Tuesday, June 30, 2015

St. Paisios on those who suffer for the world

An icon depicting St. Paisios receiving pilgrims, taking up their burdens and preaching to them the Word of God. His scroll reads: "We must struggle with philotimo, that we may be saved, and so that we not sadden Christ..."
Those who suffer deeply for the salvation of the whole world and help in their own way (as strugglers) and humbly entrust themselves to the hands of God, feel the greatest joy in the world. Their life is a constant doxology, for they flutter about internally like angels, glorifying God day and night. Those, however, who neglect the salvation of their souls and try to find joy and rest in this vain life, are continually tortured and entangled in endless worldly machinery and live in hell in this life...Those who have philotimo, because they move within the heavenly sphere of doxology, joyfully accept their trials as well as their blessings, and glorify God for them. Thus, they are continuously receiving God’s blessing from everything and are melting internally out of gratitude towards God, which they express in every spiritual way possible, like children of God.

St. Paisios of Mount Athos 


Ένας Άγιος άστεγος - Αληθινή Ιστορία

Η ματιά του με διαπερνούσε ενοχλητικά στο αργό περπάτημα μου λίγα μέτρα πιο πέρα…

Αναζητούσα κάτι άλλο, αλλά προέκυψε αυτό το βλέμμα, που σαν να μου μιλούσε χωρίς ήχο με καθήλωσε και με γέμισε ενοχές…

Εγώ κρατώντας μια τυρόπιτα και ένα μπουκάλι νερό αμέριμνος αλλά και ψυχρός, εκείνος ένας πεινασμένος και κομματιασμένος ψυχικά περίμενε όχι την τυρόπιτα, αλλά το τέλος που δεν ερχόταν…
Τον κοίταξα άλλη μια φορά και του την πρόσφερα μαζί το νερό…Την πήρε στα χέρια αλλά δεν την έφαγε…
«Ένα τσιγάρο έχεις να μου δώσεις;»

«Δεν καπνίζω», του λέω, αλλά τρέχω στο περίπτερο δίπλα του και αγοράζω ένα πακέτο, δεν θυμάμαι και ποια μάρκα…
Το προσφέρω χαμογελώντας και καθώς απομακρύνομαι μη έχοντας να δώσω κάτι άλλο, ξεκίνησε η δική του προσφορά!!!

«Το τσιγάρο με σκοτώνει, ενώ η τυρόπιτα ανανεώνει το ραντεβού με την κόλαση για αργότερα…».

Τον κοίταζα σιωπηλός και ακίνητος δείχνοντάς του το ενδιαφέρον που ζητούσε για να συνεχίσει…
«Δεν με παίρνει ρε φίλε η Παναγιά, με αφήνει εδώ να ταλαιπωρούμαι, να βλέπω την πατρίδα, να στοιχειώνει και να μη μπορώ να τη βοηθήσω…
Τα παιδιά και τους νέους να χάνονται στην απελπισία, χωρίς προοπτική και όνειρα και λιώνω…Τους αρρώστους αβοήθητους, τους γέροντες πεταμένους και εκείνα τα ορφανά ξεχασμένα στα ιδρύματα και μαυρίζει η καρδιά μου…

Ο Χριστός είναι εδώ συνέχεια δίπλα μου και όσο τον παρακαλάω να με πάρει μαζί του με αφήνει να κοιμηθώ και ξανάρχεται μόλις ξυπνήσω… 
Δεν έχω και άλλη παρέα αλλά ούτε και παράπονο…Όποτε Τον φωνάξω τρέχει συνέχεια να με ακούσει…

Αν ζητήσεις από τον πρωθυπουργό ακρόαση δεν θα τον δεις ποτέ…Ο άρχοντας όμως όλου του κόσμου έρχεται αμέσως…»
 Δακρύζει και σταματάει να μιλάει κοιτώντας αλλού…
 Κάθισα δίπλα του και περίμενα να συνεχίσει, ήταν τόσο ζεστά, παρά το κρύο, που νόμιζες ότι έχει σόμπα κοντά του… 
Τώρα με κοιτάζει και χαμογελάει…
 «Δώρο από τον Χριστό είναι η σόμπα, μη σου πω ότι το βράδυ ξεσκεπάζομαι».

Χλόμιασα γιατί διάβασε τη σκέψη μου…! Κατάλαβα ότι δεν είναι τυχαίος άνθρωπος…

«Η δικαιοσύνη του Θεού είναι πιο μεγάλη από ότι φαντάζεσαι…
Αν κάνεις φόνο, η ανθρώπινη επιείκεια του δικαστηρίου θα σε βγάλει από τη φυλακή σε λίγα χρόνια, ενώ για το ίδιο αδίκημα σου λένε ότι θα πας στην κόλαση αιώνια…
Είναι δυνατόν ο άνθρωπος να είναι ποιο επιεικής από τον Θεό;

Αν μετανοήσεις για τις πράξεις που σε βαραίνουν, θα συγχωρεθείς αμέσως από τον Χριστό, γι’ αυτό να μην είσαι τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου…
Δώσε του την ευκαιρία να διορθωθεί και μη καταδιώκεσαι από τους τύπους και το καθήκον… Κάνε την προσευχή σου πάντα και μην αφήνεις τον εαυτό σου έξω από την ευλογία του Χριστού…»

«Θέλω αν μπορείς να προσευχηθείς για εμένα», του ζητώ…
«Αν εγώ φάω την τυρόπιτα που μου πρόσφερες, εσύ θα χορτάσεις; Να προσεύχεσαι στον Χριστό όπως και εγώ και να έχεις πίστη…»
Καθώς σηκώνομαι να φύγω, ενώ εκείνος πήρε την τυρόπιτα στα χέρια με κοιτάζει χαμογελώντας και μου λέει:«Τόση ώρα οι τρεις μας θα μπορούσαμε να παίξουμε και ξερή (παιχνίδι με χαρτιά), αλλά μάλλον εσύ ήθελες μόνο να ακούσεις…

Ο φίλος μου θα σε βοηθήσει να βρεις αυτό που ζητάς…»Ποτέ δεν περίμενα ότι παίρνοντας ένα πακέτο τσιγάρα και μια τυρόπιτα θα δεχόμουν σαν αντίτιμο την σοφία ενός άγνωστου άστεγου, τη δωρεάν ακτινογραφία των ανησυχιών μου και τη διαβεβαίωση ότι ο φίλος του ο Χριστός θα μου τις απαλύνει…

Οι άνθρωποι του Θεού βρίσκονται ανάμεσα μας και όποιος έχει ανοικτά μάτια μπορεί να δει το θέλημα Του, αλλά και την χάρη Του, αυτήν που μεταμορφώνει έναν άστεγο σε σοφό, έναν άγνωστο σε φίλο, έναν άνθρωπο σε αδελφό !!!


Monday, June 29, 2015

The Flock of the Theotokos

The Most-Holy Theotokos "Gerontissa" ("The Abbess"), depicted with Holy Angels and several Monastic Saints

M.M. Elder, let us move onto a different topic. Speak to us on the relationship that you and every Athonite has with the Panagia.

Elder Markellos: It is Her Garden, and we are her children. Once, an Athonite monk was sick. In order to be healed, he took refuge in the Panagia of Tinos. There, of course from reverence, he slept at night within the church. In reality, therefore, Panagia visited him, but in a...unique manner. She gave him a motherly slap, saying at the same time: "What do you want here?"

He replied: "My Panagia, I came to find my health."

"Well, why didn't you call me and entreat me in my Garden? I'm there every day along with you. Was there a need to come here?" Then the poor monk lost it, and awoke thinking: "Wow, what a fool I am, what am I doing here?"

This motherly position Panagia has before all of us, and when we are pleasing before Her--according to Her promise--she gives us everything. The blessed Elder Ephraim of Katounakia said: "Are you being tempted? Grab hold of the Panagia by her dress and call upon Her! She is a mother, she will hear you." He said this with joy, and also with faith that it would thus occur. When he sought for something from the Panagia, She gave it to him.

There is a story regarding an astonishing vision having to do with the Athonite Fathers and the Most-Holy Theotokos, which depicts her many times as an Abbess, as the Gerontissa of the Holy Mountain, with Her rod and mandya. She visits, she keeps vigil, she cares for Her children.

An Elder saw this astonishing vision: "The Second Coming, the Last Judgment had come. The Panagia as an Abbess passed by the cemetaries of the Holy Monasteries, by the Sketes, by the Hermitages, where there were the graves of the Fathers. As she passed by the place of the Fathers' rest, she would hit Her staff on the graves, and the Fathers would rise!"

An astonishing vision... All the resurrected Fathers followed the Panagia, who went before them, and arranged them into a large flock, the flock of the Most-Holy Theotokos. The Athonite Fathers were and are Her children, and she led them and leads them to the Kingdom of the Heavens.

An incredible vision. But once in a while, from certain graves, the Panagia did not take the Fathers. She left them there. They were those monks who did not take care in their life, who did not keep their monastic promises and their monastic duties. These cried out, mourned, wailed, entreated: "Take me too, Panagia! Take me together with You!" However, she did not take them, and they remained complaining and estranged from the great brotherhood, the Synodeia of the Most-Holy Theotokos.

Every Athonite monk senses the Panagia as his Mother. Whatever he asks of Her with faith and purity, the Panagia brings about, but he must try to always be pleasing before Her in his life. In other words, he must try to not make his life something that would sadden his Mother.

From Elder Markellos of Blessed Memory, Former Abbot of Karakallou Monastery, Mount Athos. From the Book: Logos Athonos, by Manolis Melinos.


"Παρακλητικός κανών στους αγίους Κοσμάν και Δαμιανόν"

Ὁ Ἱερεὺς ἄρχεται τῆς Παρακλήσεως μὲ τὴν δοξολογικήν ἐκφώνησιν:

Εὐλογητὸς ὁ Θεός ἡμῶν, πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί καὶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ὁ χορός: Ἀμήν.
Ἤ μὴ ὑπάρχοντος Ἱερέως, ἡμεῖς τό:
Δι’ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς, Ἀμήν.

Ψαλμός ρμβ’ (142).
Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, εἰσάκουσον μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου καὶ μὴ εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου, πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς, ὡς νεκρούς αἰῶνος καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμέ τό πνεῦμα μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων. Διεπέτασα πρός Σέ τάς χείρας μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμα μου. Μὴ ἀποστρέψης τό πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μου τό πρωΐ τό ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοί ἤλπισα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν ἐν ἧ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, πρός Σέ κατέφυγον, δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τό θέλημά Σου, ὅτι Σύ εἶ ὁ Θεός μου. Τό Πνεῦμα Σου τό ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου καὶ ἐν τῷ ἐλέει Σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου. Καί ἀπολεῖς πάντας τούς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλος Σου εἰμί.

Καί εὐθύς ψάλλεται τετράκις ἐξ’ ὑπαμοιβῆς, μετά τῶν οἰκείων στίχων:
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχ. α’. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίῳ ὅτι ἀγαθός, ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος Αὐτοῦ.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. β’. Πάντα τὰ ἔθνη ἐκύκλωσάν με καὶ τό ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Στίχ. γ’. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὕτη καὶ ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν.
Θεός Κύριος καὶ ἐπέφανεν ἡμῖν…

Εἶτα τὸ τροπάριον. Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς τῶν νοσούντων συμπαθεῖς ἰατῆρες, καί χειρουργοί τῶν χαλεπῶν παθημάτων, καί τῶν πασχόντων θεῖοι ἀντιλήπτορες, ἴασιν καί λύτρωσιν, καί ὑγείαν καί ῥώσιν, ψυχῆς ὁμοῦ καί σώματος χορηγεῖται ἀπαύστως, Κοσμᾶ σοφέ σύν τῷ Δαμιανῷ, τοῖς τῇ πρεσβείᾳ ὑμῶν καταφεύγουσι.

Δόξα Πατρί... Ἦχος πλ. δ'.
Ἅγιοι Ἀνάργυροι καί θαυματουργοί, ἐπισκέψασθε τάς ἀ¬σθενείας ἡμῶν, δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε ἡμῖν.
Καὶ νῦν.
Οὐ σιωπήσομέν ποτε Θεοτόκε, τὰς δυναστείας Σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι· εἰμὴ γὰρ Σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν, ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν Δέσποινα ἐκ Σοῦ, Σοὺς γὰρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.

Εὐθὺς ἀναγινώσκομεν τὸν Ν΄ ψαλμόν.

Ψαλμός ν’ (50).
Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός Σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου, ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καί ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διά παντός. Σοί μόνῳ ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἄν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καί νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καί τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ῥαντιεῖς με ὑσσώπῳ καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς με καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοι ἀγαλλίασιν καί εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τό πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ἐν ἐμοί ὁ Θεός καί πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀποῤῥίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καί τό Πνεῦμα Σου τό Ἅγιον μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καί πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς Σου καί ἀσεβεῖς ἐπὶ σέ ἐπιστρέψουσιν. Ῥῦσαι με ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός, ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου, ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσα μου τήν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν Σου. Ὅτι, εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν, ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσίᾳ τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τήν Σιών καί οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ἱερουσαλήμ. Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καί ὁλοκαυτώματα. Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τό θυσιαστήριόν Σου μόσχους.

Ὁ Κανών τῶν Ἁγίων, οὗ ἡ ἀκροστιχίς. «Θεῖοι ἰατροί ἰάσασθέ με. Γερασίμου»

ᾨδὴ α΄. Ἦχος πλ. δ'. Ὑγράν διοδεύσας ὡσεί ξηράν.
Θεράποντες θεῖοι τοῦ Λυτρωτοῦ, δυάς Ἀναργύρων, θεραπείας με ταχινῆς, τῆς κατά ψυχήν τε καί τό σῶμα, τῇ ἀντιλήψει ὑμῶν ἀξιώσατε.

Ἐπλήγην κακίᾳ τοῦ δυσμενοῦς, καί νόσῳ βαρείᾳ, περιπέπτωκα χαλεπῶς, ἀλλ' ὦ ἰατροί τῶν ἀσθενούντων, τῆς ἐπελθούσης με θλίψεως ρύσασθε.

Ἰάσεις παρέχοντες δωρεάν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σύν τῷ θείῳ Δαμιανῷ, πόνων καί δεινῶν ἀρρωστημάτων, τούς προσιόντας ὑμῖν ἀπαλλάξατε.

