Wednesday, November 28, 2012

Illumination: Knock and the Inner Door Will Be Opened (Fr. Dimitru Staniloae)

It is only though much effort that we become capable to lift ourselves above the realm of reason and concepts.  Transcending reason is essential to know God, because God does not resemble things or concepts.

Fr. Dimitru Staniloae writes,

Our thinking subject (our mind) is the highest sovereign which we encounter in the world; it raises itself over all the order of objects and avoids being grasped in any way.  So it is the only entity which is like God.  Therefore to raise ourselves in some way to an understanding of God, we must somehow understand the thinking subject in the created world.
Here is a passage from Evagrius that many Fathers quote,

When the mind, unclothing itself of the old man, puts on that of grace, it sees in the time of prayer its state like that of a sapphire or of the heavenly color.  This state Scripture calls the place of God, seen by the elders of Israel on Mt. Sinai.
Fr. Dimitru tells us about the view of Saint Gregory of Nyssa

According to him, the cleansed heart sees God, not as a person apart, but he sees Him mirrored in himself.  The heart or "the man within which the heart calls Lord" reflects God by its nature.  But sin, covering it, has also covered the One mirrored in it.  As soon as we cleanse it and it sees itself, it also sees God as some see the sun in a mirror, without turning to Him in order to see Him in His hypostasis.
It is when the mind, purified, enters into this inner part of our being called the heart that it meets Christ.  It here in this inner most chamber of our being that we experience an unlimitedness that cannot be captured by concepts and used by reason.

Fr, Dimitru says that in face of this new experience we are dumbfounded.

First, this dizziness or astonishment in the face of an abyss means a paralysis of the powers of the mind, to the extent that it can no longer move forward.  The abyss in front of it is a great darkness. Secondly, it realizes that this abyss isn't entirely a region of our being, neither a void in the sense of an absence or a reality whatsoever.  It isn't darkness strictly speaking.  Rather it represents in continuity or by contact with the unlimitedness of our subject, the infinite depths.  For us, it also represents the unlighted depths of divinity.
When are able to enter into this abyss, where our mind seems to lose its boundaries, we, instead of feeling a void, begin to recognize the divinity in it.  It is the condition of total apophaticism where we have abandoned not just the contents of our mind but also all of its content.  This is the point where the Fathers tell us that we receive as a gift from God the vision of the divine light.

Fr. Dimitru tells us,

Arriving at our pure intimacy, we experience the infinite but personal presence of God hidden under the veil of the most complete darkness, just as many times we feel that somebody is near us, because we feel it, but we can't see anybody.
This is the condition of pure prayer. With mental prayer we try to find, by using the name of Jesus, the place in our heart, or that center within us that is beyond reason.  Our prayer seeks to find Jesus in this most inner place.  Gradually, it becomes to know with certainty that it has met Jesus. (Don't be mistaken, this is not an image like we see on an icon, not an object of any kind, but is indescribable.) It is then, only through our inner prayer, that we experience God as subject and do not limit Him by any mental concepts.  We become aware of our own nothingness and our dependence on God for our existence.

Fr. Dimitru says,

He penetrates into the content of our subject; He fills it and overwhelms us so much so that we forget ourselves.
It up to us to continually knock at the door our the heart.  We must continually try and open it.  We have to make the knocking heard.  This is the place were Christ dwells within each of us.  He will open the door because we have purified ourselves and call out His name and show our need for Him.

Reference: Orthodox Spirituality, pp 286 -293

We Become a Holy Person Through Love ( Saint Porphyrios )


It is through the Holy Spirit that we are taught about spiritual matters. Jesus told His disciples,

“When the Holy spirit will come, it will teach you all things” (John 14:26).

It is the Holy Spirit that sanctifies us. What we need to be seeking is to be filled with the Holy Spirit, and when we are, we become incapable of sin. All our efforts will then be done with the cooperation of the Holy Spirit. The virtues will come naturally.

Saint Theophan the Recluse tells us,

When the spiritual needs are met, they teach a person to harmonize with those needs the satisfaction of the other needs, so that neither the needs of the intellect nor the needs of the body interfere with the spiritual life, but, instead, aid it. Then within a person is established complete harmony of all motions and revelations of his life.

