Showing posts with label Μητέρα. Show all posts
Showing posts with label Μητέρα. Show all posts

Monday, August 13, 2018

ΕΙΣΑΙ Η ΗΣΟΥΝ ΕΤΟΙΜΗ ΝΑ ΓΙΝΕΙΣ ΜΑΝΑ ( π.Ανδρέας Κονάνος )



Μια πιστή Ρωσίδα πήγε στον πνευματικό της στην Ρωσία και του είπε :
 «Πατερ, θέλω να πάρω την ευχή σας να κάνω οικογένεια. Μου δίνετε την ευχή σας; Θέλω να ευχηθείτε για μένα και να με ευλογήσετε. Ήρθε η ώρα είμαι ώριμη πλέον στην ηλικία και θα παντρευτώ».
Και την ρωτά ο πνευματικός :
«Είσαι έτοιμη να φέρεις στον κόσμο έναν Άγιο. Μπορείς το παιδί που θα μεγαλώσεις να δείξεις ένα τέτοιο κλίμα γύρω σου ώστε να πάρει αυτή την υποψία της Αγιότητας;. Τότε σου δίνω την ευλογία μου.»
Δεν την ρώτησε για άλλα πράγματα. Δεν την ρώτησε αν έχει λεφτά , αν έχει δουλειά, αν έχει τα εξωτερικά στοιχεία που συνθέτουν ένα πετυχημένο γάμο. 
Της είπε: 
«Μπορείς να εμπνεύσεις Αγιότητα σε αυτό το παιδί ; μπορείς να το κάνεις Άγιο;». Εννοώντας «Μπορείς εσύ να είσαι Αγία για να δώσεις και στο παιδί αυτή την επιθυμία της Αγιότητας ; Τότε να έχεις την ευχή μου να ξεκινήσεις, αλλιώς το να κάνεις οικογένεια επειδή σε πήραν τα χρόνια, επειδή ήρθε η ηλικία, επειδή όλες οι φίλες σου και οι φίλοι σου έχουν κάνει οικογένεια, δεν είναι σωστό ξεκίνημα. Δεν αρκεί αυτό.».
Πρέπει να ξεκινήσει κανείς με σοβαρότητα αυτή την υπόθεση, με περίσκεψη, με ωριμότητα, και προσευχή.
Πόση ώρα, πόσους μήνες κρατά η κυοφορία ; Εννέα μήνες και τελειώσαμε ; Πέρασαν εννέα μήνες. Κρατήσαμε τόσο καιρό το παιδάκι μας στα σπλάχνα μας, το φέραμε στην ζωή. Και τελειώσες; Όχι. Ναι , το παιδί το έφερες στην ζωή, Άγιο όμως δεν το έκανες ακόμα. Τους δίνεις τροφή μας δεν αρκεί για να χορτάσει. Είναι και ο χαρακτήρας. Του πήρε ωραίο δωμάτιο έβαλες και κλιματιστικό, μπράβο σου. Έχεις βάλει και ζεστα χαλιά και υπολογιστή. Αλλά χρειάζεται και ποιότητα ζωής το παιδάκι, δηλαδή να βοηθήσεις το παιδί σου να γνωρίσει τον εαυτό του. Να γνωρίσει τον κόσμο γύρω του, να γνωρίσει μέσα από τον κόσμο τον συνάνθρωπο του, να γνωρίσει το Θεό, να γνωρίσει την αλήθεια. Έμαθες το παιδί σου να αγαπάει ; έμαθες στο παιδί σου να προσεύχεται; Έμαθες στο παιδάκι σου να γονατίζει να κάνει θυσίες και να ταπεινώνεται ; του έχεις δείξει εσύ με το δικό σου παράδειγμα τι θα πει ταπείνωση;
Σε έχει δει το παιδί σου να υποχωρείς, να ζητάς συγνώμη ; να χάνεις το δίκιο σου και να μην αντιμιλάς;. Σε έχει δει το παιδί σου από τα μικρά του χρόνια να αντέχεις στον πόνο χωρίς να διαμαρτύρεσαι , χωρίς να γκρινιάζεις και να αγανακτείς; Σε έχει δει όταν αποτυγχάνεις κάπου να το παίρνεις σαν αφορμή να πλησιάσεις περισσότερο τον Θεό και την ταπείνωση; Σε έχει δει να παραδέχεσαι ένα ΛΑΘΟΣ σου; Τότε πραγματικά θα ξέρει το παιδί σου γιατί ζει και που πηγαίνει. Θα ξέρει τον σκοπό που ζει σε αυτό τον πλανήτη και θα έχει πραγματικά αληθινούς ωραίους γονείς , οι οποίοι χωρίς να έχουν διαβάσει πολλα παιδαγωγικά , χωρις να ασχολούνται μόνο με το παιδί τους, αλλά με αβίαστο και ξεκούραστο τρόπο μέσα από την δική τους πορεία προς τον Θεό, θα βοηθούν και τα παιδιά τους. Και αυτό είναι πάρα πολύ ευλογημένο και αληθινό . Είναι μια αγωγή που γίνεται από γενιά σε γενιά με τρόπό αθόρυβο και άδηλο. Δεν φαίνεται αλλά γίνεται και επηρεάζει τον κόσμο όλο.


Από το βιβλίο του π.Ανδρέα Κονάνου «Αγάπη για πάντα».

Sunday, April 26, 2015

Ο Μοναχός που έσωσε την μητέρα του από την κόλαση


Ό επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη.

Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.

Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.

Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:

– Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη «πελατεία» και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.
Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.

Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.

Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:

– Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.

Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.” Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.

Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».

Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.
Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα.

– Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. “Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου.

Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε:

– Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!” Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.

Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.

Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός ένια ι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.

Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.

Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:

– Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!

Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι «έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!»

-Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…

Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.

– Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.

Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ” αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ” αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.

Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.
Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:

-Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία.

Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ” αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.

– Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.
Κι εκείνος μου είπε:

– Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:

-Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.

-Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την «βρώμα» κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι” αυτό είχε και τόση ευωδία.

http://www.pentapostagma.gr/2012/05/blog-post_2756.html#.VTztDZPXt6I

Monday, January 28, 2013

Μία μητέρα που ήξερε να δακρύζει και να γονατίζει.


Η συμβολή των μητέρων των Τριών Ιεραρχών, Εμμέλειας του Μ. Βασιλείου, Νόνας του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού
καί Ανθούσας Ιωάννη του Χρυσόστομουστην ανάδειξη αυτών των Μεγάλων Πατέρων καί Οίκουμενικών Διδασκάλων της Εκκλησίας υπήρξε αποφασιστική.
Καί είναι δίκαιος ό θαυμασμός του εθνικού ρήτορα Λιβάνιου για τη χριστιανή γυναίκα - «Βαβαί, οιαι παρά χριστιανοίς είσι γυναίκες» - στο πρόσωπο της μητέρας του Χρυσόστομου, της νεαρής χήρας με την εκπληκτική πιστότητα στη μοναδική αγά­πη της ζωής της καί την ολοκληρωτική της αφοσίωση στην αγωγή του υπέροχου γιου της. Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρου­σα λεπτομέρεια!
Καί οι τρεις τους, εξαίρετα πνεύματα, ήταν δεκτικοί, ευάγωγοι ως παιδιά καί νέοι στα άφορώντα τη σχέση τους με τη χριστιανική Αλήθεια καί ζωή!Την Ιδια εποχή στην Εκκλησία του Χρίστου πού παροικεί στη Δύση μια άλλη χριστιανή, ή Μόνικα - χήρεψε κι αυτή νέα -σήκωσε με ανάλογη προς την Ανθούσα πιστότητα το σταυρό της χηρείας της, καί επέδειξε αντίστοιχη αφοσίωση στήν άγωγη του επίσης εξαίρετου στο πνεύμα γιου της, Αύγουστίνου.
 Μα αυτός, παρά τη σφοδρή επιθυμία καί μεγάλη προσπάθεια της, έδειξε απροθυμία, αδιαφορία για τα άφορώντα τη χριστια­νική Αλήθεια καί ζωή.Καί το χειρότερο, τράβηξε κατά την αντί­περα όχθη, έπεσε σε υπαρξιακό αδιέξοδο, έζησε βίο άστατο, παραδόθηκε σε εξάρτηση αισθησιακή!


 Καί κείνη έγκαρτέρησε, όχι μια δυο μέρες, ένα ή δύο μήνες, ούτε ένα δυο αλλά δεκαέξι ολόκληρα χρόνια σε μαρτύριο δα­κρύων, δακρύων πού τα γόνατα της μεταποιούσαν σε σταλαγ­ματιές θερμής προσευχής! Καί ελεήθηκε από το Θεό, ευλογή­θηκε από την Αγάπη Του με την ευτυχία να δει το γιο της χρι­στιανό! Κι αργότερα Επίσκοπο Ίππώνος καί κορυφαίο Πατέρα ιδιαίτερα της Δυτικής Εκκλησίας!Δε θα την πω πιο αξιοθαύμαστη από τις μητέρες των Τριών Ιεραρχών.
Κρίση σε προσωπικούς σταυρούς δεν χωρεί! Ό Θε­ός γνωρίζει λογισμούς καί διαλογισμούς, διαθέσεις της καρδιάς καί ή Αγάπη Του κρίνει! Θα την πω όμως πιο μαρτυρική! Καί θα διερωτηθώ, τί άραγε θα αναφωνούσε ό Λιβάνιος, αν την είχε κι αυτήν γνωρίσει! Άλλα καί θα προτείνω την προσέγγιση της ιερής μορφής της πού ακολουθεί, ένα μικρό σταχυολόγημα από τα «εκ βαθέων» -«Εξομολογήσεις»- του τελικά λα­μπρού γιου της. Γιατί ή περίπτωση της ενδιαφέρει όχι λίγες μη­τέρες πού σηκώνουν σήμερα ανάλογους σταυρούς
Ήταν χριστιανή με πληρότητα και νόημα! «Ή μητέρα μου δεν αγαπούσε το Θεό από υπακοή στους γονείς της, μάλλον υπάκουε σ' αυτούς από αγάπη σ' Εκείνον», γράφει ό Αυγουστίνος. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αληθι­νή πίστη ως προσωπική αγάπη του Θεού - το «πνεύμα πού ζωοποιεί» - καί την πίστη τυπικό χρέος ή καθήκον - «το γράμμα πού σκοτώνει»Όση άναμεσα σε ελευθερία καί δουλεία-έξάρτηση! «Ό Θεός την είχε στολίσει με εξωτερική, πιο πολύ εσω­τερική ομορφιά, αυτή πού της έδινε τη χάρη ζωντανής μαρ­τυρίας της αλήθειας του...»
, συνεχίζει με τρυφερό κι ανθρώ­πινο θαυμασμό. Ή χριστιανή μάνα δεν είναι ιερότητα παγερή, στεγνή! Ή ομορφιά κι ή χάρη της, θεία δώρα κι αυτά ασκούν ύπαρκτική γοητεία στο παιδί, αν καρπώνονται στο μέσα, της ψυχής το κάλλος. Αυτό προέχει, ενώ ή απουσία του δημιουρ­γεί επικίνδυνο κενό!

