Monday, May 27, 2013

Αυτός που σε έπλασε ενδιαφέρεται για τη σωτηρία σου - Αγίου Μεγάλου Βασιλείου


Υπάρχουν, αγαπητέ, δύο τρόποι προσευχής: ο ένας είναι της με ταπεινοφροσύνη δοξολογίας και ο δεύτερος, που ακολουθεί, της αιτήσεως. Όταν λοιπόν προσεύχεσαι, μην αρχίζεις αμέσως με αίτηση αλλιώς γίνεται ύποπτη η προαίρεσή σου, ότι δηλαδή προσεύχεσαι στο Θεό πιεζόμενος από ανάγκη.
Όταν λοιπόν αρχίσεις την προσευχή, άφησε τον εαυτό σου κατά μέρος, τη γυναίκα, τα παιδιά σου· άφησε τη γη, πέρασε πάνω από τον ουρανό, άφησε όλη την κτίση, ορατή και αόρατη, και άρχισε από τη δοξολογία του Ποιητή των όλων. Και όταν τον δοξολογείς, να μην περιπλανάται ο νους σου εδώ κι εκεί, ούτε να μυθολογείς όπως οι εθνικοί, αλλά διαλέγοντας από τις άγιες Γραφές να λέγεις: «Σε ευλογώ, Κύριε, τον μακρόθυμο, τον ανεξίκακο που μακροθυμείς κάθε μέρα για τα πλημμελήματά μου και που έδωσες σε όλους μας το δικαίωμα της μετανοίας. Γι’ αυτό σιωπάς και μας ανέχεσαι, Κύριε, για να Σε δοξολογούμε που οικονομείς τη σωτηρία του γένους μας, άλλοτε με το φόβο, άλλοτε με συμβουλές, άλλοτε με τους προφήτες, και τελευταία με την επίσκεψή Σου, την παρουσία του Χριστού Σου. Διότι «Συ μας έπλασες και όχι εμείς . Συ είσαι ο Θεός μας» (Ψαλμ. 99, 3).



Και όταν δοξολογήσεις από τις Γραφές, όπως μπορείς, και αναπέμψεις αίνο στο Θεό, τότε άρχισε με ταπεινοφροσύνη να λες: «Εγώ, Κύριε, δεν είμαι άξιος να μιλήσω μαζί Σου, διότι είμαι πολύ αμαρτωλός». Και αν ακόμη δεν σε ελέγχει η συνείδησή σου για κάτι κακό, έτσι πρέπει να λες· διότι κανείς δεν είναι αναμάρτητος, παρά μόνο ο Θεός- και διότι ενώ κάνουμε πολλές αμαρτίες, τις περισσότερες ούτε καν τις συνειδητοποιούμε. Όταν λοιπόν απευθύνεις λόγο ταπεινοφροσύνης και πεις: «Σε ευχαριστώ, Κύριε, που μακροθύμησες για τα παραπτώματά μου και μέχρι τώρα με άφησες ατιμώρητο, διότι εγώ ήμουν άξιος να πάθω πολλά δεινά και να απορριφθώ από το πρόσωπό σου, αλλά η ανεξίκακη φιλανθρωπία σου μακροθύμησε σε μένα· Σε ευχαριστώ, αν και δεν επαρκώ να ευχαριστήσω την ανεξικακία σου…». Και τότε, όταν συμπληρώσεις τα δύο αυτά μέρη, της δοξολογίας και της ταπεινοφροσύνης, ζήτησε ό,τι οφείλεις να ζητήσεις: όχι πλούτο, όπως είπα πριν, όχι επίγεια δόξα, όχι σωματική υγεία. Διότι αυτός που σε έπλασε ενδιαφέρεται για τη σωτηρία σου και γνωρίζει τί συμφέρει στον καθένα, να υγιαίνει ή να ασθενεί -αλλά ζήτησε, όπως προστάχθηκες, τη βασιλεία του Θεού. Διότι, όπως είπα, αυτός θα φροντίσει για την υγεία του σώματος. Επειδή ο βασιλιάς μας έχει πολλές αξιώσεις από εμάς και αγανακτεί εάν κάποιος του ζητήσει κάτι μικρό, εάν του ζητήσει πράγματα που δεν του αρμόζουν. Μη λοιπόν προκαλέσεις με την προσευχή σου την αγανάκτηση του Θεού, αλλά ζήτησε για τον εαυτό σου πράγματα αντάξια του βασιλέως Θεού. Όταν δε ζητάς πράγματα αντάξια του Θεού, μη σταματήσεις μέχρι να τα λάβεις. Διότι αυτό εννοούσε ο Κύριος στο Ευαγγέλιο λέγοντας: «Ποιός από σας θα είχε φίλο και πηγαίνοντας σ’ αυτόν μεσάνυκτα θα του έλεγε: φίλε, δάνεισέ μου τρία ψωμιά, επειδή με επισκέφθηκε φίλος από ταξίδι και δεν έχω τί να του δώσω να φάει, κι εκείνος θα αποκρινόταν από μέσα: μη με ενοχλείς, επειδή η πόρτα έχει ήδη κλείσει και τα παιδιά μου είναι μαζί μου στο κρεβάτι, δεν μπορώ να σηκωθώ να σου δώσω; Σας λέω, ακόμη και εάν δεν σηκωθεί να του δώσει επειδή είναι φίλος του, έστω για την αναίδειά του θα σηκωθεί και θα του δώσει όσα χρειάζεται» (Λουκ. 11, 5-8). Μην πεις λοιπόν είμαι αμαρτωλός και δεν θα εισακουστώ. Διότι ακριβώς για να μην απελπίζεσαι, είπε «και αν δεν του δώσει επειδή είναι φίλος του, έστω για την αναίδειά του…».


Αγίου Μεγάλου Βασιλείου, «Ο κόσμος της Προσευχής», εκδ. Κάλαμος

Elder Joseph the Hesychast on St. Athanasios the Athonite


"And he implemented practically the similar words of Paul “he serves in his serving…he leads with diligence” (Romans 12:7-8) and in a certain sense “hesychazon [engaging in hesychasm] in nepsis”. Because of this for us monks of the Holy Mountain, St. Athanasios, is not simply a Saint, among the so many, but he is exceptionally the spiritual Father of all. In his personality, in his paternal care and affection, in his illumined mind, in his discernment, each one of us finds, throughout all of the generations, that which is analogous, and can easily and seamlessly continue the path of blessed hope that is attained in the monastic life.

Two things characterized this great light exceptionally. The one is utter philoponia, the continual taking-up of the cross, which is considered the most essential element, as the backbone of monastic education [αγωγής]. Among other things, the hesychastic regimen, which he continued from the beginning, before taking up his great responsibilities later. He was so won over by by the ascetical disposition which many presented that without it being his desire, he abandoned so many social concerns natural to the monastic idiom. He eagerly desired to be without cares, and to continue according to his desire, the monastic life alone, which many times he pursued in his cave, which is found outside of the southeast side of the Lavra, in the area known as Viglan.

The second thing is the element of love, community and solidarity. Although he was to himself an austere ascetic and a most lover of pain, to others he was always caring and full of love. And his much love and affection, indeed has and continues to unite Athonite monasticism and we believe it will continue until the end of the world, from all that is shown by Divine Providence, amidst the unsleeping intercessions of this great luminary. Of course if we make use of this, let us write about it, let us acknowledge it. But least of all, like an unpayable debt we presented these, that each of us may wake ourselves up and imitate something from the many-varied, and many-myriads of his virtues. So was his provision of support to the flock that as he sat on the left site of the Holy Bema and even at the hour of the service, gave himself to confessing the brothers, not only of his monastery, but many others.

In the all-free spirit of his fatherly affection, to give rest to all personalities and be pleasing to all characters, both to the most weak and most powerful, he did not neglect to use human knowledge, in the invention, to change and make a higher life, and that the most sick and weakest in character would boast in their monastery individuality, and not be discouraged. He created, within the breadth of his fatherly providence, a schedule, which up till then did not exist, but according to the tradition of the isolated way of monastic life on Athos, was perceived as reprehensible. He built ports, roads, warehouses, vineyards, gardens and anything else he could through instruments, through basic comforts for all people who would be able and would desire to become monks. But this created misunderstandings, and as is mentioned in his life, he is perceived as an “entrance for new demons”. He continued to be slandered and moved against by the administrative beginning of the Holy Mountain. They tried to judge him, for they they alleged that he violated the programs and way of hesychia of the Fathers.

Then in reality, our Lady the Theotokos intervened personally and granted them hesychia, and strengthened him to continue and to not be fainthearted and abandon his work. In his of course trying difficulties, when economically he couldn't complete that incredible task which he began, then our Lady appeared to him, and gave him courage. Her promises were so alive, palpable and certain, that once, when there was nothing left in the warehouse or in the stores, She appeared herself and said “I will be the Oikonomos [Steward or Caretaker] of the Monastery from now on, that you might not have any cares.” And in reality, many times She gave Her blessing and all of the stores would fill with food, at a difficult time when many workers and the multitude of monks wouldn't have been enough. And from then on, this Most-Holy Monastery has never had an oikonomos, as in other Monastery systems, but a paraoikonomo [person beside the steward]. And one of her icons, which is in the storehouse and depicts the miracle, is called Oikonomissa; many miracles have occurred before this icon, and the monks give thanks with special reverence. Many times she appears to bless and increase the various material needs of the Monastery.

