Sunday, April 12, 2015

Σιγησάτω - Ζωντανή ηχογράφηση στην Ιερά Μονή Παναγίας Παρηγορήτισσας






Ύμνοι Μεγάλης Εβδομάδας - Ζωντανή ηχογράφηση στην Ιερά Μονή Παναγίας Παρηγορήτισσας











«Θανάτω θάνατον πατήσας»

Η Ανάσταση του Χριστού είναι το πιο συγκλονιστικό από όλα τα γεγονότα στην ανθρώπινη ιστορία, επειδή ο θάνατος είναι η πιο μεγάλη τραγωδία της ανθρωπίνης υπάρξεως. Αλλά θάνατος δεν είναι μόνον ο βιολογικός. Είναι και ο υπαρξιακός, ο κοινωνικός, ο εθνικός, και κυρίως ο πνευματικός θάνατος. Στην προσωπική μας ιστορία υπάρχουν στιγμές, τις οποίες χωρίς Χριστό τις βιώνουμε ως υπαρξιακό θάνατο.

Με την Ανάστασί Του ο Χριστός κατενίκησε τον θάνατο (Ρωμ. στ’ 9). Κατανικά όμως και όλους τους δικούς μας θανάτους, οσάκις η Ζωή Του γίνεται δική μας ζωή διά της Αναστάσεως (Β’ Κορ. δ’ 10-11). Σε όλους αυτούς τους θανάτους ο Χριστός απαντά με τον μοναδικό και ανεπανάληπτο τρόπο, αναστάς εκ των νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας.



Μέσα στο Φως της Αναστάσεως του Χριστού δεν υπάρχει απελπισία, αδιέξοδο, κατάρρευσις. Τα πάντα ζωοποιούνται, γίνονται καινά. Και ο ίδιος ο θάνατος, από διαδικασία φθοράς γίνεται εφαλτήριον ζωής. Όπως έλεγε ο σεβαστός μας Γέροντας, Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης: «Τί θα ήταν ο κόσμος χωρίς τον Αναστάντα Χριστόν και την Ανάστασι που περιμένουμε να μας χαρίση; Ένα απέραντο νεκροταφείο. Και εμείς τι θα είμεθα; Μελλοθάνατοι που περιμένουμε την σειρά μας να σβήσουμε και να εξαφανισθούμε. Κανένα νόημα δεν θα είχε η ζωή, κανένα σκοπό. Πολύ σωστά είπε ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς, ότι δεν θα επίστευε εις τον Χριστόν, εάν ο Χριστός δεν είχε νικήσει τον θάνατον».

Οι διηγήσεις των αγίων Ευαγγελιστών και η εκκλησιαστική Υμνολογία μας παραδίδουν ότι ο Χριστός εβάδισε εκουσίως προς το Πάθος, αλλά οι Μαθηταί Του δεν το είχαν καταλάβει. Οι ώρες του Πάθους δεν τους ήταν καιρός πρόσφορος για αισιόδοξες σκέψεις και προσδοκίες. Θλίψις και φόβος τους συνείχαν, δικαιολογημένα. Μόνο μετά την Ανάστασι ανεθάρρησαν οι Μαθηταί. «Εχάρησαν ουν οι Μαθηταί ιδόντες τον Κύριον» ( Ιω. κ’ 20).

Και οι ώρες των ιδικών μας καθημερινών θανάτων, των πειρασμών, των αδιεξόδων, των αποτυχιών, δεν είναι εύκολες ώρες. Δεν βρίσκουμε τον εαυτό μας τότε έτοιμο για αισιοδοξία. Συνήθως τα συναισθήματα μας, οι λογισμοί μας και τα θελήματά μας δεν είναι ευχάριστα, και κυρίως δεν είναι θεάρεστα και δεν μας βοηθούν να ζήσουμε τήν χαρά της κοινωνίας με τον Θεό, την χαρά της κοινωνίας μεταξύ μας, την χαρά της κοινωνίας με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Στις δύσκολες αυτές ώρες έχουμε υποδείγματα ζωής τους Αγίους μας, οι οποίοι ως υιοί της Αναστάσεως γεύθηκαν τους καρπούς της και έγιναν στην συνέχεια αδιάψευστοι μάρτυρές της. Από την εμπειρία των Αγίων μας μαθαίνουμε ότι η εκούσια συμπόρευσις με τον Χριστό προς το Πάθος είναι το εχέγγυο για την συνανάστασι μαζί Του. Εάν από αγάπη για τον Χριστό σηκώσουμε εκουσίως και με υπομονή τους καθημερινούς μας θανάτους, αυτοί γίνονται ευκαιρίες και οδοί προς την εν Χριστώ ανάστασί μας. «Εί γάρ συναπεθάνομεν, και συζήσομεν εί υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν εί αρνησόμεθα, κακείνος αρνήσεται ημάς· εί απιστούμεν, εκείνος πιστός μένει, αρνήσασθαι γάρ εαυτόν ού δύναται» (Β’ Τιμ. β’ 12-13). Τότε η χαρά και η ειρήνη της Αναστάσεως θα είναι αναφαίρετα δώρα του Χριστού, που θα μας συνοδεύουν στην πρόσκαιρη ζωή μας και στην αιωνιότητα. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς το τονίζει αυτό στην περίφημη επιστολή του Προς την σεμνότατη Μοναχή Ξένη.

Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που η Πατρίδα μας ανεβαίνει στον πιο πρόσφατο Γολγοθά της. Οι περισσότεροι αδελφοί μας υποφέρουν από τις συνέπειες της ποικιλώνυμης κρίσεως. Πολλοί έχασαν το γέλιο, την χαρά, την γαλήνη, την αισιοδοξία, τα όνειρα, τις προσδοκίες. Γέμισε η ατμόσφαιρα από κατήφεια, λύπη, απογοήτευσι και οργή. Αλλά ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζή έτσι. Αναζητεί διεξόδους. Ιδίως οι νέοι.

Ας ρίξουμε και εφέτος το βλέμμα μας στον Αναστάντα Χριστό. Θα αντιληφθούμε ότι Αυτός είναι η λύσις του προβλήματος. Ο Αναστάς Κύριος φέρνει την αληθινή ειρήνη στις καρδιές και την αληθινή χαρά στα πρόσωπά μας. Όπως έλεγε ο άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης: «Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς, του φωτός του αληθινού. Ο Χριστός είναι το πάν».

Μάλιστα. Το πάν είναι ο Χριστός της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, της Ορθοδόξου Παραδόσεώς μας, ο Χριστός των αγίων Πατέρων μας, των Ομολογητών και των Οσίων, ο Χριστός που τώρα εκδιώκεται από την δύσμοιρη Πατρίδα μας με τον διαθρησκειακό συγκρητισμό στα νέα σχολικά προγράμματα με την κατάργησι της Κυριακής αργίας, με την ψήφισι αντιευαγγελικών νομοθετημάτων, με την ίδρυσι Τμήματος Ισλαμικών Σπουδών στην Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης, θέματα που κάνουν πιο μακρύ και πιο οδυνηρό τον θρήνο του Γένους, και το «εάλω η Πόλις» ένα θρηνητικό τραγούδι που δεν λέει να τελειώση ακόμη.

Όμως ο ευσεβής λαός μας δεν έχει απεμπολήσει τον Χριστό. Αντιστέκεται στις μεθοδείες των εχθρών της ελληνορθοδόξου ταυτότητάς του. Μένει πιστός σε ό,τι παρέλαβε από τούς αγίους διδασκάλους της Εκκλησίας και του Γένους. Πιστεύει, ελπίζει και υπομένει. Τον τελευταίο λόγο δεν έχει ο θάνατος, αλλά η Ζωή.

Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!

Αρχιμανδρίτης ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ

Καθηγούμενος Ιεράς Κοινοβιακής Μονής Οσίου Γρηγορίου

Πηγή: Περιοδικό Ορθόδοξη μαρτυρία
http://www.pemptousia.gr/2015/04/thanato-thanaton-patisas/

Saturday, April 11, 2015

Τι είναι στ' αλήθεια Πάσχα; (διδαχή από τον Άγιο. Πορφύριο)

 Αντί άλλης Πασχάλιας ευχής θα σας μεταφέρω τα χαρμόσυνα αναστάσιμα βιώματα του μακαριστού γέροντα Πορφύριου, όπως τα έζησα μια Τρίτη της Διακαινησίμου στο κελάκι του. Πήγα να τον δω σαν γιατρός.Μετά την καρδιολογική εξέταση και το συνηθισμένο καρδιογράφημα, με παρακάλεσε να μην φύγω. Κάθισα στο σκαμνάκι κοντά στο κρεβάτι του. Έλαμπε από χαρά το πρόσωπο του.

Με ρώτησε:
-Ξέρεις το τροπάριο που λέει "Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν...";
-Ναι γέροντα, το ξέρω.
-Πες το.Άρχισα γρήγορα - γρήγορα. "Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των πατέρων Θεόν και υπερένδοξον".

-Το κατάλαβες;
-Ασφαλώς το κατάλαβα. Νόμισα πως με ρωτάει για την ερμηνεία του. Έκανε μια απότομη κίνηση του χεριού του και μου είπε:
-Τίποτε δεν κατάλαβες βρε Γιωργάκη! Εσύ το είπες σαν βιαστικός ψάλτης... Άκου τι φοβερά πράγματα λέει αυτό το τροπάριο. Ο Χριστός με την Ανάσταση Του δεν μας πέρασε απέναντι από ένα ποτάμι, από ένα ρήγμα γης, από μια διώρυγα, από μια λίμνη ή από την Ερυθρά θάλασσα.
Μας πέρασε απέναντι από ένα χάος, από μια άβυσσο, που ήταν αδύνατο να την περάσει ο άνθρωπος μόνος. Αιώνες περίμενε αυτό το πέρασμα, αυτό το Πάσχα.
Ο Χριστός μας πέρασε από τον θάνατο, στη Ζωή. Γι' αυτό σήμερα "Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, άδου την καθαίρεσιν". Χάθηκε ο θάνατος. Το κατάλαβες; Σήμερα γιορτάζουμε την "απαρχή" της "άλλης βιοτής, της αιωνίου" ζωής κοντά Του.
Μίλαγε με ενθουσιασμό και βεβαιότητα. Συγκινήθηκε. Σιώπησε λίγο και συνέχισε πιο δυνατά:
-Τώρα δεν υπάρχει χάος, θάνατος και νέκρωση, Άδης. Τώρα όλα χαρά, χάρις και Ανάσταση του Χριστού μας.
Αναστήθηκε μαζί Του η ανθρώπινη φύση. Τώρα μπορούμε και μεις να αναστηθούμε, να ζήσουμε αιώνια κοντά Του... Τι ευτυχία η Ανάσταση! "Και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον". Έχεις δει τα κατσικάκια τώρα την άνοιξη να χοροπηδούν πάνω στο γρασίδι, να τρώνε λίγο από τη μάνα τους και να χοροπηδούν ξανά; Αυτό είναι το σκίρτημα, το χοροπήδημα.
Έτσι έπρεπε κι εμείς να χοροπηδούμε από χαρά ανείπωτη για την Ανάσταση του Κυρίου και την δική μας.
Διέκοψε πάλι το λόγο του. Ανέπνεα μια ευφρόσυνη ατμόσφαιρα.
-Μπορώ να σου δώσω μια συμβουλή; συνέχισε. Σε κάθε θλίψη σου, σε κάθε αποτυχία σου να συγκεντρώνεσαι μισό λεφτό στον εαυτό σου και να λες αργά-αργά αυτό το τροπάριο.
Θα βλέπεις ότι το μεγαλύτερο πράγμα στη ζωή σου -και στη ζωή του κόσμου όλου- έγινε. Η Ανάσταση του Χριστού, η σωτηρία μας. Και θα συνειδητοποιείς ότι η αναποδιά που σου συμβαίνει είναι πολύ μικρή για να χαλάσει τη διάθεσή σου.
Μου' σφιξε το χέρι λέγοντας:
-Σου εύχομαι να "σκιρτάς" από χαρά, κοιτάζοντας πίσω σου το χάος από το οποίο μας πέρασε ο Αναστάς Κύριος, "ο μόνος ευλογητός των Πατέρων"... Ψάλε τώρα και το "Χριστός Ανέστη".
Υστερόγραφο δικό μου: "αληθώς Ανέστη"!!!

(Γεώργιος Παπαζάχος, καθηγητής Ιατρικής, αναδημοσίευση από το περιοδικό "Σύναξη - Πάσχα 1994)


πηγή:leimwnas

πηγη:http://panagiaalexiotissa.blogspot.ca/2015/04/blog-post_80.html#axzz3X0OMAKRC

Friday, April 10, 2015

ΛΥΧΝΟΣ TV ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ















Μεγάλη Παρασκευή (Μέγα Σάββατο)«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού»(Μάρκ. ιε΄ 42-47)




«Τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού»
(Μάρκ. ιε΄ 42-47)
Ο Μέγας Διδάσκαλος είναι πια νεκρός.

Ο φόβος των Ιουδαίων βρίσκεται σφραγισμένος μέσα σ’ ένα τάφο. Όμως, οι συνειδήσεις τόσο ταράχθηκαν από το τέλμα τους με τα λόγια Εκείνου, που και νεκρό ακόμη τον φοβούνται. Το Όνομά Του προκαλεί την απέχθεια και το μίσος. Η ατμόσφαιρα είναι ικανά ηλεκτρισμένη που κανείς δημόσια δεν μπορεί χωρίς κίνδυνο να μιλά γι’ Αυτόν. Από εκείνους που στάθηκαν θαυμαστές του Ιησού, διακρίνονται δυο κατηγορίες. Εκείνοι που φανερά τον ακολουθούσαν, και εκείνοι που για τον φόβο των Ιουδαίων έμειναν κρυφοί Μαθητές Του.
Κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί ότι είναι τολμηρός. Αν μέσα σου ορκίζεσαι ότι αγαπάς τον Ιησού και είσαι έτοιμος να πεθάνεις γι’ Αυτόν, ο Απόστολος Πέτρος και οι άλλοι Δέκα Μαθητές σε διαψεύδουν. Αν πάλι, μέσα σου αισθάνεσαι βεβαιότητες πίστεως και αγάπης, έρχονται στιγμές που στέκεσαι πιο πάνω από τα γεγονότα. Κι αυτό το δείχνουν ο Νικόδημος, ο Ιωσήφ και οι Μυροφόρες Γυναίκες.
Η προσέγγιση του νου και της καρδιάς στο Θεό απαιτεί τόλμη. Ο νους έχει τους δισταγμούς του, η καρδιά τους λόγους της…
Η τόλμη είναι θεϊκό δώρο που δίνεται στους ταπεινούς. «Ουχ ότι ικανοί εσμεν αφ’ εαυτών, … αλλ’ η ικανότης ημών εκ του Θεού» (Β΄ Κορ. γ΄ 5). Το κήρυγμα του Χριστού θέλει τόλμη. Ακόμη και η βίωση η χριστιανική απαιτεί τόλμη. Ο κόσμος δεν είναι έτοιμος και πρόθυμος να αποδεχτεί το Ευαγγέλιο, γι’ αυτό και αντιτίθεται. Η φυσική κατάσταση του Χριστιανού είναι ο κίνδυνος. Πότε όμως δεν θα πρέπει να λογαριάζεται. Τρεις κινδύνους έχει ν’ αντιμετωπίσει: Τους ανθρώπους, τη ζωή και τις αντίθεες πνευματικές δυνάμεις. Η τόλμη που του δίνει ο Χριστός θα του χαρίσει την περιφανέστερη νίκη.


http://agiameteora.net

Για τις πέντε πληγές του Ιησού ( Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς )




Μου γράφεις ότι άκουσες από ηλικιωμένες γυναίκες κάποιο παραμύθι για τις πέντε πληγές του Ιησού, και ρωτάς που βρέθηκε αυτό το παραμύθι;

Διαβάστε την Καινή Διαθήκη! Μην ντροπιάζεστε μπροστά στον ουρανό και τη γη με τη άγνοια της πίστης σας! Αφήστε στην άκρη όλες τις άλλες σπουδές και αναγνώσματα μέχρι να μάθετε πρώτα αυτό που είναι το πιο σημαντικό και πιο σωτήριο.

