Sunday, December 2, 2012

Αποσπάσματα (1)-Γέροντας Πορφύριος





«ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ
ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
Ανθολόγιο Συμβουλών»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ
ΜΗΛΕΣΙ ΑΤΤΙΚΗΣ

 «Ο Χριστός είναι το παν»

(Απομαγνητοφωνημένα λόγια του Γέροντα. Αναδίδουν το μυστικό άρωμα της ένθεης πνευματικής του ζωής).

Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπεις το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πως το κατάλαβες;
Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.
«Συν Χριστώ πανταχού,
φόβος ουδαμού».
Το ‘ χετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δε το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι πρέπει να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε εγώ δεν είμαι… δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεσθε μαζί μου τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον τραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πως το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάει, να βλέπει όλα, να βλέπει όλους, να πονάει για όλους, να θέλει όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή  ό, τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρει το Χριστό, όταν γνωρίσει το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψει μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθεί, θέλει να φωνάζει και να το λέει παντού, θέλει να λέει για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός. Αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί, και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε έβγαιναν έξω να κάνουνε πιο πέρα ∙ θέλαν να είναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πως τα βλέπεις, ρε Νίκο;
-   Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα. Όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ε, ναι- εξακολούθησε ο Γέροντας- αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι. Και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε να ‘μαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστε». «Δεν θέλω να με  βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεστε στην ψυχή σας, το φίλο σας. ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο σατανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήσει το Χριστό, κι όταν αγαπήσει το Χριστό, απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πεις, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε… προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου το πω, πώς να σας τα πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα  μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μου ’ρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε     ;
-         Ναι, Γέροντα. [ Ι 50 π.] 
  Η αγάπη προς το Θεό
Μια άλλη μέρα ερωτώ το Γέροντα πως πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό και μου λέει:
«Η αγάπη μας προς το Θεό, παιδί μου, πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη και χωρίς να υπάρχει καμιά διάσπαση σε άλλα πράγματα.
Σου φέρνω σαν παράδειγμα το εξής: O άνθρωπος μοιάζει να έχει εντός του μια μπαταρία με ορισμένη ενέργεια. Όταν αυτή την ενέργεια την ξοδεύει σε άλλα διάφορα πράγματα εκτός της αγάπης προς τον θεό, η ενέργεια που απομένει μέσα του γι’ Αυτόν είναι ελαχίστη και ίσως πολλές φορές μηδαμινή. Όταν όμως διαθέτουμε όλη μας την ενέργεια προς τον Θεό, τότε η αγάπη μας είναι μεγάλη προς Αυτόν.
Σου λέω και τούτο το άλλο.
Ήταν μια φορά μια κοπέλα που είχε ερωτευθεί πάρα πολύ ένα νέο, που τον έλεγαν Νίκο. Αυτή  που λες, σηκωνόταν κάθε νύκτα και κρυφά από τους δικούς της, πηδούσε το παράθυρό της και πήγαινε ξυπόλητη μέσα απ’ τα χωράφια που υπήρχαν αγκάθια για να συναντήσει τον αγαπημένο της ματώνοντας τα πόδια της. Όταν επίσης γύριζε στο σπίτι της και καθόταν μέσα, πάντοτε ο Νίκος της ήταν εδώ, και μου έδειχνε το μέτωπό του.  Ό,τι δουλειές και να έκανε, ο Νίκος της εδώ, και μου ξανάδειχνε το μέτωπό του. Έτσι πρέπει και συ, παιδί μου, να δίνεις όλη σου τη δύναμη στο Θεό και ο νους σου να είναι πάντα σ’ Αυτόν, γιατί έτσι του αρέσει».
[ Τζ 108]

Παράδεισος είναι η αγάπη του Χριστού

Και ποιος είναι ο Παράδεισος; «Ο Χριστός», έλεγε ο Γέροντας. «Όταν αγαπάς τον Χριστό, τότε παρ’ όλη την αίσθηση της αμαρτωλότητος και των αδυναμιών σου έχεις τη βεβαιότητα ότι ξεπέρασες το θάνατο, γιατί βρίσκεσαι στην κοινωνία της αγάπης του Χριστού. Και να μας αξιώσει ο Θεός να δούμε το Πρόσωπο του Κυρίου και απ’ εδώ στη γη και απ’ εκεί, όπου θα πάμε». [ Ι 246]

Μη ζητάς να σ’ αγαπούν

«Μακριά από τη Ζήλια. Τον κατατρώγει τον άνθρωπο. Από φθόνο, μια Μοναχή προς άλλη, την φαντάστηκε να ασχημονεί με τον πνευματικό, και το έλεγε σαν πραγματικότητα.
Όλα γίνονται στο φθονερό άνθρωπο. Εγώ τα έζησα. Οι άνθρωποι με είχαν για καλό και ερχόντουσαν πολλοί για να εξομολογηθούν. Και μου τα έλεγαν με ειλικρίνεια.
Μακριά από αυτά τα γυναικίστικα παράπονα. Το Χριστό, μωρέ, το Χριστό να αγαπήσουμε με πάθος, με θείο έρωτα.
Ευτυχισμένος ο μοναχός που έμαθε να αγαπάει όλους μυστικά. Δεν ζητά από τους άλλους αγάπη, ούτε τον νοιάζει να τον αγαπούν.
Εσύ αγάπα όλους, και προσεύχου μυστικά μέσα σου. Ξέχυνε την αγάπη σου προς όλους. Και θα έλθει ώρα που θα αγαπάς αβίαστα. Και θα νιώθεις, ότι όλοι σ’ αγαπούν. Ένα κοσμικό τραγούδι λέει:
«Μη μου ζητάς να σ’ αγαπώ.
Η αγάπη δεν ζητιέται.
Μέσα στα φύλλα της καρδιάς
μονάχη της γεννιέται».
Πάρ’ το πνευματικά. Εσύ σκόρπα φυσικά, από την καρδιά σου, την αγάπη του Χριστού.
Μερικοί μοναχοί, ιδίως γυναίκες, λένε:
-         Μ’ αγαπάς;
-         Γιατί δεν μ’ αγαπάς;
Πω πω! Πόσο μακριά είναι από την αγάπη του Χριστού!
Φτώχεια, πνευματική φτώχεια.
Μη σε νοιάζει αν σ’ αγαπούν. Εσύ μόνο ξεχείλιζε από αγάπη Χριστού προς όλους. Και τότε μυστικά έρχεται μια μεταβολή, μια αλλαγή σ’ όλο το σύνολο. Αυτό που σου λέω είναι η καλύτερη ιεραποστολή. Εφάρμοσέ το και τηλεφώνησέ μου τα αποτελέσματα». [Α 80-2]