This is, in a few words, that which I wanted to remind you of today, that which you know already. Furthermore, however, turn your care and reverence to this, for, though there are various and typical pious elders here, mysteriously for each and all of us, the great Elder and protector and abbot and spiritual father is our most-righteous father Athanasios, who is the continuer, the provider of this place, let alone all of eastern monasticism.

The Christian must be kind with everyone ( St. Nektarios of Pentapolis )


 

Christians must, according to the commandment of the Lord, become holy and perfect.


Perfection and holiness are first engraved deeply in the soul of the Christian, and from there they become sealed in his thoughts, his desires, his words and his actions.

Thus, the grace of God, which exists in the soul, pours forth throughout the whole external character.


The Christian must be kind [eugenikos] with everyone. His words and actions should exude the grace of the Holy Spirit which dwells in his soul, so as to bear witness to his Christian way of life and that the name of God might be glorified.


Whoever is measured in his words, is measured also in his actions. Whoever tests the words that he is about to speak, also tests the works that he is about to perform, and thus he never oversteps the bounds of good and virtuous conduct.


The grace-filled words of the Christian are characterized by tact and kindness. These are those that give birth to love, and bring peace and joy. In contrast, idle talk gives birth to hate, enemies, trials, love of falls, brawls, riots and wars.

Therefore, let us always be kind. May an evil word never pass our lips, a word that is not seasoned with the grace of God, but may they always be grace-filled words, good words, words that bear witness to kindness according to Christ that adorn us spiritually.


St. Nektarios the Wonderworker, Bishop of Pentapolis

Πέντε τρόποι μετανοίας - Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου




Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος πρακτικά μας δείχνει πέντε δρόμους της μετανοίας. Μας λέγει:

Πρώτος δρόμος μετανοίας είναι ν' αυτοκαταδικάζεσαι για τις αμαρτίες σου. Ο Κύριος εκτιμά ιδιαίτερα αυτή σου την πράξη. Αυτός που μόνος του καταδίκασε τ' αμαρτήματά του πολύ δύσκολα θα τα επαναλάβει. Η έγκαιρη εξέγερση της συνειδήσεως σου διά της αυτοκατηγορίας δεν θα έχει κατήγορο στο ουράνιο κριτήριο.

Δεύτερος αξιόλογος δρόμος μετανοίας είναι να μη βαστάς κακία για κανένα, ακόμα και γι' αυτούς τους εχθρούς σου. Να συγκρατείς πάντοτε την οργή σου, να συγχωρείς τ' αμαρτήματα των άλλων, γιατί έτσι θα εξαλείψει και τα δικά σου ο Κύριος. Είναι αυτό ένα αποτελεσματικό καθαρτικό, αφού μας το υπέδειξε ο ίδιος ο Κύριος λέγοντας: Αν συγχωρέσετε τους χρεώστες σας, τότε θα σας συγχωρήσει σίγουρα και ο ουράνιος πατέρας μας (Ματθ. 6. I).

Τρίτος ασφαλής δρόμος μετανοίας είναι η ορθή, θερμή και εκ βαθέων καρδιακή προσευχή. Μη λησμονάμε την ευαγγελική χήρα που επέμενε στο αίτημα της στον δύστροπο δικαστή και τελικά έλαβε το ποθούμενο (Λουκ. 18, 1-8). Αν εκείνη έλαβε για την επιμονή της από τον αδιάντροπο δικαστή, πόσο μάλλον εμείς που έχουμε ουράνιο πατέρα ήμερο, φιλικό και φιλάνθρωπο και οπωσδήποτε θα μας δωρίσει τα προς τη σωτηρία μας αιτήματα.

Τέταρτος σίγουρος δρόμος μετανοίας είναι της ελεημοσύνης, που η δύναμή της είναι ανέκφραστα μεγάλη. Ο προφήτης Δανιήλ είπε στον βασιλέα Ναβουχοδονόσορα να ξεπλύνει τις πολλές αμαρτίες του μ' ελεημοσύνη και τ' ανομήματά του με το να ευσπλαγχνισθεί τους φτωχούς. Η αγάπη είναι ικανή να εξαλείψει αμαρτήματα. Ο μετανοημένος παραβάτης με τη φιλανθρωπία επανορθώνει τα πάντα με τον αγώνα του και τη χάρη του Θεού.

Πέμπτος δρόμος σταθερός ο συνδυασμός πηγαίας μετριοφροσύνης κι εγκάρδιας ταπεινοφροσύνης. Μάρτυρας προς τούτο ο τελώνης της ευαγγελικής παραβολής. Η γνήσια ταπεινοφροσύνη του αποτίναξε όλο το βαρύ φορτίο των αμαρτημάτων του.

Καταλήγει λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, ο ιερός Χρυσόστομος: Να καταδικάζουμε τις αμαρτίες μας, να συγχωρούμε τις αμαρτίες των αδελφών μας, να 'χουμε κερδοφόρα προσευχή, καρπούς ελεημοσύνης και ταπεινοφροσύνης, δίχως να καθυστερούμε, δίχως να χάνουμε ούτε μία μέρα και ώρα βαδίζοντας τους πέντε αυτούς σωτήριους δρόμους καθημερινά.

(Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, «Χριστός χριστιανούς χαρά χαρίζει», εκδ. Τήνος)

The Spiritual Blindness of Sin - St. Tikhon of Zadonsk





Whatever physical darkness is for the eyes, so is sin for the human soul. The spiritual darkness so darkens and blinds the eyes of the soul, that the sinner walks like the blind: he doesn't know where the path leads him; he doesn't see before him the torment of an eternal death in which he might fall; he doesn't distinguish vice from virtue, evil from good, truth from lies, true good fortune from evil fortune, and, thus, seeing he does not see and acts by touching like the blind.

Does he live in good fortune? He becomes violent, as an untrained and unrestrained horse, and does not see that with this good fortune God draws him to Himself as a father of a little child draws an apple. Will misfortune visit him? He grumbles, is indignant and blames, that as if he told a lie; he makes complaints and says a malicious word: "Am I a liar? In what have I sinned? Am I really more sinful than others? Am I worthy of this? Does my work deserve this?" He justifies himself, being full of every kind of untruth; he cleanses himself, being all besmirched; he considers himself unworthy of temporal punishment, but worthy of the eternal; he praises his merits, which stand for nothing.

All of creation, the heaven, the sun, the moon, the stars, the earth and its fulfillment, as if by mouth "tells of the glory of God" (Psalm 16:2); but the blind sinner does not feel the majesty of His glory and does not tremble. God, both through creation and by His word, reveals Himself for everyone; but the sinner, like a deaf person, does not hear His word and does not recognize the Lord. He hears the name of God, but he does not recognize God: he hears the voice of the Lord only with carnal instead of spiritual ears, and therefore, "hearing he does not hear and seeing he does not see".

When God is preached by His holy word, then His sacred will is also preached; but the sinner doesn't know it and does not make it his own. His omnipotence and majesty is preached, before which the sinner is not humble. His righteousness is preached before which the sinner is not afraid and does not honor. His truth is preached before which the sinner does not believe. His omnipresence is preached, before which the sinner does not show reverence. He does not show it because does not recognize Him. His most wise reason is preached, in which the sinner does not discern. His highest holiness is preached which the sinner does not honor. His supreme authority is preached which the sinner does not obey. His awesome glory is preached which the sinner does not honor. His timeless goodness is preached, in which the sinner makes no effort to participate. His fearful judgment is preached before which the sinner does not tremble, and so forth. Thus, the sinner is like "the man out of his mind who cannot know, and the stupid who cannot understand" (LXX Psalm 91:7) God and the acts of God.

And not only in relation to God, but also in relation to his neighbor, i.e. to any human, the blind man is a carnal and unenlightened man. We see that a person does evil to his neighbor, which he himself does not want; and does not do good to him, which he himself wants. We see that he is indignant and angry at the one who offends him; he abuses, abases, blames, discredits, lies about him, steals, kidnaps, takes away that which is his, and does other offenses; but he himself does such evil, or repays evil with evil, and is not ashamed and does not sense this. On the other hand, he wants his neighbor to be merciful to him and not leave him in need, for example: to quench his thirst and to give him drink when he thirsts, clothe the naked, welcome the stranger into his home and to comfort the sick and visit those in prison and do other works of mercy for him. All of this he wants, this truth is indisputable, but he himself does not want to do the same for a neighbor. We see that this evil is self-love, an untruth and blindness in Christians, who either silently pass by his neighbors living in misery as if not seeing them, or is ashamed to ask: "what can I do for him?" Many have plentiful food and a magnificent table for themselves, but do not care about a hungry neighbor; others wear all kinds of expensive clothes, and do not care about their naked neighbor; others build rich, large and tall houses and decorate the rest of the building, but for their neighbor who does not have a place to lay his head and to rest they do not care; they have silver, gold and other riches, comfortable for soul and life, that is kept whole and is saved, but there is no care for their neighbor who is burdened with debt and it is torment or prison for him for his shortfalls or sitting debts and suffering. We see this self-love and untruth in Christians: for not only they do evil, but also they don't do good for their neighbors, there is the untruth.

But, what it is even worse, we see that many Christians are not ashamed and are not afraid to steal, to kidnap and to be cunning, to flatter, to lie, to deceive, to slander, to scandalize, to denounce, to abuse, to commit adultery and make other offenses against their neighbor that they themselves would not want. All this comes from blindness.

St. Tikhon of Zadonsk

We Are All Patients In A Hospital ( St. Nikolai Velimirovich )



At the time of the First Ecumenical Council [Nicaea, 325 A.D.], the quarreling clerics wrote accusations one against the other and presented them to the emperor. Emperor Constantine received all of these accusations and not opening them, burned them over a flaming candle. To the amazement of those around him, the emperor said: "If I would see with my own eyes a bishop, a priest or a monk in a sinful act, I would cover him with my cloak, so that no one would ever see his sin." Thus, this great Christian emperor embarrassed the scandalmongers and sealed their mouths.