«Παντρεύτηκε τον ειδωλολάτρη πατέρα μου, άνθρωπο οξύθυμο μα αγαθό, του αφοσιώθηκε σαν στο Χριστό... Αντι­μετώπισε με σεβασμό την άλλη πίστη του, δεν επέτρεψε να γίνει το θέμα αυτό αφορμή φιλονικίας μεταξύ τους... Δεν αντιδρούσε με λόγια ή έργα σε ώρα οργής, αλλά την κατάλ­ληλη στιγμή με αγάπη καί λεπτότητα εξηγούσε το λάθος... Δεν έλεγε ούτε μετέφερε λόγο κακό, δεν υποδαύλιζε διχό­νοιες, υποβοηθούσε τη συμφιλίωση, την ειρήνη... Προσευ­χόταν νύχτα καί μέρα, εκκλησιαζόταν τακτικά, τιμούσε τους λειτουργούς της Εκκλησίας, πρόσεχε την ελεημοσύνη... Κέρδισε έτσι γρήγορα την αγάπη, την τρυφερότητα, το σεβα­σμό του πατέρα μου καί τον ίδιο στη χριστιανική πίστη»!«Αυτά συνέβησαν γιατί είχε Εσένα επιστήθιο φίλο καί δι­δάσκαλο στο σχολείο της ψυχής», εξηγεί ό Αυγουστίνος καί προσθέτει ότι ή επιστροφή του πατέρα του είναι «το πρώτο δώρο του Θεού στη μητέρα μου, ό αρραβώνας της δικής μου επιστροφής, πού όμως επρόκειτο να αργήσει»! Με το τελευ-ταίο ρίχνει τη γέφυρα πού μας περνά από τη Μόνικα αληθινή χριστιανή σύζυγο τή Μόνικα αληθινή χριστιανή μητέρα, στην περιπέτεια της δικής του αποστασίας καί επιστροφής.

Και είναι μια μεγάλη αποστασία ή πρώτη φάση της ζωής του. «Ή μητέρα μας ανάθρεψε γεννώντας μας με ώδίνες τοκετού κάθε φορά πού έβλεπε να ξεμακραίνουμε από Σένα...», γράφει για τη χριστιανική αγωγή της μητέρας του στα τρία παιδιά της.
 Για τον εαυτό του ειδικά προσθέτει: «Από την τρυφερή ηλικία είχα ακούσματα για την αιώνια ζωή. Η μητέ­ρα με σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τη στιγμή που μ' έβγαλε άπ' την κοιλιά της. Με πότισε την Αλήθεια του Θεού με το μητρικό της γάλα... Μικρό παιδί κι εγώ, πρίν Σέ γνωρί­σω, σε Σένα εύρισκα στήριγμα καί καταφυγή όταν με μάλω­ναν οι γονείς ή οϊ δάσκαλοι μου...Αρρώστησα βαριά καί ζήτησα με λαχτάρα να βαφτιστώ... Ή μητέρα με μύησε στο Μυστήριο της λυτρώσεως, μου έμα­θε την ομολογία που έπρεπε να απαγγείλω... Καλυτέρεψε όμως ή υγεία μου κι ανέβαλα τη βάφτιση μου. Νικήθηκα από την ιδέα πώς θα ξαναπέσω στην αμαρτία... Ή μήπως καί πήρα αυτή την απόφαση για να είμαι ελεύθερος να την απο­λαύσω»!
Καί με την εμπειρία της επιστροφής πια την ώρα αυτού του «εκ βαθέων» του παρατηρεί: «Ίσως το επέτρεψε ό Θεός για να δώσει στην αγνή καρδιά της μητέρας μου τη χα­ρά να κυοφορήσει μακροχρόνια κι επώδυνα τη σωτηρία μου»!Η περιπέτεια της αποστασίας αρχίζει στην Καρχηδόνα, όπου σπουδάζει Φιλολογία καί Ρητορική. Πρωτεύει στις σπουδές, καμαρώνει γι' αυτό, το... εξαργυρώνει με ερωτικές κατακτήσεις! «Αφέθηκα γρήγορα να γίνω έρμαιο φοβερών παθών καί ηδονών...
Δε ντρεπόμουν να μπλέκομαι σε περι­πέτειες επιπόλαιων ερώτων... Είχα υποδουλωθεί στη φρε­ναπάτη της ήδονοθηρίας, που ή ανθρώπινη άναισχυντία θε­ωρεί καί προβάλλει ως ελευθερία! Με πυρπολούσε ό πόθος τοϋ έρωτα... Το ν'αγαπώ καί ν'αγαπιέμαι μου ήταν πιο γλυ­κό, όταν απολάμβανα το κορμί του άγαπώμενου προσώπου»!"Ομολογίες ρεαλιστικές αλλά αφοπλιστικά ειλικρινείς σε θέμα πού ή εποχή μας απομυθοποιεί καί είδωλοποιεί συνάμα. «Ή μητέρα μου, αυτή ή ταπεινή δούλη του Θεού, που ή καρ­διά της ήταν εκκλησιά, αληθινή κατοικία του Κυρίου, αγωνιά, τρομάζει με το δρόμο πού πήρα...
 Με συμβουλεύει... μα δε δίνω την παραμικρή προσοχή... Θεωρώ τίς συμβουλές της απλοϊκές γυναικείες παραινέσεις»! Είναι ή ώρα της μεγάλης φωτιάς, ή ώρα πού ήδονοθήρας αυτός, δε θεωρεί την υπόθε­ση φρεναπάτη, αλλά... ελευθερία. Δεν του περνάει από το νου ότι το τελευταίο δείχνει σαν «φύλλο συκής» της ανθρώπινης άναισχυντίας.
Διαβάζει τότε Κικέρωνα, διαβάζει καί Γραφή, μα καταφεύ­γει στην αίρεση των Μανιχαίων! Δεν αργεί βέβαια να διαπι­στώσει ότι πρόκειται «για ανθρώπους, υπερφίαλους, κενόδοξους, φλύαρους, σαρκικούς. Ανθρώπους πού φώναζαν συ­νεχώς, "ή αλήθεια", "ή αλήθεια", μα δεν είχαν μιαν αλήθεια για Σένα, παρά μονάχα πλάνη»!
Ωστόσο τους ακολουθεί με πάθος. Γι' αυτό ή αγωνία της μητέρας του κορυφώνεται, μα ή αγάπη της τη φέρνει κοντά του. «Ή μητέρα μου έχυσε εκείνη την περίοδο για μένα δάκρυα πιο πολλά από όσα χύνουν οί μανάδες μπρος στα νεκρά παιδιά τους... Με την πίστη της με έβλεπε σαν νεκρό... Αλλά ή αγάπη της πότιζε τώρα με πιο πολλά δάκρυα προσευχών το χώμα!
 Αύτη την ξανάφερε κο­ντά μου καί με μήνυμα θεϊκό, παράθυρο ελπίδας»!Παράθυρο ελπίδας από ένα όνειρο, όπου νεανίας γοητευ­τικός, παρότι την έβλεπε σε τόση θλίψη, χαμογελούσε καί της έλεγε: «Ηρέμησε, κοίταξε καί δες, όπου στέκεσαι εσύ, στέ­κεται καί ό γιος σου»! Καί κοίταξε καί βεβαιώθηκε, ήταν αλή­θεια. «Καί είχε τη δύναμη να ζει το όνειρο σαν τη χαρά της δικής μου επιστροφής, πού θα αργούσε πολύ ακόμα!
Γιατί στα εννιά χρόνια πού ακολούθησαν κυλίστηκα σε βόρβορου βάραθρα, βυθίστηκα σε άβυσσο ψεύδους. Πάλευα βέβαια να βγω, αλλά βούλιαζα πιο βαθιά ακόμα»!Το ευτύχημα όμως είναι, «ότι όλα αυτά τα χρόνια ή ευσε­βής καί εγκρατής χήρα μητέρα μου τρέφεται με την ελπίδα του ονείρου της! "Οτι δεν σταματά τους ποταμούς των δα­κρύων, τους στεναγμούς της καρδίας στις ατέλειωτες ώρες των προσευχών της για μένα»!