Ὁλόφωτον σκήνωμα τοῦ Χριστοῦ, Κεχαριτωμένη, Ἀειπάρθενε Μαριάμ, λάμπρυνον τόν ζόφον τῆς ψυχῆς μου, ταῖς φωταυγέσι σου χάρισι δέομαι.

Ώδή γ'. Οὐρανίας ἁψῖδος.
Ἰατροί δεδειγμένοι, παρά Θεοῦ ἄμισθοι, τοῖς ὀδυνηρῶς τρυχομένοις, πόνοις καί ἄλγεσι, θεῖοι Ἀνάργυροι, τῆς ταλαιπώρου ζωής μου, τάς ὀδύνας λύσατε, ὡς συμπαθέστατοι.

Ἰαμάτων τά ρεῖθρα, οἷα πηγή δίκρουνος, ἡ τῶν ἱερῶν Ἀναργύρων, δυάς αὐτάδελφος, κόσμῳ πηγάζοντες, ἀσθενειῶν πάντα ρύπον, καί παθῶν τόν βόρβορον, ἀποκαθαίρετε.

Ἀναργύρως τάς νόσους, τάς τῶν βροτῶν παύοντες, ὡς παρά Κυρίου λαβόντες, τήν χάριν Ἅγιοι, παύσατε δέομαι, τό τῆς καρδίας μου ἄλγος, καί πρός σωτηρίας με, τρίβον ἰθύνατε.

Τόν Σωτήρα τοῦ κόσμου, ὑπερφυῶς τέξασα, τήν ἐκ τῆς ἀρχαίας κατάρας, πληγήν ἰώμενον, ἡμῶν Πανύμνητε, τῆς ἀσθενούσης ψυχῆς μου, ἴασαι τόν καύσωνα, τῇ σῇ χρηστότητι.

Διάσωσον τῶν εὐκλεῶν Ἀναργύρων δυάς ἁγία, πάσης νόσου καί ἀσθενείας καί θλίψεως, τους καταφεύγοντας πίστει ὑμῶν τῇ σκέπῃ.

Ἐπίβλεψον, ἐν εὐμενείᾳ, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν τοῦ σώματος κάκωσιν, καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.

Κάθισμα. Ἦχος β'. Πρεσβεία θερμή.
Παθῶν χαλεπῶν, ἀκέστορες ὀξύτατοι, καί πάσης ψυχῆς, πασχούσης ἀνακούφισις, Δαμιανέ μακάριε, καί Κοσμᾶ θεοφόροι Ἀνάργυροι, ἐν ὑγείᾳ ἡμῶν τήν ζωήν, ἀπτώτω τηρήσατε δεόμεθα.

Ὠδή δ'. Εἰσακήκοα, Κύριε.
Ρῶσιν θείαν καί ἴασιν, καί ἁμαρτημάτων θεόθεν ἄφεσιν, ἐξαιτήσασθε Ἀνάργυροι, ταῖς συνεχομένοις ἀρρωστήμασι.

Ὀδυνώμενος πάθεσιν, ὑμῶν τῇ πρεσβείᾳ προστρέχω Ἅγιοι• μή παρίδητε Ἀνάργυροι, τόν ταῖς ἁμαρτίαις ἀπολλύμενον.

Ἰατροί συμπαθέστατοι, μυστικοῖς φαρμάκοις ὑμῶν τῆς χάριτος, τήν ἀφόρητόν μου ἄλγησιν, τήν μαστίζουσάν με θεραπεύσατε.

Ἰατῆρα κυήσασα, τόν τῶν ὅλων Κτίστην κόσμον ἰώμενον, ἴασαί μου τά ἀλγήματα, Κεχαριτωμένη Μητροπάρθενε.

Ὠδή ε'. Φώτισον ἡμᾶς.
Ἴαμα ἀεί, ἀναβλύζει θείῳ Πνεύματι, ὁ ναός ὑμῶν Ἀνάργυροι κλεινοί, καί ἰᾶται πᾶσαν νόσον καί πᾶν οἴδημα.

Ἄνωθεν ἡμᾶς, ἐποπτεύοιτε Ἀνάργυροι, ἐξ ἡμῶν ἀποδιώκοντες ἀεί, τήν μανίαν τοῦ δολίου πολεμήτορος.

Σῶμα καί ψυχήν, ἀσινῆ ἡμῶν τηρήσατε, ἐκ δεινῶν ἀσθενειῶν καί συμφορῶν, τῶν προστάτας κεκτημένων ἡμᾶς Ἅγιοι.

Ἄχραντε Ἁγνή, τήν χρονθεῖσάν μου διάνοιαν, μανιώδεσι τοῦ πλάνου προσβολαῖς, ἀποκάθαρον τοῖς ρείθροις τοῦ ἐλέους σου.

Ὠδή ς'. Τήν δέησιν ἐκχεῶ.
Συντρίμματα, τῶν ψυχῶν ἰάσασθε, καί τοῦ σώματος δεινάς καχεξίας, ὡς δεδεγμένοι πλουσίαν τήν χάριν, τοῦ θεραπεύειν τάς νόσους Ἀνάργυροι, τῶν προσφωνούντων εὐλαβῶς, τήν σεπτήν ὑμῶν κλήσιν ἑκάστοτε.

Θηρεύσας με, ἡδονῆς δελέατι, ἠχμαλώτευσεν ὁ δόλιος δράκων· ἔνθεν ὀδύναι καί νόσοι καί πόνοι, κρίσει δικαία ἐπῆλθόν μοι Ἅγιοι· ὦν τῆς βαρείας συνοχῆς, ρύσασθέ με Ἀνάργυροι δέομαι.

Ἐκλάμποντες, ὡς φωστῆρες ἄδυτοι, ἰαμάτων τάς ἀκτῖνας τῇ κτίσει, τῶν νοσημάτων διώκετε ζόφον, καί τῆς ὑγείας τό φώς διαυγάζετε, Ἀνάργυροι θαυματουργοί, τοῖς τῇ σκέπη ὑμῶν καταφεύγουσι.

Μητράνανδρε, Μαριάμ Θεόνυμφε, ἡ Θεόν ἀνερμηνεύτως τεκοῦσα, τήν χαλεπήν τοῦ νοός μου σκοτίαν, τῇ φωταυγεῖ σου διάλυσον χάριτι, καί ἴθυνόν με πρός τό φῶς, τῶν σεπτῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.

Διάσωσον τῶν εὐκλεῶν Ἀναργύρων δυάς ἁγία, πάσης νόσου καί ἀσθενείας καί θλίψεως, τούς καταφεύγοντας πίστει ὑμῶν τῇ σκέπῃ.

Ἄχραντε, ἡ διά λόγου τόν Λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικήν παρρησίαν.

Αἴτησις και το Κοντάκιον

Ἦχος β'. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἰαμάτων τήν χάριν δεξάμενοι, τούς ἀνιάτως νοσοῦντας ἰάσασθε. Κοσμᾶ καί Δαμιανέ ἔνδοξοι, ἁμαρτημάτων τήν λύσιν αἰτούμενοι, τοῖς πίστει ὑμῖν καταφεύγουσι.

Προκείμενον. Θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις αὐτοῦ..
Στίχ. Τοῖς Ἁγίοις τοῖς ἐν τῇ γῇ αὐτοῦ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος

Εὐαγγέλιον (Ματθ. ι' 1, 5-8)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τούς δώδεκα Μαθητάς αὐτοῦ, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν κατά πνευμάτων ἀκαθάρτων, ὥστε ἐκβάλλειν αὐτά, καί θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καί πᾶσαν μαλακίαν. Τούτους τούς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς, λέγων· εἰς ὁδόν ἐθνῶν μή ἀπέλθητε, καί εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μή εἰσέλθητε. Πορεύεσθε δέ μᾶλλον πρός τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. Πορευόμενοι δέ κηρύσσετε, λέγοντες: Ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε• δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε.

Δόξα. Ταῖς τῶν Ἀναργύρων, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καί νῦν. Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχος. Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι.
Ρῶσίν τε καί ἴασιν, τοῖς ἐν ὀδύναις καί λύπαις, συμπαθῶς παρέχοντες, Ἅγιοι Ἀνάργυροι θείῳ Πνεύματι, ἀλγεινῶν ρύσασθε, ἡμᾶς παθημάτων, καί κινδύνων ἀπαλλάξατε, καί πάσης θλίψεως, καί ἀρρωστημάτων δεόμεθα, τούς τήν ὑμῶν ἀντίληψιν, ἐπιβοωμένους ἑκάστοτε, καί πταισμάτων λύσιν, αἰτήσασθε ἡμίν παρά Θεοῦ, ὡς τῶν πιστῶν πρέσβεις ἄριστοι, πρός Χριστόν μακάριοι.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου...

Καὶ ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾠδὰς τοῦ κανόνος.

ᾨδὴ ζ΄. Οἷ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.
Ἐκ πηγῶν σωτηρίου, τό γλυκύτατον ὕδωρ τό τῶν ἰάσεων, πηγάζοντες πλουσίως, τῶν νόσων τήν πικρίαν, θεραπεύετε Ἅγιοι, ἀποσβεννῦντες ἀεί, τῶν λυπηρῶν τήν φλόγα.

Γεωργήσας τά πάθη, ἀρρωστήμασι πλείστοις ἤδη ἐτάζομαι• ἀλλ' ὦ δυάς ἁγία, τῶν θείων Ἀναργύρων, τήν ζωήν μου βελτίωσον, καί τῶν πολλῶν μου κακῶν, τήν ἄνεσιν παράσχου.

Ἐν ὀδύνῃ τόν βίον, διά πλῆθος κακίας ἀνύω Ἅγιοι, καί πέπλησμαι μωλώπων, τῶν ἐκ τῆς ἁμαρτίας• ἀλλ' ὑμεῖς θεραπεύσατε, Ἀνάργυροι θαυμαστοί, τήν τάλαιναν ψυχήν μου.

Ρώμην θείαν μοι δίδου, Θεοτόκε Παρθένε, καθικετεύω σοι, ὡς ἄν ποιῶ καί πράττω, τό θέλημα τό θεῖον, ἐκ δυνάμεως Ἄχραντε, καί τῷ Υἱῷ σου Ἁγνή, πιστῶς εὐαρεστήσω.

Ώδή η'. Τόν Βασιλέα.
Ἅπασαν βλάβην, τήν καθ' ἡμῶν τοῦ Βελίαρ, ἀποκρούσασθε Ἀνάργυροι ταχέως, καί ἡμῶν τόν βίον, ἀνώδυνον τηρεῖτε.

Σθένος μοι δίδου, κατά παθῶν ὀλεθρίων, ὦ αὐτάδελφε δυάς τῶν Ἀναργύρων, τοῦ πατεῖν ἐπάνω, ὄφεων καί σκορπίων.

Ἴδε τόν πόνον, τῆς ταλαιπώρου ψυχῆς μου, ὦ αὐτάδελφε δυάς τῶν Ἀναργύρων, καί παράσχου ταύτῃ, ὑγείαν οὐρανόθεν.

Μή διαλίπῃς, Θεοχαρίτωτε Κόρη, περιέπουσα ὡς Μήτηρ τοῦ Ὑψίστου, τούς ὑπερυψούντας, τήν δόξαν σου τήν θείαν.

Ὠδή θ'. Κυρίως Θεοτόκον.
Οἱ κόσμω τάς ἰάσεις, νέμοντες ἀπαύστως, θεομακάριστοι θείοι Ἀνάργυροι, ἐκ πάσης νόσου ἀτρώτους ἡμᾶς φυλάξατε.

Ὑψώσατε τόν νοῦν μου, ἐννοιῶν ματαίων, καί τήν ζωήν μου τηρήσατε ἄνοσον, ὡς ἀγαθοί μου προστάται θεῖοι Ἀνάργυροι.

Ὑπέρ τῶν ἀνυμνούντων, ὑμᾶς θεοφόροι, διά παντός δυσωπείτε τόν Εὔσπλαχνον, πάσης ἀνάγκης ἐν βίῳ ρύεσθε πάντοτε.

Ὑμνοῦμέν σε Παρθένε, ὅτι τῷ σῷ τόκω, ἐκ τῆς ἀρχαίας κατάρας ἐρρύσθημεν, καί τῆς ζωῆς τῆς ἀλήκτου κατηξιώθημεν.

Ἄξιόν ἐστιν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν Σε τὴν Θεοτόκον, τὴν ἀειμακάριστον καὶ παναμώμητον καὶ μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβείμ καὶ ἐνδοξοτέραν ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφείμ, τὴν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν, τὴν ὄντως Θεοτόκον Σέ μεγαλύνομεν.

Χαίροις Ἀναργύρων ἡ ξυνωρίς, οἱ τῶν ἀσθενούντων, ἰατῆ-ρες θαυματουργοί, Κοσμᾶ θεοφόρε, Δαμιανέ τε θεῖε, τῶν ἀρετῶν τά θεῖα ἐνδιαιτήματα.

Πλούτῳ διαπρέποντες ἀγαθῶν, εὐποιΐας ρεῖθρα, ἀνεδείχθητε συμπαθῶς, καί τάς ἀσθενείας, ἰᾶσθε ἀναργύρως, τῶν χαλεπῶς πασχόντων θεῖοι Ἀνάργυροι.

Χάριν δεδεγμένοι παρά Θεοῦ, δωρεάν τάς νόσους, θεραπε¬ύετε τῶν πιστῶν, καί τῶν βαρυτάτων, παθῶν λυτροῦσθε θᾶττον, τούς ἐπικαλουμένους ὑμᾶς Ἀνάργυροι.

Ὤφθη ἰατρεῖον πνευματικόν, Πνεύματι Ἁγίω, ὁ ναός ὑμών ὁ σεπτός, ἐν αὐτῷ γάρ πᾶς τις, προστρέχων ἐκλυτροῦται, δεινῶν ἀρρωστημάτων θεῖοι Ἀνάργυροι.

Xαίρετε νοσούντων θεραπευταί, καί ρώσεως θείας, καί ὑγείας προμηθευταί, χαίρετε διῶκται, πνευμάτων ἀκαθάρτων, Κοσμᾶ Δαμιανέ τε ἀξιοθαύμαστοι.

Πάσης ἀσθενείας πάσης ὀργῆς, φθορᾶς τε καί βλάβης, καί ἀλγήματος χαλεποῦ, ἀσινεῖς τηρῆτε, ἡμᾶς θαυματοβρῦται τούς προσιόντας πόθω, ὑμῖν Ἀνάργυροι.