Our Faith prohibits us to be spies of the sins of others and stresses that we be merciless judges of our own sins. The sick person in the hospital is concerned with his own particular malady so that he has neither the will nor the time to question others who are ill or to mock their illness. Are we not all in this world as patients in a hospital? Does not our own common sense underline that we look at our own illness and not at another's illness? Let no one think that they will be cured of their illness in the other world. This world is merely a hospital and a place for healing and, in that world, there is no hospital; there is only a mansion or only a prison. 


By St. Nikolai Velimirovich

ΜΕΧΡΙ ΕΚΕΙ ΚΑΤΑΔΕΧΕΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΝΑ ΕΡΘΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ !!!



- Γέροντα, είναι μερικοί άνθρωποι, που, ενώ έχουν ακούσει πολλά για τον Χριστό, δεν λένε ν΄ αλλάξουν. Δεν γυρίζουν! Τί συμβαίνει μ΄ αυτούς;

- Αυτοί είναι πολύ γυρισμένοι από την άλλη μεριά και θέλει πολλή προσευχή για να γυρίσουν από την καλή μεριά. Εάν ένας άνθρωπος είναι καλός, πονετικός, μην τον φοβάσαι. Αν, π.χ., πίνει ή παίζει χαρτιά και έχει άλλα πάθη και δεν πιστεύει, αλλά όταν δει έναν φτωχό, λυπάται, ταράζεται, θέλει να βοηθήσει, αυτόν μην τον φοβάσαι, θα τον βοηθήσει ο Χριστός. Αλλά αν κάποιος είναι σκληρός και παρ΄ όλο που έχει πολλά επιμένει και σκληραίνει, αυτός δεν πάει καλά !

Να, ήταν μια γυναίκα στην Αυστρία, πολύ πλούσια. Ξόδεψε όλη την περιουσία της στους φτωχούς. Δίνε από δω, δίνε από κει, στο τέλος έμεινε χωρίς τίποτα. Φρόντισαν εκεί κάτι γνωστοί της και την έβαλαν σ΄ ένα αριστοκρατικό γηροκομείο. Πήγαινε εκεί κάποιος γνωστός μου και της έλεγε για τον Χριστό. Αυτή δεν πίστευε. «Σε παρακαλώ, ας αλλάξουμε κουβέντα», του 'λεγε.

Στο τέλος, μια φορά της παρουσιάστηκε ο ίδιος ο ΧΡΙΣΤΟΣ. Όχι σε όραμα, αλλά φανερά. Μετά, κλάματα αυτή και μετάνοια. «Που μου 'λεγες εσύ κι εγώ δεν πίστευα», έλεγε στον γνωστό μου.

Όταν ερχόταν και μου λεγε να κάνω προσευχή γι΄ αυτήν, όχι, του 'λεγα, δεν κάνω, γιατί αυτή δικαιούται τη Θεία Βοήθεια.

(Από το βιβλίο «Ο πατήρ Παΐσιος μου είπε» Αθανάσιου Ρακόβαλη)

Sunday, May 26, 2013

Αιτήματα στην προσευχή - Γεροντας Παϊσιος



- Γέροντα, αν είναι ευλογημένο, να μας λέγατε μερικά θέματα, για τα οποία ιδιαίτερα πρέπει να προσευχόμαστε.


Να παρακαλούμε κατ’ αρχάς η προσευχή μας να έχει ως αποτέλεσμα να έρθουν σε θεοσέβεια όσοι ζουν και όσοι θα ζήσουν. Εγώ στην προσευχή μου λέω «Παράτεινον το έλεός Σου τοις γινώσκουσί Σε» και προσθέτω «και τοις μη γινώσκουσί Σε». Ακόμα λέω «Κύριε, σώσον τους ασεβείς». (Βέβαια η Εκκλησία καλά κανόνισε να λέει «Κύριε, σώσον τους ευσεβείς...», γιατί μπορεί να βρίζουν οι ασεβείς, επειδή προσεύχονται γι’ αυτούς).


Όταν πάλι ο ιερέας λέει «Υπέρ των εντειλαμένων ημίν τοις αναξίοις εύχεσθαι υπέρ αυτών», προσθέτω και «υπέρ των μη εντειλαμένων». Γιατί πρέπει να προσευχόμαστε και γι’ αυτούς που μας ζήτησαν να προσευχηθούμε, αλλά και γι’ αυτούς που δεν μας ζήτησαν, και για τους γνωστούς και για τους αγνώστους.

Τόσες χιλιάδες άνθρωποι υπάρχουν που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη και σοβαρότερα προβλήματα από αυτούς που μας ζήτησαν να προσευχηθούμε. Να κάνουμε προσευχή και για όσους έχουν αδικηθεί, να φανεί το δίκαιο· να δοθεί χάρη στους φυλακισμένους, να πιάσει τόπο η ταλαιπωρία που πέρασαν και να βοηθηθούν. Όταν βάζω ξύλα στη φωτιά, δοξολογώ τον Θεό και λέω: «Ζέστανε, Θεέ μου, όσους δεν έχουν ζεστασιά». Όταν πάλι καίω τα γράμματα που μου στέλνουν – τα διαβάζω και μετά τα καίω, γιατί έχουν και θέματα και απόρρητα και εξομολογήσεις -, λέω: «Να τους κάψει ο Θεός όλα τα κουσούρια. Να τους βοηθάει ο Θεός να ζουν πνευματικά και να τους αγιάζει».


Ακόμη συνηθίζω να ζητώ από τους Αγίους να προστατεύουν τους ανθρώπους που φέρουν το όνομά τους και από τους Αγίους Πάντες να προστατεύουν αυτούς που δεν έχουν προστάτη Άγιο.


- Γέροντα, τι είναι καλύτερα, να ζητώ το έλεος του Θεού γενικά ή να αναφέρω και συγκεκριμένα αιτήματα σύμφωνα με το «Αιτείτε και δοθήσεται υμίν»;


Να προσεύχεσαι γενικά και να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τους πάσχοντας σωματικά και ψυχικά». Σ’ αυτήν την ευχή περιλαμβάνονται και οι κεκοιμημένοι. Αν σου έρχεται στον νου ένα συγγενικό σου πρόσωπο, πες μια ευχή και γι’ αυτό, «... ελέησον τον δούλον Σου τάδε», και πέρασε αμέσως στην γενική ευχή για όλον τον κόσμο, «... ελέησον τον κόσμον Σου άπαντα»


Μπορείς να φέρνεις στον νου σου έναν συγκεκριμένο άνθρωπο που έχει ανάγκη, να προσεύχεσαι λίγο γι’ αυτόν και μετά να λες «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς» και να πονάς για όλους, για να μη φεύγει η... αμαξοστοιχία με έναν επιβάτη. Να μη σκαλώνουμε σε ένα πρόσωπο και μετά δεν μπορούμε να βοηθήσουμε με την προσευχή ούτε τον εαυτό μας ούτε τους άλλους.


Όταν προσεύχεσαι λ.χ. για έναν καρκινοπαθή, να προσεύχεσαι για όλους τους καρκινοπαθείς και να λες και μια ευχή για τους κεκοιμημένους. Ή βλέπεις έναν δυστυχισμένο· να πηγαίνει αμέσως ο νους σου σε όλους τους δυστυχισμένους και να προσεύχεσαι γι’ αυτούς.


Να, θυμάμαι, μικρός είχα δει έναν ζητιάνο που πέθανε έξω από ένα τούρκικο σπίτι, δέκα μέτρα μακριά από το δικό μας. Πέτρο τον έλεγαν. Τον βρήκε το πρωί η Τουρκάλα πεσμένο έξω από το σπίτι της και τον σκούντηξε να σηκωθεί· τότε κατάλαβε ότι είχε πεθάνει. Ακόμη τον μνημονεύω. Πόσοι τέτοιοι «Πέτροι» υπάρχουν στον κόσμο!


Όταν πηγαίνει κανείς σε ειδικά θέματα και σκέφτεται ότι υποφέρουν οι συνάνθρωποί μας, βοηθιέται, γιατί κεντιέται η καρδιά. Έτσι, με πονεμένη καρδιά από τα ειδικά θέματα πηγαίνει και στα γενικά, και βοηθάει περισσότερο με την καρδιακή προσευχή.


Καλά είναι ο μοναχός να μοιράζει την προσευχή του σε τρία μέρη: για τον εαυτό του, για όλο τον κόσμο και για τους κεκοιμημένους. Αν και με αυτόν τον τρόπο, παρόλο που φαίνεται δίκαιη η μοιρασιά, πάλι για τον εαυτό του φροντίζει περισσότερο, γιατί ο εαυτός του είναι ένας, ενώ οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι είναι δισεκατομμύρια. (...)


