
Ό επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη.
Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.
Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.
Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:
– Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη «πελατεία» και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.
Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.
Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.
Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:
– Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.
Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.” Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.
Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».
Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.
Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα.
– Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. “Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου.
Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε:
– Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!” Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.
Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.
Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός ένια ι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.
Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.
Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:
– Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!
Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι «έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!»
-Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…
Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.
– Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.
Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ” αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ” αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.
Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.
Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:
-Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία.
Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ” αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.
– Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.
Κι εκείνος μου είπε:
– Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:
-Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.
-Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την «βρώμα» κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι” αυτό είχε και τόση ευωδία.
http://www.pentapostagma.gr/2012/05/blog-post_2756.html#.VTztDZPXt6I
Ένας Βούλγαρος πρώην χρηματιστής που έγινε μοναχός
Η πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση επηρέασε όχι μόνο τις χρηματιστηριακές αγορές και τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων αλλά και κάποια μοναστήρια.
Πριν κάποιους μήνες ο ευρωπαϊκός τύπος ασχολήθηκε με τη βιογραφία ενός μοναχού –πρώην χρηματιστή στη Wall Street ο οποίος λέει είχε προβλέψει τη κρίση.
Με εξαίρεση κάποια χωριά κανείς στη Βουλγαρία δεν είχε ακούσει για τη Μονή Γκιγκίνσκι. Αυτό ίσως οφείλετε στη μεγάλη φτώχεια αυτών των περιοχών. Ακόμη και οι Βούλγαροι κομμουνιστές όταν θέλησαν να δημεύσουν τη περιουσία του μοναστηριού ,δεν είχαν τι να πάρουν Μετά τη πτώση του κομμουνισμού κάποιοι μοναχοί πήγαν να μείνουν στο Γκιγκίνσκι (δυτικά της Σόφιας, κοντά στα Βουλγαροσερβικά σύνορα) αλλά η έλλειψη ηλεκτρικού ρεύματος, η έλλειψη δρόμων και τα γκρεμισμένα κελιά τους απέτρεψαν στο να μείνουν πολύ. Και ίσως η μονή που βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Κίτκα να έμενε ακόμα άγνωστη αν δεν είχε εγκατασταθεί εκεί ο π. Ευγένιος ένας αθωνίτης μοναχός.
Ένας πρώην χρηματιστής από τη Wall Street
Μόλις εμφανίστηκε στην αγορά το γάλα και το τυρί Ghighinski Monastery το μοναστήρι άρχισε να γίνετε γρήγορα γνωστό σε όλη τη Βουλγαρία. Ο τύπος άρχισε να ασχολείται εκτενώς. Ξέρετε ποιος βρίσκετε πίσω από το διάσημο τυρί βουβάλου; Ένας πρώην χρηματιστής από τη Wall Street σήμερα μοναχός στο Γκιγκίνσκι. Μετά σαν αστραπή διαδόθηκε η φήμη ότι αυξάνει τα κοπάδια του. Στην αρχή οι ανταγωνιστές κράτησαν μια απόσταση όταν όμως είδαν ότι το γάλα και το τυρί και το τυρί βουβαλιού πουλιόταν σα ζεστό ψωμί άρχισαν οι ύβρεις .
