Showing posts with label Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού. Show all posts
Showing posts with label Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού. Show all posts

Wednesday, February 12, 2014

Η κάρα του αγιορείτου γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού



Η κάρα του αγιορείτου γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού και λείψανο του Αγίου Παντελεήμονος (;).

Η κάρα του αγιορείτου γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού (+1959) βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου του Μεγάλου στην Αριζόνα (περιοχή Φλόρανς) των ΗΠΑ. Η Ιερά Μονή ιδρύθηκε, ως γνωστόν, από τον γέροντα Εφραίμ Φιλοθεΐτη.


Ο Γέρων Εφραίμ Αριζόνας - Φιλοθεΐτης.





Ο αγιορείτης γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής (+1959).




Κάποτε, μας έλεγεν, από τους πολλούς πειρασμούς, την σωματικήν αδυναμίαν, την πτωχείαν, την καταφρόνησιν των ανθρώπων που τον φώναζαν πλανεμένον, είχε πολύ καταβληθή ηθικώς και βρισκόταν σε πολλήν σύγχυσιν και ακαταστασίαν λογισμών. Διότι ενίοτε η Χάρις κρύπτει την παρουσίαν Της, για να δοκιμασθή πραγματικά ο αγωνιστής. Έτσι ξεκίνησε να πάη εις τον πνευματικόν εις τον Άγιον Πέτρον νύκτα, κατά τας τρεις ή τέσσαρες η ώρα.



"Ήτο πανσέληνος, μας έλεγε, και είχα περάσει περίπου την μισήν απόστασιν, βάδιζα όμως πολύ αργά και ήμουν πολύ βαρυμένος που μου φαινόταν ότι είναι ζήτημα αν θα μπορέσω να φθάσω. Σε πολλά διαστήματα σταματούσα και πάλιν ξεκινούσα.

Σε ένα μέρος που είχα και πάλιν σταματήσει για να ξεκουρασθώ, σαν να άκουσα κάποιο κελάδημα ενός πουλιού και έστρεψα την προσοχήν μου. Ακροάσθηκα προσεκτικά και ακούω πάλιν να επαναλαμβάνεται ένα ωραιότατον και πρωτότυπον κελάδημα. Μου φάνηκε πως ήτο κοντά μου κάπου εκεί πιο μπροστά και βάδισα ολίγον να το πλησιάσω καλύτερα. Εκείνο επανελάμβανε πάλιν την φωνήν του, που μου φαινόταν όλο και περισσότερον γλυκύτερα και βάδισα ακόμη μπροστά, που νόμισα πως θα το ιδώ και σταμάτησα κοντά σε μια μεγάλη πέτρα που ήτο δίπλα εις τον δρόμον. Αυτό αμέσως άλλαξε την φωνήν του, που έγινε εκατονταπλασίως γλυκύτερα και μελωδική από πριν και ήλθα σε έκστασιν πλέον. Μου φάνηκε ότι βρέθηκα σε ένα ανηφορικό μέρος και βάδιζα σαν να ανέβαινα σε βουνό. Ήτο όμως το μέρος πολύ εξαίσιον και ομαλόν και πάλιν κίνησα με περισσοτέραν σπουδήν, γιατί νόμιζα ότι οπωσδήποτε θα το ιδώ. Όσο όμως προχωρούσα, τόσο μου φαινόταν πιο μπροστά και χωρίς να το καταλάβω ανέβηκα το μέρος εκείνο το ανηφορικόν. Δεν κοπίαζα όμως όταν βάδιζα, ούτε αισθανόμουν βάρος εις τον εαυτόν μου και μου φάνηκε ότι έφθασα εις το τέρμα, που ήτο σαν κορυφή και το κελάδημα ακουγόταν διαρκώς.