Saint Porphyrios shows us how this is gained through the love of God. He says,

We must become filled, replete with the Holy Spirit. This is where the essence of spiritual life lies. This is an art––the art of arts. Let us open our arms and throw ourselves into Christ’s embrace.

We need to approach Christ just like we willingly, with a joyful heart, join with a loved one who approaches us with open arms for an embrace. It is a self-giving, a surrender, a joy-filled submission to His love. Once we are willing to accept His love without any conditions, the Holy Spirit will visit us and embrace us in God’s love.

Saint Porphyrios says,

There is one thing we must do, and that is turn to Him and love Him with our soul. Love for Christ: this is the best and sole remedy for the passions.


Η αγαθότης του Θεού, αδελφές, είναι τόσον πλουσία εις χάριτας, ώστε γυρεύει αιτία να ελεήση τον άνθρωπον. Η χάρις του Θεού είναι έτοιμη κάθε στιγμή να κάμη αντανάκλαση μέσα στην καρδία του ανθρώπου και να του δώσει μόρφωση, να του δώσει χάρη και έλεος, θέλει όμως να της δoθή αφορμή. Λέγουν ότι ο βασιλεύς Ναπολέων επήγε κάποτε να συργιανίση σε ένα δάσος, για να πάρη τον αέρα του, να απoλαύση εκεί την ομορφιά της φύσεως. Εκεί είδε ένα ωραίο δένδρο, μα ήταν πανόραμα: υψηλό, δροσερό, κατάσκιο, ο φλοιός του εγυάλιζε σαν καθρέφτης. Τόσο άρεσε στον βασιλέα το δένδρο εκείνο, τόσο του επροξένησε τον θαυμασμόν και την περιέργειαν, ώστε εκάθισεν απέναντι στο δένδρο και το έβλεπε και το εκαμάρωνε. Μέσα η καρδιά του είχε γεμίσει από την ομορφιά του δένδρου.
Όλοι οι στρατιώται του βασιλέως και ο κόσμος όλος το είχε μάθει αυτό και όλοι το εκτιμούσαν το δένδρο του βασιλέως και το είχαν σε προφύλαξη μεγάλη. Μετά καιρόν απέθανεν ο βασιλεύς, την ίδια ημέρα ξεράθηκε και το δένδρο. Έκριναν τότε όλοι καλό να κόψουν το δένδρο και με τα ξύλα του να κάμουν το σεντούκι του βασιλέως, αφού το αγαπούσε τόσο πολύ. Πράγματι, έκοψαν το δένδρο, και την ώραν που πήγαν να το ρουκανίσουν είδαν μέσα στο ξύλο το πρόσωπον του βασιλέως σαν φωτογραφία. Ήταν δε τόσο επιτυχημένο, ώστε η πιό καλή φωτογραφική μηχανή δεν θα μπορούσε τόσο να το επιτύχη.
Eθαύμαζαν λοιπόν όλοι και απορούσαν πως να έγινε αυτό το περίεργο πράγμα. Ως φαίνεται εκείνη την ώρα που πρωτοείδε ο βασιλεύς το δένδρο και του άρεσε τόσο πολύ και εκάθισε και το παρατηρούσε έγινε κάποια αντανάκλασις, έγινε κάτι σαν μαγνητισμός. Όπως η φωτογραφική μηχανή τραβά με τον ηλεκτρισμό και τυπώνει εκείνο που βλέπει απέναντί της, έτσι και ο χυμός του δένδρου ηλέκτρισε και εμαγνήτισε διά των ακτίνων του ηλίου την μορφή του βασιλέως, την παρέλαβε σαν φωτογραφική μηχανή και την εχάραξε πάνω στο ξύλο τόσο ωραία.
Δεν πρέπει, αδελφές, και ημείς οι άνθρωποι να παραλάβωμεν την μορφήν του βασιλέως μας Χριστού και να την τυπώσωμεν μέσα στην καρδια μας; Δεν πρέπει να φροντίσωμεν να αγαπήσωμεν και ημείς τόσο πολύ τον Χριστόν, ώστε για την αγάπη μας να χαραχθή μέσα μας η μορφή του; Εκείνος δεν αμελεί να έλθη και να τυπωθή και τυπώνεται με την πιο μεγάλη επιτυχία. Θέλει μόνον ημείς να προσέλθωμεν, αμέσως η χάρις του Θεού έρχεται και παραλαμβάνεται.