Κάποιοι υποστήριξαν ότι ο χρηματιστής έκανε στο χρηματιστήριο το μεγάλο κόλπο , αποφασίζοντας μετά να επενδύσει στη κτηνοτροφία για μεγαλύτερα κέρδη. Μη έχοντας όμως γη αποφάσισε να κάνει το μοναστήρι ,φάρμα. Άλλοι έλεγαν ότι ο κλέφτης ο Νικάνωρ έκλεψε τα λεφτά της εταιρίας που εργαζόταν ενώ κάποιοι άλλοι τον θεωρούσαν απλώς τρελό. Να αφήσει τα χιλιάδες δολάρια του χρηματιστηρίου και να ασχολείται με τα βουβάλια ενός γκρεμισμένου μοναστηριού ενός απομακρυσμένου χωριού;
Τελικά η αλήθεια είναι μία. Αυτές τις μερικές δεκάδες βουβαλιών ο πρώην χρηματιστής Νικάνωρ τα είχε αποκτήσει λόγω του ότι είχε καταθέσει τον καλύτερο φάκελο στη Βουλγαρία για τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης –SAPARD
Μοναχός – χρηματιστής σε περίοδο κρίσης
Η επιτυχία του φακέλου έκρυβε από πίσω ένα ειδικό. Ο Νικάνωρ ασχολούταν από νέος με τα οικονομικά από όταν ήταν ακόμη μαθητής. Μετά τη πτώση του κομμουνισμού ο Hristo Miskon (μοναχός Νικάνωρ )σπούδασε διεθνείς δημόσιες σχέσεις στο πανεπιστήμιο της Σόφιας. Οι οικονομικές του γνώσεις και η επιδεξιότητά του τον προώθησαν στις πιο διάσημες χρηματιστηριακές εταιρίες του κόσμου.
Εργαζόμενος για τη διάσημη εταιρία Karol και έχοντας διαβάσει μέχρι εκείνη τη στιγμή δεκάδες ορθόδοξα βιβλία, σκέφτηκε ότι ήρθε η στιγμή να διαβει τον Ρουβικώνα . Αποφάσισε να κάνει πράξη όλα όσα είχε διαβάσει. Έτσι γύρισε στη Βουλγαρία και έγινε υποτακτικός του ηγούμενου της Μονής Γκιγκίνσκι Ευγένιου.
Σεμνός, ξυπνάει πολύ νωρίς για να ταΐσει τα βουβάλια και τα αρμέγει Κάποιοι δημοσιογράφοι παραμυθιάζονται ότι ο χρηματιστής είχε προβλέψει τη κρίση και για αυτό ήρθε στο μοναστήρι. Ποιος όμως καταλαβαίνει τη δίψα του για σωτηρία;
Πεπεισμένος ότι δε μπορεί να κλείσει τα στόματα του κόσμου ο π Νικάνωρ συνιστά στους δημοσιογράφους και στους πρώην συναδέλφους του να έχουν πάνω στο γραφείο τους ένα βαζάκι με χώμα για να καταλάβουν ότι η αληθινή ζωή δεν έχει καμιά σχέση με περιουσίες.
http://iliaxtida.wordpress.com/2013/07/11/xr-9/#more-13318

Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
῎Εκλεισαν ἁπαλά τήν πόρτα πίσω τους. Διέσχισαν τό ἥσυχο δρομάκι κι ἔστριψαν ἀριστερά γιά τόν μεγάλο δρόμο πού ἔβγαζε στήν ᾽Εκκλησία τῆς περιοχῆς τους. Δέν ἄργησαν νά φτάσουν. ῎Αναψαν τό κεράκι τους καί ἀποσύρθηκαν σέ μιά ἥσυχη καί σκοτεινή γωνιά. Σιωπηλές προσεύχονταν. ῾Η ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου γιά τήν Θεία Λειτουργία τῆς Κυριακῆς δέν εἶχε ἀκόμη ξεκινήσει.
῎Ενιωθαν πολύ τυχερές πού σέ τόσο μικρή ἀπόσταση ἀπό τό σπίτι τους βρισκόταν ὁ ναός καί μποροῦσαν
νά πηγαίνουν στίς θεῖες λειτουργίες, τίς Κυριακές καί τίς ἑορτές. Δέν ἦταν βέβαια λίγες καί οἱ φορές πού ἐπισκέπτονταν τόν ναό γιά νά προσφέρουν τρόφιμα, ροῦχα, χρήματα γιά τούς ἀναγκεμένους συνανθρώπους τους. Οἱ ἐλεημοσύνες τους ἦταν συνεχεῖς καί εἶχαν γίνει γνωστές, παρ᾽ ὅλες τίς προσπάθειες νά τίς κρατήσουν μυστικές. ῞Οσο περισσότερο μάλιστα κρύβονταν, τόσο καί πιό πολύ τίς φανέρωνε ὁ Θεός.
Τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς ἑβδομάδας τό περνοῦσαν στό σπίτι, πού τό ᾽χαν μετατρέψει σέ μοναστήρι. ᾽Αξημέρωτα ἀκόμη ξεκινοῦσαν τίς προσευχές μπροστά στό εἰκονοστάσι τους καί συνέχιζαν μέχρις ὅτου ὁ ἥλιος ἀνέβαινε ψηλά. Συνέχιζαν μέ τά διακονήματά τους: τό μαγείρεμα, τό καθάρισμα τοῦ σπιτιοῦ, τόν ἀργαλειό γιά τά ὑφαντά τους, πού τούς ἀπέφεραν ἀρκετά γιά τήν ἐπιβίωσή τους καί τίς προσφορές τους. ῾Ο κόπος τῆς ἐργασίας ἦταν μέσα στόν καθημερινό τους πρόγραμμα. Τό ἀπόγευμα οἱ προσευχές ἔπαιρναν καί πάλι τήν θέση τους. Τό βράδυ ἐπίσης. Οἱ ἀγρυπνίες τους πολλές. Δέν ὑπῆρχε προσευχή καί ἀκολουθία πού νά μήν τήν ἔλεγαν καί νά μήν τήν ἔψελναν.
῾Οἱ μοναχές᾽, ἔλεγε ὁ κόσμος μόλις τίς ἔβλεπε, κι ἔνιωθε ἕνα δέος κι ἕναν ξεχωριστό σεβασμό στό πέρασμά τους. Δέν ἦταν λίγες μάλιστα οἱ φορές πού γυναῖκες ταλαιπωρημένες καί κακοποιημένες ἔπαιρναν τό θάρρος νά διαβοῦν τό κατώφλι τους, γιά νά βροῦν λίγη βοήθεια καί παρηγοριά.
῾Η μία ἦταν πράγματι μοναχή. ῾Η ἀδελφή ᾽Ιωάννα. ᾽Από νεαρή εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Θεό καί εἶχε δώσει τούς ὅρκους της στό γυναικεῖο μοναστήρι λίγο ἔξω ἀπό τήν ᾽Αλεξάνδρεια. Οἱ γονεῖς της πού ἔτρεφαν ὄνειρα νά τήν δοῦν ἀποκαταστημένη μέ τήν δική της οἰκογένεια, λόγω τῆς μόρφωσής της καί τῆς ἰδιαίτερης ὀμορφιᾶς της, στήν ἀρχή ἀντέδρασαν, ἀλλά γρήγορα πείστηκαν ὅτι αὐτό ἦταν πού ποθοῦσε περισσότερο ἀπό ὅλα ἡ μονάκριβη θυγατέρα τους. ῎Εδωσαν τήν συγκατάθεσή τους κι ἄρχισαν κι αὐτοί νά χαίρονται τήν προκοπή της. Γιατί πράγματι πολύ γρήγορα ἡ καλόγρια κόρη τους προχώρησε πνευματικά. ῾Η ταπείνωση καί ἡ ἀγάπη της τήν ἔκαναν σύντομα νά ξεχωρίσει.
᾽Αναγκάστηκε ἐκ τῶν πραγμάτων νά ἐγκαταλείψει τό μοναστήρι μετά ἀπό λίγα χρόνια. Πέθανε ὁ πατέρας της, ἀρρώστησε ἡ μάνα της. Πῆγε κοντά της νά τήν ὑπηρετεῖ. Μαζί της εἶχε καί τήν ὑπηρέτρια τοῦ σπιτιοῦ τους, τήν Μαρία, μιά πολύ πιστή στόν Θεό μεσήλικη γυναίκα, τήν ὁποία βεβαίως ἀντιμετώπιζε ὄχι μόνο ὡς ἀδελφή, ἀλλά σάν τόν ἑαυτό της καί τά σπλάχνα της, κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου. Μιά ψυχή σέ δυό σώματα, πού λέγανε γιά τόν ἅγιο Βασίλειο καί τόν ἅγιο Γρηγόριο.