Μπροστά μου εκτεινόταν μια τεράστια πεδιάδα, που δεν ημπορούσα να την προσδιορίσω. Ήτο σαν θάλασσα γαληνότατη και γεμάτη φως, που ερχόταν από το κέντρον, όπου διεκρίνετο μία τεραστία πολιτεία και φαινόταν ότι από εκεί έβγαινε το φως, αλλά και η μελωδική εκείνη φωνή. Εγώ μη γνωρίζοντας ούτε πως βρέθηκα, ούτε τι ήτο αυτό, βάδιζα ασυναίσθητα προς τα εμπρός, που μου φαινόταν ότι ήτο ανατολικά, έχοντας σκοπόν να καταλάβω από που προέρχεται αυτή η γλυκύτατη ωδή. Όσο πλησίαζα φαινόταν τείχη υψηλά και έδειχναν ότι εκεί ήτο μεγάλη πόλις και από αυτήν έβγαινε το φως. Όταν πλησίασα κοντά με φόβον και έκπληξιν, εφάνη η είσοδος της πόλεως, μία τεραστία πόρτα που ήτο ανοικτή χωρίς να είναι κανένας εκεί. Πλησίασα καλά και στάθηκα μπροστά εις την τεραστίαν εκείνην είσοδον, αλλά δεν φαινόταν κανένας, ούτε εντός, ούτε εκτός που να μαρτυρή σημεία ζωής και παραμονής ανθρώπων, μόνον το πουλάκι που άκουγα από την αρχήν φαινόταν ότι ήτο μέσα εις την θαυμασίαν αυτήν πόλιν.

Όταν είδα ότι δεν είναι κανείς να με οδήγηση, μα ούτε και να με εμπόδιση, έκαμα τον σταυρόν μου και μπήκα από την θαυμαστήν και τεραστίαν εκείνην πόρταν. Όταν βρέθηκα εις το εσωτερικό, όλαι μου αι πρότερον εκπλήξεις και οι θαυμασμοί υπεχώρησαν εις το μεγαλείον εκείνο της όντως πόλεως του Θεού. Από τον θαυμασμόν μου δεν ημπορούσα να κινηθώ, μόνον έστρεφα το βλέμμα μου πότε εις το ένα και πότε εις το άλλο μέρος και εδόξαζα τα μεγαλεία του Θεού. Τότε ήλθεν εις τον νουν μου η περικοπή της θείας Αποκαλύψεως, όπου ο μακάριος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής περιγράφει την πόλιν του Θεού.

Όταν έβλεπα το τείχος εκείνο το φοβερόν, εθαύμαζα την τοσαύτην έκτασιν όπου εξετείνετο και την στιλπνότητα και στερεότητα της κατασκευής. Μα μήπως ημπορούσα ο δυστυχής να περιγράψω τα υπερφυσικά εκείνα πράγματα που ήσαν εκεί; Όπου να έστρεφα, εκείνο που έβλεπα με έφερνεν εις έκστασιν. Εις την μέσην ακριβώς και ψηλά εις το κενόν ήτο ένα είδος σαν τον χορόν που είναι εις τα μεγάλα καθολικά του Αγίου Όρους, κυκλικόν και πολύ μεγάλον, μα δεν απετελείτο από μέταλλον, όπως συνήθως, αλλά από πλήθος ωραιοτάτων και ωδικών πτηνών. Τόσον δε ωραία ήσαν εις τους χρωματισμούς και την θεωρίαν, που διερωτόμουν, άραγε να είναι αυτά πουλιά; Όταν κοίταζα προς αυτά, ανέβαιναν πιο ψηλά και κελαδούσαν όλα μελωδικότατα και αρμονικά τον ίδιον ύμνον και εις το μέσον τους ήτο σαν κέντρον το πουλάκι που άκουγα από την αρχήν. Δεν έλεγεν όμως αυτό το μέλος του ύμνου που έλεγαν τα πολλά, αλλά ένα άλλον είδος σαν χρόνον έκανε, όπως που κάνουν εις τους χορούς οι ισοκράτες, τόσον δε τυπώθηκε μέσα μου η φωνή του, που την θυμόμουν εις όλην μου την ζωήν.

