Showing posts with label πόλεμος. Show all posts
Showing posts with label πόλεμος. Show all posts

Sunday, December 28, 2014

Όλα, πάντως, τα δαιμόνια ….συνεργάζονται μεταξύ τους


 

ΕΡ.: Πώς μας πολεμούν τα πονηρά πνεύματα;
ΑΠ.: Πρώτα-πρώτα πρέπει να ξέρετε ότι, στον δαιμονικό πόλεμο εναντίον των ανθρώπων, κάθε πονηρό πνεύμα έχει τον δικό του ρόλο. Κάθε αμαρτία γίνεται με την παρακίνηση ή και τη συνεργεία ορισμένου δαιμονίου και κάθε πάθος υποστηρίζεται από ορισμένο δαιμόνιο. Έτσι, τα ηγετικά δαιμόνια είναι οχτώ, όσα και τα θανάσιμα πάθη: της γαστριμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, της λύπης, της οργής, της ακηδίας, της κενοδοξίας, της υπερηφάνειας.



Κάθε πονηρό πνεύμα, πολεμώντας μας, ενεργεί με τους δικούς του τρόπους, ανάλογα με το πάθος που υποστηρίζει. Όλα, πάντως, τα δαιμόνια συνεργάζονται μεταξύ τους, για να μας βυθίσουν σε όσο το δυνατό περισσότερα πάθη και να μας κάνουν δούλους της αμαρτίας, ώστε να μας χωρίσουν από το Θεό και να μας οδηγήσουν στον αιώνιο θάνατο.

Βέβαια, η δύναμη των δαιμόνων δεν είναι ανεξέλεγκτη και ή δραστηριότητα τους δεν είναι απεριόριστη. Μας πολεμούν μόνο αν τους το επιτρέψει ο Θεός -και όσο τους το επιτρέψει, ποτέ πάντως πέρα από τα όρια της αντοχής μας (Α’ Κορ. 10:13)- , για να δοκιμαστούν η προαίρεσή μας, η πίστη μας και η αγάπη μας σ’Εκείνον, ή αν τους δώσουμε εμείς οι ίδιοι το δικαίωμα με την αμέλειά μας, τη ραθυμία μας, την απροσεξία μας και, προπάντων, την υπερηφάνειά μας.

Τα πονηρά πνεύματα μας πολεμούν με πολλούς τρόπους. Με ποιούς;

Πρώτον, με τους εμπαθείς λογισμούς, με τους οποίους αιχμαλωτίζουν το νου, τον σκοτίζουν και τον πειθαναγκάζουν να συναινέσει στην αμαρτία.
Δεύτερον, με τα πάθη, που υπάρχουν μέσα μας, από τα οποία παίρνουν τις αφορμές για να υποκινήσουν τους εμπαθείς λογισμούς.
Τρίτον, με τις σωματικές αισθήσεις -την ακοή, την αφή, τη γεύση, την όσφρηση και, προπάντων, την όραση- μέσ’ από τις οποίες, σαν από πόρτες, περνούν στη ψυχή ποικίλα εξωτερικά ερεθίσματα, που ξεσηκώνουν τα πάθη μας και μας σπρώχνουν στην αμαρτία.
Τέταρτον, με άλλους ανθρώπους, τους οποίους βάζουν είτε να μας κατατρέχουν και να μας αδικούν είτε να μας παρασύρουν στην αμαρτία.
Πέμπτον, με θλίψεις, βάσανα και αρρώστιες.

Μας πολεμούν και με άλλους τρόπους τα πονηρά πνεύματα, αλλά οι κυριότεροι είναι αυτοί οι πέντε. Όπως κι αν μας πολεμούν, πάντως, καθόλου δεν μπορούν να μας βλάψουν, εφόσον με τα θεία Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος έχουμε λάβει τη χάρη και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, εφόσον έχουμε βαθιά πίστη στο Θεό και εφόσον αγωνιζόμαστε για την τήρηση των εντολών Του με σταθερότητα και ανδρεία, με ταπεινοφροσύνη και υπομονή, με προσευχή και νηστεία, με τακτική Εξομολόγηση και συχνή θεία Κοινωνία.

(Γέροντος Ευστρατίου, «Απαντήσεις σε ερωτήματα Χριστιανών», Ι. Μ. Παρακλήτου, 2008)

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/06/25/

Thursday, November 27, 2014

Πόλεμος καί αἰσχρολογία ( Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς )



Μά ὁ πονηρός διάβολος, πού γεμίζει τά στόματα τῶν ἀνθρώπων με αἰσχρολογίες, βάλθηκε νά πολεμήσει καί τό Νήφωνα μ’ αὐτόν τόν τρόπο. Ἐκεῖνος ἀγωνιζόταν μέ τήν προσευχή ν’ ἀποδιώξει τό φοβερό κακό. Καί μιά φορά, μόλις ἀποκοιμήθηκε, βλέπει στ’ ὄνειρό του τόν ἅγιο πρωτομάρτυρα Στέφανο.
-Χαῖρε, δοῦλε τοῦ Θεοῦ Νήφων! τοῦ λέει. Καλή εἶναι ἡ ζωή σου, μόνο πού τή μολύνεις μέ βρισιές καί λόγια αἰσχρά. Σοῦ ὑπόσχομαι ὅμως, παιδί μου, πώς, ἄν πολεμήσεις μέ ἀνδρεία τό δαιμόνιο τῆς αἰσχρολογίας, ἐγώ θά εἶμαι στό πλευρό σου, βοηθός σου καί συναγωνιστής σου.
Ὁ Νήφων ξύπνησε καί μουρμούρισε ἀναστενάζοντας:
-Ἀλίμονό σου, ἄκαρπη κι ἀκάθαρτη ψυχή! Ἀκόμα καί οἱ ἅγιοι νοιάζονται γιά τό ἄθλιο κατάντημά σου, ἐνῶ ἐσύ ζεῖς μέ φοβερή ἀμέλεια.
Σηκώθηκε ἀμέσως, πῆρε μαζί του μιά λαμπάδα καί κίνησε γιά τό ναό τοῦ ἁγίου Στεφάνου. Ἄναψε τή λαμπάδα μπροστά στήν εἰκόνα του καί προσευχήθηκε ὥρα πολλή μέ δάκρυα, ζητώντας τή βοήθειά του.
Φεύγοντας, πῆρε ἀπό τό δρόμο μιά μικρή πέτρα καί τήν ἔβαλε στό στόμα του, λέγοντας στόν ἑαυτό του:
-Τρῶγε πέτρες, αἰσχρέ, γιά νά μή βρίζεις τούς ἀνθρώπους! Ἐκείνη τήν πέτρα τήν κράτησε πολλές μέρες μέσα στό στόμα του, ἐμποδίζοντάς τον νά αἰσχρολογεῖ.
Ἄν ποτέ ξεχνιόταν καί ξεστόμιζε καμιά βρισιά, πήγαινε παράμερα καί χτυποῦσε τό στόμα του μ’ ὅλη του τή δύναμη, λέγοντας:
-Ἀκάθαρτε, κανείς μέχρι τώρα δέν σέ τιμώρησε ἔτσι, γι’ αὐτό ἀποθρασύνθηκες. Τώρα θά σέ σωφρονίσω ἐγώ!
Κι ἄν τύχαινε νά ὀργιστεῖ μέ κάποιον ἄνθρωπο καί νά τόν βρίσει, πήγαινε πάλι σέ τόπο μοναχικό καί γρονθοκοποῦσε τό σῶμα του, λέγοντας:
-Ἀθυρόστομε! Δέν φτάνει πού ὁ λογισμός σου κινεῖται ἀνεξέλεκτος πρός τήν ὀργή, βρίζεις κιόλας τόν ἀδελφό σου, κι ἀνοίγεις χάσμα μίσους ἀνάμεσα σ’ ἐκεῖνον καί σ’ ἐσένα; Ἔννοια σου, καί θά σοῦ μάθω ἐγώ πραότητα καί σιωπή! Ὄχι νά γίνεσαι θηρίο ἀπό τό θυμό καί νά βρίζεις..
Ἐπιπλέον ἔβαλε κανόνα νά δίνει κάθε μέρα σαράντα ραπίσματα στό πρόσωπό του.
Ἔλιωνε ἀπ’ τό κακό του ὁ διάβολος, βλέποντας τό Νήφωνα νά πολεμάει τόσο σκληρά, καί τοῦ ἔλεγε μέ πονηρία:
-Ἄθλιε, δέν λυπᾶσαι τό ἴδιο σου τό πρόσωπο, πού εἶναι φτιαγμένο «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ»; Πῶς τό χτυπᾶς ἔτσι ἀνελέητα; …..
-Βρωμιάρη, ἤρθες κι ἐδῶ, γιά νά μοῦ πεῖς τί θά κάνω στόν ἑαυτό μου; Ἄχ! Ἄς εἶχες κι ἐσύ σάρκα, κι ἄς ἔπεφτες στά χέρια μου…. Καί τότε θά σοῦ ἔδειχνα πῶς περιποιεῖται ὁ Νήφων…. Οἱ ἄρχοντες δέν ἔχουν ἀξουσία νά τιμωροῦν τούς κακούς δούλους τους; Γιατί κι ἐγώ νά μήν τιμωρήσω τό δικό μου δοῦλο; Δοῦλος μου εἶναι τό σῶμα μου. Παρανομεῖ καί τό τιμωρῶ!
Ὁ πονηρός δέν ἤξερε τί ν’ ἀποκριθεῖ κι ἔφευγε.
Ἐπειδή ὅμως γιά λίγο μόνο ὑποχωροῦσε κι ἔπειτα ξανάρχιζε σκληρότερα τόν πόλεμο, ὁ μακάριος Νήφων ἔγινε πιά ἀμείλικτος μέ τό σῶμα του: Γρονθοκοπιόταν μέ μανία, ἐνῶ τά ραπίσματα ἔφταναν στά ἑκατό καί στά διακόσια κάθε μέρα.
Ἦταν ἕνα παράδοξο θέαμα: Μάρτυρας, πού ἀθλοῦσε καί βασανιζόταν φρικτά χωρίς τύραννο, χωρίς δήμιο!
Ἀπό τά πολλά πού ἔκανε στή σάρκα του, ἔρεψε κυριολεκτικά. Προπαντός τό πρόσωπό του παραμορφώθηκε ἀπό τά πολλά χτυπήματα καί τόν πονοῦσε ἀφόρητα. Ἔβλεπες ἕνα ζωντανό νεκρό, πού μέ δυσκολία ἔσερνε τά πόδια του καί συχνά σωριαζόταν λιπόθυμος στή γῆ. Ὅταν ὅμως συνερχόταν, ἔλεγε στόν ἑαυτό του:
-Ἀλίμονό σου, ταλαίπωρε Νήφων! Ἄν αὐτό τόν μικρό πόνο δέν ὑποφέρεις, πῶς θ’ ἀντέξεις τήν αἰώνια φωτιά τῆς γέενας;….. Μή χάνεις ὅμως τό θάρρος σου! Γιατί «εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρᾳ καί ἡμέρᾳ»9.
Στό σημεῖο αὐτό θ’ ἀναφέρω κάτι θαυμαστό, πού μοῦ ἀποκάλυψε ὁ ἴδιος**. Εἴχαμε ,βλέπετε, στενό πνευματικό σύνδεσμο, γι’ αὐτό καί δέν μοῦ ἔκρυβε τίποτα.
Πήγαινα συχνά καί τόν ἔβλεπα. Κι ὅταν ἀλλάζαμε τόν ἀσπασμό τῆς ἀγάπης, μιά ἄρρητη εὐωδία, πού ἐρχόταν ἀπό τό πρόσωπό του, μέ τύλιγε καί μέ μεθοῦσε. Τί ἦταν αὐτή ἡ γλυκύτατη εὐωδία; Γιά πολύ καιρό δέν τολμοῦσα νά τόν ρωτήσω. Μιά μέρα ὅμως δέν ἄντεξα:
-Γιά τόν Κύριο, εἶπα δειλά, κάτι θά σέ ρωτήσω καί, σέ παρακαλῶ, μή μοῦ κρύψεις τήν ἀλήθεια.
-Ρώτησε ἐσύ, ἀποκρίθηκε, κι ἄν πρέπει νά σοῦ πῶ, θά τό μάθεις. Ἀλλιῶς ὄχι.
-Πές μου, γιατί ἀπό τό πρόσωπό του ἔρχεται τόση εὐωδία;
-Ἡ πίστη σου σέ κάνει νιώθεις αὐτή τήν εὐωδία. Ἐγώ ξέρω πώς εἶμαι ὁλόκληρος μιά δυσωδία.
Ἡ ὑπεκφυγή του μέ λύπησε. Καθώς ἐπέμενα λοιπόν νά μάθω τήν πραγματικότητα, μοῦ λέει:
-Δῶσε μου ὑπόσχεση πώς δέν θά τ’ ἀποκαλύψεις σέ κανένα, καί θά σοῦ πῶ.
-Σοῦ τό ὑπόσχομαι.
-Ἄκου, λοιπόν: Στίς ὧρες τοῦ πειρασμοῦ, ὅταν χτυπάω τόν ἑαυτό μου, ἔρχεται ἄγγελος, σταλμένος ἀπό τόν Κύριο, μ’ ἕνα θυμιατήρι. Μέ θυμιάζει συνέχεια. Τόσο πολύ μέ συνεπαίρνει τότε ἡ εὐωδία τοῦ οὐράνιου αὐτοῦ θυμιάματος, πού δέν νιώθω τόν πόνο. Ἀντίθετα μάλιστα, ἡ ψυχή μου, εὐφραίνεται καί χαίρεται ὑπερβολικά ἀπό τήν ἀγγελική ἐπίσκεψη καί τήν ἄρρητη εὐωδία. Αὐτή ἀκριβῶς σέ τυλίγει, ὅταν μέ πλησιάζεις.
Ἔμεινα ἔκπληκτος μέ τήν ἀποκάλυψη τοῦ ὁσίου καί δόξασα τόν φιλάνθρωπο Θεό γιά τό θαῦμα Του.


Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος

Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

(σελ.37-40)

Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου

Thursday, February 7, 2013

«Ὁ πόλεμος που ἄναψε ὁ Χριστός» ( ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου )






«Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΟΥ ΑΝΑΨΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ»
Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου
ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα”
τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Ἀπό τό βιβλίο «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ»

Συλλογίσου, ἀγαπητέ, τό νοητό πόλεμο, πού ἦρθε ν’ ἀνάψει στόν κόσμο ὁ Κύριός μας, ὅπως λέει ὁ Ἴδιος: «Οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλά μάχαιραν» (Ματθ.10, 34). Σ’ αὐτόν τόν πόλεμο δές τό λυτρωτή μας Ἰησοῦ σάν ἕνα ἀρχιστράτηγο καί βασιλιά πολύ ἔνδοξο καί δυνατό, σοφό κι ἀξιαγάπητο, συντροφιασμένο μ’ ὅλους τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους. Ἕνα βασιλιά, πού δέν θέλει νά ἐπιβαρύνει τό λαό του μέ φόρους καί χαράτσια γιά νά πλουτίσει ὁ ἴδιος, ἀλλά γίνεται αὐτός φτωχός γιά νά πλουτίσει ἐκείνους. Συλλογίσου τόν Ἰησοῦ μας σάν ἕνα βασιλιά, πού ἔχει ὅλα τά προνόμια καί τά χαρίσματα τόσο τῆς θεϊκῆς ὅσο καί τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, καί τά προσφέρει γιά τό καλό τῶν ὑπηκόων του. Γιατί ὁ Χριστός ὄχι μόνο σάν Θεός ἀλλά καί σάν ἄνθρωπος εἶναι Βασιλιάς τῶν βασιλευόντων καί Κύριος τῶν κυριευόντων, ὅπως τό βεβαιώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Ἀποκάλυψη: «Καί ἔχει ἐπί τό ἱμάτιον καί ἐπί τόν μηρόν αὐτοῦ ὄνομα γεγραμμένον, Βασιλεύς βασιλέων καί Κύριος κυρίων» (19, 16).