῞Οταν ἔφυγε ἀπό τήν ζωή αὐτή μετά ἀπό κάποιο διάστημα καί ἡ μάνα της, σκέφτηκε ἡ ᾽Ιωάννα νά παραμείνει στό σπίτι καί νά τό κάνει ἡσυχαστήριο. Θά ᾽χε βοηθό καί συναγωνίστρια τήν Μαρία, πού συγκατένευσε μέ μεγάλη εὐχαρίστηση. Κι ἐκείνη δέν εἶχε κανέναν στόν κόσμο. Μέ τήν ἄδεια τῆς ἡγουμένης τοῦ μοναστηριοῦ πράγματι ἄρχισε ἕναν ἄλλον ἀγώνα. ῾Ησυχάστρια μέσα στόν κόσμο.
Ποιό καλό ἔργο ὅμως μένει ἥσυχο καί ἀνέπαφο στόν κόσμο αὐτό; Δέν εἴμαστε μόνο ἐμεῖς πού παλεύουμε μέ τά πάθη μας. Εἶναι καί ὁ Πονηρός, ὁ ὁποῖος ῾ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ᾽.
Δέν ἄργησε λοιπόν ὁ τρισκατάρατος νά φθονήσει τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς τους καί τό ἐλεῆμον ἔργο τους καί νά σηκώσει κουρνιαχτό, κατά τό λεγόμενο, ἐναντίον τους καί μάλιστα κατά τῆς ἀδελφῆς ᾽Ιωάννας. Τοῦ παρεχώρησε ὁ Κύριος καί ἄρχισε τά σκάνδαλά του. Καί βρῆκε ἕναν πολύ ὕπουλο τρόπο γιά νά ταράξει τήν ἥσυχη ζωή τους: προξένησε σατανικό πόθο σ᾽ ἕναν νέο γιά τήν… μοναχή. ῾Ο νέος ἄρχισε νά τήν σκέφτεται νυχθημερόν κι ἔβαλε σκοπό του νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά, νά τήν φέρει στά δικά του νερά, νά τήν κάνει δική του.
Καθημερινά λοιπόν τήν ἔστηνε ἔξω ἀπό τό σπίτι τῶν γυναικῶν. Δέν τολμοῦσαν νά βγοῦν νά πᾶνε στήν ᾽Εκκλησία, τήν μόνη ἄλλωστε ἔξοδό τους, καί τίς ἀκολουθοῦσε, λέγοντας λόγια ἀδιάντροπα στήν μοναχή, καλώντας την νά ἀνταποκριθεῖ στόν ἔρωτά του, νά ὑποταχτεῖ στόν μανιακό πόθο του.
Οἱ γυναῖκες καί πιό πολύ ἡ ἀδελφή ᾽Ιωάννα ταράχτηκαν πολύ. Εἶδαν καθαρά τόν πειρασμό τοῦ διαβόλου καί μέ σιωπή καί προσευχή προσπάθησαν νά τόν ξεπεράσουν.
῾Κύριε, φώτισε τόν νεαρό καί ἀπάλλαξέ τον ἀπό τήν ἐνέργεια τοῦ σατανᾶ᾽, ἔλεγαν καί ξανάλεγαν στίς προσευχές τους.
Ματαίως ὅμως. ῞Οσο περνοῦσε ὁ καιρός ὁ πειρασμός σάν νά φούντωνε. Σταμάτησαν πιά νά βγαίνουν ἔξω. Τό σπίτι τους ἦταν σάν κάστρο πολιορκημένο. ῾Ο νεαρός εἶχε γίνει ἡ σκιά τους.
Ρίχτηκαν περισσότερο στήν προσευχή. ῾Γνώρισόν μοι ὁδόν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρός Σέ, Κύριε, ἦρα τήν ψυχήν μου᾽. Σέ Σένα, Κύριε, καταφεύγουμε, πές μας τί νά κάνουμε.
