
Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο πλούτος είναι μεγάλο αγαθό. Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού. Ένας δίκαιος άνθρωπος, που για την αρετή του έχει πολλή παρρησία ενώπιον του Θεού, ακόμα κι αν είναι ο φτωχότερος απ' όλους, μπορεί ν' αντιμετωπίσει κάθε συμφορά. Στις περιπτώσεις που τα χρήματα είναι άχρηστα, ένας άγιος κατορθώνει τα ακατόρθωτα, φτάνει μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και να ζητήσει την επέμβαση του Θεού. Σας θυμίζω ένα χαρακτηριστικό σχετικό περιστατικό από τις Πράξεις των Αποστόλων:
Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν μια μέρα μαζί στο ναό. Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα προσευχής. Μπροστά στην πύλη του ναού, που λεγόταν ωραία, έφερναν έναν άνθρωπο εκ γενετής χωλό και τον έβαζαν εκεί κάθε μέρα για να ζητάει ελεημοσύνη. Μόλις, λοιπόν, είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους ζήτησε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος του είπε: «Κοίταξέ μας». Ο χωλός τους κοίταξε με προσοχή, περιμένοντας κάτι να πάρει απ' αυτούς. Μα ο Πέτρος είπε: «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω. Ό,τι όμως έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα!». Και πιάνοντάς τον από το δεξί χέρι, τον σήκωσε. Εκείνος τότε, μ' ένα πήδημα, στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Ύστερα μπήκε μαζί με τους αποστόλους στο ναό, δοξάζοντας το Θεό (Πράξ. 3:1-8). «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω», είπε ο Πέτρος. Ποιά λόγια είναι σεμνότερα απ' αυτά; Τί μακαριότητα και τί πλούτο κρύβουν μέσα τους! Αλλοι καμαρώνουν για τα αντίθετα, λέγοντας με καυχησιά: "Έχω τόσα και τόσα χρυσά τάλαντα, τόσα στρέμματα γης, τόσα σπίτια, τόσα ζώα". Ο Πέτρος, μην έχοντας απολύτως τίποτα, όχι μόνο δεν πνίγεται από τη φτώχεια του, αλλά και στολίζεται μ' αυτήν. Έτσι, λοιπόν, μπορείς, χωρίς να έχεις τίποτα, να τα έχεις όλα δικά σου΄ και έχοντας τα πάντα, να μην έχεις τίποτα. Γιατί όποιος θεωρεί την περιουσία του κοινή, όχι μόνο δική του, και τη μοιράζεται με τους άλλους, έχει και την ξένη περιουσία δική του, γιατί απ' όλους θα πάρει ό,τι χρειάζεται. Ενώ εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του κύριο των πραγμάτων του και δεν δίνει σε κανένα τίποτα, όχι μόνο δεν θα πάρει το παραμικρό από τους άλλους, μα ούτε και τα δικά του δεν κατέχει, αφού ανήκουν τελικά όχι τόσο σ' αυτόν, όσο στους κλέφτες και τους δανειστές και τους κληρονόμους.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο πλούτος είναι μεγάλο αγαθό. Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού. Ένας δίκαιος άνθρωπος, που για την αρετή του έχει πολλή παρρησία ενώπιον του Θεού, ακόμα κι αν είναι ο φτωχότερος απ' όλους, μπορεί ν' αντιμετωπίσει κάθε συμφορά. Στις περιπτώσεις που τα χρήματα είναι άχρηστα, ένας άγιος κατορθώνει τα ακατόρθωτα, φτάνει μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και να ζητήσει την επέμβαση του Θεού. Σας θυμίζω ένα χαρακτηριστικό σχετικό περιστατικό από τις Πράξεις των Αποστόλων:
Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν μια μέρα μαζί στο ναό. Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα προσευχής. Μπροστά στην πύλη του ναού, που λεγόταν ωραία, έφερναν έναν άνθρωπο εκ γενετής χωλό και τον έβαζαν εκεί κάθε μέρα για να ζητάει ελεημοσύνη. Μόλις, λοιπόν, είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους ζήτησε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος του είπε: «Κοίταξέ μας». Ο χωλός τους κοίταξε με προσοχή, περιμένοντας κάτι να πάρει απ' αυτούς. Μα ο Πέτρος είπε: «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω. Ό,τι όμως έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα!». Και πιάνοντάς τον από το δεξί χέρι, τον σήκωσε. Εκείνος τότε, μ' ένα πήδημα, στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Ύστερα μπήκε μαζί με τους αποστόλους στο ναό, δοξάζοντας το Θεό (Πράξ. 3:1-8). «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω», είπε ο Πέτρος. Ποιά λόγια είναι σεμνότερα απ' αυτά; Τί μακαριότητα και τί πλούτο κρύβουν μέσα τους! Αλλοι καμαρώνουν για τα αντίθετα, λέγοντας με καυχησιά: "Έχω τόσα και τόσα χρυσά τάλαντα, τόσα στρέμματα γης, τόσα σπίτια, τόσα ζώα". Ο Πέτρος, μην έχοντας απολύτως τίποτα, όχι μόνο δεν πνίγεται από τη φτώχεια του, αλλά και στολίζεται μ' αυτήν. Έτσι, λοιπόν, μπορείς, χωρίς να έχεις τίποτα, να τα έχεις όλα δικά σου΄ και έχοντας τα πάντα, να μην έχεις τίποτα. Γιατί όποιος θεωρεί την περιουσία του κοινή, όχι μόνο δική του, και τη μοιράζεται με τους άλλους, έχει και την ξένη περιουσία δική του, γιατί απ' όλους θα πάρει ό,τι χρειάζεται. Ενώ εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του κύριο των πραγμάτων του και δεν δίνει σε κανένα τίποτα, όχι μόνο δεν θα πάρει το παραμικρό από τους άλλους, μα ούτε και τα δικά του δεν κατέχει, αφού ανήκουν τελικά όχι τόσο σ' αυτόν, όσο στους κλέφτες και τους δανειστές και τους κληρονόμους.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
http://agiameteora.net/index.php/paterika/2995-megalo-agatho-den-einai-to-n-apoktisei-kaneis-xrimata-alla-fovo-theoy.html

Πόσο μεγάλο καλό είναι η συνεχής προσευχή, το μαθαίνουμε από τη Χαναναία εκείνη του Ευαγγελίου, που δεν σταματούσε να κραυγάζει: «Ελέησέ με, Κύριε!» (Ματθ. 15:22).
Κι έτσι, αυτό που αρνήθηκε ο Χριστός στους αποστόλους, τους μαθητές Του, το πέτυχε εκείνη με την υπομονή της. Ο Θεός, βλέπετε, προτιμά για τα δικά μας ζητήματα να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι, που είμαστε και υπεύθυνοι, παρά να Τον παρακαλούν άλλοι για λογαριασμό μας. Όταν έχουμε την ανάγκη ανθρώπων, χρειάζεται και χρήματα να δαπανήσουμε και δουλόπρεπα να κολακέψουμε και πολύ να τρέξουμε. Γιατί οι άρχοντες του κόσμου τούτου όχι μόνο δεν μας δίνουν εύκολα ό,τι τους ζητάμε, αλλά συνήθως ούτε καν να μας μιλήσουν δεν καταδέχονται.
Πρέπει πρώτα να πλησιάσουμε τους ανθρώπους που είναι κοντά τους -υπηρέτες, γραμματείς, υπαλλήλους κ.ά- και να τους καλοπιάσουμε, να τους εκλιπαρήσουμε, να τους προσφέρουμε δώρα. Έτσι θα εξασφαλίσουμε τη μεσολάβησή τους στους αρμόδιους αξιωματούχους, για το διακανονισμό της όποιας υποθέσεώς μας.
Ο Θεός, απεναντίας, δεν θέλει μεσολαβητές. Δεν χρειάζεται να Τον παρακαλούν άλλοι για μας. Προτιμά να Τον παρακαλάμε εμείς οι ίδιοι. Μας χρωστάει χάρη, μάλιστα, όταν του ζητάμε ό,τι έχουμε ανάγκη. Μόνο Αυτός χρωστάει χάρη όταν Του ζητάμε, μόνο Αυτός δίνει εκείνα που δεν Του δανείσαμε. Κι αν δει ότι επιμένουμε στην προσευχή με πίστη και καρτερία, πληρώνει δίχως να απαιτεί ανταλλάγματα. Αν, όμως, δει ότι προσευχόμαστε με νωθρότητα, αναβάλλει την πληρωμή· όχι γιατί μας περιφρονεί ή μας αποστρέφεται, αλλά γιατί, όπως είπα, με την αναβολή αυτή μας κρατάει κοντά Του. Αν, λοιπόν, εισακούστηκες, ευχαρίστησε το Θεό. Αν δεν εισακούστηκες, μείνε κοντά Του, για να εισακουστείς. Αν, πάλι, Τον έχεις πικράνει με τις αμαρτίες σου, μην απελπίζεσαι.
Όταν πικράνεις έναν άνθρωπο, αλλά στη συνέχεια παρουσιάζεσαι μπροστά του και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ, ζητώντας ταπεινά συγχώρηση, δεν θα κερδίσεις τη συμπάθειά του; Πολύ περισσότερο θα κερδίσεις τη συμπάθεια του ανεξίκακου Θεού, αν και το πρωί και το μεσημέρι και το βράδυ και κάθε ώρα επικαλείσαι την ευσπλαχνία Του με την προσευχή.
Ας τ' ακούσουν όλα αυτά όσοι προσεύχονται με ραθυμία και βαρυγγωμούν, όταν ο Κύριος αργεί να ικανοποιήσει το αίτημά τους. Τους λέω: "Παρακάλεσε το Θεό!". Και μου απαντούν: "Τον παρακάλεσα μια, δυο, τρεις, δέκα, είκοσι φορές, μα δεν έλαβα τίποτα". Μη σταματήσεις, ώσπου να λάβεις. Σταμάτησε, όταν λάβεις. Ή μάλλον, ούτε και τότε να σταματήσεις την προσευχή. Πριν λάβεις, να ζητάς. Και αφού λάβεις, να ευχαριστείς!