Ἴασιν σωμάτων ῥῶσιν ψυχῶν, Κοσμᾶ θεοφόρε, σύν τῷ θείω Δαμιανῷ, νείματε ὑψόθεν, ἀΰλω χειρουργίᾳ, τοῖς κατατρυχομένοις ποικίλοις πάθεσι.

Οἷά περ θεράποντες ἰατροί, ψυχῶν καί σωμάτων, ἀσθενείας ὀδυνηράς, ἰάσασθε τάχος, ἀῤῤήτῳ ἐπισκέψει, ἡμῶν θαυματοβρῦται, σοφοί Ἀνάργυροι.

Πᾶσαι τῶν Άγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι Πάντες, μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τό σωθῆναι ἡμᾶς.

Τρισάγιoν. Παναγία Τριάς. Πάτερ ημών. Ότι σoυ εστίν.

Ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, πάσης γὰρ ἀπολογίας ἀποροῦντες, ταύτην Σοι τὴν ἱκεσίαν, ὡς Δεσπότῃ, οἱ ἁμαρτωλοί προσφέρομεν, ἐλέησον ἡμᾶς.

Δόξα Πατρί…
Κύριε ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπί Σοὶ γὰρ πεποίθαμεν. Μή ὀργισθῆς ἡμῖν σφόδρα, μηδέ μνησθῆς τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπίβλεψον καὶ νῦν ὡς εὔσπλαχνος καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἐκ τῶν ἐχθρῶν ἡμῶν. Σὺ γὰρ εἶ Θεός ἡμῶν καὶ ἡμεῖς λαός Σου, πάντες ἔργα χειρῶν Σου καὶ τὸ ὄνομά Σου ἐπικεκλήμεθα.

Καί νῦν…
Τῆς εὐσπλαγχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἐλπίζοντες εἰς Σέ μή ἀστοχήσομεν, ῥυσθείημεν διά Σοῦ τῶν περιστάσεων, Σὺ γὰρ ἡ σωτηρία τοῦ γένους τῶν Χριστιανῶν.

Αἴτησις καὶ Ἀπόλυσις, μεθ’ ἢν τὰ ἑξῆς·

Προσόμοιον. Ἦχος β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.
Ρῦσαι νοσημάτων χαλεπῶν, καί φθοροποιῶν ἀλγηδόνων, τῶν Ἀναργύρων δυάς, τούς θερμῶς προστρέχοντας, τῇ προστασίᾳ ὑμῷν, ἐνεργείᾳ τῆς χάριτος, τῆς ὑμῖν δοθείσης, Κοσμᾶ παναοίδιμε, Δαμιανέ τε σοφέ, ὅπως ἐν ὑγείᾳ τελείᾳ, καί εἰρηνικῇ καταστάσει, τόν ὑμᾶς δοξάσαντα δοξάζομεν.

Δέσποινα πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σοῦ καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φυλάξαν μὲ ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Δι’ εὐχῶν....

Sunday, June 28, 2015

Τα τέσσερα πράγματα που σκοτίζουν την ψυχή. Μίσος, εξουδένωση, ζήλεια, γογγυσμός ( Γέροντα Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη )

Ο άνθρωπος για να έχει πνευματική ζωή, να έχει το φως στη ζωή του, πρέπει να έχει τελεία επικοινωνία με το περιβάλλον του. Από τη στιγμή που δεν έχει αυτή την απλή, την φυσική, την άνετη εγκατάλειψη και παράδοση του εαυτού του στον άλλον, και επομένως την βίωση του άλλου ως οικείου μέλους, δεν μπορεί να έχει Θεόν. Γι’ αυτό σκοτίζεται η ψυχή, όταν κλονίζεται η σχέση της με τον Θεό.

Πως όμως κλονίζεται; Με το να μισεί τον πλησίον του. Το μισώ τον πλησίον έχει κατά κύριον λόγο ενεργητική έννοια και σημαίνει, κτυπώ, αρνούμαι, επιτίθεμαι εναντίον του άλλου. Εκφράζει την επιθετική διάθεση της ψυχής. Αντί να έχω φυσική σχέση με τον άλλον, να τον βάζω στην καρδιά μου, έχω το μίσος, που είναι μία έξοδος του άλλου από την καρδιά μου και από την ζωή μου.

Μίσος λοιπόν είναι να βλέπω ως έτερον τον άλλον, να τον πετάω έξω από την καρδιά μου, να μην το θεωρώ ως είναι μου. Αντί να δω ότι ο άλλος είμαι εγώ, βλέπω ότι είναι κάτι διαφορετικό. Αυτό μπορεί να είναι φυσικό για τους ανθρώπους του κόσμου, αλλά για μας, που είμαστε σώμα Χριστού, είναι αφύσικο. Το μίσος είναι εκ των μεγάλων αμαρτημάτων, διότι είναι απόρροια μεγάλης εμπαθείας και δείχνει ότι ο άνθρωπος δούλεψε πολλά χρόνια στην αμαρτία και τα πάθη, και έχει σκληρυνθεί τόσο πολύ η καρδιά του, ώστε κατά κάποιο τρόπο έγινε ανώμαλη και όχι μόνο δεν μπορεί να αγαπήσει, αλλά και μισεί. Χρειάζεται πολύ δάκρυ για να αποβάλλει κάποιος το μίσος. Δεν είναι υπόθεση μιας αποφάσεως απλώς ή αγώνος μιας μέρας. Όταν μισώ κάποιον, δεν μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον μισώ. Μπορώ να πω, αποφασίζω να μην τον χτυπήσω, να μην τον βλάψω, αλλά για να μην τον μισώ πλέον, χρειάζεται μια εσωτερική κάθαρσις. Το μίσος προς τον πλησίον φανερώνει μεγάλο βάθος πάθους, γι” αυτό και συσκοτίζει την ψυχή. Εξουδένωση Πως αλλιώς κλονίζεται η σχέση με τους άλλους;

Με την εξουδένωση. Με το να ταπεινώνεις τον άλλον. Με το να τον κρίνεις. Όταν όμως κρίνω τον άλλον, τον βγάζω πάντοτε μικρό, μηδαμινό, τίποτα. Είναι τόσος ο εγωισμός του ανθρώπου, ώστε τίποτε δεν μπορεί να σταθεί ενώπιον της κρίσεώς του, ούτε ένας Θεός, πόσο μάλλον ένας άνθρωπος. Το να θεωρώ τον άλλον ως κατώτερο, περισσότερο όμως το να το εκφράζω, είναι κεφαλαιώδες αμάρτημα.

Άλλη μορφή σχέσεώς μας με τους ανθρώπους, η οπο
ία διαταράσσει την ειρήνη και την ενότητα, είναι η ζήλεια με όλες τις έννοιες. Ζηλεύω κάποιον από αγάπη, τον θεωρώ δικό μου και ενώνομαι αναπόσπαστα μαζί του. Η ένωση αυτή δεν είναι εν τω σώματι του Χριστού, είναι μία υποβίβαση του σώματος του Χριστού σε ανθρώπινη σχέση. Είναι επίσης μία πλήρης μοιχική εσωτερική ενέργεια. Αν πάρουμε την ζήλεια με την έννοια ότι ζηλεύω αυτόν τον άνθρωπο και τον απωθώ, τότε η ζήλεια είναι έκφραση εσωτερικής αδυναμίας αλλά και ανώμαλης αγάπης. Δηλαδή τον αγαπώ κατά τρόπο εγωιστικό και αποκλειστικό, πιστεύω ότι έχω δικαιώματα στη ζωή του και ότι αυτός έχει υποχρεώσεις απέναντί μου, ότι πρέπει να μου δίνει λογαριασμό για το που πηγαίνει και τι κάνει. Η ζήλεια λοιπόν είναι διαταραχή των σχέσεών μας λόγω περισσής εσωτερικής ψυχικής ενέργειας.

Ζήλεια είναι κάθε στροφή προς τον άλλον, που ξεκινάει από κάτι υπερβολικό, από έναν ζήλο, από μία ζέση, από μία βράση. Επομένως ζήλος μπορεί να είναι το ενδιαφέρον μου, η αγάπη μου, η φροντίδα μου να τον σώσω, να τον βοηθήσω να βγει από την αμαρτία, να γίνει παιδί του Θεού. Αυτή η ζέσις είναι ένας αφύσικος εσωτερικός οργασμός, μία αφύσικη πνευματική συσσωμάτωση.

Το αντίθετο της ζήλειας είναι ο γογγυσμός, ο οποίος επίσης προέρχεται από αδυναμία της ψυχής. Γογγύζω σημαίνει διαμαρτύρομαι, αρνούμαι, παραπονούμαι, είμαι στενοχωρημένος, δεν ικανοποιούμαι. Αυτόν τον γογγυσμό τον εκφράζω στο περιβάλλον μου, στα γραπτά μου, στην προσευχή μου. Ζητώ λόγου χάριν, κάτι από τον άλλον, ή προσδοκώ ή απαιτώ κάτι. Δεν μου το δίνει όμως, γιατί και αυτός είναι απορροφημένος από τον δικό του αγώνα και πόθο, από την δική του σκέψη, αμαρτία, χαρά, από τη δική του ακολασία, αγιότητα ή αρετή. Τότε πέφτω σε έναν γογγυσμό, διότι περιθωριοποιούμαι στην σκέψη του. Προσεύχεται αυτός, νομίζω ότι με αφήνει μοναχό μου. Ενδιαφέρεται για μένα, νομίζω ότι δεν το έκανε από αγάπη ή ότι το έκανε ελλιπές. Ο γογγυσμός είναι το ανικανοποίητο που νοιώθουμε στη ζωή μας και προέρχεται από ένα μειονεκτικό εγώ. Η ζήλεια προέρχεται από ένα εγώ υπερτροφικό, ενώ η εξουδένωση από ένα εγώ αυτοτρεφόμενο και αυτοδυναμούμενο άνευ Θεού, που βλέπει τον άλλον κατώτερο, μηδαμινό. Το μίσος είναι η διαφοροποίηση, η απώθηση του άλλου από την ύπαρξη μας.


To some people your love will be expressed with joy and to others it will be expressed with your pain ( St. Paisios )

"To some people your love will be expressed with joy and to others it will be expressed with your pain. You will consider everyone your brother or your sister, for we are all children of Eve (of the large family of Adam, of God). 

Then, in your prayer you will say: ‘My God, help those first who are in greater need, whether they are alive or reposed brothers in the Lord.’ At that point, you will share your heart with the whole world and you will have nothing but immense love, which is Christ."

(Elder Paisios of Mount Athos, Epistles, p. 50).

Saturday, June 27, 2015

When the soul of a man departs from the body ( St. Macarius the Great )

“When the soul of a man departs from the body, a certain great mystery is there enacted. If a person is under the guilt of sin, bands of demons and fallen angels approach along with the powers of darkness which capture the soul and drag it as a captive to their place. No one should be surprised by this fact. For if, while a man lived in this life, he was subject to them and was their obedient slave, how much more, when he leaves this world, is he captured and controlled by them?”

St. Macarius the Great, The Fifty Spiritual Homilies, Homily 22

«Όλοι οι άνθρωποι έχουν άγγελο...» Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

...Την ώρα πού μπήκα στο δωμάτιο του, ήταν εκεί οι γιατροί, πού έκαναν την καθημερινή επίσκεψη τους στους θαλάμους των ασθενών. Κατά σύμπτωση οι γιατροί εκείνοι ήταν πρώην φοιτητές μου στο Πανεπιστήμιο.
Έτσι, μόλις με είδαν, ήρθαν κοντά μου και με ενημέρωσαν για την κατάσταση της υγείας του Γέροντα. Όταν τελείωσαν κι έφυγαν οι γιατροί, πήγα και κάθισα δίπλα στο Γέροντα Ιάκωβο, ο οποίος, μόλις με είδε, μου είπε το εξής, το όποιο μ' έκανε πραγματικά ν' ανατριχιάσω,γιατί ήταν κάτι που δεν είχα σκεφτεί ποτέ.

- Δεν σε ξέρω. Πρώτη φορά σε βλέπω. Άλλα βλέπω ότι πίσω σου στέκεται ο άγγελος σου.

Με συγκλόνισε κυριολεκτικά αυτό πού μου είπε. Δεν το λέω για υπερηφάνεια, Και πρόσθεσε:
- Όλοι οι άνθρωποι έχουν άγγελο. Άλλα τον δικό σου τον είδα. Πρόσεξε να μη τον διώξεις από κοντά σου. Ανατριχιάζω ολόκληρος κάθε φορά, πού το σκέφτομαι, το ίδιο όπως την ώρα εκείνη. Κι ολοκλήρωσε ο Γέρων Ιάκωβος:

- Αυτός ο άγγελος έχει κατονομασθεί την ημέρα της βαπτίσεώς σου. Από την ημέρα της βαπτίσεώς σου σε συνοδεύει και δεν πρέπει να φεύγει από κοντά σου. Είναι αυτός, ο οποίος τελικά θα πάρει την ψυχή σου στα χέρια του και θα την οδηγήσει την ημέρα της Κρίσεως. Κι όταν θα έρχονται οι δαίμονες και θα λένε «αυτός έκανε εκείνο, έκανε το άλλο, διέπραξε αυτή την αμαρτία και την άλλη», τότε ο άγγελος σου θα λέει «ναι, τα έκανε αυτά, αλλά ταυτόχρονα έκανε κι αυτό το καλό, έκανε και το άλλο καλό». Αυτός είναι ο δικηγόρος, πού θα σε υποστηρίξει. Πρόσεξε, λοιπόν, να μην τον απομακρύνεις. Τον είδα να είναι κοντά σου. Από εκείνη την ώρα, ουδέποτε σταμάτησα να έχω την αίσθηση ότι δίπλα μου υπάρχει ένας άγγελος, ο δικός μου, προσωπικός άγγελος. Αυτό είναι ένα μέγα μήνυμα χαράς προς όλους όσους βαπτιστήκαμε Ορθόδοξοι Χριστιανοί

Πηγή: http://tostavroudaki.blogspot.com/2013/12/blog-post_1540.html#ixzz3eHNhoAWI

Friday, June 26, 2015

Πως χαιρετάμε έναν κληρικό

Σαν συναντήσεις έναν Ιερέα και έναν Άγγελο θα χαιρετήσεις πρώτα τον Ιερέα και μετά τον Άγγελο (Από το Γεροντικό)

Ο κληρικός.
Ο ιερέας, δεν είναι ο οποιοσδήποτε τον οποίον συναντάμε
Και με τον οποίον συναλλασόμεθα στην καθημερινή μας ζωή.
Η Ιεροσύνη του.
Το Λειτούργημά του.
Το Σχήμα του.
Η Αποστολή του.
Η Παρουσία του, τον θέτουν και τον θέλουν ή του επιβάλλουν
Να είναι και Εντός και Εκτός του "κόσμου τούτου".
Η θρησκευτική – Χριστιανική αγωγή
Η Ελληνορθόδοξη πατερική παράδοση
Ο πολιτισμός μας
Η ιστορία μας
Η ευγένεια ψυχής
Δεν επιτρέπουν ν΄ απευθύνουμε στον κληρικό τους στερεότυπους κοσμικούς χαιρετισμούς:
"Καλημέρα", "Καλησπέρα", "Καληνύχτα".
Ή, "να ‘σαι πάντα καλά","να περνάμε καλά","άντε γεια","τα λέμε", που ανταλλάσσουν οι λαϊκοί μεταξύ τους.
Σ’ έναν κληρικό οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και αν τον συναντήσουμε
Εντός ή εκτός του Ιερού Ναού, με μια ελαφρά κλίση της κεφαλής προς τα κάτω
Δια καταδύσεως ή προς Θεόν ημών άνοδος γίνεται, απευθύνουμε με ταπείνωση και με ευλάβεια το:
"Ευλογείτε πάτερ" και Εκείνος με συνείδηση της υψηλής, της αγίας και ιερής αποστολής Του
Ως πνευματικός Φάρος Φωτός Χριστού
Ως λειτουργός των αγίων μυστηρίων της Εκκλησίας του Εσταυρωμένου και αναστημένου Ιησού
Ως Ορθόδοξη παρουσία- μαρτυρία
Ως πατέρας όλων, με σεμνότητα και παρρησία απαντά:
"Ο Κύριος".
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός καλεί την Ιεροσύνη "Τέχνην τεχνών και Επιστήμην επιστημών"
Και τον Ιερέα "Άγγελον Κυρίου".


