Friday, December 28, 2012

Almsgiving - ( Ελεημοσύνη)

The powerful influence a mother has over her child (Part 2)


A mother can, with a single glance, with one kiss, with her sweet voice and
tender caress, at once evoke the desire and inclination for virtue within the heart
of her child. Similarly, the same mother, with one glance of disapproval, with one
tear rolling down her cheek, through a single expression that reveals the pain in
her heart, is capable of distancing her child from a destructive evil endangering
his heart. As a child is raised in the motherly bosom and warmed in the maternal
embrace, he begins to love even before he learns the meaning of love, and he
begins to submit his will to the ethical law even before he comprehends the
ethical law. A mother alone is the most suitable person to foster the initial
understanding concerning God within an infant’s heart.
On account of this, St. Basil the Great says: “the understanding of God that
I received as an infant from my blessed mother has flourished within me. I have
not changed anything when I reached maturity, but I perfected the principles that
were entrusted to me by her.” While Pestalozzi, foremost amongst contemporary
educators, attributes the entire religious education of a child to his mother and
proclaims: “I believed my mother. Her heart showed God to me. My God is the
God of my mother. The God of my heart is the God of her heart. O mother, dear
mother! You revealed God to me through your instruction, and I found Him
through my obedience. O mother, dear mother! If I forget God, I will forget you
However, just as a mother’s every virtuous deed, every good word, and
each righteous disposition constitute the cornerstone for the child’s ensuing
virtuous works, words, and inclinations, similarly, a mother’s every evil deed,
word, and disposition contains destructive seeds for the child’s ensuing evil
actions, words, and inclinations. Thus, a child eventually becomes similar to what
his mother is like. If a mother’s soul is hideous, malicious, dark, corrupt,
insensitive, and coarse, if her inclinations are evil, her manners scandalous,
immodest, and indecent, if she is prone to impiety, anger, hatred, and other
irrational passions, then it will not be long before these evil stalks spring up from
the child as well. Conversely, if a mother’s soul is divine, pure, joyous, innocent,
and full of the fear of Lord, if her inclinations are noble and holy, if her
dispositions are serene, God-loving, and compassionate, then a child’s soul,
reflecting itself in front of such a mirror and imperceptibly mimicking her,
becomes similar to his mother, and, with time, he propagates seeds of virtue.
Hence, when the great Napoleon asked a certain renowned educator of that time
(by the name of Madame Campan) what France was in need of in order to
acquire good and virtuous men, “mothers,” responded this prudent lady to the
monarch. “Then,” instructed the prominent emperor, “produce such women who
will be capable of fulfilling this immense national goal.”

—by St. Nektarios—

The powerful influence a mother has over her child


The upbringing of children must begin during infancy. This is necessary in
order to direct the child’s powers of the soul—as soon as they begin to emerge—
toward good, virtue, and truth, while simultaneously distancing them from evil,
indecency, and falsehood. This age is the secure foundation upon which a child’s
moral and intellectual understanding will be erected. Thus, Fokilidis says: “It is
necessary to teach someone to do good work while he is still a child,” because
man sets out from childhood, as from a starting block, to run the race of life. St.
Basil the Great affirms: “It is necessary for the soul to be guided right from the
very beginning toward every virtuous exercise, while it is still soft and moldable
as wax; so that, as a child begins to speak and to acquire discernment, there
exists a road comprised of the elemental concepts and devout etiquette that were
initially imparted, giving him the ability to speak good and useful things and
inspiring him to acquire a proper moral conduct.” Truly! Who will not agree that
the first impressions during childhood remain permanently ingrained and
unforgettable? Who doubts that various influences during early youth become so
deeply imprinted upon a child’s tender soul, that they continue to exist vividly
throughout the duration of his life?
Nature has appointed parents, but especially mothers, to be instructors
during this early stage of life. Hence, it is necessary for us to suitably teach and
diligently raise virtuous women, on account of their supreme calling to become
teachers; for they will serve as the images and examples that their own children
will follow. A child mimics either the virtues or bad habits of his mother—even her
voice and manners, even her ethos and conduct—to such an extent, that one can
very appropriately liken children to phonographic records that initially register
sound, and then play it back as it was originally voiced, in the identical pitch, the
same quality, and with the same accent and emphasis. Each glance, every word,
every gesture, and every action of a mother becomes the glance, word,
expression, gesture, and action of her child. Hence, Asterios notes: “one child
speaks exactly like his mother, another bears a striking resemblance to her
personality, while yet another takes on his birth giver’s manner and conduct.” By
being in the constant presence of her child and through her repeated counsels, a
mother profoundly affects the soul and character of her child, and she first
provides him with the initial impetus toward virtue.