Να θέλει και αυτός που ζητά την προσευχή να βοηθηθεί, να σωθεί, και να αγωνίζεται. Για να βοηθηθεί δηλαδή κανείς από την προσευχή «δικαίου» ανθρώπου, χρειάζεται να έχει καλή διάθεση. Η ευχή που γίνεται με την καρδιά εισακούεται· πρέπει όμως και ο άλλος να είναι δεκτικός. Αλλιώς, εκείνος που προσεύχεται πρέπει να έχει την αγιότητα του Μεγάλου Παϊσίου, για να μπορέσει να τον βγάλει από την κόλαση. Γι’ αυτό κάνετε προσευχή πρώτα γι’ αυτούς που έχουν διάθεση να σωθούν


Εγώ, όταν παρακαλάω τον Θεό για διάφορες περιπτώσεις, λέω: «Θεέ μου, να είναι αισθητή η βοήθειά Σου, για να βοηθηθούν οι άνθρωποι και πνευματικά· αν δεν είναι αισθητή, μη μας βοηθάς». Πολλοί ούτε καν καταλαβαίνουν από τι μπόρες μας γλιτώνει ο Θεός και ούτε καν το σκέφτονται, για να δοξολογήσουν τον Θεό. Γι’ αυτό να ζητάμε να βοηθάνε ο Χριστός, η Παναγία, οι Άγιοι στον κόσμο, αλλά να είναι και αισθητή η βοήθειά Τους, για να ωφελούνται οι άνθρωποι.


Ας υποθέσουμε ότι κινδυνεύει κάποιος να πέσει από την σκαλωσιά και οικονομάει ο Θεός να σκαλώσει κάπου, που δεν ήταν να σκαλώσει και γλιτώνει. Ή πέφτει κάπου και δεν σακατεύεται. Ή τρακάρει και γλιτώνει. Να ευχηθούμε να καταλάβει ότι ο Θεός τον βοήθησε και σώθηκε, για να βοηθηθεί πνευματικά.


Κάποιος έπεσε από ένα γεφύρι κάτω και σώθηκε. «Κατέβηκες να μετρήσεις το βάθος;», του λέω. Στα χέρια μας κρατούν οι Άγιοι. Ένα παιδί που του είχα δώσει ένα σταυρουδάκι, καθώς έτρεχε με τον μοτοσακό, πέρασε πάνω από ένα ταξί, έκανε μια τούμπα και συνέχισε να τρέχει στον δρόμο, χωρίς να πάθει τίποτα. Πολλοί γλιτώνουν, αλλά λίγοι καταλαβαίνουν και διορθώνονται.


Γεροντας Παϊσιος

Faith and Works - A Synergy Not Conflict



For many Christians, there is a battle between faith and works. Some proclaim that our salvation comes through faith alone. They are concerned that one might think they could get to heaven by their own efforts, I guess, without faith. For Orthodox Christians there is no battle between faith and works. We know that both faith and works are necessary. We call it synergic cooperation with God. But, the starting point is always an act of believing in God.

Saint Seraphim tells us the following:
Before anything else, one must believe in God, "that He is, and that He is a rewarder of them that diligently seek Him (Heb 11:6).
One who is a doubter is like a man lost at sea without a life raft. He is incapable of doing works that will lead him to God.


Saint James says,
"...he who doubts is like a wave of the sea driven and tossed by the wind. For let not that man suppose that he will receive anything from the Lord; he is a double-minded man, unstable in all his ways. (James 1:6-8 NKJV)
Faith is the necessary first step on a journey to be united with God and know Him through direct experience. Without faith we could not undertake the necessary preparation. We would not know where to begin. Such preparation for many is seen as works without God, trying to earn our way to heaven. This is a concern without basis. To seek to know God, we begin with faith, believing that it is God who sent His Son for our transformation to be united with Him and that it is His teachings that we must follow. With this belief we will undertake meaningful works that with patience leads us to an intimate knowledge of Him.


Faith of necessity involves works. It is James who tells us, "Faith without works is dead" (James2:26). He points out that the necessary works involved are love, peace, long-suffering, mercy, humility, rest from all works, bearing of the Cross, and life in the Spirit.

Saint Seraphim says,
True faith cannot be without works; one who truly believes will unfailingly have works as well. Our journey with Christ is one of cooperation where we submit our will to His will to do His work. To realize this we have many works to do in preparation to receive His grace which transforms and unites us with Him. With faith we desire to under take many works to perfect ourselves in His grace.

Saint Seraphim of Sarov


Reference: Little Russian Philokalia, Vol 1 , p 25.



Our Work Begins with Reverence and Fear of God.



Saint Seraphim directs us to the following Psalm,
Upon his mind there must always be engraved these words of the prophet: "Serve the Lord with fear, and rejoice with trembling" (Ps 2:11)
All our actions must be done with this in mind. It is only in this way that our works will aid us in our aim to be united with Him. Saint Seraphim points out that without such an attitude, instead of being blessed, we will be cursed. "Cursed be he that doeth the work of the Lord negligently" (Jer. 48:10).

Our work is great and difficult. We need to always cooperate with God's grace.


Saint Seraphim says,
Reverent carefulness is necessary here because this sea--that is, the heart, with it's thoughts and desires, which one must cleanse by means of mindfulness-- is great and vast, "and there are numberless reptiles there" (Ps 103:27), that is, numerous vain, unjust, and impure thoughts generated by evil spirits.
Much more than faith is necessary. In cooperation with divine grace, we have to do the work necessary to tame the impulses of our biological being, so that all our actions can be directed according to God's will and not be based on our own desires and fears because of our mortality and susceptibility to sickness and suffering. 



Seraphim of Sarov,






Reference: Little Russian Philikolia, p 27

ΜΟΝΗ ΜΑΧΑΙΡΑ_ΜΑΧΑΙΡΙΩΤΙΣΣΑ_MAHERAS_MACHERAS_MACHAIRAS MONASTERY

Η στοργή και η αγάπη των γονέων - Γεροντας Παϊσιος



Η στοργή και η αγάπη των γονέων είναι απαραίτητα στοιχεία για την ψυχική ισορροπία των παιδιών. Σήμερα υπάρχει έλλειψη στοργής και ενδιαφέροντος εκ μέρους των γονέων για τα παιδιά.

Τους δίνουν χρήματα, και τους κάνουν κακό. Τους παίρνουν μοτοσυκλέττες και πάνε και σκοτώνονται τα παιδιά. Δεν είναι η στοργή, που έχουν ανάγκη τα παιδιά.
Όποιος έχει χάρη Θεού θα του δοθεί κι' άλλη, κι όποιος έχει λίγη και την περιφρονεί, θα του αφαιρεθεί κι' αυτή.

Η χάρη του θεού δεν υπάρχει στους σημερινούς ανθρώπους, γιατί πετάνε και την λίγη που είχανε. Κι' όταν φύγει η χάρη...ορμούν όλοι οι δαίμονες μέσα στον άνθρωπο.




Γεροντας Παϊσιος

Why The Lord Permits Assaults On The Church


Why does the good Lord permit assaults and sufferings on the True Faith while He permits the pleasure of tranquility to heresies and paganism?

Why? Even St. John Chrysostom asks and immediately replies: "So that you would recognize their weakness (the weakness of the heresies and paganism) when you see that they disintegrate on their own without any disturbance and also to be convinced in the power of faith which endures misfortunes and even multiplies through its adversaries." "Therefore, if we quarrel with the pagans or with the wretched Jews, it is sufficient to emphasize as evidence of divine power that the Faith (Christianity) which was subjected to countless struggles maintained victory" even when the entire world stood against her [the Church].

St. Isaac the Syrian says: "The wondrous love of God toward man is recognized when man is in misfortunes that are destroying his hope. Here, God manifests His power for his [man's] salvation. For man never recognizes the power of God in tranquility and freedom."
 
by St. Nikolai Velimirovich

Knowing God


Saint Seraphim tells us that we must first know God before we can contemplate Him. It is this direct knowledge that is necessary if we are to truly love Him.
Saint Seraphim writes,


If you do not know God, it is impossible for love of Him to be awakened in you; and you cannot love God if you do not see Him. The vision of God comes from knowledge of Him; for contemplation of Him does not precede knowledge of Him.


How are we to gain this knowledge? This is the question we should all ask ourselves and have great anguish if we cannot experience God in this non intellectual way but through a direct experience of Him and His love.

Saint Seraphim tells us,

"A man becomes perfect in His sight to the extent that he follows in His footsteps; in the true age God will reveal His face to Him."
This knowledge we seek is one that is expressed in a way that "warms" our inner being.

Saint Seraphim expresses it as follows:

God is a fire that warms and kindles the heart and inward parts. And so, if we feel in our hearts coldness, which is of the devil--for the devil is cold--then let us call upon the Lord, and He will come and warm our hearts with perfect love not only for Him, but for our neighbors as well. And from the presence of warmth the coldness of the hater of good will be driven away.
Christ has given us the means through our participation it it's liturgies, sacraments and prescribed practices for all of us, no matter what our spiritual condition, to come to this direct knowledge of Him. This includes the beauty if His Church which uses all means to lift us to heavenly levels. The sacrament of Holy Communion is a direct encounter with Him that works through all parts of our body to transform our fallen nature into one of His likeness. Through Holy Confession we are aided in not just relieving us from our guilt but committing ourselves with His help to change our mind and way of life. We nurture our growth through our regular practice of fasting and daily prayer. This is the Orthodox ways of life and the path to Theosis where we gain a direct knowledge of Him.


Saint Seraphim of Sarov
Reference: Little Russian Philokalia, Volume 1, p 23





Προσευχή με υπομονή - Γεροντας Παϊσιος



- Γέροντα, μένει ψυχρή η καρδιά μου στην προσευχή.

Είναι γιατί ο νους δεν δίνει τηλεγράφημα στην καρδιά. Ύστερα στην προσευχή χρειάζεται να εργασθεί κανείς· δεν μπορεί από την μια στιγμή στην άλλη να φθάσει σε κατάσταση, ώστε να μη φεύγει καθόλου ο νους του. Θέλει υπομονή. Βλέπεις, άλλος χτυπάει την πόρτα, ξαναχτυπάει, περιμένει, και μετά ανοίγει η πόρτα. Εσύ θες να χτυπήσεις μια και να μπεις μέσα. Δεν γίνεται έτσι.