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
πηγη: http://1myblog.pblogs.gr/2014/06/mono-aytos-hrwstaei-harh-otan-toy-zhtame.html

Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν' αποκομίζουμε απ' αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος.
Γι' αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα. Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.
Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί ,αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.
Γι' αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα. Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, Τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Δια τούτο βέβαια σου έδωσεν ο Θεός το στόμα, δια να ευχάριστης αυτόν, δια να οικοδομής τον πλησίον, διότι εάν κρημνίζης την οικοδομήν, είναι καλύτερον να σιγάς και ποτέ να μη ομιλής. Διότι και τα χέρια του τεχνίτου, όταν μάθουν να κατεδαφίζουν αντί να αποτελειώνουν τους τοί
χους, θα ήτο δίκαιον να αποκόπτωνται. Καθ' όσον και ο ψαλμωδός αυτό λέγει: «Θα αποκόψη ο Κύριος όλα τα δόλια χείλη». Αυτό είναι η αιτία όλων των κακών, το στόμα, μάλλον δε όχι το στόμα, άλλ' αυτοί που κάνουν κακήν χρήσιν αυτού.
Απ' αυτό προέρχονται αι ύβρεις, αι κακολογίαι, αι βλασφημίαι, η φλόγα των ηδονών, οι φόνοι, αι μοιχείαι, αι κλοπαί, όλα απ' αυτό γεννώνται. Και πως γεννώνται οι φόνοι; θα ειπή κάποιος.
Από την ύβριν έφθασες εις την οργήν, από την οργήν εις τα τραύματα, από τα τραύματα εις τον φόνον. Πως αι μοιχείαι; Η τάδε σε αγαπά, λέγει, είπε κάτι δια σε το καλόν, εχάλασε την διάθεσίν σου, έπειτα και εις σε ανάπτεται η επιθυμία.
Δια τούτο ο Παύλος έλεγεν: «Εάν υπάρχη κάποιος καλός λόγος». Επειδή λοιπόν τα αμέτρητα λόγια είναι πολλά, ορθώς ωμίλησεν ακαθόριστα, παραγγείλας να είναι εκείνοι οι λόγοι μας και δίδων τύπον ομιλίας.
Ποίον δηλαδή τύπον; Ειπών: «Εάν υπάρχη κάποιος λόγος που οικοδομεί». Ή λέγει τούτο, δια να σου οφείλη χάριν ο ακούων. Παραδείγματος χάριν: επόρνευσεν ο αδελφός σου, μη διαπομπεύης την ύβριν.
Ούτε να τον περιφρονής, δεν ωφέλησες καθόλου τον ακούοντα, αλλά και τον έβλαψες, όπως είναι φυσικόν, πήξας μέσα του το καρφί.
Αν όμως τον συμβουλεύης τι πρέπει να πράττη, του παρέχεις μεγάλην χάριν, αν τον διδάξης να έχη εύφημον στόμα, αν τον διδάξης να μη κακολογή κανένα, τότε κυρίως τον εσωφρόνισες και έχεις προσφέρει χάριν εις αυτόν, αν ομιλήσης εις αυτόν περί κατανύξεως, περί ευλάβειας, περί ελεημοσύνης, όλα αυτά καταπραΰνουν την ψυχήν του.
Δι' όλα αυτά θα σου χρεωστά χάριν. Αν όμως προκαλέσης τον γέλωτα, αν ειπής αισχρόν λόγον, περισσότερον τον ηρέθισες, αν επαινέσης την πονηρίαν, τον κατέβαλες και τον κατέστρεψες. Αυτό λοιπόν ημπορούμεν να ειπούμεν, ή δια να κάμη αυτούς κεχαριτωμένους, είπεν έτσι. Διότι όπως ακριβώς το μύρον μεταδίδει χάριν εις τους μεταλαμβάνοντας, έτσι και ο καλός λόγος.
Δια τούτο και κάποιος έλεγε: «Το όνομά σου είναι εκκενωθέν μύρον». Έκαμεν αυτούς να αποπνέουν από την ευωδίαν εκείνην. Βλέπεις ότι εκείνο που συμβουλεύει πάντοτε, αυτό και τώρα λέγει, προτρέπων εις τον καθένα να οικοδομή τον πλησίον του σύμφωνα με την δύναμίν του;
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

"Και όπως το πλοίο που κλυδωνίζεται από το φύσημα των ανέμων και καταποντίζεται από τα αγριεμένα κύματα η άγκυρα που ρίχνεται το κρατάει από παντού και το σταθεροποιεί στη μέση του πελάγους, έτσι ακριβώς και το δικό μας νου, όταν τον κλυδωνίζουν οι λογισμοί που επιτίθενται απ' έξω, έρχεται η πίστη και με μεγαλύτερη ασφάλεια από την άγκυρα τον σώζει από το ναυάγιο και σαν σε γαλήνιο λιμάνι οδηγεί το σκάφος με τη βεβαιότητα που παρέχει στη συνείδηση. Και αυτό πάλι φανερώνοντας ο Παύλος έλεγε "δια τούτο έδωκεν αποστόλους ο θεός προς καταρτισμόν των αγίων, μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του θεού, ίνα μηκέτι ώμεν νήπιοι κλυδωνιζόμενοι και περιφερόμενοι παντί ανέμω"
Βλέπεις το κατόρθωμα της πίστης, που σαν κάποια άγκυρα ασφαλής έτσι διώχνει την τρικυμία, πράγμα που ο ίδιος πάλι λέγει γράφοντας στους Εβραίους και λέγοντας αυτά ακριβώς για την πίστη "αυτή την έχουμε σαν άγκυρα ασφαλή και σταθερή και μας οδηγεί στα ενδότερα του καταπετάσματος"... Γιατί όπως το καταπέτασμα χώριζε τα άγια των αγίων από την έξω σκηνή, έτσι ακριβώς και ο ουρανός, σαν καταπέτασμα παρεμβαλλόμενος ανάμεσα στην κτίση, χωρίζει τα άγια των αγίων από την έξω σκηνή, δηλαδή από τον ορατό κόσμο, δηλαδή τα ουράνια και τα πάνω απ' αυτά, όπου εισήλθε για χάρη μας πριν από μας ο Χριστός.
Αυτό που λέγει σημαίνει το εξής, εκεί, λέγει, υψώνει την ψυχή μας η πίστη, μην αφήνοντας σε κανένα από τα παρόντα δεινά να τη ρίξει κάτω και ανακουφίζοντας τους πόνους με την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών. Γιατί εκείνος που αποβλέπει προς τα μελλοντικά, που περιμένει την ελπίδα από τους ουρανούς και κατευθύνει εκεί τα μάτια του νου του ούτε αισθάνεται τον πόνο των δεινών της παρούσης ζωής, όπως ακριβώς και ο Παύλος δεν αισθανόταν και δίδασκε την αιτίαν της φιλοσοφίας αυτής λέγοντας "γιατί η προσωρινή ελαφριά θλίψη προετοιμάζει για μας υπερβολικά μεγάλο πλούτο αιώνιας δόξης". Πως και με ποιό τρόπο; "Επειδή" με τα μάτια της ψυχής "δεν προσέχουμε αυτά που φαίνονται αλλά εκείνα που δε φαίνονται". Γιατί, όπως τα μάτια του σώματος δε βλέπουν τίποτε πνευματικό, έτσι τα μάτια της πίστης δε βλέπουν τίποτε το υλικό.
Γιατί η λέξη πίστη έχει διπλή σημασία. Πίστη δηλαδή λέγεται και εκείνη σύμφωνα με την οποία οι απόστολοι έκαναν τότε τα θαύματα, για την οποία ο Χριστός έλεγε "αν έχετε πίστη έστω και σαν κόκκο συναπίου, θα πείτε σ' αυτό το βουνό, πήγαινε από εδώ εκεί, και θα μεταβεί" ... Λέγεται λοιπόν πίστη εκείνη που κάνει τα σημεία και τα θαύματα, πίστη όμως λέγεται και εκείνη που μας προετοιμάζει στο να γνωρίσουμε το Θεό, σύμφωνα με την οποία ο καθένας μας είναι πιστός, όπως όταν λέγει γράφοντας στους Ρωμαίους "ευχαριστώ τω θεώ μου δια Ιησού Χριστού, ότι η πίστις υμών εν όλω τω κόσμω καταγγέλλεται". Και στους Θεσσαλονικείς πάλι γράφει "αφ' ημών εξήχηται (διαδόθηκε) ο λόγος του Θεού, ου μόνον εν τη Μακεδονία, αλλά και εν τη Αχαΐα, και εν παντί τόπω η πίστις υμών η προς τον θεόν εξελήλυθε (έγινε γνωστή)".
Ποιά πίστη υπαινίσσεται εδώ; Είναι ολοφάνερο πως υπαινίσσεται την πίστη της γνώσης. Και το φανερώνουν αυτό τα επόμενα. "πιστεύουμε", λέγει, "γι' αυτό και κυρύσσουμε". Τι πιστεύουμε; "Ότι εκείνος που ανέστησε τον Ιησού θα αναστήσει και εμάς με τη δύναμή του". Αλλά γιατί την ονομάζει πνεύμα πίστης και την κατατάσσει στην τάξη των χαρισμάτων; Γιατί, αν η πίστη είναι χάρισμα και κατόρθωμα της δωρεάς του Πνεύματος μόνο και όχι δικό μας, ούτε οι άπιστοι θα τιμωρηθούν ούτε οι πιστοί θα επαινεθούν.