Θαυμάζοντας πότε το μέγεθος της απέραντου εκείνης πόλεως και πότε τα ωραία εκείνα τείχη και υψηλά και άλλοτε την πολύχρωμον εκείνην σύνθεσιν του λαμπρότατου εκείνου δαπέδου, μου άρπαζε την προσοχήν το γλυκύτατον μέλος όπου έψαλαν τα αναρίθμητα εκείνα πουλάκια. Εκεί που εθαύμαζα όλα και απορούσα, πως δεν είναι εκεί κανένας άνθρωπος, σαν να άκουσα κάποιον κρότον ή μάλλον θόρυβον διερχομένων έξω από το τείχος. Έτρεξα αμέσως, γιατί νόμιζα ότι έπρεπε κάποιον να συναντήσω να μου εξηγήση όλα αυτά, μα δυστυχώς κανέναν δεν πρόλαβα, μόνον βρέθηκα έξω από το τείχος και βάδιζα όπως ανέβηκα για να κατεβώ. Δεν πήγαινα όμως από το ίδιο μέρος που ανέβηκα, γιατί έβλεπα άλλα πράγματα που δεν τα είχα ιδεί όταν ανέβαινα, άνθρωπον όμως δεν είδα κανέναν. Όταν πλησίασα εις το τέρμα εκείνης της κατωφερείας, είδα προς τα δεξιά σαν μια μεγάλην πεδιάδα καταπράσινην και με πολλά δροσερά δένδρα, που ήτο γεμάτη μικρά παιδάκια, άλλα μεγαλύτερα και άλλα μικρότερα, και έπαιζαν με πολλήν χαράν. Δεν τα πλησίασα όμως, ούτε και αυτά έδειξαν ενδιαφέρον για εμένα.

Βαδίζοντας προς τα εμπρός, όταν έφθασα εις την άκραν της πεδιάδος που μαρτυρούσε πως ήταν είσοδος, είδα να κάθεται υπό την σκιάν πανύψηλων δένδρων κάποιος ιεροπρεπής, που μέσα μου πληροφορούμουν ότι είναι ο πατριάρχης Αβραάμ. Όταν πλησίασα, πήγα κοντά του και του έβαλα μετάνοιαν και μου έδωσε ως ευλογίαν τρία κομματάκια άσπρο ψωμί, σαν τα δικά μας αντίδωρα και τα έσφιξα εις το χέρι μου θυμάμαι καλά. Όταν του έβαλα και πάλιν μετάνοιαν για να φύγω, με κοίταξε με καλοσύνην και στοργήν. Τότε μου φάνηκε ότι τελείωσε ο δρόμος μου και απορώντας πως βρέθηκα εδώ, ήλθα εις τον εαυτόν μου. Στάθηκα ακίνητος κάμποσην ώραν, μέχρις ότου συνέλθω και κατατοπισθώ τι μου συνέβη και το ένα μου χέρι το κρατούσα κλεισμένον σφικτά. Όταν θυμήθηκα γιατί το έσφιγγα, το άνοιξα μα δεν βρήκα τίποτα, μόνον και πάλιν συνέχισα να το κρατώ σφικτά. Όταν ήλθα καλά εις τας αισθήσεις μου, είδα ότι ήμουν ακουμπισμένος εις την πέτραν, όπως στάθηκα εις την αρχήν και η ώρα είχε προχωρήσει πολύ. Το κατάλαβα από το φεγγάρι, γιατί ενώ όταν στάθηκα εκεί δεν ήτο ακόμη ούτε εις το μεσουράνημα, τότε πλησίαζε εις την δύσιν. Κατόπιν γύρισα πίσω και δεν πήγα εις τον πνευματικόν".

Thursday, December 12, 2013

Ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν». ( Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού )




(Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού)

Και γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα χρειάζεται το “γνώθι σαυτόν”. Δηλαδή να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιος είσαι. Ποιός είσαι στ’ αλήθεια, όχι ποιός νομίζεις εσύ ότι είσαι. Με τη γνώση αυτή γίνεσαι ο σοφότερος των ανθρώπων. Με τέτοια επίγνωση έρχεσαι σε ταπείνωση και παίρνεις χάρη από τον Κύριο. Διαφορετικά αν δεν αποκτήσεις αυτογνωσία, αλλ’ υπολογίζεις μόνο τον κόπο σου, γνώριζε ότι πάντοτε θα βρίσκεσαι μακριά από το δρόμο. Διότι δεν λέει ο Προφήτης· “ίδε, Κύριε, τον κόπον μου”, αλλά “ίδε, λέγει, την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου”. Ο κόπος είναι για το σώμα, η ταπείνωση για τη ψυχή και πάλι τα δύο μαζί, κόπος και ταπείνωση, για όλον τον άνθρωπο.

