Wednesday, January 2, 2013

Bored or Lonely? ( Saint Theophan the Recluse )





Boredom can easily lead to loneliness and loneliness to depression.  Saint Theophan gives us some good advice how to avoid boredom. He says that each time you feel yourself alone, think of God and your guardian angel who is with you at all times. Take advantage of all such opportunities for a moment of solitude with God and have a conversation with Him. Then learn to fill your day with meaningful activities.


He shares advice a father gave to his daughter.

Everyone has a number of daily chores, which they work off like some sort of quitrent.  There are many people, however, for whom these quitrent chores are simple and do not take much time.  there is a lot of time left over whereby, if it is not filled with anything, there is no way to avoid boredom.  Here is the most reliable way for you to avoid it: Arrange things so you do not have a single moment and al your time is filled with suitable occupations so that , upon completion of one activity, you have another one ready to begin.
What kind of activities should these be? 1) Aesthetic occupations: music, singing, painting. 2) Some sort of handicraft: knitting, needlework and the like. 3) The best remedy for boredom, however, is to acquire a taste for serious reading and the study of subjects that you are unfamiliar with.  It is not so much the reading that drives away boredom as the study.
If you follow this smile advice you will find shortly you will not a enough time to do everything you want to do.  You will lose that feeling of loneliness and avoid the terrible problem of depression.  Even one who lives alone and rarely has guests will have a life filled with activity, one without boredom or loneliness.


Take up the reading of spiritual books and avoid frivolous novels and such.  Dig into something that will engage your mind fully.  Avoid the trap of TV which can dumb the mind.  If you do go to the TV when bored then seek out something that will give you new insight about our world and that will engage your mind in an active way.


You can also seek out regular activities such as volunteering at Church or with another agency in town. But it's  not necessary to become over active in social activities as these for many create to many tensions and often includes engaging with people who distract you spiritually.  Each person has a different makeup so you need to seek activities that fit your personality, especially those that keep you learning. To be alone does not mean to be lonely. In reality we are never alone. God is always with us along with our guardian angel.


The more you study spiritual matters, including the Church history, teachings of the Fathers, as well as Holy Scripture, you will discover forever new topics which you are not aware of.  Each one will broaden your world view and open you to greater and greater spiritual awareness at the same time.  Your desire to learn will never be satisfied.  Read and keep busy and you will become wise, devoid of loneliness.  You will become more aware of God's ever presence.

Saint Theophan the Recluse
Reference: The Spiritual Life, pp 265-266

Why Jesus came into the world ( St. Seraphim of Sarov )

The reasons why Jesus Christ, the Son of God, came into the world are these:

1.  The love of God for the human race:  For God so loved the world that He gave His only begotten Son (Saint John 3:16).

2.  The restoration in fallen humanity of the image and likeness of God, as the holy Church celebrates it (first canon of the Matins/Orthros for the Nativity of Christ, Song 1):  Man who, being made in the image of God, had become corrupt through sin, and was full of vileness, and had fallen away from the better life Divine, doth the wise Creator restore anew.

3.  The salvation of men’s souls: For God sent not His Son into the world to condemn the world, but that the world through Him might be saved. (Saint John 3:17).
 And so we, in conformance with the purposes of our Redeemer, the Lord Jesus Christ, should spend our life in accordance with this Divine teaching, so that through it we may obtain the salvation of our souls. 


St. Seraphim of Sarov

Tuesday, January 1, 2013

Μητρ. Λεμεσού Αθανάσιο- Mετάνοια η οδος Σωτηρίας

Οι Πατερες και ο λογος του Θεου- Μητ. Λεμεσού Αθανάσιο ( Στα Ελληνικα - En Francais )

Απολυτίκιον του Αγιου Νεκταριου

ΜΙΑ ΦΟΒΕΡΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ... ΠΗΓΑ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΙΔΑ !



Γέροντας Αμβρόσιος της Μονής Δαδίου

Κάποτε πού ήταν στην Αιδηψό καί έκανε μπάνια, ξυπνούσε άπό τίς 3 τά χαράματα καί προσευχόταν. Ενα πρωί διηγήθηκε ότι τήν προηγούμενη βραδιά τόνεπισκέφθηκαν γνωστοί κεκοιμημενοι, οί όποιοι τού έδωσαν τά ονόματα τους, γιά νά προσευχηθεί.

Ενας άπό αυτούς κάθισε δίπλα του στό κρεβάτι καί ήταν τόσο παγωμένος, πού μετά έκανε 5 ώρες νά συνέλθει άπό τό ψύχος.

" Ήταν, λές καί τόν είχαν βάλει στην κατάψυξη..."

Άπό τότε έλεγε ότι θά προσευχηθεί στον Θεό, γιά νά του δείξει πώς ζουν οί δίκαιοι καί πώς ζουν οί άνθρωποι οί οποίοι πάνε στην Κόλαση, δηλαδή εκείνοιπού σώζονται καί εκείνοι πού βρίσκονται μακριά άπό τή Χάρη του Θεού.

Έπειτα άπό ένα χρόνο δυνατής προσευχής, ό Θεός του έδωσε αυτή τή δυνατότητα. Σε μία άπό τις συναντήσεις μέ πνευματικά του παιδιά στή Μονή Δαδίου(27.7.2002), ρώτησε μετά τή θεία Λειτουργία του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος αν γνωρίζουν τί είναι Κόλαση. Κάποιος τού απάντησε:

-Γέροντα, γνωρίζουμε ότι ή Κόλαση, όπως διηγείται τό Ευαγγέλιο, είναι ό χώρος όπου πηγαίνουν οί άνθρωποι πού δέν αγάπησαν τόν Θεό καί δέν τήρησαντις εντολές Του. Καί έχουμε αυτή τήν πληροφορία επίσης άπό τους Πατέρες.

-Ναί, άλλα αυτά είναι θεωρητικά, απάντησε. Έγώ θά σας πώ τήν εμπειρία πού είχα, όταν πρίν άπό λίγο καιρό μέ οδήγησε ό Άγγελος μου στις πύλες τηςΚολάσεως καί είδα έκεί τούς κολασμένους πώς ζουν. Καί εις άπόδειξιν αύτού, σας δείχνω τό σημάδι στό χέρι μου. Αυτό τό σημάδι τό έπαθα, όταν βρέθηκαστίς πύλες της κολάσεως.

Σάν νά έφυγε ή φωτιά άπό τόν πύρινο ποταμό καί μου δημιούργησε ένα μικρό έγκαυμα, γιά νά καταλάβω ότι αυτό τό οποίο μού συμβαίνει δέν είναι ψέματα, ούτε όραμα, ούτε ψευδαίσθηση, άλλα μιά πραγματικότητα, τήν οποία μέ βοήθησε ό Άγιος Άγγελος μου νά τή δεχτώ, νά τήν κατανοήσω καλύτερα, νά τήνπιστέψω περισσότερο, καί νά σας τή διηγηθώ...

Καί τους αφηγήθηκε πώς είδε τους ανθρώπους πού βρίσκονται στην Κόλαση, νά κολυμπούν μέσα σ' έναν πύρινο ποταμό, ενώ τό σημάδι πού απέκτησε, σάνμιά ουλή, ήταν λίγο πιό πάνω άπό τόν καρπό του.

Στή συζήτηση επάνω, είπε καί τά έξης:

- Ό κάθε άνθρωπος άπό εσάς έχει έναν Άγγελο πού τόν συνοδεύει. Αλλά προσέξτε, παιδιά, Άγγελο έχουν μόνο οί βαπτισμένοι. Οί άβάπτιστοι δέν έχουνΆγγελο φύλακα.

Τόν φύλακα Άγγελο τόν παίρνουμε τή μέρα της βαπτίσεώς μας. Άν προσευχηθείς σ' αυτόν, θά σου φανερωθεί. Αλλά έχεις καί δαίμονες δίπλα σου, ν


Γέροντας Αμβρόσιος της Μονής Δαδίου

Η Ορθόδοξη Superwoman ( Γεροντας Παϊσιος )




-Γέροντα, μιὰ γυναίκα τὴν ἐγκατέλειψε ὁ ἄνδρας της, πῆρε καὶ τὸ παιδὶ, καὶ ἔχει σχέσεις μὲ δὺο ἄλλες γυναὶκες. Μὲ ρώτησε τί νὰ κάνη.
-Νὰ τῆς πῆς, ὅσο μπορεῖ, νὰ κάνη ὑπομονή, προσευχή, καὶ νὰ φέρεται μὲ καλοσύνη. Νὰ περιμένη· νὰ μὴ διαλύσει τὸν γάμο ἡ ἴδια. Κάποιος περιφρονοῦσε τὴν γυναίκα του, τὴν κακαμεταχειριζόταν, καὶ αὐτὴ τὰ ἀνατιμετώπιζε ὅλα μὲ ὑπομονὴ καὶ καλοσύνη, μέχρι ποὺ πέθανε σχετικὰ νέα. Ὅταν ἔκαναν τὴν ἐκταφή της, βγῆκε ἀπὸ τὸν τάφο μία εὐωδία.
Ἀπόρησαν ὅσοι βρίσκονταν ἐκεῖ.
Βλέπετε, αὐτὴ ἀντιμετώπιζε τὰ πάντα μὲ ὑπομονὴ σ’ αὐτὴν τὴν ζωή, γι’ αὐτὸ δικαιώθηκε στὴν ἄλλη ζωή.

Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου καὶ μιὰ ἄλλη περίπτωση. Ἕνα κοσμικὸ παιδὶ εἶχε συμπαθήσει μιὰ κοπέλα ποὺ ζοῦσε πνευματικά. Γιὰ νὰ τὸν συμπαθήση καὶ ἡ κοπέλα, προσπαθοῦσε νὰ ζῆ κι αὐτὸς πνευματικά, ἐκκλησιαζόταν κ.λπ. Τελικὰ παντρεύτηκαν. Μετὰ ὅμως ἀπὸ χρόνια ἐκεῖνος ἄρχισε πάλι τὴν κοσμικὴ ζωή.
Ἐνῶ εἶχαν καὶ μεγάλα παιδιὰ -ἕνα ἀγόρι στὸ πανεπιστήμιο καὶ δύο κοπέλες, μία στὸ λύκειο καὶ μία στὸ γυμνάσιο –αὐτὸς συνέχιζε νὰ ζῆ ἄσωτα. Εἶχε μιὰ μεγάλη ἐπιχείρηση καὶ ἔβγαζε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ τὰ περισσότερα τὰ ἐξόδευε μὲ τὴν ἄσωτη ζωή του.
Ἡ καημένη ἡ σύζυγός του κρατοῦσε τὸ σπίτι μὲ τὴν οἰκονομία ποὺ ἔκανε καὶ τὰ παιδιά της μὲ τὶς συμβουλές της. Δὲν κατηγοροῦσε τὸν πατέρα τους, γιὰ νὰ μὴν τὸν σιχαθοῦν καὶ τραυματισθοῦν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν.
Τὰ βράδια ποὺ γύριζε ἀργά, εὔκολα τὸν δικαιολογοῦσε, λέγοντας στὰ παιδιὰ ὅτι ἔχει δουλειὲς, ἀλλὰ τὸ μεσημέρι ποὺ πήγαινε στὸ σπίτι μὲ κάποια φιλαενάδα του, τί νὰ ἔλεγε; Γιατί, τί ἔκανε ὁ ἀθεόφοβος αὐτὸς ἄνθρωπος; -ἄν καὶ δὲν ἀξίζει νὰ τὸν λέη κανείς ἄνθρωπο, ἐπειδὴ δὲν εἶχε καθόλου ἀνθρωπιά.
Τηλεφωνοῦσε στὴν γυναίκα του νὰ τοῦ ἑτοιμάση τὰ φαγητὰ ποὺ ἐπιθυμοῦσε καὶ ἐρχόταν τὸ μεσημέρι μὲ κάποια ἀπὸ τὶς φιλενάδες του γιὰ φαγητὸ. Ἡ καημένη ἡ μάνα, γιὰ νὰ μὴν μποῦν σὲ ἄσχημους λογισμοὺς τὰ παιδιά της, τοὺς καλοδεχόταν.
Ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι εἶναι δική της φίλη καὶ πέρασε ὁ σύζυγος της ἀπὸ τὸ σπίτι της καὶ τὴν ἔφερε στὸ σπίτι τους, μὲ τὸ αὐτοκίνητό του. Ἔστελνε μὲ τρόπο τὰ παιδιὰ στὰ δωμάτιά τους, γιὰ νὰ διαβάσουν, γιατὶ φοβόταν μήπως δοῦν καμμιὰ ἄσχημη σκηνή, ἐπειδὴ δυστυχῶς αὐτὸς δὲν πρόσεχε, ἀλλὰ ἀσχημονοῦσε καὶ μέσα στὸ σπίτι. Αὐτὸ γινόταν κάθε μεσημέρι καὶ κάθε τόσο τῆς κουβαλοῦσε καὶ ἄλλο πρόσωπο.
Ἀφοῦ τὰ παιδιὰ ἔφθασαν νὰ λένε στὴν μητέρα τους: «Πόσες φίλες ἔχεις, μαμά;» . «Γνωριζόταμασταν ἀπὸ παλιά», τοὺς ἔλεγε ἐκείνη. Ἐν τῷ μεταξὺ αὐτὸς τὴν εἶχε τὴν καημένη χειρότερα καὶ ἀπὸ ὑπηρέτρια, διότι τῆς φερόταν μὲ πολλή βαρβαρότητα.
Σκεφθῆτε τώρα, αὐτὴ ἡ μάνα κάθε μέρα νὰ ὑπηρετῆ δύο κτήνη, ποὺ ἀτίμαζαν τὸ σπίτι, καὶ νὰ βάζη συνέχεια καλοὺς λογισμοὺς στὰ παιδιά της. Καὶ δὲν εἶναι ὅτι ἤξερε πὼς τὸ θέμα αὐτὸ θὰ λήξη ἔπειτα ἀπὸ ἕνα διάστημα, ὥστε νὰ πῆ: «θὰ κάνω ὑπομονὴ» καὶ νὰ ἔχη καὶ λίγη παρηγοριά.
Αὐτὴ ἡ κατάσταση συνεχίστηκε ἀρκετὰ χρόνια. Ἐπειδὴ ὅμως εἶχε δώσει ὁ ταλαίπωρος πολλὰ δικαιώματα στὸν διάβολο, ἑπόμενο ἦταν νὰ δέχεται φοβερὲς δαιμονικὲς ἐπιδράσεις. Ἦταν σὰν τρελλός, δὲν ἤλεγχε τὸν ἑαυτό του, ὅλα τοῦ ἔφταιγαν.
Μιὰ μέρα λοιπὸν, ὅπως ἔτρεχε μὲ τὸ αὐτοκίνητό του, καθὼς ἦταν μεθυσμένος ἀπὸ τὴν σαρκικὴ μέθη, ξέφυγε ἀπὸ τό δρόμο καὶ ἔπεσε στὸ γκρεμό. Τὸ αὐτοκίνητο διαλύθηκε καὶ αὐτός τραυματίστηκε σοβαρά. Τὸν μετέφεραν στὸ νοσοκομεῖο καὶ ὕστερα ἀπὸ μιὰ σχετικὴ νοσηλεία τὸν πῆγαν στὸ σπίτι σακατεμένο.
Καμμιὰ φιλενάδα του δὲν τὸν πλησίασε, γιατὶ δὲν εἶχε πιὰ οὔτε πολλὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσωπό του ἦταν παραμορφωμένο. Ἡ καλὴ σύζυγος ὅμως καὶ καλὴ μάνα τὸν περιποιόταν μὲ πολλὴ καλωσύνη, χωρίς νὰ τοῦ θυμίζη τίποτε ἀπὸ τὴν ἄσωτη ζωή του.
Αὐτὸ τὸν συγκλόνισε καὶ τὸν ἀλλοίωσε πνευματικὰ. Μετανόησε εἰλικρινὰ, ζήτησε καὶ ἐξομολογήθηκε, ἔζησε λίγα χρόνια χριστιανικά, μὲ ἐσωτερική εἰρήνη, καὶ ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ. Μετὰ τὸν θάνατο του τὸ ἀγόρι ἀνέλαβε τὴν δουλειά του καὶ συντηροῦσε τὴν οἰκογένεια.
Ζοῦσαν ἀγαπημένα τὰ παιδιὰ, γιατὶ εἶχαν πάρει καλὲς ἀρχὲς ἀπὸ τὴν καλὴ μάνα. Αὐτὴ ἡ μάνα ἦταν ἡρωίδα.
Ἤπιε ὅλα τὰ φαρμάκια, γιὰ νὰ μὴ διαλυθῆ ἡ οἰκογένειά της καὶ πικραθοῦν τὰ παιδιὰ της, κράτησε τὴν οἰκογένεια σωστά, ἔσωσε καὶ τὸν ἄνδρα της, ἀποταμίευσε καὶ αὐτὴ οὐράνιο μισθό. Ὁ Θεὸς αὐτὴν τὴν γυναίκα θὰ τὴν βάλη στὴν καλύτερη θέση στὸν Παράδεισο.


ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

The fear of God leads to the love of God (Part 3)



It is not possible for someone to arrive at perfect fear, as we
previously stated, if one does not first acquire the introductory fear. For it is
written, “The beginning of wisdom is the fear of the Lord” (Ps. 110:10).
Additionally, “The beginning and the end is the fear of God” (Pr. 1:7, 9:10,
22:4). When it says “the beginning,” it is referring to the introductory fear
which is then replaced by perfect fear which the saints have.


Introductory fear is appropriate for us and our spiritual level. It
guards the soul from every evil, just as tinning protects steel from rust. For
the Scriptures say, “With the fear of the Lord, everyone avoids sin” (Pr.
15:27). If someone distances himself from evil due to the fear of
punishment, just as a slave who is afraid of his master, he begins in part to
execute virtue. 


In following, as a person executes virtue, he gradually
begins to hope and expect a reward for his good deeds, just as a worker
does. When a person continues, with God’s help, in virtue indefinitely and
comes close to God (according to the measure of his progress), he finally
tastes and senses God, Who is the ultimate good, and he no longer wants
to be separated from Him. Who can separate this person, as the Apostle
said, from the love of Christ (Rom. 8:35)? At this point a person has
attained the status of a son, he loves virtue on account of virtue alone, and
he fears because he loves. This is the great and perfect fear.