Δεν κερδίζεις με το άγριο

Ένας φίλος δέχθηκε, όπως μου εκμυστηρεύθηκε, τη σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους ανθρώπων αυστηρών αρχών, με αποτέλεσμα να εξουθενωθεί και να παρεξηγηθεί τελείως, ως προς τον χαρακτήρα του. Ο Γέροντας τον ανέπαυσε, διότι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, πραγματοποιώντας πετυχημένη ψυχική ακτινογραφία του. Του είπε: «Είσαι καλός, ευαίσθητος, ήσυχος∙ είσαι πρόβατο του θεού. Αλλά, όταν σε πάρουν με το άγριο, μαζεύεσαι, αντιδράς εσωτερικά, και τότε είναι που σε παρεξηγούν πολύ και δεν σε καταλαβαίνουν. Όταν όμως σε πάρουν με το καλό, φανερώνεις από μέσα σου τέτοια καλά πράγματα, που κάνεις τους άλλους να ξαφνιάζονται. Οι άνθρωποι που σε παρεξήγησαν και σε πλήγωσαν δεν γνωρίζουν ούτε εκείνο τον παλιό μύθο, για τον άνεμο και τον ήλιο, που μάλωναν, ποιος είναι ο δυνατότερος κι έβαλαν στοίχημα, ότι όποιος βγάλει την κάπα του βοσκού, που εκείνη την ώρα ανηφόριζε το βουνό, θα είναι ο πιο δυνατός. Φύσηξε, ξαναφύσηξε ο άνεμος, αλλά ο βοσκός κρύωσε και τυλίχθηκε πιο σφιχτά στην κάπα του. Βγήκε τότε ο ήλιος απ’ τα σύννεφα, σκόρπισε γύρω καλοσύνη και θερμότητα, ζεστάθηκε ο βοσκός κι έβγαλε την κάπα του .Τότε ο ήλιος φώναξε στον άνεμο: «Είδες, ποιος απ’ τους δυο μας είναι ο δυνατότερος;» Και συμπέρανε ο π. Πορφύριος: «Δεν κερδίζεις τον άνθρωπο με το άγριο, αλλά μόνο με την καλοσύνη». [ Γ. 257π]


Δεχόταν όλους

Το Γέροντα επισκέπτονταν και άνθρωποι διαφόρων θρησκευτικών και ιδεολογικών τάσεων: Ετερόδοξοι: παπικοί και προτεστάντες. Ετερόθρησκοι: ισλαμιστές, βουδιστές, Ορθολογιστές, σκεπτικιστές, νιτσεϊκοί, μαρξιστές, φροϋδιστές, μηδενιστές, αναρχικοί, μασόνοι, χιλιαστές και πολλοί άλλοι. Όλους τους άγγιζε ψυχικά και σ’ όλους προσέφερε τον αποδεκτό οικοδομητικό του λόγο. Έβρισκε κάποιο δικό του τρόπο, για να προβληματίσει και να αφυπνίσει τον καθένα. Ιδιαίτερα τους ετερόδοξους αιρετικούς και πλανεμένους κι ακόμη πιο πολύ, τους ομόδοξους εκείνους, που ζώντας σ΄ ένα κλίμα ορθοδοξολογίας, παρέκκλιναν από το δρόμο της ορθοπραξίας σε μονοπάτια ακραίων τάσεων. Κοντά στο Γέροντα ο επισκέπτης ένιωθε τη θερμότητα μιας κατανυκτικής αγαλλίασης, που πήγαζε καθαρή από την ισορροπημένη πνευματικότητά του, τη θεμελιωμένη στην εν Χριστώ  ταπεινή αγάπη του και υπεύθυνη ελευθερία του. [ Γ 402π.]

Φιλανθρωπία

Φίλος ασκητικών τάσεων επιθυμούσε να κρατήσει για τις ατομικές του ανάγκες ένα μικρό χρηματικό ποσό και τα υπόλοιπα χρήματα, που έβγαζε από την εργασία του, να τα μοιράζει σε ελεημοσύνες, όμως δίσταζε να μένει με τόσα λίγα χρήματα. Είπε το λογισμό του στο Γέροντα κι εκείνος του απάντησε : «Ευλογημένε, κάθεσαι και ασχολείσαι με τέτοιες λεπτομέρειες! Κράτα για τον εαυτό σου όσα χρήματα θέλεις, και δώσε όλη την προσπάθειά σου στο πώς να αγαπήσεις περισσότερο τον Χριστό κι όλα αυτά τα ζητήματα θα λυθούν μόνα τους». [ Γ 349]

Άδικα τον απέλυσες ∙ δεν ήταν κλέφτης

Ο Γέρων Πορφύριος είπε σε κάποιον επισκέπτη του ότι έβλεπε  πως κάτι κακό είχε κάνει στη ζωή του. Εκείνος του απάντησε ότι δεν ένοιωθε να τον ενοχλεί η συνείδησή του σε οτιδήποτε κι ότι τριάντα τόσα χρόνια που βρισκόταν στην Αθήνα, όπου είχε ένα εμπορικό κατάστημα, υπήρξε ένας τίμιος έμπορος. Δεν θυμόταν ο άνθρωπος να είχε κάνει οποιοδήποτε κακό.
«Στο χωριό σου», τον ρωτά ο Γέρων Πορφύριος, «δεν έκανες κανένα κακό;» «Όχι», απάντησε εκείνος. «Είμαστε πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας μου πέθανε και μου άφησε όλη την περιουσία του. Και για να καταλάβετε ότι είμαι καλός άνθρωπος, θα σας πω ένα παράδειγμα. Μια φορά μας έκλεψε ο επιστάτης μας ένα μεγάλο για την εποχή εκείνη ποσό. Κι εγώ δεν τον κατάγγειλα στη αστυνομία. Αλλά, βέβαια, τον απέλυσα, διότι δεν μπορούσα ν’ αφήσω έναν κλέφτη στα κτήματά μας».
Τον ρωτά τότε ο Γέρων Πορφύριος: «Τον είδες εσύ  ο ίδιος να κλέβει το ποσό αυτό;» «Όχι», απάντησε εκείνος, «αλλά ήμουν σίγουρος ότι αυτός το είχε κλέψει, διότι μόνο εκείνος ήξερε που είχαμε τα χρήματα». Του λέει τότε ο Γέρων Πορφύριος: «Όχι, δεν ήταν αυτός που τα έκλεψε. Κι εσύ, απολύοντάς τον, αμαύρωσες το δικό του όνομα και ολόκληρης της οικογενείας του. Κι εκείνη η πράξη σου σ’ εμποδίζει τώρα να δεχθείς το σώμα και το αίμα του Χριστού μας».
Ο πραγματικός ένοχος ήταν άλλος. Τότε, πήγε στο χωριό του και ενώπιον των συγχωριανών του, αποκατέστησε τον επιστάτη τους, τον οποίο είχε τόσο πολύ αδικήσει, εν αγνοία του βέβαια. Κι αμέσως μετά, πήγε και κοινώνησε. [ Ι 180]
  