Ποιός νίκησε το διάβολο; Αυτός που γνώρισε την ασθένειά του, τα πάθη και τα ελαττώματα, που έχει. Ο φοβούμενος να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτός βρίσκεται μακριά από τη γνώση· άλλο τίποτε δεν αγαπά παρά να βλέπει μόνο λάθη στους άλλους και να τους κρίνει. Αυτός δεν βλέπει στους άλλους χαρίσματα, αλλά μόνον ελαττώματα- δεν βλέπει στον εαυτό του ελαττώματα, παρά μόνο χαρίσματα. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό ελάττωμα των ανθρώπων του καιρού μας που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου. Ο ένας στερείται πολλά, μα οι πολλοί τα έχουν όλα. Αυτό που έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αυτό το αναγνωρίζουμε, υπάρχει πολλή ταπείνωση. Γιατί έτσι τιμάται και δοξάζεται ο Θεός, ο οποίος με πολλούς τρόπους στόλισε τους ανθρώπους και έκανε όλα τα δημιουργήματά του άνισα, δηλ. διαφορετικά. Όχι όπως προσπαθούν οι ασεβείς να φέρουν ισότητα ανατρέποντας την θεία Δημιουργία.



Ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».

Γι’ αυτό, παιδί μου, τώρα που είναι αρχή φρόντισε να γνωρίσεις καλά τον εαυτό σου, για να βάλεις θεμέλιο στερεό την ταπείνωση. Φρόντισε να μάθεις την υπακοή, να αποκτήσεις την ευχή. Γι’ αυτό πρώτα γνώριζε, παιδί μου, ότι κάθε αγαθό από το Θεό έχει την αρχή. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός που να μην έχει αιτία το Θεό, ούτε πονηρός που να μην έχει αιτία το Διάβολο. Ό,τι καλό λοιπόν διανοηθείς, πεις, κάνεις, όλα είναι της δωρεάς του Θεού. “Παν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι καταβαίνον”. Όλα είναι της δωρεάς του Θεού· δικό μας δεν έχουμε τίποτε.

Καθένας λοιπόν που επιθυμεί και ζητεί να λάβει τη χάρη, να του δώσει δωρεάν ο Θεός, πρέπει πρώτον να γνωρίσει καλά την ύπαρξή του, το “γνώθι σαυτόν”. Και αυτή είναι η όντως αλήθεια. Γιατί κάθε πράγμα έχει αρχή. Και αν δεν αρχίσεις καλά δεν θα έχεις τέλος καλό.

Και αρχή λοιπόν και αλήθεια είναι να γνωρίσει κανείς ότι είναι μηδέν – 0 – και εκ του μηδενός δημιουργήθηκαν τα πάντα. “Είπε και εγεννήθησαν ενετείλατο και εκτίσθησαν”. Είπε και έγινε γη. Και αφού πήρε πηλό έπλασε άνθρωπο. Άψυχο, άνουν ένα πήλινο άνθρωπο. Αυτή η ιδία σου ύπαρξη. Αυτό είμαστε όλοι μας. Χώμα και λάσπη. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα σ’ εκείνον που θέλει να λάβει, αλλά και να μένει διαπαντός η χάρη κοντά του. Απ’ αυτό αποκτά την επίγνωση και απ’ αυτό γεννιέται ταπείνωση. Όχι με λόγια μόνο, να ταπεινολογεί, αλλά στηριζόμενος στην πραγματικότητα λέει την αλήθεια: Είμαι χώμα, είμαι πηλός, είμαι λάσπη. Αυτή είναι η πρώτη μητέρα μας. Λοιπόν το χώμα πατιέται, και συ ως χώμα οφείλεις να πατηθείς. Είσαι λάσπη, δεν έχεις καμίαν αξία.

Σε πετούν εδώ και εκεί, σε κτίζουν από ένα σημείο σε άλλο σε χρησιμοποιούν ως άχρηστη ύλη.