Τόσο πολύ τον αγαπά ο Θεός τον ανθρώπoν, ώστε δεν περιγράφεται η αγάπη Του. Δεν εξεχώρησε ποτέ τον δίκαιον από τον αμαρτωλόν, δεν έκαμε σύγκρισιν ποτέ πονηρού και αγαθού. Καθώς η μέλισσα, εάν ευρεθή ένας βώλος ζάχαρη ή τίποτα άλλο γλυκό πάνω σε ένα σωρό κοπριά, δεν την νοιάζει εκείνην πως είναι πάνω σε ακάθαρτα, παρά θα πάη πάνω από την κοπριά να παραλάβη τη ζάχαρη ή ο,τιδήποτε άλλο είδος, από τα οποία θα κατασκευάση κατόπιν εκείνη το μέλι. Ούτω πως και η αγαθότης του Θεού δεν βλέπει πού βρίσκεται ο άνθρωπος, στην αμαρτία ή στην αρετή στην καλωσύνη ή στην κακία. Βλέπει μόνον την στιγμήν εκείνη που πλησιάζει κοντά Τού, δεν σε αποστρέφεται για την πρώτη σου ζωή, αλλά σε δέχεται για την στιγμήν εκείνην της επιστροφής σου. Διότι ίσως να έκλαυσες την στιγμήν εκείνην, ίσως να εθρήνησες, ίσως να έβαλες ένα λογισμόν μετανοίας και να εζήτησες συγχώρησιν από τον Θεόν.
Δεν βλέπει την ακαθαρσίαν του ανθρώπου, βλέπει την δική του ευσπλαχνίαν, βλέπει την συμπάθειάν του και νικάται, διά να ρίξη έλεος εις τον αμαρτωλόν. Γίνεται αντανακλάσις της χάριτος; όπως έγινε και πάνω στο Σταυρό για τον ληστήν. Το βλέμμα του ληστού είλκυσε την μορφήν του Χριστού μέσα στην καρδιά του. Διότι το βλέμμα εκείνο ήταν ικετευτικό, γεμάτο πόνο και μετάνοια και του είπε ένα λόγο γλυκό, που δεν ακούσθηκε γλυκύτερος εις όλον τον κόσμον, “Μνήσθητί μου, Κύριε”, του είπε, “όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου”. Θυμήσου και μένα, Χριστέ μου, όταν πας στη βασιλεία Σου!”.
Τι γλυκός λόγος! Όλα τα σιρόπια, όλα τα πανευφρόσυνα, όλα τα ευχάριστα του κόσμου τα υπερνικά ο λόγος αυτός. Αμέσως εκτύπησαν αυτά μέσα στην καρδιά του Χριστού και έγινεν αντανάκλασις της χάριτος. Του απήντησε λοιπόν: “αλήθεια σου λέγω και εγώ, ότι σήμερα θα έλθης μαζί μου στον παράδεισο”. Για την μετάνοια αυτής της στιγμής που δείχνεις, ξεχνώ όλους τους φόνους και τα κακουργήματα που είχες καμωμένα και η ευσπλαχνία μου με παρακινεί να σου ειπώ αυτόν τον λόγον: έλα μαζί μου στην βασιλεια μου.
Μήπως και εμείς, αδελφές, δεν μοιάζωμεν καμμιά φορά με τον ληστήν; Είμεθα όλο στολισμένοι με χάριτας; Δεν έχομεν ακάθαρτα και αμαρτίες; Δεν μολύνομεν κάθε λίγο τας ψυχάς μας; Δεν βλέπομεν τον πλησίον μας με κακία; Δεν κρίνομεν και κατακρίνομεν; Δεν οργιζόμεθα, δεν φθονούμεν, δεν συκοφαντούμεν; Αλλα μήπως ο Θεός για όλα αυτά μας παραπέμπει; Μήπως εάν ημείς είμεθα ακάθαρτοι, εάν είμεθα μοχθηροί και κακότροποι, εκείνος μας οργίζεται; Μας μισεί; Όχι. Με αυτά τα ακάθαρτα χείλη που έχομεν, δέχεται και τον δοξολογούμεν; Μ’αυτά τα ρερυπωμένα μας εντόσθια, δέχεται και τον γευόμεθα, με αυτά τα αμαρτωλά μας χέρια και πόδια μας κρατεί μας κρατεί στη ζωή.
