ. Μακάριο Αλεξανδρείας, η ειδική επιμνημόσυνη δέηση υπέρ των απελθόντων την ένατη ημέρα μετά τον θάνατο (πέραν του γενικού συμβολισμού των εννέα αγγελικών ταγμάτων) πραγματοποιείται επειδή μέχρι τότε παρουσιάζονται στην ψυχή τα θαυμάσια του Παραδείσου, και μόνον κατόπιν αυτού, για το υπόλοιπο των σαράντα ημερών, της παρουσιάζονται τα μαρτύρια και τα φρικτά της κολάσεως, πριν τοποθετηθεί την τεσσαρακοστή ημέρα στη θέση στην οποία θα αναμένει την ανάσταση των νεκρών και την Τελική Κρίση. Θα πρέπει και πάλι να τονίσουμε ότι οι αναφερόμενοι αριθμοί αποτελούν γενικό κανόνα ή «μοντέλο» της μεταθανάτιας πραγματικότητας, και αναμφισβήτητα δεν ολοκληρώνουν όλες οι ψυχές των απελθόντων την πορεία τους ακριβώς σύμφωνα με τον «κανόνα». Γνωρίζουμε σαφώς ότι η Οσία Θεοδώρα, στην πραγματικότητα, ολοκλήρωσε το «γύρο της κολάσεως» ακριβώς την τεσσαρακοστή ημέρα, σύμφωνα με τη γήινη μέτρηση του χρόνου.


Η κατάσταση των ψυχών μέχρι την Τελική Κρίση


Μερικές ψυχές βρίσκονται (μετά τις σαράντα ημέρες) σε μια κατάσταση πρόγευσης της αιώνιας αγαλλίασης και μακαριότητας, ενώ άλλες σε μια κατάσταση τρόμου εξαιτίας των αιωνίων μαρτυρίων τα οποία θα υποστούν πλήρως μετά την Τελική Κρίση. Μέχρι τότε εξακολουθεί να υπάρχει δυνατότητα αλλαγής της κατάστασής τους, ιδιαιτέρως μέσω της υπέρ αυτών προσφοράς της Αναίμακτης Θυσίας (μνημόσυνο στη Θεία Λειτουργία), και παρομοίως μέσω άλλων προσευχών.
Τα οφέλη της προσευχής, τόσο της κοινής όσο και της ατομικής για τις ψυχές που βρίσκονται στην κόλαση, έχουν περιγραφεί σε πολλούς βίους Αγίων και ασκητών καθώς και σε Πατερικά κείμενα. Στο βίο της μάρτυρος του 3ου αιώνα Περπετούας, για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η κατάσταση της ψυχής του αδελφού της Δημοκράτη της αποκαλύφθηκα με την εικόνα μιας στέρνας γεμάτης νερό, η οποία ήταν όμως τόσο ψηλά που δεν μπορούσε να τη φτάσει από τον ρυπαρό, καυτό τόπο όπου ήταν περιορισμένος. Χάρη στην ολόθερμη προσευχή της Περπετούας επί μία ολόκληρη ημέρα και νύχτα ο Δημοκράτης έφτασε τη στέρνα και τον είδε να βρίσκεται σε έναν φωτεινό τόπο. Από αυτό η Περπετούα κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεινά της κολάσεως.
Στο βίο μιας ασκήτριας που πέθανε μόλις τον 20ο αιώνα αναφέρεται μια παρόμοια περίπτωση. Πρόκειται για τη Οσία Αθανασία (Αναστασία Λογκάτσεβα), πνευματική θυγατέρα του Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ. Όπως διαβάζουμε στο βίο της: «Η Αναστασία είχε έναν αδελφό που τον έλεγαν Παύλο. Ο Παύλος κάποτε ήταν μεθυσμένος και κρεμάστηκε. Κι η Αναστασία αποφάσισε να προσευχηθεί πολύ για τον αδελφό της. Μετά το θάνατο του, η Αναστασία πήγε στο μοναστήρι Ντιβέγιεβο, του Οσίου Σεραφείμ, για να μάθει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση του αδελφού της, ο οποίος έδωσε τέλος στη ζωή του με τρόπο δυσσεβή και ατιμωτικό… Ήθελε να συναντήσει την Πελαγία Ιβάνοβνα και να ζητήσει τη συμβουλή της… Η Αναστασία επισκέφθηκε την Πελαγία. Εκείνη της είπε να κλειστεί στο κελί της σαράντα μέρες, να προσευχηθεί και να νηστέψει για τον αδελφό της και κάθε μέρα να λέει εκατόν πενήντα φορές: «Υπεραγία Θεοτόκε, ανάπαυσον τον δούλον σου.»
Όταν συμπληρώθηκαν οι σαράντα ημέρες, η Αναστασία είδε ένα όραμα. Βρέθηκε μπροστά σε μία άβυσσο. Στο βάθος της ήταν ένας βράχος από αίμα. Πάνω στο βράχο κείτονταν δύο άνδρες με σιδερένιες αλυσίδες στο λαιμό τους. Ο ένας ήταν ο αδελφός της.
Η Αναστασία διηγήθηκε το όραμα στην Πελαγία και κείνη της είπε να συνεχίσει την νηστεία και την προσευχή.
Τελείωσαν κι άλλες σαράντα ημέρες με νηστεία και προσευχή κι η Αναστασία είδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος κι ο βράχος πάνω στον οποίο βρίσκονταν οι δύο άνδρες με αλυσίδες στο λαιμό τους. Αυτή τη φορά όμως ο αδελφός της ήταν όρθιος. Περπατούσε πάνω στο βράχο, έπεφτε και ξανασηκωνόταν. Οι αλυσίδες ήταν ακόμα στο λαιμό του.
Η Πελαγία Ιβάνοβνα, στην οποία κατέφυγε και πάλι η Αναστασία, της είπε να επαναλάβει την ίδια άσκηση για Τρίτη φορά.
Όταν τελείωσε και το τρίτο σαρανταήμερο της νηστείας και της προσευχής, η Αναστασία ξαναείδε το ίδιο όραμα. Η ίδια άβυσσος, ο ίδιος βράχος. Τώρα όμως πάνω στο βράχο ήταν μόνο ένας άνδρας, αγνωστός της. Ο αδελφός της είχε απελευθερωθεί από τα δεσμά. Δε φαίνονταν πουθενά. Ο άγνωστος άνδρας ακούστηκε να λέει: «Είσαι τυχερός εσύ. Έχεις πολύ ισχυρούς μεσίτες στη γη.»
Η Αναστασία ανέφερε στην Πελαγία Ιβάνοβνα το τρίτο όραμά της και εκείνη της απάντησε:
«Ο αδελφός σου λυτρώθηκε από τα βάσανα. Δεν μπήκε όμως στη μακαριότητα του Παραδείσου.»
Πολλά παρόμοια περιστατικά αναφέρονται σε βίους Ορθοδόξων Αγίων και ασκητών. Σε περίπτωση που κάποιος έχει την τάση να ερμηνεύει κατά γράμμα τέτοια οράματα, ίσως θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι βεβαίως οι εικόνες με τις οποίες εμφανίζονται τέτοια οράματα, συνήθως σε όνειρα, δεν «φωτογραφίζουν» κατ’ ανάγκη τον τρόπο ύπαρξης της ψυχής μετά τον θάνατο. Πρόκειται περισσότερο για εικόνες οι οποίες μεταβιβάζουν την πνευματική αλήθεια της βελτιώσεως της καταστάσεως της ψυχής στον άλλο κόσμο χάρη στις προσευχές εκείνων που παραμένουν στον κόσμο τούτο.

Από το βιβλίο του π. Σεραφείμ Ρόουζ “ Η ψυχή μετά τον θάνατο” (Ανάλυση του λόγου περί θανάτου του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς)
Οι πρώτες δύο ημέρες μετά το θάνατο.


http://periodikoendon.blogspot.gr/2012/02/blog-post.html

Ο Γέροντας Παΐσιος για το κομποσχοίνι


Γέροντα, ποιά σημασία έχει το κομποσχοίνι;

- Το κομποσχοίνι είναι μια κληρονομιά, μια ευλογία, που μας έχουν αφήσει οι Άγιοι Πατέρες της Ορθοδοξίας μας.

Και μόνο γι’ αυτό έχει μεγάλη αξία. Βλέπεις, σε κάποιον αφήνει ο παππούς του μια κληρονομιά ένα ασήμαντο πράγμα και το έχει μετά σαν φυλαχτό, πόσο μάλλον το κομποσχοίνι που μας το άφησαν κληρονομιά οι Άγιοι Πατέρες!

Παλιά, που δεν υπήρχαν ρολόγια, οι μοναχοί μετρούσαν την ώρα της προσευχής με το κομποσχοίνι, αλλά οι κόμποι του κομποσχοινιού ήταν απλοί. Κάποτε ένας ασκητής του Αγίου Όρους έκανε πολύ αγώνα, πολλές μετάνοιες κ.λπ., και ο διάβολος πήγαινε και έλυνε τους κόμπους του κομποσχοινιού του. Έκανε – έκανε μετάνοιες ο καημένος και απέκαμε, γιατί δεν μπορούσε να τις μετρά, αφού ο διάβολος του έλυνε συνέχεια τους κόμπους. Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και του δίδαξε πώς να πλέκει τους κόμπους, ώστε σε κάθε κόμπο να σχηματίζονται εννέα σταυροί. Ο διάβολος μετά, ο οποίος τρέμει τον σταυρό, δεν μπορούσε να τους λύσει. Έτσι κάθε κόμπος του κομποσχοινιού έχει εννέα σταυρούς, που συμβολίζουν τα εννέα τάγματα των Αγγέλων.

- Γέροντα, τι σημαίνουν οι τριάντα τρεις, οι πενήντα, οι εκατό και οι τριακόσιοι κόμποι που έχουν τα κομποσχοίνια;

- Μόνον ο αριθμός τριάντα τρία είναι συμβολικός συμβολίζει τα τριάντα τρία χρόνια που έζησε ο Χριστός επάνω στην γη. Οι άλλοι αριθμοί απλώς μας βοηθούν να μετράμε τις μετάνοιες που κάνουμε ή πόσες φορές θα πούμε την ευχή. Μερικές μηχανές έχουν ένα σχοινί με μια χειρολαβή στην άκρη και, όταν θέλεις να τις βάλεις μπρος, τραβάς μερικές φορές το σχοινί με δύναμη, μέχρι να ξεπαγώσουν τα πνευματικά λάδια. Έτσι και το κομποσχοίνι είναι το σχοινί το οποίο τραβάμε μία - δύο - πέντε - δέκα φορές και ξεπαγώνουν τα πνευματικά λάδια και παίρνει μπρος η πνευματική μηχανή της αδιάλειπτου προσευχής, οπότε δουλεύει μετά μόνη της η καρδιά στην ευχή. Αλλά, και όταν η καρδιά πάρει μπρος στην ευχή, και πάλι δεν πρέπει να καταργήσουμε το κομποσχοίνι, για να μην παρακινηθούν και άλλοι να το καταργήσουν, ενώ δεν πήρε ακόμη μπρος η καρδιά τους στην ευχή.


- Όταν, Γέροντα, κρατώ το κομποσχοίνι μου και λέω την ευχή μηχανικά, μήπως υπάρχει κίνδυνος ανθρωπαρέσκειας;

- Αν κάνεις κομποσχοίνι εξωτερικά από ανθρωπαρέσκεια, ακόμη και τα χέρια σου να ξεφλουδίσεις, σε τίποτε δεν θα σε ωφελήσει. Μόνον κούραση θα σου φέρει και την ψευδαίσθηση ότι δήθεν ασχολείσαι με την νοερά προσευχή.

- Γέροντα, εγώ δεν έχω συνηθίσει να κρατώ κομποσχοίνι.

- Το κομποσχοίνι να το κρατάς, για να μην ξεχνάς την ευχή, την οποία πρέπει να εργάζεσαι εσωτερικά, στην καρδιά. Όταν μάλιστα βγαίνεις από το κελλί σου, να θυμάσαι ότι ο εχθρός είναι έτοιμος για επίθεση. Γι’ αυτό, να μιμείσαι τον καλό στρατιώτη που βγαίνοντας από το πολυβολείο έχει πάντοτε «ανά χείρας» το αυτόματο όπλο. Το κομποσχοίνι έχει μεγάλη δύναμη είναι το όπλο του μοναχού και οι κόμποι είναι σφαίρες, που θερίζουν!