Σε οίκο ανοχής

Θα σας αφηγηθώ μια ιστορία, που δείχνει πόσο μεγαλείο είχε η ψυχή του πατρός Πορφυρίου.
Πριν από πάρα πολλά χρόνια, παραμονή των Θεοφανείων, πήγε, κατά το έθιμο, ν’ αγιάσει τα σπίτια. Όπως έμπαινε στα σπίτια ένα ένα, μπήκε και σ’ ένα σπίτι, το οποίο, χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος, ήταν οίκος ανοχής. Την ώρα που άρχισε να ψάλλει «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου…» και ν’ αγιάζει, του λέει η ιδιοκτήτρια : «Μη, μη, δεν κάνει αυτές να φιλήσουν το σταυρό». Κι ο Γέρων Πορφύριος της αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω αν αυτές ή εσύ δεν κάνει να φιλήσουν το Σταυρό». Ασπάσθηκαν το σταυρό οι γυναίκες εκείνες και ο Γέρων Πορφύριος τις είπε μερικά λόγια εκεί. Τους μίλησε για την αγάπη προς το Θεό, που ήταν τα αγαπημένο του θέμα.
Βλέποντας την εξαγιασμένη μορφή του Γέροντος Πορφυρίου, οι γυναίκες εκείνες υπέστησαν μια εσωτερική αλλοίωση ∙ ιδιαίτερα, όταν τις είπε: «Ν’ αγαπήσετε το Χριστό, που σας αγαπά, και θα δείτε τότε πόσο ευτυχισμένες θα είστε. Αν ξέρατε πόσο σας αγαπά ο Χριστός! Προσπαθήστε κι εσείς να τον αγαπήσετε».
Γνώριζε ο Γέρων Πορφύριος ότι, αν εκείνες οι γυναίκες γνώριζαν το Χριστό και τον αγαπούσαν, διότι η γνώση οδηγεί στην αγάπη, θα εγκατέλειπαν εκείνο το άθλιο επάγγελμα που έκαναν. [ Ι 100 ]  
----------------------
Σημ. Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιοποιηθεί με την άδεια των αδερφών του Ιερού ησυχαστηρίου Μεταμόρφωσις του Σωτήρος στο Μήλεσι της Αττικής.
Η επιλογή των κειμένων, έγινε σε συνεργασία με τον κύριο Κωνσταντίνο Καρακόλη, ο οποίος και έχει την επιμέλεια του βιβλίου και τον οποίο ευχαριστούμε θερμά για το ενδιαφέρον του.

Περί αμαρτίας



1. Η αμαρτία έχει πέντε δάχτυλα: δύο μας βάζει στα μάτια, δύο στα αυτιά,κι ένα στο στόμα!

2. Κάνε μια αμαρτία δύο φορές και θα σκεφθείς ότι επιτρέπεται.

3. Η μεγάλη αμαρτία είναι παιδί της μικρής.

4. Το κακό με τις ..μικρές αμαρτίες είναι ότι ..δεν μένουν πολύ καιρό μικρές.

5. Η αγάπη μιας μικρής αμαρτίας, είναι …μια μεγάλη αμαρτία.

6. Η συνήθεια της αμαρτίας αφαιρεί την συνείδηση της αμαρτίας.

7. Όποιον πόνο κι αν δοκιμάσει ο άνθρωπος τον ξεχνάει. Μα τον πόνο από το δάγκωμα της συνειδήσεως, δεν τον ξεχνάει ποτέ.

True Meaning of "Theology" - Wisdom from Elder Paisios



I interject this teaching by Elder Paisios into our series on Orthodox Spirituality to provide another perspective from a truly holy man about the meaning of "theology." He too emphasizes the need to ascesis as a prerequisite to being made aware of the Divine Energies of God.  He has a way of putting very esoteric thoughts in such a simple and earthy manner.

Elder Paisios of Mt. Athos on “Theology”:

Theology is the word of God, which is apprehended by pure, humble and spiritually regenerated souls, and not the beautiful words of the mind, which are craft ed with literary art and expressed by the legal or world ly spirit.

Just as a beautiful statue cannot talk, manufactured words are unable to speak to the soul of a man, except if the listeners are very worldly, and pleased simply by charming conversation.

Theology that is taught like a science usually examines things historically and, consequently, things are understood externally. Since patristic ascesis and inner experience are absent, this kind of theology is full of un certainty and questions. For, with the mind one cannot grasp the Divine Energies if he does not first practice ascesis and live the Divine Energies, that the Grace of God might be energized within him.

Whoever thinks that he can come to know the mysteries of God through external scientific theory, resembles the fool who wants to see Paradise with a telescope.

Those who struggle patristically become empirical theologians through the visitation of the Grace of the Holy Spirit. All those who have an external education, in addition to the internal enlightenment of the soul, may describe the divine mysteries and interpret them correctly, as did many Holy Fathers.

If, however, one does not become spiritually related to the Holy Fathers and wants to take up translating or writing, he will wrong both the Holy Fathers and himself, as well as the people, with his spiritual cloudiness.

Neither is it right for someone to theologize using someone else’s theology, because he will resemble an impotent man who adopts others’ children, presents them as his own and pretends to be the father of a large family. The Holy Fathers took the divine word or personal experiences from their hearts; they were the result of spiritual battles against evil and the fire of temptations, which they confessed humbly or, out of love, wrote down in order to help us. They never kept this love for them selves, acknowledging, likewise, that humility and all the divine gifts are of God.

Those who present the gifts of God as their own are the most insolent and most unjust of the world, for they wrong God and, even more, their own selves. In this way they cause themselves to be deprived of Divine Grace so that they won’t be judged as being more un grateful and so they won’t be destroyed due to their great vainglory.

Those who are grateful towards God for everything and constantly attend to themselves humbly and look after God’s creatures and creation with kindness, theologize and thus become the most faithful theologians, even if illiterate. They are like the illiterate shepherds who observe the weather in the countryside, day and night, and become good meteorologists.

Those who live simply, with kindness and good thoughts, and have acquired inner simplicity and purity, regard the supernatural very simply, as natural, for everything is simple to God. He does not use greater power for the supernatural and less for the natural, but the same power for everything. He Himself is very simple and His Son revealed it to us on earth with His holy simplicity.

When purity comes to man and simplicity with its fervent faith and devotion arrives as well, then the Holy Trinity takes up His abode within us. With this divine enlightenment one easily finds the keys to divine mean ings, so as to interpret the Spirit of God in a very simple and natural way, without causing an intellectual headache.

Depending on the purity or guile that one possesses, analogous interpretations are made, and one is benefited or harmed accordingly. Oftentimes, one may cause harm due to his inexperience, even if acting with good intentions. For example, a person does not know that white wine also exists apart from red, and pours red paint into it to seemingly make it better, and, in this way, poi sons people. But even if he is not inexperienced or deceitful, but works only from human justice and logic, he will once again wrong the Spirit of God, and, as a result, harm himself and others.

With human logic and justice we also hear the complaints of the laborers of the first and third hour in the Gospel, who believed that they were unjustly treated. God, however, the beholder of the hearts of men, with the subtlety of His divine justice, also rewarded the laborers of the eleventh hour for the anguish they suffered before finding work. God would have even given to the laborers of the eleventh hour a greater re ward, out of His divine righteousness, full of mercy and love, because the poor ones suffered greatly in soul and were more fatigued than those, who, for more hours, were exhausted physically. But we, wretched people that we are, cannot fit God’s divine justice into our limited mind, just as His infinite kindness cannot fit inside our limited love. Therefore, God’s love was limited to giving everyone the same agreed reward, so as not to scandalize more those who loved their self more than their fellowmen. If He told them: “I am not doing you wrong; we agreed on this amount…”. He meant that: “I am a boss with noble love and divine justice which you cannot understand” and not: “I am boss and 1 take no one into consideration”. For God is our Father and we are His children, and all people know of His fatherly love; He was crucified in order to redeem and restore us to Paradise.

If we could go out of our self (the love for our self), we would also escape from the gravity of the earth and see everything in reality, with a divine eye, clearly and profoundly. That is why it is necessary for one to leave the world for the desert, struggle with humility, repentance and prayer, be deserted by his passions, remove his spiritual “rusts” and turn into a good conductor in order to receive the Divine Grace and become a true theologian.