Αν λοιπόν και η πίστη είναι τέτοιο πράγμα και εμείς δεν προσφέραμε τίποτε αλλά τα πάντα ανήκουν στη χάρη του Πνεύματος και αυτή την έσπειρε μέσα στις ψυχές μας και δε θα λάβουμε κανένα μισθό γι' αυτά, πως λοιπόν έλεγε, "όποιος πιστεύει με την καρδιά του οδηγείται στη δικαίωση, και όποιος ομολογεί με το στόμα οδηγείται στη σωτηρία"; Γιατί η πίστη είναι κατόρθωμα και της αρετής του πιστού. Πως όμως αλλού υπαινίσσεται πάλι το ίδιο λέγοντας "όποιος όμως δεν έχει έργα αλλά πιστεύει στο Θεό που σώζει τον ασεβή, λογαριάζεται η πίστη του για δικαίωση", αν τα πάντα ανήκουν στη χάρη του Πνεύματος; Και πως ακόμη τον πατριάρχη Αβραάμ τον στόλισε γι' αυτή με άπειρα εγκωμιαστικά στεφάνια, γιατί παραβλέποντας όλα τα παρόντα πίσεψε, παρ' όλο που δεν είχε λόγο να ελπίζει;
Για ποιό λόγο την ονομάζει πνεύμα πίστης; Γιατί θέλει να δείξει ότι εξαρτάται από μας το να πιστέψουμε στην αρχή και το να υπακούσουμε όταν κληθούμε, και ότι μετά τη θεμελίωση της πίστης χρειαζόμαστε τη βοήθεια του Πνεύματος, ώστε να μένει αυτή διαρκώς σταθερή και αμετάβλητη. Γιατί ούτε ο Θεός ούτε η χάρη του Πνεύματος έρχεται πριν από τη δική μας προαίρεση, αλλά προσκαλεί και περιμένει ώστε από μόνοι μας και με τη θέλησή μας να προσέλθουμε· έπειτα, όταν προσέλθουμε, τότε μας παρέχει όλη τη δική του συμμαχία. Επειδή λοιπόν και ο διάβολος μετά την προσέλευσή μας στην πίστη εμφανίζεται αμέσως θέλοντας να ξεριζώσει την καλή αυτή ρίζα και επειγόμενος να σπείρει τα ζιζάνια και να καταστρέψει τα γνήσια και καθαρά σπέρματα, τότε χρειαζόμαστε τη βοήθεια του Πνεύματος, για να προστατεύει από παντού το νέο φυτό της πίστης με κάθε μέριμνα και φροντίδα σαν ένας φιλόπονος γεωργός εγκατεστημένος στην ψυχή μας. Γι' αυτό γράφοντας στους Θεσσαλονικείς έλεγε "μη σβήνετε το Πνεύμα", δηλώνοντας πως όταν έρθει η χάρη του Πνεύματος, θα είμαστε ακαταμάχητοι πια για τον κακό δαίμονα και όλες του τις πονηρίες. Γιατί αν "κανείς δεν μπορεί να πει ότι ο Ιησούς είναι ο Κύριος παρά μόνο με τη βοήθεια του Πνεύματος", πολύ περισσότερο δε θα μπορέσει να κρατήσει την πίστη του σταθερή και ακλόνητη παρά μόνο με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος.
Πως όμως θα μπορέσουμε να αποσπάσουμε τη βοήθεια του Πνεύματος και να το πείσουμε να μείνει κοντά μας; Με έργα αγαθά και άριστο τρόπο ζωής. Γιατί όπως το φως του λυχναρίου διατηρείται με λάδι και όταν ξοδευθεί αυτό σβήνει και το φως μαζί του και τελειώνει, έτσι ακριβώς και η χάρη του Πνεύματος, όταν έχουμε να παρουσιάσουμε έργα αγαθά και η ψυχή μας είναι γεμάτη από πολλή ελεημοσύνη, μένει η φλόγα σαν να διατηρείται από λάδι, όταν όμως αυτή δεν υπάρχει, φεύγει και αναχωρεί, πράγμα που έγινε και στις πέντες παρθένες... Γιατί το παράπτωμά τους προήλθε μόνο από αδιαφορία... Είναι καλό πράγμα η παρθενία και υπερφυσικό το κατόρθωμα. Αλλά το καλό και μεγάλο και υπερφυσικό αυτό πράγμα αν δεν είναι ενωμένο με τη φιλανθρωπία, δεν θα μπορέσει να φθάσει ούτε στα πρόθυρα του νυμφώνα".
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ξέχασε, λοιπόν, τις ξένες αμαρτίες, για να ξεχάσει και ο Κύριος τις δικές σου. Γιατί αν πεις, "Τιμώρησε τον εχθρό μου", έκλεισες το στόμα σου. Έχασε πια η γλώσσα σου το δικαίωμα να μιλάει στο Θεό.
Πρώτα-πρώτα επειδή εξαρχής Τον παρόργισες, κι υστέρα επειδή ζητάς πράγματα που είναι αντίθετα στον ίδιο το χαρακτήρα της προσευχής. Αφού, δηλαδή, προσέρχεσαι για να ζητήσεις συγχώρηση αμαρτημάτων, πώς μιλάς για τιμωρία; Το αντίθετο έπρεπε να κάνεις, να παρακαλάς για τους άλλους, ώστε στη συνέχεια να παρακαλέσεις με παρρησία και για τον εαυτό σου.
Αν προσευχηθείς για τους συνανθρώπους σου, τα πέτυχες όλα, έστω κι αν δεν πεις το παραμικρό για τις δικές σου αμαρτίες. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ζοφερό από μια ψυχή που μνησικακεί και μισεί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο ακάθαρτο από μια γλώσσα που κακολογεί και καταριέται. Ανθρωπος είσαι, μη γίνεσαι θηρίο. Το στόμα σου δόθηκε όχι για να δαγκώνεις, αλλά για να παρηγορείς με τα λόγια σου.
Ο Θεός σε πρόσταξε να συγχωρείς, κι εσύ Τον παρακαλάς να καταργήσει τη δική Του εντολή; Δεν σκέφτεσαι ότι ευχαριστιέται και γελάει ο διάβολος, όταν ακούει μια τέτοια προσευχή; Δεν συλλογίζεσαι ότι, από το άλλο μέρος, λυπάται ο Θεός, ο Πλάστης σου, ο Ευεργέτης σου, ο Σωτήρας σου; "Μα αδικήθηκα", λες, "και είμαι πικραμένος". Τότε, λοιπόν, προσευχήσου εναντίον του διαβόλου, που μας αδικεί περισσότερο από κάθε άλλον. Γιατί αυτός δημιουργεί και τους εχθρούς και τις έχθρες, αυτός είναι ο μεγάλος και μοναδικός εχθρός σου, με τον οποίο δεν είναι δυνατό να συμφιλιωθείς ποτέ.
Ο συνάνθρωπος, απεναντίας, όσα κι αν σου κάνει, είναι αδελφός σου. Γι' αυτό οφείλεις να προσεύχεσαι για το καλό του, για την ευτυχία του, για τη μετάνοια και τη σωτηρία του. Ας φροντίσουμε λοιπόν, αγαπητοί μου, να ζούμε και να ενεργούμε σύμφωνα με τις εντολές του Κυρίου, για να είναι καρποφόρα η προσευχή μας και να πετύχουμε τη βασιλεία των ουρανών.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Πριν υψώσουμε, λοιπόν, ικετευτικά τα χέρια μας στον ουρανό, ας βάλουμε αρχή μετάνοιας. Άλλωστε, επειδή με τα χέρια εκτελούμε πολλές πονηρές πράξεις, γι' αυτό ακριβώς έχει καθιερωθεί να τα υψώνουμε, όταν προσευχόμαστε, ώστε η υπηρεσία που προσφέρουν για την προσευχή, να τα εμποδίζει από την κακία και να τ' απομακρύνει από την αμαρτία.
Έτσι θα θυμάσαι, δηλαδή, όταν πρόκειται ν' αρπάξεις κάτι ή να χτυπήσεις κάποιον, ότι αυτά τα χέρια θα τα υψώσεις στο Θεό ως συνηγόρους σου και ότι μ' αυτά θα Του προσφέρεις την πνευματική θυσία της προσευχής.
Γι' αυτό μην τα μολύνεις, μην τα ντροπιάζεις, μην τα κάνεις ανάξια εμφανίσεως στο Θεό, με την τέλεση οποιασδήποτε ανομίας. Καθάριζέ τα με την ελεημοσύνη, με τη φιλανθρωπία, με την καλοσύνη, κι έτσι καθαρά ύψωνέ τα σε προσευχή.
Αν δεν προσεύχεσαι ποτέ με χέρια λασπωμένα, πολύ περισσότερο μην το κάνεις με χέρια λερωμένα από την αμαρτία. Γιατί κακό δεν είναι το να υψώνεις χέρια άπλυτα προς τον Κύριο· το να υψώνεις, όμως, χέρια καταμολυσμένα από αναρίθμητα αμαρτήματα, αυτό είναι φοβερό και προκαλεί την οργή του Θεού.
Αλλά μόνο έτσι παροργίζουμε τον Πατέρα μας; Με πόσους τρόπους, αλήθεια, αμαρτάνουμε, ακόμα και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της λατρείας!
Αναπολόγητοι θα είμαστε, αν ο Θεός λογαριάσει τους αισχρούς λογισμούς που έχουμε στο νου μας, τις πονηρές επιθυμίες που έχουμε στην καρδιά μας, τις κατακρίσεις που ξεστομίζουμε καθημερινά για τον πλησίον μας, τα ψεύδη και τις συκοφαντίες, τις πανουργίες και τις δολοπλοκίες, τις κακότητες και τις αδικίες μας.
Λύπη μας προξενεί η προκοπή των άλλων, ακόμα και των φίλων μας. Ευχαρίστηση δοκιμάζουμε, όταν ο συνάνθρωπός μας υποφέρει, θεωρώντας τη συμφορά εκείνου ως παρηγοριά για τη δική μας δυστυχία.
Ασύνετα ζητάμε από το Θεό πράγματα φθαρτά κι ανώφελα, πράγματα που Εκείνος πρόσταξε να τα περιφρονούμε. Αθεόφοβα καταριόμαστε τους αδελφούς μας, ενώ έχουμε εντολή να δίνουμε ευχές και στους εχθρούς μας.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Γνωρίζω, βέβαια, πόσο φοβερή και δυσβάσταχτη είναι η χλεύη, η κοροϊδία, η συκοφαντία, η κάθε λογής κακολογία. Όταν, μάλιστα, μας κατηγορεί και μας βρίζει άνθρωπος που τον έχουμε ευεργετήσει, τότε η προσβολή γίνεται ανυπόφορη τότε, αν μας λείπουν η ταπείνωση και η μακροθυμία, μπορεί να πνιγούμε από τη λύπη και την οδύνη.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ας μη νοιαζόμαστε για το αν μας κατηγορούν κάποιοι, αλλά για το αν μας κατηγορούν δικαιολογημένα.