—by Abba Dorotheos—

The fear of God leads to the love of God (Part 2)



As St. Basil the Great says, there are three types of dispositions with
which we are capable of pleasing God. The first is when we keep God’s
commandments because we are afraid of Hell; in this instance we are in
the position of a slave. The second is when we fulfill God’s commandments
because it is profitable for us and we desire to receive payment and to be
rewarded; in this case we resemble employees. The third is when we do so
on account of virtue itself; in this instance we hold the title of a son. For
when a son reaches a mature age, he carries out the will of his father not
because he is afraid of being punished, not because he wants to receive
payment from him, but because he loves his father, and he pays special
attention to always love and respect his father, convinced that everything
that his father owns belongs to him as well. Such a person becomes
worthy of hearing the following words: “Wherefore thou art no more a
servant, but a son; and if a son, then an heir of God through Christ” (Gal.
4:7). Such a person no longer fears God (with introductory fear, of course)
as we have already said, but he loves God, as Saint Anthony stated: “I no
longer fear God, but I love Him.”
When the Lord said to Abraham (after he offered his son to Him),
“Now I have come to know that you fear God” (Gen. 22:12), He was
referring to the perfect fear that results from love. Why else would He have
said, “Now I know”? Abraham did so many things prior to this. He obeyed
God, abandoned everything he had, and went to live in a foreign land
amongst a nation of idolaters, where there was not even a trace of
godliness. After all this, the Lord put him through the most-difficult test of
sacrificing his own son. Finally, He told him, “Now I have come to know
that you fear God.” It is clear that God was referring to the perfect fear that
the Saints possess. For the saints no longer do God’s will because they
fear Hell or hoping to receive a reward; rather, they love Him, as we have
repeatedly stated, fearing not to do anything contrary to the will of Him
Whom they love. This is why it has been said, “Love casts away fear.” For
they no longer do things out of fear; rather, they fear as a result of love.
This is the perfect fear. But it is not possible for someone to arrive at
perfect fear, as we previously stated, if one does not first acquire the
introductory fear.



—by Abba Dorotheos—

Monday, December 31, 2012

Ορθοδοξια και Ελλαδα

Love for Others - We are One




This message from Saint Symeon the New Theologian was hanging on the cell wall of Elder Porphyrios . He would hand out a copy of this to his guests. Elder Porphyrios consistently taught that we should love others as if we see them as ourselves .





We need to regard all the faithful as one and think that each one of them is Christ. We need to have such love for each individual that we are ready to sacrifice our very life for him. Because we ought never to say or think that any person is evil, but rather to regard all as good. And if you see a brother troubled by passions, do not hate him. Hate rather the passions that are assailing him. And if you see that he is being tormented by desires and habits from former sins, have even greater compassion on him, lest you also fall into temptation, since you are made of matter that easily turns from good to evil. Love for your brother prepares you to love God more. Accordingly, the secret of love for God is love for your brother. Because if you don’t love your brother whom you see, how can you possible love God whom you don’t see?


“He who does not love his brother whom he has seen, how can he love God whom he has not see?”
(1 John 4:20) 
Words of Saint Symeon the New Theologian interspersed with Elder Porphyrios’s own words from One Hundred Theological and Practical Chapters, of Saint Symeon. 




Reference: Wounded By Love, p 183 - 184

How to Influence Others With Love


Meekness and graciousness are terms to apply to one who practices the Way of Love. To influence others we must show great consideration for the opinions of others. We have to listen with understanding and compassion.  We have to demonstrate we understand the other person's viewpoint and we care.  Listen, listen, listen.  Do not attack or condemn in any way. Seek to know their environment and situation. Ask yourself, "Why is it they think this way?" Think about how you can help nurture their soul and then say it simply with love.

Here is how Elder Porphyrios puts its,
In debates, if you say a few words about religion you will prevail. Let the person who has a different opinion give free reign to his thoughts and speak as much as he likes… Let him sense that he is addressing himself to a calm and uncontentious person. Influence him though your graciousness and prayer and then speak briefly. You achieve nothing if you speak heatedly and tell him, for example, ‘What you are saying is untrue, a downright lie!’ What will you achieve? Be ‘as sheep among wolves’ (Matt 10:16). What should you do? Show indifference outwardly, but be praying inwardly. Be prepared, know what you are talking about and speak boldly and to the point, but with saintliness, meekness and prayer. But in order to be able to do this you must become a saint. 
This last thought is an important one: 
“To be able to do this you must become a saint.”  Ask yourself, "How do I become a saint?"

Reference: Wounded by Love, p 188

Σημάδια της παρουσίας του Χριστού


Ο Χριστός, όπως τότε που εδίδασκε, όπως τότε που έκανε τους χωλούς να πηδούν και να περιπατούν, τους τυφλούς να αναβλέπουν, τους νεκρούς να εγείρωνται, έτσι ακριβώς είναι μπροστά μας αυτήν την ώρα. Δεν τον φέρομε απλώς στην σκέψη μας, αλλά πραγματικά έρχεται μπροστά μας, γίνεται παρών Εκείνος, ο διδάσκαλος, ο προφήτης, ο θαυματουργός. Είναι τώρα μπροστά μας ο Χριστός που σταυρώθηκε, που αναστήθηκε, που αναλήφθηκε! Όλα αυτά που βλέπομε εδώ μέσα, οι πολυέλαιοι, ο ιερεύς, η αγία Τράπεζα, το Ευαγγέλιον, τα τίμια δώρα, η είσοδος η μικρά και η μεγάλη, τα πάντα γίνονται σημάδια της παρουσίας του Χριστού.
Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Συμβουλές για την εξομολόγηση και τον εκκλησιασμό του παιδιού




Το «Bogoslov.Ru» δημοσιεύει υλικό σχετικά με το θέμα της συμμετοχής των παιδιών στα μυστήρια της Εκκλησίας. Το άρθρο του καθηγητή της Θεολογικής Ακαδημίας της Μόσχας και πρύτανη του ναού της Αγίας Μάρτυρος Τατιάνας,στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, πρωθιερέα Μάξιμου Κοζλώφ, αφορά το λεπτό ζήτημα της εξομολόγησης του παιδιού.



1. Σε ποια ηλικία το παιδί πρέπει να εξομολογείται;


Κατά τη γνώμη μου, η πρακτική της παιδικής εξομολόγησης είναι ένα πολύ σημαντικό και προβληματικό σημείο στη σημερινή ζωή της Εκκλησίας. Ο κανόνας ότι τα παιδιά πρέπει να εξομολογούνται πριν την Κοινωνία από τα επτά χρόνια τους,επικράτησε στη συνοδική περίοδο.


Όπως έγραψε στο βιβλίο του για το Μυστήριο της Εξομολόγησης ο πατήρ Βλαντιμίρ Βορομπιώφ, για πάρα πολλά παιδιά σήμερα η φυσιολογική ωρίμανση είναι τόσο μπροστά από την πνευματική και ψυχολογική,ώστε τα περισσότερα από τα σημερινά παιδιά των επτά ετών δεν είναι έτοιμα να εξομολογούνται. Είναι καιρός να πούμε ότι αυτή η ηλικία ορίζεται από τον πνευματικό και τους γονείς απολύτως ατομικώς σε σχέση με το παιδί;Τα παιδιά στα επτά τους χρόνια, και μερικά λίγο νωρίτερα, βλέπουν τη διαφορά μεταξύ καλής και κακής πράξης, αλλά είναι ακόμα νωρίς να πούμε ότι είναι μια συνειδητή μετάνοια. Μόνο εκλεκτές, λεπτές, ευαίσθητες φύσεις είναι ικανές σε μια τέτοια νεαρή ηλικία να το βιώσουν αυτό.


Υπάρχουν καταπληκτικά παιδάκια που στα πέντε έως έξι τους χρόνια έχουν μια υπεύθυνη ηθική συνείδηση, αλλά πιο συχνά συμβαίνουν άλλα πράγματα. Είτε ενθαρρύνσεις των γονέων που συνδέονται με την επιθυμία να έχουν σε εξομολόγηση ένα πρόσθετο εργαλείο για την ανατροφή (συχνά υπάρχουν περιπτώσεις όταν ένα μικρό παιδί δεν συμπεριφέρεται σωστά,και η αφελής και καλή μητέρα ζητάει απο τον ιερέα να το εξομολογήσει, νομίζοντας ότι αν μετανοήσει, θα την ακούει). Είτε είναι ένας πιθηκισμός σε ενηλίκους από την πλευρά του παιδιού – του αρέσει: στέκονται, έρχονται στον ιερέα, τους λέει κάτι. Δεν βγαίνει τίποτα καλό απ’αυτό. Ως πλεονέκτημα των παιδιών, η ηθική συνείδηση ξυπνάει πολύ αργότερα. Δεν βλέπω τίποτα καταστροφικό σ’αυτό. Ας έρχονται στα εννέα,στα δέκα χρόνια, όταν θα έχουν ένα μεγαλύτερο βαθμό ωριμότητας και ευθύνης για τη ζωή τους.


Στην πραγματικότητα, όσο νωρίτερα το παιδί εξομολογείται, τόσο χειρότερο γι ‘αυτό – ίσως για καλό, αμαρτίες έως τα επτά έτη δεν λογίζονται στα παιδιά. Μόνο σε αρκετά μεγαλύτερη ηλικία αντιλαμβάνουν την εξομολόγηση ως εξομολόγηση, και όχι ως μια απαρίθμηση με ό, τι είπαν η μαμά ή ο μπαμπάς και γράφτηκε σε χαρτί. Και αυτή η τυποποίηση της εξομολόγησης, που συμβαίνει στο παιδί, στη σύγχρονη πρακτική της εκκλησιαστικής ζωής μας είναι ένα επικίνδυνο πράγμα.