—by St. Nektarios—

Ο γεροντας Τύχων κι ο ληστής

Κάποτε του είχε στείλει κάποιος από την Αμερική μια επιταγή. Την ώρα όμως
πού την έπαιρνε ο Γέροντας από το Ταχυδρομείο, τον
είδε ένας κοσμικός και νικήθηκε από τον πειρασμό της
φιλαργυρίας. Πήγε λοιπόν την νύχτα στο Κελλί του
Γέροντα, για να τον ληστέψη, με τον λογισμό ότι θα
εύρισκε και άλλα χρήματα, χωρίς να ξέρη ότι και εκείνα
πού είχε πάρει ο Γέροντας τα είχε δώσει την ίδια ώρα
στον κυρ - Θόδωρο, για να πάρη ψωμιά για τους
φτωχούς. Αφού τον βασάνισε αρκετά τον Γέροντα - τον
έσφιγγε με ένα σχοινί στον λαιμό του - διεπίστωσε ότι
πράγματι δεν είχε χρήματα και ξεκίνησε να φυγή. Ό
Παπα - Τυχών του είπε:
- Θεός συγχωρέσοι, παιδί μου.
Ό κακοποιός αυτός άνθρωπος πήγε και σε άλλον Γέροντα με τον ίδιο σκοπό,
αλλά εκεί τον έπιασε ή Αστυνομία, και ομολόγησε μόνος του ότι είχε πάει και
στον Παπα - Τύχωνα. Ό Αστυνόμος έστειλε χωροφύλακα και ζήτησε τον
Γέροντα για ανάκριση, επειδή θα γινόταν η δίκη του κλέφτη. Ό Γέροντας
στενοχωρέθηκε γι' αυτό και έλεγε στον χωροφύλακα:
- Παιδί μου, εγώ τον συγχώρεσα με όλη την καρδιά μου τον κλέφτη.
Εκείνος όμως δεν έδινε καθόλου σημασία στα λόγια του Γέροντα, γιατί
εκτελούσε ανώτερη διαταγή, και τον τραβούσε και του έλεγε: - Άντε,
γρήγορα, Γέροντα! εδώ δεν έχει συγχώρεση και «ευλόγησαν».
Τελικά τον λυπήθηκε ο Διοικητής και τον άφησε από την Ιερισσό να γυρίση
στο Κελλί του, επειδή έκλαιγε σαν μωρό παιδί, γιατί νόμιζε ότι θα γίνη και
αυτός αιτία να τιμωρηθή ο κλέφτης.
Όταν το θυμόταν αυτό το περιστατικό, δεν μπορούσε να το χωρέση στο
μυαλό του και μου έλεγε:
- Πά-πά-πά, παιδί μου! αυτοί οι κοσμικοί άλλο τυπικό έχουν" δεν έχουν το
«εύλόγησον», «Θεός συγχωρέσοι».