Αν, λοιπόν, δικαιολογημένα μας κατηγορούν, πρέπει να κλαίμε και να μετανοούμε. Αν, πάλι, μας κατηγορούν άδικα, πρέπει εκείνους να κλαίμε και τους εαυτούς μας να μακαρίζουμε, φέροντας στο νου μας τα λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι είστε όταν σας χλευάσουν και σας καταδιώξουν και σας κακολογήσουν με κάθε ψεύτικη κατηγορία» (Ματθ. 5:11).
Όχι λύπη και αθυμία, αλλά χαρά και αγαλλίαση ας αισθανόμαστε τότε, γιατί η ανταμοιβή μας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
http://1myblog.pblogs.gr/2014/01/an-mas-kathgoroyn-dikaiologhmena.html

«Δεν διαβάσατε ότι από την αρχή ο Δημιουργός τους έπλασε άντρα και γυναίκα; Και είπε: Γι΄ αυτόν τον λόγο θα εγκαταλείπει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα ενώνεται με τη γυναίκα του (Γεν. 2,24)...
Πρόσεξε, μάλιστα, ότι αυτό δεν το υποστήριζε μόνο από τη δημιουργία, αλλά και από την εντολή του. Διότι δεν είπε μόνο ότι έπλασε έναν άντρα και μια γυναίκα, αλλ΄ ότι διέταξε και τούτο το να ενώνεται δηλαδή ο άντρας με τη γυναίκα.
Αν όμως στις προθέσεις του ήταν να αφήνει τη γυναίκα και να παίρνει άλλη, θα έπλαθε έναν άντρα αλλά πολλές γυναίκες. Τώρα κι από τον τρόπο της δημιουργίας και τον τρόπο της νομοθεσίας έδειξε ο Θεός ότι ένας άντρας πρέπει να ζει μαζί με μια γυναίκα διαρκώς και να μη χωρίζουν ποτέ...
Και δε νομοθέτησε απλά να πηγαίνει ο άντρας προς τη γυναίκα αλλά και να ενώνεται, φανερώνοντας με τη διατύπωση αυτή το αδιάσπαστο [της σχέσης]. Και δεν αρκέστηκε μόνο σ΄ αυτό, αλλά επεδίωξε και άλλη στενότερη επαφή γιατί είπε: "θα γίνουν οι δύο σάρκα μία" (ένα σώμα)...
Όπως λοιπόν το να κομματιάσεις ένα σώμα είναι οδυνηρό, έτσι και το να χωρίσεις γυναίκα είναι αντίθετο στο νόμο του Θεού. Και δεν σταμάτησε μέχρι εδώ, αλλά και τον Θεό επικαλέστηκε να λέει: Ότι ο Θεός συνένωσε, δεν πρέπει να το χωρίζει άνθρωπος» - Ματθ. 19,6 (Υπόμνημα εις τον άγιον Ματθαίον..., ΚΒ΄, Migne Ε.Π. 58, σ. 597).
«Όταν ανάμεσα στη γυναίκα και τον άντρα υπάρχει ομόνοια και ειρήνη και σύνδεσμος αγάπης, εκεί μαζεύονται όλα τα αγαθά και γίνονται απρόσβλητοι από κάθε κίνδυνο, σα να είναι με κάποιο μεγάλο και απόρθητο τείχος προστατευμένοι, δηλαδή με την κατά Θεόν ομόνοια»
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Γιατί έρχονται πολλοί στην εκκλησία, επαναλαμβάνουν μηχανικά ψαλμούς και ευχές, και φεύγουν, δίχως να ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται, αλλά τ' αυτιά δεν ακούνε. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να σε εισακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες· αλλά ο νους σου πετούσε μακριά. Το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία και η ψυχή σου έξω. Το στόμα έλεγε την προσευχή και ο νους μετρούσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές με φίλους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί ο διάβολος είναι πονηρός· ξέρει πως την ώρα της προσευχής κερδίζουμε πολλά, γι' αυτό τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Άλλες φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν σκεφτόμαστε· ήρθαμε όμως στην εκκλησία να προσευχηθούμε, και ο διάβολος μας έβαλε ένα σωρό λογισμούς, ώστε καθόλου να μην ωφεληθούμε.
Αν, αλήθεια, ο Θεός σου ζητήσει λόγο για την αδιαφορία ή και την ασέβεια που δείχνεις στις λατρευτικές συνάξεις, τι θα κάνεις; Να, την ώρα που Αυτός σου μιλάει, εσύ, αντί να προσεύχεσαι, έχεις πιάσει κουβέντα με τον διπλανό σου για πράγματα ανώφελα. Και όλα τ' άλλα αμαρτήματά μας αν παραβλέψει ο Θεός, τούτο φτάνει για να στερηθούμε τη σωτηρία. Μην το θεωρείς μικρό παράπτωμα. Για να καταλάβεις, τη βαρύτητά του, σκέψου τι γίνεται στην ανάλογη περίπτωση των ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι συζητάς μ' ένα επίσημο πρόσωπο ή μ' έναν εγκάρδιο φίλο σου. Και ενώ εκείνος σου μιλάει, εσύ γυρίζεις αδιάφορα το κεφάλι σου και αρχίζεις να κουβεντιάζεις με κάποιον άλλο. Δεν θα προσβληθεί ο συνομιλητής σου απ' αυτή την απρέπειά σου; Δεν θα θυμώσει; Δεν θα σου ζητήσει το λόγο;
Αλίμονο! Βρίσκεσαι στη θεία Λειτουργία, κι ενώ το βασιλικό τραπέζι είναι ετοιμασμένο, ενώ ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ενώ ο ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σου, εσύ αδιαφορείς. Την ώρα που τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους από δέος και όλες οι ουράνιες δυνάμεις μαζί με τον ιερέα παρακαλούν το Θεό για σένα, τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουρανό η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και το αίμα του Χριστού χύνεται από την άχραντη πλευρά Του μέσα στο άγιο Ποτήριο, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σου, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απροσεξία σου; Σκέψου, άνθρωπε μου, μπροστά σε Ποιον στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιους - με τα Χερουβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιους ψάλλεις και προσεύχεσαι. Είναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνείς τον Κύριο της κτίσεως μαζί με τους ασώματους αγγέλους.
Μη συμμετέχεις, λοιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφορία. Μην έχεις στο νου σου βιοτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινο λογισμό και ανέβα νοερά στον ουρανό, κοντά στο θρόνο του Θεού. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς»
Άνθρωπέ μου, ονομάζεις Πατέρα τον Θεό; Καλά τον ονομάζεις.
Διότι είναι Πατέρας όλων. Αλλά φρόντιζε να πράττεις τα έργα που αρέσουν στον Πατέρα σου. Εάν όμως πράττεις κακά έργα είναι φανερό ότι ονομάζεις πατέρα τον διάβολο. Διότι αυτός είναι που εποπτεύει τα κακά. Γι΄ αυτό φρόντιζε να ξεφεύγεις από αυτόν και να αρέσεις στον αγαθό Πατέρα και δημιουργό σου.
«Αγιασθήτω το όνομά σου».
Τι λοιπόν; δεν είναι Άγιος ο Θεός; Ναι είναι άγιος, αλλά αυτό λες στην προσευχή: Σε μένα να αγιασθεί το όνομά σου, για να δουν οι άνθρωποι τα καλά έργα μου και να δοξάσουν τον Πατέρα και δημιουργό μου.
«Ελθέτω η βασιλεία σου». Τι λοιπόν; δεν είναι ο Θεός βασιλιάς και πρόκειται να έλθει η βασιλεία του; Ναι είναι βασιλιάς όλων, αλλά όπως ακριβώς μια πόλη που περικυκλώθηκε από εχθρούς, ζητά να έλθει ο στρατός του βασιλιά και να την ελευθερώσει, έτσι λοιπόν και εμείς που περικυκλωθήκαμε από τις εχθρικές δυνάμεις και από τις αμαρτίες μας και από τους πονηρούς λογισμούς, ζητάμε να έλθει η βασιλεία του Θεού, να μας ελευθερώσει. Και εξηγώντας με άλλο τρόπο: Επειδή ο προφήτης λέει: «εβασίλεψε ο Θεός στα έθνη» (Ψαλμ. μστ΄ 9) χρησιμοποιώντας τον παρελθόντα χρόνο σαν μέλλοντα, γι΄ αυτό κραυγάζουμε: Ας έλθει η βασιλεία σου, Κύριε, δηλαδή ας έλθουν τα ελέη Σου σε μας.
«Γενηθήτω το θελημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».
Λέει λοιπόν τα εξής: Κύριε, όπως ακριβώς έγινε το θέλημά σου στον ουρανό, και ζουν όλοι οι άγγελοι με ειρήνη, και δεν υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος να σπρώχνει και ο άλλος να του ανταποδίδει σπρώξιμο, ούτε κάποιος να χτυπά κι άλλος να δέχεται το χτύπημα, αλλά όλοι βρίσκονται σε απέραντη ειρήνη, έτσι και σε μας τους ανθρώπους που είμαστε στη γη να γίνει το θέλημά σου. Ώστε όλα τα έθνη με ένα στόμα και με μια καρδιά να δοξάσουμε τον δημιουργό και Σωτήρα μας.
«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».
Ζητούμε να λάβουμε τον επιούσιον άρτο. Άρτος όμως της ψυχής είναι ο λόγος του Θεού, όπως είπε κάποιος από τους Αγίους: Παιδί μου, «άνοιγε το στόμα σου για να πεις λόγο Θεού» (Παροιμ. κδ΄ 76 ή λα΄ 8). Και γι΄ αυτό είναι καλό συχνά να μνημονεύουμε τον Θεό παρά να αναπνέουμε.
«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Λέει λοιπόν, το εξής: Και χάρισε τα χρέη μας, δηλαδή, τις αμαρτίες μας και τα φταιξίματά μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους από τους αδελφούς μας μας φταίνε κι αμαρτάνουν σ΄ εμάς, και ελεύθερους και δούλους, και όλους όσοι βρίσκονται στην εξουσία μας. Λέγοντας αυτά, άνθρωπέ μου, εάν λοιπόν πράττεις έτσι, κατανόησε ότι είναι φοβερό να πέσουμε ως ένοχοι στα χέρια του ζωντανού Θεού. Και αφού διορθωθείς επέστρεψε προς τον δημιουργό και Κύριο.