2. Πόσο συχνά πρέπει να εξομολογείται το παιδί


Εν μέρει από τα λάθη μου, εν μέρει συμβουλευόμενος πιο έμπειρους ιερείς, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά πρέπει να εξομολογούνται όσο το δυνατόν λιγότερο. Όχι όσο είναι δυνατόν συχνότερα αλλά όσο το δυνατόν λιγότερο. Το χειρότερο πράγμα που μπορείτε να κάνετε – είναι να καθιερώσετε για τα παιδιά την εβδομαδιαία εξομολόγηση. Τους οδηγεί όλους σε τυπική μορφή. Έτσι πήγαιναν και απλώς κοινωνούσαν κάθε Κυριακή, ή τουλάχιστον συχνά, πράγμα το οποίο είναι επίσης ένα ερώτημα κατά πόσον είναι σωστό για το παιδί, και στη συνέχεια – μετά από τα επτά χρόνια τους πάνε, επίσης σχεδόν κάθε Κυριακή, για την συγχωρητική ευχή. Τα παιδιά μαθαίνουν γρήγορα να μιλάνε σωστά στον ιερέα – αυτό που περιμένει ο πατήρ.Δεν άκουγα τη μαμά, φερνόμουν άσχημα στο σχολείο, έκλεψα μια γόμα. Αυτός ο κατάλογος αποκαθίσταται εύκολα. Και δεν παρατηρείται ακόμη και το γεγονός της εξομολόγησης ως μετάνοιας. Συμβαίνει ότι χρόνια έρχονται στην εξομολόγηση με τα ίδια λόγια: δεν άκουγα,φέρνομαι αγενώς, τεμπελιάζω, ξεχνώ να προσεύχομαι – αυτό είναι ένα μικρό σύνολο των συνηθισμένων παιδικών αμαρτιών.


Ο ιερέας, βλέποντας ότι, εκτός από αυτό το παιδί τον περιμένουν ακόμα πολλοί άλλοι άνθρωποι,συγχωρεί τις αμαρτίες του, και αυτή τη φορά.


Αλλά μετά από αρκετά χρόνια, αυτό το τέκνο της «Εκκλησίας» γενικά δεν θα καταλάβει τι θα πεί μετάνοια.


Γι ‘αυτόν δεν υπάρχει καμία δυσκολία να πει ότι έκανε άσχημα αυτό ή το άλλο, να μουρμούρισει κάτι από τις σημειώσεις ή τη μνήμη, για το οποίο είτε θα τον χαϊδέψουν, είτε θα πουν: «Νίκο, μην κλέβεις τα στυλό» και μετά «Μην συνηθίζεις (ναι, μετά ήδη να μην συνηθίζεις) στα τσιγάρα,μην κοιτάζεις αυτά τα περιοδικά», και ούτω καθ εξής. Και μετά ο Νίκος θα πεί: «Δεν θέλω να σ’ ακούω. Μπορεί να πει και η Ελενιτσα, αλλά τα κορίτσια συνήθως ωριμάζουν πιο γρήγορα, προλαβαίνουν να αποκτήσουν μια προσωπική πνευματική εμπειρία, πριν να έρθουν σ” αυτη την απόφαση.


Όταν πάνε το παιδί για πρώτη φορά στην κλινική και το αναγκάζουν να γδυθεί μπροστά σ ένα γιατρό, τότε, φυσικά, ντρέπεται, αισθάνεται δυσάρεστα αλλά αν τον βάλουν στο νοσοκομείο και κάθε μέρα σηκώνουν το πουκάμισό του για μια ένεση τότε θα το κάνει εντελώς αυτόματα, χωρίς κανένα συναίσθημα.


Το ίδιο είναι και η εξομολόγηση, από κάποια στιγμή και μετά μπορεί να μην προκαλεί καμία συγκίνηση. Ως εκ τούτου, μπορούμε να ευλογούμε τα παιδιά στην κοινωνία αρκετά συχνά, αλλά να τα εξομολογούμε, όσο το δυνατόν πιο σπάνια. Νομίζω ότι καλό θα ήταν μετά από τη συνένωση με τον πνευματικό, να εξομολογήσουμε έναν τέτοιο μικρό αμαρτωλό για πρώτη φορά σε ηλικία επτά χρονών, δεύτερη φορά – οκτώ, τρίτη φορά – εννέα χρονών, λίγο αναβάλλοντας την έναρξη της συχνής, τακτικής εξομολόγησης, για να μην γίνει συνήθεια σε καμία περίπτωση


Για τους ενήλικες,για πολλούς πρακτικούς λόγους, δεν μπορούμε να αραιώσουμε την κοινωνία και το μυστήριο της μετανοίας για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά για τα παιδιά, πιθανότατα, θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε αυτόν τον κανόνα και να θεωρούμε ότι μια υπεύθυνη και σοβαρή εξομολόγηση ενός αγοριού ή κοριτσιού μπορεί να πραγματοποιείται ανά αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα, και σε άλλη στιγμή – να τους δώσουμε ευλογία για την κοινωνία, να το καθιερώσουμε όχι σε αυτο-δραστηριότητα του ιερέα αλλά σαν κανονικό πρότυπο.


3. Πόσο συχνά πρέπει να κοινωνήσουμε τα μικρά παιδιά

Τα μωρά είναι καλό να τα κοινωνούμε συχνά, επειδή πιστεύουμε ότι η κοινωνία των Αχράντων Θείων Μυστηρίων οδηγεί σε υγεία της ψυχής και του σώματος. Και το νήπιο αγιάζεται ως μην έχον αμαρτίες, από τη σωματική του φύση συνδεόμενο με τον Κύριο στο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας.


Αλλά όταν τα παιδιά αρχίζουν να μεγαλώνουν και όταν έχουν ήδη γνωρίσει ότι αυτό είναι το Αίμα και το Σώμα του Χριστού και ότι αυτό είναι Ιερό, είναι πολύ σημαντικό να μην μετατρέψουμε την Κοινωνία σε μια εβδομαδιαία διαδικασία, όταν μπροστά στο Δισκοπότηρο παίζουν και έρχονται σ’αυτό χωρίς να σκέφτονται πολύ τι κάνουν.


Και αν βλέπετε ότι το παιδί σας γκρινιάζει πριν από τη λειτουργία,σας εκνευρίζει, όταν πολύ λιγο πρόσεξε το κήρυγμα του ιερέα, τσακώθηκε με κάποιον από τους συνομηλίκους του, που στέκονται εδώ στη λειτουργία, μην το αφήνετε να ρθεί στο Δισκοπότηρο.


Αφήστε το να συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να προσεγγίσει την κοινωνία σε κάθε κατάσταση.


Μόνο αν έχει πιο ευλαβική στάση σ’ αυτή. Και ας κοινωνάει πιο σπάνια από ό, τι θα θέλατε, να κοινωνάει, αλλά να καταλάβει, γιατί έρχεται στην εκκλησία.


Είναι πολύ σημαντικό για τους γονείς να μην αρχίσουν να αντιλαμβάνονται την κοινωνία ως μια μαγική λειτουργία, αφήνοντας στον Θεό ό, τι πρέπει να κάνουν οι ίδιοι.


Όμως, ο Κύριος περιμένει από εμάς ό, τι μπορούμε και πρέπει να κάνουμε για τον εαυτό μας μόνοι μας, και σε σχέση με τα παιδιά μας.


Και ακριβώς εκεί όπου δεν φτάνουν οι δυνάμεις μας, η χάρη του Θεού αναπληρώνει. Όπως αναφέρεται σε ένα άλλο μυστήριο – «τὰ ἀσθενῆ θεραπεύει καὶ τὰ ἐλλείποντα ἀναπληροῖ». Αλλά ό,τι μπορείς, κάνε το μόνος σου.



4. Γονική συμμετοχή στην προετοιμασία για την εξομολόγηση


Το κύριο πράγμα που πρέπει να αποφεύγουν οι γονείς κατά την προετοιμασία του παιδιού για την εξομολόγηση, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης – είναι η υπαγόρευση καταλόγων των αμαρτιών, οι οποίες από την άποψή τους, έχει, μάλλον,αυτόματη μεταφορά ορισμένων όχι καλών ιδιοτήτων του στην κατηγορία των αμαρτιών,για τις οποίες πρέπει να μετανοήσει μπροστά στον ιερέα.


Και, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να ρωτάμε το παιδί μετά από την εξομολόγηση, τί είπε στον ιερέα ούτε τί του απάντησε, και αν ξέχασε να πεί για κάποια αμαρτία.


Σ’αυτήν την περίπτωση, οι γονείς πρέπει να κάνουν ένα βήμα πίσω και να συνειδητοποιήσουν ότι η εξομολόγηση, ακόμη και του επτάχρονου ανθρώπου είναι ένα Μυστήριο.


Η παρέμβαση σε οποιονδήποτε στο μυστήριο της εκκλησίας, ιδιαίτερα τόσο λεπτό οπως το μυστήριο της εξομολόγησης είναι εντελώς απαράδεκτη.


Και κάθε παρέμβαση εκεί όπου υπάρχει μόνο ο Θεός,ο εξομολογούμενος άνθρωπος και ο ιερέας που λαμβάνει την εξομολόγηση, είναι καταστρεπτικά.


Το παιδί μπορεί να μοιραστεί μ’αυτόν ό, τι έλεγε, αν το ίδιο θέλει. Αλλά δεν πρέπει να δείχνουμε ιδιαίτερο ενδιαφέρον σ’ αυτό.


Είπε καλά, όχι τίποτε φοβερό … Πιο συχνά,τα παιδιά δεν λένε αυτά που είπαν στην εξομολόγηση, αλλά αυτό που άκουσαν από τον ιερέα.


Μην σταματήσετε σ’ αυτό, αλλά οποιαδήποτε συζήτηση και ερμηνεία των λέξεων του ιερέα, καθώς και κριτική- αν αυτό δεν συμπίπτει με ό,τι, κατά τη γνώμη μας, θα ήταν αναγκαίο να ακούσει το παιδί μας- δεν επιτρέπονται.


Επιπλέον, είναι αδύνατο, από τα λόγια του παιδιού, στη συνέχεια να πάμε στον ιερέα και να διευκρινίζουμε κάτι. Ή να προσπαθήσουμε να τον βοηθήσουμε να επικοινωνεί πιο σωστά με το παιδί μας: ξέρετε, πάτερ, ο Κωστακης μου είπε ότι του δώσατε αυτή τη συμβουλή, όμως ξέρω ότι δεν σας τα είπε όλα αρκετά σωστά,γι αυτό δεν έγινε πλήρως κατανοητός, και θα ήταν καλύτερα την επόμενη φορά να του πείτε αυτό και αυτό.


