
Παραμονή εκλογών, βρίσκομαι στο Αεροδρόμιο- η ώρα τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Στις τρεις και μισή πάω για επιβίβαση. Κόσμος πολύς. Στο ταξί μπήκε ένα παλικάρι.
-Καλημέρα! Πειραιά, παρακαλώ.
-Λεβέντη μου, στον ουρανό σε γύρευα, στη γη βρέθηκες!
-Γιατί το λέτε αυτό;
-Καλύτερη διαδρομή δεν θα μπορούσε να μου τύχει! Στον Πειραιά μένω και εγώ!
-Α, ωραία! Σε πάω στο σπίτι σου, ε;
-Ακριβώς. Είμαι άυπνη δεκαπέντε ώρες νομίζω πως έχω κι εγώ δικαίωμα ξεκούρασης και ύπνου.
-Δεκαπέντε ώρες οδηγείτε;
-Όχι, δεκαπέντε ώρες είμαι μέσα στο ταξί.
-Πώς αντέχεις τόσες ώρες; Και δεν φοβάσαι τη νύχτα;
-Όταν έχεις δυνατή πίστη στον Θεό, δεν φοβάσαι τίποτε, νιώθεις ασφαλής.
-Έχεις δίκιο, βλέπω και τις εικόνες σου, ακούς και τον σταθμό της Εκκλησίας. Τα λόγια σου εκπέμπουν σιγουριά. Πράγματι, έχεις τον Θεό δίπλα σου! Χαίρομαι, όταν ακούω και βλέπω ανθρώπους, που πιστεύουν δυνατά, όπως και εσύ. Δεν ήταν τυχαίο που μπήκα στο ταξί σου, ήταν θέλημα Θεού. Πιστεύεις στα θαύματα;
-Και βέβαια πιστεύω.
-Θέλεις να σου πω ένα θαύμα, που έγινε στην οικογένειά μου;
-Με μεγάλη μου χαρά!
-Εργάζομαι στο Ισραήλ, στην Ελληνική Πρεσβεία Είμαι κοντά στον Πανάγιο Τάφο του Χριστού και τώρα ήρθα, για να ψηφίσω.
-Θα μου πεις πώς σε λένε;
-Νίκο.
-Ωραία! Εμένα Ράνια.
-Χαίρω πολύ.
-Λοιπόν, Ράνια, η κουνιάδα μου δεν μπορούσε να κάνει παιδί. Πήγε σε πολλούς γιατρούς στην Κύπρο, ήρθε στην Ελλάδα, πήγε Λονδίνο, Αγγλία- όμως όλοι της είπαν ένα μεγάλο όχι δεν μπορείς να γεννήσεις παιδί. Ωστόσο είχε φτάσει σαράντα ετών. Οι προσευχές και τα τάματα αμέτρητα. Ώσπου ο καλός Θεός τη λυπήθηκε. Στα σαράντα της έμεινε έγκυος. Καταλαβαίνεις τη χαρά μας. Την προσέχαμε όλοι σαν να ήταν κάτι πολύτιμο. Μη βήξει, μη φτερνιστεί, μην κατέβει μόνη της σκαλιά, τι θα φάει- την είχαμε μη στάξει και μη βρέξει! Ώσπου ήρθε η ώρα να γεννήσει και ήμασταν όλοι κοντά της.
Στο σαλόνι που περιμέναμε έρχεται μια νοσοκόμα με έναν άγγελο στα χέρια. Ήταν τόσο όμορφο μωρό, που ομορφότερο δεν είχα ξαναδεί. Ο γιος μου δεν ήταν τόσο ωραίος, όταν μου τον έφεραν να τον δω. Την επομένη ημέρα όμως μας ήρθε η δυσάρεστη είδηση. Ο γιατρός κάλεσε τον μπατζανάκη μου στο γραφείο το και του είπε πως το παιδί γεννήθηκε με ένα νεφρό και απ’ αυτό το μισό ήταν χαλασμένο. Έπρεπε να αρχίσει αιμοκάθαρση. Η είδηση μας ήρθε κεραυνός στο κεφάλι!
Το τρέξαμε όπου μπορείς να φανταστείς, σ’ όποιον γιατρό μάς έλεγαν, εμείς τρέχαμε. Πήγαμε στο εξωτερικό, πήγαμε παντού, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε. Οι προσευχές νύχτα-μέρα δεν σταματούσαν. Όταν το παιδί έφτασε δύο ετών, η κουνιάδα μου είδε ένα όνειρο. Μη με ρωτήσεις τι. Δεν έχω καταλάβει καλά. Μου ζήτησε να έρθει στους Αγίους Τόπους, να προσκυνήσει.