Τέτοια αγάπη μας έχει, τέτοια συμπάθεια έχει για τον ανθρώπoν, τέτοια μακροθυμία για όλους μας. Μήτε Εβραίο ξεχωρίζει μήτε Έλληνα μήτε Οθωμανό. Για όλους την ίδια στοργή αισθάνεται. Και όπως τον καιρόν της σταυρώσεως καρφωμένος πάνω στο μαύρο ξύλο εφώναζε γλυκά-γλυκά: πάτερ μου, μη συνορισθής τους σταυρωτάς μου, γιατί δεν ξεύρουν τι κάνουν, δεν με κατάλαβαν ποιός είμαι, δεν καταλαβαίνουν. Τα ίδια εξακολουθεί να φωνάζη ακόμα μέχρι σήμερα για όλους μας ο Χριστός.
Ποσα σφάλλει κάθε ημέραν η ανθρωπότης εις τον Θεόν! Και όμως εκείνος ποτέ δεν μας οργίζεται, ποτέ δεν μας ρίχνει κακία ποτέ! Ποτέ! Τον βλασφημούμεν, τον παροργίζομεν, τον μουτζώνομεν, τον ξανασταυρώνομεν και εκείνος πάλι μας υπομένει, πάλι μας αγαπά. Διότι είναι ο Θεός ελέους, είναι Θεός αγάπης, Θεός της ευσπλαχνίας. Για όλα αυτά τα ακάθαρτα, τα οποία του προσφέρoμεν ημείς, εκείνος μας προσφέρει έλεος και παρηγοριά. Ποτε δεν συχαίνεται ο Θεός κανένα μας. Μόνο ο άνθρωπος είναι σκληρός, μόνον ο άνθρωπος δεν υπομένει ο ένας τον άλλον, παρά κρίνει και κατακρίνει και συκοφαντεί και κατηγορεί και ζητεί να βλάψει και να καταστρέψει και να αδικήση τον άλλον.
Ο Θεός όμως δεν κάμνει έτσι - όλο φροντίζει πως να βοηθήσει τον ανθρώπoν, όλο ζητεί να του δίδη χείρα βοηθείας. Πότε έναν πνευματικόν φανερώνει να τον συμβουλέψη, πότε κανέναν άγγελoν να τον φώτιση, πότε κανένα λογισμό καλό του βάζει, πότε μια έμπνευση θεϊκή του φέρνει, άλλοτε κανέναν ανθρώπoν καλόν του παρουσιάζει και του δίνει μια παρηγοριά.
Μη λησμονάτε, αδελφές, ότι τυχαινομεν και μεις σε ώρες και σε στιγμές που λυπάται ο ένας τον άλλον. Να λυπούμαι εγώ εσάς και σεις εμενά, να λυπάται η μία την άλλην σας. Δεν έχομεν ανάγκη να λέμε για τον άλλον κόσμον. Όταν βλέπετε τα λάθη μου να λέτε: στιγμή είναι και ας συμπαθήσωμεν, και να δείχνετε συμπάθεια, αδελφές, όπως έδειξε ο Παύλος για τους Εβραίους και έλεγε: “Πάτερ, μη στήσης αυτoίς την αμαρτίαν ταύτην”. Έτσι να λέτε εσείς για μένα και εγώ για σας. Εγώ μπορεί να δείξω καμμιά φορά ότι στενοχωρούμαι μαζί σας και να σας μαλώνω καμμιά φορά, πάλι για το καλό σας. Έπειτα όμως πηγαίνω πιό εκεί και ο Θεός το γνωρίζει τί λέγω. Αoράτως ακούει ο Θεός τί λέγω: “συγχώρεσέ την, Θεέ μού, άνθρωπος είναι και αυτή, πλασμένη από το ίδιο πλάσμα που είναι πλασμένος όλος ο κόσμος και σύρεται και αυτή από τα ίδια πάθη και τυραννιέται και βασανίζεται, μην της συνορισθής - συγχώρεσέ την”.
Και σεις, αδελφές, συμπάθεια να έχετε η μία για την άλλη σας. Όχι με μίσος και έχθρα, όχι με φθόνον και κακία, όχι με πονηρία και σκληρότητα ψυχής και απανθρωπιά. Παρά με συμπάθεια, με μακροθυμία, με καρτερία, με σπλάγχνα οικτιρμών και φιλανθρωπίας ο ένας για τον άλλον μας. Σήμερα είσαι συ, αύριο εγώ, τώρα σφάλλει ο ένας, σε λίγο ο άλλος. Kάθε στιγμή μας συγχωρεί ο Θεός. Kαι μεις να συγχωρούμεν αλλήλους μας, και μεις να κλαύσωμεν και να θρηνήσωμεν και να λυπηθούμεν και να συμπονέσωμεν και να παρακαλέσωμεν τον Θεόν για το σφάλμα του αδελφού μας. Αυτή είναι η μεγαλυτέρα αρετή. Όσες αρετές και αν έχης, όσα καλά έργα κα προσευχές και αγαθοεργίες και αν κάμης, όλα τα υπερβαίνει, εάν πης ένα λόγο: Θεέ μου, συγχώρεσε τον αδελφόν μου για ό,τι μου έκαμε.