Ὕστερα ἀπ’ αὐτά σκέψου, ὅτι ὁ Βασιλιάς αὐτός καλεῖ στόν πόλεμο ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί σένα προσωπικά. Μᾶς προσκαλεῖ γιά νά πολεμήσουμε τούς ἐχθρούς μας, δηλαδή τή σάρκα, τόν κόσμο καί τόν διάβολο. Στόν πόλεμο αὐτό ὁ Βασιλιάς πηγαίνει μπροστά ἀπ’ ὅλους, ὅπως εἶναι γραμμένο: «Ἐγώ ἔμπροσθέν σου πορεύσομαι καί ὅρη ὁμαλιῶ, θύρας χαλκᾶς συντρίψω καί μοχλούς σιδηρούς συγκλάσω καί δώσω σοι θησαυρούς σκοτεινούς, ἀποκρύφους, ἀοράτους ἀνοίξω σοι» (Ἡσ. 45, 2-3). Σ’ όλη τή διάρκεια τοῦ πολέμου, εἶναι ὁ πρῶτος πού ἀντιμετωπίζει τούς κινδύνους καί δέχεται τίς πληγές στίς μάχες. Μόλις ὅμως τελειώσει ὁ πόλεμος, ἡ νίκη καί τά στεφάνια καί τά λάφυρα ἀνήκουν ὅλα στούς στρατιῶτες.
Ἦρθε λοιπόν ὁ Κύριος στή γῆ. Ζώντας μέσα στή φτώχεια, στίς θλίψεις, στήν καταφρόνηση, καί πεθαίνοντας τελικά μέ σταυρικό θάνατο, νίκησε καί τούς τρεῖς ἐχθρούς μας.
  • Νίκησε τόν κόσμο, γι’ αὐτό καί ἔλεγε: “Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τόν κόσμον” (Ἰω. 16, 33).
  • Νίκησε τόν διάβολο, γι’ αὐτό καί ἔλεγε: “Νῦν κρίσις ἐστί τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω” (Ἰω.12, 31)
  • Νίκησε καί τή σάρκα, γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγε: “Ὁ Θεός τόν ἑαυτοῦ Υἱόν πέμψας ἐν ὁμοιώματι σαρκός ἁμαρτίας καί περί ἁμαρτίας, κατέκρινε τήν ἁμαρτίαν ἐν τή σαρκί” (Ρωμ. 8, 3).
Ἔτσι ἀκολούθησαν ἀναρίθμητες ψυχές στά θριαμβευτικά ἴχνη τῶν παραδειγμάτων τοῦ Κυρίου, καί ἀφοῦ πολέμησαν τούς ἐχθρούς πού ἀναφέραμε, τώρα θριαμβεύουν μαζί Του στόν παράδεισο.
Ὤ, τί νόμος παράδοξος γιά πόλεμο! Στούς ἐπιγείους πολέμους οἱ στρατιῶτες πολεμοῦν καί ὁ βασιλιάς ἡσυχάζει. Ἀλλά τά ὀφέλη ἀπό τή νίκη τά καρπώνεται ὁ βασιλιάς. Στόν πνευματικό πόλεμο, ἀντίθετα, πρῶτος πολεμάει ὁ Βασιλιάς καί ἀκολουθοῦν οἱ στρατιῶτες. Ἀλλά τά ὀφέλη εἶναι τῶν στρατιωτῶν!
Τώρα ἐσύ τί κάνεις; Ἀνταποκρίνεσαι στό κάλεσμα τοῦ Κυρίου γι’ αὐτό τόν πόλεμο; Ὁ πόλεμος εἶναι σύντομος, μά ἡ νίκη καί ἡ ἀπόλαυση αἰώνια. Οἱ ἐχθροί πού θέλει νά ὑποτάξει ὁ Ἰησοῦς, εἶναι ἐχθροί περισσότερο δικοί σου παρά δικοί Του. Γιατί Ἐκείνου δέν μποροῦν νά Τοῦ στερήσουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν τούς νικήσεις.
Σήκω λοιπόν καί πάρε μιά σταθερή ἀπόφαση ν’ ἀκολουθήσεις πιστά τόν Κύριο καί νά Τόν μιμηθεῖς σέ ὅλα. Νά ντραπεῖς γιά τήν προηγούμενη ζωή σου, πού ἦταν ἀντίθετη στή ζωή τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή εἶχες ἐχθρούς τους φίλους Ἐκείνου – τή φτώχεια καί τούς φτωχούς, τίς θλίψεις καί τούς θλιμμένους, τίς καταφρονήσεις καί τούς καταφρονεμένους – κι ἐμοίασες ἔτσι περισσότερο στόν Ἑωσφόρο, τόν ἀρχηγό τῶν κολασμένων, παρά στό δεσπότη Χριστό, τόν ἀρχηγό τῶν σωσμένων. Ἄλλαξε ἀπό τώρα τακτική. Κάνε φίλους ὅσους εἶχες μέχρι σήμερα ἐχθρούς. Καί κάνε ἐχθρούς ὅσους εἶχες μέχρι σήμερα φίλους, στρέφοντας ἐναντίον τους ὅλα τά πνευματικά ὅπλα γιά νά τούς νικήσεις.
Ἐπειδή ὅμως ἡ νίκη, πού ἀκολουθεῖ τό νοητό αὐτό πόλεμο, δίνεται ἀπό τόν Κύριο – ὅπως εἶναι γραμμένο: “ἵππος ἑτοιμάζεται εἰς ἡμέραν πολέμου, παρά δέ Κυρίου ἡ βοήθεια” (Παρ. 21, 31)-, παρακάλεσε τόν Κύριο νά σέ φωτίσει μέ τή Χάρη Του, ὥστε νά βλέπεις μέ ἄλλα μάτια τούς σταυρούς καί τά βάσανα πού σοῦ στέλνει. Ζήτησέ Του νά σοῦ δίνει δύναμη, γιά νά ὑπομένεις τίς δυσκολίες ἀγόγγυστα καί πρόθυμα, σάν μιμητής καί ἀκόλουθός Του. Νά σκέφτεσαι, πώς ὅλες οἱ δοκιμασίες εἶναι πολύτιμες καί ἀξιοζήλευτες, γιατί εὐλογήθηκαν μέ τό παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ. Κι ἄν στήν προσωρινή αὐτή ζωή μιμηθεῖς τόν Ἰησοῦ ὑπομένοντας τίς θλίψεις, θά Τόν ἀπολαύσεις ἀργότερα γιά πάντα, καί θά εὐφραίνεσαι μαζί Του στήν Αἰώνια Βασιλεία Του, ὅπως λέει ὁ θεῖος Παῦλος: “εἰ ὑπομένομεν, καί συμβασιλεύσομεν” (Β΄ Τιμ. 2, 12).
Συλλογίσου τώρα, ἀγαπητέ, ὅτι τριῶν εἰδῶν ἄνθρωποι ἀκολουθοῦν τό Χριστό στόν πόλεμο αὐτό.