«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού».
Εάν ζητήσει ο Σατανάς να μας κοσκινίσει όπως το σιτάρι, όπως ακριβώς ζήτησε να κοσκινίσει και τους αποστόλους, και όπως ήταν φυσικό απέτυχε, και όπως και την παλιά εποχή και τον Ιώβ, μη δώσεις σ΄ αυτόν εξουσία εναντίον μας. Αλλά, εάν και πονηρός άνθρωπος θελήσει να μας βάλει σε πειρασμό η να μας αδικήσει, μη μας δώσεις στο θέλημά του αλλά σκέπασέ μας κάτω από την σκέπη των φτερών σου.
«Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις».
Κύριε, επειδή είναι δική σου η βασιλεία, μη μας αφήσεις να φοβηθούμε άλλη βασιλεία, ούτε άλλη κυριαρχία, αν και είμαστε άξιοι της κολάσεως, για τις αμαρτίες μας. Εσύ, τιμώρησέ μας με όποιον τρόπο θέλεις, και μη μας παραδώσεις στα χέρια ανθρώπων. Αλλά ας πέσουμε για τιμωρία στα χέρια σου, διότι όπως είναι η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι και το έλεός σου, Πατέρα παντοκράτορα στους αιώνες. Αμήν.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

«Δεν διαβάσατε ότι από την αρχή ο Δημιουργός τους έπλασε άντρα και γυναίκα; Και είπε: Γι΄ αυτόν τον λόγο θα εγκαταλείπει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα ενώνεται με τη γυναίκα του (Γεν. 2,24)...
Πρόσεξε, μάλιστα, ότι αυτό δεν το υποστήριζε μόνο από τη δημιουργία, αλλά και από την εντολή του. Διότι δεν είπε μόνο ότι έπλασε έναν άντρα και μια γυναίκα, αλλ΄ ότι διέταξε και τούτο το να ενώνεται δηλαδή ο άντρας με τη γυναίκα.
Αν όμως στις προθέσεις του ήταν να αφήνει τη γυναίκα και να παίρνει άλλη, θα έπλαθε έναν άντρα αλλά πολλές γυναίκες. Τώρα κι από τον τρόπο της δημιουργίας και τον τρόπο της νομοθεσίας έδειξε ο Θεός ότι ένας άντρας πρέπει να ζει μαζί με μια γυναίκα διαρκώς και να μη χωρίζουν ποτέ...
Και δε νομοθέτησε απλά να πηγαίνει ο άντρας προς τη γυναίκα αλλά και να ενώνεται, φανερώνοντας με τη διατύπωση αυτή το αδιάσπαστο [της σχέσης]. Και δεν αρκέστηκε μόνο σ΄ αυτό, αλλά επεδίωξε και άλλη στενότερη επαφή γιατί είπε: "θα γίνουν οι δύο σάρκα μία" (ένα σώμα)...
Όπως λοιπόν το να κομματιάσεις ένα σώμα είναι οδυνηρό, έτσι και το να χωρίσεις γυναίκα είναι αντίθετο στο νόμο του Θεού. Και δεν σταμάτησε μέχρι εδώ, αλλά και τον Θεό επικαλέστηκε να λέει: Ότι ο Θεός συνένωσε, δεν πρέπει να το χωρίζει άνθρωπος» - Ματθ. 19,6 (Υπόμνημα εις τον άγιον Ματθαίον..., ΚΒ΄, Migne Ε.Π. 58, σ. 597).
«Όταν ανάμεσα στη γυναίκα και τον άντρα υπάρχει ομόνοια και ειρήνη και σύνδεσμος αγάπης, εκεί μαζεύονται όλα τα αγαθά και γίνονται απρόσβλητοι από κάθε κίνδυνο, σα να είναι με κάποιο μεγάλο και απόρθητο τείχος προστατευμένοι, δηλαδή με την κατά Θεόν ομόνοια»
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγεμόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε!
Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα" κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» .
Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά είναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα. Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις.
Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιοθαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.
Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: "Πού είναι εκείνος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και περήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού είναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέσεις, οι σπατάλες;
Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέγινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος.
Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κακά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.
Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγιναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύσηξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο.
Ας μη γίνεται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μανίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω" δίψασα και μου δώσατε να πιω" ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» . Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα περισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ περισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώσουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;
Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κείνους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβερό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοιμάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

«Αλλ' ακόμη δεν ανέφερα το αποκορύφωμα των κακών, ούτε το κυριώτερον μέρος της συμφοράς απεκάλυψα, διότι πολλάκις, που ητοιμάσθην να το ειπώ εκοκκίνησα, πολλάκις δε εντράπηκα.
Ποίον λοιπόν είναι αυτό; Διότι πρέπει πλέον να το αποτολμήσωμεν να το είπωμεν. Αλλωστε θα ήτο μεγάλη ανανδρία, ενώ πρόκειται να εκριζώσωμεν κάτι κακόν, να μη τολμώμεν ούτε καν να ομιλήσωμεν δι' αυτό, ωσάν να πρόκειται η σιωπή να ιατρεύση αφ' εαυτής την ασθένειαν. Δεν θα σιωπήσωμεν λοιπόν, και αν ακόμη πρόκειται μυριάκις να εντραπώμεν και να κοκκινίσωμεν.
Διότι και ο ιατρός, προκειμένου να καθαρίση την μολυσμένην πληγήν, θα παραιτηθή από του να χρησιμοποίηση τον σίδηρον, και να βυθίση τα δάκτυλά του εις τον πυθμένα του τραύματος; Λοιπόν, ούτε και ημείς πρόκειται να σταματήσωμεν τον λόγον αυτόν, καθ' όσον η μόλυνσις είναι χειροτέρα. Ποίον λοιπόν είναι το κακόν;
Κάποιος παράδοξος και παράνομος πόθος εισήλθεν εις την ζωήν μας. Επέπεσεν ασθένεια βαρεία και αθεράπευτος και ενέσκηψε πανώλης χειροτέρα όλων' επενοήθη κάποια νέα και φοβερά παρανομία, διότι ανατρέπονται όχι μόνον οι ανθρώπινοι, αλλά και οι φυσικοί νόμοι. Κατήντησε λοιπόν μικρόν πράγμα η πορνεία θεωρουμένη ως συνήθης ασέλγεια.
Και όπως εις τας οδύνας, το τυραννικώτερον πάθος, όταν επέλθη, καλύπτει την εντύπωσιν του προηγουμένου, έτσι και το υπερβολικόν μέγεθος αυτής της ύβρεως κάμνει το ανυπόφορον, να μη φαίνεται πλέον ως ανυπόφορον, δηλαδή την ακολασίαν περί την γυναίκα.
Διότι φαίνεται ότι είναι ευχάριστον το να ημπορέση να διαφύγη κανείς από τα δίκτυα αυτά και κινδυνεύει εις το εξής να γίνη περιττόν το γυναικείον φύλον, εφ' όσον οι νέοι αναπληρώνουν αντί εκείνων, όλα τα εις εκείνας ανήκοντα.
Και δεν είναι μόνον αυτό το κακόν, αλλ' ότι με πολλήν ελευθερίαν αποτολμάται τοιαύτη ακολασία και ενομιμοποιήθη η παρανομία. Κανείς λοιπόν δεν φοβείται και δεν τρέμει. Κανείς δεν εντρέπεται ούτε κοκκινίζει, αλλά και υπερηφανεύεται δια την γελοίαν αυτήν πράξιν και θεωρούνται παράφρονες οι σώφρονες και ότι δήθεν παραπλανώνται οι νουθετούντες' και αν μεν τύχη να είναι κατώτεροι σωματικώς, δέρονται, αν δε είναι ισχυρότεροι χλευάζονται, καταγελώνται, περιλούονται με μυριάδας εμπαιγμούς.
Εις τίποτε δεν ωφελούν τα δικαστήρια, ούτε οι νόμοι, ούτε οι παιδαγωγοί, ούτε οι πατέρες, ούτε οι υπηρέται, ούτε οι διδάσκαλοι.
Διότι άλλους μεν κατώρθωσαν να διαφθείρουν δια χρημάτων, αυτοί δε ενδιαφέρονται πως να αποκτήσουν μισθόν. Εξ εκείνων δε που είναι φρονιμώτεροι και φροντίζουν δια την σωτηρίαν αυτών, που τους έχουν εμπιστευθή, άλλοι μεν πολύ ευκόλως αποκοιμίζονται και εξαπατώνται, άλλοι δε φοβούνται την δύναμιν των ανηθίκων.
Αλλωστε ευκολώτερον θα ηδύνατο να γλυτώση κάποιος, ο οποίος έχει γίνει ύποπτος ότι εποφθαλμιά το βασιλικόν αξίωμα, παρά να ξεφύγη από τα χέρια των μιαρών εκείνων, αν προσπαθήση να αρπάξη από αυτούς τα παιδιά.
Ετσι, ωσάν εις μεγάλην ερημίαν, μέσα εις τας πόλεις οι αρσενικοί με αρσενικούς διαπράττουν την ακολασίαν. Εάν δε μερικοί έχουν ξεφύγει τας παγίδας αυτάς, δυσκόλως θα αποφύγουν όμως την κακήν φήμην αυτών, οι οποίοι διαπράττουν τας ασχήμιας αυτάς.
Πρώτον μεν, διότι είναι πάρα πολύ ολίγοι και κατ' αυτόν τον τρόπον ευκόλως θα ημπορούσαν να κρύπτωνται ανάμεσα εις το πλήθος των κακών, δεύτερον δε, διότι και οι ίδιοι οι μιαροί και οι μολυσμένοι εκείνοι δαίμονες, επειδή δεν ημπορούν κατ' άλλον τρόπον να βλάψουν αυτούς οι οποίοι τους περιεφρόνησαν, προσπαθούν να τους τιμωρήσουν δια του τρόπου αυτού.