Στην προσευχή χρειάζεται επιμονή. «Και παρεβιάσαντο αυτόν» (Λουκ. 24, 25), λέει το Ευαγγέλιο για τους δύο Μαθητές που συνάντησαν τον Χριστό στον δρόμο προς Εμμαούς. Έμεινε ο Χριστός μαζί τους, γιατί είχαν μια συγγένεια με τον Χριστό και το δικαιούνταν. Είχαν ταπείνωση, απλότητα, καλοσύνη, θάρρος με την καλή έννοια, όλες τις προϋποθέσεις, γι’ αυτό και ο Χριστός έμεινε μαζί τους.

Πρέπει να προσευχόμαστε με πίστη για κάθε ζήτημα και να κάνουμε υπομονή, και ο Θεός θα μιλήσει. Γιατί, όταν ο άνθρωπος προσεύχεται με πίστη, υποχρεώνει τον Θεό κατά κάποιο τρόπο για την πίστη του αυτή να του εκπληρώσει το αίτημά του. Γι’ αυτό, όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό, να μη «διακρινώμεθα» και θα εισακουσθούμε. «Να έχετε πίστη χωρίς να διακριθείτε» (Ματθ. 21, 21), είπε ο Κύριος. Ο Θεός ξέρει να μας δώσει αυτό που ζητούμε, ώστε να μη βλαφτούμε πνευματικά.

Μερικές φορές ζητούμε κάτι από τον Θεό, αλλά δεν κάνουμε υπομονή και ανησυχούμε. Αν δεν είχαμε δυνατό Θεό, τότε να ανησυχούσαμε. Αλλά αφού έχουμε Θεό Παντοδύναμο και έχει πάρα πολλή αγάπη, τόση που μας τρέφει και με το Αίμα Του, δεν δικαιολογούμαστε να ανησυχούμε.

Μερικές φορές δεν αφήνουμε ένα δύσκολο θέμα μας στα χέρια του Θεού, αλλά ενεργούμε ανθρώπινα. Όταν ζητούμε κάτι από τον Θεό και κλονίζεται η πίστη μας και θέλουμε να ενεργήσουμε ανθρωπίνως στα δυσκολοκατόρθωτα, χωρίς να περιμένουμε την απάντηση στο αίτημά μας από τον Θεό, είναι σαν να κάνουμε αίτηση στον βασιλέα Θεό και την παίρνουμε πίσω, την ώρα που Εκείνος απλώνει το χέρι Του, για να ενεργήσει.

Τον παρακαλούμε πάλι, αλλά και πάλι κλονίζεται η πίστη μας και ανησυχούμε και επαναλαμβάνουμε το ίδιο. Έτσι διαιωνίζεται η ταλαιπωρία μας. Κάνουμε δηλαδή σαν εκείνον που κάνει μια αίτηση στο Υπουργείο και ύστερα από λίγο μετανιώνει και την αποσύρει. Ξαναμετανιώνει, την υποβάλλει· μετά από λίγο πάλι την αποσύρει. Η αίτηση όμως πρέπει να μείνει, για να παίρνει την σειρά της.





Γεροντας Παϊσιος

Η ποιότητα της προσευχής μετράει- Γεροντας Παϊσιος

Γέροντα, όταν έχουμε ένα αίτημα για κάποιο σοβαρό θέμα, μήπως πρέπει η προσευχή να συνοδεύεται με νηστεία;

Αυτό δεν χρειάζεται συζήτηση· είναι κάτι το οποίο επιβάλλεται. Η νηστεία, η άσκηση, είναι προϋποθέσεις. Αλλά για να γίνει σωστή προσευχή, πρέπει να πονάει κανείς για τους άλλους. Γιατί είναι και τυπικό πολλών χριστιανών της εποχής μας να μη θέλουν να στενοχωρηθούν.

Και συνταξιούχοι ακόμη που όλη μέρα κάθονται, δεν πάνε να πλησιάσουν ένα παιδί εγκαταλελειμμένο, γιατί αυτό έχει φασαρία. Θα φάνε, θα πιουν τον καφέ τους και θα κάνουν έναν περίπατο, θα πάνε σε ένα νοσοκομείο που έχει νοσοκόμους, σε κάτι οργανωμένο, για να δουν έναν άρρωστο, γιατί αυτό είναι πιο εύκολο. Πάλι δηλαδή για να ευχαριστηθούν, οπότε αναπαύουν και τον λογισμό τους ότι έκαναν το καθήκον τους. Πόσους έχω στριμώξει να βοηθήσουν κάτι παιδάκια εγκαταλελειμμένα! Αυτοί τίποτε.


Γεροντας Παϊσιος

Saturday, May 25, 2013

Caves of Athos

Russian Orthodox Chant from Valaam. The Megalynaria: My soul does magnify my Lord and my spirit rejoices in God my Saviour: Refrain: U are more honored than the cherubim and more glorious than the Seraphim. U who gavest birth to GOD the LOGOS without corrupition. Thee - the very Theotokos do we magnify.

ΓΙΝΕ ΑΣΚΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α-ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΑΝΟΣ

Elder Paisios, When Sick, Was Attended To By Angels and Saints For A Week



Elder Paisios told a spiritual child of a wondrous event, recorded below, which occurred in his life:

Once, when I was at Holy Cross [Hermitage], I became seriously ill. It was a harsh winter, and snow had fallen so that no tree looked like a tree. Everything was smothered in white, the trails were gone, the birds were quiet, clouds and fog obscured Athos. I had no contact with the Monastery of Stavronikita, and I could not live more than a few days since because of the illness I was completely paralyzed. I was expecting the Lord to take my soul and lead it to the mercy of His compassion. I could not even make one cup of tea, nor light the stove, no did I have water to drink. My life was at the mercy of God. I said: "Behold Lord, in Your mercy I hope. Do not forsake me!"


After a few prayers which I mumbled with great effort, I saw appear in my cell angels and saints, sent by God. The grace of God had visited quickly. I thanked and glorified my Savior. I cried. One of the angels took care of the stove, another was preparing warm food, they were also bringing fragrant breads. I was in Paradise. What else did I want.


The saints began to encourage me with words of consolation and prayers. And only their vision gave me rest, empowering me and giving me hope. They stayed with me until I was well and able to take care of myself. Then they left. They stayed with me for a week. When after a time I arose and went outside my cell I looked around at nature with different eyes. Everything was illumined with the uncreated light of the Holy Spirit. I was not worthy, but the infinite goodness of God and his love manifested in this way.


In all I felt such grace filling me within that I would say: "Enough Lord. I cannot take anymore. I will burst. Either take me with You or dwindle the grace You have given me. If You give me so much grace now, imagine what is given in Paradise."

Elder Paisios

Guided By the Wing of an Angel - Elder Iakovos (Tsalikis)




People are blind and don’t see what takes place in church during the Divine Liturgy. Once I was serving and I couldn’t make the Great Entrance because of what I saw. I suddenly felt someone pushing me by my shoulder and guiding me toward the holy prothesis. I thought it was the chanter, and said to myself: "The blessed one, such irreverence? He entered through the Beautiful Gate and is pushing me?" I turned around and saw a huge wing that the archangel had laid on my shoulder, and that he was guiding me to make the Great Entrance. What amazing things take place in the altar during the Divine Liturgy! Sometimes I can’t handle it, and so I pass out in a chair, and thus some concelebrators conclude that I’ve got something wrong with my health, but they don’t realize what I see and hear. What wings on those angels, my child!

- Elder Iakovos (Tsalikis) (1920-1991)





Ένας 17χρονος στέλνει γράμμα στο Χριστό



Ιησού ...;Χριστέ ...;. είμαι ένα απλό παιδί, αν και έκλεισα τα 17 μου. Είναι η ηλικία της εφηβείας, αλλά δε θέλω και δε μπορώ να τη σκέφτομαι. Δυσκολεύομαι.


Σου γράφω κάποιες σκέψεις. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα τις λάβεις. Δεν έχεις κάποια διεύθυνση. Δε ξέρω που βρίσκεσαι και στο κάτω- κάτω ποιος είσαι Εσύ. Ο κόσμος δε μου λέει σχεδόν τίποτα για Σένα. Δε Σε γνωρίζει και ούτε που θέλει να Σε γνωρίσει. Προσπάθησα να μάθω κάποια πράγματα για Σένα, αλλά δεν κατάφερα τίποτα. Ούτε τουλάχιστον τα' όνομά Σου δε προφέρουν οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω μου. Και τότε, Χριστέ, πώς να Σε βρω; Που βρίσκεσαι; Ποιος είσαι;


Πώς να είμαι βέβαιος ότι υπάρχεις; Ότι με γνωρίζεις, ότι μ' αγαπάς, ότι έχεις και για μένα μια σταγόνα αγάπης; Οι γύρω μου...

... δε Σε βλέπουν, κοντά τους δε Σε αισθάνομαι. Πολλοί απ' αυτούς που με περιτριγυρίζουν υποφέρον από εγωισμό, από υποκρισία, από μίσος. Δε μου λεν τίποτε για Σένα. Δε θέλουν να Σε βρουν, να Σε αισθανθούν, να Σε συναντήσουν.