If we don’t remove the rust from our spiritual cables, we will constantly be short circuited, full of world ly theories, doubts and questions. Then we cease theologize, being found in a condition of worldliness, but will speak historically, or examine things legally and mathematically. Namely, we will examine how many nails were used to crucify Christ and how many soldiers were present when He was crucified without proceeding to the essence of things: that Christ was crucified for our own sins, in order to redeem us, and suffered more than all of the Holy Martyrs put together. Although He helped the Martyrs with His divine power, He did not employ His divine power for Himself at all and suffered terrible pains out of love, having both of His two hands and His two legs pierced with nails. Whether they crucified His two legs with one or two nails has no importance, inasmuch as both were nailed and He suffered the pain and drank the vinegar, that He might sweeten us again in Paradise, eternally close to Him, as our Loving Father.

(Taken from the Epistles of Elder Paisios)

Illumination: Entering Within







The process that leads us to pure prayer is difficult to explain.  We are relegated to ideas such as negative theology, prayer in the heart and pure prayer.  Fr. Dimitru Staniloae does an excellent job of explaining this important step in our spiritual journey, which involves facing the abyss, darkness, a vast chasm and so forth. It is a process that involves going beyond reason, rising to the use of a higher mind that does not rely on concepts. It is a step beyond negative theology.

Fr. Dimitru writes,
In negative theology we make an abstraction of the world only by reason and not totally even then, because when we negate one of God's attributes we think about what we negate. 
So, negative theology is like a first step into this unknown space.  At this stage we begin to realize the unknowability of God through reason.  While we do so we realize the reality of His inner presence.

He continues,
In mental prayer we turn away from all things and submerge ourselves in ourselves; we make an existential abstraction, total and lasting, by all that we are.
It is through mental prayer that we will make this final journey to be filled with the joy of the divine light and a higher knowledge of the divine though a union with God.  There is a step beyond apophatic or negative theology which occurs through prayer.  As we enter into mental prayer we enter into the depths of our inner being. We discover our true self and open the doors or our heart to knowledge of God.

He continues,
In the prayer made in the heart we not only negate the world and think of it at the same time, but pure and simple we totally forget the world with our whole being.  We are left only with ourselves and not with our superselves with our traits and properties which can be seen or thought about in definite concepts. Rather we remain with our "I" from the depths, unconstrained by the thought of things, which can't be seen or defined by any concept whatsoever. We find ourselves only with the simple consciousness of the presence of the self, of its indefinable realities.
As we enter the heart in prayer, which is the center of our being or our spirit, we leave the realm of concepts, reason and our normal mental processes.  We now face the the pure self in its simplest form, free of mental concepts.  What makes up our ego-self disappears.  We are stripped or all the images we have created to make up our self-image.  We are free and pure to face our Creator.

Saint Gregory Palamas says,
In prayer the mind gradually abandons all relations with created things: first with all things evil and bad, then with neutral things capable of conformity to either good or ill, according to the intentions of the person using them.
All the Holy Fathers tell us, according to Fr. Dimitru, that the absolutely essential condition to approach the mind of the infinite God is to leave behind all perceptible and intelligible things. This we are able to do, after preparation where we conquer our passions, in mental prayer.

Reference: Orthodox Spirituality, pp. 283-284

Saturday, December 1, 2012

Why Humility is So Important ( Elder Paisios )



In our modern world culture, humbleness is not something that is given a high value.  More common is the encouragement to become self assertive, forceful, to act independently.  Yet Scripture and the Church Fathers continually emphasize the need for humbleness for our spiritual growth.

We know God loves us and wants to protect us.  He knows our problems. He is omnipotent so there is no problem that he cannot help us with, except for one.  That is overcoming our lack of humbleness.
Elder Paisios says,
The difficulty God faces, and I repeat, it is the only one, is the He “cannot” help us when our soul is not humble.  God “feels sad” because, while he sees His creature suffer, He “cannot” offer any help.  What ever help He offers, it will harm the person because he lacks a humble mind.
This is when we are overtaken by our passions and God allows this to happen.  He cannot help us because our soul is filled with pride and self-centered thoughts.  In a sense, in these moments we have rejected God and instead put all our trust in our own being.  We are intent on gaining whatever it is we desire.
The Elder says,
God will not give us what we are asking for, no matter how hard we try, unless we humble ourselves.  If our aim is humility, then God will give us everything for free.
God desires only one thing from us: our humbleness.  He does not need anything else; just humble ourselves, so He can actually make us partakers of his divine grace, which was granted to us through the mystery of Holy Baptism.... He is only asking from us to humble ourselves and respond out of gratefulness and appreciation of His love.  Thus, divine grace, will make us love God and get to know Him; it will do everything for us, if we only humble ourselves and allow for it to act.
Saint Peter advises us,
Cloth yourselves, all of you, with humility toward one another, for God opposes the proud, but gives grace to the humble. Humble yourselves therefore under the mighty hand of God, that in due time he may exalt you. Cast all your anxieties on him, for he cares about you. (1 Peter 5:5-7)
Source: Elder Paisios of the Holy Mountain, pp 88-89

Humility

One of the most important virtues is humility.  It is one I struggle to make part of my life.  But how does one develop humility?  I found a couple of stories about  the Elder Ieronymos of Aegina that gave me some clues.  Here is the first one.

Once he was traveling to Piraeus on a ship named The Enchantress.  As usual he sat somewhere off to the side and prayed.  Suddenly he was approached by the captain who said to him, "Priest, get up from here and sit further on."
Father Ieronymos humbly and obediently conformed to this command.  But shortly afterward the captain ordered him to change his place again.  The same thing was repeated a third time.  The captain's attitude was very provocative.  The other passengers were indignant and made a remark to him about why he had behaved is such a manner to a venerable elder, who after all had paid his ticket.  And the captain answered, "My mother told me that whenever I see refugees I should throw them into the sea."

Father Ieronymos was grieved when he heard this, but said nothing.  He only decided never to travel on this ship again, in order  to avoid temptation.  But he prayed fervently for the captain and implored God to enlighten him.  On another occasion, however, he had to travel to Piraeus and there was no other ship except The Enchantress.  He said prayers, boarded the ship, and sat in some corner.  He hoped that the captain would not see him, so that he could avoid the pointless temptation.  But eventually the captain passed by and saw him and approached him.
"Do you have a ticket?" he asked.
"Yes, I do."
"Give it to me and I'll return it."
He took the ticket and returned to him the amount that he had paid, saying, "My mother scolded me and told me never to take money from you again.  From now on, come aboard whenever you want and travel for free."  the humility and prayer of Father Ieronymos––and possibly some vision that his mother had seen–– subdued the proud captain.

from The Elder Ieronymos of Aegina by Peter Botsis, pp.155-156

Πνευματικές προσβολές κατά την ώρα του θανάτου




Τέσσερις είναι οι κυριώτερες προσβολές και πιο επικίνδυνες με τις οποίες συνηθίζουν να μας πολεμούν οι εχθροί μας δαίμονες κατά την ώρα του θανάτου. Ο πόλεμος που μας κάνουν εναντίον της πίστεως, η απόγνωσις, η κενοδοξία και τα διάφορα φαντάσματα και οι μεταμορφώσεις των δαιμόνων σε Αγγέλους φωτός.

Όσο για την πρώτη προσβολή σου λέγω ότι αν αρχίση ο εχθρός να σε πολεμά με τα ψεύτικα επιχειρήματά του βάζοντας στο νού λογισμούς απιστίας, φύγε αμέσως από το νού σου στη θέλησί σου λέγοντας: «Πήγαινε πίσω μου Σατανά, πατέρα του ψεύδους, διότι εγώ δεν θέλω καθόλου να σε ακούσω, διότι μου είναι αρκετό να πιστεύω εκείνο που πιστεύει η αγία μου εκκλησία».