Φωτίστηκε μιά μέρα ἡ καλόγρια. ᾽Αποφάσισε νά ἀντιμετωπίσει κατά πρόσωπο τό πρόβλημα.
῾Πές στόν νεαρό νά μπεῖ μέσα στό σπίτι᾽, εἶπε στήν Μαρία. ᾽Εκείνη γούρλωσε τά μάτια της, ἀλλά ὑπάκουσε. ῾῎Ελα μέσα᾽ τοῦ εἶπε. ῾Σέ θέλει ἡ κυρά μου᾽.
Πέταξε ἀπό τήν χαρά του τό ἐνεργούμενο τοῦ διαβόλου. ῾Πέτυχα τόν σκοπό μου᾽ σκέφτηκε. ῾Θά γίνει δικιά μου᾽. Κι ἔνιωσε τήν καρδιά του νά χτυπάει μανιασμένα.
Βρῆκε τήν μοναχή νά κάθεται στόν ἀργαλειό της. ῾Κάθισε᾽ τοῦ πρότεινε ἐκείνη. Τήν παρατηροῦσε ξαναμμένος.
῾Εἰλικρινά, ἀδελφέ μου᾽ εἶπε ἥσυχα καί χωρίς ταραχή ἡ μοναχή, ῾θέλω νά μοῦ πεῖς γιατί μέ στενοχωρεῖς τόσο καί δέν μ᾽ ἀφήνεις νά βγῶ οὔτε ἔξω ἀπό τό σπίτι μου!᾽
῎Εσπευσε νά ἀπαντήσει ὁ νέος. ῾Εἰλικρινά σοῦ μιλάω κι ἐγώ, κυρία μου, ὅπως σοῦ τοῦ ἔχω ξαναπεῖ, σέ ποθῶ πάρα πολύ. Κάθε φορά μάλιστα πού σέ βλέπω γίνομαι ὁλόκληρος σάν φωτιά᾽. Σάν νά κοκκίνησε λίγο μέ τά λόγια αὐτά, πράγμα πού τό θεώρησε πολύ θετικό ἡ ᾽Ιωάννα. ῾Κάτι καλό ἔχει μέσα του τό παλληκάρι αὐτό᾽, σκέφτηκε. ῾῾Υπάρχει μιά ντροπή πού σημαίνει ὅτι λειτουργεῖ ἀκόμη ἡ χάρη τοῦ βαπτίσματός του. Φαίνεται ὅμως ὅτι βρῆκε κάποια δίοδο μέσα του ὁ διάβολος καί τό περιπαίζει μέ τόν τρόπο αὐτόν᾽. ῾Κύριε, βοήθησε κι αὐτόν κι ἐμένα᾽ ἔστρεψε νοερά τήν σκέψη της στόν Κύριο ἡ ᾽Ιωάννα.
῾Καί τί καλό εἶδες σέ μένα καί μ᾽ ἀγαπᾶς τόσο;᾽ συνέχισε τήν κουβέντα ἡ μοναχή, πού ᾽νιωσε μιά ἰδιαίτερη δύναμη στήν καρδιά της.
Τήν φορά αὐτή ὁ νέος δέν ἔσπευσε στήν ἀπάντησή του. Πέρασαν κάποιες στιγμές καί τελικά τό ξεστόμισε. ῾Τά μάτια σου. Αὐτά μέ ἀπάτησαν καί μέ ἔκαναν νά χάσω τόν νοῦ καί τόν ὕπνο μου!᾽
῞Ο,τι ἀκολούθησε δέν περιγράφεται μέ λόγια. ῾Η ᾽Ιωάννα σηκώθηκε ὄρθια, ὕψωσε τό βλέμμα της στόν οὐρανό καί πῆρε ἤρεμα τήν σαΐτα τοῦ ἀργαλειοῦ της.