Στήν πρώτη τάξη ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού Τόν ἀκολουθοῦν μόνο μέ τό λογισμό. Αὐτοί στέκονται ἀπό μακριά, θαυμάζουν τό μεγαλεῖο του πολέμου, ἀλλά δέν παίρνουν ποτέ ἀπόφαση νά πιάσουν τά ὅπλα, νά πολεμήσουν καί νά νικήσουν. Δηλαδή δέν θέλουν νά μιμηθοῦν τό παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νικημένοι ἀπό τήν ψυχρότητα καί τήν ἀπραξία.
Στή δεύτερη τάξη ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού πιάνουν τ’ ἅρματα καί βγαίνουν στόν πόλεμο, ἀλλά πολεμοῦν ὅπως τούς ἀρέσει. Μεταχειρίζονται ὅλα τά πολεμικά μέσα, πού θεωροῦν οἱ ἴδιοι σωστά καί ὄχι ἐκεῖνα πού εἶναι σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Θέλουν νά πηγαίνουν μπροστά ἀπό τόν Κύριο, ὄχι νά Τόν ἀκολουθοῦν. Καί νομίζουν ὅτι θά νικήσουν τά πάθη τους καί τό διάβολο μέ τήν ἀναπαυτική ζωή, τήν ἰδιορρυθμία καί τήν ὑπερηφάνεια.
Στήν τρίτη τάξη ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, πού, μολονότι γνωρίζουν ὅτι καί τό καλό τῆς ψυχῆς τους καί ὅλη ἡ δόξα πού μπορεῖ ν’ ἀποδοθεῖ στό Θεό βρίσκονται στή μίμηση τοῦ παραδείγματος τοῦ Χριστοῦ, ἐντούτοις δέν προχωρᾶνε στόν πόλεμο παρά μόνο μέ τίς συμβουλές καί ὁδηγίες τῶν πνευματικῶν τους πατέρων, κόβοντας ἔτσι τό θέλημά τους.
Ἡ πρώτη τάξη εἶναι ψυχρή καί ἀργή. Ἡ δεύτερη εἶναι χλιαρή καί ὀκνηρή. Ἡ τρίτη εἶναι θερμή καί ἐπιμελής.
Τώρα ἐσύ, ἀδελφέ, σέ ποιά τάξη ἀνήκεις;
Ἄν εἶσαι στήν πρώτη, ἀλλοίμονο σέ σένα! Γιατί, ἀπό τήν ὥρα πού ἔλαβες τό βάπτισμα, ἔταξες στό Θεό νά πολεμήσεις τά πάθη σου καί τό διάβολο. Ἐσύ ὅμως στέκεσαι μακριά, ἀργός. Δέν πιάνεις τά ὄπλα νά πολεμήσεις. Καί ξεχνᾶς, ταλαίπωρε, πώς ἄν δέν πολεμήσεις καί νικήσεις τούς ἐχθρούς ἐδῶ, αὐτοί θά σέ θανατώσουν αἰώνια. Δέν γνωρίζεις, ὅτι χωρίς ἀγώνα δέν κερδίζονται ἔπαθλα καί βραβεῖα; Ποιός νίκησε ποτέ κοιμισμένος ἤ ἄπρακτος; Ἤ ποιός μέ τρυφές καί ξεφαντώματα στεφανώθηκε; “Τίς καθεύδων τρόπαιον ἔστησεν; ἤ τίς τρυφῶν καί καταυλούμενος κατεκοσμήθη στεφάνοις;”, Λέει ὁ Μέγας Βασίλειος.
Ἄφησε λοιπόν τήν ὀκνηρία, ἀγαπητέ, πιάσε τ’ ἅρματα καί πολέμησε τούς θανάσιμους ἐχθρούς σου. Μήν κάθεσαι ἀμέριμνος, βλέποντας τούς ἄλλους νά πολεμοῦν, γιά νά μήν ἀκούσεις κι ἐσύ ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ Μωϋσῆς στίς φυλές Γάδ καί Ρουβήν: “Οἱ ἀδελφοί ὑμῶν πορεύονται εἰς τόν πόλεμον, καί ὑμεῖς καθήσεσθε αὐτοῦ;” (Ἀριθ. 32, 6).
Ἄν πάλι ἀνήκεις στή δεύτερη τάξη, τότε οὔτε θερμός εἶσαι οὔτε ψυχρός, ἀλλά χλιαρός. Γι’ αὐτό τόν ἄνθρωπο λέει ὁ Θεός στήν Ἀποκάλυψη: “Ὅτι χλιαρός εἶ καί οὔτε ζεστός, οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματος Μου” (3, 16). Κι αὐτό θά γίνει τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὅταν ὁ Κύριος θά πεῖ σ’ ὅλους τούς πνευματικά νωθρούς τά φοβερά τοῦτα λόγια: “Οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τήν ἀνομίαν” (Ματθ. 7, 22). Γιατί ὅμως θά πεῖ καί σέ σένα τά ἴδια;
Γιατί θέλεις μέν τήν ἀρετή, ἀλλά χωρίς κόπο. Θέλεις νά κάνεις τό καλό, ἀλλά δέν θέλεις νά λυπήσεις τόν κόσμο. Θέλεις νά κόψεις τίς κακές σου συνήθειες, ἀλλά δέν θέλεις νά πιεστεῖς. Θέλεις νά ὑπηρετεῖς τό Θεό, ἀλλά μόνο μέ λόγια. Κοντολογῆς, θέλεις ταυτόχρονα μέ τό ἴδιο μάτι νά βλέπεις καί τόν οὐρανό καί τή γῆ. Κι ἄν ποτέ ἀποφασίσεις νά νικήσεις κανένα ἐλάττωμα ἤ πάθος σου, πιάνεις τά ὅπλα καί πολεμᾶς ὅπως σοῦ ἀρέσει, κατά τό θέλημά σου καί τή φαντασία σου. Θέλεις νά διώξεις τό πάθος πού σέ πειράζει λιγότερο, καί ἀφήνεις ἐκεῖνο πού σ’ ἔχει κυριεύσει περισσότερο.
Ὁ Χριστός σέ καλεῖ νά μεταβάλεις τόν ἑαυτό σου, κι ἐσύ ἀλλάζεις μόνο τήν ἐξωτερική σου στάση, χωρίς ν’ ἀνακαινίζεσαι ἐσωτερικά. Δέν φτάνει ὅμως νά πολεμάει κανείς, ἀλλά πρέπει νά πολεμάει σωστά καί οὐσιαστικά: “Ἐάν δέ καί ἀθλῇ τις οὐ στεφανοῦται, ἐάν μή νομίμως ἀθλήσῃ” (Β΄ Τιμ. 2, 5).
Νά ντραπεῖς λοιπόν γιά τήν ἀκαταστασία καί τή ρηχότητά σου. Κι ἀπό δῶ καί πέρα ν’ ἀφήσεις ὁλόκληρο τόν ἑαυτό σου στά χέρια τοῦ Κυρίου, κάνοντας πάντα τό δικό Του θέλημα καί λέγοντας μ’ ὅλη σου τήν καρδιά: “Ἀκολουθήσω Σοι ὅπου ἐάν ἀπέρχῃ, Κύριε” (Λουκ. 9, 57).


ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Τῼ ΘΕῼ ΔΟΞΑ!



ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ

Wednesday, November 14, 2012

Ο πόλεμος κατά των παθών ( Γέροντος Εφραίμ Φιλοθείτου )




ΟΜΙΛΙΑ Ι΄
Ο πόλεμος κατά των παθών

Ευλογημένα μου παιδιά,
Λέγουν οι πατέρες ότι η καρδιά του ανθρώπου είναι μπλεγμένη με τις ρίζες των παθών, που είναι ακανθώδεις, και την έχουν «γαντζώσει» για τα καλά. Μόλις, λοιπόν, επιχειρήση ο άνθρωπος με την φώτιση του Θεού να ξερριζώση ένα πάθος (ουσιαστικά να μεταμορφώση ένα πάθος) , να αρχίση να βγάζη τα ριζίδια ,να τα πιάνη με την τσιμπίδα και να τα τραβάη, ξερριζώνοντας το πάθος σκίζει και την καρδιά! Σχιζομένη δε η καρδιά βγάζει αίμα και πονάει. Αν δεν κάνη ο άνθρωπος υπομονή στον πόνο, σταματάει εκεί και εγκαταλείπει τον αγώνα και μένει εμπαθής και αμαρτωλός. Αν όμως κάνη υπομονή στον πόνο, την βγάζει τη ρίζα του πάθους και απαλλάσσεται.
Γι’ αυτό και οι άγιοι πατέρες με την άσκησί τους, με την φώτιση του Θεού, με την προσευχή κ.λ.π. αγωνίστηκαν και πίεσαν τον εαυτό τους και ξερρίζωσαν σιγά-σιγά τις ριζίτσες των παθών∙ μία-μία τις έβγαλαν και έφθασαν στην απάθεια. Και μετά δεν επολεμούντο ούτε από υπερηφάνεια, ούτε από κενοδοξία, ούτε από φθόνο, ούτε από λογισμούς βρώμικους, ούτε από μίσος κ.α.
Βλέπουμε τους αγίους να κάνουνε θαύματα και να μην υπερηφανεύωνται καθόλου. Και λες: «Μα, πως δεν υπερηφανεύοντο αυτοί οι άνθρωποι∙ εμείς το παραμικρό κάνουμε και αμέσως φουντώνει το κερατάκι και μου λέγει: “ Ω, είσαι μεγάλος, είσαι τρανός, εσύ έκανες αυτό το έργο, που άλλος δεν το κάνει∙ εσύ είσαι πιο φωτισμένος, εσύ έχεις πιο πολλή αγωνιστικότητα” κ.λ.π.». Και σου φουσκώνει τώρα το «εγώ» και προσπαθεί ο διάβολος αυτός να σου κλέψη το κέρδος της προσπάθειας που έκανες. Όταν κενοδοξή ο άνθρωπος για το έργο που κάνει, χάνει το μισθό του. Μένει η εξωτερική πράξι. Αν μετανοιώση, ξαναπαίρνει το κέρδος . Αλλά πώς θα πάρη το κέρδος; Με την αυτομεμψία, με την αυτοκατηγορία.
Ένας Πατριάρχης Αλεξανδρείας, Θεόφιλος λεγόμενος, πήγε στο όρος της Νιτρίας στην Αίγυπτο, όπου ήταν οι πιο διάσημοι ασκητές. Ω φημισμένο όρος της Νιτρίας! Πήγε στον Πρώτο του όρους, στον πιο πνευματικό και προοδευμένο γέροντα και του λέει:
«Πάτερ, τι περισσότερο βρήκες εσύ γενόμενος μοναχός και κατοικώντας σ’ αυτό εδώ το όρος; Ποια είναι η μεγαλύτερη αρετή που βρήκες και ποια είναι αυτή που αξίζει πάνω απ’ όλες τις αρετές;».
Απάντησε εκείνος: «Βρήκα την αυτομεμψία, δηλαδή το να κατηγορώ τον εαυτό μου και να ρίχνω το βάρος επάνω μου ότι εγώ φταίω “ Το μέμφεσθαι εαυτόν”.
Ο Μέγας Αντώνιος λέγει: «Αν ο άνθρωπος ρίξη το βάρος επάνω του, βρίσκει ανάπαυσι. Την στιγμή που θα το ρίξη στον άλλον, θα βρη ταραχή μέσα του».
Δοκιμάστε το σε μία περίπτωσι, σ’ έναν πειρασμό. Πέστε ότι έφταιξε εκείνος, ο άλλος… Αισθάνεσθε ταραχή, ανακατωσούρα μέσα σας, στενοχώρια! Άπαξ και πης: «Δεν φταίει ο άλλος, εγώ φταίω∙ τι μιλάω τώρα γι’ άλλον, ξέχασα ποιος είμαι εγώ; Εγώ έκανα εκείνο, εκείνο, εκείνο… επομένως να μη μιλάω καθόλου». Ωπ! Σαν να προσγειώνεσαι σε στέρεο έδαφος και δεν φοβάσαι μην πέσης. Ενώ προηγουμένως ήσουν ψηλά και έλεγες: «Από δω θα πέσω, από κει θα πέσω» και είχες φόβο και ταραχή. Άπαξ και έπεσες χαμηλά και πάτησες σε στέρεο έδαφος, δεν φοβάσαι.

Όταν έρχωμαι σε μία διένεξι μ’ έναν άνθρωπο και ο εαυτός μου μου φέρνει αντίσταση, μου λέει ο λογισμός : «Αυτός έφταιξε, αυτός θύμωσε, αυτός μου μίλησε , αυτός πρέπει να ταπεινωθή. Αν μου μιλούσε τέλος πάντων πιο οικονομικά και πιο απαλά, εγώ θα έκανα υπομονή και δεν θα σκανδαλιζόμουν. Άρα φταίει αυτός». Να το πάθος του εγωισμού. Πρέπει να αντισταθούμε και να πούμε: «Όχι, όχι∙ αν εγώ δεν είχα εγωισμό ,δεν θα πειραζόμουν . Άρα εγώ φταίω, δεν φταίει ο αδελφός. Αν είχα ταπείνωσι, θα σκεπτόμουν ότι στεφάνι μου προξενείται κι ότι ο καυστήρας του Ιησού είναι αυτός ο άνθρωπος , γιατί καυτηριάζει το πάθος μου, για να γίνω υγιής! Άρα με ευεργετεί τώρα καυτηριάζοντας το πάθος μου. Είναι ευεργέτης μου! Πρέπει να τον αγκαλιάσω, πρέπει να τον αγαπώ, πρέπει να του κάνω και προσευχή που μου έκανε αυτό το καλό, που μου φανέρωσε τι έχω! Διότι αν δεν μου έλεγε αυτόν τον λόγο, κι αν δεν γινόταν ο πειρασμός, εγώ δεν θα ήξερα πόσο εγωισμό είχα μέσα μου και δεν θα έκανα και τον ανάλογο αγώνα να τον χτυπήσω. Επομένως με την νύξι του πειρασμού φανερώθηκε η ασθένειά μου και τώρα αφού την είδα, θα φροντίσω να βάλω φάρμακο και να γίνω καλά».
Πρέπει ,λοιπόν, ο άνθρωπος αφού πιάση το θέμα με την θεωρία, να αγωνισθή τώρα εσωτερικά. Πρέπει να κατέβη, να εντοπίση το κακό στην καρδιά, και να πολεμήση το πάθος, την πικρία, την δυσκολία, την πίεσι του δαίμονος, ο οποίος πιέζει την κατάστασι και λέει: «Μην υποχωρήσης! Μην το κάνης αυτό!»Και τότε πρέπει να δεηθή του Θεού ο άνθρωπος, να παρακαλέση τον Θεό, να πάρη δύναμι, να «στραμπουλήξη» το εγώ, να πη∙ «σώπα, κάτσε στην θέσι σου, κι εγώ πρέπει να κάνω το καθήκον μου τώρα». Να πάη στον άλλον, να βάλη μετάνοια. Εμείς οι μοναχοί, φερ’ ειπείν, βάζομε μετάνοια. Ο κατά κόσμον άνθρωπος φέρεται διαφορετικά∙ θα πη «καλημέρα, χρόνια πολλά, συγχώρεσέ με, θα κοινωνήσουμε, άγια μέρα ήρθε κ.λ.π.» κι έτσι γίνεται αγάπη.
Όταν το κάνη αυτό το πράγμα, αμέσως νοιώθει μια χαρά, μια ξεκούραση, μια ελάφρυνσι. Γιατί; Γιατί ήταν το βάρος το προηγούμενο, ήταν ο δαίμονας που πίεζε περισσότερο, γιατί ήθελε να γίνη το δικό του, το μίσος, η έχθρα, ο χωρισμός, η διάστασις. Ενώ ο Θεός είναι αγάπη και ταπείνωσι. Εμείς όμως όλοι οι άνθρωποι, και πρώτος εγώ, την «πατάμε» από τον εγωισμό μας, με το να θέλουμε να στήσουμε το δικό μας θέλημα, θεωρώντας ότι έχουμε δίκαιο, ότι είμαστε καλοί κι ότι ο άλλος φταίει. Το ότι κατακρίνουμε τι σημαίνει; Ότι θεωρούμε τον εαυτό μας μη σφάλλοντα σε οποιονδήποτε αμάρτημα. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος : «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε, και, εν ω κρίματι κρίνετε, κριθήσεσθε»( Ματθ. 7,1 ) . Είναι τόσο σοβαρή βέβαια η κατάκρισι, παρ’ ότι εμείς την έχουμε για «ψωμοτύρι» και σαν εμπερίστατη αμαρτία. Εμπερίστατος αμαρτία είναι αυτή , που γίνεται σε κάθε περίστασι και κάθε ώρα…
… Πόσοι και πόσοι άνθρωποι , που εμείς τους έχουμε για τιποτένιους και για αμαρτωλούς , μία μέρα μπορεί να βρεθούνε στην Βασιλεία του Θεού∙ κι εμείς που παίρνουμε την καθέδρα του δικαστού και κρίνουμε, να βρεθούμε κατακριτέοι και να περάσουμε στην κόλασι!
Γι’ αυτό , λοιπόν, χρειάζεται πάρα πολλή προσοχή στα έργα μας και να αγωνιζώμεθα να ξερριζώσουμε τον εγωισμό, αυτό το φοβερό θηρίο, που μας τρώγει τα σωθικά. Το «εγώ»! Αυτό φουντώνει μέσα μας και θυμώνουμε και οργιζόμεθα και κατακρίνουμε και απαιτούμε το ένα , απαιτούμε το άλλο και βρίζουμε και χλευάζουμε τον έναν και ταπεινώνουμε τον άλλον. Θηρίο! Αυτό βοηθάει στην κατάκρισι, αυτό φουσκώνει τον λογισμό ότι κάτι φτιάχνουμε, ότι είμαστε καλοί, ότι έχουμε αρετές, και χίλια δύο άλλα.