Η συναίσθησης των αδυναμιών μας-Οι τρείς κατηγορίες των αθρώπων

Καλότυχος εκείνος που γνωρίζει την κατάστασην του και ταπεινώνεται.Κακότυχος εκεινος που δε γνωρίζει και περιφανευεται.Η ανθρώπινη φύση υπόκειται σε πάθη στο φθόνο,μίσος,θυμό,ζηλοτυπία κι άλλα πάθη.Καλότυχος εκείνος που το κατάλαβε.
Αυτός ο άνθρωπος θα έχει καλές ημέρες,διότι εμείς δε πιστεύουμε στο ριζικό και στη τύχη όπως το λένε.Πως?Διότι πάντοτε ταπεινώνεται και όπως κι αν του έρθει το πράγμα εις το Θεόν το ρίχνει κι ότι κι αν ακούσει κι ότι κι αν δεί πάντοτε στο αγαθό και στο καλό το γυρίζει και αναπαυεται.
Αντιθέτως εκεινος που δε γνώρισε τη κατάσταση του είναι κακότυχος,διότι είναι περίφανος και ότι κι αν του συμβεί,ολα στο πονηρό τα παίρνει,αυτός ο άνθρωπος θα εχει κακες ημέρες διότι ποτέ του δεν αναπαυεται.Εξετάζει τα σφαλματα των άλλων,είναι έτοιμος να κατακρίνει να κατηγορήσει,κι όλα αυτά διότι δεν αισθάνεται  την ασθένειαν του,αλλά νομίζει οτι εκείνος δεν σφάλλει.

Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι:σαρκικοί,ψυχικοί και πνευματικοί.Ο σαρκικός άνθρωπος ζητά την αναπαυση,αγαπά τους επαίνους,δε θέλει να του κόψουν το θέλημα του,υπερασπιζεται τον εαυτό του και ζητεί όσα ειναι προς αναπαυση του.Ο ψυχικός πάλι δε θέλει να αδικήσει,αλλά ούτε και να τον αδικήσουν.Δε κατηγορεί αλλά δεν θέλει και να τον κατηγορήσουν,εαν το συμβεί μια αδικία δεν ομιλει δε αλλά θλίβεται και λυπάται πως του το έκαναν.Ο πνευματικος αν αδικηθει χαίρεται,αν του κόψουν το θέλημα του ευφραινεται κι ότι κι αν του συμβει θεωρεί τον εαυτό του υπαιτιο.