῾Η Μαρία παρακολουθοῦσε τήν σκηνή ἄναυδη, χωρίς νά μπορεῖ νά καταλάβει τί γίνεται κι οὔτε νά ὑποψιαστεῖ τό τί θ᾽ ἀκολουθήσει. ῾Ο νεαρός φαινόταν νά τά ᾽χει χαμένα.
Μέ κινήσεις ἀποφασιστικές ἡ μοναχή, ἔχοντας ἀπόλυτη ἐπίγνωση καί συναίσθηση τοῦ τί ἔκανε, εἶπε φωναχτά: ῾Κύριε, Σύ εἶπες ὅτι ἄν ὁ ὀφθαλμός σου σέ σκανδαλίσει, βγάλε τον καί πέταξέ τον, γιατί συμφέρει νά μπεῖ κανείς χωρίς μάτια στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ παρά μέ μάτια καί ἔξω ἀπό αὐτήν. Κύριε, δέξου τήν θυσία μου αὐτή καί ἀπάλλαξε τόν δοῦλο σου ἀπό τόν πειρασμό του γιά μένα᾽.
῏Ηταν τά τελευταῖα λόγια πού εἶπε ἡ μάρτυρας καλόγρια πρίν γίνει ἐντελῶς ἀόμματη. Γιατί ἀμέσως μετά τά λόγια τῆς προσευχῆς ἔστρεψε τήν σαΐτα ἴσια πάνω στά μάτια της, τά τρύπησε καί τά ἔβγαλε.
᾽Ακούστηκε μιά κραυγή τῆς Μαρίας κι ἀμέσως ἔπεσε χάμω λιπόθυμη.
῾Ο νέος δέν μποροῦσε νά σύρει οὔτε τά βήματά του. ῎Εβλεπε κάτασπρος τό αἷμα νά χύνεται κάτω ποτάμι, τά δυό μάτια χυμένα, τήν μοναχή μ᾽ ἕνα γαλήνιο χαμόγελο, τήν ἄλλη γυναίκα στό πάτωμα. Μαθεύτηκε σέ λίγο καιρό ὅτι ὁ νεαρός πῆγε σέ μία γειτονική μοναχική σκήτη κι ἔγινε καλόγερος. ᾽Αργότερα ἀκούστηκε ὅτι τά δάκρυα δέν ἔφυγαν ποτέ ἀπό τά μάτια του κι ὅτι ἔφτασε σέ μεγάλα ὕψη ἁγιότητας ἀπό τήν μετάνοιά του.
http://iliaxtida.wordpress.com/2013/07/06/mnx/#more-13271

Θεωρούμε κατάλληλη τη στιγμή, χάριν νουθεσίας, να παραθέσουμε τη διήγηση για κάποιο μοναχό ό όποιος υπέταξε το δικό του θέλημα στο θέλημα τού Θεού και απόλαυσε μεγάλη ειρήνη στην ψυχή του, λαμβάνοντας από τον Θεό το ιαματικό χάρισμα. Πολλοί ασθενείς γίνονταν καλά μόνο με το άγγιγμα τού ενδύματος του. Παντού συναντούσε μεγάλο σεβασμό για το πρόσωπο του.
Μεταξύ αυτών, οι αδελφοί της μονής εκπλήττονταν πολύ με όσα γίνονταν από το συμμοναστή τους, επειδή δεν παρατηρούσαν σ' αυτόν κανένα ιδιαίτερα εξέχον ασκητικό αγώνισμα, ούτε αυστηρή νηστεία, ούτε υπερβολικούς κόπους, ούτε κάτι άλλο.
Ζούσε όπως όλοι οι άλλοι.
Ένα μόνο πράγμα κρατούσε με αυστηρότητα. Όλα όσα τού συνέβαιναν τα δεχόταν πρόθυμα και ευχαριστούσε γι' αυτά τον Θεό. Ένα τον διέκρινε: Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στο θέλημα τού Θεού.