Όταν τους ρωτάω κάτι για Σένα μου γελούν ειρωνικά και με κοιτάζουν με περιφρόνηση. Δεν έχουν χρόνο και για Σένα. Ίσως δεν πιστεύουν σε Σένα. Είναι απασχολημένοι με τα προβλήματά τους, τα τόσο μικρά, τα τόσο πρόσκαιρα, τα τόσα ποταπά.


Και με πονάει το ότι πάντοτε φαίνονται χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Το χαμόγελο εμφανίζεται στα χείλη τους. Φαίνονται να ζουν τη ζωή τους. Εγώ όμως δεν μπορώ να αισθανθώ έτσι. Ίσως δε ξέρεις πόσο συχνά με βαρύνει η λύπη, η αδυναμία, η μοναξιά ...;


Ίσως θα ήθελα να είμαι σαν αυτούς ...; Αλλά κάτι από τα βάθη της καρδιάς με σταματάει! Συχνά αισθάνομαι εγκαταλελειμμένος ανάμεσά τους. Αισθάνομαι σαν ένα νησί λύπης και πόνου στο μέσο ενός "ωκεανού ευτυχίας". Γιατί αυτοί μπορούν να είναι ευτυχισμένοι κι εγώ όχι; Ποιος κάνει λάθος Χριστέ; Αυτοί ή εγώ; Αν υπάρχεις γιατί δεν έρχεσαι να μου δώσεις μια καθαρή και σίγουρη απάντηση;


Όσοι δεν έχουν ιδέα για Σένα, δεν ξέρουν τίποτε άλλο από το να διασκεδάζουν, να ζουν τη ζωή τους και τα νειάτα τους. Αλλά με εμένα τι θα γίνει; Σαν να έχω στη ψυχή μου ένα παιδάκι που κοιτάζει γύρω του τους ανθρώπους και του έρχεται να κλαίει ...; δεν καταλαβαίνω συχνά λόγους και συμπεριφορές ...;


Γιατί μόνο τα μάτια μου έχουν δάκρυα πόνου; Μόνο εγώ πρέπει να κλαίω; Μόνο εγώ δεν έχω το δικαίωμα να είμαι ευτυχισμένη. Μήπως Εσύ μ' εμποδίζεις να είμαι σαν τους άλλους; Και γιατί το κάνεις αυτό; Ίσως δεν καταλαβαίνω τι περιμένεις από εμένα ...; Ίσως δε μπορώ να διακρίνω το θέλημά Σου ...;


Όλοι μου ζητούν, σχεδόν με υποχρεώνουν να είμαι σαν αυτούς ...; Αλλά Εσύ δε λες τίποτα. Απολύτως τίποτα ...; ούτε μια λέξη! Και πώς να ξέρω τι θέλεις από εμένα; Τρέφομαι με δάκρυα και πάλι με δάκρυα ...; Δε μπορώ να κλάψω μπροστά στους φίλους μου. Ξέρεις καλά ότι κοντά τους προσπαθώ να χαμογελώ και να φαίνομαι ευτυχισμένος. Ενώ αν κάποια μέρα δεν καταφέρω να υποκριθώ τον ευτυχισμένο και η λύπη μου πιέζει όλη μου την ύπαρξη κανείς δε με ρωτάει τι έχω. Άραγε δεν τους ενδιαφέρει; Μήπως δε βλέπουν και δεν καταλαβαίνουν;


Αγαπώ το Θεό, αλλά δεν ξέρω πώς να το αποδείξω ...; Αρχίζω να πιστεύω ότι τα πάντα είναι μάταια! Ποιος μπορεί να τα καταλάβει όλα αυτά; Σε ποιόν να παραπονεθώ;Παλεύω με τον εαυτό μου και προσεύχομαι σε Σένα. Κανείς δε με μαθαίνει πως και τι πρέπει να σου πω. Προσεύχομαι όπως μου έρθει. Έφτασα να κρύβομαι ακόμη κι από την οικογένειά μου. Οι γονείς μου χαίρονται όταν πηγαίνω στη ντισκοτέκ, αλλά δε χαίρονται όταν προσεύχομαι. Ποιος έχει δίκιο, Ιησού; Και γονατίζω στα κλεφτά και ψάχνω λόγια. Ίσως πιο πολύ κλαίω. Τι θέλεις να σου πω; Πιστεύω ότι ξέρεις τα πάντα και δεν έχεις ανάγκη τα λόγια μου, αλλά ωστόσο αισθάνομαι ότι με ακούς. Και αν δεν αισθανόμουν ούτε από Εσένα έλεος και αγάπη, είμαι σίγουρος ότι θα τρελαινόμουν από τον πόνο και τη μοναξιά. Ίσως δεν προσεύχομαι καλά. Ίσως και να μην προσεύχομαι καθόλου. Αλλά προσπαθώ. Πρέπει! Επειδή δε μπορώ να είμαι σαν αυτούς που δεν προσεύχονται ...;


Για Σένα γνωρίζω ότι δεν μπορείς παρά να συγχωρείς και ν' αγαπάς. Ακόμη ξέρω ότι στο πέρασμά Σου από τη γη το κάθε δευτερόλεπτό Σου ήταν ένας ωκεανός πόνου. Δε γέλασες ούτε μια φορά! Ίσως να χαμογέλασες λίγο ...;Ξέρω σίγουρα ότι έκλαψες ‡ όχι για σένα αλλά για τους άλλους. Και ξέρω ότι δεν υποσχέθηκες σε κανέναν στη γη ευτυχία, εδώ και τώρα. Υποσχέθηκες όμως τα καλύτερα για την Βασιλεία των Ουρανών. Αλλά γιατί όλα αυτά; Τελικά δε μπορείς να δώσεις κάτι για τη θλιμμένη μου εφηβεία; Δεν αξίζω ένα χαμόγελο και μία ώρα ευτυχίας;


Πόσο θα ήθελα να μου απαντήσεις.


Δηλαδή να καταλάβω ότι ο κόσμος με υποχρεώνει να υποφέρω; Ίσως έτσι να είναι. Μου είναι εύκολο να Σου γράψω ότι ο κόσμος γύρω μου είναι εγωιστής, ψεύτης και διεστραμμένος. Εσύ τα ξέρεις καλύτερα από εμένα! Με πληγώνει η αδιαφορία τους. Με πληγώνει η κακία και η υποκρισία τους.


Σε ποιον να παραπονεθώ; Σ' αυτούς που δεν κλαίνε πια; Ακόμη θέλω να σου πω ότι με πονάει η βρωμιά που βλέπω γύρω μου. Πόσην υπομονή να κάνω ακόμα και για πόσο ακόμη θα μπορέσω να διατηρήσω αυτή τη σταγόνα αξιοπρέπειας και αγνότητας ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν ξέρουν τίποτε άλλα απ' το να μιλάνε και να σκέφτονται βρώμικα; Πώς να εξηγήσω σε Σένα τον Αναμάρτητο ότι σ' αυτόν τον κόσμο τα πάντα συνοψίζονται στη διαφθορά; Δε βλέπεις άραγε τη γενική κατάπτωση που τείνει να με ρουφήξει σαν ένας τυφώνας; Όλοι θέλουν μόνο σεξ, ναρκωτικά, δυνατές συγκινήσεις

Δεν έμεινε σχεδόν τίποτα καθαρό σ' αυτόν τον κόσμο. Σου γράφω ειλικρινά ότι προσπαθώ με όλη μου τη ψυχή να πιστέψω σε Σένα. Και αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρω ...; Ο κόσμος που δημιούργησες θα έπρεπε να είναι καλός. Έτσι τον θέλησες, έτσι τον αγάπησες. Αλλά τώρα τι καλό υπάρχει σ' αυτόν; Μέχρι και το χορτάρι, η ομορφιά ενός λουλουδιού και το χαμόγελο ενός παιδιού «τσαλαπατούνται» ή και αγνοούνται. Και τότε τι και ποιος με βοηθάει να πιστέψω σε Σένα;


Έγινα στόχος ειρωνειών των γύρω μου. Εάν μιλούσα βρώμικα και ζούσα μια ζωή πρόστυχη κανείς δε θα γελούσε μαζί μου. Δε θα έβλεπαν κάτι το διαφορετικό, θα με θεωρούσαν δικό τους. Ωστόσο εγώ δε θέλω να φτάσω να γίνω αυτό που τώρα με αηδιάζει.


Εάν Εσύ, Ιησού, ζούσες για μια μέρα στην κοινωνία που εγώ ζω, τι θα έκανες; Αλλά ποιος μπορεί να μου πει; Όλοι χαίρονται γύρω μου, εγώ δεν τα καταφέρνω. Ώρες-ώρες απελπίζομαι Ιησού. Αξίζει να υποφέρω κι αν ο κόσμος έχει δίκιο όταν μου λέει ότι δεν υπάρχεις, ότι είσαι ένας μύθος; Μήπως δεν κάνω τίποτε άλλο από το να χάνω τις χαρές και τις ικανοποιήσεις της νιότης; Μήπως μετά το θάνατο δεν υπάρχει τίποτα; Μήπως δε θα είμαι ευτυχισμένος και στην άλλη ζωή;


Μήπως δε βλέπεις ότι πολλοί γύρω μου δεν πιστεύουν σε Σένα; Πολλοί ορκίζονται ότι είδαν εξωγήινους και ότι θα ήθελαν πολύ να υπάρχουν, αλλά Εσένα δε Σε δέχονται. Πιστεύουν σε χαμένους πολιτισμούς, αλλά για Σένα δε θέλουν ν' ακούσουν. Θέλω ακόμη να ξέρεις ότι κάποιες φορές η μοναξιά μου γίνεται απόλυτη. Δε ξέρω σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη. Ποιος είναι στ' αλήθεια φίλος μου; Ζω 17 χρόνια σ' αυτή τη γη και ακόμη δεν ξέρω σε ποιον να έχω εμπιστοσύνη. Συχνά προδόθηκα, συχνά πληγώθηκα. Από ποιον; Από εκείνους που το περίμενα λιγότερο, που περίμενα μια αληθινή στήριξη ...; Αν θα ήμουν σίγουρη ότι είσαι κοντά μου ...; Αν θα μπορούσα για λίγα λεπτά ν' ακουμπήσω το κεφάλι μου στην αγκαλιά Σου και να αισθανθώ ότι Κάποιος με συγχώρησε και με αγάπησε πραγματικά.