Ακολούθει το ημερολόγιο χωρίς να το πιστεύης ως Θεό

Ηγουμένου Ι. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου

Εν τη Ιερά Κοινοβ. Μονή Ζωοδ. Πηγής
Λογγοβάρδας τη 10-6-1944

Τω Οσιολογιωτάτω κ. Μ. χαίρειν
Την επιστολήν σας έλαβον και τα εν αυτή ανέγνων. Παρετήρησα ότι εις όσα σοι έγραφον, ότι νεω­τερίζεις, δεν απήντησες… Όσα δε αντέγραψας από το Πηδάλιον της Εκκλησίας, γνώμας και αποφάσεις των αγίων Οικουμενικών Συνόδων και των θεοφόρων Πατέρων και μας απέστειλας, διά να δείξης δήθεν ότι α­κολουθείς τους Αγίους Πατέρας και τας αγίας Συνόδους διότι κρατείς το παλαιόν ημερολόγιον, είναι τελείως άσχετα με το παλαιόν ημερολόγιον, καθότι αι άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι δεν συνεκροτήθησαν διά το παλαιόν ημερολόγιον, αλλά δι’ άλλα ζητήματα τα οποία ως εγγράμματος, όταν αναγνώσης μετά προσοχής, δύνασαι να τα εννοήσης. Αι άγιαι Οικουμενικαί Σύνοδοι συνεκροτήθησαν από το έτος 325 έως το έτος 783, η δε μεταβολή του εορτολογίου εγένετο το 1924.
Ουδεμία Οικουμενική Σύνοδος ησχολήθη με το παλαιόν και νέον εορτολόγιον, μόνον η Α’ Οικουμενική Σύνοδος ώρισε τα περί της εορτής του Πάσχα και ο οποίος όρος, κατά την γνώμην πολλών διδασκάλων της Εκκλησίας μας, δεν φυλάττεται, αλλά τούτο δεν βλάπτει ουδέ ποσώς την πίστιν. Ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος ήκμασε εγγύς μετά την Α’ Οικουμενική Σύνοδον, λέγει. «Χρόνων ακρίβειαν και ημερών παρα­τήρησιν δεν ηξεύρει η του Χριστού Εκκλησία. επειδή οσάκις τρώγει τον ζωοποιόν Άρτον τούτον, και το ποτήριον τούτο πίνει, καταγγέλλει τον θάνατον του Κυρίου και Πάσχα επιτελεί».
Και ο ιερός Νικόδημος, ερμηνευτής των ιερών κανόνων, λέγει. «Δεν φροντίζει ο Θεός και η Εκκλησία διά τοιαύτην παρατήρησιν χρόνων και ημερών πάρεξ διά μοναχήν ομόνοιαν και ειρήνην». Τί λοιπόν αναφέρεις αγίας Συνόδους και αγίους Πατέρας οι οποίοι ήκμασαν προ χιλίων περίπου ετών, διά να στηρίξης την πλάνην σου διά το παλαιόν εορτολόγιον, του οποίου η μεταβολή έγινε προ 20 ετών και το οποίον λατρεύεις ως Θεόν διά να μη είπω και περισσότερον; Διότι, εφ’ όσον παραδέχεσαι και πιστεύεις ότι χωρίς το παλαιόν εορτολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται, συμβουλεύεις δε τους ανθρώπους, να μη βαπτίζουν τα παιδιά των, να μη εξομολογούνται, να μη κοινωνούν των αχράντων μυστηρίων, να μη εκκλησιάζονται, διότι οι ιερείς ακολουθούν το νέον ημερολόγιον, και επομένως άνευ του παλαιού ημερολογίου ουδέν μυστήριον τελείται. Άρα πιστεύεις ότι το Πανάγιον Πνεύμα, το Οποίον επικέκληνται οι ακολουθούντες το νέον εορτολόγιον, δεν δύναται να τελειώνη