Από τέτοια δραστηριότητα της μητέρας, βεβαίως, πρέπει να κρατιόμαστε μακριά.


Σε περιπτώσεις που τέτοια συνείδηση χρειάζεται να ανατρέφουμε σε ενορίτες, πρέπει να το κάνουμε μέσω κηρύγματος, μέσω της ίδιας της οργάνωσης της εξομολόγησης, μέσω πολλαπλών κοινοποιήσεων του γεγονότος ότι δεν πρέπει να έρχονται πάρα πολύ κοντά, δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν με κάποιο τρόπο, αν τυχαία ακούσουν κάτι κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης.

Ίσως να διεξάγουμε ομιλίες με τους γονείς και τους παππούδες για την λεπτή στάση τους στην εξομολόγηση παιδιών και εγγονιών.


Όλα αυτά, βέβαια, μπορούν να γίνουν με τη μια ή την άλλη μορφή.



5. Πώς να διδάξουμε το παιδί να εξομολογηθεί


Χρειάζεται να ενθαρρύνουμε τα παιδιά όχι στο πώς να εξομολογούνται, αλλά στην ίδια την αναγκαιότητα της εξομολόγησης. Μέσω του προσωπικού παραδείγματος, μέσω της ικανότητας να ομολογήσουμε ανοιχτά τις αμαρτίες μας απέναντι στους δικούς μας,απέναντι στο παιδί μας, αν φταίμε. Μέσω της στάσης μας εναντι της εξομολόγησης, επειδή όταν πάμε να κοινωνήσουμε, και συνειδητοποιούμε ότι δεν έχουμε ειρηνική διάθεση ή προσβολές που κάναμε σε άλλους, πρέπει πρώτα να συμφιλιωθούμε με όλους. Και όλα αυτά στο σύνολό τους δεν μπορούν να μη διαμορφώσουν στα παιδιά ευλαβική στάση έναντι αυτού του μυστηρίου.


Και ο βασικός διδάσκαλος του παιδιού για το πώς να μετανοήσει,πρέπει να είναι εκτελεστής αυτού του Μυστηρίου – ο ιερέας. Αφού η μετάνοια δεν είναι μόνο ένα είδος εσωτερικής κατάστασης, αλλά και το Μυστήριο της εκκλησίας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η εξομολόγηση ονομάζεται Μυστήριο της Μετανοίας. Ανάλογα με το μέτρο της πνευματικής ωριμότητας του παιδιού πρέπει να το προετοιμάσουμε για την πρώτη εξομολόγηση.Το ζήτημα των γονέων είναι να εξηγήσουν τί θα πει εξομολόγηση και γιατί χρειάζεται. Πρέπει να εξηγήσουν στο παιδί τους ότι η εξομολόγηση δεν έχει τίποτα να κάνει με την απολογία του μπροστά τους ή μπροστά στο διευθυντή του σχολείου.


Είναι μόνο αυτό που συνειδητοποιούμε σαν κακό και ανάξιο μέσα μας, σαν άσχημο και βρώμικο, που δεν μας ευχαριστεί και για το οποίο είναι δύσκολο να μιλήσεις και για το οποίο χρειάζεται να απευθυνθούμε στον Θεό. Και μετά απο αυτό το πεδίο διδασκαλίας, πρέπει να το παραδώσουμε στα χέρια του προσεχτικού, αξιοπρεπή πνευματικού που αγαπά, γιατί σ’αυτόν δίνεται στο Μυστήριο της Ιεροσύνης η χάρη να μιλήσει με τον άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένου και του μικρού, για τις αμαρτίες του.


Και γι αυτόν είναι πιο φυσικό να του μιλήσει για τη μετάνοια παρα από τους γονείς του, όταν είναι αδύνατο και ασύμφορο να προσφύγεις σε δικά σου παραδείγματα ή παραδείγματα απο τους γνωστούς του. Να λες στο παιδί σου, πώς μετανόησες για πρώτη φορά – εδώ υπάρχει μια απάτη και ψευδής νουθεσία.


Αφού δεν μετανιώσαμε για να μιλήσουμε σε οποιονδήποτε για αυτό. Όχι λιγότερο ψεύτικο, θα ήταν να του πούμε για το πώς τα αγαπημένα μας πρόσωπα μέσω της μετάνοιας άφησαν τις αμαρτίες τους, γιατί αυτό θα σήμαινε τουλάχιστον έμμεσα, οτι κρίνουμε και αξιολογούμε τις αμαρτίες στις οποίες υπέπεσαν. Ως εκ τούτου είναι λογικό να δώσουμε το παιδί μας στα χέρια εκείνου ο οποίος καθορίστηκε από το Θεό να είναι δάσκαλος του μυστηρίου της εξομολογήσεως.


6. Μπορεί το παιδί μόνο του να επιλέξει σε ποιον ιερέα να εξομολογείται


Αν η καρδιά του μικρού ανθρώπου αισθάνεται ότι θέλει να εξομολογείται ακριβώς σ’αυτόν τον ιερέα, ο οποίος μπορεί να είναι νεότερος,πιο χαϊδευτικός από εκείνον στον οποίο πηγαίνετε, ή, ίσως, τον προσέλκυσε με το κήρυγμά του, εμπιστευτείτε το παιδί σας, αφήστε τον να πάει εκεί, όπου κανείς και τίποτα δεν θα το ενοχλεί να μετανοήσει για τις αμαρτίες του ενώπιον του Θεού.


Και αν δεν προσδιοριστεί αμέσως, αν η πρώτη απόφαση του δεν είναι αξιόπιστη, και καταλάβει γρήγορα ότι δεν θέλει να πάει στον πατέρα Ιωάννη, αλλά στον πατέρα Πέτρο, δώστε του να επιλέξει μόνο του και να σταθεί σ’αυτό.


Η απόκτηση της πνευματικής πατρότητας είναι πολύ λεπτή διαδικασία, εγγενώς οικεία, και δεν χρειάζεται να εισβάλλουμε σ’ αυτό. Έτσι θα βοηθήσετε περισσότερο το παιδί σας.


Και αν, ως αποτέλεσμα της εσωτερικής πνευματικής αναζήτησης το παιδί λέει ότι η καρδιά του είναι δεμένη σε άλλη ενορία, στην οποία πηγαίνει μια φίλη του,η Τάνια, και ότι του αρέσει εκεί περισσότερο – και πώς ψάλλουν, και πώς ο ιερέας μιλάει, και πώς οι άνθρωποι φέρονται μεταξύ τους, τότε οι σοφοί γονείς χριστιανοί, βέβαια, θα χαρούνε γι αυτό το βήμα του παιδιού,


και δεν θα σκέπτονται με φόβο ή δυσπιστία: να πας στη λειτουργία? μάλιστα! γιατί, δεν υπάρχει εκεί πού βρισκόμαστε;


Πρέπει να εμπιστευτούμε τα παιδιά μας στο Θεό, τότε ο ίδιος θα τους φυλάξει.


Νομίζω ότι, μερικές φορές, πολύ σημαντικό και χρήσιμο για τους γονείς είναι να στείλουν τα παιδιά τους- από μια ορισμένη ηλικία- σε άλλη ενορία, να μην είναι μαζί τους, στα μάτια τους, για να αποφευχθεί αυτος ο τυπικός πειρασμός των γονέων – να ελέγξουμε με περιφερική όραση, πώς είναι το παιδί μας, αν προσεύχεται, αν δεν φλυαρεί, γιατί δεν έγινε δεκτός στην Θεία Κοινωνία, για ποιες αμαρτίες;


Ίσως έτσι έμμεσα, να καταλάβουμε κάτι από τη συνομιλία με τον ιερέα; Από αυτές τις σκέψεις είναι σχεδόν αδύνατο να απεμπλακείς, αν το παιδί σας είναι μαζί σας στο ναό.Όταν τα παιδιά είναι μικρά, τότε ο έλεγχος των γονέων σε λογικό μέτρο είναι κατανοητός και αναγκαίος,όταν όμως γίνονται έφηβοι, τότε ίσως είναι καλύτερα, με γενναία απόφαση, να σταματήσεις αυτό το είδος οικειότητας με αυτούς, να φύγεις μακριά από τη ζωή τους, να μειώσεις τον εαυτό σου, προκειμένου να έχουν περισσότερο το Χριστό, και λιγότερο εσένα.



7. Πώς να εμφυσήσουμε στα παιδιά το σεβασμό στην Κοινωνία και τις ακολουθίες

Πρώτα απ ‘όλα, πρέπει οι ίδιοι οι γονείς να αγαπούν την Εκκλησία, την εκκλησιαστική ζωή και να αγαπούν σ’αυτην τον κάθε άνθρωπο, συμπεριλαμβανομένου του μικρού.


Εκείνος που αγαπά την Εκκλησία είναι σε θέση να το μεταδώσει στο μωρό του.


Αυτό είναι σημαντικό, και οτιδήποτε άλλο – είναι απλά συγκεκριμένες μέθοδοι.


Θυμάμαι την ιστορία του Πρωθιερέα Βλαντιμίρ Βορομπιώφ, τον οποίον, στα παιδικά του χρόνια, κοινωνούσαν μόνο μία ή δύο φορές το χρόνο, αλλά θυμάται κάθε μια από αυτές τη φορές, και πότε έγινε αυτό, και ποια ήταν η πνευματική εμπειρία.


Τότε, την εποχή του Στάλιν, να πηγαίνεις συχνά στην εκκλησία ήταν αδύνατο.


Το να σε δούν ακόμα και οι φίλοι σου, θα μπορούσε να απειλήσει όχι μόνο την απώλεια της εκπαίδευσης, αλλά να επισύρει και φυλάκιση.


Ο πατέρας Βλαντιμίρ θυμάται κάθε ερχομό του στην εκκλησία, που ήταν γι αυτόν ένα μεγάλο γεγονός.


Δεν μπορούσε να υπάρξει πραγματικά αφορμή για να ατακτείς,να συνομιλείς, να φλυαρείς με τους συνομηλίκους στην ακολουθία.


Έπρεπε να ρθεις στην λειτουργία, να προσευχηθείς, να κοινωνήσεις των Αγίων Θείων Μυστηρίων, και να ζεις προσδοκώντας την επόμενη τέτοια συνάντηση.


Νομίζω ότι πρέπει να κατανοήσουμε την κοινωνία – συμπεριλαμβανομένων των μικρών παιδιών σε μια εποχή σχετικής συνείδησης – όχι μόνο ως φάρμακο για την υγεία του σώματος και της ψυχής, αλλά και ως κάτι απείρως πιο σημαντικό.


Ακόμη και από το παιδί θα πρέπει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως μια σύνδεση με το Χριστό.


Το κύριο πράγμα που πρέπει να σκεφτούμε είναι το να γίνουν η επίσκεψη της λειτουργίας και η κοινωνία για το παιδί μας κάτι που πρέπει να κερδίσει και όχι αυτό που τον παρακινούμε. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ανοικοδομήσουμε τη στάση της οικογένειάς μας απέναντι στην ακολουθία, έτσι ώστε να μην είμαστε εμείς που θα σπρώξουμε τον έφηβό μας να κοινωνήσει αλλά ο ίδιος -μετά από μια ορισμένη πορεία,που τον ετοίμαζε να λάβει Θεία Κοινωνία – θα είχε το δικαίωμα να έρθει σε λειτουργία και να κοινωνήσει.


Και ίσως είναι καλύτερα το πρωί της Κυριακής, να μην το σκουντάμε για να ξυπνήσει το παιδί μας που διασκέδαζε το Σάββατο το βράδυ: «Σήκω, αργούμε για τη λειτουργία!» αλλά να ξυπνάει χωρίς εμάς και να βλεπει ότι το σπίτι είναι άδειο. Και ότι έμεινε χωρίς γονείς και χωρίς την εκκλησία, και χωρίς τη γιορτή του Θεού.


Ας ερχόταν στις ακολουθίες μόνο για ένα ημίωρο, ακριβώς στην κοινωνία, αλλά δεν μπορεί να μην αισθανθεί κάποια διαφορά μεταξύ του Κυριακάτικου ξαπλώματος στο κρεβάτι και του τί πρέπει να κάνει αυτή τη στιγμή ο κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός.


Όταν επιστρέψετε από την εκκλησία, μην κατηγορήσετε το παιδί σας. Ίσως η εσωτερική θλίψη σας για την απουσία του από τη θεία λειτουργία, αντηχεί πιο αποτελεσματικά σ’αυτόν από δέκα γονικά σπρωξίματα, «άντε πήγαινε», «άντε προετοιμάσου», « διάβασε προσευχές».


Ως εκ τούτου, οι γονείς του παιδιού το οποίο είναι στη συνειδητή του ηλικία, δεν πρέπει ποτέ να το ενθαρρύνουν σε εξομολόγηση ή κοινωνία. Και αν είναι σε θέση να συγκρατήσουν τον εαυτό τους σ’ αυτό, τότε η χάρη του Θεού οπωσδήποτε θα αγγίξει την ψυχή του και θα βοηθήσει να μην χαθεί απο τα μυστήρια της Εκκλησίας.


Αυτά είναι μόνο μερικά σημεία που σχετίζονται με τη σύγχρονη πρακτική της παιδικής εξομολόγησης, τα οποία εξέθεσα απλά ως μια πρόσκληση να συνεχίσουμε αυτή τη συζήτηση, και, πιθανώς, σε μια πολύ αδύναμη μορφή συζήτησης. Αλλά θα ήθελα οι άνθρωποι οι οποίοι είναι σε μεγάλο βαθμό πνευματικά πιο έμπειροι και έχουν πρακτική πνευματικού για δεκαετίες,να μιλήσουν για το θέμα αυτό.


Πηγή: orthodoxigynaika.blogspot.gr

Sunday, December 30, 2012

Αν στραφούμε στον εαυτό μας, δε θα κατακρίνουμε.


- Γέροντα, όταν βλέπω κάποια αταξία στο διακόνημα, κατακρίνω μέσα μου.
- Εσύ, να κοιτάς την ευταξία τη δική σου και όχι τις αταξίες των άλλων. Να είσαι αυστηρή με τον εαυτό σου και όχι με τους άλλους. Τι δουλειά έκανες σήμερα;
- Ξεσκόνιζα.
- Ξεσκόνιζες τους άλλους ή τον εαυτό σου;
- Δυστυχώς τους άλλους.
- Κοίταξε, θα αρχίσεις να κάνεις δουλειά στον εαυτό σου, όταν πάψεις να ασχολείσαι με το τι κάνουν οι άλλοι γύρω σου.
Αν ασχολείσαι με τον εαυτό σου και πάψεις να ασχολείσαι με τους άλλους, θα βλέπεις μόνο α δικά σου σφάλματα και στους άλλους δε θα βρίσκεις κανένα σφάλμα. Τότε θα απελπισθείς με την καλή έννοια από τον εαυτό σου και θα κατακρίνεις μόνο τον εαυτό σου.
Θα αισθάνεσαι την αμαρτωλότητά σου και θα αγωνίζεσαι να απαλλαγείς από τις αδυναμίες σου. Ύστερα, όταν θα βλέπεις στους άλλους κάποια αδυναμία, θα λες: «Μήπως εγώ ξεπέρασα τις αδυναμίες μου; Πώς λοιπόν έχω τέτοια απαίτηση από τους άλλους;».
Γι' αυτό να μελετάς και να παρακολουθείς συνέχεια τον εαυτό σου, για να αποφεύγεις την κρυφή υπερηφάνεια, και να έχεις αυτομεμψία με διάκριση, για να αποφεύγεις την εσωτερική κατάκριση " έτσι θα διορθωθείς.
- Γέροντα, ο Αββάς Ισαάκ γράφει: «Εάν αγαπάς την καθαρότητα, εισελθών έργασαι εν τη αμπέλω της καρδίας σου, εκρίζωσον εκ της ψυχής σου τα πάθη, έργασαι μη γνώναι κακίαν ανθρώπου». Τι εννοεί;
- Εννοεί να στραφείς στον εαυτό σου και να κάνεις δουλειά στον εαυτό σου. Οι Άγιοι πώς αγίασαν; Είχαν στραφεί στον εαυτό τους και έβλεπαν μόνο τα δικά τους πάθη. Με την αυτοκριτική και την αυτομεμψία που είχαν, έπεσαν τα λέπια από τα μάτια της ψυχής τους και έφτασαν να βλέπουν καθαρά και βαθιά.
Έβλεπαν τον εαυτό τους κάτω από όλους τους ανθρώπους και όλους τους θεωρούσαν καλύτερους από τον εαυτό τους. Τα δικά τους σφάλματα τα έβλεπαν μεγάλα και τα σφάλματα των άλλων πολύ μικρά, γιατί έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους και όχι με τα γήινα μάτια.
Έτσι εξηγείται όταν έλεγαν: «Εγώ είμαι χειρότερος από όλους τους ανθρώπους». Τα μάτια της ψυχής τους είχαν καθαρίσει και είχαν γίνει διόπτρες, γι' αυτό και έβλεπαν τα μικρά τους σφάλματα - τα ξυλαράκια - σαν δοκάρια.
Εμείς όμως, ενώ τα σφάλματά μας είναι δοκάρια, δεν τα βλέπουμε ή τα βλέπουμε σαν ξυλαράκια. Κοιτάμε τους άλλους με το μικροσκόπιο και βλέπουμε τα δικά τους αμαρτήματα μεγάλα, ενώ τα δικά μας δεν τα βλέπουμε, γιατί δεν καθάρισαν τα μάτια της ψυχής μας.
Η βάση είναι να καθαρίσουν τα μάτια της ψυχής. Όταν ο Χριστός ρώτησε τον τυφλό: «πώς βλέπεις τώρα τους ανθρώπους;», εκείνος Του απάντησε: «σαν δέντρα», γιατί δεν είχε αποκατασταθεί όλο το φως του.
Όταν αποκαταστάθηκε όλο το φως του, τότε έβλεπε καθαρά. Θέλω να πω ότι ο άνθρωπος, όταν φτάσει σε καλή πνευματική κατάσταση, όλα τα βλέπει καθαρά, όλα τα σφάλματα των άλλων τα δικαιολογεί, με την καλή έννοια, γιατί τα βλέπει με το θεϊκό μάτι και όχι με το ανθρώπινο.

 Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου 

Πρακτικές πνευματικές συμβουλές






Ό,τι κι αν μας συμβούλευε ο γέροντας Μακάριος, πάντοτε τοποθετούσε την ταπείνωση στην πρώτη γραμμή των συμβουλών του. Από αυτήν την αρετή παρήγαγε όλες τις επόμενες αρετές που συναποτελούν το ήθος του αληθινού Χριστιανού. Αυτή είναι η ουσία των μαθημάτων, που ο γ. Μακάριος δίδαξε σε όλους, όσοι διψούσαν για τις εντολές και την καθοδήγησή του:
  • να εξετάζεις τη συνείδησή σου,
  • να πολεμάς συνεχώς με τα πάθη σου,
  • να καθαρίζεις την ψυχή σου από τις αμαρτίες,
  • να αγαπάς το Θεό εν απλότητι καρδίας,
  • να πιστεύεις σ' αυτόν χωρίς υπολογισμούς,
  • να έχεις ακατάπαυστα ενώπιόν σου το απεριόριστο έλεός του, και με όλη τη δύναμη της ψυχής σου να Τον δοξάζεις και να Τον ευλογείς σε όλες τις δυσάρεστες περιστάσεις της ζωής,
  • να αναζητάς τη δική σου ενοχή, και να συγχωρείς κάθε παράπτωμα του διπλανού σου εναντίον σου, ούτως ώστε να αποσπάσεις το έλεος του Θεού για τις δικές σου αμαρτίες,
  • να προσπαθείς να θεμελιώσεις μέσα σου την αγάπη για το διπλανό σου,
  • να περισώζεις την ειρήνη και την ηρεμία στην οικογένεια και τους γνωστούς σου,
  • να θυμάσαι πιο συχνά τις εντολές του Θεού και να προσπαθείς να τις εκπληρώσεις, καθώς επίσης και τους κανόνες της Εκκλησίας,
  • όσο είναι δυνατόν, να πηγαίνεις για εξομολόγηση και να μετέχεις των Θείων Μυστηρίων αρκετές φορές το χρόνο,
  • να τηρείς και τις τέσσερις περιόδους νηστείας, καθώς και τις Τετάρτες και τις Παρασκευές,
  • να παρακολουθείς τις ακολουθίες και τη Θεία Λειτουργία σε κάθε εορτή,
  • να λες πρωινές και βραδινές προσευχές και ακόμη μερικούς ψαλμούς κάθε μέρα, και, αν το επιτρέπει ο χρόνος, να διαβάζεις ένα κεφάλαιο από τα Ευαγγέλια και τις Επιστολές των Αποστόλων,
  • να προσεύχεσαι κάθε πρωί και βράδυ για την ανάπαυση των κεκοιμημένων και τη σωτηρίου των ζωντανών.
Αν, για οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν μπορείς να εκπληρώσει αυτά τα καθήκοντα, τότε να επιτιμήσεις τον εαυτό σου ώστε να μετανοήσεις ειλικρινά, και να πάρεις σταθερή απόφαση να μην αποτύχεις ξανά στο μέλλον. Προσευχήσου ακόμη για εκείνους για τους οποίους έχεις κάποια κακή επιθυμία, γιατί αυτός είναι ο σιγουρότερος τρόπος για την εν χριστώ συμφιλίωση.


 «Γέρων Μακάριος της Όπτινα»

Amazing Orthodox Church Snow Sculptures!



The annual Vasaloppet China Ski Festival at Jingyuetan Park in Changchun, China takes place on January 2nd. It covers an area of 40,000 square meters with a total capacity of 70,000 cubic meters of snow. Through the hands of professionals, the snow is transformed into some of the most famous buildings in Europe. Among them is the amazing Russian-styled Orthodox Church at this years festival, which was still being worked on as of December 24th.
One of the most spectacular winter destinations in the world is Harbin, China (where the largest Orthodox Church in the Far East is located, named Saint Sophia Orthodox Church) on Sun Island for the Sun Island Snow and Ice Sculptures. It is one of the coldest destinations in China. The festival usually goes from mid-December till mid-January and attracts thousands of tourists. Below are photos of a church sculpture and the Church of Saint Sophia in Harbin.

Blessed is the man who fears the Lord (Part 2)


 


He who fears the Lord has found grace before God, and the Lord will
listen to his requests. The will of them who fear Him shall He do, and their
supplication shall He hear, and the Lord shall save them (Ps. 144:19).
When the sun’s rays enter through a window, they light up
everything in the home and enable us to see even the finest particles of
dust. Similarly when the fear of God makes its way into the heart, it reveals
to a person all of his sins.
The fear of God, being sacred and holy, is dispassionate and poses
no threat or harm. St. Gregory the Theologian says the following
concerning the fear of God: “Where there is fear, there is keeping of the
commandments. When one keeps the commandments, there is
purification. Where there is purification, there is enlightenment.”
The fear of God fills the heart with a certain spiritual joy and
jubilation. The fear of God is a divine gift because it is one of the seven
gifts of the Holy Spirit (Isa. 11:3), and it dwells in the pure heart. With
respect to our interaction with others, the fear of God is made manifest as
love, righteousness, and compassion for our fellow man. The Holy
Scriptures state that the man who fears God is righteous. The wise Sirach
refers to the fear of the Lord as a “crown of wisdom” that springs forth
peace, healing, and health (Sirach 1:15).
Blessed is the man who fears the Lord! (Ps. 111:1).



—by St. Nektarios—

Blessed is the man who fears the Lord (Part 1)



 



The fear of God is a sacred feeling that fills the heart of him who has
come to know God and His divine characteristics.
The fear of the Lord is manifested as perfect love for God, as
devotion to Him, and as worship of the Divinity. He who fears God loves
God with all his heart, with all his strength, and with his entire mind. Such a
person’s heart has clung to the Lord, and he calls upon His name. God the
Lord is his boast, and He alone rules in his heart. Having devoted himself
completely to the Lord, he offers his heart to Him, and from the center of
his existence he worships Him. The law of God has become the law of his
volition, and he desires only what is virtuous, good, and perfect. His lips
ceaselessly praise the Godhead, and his heart glorifies the Lord. He sends
up unending doxology and thanksgiving to God, and he blesses Him with
his soul.
He who fears God has become pure in soul because the fear of the
Lord has cleansed his spirit. The fear of the Lord has sanctified his heart
and mortified his flesh by subjugating the carnal desires to the power of his
soul. The fear of God has become for him a teacher of wisdom and
prudence, and it has instructed him to understand what is true, what is
virtuous, and what is pleasing to God. The fear of the Lord has become for
him a fountain of life, and it will deliver him from the snare of death.
The Lord is the strength of them who fear Him, and His covenant
shall be manifested unto them (Ps. 24:14). The fear of the Lord is pure,
and it remains unto the ages of ages (Ps. 18:9). An angel of the Lord will
encircle them who fear Him and will deliver them from evil (Ps. 33:7).




—by St. Nektarios—

Παναγια Γεροντισσα

Saturday, December 29, 2012

The Powerful Influence a Mother Has Over Her Child (Part 5)



On account of their supreme calling, it is necessary for future mothers to
receive the appropriate upbringing from the onset of their infant years. A suitable
upbringing for them consists of instruction that targets the mind and heart. Both
these parts together comprise the two centers around which man’s intellectual
and ethical education revolve. If either one of them is neglected, education
becomes imperfect and impaired. Even though the mind and the heart are
members of the same soul, nevertheless, they are in need of different means of
education. The heart, on account of its sensitivity belongs to the metaphysical
realm; the mind, on account of its intellectual capacity belongs to the physical
world. Consequently, each one of them requires to be taught its individual and
particular truths.
The truth specific to the mind is education, while that of the heart is
religion. Therefore, it is necessary for us to provide education and religion to our
daughters, so that they will be capable of transmitting these to their own children
later. Education and religion are two brilliant lighthouses that guide man as he
travels in the ocean of this present stormy life, guard him from shipwreck, and
distance him from every dangerous reef. They are the two eyes of the soul, which
she uses to examine the things that surround her, and which enable her to walk
without stumbling toward blessedness and salvation. They are the two spiritual
organs that perfect man and render him worthy of his sublime descent and his
supreme position in creation. Only mothers educated in this manner are capable
of producing good children, useful citizens, and courageous men.
Hence, we must provide our daughters with both religious and intellectual
instruction, in order to render them worthy of their calling. It is necessary for godly
education and cultivated religion to coexist because these two components
constitute the only secure provisions in life that can help man in a variety of ways.
A one-sided upbringing, being deficient, leads to one of the following two
improper sequela: superstition or indifference for God’s law. Each one is a
natural outcome and a direct result of the type of upbringing.
Intellectual and religious instruction are two different trees planted in the
same field, which require equal care and attention in order for them to grow
equally. Unequal cultivation will result in disproportionate development and,
consequently, one tree will thrive and flourish, while the other one will wither and
atrophy. If we concern ourselves with the mind alone, man’s religious feelings will
inevitably become impoverished. If we give all our attention solely to an
uncultivated form of religion, man’s intellectual powers will shrivel and be
arrested. Ill consequences of the former are irreligiousness and atheism, which
are followed by countless evils; of the latter, superstition. These are the results
when our daughters receive one-sided, partial education and incomplete
upbringing.