Πράγματι ήρθε μαζί με το παιδί. Την έστειλα με μια ξεναγό να προσκυνήσει στον Πανάγιο Τάφο. Τι έγινε εκεί; Άκου τι μου είπαν. Όταν μπήκαν μέσα στην Εκκλησία, το μωρό έκλαιγε συνέχεια. Της λέει μια κυρία: «Γιατί κλαίει έτσι το παιδί σας;» -«Είναι άρρωστο», της απάντησε η κουνιάδα μου. Και τότε η κυρία της είπε: «-Βάλτε το παιδί σας πάνω στον Πανάγιο Τάφο και θα σταματήσει το κλάμα!»
Η κουνιάδα μου το ξάπλωσε πάνω στον Πανάγιο Τάφο. Όμως το παιδί σφάδαζε στο κλάμα. Εκείνη στεκόταν σα μαρμαρωμένη, δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω. Το παιδί είχε αρχίσει να μελανιάζει* κάποια στιγμή κατάφερε και το πήρε στην αγκαλιά της. Όμως δεν μπορούσε να αναπνεύσει και το πήγαν εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Εκεί του έβαλαν οξυγόνο. Την ίδια μέρα έφυγε για την Κύπρο.
Την επομένη το παιδί έπρεπε να πάει για αιμοκάθαρση. Εκεί, στα Ιεροσόλυμα, έχω γνωριστεί με έναν καλόγερο ασκητή, που όλο μου μιλάει για θαύματα. Όταν έφυγε η κουνιάδα μου, πήγα και τον συνάντησα και άρχισε πάλι να μου μιλάει για τον Θεό και για τα θαύματα, ώσπου ξαφνικά τον ακούω να λέει: «Πω, πω! Τι χειρουργείο ήταν αυτό! Το παιδί σφάδαζε στο κλάμα από τους πόνους!» «-Ποιο παιδί, γέροντα;» «-Το ανιψάκι σου, βρε! μου απάντησε. Άγγελοι το χειρούργησαν και του έβαλαν δύο γερά νεφρά!!!» «Α, ο γέροντας τρελάθηκε», είπα μέσα μου, «και όλα τα θαύματα που μου λέει φαντασίες του είναι». Όταν σηκώθηκα να φύγω, με χτύπησε στην πλάτη και μου είπε: «-Άντε, θα κάνεις και κόρη!»
Έφυγα λυπημένος, με τη βεβαιότητα ότι ο γέροντας είχε χάσει τα μυαλά του εκεί στην ερημιά και στη μοναξιά του. Μπήκα στο αυτοκίνητο μου να πάω στην Πρεσβεία, όταν χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η γυναίκα μου. Μου μιλούσε και έκλαιγε- δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε, μόνο μια φράση ξεχώρισα: «-Νίκο, το παιδί μας είναι καλά!» Προσπάθησα να την ηρεμήσω, για να καταλάβω τι μου λέει. Και μου είπε τα ίδια λόγια του γέροντα: «-Το παιδί μας έχει δύο γερά νεφρά!»
Έπαθα σοκ! Γύρισα πίσω και πήγα στον γέροντα. Το μυαλό μου μπερδεμένο, οι σκέψεις μου άτακτες, πετούσαν εδώ και εκεί. Έφτασα στον γέροντα και για πρώτη φορά γονάτισα μπροστά του και του φιλούσα τα χέρια. «-Είσαι άγιος!» ψιθύρισα «-Παιδί μου, μην το ξαναπείς αυτό. Άγιος είναι μόνο ο Θεός!»
Σε μια εβδομάδα μου ήρθε η επόμενη ευχάριστη είδηση. Η γυναίκα μου ήταν έγκυος. Με το: «Νίκο, αγάπη μου», που μου είπε, θυμήθηκα τα λόγια του γέροντα. «- Μη πεις τίποτα άλλο. Είσαι έγκυος!» «-Ναι, πού το ξέρεις;» «-Μου το είπε ο καλόγερος, ο φίλος μου, και είναι κοριτσάκι!»