Και μην αφήσης καθόλου τόπο στην καρδιά σου στους λογισμούς της απιστίας, όπως αναφέρεται: «Εάν Πνεύμα του εξουσιάζοντος, δηλαδή του εχθρού, σου επιτεθή, μην μετακινηθής από την θέσι σου» (Εκκλ. 10,4). Αυτούς τους λογισμούς να τους θεωρής ως κινήσεις του διαβόλου που προσπαθεί την ώρα εκείνη να σε σκανδαλίση. Κι αν δεν μπορής να στηρίξης το νού σου, στάσου με ανδρεία και μένε σταθερός με την θέλησί σου για να μην πέσης σε κανένα λογισμό ή και σε κανένα ρητό της Αγίας Γραφής, το οποίο θα σου προσφέρη ο εχθρός. Γιατί, όσα ρητά της Αγίας Γραφής κι αν σου θυμίση την ώρα εκείνη, είναι ακρωτηριασμένα (ελλιπή), προσφέρονται με κακό σκοπό, άσχημα εξηγημένα κι αν ακόμη φαίνωνται καθαρά, καλά και φανερά.

Κι αν ο πονηρός όφις σε ρωτήση και σου πή με τον λογισμό τι πιστεύει η εκκλησία, καταφρόνησέ τον εντελώς και μην του αποκριθής. Αλλά βλέποντας το ψεύδος και την πονηριά του και ότι προσπαθεί να σε πιάση με τα λόγια, πίστευε χωρίς καμμία αμφιβολία με όλη σου την καρδιά.

Σε περίπτωσι πάλι που είσαι δυνατός στην πίστι και έχεις δυνατό λογισμό και θέλεις να κάνης τον εχθρό να καταντροπιασθή, απάντησέ του ότι η αγία μου εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια. Κι αν σου πή ποιά είναι αυτή η αλήθεια, να του απαντήσης: εκείνο που πιστεύει αυτή.

Πάνω από όλα κράτα την καρδιά σου πάντοτε σταθερή και προσεκτική και στραμμένη προς τον Εσταυρωμένο λέγοντας: «Θεέ μου, Ποιητά μου και Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα και μην παραχωρήσης να πέσω ποτέ από την αλήθεια της αγίας σου πίστεως.

Αλλά ευδόκησε, όπως με την χάρι σου γεννήθηκα στην αλήθεια αυτή, έτσι να τελειώσω και την θνητή μου ζωή σ αυτήν προς δόξαν του ονόματός σου».


Αόρατος πόλεμος

Η Πνευματική και νοερή Κοινωνία



Αν και μυστηριακά δεν μπορούμε να δεχθούμε τον Κύριό μας περισσότερο από μία φορά την ημέρα, όμως πνευματικά και νοερά μπορούμε να τον δεχώμαστε κάθε ώρα και κάθε στιγή δια μέσου της εργασίας όλων των αρετών και των εντολών και ιδιαιτέρως με την θεία προσευχή και μάλιστα την νοερά


Επειδή και ο Κύριος βρίσκεται κρυμμένος μέσα στις αγίες του εντολές, και όποιος κάνει μία αρετή ή εντολή, δέχεται αμέσως μέσα στην ψυχή του και τον Κύριο που είναι κρυμμένος μέσα σ αυτές, ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα κατοικήση μαζί με τον Πατέρα του μέσα σ εκείνον που θα φυλάξη τις εντολές του λέγοντας: «Εάν κάποιος με αγαπά θα τηρήση και τον λόγο μου, και ο Πατέρας μου θα τον αγαπήση και θα έλθουμε προς αυτόν και θα κατοικήσουμε σε αυτόν» (Ιω. 14,23).


Η κοινωνία αυτή και η ένωσις δεν μπορεί να μας αφαιρεθή από κανένα κτίσμα παρά μόνον από την αδιαφορία μας ή από κάποιο άλλο σφάλμα μας. Και μερικές φορές αυτή η Κοινωνία είναι τόσο καρποφόρα και τόσο ευάρεστη στον Θεό, όσο ίσως δεν είναι πολλές άλλες μυστηριώδεις κοινωνίες από την έλλειψι εκείνων που τις δέχονται. Λοιπόν, όσες φορές έχεις την διάθεσι και ετοιμασθής για μία παρόμοια κοινωνία, θα βρής πρόθυμο και έτοιμο τον Υιό του Θεού, μόνος του να σε τρέφη πνευματικά με τα ίδια του τα χέρια.


Γιά να ετοιμασθής λοιπόν για την νοερή αυτή κοινωνία, κάνε ως εξής: Στρέψε το νού σου στον Θεό και βλέποντας με ένα σύντομο βλέμμα από το ένα μέρος τις αμαρτίες σου και από το άλλο τον Θεό, λυπήσου για την βλάβη που του προξένησες και με κάθε ταπείνωσι και πίστι παρακάλεσε τον να καταδεχθή να έλθη στην ταπεινή σου ψυχή με νέα χάρι για να την ιατρεύση και να την δυναμώση κατά των εχθρών.


Ή όταν πρόκειται να ασκηθής και να σκληραγωγηθής εναντίον κάποιας επιθυμίας σου ή για να κάνης κάποια νέα πράξι αρετής ή για να φυλάξης κάποια εντολή, κάνε όλο αυτό με σκοπό να ετοιμάσης την καρδιά σου για τον Θεό που πάντα σου την ζητεί. Και κατόπιν στρέφοντας την προσοχή σου σ Αυτόν, φώναξέ τον με επιθυμία μεγάλη να έλθη με την χάρι του να σε ιατρεύση και να σε ελευθερώση από τους εχθρούς, για να έχη αυτός μόνος την καρδιά σου στην εξουσία του.

Ή και θυμούμενος τις προσευχές της κοινωνίας των μυστηρίων, που προαναφέρθηκαν, πές με καρδιά που είναι αναμμένη: «Πότε, Κύριέ μου, να σε δεχθώ άλλη μία φορά; Πότε; Πότε; κ.λπ.».

Και αν θελήσης να κοινωνήσης πνευματικά με ακόμη καλύτερο τρόπο, διεύθυνε και βάλε από το προηγούμενο βράδυ όλες τις σκληραγωγίες και τις πράξεις των αρετών και κάθε καλό έργο που σκέπτεσαι να κάνης στο σκοπό αυτό, δηλαδή στο να δεχθής πνευματικά τον Κύριό σου. Και το πρωί καθώς θα ξημερώνη, σκέψου, τι καλό! Τι ευτυχία!

Τι μακαριότητα υπάρχει στην ψυχή εκείνη που επάξια μεταλαμβάνει μυστηριακά το πανάγιο Μυστήριο της Ευχαριστίας! Διότι με αυτό αποκτούνται πάλι οι αρετές που έχουν χαθεί, και πάλι η ψυχή επιστρέφει στην προηγούμενη ωραιότητά της και γίνεται μέτοχος αυτή των μισθών του πάθους του Υιού του Θεού (κοινωνούνται εις αυτήν οι καρποί και οι μισθοί του πάθους του Υιού του Θεού).