Και το ανθρώπινο παράπονο στο Θεό! «Εσύ άκουγες τίς παρακλήσεις της, μα άφηνες να κυλιέμαι σε βόρβορο, να παραδέρνω σε χάος... Να είμαιπλανώμενος καί πλανών, πα­ρασυρόμενος καί παρασύρων». Τόσο πού σοφός Επίσκοπος, δε δεχόταν να του μιλήσει παρά τίς θερμές παρακλήσεις της μητέρας του. «Είναι ισχυρογνώμων, εγωιστής, πνεύμα άντιλογίας, παθιασμένος αιρετικός. Άσ' τον ελεύθερο, της είχε πει, αλλά μη σταματήσεις τίς προσευχές σου, κάποτε θα κα­ταλάβει»! Εκείνη επέμενε να παρακαλεί καί αυτός της είπε: «Πήγαινε στην ειρήνη του Θεού. Καί πίστεψε αυτό πού θα σου πω, ό Θεός δεν θα αφήσει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων»!
Μήνυμα αιώνιο αυτό για κάθε αληθινή μητέρα! Μετά την Καρχηδόνα ιδρύει καί στη Ρώμη δική του Ρητορι­κή Σχολή. Εκεί ξεκόβει από τους Μανιχαίους, αλλά δεν έρχε­ται στην πίστη. Αρρωσταίνει πάλι βαριά καί ή μητέρα εντείνει τίς προσευχές της. Ό Θεός δεν έχει σχέδιο να τον πάρει πρίν αναγεννηθεί, να«καταφέρει πλήγμα θανατερό στην ψυχή αυτής της Άγιας Γυναίκας».
Γίνεται καλά κι έρχεται καί ιδρύ­ει νέα Ρητορική Σχολή στο Μιλάνο. Κορυφαία μορφή εδώ ό "Αγιος Αμβρόσιος, «ψυχή εκλεκτή, ευσεβής δούλος του Θεού, γνωστός σε όλο τον κόσμο. Τον αγαπώ, όχι όμως ως δάσκαλο της αλήθειας του Χριστού, έχω χάσει πια κάθε ελπί­δα σωτηρίας. Τον αγαπώ ως άνθρωπο πού με έχει συμπαθή­σει».
Αυτή είναι ή κορύφωση της τραγωδίας του! Είναι πια πλάι σε μεγάλη πηγή «ύδατος ζώντος»! Άλλα δε νιώθει δίψα έλαφιού «επί τάς πηγάς των υδάτων»,δεν αισθάνεται την ανάγκη ν' αντλήσει «ύδωρ άλλόμενον εις ζωήν αϊώνιον»! Ή μητέρα σπεύδει, από την Αφρική στο Μιλάνο. Χαίρεται πού μαθαίνει πώς ξέκοψε από το Μανιχάίσμό.
«Δεν είχα βρεί την αλήθεια ακόμα, όμως είχα απομακρυνθεί από το ψέμα»! Ωστόσο λυπάται πού οϋτε ένας Αμβρόσιος δεν είχε αγγίξει καμιά χορ­δή τήςς ψυχής του. Γνωρίζεται, συζητεί με τον "Αγιο, «διπλα­σιάζει τα δάκρυα καί τίς προσευχές της για μένα».