Και λοιπόν σου «ενεφύσησεν» ο Δημιουργός και σου έδωσε πνεύμα ζωής. Και να, αμέσως έγινες ένας άνθρωπος λογικός. Ομιλείς, εργάζεσαι, γράφεις, διδάσκεις· έγινες ένα μηχάνημα του Θεού. Όμως μη λησμονείς ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβει το πνεύμα αυτός που σου το έδωσε, εσύ πάλι θα κτίζεσαι στα ντουβάρια.

Γι’ αυτό “μιμνήσκου τα έσχατά σου και ου μη αμαρτήσης εις τον αιώνα”.

Αυτή είναι η πρώτη αίτια, που όχι μόνον ελκύει τη χάρη, αλλά την πληθύνει και τη συγκρατεί. Αυτή ανεβάζει το νου στην πρώτη θεωρία της φύσεως. Και έξω απ’ αυτή την αρχή βρίσκει μεν κάτι λίγο, αλλά μετά από καιρό θα το χάσει. Γιατί δεν κτίζει σε έδαφος στερεό, αλλά προσπαθεί με τρόπους και τέχνη.

Λες λόγου χάριν είμαι αμαρτωλός! Αλλά εσωτερικά πιστεύεις ότι είσαι δίκαιος. Δεν μπορείς να αποφύγεις την πλάνη. Η χάρη θέλει να μείνει, αλλ’ επειδή ακόμη πρακτικά δεν έχεις βρει την αλήθεια, κατ’ ανάγκη πρέπει να φύγει. Γιατί αναμφίβολα θα πιστέψεις στο λογισμό σου ότι είσαι αυτό το οποίο δεν είσαι, και χωρίς άλλο θα πλανηθείς. Ως εκ τούτου δεν παραμένει η χάρη. Επειδή έχουμε τον αντίπαλο, που είναι τεχνίτης ισχυρός, είναι εφευρέτης κακών, και της κάθε πλάνης δημιουργός. Που αγρυπνεί πλάι μας. Που από φως έγινε σκότος και όλα τα γνωρίζει. Που είναι εχθρός του Θεού και ζητεί όλους να μας κάνει εχθρούς Του. Και εν τέλει είναι πνεύμα πονηρό και εύκολα αναμειγνύεται με το πνεύμα, που μας χάρισε ο Θεός, και παίρνει τη μηχανούλα μας και την κινεί όπως θέλει αυτός. Κοιτάζει, πού ρέπει η όρεξη της ψυχής, και με ποιό τρόπο τη βοηθά ο Θεός, και αμέσως σκέφτεται και εκείνος τα ίδια.

(«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος -αποσπάσματα σε νεοελληνική απόδοση.)

Thursday, November 22, 2012

Μοναχή Ευπραξία υποτακτική του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού

 

Ήταν παντρεμένη και είχε ένα παιδί τον Ιωάννη, τον οποίο άφησε μικρό και τελείως πτωχό στην μητέρα της για τον έρωτα του Χριστού.
Υπήρξε ευκατάστατη, είχε 4 σπίτια στην Κωνσταντινούπολη και θείο Αρχιμανδρίτη από τον οποίο κληρονόμησε Άγια Λείψανα που τα διαμοιράστηκαν αργότερα οι πατέρες της συνοδείας του Γέροντος Ιωσήφ.
Όταν ήλθαν στην Ελλάδα, μαζεύτηκαν και άλλες γυναίκες που είχαν μεγάλο ζήλο για τον Μοναχισμό και την ευχή και υπό την καθοδήγηση του Γέροντος Ιωσήφ έκαναν Μοναστήρι κυρίως από τα χρήματα της Γεροντίσσης Ευπραξίας αλλά και από άλλες στα μέρη της Θράκης (μεταξύ Ξάνθης και Κομοτηνής). Δυστυχώς υπήρχε μεταξύ τους αντιζηλία, φιλονικίες κτλ. και έβγαινε κάθε τόσο από το Άγιον Όρος ο Γέρων Ιωσήφ και τις βοηθούσε. Οι έξοδοι αυτές από το Όρος ήταν η αιτία να στενοχωριέται και να θλίβεται ο πατήρ Αρσένιος, διότι έπρεπε να βγαίνη και αυτός μαζί του και δεν ήθελε. Ήσαν «συμφωνηταί» – τους είχε διαβάσει Ιερέας – και δεν είχαν ευλογία να χωρίσουν ούτε ένα 24ωρο.