Και από την μυστηριώδη κοινωνία πέρασε στην μυστική κοινωνία και σκεπτόμενος ότι νοερά τα ίδια αγαθά απολαμβάνεις με την μυστηριακή κοινωνία, φρόντισε να ανάψης την καρδιά σου μια μεγάλη επιθυμία να τον δεχθής νοερά και πνευματικά και αφού χορτάσης από την επιθυμία αυτή γύρισε προς τον Κύριό σου και πές: «Επειδή, Κύριέ μου, δεν μπορώ μυστηριωδώς να σε δεχθώ την ημέρα αυτή, κάνε εσύ, που είσαι η αγαθότητα και η άκτιστη δύναμις, να σε δεχθώ επάξια τώρα πνευματικά και κάθε ώρα και κάθε ημέρα δίνοντάς μου νέα δύναμι και χάρι εναντίον όλων μου των εχθρών, και μάλιστα εναντίον εκείνου του πάθους του εχθρού στο οποίο εναντιώνομαι και κάνω πόλεμο με την βοήθειά σου.

Αόρατος πόλεμος

Friday, November 30, 2012

Απαλλαγή από τό σκοτάδι τής αμαρτίας










- Είναι πολύ βαρύ, Γέροντα, να μολύνει κανείς το Άγιο Βάπτισμα;
- Ανάλογα πόσο το μολύνει. Άλλος το μολύνει πολύ, άλλος λίγο, άλλος κάνει έναν λεκέ, άλλος δύο...
- Και είναι τα μεγάλα αμαρτήματα πού μολύνουν το Βάπτισμα;
- Έ, φυσικά, τα θανάσιμα αμαρτήματα το μολύνουν και τότε ή θεία Χάρις απομακρύνεται από τον άνθρωπο. Βέβαια δεν τον εγκαταλείπει, όπως ούτε ό Φύλακας Άγγελος δεν τον εγκαταλείπει. Θυμάστε τι είχε πει ό διάβολος στον ιερέα των ειδώλων για τον μοναχό πού ήθελε να παντρευτεί την κόρη του; Μη βιάζεσαι αυτός εγκατέλειψε τον Θεό, άλλα ό Θεός δεν τον εγκατέλειψε ακόμη.
- Γέροντα, μπορεί κανείς να ζει στο σκοτάδι τής αμαρτίας και να μην το αισθάνεται;
- Όχι, την αίσθηση όλοι την έχουν, άλλα υπάρχει αδιαφορία. Για να έρθει κανείς στο φως τού Χριστού, πρέπει να θέλει να βγει από το σκοτάδι τής αμαρτίας.
Ας πάρουμε για παράδειγμα κάποιον πού κλείσθηκε κατά λάθος σε ένα σκοτεινό υπόγειο. Μόλις δει μία ακτίνα να περνάει από μιά ρωγμή, κοιτάζει πώς να βγει στο φως. Θα άνοιξη σιγά-σιγά την ρωγμή, για να βρει την πόρτα και να βγει έξω.

Έτσι και από την στιγμή πού ό άνθρωπος Θα αισθανθεί το καλό ως ανάγκη και μπει μέσα του ή καλή ανησυχία, Θα καταβάλει προσπάθεια να βγει από το σκοτάδι της αμαρτίας. Αν πει: αυτό πού κάνω είναι λανθασμένο, δεν πηγαίνω καλά, ταπεινώνεται, έρχεται ή Χάρις του Θεού, και από εκεί και πέρα προχωράει κανονικά.

Αλλά, αν δεν μπει μέσα του ή καλή ανησυχία, είναι δύσκολο να βοηθηθεί. Κάποιος λ.χ. βρίσκεται σε κλειστό χώρο και αισθάνεται άσχημα. Του λες: σήκω, άνοιξε την πόρτα και βγες έξω να πάρεις λίγο οξυγόνο, για να συνέρθεις, και εκείνος αρχίζει: Δεν μπορώ να βγω έξω. Και γιατί να είμαι κλεισμένος μέσα και να μην μπορώ να πάρω αναπνοή;Καί γιατί
να μην έχω οξυγόνο; Και γιατί ό Θεός να με έχει εδώ και τους άλλους έξω;.

Έ, μπορεί αυτός να βοηθηθεί; Ξέρετε πόσοι βασανίζονται, επειδή δεν ακούν κάποιον πού μπορεί να τους βοηθήσει πνευματικά;
Ό άνθρωπος με την αμαρτία κάνει τον επίγειο παράδεισο επίγεια κόλαση. Αν ή ψυχή του μολυνθεί με θανάσιμες αμαρτίες,ζει μία δαιμονική κατάσταση αντιδρά, βασανίζεται, δεν έχει ειρήνη. Αντίθετα, όποιος είναι κοντά στον Θεό, έχει τον νου του στα θεία νοήματα και έχει πάντοτε καλούς λογισμούς, είναι ειρηνικός και ζει τον Παράδεισο στην γη. Αυτός ό άνθρωπος έχει κάτι ξεχωριστό από εκείνον πού είναι μακριά από τον Θεό, και αυτό είναι αισθητό και στους
άλλους. Να, αυτό είναι ή θεία Χάρις, ή οποία προδίδει τον άνθρωπο, ακόμη κι αν κρύβεται.




Γεροντας Παισιος

Όταν εξομολογείται ο άνθρωπος, η χάρις τον ελευθερώνει από τα ψυχικά τραύματα.





"Δεν ευθύνεται μονάχα ο άνθρωπος για τα παραπτώματά του. Τα λάθη, οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι μόνο προσωπικά βιώματα του εξομολογούμενου
Ο κάθε άνθρωπος έχει πάρει μέσα του και τα βιώματα των γονέων του και ειδικά της μητέρας, δηλαδή το πώς ζούσε η μητέρα, όταν τον κυοφορούσε, αν στενοχωριόταν, τι έκανε, αν κουραζόταν το νευρικό της σύστημα, αν είχε χαρά, αν είχε θλίψη, αν είχε μελαγχολία.

Έ, όλο το νευρικό σύστημα το δικό της επηρέασε το νευρικό σύστημα του εμβρύου της. Οπότε, όταν γεννηθεί το παιδί και μεγαλώσει, παίρνει μέσα του και τα βιώματα της μητέρας του, δηλαδή άλλου ανθρώπου. Δημιουργείται μια κατάσταση στην ψυχή του ανθρώπου εξαιτίας των γονέων του, που την παίρνει μαζί του σ΄ όλη του τη ζωή, αφήνει ίχνη μέσα του και πολλά πράγματα που συμβαίνουν στη ζωή του είναι απόρροια της καταστάσεως αυτής.

Τα φερσίματά του έχουν άμεση σχέση με την κατάσταση των γονέων του. Μεγαλώνει, μορφώνεται, αλλά δεν διορθώνεται. Εδώ βρίσκεται μεγάλο μέρος από την ευθύνη για την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου.
Υπάρχει, όμως, ένα μυστικό. Υπάρχει κάποιος τρόπος ν΄ απαλλαγεί ο άνθρωπος απ΄ αυτό το κακό. Ο τρόπος αυτός είναι η γενική εξομολόγηση, η οποία γίνεται με την χάρι του Θεού. Μπορεί, δηλαδή, να σου πει ο πνευματικός:
- Πώς θα ήθελα να ήμασταν σ΄ ένα ήσυχο μέρος, να μην είχα ασχολίες και να μου έλεγες τη ζωή σου απ΄ την αρχή, από τότε που αισθάνθηκες τον εαυτό σου, όλα τα γεγονότα που θυμάσαι και ποια ήταν η αντιμετώπισή τους από σένα, όχι μόνο τα δυσάρεστα αλλά και τα ευχάριστα, όχι μόνο τις αμαρτίες αλλά και τα καλά. Και τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Όλα. Όλα όσα απαρτίζουν τη ζωή σου.
Πολλές φορές έχω μεταχειριστεί αυτή την γενική εξομολόγηση και είδα θαύματα πάνω σ΄ αυτό. Την ώρα που τα λες στον εξομολόγο, έρχεται η θεία χάρις και σε απαλλάσσει απ΄ όλα τα άσχημα βιώματα και τις πληγές
και τα ψυχικά τραύματα και τις ενοχές, διότι, την ώρα που τα λες, ο εξομολόγος εύχεται θερμά στον Κύριο για την απαλλαγή σου.
Είχε έλθει σ΄ εμένα προ καιρού μια κυρία, που έκανε αυτού του είδους την εξομολόγηση και βρήκε μεγάλη ωφέλεια.