«Περί Προσευχής» Λόγοι ζ'

http://agiameteora.net/

St. Luke the Surgeon and St. Ephraim in the Operating Room



St. Luke the Surgeon and St. Ephraim of Nea Makri (source)

"My name is X. P., I am 46 years old, and I live in Northern Greece. In 2004, I was operated on for a brain tumor. After three and a half years, it appeared again. I visited plenty of doctors, but none would agree to operate on me. I was very depressed and disappointed. Ultimately, I found a doctor who agreed to dare to try this difficult intervention. My relatives told me to go venerate St. Luke, who was a physician, and that he would help me, like he helped the others. I made the decision and went to venerate and to pray in the city G. where there is a church of St. Luke. There, I met a pious and humble priest, Fr. K. He gave me strength and courage, and served the Paraklesis for me. I confessed, communed, and left for surgery. One night, I saw in my dream St. Ephraim, and he told me not to worry, and that everything would go well.


On March 13th 2007 I entered the operating room. Even though I was sedated, I could see the doctors that were operating on me, together with St. Luke and St. Ephraim. St. Luke was operating, wearing small circular glasses, and holding an old scalpel. St. Ephraim, however, was holding my hand, telling me not to be afraid, and with his left hand bombarded my head with light. When the surgery finished, I went to the ICU, and again St. Luke appeared before me, telling me: “I was there with you in the operating room.”


I replied: “I know.”


Exiting the operating room, I heard my surgeon tell me: “This is the first time I had such and easy surgery.”


I want to note that I knew nothing about these two saints [before they appeared]. From then on, they became my guardian angels."

http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2014/06/st-luke-surgeon-and-st-ephraim-in.html

The Saints Stand By Us



When we refer to the life of a saint, we tend to extol their actions and promote them mostly on the basis of the wonderful things they performed. From very ancient times, it was thought that this elevation and emphasis, sometimes even exaggeration, in the narrative of the life of a saint was a way of rendering honour to them.

This practice may be considered beneficial in terms of uplifting the minds of the faithful, but it does create a sense of distance between the saint and other Christians: the impression is given that the saint was a person with distinct abilities, someone who, by their very nature, had the ability to distinguish themselves in martyrdom or virtue. But in this way, Christians are unwittingly discouraged from engaging in spiritual struggles, since they believe that they themselves are in no position to avoid the traps and temptations which continuously arise.



Let’s take the case of the five martyrs whom we honour on December 13, Efstratios, Afxentios, Evyenios, Mardarios and Orestis, (martyred at the end of the 3rd century). We have there a different approach, however. This concerns a miracle mentioned by the Protopapas of Nafplio, Nikolaos Malaxos (16th century) and preserved by Saint Nikodimos the Athonite. The event took place in a dependency of the New Monastery on Chios, on the day of their feast.

On that that day, the weather was so appalling that the fathers from the monastery were unable to get down to the dependency, and people from the outside couldn’t get there either. After the priest had started Mattins, he saw five men whom he didn’t know coming into the church. The features were similar to those of the saints being honoured, as represented in their icons. Two went to the right choir, two to the left and the youngest, who looked like the martyr Orestis, conducted the chanting, as canonarch. So the Mattins service continued until the moment when the canonarch came to read the narrative of their martyrdom.

At one point in the narrative, the governor of Sebastia, Agricola, ordered a red-hot bed to be brought, on which they laid Orestis. The Life says that Orestis “quailed” (εδειλίασεν). The young canonarch, however, didn’t read what was written, but changed the verb and said “smiled”. He was at once sharply rebuked by the eldest of the five, the one who looked like Saint Efstratios, who told him to read the text exactly as it was written. The young canonarch, who was clearly Saint Orestis, and was ashamed of his want of courage, read the Life again, but again said “smiled”. The eldest, obviously Saint Efstratios, again told him off and said: “Read what’s written as you experienced it: because you didn’t smile when you saw the bed, your courage failed you”.

In the end, the five saints disappeared and, when the priest had recovered, he completed the Divine Liturgy and wondrous event to his fellow citizens. It’s clear, then, that the saints are people, just like the rest of us, with their own strengths and weaknesses. There’s not something distinctive or special in their nature that helps them to conduct their struggle successfully. If we wanted to single out something, it would be their great love for God, which helped them overcome their individual fears and weaknesses.


http://pemptousia.com/2014/01/the-saints-stand-by-us/

Friday, December 12, 2014

Διηγήσεις π. Χαραλάμπου Διονυσιάτη (Προηγουμένου Ἱ. Μ. Διονυσίου)


 

Κάναμε πολλές ώρες προσευχή, τότε όταν ήμασταν κοντά εις τον Γέροντα Ιωσήφ, και τα πρώτα χρόνια κατόπιν, μετά την κοίμηση του Γέροντος, και πολύ χάριν μας έδιδε ο Κύριος, δι' ευχών του Γέροντος.


Έκανα 6 -8 ή και 10 ώρες ενίοτε προσευχή όρθιος. Μερικές φορές μου έρχονταν πολύ κούραση, και αισθανόμουνα άσχημα. Άλλοτε έρχονταν αμέλεια κ.λ.π. Τότε έλεγα εις τον εαυτόν μου: «Άρρωστος δεν είσαι έφαγες και ήπιες νερό. Λοιπόν εδώ θα αγωνιστείς. Θα πεθάνεις εδώ προσευχόμενος. Δεν υποχωρούσα. Και μετ' λίγη ώραν, έρχονταν τέτοια ειρήνη και μακαριότης, που επί 4 ώρες, νόμιζα ότι δεν πατούσα στην γη νόμιζα, ότι 4-5 ώρες ήσαν 10 λεπτά. Την εποχή εκείνη, είχα πολλές καταστάσεις ο Θεός μου είχε δώσει πολύ χάριν».
Ειρήνη με ειρήνη έχει διαφορά. Υπάρχει τεράστια διαφορά, από την ειρήνη που δίδει ό Θεός. Έτσι κάποτε προσευχόμενος, πλησίον του παραθύρου του κελιού μου, αισθάνθηκα ένα πράγμα, που δεν μπορεί να το έκφραση κανείς.
Εκεί που προσευχόμουν, ακούω ξαφνικά μία βοή. Αι αισθήσεις μου αι εξωτερικαί κόπηκαν και άνοιξε μέσα στην καρδιά μου μία ειρήνη, σε ανέκφραστο βαθμό. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Μία ανέκφραστος γλυκύτης, γαλήνη, ειρήνη.
Δεν περιγράφεται αισθανόμουνα παράδεισο μέσα μου. Αυτό ίσως κράτησε μια ώρα κατόπιν υποχώρησε. Κάτι όμως έμεινε μέσα μου. Βεβαίως ελάχιστο πράγμα παρέμεινε. Και έκτοτε, ότι και αν συνέβαινε οιανδήποτε φροντίδα, ταραχή, πειρασμός κλπ η ειρήνη μέσα μου δεν έφευγε.
Όταν έφυγε εκείνη η μεγάλη και ανέκφραστος ειρήνη έκλαιγα φώναζα: «τι ήτανε αυτό - τι ήτανε αυτό; Θεέ μου έλεγα αυτή ήτανε η ειρήνη που έδωσες στους άγιους Αποστόλους: Την Ειρήνη την Έμήν δίδωμι υμίν. Δεν μπορούσα να βαστάξω" έκλαιγα - έκλαιγα. τι ήτανε αυτό, Θεέ μου!»
Σχετικά με την αγάπη του Θεού λέμε, ότι μας αγαπά ό Θεός ή ότι αγαπάμε τον Θεόν, ότι αισθανόμεθα αγάπη μέσα μας για τον Θεόν. Αυτό δεν είναι τίποτε είναι ελάχιστον, από την αίσθησιν εκείνη της αγάπης του Θεού, όταν σε επισκεφθεί ο Θεός, όταν σου δώσει την αγάπη Του. Τότε λιώνεις. Αν κράτηση αυτή η αγάπη, αυτή η αίσθησις της αγάπης του Θεού, λίγα λεπτά, δεν αντέχεις τότε πεθαίνεις.
Ούτω κάποτε προσευχόμενος επί πολύ ώρα, ξαφνικά αισθάνθηκα την Παρουσία του Θεού μπροστά μου! (όχι να τον βλέπω). Εκείνη την ώρα, το τι αισθάνθηκα, δεν περιγράφεται. Ένας Θείος έρως ανέκφραστος, μία αγάπη που δεν περιγράφεται. Δεν μπορείς να κρατηθείς' πέφτεις κάτω. Αν κρατούσε πάνω από 2 - 3 λεπτά θα πέθαινα δεν αντέχεις.
Από την πολλή αγάπη καίεσαι μέσα σου, από την πολλή γλυκύτητα και μακαριότητα, από, τον πολύ θείο έρωτα για τον Χριστό. Πέφτεις κάτω και άλλο τίποτα δεν λες μόνο, σώσε με - σώσε με, φωνάζεις διότι θα πεθάνεις αν κρατήσει, λίγο ακόμη. Τρία λεπτά εάν κρατήσει θα ξεψυχήσει ο άνθρωπος από, τον πολύ ερωτά στον Χριστό, από την πολλή αγάπη.
Μετά όταν υποχώρησε, επί τρεις ώρες περίπου έλεγα την ευχή και άφθονα γλυκύτατα δάκρυα έτρεχαν. Και πολλές φορές ενθυμούμενος την κατάσταση εκείνη της χάριτος, όπου αισθανόμουν δίπλα μου, μπροστά μου την παρουσία, του θεού, έρχονται γλυκύτατα δάκρυα και προσευχή συνεχής.
Κάποτε προσευχόμενος πάλι, βλέπω τον εαυτόν μου ξαπλωμένο νεκρό απέναντι μου, φορώντας το πετραχήλι. Αυτό ήταν έκσταση, δράμα. Τώρα; τίποτε δεν έκανα σκεπτόμουνα τι λόγο θα δώσω στον Θεόν για τι πράξεις μου, για την ζωήν μου και με έπιασε δέος, μ' έπιασε τρόμος. Τι απολογία θα δώσω τώρα. Περίπου 10 λεπτά κράτησε αυτή ή δράση.
Πάγωσα τώρα πηγαίνω στην κρίσιν. Έβλεπα μόνον τον εαυτόν μου κανέναν άλλον, τίποτε άλλο δεν έκρινα. Όταν συνήλθα, όταν ήλθα εις τον εαυτόν μου, είχα την αίσθηση της μνήμης θανάτου μου ήλθε πένθος και δάκρυα. Αυτή η μνήμη θανάτου, αυτό το πένθος, βάστηξαν πολύ καιρό.
Άλλο λοιπόν η μνήμη θανάτου που κάνομε ημείς με διάφορες σκέψεις και θεωρίες (κι' αυτή πολύ καλή και χρησιμότατη είναι), και άλλη αυτή, που δίδει ό Θεός εν αισθήσει.
Μία φορά ο Γέροντας μου είχε πει ότι αισθάνθηκε ένα ανέκφραστων αίσθημα αγάπης προς το Ευαγγέλιο κατά την Θ. Λειτουργία. Του έρχονταν να αγκαλιάσει το Ευαγγέλιον, ει δυνατόν να το βάλει μέσα του. Κι εγώ κάποτε αισθάνθηκα, ένα παρόμοιο αίσθημα ανέκφραστου αγάπης για το Ευαγγέλιον.
Ήθελα να πάρω το Ευαγγέλιον, να το βάλω μέσα στην ψυχή μου δεν το χόρταινα. Άλλοτε πάλι, εκεί που προσευχόμουνα, είχα επίσκεψη χάριτος. Όλη η γραφή μπήκε τρόπον τινά μέσα μου. Περί Αγάπης, περί ειρήνης κ.λ.π. Ούτω άρχισαν να λέγονται όλα μέσα μου από την γραφή. Εκείνα που δεν διάβαζα, υστέρα τα διάβαζα και τα έβλεπα. Ύστερα περί ειρήνης. Μία - δύο ώρες συνέχεια. Ύστερα σταμάτησε αυτό, και άρχισε άλλο πράγμα. Θεέ μου, τι είναι αυτό; δεν μπορούσα να κρατήσω τον εαυτό μου. Τι φωτισμός είναι αυτός που δίδεις Θεέ μου, ώστε να γνωρίσουμε και να κατανοήσομε όλη την Γραφή!
Λέγοντας τι μπορώ να κάνω, αμέσως έφυγε ό νους μου και πήγε στη θάλασσα. Είδα την θάλασσα πολλαπλάσια πολύ μεγάλη. σαν να έβλεπα με τά μάτια μου, τα τεράστια κήτη που είναι μέσα. Θαύμαζα το μεγαλείο του Θεού, και την μικρότητα του ανθρώπου Εκεί, λοιπόν, που θαύμαζα, το πόσο μεγάλη είναι η θάλασσα, και τα κήτη που περιέχει μέσα, ξαφνικά ο νους έφυγε έξω από την γη.
Έμεινα κατάπληκτος. Είδα μία απέραντη, αχανή, έκταση, επάνω - κάτω - δεξιά και αριστερά της γης. Ακατανόητη έκταση δεν βρίσκεις άκρη. Και μέσα στο αχανές αυτό Σύμπαν, την γη σαν μια σφαίρα, και πέριξ εκατομμύρια πολλά σφαίρες σαν την γη. Έμεινα κατάπληκτος για το άπειρο χάος, για την απεραντοσύνη του Σύμπαντος.
Εκεί, λοιπόν, που θαύμαζα, ακούω φωνή: «Ο Θεός δεν χωράει, μέσα στο αχανές αυτό Σύμπαν τόσον μεγάλος, τόσον άπειρος είναι ο Θεός». Άρχισα να θαυμάζω και να εκπλήττομαι. Πόσον μεγάλος είναι αλήθεια ο Θεός; Πω, πω! δεν χωράει στο αχανές αυτό Σύμπαν! Θυμήθηκα εκείνη την ώρα, αυτό που λέγει η Γραφή: «Ή γη είναι το υποπόδιον των ποδών του Θεού». Πόσον άπειρος είναι ο Θεός; και αν τώρα σπρώξει με το πόδι του την γη;
Με έπιασε τρέμουλα κι' εγώ θα φύγω, θα πέσω με την γη στο χάος..., κι' εκεί επάνω συνήλθα από την θεωρία αυτή, και ήλθα εις τον εαυτόν μου.
Μετά από αυτήν την θεωρία, είχα την αίσθηση, ότι τίποτε δεν είμαστε εμείς. Γνώρισα, ότι απολύτως τίποτε δεν είμαστε. Τότε μένει πραγματική ταπεινοφροσύνη. Αυτή είναι ή ταπεινοφροσύνη, που λέγει ο αββάς Ισαάκ: «Είναι καλύτερα να κλάψεις μία ώρα για τις αμαρτίες σου, παρά όλο τον κόσμο να κερδίσεις, καλύτερα να γνωρίσεις την ασθένεια σου, παρά νεκρούς ν' ανασταίνεις». Ότι και να πεις, μπορεί να ταπεινώνεσαι εξωτερικά. Την πραγματική ταπείνωση, δεν την γεύεσαι, δεν την έχεις.
Μετά από αυτήν την θεωρία, χρυσά να φορούσα, δεν μου έκανε εντύπωση. Νόμιζα, ότι όλα τα ίδια είναι. Δεν αισθάνεσαι από μέσα τίποτε να σε βλέπουν π.χ. με λαμπερά, και να αισθάνεσαι ικανοποιήσει που σε βλέπουν.
Αυτή ή θεωρία, μου έφερε τέτοια ταπείνωση. Και δεν έφυγε από μέσα μου μέχρι και τώρα. Δόξες, τιμές, δεν με εντυπωσιάζουν. Καλύτερα να φορώ παρτάλια παρά λαμπρά. Δεν μου κάνει εντύπωση να επιδείξω... (κλαίει ό παπα Χαράλαμπος).