Ό Αυγουστίνος καί τότε ακόμα δείχνει να γλιστρά πιο πέ­ρα. Μετά από ένα μικρό διάστημα στην αστρολογία, καταφεύγει στο νεοπλατωνισμό, ένα φιλοσοφικό σύστημα της μόδας εκείνα τα χρόνια καί ζει κοινοβιακά με κάποιους φίλους. Πα­ράλληλα όμως δεν τον αφήνουν αδιάφορο ακούσματα για επι­στροφές στην πίστη κάποιων νομομαθών, γοητεύεται από το βίο του Άγιου Αντωνίου, διαβάζει την Αγία Γραφή πιο προσε­κτικά.
Ηταν φανερό: το δίχτυ της Αγάπης του Θεού απλωνό­ταν πια για τα καλά πάνω άπ' τη ζωή του, ή αναγέννηση «εξ ύδατος καί πνεύματος» ερχόταν.Καί ήρθε, σε κείνο τον περίπατο, τότε πού περνούσαν μπρος άπ' τα μάτια του ταινία κινηματογραφική τα κρίματά του. Τότε πού εκείνο το ρίγος της μετάνοιας ένιωσε να διαπερνά καί το κορμί του. Αυτό πού είχε κατεργαστεί τα κρίματά της ψυχής του δεκαέξι τόσα χρόνια! Τότε πού ή παιδική φωνή τρα­γουδούσε κι έψαλλε το λυτρωτικό:Tolle et lege'', «άνοιξε καί διάβασε». Τότε πού το βλέμμα του συλλάβισε τον σωτήριο στί­χο: «Ως εν ήμερα εύσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις καί μέθαις, μη κοίταις καί άσελγείαις, μη έριδι καί ζήλω...» (Ρωμ. 14,13). Τότε πού στο τέλος της ανάγνωσης είχαν αλλά­ξει όλα! Είχε αρχίσει το «ένδύσασθε τον Κύριον Ίησούν Χριστόν», είχε γλυκοχαράξει ή ανατολή ενός νέου κόσμου!Καί ή μητέρα ευχαριστούσε το Θεό: «Μου έδωσε ό,τι του ζητήσαμε το παραπάνω»!
'Έλεγε το δικό της«νυν απολύεις»! «"Ωρα να φύγω πια από αυτόν εδώ τον κόσμο»'Τό όνειρο της ελπίδας κι ό λόγος του Επίσκοπου ήταν ψηλαφητή αλήθεια. Ό γιος της ήταν πια «στον δικό της τόπο», «ό Θεός δεν είχε αφή­σει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων». Καί όχι μόνο, αλλά καί το ανέδειξε Μεγάλο δικό Του, Μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, με παρουσία αγάπης καί γραφή στη Δύση ανάλογη με κείνη πού αξίωσε στην Ανατολή τους Τρεις Ιεράρχες. Η  Αγία Μόνικα, ή μητέρα του Αγίου Αυγουστίνου, είχε με­
γάλο πρόβλημα με το γιο της, σταυρό βαρύ, ασήκωτο. Το πέρασε όμως άπό μαρτύριο δακρύων, από στεναγμούς καρ­δίας, στα γόνατα ώρες ατέλειωτες δεκάξι τόσα χρόνια. Καί ή απάντηση του Θεού ήρθε! Το υπόδειγμα λέει κάτι ελπιδοφόρο.Σέ πολλές σημερινές μητέρες.

Tuesday, December 25, 2012

Μητέρα




Έλεγε ο γέρων Παίσιος.

Η γυναίκα όταν είναι έγκυος πρέπει να είναι ήρεμη, να διαβάζει το Ευαγγέλιο, να προσεύχεται, να λέει την ευχή.

Έτσι αγιάζεται και το παιδί.
Από τώρα αρχίζει η ανατροφή του παιδιού.
Να προσέχεις να μην στεναχωρείς την έγκυο για κανένα λόγο.



Γεροντα Παισιος

Μία μητέρα που ήξερε να δακρύζει και να γονατίζει!




Η συμβολή των μητέρων των Τριών Ιεραρχών, Έμμέλειας του Μ. Βασιλείου, Νόνας του Γρηγορίου του Ναζιανζηνοϋ καί Άνθούσας Ιωάννη του Χρυσόστομουστην ανάδειξη αυτών των Μεγάλων Πατέρων καί Οίκουμενικών Διδασκάλων της Εκκλησίας υπήρξε αποφασιστική.

Καί είναι δίκαιος ό θαυμασμός του εθνικού ρήτορα Λιβάνιου για τη χριστιανή γυναίκα - «Βαβαί, οιαι παρά χριστιανοίς είσι γυναίκες» - στο πρόσωπο της μητέρας του Χρυσόστομου, της νεαρής χήρας με την εκπληκτική πιστότητα στη μοναδική αγά­πη της ζωής της καί την ολοκληρωτική της αφοσίωση στην αγωγή του υπέροχου γιου της.
Υπάρχει όμως μια ενδιαφέρου­σα λεπτομέρεια! Καί οι τρεις τους, εξαίρετα πνεύματα, ήταν δεκτικοί, εύάγωγοι ως παιδιά καί νέοι στα άφορώντα τη σχέση τους με τη χριστιανική Αλήθεια καί ζωή!
Την Ιδια εποχή στην Εκκλησία του Χρίστου πού παροικεί στη Δύση μια άλλη χριστιανή, ή Μόνικα - χήρεψε κι αυτή νέα -σήκωσε με ανάλογη προς την Ανθούσα πιστότητα το σταυρό της χηρείας της, καί επέδειξε άντόστοιχη αφοσίωση στήν άγωγη του επίσης εξαίρετου στο πνεύμα γιου της, Αύγουστίνου.
Μα αυτός, παρά τη σφοδρή επιθυμία καί μεγάλη προσπάθεια της, έδειξε απροθυμία, αδιαφορία για τα άφορώντα τη χριστια­νική Αλήθεια καί ζωή.Καί το χειρότερο, τράβηξε κατά την αντί­περα όχθη, έπεσε σε υπαρξιακό αδιέξοδο, έζησε βίο άστατο, παραδόθηκε σε εξάρτηση αισθησιακή!
Καί κείνη έγκαρτέρησε, όχι μια δυο μέρες, ένα ή δύο μήνες, ούτε ένα δυο αλλά δεκαέξι ολόκληρα χρόνια σε μαρτύριο δα­κρύων, δακρύων πού τα γόνατα της μεταποιούσαν σε σταλαγ­ματιές θερμής προσευχής! Καί ελεήθηκε από το Θεό, ευλογή­θηκε από την Αγάπη Του με την ευτυχία να δει το γιο της χρι­στιανό! Κι αργότερα Επίσκοπο Ίππώνος καί κορυφαίο Πατέρα ιδιαίτερα της Δυτικής Εκκλησίας!
Δε θα την πω πιο αξιοθαύμαστη από τις μητέρες των Τριών Ιεραρχών. Κρίση σε προσωπικούς σταυρούς δεν χωρεί! Ό Θε­ός γνωρίζει λογισμούς καί διαλογισμούς, διαθέσεις της καρδιάς καί ή Αγάπη Του κρίνει! Θα την πω όμως πιο μαρτυρική! Καί θα διερωτηθώ, τί άραγε θα αναφωνούσε ό Λιβάνιος, αν την είχε κι αυτήν γνωρίσει! Άλλα καί θα προτείνω την προσέγγιση της ιερής μορφής της πού ακολουθεί, ένα μικρό σταχυολόγημα από τα «εκ βαθέων» -«Εξομολογήσεις»- του τελικά λα­μπρού γιου της. Γιατί ή περίπτωση της ενδιαφέρει όχι λίγες μη­τέρες πού σηκώνουν σήμερα ανάλογους σταυρούς.(Διαβάστε την ενδιαφέρουσα συνέχεια)