Αυτά έγιναν – δηλαδή το κτίσιμο της Μονής – μετά τα 8 χρόνια του πειρασμού του Γέροντος, όταν πια ήταν τελείως απαθής, σαν μικρό παιδί.
Οι Ιερείς όμως της ενορίας, κατηγόρησαν το Γέροντα για πολλά και μεταξύ αυτών και για ηθικά ζητήματα και του έκαναν δίκη, στην οποία δεν παρουσιάστηκε ο Γέροντας. Εν τω μεταξύ και ο κόσμος από απλότητα έκαναν υπερβολές π.χ. όταν τον έβλεπαν έλεγαν «ο Χριστός, ο Χριστός!» καθ’ όσον είχε γκριζογάλανα μάτια και ξανθά γενάκια κ.τ.λ.
Όταν κατάλαβε ο Γέροντας ότι δεν υπάρχει ωφέλεια, δεν ξαναπήγε στο Μοναστήρι. Αυτό συνέβη γύρω στο 1938. Οι αδελφές, μια γιατί δεν πήγαινε ο Γέροντας, μια γιατί τις κυνηγούσαν οι ιερείς της ενορίας, διαλύθηκαν. Όλες όμως κρατούσαν γερά στην Μοναχική παράδοση. Πολλές από αυτές αγίασαν. Δύο πήγαν στην Μονή της Παναγίας της Πευκοβουνογιατρίσσης στην Κερατέα (Ευφροσύνη, Φεβρωνία), άλλη ήταν η ΚλαιοΜαρία του Περισσού. Η Γερόντισσα Ευπραξία πήγε στη Θεσσαλονίκη και έμενε πολύ φτωχικά σε ένα καμαράκι με χώμα στο πάτωμα (κοντά στον Προφήτη Ηλία), μαζί με την μάνα της, στην αυλή του σπιτιού του αδελφού της.
Ο Γέρων Ιωσήφ, επειδή την είδε ότι ήταν γερή στην ευχή, της έδωσε εντολή να κλειστή μέσα και της έδωσε ησυχαστικό τυπικό, να ασχοληθή μόνο με την «ευχή». Να μην βγαίνη, να μην έχη φιλίες.
Στην ερώτησή της για το πως θα διαιτάται εκείνος της απάντησε: «Εγώ θα σε φροντίσω, θα σου στέλνω τα προς χρείαν, μόνο εσύ να καθήσης μέσα… Αν χρειαστή κοσμικά ρούχα θα φορέσω και θα βγώ στον κόσμο να δουλέψω για να σου στέλνω». Και πράγματι της έστελνε. Αυτή κλείστηκε μέσα, δεν την γνώριζε σχεδόν κανείς. Εκκλησιαζόταν αλλά στην Ενορία δεν είχε κουβέντες και γνωριμίες. Έκανε πως δεν ήξερε καλά τη γλώσσα και έτσι απέφευγε. Λίγο πιο πέρα από το καλυβάκι της ήταν άλλο καλυβάκι και εκεί πήγαινε. Έκλεινε τα εξώφυλλα των παραθύρων για να είναι σκοτεινά και έλεγε την ευχή. Για όσους την γνώρισαν ήταν ο αββάς Ισαάκ στην πράξη. Ζούσε με απόλυτη πτωχεία στην ησυχία. Υπήρξε πολύ αγωνίστρια και κατανυκτική. Πληροφορίες γι’ αυτήν πήραμε από το Ιερόν Κοινόβιο «Ευαγγελισμός της Θεοτόκου» Οινουσσών Χίου.
Στο παράρτημα δημοσιεύουμε αποσπάσματα από επιστολές της οσίας μητρός προς κάποιον ιερομόναχο.
Αποσπάσματα από αλληλογραφία
της Γεροντίσσης Εύπραξίας του Ιωσήφ
προς Ιερομόναχο τινά
Διαβάζοντας κανείς γεύεται τη γλύκα της κατανυκτικής της καρδιάς…