Διότι, αφού δεν ημπόρεσαν να τους πλήξουν θανασίμως ούτε να εγγίσουν την ιδίαν την ψυχήν των, επιχειρούν λοιπόν να πληγώσουν τουλάχιστον τον διάκοσμον της σωφροσύνης των, τον οποίον λαμβάνουν από την κοινωνίαν και να καταστρέψουν την καλήν υπόληψίν των.
Διά τούτο και ήκουσα ότι πολλοί παραξενεύονται, πως ακόμη και σήμερον δεν έβρεξε άλλην πυρίνην βροχήν, πως δεν έπαθεν η πόλις μας αυτά, που έπαθον τα Σόδομα ενώ είναι αξία διά πολύ σκληροτέραν τιμωρίαν, καθόσον δεν εσωφρονίσθη ούτε με τα κακά εκείνων;
Αλλά μολονότι λοιπόν η χώρα εκείνη επί δύο χιλιάδες έτη βοά δια της όψεώς της λαμπρότερον και από φωνήν, προς όλην την οικουμένην, δια να μη αποτολμήση παρόμοιον αμάρτημα, όχι μόνον δε εμειώθη η τάσις των δια την αμαρτίαν αυτήν, αλλά και περισσότερον αυθάδεις έγιναν, ωσάν να φιλονεικούν και μάχωνται με τον Θεόν και προσπαθούν να αποδείξουν εμπράκτως ότι τόσον περισσότερον θα είναι προσκεκολλημένοι εις τα κακά αυτά, όσον περισσότερον τους απειλεί.
Πώς λοιπόν δεν έγινε τίποτε τέτοιο, ενώ τα μεν Σοδομιτικά αμαρτήματα διαπράττονται, όμως, δεν επιβάλλονται αι τιμωρίαι των Σοδόμων; Επειδή τους αναμένει άλλο πυρ καυστικώτερον και τιμωρία ατελεύτητος. Αλλωστε και εκείνοι, ενώ διέπραξαν πολύ βαρύτερα αμαρτήματα από τους καταστραφέντας δια του κατακλυσμού, εννοώ τους μετέπειτα, καμμία τέτοια ραγδαία βροχή, δεν έγινε μετά από εκείνον.
Και εδώ πάλιν ο λόγος είναι ο ίδιος. Διατί τάχα οι πρώτοι άνθρωποι, όταν ούτε δικαστήρια υπήρχον, ούτε φόβος υπήρχε από τους άρχοντας, ούτε νόμος να τους απειλή, ούτε όμιλος προφητών δια να τους επαναφέρη εις τάξιν, ούτε φόβος κολάσεως, ούτε ελπίς βασιλείας αιωνίου, ούτε άλλη γνώσις αληθείας, ούτε και τα θαύματα, που ημπορούν να αναστήσουν και τους λίθους, πώς λοιπόν αυτοί, που δεν απήλαυσαν τίποτε από αυτά, ετιμωρήθησαν τόσον αυστηρά διά τας αμαρτίας των και αυτοί, που έχουν συμμετάσχει εις όλα αυτά και ζουν μέσα εις τόσον φόβον και θείων και ανθρωπίνων δικαστηρίων, δεν ετιμωρήθησαν ακόμη μέχρι σήμερον με τας αυτάς τιμωρίας, ενώ είναι άξιοι σκληροτέρας τιμωρίας;
Αρα, δεν είναι ευνόητον και εις ένα παιδί, ότι τους επιφυλάσσεται αυστηροτέρα τιμωρία; Διότι, εάν εμείς οργιζώμεθα έτσι και αγανακτώμεν, ο Θεός, που φροντίζει δι' όλα και ιδιαιτέρως δια το ανθρώπινον γένος και αποστρέφεται και μισεί σφοδρώς την κακίαν, πώς θα ηνείχετο να αποτολμώνται αυτά χωρίς τιμωρίαν;
Δέν είναι έτσι, όχι! Αλλά θα επιφέρη επ' αυτών την παντοδύναμον χείρα του και την αφόρητον πληγήν και την οδύνην των βασανιστηρίων εκείνων, που είναι τόσον φοβερά, ώστε αι συμφοραί των Σοδόμων συγκρινόμενοι προς αυτά, θα θεωρούνται αστείαι.
Διότι ποίους βαρβάρους δεν εξεπέρασαν, ποίον γένος θηρίων, δια της μιαράς αυτής σαρκικής μίξεως; Υπάρχει εις μερικά από τα άλογα ζώα μεγάλη γενετήσιος ορμή και επιθυμία ασυγκράτητος, που δεν διαφέρει καθόλου από την τρέλλαν. Αλλ' όμως, δεν γνωρίζουν τον έρωτα αυτόν του αρσενικού προς το αρσενικόν, αλλά στέκονται εις τα όρια, που έθεσεν η φύσις. Και αν ακόμη μυριάκις κοχλάζει μέσα των το πάθος, όμως, δεν ανατρέπουν τους νόμους της φύσεως.
Οι δήθεν, όμως, λογικοί, που εγνώρισαν την θείαν διδασκαλίαν και διδάσκουν εις άλλους τι πρέπει και τι δεν πρέπει να κάμνουν και ήκουσαν Γραφάς, που κατήλθον από τον ουρανόν, συνάπτουν σχέσεις όχι τόσον ελευθέρως με τας πόρνας, όσον με τους νέους. Ωσάν να μη είναι ακριβώς άνθρωποι, μήτε να υπάρχη η πρόνοια του Θεού, η οποία τιμωρει τας παρανομίας, αλλά ωσάν σκότος, που κατέλαβε τα πάντα και κανείς πλέον ούτε βλέπει αυτά ούτε τα ακούει, τοιουτοτρόπως αποτολμούν τα πάντα, και μάλιστα με τόσην μεγάλην μανίαν. Οι δε πατέρες των διαφθειρομένων παιδιών υπομένουν αυτά σιωπηλώς και δεν εξαφανίζονται μαζί με αυτά, ούτε σκέπτονται καμμίαν διόρθωσιν του κακού.
Διότι και εάν έπρεπε να μεταφέρουν τα παιδιά των εξορία εις ξένην χώραν εξ αιτίας του πάθους αυτού, είτε εις την θάλασσαν, είτε εις τας νήσους, είτε εις απάτητον γην, είτε εις την υπεράνω ημών οικουμένην, δεν θα έπρεπε να κάνουν το παν και να προσπαθήσουν, ώστε να μη συρθούν αυταί αι αισχρότητες;
Και αν υπάρχη κάπου ένα χωρίον προσβληθέν από ασθένειαν και μάλιστα χολέραν, δεν θα μεταφέρωμεν από εκεί τους υιούς και αν ακόμη πρόκειται να κερδίσουν εκεί πολλά και η υγεία των είναι αρίστη; Τώρα δε, όμως, που τόση διαφθορά υπάρχει παντού, όχι μόνον σύρομεν αυτούς προς τα βάραθρα αυτά, αλλά απομακρύνομεν και αυτούς, που θέλουν να τους απαλλάξουν, ωσάν καταστροφείς.
Και πόσης οργής άξια δεν είναι αυτά και πόσων κεραυνών, όταν το μεν λεκτικόν αυτών προσπαθούμεν να το διορθώσωμεν και να τα καθαρίσωμεν δια της κοσμικής σοφίας, την δε ψυχήν, που κείται μέσα εις τον βόρβορον της ασελγείας και σαπίζει διαρκώς, όχι μόνον παραμελούμεν, αλλά και όταν θέλη να ανορθωθή, την εμποδίζωμεν;
Ακόμη λοιπόν θα τολμήση να ειπή κανείς ότι είναι δυνατόν αυτοί, που είναι τόσον βυθισμένοι εις τοιαύτας αμαρτίας να σωθούν; Από πού; Διότι αυτοί, που διέφυγον την μανίαν των ακολάστων (είναι δε ολίγοι αυτοί), τους τυραννικούς εκείνους έρωτας, που διαφθείρουν τα πάντα, όμως, δεν διαφεύγουν τον πόθον του πλούτου και της δόξης.
Οι περισσότεροι, όμως, και από τα ίδια αυτά πάθη και από τα πάθη της ασελγείας καταλαμβάνονται με μεγαλυτέραν ορμήν. Επειτα θέλοντες να τους καλλιεργήσωμεν την ευγλωττίαν, δεν απορρίπτομεν μόνον τα εμποδίζοντα την παίδευσιν, αλλά δημιουργούμεν και τα συντελούντα διορίζοντες και παιδαγωγούς και διδασκάλους και χρήματα δαπανώντες και απαλλάσσοντες αυτούς από τας άλλας ασχολίας και τονίζοντες εις αυτούς τακτικώτερον απ' όσον οι παιδοτρίβαι εις τους Ολυμπιακούς αγώνας αφ' ενός μεν δε την πενίαν λόγω της απαιδευσίας και αφ' ετέρου τον πλούτον, που αποκτά κανείς από την μόρφωσιν και πράττοντες και λέγοντες το παν και μόνοι μας και με άλλους, ώστε να τους οδηγήσωμεν εις το τέλος της εν λόγω παιδείας και παρά ταύτα πολλάκις ούτε έτσι το επιτυγχάνομεν.
Νομίζομεν δε ότι θα προκύψη καλλιέργεια συμπεριφοράς και ορθότητος αρίστου βίου, ενώ υπάρχουν τόσον πολλά, που την διακόπτουν; Και τί χειρότερον θα ηδύνατο να γίνη από τον παραλογισμόν αυτόν;
Το μεν ευκολώτερον δηλαδή να γίνεται αντικείμενον τόσον μεγάλης τιμής και επιμελείας, ωσάν να μη είναι δυνατόν χωρίς αυτήν να κατορθωθή ποτέ αυτό, εκείνο δε που είναι δυσκολώτερον, τούτο να νομίζωμεν ότι θα μας έλθη ενώ κοιμούμεθα, ως να ήτο κάτι από τα ευτελή και μηδαμινά; Διότι η παίδευσις της ψυχής είναι έργον τόσον δυσκολώτερον και επιπλέον, όσον το να πράττη κανείς από το να λέγη και όσον τα έργα είναι κοπιαστικώτερα των λόγων.