Ήταν χριστιανή με πληρότητα και νόημα! «Ή μητέρα μου δεν αγαπούσε το Θεό από υπακοή στους γονείς της, μάλλον υπάκουε σ' αυτούς από αγάπη σ' Εκείνον», γράφει ό Αυγουστίνος. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην αληθι­νή πίστη ως προσωπική αγάπη του Θεού - το «πνεύμα πού ζωοποιεί» - καί την πίστη τυπικό χρέος ή καθήκον - «το γράμμα πού σκοτώνει»Όση άναμεσα σε ελευθερία καί δουλεία-έξάρτηση! «Ό Θεός την είχε στολίσει με εξωτερική, πιο πολύ εσω­τερική ομορφιά, αυτή πού της έδινε τη χάρη ζωντανής μαρ­τυρίας της αλήθειας του...», συνεχίζει με τρυφερό κι ανθρώ­πινο θαυμασμό. Ή χριστιανή μάνα δεν είναι ιερότητα παγερή, στεγνή! Ή ομορφιά κι ή χάρη της, θεία δώρα κι αυτά ασκούν ύπαρκτική γοητεία στο παιδί, αν καρπώνονται στο μέσα, της ψυχής το κάλλος. Αυτό προέχει, ενώ ή απουσία του δημιουρ­γεί επικίνδυνο κενό!

«Παντρεύτηκε τον ειδωλολάτρη πατέρα μου, άνθρωπο οξύθυμο μα αγαθό, του αφοσιώθηκε σαν στο Χριστό... Αντι­μετώπισε με σεβασμό την άλλη πίστη του, δεν επέτρεψε να γίνει το θέμα αυτό αφορμή φιλονικίας μεταξύ τους... Δεν αντιδρούσε με λόγια ή έργα σε ώρα οργής, αλλά την κατάλ­ληλη στιγμή με αγάπη καί λεπτότητα εξηγούσε το λάθος... Δεν έλεγε ούτε μετέφερε λόγο κακό, δεν υποδαύλιζε διχό­νοιες, υποβοηθούσε τη συμφιλίωση, την ειρήνη... Προσευ­χόταν νύχτα καί μέρα, εκκλησιαζόταν τακτικά, τιμούσε τους λειτουργούς της Εκκλησίας, πρόσεχε την ελεημοσύνη... Κέρδισε έτσι γρήγορα την αγάπη, την τρυφερότητα, το σεβα­σμό του πατέρα μου καί τον ίδιο στη χριστιανική πίστη»!«Αυτά συνέβησαν γιατί είχε Εσένα επιστήθιο φίλο καί δι­δάσκαλο στο σχολείο της ψυχής», εξηγεί ό Αυγουστίνος καί προσθέτει ότι ή επιστροφή του πατέρα του είναι «το πρώτο δώρο του Θεού στη μητέρα μου, ό αρραβώνας της δικής μου επιστροφής, πού όμως επρόκειτο να αργήσει»! Με το τελευ-ταίο ρίχνει τη γέφυρα πού μας περνά από τη Μόνικα αληθινή χριστιανή σύζυγο τή Μόνικα αληθινή χριστιανή μητέρα, στην περιπέτεια της δικής του αποστασίας καί επιστροφής.

Και είναι μια μεγάλη αποστασία ή πρώτη φάση της ζωής του. «Ή μητέρα μας ανάθρεψε γεννώντας μας με ώδίνες τοκετού κάθε φορά πού έβλεπε να ξεμακραίνουμε από Σένα...», γράφει για τη χριστιανική αγωγή της μητέρας του στα τρία παιδιά της. Για τον εαυτό του ειδικά προσθέτει: «Από την τρυφερή ηλικία είχα ακούσματα για την αιώνια ζωή. Η μητέ­ρα με σφράγισε με το σημείο του Σταυρού τη στιγμή που μ' έβγαλε άπ' την κοιλιά της. Με πότισε την Αλήθεια του Θεού με το μητρικό της γάλα... Μικρό παιδί κι εγώ, πρίν Σέ γνωρί­σω, σε Σένα εύρισκα στήριγμα καί καταφυγή όταν με μάλω­ναν οι γονείς ή οϊ δάσκαλοι μου...Αρρώστησα βαριά καί ζήτησα με λαχτάρα να βαφτιστώ... Ή μητέρα με μύησε στο Μυστήριο της λυτρώσεως, μου έμα­θε την ομολογία που έπρεπε να απαγγείλω... Καλυτέρεψε όμως ή υγεία μου κι ανέβαλα τη βάφτιση μου.