Πρώτα έρχεται η επιστήμη περί πίστεως και κατόπιν οι υπόλοιπες σπουδές…

Οι πέντε πληγές του Ιησού δεν είναι λόγια αλλά φοβερή πραγματικότητα. Γι αυτό είναι καλύτερα να τις γνωρίζουμε και από τα λόγια.










Δυο πληγές στα χέρια, δυο πληγές στα πόδια και μία στα πλευρά. Όλες από μαύρο σίδερο και ακόμα περισσότερο από την κατάμαυρη ανθρώπινη αμαρτία. Τρυπημένα τα χέρια που ευλόγησαν. Τρυπημένα τα χέρια που περπάτησαν και οδήγησαν στη μόνη ορθή οδό. Τρυπημένο στο στήθος, από το οποίο ξεχυνόταν πύρινη ουράνια αγάπη στα παγωμένα ανθρώπινα στήθη.



Επέτρεψε ο Υιός του Θεού, να Του τρυπήσουν τα χέρια εξαιτίας των αμαρτιών πολλών χεριών – δάση χεριών – τα οποία φόνευσαν, έκλεψαν, έκαψαν, άρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Και να του τρυπήσουν τα πόδια για τις αμαρτίες πολλών ποδιών – δάση ποδιών – που περπάτησαν στο κακό, σύλησαν την αθωότητα, καταπάτησαν το δίκαιο, μόλυναν τα ιερά και πάτησαν την καλοσύνη. Και του τρύπησαν το στήθος εξαιτίας πολλών πετρωμένων καρδιών – νταμάρια καρδιών – στις οποίες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία και κάθε ασέβεια και οι ιερόσυλοι λογισμοί και οι κτηνώδεις επιθυμίες και στις οποίες μέσα από όλους τους αιώνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια αδελφού εναντίον αδελφού, γείτονα εναντίον γείτονα, ανθρώπου εναντίον του Θεού.

Τα χέρια του Ιησού τρυπήθηκαν για να θεραπευθούν του καθενός τα χέρια από τα αμαρτωλά έργα.

Τα πόδια του Ιησού τρυπήθηκαν για να επιστρέψουν καθενός τα πόδια από τους αμαρτωλούς δρόμους.

Το στήθος του Ιησού τρυπήθηκε για να πλυθεί κάθε καρδιά από τις αμαρτωλές επιθυμίες και σκέψεις.

Όταν ο απαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας της Αγγλίας, άρχισε να αρπάζει την περιουσία των μονών και έκλεινε τα μοναστήρια, έγινε σε ολόκληρη την αγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία από μερικές χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές σε ένδειξη της λαϊκής αποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι με την επιγραφή στις σημαίες : «Οι πέντε πληγές του Ιησού» και έψελναν ύμνους εκκλησιαστικούς και τελούσαν λειτουργίες πρός τον Θεό στούς αγρούς. Φοβήθηκε ο απαίσιος δικτάτορας πολύ και περισσότερο φοβήθηκε εκείνες τις σημαίες παρά ότιδήποτε άλλο και μείωσε τη βιαιοπραγία του.

Οι πέντε πληγές του Ιησού ας σου μάθουν, να φροντίζεις τις πέντε αισθήσεις σου για τον ζώντα Θεό.

Οι πέντε πληγές του Ιησού είναι πέντε πηγές πεντακάθαρου αίματος, με το οποίο πλύθηκε το ανθρώπινο γένος και αγιάσθηκε η γη. Απ’ αυτές τις πέντε πληγές χύθηκε όλο το αίμα του Δίκαιου, όλο μέχρι την τελευταία σταγόνα.


Ο Θαυματουργός Κύριος, που ήξερε να πολλαπλασιάσει τους άρτους και με πέντε άρτους να χορτάσει πέντε χιλιάδες πεινασμένους, πολλαπλασιάζει εκείνο το πεντακάθαρο αίμα Του και μ’ αυτό τρέφει και ενώνει σε χιλιάδες ναούς πολλά εκατομμύρια πιστών.

Αυτό είναι η Θεία Κοινωνία.

Τη Μ. Παρασκευή πλησίασε ψυχικά μαζί με την Παναγία Θεομήτορα κάτω από το Σταυρό για να σε πλύνει εκείνο το ζωοποιό αίμα από τις πέντε πληγές του Ιησού. Για να μπορείς με την καθαρισμένη και αναζωογονημένη ψυχή να φωνάξεις την Κυριακή μαζί με τις Μυροφόρες: Χριστός Ανέστη!



(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, "Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται’" Εκδ. Εν πλω, σ.76-78).

Πηγή

Thursday, April 9, 2015

Μεγάλη Παρασκευή Πρωί: «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» ( ἐπίσκοπος Αυγουστίνου Καντιώτη )




Μεγάλη Παρασκευὴ εἶνε σήμερα, ἀγαπητοί μου συναμαρτωλοὶ ἀδελφοί, ἡμέρα ἱερὰ γεμάτη ἀναμνήσεις, ἡμέρα ποὺ προκαλεῖ ῥίγη συγκινήσεως καὶ δάκρυα. Ἂς βγάλουμε τὴν ὥρα αὐτὴ ἀπὸ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ μυαλό μας κάθε ἰδέα γήινη, κάθε ῥυπαρὴ σκέψι καὶ λογισμό, ἂς καθαρίσουμε τὴ διάνοιά μας, καὶ μὲ τὰ φτερὰ τῆς φαντασίας ἂς διασχίσουμε τὶς ἀποστάσεις καὶ τοὺς αἰῶνες, κι ἂς ἐπισκεφθοῦμε νοερὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους.
Μπορεῖ κανεὶς νὰ πάῃ ἐκεῖ κι ὅμως νὰ μὴν εἶνε ἐκεῖ, καὶ μπορεῖ νὰ μὴν πάῃ σωματικὰ στοὺς Ἁγίους Τόπους κι ὅμως νά ᾽νε ἐκεῖ ψυχικά.Ἂς βρεθοῦμε λοιπὸν τώρα μὲ τὴ σκέψι μας στὸ μέρος ἐκεῖνο ποὺ λέγεται Κρανίου τόπος ἢ Γολγοθᾶς· ἐκεῖ ποὺ παίχθηκε τὸ δρᾶμα τῶν δραμάτων, ἐκεῖ ποὺ δόθηκε ἡ μεγάλη μάχη μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, ἀληθείας καὶ ψεύδους. Ἐκεῖ, στὸ Γολγοθᾶ, εἶνε τώρα ὁ ἐσταυρωμένος Λυτρωτὴς τοῦ κόσμου.
Θεαταὶ τῆς θυσίας του εἶνε πολλοί. Ἀπ᾽ τὸν οὐρανὸ τὰ τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, τὰ Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ, ποὺ ἀπὸ τὰ θεωρεῖα τῆς αἰωνιότητος βλέπουν τὸ δρᾶμα, ἀγανακτοῦν κ᾽ εἶνε ἕτοιμοι μὲ τὶς πύρινες ῥομφαῖες τους νὰ σαρώσουν τοὺς δημίους.Θεαταὶ ἀπ᾽ τὴ γῆ εἶνε ὁ ὄχλος ἐκεῖνος, ποὺ πρὶν τέσσερις μέρες, τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἐκραύγαζε «Ὡσαννά» (Ματθ. 21,9. Μᾶρκ. 11,9-10. Ἰω. 12,13) καὶ τώρα εἶνε κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυρὸ γιὰ νὰ ἐμπαίξῃ.Θεαταὶ εἶνε ἀκόμα οἱ εἰδωλολάτρες στρατιῶτες , τὸ ἀπόσπασμα ποὺ μὲ ἐπὶκεφαλῆς τὸν ἑκατόνταρχο (λοχαγό) ἔλαβε ἐντολὴ ν᾽ ἀνεβῇ στὸν Κρανίου τόπον καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασι τοῦ Ἰουδαϊκοῦ δικαστηρίου. Οἱ ἀγροῖκοι αὐτοὶ ῾Ρωμαῖοι, ποὺ ἔχουν λάβει μέρος σὲ μάχες καὶ συνήθισαν νὰ βλέπουν τὸ ἀνθρώπινο αἷμα νὰ χύνεται, εἶνε ἀδιάφοροι· ἢ μᾶλλον ὄχι ἀδιάφοροι, ἀλλὰ συνεχίζουν τὸν ἐμπαιγμὸ ποὺ ἔκαναν μέσα στὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου.
Παρακολουθοῦν τὴν ἐκτέλεσι, παίζουν ζάρια κάτω ἀπ᾽ τὸ σταυρό, καὶ πίνουν ποτά…Ἀλλὰ ξαφνικὰ ὁ μεσαῖος ἀπὸ τοὺς τρεῖς ἐσταυρωμένους, ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ἑλκύειτὴν προσοχή τους. Βλέπουν ὅτι διαφέρει ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνοι βλαστημοῦν, καταριῶνται τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκαν, ἐκσφενδονίζουν ὕβρεις σὲ ὅλους, ἐνῷ ὁ Ἐσταυρωμένος αὐτὸς σιωπᾷ . Ἡ σιωπή του εἶνε μυστηριώδης, σιωπὴ ποὺ προκαλεῖ συγκίνησι. Σιωπᾷ ὁ Χριστός.Κι ὅταν ἀνοίγει τὰ ἄχραντα χείλη του γιὰ νὰ πῇ τοὺς ἑπτὰ λόγους τοῦ σταυροῦ , τὰ λόγια του αὐτὰ δὲν εἶνε κατάρες, εἶνε εὐλογίες, λόγια ποὺ προκαλοῦν βαθειὰ ἐντύπωσι σὲκάθε ἀκροατὴ καὶ θεατή. Αὐτὰ τὰ λόγια τὰ πρόσεξαν οἱ σταυρωταὶ τοῦ Χριστοῦ μας. Οἱ στρατιῶτες τοῦ ἀποσπάσματος ἄκουσαν τὸ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34) , ἄκουσαν τὸ «Διψῶ» (Ἰω. 19,28) , ἄκουσαν τὸ «Ἠλὶ Ἠλί, λιμᾶ σαβαχθανί;» «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνα τί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46. Μᾶρκ. 15,34) , ἄκουσαν καὶ τὸ «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30).
Ὅλα αὐτὰ τὰ ἄκουσαν καὶ διαλογίζονταν· Ποιός νά ᾽νε αὐτὸς ἆραγε; αὐτὸς διαφέρει τελείως ἀπὸ τοὺς ἄλλους καταδίκους… Κι ὅταν μετὰ τὸ μεσημέρι εἶδαν τὸν ἥλιο νὰ σκοτεινιάζῃ, τὸ σκοτάδι ν᾽ ἁπλώνεται σ᾽ ὅλη τὴν κτίσι, τὴ γῆ νὰ σείεται καὶ τὰ μνήματα ν᾿ ἀνοίγουν, τότε πλέον πίστεψαν.
Δὲν τοὺς ἔμεινε κανένας δισταγμὸς ἢ ἀμφιβολία, καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἑκατόνταρχο εἶπαν κατατρομαγμένοι· «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» (Ματθ. 27,54)· αὐτὸς πραγματικὰ δὲν εἶνε τυχαῖος, ἔχει ὑπερφυσικὴ προέλευσι, εἶνε Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, Θεὸς ἀληθινός.
Ἀπὸ τότε ποὺ εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ ὁ ἑκατόνταρχος ἔχουν περάσει –μετρῆστε–εἴκοσι περίπου αἰῶνες. Καὶ ἡ μαρτυρία - ὁμολογία αὐτὴ δὲν ἔμεινε μόνη· ἐπαναλαμβάνεται καὶ συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Πολλές, ἀναρίθμητες μαρτυρίες λένε, ὅτι ὄντως ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός, Θεάνθρωπος . Ἔχουμε ἀποδείξεις; Ἔχουμε. Ποιές εἶν᾽ αὐτές; Ἀναφέρω μερικές·
⃝«Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος». Τὸ φωνάζειπρῶτα - πρῶτα ἡ διδασκαλία του. Ἀνοῖξτε τὰκείμενα ὅλων τῶν θρησκειῶν, διαβάστε τὰ βιβλία τῶν φιλοσόφων, ἀκοῦστε τοὺς λόγους τῶν μεγαλυτέρων ῥητόρων· θὰ δῆτε, ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ ὑπερτερεῖ, εἶνε ὑπέροχη. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι κι ἄλλοι εἶπαν σπουδαῖα πράγματα· ἀλλὰ τὰ λόγια τους μοιάζουν μὲ μικρὰ ψήγματα χρυσοῦ ἀνακατεμένα μέσα σ᾽ ἕνα ὄγκο εὐτελῶν μετάλλων· μοιάζουν μὲ μικρὰ φῶτα, πυγολαμπίδες θὰ ἔλεγα, μπροστὰ στὸν ἥλιο. Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶνε φῶς καὶ ζωή, κ᾽ ἔκαναν πάντα μεγάλη ἐντύπωσι.
Ἐχθρικοὶ ἀκροαταί του ἀναγκάστηκαν νὰ ὁμολογήσουν· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος,ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. 7,46) . Ἂς προάγεται τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ὅπως εἶπε κάποιος, ἂςπροχωροῦν οἱ ἐπιστῆμες, ἂς γίνωνται ἀνακαλύψεις· ποτέ ἡ ἀνθρωπότης δὲν θὰ φθάσῃ τὸ ὕψος τῆς διδασκαλίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ κάποιος ἄλλος εἶπε· Δὲν ξέρω ἂν σὲ ἄλλους πλανῆτες κατοικοῦν λογικὰ ὄντα· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὑπάρχουν καὶ κατοικοῦν ἐκεῖ, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχουν θρησκεία ἀνώτερη ἀπὸαὐτὴν ποὺ κήρυξε ὁ Χριστός.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» · τὸ φωνάζειἡ διδασκαλία του, τὸ φωνάζουν καὶ τὰ θαύματά του. Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ! Ὅπου ἅ-πλωνε τὰ ἄχραντα χέρια του, ὅπου ἀκουγό-ταν ἡ θεϊκὴ προσταγή του, ἐκεῖ ὁ ἄνεμος σταματοῦσε, ἡ τρικυμισμένη θάλασσα γαλήνευε,τὰ δαιμόνια ἔφευγαν, τυφλοὶ ἔβλεπαν, κουφοὶ ἄκουγαν, μουγγοὶ μιλοῦσαν, λεπροὶ καθαρίζονταν, παράλυτοι σηκώνονταν, κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ νεκροὶ ἀνασταίνονταν ἀπὸ τοὺς τάφους. Θαύματα πραγματικά, ὄχι φανταστικά.Θαύματα ποὺ ἔγιναν ὄχι νύχτα καὶ σὲ κάποια ἀθέατη γωνιά, ἀλλὰ μπροστὰ σὲ πλῆθος μάτια, μερικὲς φορὲς καὶ ἐχθρῶν, ποὺ τὰ ἔβλεπαν καὶ κατάπληκτοι ἔλεγαν· «Οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν»(Μᾶρκ. 2,12) . Τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ εἶνε ἀνα-ρίθμητα. Κι ἂν ἡ θάλασσα γίνῃ μελάνι κι ὁ οὐ-ρανὸς χαρτὶ καὶ τὰ δέντρα μολύβια, δὲν φτά-νουν γιὰ νὰ ἱστορηθοῦν τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» . Τὸ φωνάζειἀκόμα ὁ ἄψογος βίος του. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἅγιος, ὄχι μὲ ἔννοια σχετικὴ ὅπως πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀλλὰ μὲ ἔννοια ἀπόλυτη. Εἶνε ἐκεῖνος στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει καμμία κακία ἢ ἐλάττωμα, δὲν «εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Ἠσ. 53,9 = Α΄ Πέτρ. 2,22) , ἐκεῖνος ποὺ ἡ ζωή του λάμπειἀπὸ κάθε πλευρά, ἐκεῖνος ποὺ ἡ ἀρετή του «ἐκάλυψεν οὐρανούς» (Ἀμβ. 3,3) . Ποιά ἀρετὴ τοῦ Χριστοῦ ν᾽ ἀναφέρουμε πρώτη; τὴ φτώχεια καὶ ἁπλότητά του, ποὺ κανείς ἄλλος δὲν ἔζησετόσο ταπεινὰ ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20); τὴν πραότητα καὶ ἀνεξικακία του ἀπέναντι στοὺς ἐχθροὺς καὶ σταυρωτάς του; τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀφοβία του ἐνώπιον τῶν ἀρχόντων καὶ τοῦ Πιλάτου ὅταν διεκήρυττε τὴν ἀλήθεια; τὴν ταπείνωσί του, μέχρι ση-μείου νὰ σκύψῃ νὰ πλύνῃ τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του; ἢ πρὸ παντὸς τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ὑποφέρουν; Ὅλα αὐτὰ συνθέτουν τὴ μεγαλειώδη εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ μας στὴ γῆ. Μερικοὶ προ-σπάθησαν νὰ τοῦ βροῦν ἐλαττώματα· ἔψαξαντὰ Εὐαγγέλια, πίεσαν τὸν ἐγκέφαλό τους, μὰ δὲν μπόρεσαν νὰ βροῦν ψεγάδι. Ὁ ἥλιος ἔχειτὶς κηλῖδες του, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ ἀκηλίδωτος ἥλιος. Εἶνε ἐκεῖνος ποὺ εἶπε «Τίς ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰω. 8,46) , καὶ τὸ ἐρώτημά του μένει ἀναπάντητο διὰ μέσου τῶν αἰώνων.
⃝ «Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος» , τὸ ἀποδεικνύουν ἡ διδασκαλία του, τὰ θαύματά του, ἡ ἁγιότης τοῦ βίου του, τὸ ἀποδεικνύει τέλος ἡ μαρτυρία τῶν αἰώνων. Δὲν τὸ μαρτυρεῖ μόνο ὁ ἑκατόνταρχος· τὸ μαρτυροῦν οἱ γενεὲς γενεῶν τῶν ἁγίων· μικρὰ παιδιὰ σὰν τὸν ἅγιο Κήρυκο ποὺ κρατοῦν στὴν ἀγκαλιὰ οἱ μητέρες, σεμνὲς παρθένες, ἁπλοϊκοὶ ἰδιῶτες ὅπως οἱ ψαρᾶδες, σοφοὶ ἐπιστήμονες· ὅλοι ὁμολογοῦν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς ἀληθινός.
Θεαταὶ κ᾽ ἐμεῖς σήμερα, ἀγαπητοί μου, τοῦ πάθους τοῦ Σωτῆρος μας. Πῶς παρακολουθοῦμε τὸ θεῖο δρᾶμα; Ὅπως οἱ ἄγγελοι μὲ ἀγάπη καὶ λατρεία, ἢ ὅπως ὁ ὄχλος ποὺ ξέχασε τὰ «Ὡσαννά» καὶ φώναζε «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν»; (Ἰω. 19,6) . Ἂς τὸ παρακολουθοῦμε ὅπως ὁ ἑκατόνταρχος, ποὺ ἄφησε τοὺς δισταγμούς, πίστεψε καὶ τὸν ὡμολόγησε Υἱὸ Θεοῦ.Ἂν ὑπάρχῃ κάποιος ποὺ ἔχει κάποια ἀμφιβολία γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔχειπαρὰ νὰ τὸν πλησιάσῃ, νὰ ἐξετάσῃ, νὰ ἐρευνήσῃ μὲ εἰλικρίνεια . Καὶ τότε σὰν τὸν ἑκατόνταρχο θὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὰ πράγματα νὰ ὁμο-λογήσῃ κι αὐτός, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱός» , ὅτι εἶνε τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τρία πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, ὅτι εἶνε ὁ Θεάνθρωπος Λυτρωτής· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν 24-4-1981.