Και ποίαν ανάγκην έχουν τα παιδιά μας, λέγει, από την φιλοσοφίαν και ορθότητα βίου; Πράγματι αυτό είναι· αυτό είναι εκείνο, που κατέστρεψε τα πάντα, ότι δηλαδή πράγμα τόσον αναγκαίον, που συγκρατεί την ζωήν μας, θεωρείται περιττόν και πάρεργον. Κανείς δεν θα έλεγε, εάν έβλεπε τον υιόν του να ασθενή κατά το σώμα, ποίαν ανάγκην έχει από καθαράν και ακριβή υγείαν;
(«Απαντα Χρυσοστόμου», 13ος τόμος, έκδοση «Ωφελίμου βιβλίου»)
Πριν υψώσουμε, λοιπόν, ικετευτικά τα χέρια μας στον ουρανό, ας βάλουμε αρχή μετάνοιας. Αλλωστε, επειδή με τα χέρια εκτελούμε πολλές πονηρές πράξεις, γι' αυτό ακριβώς έχει καθιερωθεί να τα υψώνουμε, όταν προσευχόμαστε, ώστε η υπηρεσία που προσφέρουν για την προσευχή, να τα εμποδίζει από την κακία και να τ' απομακρύνει από την αμαρτία.
Έτσι θα θυμάσαι, δηλαδή, όταν πρόκειται ν' αρπάξεις κάτι ή να χτυπήσεις κάποιον, ότι αυτά τα χέρια θα τα υψώσεις στο Θεό ως συνηγόρους σου και ότι μ' αυτά θα Του προσφέρεις την πνευματική θυσία της προσευχής. Γι' αυτό μην τα μολύνεις, μην τα ντροπιάζεις, μην τα κάνεις ανάξια εμφανίσεως στο Θεό, με την τέλεση οποιασδήποτε ανομίας. Καθάριζέ τα με την ελεημοσύνη, με τη φιλανθρωπία, με την καλοσύνη, κι έτσι καθαρά ύψωνέ τα σε προσευχή.
Αν δεν προσεύχεσαι ποτέ με χέρια λασπωμένα, πολύ περισσότερο μην το κάνεις με χέρια λερωμένα από την αμαρτία. Γιατί κακό δεν είναι το να υψώνεις χέρια άπλυτα προς τον Κύριο· το να υψώνεις, όμως, χέρια καταμολυσμένα από αναρίθμητα αμαρτήματα, αυτό είναι φοβερό και προκαλεί την οργή του Θεού. Αλλά μόνο έτσι παροργίζουμε τον Πατέρα μας;
Με πόσους τρόπους, αλήθεια, αμαρτάνουμε, ακόμα και μέσα στην εκκλησία, την ώρα της λατρείας! Αναπολόγητοι θα είμαστε, αν ο Θεός λογαριάσει τους αισχρούς λογισμούς που έχουμε στο νου μας, τις πονηρές επιθυμίες που έχουμε στην καρδιά μας, τις κατακρίσεις που ξεστομίζουμε καθημερινά για τον πλησίον μας, τα ψεύδη και τις συκοφαντίες, τις πανουργίες και τις δολοπλοκίες, τις κακότητες και τις αδικίες μας. Λύπη μας προξενεί η προκοπή των άλλων, ακόμα και των φίλων μας.
Ευχαρίστηση δοκιμάζουμε, όταν ο συνάνθρωπός μας υποφέρει, θεωρώντας τη συμφορά εκείνου ως παρηγοριά για τη δική μας δυστυχία. Ασύνετα ζητάμε από το Θεό πράγματα φθαρτά κι ανώφελα, πράγματα που Εκείνος πρόσταξε να τα περιφρονούμε. Αθεόφοβα καταριόμαστε τους αδελφούς μας, ενώ έχουμε εντολή να δίνουμε ευχές και στους εχθρούς μας.
Τί κάνεις, άνθρωπε μου; Ζητάς από το Θεό να σε σπλαχνιστεί, κι εσύ καταριέσαι τον άλλο; Μη γελιέσαι. Αν δεν συγχωρήσεις, δεν θα συγχωρηθείς. Το ξέρεις. Και όμως, όχι μόνο δεν συγχωρείς, αλλά παρακαλάς και το Θεό να μη συγχωρήσει! Αν, όμως, δεν συγχωρείται εκείνος που δεν συγχωρεί, πώς θα συγχωρηθεί εκείνος, που και τον Κύριο παρακαλάει να μη συγχωρήσει; Αν είναι κακό να έχεις εχθρούς, σκέψου πόσο χειρότερο είναι να τους κατηγορείς και να τους καταριέσαι. Εσύ πρέπει να δώσεις λόγο για το ότι έχεις εχθρούς, και κατηγορείς εκείνους; Πώς θα σου δώσει άφεση ο Θεός, όταν Του ζητάς να βλάψει άλλους, την ώρα που Τον παρακαλάς για τα δικά σου αμαρτήματα κι έχεις ανάγκη από μεγάλο έλεος;
Όταν μάλιστα, προσεύχεσαι για τον εαυτό σου, γυρίζεις τη ματιά σου δεξιά κι αριστερά, χασμουριέσαι και φέρνεις στο νου σου χίλιους δυο λογισμούς. Όταν, όμως, προσεύχεσαι εναντίον των εχθρών σου, το κάνεις με μεγάλη αυτοσυγκέντρωση και διαύγεια σκέψεως. Γνωρίζει, βλέπεις, ο διάβολος πως, όταν ζητάμε το κακό των άλλων, στρέφουμε το ξίφος εναντίον μας, γι' αυτό τότε δεν διασπά την προσοχή μας και δεν τραβάει το νου μας εδώ κι εκεί.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
http://1myblog.pblogs.gr/tags/metanoia-gr.html

Ξόδεψε, λοιπόν, τα χρήματά σου, για να έχεις τα πάντα δικά σου. Όπως εκείνος που ελέγχεται από τη συνείδησή του για τη διάπραξη παρανομιών, είναι ταλαίπωρος, έτσι κι εκείνος που έχει καθαρή τη συνείδησή του, ακόμα κι αν φοράει κουρέλια ή παλεύει με την πείνα, είναι πιο εύθυμος απ' αυτούς που ξεφαντώνουν.
Τα χρήματα τα έχεις για ν' ανακουφίζεις από τη φτώχεια, όχι για να διαπραγματεύεσαι με τη φτώχεια. Εσύ, όμως, δανείζοντας χρήματα με τόκο στον φτωχό συνάνθρωπό σου, του ετοιμάζεις μεγαλύτερη συμφορά.
Κάνε αυτή τη συναλλαγή, δεν σε εμποδίζω, αλλά για τη βασιλεία των ουρανών. Ως αντάλλαγμα της βοήθειας, που προσφέρεις, μην πάρεις τόκο, αλλά την αιώνια ζωή. Γιατί γίνεσαι μικρολόγος και χάνεις κάτι τόσο μεγάλο για λίγα χρήματα, που χάνονται; Γιατί αφήνεις το Θεό και επιδιώκεις το κέρδος;
Γιατί παραβλέπεις τον πλούσιο Κύριο και κυνηγάς τον φτωχό άνθρωπο; Ο Κύριος θα σου ανταποδώσει κάθε ευεργεσία που κάνεις, ενώ ο άνθρωπος στενοχωριέται, όταν επιστρέφει ό,τι του δάνεισες.
Αυτός δύσκολα σου δίνει και το ένα εκατοστό από τα δανεικά, ενώ Εκείνος εκατονταπλάσια σου ανταποδίδει και την αθανασία σου χαρίζει. Αυτός σου δίνει τα δανεικά με βαρυγγώμια και βρισιές, ενώ Εκείνος σου ανταποδίδει τις αγαθοεργίες με επαίνους και εγκώμια.
Αυτός νιώθει για σένα μίσος, ενώ Εκείνος σου ετοιμάζει με αγάπη στεφάνια δόξας. Αυτός απρόθυμα σου δίνει σ' αυτή τη ζωή ό,τι σου χρωστάει, ενώ Εκείνος πρόθυμα σου δίνει και σ' αυτή τη ζωή και στην άλλη όσα δεν σου χρωστάει.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Δια τούτο βέβαια σου έδωσεν ο Θεός το στόμα, δια να ευχαριστής αυτόν, δια να οικοδομής τον πλησίον, διότι εάν κρημνίζης την οικοδομήν, είναι καλύτερον να σιγάς και ποτέ να μη ομιλής. Διότι και τα χέρια του τεχνίτου, όταν μάθουν να κατεδαφίζουν αντί να αποτελειώνουν τους τοί
χους, θα ήτο δίκαιον να αποκόπτωνται. Καθ' όσον και ο ψαλμωδός αυτό λέγει: «Θα αποκόψη ο Κύριος όλα τα δόλια χείλη». Αυτό είναι η αιτία όλων των κακών, το στόμα, μάλλον δε όχι το στόμα, άλλ' αυτοί που κάνουν κακήν χρήσιν αυτού.
Απ' αυτό προέρχονται αι ύβρεις, αι κακολογίαι, αι βλασφημίαι, η φλόγα των ηδονών, οι φόνοι, αι μοιχείαι, αι κλοπαί, όλα απ' αυτό γεννώνται. Και πως γεννώνται οι φόνοι; θα ειπή κάποιος.
Από την ύβριν έφθασες εις την οργήν, από την οργήν εις τα τραύματα, από τα τραύματα εις τον φόνον. Πως αι μοιχείαι; Η τάδε σε αγαπά, λέγει, είπε κάτι δια σε το καλόν, εχάλασε την διάθεσίν σου, έπειτα και εις σε ανάπτεται η επιθυμία.
Δια τούτο ο Παύλος έλεγεν: «Εάν υπάρχη κάποιος καλός λόγος». Επειδή λοιπόν τα αμέτρητα λόγια είναι πολλά, ορθώς ωμίλησεν ακαθόριστα, παραγγείλας να είναι εκείνοι οι λόγοι μας και δίδων τύπον ομιλίας.
Ποίον δηλαδή τύπον; Ειπών: «Εάν υπάρχη κάποιος λόγος που οικοδομεί». Ή λέγει τούτο, δια να σου οφείλη χάριν ο ακούων. Παραδείγματος χάριν: επόρνευσεν ο αδελφός σου, μη διαπομπεύης την ύβριν.