"Judge not, that ye be not judged" (Mt. 7:1). ( St. Seraphim of Sarov )

It is not right to judge anyone, even if you have seen someone sinning and wallowing in the violations of God’s laws with your own eyes, as is said in the word of God: "Judge not, that ye be not judged" (Mt. 7:1). "Who art thou that judgest another man’s servant? to his own master he standeth or falleth. Yea, he shall be holden up: for God is able to make him stand" (Rom. 14:4). It is much better always to bring to memory the words of the apostle: "Wherefore let him that thinketh he standeth take heed lest he fall" (1 Cor. 10:12).

One must not harbor anger or hatred towards a person that is hostile toward us. On the contrary, one must love him and do as much good as possible towards him, following the teaching of our Lord Jesus Christ: "Love your enemies, do good to them that hate you" (Mt. 5:44). If then we will try to fulfill all this to the extent of our power, we can hope that God’s light will begin to shine in our hearts, lighting our path to the heavenly Jerusalem.

Why do we judge our neighbors? Because we are not trying to get to know ourselves. Someone busy trying to understand himself has no time to notice the shortcomings of others. Judge yourself — and you will stop judging others. Judge a poor deed, but do not judge the doer. It is necessary to consider yourself the most sinful of all, and to forgive your neighbor every poor deed. One must hate only the devil, who tempted him. It can happen that someone might appear to be doing something bad to us, but in reality, because of the doer's good intentions, it is a good deed. Besides, the door of penitence is always open, and it is not known who will enter it sooner — you, "the judge," or the one judged by you.

St. Seraphim of Sarov

Thursday, June 25, 2015

Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Κληρικῶν ( Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος )

Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ μέγας καὶ φοβερὸς καὶ ἔνδοξος, ὁ φυλάσσων τὸ ἔλεός Σου καὶ τὴν διαθήκην Σου τοῖς ἀγαπῶσι Σε καὶ φυλάσσουσι τὰ Σὰ προστάγματα, εὐχαριστοῦμεν Σοι ὑπὲρ τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν Σου εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων.
Δεόμεθά σου, Κύριε, ῥῦσαι ἡμᾶς καὶ λύτρωσαι, ὅτι πολλὰ τοῖς νόμοις Σου ἀφρόνως προσεπταίσαμεν καὶ ἐκολλήθη ἡ γαστὴρ ἡμῶν εἰς γῆν ἰλῦος.
Ἐγενήθημεν ὡσεὶ σκεύη ἀπολωλότα, καὶ ἠκούσαμεν ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν. Διὸ παρακαλοῦμέν Σε, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων, καὶ κατάπεμψον ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ μέγα Σου ἔλεος.
Μὴ παραδῷς, Μονογενὲς Λόγε τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν Σου, ἣν περιεποιήσω τῷ Τιμίῳ Αἵματι Σου, δέρεσθαι ὑπὸ ἀνέμων καὶ σαλεύεσθαι ὑπὸ κυμάτων.
Εἰπὲ οὖν, Κύριε, τῇ μαινομένῃ κατ᾿ αὐτῆς θαλάσσῃ τῶν παθῶν του κόσμου «σιώπα, πεφίμωσο»· ἐπιτίμησον δὲ τοῖς ἀνέμοις καὶ ποίησον γαλήνην, ἵνα γαληνῶς ποντοπορῇ καὶ ἀταράχως ἡ θεία Ὁλκάς Σου.
Δὸς δή, φιλεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ τοῖς ἁγίοις Σου Ἀρχιερεῦσι καὶ Ἱερεῦσιν, οὓς Πνεῦμα τὸ Πανάγιον ποιμαίνειν ἔθετο τὴν ἐπὶ γῆς στρατευομένην Ἐκκλησίαν Σου, χάριν συνέσεως εἰς τὸ διανοεῖσθαι καὶ πράττειν τὰ εὐάρεστά Σοι καὶ τῷ μυστικῷ Σου Σώματι συμφέροντα. Σὺ τοίνυν, Ἰησοῦ Χριστέ, κυβέρνησον καὶ δίδαξον καὶ φώτισον αὐτοὺς τοῦ ἀγαπᾶν ὑπὲρ τὰ πρόσκαιρα τὴν δόξαν Σου τὴν ἄφθαρτον· ὑπὲρ τὰ ὅρια τῶν γεηρῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐνοριῶν αὐτῶν, ὁρᾶν τὴν ἀμετάθετόν Σου Βασιλείαν, ἣν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἡτοίμασας πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσι Σε.
Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, ἐν φίλτρου ἀγαπᾶν παροξυσμῷ τὸν τίμιον λαὸν Σου, ἀεὶ δ᾿ ἑτοίμους εἶναι καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθῆναι ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου ἑαυτῶν, κατὰ τὸ Σὸν ὑπόδειγμα. Χρημάτων, Ἅγιε, καὶ δόξης, ποίησον αὐτοὺς ὑπερφρονεῖν καὶ φιλοπτώχους εἶναι, ἑλκύων ἅμα πρὸς τὸν Οὐρανὸν τὸ φρόνημα αὐτῶν.
Ἔτι δεόμεθά Σου, Κύριε, φώτισον αὐτῶν τὰ ὄμματα· συνέτισον τὴν διάνοιαν· ταπείνωσον τὴν καρδίαν· τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἅγνισον καὶ ἀπόστρεψον τοῦ μὴ βλέπειν τῶν ὑλαίων τὴν ματαιότητα· εὐόδωσον δὲ πάντας ἡμᾶς τοῦ διανύσαι τὴν στενὴν ὁδὸν καὶ τεθλιμμένην, ἵνα ἐν τοῖς Σκηνώμασι τοῖς Οὐρανίοις καταπαύσωμεν τῆς δόξης Σου, καὶ σὺν τοῖς Ἀγγέλοις Σου καὶ Ἀρχαγγέλοις ᾄδωμεν ᾆσμα καινὸν καὶ πανευφρόσυνόν Σοι τῷ Δεσπότῃ καὶ Ἁγίῳ Λυτρωτῇ ἡμῶν, σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας. Ἀμήν.

Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

St. Porphyrios: I am a great sinner...

Possibly more than the great wonders of his life, it is perhaps the obedience, humility and love of St. Porphyrios towards God and his fellow men that most clearly identify him as one of the great Saints of our days. If the Saint called himself a sinner (using Christ as his criterion for perfection) woe to us all, who love to constantly roll in the mire of sin! May we have his blessing!

"I am not a wizard, I am not a prophet. I don't say that I saw the Panagia, or that there will be a war. I am a great sinner, and I humbly pray to Christ, that He have mercy on me."

St. Porphyrios of Kavsokalyvia


Wednesday, June 24, 2015

Οι δώδεκα αναχωρητές άγιοι ...( Μεγάλο Γεροντικό )

Δώδεκα αναχωρητές άγιοι, σοφοί και πνευματικοί άνθρωποι, συγκεντρώθηκαν κάποτε και ζήτησαν να ομολογήσει ο καθένας όσα κατόρθωσε στο κελί του και ποια ήταν η πνευματική του άσκηση.

Ο πρώτος, ο μεγαλύτερος στην ηλικία, είπε:

«Αδελφοί, εγώ από τη στιγμή που άρχισα να ζω ησυχαστική ζωή σταύρωσα όλο τον εαυτό μου απέναντι στα εξωτερικά πράγματα, έχοντας στον νου μου αυτό που είναι γραμμένο:
Να σπάσουμε τους δεσμούς που μας συνδέουν μαζί τους και να ρίξουμε από πάνω μας τον ζυγό τους.
Έτσι, έκανα ένα τείχος ανάμεσα στην ψυχή μου και στα σωματικά πράγματα και αναλογίσθηκα ότι, όπως αυτός που είναι μέσα από το τείχος δεν βλέπει αυτόν που στέκεται έξω, με τον ίδιο τρόπο και σύ μη θελήσεις να βλέπεις τα πράγματα πού έχουν σχέση με τα έξω.
Αλλά να έχεις στραμμένη την προσοχή σου στον εαυτό σου, αναμένοντας κάθε μέρα με ελπίδα τον Θεό.
Έτσι θεωρώ τις πονηρές επιθυμίες φίδια και απόγονους από οχιές, και όταν τις αισθάνομαι να ξεφυτρώνουν στο νου μου, τις ξηραίνω με φοβέρες και οργή.
Ακόμη, δεν σταμάτησα ποτέ να τα βάζω με το σώμα μου και με την ψυχή μου, για να μην εκτραπούν σε τίποτε ανάρμοστο».
Ο δεύτερος είπε:
«Εγώ από τότε που αρνήθηκα τον κόσμο, είπα στον εαυτό μου:
Σήμερα αναγεννήθηκες, σήμερα άρχισες να δουλεύεις στον Θεό, σήμερα άρχισες να κατοικείς εδώ σαν ξένος.
Έτσι κάθε μέρα να αισθάνεσαι, σαν ένας ξένος και ότι αύριο θα φύγεις».
Ο τρίτος είπε:
«Εγώ από το πρωί ανεβαίνω στον Κύριό μου, και αφού τον προσκυνήσω, πέφτω με το πρόσωπο κάτω και εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου. Έπειτα κατεβαίνοντας προσκυνώ τους αγγέλους του και τους παρακαλώ να ικετέψουν τον Θεό για μένα και για ολόκληρη την κτίση.
Αφού το κάνω αυτό, κατεβαίνω στην άβυσσο και ό,τι κάνουν οι Ιουδαίοι, όταν πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα, πού σχίζουν τα ενδύματά τους και κλαίνε και πενθούν για τη συμφορά που βρήκε τους πατέρες τους, αυτό κάνω κι εγώ.
Περιπλανιέμαι στους τόπους της κόλασης, βλέπω τα δικά μου μέλη (δηλαδή τους εκεί άλλους χριστιανούς) να βασανίζονται και κλαίω μ΄αυτούς που κλαίνε».
Ο τέταρτος είπε:
«Εγώ έτσι νιώθω, σαν να κάθομαι με τον Κύριο και τους Αποστόλους του στο όρος των Ελαιών.
Είπα στον εαυτό μου: από δω και πέρα κανέναν συγγενή να μην ξέρεις, αλλά πάντοτε να βρίσκεσαι μ΄αυτούς, να τους αναζητάς και να μιμείσαι τον καλό τρόπο της ζωής τους, όπως η Μαρία που καθόταν κοντά στα πόδια του Κυρίου και άκουγε τα λόγια του:
«Να γίνετε άγιοι, γιατί εγώ είμαι άγιος.
Να γίνετε σπλαχνικοί και τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας είναι τέλειος.
Να διδαχτείτε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».
Ο πέμπτος είπε:
«Εγώ κάθε φορά βλέπω αγγέλους να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν για την πρόσκληση των ψυχών.
Και πάντοτε, περιμένοντας το τέλος μου, λέω:
Είναι έτοιμη η καρδιά μου, Θεέ μου».
Ο έκτος είπε:
«Εγώ καθώς κάνω την πνευματική μου εργασία στο κελί, νομίζω ότι ακούω από τον Κύριο αυτά τα λόγια:
Να κοπιάστε για μένα κι εγώ θα σας αναπαύσω, ακόμη λίγο να αγωνιστείτε και θα σας δείξω τη σωτηρία και τη δόξα μου.
Αν με αγαπάτε, αν είσαστε παιδιά μου, σαν Πατέρα που παρακαλάει, να αισθανθείτε για μένα σεβασμό, αν είστε αδελφοί μου, να με σεβαστείτε όπως εκείνον που υπέμεινε πολλά για σας.
Αν είσαστε πρόβατά μου, να ακούστε τη φωνή του ποιμένα, αν είστε δούλοι μου, να ακολουθήσετε τα παθήματα του δεσπότη σας».
Ο έβδομος είπε:
«Εγώ αυτά τα τρία μελετώ συνεχώς και λέω αδιάκοπα στον εαυτό μου: πίστη, ελπίδα, αγάπη, για να χαίρομαι με την ελπίδα, να στηρίζομαι με την πίστη, και με την αγάπη να μη λυπήσω ποτέ κανένα».
Ο όγδοος είπε:
«Εγώ βλέπω τον διάβολο να πετάει ζητώντας ποιον να καταπιεί.
Όπου κι αν πάει, βλέπω με τα εσωτερικά μάτια, και αναφέρομαι ικετευτικά στον Δεσπότη μου Χριστό εναντίον του, ώστε να μείνει άπρακτος και να μην μπορέσει να κάνει τίποτε σε κανέναν, ιδίως σ΄αυτούς που φοβούνται τον Θεό».
Ο ένατος είπε:
«Εγώ όταν κάνω την πνευματική μου εργασία, βλέπω την εκκλησία των νοερών δυνάμεων κι ανάμεσά τους τον Κύριο της δόξας να λάμπει περισσότερο απ΄όλους.
Όταν με βρει ακηδία, ανεβαίνω στους ουρανούς και βλέπω την έξοχη ωραιότητα των αγγέλων κι ακούω τους ύμνους που ανυψώνουν ακατάπαυστα στον Θεό, καθώς και τη μελωδία τους.
Υψώνομαι με τους ήχους και τη φωνή και τη μουσικότητά τους, ώστε να νιώσω αυτό που είναι γραμμένο:
«Οι ουρανοί διηγούνται τη δόξα του Θεού» και όλα τα επίγεια τα θεωρώ στάχτη και σκουπίδια».
Ο δέκατος είπε:
«Εγώ πάντοτε βλέπω κοντά μου τον φύλακα άγγελό μου και προσέχω τον εαυτό μου, έχοντας στο μυαλό μου αυτό που έχει γραφεί:
«Έβλεπα μπροστά μου τον Κύριο πάντοτε, ότι στέκεται στα δεξιά μου, για να μην κλονισθώ από τη θέση μου».
Φοβούμαι λοιπόν αυτόν που παρακολουθεί την πορεία μου. Διότι τον βλέπω κάθε μέρα να ανεβαίνει στον Θεό και να παρουσιάζει τα έργα και τα λόγια μου».
Ο ενδέκατος είπε:
«Εγώ προσωποποίησα τις αρετές, όπως π.χ. την εγκράτεια, τη σωφροσύνη, τη μακροθυμία, την αγάπη κι έστησα τον εαυτό μου ανάμεσά τους ώστε να με περικυκλώσουν αυτές.
Κι όπου κι αν πάω, λέω στον εαυτό μου:
«Πού είναι οι παιδαγωγοί σου;
Μην αδιαφορήσεις, μην ακηδιάσεις, αφού παντοτινά αυτές τις έχεις δίπλα σου, όποια αρετή θέλεις κοντά σου είναι, και καλά λόγια θα πουν στον Θεό για σένα, ότι δηλαδή βρήκαν σε σένα ανάπαυση».