μυστήριον, πρέπει να έχη συνεπίκουρον και το Άγιον Παλαιόν ημερολόγιον!!! Φευ της πλάνης και κακοδαιμονίας!! Αρμόζουν εις σε τα λόγια του θεοκήρυκος Παύλου τα διά τους ανοή­τους Γαλάτας γραφέντα. «πώς επιστρέφετε πάλιν επί τα ασθενή και πτωχά στοιχεία, οις πάλιν άνωθεν δου­λεύειν θέλετε; ημέρας παρατηρείσθε και μήνας και καιρούς και ενιαυτούς! φοβούμαι υμάς μήπως εική κεκοπίακα εις υμάς» (Γαλ. 4, 9-11).
Το μεν παλαιόν ημερολόγιον το ονομάζεις Άγιον ημερολόγιον, το δε νέον το ονομάζεις Βάαλ, διότι γράφεις να μη κλίνωμεν γόνυ προ του ειδώλου της συγχρόνου Βάαλ της λεγομένης αστρονομίας. Και το παλαιόν ημερολόγιον έχει ημέρας, επίσης και το νέ­ον. Όλας τας ημέρας τας εποίησεν ο Κύριος. Όλαι είναι καλαί και άγιαι. Διατί λοιπόν συ τας μεν ονομάζεις αγίας και καλάς, τας δε ονομάζεις Βάαλ και κακάς;
Δεν επιτρέπεται εις υμάς, άνθρωπον επιστήμονα, να λέγετε το νέον ημερολόγιον και την αστρονομίαν Βάαλ. Αλλ’ ως φαίνεται ο φανατισμός και η εμπάθεια σας έχει σκοτίσει το λογικόν και δεν γνωρίζετε ούτε αισθάνεσθε τί λέγετε. Ο μεν Βάαλ ήτο θεός των ειδωλολατρών, τον οποίον οι μεν Έλληνες ωνόμαζον Δία, οι δε Φοίνικες, Χαναναίοι και Τύριοι Βάαλ και οι Βαβυλώνιοι Βηλ.
[Με] το να γράφης ότι κλίνομεν γόνυ τω Βάαλ, είσαι ψεύτης και συκοφάντης, διότι ημείς προσκυνούμεν Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Τριάδα ομοούσιον και αχώριστον. Πιστεύομεν, προσκυνούμεν και λατρεύομεν τον αληθή Θεόν τον Ποιητήν των απάν­των, αλλά και ουδείς των χριστιανών εκείνων οι οποίοι ακολουθούν το νέον εορτολόγιον κλίνει γόνυ εις τον Βάαλ. Εάν και αμαρτωλοί είναι, οι πλείστοι κλίνουν γόνυ και προσκυνούν τον αληθή Θεόν των απάντων. Υμείς κ. Μ., δεν λέγω ότι δεν προσκυνείς και λατρεύεις τον αληθή Θεόν, αλλά προσκυνείς και λατρεύεις ως Θεόν και το παλαιόν ημερολόγιον. Η δε ομολογία σου, εφ’ όσον πιστεύεις ως Θεόν το ημερο­λόγιον (διότι λέγεις και γράφεις, ότι χωρίς το πα­λαιόν ημερολόγιον ουδέν μυστήριον τελείται), δεν είναι ομολογία γνησίου χριστιανού. Η αληθής ομολογία του χριστιανού είναι να πιστεύη εκείνα τα οποία διαλαμβάνει το Άγιον Σύμβολον της πίστεως ημών, το οποίον συνέταξαν οι θεοφόροι Πατέρες εις την Α’ Οικουμενικήν Σύνοδον και συνεπλήρωσεν η Β’ και επεκύρωσαν όλαι αι άλλαι Οικουμενικαί και τοπικαί Σύνοδοι. Το ιερόν Σύμβολον δεν διαλαμβάνει να πιστεύωμεν και εις ένα παλαιόν Ιουλιανόν ημερολό­γιον, το εφευρεθέν υπό του ειδωλολάτρου Σωσιγένους και θεσπισθέν υπό του επίσης ειδωλολάτρου αυτοκράτορος Ιουλίου Καίσαρος, και ότι άνευ του παλαιού εορτολογίου δεν υπάρχει σωτηρία. Λοιπόν πλανάσαι!