Εσύ άραγε είχες φίλους; Δείξε μου, μάθε μου τι είναι φιλία! Κάποιος μου είπε ότι οι κορυφές των βουνών δεν έχουν πατηθεί τόσο όσο οι πλατείες. Όσο πιο ψηλά ανεβαίνεις, τόσο λίγοι σε συντροφεύουν στο δρόμο. Εγώ προσπαθώ να ανέβω προς Εσένα. Γι' αυτό μένω όλο και πιο μόνος. Όλο και πιο απογοητευμένος. Μ' εγκαταλείπουν σταδιακά όλοι όσοι είχα εμπιστοσύνη. Δε με καταλαβαίνουν, δε με πιστεύουν. Ίσως δε φταίνε αυτοί. Δεν μπορούν να μου δώσουν ότι ζητώ, επειδή δεν έχουν από πού. Δεν τους έμαθε κανείς τι είναι αφοσίωση, φιλία, ειλικρινής αγάπη, αυτοθυσία ...;Ίσως!


Οι άνθρωποι δε δίνονται πια ολοκληρωτικά. Μένει πάντοτε μια σκιά εγωισμού στον καθένα μας. Ίσως και φοβούνται να δοθούν ολοκληρωτικά θυσιάζοντας τον εαυτό τους. Ίσως και να μη μου έχουν εμπιστοσύνη. Ίσως και εγώ όμως ν' απογοητευτώ τους άλλους. Αλλά ωστόσο έχω ανάγκη ένα στήριγμα σ' αυτόν τον κόσμο, έναν ώμο ν' ακουμπήσω το κεφάλι μου.


Έχω ανάγκη κάποιον που να σκέφτεται και να αισθάνεται σαν εμένα. Να έχω τουλάχιστον που και που τη βεβαιότητα ότι δεν περιπλανιέμαι μάταια σ' έναν κόσμο ψεύτη και εγωιστή. Έχω την ανάγκη να λέω κάπου τον πόνο μου.


Θα ήθελα να τα λέω όλα αυτά σε Σένα. Αλλά μερικές φορές μου φαίνεται ότι είσαι πολύ μακριά! Γιατί άφησες μια τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε εσένα και σε εμένα Ιησού; Γιατί κάποιες σπάνιες φορές αισθάνομαι ότι μ' αγαπάς, ότι με συγχωρείς, ότι με βοηθάς σε κάθε στιγμή της ζωής μου, ενώ τις πιο πολλές φορές αισθάνομαι ότι ούτε δεν ξέρεις εάν υπάρχω. Μήπως επειδή αμαρτάνω και οι αμαρτίες μου Σε απομακρύνουν και σε λυπούν; Μήπως πιστεύεις ότι μου αρέσει να βυθίζομαι στη λάσπη, τη βρωμιά την οποία και εγώ σιχαίνομαι και θέλω ν' απαλλαγώ απ' αυτήν μια για πάντα;


Μισώ την αμαρτία, αλλά μου φαίνεται αδύνατον να μην κάνω λάθος. Όταν πέφτω, αισθάνομαι κατάθλιψη. Τότε καταλαβαίνω τι είναι κόλαση.Αλλά είμαι ένα παιδί, Ιησού και είμαι αδύναμο. Είμαι μόνος σ' έναν κόσμο βρώμικο και υποκριτή. Αλήθεια, δεν τα ξέρεις όλα αυτά; Και ωστόσο αμαρτάνω ...; Μερικές φορές μισώ τον εαυτό μου. Θα έδινα το παν να ξεκινώ κάθε φορά απ' την αρχή. Αλλά ξέρω ότι δε γίνεται ...; Και υπόσχομαι να μην επαναλάβω το ίδιο λάθος.


Τι είναι το καλό; Τι είναι το όμορφο; Ποιος θα με μάθει; Ποιος θα με μάθει; Ποιος θα μου δείξει; Με αφήνεις να διαλέξω μόνος. Ξέρω ότι σέβεσαι την ελευθερία μου ...; Αλλά δώσε μου ένα σημάδι ότι βρίσκομαι στον καλό δρόμο!


Σε παρακαλώ και κάτι ακόμη ...; Να μου πεις ποιος είμαι και ποιος ο σκοπός μου στη γη. Οι άλλοι με ειρωνεύονται όταν ακούν αυτή μου την επιθυμία. Εσύ μ' έφερες σ' αυτόν τον κόσμο; Και τι περιμένεις από εμένα;


Υπάρχει Ιησού ζωή μετά το θάνατο; Την απάντηση δε μπορώ να τη βρω στους γύρω μου. Αυτοί ζουν μόνο για το σήμερα. Για να ικανοποιούν τις ορέξεις και τις επιθυμίες τους. Δε σηκώνουν τα μάτια τους πέρα από τον ορίζοντα, πέρα από το αύριο. Είναι αλήθεια ότι κάνουν πλάνα για το μέλλον. Σε πλάνο όμως διανοητικό και υλικό. Μου φαίνεται ότι θεωρούν τους εαυτούς τους, αθάνατους, ποτέ δε θέτουν το θέμα του θανάτου. Ποιον να πιστέψω; Βοήθα με να πιστέψω ...;


Λέγονται τόσα πολλά για Σένα ...;Υπάρχουν γνώμες που αντιφάσκουν ολοφάνερα, Χριστέ! Όλο και πιο λίγες φωνές λένε ότι είσαι ο Υιός του Θεού ο ενανθρωπήσας για τη σωτηρία μας. Για να μη πω και ότι για το Σταυρό και την Ανάσταση μόνο στις εκκλησίες μιλάνε πια. Για πολλούς δεν Είσαι παρά ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους. Σε κατέβασαν στο επίπεδό τους, σ' έκαναν κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσή τους, μήπως και τους κρίνεις, μήπως και αποκτήσεις κανένα δικαίωμα να τους επιπλήξεις για κάτι. Αυτοί θέλουν να Είσαι ένας σαν κι αυτούς. Το ίδιο βρώμικος, το ίδιο άσχημος, το ίδιο εμπαθής.


Ενώ Εσύ, Χριστέ, δε λες τίποτα. Δε θέλεις κι Εσύ να υπερασπιστείς τον εαυτό Σου;


Διάβασα το «Μύθο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή». Πόσο δίκιο είχε ο ιδιοφυής συγγραφέας! Εσύ δεν ξέρεις να υπερασπιστείς τον εαυτό Σου. Δεν το έκανες ούτε μπροστά στον Πιλάτο. Δεν το έκανες ούτε μπροστά στα εκατομμύρια των Πιλάτων και των Ιούδων των ημερών μας. Εσύ μόνο σωπαίνεις, αγαπάς και σε όσους εξομολογούνται τις αμαρτίες τους στον πνευματικό, σβήνεις τις αμαρτίες τους με το σπόγγο του ελέους Σου. Ίσως θα έπρεπε εγώ να σωπάσω και Εσύ να μιλάς ...; θα έπρεπε η βρωμιά και το κακό να εξαφανιστούν, ενώ ότι είναι καθαρό και όμορφο να έχει μια ευκαιρία στη ζωή και στο φως.


Θα ήθελα να Σου γράψω κι άλλα. Αλλά Εσύ τα ξέρεις όλα. Εσύ δεν έχεις ανάγκη τα λόγια μου, αλλά εμένα, την καρδιά μου. Εσύ δεν έγραψες τίποτα ...;ούτε μια λέξη. Εσύ μόνο αγάπησες. Θυσιάστηκες και θεράπευσες τις αδυναμίες μας και τα βάσανά μας.


Θεράπευσέ με και εμένα Ιησού

Δώσε μου δύναμη να υπάρχω.

A Word on Anger




Man today lives under such overwhelming pressure that his nerves are strained to the limit, and even the slightest provocation arouses in him the sin of anger.

Causes for anger could be the child who does not listen to us, or the husband or wife who contradicts us, or the driver who cuts us off with his car, or only seems to us to cut us off, giving a motive for us to be roused to anger.

Even if, through self-restraint, our anger is not outwardly expressed or is not heard by the one who provoked it, it is still a sin, because it harms our soul and our heart It is an action against one’s own self, under the temptation of the devil to be angry.



The savior warns us in severe terms concerning anger that gives birth to verbal conflicts and the use of abusive words.

I say unto you, that whosoever is angry with his brother shall be in danger of the judgment: and whosoever shall say to his brother, Raca, shall be in danger of the council: but whosoever shall say, Thou fool, shall be in danger of hell fire (Matt 5:22).



…No one thinks evil without corrupting the heart in which God should dwell…

[….]

I counsel my penitents that before they express their anger, be it in speech or gestures, be it only mentally, to utter three or five times, “Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me, a sinner.” And if they say the prayer quickly and inattentively under the oppression of anger, then they should concentrate with humility upon the word “sinner,” and their anger will abate. Many of them have succeeded inn making their life, their family relationships, their relations with other people, and even their interior life change for the better.