Νικήθηκα από την ιδέα πώς θα ξαναπέσω στην αμαρτία... Ή μήπως καί πήρα αυτή την απόφαση για να είμαι ελεύθερος να την απο­λαύσω»! Καί με την εμπειρία της επιστροφής πια την ώρα αυτού του «εκ βαθέων» του παρατηρεί: «Ίσως το επέτρεψε ό Θεός για να δώσει στην αγνή καρδιά της μητέρας μου τη χα­ρά να κυοφορήσει μακροχρόνια κι επώδυνα τη σωτηρία μου»!Η περιπέτεια της αποστασίας αρχίζει στην Καρχηδόνα, όπου σπουδάζει Φιλολογία καί Ρητορική.
Πρωτεύει στις σπουδές, καμαρώνει γι' αυτό, το... εξαργυρώνει με ερωτικές κατακτήσεις! «Αφέθηκα γρήγορα να γίνω έρμαιο φοβερών παθών καί ηδονών... Δε ντρεπόμουν να μπλέκομαι σε περι­πέτειες επιπόλαιων ερώτων... Είχα υποδουλωθεί στη φρε­ναπάτη της ήδονοθηρίας, που ή ανθρώπινη άναισχυντία θε­ωρεί καί προβάλλει ως ελευθερία! Με πυρπολούσε ό πόθος τοϋ έρωτα... Το ν'αγαπώ καί ν'αγαπιέμαι μου ήταν πιο γλυ­κό, όταν απολάμβανα το κορμί του άγαπώμενου προσώπου»!"Ομολογίες ρεαλιστικές αλλά αφοπλιστικά ειλικρινείς σε θέμα πού ή εποχή μας απομυθοποιεί καί είδωλοποιεί συνάμα. «Ή μητέρα μου, αυτή ή ταπεινή δούλη του Θεού, που ή καρ­διά της ήταν εκκλησιά, αληθινή κατοικία του Κυρίου, αγωνιά, τρομάζει με το δρόμο πού πήρα... Με συμβουλεύει... μα δε δίνω την παραμικρή προσοχή... Θεωρώ τίς συμβουλές της απλοϊκές γυναικείες παραινέσεις»! Είναι ή ώρα της μεγάλης φωτιάς, ή ώρα πού ήδονοθήρας αυτός, δε θεωρεί την υπόθε­ση φρεναπάτη, αλλά... ελευθερία.
Δεν του περνάει από το νου ότι το τελευταίο δείχνει σαν «φύλλο συκής» της ανθρώπινης άναισχυντίας.Διαβάζει τότε Κικέρωνα, διαβάζει καί Γραφή, μα καταφεύ­γει στην αίρεση των Μανιχαίων! Δεν αργεί βέβαια να διαπι­στώσει ότι πρόκειται «για ανθρώπους, υπερφίαλους, κενόδοξους, φλύαρους, σαρκικούς. Ανθρώπους πού φώναζαν συ­νεχώς, "ή αλήθεια", "ή αλήθεια", μα δεν είχαν μιαν αλήθεια για Σένα, παρά μονάχα πλάνη»! Ωστόσο τους ακολουθεί με πάθος. Γι' αυτό ή αγωνία της μητέρας του κορυφώνεται, μα ή αγάπη της τη φέρνει κοντά του. «Ή μητέρα μου έχυσε εκείνη την περίοδο για μένα δάκρυα πιο πολλά από όσα χύνουν οί μανάδες μπρος στα νεκρά παιδιά τους... Με την πίστη της με έβλεπε σαν νεκρό... Αλλά ή αγάπη της πότιζε τώρα με πιο πολλά δάκρυα προσευχών το χώμα! Αύτη την ξανάφερε κο­ντά μου καί με μήνυμα θεϊκό, παράθυρο ελπίδας»!
c-portail.jpg
Παράθυρο ελπίδας από ένα όνειρο, όπου νεανίας γοητευ­τικός, παρότι την έβλεπε σε τόση θλίψη, χαμογελούσε καί της έλεγε: «Ηρέμησε, κοίταξε καί δες, όπου στέκεσαι εσύ, στέ­κεται καί ό γιος σου»! Καί κοίταξε καί βεβαιώθηκε, ήταν αλή­θεια. «Καί είχε τη δύναμη να ζει το όνειρο σαν τη χαρά της δικής μου επιστροφής, πού θα αργούσε πολύ ακόμα! Γιατί στα εννιά χρόνια πού ακολούθησαν κυλίστηκα σε βόρβορου βάραθρα, βυθίστηκα σε άβυσσο ψεύδους. Πάλευα βέβαια να βγω, αλλά βούλιαζα πιο βαθιά ακόμα»!
Το ευτύχημα όμως είναι, «ότι όλα αυτά τα χρόνια ή ευσε­βής καί εγκρατής χήρα μητέρα μου τρέφεται με την ελπίδα του ονείρου της! "Οτι δεν σταματά τους ποταμούς των δα­κρύων, τους στεναγμούς της καρδίας στις ατέλειωτες ώρες των προσευχών της για μένα»!

Και το ανθρώπινο παράπονο στο Θεό! «Εσύ άκουγες τίς παρακλήσεις της, μα άφηνες να κυλιέμαι σε βόρβορο, να παραδέρνω σε χάος... Να είμαιπλανώμενος καί πλανών, πα­ρασυρόμενος καί παρασύρων». Τόσο πού σοφός Επίσκοπος, δε δεχόταν να του μιλήσει παρά τίς θερμές παρακλήσεις της μητέρας του. «Είναι ισχυρογνώμων, εγωιστής, πνεύμα άντιλογίας, παθιασμένος αιρετικός. Άσ' τον ελεύθερο, της είχε πει, αλλά μη σταματήσεις τίς προσευχές σου, κάποτε θα κα­ταλάβει»! Εκείνη επέμενε να παρακαλεί καί αυτός της είπε: «Πήγαινε στην ειρήνη του Θεού.