Η δε Αστρονομία δεν είναι και αυτή είδωλον του Βάαλ. είναι επιστήμη, την οποίαν εσπούδασαν πολλοί και από τους θεοφόρους Πατέρας της Εκκλησίας μας, ως ο Μ. Βασίλειος, ο άγ. Γρηγόριος και άλλοι. Είναι επιστήμη όχι μεν αναγκαία εις την σωτηρίαν, αλλ’ ε­πιστήμη χρήσιμος και ωφέλιμος. Υπό λαμπρού αστέρος οδηγηθέντες οι των Περσών βασιλείς αστρολόγοι προσεκύνησαν τον εν Σπηλαίω τεχθέντα Βασιλέα Ουράνιον.
Νομίζεις ότι, εάν φυλάξης το παλαιόν ημερολόγιον, εφύλαξας όλον τον νόμον, είσαι γνήσιος ορθόδοξος, διότι εις το παλαιόν εορτολόγιον, κατά την στρεβλήν γνώμην σου, όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται! Αλλ’ εάν, ως λογικός και συνετός, στοχασθής καλώς τας καταφρονήσεις που κάμνεις εις άλλας παραδόσεις της Αγίας μας Εκκλησίας, τας παρακοάς που κάμνεις εις τον Νόμον του Θεού και τας εντολάς Του, τας παρακοάς που κάμνεις εις τας συμβουλάς και νουθεσίας του πνευματικού σου πατρός, θα ίδης ότι εκείναι μεν είναι κάμηλος, το δε ημερολόγιον κώνωψ. Αλλοίμονόν σου ότι διυλίζεις τον κώνωπα την δε κάμηλον καταπίνεις.
Άκουσον δι’ υστάτην φοράν και πρόσεξε εις τα λεγόμενα. Το τέλος πάντων ημών έφθασεν μετ’ ολί­γον θα αναχωρήσωμεν και θα παρασταθώμεν ενώπιον του απροσωπολήπτου και δικαίου Κριτού να δώσωμεν λόγον των πράξεών μας, ο Οποίος θα μας εξετά­ση εάν εφυλάξαμεν, όχι τα ημερολόγια, αλλά τας εντολάς Του, εάν εποιήσαμεν έργα καλά, πράξεις αγαθάς, εάν εφυλάξαμε την πίστιν μας καθαράν, πίστιν εννοώ όχι εις τα άψυχα ημερολόγια, αλλά πίστιν εις Αυτόν τον Χριστόν τον υπέρ ημών σαρκωθέντα, παθόντα, ταφέντα και αναστάντα τριήμερον, και ανελθόντα εις ουρανούς και εις τα δεξιά εστώτα του Ουρανίου Πατρός, τον πανταχού παρόντα, τον και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης κρίναι ζώντας και νεκρούς. Λοιπόν άφησε τα ημερολόγια πριν σε καταλάβη η νυξ του θανάτου, οπότε δεν θα σε βοηθήση το ημερολόγιον, αλλ’ ούτε και η μετάνοια, επειδή εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια.
Δεν πρέπει να νομίζης ότι εξ αιτίας του εορτολογίου ο Θεός ωργίσθη τον κόσμον. Ο Θεός τιμωρεί τον κόσμον διά τας ασεβείας, βλασφημίας, απιστίας, μοιχείας, πορνείας, μέθας, ασωτίας, αδικίας, πλεονεξίας, υπερηφανίας, φθόνους, φόνους κ.λπ., και όχι δι’ ημερολόγια.
Εάν θέλης να μου ακούσης, ακολούθει το παλαιόν εορτολόγιον χωρίς να το πιστεύης ως Θεόν και να υβρίζης όσους ακολουθούν το νέον και να τους συμβουλεύης να αρνηθούν την Εκκλησίαν, τα μυστήρια κ.λπ. ..

Μετ’ αγάπης και εγκαρδίων ευχών
Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος

Ηγουμένου Ι.Μ. Λογγοβάρδας Πάρου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...