Βελτιώθηκε η ψυχολογική της κατάσταση, διότι τήνε βασάνιζε κάτι. Έστειλε, λοιπόν, αυτή μια φίλη της και πήγαμε έξω στο βράχο, στα Καλλίσια. Καθίσαμε και άρχισε κι εκείνη να μου μιλάει. Της λέω:
- Να μου πεις ό,τι αισθάνεσαι. Αν σε ρωτήσω εγώ για κάτι, να μου πεις. Αν δεν σε ρωτήσω, να συνεχίσεις να τα λέεις, όπως τα αισθάνεσαι.
Όλ' αυτά που μου έλεγε, τα παρακολουθούσα όχι απλώς με προσοχή, αλλά "έβλεπα" μέσα στον ψυχικό της κόσμο την επίδραση της προσευχής.

Την παρακολουθούσα μέσα στην ψυχή της κι "έβλεπα" ότι πήγαινε χάρις μέσα της, όπως τήνε κοίταζα εγώ.
Διότι στον πνευματικό υπάρχει χάρις και στον παπά υπάρχει χάρις. Το καταλαβαίνετε; Δηλαδή, ενώ εξομολογείται ο άνθρωπος, ο ιερέας προσεύχεται γι αυτόν. Συγχρόνως έρχεται η χάρις και τον ελευθερώνει απ΄ τα ψυχικά τραύματα, που για χρόνια τον βασανίζουν, χωρίς να γνωρίζει την αιτία τους. Ω, αυτά τα πιστεύω πολύ!
Στον εξομολόγο μπορείς να μιλήσεις όπως αισθάνεσαι, αλλά δεν είναι αυτό τόσο σημαντικό, όσο είναι το ότι κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου προσευχόμενος ο παπάς και βλέπει πώς είσαι και σου μεταδίδει την χάρι του Θεού. Έχει αποδειχθεί ότι αυτό το κοίταγμα είναι πνευματικές "ακτίνες" που σε ξαλαφρώνουν και σε θεραπεύουν, μη νομίσετε ότι είναι ακτίνες φυσικές.

Είναι αλήθεια αυτά τα πράγματα. Και με τον Χριστό τι έγινε; Έπιασε το χέρι της αιμορροούσης και είπε: "Εγώ γάρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ΄εμού". Θα πεις: "Ναι, μα ήταν Θεός". Ο Χριστός βέβαια ήταν Θεός, αλλά μήπως και οι Απόστολοι δεν κάνανε το ίδιο;
Όλοι οι πνευματικοί, οι εξομολόγοι, έχουν αυτήν την χάρι κι όταν εύχονται, την εκπέμπουν ως αγωγοί. Για παράδειγμα, θέλουμε ν΄ ανάψουμε εδώ πέρα μια θερμάστρα και βάζουμε ένα καλώδιο, αλλά δεν μπορεί να κάνει επαφή, διότι το καλώδιο δεν είναι στην πρίζα. Αν, όμως, το καλώδιο μπει στην πρίζα, μόλις κάνει την επαφή, έρχεται το ρεύμα μέσω αυτού του αγωγού.

Είναι πνευματικά πράγματα της θρησκείας μας αυτά. Μπορεί να λέμε για καλώδιο, αλλά στην πραγματικότητα αυτή είναι "η θεία ψυχανάλυση".

Γέροντας Πορφύριος

On Reverence For Icons ( Elder Paisios )




What reverence we must have for the holy icons!

A monk once prepared an Icon of Saint Nicholas to give to someone as a blessing.He wrapped it in a clear piece of paper and placed it in a cabinet until the time came to give it.But without realizing it,he placed it upside down.After a while,a rattling sound could be heard in the room.The monk looked around to see where the sound was coming from.He did not realize at first that it was coming from the cabinet.The rattle continued for some time,"tap,tap,tap"and would not leave him in peace.Finally,when he approached the cabinet and realized the sound was coming from there ,he opened it and heard the sound coming from the icon."Let me see what is the matter with this Icon,"he said to himself and unwrapped it.He saw what had happened,stood the Icon upright and immediately the sound stopped.
The devout person will especially venerate the holy Icon.And when we say,"He will venerate the holy Icons"we mean he venerates the person depicted on the Icon.When someone has a picture of his father,his mother,his grandfather,or grandmother,his brother,he cannot possibly tear it or step on it.How much more must we venerate the Icons of the Saints.
Jehovah's Witnesses have no Icons.The honour we show to the Icons they consider to be idolatry.I asked one of them once,"Don't you have photographs in your homes?"Yes,we do,"he said."Well then,does a mother kiss the photograph of her child,when that child is far away?" "Yes,she does,"he said"Does she kiss the paper of the photograph or her child?"I asked and he replied,"She kisses her child.""well then,just as she kisses her child when she kisses his photograph,we kiss Christ when we kiss His Icon,we don't kiss the paper or the wood."
-Elder,even if a plank of wood had been once painted with an Icon of Christ,οf Panagia(Mother οf God),or of a Saint and the colours have faded away over time,are we not still to show reverence for it?
-Yes,of course.When someone venerates the holy Icons with devoutness and fervent love,he absorbs the colours from them and the Saints are imprinted on his soul.The Saints are pleased when they are lifted up from the paper or the wood and imprinted in people's hearts.When a Christian devoutly kisses the holy Icons and prays for help from Christ,Panagia,the Saints,he draws into his heart not only the Grace of Christ,of Panagia ,and of the Saints,but also the whole of Christ,or of Panagia,or of a Saint,and places them upon the iconostasis of his own temple.Your body is the temple of the Holy Spirit(1Cor 6;19.3;16)You see,every divine service begins and ends with the veneration of the Holy Icons.If people could understand this they would feel such joy,they would receive so much power!
-Elder,in the Supplication Service of the Theotokos,why does a verse in the hymns of praise say,Speechless be the lips of the impious who do not venerate your sacred Icon?
When someone is not devout and yet kisses the Icons,are his lips not speechless?And,when the devout kisses the Icons,aren't his lips full of praise?There are some people who do not even touch the Icon when they venerate it.Others touch only their lips to the Icon when they kiss it. Here,like this(Without a sound) Did you hear anything?
No.
Well then,"speechless are the lips.
Whereas the devout person kisses the Icon and you can hear the sound of the kiss.In that case,the lips are "eloquent" with praise.It is not a matter of cursing when the verse says"speechless",but rather that those lips are without a sound,while the others are eloquent with sounds.When we look upon the holy Icons,our hearts should be overflowing with love for God and for the Saints,and we should prostrate ourselves to venerate the Icons and kiss them devoutly.

The Foundation is devoutness.