—by St. Nektarios—

The Powerful Influence a Mother Has Over Her Child (Part 4)



The mothers of all great and virtuous men serve as brilliant examples for
us. Such shinning models are the mothers of the three great hierarchs, St. Basil
the Great, St. Gregory the Theologian, and St. John Chrysostom.
Desiring to give their children the best possible education and to refine
their mind through Hellenistic wisdom and science, they did not hesitate to hand
over their sons to idolater instructors, in order for them to suitably develop and
grow intellectually. They were not afraid of the professors’ heterodoxy because
they had self-assurance: they were certain that (through their personal example)
their own love for true education and their own fervent zeal for the Christian faith
had entirely been channeled into and completely inundated the hearts of their
children. They knew that nothing would be capable of shaking the principles and
convictions their sons had concerning the Christian faith because they had been
diligently established and built upon a rock!
Consequently, Nona and Amelia, the good and virtuous mothers of St.
Basil and St. Gregory, sent their sons to Athens: to the center not only of
education and enlightenment but also of idolatry—where the religion of the
Gentiles with all its accompanying grandeur was firmly rooted. And indeed, their
convictions were not proven wrong. Both young students had within the depth of
their hearts the flame of faith in Christ, and they remained uninfluenced
throughout the entire duration of their studies. They were neither shaken by the
teachings of the sophists who systematically battled Christianity nor allured by
the magnificent ceremonies of Gentile worship. On the contrary, they remained
firm and strong in their religious beliefs and returned home to their mothers,
offering themselves as a reward to them for their didactic efforts, their maternal
care, and their virtue.
Similarly, the good and virtuous mother of St. John Chrysostom, named
Anthousa, who became widowed at the age of twenty, completely devoted
herself to raising her one and only son; for she considered this to be of greater
importance than a second marriage. Like the other two mothers, she was not
afraid to hand her beloved and cherished only child (when he came of age and
needed higher education) into the hands of an idolater instructor. Her
assuredness in her own faith was assuredness in her child because she was
convinced that she had deposited all of her faith into the soul of her beloved son.
She too was not proven wrong. A short while after completing his studies and
practicing law, John gave himself to serving the Church. Livanios, St. John’s
professor, filled with disappointment after failing to proselytize John to his own
religion, sorrowfully exclaimed: “Woe! What type of women does Christianity
produce!” This is how he pointed to the reason for his failure.
Truly, how beautiful! What brilliant examples these pious mothers are for
us! What magnificent images! What wondrous role models! Who can deny that
mothers give rise to great and virtuous men! Thus, Jacques Rousseau makes the
following observation in his work Emile: “Men will always be whatever women
want them to be. If you desire to have great and virtuous men, teach women the
meaning of righteousness and virtue.”
Therefore, we must educate and instruct our daughters (who will later
become mothers) according to the examples set forth above, attending to this
assiduously from their early childhood years, so that we can be assured of fruitful
and beneficial results to come.




—by St. Nektarios—

The powerful influence a mother has over her child (Part 3)




Due to the influence that each mother exercises upon her own child,
mothers are capable of molding children after their own character, just as a potter
molds clay in the manner he wishes.


Diogenis would say the following concerning the easily pliable years of
childhood: “The education of children can be likened to potters’ vessels. Just as
they shape and form clay as they wish while it is still soft, but are unable to shape
it once it is fired, similarly children who are not painstakingly disciplined cannot
be changed once they grow up.”


Plutarch further asserts: “youth is easily pliable and workable, and while
such souls are still tender, teachings are embedded deep within the soul.”
Hence, during the tender childhood years, mothers are capable of
effectively and profoundly impacting a child’s soul, mindset, feelings, nous,
imagination, and ethos.


 After this age, the youthful heart begins to harden, and
instruction becomes—if not impossible—very difficult, as the divine Chrysostom
correctly attests: “it was necessary right from the beginning when you noticed
these evils developing, while your child was still young and obedient, to restrain
him rigorously, to make him grow accustom to the essentials, to regulate and
chastise the ailments of his soul.



 You should have removed the thorns when it
was easy to do so; when it was easy to uproot them on account of the tender
age. Now it has become difficult to do so because, due to negligence, the
passions have multiplied and increased. For this reason, it is written: ‘bend his
neck while he is still young,’ when discipline is easier to implement.”



—by St. Nektarios—

Friday, December 28, 2012

Almsgiving - ( Ελεημοσύνη)

The powerful influence a mother has over her child (Part 2)


 





A mother can, with a single glance, with one kiss, with her sweet voice and
tender caress, at once evoke the desire and inclination for virtue within the heart
of her child. Similarly, the same mother, with one glance of disapproval, with one
tear rolling down her cheek, through a single expression that reveals the pain in
her heart, is capable of distancing her child from a destructive evil endangering
his heart. As a child is raised in the motherly bosom and warmed in the maternal
embrace, he begins to love even before he learns the meaning of love, and he
begins to submit his will to the ethical law even before he comprehends the
ethical law. A mother alone is the most suitable person to foster the initial
understanding concerning God within an infant’s heart.
On account of this, St. Basil the Great says: “the understanding of God that
I received as an infant from my blessed mother has flourished within me. I have
not changed anything when I reached maturity, but I perfected the principles that
were entrusted to me by her.” While Pestalozzi, foremost amongst contemporary
educators, attributes the entire religious education of a child to his mother and
proclaims: “I believed my mother. Her heart showed God to me. My God is the
God of my mother. The God of my heart is the God of her heart. O mother, dear
mother! You revealed God to me through your instruction, and I found Him
through my obedience. O mother, dear mother! If I forget God, I will forget you
yourself.”
However, just as a mother’s every virtuous deed, every good word, and
each righteous disposition constitute the cornerstone for the child’s ensuing
virtuous works, words, and inclinations, similarly, a mother’s every evil deed,
word, and disposition contains destructive seeds for the child’s ensuing evil
actions, words, and inclinations. Thus, a child eventually becomes similar to what
his mother is like. If a mother’s soul is hideous, malicious, dark, corrupt,
insensitive, and coarse, if her inclinations are evil, her manners scandalous,
immodest, and indecent, if she is prone to impiety, anger, hatred, and other
irrational passions, then it will not be long before these evil stalks spring up from
the child as well. Conversely, if a mother’s soul is divine, pure, joyous, innocent,
and full of the fear of Lord, if her inclinations are noble and holy, if her
dispositions are serene, God-loving, and compassionate, then a child’s soul,
reflecting itself in front of such a mirror and imperceptibly mimicking her,
becomes similar to his mother, and, with time, he propagates seeds of virtue.
Hence, when the great Napoleon asked a certain renowned educator of that time
(by the name of Madame Campan) what France was in need of in order to
acquire good and virtuous men, “mothers,” responded this prudent lady to the
monarch. “Then,” instructed the prominent emperor, “produce such women who
will be capable of fulfilling this immense national goal.”





—by St. Nektarios—

The powerful influence a mother has over her child








 



The upbringing of children must begin during infancy. This is necessary in
order to direct the child’s powers of the soul—as soon as they begin to emerge—
toward good, virtue, and truth, while simultaneously distancing them from evil,
indecency, and falsehood. This age is the secure foundation upon which a child’s
moral and intellectual understanding will be erected. Thus, Fokilidis says: “It is
necessary to teach someone to do good work while he is still a child,” because
man sets out from childhood, as from a starting block, to run the race of life. St.
Basil the Great affirms: “It is necessary for the soul to be guided right from the
very beginning toward every virtuous exercise, while it is still soft and moldable
as wax; so that, as a child begins to speak and to acquire discernment, there
exists a road comprised of the elemental concepts and devout etiquette that were
initially imparted, giving him the ability to speak good and useful things and
inspiring him to acquire a proper moral conduct.” Truly! Who will not agree that
the first impressions during childhood remain permanently ingrained and
unforgettable? Who doubts that various influences during early youth become so
deeply imprinted upon a child’s tender soul, that they continue to exist vividly
throughout the duration of his life?
Nature has appointed parents, but especially mothers, to be instructors
during this early stage of life. Hence, it is necessary for us to suitably teach and
diligently raise virtuous women, on account of their supreme calling to become
teachers; for they will serve as the images and examples that their own children
will follow. A child mimics either the virtues or bad habits of his mother—even her
voice and manners, even her ethos and conduct—to such an extent, that one can
very appropriately liken children to phonographic records that initially register
sound, and then play it back as it was originally voiced, in the identical pitch, the
same quality, and with the same accent and emphasis. Each glance, every word,
every gesture, and every action of a mother becomes the glance, word,
expression, gesture, and action of her child. Hence, Asterios notes: “one child
speaks exactly like his mother, another bears a striking resemblance to her
personality, while yet another takes on his birth giver’s manner and conduct.” By
being in the constant presence of her child and through her repeated counsels, a
mother profoundly affects the soul and character of her child, and she first
provides him with the initial impetus toward virtue.



—by St. Nektarios—

Ο γεροντας Τύχων κι ο ληστής



Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως
πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον
είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της
φιλαργυρίας. Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελλί του
Γέροντα, για να τον ληστέψη, με τον λογισμό ότι θα
εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρη ότι και εκείνα
πού είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα
στον κυρ - Θόδωρο, για να πάρη ψωμιά για τους
φτωχούς. Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα - τον
έσφιγγε με ένα σχοινί στον λαιμό του - διεπίστωσε ότι
πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φυγή. Ό
Παπα - Τυχών του είπε:
- Θεός συγχωρέσοι, παιδί μου.
Ό κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον Γέροντα με τον ίδιο σκοπό,
αλλά εκεί τον έπιασε ή Αστυνομία, και ομολόγησε μόνος του ότι είχε πάει και
στον Παπα - Τύχωνα. Ό Αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα και ζήτησε τον
Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη. Ό Γέροντας
στενοχωρέθηκε γι' αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:
- Παιδί μου, εγώ τον συγχώρεσα με όλη την καρδιά μου τον κλέφτη.
Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί
εκτελούσε ανώτερη διαταγή, και τον τραβούσε και του έλεγε: - Άντε,
γρήγορα, Γέροντα! εδώ δεν έχει συγχώρεση και «ευλόγησαν».
Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίση
στο Κελλί του, επειδή έκλαιγε σαν μωρό παιδί, γιατί νόμιζε ότι θα γίνη και
αυτός αιτία να τιμωρηθή ο κλέφτης.
Όταν το θυμόταν αυτό το περιστατικό, δεν μπορούσε να το χωρέση στο
μυαλό του και μου έλεγε:
- Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτοί οι κοσμικοί άλλο τυπικό έχουν" δεν έχουν το
«εύλόγησον», «Θεός συγχωρέσοι».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...