Πώς προσεύχεσαι;

Αν παρακαλούσαμε κάποιον άρχοντα – όχι για να μας γλιτώσει τη ζωή μας, αλλά απλά για να μας κάμει κάποια μικρή «καλωσύνη», – δεν θα προσηλώναμε σ’ αυτόν τα μάτια μας και την καρδιά μας; Δεν θα «κρεμόμασταν» κυριολεκτικά οπό την όψη του προσώπου του, με έντονη προσοχή, για να εισπράξουμε τη συγκατάθεσή του έστω με ένα νεύμα του; Δεν θα τρέμαμε, μήπως κάποιος ακατάλληλος ή αδέξιος δικός μας λόγος τον ερεθίσει και του κόψει την καλή για μας διάθεση;

Αν βρισκόμαστε σε κάποιο δικαστήριο και είχαμε απέναντί μας τον αντίδικο, και εμείς την πιο κρίσιμη ώρα αρχίζαμε να βήχουμε, να φτύνουμε, να γελάμε, να χασμουριόμαστε ή να κοιμόμαστε, τότε, δεν θα έσπευδε αμέσως η άγρυπνη κακή διάθεση του αντιπάλου μας να ξεσηκώσει εναντίον μας την αυστηρή κρίση του δικαστή;

*    *    *

Τώρα λοιπόν, που παρακαλούμε τον Ουράνιο Κριτή, τον αλάθητο μάρτυρα όλων των μυστικών της καρδιάς μας, και Τον ικετεύουμε να μας λυτρώσει οπό τον αιώνιο θάνατο – ενώ παράλληλα έχουμε απέναντι μας τον κακόβουλο και σκληρό κατήγορό μας διάβολο – δεν θα πρέπει να εντείνουμε την προσοχή και να κάνουμε όσο μπορούμε πιο θερμή την προσευχή μας; Δεν θα πρέπει να παρακαλούμε επίμονα τον Κύριο, να μας δώσει έλεος και ευσπλαχνία;

Τί λέτε; Δεν θα είμαστε και εμείς ασφαλώς ένοχοι – και μάλιστα όχι για κάποιο ελαφρό αμάρτημα, αλλά για μια πολύ σοβαρή ασέβεια – αν, την ώρα που στεκόμαστε ενώπιον του Θεού, παύουμε να έχουμε την αίσθηση της παρουσίας Του και νιώθουμε σαν να έχουμε μπροστά μας έναν κάποιον, …τυφλό και κουφό ακροατή;

*    *    *

Διαφορετικά, γιατί δεν χύνουμε ούτε ένα δάκρυ για την χλιαρότητά μας ή για την οκνηρία, που μας απομακρύνει οπό την προσευχή;

Διαφορετικά, γιατί δεν το θεωρούμε πτώση μας, το ότι κατά τη διάρκεια της προσευχής αφήνουμε το νου μας να αιχμαλωτίζεται – έστω και για λίγο – οπό λογισμούς άσχετους και ξένους για τα λόγια της προσευχής μας;

Γιατί να μη θρηνούμε και να μη ζητάμε γι’ αυτή την πτώση μας το έλεος του Θεού;

Γιατί να μη καταλαβαίνουμε, τί μεγάλη ζημιά παθαίνει η ψυχή μας, όταν ξεφεύγει ο νους μας από τη μνήμη του Θεού, και καταντάει να σκέφτεται πράγματα άλλα; Δεν το καταλαβαίνουμε ότι έτσι μας εμπαίζουν οι δαίμονες;

Αυτά εμείς.

Αντίθετα οι άγιοι, έστω κι αν για μια στιγμή τους νικούσαν λογισμοί και τους αποσπούσαν ακούσια οπό την προσευχή, αυτό το θεωρούσαν σαν ένα είδος ιεροσυλίας. Και παρ’ όλο που με αστραπιαία ταχύτητα επανέφεραν τους «οφθαλμούς» της καρδιάς τους προς τον Θεό, κατηγορούσαν τους εαυτούς τους ότι είναι ασεβείς. Τα σκοτάδια των γήινων λογισμών, έστω κι αν ήσαν φευγαλέα, τους ήσαν κάτι το ανυπόφορο. Και απεχθάνονταν καθετί, που απομάκρυνε το νου τους οπό το Φως το Αληθινό.

Αγ. Κασσιανός ο Ρωμαίος

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...