Ο δωδέκατος είπε:

«Εσείς, Πατέρες, έχοντας φτερούγες από τον ουρανό, αποκτήσατε ουράνια ζωή. Κι αυτό καθόλου παράξενο δεν είναι, σας βλέπω να στέκεστε ψηλά λόγω των έργων σας και να επιδιώκετε τα ουράνια.
Με δύναμη μάλιστα μετακινείστε απ΄τη γη εσείς που αποξενωθήκατε εντελώς απ΄αυτήν.
Πώς να σας ονομάσω; Επίγειους αγγέλους ή ουράνιους ανθρώπους;
Εγώ κρίνοντας τον εαυτό μου τόσο ανάξιο ακόμη και να ζει, βλέπω μπροστά μου τις αμαρτίες μου.
Όπου κι αν πάω, όπου κι αν στραφώ τις βλέπω να προχωρούν πρίν από μένα.
Στα καταχθόνια καταδίκασα τον εαυτό μου.
Λέω «Θα είμαι μαζί μ΄αυτούς που μου αξίζει. Μ΄αυτούς ύστερα από λίγο θα με κατατάξουν».
Βλέπω εκεί θρηνητικές κραυγές και δάκρυα, που δεν σταματούν ποτέ και είναι ανεκδιήγητα.
Βλέπω κάποιους να τρίζουν τα δόντια και να πηδούν μ΄όλο τους το σώμα και να τρέμουν απ΄το κεφάλι μέχρι τα πόδια.
Πέφτω με το πρόσωπο κάτω και ρίχνοντας στάχτη στο κεφάλι μου ικετεύω τον Θεό να μη δοκιμάσω εκείνες τις συμφορές.
Βλέπω και μια θάλασσα από φωτιά να παφλάζει και να φυσομανάει εδώ κι εκεί και να βρυχιέται, σε σημείο πού να νομίζει κανείς ότι τα κύματα της φωτιάς φτάνουν μέχρι τον ουρανό.
Και μέσ΄στη φοβερή αυτή θάλασσα αμέτρητους ανθρώπους ριγμένους από άγριους αγγέλους, και όλοι μαζί εκείνοι οι άνθρωποι με μια φωνή να βγάζουν δυνατές κραυγές και να κράζουν με ισχυρούς θρήνους και φωνές τέτοιες, πού κανείς δεν έχει ακούσει.
Σαν ξερά χόρτα όλοι να καίγονται, και οι οικτιρμοί του Θεού να φεύγουν μακριά απ΄αυτούς, για τις αμαρτίες τους.
Τότε θρηνώ το γένος των ανθρώπων, πώς τολμά να μιλήσει ή να δίνει την προσοχή του σε κάτι εφήμερο, αφού τόσο μεγάλα κακά περιμένουν τον κόσμο.
Με τέτοιους λογισμούς κρατώ το πένθος στην καρδιά μου, κρίνοντας τον εαυτό μου ανάξιο για τον ουρανό και τη γη, και πραγματοποιείται σε μένα ο λόγος της Γραφής: Τα δάκρυά μου έγιναν για μένα ψωμί μέρα και νύχτα». Αυτά είναι τα κατορθώματα των σοφών και πνευματικών Πατέρων.
Μακάρι κι εμείς να δείξουμε στους άλλους μια ζωή άξια να την θυμούνται, για να ευχαριστήσουμε τον Δεσπότη μας Χριστό, αφού γίνουμε τέλειοι και αψεγάδιαστοι.


Από το  Μεγάλο Γεροντικό

The more a person progresses in the spiritual life attending to himself, the wider the eyes of the soul open ( St. Paisios )

The more a person progresses in the spiritual life attending to himself, the wider the eyes of the soul open and the more clearly he discerns his mistakes and the many benefactions of God. Thus man is humbled and inwardly crushed, and then the Grace of God — divine enlightenment — comes naturally and he becomes more discerning.

St. Paisios

Tuesday, June 23, 2015

Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Ελεούσης Ξυνιάδος..


Η πρώτη εμφάνιση της Θεοτόκου στον Αθανάσιο Σύρο
Οι φοβεροί σεισμοί, που συγκλόνισαν την Θεσσαλία στις 30 Απριλίου 1954 μ.Χ., ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής, έμειναν αξέχαστοι στους παλιότερους κατοίκους της περιοχής. Ιδιαίτερα έμεινε αξέχαστη η ημέρα αυτή για τους κατοίκους του χωριού Ξυνιάδα, και πιο πολύ, για τον μικρό Αθανάσιο Σύρο, που είδε με τα μάτια του την Υπεραγία Θεοτόκο.

Ο ηλικίας οκτώ ετών τότε, Αθανάσιος Νικολάου Σύρος, ενώ έπαιζε το απόγευμα της Παρασκευής μαζί μ’ άλλα παιδιά στην πλαγιά του βουνού είδε μπροστά του μια μαυροφόρα γυναίκα ξυπόλητη να κάνει μετάνοιες. Κι ενώ ο τόπος στο σημείο εκείνο ήταν ξερός, με τις μετάνοιες που έκανε η άγνωστη αυτή μαυροφόρα γυναίκα, έγινε μαλακός και βούλιαζε σαν το ζυμάρι. Στα τρία σημεία που προσκύνησε η άγνωστη αυτή γυναίκα άρχισε ο τόπος να αναδύει μια γλυκιά ευωδία.

Τότε ο μικρός Αθανάσιος λέει στα άλλα παιδιά: «Παιδιά για δέστε εκείνη τη γιαγιά που κάνει μετάνοιες». Την είπε γιαγιά γιατί φορούσε μαύρα ρούχα, όπως φορούν όλες σχεδόν οι γιαγιάδες στα χωριά. Αλλά κανένα απ’ όλα τα’ άλλα παιδιά δεν μπορούσε να την δει. Τότε τα παιδιά τρέχοντας πηγαίνουν στους συγχωριανούς τους και αναφέρουν όσα είπε ότι είδε ο Αθανάσιος, οπότε κι εκείνοι σπεύδουν να διαπιστώσουν το γεγονός.

Πράγματι ο Αθανάσιος επαναλαμβάνει ότι βλέπει την άγνωστη γυναίκα να κάνει μετάνοιες στο ίδιο μέρος. Αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν τίποτε και τον ρωτούσαν επίμονα να τους πει που ακριβώς βλέπει την μαυροφόρα γυναίκα. Αν κι ο μικρός Αθανάσιος επανέλαβε τα ίδια, εκείνοι δεν μπορούσαν να δουν τίποτε. Οσφραίνονταν μόνο τη γλυκιά ευωδία που προέρχονταν από το σημείο όπου το μικρό παιδί έλεγε ότι έβλεπε να κάνει μετάνοιες η άγνωστη μαυροφόρα γυναίκα.

Η δεύτερη εμφάνιση της Παναγίας στον ύπνο του Αθανάσιου
Το ίδιο βράδυ η άγνωστη γυναίκα κάνει την εμφάνισή της στον ύπνο του μικρού Αθανάσιου, ο οποίος κοιμόταν δίπλα στους γονείς του και στ’ άλλα του αδέλφια. Αυτή τη φορά έχει ένα φωτεινό στεφάνι στο κεφάλι της και ο μικρός λίγο τρομαγμένος την ρωτά: «Γιαγιά ποια είσαι εσύ; και τι θέλεις από μένα; Φοβάμαι!». Και τότε η μαυροφόρα του λέει: «Μη φοβάσαι μικρέ μου, εγώ είμαι η μητέρα του Χριστούλη, που τόσο τον αγαπάς, και μ’ έστειλε να αποκαλύψω σε σένα που έχεις καθαρή καρδιά και αγνή ψυχή, ότι στο μεσαίο σημείο που με είδες να σημειώνω, εκεί να σκάψετε και θα βρείτε την Εικόνα μου. Εκείνο το σημείο να γίνει τόπος λατρείας, να γίνει ένας ναός, ένας άγιος τόπος». Με τα λόγια αυτά χάθηκε η Παναγία από τον μικρό Αθανάσιο.

Το πρωί ο Αθανάσιος άρχισε να διηγείται στους δικούς του με κάθε λεπτομέρεια την δεύτερη εμφάνιση της Θεοτόκου και τους παρακαλούσε να σκάψουν εκεί που του υπέδειξε η Παναγία.

Οι αντιδράσεις των κατοίκων του χωριού
Δυστυχώς οι αντιδράσεις των κατοίκων του χωριού δεν ήταν ευνοϊκές για τον μικρό Αθανάσιο. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι όλα όσα τους διηγούνταν ήταν αληθινά και πολλές φορές τον αποπαίρνανε και τον διώχνανε με προσβλητικές φράσεις! Αλλά το ίδιο κάνουν πάντα οι άνθρωποι που δεν πιστεύουν. Το ίδιο περίπου κάνανε και στον Κύριο που είπε: «Μακάριοι θα είσθε, όταν θα σας υβρίσουν και θα σας καταδιώξουν και θα πουν εναντίον σας κάθε κακό πράγμα…….Να χαίρεσθε τότε και να αγαλλιάσθε, διότι η ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη στους ουρανούς». (Ματθ. 5,11-12)

Όλες όμως αυτές, οι αντιδράσεις των κατοίκων του χωριού, δεν μπόρεσαν να κλονίσουν τον Αθανάσιο. Μάζεψε πέτρες κι έκτισε μόνος του ένα μικρό εκκλησάκι στο σημείο που του υπέδειξε η Παναγία. Εκεί έβαλε μια μικρή εικόνα της Παναγίας, πήγαινε κάθε μέρα, πρωί βράδυ, άναβε το καντηλάκι της κι έκανε την προσευχή του στην Υπεραγία Θεοτόκο. Στις συνεχείς παρακλήσεις του, να σκάψουν εκεί που του είπε η Παναγία, ανταποκρίθηκαν κάποτε μερικοί συγχωριανοί του. Οι ενέργειες όμως ήταν μεμονωμένες και χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Πέρασαν οκτώ χρόνια και την αδιαφορία των κατοίκων σταμάτησε μια θανατηφόρα ασθένεια που έπεσε στα ζώα του χωριού. Άρχισαν πια να σκέπτονται σοβαρά μήπως η αρρώστια των «ζωντανών» ήταν τιμωρία του Θεού για την απιστία που έδειξαν στα λόγια του Αθανάσιου. Άρχισαν να κάνουν παρακλήσεις στην Θεοτόκο να τους συγχωρήσει και να τους απαλλάξει από το κακό που τους βρήκε. Έτσι το θανατικό των ζώων έγινε αφορμή οι κάτοικοι του χωριού να γυρίσουν κοντά στον Θεό.

Η εύρεση της Ιερής Εικόνας της Παναγίας
Στις αρχές Ιουνίου του έτους 1962 μ.Χ. πήγε στην Ξυνιάδα ένα εκσκαπτικό μηχάνημα για να ανοίξει τους δρόμους του χωριού. Οι κάτοικοι τότε παρακάλεσαν τον χειριστή, μόλις τελειώσει την διάνοιξη, να κάνει τον κόπο να σκάψει και στο μέρος που έλεγε ο Αθανάσιος ότι του υπέδειξε η Παναγία, πως υπάρχει η εικόνα της. Ο χειριστής όμως του μηχανήματος, που ονομαζόταν Ηλίας Σάλτας και καταγόταν από το χωριό Σταυρός Λαμίας, δεν ήθελε να σκάψει και μάλιστα αντέδρασε βίαια στις επίμονες παρακλήσεις των κατοίκων του χωριού.

Τότε επενέβη ένας άλλος Λαμιώτης, ο Σπύρος Χουλιάρας, υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών ο οποίος είχε ακούσει από τη μητέρα του για τις εμφανίσεις της Παναγίας. Ο κ. Χουλιάρας αντιλαμβανόμενος τις αντιδράσεις του οδηγού, κάλεσε σε σύσκεψη τις αρχές της κοινότητας, ήτοι τον πρόεδρο του χωριού, τον δάσκαλο, τον ιερέα, τις αστυνομικές αρχές και το εκκλησιαστικό συμβούλιο και όλοι μαζί πήγαν και παρακάλεσαν τον χειριστή, τον οποίο και τελικά έπεισαν.