http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4951-megali-paraskevi-proi-lith-s-theo-y-s-n-o-tos.html

Great and Holy Friday

Introduction

On Great and Holy Friday the Orthodox Church commemorates the death of Christ on the Cross. This is the culmination of the observance of His Passion by which our Lord suffered and died for our sins. This commemoration begins on Thursday evening with the Matins of Holy Friday and concludes with a Vespers on Friday afternoon that observes the unnailing of Christ from the Cross and the placement of His body in the tomb.
Commemoration of Great and Holy Friday

Icon of the Extreme Humility provided by Holy Transfiguration Monastery, Brookline, MA.


On this day we commemorate the sufferings of Christ: the mockery, the crown of thorns, the scourging, the nails, the thirst, the vinegar and gall, the cry of desolation, and all the Savior endured on the Cross.

The day of Christ's death is the day of sin. The sin which polluted God's creation from the breaking dawn of time reached its frightful climax on the hill of Golgotha. There, sin and evil, destruction and death came into their own. Ungodly men had Him nailed to the Cross, in order to destroy Him. However, His death condemned irrevocably the fallen world by revealing its true and abnormal nature.

In Christ, who is the New Adam, there is no sin. And, therefore, there is no death. He accepted death because He assumed the whole tragedy of our life. He chose to pour His life into death, in order to destroy it; and in order to break the hold of evil. His death is the final and ultimate revelation of His perfect obedience and love. He suffered for us the excruciating pain of absolute solitude and alienation - "My God, my God, why hast Thou forsaken Me!" (Mark 15:34). Then, He accepted the ultimate horror of death with the agonizing cry, "It is finished" (John 19:30). His cry was at one and the same time an indication that He was in control of His death and that His work of redemption was accomplished, finished, fulfilled. How strange! While our death is radical unfulfillment, His is total fulfillment.

The day of Christ's death has become our true birthday. "Within the mystery of Christ dead and resurrected, death acquires positive value. Even if physical, biological death still appears to reign, it is no longer the final stage in a long destructive process. It has become the indispensable doorway, as well as the sure sign of our ultimate Pascha, our passage from death to life, rather than from life to death.

From the beginning the Church observed an annual commemoration of the decisive and crucial three days of sacred history, i.e., Great Friday, Great Saturday and Pascha. Great Friday and Saturday have been observed as days of deep sorrow and strict fast from Christian antiquity.

Great Friday and Saturday direct our attention to the trial, crucifixion, death and burial of Christ. We are placed within the awesome mystery of the extreme humility of our suffering God. Therefore, these days are at once days of deep gloom as well as watchful expectation. The Author of life is at work transforming death into life: "Come, let us see our Life lying in the tomb, that he may give life to those that in their tombs lie dead" (Sticheron of Great Saturday Orthros).

Liturgically, the profound and awesome event of the death and burial of God in the flesh is marked by a particular kind of silence, i.e. by the absence of a eucharistic celebration. Great Friday and Great Saturday are the only two days of the year when no eucharistic assembly is held. However, before the twelfth century it was the custom to celebrate the Liturgy of the Pre-Sanctified Gifts on Great Friday.

The divine services of Great Friday with the richness of their ample Scripture lessons, superb hymnography and vivid liturgical actions bring the passion of Christ and its cosmic significance into sharp focus. The hymns of the services on this day help us to see how the Church understands and celebrates the awesome mystery of Christ's passion and death.
Icons of the Commemoration of Great and Holy Friday



Christ is depicted nailed to the Cross. The wound on His right side pours out both blood and water.

The mount where Christ was crucified was known as Golgotha, or the "place of the skull". A skull can be seen below the Cross.


On Great and Holy Friday, Orthodox churches display the icon known as the "Axra Tapeinosis - The Extreme Humility." This icon depicts the crucified dead body of Christ upright in the Tomb with the Cross in the background. It combines the two awesome events of Great Friday - the crucifixion and burial of Christ.

On the left-hand side of the icon are depicted Mary, the Mother of God (front) and Mary Magdalene (right). On the right-hand side of the icon are depicted Saint John and Saint Longinus, the Centurion.


The Church also has an icon of the Crucifixion of Christ. He is shown nailed to the Cross. His right side is pierced and from the wound flows blood and water. At the foot of the Cross is a skull. (Golgotha, the Mount of the Crucifixion, means "the place of the skull.") Tradition related that the Cross of Christ stood directly over the grave of our Forefather Adam. On the top bar of the Cross is the inscription "I.N.B.I.", the initials for the Greek words meaning "Jesus of Nazareth, King of the Jews." To the left of Christ, the Theotokos and St. Mary Magdalene are often pictured as well; the youthful St. John the Beloved Disciple and St. Longinus the Centurion (Mark 15:39) are shown to the right if they are depicted.

Mary Magdalene, Mary, the Mother of God, John the beloved disciple, and Joseph of Arimathea are shown preparing Christ's body for the tomb. Icon of the Epitaphios Thrinos provided by Athanasios Clark and used with permission.


Another icon that depicts the events of Holy Friday is known as the Epitaphios Thrinos. In this icon, Christ has been taken off of the Cross, and His body is being prepared for burial. Shown around the body and mourning His death are His mother, the Theotokos and Virgin Mary, John the beloved disciple, Joseph of Arimathea, and Mary Magdelene.

In addition to these icons, Orthodox churches process with and display a large wooden Crucifix with an image of Christ attached. At the Vespers on Friday, the image of Christ is removed from the Cross and wrapped in a white cloth. Another icon, one that depicts the body of Christ removed from the Cross, appears on the Epitaphios that is carried and placed in the Tomb during this service.
Orthodox Celebration of Great And Holy Friday

The commemorations of Holy Friday begin with the Matins service of the day which is conducted on Thursday evening. The service is a very unique Matins service with twelve Gospel readings that begin with Christ's discourse at the Last Supper and end with the account of His burial: John 13:31-18:1, John 18:1-29, Matthew 26:57-75, John 18:28 - 19:16, Matthew 27:3-32, Mark 15:16-32, Matthew 27:33-54, Luke 23:32-49, John 19:38-42, Mark 15:43-47, John 19:38-42, Matthew 27:62-66

These readings relate the last instructions of Christ to His disciples, the prophecy of the drama of the Cross, the dramatic prayer of Christ and His new commandment. After the reading of the fifth Gospel comes the procession with the Crucifix around the church, while the priest chants the Fifteenth Antiphon:

"Today is hung upon the Tree, He Who did hang the land in the midst of the waters. A Crown of thorns crowns Him Who is King of Angels. He is wrapped about with the purple of mockery Who wrapped the Heavens with clouds. He received buffetings Who freed Adam in Jordan. He was transfixed with nails Who is the Bridegroom of the Church. He was pierced with a spear Who is the Son of the Virgin. We worship Thy Passion, O Christ. Show also unto us thy glorious Resurrection."

Photo courtesy of John Thomas and used with permission. Experience more of Holy Week in pictures through John Thomas' book "Sacred Light: Following the Paschal Journey"


During the Procession, Orthodox Christians kneel and venerate the Cross and pray for their spiritual well-being, imitating the thief on the Cross who confessed his faith and devotion to Christ. The faithful then approach and reverently kiss the Crucifix which has been placed at the front of the church.

Photos courtesy of John Thomas and used with permission. Experience more of Holy Week in pictures through John Thomas' book "Sacred Light: Following the Paschal Journey"


On Friday morning, the services of the Royal Hours are observed. These services are primarily readings of prayers, hymns, and passages from the Old Testament, Epistles, and Gospels. The Scripture readings for these services are: First Hour: Zechariah 11:10-13, Galatians 6:14-18, Matthew 27:1-56; Third Hour: Isaiah 50:4-11, Romans 5:6-10, Mark 15:6-41; Sixth Hour: Isaiah 52:13-54:1, Hebrews 2:11-18; Luke 23:32-49; Ninth Hour: Jeremiah 11:18-23,12:1-5,9-11,14-15, Hebrews 10:19-31, John 18:28-19:37.

Photo courtesy of John Thomas and used with permission. Experience more of Holy Week in pictures through John Thomas' book "Sacred Light: Following the Paschal Journey"


The Vespers of Friday afternoon are a continuation of the Royal Hours. During this service, the removal of the Body of Christ from the Cross is commemorated with a sense of mourning. Once more, excerpts from the Old Testament are read together with hymns, and again the entire story is related, followed by the removal of Christ from the Cross and the wrapping of His body with a white sheet as did Joseph of Arimathea.

Photo courtesy of John Thomas and used with permission. Experience more of Holy Week in pictures through John Thomas' book "Sacred Light: Following the Paschal Journey"


As the priest reads the Gospel, "and taking the body, Joseph wrapped it in a white cloth," he removes the Body of Christ from the Cross, wraps it in a white cloth and takes it to the altar. The priest then chants a mourning hymn: "When Joseph of Arimathea took Thee, the life of all, down from the Tree dead, he buried Thee with myrrh and fine linen . . . rejoicing. Glory to Thy humiliation, O Master, who clothest Thyself with light as it were with a garment." The priest then carries the cloth on which the Body of Christ is painted or embroidered around the church before placing it inside the Sepulcher, a carved bier which symbolizes the Tomb of Christ. We are reminded that during Christ's entombment He descends into Hades to free the dead of the ages before His Resurrection.

The Scripture readings for the Vespers are: Exodus 33:11-23; Job 42:12-17; Isaiah 52:13-54:1; I Corinthians 1:18-2:2; and from the Gospels Matthew 27:1-38; Luke 23:39-43; Matthew 27:39-54; John 19:31-37; and Matthew 27:55-61.

Photos courtesy of John Thomas and used with permission. Experience more of Holy Week in pictures through John Thomas' book "Sacred Light: Following the Paschal Journey"

Hymns and Prayers for Great and Holy Friday

Fifteenth Antiphon of the Matins (Plagal of the Second Tone)
Today He who hung the earth upon the waters is hung upon the Cross. He who is King of the angels is arrayed in a crown of thorns. He who wraps the heavens in clouds is wrapped in the purple of mockery. He who in Jordan set Adam free receives blows upon His face. The Bridegroom of the Church is transfixed with nails. The Son of the Virgin is pierced with a spear. We venerate Thy Passion, O Christ. Show us also Thy glorious Resurrection. 

Exapostelarion
On the same day, O Lord, You granted the Robber Paradise. Now by the wood of the Cross, illumine me and save me.


http://lent.goarch.org/holy_friday/learn/

Wednesday, April 8, 2015

Το φοβερό μίσος των Εβραίων προς των Ιησού Χριστό, μέσα από τα Τροπάρια της Μεγάλης Πέμπτης (που προσπαθούν να απαγορέψουν)


Παρότι το Κ.Ι.Σ (Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο) και διάφορες άλλες εβραϊκές οργανώσεις έχουν προσπαθήσει να τα απαγορέψουν (κάτι που πέτυχαν με τα ενοχλητικά για εκείνους Εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής), εντούτοις τα ακόλουθα τροπάρια ψάλλονται σήμερα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, υπενθυμίζοντας στους πιστούς το μίσος, τον φθόνο, την κακία και την αχαριστία των Ιουδαίων προς τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό. Επίσης, απαντούν στις «απορίες» ορισμένων «θεολόγων» για το ποιος σταύρωσε τον Κύριο και αποστομώνουν όσους έχουν το θράσος να μιλάνε για «αντισημιτισμό». Προσέξτε τα «κοσμητικά επίθετα» που χρησιμοποιούν οι Άγιοι Υμνογράφοι για τον «εσμό των θεοκτόνων», δηλαδή «τα γένη των Εβραίων».
Αναλυτικά, όπως τα βρήκαμε εδώ:

Ἀντὶ ἀγαθῶν, ὧν ἐποίησας Χριστέ, τῷ γένει τῶν Ἑβραίων σταυρωθῆναί σε κατεδίκασαν, ὄξος καὶ χολήν σε ποτίσαντες. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι οὐ συνῆκαν, τὴν σὴν συγκατάβασιν.


Ἐπὶ τῇ προδοσίᾳ οὐκ ἠρκέσθησαν Χριστὲ τὰ γένη τῶν Ἑβραίων, ἀλλ' ἐκίνουν τὰς κεφαλὰς αὐτῶν, μυκτηρισμὸν καὶ χλεύην προσάγοντες. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι κενά, κατὰ σοῦ ἐμελέτησαν.

Οὔτε γῆ ὡς ἐσείσθη, οὔτε πέτραι ὡς ἐρράγησαν, Ἑβραίους ἔπεισαν, οὔτε τοῦ Ναοῦ τὸ καταπέτασμα, οὔτε τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι κενά, κατὰ σοῦ ἐμελέτησαν.

Τάδε λέγει Κύριος τοῖς Ἰουδαίοις· Λαός μου τί ἐποίησά σοι, ἢ τί σοι παρηνώχλησα; τοὺς τυφλούς σου ἐφώτισα, τοὺς λεπρούς σου ἐκαθάρισα, ἄνδρα ὄντα ἐπὶ κλίνης ἠνωρθωσάμην. Λαός μου, τί ἐποίησά σοι, καὶ τί μοι ἀνταπέδωκας; ἀντὶ τοῦ μάννα χολήν, ἀντὶ τοῦ ὕδατος ὄξος, ἀντὶ τοῦ ἀγαπᾶν με, σταυρῷ με προσηλώσατε· οὐκέτι στέγω λοιπόν, καλέσω μου τὰ ἔθνη, κᾀκεῖνα με δοξάσουσι, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι, κᾀγὼ αὐτοῖς δωρήσομαι, ζωὴν τὴν αἰώνιον.

Σήμερον τοῦ Ναοῦ τὸ καταπέτασμα, εἰς ἔλεγχον ῥήγνυται τῶν παρανόμων· καὶ τὰς ἰδίας ἀκτῖνας, ὁ ἥλιος κρύπτει, Δεσπότην ὁρῶν σταυρούμενον.

Τὸ ἄθροισμα τῶν Ἰουδαίων, τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσαντο, σταυρωθῆναί σε Κύριε· αἰτίαν γὰρ ἐν σοὶ μὴ εὐρόντες, τὸν ὑπεύθυνον Βαραββᾶν ἠλευθέρωσαν, καὶ σὲ τὸν Δίκαιον κατεδίκασαν, μιαιφονίας ἔγκλημα κληρωσάμενοι. Ἀλλὰ δὸς αὐτοῖς Κύριε, τὸ ἀνταπόδομα αὐτῶν, ὅτι κενά, κατὰ σοῦ ἐμελέτησαν.

Μὴ ὡς Ἰουδαῖοι ἑορτάσωμεν· καὶ γὰρ τὸ Πάσχα ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστὸς ὁ Θεός, ἀλλ' ἐκκαθάρωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ, καὶ εἰλικρινῶς δεηθῶμεν αὐτῷ. Ἀνάστα Κύριε, σῶσον ἡμᾶς ὡς φιλάνθρωπος.

Τῶν θεοκτόνων ὁ ἑσμός, Ἰουδαίων ἔθνος τὸ ἄνομον, πρὸς Πιλᾶτον ἐμμανῶς, ἀνακράζων ἔλεγε· Σταύρωσον, Χριστὸν τὸν ἀνεύθυνον. Βαραββᾶν δὲ μᾶλλον οὗτοι ᾐτήσαντο. Ἡμεῖς δὲ φθεγγόμεθα, Λῃστοῦ τοῦ εὐγνώμονος, τὴν φωνὴν πρὸς αὐτόν. Μνήσθητι καὶ ἡμῶν Σωτήρ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου.

Ὀλέθριος σπεῖρα θεοστυγῶν, πονηρευομένων, θεοκτόνων συναγωγή, ἐπέστη Χριστέ σοι, καὶ ὡς ἄδικον εἷλκε, τὸν Κτίστην τῶν ἁπάντων, ὃν μεγαλύνομεν.

Νόμον ἀγνοοῦντες οἱ ἀσεβεῖς, φωνὰς Προφητῶν τε, μελετῶντες διακενῆς, ὡς πρόβατον εἷλκον, σὲ τὸν πάντων Δεσπότην, ἀδίκως σφαγιάσαι· ὃν μεγαλύνομεν.

Τοῖς ἔθνεσιν ἔκδοτον τὴν ζωήν, σὺν τοῖς Γραμματεύσιν, ἀναιρεῖσθαι οἱ Ἱερεῖς, παρέσχον, πληγέντες, αὐτοφθόνῳ κακίᾳ τὸν φύσει Ζωοδότην, ὃν μεγαλύνομεν.

Ἐκύκλωσαν κύνες ὡσεὶ πολλοί, ἐκρότησαν, Ἄναξ, σιαγόνα σὴν ῥαπισμῷ, ἠρώτων σε, σοῦ δέ, ψευδῆ κατεμαρτύρουν, καὶ πάντα ὑπομείνας, ἅπαντας ἔσωσας.

Δύο καὶ πονηρὰ ἐποίησεν, ὁ πρωτότοκος υἱός μου Ἰσραήλ, ἐμὲ ἐγκατέλιπε, πηγὴν ὕδατος ζωῆς, καὶ ὤρυξεν ἑαυτῷ φρέαρ συντετριμμένον, ἐμὲ ἐπὶ ξύλου ἐσταύρωσε, τὸν δὲ Βαραββᾶν ᾐτήσατο, καὶ ἀπέλυσεν· ἐξέστη ὁ οὐρανὸς ἐπὶ τούτῳ, καὶ ὁ ἥλιος τὰς ἀκτῖνας ἀπέκρυψε· σὺ δὲ Ἰσραὴλ οὐκ ἐνετράπης, ἀλλὰ θανάτῳ με παρέδωκας. Ἄφες αὐτοῖς Πάτερ ἅγιε· οὐ γὰρ οἴδασι τί ἐποίησαν.

Λαὸς δυσσεβὴς καὶ παράνομος, ἵνα τί μελετᾷ κενὰ; ἵνα τί τὴν ζωὴν τῶν ἁπάντων, θανάτῳ κατεδίκασε; Μέγα θαῦμα! ὅτι ὁ Κτίστης τοῦ Κόσμου, εἰς χεῖρας ἀνόμων παραδίδοται, καὶ ἐπὶ ξύλου ἀνυψοῦται ὁ φιλάνθρωπος, ἵνα τοὺς ἐν ᾍδῃ δεσμώτας ἐλευθερώσῃ, κράζοντας· Μακρόθυμε Κύριε δόξα σοι.

http://agiameteora.net

Great Holy Thursday




"Do this in remembrance of Me..."

Great Holy Thursday Morning


(The service is the Vespers and Divine Liturgy of Thursday evening which is sung in the morning by anticipation.)

Jesus drew His last breath of freedom on this Thursday night. Christ knew all the incidents which were about to take place and called to Him His Apostles in order to institute the Holy Eucharist for them and for the Church forever. At the end of March, with the full moon as a brilliant lantern in the sky and the weather mild, the people in Jerusalem enjoyed the beginning of spring. In this atmosphere, Christ presented Bread and Wine as the Elements of His Very Body and His Very Blood; they are the Precious Gifts which have been left as His perpetual Presence in the Church. The institution of the Holy Eucharist and its re-enactment through the centuries, both as a sacrifice and sacred ceremony (Mysterion), is the life-giving remembrance which, along with the Crucifixion and Resurrection of Christ, constitutes the basis of salvation for the Christian.


Then followed the incidents of the dramatic closing moments of Christ's life. After the washing of His Apostles' feet, He pointed out the betrayer, inaugurated the Eucharist, and pronounced the new commandment of love for one another. He spoke to them words of comfort, promising the descent of the Holy Spirit to complete man's union with Christ. His departure, Christ said, would bring to them and the world joy. Christ took His Apostles out in the mild night where He could see face-to-face His co-workers in the bright light of the full moon. In this spiritual mood and physical setting, Jesus withdrew to pray. After this agony of the "bloody sweat" came the kiss of Judas and His arrest. He thus became the source of spiritual and physical freedom for mankind.

The Divine Liturgy of St. Basil is officiated on this day. The readings are: 2 Cor. 11:23-32; Matt. 26:2-28; John 13:3-17; Matt. 26:21-39; Luke 22:43-44; Matt. 26:40-75; Matt. 27:1-2. During this Liturgy, the priest prepares the "Amnos," the Holy Communion, which is kept throughout the whole year to be given the faithful in times of sickness. The Body and Blood of Christ is present in the Church during the entire year and throughout the ages. On this day, with greater feeling than ever, Christians come for Holy Communion singing: "Receive me Today, O Son of God, as a partaker of Thy Mystic Feast; for I will not speak of the Mystery to Thine enemies, I will not kiss Thee as did Judas, but as the thief I will confess Thee. Lord, remember me when I comest to Thy Kingdom." "We worship Thy passion, O Christ..."
Great Holy Thursday Evening


(The service of the HOLY PASSION of our Lord Jesus Christ. The service is Matins of Friday morning sung by anticipation, on Thursday evening.)

Good Friday celebrates the holy, saving, and awesome Passion of Christ. To take away our sins, Christ willingly endured spitting, scourging, buffeting, scorn, mocking, and purple robe; the reed, sponge, vinegar, nails, spear, and above all, the Cross and Death. The confession from the cross of the penitent thief, crucified with Christ, is celebrated. This service is long, but its content is dramatic and deeply moving for the devout Christian. Participation in the prayers and the historical sequence of the events, as related in the Gospels and hymns, provides a vivid foundation for the great events yet to come. Following are the references of the "Twelve Gospel" readings of this service:

1. St. John 13:31 thru Ch. 18:1
2. St. John 18:1-29
3. St. Matthew 26:57-75
4. St. John 18:28 thru Ch. 19:16
5. St. Matthew 27:3-32
6. St. Mark 15:16-32
7. St. Matthew 27:33-54
8. St. Luke 23:32-49
9. St. John 19:38-42
10. St. Mark 15:43-47
11. St. John 19:38-42
12. St. Matthew 27:62-66

These readings relate the last instructions of Christ to His disciples, the prophecy of the drama of the Cross, the dramatic prayer of Christ and His new commandment. The day should be devoted to reading the "Gospel of the Testament" of Christ which He left for all men. The Church services during Holy Week re-enact the events of this Gospel.

After the reading of the fifth Gospel comes the procession with the Crucifix around the church, while the priest chants the 15th antiphon: "Today is hung upon the Tree, He Who did hang the land in the midst of the waters. A Crown of thorns crowns Him Who is King of Angels. He is wrapped about with the purple of mockery Who wrapped the Heavens with clouds. He received buffetings Who freed Adam in Jordan. He was transfixed with nails Who is the Bridegroom of the Church. He was pierced with a spear Who is the Son of the Virgin. We worship Thy Passion, O Christ. Show also unto us thy glorious Resurrection."

During the Procession, the faithful Christian kneels and prays for his spiritual welfare, imitating the thief on the Cross who confessed his faith and devotion to Christ. He then approaches and reverently kisses the Crucifix.

Tuesday, April 7, 2015

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ, ΤΗΝ ΑΛΕΙΨΑΣΑΝ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΜΥΡΩ ΚΑΙ ΕΙΣ ΦΑΡΙΣΑΙΟΝ




Ἅγ. Ἀμφιλόχιος ἐπίσκοπος Ἰκονίου

Α’ Πολύ ωφέλησε την ψυχή μας ο Χριστός, σαν παρακάθησε στο τραπέζι του Ζακχαίου. Γιατί όπου ο Χριστός φιλοξενείται, και κάμνει συντροφιά με τους ανθρώπους, και το πιοτό και το τραπέζι μας καταδέχεται, εκεί κατοικεί η ευφροσύνη. Γιατί ποιος τελώνης ή πόρνη ή απ’ εκείνους που έπραξαν όσα δε λέγονται κακά, βλέποντας τον Ποιητήν του ουρανού και της γης να εισέρχεται στο σπίτι του Τελώνη, ή εκείνον που μας δίδει τα στάχυα, να λαβαίνει με τα χέρια του ανθρώπινο ψωμί, ή των τσαμπιών τον χορηγό να πίνει απ’ το κρασί και να ευλογεί τα πατητήρια, και στο μυαλό του δε θάβαζε την πράξη τούτη για μεγάλη γιορτή και λαμπρό πανηγύρι; Αληθινά γιορτή. Ευφροσύνη αγγελικής φιλοξενίας, να βλέπεις το Δεσπότη με τους δούλους· το Θεό με τους ανθρώπους· τον Κριτήν τέλος να βλέπεις μ’ εκείνους που θα κρίνει, να κάθεται το ίδιο τραπέζι. Μα για τούτον το λόγο ήρθε στη γη, χωρίς να εγκαταλείψει τον ουρανό ορφανό από τη θεϊκή δόξα· γιατί και τέλειος γενόμενος άνθρωπος, δεν έπαυσε να είναι Θεός.
Και ήρθε επί της γης και πέρασε θάλασσες για να βγάλει τους χειμαζομένους στο πέλαγος των βιοτικών φροντίδων από το βυθό της αμαρτίας, και σε πόλεις και κώμες περιόδευσε και περπάτησε στα στενά τα μονοπάτια και στ’ απόκρημνα πατήματα, και σε γκρεμνούς στάθηκε κι αναζήτησε τους πλανεμένους για να τους επαναφέρει στην ποίμνη των, σαν ακυβέρνητα πρόβατα. Γιατί Αυτός είναι εκείνος που αναζητεί το «απολωλός πρόβατον», εκείνος που εγκαταλείπει τα ενενήντα εννέα πρόβατα και πάσχει για το ένα. Κι επειδή ζητούσε το ένα, δε σημαίνει πως καταφρονούσε τα επίλοιπα, μα κι ούτε πάλιν θυσίαζε για τα πολλά το ένα· γιατί άφηνε τα ενενήντα εννέα στη μάντρα ασφαλισμένα και σίγουρα, και τότε έτρεχε για το ένα να το σώσει απ’ την πλεκτάνη του διαβόλου. Πρόβατο χωρίς ποιμένα είναι έτοιμο δείπνο στα θηρία, και ψυχή ασφράγιστη από αρετή και χωρίς ταπείνωση και φόβον Θεού είναι στα χέρια του διαβόλου. Όθεν και τον Ζακχαίον άρπαξε σαν πρόβατο από το στόμα του λύκου και στη λογικήν αυλήν των προβάτων επανέφερε και με θεία χαρίσματα και αρετήν τον εκόσμησε. Και όπως ο ποιμήν που επιθυμεί να ξαναβρή το πλανεμένο αρνί, αφήνει φρόνιμο και πιστό του ζώο ελεύθερο να βόσκει, μη τυχόν το απαντήσει και συντροφιαστά επιστρέψουνε στη μάντρα, έτσι και ο Λόγος του Θεού τη σάρκα που δανείστηκε από την Παρθένον, σαν πρόβατο σε βοσκοτόπι, άφησε στο τραπέζι του Ζακχαίου, όπως, ένεκεν της φιλοξενίας και της συντροφιάς, τον τραβήξει προς την ποίμνην.

Β’ Αλλά τούτο δεν το καταλάβαιναν οι Φαρισαίοι και σχολίαζαν με τις απαίσιές τους γλώσσες και διέβαλλαν το Χριστό που τον έβλεπαν να τρώγει με τους τελώνες. Μα σαν τα ασκιά τα παληά ανοίξανε γιατί δεν μπορούσαν να δεχτούν τον καινούριο δυνατό λόγο της διδασκαλίας. Εμείς όμως, αδελφοί, ας ακολουθήσουμε το μέγα φιλάνθρωπο στην πορείαν του. Εκείνος λοιπόν που τον Ζακχαίον τον τελώνην έφερε στο δρόμο τον καλό και στη λογική μάντρα των Αποστόλων συγκατέλεξε, εκείνος είναι που και την πόρνην την αμαρτωλήν, την εργάτιδα τόσων κακών, ετράβηξε από το φαράγγι του διαβόλου και στην ασφαλισμένη μάντρα την απέδωσε.
Για να γνωρίσετε όμως τη φιλανθρωπία του Χριστού κι από την άλλην των Φαρισαίων την παραφροσύνην και για να μάθετε της αμαρτωλής την επιστροφή, παραθέτω τούτες τις ευαγγελικές ρήσεις, και αν ακούσετε καλά και προσέξετε το ύφος, εύκολα πολύ θα βγάλετε και το νόημά τους. Ηρώτησε, λέγει, τις των Φαρισαίων τον Ιησούν, ίνα φάγη μετ’ αυτού. Και εισελθών εις τον οίκον του Φαρισαίου ανεκλίθη. Ω ανείπωτη χάρις! Ω πρωτάκουστη φιλανθρωπία που δε γνωρίζεις όρια! Και με Φαρισαίους παρακάθεται χωρίς ν’ αποδιώχνει τους τελώνες· και τις πόρνες ελεεί και με τη Σαμαρείτιδα διαλέγεται· και στη Χαναναίαν απαντά και στην αιμορροούσα το κράσπεδον του ιματίου του παραχωρεί και δεν ντρέπεται. Είναι γιατρός για όλα τα πάθη και τα θεραπεύει για να ωφελήσει όλους, τους πονηρούς και τους αγαθούς, τους αχάριστους και τους ευγνώμονες. Έτσι λοιπόν και τώρα που τον προσκαλεί ο Φαρισαίος, δέχεται, και εισέρχεται στην οικίαν του, πλην οικίαν γιομάτη με αμαρτίες. Γιατί όπου Φαρισαίος εκεί είναι η πονηρία, ο τόπος της αμαρτίας, της υπερηφανίας το «καλωσόρισες». Και σε τέτοιο σπίτι ο Κύριος δεν αρνιέται να υπάγει. Και φυσικά, γιατί ως ο ήλιος δε χάνει τη λάμψη του ακόμα και στο βόρβορο σα ρίχνει τις ακτίνες του αλλά τουναντίον τον καθαρίζει, έτσι και ο Χριστός κάθε τόπον αισχύνης και βέβηλον διαλέγει και τη βρωμερήν αμαρτία με τις ακτίνες του διαλύει, κι άσπιλος μένει πάντα ο λόγος της θεότητος.

Γ’ Έτσι ευθύς επήγε στον Φαρισαίον· ήρεμος, σιωπηλός, χωρίς να ελέγξει τη ζωή του. Πρώτα για να αγιάσει τους καλεσμένους, εκείνον που τον κάλεσε, την οικίαν και της πολιτείας τα βρώματα· έπειτα για να δείξει πως δεν ήταν φάσμα η ενανθρώπησή του μα κάτι πραγματικό, πως γίνηκε δηλαδή τέλειος άνθρωπος, κάθισε στο τραπέζι γιατί εκεί έμελλε να έρθει η πόρνη και να δείξει το θερμόν και φωτεινόν τρόπο της μετανοίας. Γι’ αυτό σαν τον κάλεσε ο Φαρισαίος, ευθύς συγκατανεύει για να διδάξη παρουσία των Γραμματέων και Φαρισαίων. Όταν η πόρνη θα ομολογεί τα σφάλματά της, πώς πρέπει να ζητούν συγχώρεση οι αμαρτωλοί από το Θεό και να δέχονται τη χάρη του. Ιδού γαρ, λέγει, γυνή εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός. Γυναίκα· η ανερμάτιστη φύση, το πρώτο δίχτυ του διαβόλου, η εισαγωγή της πλάνης, η διδασκάλισσα της παραβάσεως και της ανομίας. Αυτή που γίνηκε για βοήθεια του αντρός, μα πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε εχθρόν του, που δημιουργήθηκε και είναι εκ φύσεως καλή, μα που με την ίδια της τη βούληση γίνηκε κακή· αυτή που έδειξε την ωραιότητα του ξύλου και τον παράδεισον έχασε. Και ιδού γυνή, εν τη πόλει, ήτις ην αμαρτωλός, και της Εύας έφερνε τις αμαρτίες και κατάμεστη ήταν από τις δικές της. Και θα ειπώ πρώτα για την προηγούμενή της συμπεριφορά και πώς σκορπούσε σπάταλα τους τρόπους της, για να αντιληφθήτε καλλίτερα την πολυτέλεια της μετανοίας.

Δ’ Ο Θεός έλαβεν οστούν από την πλευράν του Αδάμ, του προσέθηκε σάρκα και έτσι έκαμε την Εύα, που και γι’ αυτό γυναίκα την κάλεσε, και την έδωσε στον Αδάμ για σύντροφό του. Αλλά μετά που αμάρτησαν και παρέβηκαν τον νόμο και διωχθήκανε από τον Παράδεισον, σαν τιμωρία τους ήρθε και ο θάνατος. Μα για να μη χαθεί ολότελα το ανθρώπινο γένος με τη φθορά του θανάτου, έρχεται ο γάμος ν’ αναχαιτίσει το θάνατο. Για να σπέρνει ο ένας κι ο άλλος να θερίζει· ο ένας να κόβει κι ο άλλος να βλασταίνει. Κι ότι μετά την εισέλαση του θανάτου δόθηκε η χάρη του γάμου, καταφάνερο είναι από το ότι ο Αδάμ μετά την έξοδο από τον Παράδεισο βρέθηκε με την Εύα. Κι έχει γραφτεί ότι σαν βγήκανε από τον Παράδεισο, τότε εγνώρισε ο Αδάμ τη γυναίκα του· προ της αμαρτίας λοιπόν ήταν η παρθενία, που διατηρούσε αμόλυντο και καθαρό το χιτώνα της φύσεως. Μετά λοιπόν από την ανομία, ύστερα από την τιμωρία του θανάτου εισέλασε ο γάμος για να εξασθενήσει το θάνατο με την άνθησή του και να τον νικήσει με την αρχοντική του βλάστηση. Και για να μη χαθή το ανθρώπινο γένος αλλά τουναντίον να πληθυνθεί ψηφίστηκε ο νόμος του γάμου. Και στον άνδρα χάρισε την ηδονή και στη γυναίκα τη θωπεία και την ωραιότητα, ωραιότητα πρόσκαιρη, όχι για να ερεθίζωνται ανάμεσά τους και να ωθούνται σε άνομες μίξεις, αλλά για να ενώνονται έννομα με το θεσμό του γάμου. Όθεν η μίξις ύστερα από νόμιμον γάμον είναι τίμια και ευλογημένη από το Θεό. Αλλά εκείνη που γίνεται για να κερδίσει η σάρκα την ηδονή, έχει μέσα της το θάνατο. Τίμιος γαρ ο γάμος εν πάσι, και η κοίτη αμίαντος· πόρνους δε και μοιχούς κρινεί ο Θεός. Όσες λοιπόν νόμιμα γνώρισαν τους άνδρες για να κάμουν παιδιά, είναι αψεγάδιαστες· όπως η Σάρρα, και η Ραβέκκα, και η Ραχήλ. Και οποιαδήποτε άλλη. Εκείνες όμως που διεγείρουν τους νέους, και τους σπρώχνουν στην ακολασία για να χαρούν την άνομη ηδονή, αυτές είναι καταδικασμένες για τη φθορά, γιατί τον ναόν του Θεού καταστρέφουν. Ει τις γαρ, λέγει, φθείρει τον ναόν του Θεού, φθερεί τούτον ο Θεός. Και από τούτες ήτανε η αμαρτωλή που λέγουμε. Κι αφού τόσον αισχρά εκμεταλλεύτηκε τη φύση, με το να χρωματίζει με φτηνή βαφή το πρόσωπό της, και με επιδεξιότητα να προσπαθεί πώς να φανεί ελκυστική, έσερνε τυφλά τους νέους στην ακολασία και τους έσπρωχνε στο βάραθρο της πορνείας.

Ε’ Και δεν τα λέγω αυτά, για να περιγελάσω εκείνα που έκαμε· αλλά τουναντίον για να την επαινέσω, με το να ξέρετε από πού ξεκίνησε και πού έφτασε. Και λέγω ποια ήτανε πρώτα, για να σας δείξω τι γίνηκε τώρα. Και όλα τα αμαρτήματά της καταλεπτώς τα ιστορώ, για να δείξω τα κατορθώματα της μετανοίας. Αλλά αυτή, που δε μεταχειρίστηκε ως έπρεπε το σώμα της· μα άλλους σαγήνευε με τις πλεξούδες των μαλλιών της, άλλους εμάγευε με τα δάκρυά της κι άλλους με τη θρασύτητά της και όλους από παντού τους ωδηγούσε στο βάραθρο της ακολασίας, αυτή τώρα τον αισχρό και σαρκικόν έρωτά της αλλάζει σε θεία και ουράνια στοργή.
Σαν είδε τον Ιησού άλλοτε να μιλά με τη Σαμαρείτιδα κι άλλοτε να σιμώνει τη Χαναναία, κι άλλη φορά να διαπιστώνει την κλοπή της αιμορροούσης, και πότε να τρώγει με τους τελώνες και πότε να επισκέπτεται τους Φαρισαίους, σκέφτηκε. Αφού τις πόρνες και τους αμαρτωλούς και τους τελώνες καταδέχεται, ως πότε θα σπαρταράω σαν ψάρι για την ηδονή και θα βυθίζομαι συνεχώς στα πελάγη της αμαρτίας; Δε θα μείνω για πάντα στον κόσμο, ούτε ωραία θα μείνω, γιατί το καθένα έχει στον καιρό του το θάνατο και όλα μαραίνονται· και τα άνθη και τα κρίνα κι οι ομορφιές του προσώπου. Και τι θα πάθω για τα έργα μου; Αρχίζω τώρα και εννοώ τη φωτιά της κολάσεως και η ψυχή μου μετανοεί, γιατί προσπαθώντας με κάθε μέσο πώς να φανώ ωραιότερη για την καταστροφή των νέων, έβγαινα στους δρόμους της πολιτείας και στην αγορά κι έτρεχα στις μαζώξεις των ανθρώπων κι είχα για δίχτυ μου τα πόδια κι ως δόλωμα τις ωραίες μου κουβέντες.
Ω πόσους νεαρούς κατέστρεψα με τις ματιές μου, τις γιομάτες αναίδεια και πάθος. Κι έκαμνα πολλά φτιασίδια κι αυτό για βλάβη πάλιν εκείνων που με κυτούσαν, και πότε ύψωνα τα μαλλιά μου σε σειρές απανωτές σαν πύργο, και πότε άφηνα από ψηλά πολλές πλεξούδες αφρόντιστα να χαλούν στο μέτωπό μου. Και τα μάγουλά μου έβαφα και τα μάτια μου τα είχα πάντα με μαυράδια. Και πότε με δάκρυα ψεύτικα έκαμνα τους νέους να πέφτουνε μπροστά μου. Ω, τι θα καταντήσω για τούτα, και ποιο γιατρό θα βρω σε όλα τούτα τα πάθη; Αν εξομολογηθώ τις ανομίες μου στους ανθρώπους, ανώφελη θα είναι η εκμυστήρευσή μου· να κρύψω τα αμαρτήματά μου δε μπορώ. Κι από πού να τα κρύψω μιας που το Θεό δε μπορώ να ξεγελάσω; Και πού να πάω που παντού το δικαστή βρίσκω μπροστά μου; που ναι μεν δε φαίνεται μα παντού με ελέγχει; Μια ελπίδα σωτηρίας μου απομένει, μια ευκαιρία για τη ζωή· να βρω τον Ιησού και να τρέξω κοντά του. Αυτός που τους Τελώνες δέχεται δεν απαρνιέται την πόρνη. Αυτός που δειπνεί μαζί με τους Φαρισαίους δε διώχνει τα δάκρυα της αμαρτωλής. Κι επειδή ξέρω πως βρίσκεται στου Σίμωνα του Φαρισαίου, εκεί θα πάω. Μα τι να του ζητήσω σαν πάω; Την υγεία των ματιών μου; Μα είναι πρόσκαιρο το χάρισμα. Ν’ απαλλαγώ από την αρρώστεια; Μικρό το κατόρθωμα, γιατί ο αιώνιος θάνατος είναι πιο μεγάλος από τη σύντομη τούτη ζωή. Απ’ όλα θα παραιτηθώ λοιπόν, τα σωματικά, και την υγεία της ψυχής μου θα ζητήσω. Και μια λύση στα κακά και τις αμαρτίες που σώρεψα είναι να δω το Δικαστή και να προλάβω την κόλαση. Θα μιμηθώ την πόρνη τη Ραάβ, και θα ζηλέψω την ενάρετη ζωή της γυναικός. Και τίποτε άλλο δε ζητεί ο Θεός πλην της μετανοίας.

Ϛ’ Και σα σκέφτηκε τούτα, που είπαμε, με ευσέβεια, και σαν μετάστρεψε τον νου της στην πίστη, έρχεται στον Ιησού με παρρησία να ομολογήση την αναίδειά της. Και δε λέγει τίποτε· δεν τολμούσεν· ήξερε πως εκείνος που εποπτεύει τους λογισμούς δεν έχει ανάγκη από λόγια. Και τι θα του έλεγε αφού όλα τα γνωρίζει! Πως αμάρτησε κι εργάστηκε την ανομία; Πώς ερωτεύονταν κι απολάμβανε τις σαρκικές ηδονές; Αυτά τα ήξερε καλά ο Θεός, όχι γιατί γίνηκαν αλλά γιατί γνωρίζει και τους λογισμούς στα μύχια της καρδιάς μας. Επειδή λοιπόν εγνώριζε πως όλα είναι φανερά στο Θεό και δε μπορεί να τον ξεγελάση, σφάλησε το στόμα της κι άνοιξε τα δάκρυά της να μιλήσει. Στάσα γαρ, λέγει, παρά τους πόδας του Ιησού, κλαίουσα ήρξατο βρέχειν τους πόδας αυτού τοις δάκρυσιν. Και δε μιλούσε με το στόμα της, αλλά με στεναγμούς και με καρδιά συντετριμμένη έλεγε την άβυσσο των αμαρτιών της· τους άσεμνους στοχασμούς, και τις αισχρές μνήμες, τις βέβηλες πράξεις και τις άνομες ομιλίες ομολογούσε. Και δεν υπήρξε τίποτα που να έκαμε και που δεν το πλήρωσε με δάκρυα. Κι ήξερε καλά πως για ότι έλεγε ελάβαινε την συγχώρεση. Είπα γαρ, λέγει, εξαγορεύσω κατ’ εμού την ανομίαν μου, και συ αφήκας την ασέβειαν της καρδίας μου. Και όχι μόνον χωρίς να ομιλεί, ομολογούσε ζητώντας την εξιλέωση του Κυρίου με τους στεναγμούς της καρδιάς της· αλλά εξεπλήρωσε και το ωραίο σχήμα της μετανοίας. Εδάκρυσε γιατί γέλασε πολύ· και με τα καλά δάκρυα λούζει το κακό της γέλιο· με τις σταγόνες των ματιών της ξεπλένει την αμαρτία από τα μάγουλά της· ήγουν με εκείνα που αμάρτησε με τούτα και απολογιέται· με όσα έπραξε τις ανομίες, με αυτά ζητεί να εξιλεώσει το νομοθέτη. Όπως ακριβώς ο Δαβίδ, το στρώμα που μόλυνε με εναγκαλισμούς το ξέπλυνε με τα δάκρυα…….

(Μετάφρ. Θεοδόση Νικολάου, Κυπρίου, "ΚΙΒΩΤΟΣ", ΕΤΟΣ Α', ΜΑΡΤΙΟΣ 1952, ΑΡΙΘΜ. ΦΥΛΛ. 3)


http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4962-omilia-eis-tin-gynaika-tin-amartolon-tin-aleipsasan-ton-kyrion-myro-kai-eis-farisaion.html

Holy and Great Wednesday


On GreatW
ednesday the Church commemorates the act of contrition and love of the sinful woman who poured precious myrrh-oil on our Savior's head, and, though she did not know it, "prepared Him for burial." And in contrast we hear of the dark act of Judas, whose greed led him to betray his Master. All the readings and hymns of the day warn us to beware of greed and love of money, which even tempted a disciple of Christ. We too can betray Him, if we let greed and selfishness get hold of us, while every deed of humility and love at once brings us near to Him.

Concerning these incidents recorded in the Holy Gospels, the Synaxarion has the following account:

Two women — say the more discerning interpreters of the Gospel — anointed the Lord with myrrh; the one, a long time before His Passion; the other, a few days before. The one was a harlot and sinner; the other, chaste and virtuous. The Church commemorates this reverent act today. While mentioning herein the person of the harlot, it also mentions Judas' betrayal; for, according to the account in Matthew, both of these deeds took place two days before the Passover, on Wednesday.

That woman, then, anointed Jesus' head and feet with very precious myrrh, and wiped them with the tresses of her hair. The disciples, especially the avaricious Judas, were scandalized, supposedly because of the waste of the myrrh. Jesus reproved them and told them not to trouble the woman. Indignant, Judas went to the high priests, who were gathered in the court of Caiaphas and were already taking counsel against Jesus. On agreeing with them to betray his Teacher for thirty pieces of silver, Judas sought from that time opportunity to betray Him (Matt. 26:14-16). Because the betrayal took place on Wednesday, we have received the tradition from Apostolic times to fast on Wednesday throughout the year.

It is on this day also that one of the most beautiful and compunctionate hymns ever composed is chanted in the Holy Church. This hymn, composed in the early part of the ninth century by the nun Cassiane, has as its theme the anointing of our Savior's feet by the harlot:

The Troparion of Cassiane

O Lord, the woman who had fallen into many sins perceived Thy divinity, and taking upon herself the duty of a myrrh-bearer, with lamentation she bringeth Thee myrrh-oils before Thine entombment. Woe unto me! saith she, for night is become for me a frenzy of licentiousness, a dark and moonless love of sin. Receive the fountain of my tears, O Thou Who gatherest into clouds the water of the sea. Incline unto me, unto the sighings of my heart, O Thou Who didst bow the Heavens by Thine ineffable condescension. I will kiss Thine immaculate feet and wipe them again with the tresses of my head; those feet, at whose sound Eve hid herself for fear when she heard Thee walking in Paradise in the cool of the day. As for the multitude of my sins and the depths of Thy judgments, who can search them out, O Savior of souls, my Savior? Do not disdain me, Thy handmaiden, O Thou Who art boundless in mercy.

The Kontakion for this day continues the theme of contrition and remorse, and confronts us with our unworthiness before God:

The Kontakion (Fourth Tone)

Though I have transgressed more than the harlot, O Good One, I have in no wise brought forth streams of tears for Thee; but in silence I supplicate Thee and fall down before Thee, kissing Thine immaculate feet with love, so that, as Master that Thou art, Thou mayest grant me the forgiveness of debts, as I cry to Thee, O Savior: From the mire of my deeds do Thou deliver me.

On Holy Wednesday night the Orthodox Church administers the Mystery of the Holy Unction for the bodily and spiritual health of the participants. At this Mystery, the oil is consecrated by prayer and the clergy anoint the people. When this is done, the priest recites the prayers for the remission of sins, while the clergy hold the open Gospel over the heads of the people.

The Psalter is not used after Holy Wednesday until Thomas Sunday.

Sunday, April 5, 2015

Ο Θεός είναι δίπλα σου ( Άγιος Λουκάς Κριμαίας )


"Κάνε τη καρδιά σου Μοναστήρι.Χτύπα εκεί το σήμαντρο,κάλεσε εκεί για αγρυπνία,θυμίασε και ψιθύρισε ακατάπαυτα προσευχές. Ο Θεός είναι δίπλα σου. "


Άγιος Λουκάς Κριμαίας

Heavy crosses of the righteous ( St. Paisios )


Those who think about the heavy crosses of the righteous, never worry about their own small trials, for, although they have made more mistakes in their life, they suffer less than the righteous.

St. Paisios

Saturday, April 4, 2015

«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω» ( Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου )




«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καί σῶσόν με», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μετανοημένη ψυχή, αὐτή πού ἔχει συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος καί τῆς εὐθύνης, στρέφει τά μάτια της πρός τόν Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας καί γοερῶς ἀναφωνεῖ: «Σωτήρα μου, Εὐεργέτα μου, Σύ πού σταυρώθηκες γιά μένα τήν ἁμαρτωλή ψυχή· δέν ἔχω χιτῶνα καθαρό, χιτῶνα λελαμπρυσμένο ἀπό τά δάκρυα καί τήν μετάνοια· ἔνδυμα δέν ἔχω ἁγνό. Πῶς θά παρουσιασθῶ ἐνώπιόν Σου, Οὐράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης καί καθαρᾶς ψυχῆς! Ὁ νυμφώνας Σου εἶναι κεκοσμημένος, εἶναι θαυμάσια στολισμένος καί ὄμορφος. Ἐγώ ὅμως δέν ἔχω ἔνδυμα, ἵνα εἰσέλθω καί κατοικήσω αἰωνίως ἐν αὐτῷ. Σέ παρακαλῶ, Σέ ἱκετεύω, Οὐράνιε Νυμφίε τῆς ψυχῆς μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου, δῶσε μου τά ἀπαιτούμενα μέσα καθάρσεως γιά νά λαμπρυνθῆ τό ἔνδυμα αὐτό καί νά ἀξιωθῶ νά γίνω μέτοχος, νά γίνω ἄξιος νά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτόν τόν οὐράνιο καί αἰώνιο νυμφῶνά Σου».



Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ οὐράνιος κόσμος, ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος εἶναι ὁ νυμφώνας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού κατοικεῖ ὁ Θεός ἐν φωτί, ἐκεῖ πού οἱ ἄγγελοι ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν». Σ᾿ ἐκεῖνον τόν οὐράνιο κόσμο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία, τό κάλλος καί ἡ ὀμορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες καί μέ τά δάκρυα ἁγνισμένες, αἰσθάνονται αὐτόν τόν οὐράνιο νυμφῶνα· ἀπό τώρα τόν γεύονται· τόν βλέπουν μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς· τόν ὀρέγονται, τόν ποθοῦν καί νοσταλγοῦν τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα πού θά ἀπέλθουν διά νά κατοικήσουν εἰς αὐτόν.
Ἡμεῖς ὅμως οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι δέν ἔχουμε τήν πληροφόρησι τῆς συνειδήσεως, γιατί ἡ ψυχή μας δέν εἶναι καθαρή, μήτε τό σῶμα μας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί δέν εἶναι ἀνοιγμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά δοῦμε τόν οὐράνιο αὐτό κόσμο, αὐτήν τήν ὀμορφιά, τήν ὁποία εἶδε γιά λίγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἀνεφώνησε ἀπό ἔκπληξι καί θάμβος καί εἶπε: «Ὦ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ!... » (Ρωμ. 11: 33), καί ἀλλοῦ πάλιν· «Ἅι ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄: 9).
Σ᾿ αὐτόν τόν νυμφῶνα τόν οὐράνιο καλούμεθα νά γίνουμε οἰκήτορες, νά κατοικήσουμε, νά συναυλιζώμεθα μετά τῶν Ἀγγέλων, μετά τῶν Ἁγίων, σέ οὐράνια παστάδα, στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, στό κάλλος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στό φῶς τό ἀπρόσιτον, στόν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καθάρουμε τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας.