Καί πίστεψε αυτό πού θα σου πω, ό Θεός δεν θα αφήσει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων»!Μήνυμα αιώνιο αυτό για κάθε αληθινή μητέρα! Μετά την Καρχηδόνα ιδρύει καί στη Ρώμη δική του Ρητορι­κή Σχολή. Εκεί ξεκόβει από τους Μανιχαίους, αλλά δεν έρχε­ται στην πίστη. Αρρωσταίνει πάλι βαριά καί ή μητέρα εντείνει τίς προσευχές της. Ό Θεός δεν έχει σχέδιο να τον πάρει πρίν αναγεννηθεί, να«καταφέρει πλήγμα θανατερό στην ψυχή αυτής της Άγιας Γυναίκας».
Γίνεται καλά κι έρχεται καί ιδρύ­ει νέα Ρητορική Σχολή στο Μιλάνο. Κορυφαία μορφή εδώ ό "Αγιος Αμβρόσιος, «ψυχή εκλεκτή, ευσεβής δούλος του Θεού, γνωστός σε όλο τον κόσμο. Τον αγαπώ, όχι όμως ως δάσκαλο της αλήθειας του Χριστού, έχω χάσει πια κάθε ελπί­δα σωτηρίας. Τον αγαπώ ως άνθρωπο πού με έχει συμπαθή­σει».Αυτή είναι ή κορύφωση της τραγωδίας του! Είναι πια πλάι σε μεγάλη πηγή «ύδατος ζώντος»! Άλλα δε νιώθει δίψα έλαφιού «επί τάς πηγάς των υδάτων»,δεν αισθάνεται την ανάγκη ν' αντλήσει «ύδωρ άλλόμενον εις ζωήν αϊώνιον»! Ή μητέρα σπεύδει, από την Αφρική στο Μιλάνο. Χαίρεται πού μαθαίνει πώς ξέκοψε από το Μανιχάίσμό. «Δεν είχα βρεί την αλήθεια ακόμα, όμως είχα απομακρυνθεί από το ψέμα»! Ωστόσο λυπάται πού οϋτε ένας Αμβρόσιος δεν είχε αγγίξει καμιά χορ­δή τήςς ψυχής του. Γνωρίζεται, συζητεί με τον "Αγιο, «διπλα­σιάζει τα δάκρυα καί τίς προσευχές της για μένα».

Ό Αυγουστίνος καί τότε ακόμα δείχνει να γλιστρά πιο πέ­ρα. Μετά από ένα μικρό διάστημα στην αστρολογία, καταφεύγει στο νεοπλατωνισμό, ένα φιλοσοφικό σύστημα της μόδας εκείνα τα χρόνια καί ζει κοινοβιακά με κάποιους φίλους. Πα­ράλληλα όμως δεν τον αφήνουν αδιάφορο ακούσματα για επι­στροφές στην πίστη κάποιων νομομαθών, γοητεύεται από το βίο του Άγιου Αντωνίου, διαβάζει την Αγία Γραφή πιο προσε­κτικά.Ηταν φανερό: το δίχτυ της Αγάπης του Θεού απλωνό­ταν πια για τα καλά πάνω άπ' τη ζωή του, ή αναγέννηση «εξ ύδατος καί πνεύματος» ερχόταν.Καί ήρθε, σε κείνο τον περίπατο, τότε πού περνούσαν μπρος άπ' τα μάτια του ταινία κινηματογραφική τα κρίματά του.

Τότε πού εκείνο το ρίγος της μετάνοιας ένιωσε να διαπερνά καί το κορμί του. Αυτό πού είχε κατεργαστεί τα κρίματά της ψυχής του δεκαέξι τόσα χρόνια! Τότε πού ή παιδική φωνή τρα­γουδούσε κι έψαλλε το λυτρωτικό:Tolle et lege'', «άνοιξε καί διάβασε». Τότε πού το βλέμμα του συλλάβισε τον σωτήριο στί­χο: «Ως εν ήμερα εύσχημόνως περιπατήσωμεν, μη κώμοις καί μέθαις, μη κοίταις καί άσελγείαις, μη έριδι καί ζήλω...» (Ρωμ. 14,13). Τότε πού στο τέλος της ανάγνωσης είχαν αλλά­ξει όλα! Είχε αρχίσει το «ένδύσασθε τον Κύριον Ίησούν Χριστόν», είχε γλυκοχαράξει ή ανατολή ενός νέου κόσμου!Καί ή μητέρα ευχαριστούσε το Θεό: «Μου έδωσε ό,τι του ζητήσαμε το παραπάνω»!'Έλεγε το δικό της«νυν απολύεις»! «"Ωρα να φύγω πια από αυτόν εδώ τον κόσμο»'Τό όνειρο της ελπίδας κι ό λόγος του Επίσκοπου ήταν ψηλαφητή αλήθεια.
Ό γιος της ήταν πια «στον δικό της τόπο», «ό Θεός δεν είχε αφή­σει να χαθεί ένα παιδί τόσων δακρύων». Καί όχι μόνο, αλλά καί το ανέδειξε Μεγάλο δικό Του, Μεγάλο Πατέρα της Εκκλησίας, με παρουσία αγάπης καί γραφή στη Δύση ανάλογη με κείνη πού αξίωσε στην Ανατολή τους Τρεις Ιεράρχες. Η Αγία Μόνικα, ή μητέρα του Αγίου Αυγουστίνου, είχε με­γάλο πρόβλημα με το γιο της, σταυρό βαρύ, ασήκωτο. Το πέρασε όμως άπό μαρτύριο δακρύων, από στεναγμούς καρ­δίας, στα γόνατα ώρες ατέλειωτες δεκάξι τόσα χρόνια. Καί ή απάντηση του Θεού ήρθε! Το υπόδειγμα λέει κάτι ελπιδοφόρο.Σέ πολλές σημερινές μητέρες.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...