πηγη : http://agiameteora.net/

Progression in spiritual life ( Elder Paisios )



The more a person progresses in the spiritual life attending to himself, the wider the eyes of the soul open and the more clearly he discerns his mistakes and the many benefactions of God. Thus man is humbled and inwardly crushed, and then the Grace of God — divine enlightenment — comes naturally and he becomes more discerning.

Elder Paisios

Totally submit our mind to the Grace of God ( Elder Paisios )



One of Elder Paisios’ spiritual sons recalls, "Elder Paisios always urged us to think positively. Our positive thinking, however, should not be our ultimate aim; eventually our soul must be cleansed from our positive thoughts as well, and be left bare, having as its sole vestment Divine Grace granted to us through Holy Baptism. ‘This is our aim,’ he used to say, ‘to totally submit our mind to the Grace of God. The only thing Christ is asking from us is our humility. The rest is taken care of by His Grace.

Elder Paisios

Thursday, December 11, 2014

Ο προορισμός του ανθρώπου ( Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής )



Μη λυπήσαι παιδί μου μήτε να ενθυμήσαι το παρελθόν διότι εκείνα απέρασαν. Άνθρωποι είμεθα και τέκνα παραβάσεως.

Δι’ αυτό συγκατάβασιν θα κάμει ο Κύριος και εν μετανοία, όλα τα συγχωρεί. Ναι παιδί μου… Διότι ενόσω ζούμε αυτή η ζωή δεν έχει ανάπαυσιν. Ζυμωμένη με τα βάσανα είναι… ανάμικτα όλα…

Αυτά που μας φαίνονται άσχημα, αυτά παιδί μου αφήνουν κέρδος στην ψυχήν μας…

Η έρημος παιδί μου έχει άλλους πειρασμούς….και ο κόσμος άλλους …

Ας σκεπάζει ο ένας τα σφάλματα του άλλου.

Ω! μάταιε κόσμε! ψεύτικε ντουνιά, κανένα καλόν δεν έχεις επάνω σου.

Μέσα στις θλίψεις παιδί μου θα βρεις τον γλυκύτατον Ιησούν…

Ο προορισμός του ανθρώπου, αφού γεννηθεί είναι να βρει τον Θεόν.

Δεν μπορεί να Τον βρει όμως, εάν πρώτον δεν τον βρει ο Θεός…

Τα πάθη μας, μάς έχουν κλείσει τους ψυχικούς οφθαλμούς.

Όταν όμως στρέψει το ματάκι του προς ημάς ο αγαθός Θεός, τότε ως από ύπνον ξυπνούμε και αρχίζομεν να ζητούμεν την σωτηρίαν μας…
Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού
Από το βιβλίο «Έκφραση μοναχικής εμπειρίας»

http://agiameteora.net/

How to Read the Holy Scriptures ( Father Seraphim Rose )



From a lecture delivered by Hieromonk Seraphim Rose at the 1979 St. Herman Summer Pilgrimage Platina, CA



IT IS WELL known that Protestants spend a great deal of time on Holy Scripture, because for them it is everything. For us Orthodox Christians the Scripture also holds an essential place. Often, however, we do not take advantage of it, and do not realize what importance it has for us; or if we do, we often do not approach it in the right spirit because the Protestant approach and Protestant books about the Scriptures are widespread, while our Orthodox approach is quite different.

The fact that Scripture is an essential part of our Faith can be seen in our Orthodox services. There are daily readings from the New Testament from both the Epistles and Gospels. In one year we read through almost the entire New Testament. In the first three days of the week before Pascha--the feast of Christ's Resurrection, the four Gospels are read in church, and on Thursday night of Passion Week twelve long selections from the Gospels are read concerning the Passion of our Lord, with verses sung in between, commenting on these passages. The Old Testament is also used in the services. In the vespers for every great feast three parables are read prefiguring the feast. And the Divine services themselves are filled with Scriptural quotations, Scriptural allusions and inspiration coming directly from Holy Scripture. Orthodox Christians also read the Scripture outside the services. St. Seraphim, in his monastic life, read the entire New Testament every week. Perhaps it is because we have such a richness of Scripture in our Orthodox tradition that we are often guilty of taking them for granted, of not valuing and making use of the Scriptures.

One of the leading interpreters of Holy Scripture for us is St. John Chrysostom, an early 5th century Holy Father. He wrote commentaries on practically the whole of the New Testament, including all of St. Paul's epistles and also many Old Testament books. In one sermon concerning Scripture, he addresses his flock:

'I exhort you, and I will not cease to exhort you to pay heed not only to what is said here, but when you are home also you should occupy yourselves attentively with the reading of Holy Scripture. Let no one say to me such cold words-worthy of judgment---as these: 'I am occupied with a trial, I have obligations in the city, I have a wife, I have to feed my children, and it is not my duty to read the Scripture but the duty of those who have renounced everything.' What are you saying?! It is not your duty to read Scripture because you are distracted by innumerable cares? On the contrary, it is your duty more than those others, more than the monks; they do not have such need of help as do you who live in the midst of such cares. You need treatment all the more, because you are constantly under such blows and are wounded so often. The reading of Scripture is a great defense against sin. Ignorance of the Scripture is a great misfortune, a great abyss. Not to know anything from the word of God is a disaster. This is what has given rise to heresies, to immorality; it has turned everything upside down."

Here we see that the reading of Holy Scripture provides us with a great weapon in the fight against the worldly temptations surrounding us – and we do not do enough of it. The Orthodox Church, far from being against the reading of Scripture, greatly encourages it. The Church is only against the misreading of Scripture, against reading one's own private opinions and passions, even sins into the sacred text. When we hear that the Protestants are all excited about something that they say is in the Scripture--the rapture, for example, or the millennium--we are not against their reading the Scripture but against their misinterpretation of the Scripture. To avoid this pitfall ourselves we must understand what this sacred text is and how we should approach it.

The Bible --the Holy Scripture, the Old and New Testaments---is not an ordinary book. It is one that contains not human but divinely revealed truths. It is the word of God. Therefore, we must approach it with reverence and contrition of heart, not with mere idle curiosity and academic coldness. Nowadays one cannot expect a person who has no sympathy for Christianity, no sympathy for the Scriptures to have a proper attitude of reverence. There is, however, such power in the words of Scripture--especially in the Gospels-that it can convert a person even without this proper attitude We have heard of cases in communist countries; the police go out in special squads to persecute believers and break up their meetings; they confiscate all their literature: Bibles, hymn books, patristic texts---many written out by hand. They're supposed to burn them, but sometimes either the person who is assigned to bum them or the person collecting them gets curious and begins reading the condemned materials. And there have been cases where this has changed the person's life. All of a sudden he meets Jesus Christ. And he's shocked, especially if he has been raised with the notion that this is a great evil; here he discovers that there is no evil here but rather something quite fantastic.

Many modern scholars approach the Scriptures with a cold, academic spirit; they do not wish to save their souls by reading Scripture: they only want to prove what great scholars they are, what new ideas they can come up with; they want to make a name for themselves. But we who are Orthodox Christians must have utmost reverence and contrition of heart; i.e., we must approach the word of God with a desire to change our hearts. We read the Scripture in order to gain salvation, not, as some Protestants believe, because we are already saved without the possibility of falling away, but rather as those desperately trying to keep the salvation which Christ has given us, fully aware of our spiritual poverty. For us, reading Scripture is literally a matter of life and death. As King David wrote in the Psalms: Because of Thy words my heart hath bee, afraid. I will rejoice in Thy sayings as one that hath found great spoil.

The Scripture contains truth, and nothing else. Therefore, we must study the Scripture believing in its truth, without doubt or criticism. If we have this latter attitude we shall receive no benefit from reading Scripture but only find ourselves with those "wise" men who think they know more than God's revelation. In fact, the wise of this world often miss the meaning of Scripture. Our Lord prayed: I thank Thee, O Father ..that Thou hast hid these things from the wise and prudent and hast revealed them unto babes (Luke 10:21). In our approach we must not be sophisticated, complicated scholars; we must be simple. And if we are simple the words will have meaning for us.


http://www.sfaturiortodoxe.ro/orthodox/orthodox_advices_seraphim_rose_holy_scriptures.htm

Why are vigil lamps lit before icons? ( Bishop Nikolai Velimirovich )


 1. Because our faith is light. Christ said: I am the light of the world (John 8:12). The light of the vigil lamp reminds us of that light by which Christ illumines our souls.

2. In order to remind us of the radiant character of the saint before whose icon we light the vigil lamp, for saints are called sons of light (John 12:36, Luke 16:8).

3. In order to serve as a reproach to us for our dark deeds, for our evil thoughts and desires, and in order to call us to the path of evangelical light; and so that we would more zealously try to fulfill the commandments of the Saviour: "Let your light so shine before men, that they may see your good works" (Matt. 5:16).

4. So that the vigil lamp would be our small sacrifice to God, Who gave Himself completely as a sacrifice for us, and as a small sign of our great gratitude and radiant love for Him from Whom we ask in prayer for life, and health, and salvation and everything that only boundless heavenly love can bestow.

5. So that terror would strike the evil powers who sometimes assail us even at the time of prayer and lead away our thoughts from the Creator. The evil powers love the darkness and tremble at every light, especially at that which belongs to God and to those who please Him.

6. So that this light would rouse us to selflessness. Just as the oil and wick burn in the vigil lamp, submissive to our will, so let our souls also burn with the flame of love in all our sufferings, always being submissive to God's will.

7. In order to teach us that just as the vigil lamp cannot be lit without our hand, so too, our heart, our inward vigil lamp, cannot be lit without the holy fire of God's grace, even if it were to be filled with all the virtues. All these virtues of ours are, after all, like combustible material, but the fire which ignites them proceeds from God.

8. In order to remind us that before anything else the Creator of the world created light, and after that everything else in order: And God said, let there be light: and there was light (Genesis 1:3). And it must be so also at the beginning of our spiritual life, so that before anything else the light of Christ's truth would shine within us. From this light of Christ's truth subsequently every good is created, springs up and grows in us.

May the Light of Christ illumine you as well!



http://www.russianorthodox-stl.org/vigil_lamps.html

Wednesday, December 10, 2014

'Αρρωστιμενη ταπείνωση και Θεία Λειτουργία- Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο

Ο άπιστος και ο χωρικός...


Ένας που καμώνονταν τον πολύ σοφό συνάντησε κάποτε στο δρόμο του έναν απλοικό χωρικό που πήγαινε στην εκκλησία.
-Για που με το καλό; τον ρώτησε.
-Πάω στην εκκλησία, του απάντησε ο χωρικός.
-Και δε μου λες, του λέει ειρωνικά ο σοφός.
Μήπως ξέρεις να μου πεις,ο Θεός σου είναι μεγάλος η μικρός;
-Κι από τα δύο.
-Δε γίνεται να είναι και τα δύο!
-Γίνεται,κύριε.
Να,είναι τόσο μεγάλος, που δεν τον χωρούν ούτε οι ουρανοί,
Αλλά και τόσο μικρός,που μπορεί να κατοικεί μέσα στην καρδιά μου.
Κι ο σοφός τα 'χασε με τη σοφή απάντηση του απλοίκού μα πιστού χωρικού.

http://lllazaros.blogspot.ca/2013/12/blog-post_19.html

Η πρώτη φορά που «απλώνει χέρι»

Πώς θα αντιδρούσατε αν, στον φούρνο της γειτονιάς, το παιδί σας έβαζε το χέρι του σε ένα βάζο με κουλουράκια και έπαιρνε ένα κρυφά; Για κάποιους το συμβάν θα αποτελούσε πταίσμα. Άλλοι θα έδιναν πιο σοβαρές προεκτάσεις. Η αντίδραση, όμως, του γονιού σε μία τέτοια συμπεριφορά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο τόσο προκειμένου αυτή να εξηγηθεί όσο και για να αποφευχθεί επανάληψή της στο μέλλον.

Η σύμβουλος ψυχικής υγείας – οικογενειακή θεραπεύτρια κ. Δήμητρα Βαΐτσου εξηγεί γιατί πραγματοποιούν τα παιδιά τέτοιες πράξεις, από ποια ηλικία ξεκινούν τα κρούσματα και συμβουλεύει τους γονείς στο πώς να αντιδράσουν με προσοχή και αποτελεσματικότητα.

Η πρώτη φορά που «απλώνει χέρι»

«Συνήθως την έννοια της ‘κλεψιάς’ ή ‘αρπάζω κάτι κρυφά’ οι περισσότεροι την έχουν συνδεδεμένοι με την σχολική φάση, δηλαδή από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού, και αυτό γιατί είναι πιο εμφανής η δραστηριότητα αυτή στον περίγυρο της οικογένειας και του σχολείου», λέει η κ. Βαΐτσου. Ωστόσο, όπως εξηγεί, ακόμα και από την ηλικία του ενός ή δύο ετών τα παιδιά έχουν την τάση να κρατούν για εκείνα πράγματα άλλων, χωρίς βέβαια να έχουν συναίσθηση της πράξης αυτής. «Τότε δεν μιλάμε για κλεπτομανία, αλλά για την ανάγκη ενός μικρού παιδιού να κρατήσει για το ίδιο κάτι που του κάνει αίσθηση ή του προκαλεί εντύπωση», διευκρινίζει.

Συχνά οι γονείς χάνουν πράγματά τους στο σπίτι και τα βρίσκουν αργότερα στο δωμάτιο του παιδιού. «Η εξήγηση που μπορούμε να δώσουμε εδώ είναι ότι το παιδί παίρνοντας ένα αντικείμενο και πηγαίνοντάς το στα δικά του πράγματα μπορεί: Πρώτον να νιώθει οικεία με τους υπόλοιπους στο σπίτι και έτσι ασυνείδητα να κάνει αυτή την πράξη («κρατάω κάτι γιατί είναι και αυτό δικό μου»). Δεύτερον να εκφράζει μία τάση ανεπάρκειας που μπορεί να νιώθει με τα πράγματά του και να θέλει όλο και περισσότερα στον δικό του χώρο».

Γιατί κλέβουν τα παιδιά;

Όπως εξηγεί η κ. Βαΐτσου, το κατακτητικό αλλά και κτητικό ένστικτο ενός παιδιού διαφαίνεται από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Η έννοια «δικό μου είναι» και ο τρόπος που το διεκδικεί υποδηλώνει μία τάση του παιδιού να ξεχωρίσει, να κατακτήσει, να νιώσει πολύ ξεχωριστό και στη συνέχεια σημαντικό.

Ωστόσο, όταν ένα παιδί στα 7 του χρόνια δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα του τι σημαίνει η έννοια «κάνω δικό μου κάτι που δεν μου ανήκει» τότε πολύ εύκολα και σχεδόν αυτόματα μπαίνει στην διαδικασία να «κλέβει». «Εδώ χρειάζεται οι γονείς να προσέξουν όταν ένα παιδί «κλέβει», αν αρπάζει κάτι και θέλει να το κάνει μόνο δικό του, αν το κρύβει για να μην το βρουν, αν θα σκαρφιστεί κάποια δικαιολογία για να αποφύγει τις συνέπειες. Αν το παιδί δεν έχει καταλάβει ότι η πράξη αυτή είναι παράβαση ηθικών κανόνων θα είναι λάθος να τιμωρηθεί από τους γονείς», τονίζει η ειδικός.

Εξηγεί δε ότι στην προσχολική ηλικία η έννοια της ξένης ιδιοκτησίας δεν είναι κάτι που τα παιδιά κατανοούν, οπότε μπροστά στην εικόνα κάτι έντονου, φανταχτερού, ιδιαίτερου, το θέλουν και το παίρνουν χωρίς να ρωτήσουν τον ιδιοκτήτη ή χωρίς να υπολογίσουν τα συναισθήματα του άλλου. Για το λόγο αυτόν είναι πολύ σημαντικό οι γονείς να βοηθήσουν στο να κατανοήσουν τις έννοιες του «χαρίζω» και «δανείζομαι», που είναι πιο απλές.

Η κ. Βαΐτσου απαριθμεί κάποιους συνήθεις λόγους για τους οποίους κλέβουν τα παιδιά:

• Για να τραβήξουν την προσοχή των άλλων, όπως των γονιών, αν εκείνοι είναι υπερβολικά απασχολημένοι.

• Ως αντιστάθμισμα στην έλλειψη αγάπης ή προσοχής, όπως αν οι γονείς είναι αυστηροί.

• Επειδή το κάνουν και άλλοι συνομήλικοι, επιδιώκοντας έτσι να κερδίσουν τον θαυμασμό της παρέας τους.

• Από διάθεση για περιπέτεια ή από απερισκεψία, εφόσον επιθυμούν να αποκτήσουν όλο και περισσότερα από τα αγαθά με τα οποία τους βομβαρδίζει η σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.

• Σπανιότατα υπάρχουν παιδιά με εγκεφαλικές βλάβες ή με ψυχογενή τάση για κλέψιμο.

Η στάση του γονιού

Καθώς τα κίνητρα της κλοπής από ένα μικρό παιδί ποικίλουν είναι δύσκολο για τους γονείς να ανακαλύψουν τις πραγματικές αιτίες, ενώ συχνά και το ίδιο το παιδί δεν καταλαβαίνει γιατί προχώρησε σε μία τέτοια πράξη. Αν, μάλιστα, ρωτήσει κανείς ένα νήπιο «γιατί το πήρες αφού δεν είναι δικό σου;», το πιθανότερο είναι ότι αυτό δεν θα απαντήσει ή θα απαντήσει «δεν ξέρω».

Όπως εξηγεί η ειδικός, για να μπορέσει ο γονιός να εξηγήσει στο παιδί ότι μία τέτοια πράξη δεν είναι αποδεκτή, χρειάζεται να δείξει μεγάλη κατανόηση και να θέσει συστηματικά όρια. «Ας μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά έχουν την τάση να κοινοποιούν κάτι που τα ενοχλεί, φοβίζει, τρομάζει μέσα από πράξεις, άλλοτε με τον έντονο τρόπο που παίζουν, άλλοτε με το να «αρπάζουν» πράγματα, άλλοτε με το να έρχονται σε άρνηση να τραφούν, να πλυθούν, να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες. Πάντοτε χρειάζεται να είναι σε επαγρύπνηση και να «διαβάζουν» τα σημάδια αυτά που τους στέλνουν», λέει η ψυχολόγος.

Αντιμετώπιση ανά ηλικία

Τα παιδιά της προσχολικής ηλικίας παίρνουν κάτι που θέλουν χωρίς να καταλάβουν ότι αυτό δεν είναι δικό τους ή ότι κοστίζει κάποια χρήματα και είναι λάθος να το πάρουν χωρίς να πληρώσουν. Στις ηλικίες αυτές, λέει η ειδικός, οι γονείς πρέπει να δίνουν στο παιδί με απλούς όρους να καταλάβει τι σημαίνει ιδιοκτησία, συναλλαγή και αντάλλαγμα. Με ηρεμία και σοβαρότητα θα πρέπει να εξηγούν στο παιδί ότι δεν είναι σωστό να παίρνει τα πράγματα άλλων, ότι αυτό τους πληγώνει, δημιουργεί προβλήματα και κλονίζει τις σχέσεις μας μαζί τους.

Μπορούν, ακόμα, να κάνουν αναστροφή ρόλων. Να βάζουν, δηλαδή, το παιδί στη θέση του άλλου με το εξής ερώτημα: «Πώς θα σου φαινόταν αν σου έπαιρναν το παιχνίδι σου;». Του δίνουν τότε χρόνο για να σκεφτεί και το ενθαρρύνουν υπομονετικά να απαντήσει.

Τα παιδιά της σχολικής ηλικίας, αν και συνήθως γνωρίζουν ότι δεν επιτρέπεται να πάρουν κάτι που δεν είναι δικό τους ή που δεν έχουν πληρώσει, εντούτοις το παίρνουν, γιατί δεν έχουν αυτοέλεγχο.

Στην προεφηβική και εφηβική ηλικία τα παιδιά γνωρίζουν πολύ καλά ότι δεν πρέπει να κλέβουν, όμως μπορεί να το κάνουν γιατί τα ενθουσιάζει σαν πράξη, ή ίσως γιατί τα παρακινούν οι φίλοι τους. Μερικοί έφηβοι μπορεί να πιστεύουν ότι κανείς δεν θα τους καταλάβει. Καθώς στην ηλικία αυτή τα παιδιά αποκτούν περισσότερο έλεγχο της δικής τους ζωής, η κλοπή ίσως είναι γι’ αυτά είναι ένας τρόπος να κάνουν την επανάστασή τους.

Το όριο της κλεπτομανίας

Όταν αυτή η ασυνείδητη πράξη του «κλέβω» ή «αρπάζω» πράγματα συνεχίσει και σε μεγαλύτερη ηλικία και συνοδεύεται από ψέματα τότε μιλάμε για κλεπτομανία .

Η ειδικός εξηγεί ότι τα παιδιά δεν έχουν τον έλεγχο της πράξης τους εκείνη την στιγμή, μέσα τους όμως νιώθουν μεγάλη ικανοποίηση βαίνοντας σ’ αυτή την πράξη. Τα άτομα αυτά είναι κυριευμένα από έντονη ανασφάλεια και εσωτερική μοναξιά. Σ’αυτές τις περιπτώσεις οι γονείς χρειάζεται να αποταθούν σε έναν ειδικό κατάλληλο ειδικευμένο σε θέματα παιδιών, αλλά και οι ίδιοι να διερωτηθούν τι μπορεί να ώθησε το παιδί τους σ΄αυτή την κατάσταση και να βρουν πώς θα έρθουν κοντά του και θα το βοηθήσουν.

- See more at: http://www.mama365.gr/5037/otan-to-paidi-klevei.html#sthash.DcHWIX03.dpuf


In Praise of the Apostle to Zaire, Blessed Father Cosmas




Father Cosmas

Below is a homily given by Bishop Avgoustinos of Florina a few months after Fr. Cosmas, Apostle to Zaire, reposed. This excerpt is from the book Apostle to Zaire: The Life and Legacy of Blessed Father Cosmas of Gregoriou pp. 113-115.

Some, when they hear in the Gospel, “at that time” they say, “This is written for those of old.” Christ, however, is “the same yesterday, today and unto the ages”. Our Church does not reserve the showing forth of missionaries for the days of old, but continues its mission today, in this harsh, materialistic, new idol-worshipping and Masonic age. In this age of the antichrist we have examples of missionaries both within the borders of our country [Greece] and abroad.

One such excellent example is Fr. Cosmas, priestmonk and missionary, for whom we serve the holy memorial today. He lived close to me. He was a child of a poor but honourable family from Thessaloniki. He loved God from his youth. He was a regular at the catechetical schools. He heard the sermons of the pre-eminent preachers of the city. He studied much, attending the school for foreman, and could have been an important architect who built houses that would have brought him millions of dollars. Our age is an age of architects, lawyers and engineers – an age of “how-much-you-mak’n”. However, he didn’t become such a one as these. Nor did he wish to continue his studies and become a university professor, just because he had an extremely clever mind, a mathematical mind. Rather, he preferred the work of fishermen. He became a “fisherman.” He was with us in the early days of great productivity when, together with Father Hierotheos and a few co-workers, we had “hustle it up” as our watchword, and he worked extremely hard.

***

He couldn’t care less about “how-much-you-mak’n”. When he came to Florina and went to dealers in order to buy supplies, their first question was always, “How much do you make?” They would say, “Being so close to the Bishop you probably make a lot. You work on a twenty-four hour basis. You don’t have a break, neither on Saturday nor Sunday…” He would reply, “I don’t make anything except for room and board.” They didn’t believe him. They said he was lying. The truth is that boy abhorred the world of “how much you make,” and soon left.

***


The grave of Fr. Cosmas.

The beloved Cosmas was a trailblazer of a beautiful journey for our race. We want to believe that others will follow his example: the feast of a martyr, the imitation of a martyr. Both here in the holy altar and elsewhere there are certain young people who shouldn’t become “how-much-you-makers” but idealists. Once upon a time, Greece had such idealists. Who brought Orthodoxy to Bulgaria, Serbia, Romania, and Russia? It was Greek Christians. Nowadays, households don’t produce idealists. A child’s mother wants him to become a doctor, a lawyer, a teacher, a professor, an engineer, a businessman – anything but a priest. She doesn’t even want to hear of it. So it is that today I especially honour the elect disciple, monk and missionary Cosmas. He is a prototype. He is a combination of internal and external mission work.

The servant of God, Cosmas of Gregoriou Monastery, apostle martyred* in Africa to the glory of God and Orthodoxy – may his memory be eternal! And may there be many followers of his heroic example.

*lessonsfromamonastery’s note: While Fr. Cosmas was in fact killed in a car accident, I believe the Bishop is applying St. John Chrysostom’s definition of a martyr here. That is, one who lives ascetically, willingly “dying” to his sins and passions.


http://lessonsfromamonastery.wordpress.com/2014/12/10/5609/

St. Ignaty Brianchaninov: Advice to a Layman on Vigliance


 

Written for a Certain Layman As a Result of His Desire To Live A Vigilant Life In The World by St. Ignaty Brianchaninov

The soul of all practices in the Lord is vigilance. Without vigilance, all these practices are fruitless. He who is desirous of saving himself must so establish himself that he might remain continuously vigilant toward himself, not only in solitude, but also under conditions of distraction, into which he is sometimes unwillingly drawn by circumstances.

Let the fear of God outweigh all other sensations upon the scales of your heart; and then will it be convenient to for you to be vigilant toward yourself, both in the silence of your kellia [cell] and in the midst of the noise that surrounds you from all sides.

A well-reasoned moderation in food, diminishing the passionate heat of his blood, tends greatly to facilitate your being able to attend to yourself; while the impassioning of your blood, stemming, as it does, from an excessive consumption of foodstuffs, from extreme and intensified bodily movements, from the inflammation of wrath, from being heady with vanity, and by reason of other causes, gives rise to a multitude of thoughts and reveries—in other words, to distraction. The Holy Fathers, first of all, ascribe to such a one as is desirous of attending to himself a moderate, evenly-measured, constant abstention from food. (Dobrotoliubiye [Philokalia], Pt. II, Ch. of St. Filofei [Philotheus] of the Sinai)

Upon awakening from sleep—an image of the awakening from the dead, which awaits all men—direct your thoughts to God, offering up to Him the first-thoughts of your mind, which has not yet become imprinted with any vain impressions whatsoever.

Having carefully fulfilled all the needs of the flesh upon arising from sleep, quietly read your customary rule of prayer, taking care not so much for the quantity of your prayerful expression, as for the quality of it; i.e., do it attentively, so that, by reason of your attention, your heart might be enlightened and enlivened through prayerful feeling and consolation. Upon concluding your rule of prayer, do you again, direct all your strength to the attentive reading of the New Testament, primarily the Evangelists. In the course of this reading, intently take note of all the instructions and commandments of Christ, so that you might direct all your actions-both manifest and veiled-in accordance with them.

The quantity of the reading is determined by one’s strength and by one’s circumstances. It is unnecessary to weigh-down one’s mind with an excessive reading of prayers and Scripture; likewise, is it unnecessary to neglect one’s needs in order to practice immoderate prayer and reading. Just as the excessive use of foodstuffs disorders and weakens the belly, so too does the immoderate use of spiritual food weaken the mind and create in it a revulsion to pious practices, leading it to despair. ([St.] Isaak the Syrian, “Sermon 71″)



For the novice, the Holy Fathers suggest frequent—but brief—prayers. When one’s mind matures with spiritual age, becoming stronger and more manly, then shall one be in proper condition to pray without ceasing. It is to such Christians as have attained to maturity in the Lord that the words of the Apostle Paul pertain:

“I desire, therefore, that men pray everywhere, lifting up holy hands, without anger and reproach” (I Tim. II, 8) i.e., dispassionately, and without any distraction or inconstancy. For that which is natural to the man is not yet natural to the infant.

Enlightened, through prayer and reading, by our Lord, Jesus Christ, the Sun of Righteousness, one may then go forth to carry out the affairs of one’s daily course, vigilantly taking care that in all one’s deeds and words, in one’s entire being, the All-holy will of God might prevail, as it was revealed and explained to men in the Commandments of the Evangelist.

Should there be any free moments during the course of the day, use them to read attentively some chosen prayers, or some chosen portions of Scripture; and, by means of these, fortify the powers of your soul, which have become exhausted through activity in the midst of a world of vanities.

Should there not be any such golden moments, it is necessary to regret their loss, as though it were the loss of a valuable treasure. What is wasted today should not be lost on the day following, because our heart conveniently gives itself up to negligence and forgetfulness, which lead to that dismal ignorance, so ruinous of Divine activity, of the activity of man’s salvation.

Should you chance to say or to do something that is contrary to God’s commandments, immediately treat your fault with repentance; and, by means of sincere contrition, return to the Way of God, from which you stepped aside through your violation of God’s will. Do not linger outside the Way of God! Respond with faith and humility to sinful thoughts, reveries and sensations by opposing to them the Gospel commandments, and saying, along with the holy patriarch Joseph:

“How shall I speak this evil word and sin before God?” (Gen. XXX, 9)

One who is vigilant toward oneself must refuse himself all reverie, in general—regardless of how attractive and well-appearing it might seem, for all reverie is the wandering of the mind, which flatters and deceives it, while being outside the truth, in the land of non-existent phantoms, and incapable of realization. The consequences of reverie are: loss of vigilance toward oneself, dissipation of the mind, and hardness of heart during prayer, whence comes distress of the soul.

In the evening, departing into slumber—which, in relation to the day just past, is death—examine your actions during the course of that day. Such [self-] examination is not difficult, since, in leading an attentive life, that forgetfulness which is so natural to a distracted man is destroyed through vigilance toward oneself. And so, having recollected all your sins, whether through act, or word, or thought, or sensation, offer your repentance to God for them, with both the disposition and the heart-felt pledge of self-amendment. Later, having read the rule of prayer, conclude the day which was begun by meditating upon God by meditating, once again, upon God. Whither do they depart—all the thoughts and feelings of a sleeping man? What mysterious state of being is this sleep, during which the soul and body are both alive and yet not alive, being alienated from the awareness of their life, as though dead? Sleep is as incomprehensible as death. In the course of it, one’s soul reposes, forgetting the most-cruel earthly afflictions and calamities that have beset it, while it images its eternal repose; while one’s body … if it rises from sleep will also arise, inevitably, from the dead.

The great Agafon said: “It is impossible to succeed in virtue without exerting vigilance toward oneself.” (The Patericon of Skete)

Amen.



http://lessonsfromamonastery.wordpress.com/2014/12/05/st-ignaty-brianchaninov-advice-to-a-layman-on-vigliance/

Καί ὁ Αη Γιάννης ὁ Ρῶσος γύρισε καί τήν κοίταξε...




Γράφει ο Αρχιμ. Πορφύριος,
Ηγούμενος Ι.Μ. Τιμ. Προδρόμου Βέροιας

Δεν αξιώθηκα να πάω στο ιερό νησί της Χαλκίδας για να προσκυνήσω. Κάποια φορά που ξεκινήσαμε, έριξε τόσο χιόνι, που δεν μπορέσαμε να πάμε έξω από την πόλη.
Άκουσα όμως μία απίθανη ιστορία με τον άγιο αυτόν, και την καταγράφω.
Πριν χρόνια, ένα λεωφορείο με κυρίες μεγάλης ηλικίας πήγαν προσκύνημα στον Άγιο Γιάννη τον Ρώσο. Έφτασαν στην εκκλησία και ο ξεναγός των εκδρομέων οδηγούσε τις προσκυνήτριες και τις εξηγούσε τα σχετικά. Η γερόντισσα, που μας διηγήθηκε το πάθημά της, τότε ήταν κοντά στα ογδόντα, αλλά με μυαλό τετρακοσιάρικο.Tώρα είναι στα ενενήντα και το μόνο που την στενοχωρεί είναι που δεν την βαστούν τα ποδάρια της να πάει στην εκκλησία.
Συνήθιζε, λοιπόν, τότε που πήγαινε ακόμα στην εκκλησία, να μπαίνει μέσα και να πιάνει κουβέντα με τις εικόνες. Αλλά πρώτα έπρεπε να ανάψει δεκάδες, ναι καλά διαβάσατε, δεκάδες κεριά για τα ζωντανά και άλλα τόσα για τα πεθαμένα. Άσε τι άναβε για τους αγίους. Και έχοντας αυτό το χούι, συνήθως χάνονταν από τις παρέες. Μόνο όταν ήταν να βγουν από τον ναό την φώναζαν.

Έτσι και στον Άγιο Γιάννη τον Ρώσο. Οι άλλες συντρόφισσές της απομακρύνθηκαν. Αλλά αυτή, πλησιάζοντας στο προσκυνητάρι, εκεί που έχουν τον άγιο, τα είδε αλλιώς και σταμάτησε. Έβλεπε ένα παλικάρι ξαπλωμένο και κατάλαβε πως είναι νεκρός. Και άρχισε να κλαίει το παλικάρι: «ποιός να ξέρει πώς σε λένε, και πού να βρίσκεται η μάννα σ’ να σε κλάψει, παλικάρι μ’. Κι η πατρίδα σ’ η Ρωσία λένε πως τάχα είναι μακρυά, παιδί μ’. Έ, τι δα τράβηξες και συ για τον Χριστό, για να σε έχν εδώ». Τον είπε και άλλα μοιρολόγια και έκλαψε με την ψυχή της η γιαγιούλα.
Και τότε …πέρασε η ώρα και άρχισαν να μαζώνονται για να φύγουν. Όταν είδαν ότι η θειά αυτή έλειπε, κάποια νεότερη την έψαξε μέσα στην εκκλησία και τελικά την βρήκε.
– Άντε, θειά Π. Φεύγουμε, μας περιμένουν.
Φτάνουν εκεί που ήταν μαζεμένοι όλοι, και λέει στον αρχηγό.
– Καλά, εσείς μας είπατε ότι θα ρθούμε στον Άγιο Γιάννη τον Ρώσο. Και αγιοΓιάννη δεν είδαμε.
– Πώς δεν τον είδαμε; Εκείνος εκεί είναι.
– Α, αυτός είναι;
- Γιατί, εσύ τι νόμισες;
- Εγώ τον είδα και είπα είναι πεθαμένος και τον έκλαψα, γιατί είναι νέος, από μακρυά. Και είπα είναι πεθαμένος και τον έκλαιγα. Πού να είναι η μάννα τ’ να τον κλάψει;
- Τί λες, θειά Π. Αυτός είναι ο Άγιο Ιωάννης ο Ρώσος.
- Εγώ, παιδί μ’; Τί να πω; Εκεί που τον έκλαιγα, γύρισε κατά εδώ το κεφάλι τ’ και με κοιτούσε. Κι εγώ τον έκλαιγα κι αυτός με κοιτούσε. Μέχρι που με φώναξαν και σας βρήκα. Δεν κατάλαβα. Κάτσε μια στιγμή να πάνω να τον προσκυνήσω και φεύγουμε.
Ποιός τολμούσε να την αρνηθεί το τελευταίο προσκύνημα.
- Έ, παιδί μ’, μεγάλη η χάρη τ’. Κάθε άγιος έχει την χάρη τ’. Τόσοι αγίοι έχουμε. Δοξασμένο τόνομά Του. Αυτά, που λες, έπαθα.
Μας διηγείται και άλλα τέτοια, πολλά μπορώ να πω, αλλά όταν τα λέει δεν σηκώνει μάτια να σε κοιτάξει. Ή θα πλέκει τίποτα με το τσιγκελάκι ή τις βελόνες, ή με τα ροζιασμένα και στεγνά δάχτυλά της θα διπλώνει και θα ξεδιπλώνει καμιά χαρτοπετσέτα.
Και εμείς δεν την λέμε τίποτα. Την αφήνουμε στην μακάρια και ευλογημένη απλότητά της, να νομίζει ότι δεν αξίζει ούτε τα μάτια να σηκώσει γιά να κοιτάξει τα άγια εικονίσματα.
Μόνον όταν τελειώνει, σηκώνει τα γαλανά ξεπλυμένα ματάκια της, που είναι βαθιά μέσα στις κόγχες, από την αγρύπνια και από τα δάκρυα, και λέει: «Αυτά, παιδί μ’, έπαθα».
………………………………….

Δόξα τω Θεώ. Τι θησαυρούς κρύβει αυτή η Αγία Ορθοδοξία, η Αγία Εκκλησία μας;! Και τί θα δουν όσα μάτια το αξίζουν στον άλλο κόσμο;!
Αδελφοί, Χριστός Ανέστη!


http://agiameteora.net/

Tuesday, December 9, 2014

Ἡ Ἱερωσύνη κατά τόν Ἅγιο Ἰσίδωρο τόν Πηλουσιώτη


 

Ο Άγιος Ισίδωρος έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τα όσα συνέβαιναν στο χώρο της εκκλησίας . Πόση χαρά γέμιζε κάθε φορά που μάθαινε ότι κάποιος
ευλαβής και ενάρετος νέος προσερχόταν στις τάξεις του ιερού κλήρου και προσευχόταν να υπηρετήσει τον κύριο και την εκκλησία με αυταπάρνηση και ιδιοτέλεια.


Αντίθετα πόνο και λύπη καταλάμβανε την ψυχή του όταν πληροφορούνταν ότι υπήρχαν κληρικοί που ζούσαν χωρίς φόβο θεού η χρησιμοποιούσαν την ιεροσύνη τους για πλουτισμό ή για να περνούν άνετα και γενικά να καταδυναστεύουν τους πιστούς που τους εμπιστεύθηκε η εκκλησία. Εναντίον των επιλησμόνων κληρικών, όλων των βαθμών, έγραψε ελεγκτικές επιστολές και προσπάθησε να τους φέρει σε συναίσθηση. Oι
ανάξιοι αρχιερείς και πρεσβύτεροι δέχθηκαν τις δίκαιες επικρίσεις του Άγιου Ισιδώρου. Έγραψε πολλές επιστολές για ανάξιους κληρικούς όπως στο Μάρων στο Ζώσιμο, τον Μαρτινιανό αλλά και σε άλλους κληρικούς που μόλυναν με τη ζωή τους το ιερό θυσιαστήριο. Η ευθύνη του κληρικού έκανε τον άγιο να αρνηθεί να γίνει κληρικός , όταν του το πρότεινε ο Μέγας Αθανάσιος να τον χειροτονήσει και τελικά το δέχτηκε με πολλές πιέσεις. Μέσα από τις επιστολές του θα δούμε τι πρέσβευε ο Άγιος για την ιεροσύνη .
 


Σε επιστολή που έστειλε στον επίσκοπο Ερμογένη γράφει: "κυριότερος επίτροπος από τους επίγειους είναι αυτός που στέφθηκε ιερέας παρά εκείνος
που την πορφυρή εσθήτα. Γιατί ο ιερέας είναι υπεύθυνος των ψυχών ενώ ο βασιλιάς των σωμάτων". Σε άλλη επιστολή με τον ίδιο παραλήπτη σημειώνει "η ιεροσύνη βρίσκεται ανάμεσα στα θεία και την ανθρώπινη φύση, για να
υπηρετεί την πρώτη και να μεταβάλλει προς το ανώτερο την άλλη". Στον επίσκοπο Θεοδόσιο γράφει "είναι θείο αξίωμα η ιεροσύνη και από όλα όσα υπάρχουν το πιο τίμιο ...Γιατί με αυτή και αναγεννιόμαστε και παίρνουμε μέρος στα ιδιαίτερα μας μυστήρια, χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατόν να μετέχουμε στα ουράνια. Σύμφωνα με τους αψευδείς χρησμούς της αλήθειας που
άλλοτε λέει αν δεν αναγεννηθεί κάποιος με νερό και πνεύμα (δηλαδή με το βάπτισμα και τη μετάνοια) δεν θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών και άλλοτε αν δεν φάει κάποιος τη σάρκα μου και δεν πιει το αίμα μου, δεν έχει θέση μαζί μου ... Χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν να αξιωθεί κανείς χριστιανικά τέλη κι αυτά μόνο με τη ιεροσύνη κατορθώνονται".
 

Στον πρεσβύτερο Κύρο γράφει ότι η ιεροσύνη "είναι υψηλότερη και αξιότερη από κάθε βασιλεία", ενώ στον κόμη Ερμίνο ονομάζει την ιεροσύνη "θειο πράγμα". Στον κόμη Ερμίο "θεια τελετή η οποία ανοίγει τους ουρανούς σε όσους μυήθηκαν". Σε άλλες του επιστολές την ονομάζει "πράγμα ουράνιο", "θεία λειτουργία" και "ιεροσύνη ουράνια".Σε επιστολή που έστειλε στον
διάκονο Παλλάδιο συγκρίνει την ιεροσύνη με τη βασίλεια γράφει ότι: "η πρώτη ρυθμίζει τα θεία πράγματα, ενώ η άλλη τα επίγεια" και ως εκ τούτου είναι όχι μόνον την υψηλή, αλλά και "περισσότερη κοπιαστική απ΄αυτήν". Σε άλλον διάκονο, τον Ισίδωρο, σημειώνει ότι "από την ιεροσύνη και τη βασιλεία, συνονόματε μου, τα πράγματα έχουν συνδεθεί. Γιατί αν και διαφέρουν μεταξύ τους πολύ, δηλαδή η πρώτη ως ψυχή υπάρχει στον κόσμο και η άλλη ως σώμα, αποβλέπουν όμως σε ένα τέλος, στη σωτηρία των υπηκόων" όχι μόνο από τις επιστολές που παρουσιάσαμε αλλά και από τις άλλες που δεν αναφέρουμε συμπεραίνουμε ότι ο όσιος τιμά ιδιαίτερα την ιεροσύνη την οποία έχει πολύ ψηλά στη συνείδηση του. Η ιεροσύνη είναι ένα από τα
μυστήρια της εκκλησιας μας και ο ιερέας είναι ανώτερος από όλους τους θνητούς. Για να λάβει ένας πιστός την ιεροσύνη πρέπει να έχει ορισμένα
προσόντα. Τα προσόντα αυτά τα υπογραμμίζει ο Ισίδωρος στις επιστολές του.
 


Σε επιστολή που έστειλε στον Επίσκοπο Λαμπέτιο, γράφει ότι δεν επιτρέπεται να προσέρθει κάποιος στην ιεροσύνη χωρίς "να ασκηθεί στην υπακοή και να έχει γυμναστεί και ευδοκιμήσει στις βασικές αρετές" όποτε "έρχεται στην τέλεση τις λειτουργίας, έχοντας ως το πιο μεγάλο αγαθά την εμπειρία. Γιατί εκείνος που επιχειρεί από πριν να κανονίζει τους άλλους,
ξεφεύγει από την αλήθεια αυτός όμως που πρώτα ρύθμιζε τον εαυτό του και απόκτησε την πείρα των πραγμάτων, θα είναι κατάλληλος να ρυθμίζει τους άλλους. Γιατί εκείνος βέβαια που, πριν ακόμα ασχοληθεί με τα όπλα, νομίζει κιόλας ότι έγινε στρατηγός, αυτός ο ίδιος όμως αφού πρωτύτερα γίνει καλός στρατιώτης θα είναι και παρά πολύ καλός στρατηγός". Αν σε κάθε πράγμα η απειρία μπορεί να έχει όχι τα αναμενόμενα αποτελέσματα, στην ιεροσύνη έχει καταστροφικά. Γράφει πάνω στο θέμα αυτό "Πολλοί απερίσκεπτα, αφού νόμισαν ότι μπορεί κάθε άνδρας να εξουσιάζει τις ψυχές η τα σώματα, ανέλαβαν εξουσία κι αφού γέμισαν από μύρια κακά και τους εαυτούς τους και τους υπηκόους, κατάντησαν ύστερα στο βάραθρο της
καταστροφής άδοξα". Εκτός από την εμπειρία και την συναίσθηση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων του ο υποψήφιος για την ιεροσύνη πρέπει να
έχει τις παρακάτω αρετές: εγκράτεια, με τη στενή και πλατιά της έννοια, να είναι στολισμένος με αρετές και ανδρείος μέχρι αυτοθυσίας και να έχει
συνεχώς στο μυαλό του, ότι "όσοι φορούν το πολυτιμότατο στεφάνι της ιεροσύνης, είναι σωστό να κομπάζουν για αρετές περισσότερο παρά για
χρήματα και να θεωρούν ταιριαστή ευχαρίστηση τη σωφροσύνη και να μη υποχωρούν ούτε στην γαστριμαργία, ούτε στα σχετικά με αυτήν πάθη". 


Ακόμα ο υποψήφιος πρέπει να είναι καρτερικός και να είναι έτοιμος να πεθάνει προκειμένου να υπερασπιστεί την αρετή και την ευσέβεια. Επίσης θα πρέπει να γνωρίζει ο υποψήφιος κληρικός ότι θα γίνει λυχνάρι αναμμένο από τον ίδιο τον θεό για να "εξαστράπτη φωτοσμόν τη εκκλησία" με τη ζωή του με τη δράση του. Επομένως γράφει : "δεν είναι δίκαιο να γίνει ιερέας ο βέβηλος" διότι "ιερόν είναι χρή τόν ιερωμένον". Ο κληρικός, συνεχίζει, πρέπει να έχει τη δύναμη ώστε "να διατηρήσει τον εαυτό του μακριά από κάθε
τυραννικό και αισχρό πάθος όπως τα ανάκτορα", γιατί "εκείνος που υπηρετεί το θεό και είναι κοντά του τίποτα ξένο και υλικό δεν μπορεί να φέρει
επάνω του".Στον επίσκοπο Στρατήγιο, που είχε ενθρονιστεί πριν από λίγες μέρες, έγραφε "γνώριζε, τιμιότατε, ότι σε όλη σου τη ζωή, κυρίως όμως τώρα που ξεπερνάς τα όρια αυτής που θεωρείται εξουσία, η οποία είναι και
λειτουργία, θα ήσουν δίκαιος αν νικούσες τις επιθυμίες σου, για να μη νικηθείς από καμία αδυναμία από αυτές που έχουν οι υπήκοοι σου. 


Γιατί είναι παρά πολύ δυσάρεστο, αν συλληφθείς να μη μπορείς να εξουσιάζεις τον εαυτό σου, ενώ θέλεις να διατάζεις αυτούς που είναι στην εξουσία σου".Τον αρχιδιάκονο Πανσόφιο συμβούλευε ως εξής: "Αν διακονείς το θυσιαστήριο του Χριστού να τελείς με ευλάβεια τη λειτουργία σου, σύμφωνα με το νόμο Του και να φαίνεσαι πράος και ταπεινός στην καρδιά. Γιατί δεν διοικείς κάποια πολιτική ηγεμονία , που φλογίζεται από περηφάνια και εμπάθεια, αλλά διακονία ειρηνική και ατάραχη. 

Σε άλλη επιστολή σημειώνει στον αποδέκτη της ότι : "αν και η ιεροσύνη είναι πιο υψηλή και πιο άξια από κάθε βασιλεία, δεν πρέπει αυτοί που την έχουν να υπερηφανεύονται γι΄αυτήν
μπροστά στους άλλους, αλλά να θεωρούν πιο σωστό και πιο ταιριαστό στολίδι της την πραότητα που συνοδεύεται με σύνεση". Μεγάλη χαρά
αισθανόταν ο άγιος όταν μάθαινε ότι πιστοί και ενάρετοι συνάνθρωποι του στελεχώνουν τις τάξεις του κλήρου. Αντίθετα πόνο θλίψη και αγανάκτηση
όταν τον κυρίευε, όταν έφταναν στο κελί του ειδήσεις ότι ανάξια και φαύλα πρόσωπα χειροτονούνται ιερείς. Όπως μέσα στους δώδεκα μαθητές του Κυρίου μας ήταν και αυτός που τον πρόδωσε, ο Ιούδας έτσι δυστυχώς και στις τάξεις του κλήρου εισέρχονται πολλές φορές άτομα ακατάλληλα και ανάξια, τα οποία με τη ζωή τους σκανδαλίζουν και ψυχραίνουν τους πιστούς.
 


Επιδρομείς κληρικούς τους ονομάζει ο ιερός πατήρ. Σε μια επιστολή γράφει: "αυτούς όμως που τόλμησαν να ορμίσουν σε αυτήν... πρέπει να τους
κατηγορεί κανείς... γιατί παραμελώντας την οδό που φέρνει στη λειτουργία και ατιμάζοντας την αγιοτάτη και καθαροτάτη υπομονή, που αποκτήθηκε σε πολύ χρόνο με ενάρετους κόπους και παραβλέποντας και τους θεσμούς και τις
άλλες άγιες πράξεις της ενάρετης ζωής, νόμισαν ότι τους επαρκεί η χειροτονία. Καμαρώνοντας μόνο γι΄αυτην, προβάλλουν αυτούς που ζουν
σωστά". 


Ποια είναι τα αποτελέσματα, όταν γίνονται κληρικοί ανάξιοι; "Όταν κάποιος νόθος και ανάξιος εισέλθει με τη βία στο αξίωμα της ιεροσύνης, τότε κυρίως και ο στολισμός του αξιώματος μεταβάλλεται σε απρέπεια. Γιατί
είναι φυσικό να γίνονται οι υπήκοοι όμοιοι με τον άρχοντα". Μεγάλη η ευθύνη του επίσκοπου που χειροτονεί ανάξιους. Γράφει για κάποιον
επίσκοπο: "Αν αγνοώντας ο Ευσέβιος τους χειροτόνησε, θα έχει μέτρια απολογία "εν αγνοία'' αν όμως, όπως λες, γνωρίζοντας το παρά πολύ καλά, παρέδωσε το ποίμνιο (για το οποίο ο Χριστός έχυσε το αίμα του) σε λύκους για να το αρπάξουν, σε σκυλιά για να ασελγήσουν και σε αλεπούδες για να το αφανίσουν με δόλο, αυτός δεν θα έχει τι να απολογηθεί για τις τόσες αμαρτίες.


 Κι αυτά τα λέγω, όχι γιατί θα είναι ανεύθυνοι εκείνοι και δεν θα κριθούν, αλλά γιατί αυτός που παρέχει τα σπέρματα των αμαρτημάτων θα τιμωρηθεί πολύ περισσότερο. Γιατί αυτός που δημιουργεί την αιτία γίνεται αίτιος για όλα όσα συμβαίνουν". Η ιεροσύνη κατά τον Όσιο δεν είναι ούτε αντικείμενο αγοροπωλησίας ούτε ταιριάζει στον καθένα ούτε ταιριάζει στον καθένα, ούτε είναι παιχνίδι που εξαρτάται από την αδεξιότητα του ενός η του άλλου. Φέρεται με δριμύτητα πάντοτε και εναντίον εκείνον που καπηλεύονται την ιεροσύνη. 

Σε μία του επιστολή αναφέρει: "τον παλιό καιρό, στην εποχή των εβραίων, καθώς η ιεροσύνη συνδεόταν με το γένος, κατηγορούσαν πολλοί, γιατί δινόταν εξαιτίας του γένους και όχι της αρετής επειδή όμως μεταρρυθμίστηκε προς το καλύτερο και μεταβιβάστηκε στην αρετή, πολύ περισσότερο κακοποιείται, παρά όταν και κατώτερη ήταν και στο γένος μοιραζόταν με κλήρο. Γιατί, τότε αν και ήταν μερικοί ανάξιοι από
αυτούς που προσερχόταν στην ιεροσύνη, ήταν όμως και άριστοι και η εξαγορά της με χρήματα απαγορευόταν εντελώς τώρα που και προς το καλύτερο προόδεψε και στην αρετή προσφέρθηκε πολύ περισσότερο καταπατήθηκε... είναι λοιπόν γνωστό σε στεριά και σε θάλασσα, ότι κανένας από αυτούς που καλοπερνούν δεν θα χειροτονηθεί ιερέας". 


Ποιο όμως θα είναι το τίμημα που θα πάρουν όλοι όσοι πήραν την ιεροσύνη χωρίς να την αξίζουν: "Αν την ιεροσύνη με χαμερπή κολακεία και με χρήματα την ασπάστηκες άπληστα, ξεφεύγοντας την προσοχή των ανθρώπων, επειδή δήθεν δεν διέκριναν την
αλήθεια, μη νομίσεις όμως ότι έτσι θα ξεφύγεις και την μέλλουσα ανταπόδοση". 


Ο Ισίδωρος και αλλού καταδικάζει όσους πήραν ανάξια τηνιεροσύνη. Μεγάλο βάρος ρίχνει στους επίσκοπους που χειροτονούν κάποιον χωρίς να εξετάσουν και να ερευνήσουν τη ζωή του. Την μεγαλύτερη ευθύνη για την εισαγωγή αναξίων και σκανδαλοποιών ατόμων στην ιεροσύνη, κατά τον
όσιο έχουν οι Επίσκοποι. Αυτοί πριν τρέξουν να βάλουν το χέρι τους στο κεφάλι αυτού που θα χειροτονήσουν πρέπει να εξετάσουν καλά και να
ρωτήσουν πολλούς και να διασταυρώσουν τις πληροφορίες τους για τις αρετές οι τις κακίες που έχει ο υποψήφιος κληρικός και μετά να τον
χειροτονήσουν. 


Αυτές είναι μερικές από τις επιστολές στις οποίες φαίνονται οι απόψεις του Άγιου Ισίδωρου δια τον ιερόν κλήρον. Εύχομαι
σήμερα μνήμη του οσίου πατρός ημών Ισίδωρου του Πηλουσίωτου  όπως έχουμε τον Όσιο ως αλάνθαστο οδοδείκτη στη ζωή μας. Αμήν.



http://agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/6572-erosyni-kata-ton-gio-sidoro-ton-pilousioti.html

The natural state of man ( Elder Joseph the Hesychast )

The natural state of man, since we have
transgressed the commandment of the Lord and have fallen out of paradise, is the divine Law which was given to us in writing after that exile. Every man desiring salvation has to fight with the
passions: thrashing and opposing, fighting and being fought against, winning and suffering defeat. And in general, he has to struggle in order to stay within the divine laws of nature.

When we abide by the divine law given to us in the Bible---we are not fornicators, murderers, thieves, liars, gossipers, and are not unjust, proud,
vainglorious, gluttonous, greedy, avaricious, envious, taunting, blaspheming, irascible, peevish,
complaining, hypocritical and so on---then we are in the state natural for us after the Fall.


From
Elder Joseph's
"Epistle to a Hesychast Hermit"
(Chapters XI & XII & Epilogue)
From the book
"Monastic Wisdom"

Monday, December 8, 2014

"Ούτε μια πευκοβελόνα δεν πέφτει από το πεύκο αν δεν θέλει ο Θεός" ( Άγιος Πορφύριος )



Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Στενοχώρια και ασθένειες - Να ξέρεις, παιδί μου, τίποτε δεν έγινε εική και ως έτυχε. Όλα έχουν τον σκοπό τους. Και τίποτα δεν γίνεται χωρίς να υπάρχει αιτία. Ούτε μια πευκοβελόνα δεν πέφτει από το πεύκο αν δεν θέλει ο Θεός. Γι’ αυτό θα πρέπει να μη στενοχωριέσαι για ότι σου γίνεται. Έτσι αγιαζόμαστε.

Να! Εσύ στενοχωριέσαι με τα πρόσωπα του σπιτιού σου και βασανίζεσαι πότε με τη γυναίκα σου και πότε με τα παιδιά σου. Αυτά είναι όμως που σε κάνουν και ανεβαίνεις πνευματικά ψηλά… Αν δεν ήσαν αυτοί, εσύ δεν θα προχωρούσες καθόλου. Σου τους έχει δώσει ο Θεός για σένα. Μα θα μου πεις -συνέχισε ο Γέροντας- είναι καλό να υποφέρουμε από τους αγαπημένους μας;

Ε! Έτσι το θέλει ο Θεός. Και εσύ είσαι ευαίσθητος πολύ, και από τη στενοχώρια σου, σου πονάει το στομάχι σου και η κοιλιά σου εκεί χαμηλά.

- Ναι, μα είναι κακό, Παππούλη, να είναι κάποιος ευαίσθητος;

- Ναι, είναι κακό να είναι κανείς πολύ ευαίσθητος σαν εσένα, γιατί με τη στενοχώρια δημιουργείς διάφορες σωματικές αρρώστιες. Δεν ξέρεις ακόμα ότι και όλες οι ψυχικές αρρώστιες είναι δαιμόνια;

- Όχι…

- Ε, μάθε το τώρα από μένα…


http://agiameteora.net/index.php/paterika/6565-oyte-mia-pefkovelona-den-peftei-apo-to-peyko-an-den-thelei-o-theos.html

St. Silouan the Athonite on the Knowledge of God



Jesus Christ "Pantocrator" ("All-governing"), the Son of God, the Savior (source)
St. Silouan the Athonite on the Knowledge of God


The Father so loved us that He gave us His Son; but such was the will of the Son too, and He became incarnate and lived with us on earth. And the holy Apostles and a multitude of people beheld the Lord in the flesh, but not all knew Him as the Lord; yet it has been given to me, a poor sinner, through the Holy Spirit to know that Jesus Christ is God.

The Lord loves man and reveals Himself to man. And when the soul beholds the Lord she humbly rejoices in the Master's compassion, and from that hour her love for her Creator is greater than her any other love: though she may see all things and love all men, yet will she love the Lord above all.

The soul suddenly sees the Lord and knows that it is He.

Who shall describe this joy, this gladness?

The Lord is made known in the Holy Spirit, and the Holy Spirit pervades the entire man - soul, mind and body.

After this wise is God known in heaven and on earth.

The Lord in His boundless mercy granted this grace to me, a sinner, that others might come to know God and turn to Him.

I write out of the grace of God.

Yea, this is truth.

The Lord Himself is my Witness.

The Merciful Lord gave the Holy Spirit on earth, and by the Holy Spirit was the Holy Church established.

The Holy Spirit unfolded to us not only the things of the earth but those too which are of heaven.

The Prophets, the beloved of the Lord, rejoiced in the Holy Spirit, wherefore the words that they spake were mighty and pleasant, for every soul would hear the word of the Lord.

Filled with love the holy Apostles went into all the world, preaching salvation to mankind and fearing nothing, for the Spirit of God was their strength. When St Andrew was threatened with death upon the cross if he did not stay his preaching he answered:

'If I feared the cross I should not be preaching the Cross.'

In this manner all the other Apostles, and after them the martyrs and holy men who wrestled against evil, went forward with joy to meet pain and suffering. For the Holy Spirit, sweet and gracious, draws the soul to love the Lord, and in the sweetness of the Holy Spirit the soul loses her fear of suffering.

The Lord is love; and He commanded us to love one another and to love our enemies; and the Holy Spirit teaches us this love.

The soul that has not come to know the Holy Spirit does not understand how it is possible to love one's enemies, and will not receive this commandment; but in the Lord is pity for all men, and he who would be with the Lord must love his enemies.

How may we know whether the Lord loves us or no?

Here are tokens: If you battle firmly against sin the Lord loves you. If you love your enemies you are even more beloved of God. And if you lay down your life for others you are greatly beloved of the Lord, who Himself laid down His life for us.

The man who has known the Lord through the Holy Spirit becomes like unto the Lord, as St John the Divine said: 'We shall be like him; for we shall see him as he is.' And we shall behold his glory.

Many numbers of people, you say, are suffering every kind of adversity and from evil men. But I entreat you: Humble yourself beneath the strong hand of God, and grace will be your teacher and you yourself will long to suffer for the sake of the love of the Lord. That is what the Holy Spirit, whom we have come to know in the Church, will teach you.

But the man who cries out against evil men, who does not pray for them will never know the grace of God.

If you would know of the Lord's love for us, hate sin and wrong thoughts, and day and night pray fervently. The Lord will then give you His grace, and you will know Him through the Holy Spirit, and after death, when you enter into paradise, there too you will know the Lord through the Holy Spirit, as you knew Him on earth.

We do not need riches or learning in order to know the Lord: we must simply be obedient and sober, have a humble spirit and love our fellow-men. The Lord will love a soul that does this, and of His own accord make Himself manifest to her and instruct her In love and humility, and give her all things necessary for her to find rest in God.

We may study as much as we will but we shall still not come to know the Lord unless we live according to His commandments, for the Lord is not made known through learning but by the Holy Spirit. Many philosophers and scholars have arrived at a belief in the existence of God, but they have not come to know God.

To believe in a God is one thing, to know God another.

Both in heaven and on earth the Lord is made known only by the Holy Spirit, and not through ordinary learning. Even children, who have no learning at all, come to know the Lord by the Holy Spirit. St John the Baptist felt the presence of the Lord while still In his mother's womb. St Simeon Stylites was a seven-year-old boy when the Lord appeared to him and he knew Him; St Seraphim a grown man of twenty-seven when the Lord showed Himself to him during the Liturgy; and another Simeon was stricken with years when he received the Lord in his arms in the temple, and knew Him.

Some there are who spend their whole lives in trying to find out about the sun, or the moon, or in seeking like knowledge; yet this is of no profit to the soul. But if we take pains to explore the human heart this is what we shall see: the kingdom of heaven in the soul of the saint, but in the soul of the sinner are darkness and torment. And it is good to know this because we shall dwell eternally either in the kingdom or in torment.

Just as the love of Jesus Christ is beyond our understanding so we cannot conceive of the depth of His suffering, because our own love for the Lord is so infinitely small. But with greater love comes more understanding even of the Lord's sufferings. There is love in small degree, medium love and perfect love; and the more perfect our love the more perfect our knowledge.

We are able to treat of God only in so far as we have known the grace of the Holy Spirit; for how can a man think on and consider a thing that he has not seen or heard tell of, and does not know? Now the Saints declare that they have seen God; yet there are people who say that God is not. No doubt they say this inasmuch as they have not known God, but it does not at all mean that He is not.

The Saints speak of that which they have actually seen, of that which they know. They do not speak of something they have not seen. (They do not tell us, for instance, that they have seen a horse a mile long or a steamer ten miles long, which do not exist.) And I think that, if God were not, there would be no intimation of Him on earth; but people want to live after their own fashion and consequently they declare that God is not, and in so doing they establish that He is.

Even the souls of the heathen sensed that God is, though they were ignorant how to worship the true God. But the Holy Spirit instructed the Prophets of old and after them the Apostles and then our holy Fathers and bishops, and in this wise the true faith came down to us. And we knew the Lord by the Holy Spirit, and when we knew Him our souls were confirmed in Him.

The Lord loves us so dearly that it passes description. Through the Holy Spirit alone can the soul know His love, of which she is inexpressibly aware. The Lord is all goodness and mercy. He is meek and gentle, and we have no words to tell of His goodness; but the soul without words feels this love and would remain wrapped in its quiet tranquility for ever.

Christ said: 'I will not leave you comfortless', and we see, in truth, that He did not forsake us but gave us the Holy Spirit.

O ye peoples of the earth, fashioned by God, know your Creator and His love for us! Know the love of Christ, and live in peace and thereby rejoice the Lord, who in His mercy waits for ill men to come unto Him.

Turn to Him, all ye peoples of the earth, and lift your prayers to God. And the prayers of the whole earth shall rise to heaven like a soft and lovely cloud lit by the sun, and all the heavens will rejoice and sing praises to the lord for His sufferings whereby He '.saved us.

Know, all ye peoples, that we are created for the glory of God in the heavens. Cleave not to the earth, for God is our Father and He loves us like beloved children.

O Lord grant to all nations to know Thee by Thy Holy Spirit. As Thou didst give the Holy Spirit to the Apostles and they knew Thee, so grant to all men to know Thee by Thy Holy Spirit.
From: St. Silouan, Wisdom From Mount Athos - The Writings of Staretz Silouan 1866-1938, Sofronii (Archimandrite), trans. Rosemary Edmonds, (St. Vladimir's Seminary Press, Crestwood, NY 1974) pp. 19-23. (source)


St. Silouan the Athonite (source)

Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!

http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2013/12/st-silouan-athonite-on-knowledge-of-god.html

Μια υπέροχη οικογένεια


 

Την ιστορία αυτή την αφηγήθηκε η μητέρα μιας Μοναχής και αφορούσε την δική της οικογένεια. Είπε:

“Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής υποφέραμε πολύ. Έφθασε ημέρα που στο σπίτι μας δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από νερό!

Τότε ο πατέρας μου μας πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε ψηλά στο βουνό, που δέσποζε πάνω από το χωριό που μέναμε, και μαζέψαμε λούπινα. Τα χιλιοέβρασε η καημένη η μητέρα μου, αλλά δεν λέγανε να ξεπικρίσουν. Με αυτά ξεγελούσαμε την πείνα μας, αλλά τα μάτια μας έκαιγαν από την πίκρα. Και να φανταστεί κανείς ότι είχαμε και σοβαρά άρρωστη την μεγαλύτερη αδελφούλα μου. Αλλά και τα δύο αδέλφια μου αγόρια που εργάζονταν κι ήταν πάνω στην ανάπτυξή τους τί να φάνε;



Κάποτε η μητέρα εξοικονόμησε ένα κομματάκι σοκολάτα! Κανένας Άγγλος στρατιώτης της την έδωσε ; από καμιά φιλανθρωπική οργάνωση την πήρε; Δεν γνωρίζω. Η καλή μας μητέρα ούτε που την άγγιξε. Την έφερε και κρυφά την έδωσε στην άρρωστη αδελφούλα μου, με την ελπίδα πως θα δυνάμωνε. ( Μάταια όμως. ΣΕ λίγο καιρό πέθανε, την πήρε ο Θεός κοντά Του ).

Ούτε όμως και η άρρωστη την έφαγε. Επειδή άκουσε πως την άλλη μέρα η μητέρα κι εγώ θα κατεβαίναμε στην πόλη με το γαϊδουράκι για κάποια αναγκαία εργασία και θα περπατούσαμε τουλάχιστον οκτώ με δέκα ώρες, με φώναξε κρυφά κοντά της και δίνοντάς μου το κομματάκι της σοκολάτας, μου είπε:

- Πάρε το, να το φας εσύ, αδελφούλα μου, γιατί έχεις να περπατήσεις πολύ αύριο και πρέπει να δυναμώσεις.

Την πήρα και την φύλαξα για την αυριανή οδοιπορία. ¨Όμως η καλή μου μητέρα έβαλε εμένα στο γαϊδουράκι κι εκείνη περπατούσε δίπλα με τα πόδια. Την παρακαλούσα ν’ ανέβει κι εκείνη, αλλά δεν θέλησε. Με λυπόταν γιατί ήμουν μικρό. Τότε έβγαλα από την τσεπούλα μου την σοκολάτα και της την έδωσα λέγοντας:

- Πάρε, μαμά, φάε εσύ σοκολάτα να δυναμώσης που περπατάς τόσες ώρες, αφού εμένα με πάει το γαϊδουράκι!

Πριν προλάβει να αρνηθεί, την έβαλα στα χέρια της. Τότε κοντοστάθηκε και την κοίταξε δακρυσμένη. Είχε ξαναγυρίσει στα χέρια της!”

Μια ελληνική οικογένεια βασανισμένη από την φτώχεια και την αρρώστια είχε τέτοιο ήθος, τέτοια αγάπη, τέτοια αυταπάρνηση! Ας την θαυμάσουμε αλλά και ας την μιμηθούμε!

Πηγή: «ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ουράνια μηνύματα
Θαυμαστά γεγονότα»
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ
ΔΩΡΙΔΑ 2009

Είναι ανάγκη να φιλοξενούμε και να ελεούμε με ιλαρότητα ( Μεγαλο Γεροντικο )




Έλεγε ο μακαριστός Επιφάνιος ότι με πάρα πολύ μικρό αντάλλαγμα πουλάει ο Θεός τα αγαθά του σ΄ εκείνους πού σπεύδουν να τα αγοράσουν, για ένα κομματάκι ψωμί, ένα τιποτένιο ρούχο, ένα ποτήρι κρύο νερό, έναν οβολό. Πρόσθετε και τούτο: Όταν ο άνθρωπος δανείζεται από άλλον άνθρωπο,

είτε γιατί είναι πολύ φτωχός είτε για να βελτιώσει κάπως τη ζωή του, την ώρα που επιστρέφει το δάνειο εκφράζει βέβαια την μεγάλη του ευγνωμοσύνη, αλλά το εξοφλεί κρυφά, επειδή ντρέπεται. Ενώ ο δεσπότης Θεός ενεργεί αντίστροφα. Δανείζεται κρυφά αλλά τα επιστρέφει ενώπιον αγγέλων, αρχαγγέλων και δικαίων ψυχών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

 

The spiritual warrior cannot deliver his soul from destruction if he spares his body ( St. Isaac the Syrian )



As a man cannot remain unscathed who spares his enemy on the field of battle, so the spiritual warrior cannot deliver his soul from destruction if he spares his body. 

As a child, terrified by some frightening sight, runs to its parents, clutches the hem of their garments, and cries out to them, so too with the soul; for the more she is straightened and afflicted by fear arising from temptations, the more she hastens to cleave to God, crying out to
Him in continual supplication. 


And so long as temptations persist, one assaulting her after the other, she multiplies her supplications; but once
she finds herself again in spacious freedom, she gives herself over to wandering thoughts.

St. Isaac the Syrian
 

A road towards the fountain ( Elder Joseph the Hesychast )



Today, many virtuous people who lead good lives, who please God with their deeds and words, and who benefit their neighbor, think they have (and
are thought of having) attained Love through their insignificant work or mercy and compassion they show towards their neighbor. But this is not the truth. They are only fulfilling the commandment of love for the Lord, Who said, "Love one another." 


He who keeps this commandment is worthy of
praise as a keeper of the divine commandments, but this is not an action of divine Love. It is a road
towards the fountain, but not the fountain. It is stairs towards the palace, but not the gate of the palace. It is a royal garment, but not the King. It is a commandment of God, but not God.

Elder Joseph the Hesychast
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...