Σ᾿ αὐτήν τήν κάθαρσι τοῦ χιτῶνος, πού καλούμεθα νά ἐπιτύχουμε, μᾶς βοηθεῖ πάρα πολύ ἡ Ἐκκλησία μας. Γι᾿ αὐτό, τόν χρόνο αὐτό, πού ἀνοίχθηκε μπροστά μας καί φέτος, αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες –μέ τήν γενική ἄποψι τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τροφές, ἀλλά κυρίως ἀπό ἐγκράτεια κακῶν ἐπιθυμιῶν– πρέπει ὁ κάθε χριστιανός πού ποθεῖ νά σωθεῖ, νά ἀνασυγκροτήση τίς σκέψεις καί τίς ἀποφάσεις του καί νά ἀγωνισθῆ νά ζήση πιό σεμνά, πιό ἀπέριττα, πιό ἁπλᾶ, σταματῶντας τήν ἐξωτερική προσπάθεια τῆς καλλωπίσεως καί στρεφόμενος στόν ἐσωτερικό καλλωπισμό του. Τό ἐξωτερικό σκεῦος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά καί τροφή τῶν σκωλήκων καί τῆς φθορᾶς. Τήν ὀμορφιά ὅμως τῆς ψυχῆς, ὄχι μόνο κανένα πρᾶγμα δέν τή φθείρει, ἀλλά μᾶλλον τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τήν ἐξωραΐζει πρός τό εὐγενέστερον.
Ὁ χρόνος ὁλοένα καί συντέμνεται, ὅλο καί λιγοστεύει. Κάθε ἡμέρα πού περνᾶ, εἶναι καί ἕνα βῆμα πρός τόν θάνατο. Νά ξέρετε, ὅτι καί ἕνα μόνο δάκρυ ἰσοδυναμεῖ μέ τό λουτρό. Ὅπως τό λουτρό ἀνακουφίζει τό σῶμα καί τό πλύσιμο καθαρίζει τό ἔνδυμα, οὕτω πως καί τά δάκρυα τῆς μετανοημένης ψυχῆς ἁγνίζουν τήν καρδιά, ἁγνίζουν τό νοῦ, ἁγνίζουν τό σῶμα, ἁγνίζουν τήν ζωή, ἁγνίζουν τόν λόγο, ἁγνίζουν ἀκόμα καί τήν κάθε ἔκφρασι τοῦ ἀνθρώπου.
Νά γονατίζουμε καί νά προσευχώμεθα μέ πολλή ταπείνωσι. Σέ κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, τῆς δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αὐτό τό βλέπουμε στήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου κατά τήν Μεγάλη Τρίτη. Ποῦ ἤξερε αὐτή, μιά γυναίκα τοῦ δρόμου νά κάνη προσευχή; Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὅμως ἀπεφάσισε νά μετανοήση καί ἄρχισε νά κλίνη πρός τό φῶς καί πρός τήν ἀλήθεια, τῆς δόθηκε πνεῦμα προσευχῆς. Πόσο ὡραῖα εἶναι τά λόγια της μπροστά στόν Σωτῆρα! Γονάτισε μπροστά Του καί ἀσφαλῶς ἔκανε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μαζί Του! Ἐξέφρασε μέ ὅλη τήν καρδιά της τήν μετάνοιά της, διότι τῆς ἀπεκαλύφθη ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας της καί ὅλοι οἱ ἄλλοι τήν ἐξηπάτησαν. Εἶδε ὅτι μόνον ὁ Ἰησοῦς, ὁ Χριστός, εἶναι Αὐτός πού θά τῆς δώση τό φῶς, τήν ἀνακούφισι, τήν χαρά καί τήν ἄφεσι τῶν πολλῶν της ἐγκλημάτων.
«Δέξαι με –εἶπε– τήν ἁμαρτωλή, δέξαι μου τό πέλαγος τῆς ἁμαρτίας!». Καί εἴδατε ὅτι τά δάκρυά της ἦταν τόσα πολλά, πού ἔβρεξαν τά ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ἀναγκάσθηκε νά τά σκουπίση μέ τήν πλούσια κόμη της. Δέν χρειαζόταν ἄλλο μύρο γιά τόν Χριστό μας. Τό πολυτιμότερο μύρο ἦταν τά δάκρυά της, πού ἄξιζαν μεγάλο πλοῦτο. Ἦταν σέ θέσι νά ἐξαλείψουν ὅλο τό χρέος πού εἶχε ἀπέναντι στόν Θεό. Καί ἐνῷ ἦταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στή βρωμιά καί στή δυσωδία, τά πολύτιμα ἐκεῖνα δάκρυα τήν βοήθησαν νά λαμπρύνη τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς της καί νά γίνη ἀποδεκτή ἀπό τόν Σωτῆρα μας. Ἐμεῖς, ἄραγε, πότε θά λαμπρύνουμε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας;
Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλή ψυχή πού κλαίει, πού βρέχει νοερῶς τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, δέχεται τήν αὐτήν ἀνταπόκρισιν, τήν ὁποία δέχηκε καί ἡ πόρνη γυναίκα. Δέν εἶναι μόνον τό ὅτι σώθηκε, ἀλλά καί ἔγινε φωτεινό παράδειγμα γιά κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί τῆς δείχνει τόν τρόπο, τόν δρόμο καί τό φῶς γιά ἐπιστροφή. Ἄν μποροῦσε κανείς νά ἐμβαθύνη στήν ψυχή αὐτῆς τῆς γυναίκας, καθ᾿ ἥν στιγμήν ὠλοφύρετο καί ἔκλαιγε καί ἔβρεχε τούς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἰησοῦ, θά ἔβλεπε ὁποία ἡ ἀνακούφισις, ὁποῖον βάρος τῆς ἔφυγε καί ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἔλαβε ἡ συνείδησίς της. Ὁ Χριστός γι᾿ αὐτά τά δάκρυά της τῆς ἔδωσε πλήρη τήν ἄφεσι ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν της.
Ἔτσι καί σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἐπιστρέφει κοντά Του, τοῦ δίνει πλούσια τήν συγγνώμη, ἀρκεῖ νά μετανοήση εἰλικρινά. Οὐδέν πρόβλημα μετά τήν μετάνοια. «Οὐ θελήσει θέλω τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν», λέγει ὁ Κύριος. Ὁρκίζεται στόν ἑαυτόν Του ὁ Θεός καί λέγει: «Δέν θέλω κανένας ἄνθρωπος, καμμία ψυχή νά χαθῆ καί νά κολασθῆ, ἀλλά θά τήν περιμένω. Θά ἐξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου καί κάθε προσμονή γιά τήν ἐπιστροφή της».
Ἄς ἀκολουθήσουμε τόν φωτεινό δρόμο τῆς μετανοίας· ἐάν μετανοήσουμε εἰλικρινά, τότε ὁ Θεός δέχεται τήν μετάνοιά μας καί δημιουργεῖ νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, ἔρχεται στό σημεῖο νά λέγη: «Μά, δύναται ὁ Θεός νά μοῦ συγχωρέση αὐτά πού ἔκανα;». Ἀπό τή μιά πλευρά ἔχει δίκηο. Νοιώθει τό βάρος κι ἀναρωτιέται, ἄν τόσο βάρος μπορεῖ νά τό σηκώση ὁ Θεός! Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δέν μπορεῖ ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας καί τῶν οἰκτιρμῶν, νά σηκώση τό βάρος μιᾶς ψυχῆς ἁμαρτωλῆς; Μιά χούφτα ἄμμος ὅταν ριφθῆ, μέσα στούς ὠκεανούς, ἔχει καμμία ὑόστασι; Καμμία ὑπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στήν ἐπιφάνεια; Μηδαμῶς. Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι καί ὅλα τά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἕνα μηδέν ἐμπρός στήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Πολλῷ μᾶλλον τά ἁμαρτήματα μιᾶς καί μόνον ψυχῆς!

Ἔρχεται ὅμως ἀπό τά δεξιά, ὁ ἀλλότριος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δαίμων καί συμβουλεύει τήν ψυχή: «Δέν συγχωρεῖσαι μέ τίποτε!» τήν σπρώχνει, τήν πιέζει καί τήν «πρεσσάρει» γιά νά τήν ἐξωθήση στό ἔγκλημα τῆς αὐτοκτονίας. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο, ἡμεῖς ποτέ νά μή πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ἀκόμη καί ἄν κάθε μέρα ἐγκληματοῦμε. Ποτέ νά μή χάσουμε τήν ἐλπίδα, ὅσα κι ἄν πράττουμε, ὅσο κι ἄν πίπτουμε, ὅσο κι ἄν τραυματιζώμεθα καί χτυπᾶμε· μηδαμῶς ἀπελισία καί ἀπόγνωσις.
Μά, θά πῆ ὁ λογισμός: «Ἕως πότε θά μέ περιμένη ὁ Θεός;» Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεός σοῦ χαρίζει ζωή, αὐτό εἶναι μία ἐγγύησις τοῦ Θεοῦ ὅτι σέ περιμένει. Δέν μπορεῖς ἐσύ νά ἀποκλείσης τό δικαίωμα τῆς προσμονῆς τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ αὐτήν τήν ἐλπίδα, μ᾿ αὐτό τό θάρρος νά προσερχώμεθα στόν Θρόνο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε ἀναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ἀνθρώπων, μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένων, οἱ ὁποίοι ἐπέστρεψαν καί ὄχι ἁπλῶς σώθηκαν, ἀλλά ἄγγιξαν μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τί ἦτο; Πόσοι καί πόσες σάν τήν Ὁσία Μαρία, δέν ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, πού ἔγιναν ἅγιοι κατόπιν! Γι᾿ αὐτό κανείς νά μήν ἀπελπίζεται, ἀλλά νά προσέρχεται μέ μετάνοια στόν πνευματικό, πού δύναται μέ τόν λόγο του νά οἰκειώση τόν ἁμαρτωλό μετά τοῦ Θεοῦ, νά τόν δικαιώση αὐτοστιγμεί. «Ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα καί ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔχει σε συγκεχωρημένον καί λελυμένον καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι». Αὐτομάτως τό «κομπιοῦτερ» τοῦ Θεοῦ χτυπάει μηδέν ἁμάρτημα καί συγχρόνως ἀνοίγεται ἡ πύλη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ νυμφώνας τοῦ Χριστοῦ δέχεται τόν ἄνθρωπο, τόν προηγουμένως μή ἔχοντα «λελαμπρυσμένον» τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς.
Γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε, ἄς Τόν προσκυνήσουμε μέ ὅλη τήν εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας. Ἐάν ὁ Θεός δέν ἦτο τόσον ἀπείρως εὔσπλαχνος, οὐδείς ὁ σωζόμενος. Κανείς δέν θά ἐσώζετο, διότι οὐδείς εὑρίσκεται καί ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς ἄμεμπτος καί χωρίς σφάλμα καί κηλίδα. Οὐδείς ἠμπορεῖ νά καυχηθῆ ὅτι ἐτήρησε τήν καρδίαν του ἄμεμπτη καί καθαρή. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι τόσο δραστική, τό φάρμακο αὐτό εἶναι τόσο φοβερό καί τρομερό, πού ἐξαλείφει τά πάντα. Κάνει τρομερές ἐπεμβάσεις, ἀπίθανες ἐγχειρήσεις καί σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Ἐδῶ βλέπουμε ψυχές, πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητες καί «θείᾳ ἐπεμβάσει καί θείᾳ προνοίᾳ» διά πρεσβειῶν ἁγίων ἀνθρώπων, ἐπεστράφησαν πίσω καί ἔλαβαν τήν συγγνώμη. «Μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια» ἀπό τήν ἴδια τήν κολασμένη ψυχή. Γιά νά μετανοήση ἡ ἴδια, πρέπει νά ἐπιστρέψη στήν ζωή. Ἀκόμη καί τέτοια θαύματα ἔκανε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο.
Ὁ νυμφώνας «ἠνέωκται», ὁ Χριστός μᾶς περιμένει· δέν πρέπει νά βραδύνουμε. Τό στάδιον τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεως τό βαδίζουμε τώρα, τό λουτρό τῆς μετανοίας μᾶς περιμένει. Ἄς ἀξιοποιήσουμε τόν χρόνο τώρα, πού ὅλα συμβάλλουν στήν μετάνοια. Τά λόγια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλα κατανυκτικά, ἀρκεῖ νά προσέξουμε τήν ἔννοιά των. Ἄς γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα καί ἄς ἐπικαλούμεθα πνεῦμα κατανύξεως καί δακρύων νά μᾶς χαρίζη ὁ Θεός.
Κι ὅταν ἀγγίξη ὁ Θεός τά μάτια μας, νά Τόν εὐχαριστήσουμε, νά ταπεινωθοῦμε καί νά Τοῦ ἐκφράσουμε τήν ἀδυναμία μας, κι ὅτι μέ τήν εὐσπλαχνία Του καί μόνον μετανοοῦμε καί ὄχι ὅτι εἴμεθα ἱκανοί καί ἄξιοι γιά μετάνοια. Καί τό ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό καί τό ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας εἶναι Χάρις Θεοῦ, εἶναι εὐσπλαχνία. Ἐάν ἡ Χάρις δέν ἐπισκιάση, ὁ ἄνθρωπος δέν ἀλλάζει. Ἐάν σκεπτώμεθα ἐπιστροφή, ἐάν μετανοοῦμε, ἐάν ἀλλάζουμε, αὐτό εἶναι Χάρις Θεοῦ. Γιά νά ἔλθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, εἴμεθα δεκτοί ἀπό τήν Χάρι.
Ἄς μετανοήσουμε ὅσο εἶναι στήν διάθεσί μας ὁ χρόνος, ὅσο ἔχουμε τόν καιρό μπροστά μας. Ὁ Θεός εἶναι τόσο καλός, ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἔχει τέτοια καρδιά πού ὅλοι χωρᾶμε μέσα Του, ἀρκεῖ νά προσέλθουμε ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει. Ἰδιαίτερα τώρα νά προσερχώμεθα στίς Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι εἶναι γεμᾶτες κατάνυξι καί χάρι. Τί ὡραῖο τό Χερουβικό τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι ἐκεῖνο τό Χερουβικό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τί δογματική καί θεολογία περιέχει!
Ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά βρεθοῦμε γρηγοροῦντες καί νήφοντες καί νά καταπολεμήσουμε τήν ἀμέλεια καί τή ραθυμία, γιατί αὐτά ἐμποδίζουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται ὁ δαίμων καί μᾶς φέρνει κόπωσι, κομάρες καί μᾶς ψιθυρίζει: «Μή κάνης τίς μετάνοιες, μή σηκώνεσαι τώρα γιά προσευχή, εἶσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θά πᾶς γιά δουλειά καί τόσα ἄλλα». Ἄς μή τόν ἀκούσουμε, ἄς βιασθοῦμε, διότι δέν ξέρουμε μετά ἀπό λίγες στιγμές τί μπορεῖ νά συμβῆ. «Ὅπου εὕρω σε, ἐκεῖ καί κρινῶ σε». Ἄν μᾶς βρῆ ἐπάνω στή βία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν βιαστῶν. Ἄν μᾶς βρῆ στήν ἀμέλεια καί στή ραθυμία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν ραθύμων καί τῶν ἀποτυχημένων.
Νά βοηθήσουμε καί τούς συνανθρώπους μας· νά τούς μιλήσουμε γιά τόν Θεό, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατρός· νά τούς δώσουμε θάρρος κι ἐλπίδα. Μία ψυχή νά βοηθήσουμε, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐλεημοσύνη. Ὅπως κι ἐμᾶς μᾶς βοήθησαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νά κάνουμε τό ἴδιο.
Ἄς βιασθοῦμε λοιπόν σέ ὅλα, γιά νά εἰσέλθουμε στόν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ· διότι «τῶν βιαστῶν εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!


Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου


http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/5339-ton-nymf-na-sou-vlepo.html

Watchfulness, Prayer and Confession ( A Homily by Elder Ephraim of Philotheou )


My beloved children,

Today we will say a few things about the great virtue of watchfulness.

As you know, watchfulness is a patristic teaching, it is the experience of the great neptic fathers of the Church and of the desert. The word “nepsis” comes from “nepho,” which means to be sleepless, to guard, to inspect, examine, watch over, keep under surveillance. All these things the fathers sum up in one continuous attention to the nous.

Watchfulness is described as the axe which shatters the large trees, hitting their roots. And when the root is struck, it doesn’t spring up again. Thus also when the nous of the man, of the Christian, has heed for the soul, it keeps watch over the heart and the five senses of the soul, the bodily as well as the spiritual. When the nous is awake, when it is attentive, when it keeps watch over the speculations, the thoughts, when it controls the imagination, then the whole man, body and soul, is kept pure. And when the man is rendered pure through watchfulness and spiritual works, his prayers have boldness before God, they cross the sky, they go beyond the stars, they pass through the heavens and draw near to the Divine Throne of Grace, where the blessings of God are granted. And this being the case, the man at prayer is enriched by the grace of God.

The neptic fathers tell us that one of our thoughts may rise to heaven and another may descend to hell. “By our thoughts we are improved or defiled.” In other words, a thought which may inattentively attack us, may pollute us, may pleasure us, and is able to render us worthy of hell. A heavenly thought, a thought of self-denial, a brave thought a thought of prayer and the vision of God, makes us worthy to draw near the Divine throne and to taste of heavenly things. By the thoughts either we will become unclean or we will become better. The beginning of sins starts with the thoughts.

The thoughts come from the five senses, the spiritual as well as the physical. When we allow the sense of sight to be uncontrolled and it carelessly sees anything, this carelessness will become no end of dirty and sinful images. Since these images are placed in the imagination, afterwards they drip the poison of sinful pleasure inside the heart of man. This pleasure is the poison, by which the heart is polluted and then becomes unclean and guilty before the unsleeping eye of God.

Just like the sense of sight, so it is also of touch, and also of taste and hearing and of smell. And so the five senses create analogous sinful images, which render the man unclean before the face of God. Here rests the entire philosophy of the spirit.

All sermons are beneficial, exactly because when a tree which is diseased is pruned, it is cleansed, and thus the word of God helps in the reduction of a passion. However, the teaching of the Fathers concerning watchfulness radically effects the cleansing from the passions. When the mattock, when the axe strikes the root, the entire tree falls down, it withers and is finished. So also when watchfulness takes a place in the life of the Christian, a tree of passion falls, it withers and thus in time, the old man, the man of sin and of passion, the earthly Adam is freed and he becomes “a new man.” For this reason, the neptic work frees us radically from evil. Here then we must give heed to our life. If we want to cleanse ourselves, we should make sure to enrich our nous by the application of watchfulness.

A part of watchfulness is also noetic prayer. The vision of God is another part of watchfulness. Spiritual warfare is also another part. All these parts, when they are united in an effort of man, in time bring about holiness.

Abba Paphnoutios, a great desert father, was going along one day on his way and there he saw two men committing some sin. The thought of his passion said: “Look what great evil they are doing!” The eye saw them and immediately the thought flared up, trying thereby to attack the purity of the Saint’s soul by judging the brother or also by his being tempted. Having watchfulness, however, he was being vigilant, immediately his mind was enlightened and he said to his thought, “They are sinning today, I will sin tomorrow. They will repent, but I know myself to be a hard man, unrepentant, egotistical, and thus, I won’t repent. I will be punished since I am worse than these two. And what do I have to do about these careless sinners, since I am a much greater sinner and more passionate?” And speaking in this manner and putting a lock on the provocation of sin, he was saved and didn’t judge the brothers who were sinning.

He didn’t go very far and an Angel of God appeared before him having a double-edged cutless dripping blood; in other words, a knife which had cut from both sides and he says to him:

“Paphnoutios, you see this knife? Do you see that it is dripping blood?”

“I see it Angel of God.”

“With this knife I kill by taking the heads of the ones who judge their neighbors. And since you didn’t judge, you didn’t condemn those who were in fact sinning—not imagining or guessing that they were sinners, but seeing them sin with your own eyes—but you condemned yourself more, for this reason your name has been written in the book of eternal life.”

Success. His name is written in eternal life, because he didn’t judge the sinners, he didn’t condemn the sin of his brother. He would have judged if he hadn’t had watchfulness, if he hadn’t been vigilant noetically in guarding his soul. Do you see what good attention he produced? And do you see what harm he would have suffered, if he had been inattentive to the thought and allowed it to work within him! But his thought said that they were in fact sinning, he saw them. In spite of these things, however, even though the thought was spoken to him, the correct thought triumphed and thereby he escaped the shipwreck of his soul.

All of the passions have their own images, their own fantasies and their own pleasures. Murder has one image and another pleasure, gluttony has another and so many other sinful passions have others. All of the pleasures are otherwise poisons which bring about the death of the soul. We must take as our view that, if we want to clean the “inside of the cup,” the interior of the soul, our heart, this center of man, we must strive to keep watchful. We should take care to become better, that is, we should be vigilant to always have our hand on the trigger. With the first appearance of the enemy, we should shoot. As soon as an evil thought comes to us, immediately knock it down. A dirty image comes, immediately spoil it. We shouldn’t allow it to become more vivid in colors and in appearance, because thereby we will come to immediate difficulty. When the evil is struck at the root, it is impossible to sprout and to increase. When this struggle comes about with diligence, we will cleanse our soul and thereby we will be found clean and with boldness before God.

A pagan priest asked some monks:

“Does your God appear to you? Do you see Him? Does he speak to you?

The fathers said:

“No.”

The pagan says:

“If he doesn’t speak to you and doesn’t appear to you, this means that you don’t have pure thoughts. When I pray, my God answers me.

Naturally, God didn’t answer the pagan, the demons answered him, but nevertheless the fathers took it as an occasion of benefit and said:

“Indeed, the impure thoughts prevent man from communicating with God.”

Watchfulness does nothing less than cleanse the nous and the heart from every impurity. For this reason, with a little ascetical toil, watchfulness brings about the greatest spiritual results. When we strive ascetically and aren’t mindful of our thoughts, we accomplish nothing.

The Sacred Chrysostomos wrote many chapters about prayer and about wakefulness. And in the midst of them he says something very beautiful: “Prayer,” he says, “is enlightenment of the soul, true consciousness of God, a mediator between God and man, a physician of the passions, an antidote against diseases, medicine against every illness, tranquility of the soul, a guide which carries us to heaven, which doesn’t revolve around the earth, which marches towards the apse of heaven. It passes over the buildings, it passes mentally through the air, it walks above the air, it passes over the whole of the stars, it opens the gates of heaven, it surpasses the angels, it transcends the Thrones and Principalities, it passes over the Cherubim and when it has passed through all of the foundation of nature, it comes near to the unapproachable Trinity. There it worships the Divinity. There it is made worthy to become an interlocutor in the Heavenly Kingdom. Through this (the prayer), the soul, which is lifted up in the air to the heavens, embraces the Lord in an inexpressible manner, exactly as the baby embraces its mother and with tears cries loudly, desiring the enjoyment of divine milk. But it seeks the things which are necessary and receives a gift superior to all visible nature.

Prayer is our venerable representative. It gladdens the heart. It gives rest to the soul. It creates within us the fear of the punishment of hell, the desire for the Kingdom of Heaven. It teaches humility, it grants awareness of sin and in general it adorns man with every good thing, like a robe adorned with all the virtues which enfolds the soul. It brought a gift to Anna, Samuel, and it made known that Prophet of the Lord. This prayer also made Elias a zealot of the Lord. And it became a guide for the descent of the heavenly fire for the sacrifice. For while the priest of Baal was calling all day long to the idol, he, after he lifted up his voice which came from his pure heart and cried out through his mouth and his soul, the fire came down from heaven as a sign of the righteousness of his prayer. Since he was standing like an eagle over the altar with his fierce nature, he offered everything as a sacrifice. But the great servant of God, the zealot Elias, did this, as all that happened then, teaching us by the spirit, that we also crying loudly from the depths of our soul to God, should move the ineffable fire of the Holy Spirit to come down to the altar of our heart and to offer ourselves fully as a sacrifice to God.”

All of the great fathers of the Church, especially the fathers of the desert, succeeded in becoming worthy of great gifts exclusively and only with watchfulness and vision of God [theoria]. Keeping vigil all night and coming to the vision of the Light of God.

We have St. Gregory Palamas, the instructor of the desert, the instructor of neptic activity, the teacher of noetic prayer. This saint would remain enclosed in his cell for the entire week. He didn’t go outside at all. There on his knees and with hands upraised, he was vigilant about his nous and his heart and he received heavenly theology [literally “theology from above”—trans.] by the Holy Spirit. The theology which made known the Uncreated Light of the Divine Glory, of the Divine Nature.

The Uncreated Light is the glory of the Divine Nature. There was the goal and the conclusion of asceticism and of prayer. When the saints received this Light, they became all Light. And since the light floods the nous and the heart, how could they know less than the mysteries of the secrets which are known only to the angels? Through watchfulness the fathers attained to the pinnacle of the virtues and of the graces.

And we, if we are watchful, if we pray, even if we are in the world, and even if we don’t attain to similar states, no matter what, we will attain to a condition of purity. When we succeed by watchfulness in not judging our brother, this is no small achievement. We put into practice the commandment of our Christ, which is as follows: “Do not judge, that you be not judged. For with what judgment you judge, you shall be judged, and with what measure you mete, it shall be measured to you” (Matt. 7:1-2).

It is the commandment of Christ. It is not the commandment of some Saint. It is God’s. And therefore we have put into practice a Divine commandment. When we do not judge, we will not be judged. Judge, and we will be judged. Sin is widespread. Wherever we turn our eyes and our imagination, we recognize the errors of men. Therefore, if we are inattentive, without watchfulness, we will always be found in the error of violation of this evangelical commandment of not judging our neighbor.

There was a monk in some monastery. The tempter had conquered him in negligence. He didn’t do his canon, he didn’t got to church, he didn’t do his rule of prayer, and thus the fathers didn’t know him and regarded him as negligent. The hour of death came and the fathers drew near him to see something, which perhaps God would show, in order that they may be benefited. Drawing near to the dying negligent monk, the fathers saw that he was very joyful. They were perplexed and they said in their thoughts: “Look, why is he peaceful? The negligence which he had in his life doesn’t worry him? What happened to the debts which have been gathered because of sloth? His conscience doesn’t rebel? It doesn’t make him worry? He doesn’t despair?” He continued to be joyful. They compelled him to answer their question:

“Forgive us, brother, we see you doing so-so. We know and you know that you lived in negligence and sloth in monastic duties. Now you are heading to the judgment of Christ, and you should be somewhat sorry, worried, etc. But we see you otherwise, joyful, peaceful, with hope and we question; what supports this condition of yours?”

He answered them and said:

“You are right, my fathers, that’s how it is. I was negligent and didn’t do what you did, but one thing I guarded in my life: not to judge my brother. I read in the Holy Gospel, where the Lord says that the one who does not judge, will not be judged. Thus I tried, at least, not to judge. And I hope in the mercy of God that I will not be judged. For this reason I am departing with faith that God will apply his word.”

The fathers looked into it among themselves and said that in fact the brother was very clever and masterfully gained his salvation.

If we are watchful, we will not criticize. For with the offense of judging, immediately watchfulness will set up a barrier and the thought of judgment will be prevented from continuing. Then will happen what took place with Abba Paphnutios. And so we will escape from the sin of judging and of criticism of the tongue and our names will be written in eternal life. A man who keeps his tongue pure, both inner and outer, that is to say, the inner thought and the tongue, and does this in the knowledge of God, this is a guarantee that he is saved.

This spiritual attention becomes light and as light, illumines the path. And an illumined path of watchfulness is also a path to sacred confession. The attention illumines it, which urges the man to settle his account with God. And he is guided by the light of watchfulness to this great mystery and there he deposits the entire debt, all the uncleanness of sins. He enters into this bath and he comes out entirely clean. And I say that we must have much joy in our souls when we are accounted worthy to come into this bath. We must celebrate and thank the Lord who allowed this bath on earth, who allowed this authority of “binding and loosing.” Whatever things your spiritual father looses, God also looses. Whatever the representative of God forgives, the Lord also forgives.

And when the man has been judged here below, he is not judged above in the great and fearsome judgment. It is a great occasion if the man arrives as far as that. For this reason, all those who have been accounted worthy of this bath and continuously cleanse every soiling of the soul with this spiritual bath of the mystery of God, should have very great joy, because the door of Paradise will always be open. And even if death follows, there is no anxiety. “He is prepared and not disturbed.” When the man is prepared, he is not disturbed at the approach of death. He knows that it is not possible for the word of God, which gave this authority, to be wrong. We experience it as a mystery of the Church and we see it in action and in application. When the man makes sacred confession with ardent desire, with humility, and with awareness, he feels the happiness within his soul, the lightness and the elation. A vivid proof that his sins have been forgiven. And when sins are forgiven, then every anxious and uncertain fear about the next life is removed.

Our thanks to God must be unceasing. Our thanksgiving must never stop, because we are made worthy every time we want to receive this cleansing, and every time we feel a sin, immediately turn the mind to God. “I have sinned Lord, forgive me.” With this “I have sinned Lord, forgive me,” God answers: “My child, you are forgiven; the power of the law is remitted. Proceed to the application of the law.” And the application is beneath the petraheli (stole). There all the sinfulness of man is ended. Forgiveness is so easy! It is very wrong for man, when this forgiveness is so easy and so free, because of his egoism not to want to receive it, not to want to open the doors of paradise and walk eternally in the glory of God!

Many men say: “Man should call upon God because of one sin?” But this thing is wrong. Where is the love of God? Isn’t God a father?” Yes, he is a father, but when every good moment comes for him to forgive you, why do you turn your back? Why do you not receive His mercy? Why do you refuse His embrace and go far away? Why do you accept the embrace of the devil and not of God? Perhaps your god seeks money or possessions or favors and you don’t have all these things and for this reason you don’t come to let go of your debt? No.

God is very rich, as we see also in the parable of the prodigal. The prodigal wanted to depart far away. He demanded that part of the possessions which belonged to him. And God gave him what he was owed as physical gifts. He didn’t deprive him of them. However, he squandered these gifts, the spiritual possessions, living prodigally. And when he arrived at the wretched end, he came to his senses, he came to himself. For he was not himself when all the prodigality reigned. And when he came to himself he said: “How many serve my father and they enjoy the good things of His possessions, and I His child, par excellence His child, am in such misery that I graze pigs and am allotted husks! I will return; He is a Father, He will receive me. I will ask forgiveness and will say to him, do not receive me as Your child, neither restore me to the first adoption, but I will ask him to become one of His servants. And this will be a great thing.”

When he thought these things, already the Father came out from His house and waited for him with open arms. He accepted him with all his heart and all his soul. He embraced him, he kissed him, he wept from joy, because he was dead and he was restored to life, he was lost and was found. He made him His child again with all of the wealth. He forgave everything. He cleansed him of every filth. He clothed him in the original garments. In the end, he gave him everything.

The Heavenly Father also does this when one who is a sinner returns to Him. He cleanses him, washes him, he gives the original garments of baptism, he gives him sonship and makes him worthy of His Kingdom. Everything free. When the prodigal returned, he didn’t seek an account, neither did he rebuke him nor did he seek to blame him. He begins where he returned; this was sufficient for the Father. Only to say “sinner,” to leave his sins with humility, to understand his mistakes and from then on everything is loosed. But the sinful man doesn’t do this. He doesn’t return, he isn’t humbled. He holds on to his egoism. The important thing is to get to the confessional! It’s two steps. And from then on everything is finished. Yet the tears of egoism hold him. And when he comes to the hour of death and the reality of it, then he will repent and he will be remorseful, but he will be too late. In this, God respects the one who doesn’t want to humble his spirit a little.

As for Lucifer, this great battalion commander, who was in the first place of the angelic hosts, what was the cause of the fall? What was the cause of the collapse, of the transformation from angels to demons? Pride and egoism. The error came from these. And as with the angels, so also with our forebears. The fall of our forebears came about from pride and egoism. Because, before God accomplished the verdict of guilt, he approached the man Adam and said to him: ”Adam, why did you do this?’ Adam didn’t seek forgiveness, he didn’t say: “God forbid, I was wrong.” If he had done this, he wouldn’t have been turned out from Paradise and neither would we have all this banishment and suffering today. By not saying “God forbid” all this mob of evil came about. And thus now man doesn’t say “God forbid” and remains in his evil. But just say it, O God stretch out the arms of forgiveness, and he takes him in.

And again I say that because we have been made worthy to know as Orthodox Christians this mystery of sacred confession, we should have very great joy, because even if any time we fall down in some sin, into something evil, we can run immediately to correct it and to preserve the health of our souls. And when death comes, we will go to meet the Lord, cleansed, repentant, as prodigal sons returned, for our Heavenly Father accepts us and places us in the Paradise of eternal bliss which has no end, which has no conclusion to that bliss, which cannot be compared to anything earthly.

And even the Apostle Paul, who went up to the third heaven and saw the eternal good things, nevertheless was unable with his apostolic and graceful tongue to express with human words, the things of Paradise and the life above! So inexpressible is the happiness of the attainment through sacred confession.

Therefore with much yearning, with much love, with much awareness we should run to be cleansed, to be made ready and when death follows, to depart in peace. Amen.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...