Ούτε να τον περιφρονής, δεν ωφέλησες καθόλου τον ακούοντα, αλλά και τον έβλαψες, όπως είναι φυσικόν, πήξας μέσα του το καρφί.
Αν όμως τον συμβουλεύης τι πρέπει να πράττη, του παρέχεις μεγάλην χάριν, αν τον διδάξης να έχη εύφημον στόμα, αν τον διδάξης να μη κακολογή κανένα, τότε κυρίως τον εσωφρόνισες και έχεις προσφέρει χάριν εις αυτόν, αν ομιλήσης εις αυτόν περί κατανύξεως, περί ευλάβειας, περί ελεημοσύνης, όλα αυτά καταπραΰνουν την ψυχήν του.
Δι' όλα αυτά θα σου χρεωστά χάριν. Αν όμως προκαλέσης τον γέλωτα, αν ειπής αισχρόν λόγον, περισσότερον τον ηρέθισες, αν επαινέσης την πονηρίαν, τον κατέβαλες και τον κατέστρεψες. Αυτό λοιπόν ημπορούμεν να ειπούμεν, ή δια να κάμη αυτούς κεχαριτωμένους, είπεν έτσι. Διότι όπως ακριβώς το μύρον μεταδίδει χάριν εις τους μεταλαμβάνοντας, έτσι και ο καλός λόγος.
Δια τούτο και κάποιος έλεγε: «Το όνομά σου είναι εκκενωθέν μύρον». Έκαμεν αυτούς να αποπνέουν από την ευωδίαν εκείνην. Βλέπεις ότι εκείνο που συμβουλεύει πάντοτε, αυτό και τώρα λέγει, προτρέπων εις τον καθένα να οικοδομή τον πλησίον του σύμφωνα με την δύναμίν του;
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Άνθρωπέ μου, ονομάζεις Πατέρα τον Θεό; Καλά τον ονομάζεις.
Διότι είναι Πατέρας όλων. Αλλά φρόντιζε να πράττεις τα έργα που αρέσουν στον Πατέρα σου. Εάν όμως πράττεις κακά έργα είναι φανερό ότι ονομάζεις πατέρα τον διάβολο. Διότι αυτός είναι που εποπτεύει τα κακά. Γι΄ αυτό φρόντιζε να ξεφεύγεις από αυτόν και να αρέσεις στον αγαθό Πατέρα και δημιουργό σου.
«Αγιασθήτω το όνομά σου».
Τι λοιπόν; δεν είναι Άγιος ο Θεός; Ναι είναι άγιος, αλλά αυτό λες στην προσευχή: Σε μένα να αγιασθεί το όνομά σου, για να δουν οι άνθρωποι τα καλά έργα μου και να δοξάσουν τον Πατέρα και δημιουργό μου.
«Ελθέτω η βασιλεία σου». Τι λοιπόν; δεν είναι ο Θεός βασιλιάς και πρόκειται να έλθει η βασιλεία του; Ναι είναι βασιλιάς όλων, αλλά όπως ακριβώς μια πόλη που περικυκλώθηκε από εχθρούς, ζητά να έλθει ο στρατός του βασιλιά και να την ελευθερώσει, έτσι λοιπόν και εμείς που περικυκλωθήκαμε από τις εχθρικές δυνάμεις και από τις αμαρτίες μας και από τους πονηρούς λογισμούς, ζητάμε να έλθει η βασιλεία του Θεού, να μας ελευθερώσει. Και εξηγώντας με άλλο τρόπο: Επειδή ο προφήτης λέει: «εβασίλεψε ο Θεός στα έθνη» (Ψαλμ. μστ΄ 9) χρησιμοποιώντας τον παρελθόντα χρόνο σαν μέλλοντα, γι΄ αυτό κραυγάζουμε: Ας έλθει η βασιλεία σου, Κύριε, δηλαδή ας έλθουν τα ελέη Σου σε μας.
«Γενηθήτω το θελημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης».
Λέει λοιπόν τα εξής: Κύριε, όπως ακριβώς έγινε το θέλημά σου στον ουρανό, και ζουν όλοι οι άγγελοι με ειρήνη, και δεν υπάρχει ανάμεσά τους κάποιος να σπρώχνει και ο άλλος να του ανταποδίδει σπρώξιμο, ούτε κάποιος να χτυπά κι άλλος να δέχεται το χτύπημα, αλλά όλοι βρίσκονται σε απέραντη ειρήνη, έτσι και σε μας τους ανθρώπους που είμαστε στη γη να γίνει το θέλημά σου. Ώστε όλα τα έθνη με ένα στόμα και με μια καρδιά να δοξάσουμε τον δημιουργό και Σωτήρα μας.
«Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».
Ζητούμε να λάβουμε τον επιούσιον άρτο. Άρτος όμως της ψυχής είναι ο λόγος του Θεού, όπως είπε κάποιος από τους Αγίους: Παιδί μου, «άνοιγε το στόμα σου για να πεις λόγο Θεού» (Παροιμ. κδ΄ 76 ή λα΄ 8). Και γι΄ αυτό είναι καλό συχνά να μνημονεύουμε τον Θεό παρά να αναπνέουμε.
«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».
Λέει λοιπόν, το εξής: Και χάρισε τα χρέη μας, δηλαδή, τις αμαρτίες μας και τα φταιξίματά μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε όσους από τους αδελφούς μας μας φταίνε κι αμαρτάνουν σ΄ εμάς, και ελεύθερους και δούλους, και όλους όσοι βρίσκονται στην εξουσία μας. Λέγοντας αυτά, άνθρωπέ μου, εάν λοιπόν πράττεις έτσι, κατανόησε ότι είναι φοβερό να πέσουμε ως ένοχοι στα χέρια του ζωντανού Θεού. Και αφού διορθωθείς επέστρεψε προς τον δημιουργό και Κύριο.
«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού».
Εάν ζητήσει ο Σατανάς να μας κοσκινίσει όπως το σιτάρι, όπως ακριβώς ζήτησε να κοσκινίσει και τους αποστόλους, και όπως ήταν φυσικό απέτυχε, και όπως και την παλιά εποχή και τον Ιώβ, μη δώσεις σ΄ αυτόν εξουσία εναντίον μας. Αλλά, εάν και πονηρός άνθρωπος θελήσει να μας βάλει σε πειρασμό η να μας αδικήσει, μη μας δώσεις στο θέλημά του αλλά σκέπασέ μας κάτω από την σκέπη των φτερών σου.
«Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμις».
Κύριε, επειδή είναι δική σου η βασιλεία, μη μας αφήσεις να φοβηθούμε άλλη βασιλεία, ούτε άλλη κυριαρχία, αν και είμαστε άξιοι της κολάσεως, για τις αμαρτίες μας. Εσύ, τιμώρησέ μας με όποιον τρόπο θέλεις, και μη μας παραδώσεις στα χέρια ανθρώπων. Αλλά ας πέσουμε για τιμωρία στα χέρια σου, διότι όπως είναι η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι και το έλεός σου, Πατέρα παντοκράτορα στους αιώνες. Αμήν.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Γιατί έρχονται πολλοί στην εκκλησία, επαναλαμβάνουν μηχανικά ψαλμούς και ευχές, και φεύγουν, δίχως να ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται, αλλά τ' αυτιά δεν ακούνε. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να σε εισακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες· αλλά ο νους σου πετούσε μακριά. Το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία και η ψυχή σου έξω. Το στόμα έλεγε την προσευχή και ο νους μετρούσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές με φίλους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί ο διάβολος είναι πονηρός· ξέρει πως την ώρα της προσευχής κερδίζουμε πολλά, γι' αυτό τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Άλλες φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν σκεφτόμαστε· ήρθαμε όμως στην εκκλησία να προσευχηθούμε, και ο διάβολος μας έβαλε ένα σωρό λογισμούς, ώστε καθόλου να μην ωφεληθούμε.
Αν, αλήθεια, ο Θεός σου ζητήσει λόγο για την αδιαφορία ή και την ασέβεια που δείχνεις στις λατρευτικές συνάξεις, τι θα κάνεις; Να, την ώρα που Αυτός σου μιλάει, εσύ, αντί να προσεύχεσαι, έχεις πιάσει κουβέντα με τον διπλανό σου για πράγματα ανώφελα. Και όλα τ' άλλα αμαρτήματά μας αν παραβλέψει ο Θεός, τούτο φτάνει για να στερηθούμε τη σωτηρία. Μην το θεωρείς μικρό παράπτωμα. Για να καταλάβεις, τη βαρύτητά του, σκέψου τι γίνεται στην ανάλογη περίπτωση των ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι συζητάς μ' ένα επίσημο πρόσωπο ή μ' έναν εγκάρδιο φίλο σου. Και ενώ εκείνος σου μιλάει, εσύ γυρίζεις αδιάφορα το κεφάλι σου και αρχίζεις να κουβεντιάζεις με κάποιον άλλο. Δεν θα προσβληθεί ο συνομιλητής σου απ' αυτή την απρέπειά σου; Δεν θα θυμώσει; Δεν θα σου ζητήσει το λόγο;
Αλίμονο! Βρίσκεσαι στη θεία Λειτουργία, κι ενώ το βασιλικό τραπέζι είναι ετοιμασμένο, ενώ ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ενώ ο ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σου, εσύ αδιαφορείς. Την ώρα που τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους από δέος και όλες οι ουράνιες δυνάμεις μαζί με τον ιερέα παρακαλούν το Θεό για σένα, τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουρανό η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και το αίμα του Χριστού χύνεται από την άχραντη πλευρά Του μέσα στο άγιο Ποτήριο, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σου, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απροσεξία σου; Σκέψου, άνθρωπε μου, μπροστά σε Ποιον στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιους - με τα Χερουβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιους ψάλλεις και προσεύχεσαι. Είναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνείς τον Κύριο της κτίσεως μαζί με τους ασώματους αγγέλους.
Μη συμμετέχεις, λοιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφορία. Μην έχεις στο νου σου βιοτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινο λογισμό και ανέβα νοερά στον ουρανό, κοντά στο θρόνο του Θεού. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα.
Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος