Friday, July 26, 2013

French Orthodox Byzantine Chant - Byzantine orthodoxe chantant en français

“Worry Disease.”- Satan’s best weapon against man

That ugly and omnipresent thorn called worry! Since it’s a chronic, recurrent condition, it’s been called the “Worry Disease.” I think worry must be Satan’s best weapon against man. Our minds are incessantly preoccupied with our daily cares. During peace-filled, “quiet time” moments of prayer and reflection we confidently profess our faith to God and feel His peace. Yet, this is so often immediately forgotten, preempted by the next worrisome preoccupation. At time, it’s maddening! Too often our “old nature” chooses to worry rather than to trust God. Worry is a sin because we aren’t taking God at his Word.

Virtually everyone is stressed out today. We fear various problems and what they may do to us. For example, I have worked in pharmaceutical marketing and medical communications for 30+ years and have witnessed incredible changes in the healthcare landscape. I laugh out loud when I remember how in the past I used to complain about various working conditions. However, they were minimal compared to today’s constant stream of pressures. Now there are insecurities about the marketplace, the unrelenting ferocity of managed care, stressed-out clients willing to change their ad agency “on a whim,” and the constant barrage of economic and socio-political uncertainties. It seems every industry, both private and government, is beleaguered by economic crises today.

I guess crying in my beard (?) is both selfish and narrow-minded. Whether we live or have lived in affluence or in abject poverty, we will always have fears and anxieties. Let’s face it; we live in a fallen world. We have to deal with it, and there’s only one way do that: constantly pause and know that God is in control.

When I’m having dark days and am beset by challenges of all sorts, I put my distress in God’s hands and really trust, really believe. He always delivers, and the more I trust, the less my discomfort, and the better the outcome.

Besides entreating the Lord, I must also thank Him. Since the human race is innately selfish, our conversation with God is often a big, one-sided “all about me.” But when we balance our requests with heartfelt thanksgiving, i.e., when it becomes an integral part of our lives, giving thanks can only diminish our despair and contribute to inner peace and real joy. It’s so easy to avow faith and to rationalize it. But faith in action, which means practicing our faith day by day, moment by moment, is the hard part.

Let’s face it. Every day is a life challenge to varying degrees. The storms we face-personal, social, work-related, spiritual, or financial-will always be there. In order to put things into the proper perspective, there are several actions we can take:

1. Start every day with a thanksgiving prayer. One of my favorites was written by Fr. Thomas Hopko:

We praise You, Lord Jesus for showing us how to live day by day without fear, serving obediently, always entrusting our lives into Your care. And we thank you Lord Jesus for showing us how to die, how to gain the victory, how to attain the crown of life by commending our souls into the Father’s hands.

2. Repeat the Jesus Prayer (“Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me a sinner”) for focus.

3. Recite short Bible verses. These can also help to assuage the anxieties of life whenever those inevitable afflictions rear their ugly heads. Meaningful verses like the following can really lift the weight of our woes:

Be anxious for nothing, but in everything, by prayer and supplication, with thanksgiving, let your requests be made known to God; and the peace of God which surpasses all understanding, will guard your hearts and minds in Christ Jesus (Philippians 4:6-7).

Be still and know that I am God (Psalms 46:10).

Trust in the Lord with all your heart. Lean not upon your own understanding (Proverbs 3:5).

There is no formula, no antibiotic, no magic elixir for eradicating worry and fear. It’s a matter of developing childlike faith, a conscious effort to trust in God. If and when He is willing, that burden will become lighter as we grow in His wisdom and grace.

Bottom line: There can be peace in our hearts only when we turn to the One, True Source of peace, Jesus Christ. As He affirmed, “[My] peace I leave with you, My peace I give to you; not as the world gives, do I give you. Let not your heart be troubled, neither let it be afraid” (John 14:27).

Every day requires a reaffirmation of faith. If we seek God and His values, God will provide for us in wonderful ways we can never imagine. To know the pardon, joy, peace and power that come through Christ, we must personally receive Him by faith. And if our hearts are to change, our faith must be real.

Θαύμα της Αγίας Παρασκευής…

Της Σταυρούλας Ζαχαριά, ετών 38

Ήμουν στον 7ο μήνα κύησης όταν άρχισε να δακρύζει διαρκώς το δεξί μου μάτι. Ήταν πολύ ενοχλητικό και μου προκαλούσε ζάλη και εκνευρισμό η θολή όραση.

Χειρούργος οφθαλμίατρος μου είπε πως είναι ήπιο σύμπτωμα μιας πάθησης επικίνδυνης, με θεραπεία δύσκολη συνήθως χειρουργική. Απόφραξη δακρυϊκού σωλήνα. Προσπάθησε να κάνει διάνοιξη με καθετηριασμό έτσι ώστε να αποφύγω το χειρουργείο. Το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Μου είπε να κάνω υπομονή να βάζω τοπική αντιβίωση και ότι πρέπει να χειρουργηθώ πριν πρηστεί και προχωρήσει η ζημιά.
Οφθαλμίατρος δεύτερος με συμβούλεψε και αυτός ότι πρέπει να κάνω χειρουργείο οπωσδήποτε.

Έτσι πήγα σε μεγάλη κλινική,να με δει ένας κορυφαίος χειρουργός που έχει κάνει εξειδίκευση σε θέματα δακρυϊκού σωλήνα. Μετά από ενδελεχή έλεγχο μου είπε πως πρέπει να χειρουργηθώ γιατί αν δεν το κάνω είναι θέμα χρόνου η μόλυνση, πράγμα επικίνδυνο μιας και είναι κοντά στον εγκέφαλο. Συγκεκριμένα μου είπε πως είναι τσιμεντωμένο και δεν ανοίγει. Στο χειρουργείο θα έκανε παράκαμψη με ένα σωληνάκι απ” το δακρυϊκό πόρο ως τη μύτη και αυτό φυσικά σε συνεργασία με χειρούργο Ω.Ρ.Λ. Είναι κάτι που δεν μπορείς να αποφύγεις μιας και δεν υπάρχει άλλη μόνιμη θεραπεία.
Επίσης αν μου πρηστεί το μάτι έστω και λίγο θα πάρω αμέσως τηλέφωνο για να μου δώσει βαριά αντιβίωση γιατί όπως είπαμε είναι πολύ επικίνδυνο. Άρχισα να ψάχνω και μέσω γνωστού έρχομαι σε επαφή με μια κυρία που είχε περάσει το ίδιο το 2008 κάνοντας χειρουργείο στον Ευαγγελισμό και στα δυο μάτια. Μου είπε και κείνη ακριβώς ότι και οι προηγούμενοι γιατροί. Εκείνης μάλιστα κινδύνεψε η ζωή της και ταλαιπωρήθηκε με επαναλαμβανόμενα χειρουργεία για ένα χρόνο.

Ήταν Παρασκευή βράδυ (19-4-2013) όταν μου είπε «σε παρακαλώ για να μην περάσεις όσα πέρασα και κινδυνέψεις, μόλις σου πρηστεί έστω και λίγο φύγε για εφημερεύων νοσοκομείο. Της απάντησα πως απόψε έχει ήδη ξεκινήσει να πρήζεται, πως φοβάμαι και δεν ξέρω τι να κάνω. Δεν ήθελα να πάρω ούτε βαριά αντιβίωση ούτε χειρουργείο με γενική αναισθησία να κάνω, μιας και πια είχα γεννήσει και θήλαζα το μικρό μου αγοράκι. Το πρόβλημα όμως ήταν πολύ έντονο. Είχα ήδη 4 μήνες δακρύρροια, μου προκαλούσε ζαλάδα, θολή όραση και δυσκολευόμουν να φροντίσω το παιδί μου. Επίσης όταν το θήλαζα σκουπιζόμουν με χαρτί συνέχεια για να μην πέφτει πάνω στο μικρό.

Την άλλη μέρα Σάββατο (20-4-2013) ένιωθα πολύ χάλια. Το μάτι ήταν κόκκινο, γεμάτο τσίμπλες, είχε πρηστεί, είχε βαρύνει, δάκρυζε ασταμάτητα, έκαιγε και η όρασή μου ήταν ακόμη πιο θολή. Εκεί η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Άρχισα να κλαίω και να λέω ότι ούτε το παιδί μου έχω καταφέρει να δω όπως είναι. Όλα τα βλέπω θολά και με ζαλίζουν τόσο καιρό. Τι θα κάνω…??? Ναι. Ξέρω ότι πρέπει να κάνω εγχείρηση, αλλά αυτό σημαίνει διακοπή θηλασμού, αφού θα κάνω ολική νάρκωση. Μου είπε τότε ο σύζυγός μου πως έχει κάνει τάμα στην Αγία Παρασκευή, να γίνω καλά χωρίς χειρουργείο και να προσευχηθώ κι εγώ. Μπήκα στο ίντερνετ και διάβασα το βίο Της. Την παρακάλεσα κι ακούμπησα το μάτι μου πάνω στην εικόνα που υπήρχε στο ίντερνετ (στο σπίτι δεν είχαμε εικόνα Της).

Αμέσως ένιωσα δροσιά εκεί που έκαιγε το μάτι μου. Δεν ήθελα να πάρω το μάτι μου από την εικόνα της. Τέτοια ανακούφιση. Βέβαια σκέφτηκα πως είναι η ιδέα μου… Μετά από λίγη ώρα, παίρνω να θηλάσω το παιδί, κάτι που με στεναχωρούσε, καθώς όταν έσκυβα να το κοιτάξω, έτρεχε ποτάμι το δάκρυ μου πάνω του. Ο σύζυγός μου απέναντι μου συζητούσε για έναν τέταρτο χειρουργό οφθαλμίατρο, που θα πηγαίναμε μες τη βδομάδα και πως μπορεί να μη χρειαστεί γιατί η Αγία Παρασκευή θα κάνει το θαύμα! Σκέφτηκα μακάρι. Ξαφνικά (εκείνη τη στιγμή) με πιάνει μια έντονη καταρροή από τη μύτη. Νόμισα πως κόλλησα ίωση και είπα ωχ Χριστέ μου μόνο αυτό μου έλειπε τώρα. Ακολούθησε ένα έντονο φτέρνισμα και ξαφνικά νιώθω ότι πνίγομαι από κάτι πίσω στο λαιμό μου.

Στην προσπάθειά μου να ελευθερωθώ κάνω ένα χαα και πετάγεται από το στόμα μου ένα κομμάτι συμπαγές μήκους 5 εκατοστών, πλάτους 4 χιλιοστών (μέτρηση από ειδικό χάρακα χειρουργού που το είδε μετά) σαν σκουλήκι, που είχε το σχήμα του δακρυϊκού σωλήνα όπως είναι στις φωτογραφίες των βιβλίων που είχα διαβάσει σχετικά το τελευταίο διάστημα. Τρομάξαμε και οι δυο και καταλάβαμε πως κάτι παράξενο έγινε. Εκείνη την ώρα ένιωσα έντονη δροσιά στο μάτι μου. Σταμάτησε να δακρύζει. Ξεπρήστηκε, έφυγε το βάρος, η θολή όραση, η ζάλη και η κολλώδης ουσία που σχημάτιζε τσίμπλες. Ναι. Καταλάβαμε τι έγινε και γονατίσαμε στη χάρη της Αγίας Παρασκευής (κάτι που νιώσαμε και κάναμε και οι δύο πρώτη φορά).

Έχουν περάσει τόσες μέρες και το μάτι μου είναι σαν να μην είχε ποτέ τίποτα. Κάθε πρωί που ξυπνάω σαστίζω συνειδητοποιώντας αυτό που έγινε. Οι γιατροί που επικοινώνησα μαζί τους ενθουσιάστηκαν. Με ρώτησαν τι έκανα πριν και πως αυτό δεν έχει ξαναγίνει στην καριέρα τους και ούτε υπάρχει στη βιβλιογραφία. Μάλιστα μου ζήτησαν να το φωτογραφίσουν και να πάρουν δείγμα μιας και δεν ξέρουν τη σύστασή του, για να το παρουσιάσουν σε οφθαλμολογικά συνέδρια! Είναι κανονικό εκμαγείο δακρυϊκού σωλήνα όπως είπαν. Με ευχαρίστησαν κιόλας γιατί αυτό όπως είπαν έχει επιστημονικό ενδιαφέρον. Επίσης παραδέχτηκαν πως έχω ιαθεί πλήρως! Πως αυτό δεν έχει ξαναγίνει και όταν τους είπα για την Αγία Παρασκευή, είπαν τι να πούμε συμβαίνουν κι αυτά. Εδώ η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά και έκαναν το σταυρό τους. Ευχαριστώ την Αγία Παρασκευή που με βοήθησε είναι πραγματικά δίπλα μας, μας ακούει τόσο τόσο εύκολα κι απλά.

(Όλο αυτό που μου συνέβη ξέρω πως πρέπει να το μοιραστώ. Έγινε για κάποιο λόγο. Δεν είμαι η εκλεκτή του Θεού. Δεν γνωρίζω πολλά για πολλούς Αγίους όπως δεν ήξερα και για την Αγία Παρασκευή και λυπάμαι γι αυτό). Τώρα έμαθα. Μας ακούν και μας αγαπούν.


Από την αρχή της μοναχικής μου ζωής ζούσα μια ήσυχη, καλή ζωή. Οι ακολουθίες στο Μοναστήρι και η Μυστηριακή ζωή με θέρμαιναν, με ανέπαυαν. Αυτό μέχρι την ώρα που γεννήθηκε μέσα μου κάτι άλλο, μέχρι την ώρα που αναπτύχθηκε η εσωτερική ζωή.

Ξαφνικά αισθάνθηκα ένα κάψιμο εσωτερικό, ένα κάψιμο θείας αγάπης. Η φυσική και καλή ζωή που ζούσα μέχρι τότε, φαινόταν τώρα πολύ σκοτεινή, χωρίς νόημα και περιεχόμενο. Άρχισα να βρίσκω τον χώρο της καρδιάς, το κέντρο της υπάρξεως, τον ευλογημένο εκείνο χώρο που ανακαλύπτεται με την εν Χάριτι άσκηση και μέσα στον οποίο αποκαλύπτεται ο Ίδιος ο Θεός.

Αυτή η καρδιά είναι το πρόσωπο, γιατί πρόσωπο είναι «ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος εν τω αφθάρτω του πνεύματος... ο εστίν ενώπιον του Θεού πολυτελές» (Α' Πέτρου γ' [κεφ. 3] 4).

Μέχρι τότε διάβαζα αυτά στα βιβλία, τώρα τα έβλεπα στην πραγματικότητα. Ένοιωθα αυτό που λέγει ο Αββάς Παμβώ «ει έχεις καρδίαν δύνασαι σωθήναι»[=αν έχεις καρδιά μπορείς να σωθείς], αυτό που λέγει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος «Θεός θεοίς ενούμενός τε και γνωριζόμενος εν καρδία» και ο Απόστολος Παύλος «ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών». Η καρδιά που είναι τα άγια των αγίων «της μυστικής ενώσεως Θεού και ανθρώπου, αυτής της ενυποστάτου δι' Αγίου Πνεύματος ελλάμψεως» ανακαλύφθηκε. Αισθανόμουν την καρδιά σαν Ναό μέσα στον οποίο λειτουργούσε ο αληθινός Ιερεύς της θείας Χάριτος.

Παράλληλα με τον κτύπο του σαρκικού οργάνου της καρδιάς ακουγόταν και ένας άλλος κτύπος βαθύτερος και γρηγορότερος. Αυτός ο κτύπος συντονιζόταν με την ευχή του Ιησού. Ή μάλλον η ίδια η καρδιά έλεγε την ευχή. Όλη αυτή η κατάσταση συνδεόταν με μερικά χαρακτηριστικά.

Αναπτύχθηκε μια ερωτική κοινωνία με τον Θεό. Τότε καταλάβαινα γιατί οι Πατέρες ονόμαζαν τον Θεό έρωτα. «Ο Θεός έρως εστί και εραστόν» (Μάξιμος ο Ομολογητής) και «ο εμός έρως εσταύρωται» (αγ.Ιγνάτιος Θεοφόρος). Κάθε μέρα αισθανόμουν την περίπτυξη [αγκάλιασμα] του Θεού. Αυτή η αγάπη εκείνο τον καιρό με είχε τρελλάνει. Ο Θεός βιωνόταν ως ελεήμων, ως γλύκα και γλυκασμός. Άναψε μέσα στην καρδιά μου το ευλογημένο πυρ, που έκαιγε τα πάθη και δημιουργούσε ανέκφραστη πνευματική ηδονή.

Αναζητούσα ησυχία, σκοτάδι, ηρεμία εξωτερική. Τα μικρά κελλιά, οι τρύπες των βράχων, ο ανοιχτός ορίζοντας της φύσεως, τα σκοτεινά μέρη με δέχονταν σαν φιλοξενούμενο. Την νύκτα έβγαινα στις ερημιές του Άθωνα. Μαγεία! Ευλογία! Μέθη! Στην μοναξιά και στην πολυκοσμία, στην έρημο και στα κοινόβια ζούσα την παρουσία του Θεού, την θεία περίπτυξη. Αναπτύχθηκαν τότε άλλες αισθήσεις, αισθήσεις πνευματικές, η νοερά αίσθηση, η νοερά δράση και ακοή.

Όλος ο νους ήταν συγκεντρωμένος μέσα στο βάθος της καρδιάς και άκουγε εν ακορέστω γλυκασμώ την ευχή πού λεγόταν μέσα εκεί. Όλος ο εσωτερικός κόσμος ενοποιημένος. Όλα έδειχναν ότι γεννήθηκε ένας καινούργιος άνθρωπος, ένας καινούργιος κόσμος και μια καινή ζωή. Μια θερμότητα έκαιγε τα πάντα. «Ουχί η καρδία ημών καιομένη ην εν ημίν ως ελάλει ημίν εν τη οδώ...» Η αίσθηση των μαθητών αυτών υπήρξε δική μου βίωση. Αισθανόμουν καλά τον λόγο του Χριστού: «πυρ ήλθον βαλείν επί την γην και τι θέλω ει ήδη ανήφθη;» Και τον λόγον ότι ο Θεός «πυρ εστί καταναλίσκον». Άλλοτε αυτή η θέρμη και αυτή η φωτιά μετατρεπόταν σε πληγή βαθειά. Αισθανόμουν ότι αυτή η θερμότητα αναγεννούσε την ύπαρξή μου, πρώτα την ψυχή και μετά επεκτεινόταν και στο σώμα. Η αίσθηση ότι τώρα γεννήθηκα σε άλλον κόσμο ήταν διαρκής. Χοροπηδούσα σαν μικρό παιδί. Ακόμη υπήρξαν μερικές φορές πού ένοιωσα και την σάρκα μου σαν μικρού παιδιού, πού μόλις βγήκε από την μήτρα της μάνας του.

Αυτό δημιουργούσε βαθύτατη ειρήνη λογισμών. Ο νους καθαριζόμενος διαρκώς απέβαλε όλα τα ξένα στοιχεία τα οποία σαν λέπια τον εκάλυπταν. Γινόταν έτσι ελαφρός και πάντοτε εύρισκε καταφύγιο στην καρδιά. Εκεί παρέμεινε και ευφραινόταν πνευματικά. Εκεί μερικές φορές άκουγε και την φωνή του Θεού, πού ήταν πολύ συνταρακτική και δημιουργούσε πηγές δακρύων. Η γνωριμία με τον Θεό ήταν προσωπική. Η γνώση του Θεού πραγματικό γεγονός.

Μερικές φορές βυθιζόμουν σε βαθειά μετάνοια. Ο νους μπαίνοντας στην καρδιά εν Χάριτι έβλεπε το σκοτάδι, την βρωμιά της ψυχής και όλη η ύπαρξή ξεχυνόταν σε καυτά δάκρυα. Έκλαιγε η καρδιά. Τα δάκρυα της καρδιάς ξεχύνονταν επάνω της και την ξέπλεναν από την αμαρτία. Παράλληλα άνοιγαν και τα μάτια και γίνονταν πηγές δακρύων. Άλλοτε έκλαιγε μόνον η καρδιά και άλλοτε και το σώμα. Θρήνος βαθύς από την αποκάλυψη της ασωτίας... Κλάμα πολύ, αλλά όχι με απελπισία. Ήταν συνδεδεμένο με την αίσθηση της αγάπης του Θεού.

Εκείνο τον καιρό όλα ήταν ωραία. Η λέξη ωραία δεν έχει σχέση με την αισθητική, αλλά με την οντολογική πραγματικότητα. Έβλεπα τους λόγους των όντων σε όλη την δημιουργία. Και αυτό προξενούσε άρρητη ευφροσύνη. Όλα εξέφραζαν την αγάπη του Θεού. Η ανάγνωση της Γραφής έτρεφε την καρδιά. Οι λέξεις δεν πήγαιναν στην λογική, αλλά εισχωρούσαν στην καρδιά και την ζωογονούσαν. Όπως το μωρό ρουφά το γάλα από τον μαστό της μάνας του και τρέφεται, έτσι αισθανόταν η καρδιά τρεφόταν από το λόγο του Θεού. Γινόταν μετάγγιση αίματος. Τα βιβλία των Πατέρων τα διάβαζα με άλλο πρίσμα. Γνωστά κείμενα τότε τα έβλεπα διαφορετικά. Σαν να είχα αποκτήσει καινούργια μάτια και σαν να είχα μάθει καινούργια γλώσσα. Αισθανόμουν συγγενής πνευματικά με τους Πατέρας. Όμως τις πιο πολλές φορές δεν ήθελα να διαβάζω ακόμη και βιβλία πατερικά. Σαν να σταματούσαν την προσωπική επικοινωνία με τον εράσμιο Νυμφίο, σαν να διέκοπταν τη ζωντανή επικοινωνία με τον Δημιουργό του παντός.

Τα πάθη δεν ενεργούσαν τότε. Ένοιωθα όχι ηθικές αναστολές, αλλά την αναγέννησή μου. Ήμουν τόσο μεθυσμένος, ώστε δεν με ενδιέφερε απολύτως τίποτε. Υπήρχε μέσα μου μια ακατάσχετη αναζήτηση και επιθυμία να μη με αγαπούν οι άνθρωποι και μάλιστα να με περιφρονούν. Αφού είχα την αγάπη του Θεού, δεν με ενδιέφερε τίποτε άλλο. Ζούσα μια ερωτική ζωή, ζωή δακρύων... Η μόνη απασχόληση εγώ και ο Θεός. Ζητούσα την μοναξιά πού ήταν κοινωνία. «Ενώπιος Ενωπίω», «πρόσωπον προς Πρόσωπον». Αλλά και όταν ευρισκόμουν σε πολυκοσμία η εσωτερική φωνή ήταν ισχυρότερη. Και όταν κατά την διάρκεια ακολουθίας ο Γέροντας με έβαζε να ψάλλω, εγώ συγχρόνως άκουγα και αυτήν την εσωτερική φωνή της καρδιάς να επαναλαμβάνει την ευχή πού έγινε το εντρύφημά μου.

Αυτή η κατάσταση κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια. Μέρα-νύχτα έλεγα την ευχή. Και την ώρα πού κοιμόμουν η καρδιά προσευχόταν. Την άκουγα καθαρά να αδολεσχεί με τον Θεό.

Όποιος θέλει να διαπιστώσει αν υπάρχη Θεός, ας δοκιμάσει. Θα συναντήσει ένα ζωντανό Θεό! Η Χάρη του Θεού με αξίωσε εμένα το έκτρωμα όλου του κόσμου να αποκτήσω μια μικρή σταγόνα γνώσεως Θεού».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Μητροπολίτη Ιεροθέου Βλάχου «Το μυστήριο της Παιδείας του Θεού».

Changing our life for the better

We appeal to God for the healing of our souls and bodies only as a last resort. God’s healing is always a miraculous act, and we are afraid of facing the manifestation of the almighty power of God. Although the healing we receive from God is a gift, we also know that its implications are many and everlasting.

There is a price tag on divine healing, and the price is a complete change of life. It is indeed a serious price – for change does not come easily. For this reason, divine healing can only take place when it is really wanted. It also requires a total submission and a full commitment to the relationship of faith with God’s divine power.

In order to understand this process, we can look closely at the healing performed by our Lord, Jesus Christ at the pool called Bethesda by the Sheep Gate in Jerusalem. An angel of the Lord would come down at a certain time and stir the waters of the pool. Then, “whoever stepped in first, after the stirring of the water, was made well of whatever disease he had” (John 5:4).

At the pool, there was a man who had suffered from an infirmity for thirty-eight years. “When Jesus saw him lying there,” says the Gospel, “and knew that he already had been in that condition for a long time, He said to the him, ‘Do you want to be made well’ ” (complete, whole)?

At first, this question seemed superfluous to the sick man as suggested by his answer: “Sir, I have no man to put me into the pool when the water is stirred up, but while I am coming, another steps down before me.”

But the Lord’s question had a deeper meaning. The Lord asked the sick man if he really wanted to be made well and if he were ready to pay the price of the divine healing that the Lord was about to perform. Was he committed to the relationship that would be established by the divine intervention about to take place? Was he ready to submit totally to the will of God?

Divine healing would not only take away the man’s infirmity, but would also change his life forever. It would change his heart and his mind. It would also make him spiritually well. So, in other words, the Lord was asking the sick man, “Are you ready to be touched by God in this special way?”

When he agreed, Jesus commanded him, “Rise, take up your bed, and walk.”

The man obeyed the Lord, even though he knew it was the Sabbath day.

Those who saw him carrying his bed, reminded him, “It is the Sabbath day, and it is not lawful for you to carry your bed.” Showing his complete submission to the Lord, he answered them: “He who made me well said to me, ‘Take up your bed and walk.’ ”

After the healing, the Lord disappeared among the multitudes of people.

The Gospel says that, at this point, the healed man did not know who Jesus was. It was only after awhile that the Lord met him in the temple and said to him, “See, you have been made well. Sin no more, lest a worse thing will happen to you.”

First of all, in the healing process, the sick man obtained the forgiveness of his sins. Secondly, the healing that he accepted changed his life so much that he could not go back to his old ways of understanding or leading his life. In fact, it was as if the sick man was arraigned and placed on divine parole. “If you break your parole,” the Lord seemed to say, “you will not only go back to your old situation, but to an even worse one.”

Divine healing as a gift from God, still has a spiritual price. When we pay it, however, we help ourselves. It changes us more drastically then anything before has ever changed us.

It calls us to a new life, a renewed relationship with our fellow man, and a total submission to God. That’s why it often seems much easier to take a pill and go to bed, or to see a doctor and then complain about the bill.

Nonetheless, have courage my friends. Don’t be afraid to appeal to God’s healing and to accept His purifying power that changes everything within you. Divine healing erases our sinful past, makes well of our present and helps save our souls. We must also remember that His healing will place us on divine parole, and that we must sin no more.