Από το θαύμα που έγινε στο ανιψάκι μου πίστεψα πολύ βαθιά στον Θεό. Κανείς και για τίποτε αυτή την πίστη δε θα την κλονίσει. Αν κάποτε αποφασίσεις να έρθεις στα Ιεροσόλυμα, θα χαρώ να έρθεις να με βρεις, θα με ζητήσεις στην Πρεσβεία. Θα πεις θέλω το Νίκο τον Πειραιώτη.
Ωστόσο έχουμε φτάσει στον Πειραιά- εγώ δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη, αλλά ούτε και να κατέβω να βγάλω τη βαλίτσα του Νίκου από το πορτ-μπαγκάζ .
ΒΙΒΛ. ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ . ΠΟΡΦΥΡΙΑ ΜΟΝΑΧΗ
https://aoratospolemostheblog.wordpress.com
Δύο άγγελοι που ταξίδευαν σταμάτησαν να περάσουν την νύχτα σε ένα σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η οικογένεια ήταν αγενής και αρνήθηκε στους αγγέλους να μείνουν στο δωμάτιο των ξένων της βίλας.
Αντιθέτως, έδωσαν στους αγγέλους ένα μικρό μέρος σε ένα κρύο υπόγειο. Καθώς εκέινοι έφτιαχναν τα κρεβάτια τους στο σκληρό πάτωμα, ο μεγαλύτερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε. Όταν ο μικρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί, ο μεγαλύτερος απάντησε: “Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται”…
Την επόμενη νύχτα το ζευγάρι των αγγέλων ήρθε να ξεκουραστεί σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι αλλά ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ φιλόξενοι. Αφού μοιράστηκαν τη λίγη τροφή που είχαν, το ζευγάρι των αγγέλων κοιμήθηκαν στο κρεβάτι τους όπου μπορούσαν να έχουν μια ξεκούραστη νύχτα. Όταν βγήκε ο ήλιος, το επόμενο πρωί οι άγγελοι βρήκαν τον αγρότη και την γυναίκα του να κλαίνε. Η μοναδική τους αγελάδα της οποίας το γάλα ήταν το μόνο τους εισόδημα ήταν νεκρή στο λιβάδι.
Ο μικρότερος άγγελος ήταν αναστατωμένος και ρώτησε το μεγαλύτερο πως ήταν δυνατόν και άφησε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ο πρώτος άντρας είχε τα πάντα και παρόλα αυτά τον βοήθησες, τον κατηγόρησε εκείνη.Η δεύτερη οικογένεια είχε ελάχιστα και όμως ήταν πρόθυμη να μοιραστεί τα πάντα και εσύ άφησες την αγελάδα να πεθάνει… “Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται”, απάντησε ο μεγαλύτερος άγγελος.
“Όταν μείναμε στο υπόγειο της βίλας, πρόσεξα πως ήταν χρυσός αποθηκευμένος σε εκείνη την τρύπα στον τοίχο. Μια και ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο άπληστος και δεν είχε τη διάθεση να μοιραστεί την καλή του τύχη, σφράγισα τον τοίχο ώστε να μην μπορεί να βρει το χρυσό. Εχθές τη νύχτα καθώς κοιμόμασταν στο κρεβάτι του αγρότη ήρθε ο άγγελος του Θανάτου για την γυναίκα του, κι εγώ έδωσα στη θέση της την αγελάδα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.”
Μερικές φορές αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν τα πράγματα δεν έχουν το αποτέλεσμα που πρέπει. Αν έχεις πίστη, θα πρέπει να μάθεις να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις ότι το κάθε αποτέλεσμα είναι πάντα προς όφελός σου. Μπορεί να μην το ξέρεις παρά μονάχα πολύ αργότερα.
Μερικοί άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας και γρήγορα φεύγουν.
Μερικοί άνθρωποι γίνονται φίλοι και μένουν λίγο αφήνοντας όμορφα χνάρια στην καρδιά μας και εμείς δεν είμαστε ποτέ το ίδιο γιατί έχουμε κάνει έναν καλό φίλο…
Το εχθές είναι παρελθόν.
Το αύριο μυστήριο.
Το σήμερα είναι δώρο.
http://agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/6471-i-istoria-ton-dyo-aggelon.html
...Την ώρα πού μπήκα στο δωμάτιο του, ήταν εκεί οι γιατροί, πού έκαναν την καθημερινή επίσκεψη τους στους θαλάμους των ασθενών. Κατά σύμπτωση οί γιατροί εκείνοι ήταν πρώην φοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο. Έτσι, μόλις με είδαν, ήρθαν κοντά μου καί με ενημέρωσαν για την κατάσταση της υγείας του Γέροντα. Όταν τελείωσαν κι έφυγαν οί γιατροί, πήγα καί κάθησα δίπλα στο Γέροντα Ιάκωβο, ό οποίος, μόλις με είδε, μου είπε το εξής, το όποιο μ' εκανε πραγματικά ν' άνατριχιάσω,γιατί ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ.