You see,someone may lean against the wall where an Icon has stood and he receives Grace,while another may own the best Icon,but because he is not devout,receives no benefit.Or one may benefit from a simple wooden cross,while another,who is not devout,may not even benefit from the True Precious Cross itself .Cultivate your devoutness and your modesty as much as you can.This will help you receive the Grace of God.For,if someone is devout and spiritually modest and humble too,he can expect to receive divine Grace.If he has no devoutness and no humility,the Grace of God does not come to him.What does the Sacred Scripture say?But to this man will I look,even to him that is poor and of a contrite spirit,and trembleth at My word. ISA 66;2.


Taken from ELDER PAISIOS OF MOUNT ATHOS,Spiritual Counsels Vol 2 "SPIRITUAL AWAKENING"

What is the name of our God? ( St. John of Kronstadt )



               


What is the name of our God? Love, Mercy, Compassion, Bountifulness.
When you pray, contemplate with the eyes of your heart Love and Mercy standing before you — the Lover of men listening to you.


- St. John of Kronstadt

Thursday, November 29, 2012

Να μην μένει ούτε ίχνος αμαρτίας ...( Γεροντας Παισιος )

Καταρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η εξομολόγηση δεν είναι μια απλή συζήτηση με τον πνευματικό-εξομολόγο επί διαφόρων αποριών ή και προβλημάτων του εξομολογουμένου. Αυτό μπορεί να γίνει σε κάποια άλλη ώρα ,εκτός εξομολογήσεως, ή έστω, ως προέκταση της καθαυτό εξομολογήσεως. Ούτε ασφαλώς είναι μια τυπική επίσκεψη στον ιερέα πριν από τις μεγάλες εορτές, με μια κατ’ επιλογήν επισήμανση αμαρτιών ή και απλή εκζήτηση της «ευχής». Στην περίπτωση αυτή η εξομολόγηση λειτουργεί ως άλλοθι της ενοχής του ανθρώπου – «να ησυχάσουμε τη φωνή της συνειδήσεως»- με συνέπεια την παγίωση της αμαρτίας και την σκλήρυνση της ψυχής. Η εξομολόγηση είναι το μυστήριο εκείνο , που φανερώνει τη γνησιότητα της μετανοίας του πιστού. Πραγματοποιούμενη ενώπιον της Εκκλησίας –στα πρώτα χριστιανικά χρόνια ενώπιον όλων και αργότερα ενώπιον του εκπροσώπου της Εκκλησίας πνευματικού εξομολόγου- αποτελεί το αποκορύφωμα της εν ταπεινώσει και συντριβή αναγνώρισης από τον πιστό ότι η ζωή του δεν βρίσκεται στην τροχιά του Χριστού και των αγίων ∙ ότι έσφαλε και σφάλλει, στο βαθμό που ή εκούσια ή ακούσια προσέβαλε την αγάπη στο πρόσωπο του Θεού ή των συνανθρώπων του. Παράλληλα όμως με την ομολογία αυτή εκδηλώνει και την ακλόνητη πεποίθησή του στην αγάπη και το έλεος του Θεού, τα οποία αναγνωρίζει ότι υπερβαίνουν την κατάντια του και έχουν τη δύναμη να τον ανορθώσουν και να τον οδηγήσουν σε ανώτερα πνευματικά ύψη: να ακολουθεί το Χριστό! Σύμφωνα με τα παραπάνω λοιπόν η εξομολόγηση αφενός προϋποθέτει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητος του εξομολογουμένου και την πίστη του στην φιλανθρωπία του πανοικτίρμονος Θεού, αφετέρου έχει εκκλησιαστικό χαρακτήρα. Τυχόν λοιπόν προσέλευση στο μυστήριο, χωρίς την απαιτούμενη προετοιμασία με εξομολόγηση εν μετανοία ενώπιον πρώτα του Θεού, αποτελεί εμπαιγμό του μυστηρίου ή το λιγότερο άγνοια της παραδόσεως της Εκκλησίας. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, να προσέρχεται ο εξομολογούμενος απροετοίμαστος , επόμενο είναι να μη γεύεται τα αγαθά και τις δωρεές , που ο Θεός έχει υποσχεθεί να δώσει. Και τα αγαθά αυτά είναι η εξάλειψη κάθε αμαρτίας, αλλά και η δικαίωση του ανθρώπου. «Εάν ομολογώμεν τας αμαρτίας ημών , πιστός εστι και δίκαιος, ίνα αφή ημίν τας αμαρτίας και καθαρίση ημάς από πάσης αδικίας» ( Α’ Ιω.1,9 ) . Και ο προφήτης Ησαΐας , ήδη από το χώρο της Π. Διαθήκης, διαλαλεί: « Εάν είναι οι αμαρτίες σας κόκκινες σαν το αίμα, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Πρβλ. Ης. 1,18 ) . Ο άγιος Χρυσόστομος ερμηνεύει τα παραπάνω: « Η μετάνοια δικαιώνει… Στο ληστή δεν είπε ο Κύριος, σε απαλλάσσω από την κόλαση και την τιμωρία, αλλά τον βάζει μέσα στον Παράδεισο, δίκαιο. Μη λες λοιπόν πάλι, Αμάρτησα πολύ και πώς θα μπορέσω να σωθώ; Συ δεν μπορείς, μα ο Κύριός σου μπορεί , και τόσο πολύ, ώστε να σβήσει τελείως τα αμαρτήματά σου… Τόσο τέλεια σβήνει τα αμαρτήματα , ώστε να μην μένει ούτε ίχνος από αυτά. Ο Θεός λοιπόν χαρίζει και την ομορφιά μαζί με την υγεία, μαζί με την απαλλαγή από την κόλαση δίνει και τη δικαιοσύνη και κάνει τον αμαρτωλό να είναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Διότι εξαφανίζει το αμάρτημα και το κάνει να μην υπάρχει και να μην έχει γίνει ποτέ. Έτσι τέλεια το εξαφανίζει, δεν μένει ούτε σημάδι, ούτε ίχνος, ούτε απόδειξη, ούτε δείγμα» (Ομιλία η΄, περί μετανοίας ) . Έτσι με την εν μετανοία συμμετοχή μας στο ιερό μυστήριο της εξομολογήσεως επανερχόμαστε στο αφετηριακό σημείο του βαπτίσματός μας. Όπως δηλ. τότε που βαπτισθήκαμε, κάθε αμάρτημά μας, ιδίως δε το προπατορικό λεγόμενο με τις κληρονομικές του συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, εξαλείφθηκε, έτσι και τώρα, στο δεύτερο αυτό και επαναλαμβανόμενο βάπτισμα της μετανοίας, κάθε αμάρτημα που εκάναμε, μετά το πρώτο, εν λόγω ή έργω ή διανοία, εξαλείφεται και μας φέρει καθαρούς και πάλι στο σημείο εκκινήσεως της πνευματικής ζωής. Η ζωή μας στη φάση αυτή επανασυντονίζεται με τους χτύπους της παράδοσης της Εκκλησίας∙ «πιάνουμε» ξανά το σταθμό του Θεού∙ αρχίζουμε και (επι)κοινωνούμε με όλους τους αγίους. «Γιατί έτσι, όπως θα είναι ο νους σου συγχυσμένος ,ούτε θα καταλάβεις τι θα σου πω ούτε και θα θυμάσαι σε λίγο τίποτα. Άμα όμως εξομολογηθείς και μπεις και συ στην ίδια πνευματική συχνότητα με μας, τότε θα μπορέσουμε άνετα να συνεννοηθούμε»


Γεροντας Παισιος
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...