«…Ο Θεός Τατλή Ιησούς μας, Παναγία Θεοτόκος μας, Μητέρα μας να γίνη, να προστατεύη πάντοτε, να φυλάγη, μέσα στην καρδιά σου να καθίση. Κάθε λεπτό να του πής. Τατλή Ιησούμ! άχ Τατλή Ιησούμ, τατλή Βασιλέμ. Θεοτόκος μας να το πής. Να κλαις από τη φωτιά στην καρδιά σου, την αγάπη σου στο Χριστό μας, ν’ ανάψη μέσα σου. Αχ, άχ, άχ κάθε αναπνοή σου. Αμάν. Εγώ αμαρτωλή εύχομαι νύκτα – ημέρα με θερμά δάκρυα. Είμαι υποχρεωμένη, είμαι φορτωμένη. Πως να το δώσω τον Θεόν λόγια. Ελεημοσύνη τρώγω. Κλαίω άχ, άχ πολύ παρακαλώ, να μή λησμονάς το όνομά μου να μνημονεύης. Εάν ακούσης πέθανε Ευπραξία, ένα 40λείτουργο να κάμνης, θα με πάρης από την κόλαση. Είμαι στον κόζμο κολαζμένη. Δεν είμαι άκξια να πάγω Παράδεισος. Το δικό σας προσευχή, ευσπλαχνία του Τατλή Ιησού μας ελπίζω».
«…Τατλή Ιησού μας να έλθη (στην) καρδιά σου ν’ ανάπψη μέσα σου, να γίνης φως, να καταλάβης Τατλή Ιησού μας… που κάμνεις προσευχή με το κομβοσχοίνιον «Κύριε, Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησον ημάς». Αυτά να λες να εύρης γλύκα (απόγλυκα) να κλαις νύκτα ημέρα, όλο το σώμα ν’ αγιάζης, να καταλάβης εάν τατλή Ιησού μας έρχεται καρδιά σου, αυτή γίνι (γίνεται), το σώμα γίνι (γίνεται) σαν λάστιχο. Βγαίνει κοζμικό σώμα, έρχεται άγιο σώμα. Το σώμα λέγει, δουλεύει σαν το ωρολόγιον. Κύριε Ιησού μου, Χριστέ μου, Υιέ του Θεού ελέησον ημάς, λέγει μέσα σου. Όλο το σώμα δε σταματάγει. Αυτά τα κερδίζεις με σιωπή, σκοτεινά, ούτε φως να γίνη. Σκέπασε (με) το κουκούλιον το πρόσωπόν σου να πής την ευχή. Το σώμα αγιάζει, νεκρό γίνεται.
Τότε να ιδής τι εστάνη (αισθάνεσαι), τον άγιο Γέροντά μας. Προσευχή να βοηθήση να κατοίκηση μέσα στον Τατλή Ιησούς μας. Αμήν.
Εγώ αμαρτωλή εύχομαι χρυσό παιδάκι μου… να γίνη μέσα σου φως. Ο πειραζμός να φοβηθή κοντά σου, να μην έλθη να κάπψη (να καή).
Εγώ έδωσα ο Θεός πλούτον, και εγώ τον Θεόν αγάπη έδωσα, τον Θεόν υπακουγή τον Γέροντα μου.
Άγιος Γέροντας μου έταξε. Μη φοβάσαι, εγώ θα (σε) κοιτάξω. Θα φορέσω κοζμικά ρούχα, θα δουλέψω να σε κοιτάξω. Που είναι; Από μένα πρώτα πέθανε. Άγιασε….
Έως τώρα ο Θεός δε με άφησε, αλλά πολλά υπόφερα από τον αγώνα. Τώρα γραία είμαι, άρρωστη είμαι, βρογχικό άσθμα έχω.
[Τατλη Ιησουμ = γλυκύς Ιησούς]
Δωρεάν πολλά (μου) έδωσε ο Θεός. Ολόκληρο το σώμα μου λέγει (την) ευχή. Από την γλύκα της ευχής ανάβει μέσα μου. άχ, άχ, άχ Τατλή Ιησούμ κλαίω, δε μπορώ, πάρτο ψυχή μου, πάρτο, κλαίω δεν είμαι άξια να πώ την ευχή, κλαίω.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...