Η αφετηρία των καλών είναι η ταπεινοφροσύνη και η αφετηρία των κακών ο εγωισμός…
… Και σε μας τους πνευματικούς καμμιά φορά έρχονται να ζητήσουν συμβουλή σε κάτι δύσκολα θέματα! Πως το σκέπτεσαι να μετρήσης την κάθε λέξι! Λες μια λέξη παραπάνω και την παίρνουν στραβά. Και ύστερα «τρέχα γύρευε». Πάρα πολλή προσοχή χρειάζεται σε όλους μας.
Πρέπει ακόμα να προσέξουμε στην καλή εκμετάλλευσι του χρόνου, για να μας πλουτίζη κατά Χριστόν για την αιώνια ζωή. Όταν τον χρόνο τον σπαταλήσουμε έτσι άσκοπα και χωρίς κέρδος πνευματικό, θα φύγουμε από την ζωή χωρίς τίποτε. Και βλέπεις τον αδελφό σου να αγωνίζεται, να εκμεταλλεύεται τον χρόνο και να πλουτίζη , κι εσύ ο ταλαίπωρος να μην κινήσαι, ώστε να κάνης κάτι καλό. Κι έρχεται εις αμφοτέρους ο θάνατος∙ ο μεν ένας πάει φορτωμένος επάνω, γεμάτος οφέλη, ενώ ο άλλος, εσύ, πας με άδειο «ντουρβά», γεμάτος κακίες και αμαρτίες! Γι’ αυτό στον χρόνο που μας έδωσε ο Χριστός να προσπαθήσουμε κάθε μέρα να κάνουμε κάτι καλό. Φερ’ ειπείν, πόσο ευεργετικό είναι , όταν εφαρμόζουμε τις παραγγελίες του πνευματικού, που μας λέει: «Παιδί μου, κοίταξε να κάνης το πρωί την προσευχή σου, να κάνης τις μετάνοιες, να διαβάζης το Ευαγγελιάκι σου∙ το απόγευμα να κάνης την Παράκλησί σου, το βράδυ πάλι την προσευχή σου, τις μετάνοιές σου∙ να σκέπτεσαι τον Θεό, να κάνης εκείνο, το άλλο, να λες την ευχή και να διώχνης τους κακούς λογισμούς». Όταν κάνης υπακοή σ’ αυτά, την σελίδα τα κάθε ημέρας την γεμίζεις με οφέλη. Αν όμως δεν πας σε πνευματικό και δεν σε βάλη σε μία τάξι, μαζεύεται το «κουβάρι», φθάνει το τέλος και δεν έχεις πολλά πράγματα να παρουσιάσης. Γι’ αυτό η υπακοή στον πνευματικό γεμίζει του ανθρώπου την ζωή, την οποία θα παρουσιάση κατόπιν ενώπιον του Θεού κατάφορτη από αρετή, όπως ένα δένδρο που έχει λυγισμένα τα κλωνάρια του, γιατί είναι κατάφορτα από τον πολύ καρπό.
Κι εμείς ,βέβαια , οι πνευματικοί έχουμε ευθύνη μεγάλη γι’ αυτό το πνευματικό εμπόριο που εργαζόμεθα, για να βοηθήσουμε τους άλλους. Το θέμα είναι ότι το έργο μας είναι πάρα πολύ κοπιαστικό, πάρα πολύ επίμοχθο και γεμάτο θλίψεις και στενοχώριες, όπως λέει κι ο Ιερός Χρυσόστομος: «Το άρχειν ψυχών επιπονώτερον πάντων». Είμαστε σαν τους εμπόρους τους μεγάλους, που αλωνίζουν τις ηπείρους, για να μπορέσουν να βρούνε θησαυρούς και άλλοτε γυρίζουν με κατάφορτα τα πλοία. Καμμιά φορά όμως πέφτουν σε ληστές , τους τα κλέβουν όλα και τους σκοτώνουν κιόλας. Κι έτσι, ενώ πήγαν για τα πολλά, έχασαν και τα λίγα.
Πάμε κι εμείς να εμπορευθούμε ψυχές, προσπαθούμε να ωφελήσουμε, να πάρουμε κέρδη και οφέλη, αλλά καμμιά φορά ο διάβολος προκαλεί ναυάγιο, κι εκεί που θα ωφελούσαμε τους άλλους, τους σκανδαλίζουμε. Όπως λέει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος∙ «Είστε σαν τα ναυαγοσωστικά, που πάνε και σώζουν τους ναυαγούς∙ πηγαίνουν, έρχονται, αλλά καμμιά φορά βουλιάζουν».
Γι’ αυτό να εύχεσθε και για μας, να μας βοηθάη ο Θεός, να μας σκεπάζη, για να μπορέσουμε μέχρι τέλους της ζωής μας να βοηθούμε και να σώζουμε, για να μας ελεήση κι εμάς ο Θεός, να συγχωρέση τις αμαρτίες μας και να μας σώση.
Από το βιβλίο «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ»
ΤΟΜΟΣ Α΄ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...