Το μηχάνημα ξεκίνησε να σκάβει και να βγάζει χώματα στο υποδειχθέν σημείο κι όλος ο κόσμος μαζεύτηκε περιμένοντας με αγωνία. Ο χειριστής μετά την πρώτη εκσκαφή επιχειρεί και δεύτερη χωρίς αποτέλεσμα. Αρχίζει να βλαστημά και επιχειρεί και τρίτη φορά χωρίς αποτέλεσμα και πάλι. Η μηχανή είχε σταματήσει. Τότε ο αστυνομικός που ήταν κοντά στο σημείο βλέπει δίπλα στο μαχαίρι του μηχανήματος, κοντά στη ρίζα ενός πουρναριού την εικόνα της Παναγίας.

Το τι έγινε εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Όλοι όσοι ήταν εκεί, έπεσαν, γονάτισαν και προσκύνησαν την Άγια Εικόνα της Παναγίας, και ζητούσαν με δάκρυα στα μάτια την Χάρη Της. Μερικοί έτρεξαν και χτύπησαν την καμπάνα για να ειδοποιηθούν και οι άλλοι οι κάτοικοι που ήταν στα χωράφια. Άλλοι έτρεξαν κι αγκάλιασαν τον δεκαεξάχρονο πια Αθανάσιο και του ζητούσαν να τους συγχωρήσει για την ασέβεια και την απιστία τους. Ο χειριστής του μηχανήματος έπεσε κλαίγοντας και προσκύνησε την εικόνα και παρακαλούσε να τον συγχωρήσει η Θεοτόκος. Λέγεται μάλιστα, ότι καταφεύγοντας στην Χάρη της Παναγίας, με θερμή πίστη, θεραπεύτηκε από πάθηση στομάχου από την οποία βασανίζονταν έως τότε.

Η Θαυματουργή Εικόνα της Μεγαλόχαρης
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας κρυβόταν, σε βάθος ενάμισι μέτρο επί αιώνες. Είναι μικρού μεγέθους και φέρει την επιγραφή «Μήτηρ Θεού Ελεούσα». Κατά την γνώμη των ειδικών, η εικόνα φέρεται να ανήκει στην εποχή της εικονομαχίας. Διατηρήθηκε όμως μέσα στο χώμα, τόσους αιώνες χωρίς να πάθει τίποτε. Όταν η χάρη του θεού θέλει τα φθαρτά γίνονται άφθαρτα και τα θνητά αθάνατα.

Σήμερα η εικόνα της «Παναγίας Ελεούσας» έχει σκεπασθεί με ασήμι και χρυσό κι έχει τοποθετηθεί σ’ ένα όμορφο προσκυνητάρι. Τα τάματα των βασανισμένων πιστών που έρχονται να πάρουν την χάρη Της έχουν στολίσει όλη την επιφάνεια της εικόνας.

Το καθολικό και τα κελιά

Οι ευλαβείς προσκυνητές προσέφεραν ότι μπορούσε ο καθένας για να κτισθεί στην αρχή ένα μικρό εκκλησάκι, που να εξυπηρετεί τις πνευματικές ανάγκες των πιστών που κατέφευγαν στη Μεγαλόχαρη. Το εκκλησάκι χτίστηκε και στη ρίζα του πουρναριού, εκεί που βρέθηκε η Εικόνα, τοποθετήθηκε η Αγία Τράπεζα.

Ο μικρός αυτός ναός όμως, δεν εξυπηρετούσε αργότερα τις ανάγκες των όλο και αυξανόμενων προσκυνητών. Γι’ αυτό ο Μακαριστός Μητροπολίτης Φθιώτιδος Δαμασκηνός τον Νοέμβριο του 1965 μ.Χ. έθεσε τον θεμέλιο λίθο για έναν μεγαλύτερο ναό, ο οποίος με τις συνδρομές των πιστών προσκυνητών τελείωσε τον Αύγουστο του 1966 μ.Χ. Ο πατήρ, πλέον, Αθανάσιος εξασφάλισε με προσωπικές προσπάθειες τον πλήρη εξοπλισμό του ναού. Αγάπησε τόσο αυτό το έργο με αποτέλεσμα να χτιστεί ένα μεγαλοπρεπές μοναστήρι. Στον τρούλο και στους τοίχους του ναού έγιναν τοιχογραφίες. Στο ανατολικό μέρος του μοναστηριού κτίστηκαν το Ηγουμενείο και μερικά κελιά.

Εγκαίνια του Ιερού Ναού

Ως ημέρα τελέσεως των εγκαινίων ορίστηκε η 21η Ιουνίου του 1972 μ.Χ., δηλαδή την ίδια μέρα που βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα. Την 21η Ιουνίου ετέλεσε τον Μέγα Εσπερινό ο τότε πρωτοσύγκελος και σήμερα Μητροπολίτης πρώην Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Αγαθόνικος. Την επομένη ετέλεσε μεγαλοπρεπώς τα εγκαίνια ο Μακαριστός Μητροπολίτης Φθιώτιδας Δαμασκηνός, συνοδευόμενος από πλήθος ιερέων και ενώπιον μεγάλου πλήθους πιστών.

Το Ιερό Προσκύνημα εορτάζει δυο φορές το χρόνο: Την ημέρα της ευρέσεως της εικόνας, δηλαδή την 21η Ιουνίου, και την 15η Αυγούστου, την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.


Θεραπεία δαιμονισμένης
Η Λεμονιά Κοκκίνη, από το χωριό Αγραπιδιά Δομοκού, το έτος 1963 μ.Χ., στην ώρα του φαγητού δαιμονίστηκε. Το δαιμόνιο συνεχώς την ενοχλούσε και δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Οι γονείς της απελπισμένοι, αφού τρέξανε σε πολλούς γιατρούς, την έταξαν στην Παναγία Ελεούσα. Η κοπέλα δε μιλούσε παρά μόνο έβγαζε άναρθρες κραυγές. Κατά την Ολονυχτία διαπιστώθηκε αλλαγή στη συμπεριφορά της και η κοπέλα σε λίγες ημέρες απέκτησε απόλυτη ηρεμία. Το γεγονός έγινε γνωστό σε όλη την περιοχή, και οι πιστοί προσέτρεξαν στη θαυματουργό εικόνα για να ευχαριστήσουν τη Θεοτόκο. (Εφημερ. Εθνικός Αγών της Λαμίας, 3 Ιανουαρίου 1963 μ.Χ.).

Θεραπεία τυφλού

Από το χωριό Ξυνιάδα Δομοκού ο γιος του Βάιου Πολύμερου, ονόματι Σταύρος, στην ώρα του δείπνου τυφλώθηκε. Οι γονείς του άφωνοι από αυτό που του συνέβη εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στο Θεό. Άρπαξαν τον τυφλό γιο τους και τον πήγαν στη Μεγαλόχαρη Παναγία μας. Έγινε Παράκληση και προς το τέλος της Παρακλήσεως το φως επανήλθε στο παιδί. Οι γονείς, θέλοντας να ευχαριστήσουν την Παναγία, αφιέρωσαν στο Μοναστήρι την αυλόπορτα του Περίβολου.

Το μεγαλύτερο δώρο του Ουρανού
Δύο άτεκνα αντρόγυνα από την Καρδίτσα, οι κ.κ. Γιαννάκος και Καφετζής, παρακάλεσαν την Παναγία μας να τους χαρίσει παιδιά. Ζήτησαν από τον Ηγούμενο της Μονής να κάνει Παράκληση στην Παναγία. Ο Ηγούμενος ευλογώντας τους, τους είπε ότι η Μεγαλόχαρη θα κάνει το θαύμα Της. Τον επόμενο χρόνο τα δυο ζευγάρια, κρατώντας στις αγκαλιές τους τα παιδάκια τους, ήρθαν στην Παναγία να Την ευχαριστήσουν και να τα βαφτίσουν. Από τότε μέχρι και σήμερα περισσότερα από χίλια πεντακόσια ζευγάρια έχουν ζητήσει τη βοήθειά Της, τεκνοποίησαν και βάφτισαν τα παιδιά τους στο Μοναστήρι.

Έσωσε το Μοναστήρι Της από πυρκαγιά
Πριν από αρκετά χρόνια, κάποιος προσκυνητής άφησε αναμμένη λαμπάδα μέσα στην εκκλησία. Ο Ηγούμενος, ξεχνώντας τη λαμπάδα αναμμένη, κλείδωσε την εκκλησία. Καθώς καιγόταν η λαμπάδα, έφτασε στο σημείο που ήταν δεμένη στο μανουάλι και έπεσε κάτω, με αποτέλεσμα να αρχίσει να καίγεται το χαλί. Τα μεσάνυχτα ο Ηγούμενος στην ώρα του ύπνου άκουσε χτυπήματα στο παράθυρο και μια φωνή να του λέει: «Ξύπνα, καίγεται η εκκλησία». Αμέσως έτρεξε στην εκκλησία, πάλεψε μόνος του, και έσβησε τη φωτιά χωρίς να δει κανέναν άνθρωπο δίπλα του. Ήταν η Μεγαλόχαρη που ειδοποίησε τον Ηγούμενο και έσωσε το Μοναστήρι από σίγουρη πυρκαγιά. Ακόμη υπάρχει το καμμένο χαλί.

Τους καθοδηγούσε ένα πουλί

Προσκυνητές από την Αθήνα άκουσαν για την εύρεση της εικόνας κι αποφάσισαν να την επισκεφθούν και να την προσκυνήσουν. Φθάνοντας στο 22ο χιλιόμετρο μετά την Λαμία, δεν ήξεραν που να κατευθυνθούν. Τότε μέσα στην απόγνωση του οδηγού εμφανίστηκε μπροστά στο λεωφορείο ένα μαύρο πουλί, το οποίο του έδειχνε το δρόμο προς την Ιερά Μονή, μέχρι την αυλόπορτα του περιβόλου. Τότε, το πουλί εξαφανίστηκε Όλοι οι προσκυνητές απέδωσαν το θαύμα στην Παναγία και το ομολογούν μέχρι και σήμερα.

Η Ολονυκτία που έφερε το θαύμα

Από την Αμπελιά Φαρσάλων δύο ανδρόγυνα ήρθαν στην Χάρη Της να τελέσουν Ολονυκτία, Το πρώτο ανδρόγυνο έδειξε πάνω στο μάγουλο του παιδιού του μια τομή που έφθανε μέχρι το στόμα. Η διάγνωση των ιατρών ήταν καρκίνος. Οι πιστοί γονείς του το έφεραν στο μοναστήρι για Ολονυκτία. Την ώρα που το παιδί κοιμόταν, θεραπεύτηκε. Ξυπνώντας το πρωί είδε η μητέρα του ότι η τομή είχε φύγει.

Το δεύτερο ανδρόγυνο, από το ίδιο χωριό είχε ένα κοριτσάκι κωφάλαλο. Η μητέρα του συνεχώς προσεύχονταν στην Παναγία και στο τέλος απελπισμένη είπε: «Παναγία μου ή δώσε του τη φωνή του ή πάρε το γιατί δεν μπορώ να το βλέπω να υποφέρει».

Η Παναγία έκανε το θαύμα της και το κοριτσάκι μίλησε. Η πρώτη λέξη που είπε ήταν «μαμά».

Ανίατη αρρώστια
Η Παναγιώτα Ψυχογιού από την Αγία Παρασκευή Λοκρίδος, νυν κάτοικος Αθηνών, ομολογεί το θαύμα της Παναγίας που την θεράπευσε από τον καρκίνο.

Ψαλμωδίες από τον Ουρανό
Η θαυματουργός εικόνα βρέθηκε το 1962 μ.Χ. Η εκκλησία άρχισε να κτίζεται το 1965 μ.Χ. Βόρεια αυτής είχε χτιστεί μια προσωρινή παράγκα με τρία δωμάτια. Στο ένα έμενε ο Ηγούμενος, στο άλλο οι μαστόροι και στο τρίτο είχε τοποθετηθεί η Θαυματουργός Εικόνα μαζί με όλα τα ιερά σκεύη. Κατά τη διάρκεια της νύχτας οι μάστορες άκουσαν θορύβους, θυμιατά και ψαλμωδίες να προέρχονται από το μέρος που ήταν η Παναγία. Φοβήθηκαν πάρα πολύ και θέλησαν να φύγουν πριν τελειώσει το κτίσιμο του ναού. Ο Ηγούμενος τους καθησύχασε και τους είπε να μη φοβούνται γιατί οι ψαλμωδίες προέρχονταν από τη Μεγαλόχαρη. Έτσι ενδυναμώθηκε η πίστη τους και παρέμειναν μέχρι την αποπεράτωση του Ιερού Ναού.

Πάντα κοντά στα παιδιά Της
Ένας κάτοικος από την Καρδίτσα είπε στον Ηγούμενο ότι επί τρία βράδια τον έπαιρνε μια μαυροφορεμένη γυναίκα και τον άφηνε έξω από μια μεγάλη πόρτα. Την Τρίτη φορά βρήκε το θάρρος και τη ρώτησε για το μέρος που τον άφηνε και Εκείνη του απάντησε «στην Ιερά Μονή της Παναγίας Ελεούσης Ξυνιάδος Δομοκού».

Φροντίδα της Παναγίας για το Μοναστήρι
Μπαίνοντας από την Κεντρική Πύλη του Ναού, στο δεξιό μέρος, μέσα σε καγκέλωμα, για λόγους ασφαλείας φυλάσσεται η Ιερά Εικόνα. Λόγω ελλείψεως χρημάτων δεν υπήρχε πόρτα στο καγκέλωμα. Τότε εμφανίστηκε η Παναγία στον κ. Καραχάλιο, κάτοικο Λαμίας, και του ζήτησε να πάει να φτιάξει την πόρτα. Έκπληκτος ο κ. Καραχάλιος ρώτησε να μάθει πού είναι το μοναστήρι και Εκείνη του απάντησε «στην Ιερά Μονή της Παναγίας Ελεούσης Ξυνιάδος Δομοκού».

Σημείωση: Τα παραπάνω κείμενα βασίστηκαν στο βιβλίο του Αρχιμανδρίτη Παντελεήμονος Πούλου, ιεροκήρυκος Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών «Ιερά Μονή Παναγίας Ελεούσας».
Τα θαύματα κατέγραψε η Θεολόγος Δρ. Σοφία Τσαγκάλη από αφηγήσεις του Ηγούμενου και των προσκυνητών, στις 18 Αυγούστου του 1998.
Έως σήμερα, έχουν συμβεί αναρίθμητα ακόμα θαύματα.

Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν θείαν σου Εἰκόνα Ἐλεοῦσα Πανάχραντε, ὑπὸ τὴν γῆν κεκρυμμένην, θαυμαστῶς ἐφανέρωσας· διὸ οἱ ἐν Ξυνιάδι εὐσεβεῖς, προσπίπτοντες αὐτῇ πανευλαβῶς, τῆς σῆς χάριτος τρυγῶμεν τὰς δωρεᾶς, καὶ πόθῳ ἐκβοῶμεν σοι· δόξα τοῖς θαυμασίοις σου Ἁγνή, δόξα τῇ σῇ χρηστότητι, δόξᾳ τῇ πρὸς ἡμᾶς σου προμήθειᾳ Δέσποινα, ἐκ γ

Ἦχος β´. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῆς θείας Εἰκόνος σου, πνευματικὴν ἑορτὴν συστησάμενοι, ὑμνοῦμεν Παρθένε τὴν χάριν σου, καὶ ἐκ ψυχῆς Θεοτόκε βοῶμεν σοι· Σὺ εἰ τῶν πιστῶν καταφύγιον.

Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἡλίου λαμπρότερον, ἡ προστασία ἡ σή, ἐκλάμπει Πανάμωμε, ἐν τῷ χωρίῳ ἡμῶν, καὶ πᾶσαν σκοτόμαιναν, λύει παθῶν ποικίλων, καὶ δαιμόνων μανίαν, τάχιστα ἀφανίζει, καθ᾿ ἡμῶν κινουμένην διὸ Θεοχαρίτωτε, χρεωστικῶς σὲ δοξάζομεν.

Ὁ Οἶκος
Ἡ Θεὸν μετὰ σώματος τέξασα, τῷ ἀκάκῳ παιδὶ ὤφθης Ἄχραντε, ὀρατῶς ἐπαλλήλῳ θεάματι, ἐν μελαίνῃ στολῇ ὡς ηὐδόκησας, καὶ δι᾿ αὐτοῦ πᾶσιν ἡμῖν, τὴν κεκρυμμένην ὑπὸ γῆν, ἐγνώρισας Εἰκόνα· ἢν ἰδίῳ εὐρόντες καιρῷ, τῆς σῆς ἀγάπης τοὺς οἰκτιρμούς, καὶ τὴν περὶ ἡμᾶς σου προμήθειαν πολλήν, ὑμνήσαμεν Παρθένε, καὶ ἐτι ὑμνοῦμεν, καὶ οὑ παυσόμεθα ὑμνεῖν ἐν στόματι εὐφήμῳ· καὶ τῇ ἁγίᾳ σου προσπίπτοντες Εἰκόνι, βοῶμεν ἐν κατανύξει ψυχῆς. Τόδε τὸ χωρίον, ὁ τῇ εὑρέσει τῆς σῆς ἐλάμπρυνας καὶ ἡγίασας μορφῆς, σκέπε καὶ διάσῳζε καὶ φύλαττε ἀσινές, ἐκ πάσης ἀνάγκης, παρέχουσα αὐτῷ ἀεί, τῆς σῆς προστασίας τὰς δωρεάς, ὅτι σὺ εἰ τῶν πιστῶν καταφύγιον.

Χαίρει τῇ Εἰκόνι σου τῇ σεπτή, Ξυνιάδος Κόρῃ, τὸ χωρίον ὡς ἀληθῶς, καὶ ταύτῃ προστρέχον, ἰσχὺν ἀεὶ λαμβάνει, καὶ ἔλεος καὶ χάριν, πιστῶς δοξάζον σε.

Πηγή- http://www.saint.gr/4075/saint.aspx

"Evolution is a theory; Jesus Christ is God": A Vision of St. Paisios

From the age of eleven [says Elder Paisios], I would read the lives of the Saints, I would fast and keep vigil. My older brother would take the books and hide them, but that didn’t stop me. I would just go into the forest and keep reading there.

Later, when I was fifteen, a friend of my brother named Costas told my brother, “I’ll make him willingly give up all this nonesense.” He came and explained to me Darwin’s theory of evolution. I was shaken by this, and I said, “I’ll go and pray, and, if Christ is God, He’ll appear to me so that I’ll believe. I’ll see a shadow, hear a voice—He will show me a sign.” That’s all I could come up with at the time.

So, I went and began to pray and make prostrations for hours; but nothing happened. Eventually I stopped in a state of exhaustion. Then something Costas had said came to mind: “I accept that Christ is an important man,” he had told me, “righteous and virtuous, Who was hated out of envy for His virtue and condemned by His countrymen.” I thought to myself, “since that’s how Christ was, even if He was only a man, He deserves my love, obedience, and self-sacrifice. I don’t want paradise; I don’t want anything. It is worth making every sacrifice for the sake of His holiness and kindness.”

God was waiting to see how I would deal with this temptation. After this, Christ Himself appeared to me in a great light. He was visible from the waist up. He looked at me with tremendous love and said, “I am the resurrection, and the life; he that believeth in Me, even if he dies, he shall live” (Jn. 11:25). He was holding the Gospel in His left hand, open to the page where the same words were written.

With this event, the uncertainties that had troubled my soul were overcome, and in divine grace I came to know Christ as true God and Savior of the world. I was convinced of the truth of the God-man, not by men or books, but by the very Lord Himself, who revealed Himself to me even at this young age. Firmly established in faith, I thought to myself, “Come back now, Costas, if you want, and we’ll have a talk.”

from the book Elder Paisios of Mount Athos

Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!


Monday, June 22, 2015

Η ελεημοσύνη είναι τεράστια στα μάτια του Θεού ( Άγιος Νήφων Κωνσταντιανής )

Κάποτε που βάδιζα με τον άγιο στην πλατεία της πόλεως, βλέπω δεξιά μου έναν άνθρωπο κάτι να ψιθυρίζει. Τον ακολουθούσαν πολλοί φτωχοί ζητώντας του βοήθεια. Κι εκείνος κάνοντας τάχα ότι τους διώχνει, τους έβαζε στο χέρι την ελεημοσύνη του. Έτσι κρυβόταν από τους ανθρώπους. Μόλις το πρόσεξα, σκούντησα τον όσιο και του είπα για την αρετή του ανθρώπου αυτού. Κι εκείνος μού λέει:

- Στα μάτια του Θεού είναι μέγας. Τον ξέρω, γιατί αρκετές φορές βρεθήκαμε μαζί.

Ύστερα από μερικές ημέρες τον ρώτησα σχετικά με αυτή την αρετή και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.

- Ήμουνα τότε, μού είπε, μικρό παιδί, δώδεκα χρονών περίπου, και είχα πάει στην εκκλησία του αποστόλου Θωμά να προσευχηθώ. Βρήκα εκεί ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Μεταξύ άλλων, μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του Κυρίου.

Όταν το άκουσα αυτό παραξενεύθηκα και κατέκρινα τον άνθρωπο του Θεού ότι ήταν ψεύτης. Γιατί έλεγα μέσα μου: αφού ο Κύριος είναι στους ουρανούς στα δεξιά του Πατέρα του, πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς;

Καθώς όμως βάδιζα και συλλογιζόμουν όσα άκουσα, βλέπω κατά σύμπτωση ένα κουρελιάρη φτωχό που πάνω από το κεφάλι του -τι θαύμα!- στεκόταν η μορφή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Εκεί που προχωρούσε ο φτωχός τον συνάντησε κάποιος ελεήμων και του έδωσε ένα κομμάτι ψωμί. Μόλις λοιπόν άπλωσε το χέρι του ο φιλόπτωχος εκείνος προς το ζητιάνο, άπλωσε και ο Κύριος το χέρι του από την εικόνα, πήρε το ψωμί και τον ευχαρίστησε. Έπειτα το έδωσε στον φτωχό. Ούτε αυτός όμως ούτε κι ο ελεήμων κατάλαβαν τίποτε.

Θαύμασα και πίστεψα. Από τότε ήξερα ότι όποιος δίνει στους αδελφούς ότι έχουν ανάγκη, το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού. Αυτή την εικόνα του Χριστού τη βλέπω να στέκεται πάνω από όλους τους φτωχούς και για αυτό με δέος ασκώ όσο μπορώ, την αρετή της ελεημοσύνης που τόσο ευχαριστεί τον Κύριο".

Άγιος Νήφων Κωνσταντιανής

From the Sorcerer to the Priest ( Memoirs of a Greek Taxi Driver )

During a morning shift, a few months ago, I was driving back and forth on a central road, looking for my next customer, as taxi drivers often do. It was 11am, and for some reason work was surprisingly slow. I kept circling the neighborhood, but to my dismay there wasn’t a customer in sight. I made one final effort without any success, so feeling a bit disheartened, I moved over to a new neighborhood. As I was driving down the central road, a lady jumped in front of me shouting “Taxi, taxi, please, stop! I want you to help my parents.”

When I heard the word “help”, my mind went to either very heavy suitcases, or to some very elderly people with special needs. I was wrong on both accounts, even though, they were elderly. The father, I found out after they entered my taxi, was eighty-five years old. He sat in the front seat. The eighty-year-old mother, along with the daughter, sat in the back.

I was waited for them to give me their destination address, but no one was speaking, so I turned around and asked, “Excuse me, where are we going?” The daughter answered with, “My mother wants to tell you something.”

I looked to the elderly lady and asked, “Tell me where you want me to take you.”

“Look my son, we were told that in this neighborhood there is a very good sorcerer, and we want you to help us find him.”

“A sorcerer? And what do we wish to accomplish with the sorcerer, yiayia?”[1]

The daughter suddenly intervened, broke down in tears, asking, “Forgive me my good man; what’s your name?”

“My name is Thanasi.”

“Look, Mr. Thanasi, and please forgive me for crying, but for some time now our household has been going through a terrible drama because my mother believes that someone cast a spell on her. From dawn until dusk, she accuses, swears, and curses at my father because she believes that he may have angered these people who cast the spell on her. This unjust Mr. Thanasi because my father, as you can easily see, is a blameless lamb. He is meek, humble, full of love, and he bears the curses and the daily humiliation of my mother, not only now, but for as long as I can remember. Never once did I hear him rendering back the slightest recompense against my mother. He bears them all, and for many years now.”

I turned to look at the papou, and I was sincerely impressed by his demeanor. He hadn’t opened his mouth to say one word or to offer even the slightest complain. The poor fellow seemed sullen, his hands were crossed, and his face was downcast. He reminded me a bit of my reposed father.

“This morning,” the daughter continued, “was the worst. My mother started again at dawn with her usual refrain: ‘Unless you take me to a sorcerer I will lose my mind, I will go crazy. I can’t take it anymore. Don’t you understand that only a sorcerer can free me from these terrible spells? Now take me to him! Take me to him!’

Unable to help her, in the end, my father and I gave in to her demands. We took to the streets to find a cab driver to lead us to the door of a sorcerer, but instead he dropped us off at the spot where you picked us up. The last driver was clueless. I don’t know what else to do to help my mother. I am truly desperate. Is there anything you can do to help us?”

After the daughter unfolded the tale of her family’s drama, I asked her to give me some time to talk to her mother, without intervening and interrupting.

I pulled the car off to the side, turned off the engine, and said a quick little prayer and said, “My Christ please give me a few words to say to these souls because I am very weak, and this is well beyond my capabilities.” I then turned to see for myself if she was in her right mind, taking into account all that was said. To my surprise, not only was she well, but this yiayia was sharp as a tack. She also seemed to be fairly well educated.

“My yiayia, please tell me, what do you think is the main cause of your troubles?”

“Look, my dear Thanasi, my daughter has already told you. We heard that somewhere in this vicinity, there is a very good sorcerer. We asked across the street, at the café, but no one knows a thing about this. We thought you, being a taxi driver, might know where he is located. So please take us to him and we will pay you extra. I need to put a stop to this torture inside of me; I can’t take it anymore.” She began crying.

“My dear yiayia, you are asking me to take you to a sorcerer? It is a good thing I don’t know where any of those charlatans may be. Even if I did know, I would be committing the greatest of crime if I were to take you. I would be doing you the greatest of evils. Then, you would see what real torture means. May God forbid such evil! Now, please tell me, what exactly makes you think that you may be a victim of sorcery.

“Look here on my arm,” she pleaded. “My whole body is the same way. I am a hundred percent sure that they have cast a spell on me. That’s why I want you to hurry and take us to the local sorcerer- so he can remove it.”

“I don’t see anything on your hand, but since you insist so much, I’ll take you. Now, answer me this before we go, if you don’t mind, how is your standing with the church?”

“Good, very good. I am a Christian Orthodox woman, I believe in God; although, I haven’t gone to church for a long time.”

“Since you claim that you are in very good standing with the church, and you say that you believe in God, how do you reconcile the church with sorcery? I don’t get it, these two are diametrically opposite. Haven’t you ever heard my good yiayia ‘No one can serve two masters; for either he will hate the one and love the other or he will be devoted to the one and despise the other (Matthew 6:24)?’ ”

“We cannot have two bosses. Either we are with the church, or with the sorcerers. Either we are with Christ, or with the devil. There is no middle ground. On the Day of Judgment, my yiayia, each person will be compensated by his own boss. Are we working for Christ? We will be rewarded with eternal life, eternal joy, inexpressible joy, and glory. Or are we working for the devil? We would be paid with eternal hell. As Revelation tells us, 'And in those days men will seek death and will not find it; they will long to die and death will fly from them’ (Rev. 9:6). In other words, the damned people will seek death to be liberated from their torture, but there will be no such thing. They will be living this torture eternally, without being able to be delivered, because they themselves selected it. They stubbornly maintained their pride and their thick egotism, refusing to repent. No one will be damned, because he is sinful, but because he chose not to repent. I remember a priest telling me, ‘My Thanasi, I pray that no one ends up in hell, not even the rocks, let alone people.’ So do you understand, my yiayia, what dangerous doors you are about to enter?”

I continued, “I will ask you one more thing, because I truly care about you. “Have you ever been to holy Confession?”

“Yes, I have, but it was a long time ago.”

“May I ask, how long?”

“It has been about four or five years for me and for papou[2], from what I can remember, it has been about a year and a half.”

When I heard, my friends, that this woman was once going to church, and that she had her spiritual father, I immediately realized that the devil had set up shop here. How can we get rid of the devil, now when he had the yiayia hooked. As you also may know, my friends, when we make a stand, and I mean a spiritual stand, the devil doesn’t lose any opportunity to rush back in, enraged, to claim the rights we once gave him. He will not only bite us but devour us, and even then he will not be satiated. He is so hateful, that he cannot be evicted without two things: the sincere repentance of the person, followed by confession to a priest. The devil doesn't bother those who are indifferent, and even less those in heresies, such as the false witnesses of Jehovah, the Pentecostals, the Evangelicals, the Mormons; and the Seventh Day Adventists, Muslims, Buddhists, and the Hindus. The devil does not trouble them because they are his. He already has them under his wing, so why would he bother with them? The devil dictates, and they listen.

You, however, the Orthodox Christian, baptized in the name of the Holy Trinity, and struggling for the cleansing of passions and development of virtues, you are a target. In other words, you are struggling for your salvation, and he wants to prevent it. Orthodox Christians are like live fish that are going against the current of the river. The devil isn’t interested in dead fish. He’s not concerned about them, because they belong to him. He wants to catch the live ones.”

I tried to use various examples to help the elderly lady to understand, that it was the devil who planted in her mind these thoughts of being victimized by sorcery, and it was so he could take her under his control.

In spite of all my words and examples, and her daughter’s disapproval, the yiayia was adamant, refusing to listen to anything or anyone.

As Greek Orthodox taxi drivers, hang a Crucifix from our rear-view mirrors. It caught my attention and, enlightened by Him at that moment, I took the Crucified One in my fist and I shouted from the top of my lungs, “Listen Christ, You are you so weak, so small and insignificant that we have come to the conclusion that you can no longer help us. Since you are not able to do anything, we have decided to abandon you and go to the sorcerers to solve our problems, since you are not able to do anything. Good bye Lord; we are leaving You!"

These words given to me by the enlightenment of the All Holy Spirit at that very crucial moment acted like sticks of dynamite. This dynamite blew up whatever sinful construction the devil was attempting to build in this soul. The devil begins such construction whenever we give him the right of way and distance ourselves from Christ, His Church, and the power of His mysteries.

How I wish that I had a video camera to record this most beautiful scene in the taxi! Words cannot capture such moments. The daughter began crying profusely and thanking God, her head in her hands. The yiayia raised her little arms towards heaven and shouted, “My God, my God! What man did you send us?” The papou lifted up his hand to wipe tears of joy from his eyes. I wonder how many years he had been waiting for this very moment!

Now that the yiayia seemed to recover a bit from her daze and the delusion of the devil, I took hold of her hand and told her, “Do you understand now, my dear one, what you were setting out to do? You were on your way to pay the sorcerer to tie a time bomb around your waste.”

“I know it, I know it, my dear Thanasi; and I thank God that He sent you before us. May I also tell you something strange that happened before you pulled over for us?”

“Yes, please, tell me.”

“Before you stopped for us, four empty taxis passed us by.”

“Yes, yes, Mr. Thanasi, my mother is telling you the truth.”

“I was assured even more when the papou spoke and said, “Yes, my lad, believe me, four vacant taxis passed in front of us, and not a single one stopped as if we were totally invisible! What a strange phenomenon!”

When I heard these words, I was truly shaken. Then it became clear to me why I exhausted myself going up and down the streets of the previous neighborhood, unable to find a customer. The hand of God was in this. Oh, my friends, these are indescribable moments; such moments will stay with me for the rest of my life.

Overtaken by love and joy, I turned to them and said, “The first thing we need to do now is to retrace our footsteps back to the spiritual father.”

“Yes, my dear Thanasi, you are right; we will go next week.”

“No, my yiayia, we should not wait until next week. By next week the devil and his demons will run circles around us, and have us tangled up all over again with his crafty techniques of procrastination and self justification. He will whisper to you that everything is normal, and what you did isn’t even significant. The devil will use every possible craft to keep us disconnected from the mysteries of the Church. My suggestion is that I take you back to your home, so all of you can rest and relax for a few hours. In the afternoon, after I finish my work, God willing, I will return so we can all go together to your spiritual father. Are we all in agreement?”

“You will do this great favor for us, my dear Thanasi?”

“It will be my honor to accompany you as if you were my own beloved mother.”

“Yes, but our spiritual father, from what I remember, has moved to a village outside of the city.”

“Don’t worry my dear; we will go and the ride is on me for the love of our Christ.”

At the end of my last sentence the entire family was once again moved to tears. As the daughter was crying, she explained that she had not been to confession since her childhood, and that was only once; but she vowed to be the first one to open her heart to the father confessor.

So we headed back to their home with the understanding that in the afternoon we would all go to meet the spiritual father. They gave me the priest's telephone number, so that I could make the arrangements. I called him, and said, “Father John, your blessing. My name is Thanasi and I’m a taxi driver. Earlier in the day, I picked up some spiritual children of yours [and I mentioned the family name]. Do you remember them?”

“Yes of course, I remember them, but I haven’t seen them in a long time.”

“Please, I hope and pray that you can meet with us this afternoon. Something disastrous was about to happen, but the grace of God intervened and protected us just in the nick of time. Now they’d like to come to you for confession.”

“I will be pleased to see them; I will wait for you this afternoon in the village.”

After a few hours, when I returned the taxi to the station, I took my personal car, and we all set out together for the priest’s village. Along the way, we discussed beautiful and soul benefiting things about how a Christian must confess, above all, with sincere repentance. At one point I turned to the daughter and said, “The time has come for you, my dear. This is your special time, so don’t lose this opportunity.”

“No, Mr. Thanasi, no,” she replied. “From the moment we met, it has been the only thing on my mind. I know that our meeting is not by chance. This not only concerns my parents, but me as well. Apparently, my own hour is also before me: I feel eager to go to confession.”

When we arrived, the presvytera received us with much love. Then, the priest came to greet us and we hastened to receive his blessing. Afterwards, we sat together on the veranda, and had a general conversation concerning the traps of sorcery.

The spiritual father offered us beautiful words of wisdom. He spoke to us about the many interspersed traps of the devil, not excluding the one that he set to plague this family. He reprimanded the elderly lady in a spiritual and loving way. He made her understand that the great evil that she was about to bring upon her entire family, by seeking the services of a sorcerer, was due to apostasy: the distancing from the mystery of repentance and confession. After this brief and edifying sermon, all three took their turn in the confessional, exiting with joy and peace painted on their faces, and with promises that they would now do this more often. At the end, we received a final blessing from the priest, thanked his wife for her love and care, and headed back home.

When we arrived outside their home, I parked and got out to assist the elderly. Then, when the time of my departure came, the papou broke down crying. He cried hysterically, opened his arms, and hugged me, saying, “My dear Thanasi, let me kiss you, let me kiss you, my boy, please.” While we hugged each other, I told him, “I need to kiss you, my father, because I love you very much and I am so happy that I have met you." The papou didn’t want to let go of me. He was crying like a little child. Then, it was the yiayia’s turn. She also came crying to hug me, saying, “My dear Thanasi, I thank you, I thank you from the bottom of my heart. If you only knew how much joy you have given us!”

“Not I, my sweet yiayia,” I said, “Not I, but the grace of God.”

She hugged me, kissed me, and heaped upon me a thousand blessings. I thanked her kindly, and told her that I also wanted to ask her a favor.

“Whatever you want, my dear Thanasi, whatever you want!”

“I would like to ask only one thing: I would like you to stop insulting and abusing papou. He is such an angel. Why are you hurting him? You grew old on the same pillow. It is a shame now for you to lose the crown in your golden years.”

“You are right, my son, I give you my word, I will not distress him again.”

Finally the daughter’s turn came. Her eyes running with tears, she squeezed my hand and said, “Mr. Thanasi, I don’t have the words to thank you. What can I say?”

“There is no need to say anything, other than ‘Glory to Thee, Oh God,’ nothing else.”

While driving back to my home, three things stood out in my mind. First, it became clear to me why I went up and down on that road so many times without finding a customer. Second, the warm embrace of this elderly gentleman reminded me of my deceased father who reposed when I served in the military[3]. It has been thirty years since I felt such a warm fatherly hug. The third thing that impressed me was the patience, meekness, and love of this elderly fellow. He acted in a loving, Christ like manner by putting up with the daily abuse, curses, and insults of his wife without any grumbling or thoughts of retribution. Needless to say, my friends, I benefited greatly from this blessed meeting!

[1] Grandmother.

[2] Grandfather

[3] Military service in Greece is mandatory and men must appear on their 18th birthday unless they enter a university at which point they will enlist after graduation.

Sunday, June 21, 2015

Τὶ σημαίνει ἡ φράση, Αἰωνία ἡ μνήμη ( Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )

Σὲ ταλαιπωρεῖ τὸ ὅτι δὲν ξέρεις τὴ σημασία αὐτῶν τῶν λέξεων, ποὺ ἄκουγες πολλὲς φορὲς καὶ ὁ ἴδιος ἔλεγες ἐπάνω ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Καὶ καλὰ κάνεις ποὺ ρωτᾶς. Ὅσο καλύτερα γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὴν ἀρχαία καὶ καλὴ ὀρθόδοξη πίστη μας, τόσο καὶ περισσότερο τὴν ἀγαπᾶ.

«Αἰωνία ἡ μνήμη» σημαίνει: αἰώνια νὰ ὑπάρχει ἡ μνήμη γιὰ σένα. Ἄκουσα μιὰ φορὰ πὼς κάποιος στὸν ἐπικήδειο λόγο ἐπάνω ἀπὸ τὸν νεκρὸ φώναξε: «αἰωνία σου ἡ μνήμη στὴ γῆ!» Παραξενεύθηκα σὲ μιὰ τόσο λανθασμένη ἑρμηνεία τῆς πίστης μας. Μὰ μπορεῖ κάτι νὰ εἶναι αἰώνιο στὴ γῆ, ὅπου ὅλα περνοῦν βιαστικὰ σὰν προσκεκλημένοι σὲ γάμο;

Ὄντως, δὲν εὐχόμαστε στὸν νεκρὸ ἐντελῶς μηδαμινὸ πλοῦτο, ὅταν τοῦ εὐχόμαστε νὰ τὸν μνημονεύουν σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὁ ὁποῖος καὶ ὁ ἴδιος πλησιάζει στὸ τέλος του; Ἀλλὰ ἂς ποῦμε πὼς τὸ ὄνομα κάποιου μνημονεύεται στὴ γῆ ἕως τὸ τέλος τοῦ χρόνου – τί κερδίζει αὐτὸς ἀπ’ αὐτό, ἐὰν ἡ μνήμη του στὰ οὐράνια ἔχει ξεχαστεῖ;

Τὸ σωστὸ εἶναι νὰ ἐπιθυμοῦμε τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ νὰ μνημονεύεται αἰώνια στὴν αἰωνιότητα, στὴν αἰώνια ζωὴ καὶ στὸ Βασίλειο τοῦ Θεοῦ. Τοῦτο καὶ εἶναι τὸ νόημα τῶν λέξεων «αἰωνία σου ἡ μνήμη».

Μιὰ φορὰ καυχήθηκαν οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ στὸν Δάσκαλό τους λέγοντας: «Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου» (Λουκ. 10,17). Καὶ ὁ Κύριος τοὺς ἀπάντησε νὰ μὴν χαίρονται γι’ αὐτὸ ἀλλά: «Χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Λουκ. 10,20), δηλαδὴ νὰ χαίρονται ἐπειδὴ τὰ ὀνόματά τους εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ θυμοῦνται καὶ τὰ μνημονεύουν στὸ Οὐράνιο Βασίλειο τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ζωῆς.

Στὴν Ἁγία Γραφὴ συχνὰ λέγεται πὼς τὰ ὀνόματα τῶν δικαίων θὰ εἶναι γραμμένα στὸ βιβλίο τῶν ζωντανῶν, ἐνῶ τὰ ὀνόματα τῶν ἁμαρτωλῶν θὰ σβηστοῦν καὶ θὰ ξεχαστοῦν. Ἀπὸ τὴν ἱστορία περὶ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου βλέπουμε ὅτι ὁ Κύριος λέει τὸ ὄνομα τοῦ Λαζάρου μὲ τὸ ὁλοκάθαρό Του στόμα, ἀλλὰ ἀποσιωπᾶ τὸ ὄνομα τοῦ ἄδικου πλουσίου. Ὁ Λάζαρος, σημαίνει, ὅτι μπῆκε στὸ Βασίλειο τῶν Οὐρανῶν, καὶ ἔλαβε τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὴν αἰώνια μνήμη , ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς πλούσιος ἔχασε καὶ τὸ βασίλειο καὶ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ὄνομα.

Στὴ θεϊκὴ ἐπιστήμη καμιὰ φορὰ τὸ ὄνομα ταυτίζεται μὲ τὸν ἄνθρωπο. Στὴν Ἀποκάλυψη γράφεται: «Καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ἐγένετο σεισμὸς μέγας,… καὶ ἀπεκτάνθησαν ἐν τῷ σεισμῷ ὀνόματα ἀνθρώπων χιλιάδες ἑπτὰ» (Ἀπ. 11,13). Ὑπὸ τὸν σεισμὸ τῆς γῆς πρέπει νὰ καταλάβουμε μεγάλους πειρασμούς, στοὺς ὁποίους οἱ ἑπτὰ χιλιάδες ἀνθρώπων ὑπέκυψαν, ἀποστάτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ ἔχασαν τὶς ψυχές τους. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν καταστράφηκαν μόνο τὰ σώματά τους – αὐτὸ εἶναι ἐλάχιστης σημασίας- ἀλλὰ οἱ ψυχὲς καὶ τὰ ὀνόματα. Τὰ ὀνόματά τους στὴν αἰωνιότητα ἐκμηδενίστηκαν καὶ σβήστηκαν ἀπὸ τὸ βιβλίο τῶν ζωντανῶν.

Ὅποιος ἐπιθυμεῖ ἀθάνατη μνήμη στὴν αἰωνιότητα, ἐπιθυμεῖ εὐαγγελικὸ πράγμα. Ἐὰν κάποιος ἐπιθυμεῖ ἀθάνατο ὄνομα στὴ γῆ, θέλει ματαιόδοξο πράγμα. Νὰ ξέρεις ὅτι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι ἀθόρυβα καὶ χωρὶς νὰ τοὺς προσέξουν πέρασαν αὐτὴ τὴ ζωή, ἀπέκτησαν ἀθάνατο ὄνομα σ’ ἐκεῖνο τὸν κόσμο. Νὰ σκέπτεσαι περὶ αὐτοῦ, ἀδελφὲ Μελέτιε, καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ ἀποκαλύψει ἀκόμα πολλά. Καὶ ὅταν ἀκούσεις γιὰ τὸ δικό μου θάνατο, πὲς στὴν προσευχή σου: «Αἰωνία του ἡ μνήμη»!

Εἰρήνη καὶ ὑγεία ἀπὸ τὸν Κύριο

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...