- Δεν σε ξέρω. Πρώτη φορά σε βλέπω. Άλλα βλέπω ότι πίσω σου στέκεται ό άγγελος σου.
Με συγκλόνισε κυριολεκτικά αυτό πού μου είπε. Δεν το λέω για υπερηφάνεια, Καί πρόσθεσε: - Όλοι οι άνθρωποι έχουν άγγελο. Άλλα τον δικό σου τον είδα. Πρόσεξε να μη τον διώξεις από κοντά σου. Ανατριχιάζω ολόκληρος κάθε φορά, πού το σκέφτομαι, το ίδιο όπως την ώρα εκείνη. Κι ολοκλήρωσε ό Γέρων Ιάκωβος: -Αυτός ό άγγελος έχει κατονομασθεί την ήμερα της βαπτίσεώς σου. Από την ήμερα της βαπτίσεώς σου σε συνοδεύει καί δεν πρέπει να φεύγει από κοντά σου. Είναι αυτός, ό οποίος τελικά θα πάρει την ψυχή σου στα χέρια του καί θα την οδηγήσει την ήμερα της Κρίσεως. Κι όταν θα έρχονται οί δαίμονες καί θα λένε «αυτός έκανε εκείνο, έκανε το άλλο, διέπραξε αυτή την αμαρτία καί την άλλη», τότε ό άγγελος σου θα λέει «ναι, τα έκανε αυτά, αλλά ταυτόχρονα έκανε κι αυτό το καλό, έκανε καί το άλλο καλό». Αυτός είναι ό δικηγόρος, πού θα σε υποστηρίξει. Πρόσεξε, λοίπόν, να μην τον απομακρύνεις. Τον είδα να είναι κοντά σου. Από εκείνη την ώρα, ουδέποτε σταμάτησα να έχω την αίσθηση ότι δίπλα μου υπάρχει ένας άγγελος, ό δικός μου, προσωπικός άγγελος. Αυτό είναι ένα μέγα μήνυμα χαράς προς όλους όσους βαπτιστήκαμε Όρθόδοξοι χριστιανοί.

Διηγήθηκε η γιαγιά Λαμπρινή: «Η κόρη μου Σταθούλα είχε περάσει τα δεκαοχτώ της και ήταν καιρός για παντρειά. Άρχισαν τα προξενιά αλλά δεν μ' ανέπαυαν οι γαμπροί. Ήταν ευκατάστατοι, καλοί άνθρωποι, αλλά με σαλεμένη καθαρότητα. Εκείνα τα χρόνια δεν είχε τόσο λόγο η νύφη για την επιλογή του γαμπρού, και επειδή είχα την μέριμνα του γαμπρού, ήθελα πρώτα απ’ όλα να είναι καθαρός, αγνός. Η Σταθούλα δεν είχε κλίση για καλογερική, όπως εγώ, και έπρεπε να βρεθεί γαμπρός».
Μια μέρα το βράδυ που πήγα στο κρεββάτι να κοιμηθώ, πήρα ως συνήθως να διαβάσω ένα βιβλίο, και ήμουν στενοχωρημένη γιατί δεν βρισκόταν ο γαμπρός. Ο άνδρας μου κοιμόταν χωριστά για να μην τον ενοχλώ.
Μόλις είχε πάρει ο ύπνος τον άνδρα μου, άνοιξε το παράθυρο μόνο του, και μπήκε ο φύλακας Άγγελός μου. Πήρε το πνεύμα μου. Στο κρεββάτι μου έμεινε το σώμα μου μισοπεθαμένο. Βαδίζαμε - βαδίζαμε χωρίς να ξέρω που πάμε. Φθάσαμε στην Πρέβεζα. Μου λέει: «Μην σταματάς καθόλου. Θέλουμε να πάμε στην Λευκάδα». Εγώ δεν ήξερα που είναι η Λευκάδα.
Φθάσαμε στο νησί, πήγαμε σ’ ένα σπίτι στην εξώπορτα.
Μου λέγει ο Άγγελος:
Κάθησε εδώ και εγώ θ' ανοίξω την πόρτα. Να κοιτάς μέσα...
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και είδα ένα νέο όρθιο, με κουστούμι, με την πλάτη γυρισμένη. Γύρισε τότε να κλείσει την πόρτα, γιατί του φάνηκε ότι άνοιξε μόνη της, και τον είδα και από μπροστά. Ο Άγγελος ήταν πνεύμα, και εγώ στην αυλή και δεν μας έβλεπε...
- Σου αρέσει για γαμπρός στην κόρη σου;
- Καλός είναι αλλά είμαστε μακρυά.
- Άγγελος είναι και αυτός, όπως και εγώ.
- Άγγελο θα πάρει η κόρη μου; Άνθρωπος είναι, πώς θα πάρει Άγγελο; ( αυτός όμως εννοούσε την καθαρότητα του).
- Από τώρα δεν θα κάνεις άλλο συνοικέσιο για την κόρη σου ό,τι και να σου λένε οι άλλοι, θα περιμένεις λίγα χρόνια, λόγω κάποιων δυσκολιών, αλλά θα σου τον φέρω τον γαμπρό μόνο του και θα βρει την κόρη σου...
Ξεκινήσαμε την επιστροφή με τον ίδιο τρόπο. Πέρασαν τρία χρόνια και πήγε η κόρη μου με τον γιό μου σ’ ένα ζαχαροπλαστείο. Εκεί ήταν ο γαμπρός. Μόλις την είδε ήρθε και την ζήτησε σε γάμο. Κατάλαβα ότι ήταν αυτός που ήθελε ο Θεός. Τον δεχτήκαμε και δόξασα τον Θεό για την μεγαλοσύνη Του.
Άλλη φορά, όπως διηγήθηκε, η Παναγία της έδειξε την κόλαση και τον παράδεισο: «Το 1982 ήμουν στην σπηλιά της Αγίας Παρασκευής στου Χανόπουλου. Προσευχόμουν μέσα στην σπηλιά με άλλες γυναίκες και σκέφτηκα: «Αχ, σπηλιά, που να σ' εύρισκα, να 'ναι δική μου αυτή η σπηλιά...»
-Όχι, όχι, μου είπε μια φωνή. Η σπηλιά η δική σου είναι της Παρθένου (της Παναγίας δηλαδή).
-Που είναι αυτή η σπηλιά;
-Θα σου την βρω εγώ, αλλά μετά από καιρό.
Πέρασαν πέντε χρόνια για νάρθει ο καιρός. Εγώ στο διάστημα αυτό έψαχνα. Άκουγα για σπηλιά και έπαιρνα καμμιά γυναίκα για παρέα και πήγαινα. Το βράδυ πού γύριζα στο σπίτι και έκανα προσευχή άκουγα φωνή: «Όχι αυτού, παιδί μου. Άδικα κουράστηκες».
Μία μέρα με κάλεσε η ξαδέλφη μου στην Άρτα για δουλειά. Εκεί μίλησε για μια σπηλιά που θα πήγαινε την άλλη μέρα με άλλες γυναίκες. Αποφάσισα να πάω. Ξεκινήσαμε το πρωί στις πέντε με τα πόδια.
Μόλις φθάσαμε η σπηλιά δεν φαινόταν εξωτερικά παρά μόνο δυο τρύπες πού χωρούσες σφηνωτά. Κοντά στην είσοδο της σπηλιάς είχε και εκκλησάκι. Είχα πάρει μαζί μου λαμπάδες και κεριά. Αναρωτήθηκα: «Είναι άραγε αυτή η σπηλιά»; Και άκουσα φωνή: «Εδώ μέσα είμαι. Κράτησε μια λαμπάδα για να μπεις στην σπηλιά».
Για να ξεφύγω τις γυναίκες είπα ότι είμαι κουρασμένη και θα καθίσω λίγο να ξεκουραστώ.
Μόλις αυτές μπήκαν στο Εκκλησάκι, άναψα την λαμπάδα και μπήκα μέσα στην σπηλιά.
Ήταν μεγάλη η σπηλιά. Μέσα είδα την Παναγία καθαρά, έσκυψα και την προσκύνησα. Τότε ξέχασα τα πάντα, ήθελα να μείνω για πάντα εκεί σ' όλη μου την ζωή. Προσκυνούσα συνέχεια την Παναγία και μου είπε:
- Φθάνει. Θα δεις πολλά εδώ μέσα, θα δεις τον άλλο κόσμο. Αυτά που θα δεις εσύ, να τα ομολογήσεις σε πρόσωπα που τα αγαπάνε αυτά. Άμα βλέπεις αδιαφορία, δεν θα λες τίποτε. Και στις γυναίκες έξω αδιαφορία θα δείξεις άμα βγεις. Αν σε ρωτήσουν θα πεις πήγα να προσευχηθώ μέσα στην σπηλιά. Τώρα όμως βγες έξω αμέσως διότι σε ζητάνε. Μετά απόφευγε τις με τρόπο και ξαναμπές να συνεχίσουμε. Θα τις ετοιμάσω και εγώ εσωτερικά να δεχθούν ό,τι τους πεις.
Βγήκα έξω και τις καθησύχασα διότι με ψάχνανε και φωνάζανε. Είχε αλλοιωθεί το πρόσωπό μου από την συνάντηση με την Παναγία, το κατάλαβαν και μου έλεγαν: «Γιατί είσαι έτσι; Τι έπαθες»;
Εγώ δικαιολογήθηκα ότι φοβήθηκα λίγο στο σκοτάδι της σπηλιάς και χλώμιασα. Τους είπα ότι θα ξαναμπώ στην σπηλιά να προσευχηθώ και αυτές το δέχθηκαν. Άναψα την λαμπάδα και ξαναμπήκα. Η Παναγία με περίμενε και μου είπε: «Μη φοβάσαι τώρα. Οι γυναίκες θα σε περιμένουν, και μόλις σε δουν θα πουν: Δόξα σοι ο Θεός».
Γεροντισσα Λαμπρινή
Η προσευχή της Εκκλησίας έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε και αν ακόμη είμαστε πιο άφωνοι και από τις πέτρες, θα μπορούσε να κάνει τη γλώσσα μας πιο ελαφρά από το φτερό. Διότι, όπως ο ζέφυρος όταν φυσάει στα πανιά του πλοίου το κάνει να τρέχει πιο γρήγορα από το βέλος, έτσι και η προσευχή της Εκκλησίας όταν πέσει στη γλώσσα αυτού που την λέει, κινεί τον λόγο δυνατότερο από τον ζέφυρο.
Πόση τιμή δε έχει το πράγμα, να είναι κάποιος άνθρωπος και να συνομιλεί με το Θεό, όλοι το γνωρίζουν, αλλά να δείξουν με λόγια το μέγεθός της δεν μπορούν οι πολλοί, διότι αυτή η τιμή ξεπερνά και των Αγγέλων τη μεγαλοπρέπεια. Αυτό το γνωρίζουν οι ίδιοι οι Άγγελοι, αφού φαίνονται πως έφερναν τις δεήσεις των Προφητών στο Θεό, τους ύμνους και τις λατρείες στο Δεσπότη με φόβο πολύ, έχοντας και τα πόδια σκεπασμένα από την μεγάλη ευλάβεια.
Αλλά αν εκείνοι που πετούν και δεν ησυχάζουν καθόλου δείχνουν το φόβο που έχουν, τούτο μου φαίνεται ότι το κάνουν για να εκπαιδεύουν εμάς στον καιρό της προσευχής να λησμονούμε την ανθρώπινη φύση· και με την προθυμία και τον φόβο που έχουμε, να μη βλέπουμε, ούτε να φανταζόμαστε κανένα πράγμα τούτου του κόσμου, αλλά να μας φαίνεται πως είμαστε μεταξύ των Αγγέλων και προσφέρουμε τη λατρεία που προσφέρουν κι εκείνοι. Διότι όλα τα άλλα, τα δικά μας, είναι πολύ χωρισμένα από τα δικά τους· και η φύση και ο τρόπος ζωής και η σοφία και η φροντίδα και ό,τι άλλο· η προσευχή όμως είναι κοινό έργο των Αγγέλων και των ανθρώπων.
Αυτή η προσευχή σε ξεχωρίζει από τα άλογα ζώα, αυτή η προσευχή σε κάνει σύντροφο των Αγγέλων αυτή μπορεί γρήγορα να σε ανεβάσει στη δική τους πολιτεία, στη ζωή, στη δίαιτα, και την τιμή και την συγγένεια, και τη σύνεση και τη σοφία, και να σε κάνει να φροντίζεις όλη σου τη ζωή να βρίσκεσαι σε προσευχές και στη λατρεία του Θεού.
http://iliaxtida.wordpress.com/2013/07/22/%CE%AE-%CE%AF-%CF%8C-%CE%ACal-2/