Κάποτε πού ό μοναχός αυτός θεράπευσε κάποιους άρρωστους χωρίς κανένα ιατρικό μέσο διά της ζώσης εν αύτω χάριτος και δυνάμεως, ό προεστώς τού κοινοβίου τον ρώτησε ποιά ήταν ή αιτία της θεραπείας, γιατί οι προσερχόμενοι σ' αυτόν λαμβάνουν την ίαση.
- Και εγώ ό ίδιος εκπλήττομαι πού μπορώ να τούς δίνω την υγεία τους, απάντησε ό μοναχός. Ντρέπομαι πού τα ενδύματα μου έχουν ιαματική δύναμη, γιατί εγώ ούτε με τη νηστεία, ούτε με άλλα ασκητικά, μοναστικά αγωνίσματα, αξιώθηκα να λάβω τέτοιο δώρο από τον Θεό.
- Αυτό είναι αλήθεια, είπε ό προεστώς. Εμείς βλέπουμε ότι είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος και σε σένα δεν υπάρχει τίποτα πού να σε ξεχωρίζει από την τάξη των υπολοίπων πατέρων.
Ό προεστώς της μονής αποφάσισε πάση θυσία να αποκαλύψει την πραγματική αιτία του ζωντανού ιαματικού χαρίσματος πού είχε ό μοναχός. Έκανε μακρές συζητήσεις μαζί του, προσπαθώντας να μάθει όλα τα καλά στοιχεία του και να ξεσκεπάσει το μυστικό της καρδιάς του. Στα ερωτήματα τού ηγουμένου ό μακάριος μοναχός είπε:
- Θυμήθηκα κάτι σχετικό με το έλεος πού μού δόθηκε από τον Θεό: Εγώ σταθερά, σε όλα συντονίζω το θέλημά μου με το Θείο θέλημα. Ποτέ και τίποτα δεν φέρνω στην σκέψη μου πού θα εναντιωνόταν στο θέλημα τού Θεού. Ποτέ δεν τρομάζω μπροστά σε απρόβλεπτα γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν να κλονίσουν το νου μου και να εξασθενίσουν την καρδιά μου.
Ποτέ και για τίποτε δεν παραπονέθηκα στους άλλους ούτε τους φανέρωσα τη θλίψη μου. Το ίδιο, και όσα ευτυχή συμβάντα λάχουν στην ζωή μου, δεν με ευχαριστούν σε τέτοιο βαθμό πού να ευθυμώ περισσότερο από ό,τι τον υπόλοιπο καιρό. Όλα τα δέχομαι εξίσου, σαν σταλμένα από το χέρι τού Θεού, τόσο τα ευχάριστα όσο και τα δυσάρεστα για μένα.
Δεν προσεύχομαι στον Θεό για να πραγματοποιηθούν όλα σύμφωνα με την επιθυμία μου, άλλα θέλω σε όλα να γίνεται το άγιο θέλημά Του. Μ' αυτόν τον τρόπο τίποτε δεν με ευχαριστεί ιδιαίτερα, τίποτε δεν με συντρίβει και δεν με συγχύζει και τίποτε δεν με κάνει ευτυχισμένο, όπως μόνο αυτό το ίδιο το θέλημα τού Θεού. Γι' αυτό σε όλες μου τις προσευχές για ένα μόνο παρακαλώ τον Θεό: Να γίνεται πάντοτε και ολοκληρωτικά σε μένα και σε όλα τα πλάσματά Του το Θείο θέλημα.
Ό ηγούμενος τού κοινοβίου παρά πολύ θαύμασε τα λόγια τού μοναχού και απευθυνόμενος σ' αυτόν τον ρώτησε:
- Αγαπημένε μου αδελφέ! Πες μου τί αισθάνθηκες χθες την ώρα πού συνέβη πυρκαγιά στο μοναστήρι μας; Στ' αλήθεια δεν λυπήθηκες μαζί με όλους τους άλλους, όταν ό κακός άνθρωπος έβαλε φωτιά στα μοναστηριακά οικοδομήματα και κάηκε πολύ από το σιτάρι μας;
- Δεν θα κρύψω, απάντησε ό μοναχός, ότι όλη αυτή ή ζημιά του μοναστηριού δεν μού προκάλεσε την παραμικρή θλίψη, επειδή έχω τη συνήθεια για όλα, και για τα θλιβερά και για τα ευχάριστα, να ευχαριστώ τον Θεό και ήσυχα να δέχομαι και τούτο και το άλλο. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό πού συνέβη σε μας, συνέβη σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, ό Οποίος κατευθύνει τα πάντα προς ψυχική ωφέλεια.