God often isolates those whom He chooses ( Father Seraphim Rose )

“Alison was witness to incidents which indicated how Eugene was “going crazy” and trying to “break the bonds” without really knowing how to do so. She recalls the night when Eugene and John’s argument about God came to a head. John, Eugene, Alison, and a few others had gone to the top of Mount Baldy, another local meeting place of the group of friends.

Everyone became drunk with wine, except Alison. “John was crying and ranting about how he had to give up women for God.” Alison recall, “and Eugene became totally disgusted with the whole scene.”

Then something unexpected happened. Eugene stood up and began shouting at John. “There is no God!” he bellowed. “Your God is a fable! If there was a God, He wouldn’t torment his followers. You believe that God is having fun sticking pins in people. Such a God does not exist!”

In his drunken rage, Eugene proceeded to pour win over John’s head, saying, “I’m John the Baptist!” Then, raising a fist to heaven from the top of the mountain, he cursed God and dared Him to damn him to hell. “See! Nothing happened,” he cried, looking at the distraught Alison with wild eyes. The others took this as some kind of joke, but Alison could see in it Eugene’s horrible struggle with God. In his despair, it seemed worth being damned forever by God’s wrath, if only he could empirically know that God existed – rather than remain in a stagnant state of indifference. If God did damn him to hell, at least then he would, for that blissfull instant, feel God’s touch and know for sure that He was reachable.”

In this excerpt, we see Eugene’s (Father Seraphim) passion to find God through his struggle with Him. He is so desperate to feel God that he doesn’t care if he damns him to hell forever, he just wants to feel his touch. Most of us would think that, this is no way to find God, but that is the same passion that later made God reveal himself to Eugene. As Alison once quoted, “God often isolates those whom He chooses, so that we have nowhere to turn except to Him, and then He reveals Himself to us.” Let the same passion that filled Eugene’s heart, fill our hearts too. –

 Father Seraphim Rose

The healing mission of the Church

The main mission of the Church is to heal a person. In other words, when a person becomes part of the Church is healed if he follows the therapeutic regime which aims to assist him to return to the natural state which God gave him when He had created him.

After the fall of our forefathers, our nature was corrupted. When man severed his relationship with the Lord after disobeying His command, all his mental and physical capacities were immediately corrupted and perverted; his mind turned away from its unbreakable communication with the Lord, which was his natural state, towards the creation and matter, passions and sin. From that moment sickness and perversion entered man’s nature.

This is the reality of the fall, the sin of the forefathers, namely the hereditary sickness which passes on from one generation to another because we are natural descendents of our forefathers. Thus, each man has inherited this condition of spiritual sickness; the perversion of his nature.

Jesus Christ is called the ‘New Adam’, because He enters history at a certain point in time and accomplishes a mission. Christ’s mission was not so much to hand over the Gospel, namely His teachings, neither to give us a book called ‘Gospel’, but to give us Himself. In other words, just as we have inherited the sickness of our nature through the first Adam, Jesus offers us Himself, so that through the baptism we unite with Him, become one with Him, and then through the Holy Eucharist we acquire the capacity to unite with Him organically and ontologically (actually). This means that the actual unity with the Body and Blood of Jesus flows into our being, into our soul and our body. This is the reason why we become children of God and why the Church exists. The Church would have no reason to exist if it did not administer the holy mysteries, particularly the mystery of the Holy Eucharist.

The Church is not an institution aiming to increase its followers for various reasons. It is the place where man is healed spiritually and is given the opportunity to unite with Jesus Christ. However, man needs to follow a certain therapeutic treatment called ‘askesis’. It entails obeying all of the Lord’s commands handed over to us by Jesus in the Gospel. Jesus’ commands are the medication which treats our sickness. In fact, the Lord shouldn’t have given us any commands since He had created us in His image; His commands are inherent in our nature and our conscience reminds us about them. Nevertheless, as the holy fathers say, the Lord did give us the appropriate medication to cancel out wickedness.

A sick man goes to the doctor and receives a certain treatment, not because the doctor impinges on his freedom or his dignity, but because his advice if heeded, may cure him. If he doesn’t follow the doctor’s instructions his illness will persist and may even cause his death. In the same way the Lord’s commandments act as a therapeutic treatment.

There are many commands and on the outset it seems difficult for someone to remember and obey all of them. Nevertheless, the most essential command is one and has to do with our entire being. It is: “you shall love the Lord your God with all your heart and with all your soul and with your entire mind and with all your strength.’ And it goes on ‘You shall love your neighbor as yourself’. This part is the result and the evidence of our genuine love towards the Lord. In other words, it is not possible for someone who does not love God, to love himself, his neighbor, nature or the rest of the creation. Therefore, all the commandments have a common mission; they converge on the love towards the Lord. This is the natural state of man; this is how the Lord created him, namely, to move towards the Lord with a loving force. This is easy to understand since as the Scriptures say ‘The Lord is love’. But we must appreciate that we are not moving towards an idea, namely ‘love’, but towards a person.

The Church moves man towards a personal meeting with the specific, personal God. In other words, the Church is the place which develops man as a person and not as an individual (an ‘individual’ means someone who is engrossed in his self). That is, it smashes his individualism, develops him as a person and turns him into someone who for the most part has a personal relationship with the Lord. This is also the main difference between the Orthodox Church and eastern religions which speak about a vague and faceless deity. This is the reason why prayer differs from meditation. Prayer is a personal motion towards a personal God; meditation is an impersonal motion from one man to another through the invocation of a vague deity.

The personal motion towards the Lord presupposes that the Lord also moves towards man. Since God is love, it follows that man, who has been created in the image of God, is also love. This loving motion enables man to come out of his self and offer himself to another person, just as Jesus did when He ‘emptied Himself’.

When man empties himself he meets the Lord in a loving union which is totally personal and totally fulfilling for man as a whole. Man’s union with the Lord does not only take place on a mental, philosophical, metaphysical or psychological level. It is a perfect union at all levels. We ought to understand these things if we are to appreciate our true mission in this world. Therefore, by understanding the numerous commandments, we also understand why we ought to obey them.

In other words, the Church is not the sum of certain commandments and laws but it is the place with a specific mission. The Saints of our Church, all the children of the Church who are indeed living children of God and of the Church, prove that what the Church says and promises is true. These people have followed the treatment offered by the Church and became the temple of the Holy Spirit and the chosen vessel of the Lord. Namely the Holy Spirit is present inside them. Indeed there are several such people who are experiencing the presence of the Holy Spirit inside their souls. They know what ‘grace’ means.

When dealing with the reality of our worship, along with all the preconditions and evidence presented by the lives of our saints, we are faced with the entire range of the spiritual struggle. In other words, we understand why all these things happen, why the commandments are given, why askesis and the spiritual regime are necessary and what happens with the presence of Jesus and with the existence of the Church. Thus we understand what will happen to us. The only matter which still needs to be resolved is how to practically begin the process of our relationship with God, how to find Him and how to taste all the things promised by the Church.

The Lord does not discriminate. He does not offer His mercy to one but not to the other, neither does He give gifts to one but not to the other. There are no ‘chosen ones’ for the Lord. The Lord gives to each one the same grace and the same love. It is man who regulates his relationship with the Lord. Man is free to love the Lord absolutely. One may love Him a lot, another very little and yet some may hate Him.

Nevertheless, one has to be aware of his own intentions; he ought to be able to say that he will remain steadfast in his faith even though the Lord sometimes seems to leave him alone in his struggles. In other words, one must never lose heart. He ought to recognize that this mission is not up to him but it is a task accomplished by the Lord. Jesus said to His disciples: ‘You did not choose me, but I chose you’ (John 15, 16). The disciples may have offered their good intention, but unless the Lord was present with His grace to strengthen them, they could not have accomplished a single thing.

Bearing in mind the Lord’s presence we ought to wage our struggle with immense courage. One of the weapons the enemy uses is trying to prevent us from dealing with our sins and passions with courage and zeal.

The Lord offers us a medicine to help us with this process. It is the medicine of repentance in the face of the Lord. This means that one ought to repent not as someone who feels guilty, but as one who is the son of the Lord. Neither any trespass nor the devil are able to take away from us the privilege of being children of the Lord. Thus we may stand before the Lord and say: ‘Indeed, I have sinned; I have been misled. Nevertheless, I have not denied You and I am still seeking my deliverance’.

People ought not to be miserable inside the Church, because they have been called by the Lord to become gods through grace. This means that a person who lives the life of the Church becomes lord and not a miserable man. This is how the Lord makes him. The Saints, instead of feeling depressed, placed great emphasis on repentance because it made them feel children of the Lord. Repentance was like a life-giving force which led them straight to the throne of their Father.

In the Church there is no place for disappointment neither for backtracking, no matter what happens. Nevertheless, when someone begins his spiritual life, the enemy may succeed in stealing his soul and his heart, enslaving him into worldly matters and causing him to drop his first love towards the Lord.

Therefore, let us not be enslaved by the affairs of this world despite all our responsibilities and duties. Our heart must only move towards the Lord.

The end

Excerpts from a homily by the Metropolitan of Limassol, Athanasios, published in the ‘Paraklisi’ magazine, March 2012.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...