Γι' αυτό ακριβώς δεν μεριμνώ και δεν σκέπτομαι τίποτε σχετικά μ' αυτό. Λίγο ή πολύ εμείς έχουμε το ψωμί μας και τα υπόλοιπα για τη διατροφή μας, γιατί πιστεύω δυνατά ότι ό Θεός μπορεί καθέναν από εμάς να τον χορτάσει τόσο με ένα ψίχουλο όσο και με ένα ολόκληρο ψωμί. Έτσι λοιπόν εγώ ήρεμα, χωρίς καμιά σύγχυση, περνώ τη ζωή μου.
Κατάπληκτος από τα λόγια τού μοναχού ό ηγούμενος για πολύ ακόμη καιρό συζητούσε μαζί του, προσπαθώντας να αναγκάσει τον αδελφό πιο καθαρά ακόμη να παρουσιάσει τον τρόπο σκέψεώς του, τις απόψεις του και να αποκαλύψει την πνευματική του κατάσταση.
Μεταξύ πολλών απαντήσεων πού έδωσε ό ταπεινός μοναχός στον προεστώτα είπε και τα έξης:
- Κατά την καθημερινή προσφορά τού εαυτού μου στο θέλημα τού Θεού, τόσο προόδευσα στην υπακοή μου σ' Αυτόν, ώστε, αν από πριν γνώριζα ότι ό Θεός εξάπαντος προόριζε να με στείλει στην κόλαση, τότε εγώ δεν θα επιχειρούσα να κάνω τίποτε εναντίον Του.
Σού λέω ακόμη ότι, ακόμη κι αν ήταν δυνατόν σε μένα να αλλάξω αυτή τη θεία απόφαση λέγοντας ένα «Πάτερ ημών» -σού λέω αλήθεια-, δεν θα τολμούσα να το κάνω αυτό, άλλα ακόμη πιο έντονα θα προσευχόμουν στον Θεό, ώστε να ενεργήσει σε μένα σύμφωνα με το Πανάγιο θέλημά Του και να μού δωρίσει τη Χάρη Του πού θα με ενισχύει εις τους απέραντους αιώνες, για να μη σκέπτομαι ο,τιδήποτε αντίθετο στο άγιό Του θέλημα.
Μετά από παρατεταμένη σιωπή λέει, τέλος, ό ηγούμενος στο μοναχό:
- Πορεύου, περιπόθητε πάτερ, πορεύου και εκπλήρωσε φιλότιμα την υπόσχεση σου στον Θεό, όπως μου την εξέθεσες. Εσύ βρήκες τον ουρανό έξω από τον ουρανό. Να θυμάσαι ότι τέτοια χάρις δεν δωρίζεται από τον Θεό σε πολλούς. Δεν υπάρχουν πολλοί οι οποίοι δεν μπαίνουν ποτέ σε ανησυχία και δεν προσβάλλονται από οποιονδήποτε. Εκείνος μόνο είναι προστατευμένος στην ζωή του με ισχυρά και απόρθητα τείχη, όποιος πάντοτε και σε όλα, ό,τι κι αν συναντήσει στην ζωή του, συμφωνεί με το θέλημα του Θεού, δηλαδή δέχεται τα πάντα σαν να είναι σταλμένα από τον Θεό.
Άς γίνεται σε όλα το θέλημα τού Θεού. ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΗΣ, Ἐκδ. Ἄθως, Ἀθήνα 2010, σελ. 254-257.