All the conflicts in the world have their origin in unabated anger. One is angry and wounds the other, who then responds with greater violence and strength. Once this chain is begun, it cannot be stopped except through the appeal of prayer––genuine prayer.


The Name of Jesus is sweet to utter. It casts our the demons and brings the angels back into the heart, into the mind, and you will bear yourself in meekness before others.



Fr. George Calciu (1925-2006) a great Romanian Orthodox confessor and spiritual father.



Excerpts from article “A Word on Anger” in The Orthodox Word No.261

Receiving the Light of Christ - Seraphim of Sarov


Our aim is to know God in a direct way, not intellectually or through reason. This is often referred to as receiving the light of Christ. When we receive this light we experience a sense of joy. When it is a light sent by the devil we feel a bit of agitation or obscureness.


Saint Seraphim says,
The Christian heart, when it has received something divine, does not demand anything else in order to convince it that this is precisely from the Lord...
Saint Seraphim also gives many pointers about how to prepare to receive this gift of light.


He says,
To receive and behold in the heart the light of Christ, one must, as far as possible, divert one's attention away from the visible objects. Having purified the soul beforehand by repentance and good deeds, and with faith in the Crucified, having closed the bodily eyes, immerse the mind within the heart, in which place cry out with the invocation of the name of our Lord Jesus Christ; and then, to the measure of one's zeal and warmth of spirit toward the Beloved, a man finds in the invoked name a delight which awakens the desire to seek higher illumination.
What is important to remember that this gift comes after we have purified our heart and soul of its attachment to the passions of the body and one is committed to a life of ongoing repentance and good deeds, including participation in the sacraments of the Church.

Saint Seraphim goes on to describe this gift.
When a man beholds the eternal light interiorly, his mind is pure and has no sensory representations, but, being totally immersed in contemplation of uncreated goodness, he forgets everything sensory and wishes not even to see himself; he desires rather to hide himself in the heart of the earth if only he not be deprived of this true good--God. This is the gift that is available to all who are willing to cooperate with God and undertake the necessary preparation.

Saint Seraphim of Sarov
Reference: Little Russian Philokalia, Vol 1, pp 46-47

Προσευχή με πόνο





- Γέροντα, πως κάνετε ευχή για ένα θέμα;

Όλη η βάση που γίνεται η ευχή είναι να πονάει ο άνθρωπος. Αν δεν πονάει, μπορεί να κάθεται ώρες με το κομποσχοίνι και η προσευχή του να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Αν υπάρχει πόνος για το θέμα για το οποίο προσεύχεται, ακόμη και με έναν αναστεναγμό κάνει καρδιακή προσευχή.

Πολλοί, όταν την στιγμή που τους ζητούν οι άλλοι να προσευχηθούν δεν έχουν χρόνο, προσεύχονται με έναν αναστεναγμό για το πρόβλημά τους. Δεν λέω να μην κάνει κανείς προσευχή, αλλά, αν τυχόν δεν υπάρχει χρόνος, ένας αναστεναγμός για τον πόνο του άλλου είναι μια καρδιακή προσευχή· ισοδυναμεί δηλαδή με ώρες προσευχής.

Διαβάζεις λ.χ. ένα γράμμα, βλέπεις ένα πρόβλημα, αναστενάζεις και μετά προσεύχεσαι. Αυτό είναι μεγάλο πράγμα! Πριν πιάσεις το ακουστικό, πριν ακόμα καλέσεις, σε ακούει ο Θεός! Και το πληροφορείται ο άλλος. Να δείτε πως οι δαιμονισμένοι καταλαβαίνουν πότε κάνω προσευχή γι’ αυτούς και φωνάζουν όπου κι αν βρίσκονται!

Η πραγματική προσευχή ξεκινάει από έναν πόνο· δεν είναι ευχαρίστηση, «νιρβάνα». Τι πόνος είναι; Βασανίζεται με την καλή έννοια ο άνθρωπος. Πονάει, βογκάει, υποφέρει, όταν κάνει προσευχή για οτιδήποτε.

Ξέρετε τι θα πει υποφέρει; Ναι, υποφέρει, γιατί συμμετέχει στον γενικό πόνο του κόσμου ή στον πόνο ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Αυτήν την συμμετοχή, αυτόν τον πόνο, τον ανταμείβει ο Θεός με την θεία αγαλλίαση. Δεν ζητάει βέβαια ο άνθρωπος την θεία αγαλλίαση, αλλά η θεία αγαλλίαση έρχεται ως συνέπεια, επειδή συμμετέχει στον πόνο του άλλου (...). 



Γεροντας Παϊσιος

On Amassing Wealth For Old Age While Neglecting the Wealth of Grace



By St. Nikolai Velimirovich

In ignorance, many people labor more to avoid suffering in old age and terminal illness than to avoid the torments of hell in the life after old age and death.

Such was the case of an unmarried and avaricious man who, from year to year, and with ever greater passion, amassed for himself unnecessary wealth. When asked why he strove so much to pile up excess wealth he replied: "I am gathering it for my old age. This wealth will heal and feed me in old age and sickness."

And indeed, his foreboding came true. In old age, a grave and long-lasting illness befell him. He distributed his accumulated wealth to physicians so they would heal him, and to servants so they would care for him and feed him. His wealth was soon spent, and the illness continued. The physicians and servants abandoned him, and he fell into despair. His neighbors brought him bread until his death, and he was buried at the expense of the community. He had used his wealth for that which he had intended it.

God had even done for him according to the man's will. God had sent him the illness that he had, in a sense, desired, and for which he had prepared great wealth. Nevertheless, all his wealth was unable to alleviate his sufferings in this world - so with what would he be able to alleviate his sufferings in the other world? Nothing, if he took with him neither faith, nor hope, nor charitable deeds, nor prayers, nor repentance!

Someone saw a departed man in the great glory of Paradise, and asked him how he had become worthy of that glory. The man replied: "In my earthly life I was the hireling of an evil-doer who never paid me. But I endured all and served him to the end, with hope in God." Then the onlooker saw another man in even greater glory, and when he asked him, that one replied: "I was a leper, and to the very end I offered gratitude to God for that." But no one saw in the glory of Paradise the man who had amassed money for illness in old age.

USELESS KNOWLEDGE AND IDLE CURIOSITY


 
 Saint Nicodemos The Hagiorite


Just as it is necessary to guard the mind from ignorance, so is it equally necessary to protect it from the opposite, namely from too much knowledge and curiosity. For if we fill it with a quantity of information, ideas and thoughts, not excluding such as are vain, unsuitable and harmful, we deprive it of force, so that it is no longer able to understand clearly what is useful for our true self-correction and perfection. Therefore, in relation to the knowledge of earthly things, which is not indispensable, even if it is permissible, your attitude should be as of one already dead. Always collect your mind within yourself, with all the concentration you can, and keep it free of thoughts about all worldly things.

Let tales of the past and news of the present pass you by, and let all the changes in the world and its kingdoms, be for you as though they did not exist at all. If anyone brings you such news, disregard it and turn it away from your heart and imagination. Listen to what St. Basil says: "Let listening to worldly news be bitter food for you, and let the words of saintly men be as combs filled with honey.” Listen also to the words of David: "The proud have digged pits for me, which are not after thy law" (Psalm 109:85). Love to hear only of spiritual and heavenly things and to study them, and wish to know nothing in the world except our Lord "Jesus Christ, and Him crucified" (I Corinthians 2:2), save His life and death and what He demands of you. Acting thus, you will act in a way pleasing to God, Who has for His chosen and beloved those who love Him and try to do His will.


All other inquiry and investigation is the offspring and food of self-love and pride. They are the nets and shackles of the devil; he sees the strength and firmness of will of those who pay attention to spiritual life, and strives to conquer their minds by means of such curiosity, in order to gain possession of their mind and will. For this purpose, he suggests to them thoughts that are lofty, subtle and wondrous, especially to those who are sharp-witted and quick to make lofty speculations. Attracted by the pleasure of possessing and examining such lofty thoughts, they forget to watch over their purity of heart and to pay attention to a humble opinion of themselves and to true self-mortification; and so they are enmeshed in the bonds of pride and conceit; they make an idol of their own mind and thus, little by little, without realizing it, they fall into the thought that they no longer need any advice or admonition from others, since they are accustomed in all cases to hasten to the idol of their own understanding and judgment.


This is a very dangerous thing and not easily cured; pride of mind is much worse than pride of will. For pride of will, being visible to the mind, can sometimes be easily cured by forcing it to submit to the yoke of what is good. But when the mind is firmly grounded in the self-relying thought that its own judgments are better than all others, who can cure it in the end? Can it ever obey anyone, if it feels certain that the judgments of others are not as good as its own? When this eye of the soul -- mind -- with whose help man could see and correct pride of will, is itself blinded by pride and remains uncured, who will cure the will? Then every thing within is so disorganized that there is neither place nor person for applying a healing poultice. This is why you must hasten to oppose this pernicious pride of mind, before it penetrates into the marrow of your bones. Resist it, curb the quickness of your mind and humbly subject your opinion to the opinions of others. Be a fool for the love of God, if you wish to be wiser than Solomon. "If any man among you seems to be wise in this world, let him become a fool, that he may be wise." (I Corinthians 3:18)


"Unseen Warfare," by St. Nicodemos of the Holy Mountain, revised by St. Theophan the Recluse

Friday, May 24, 2013

Η προσευχή όπλο ισχυρό- Γεροντας Παϊσιος


Παλιά, για να κάνει κανείς κάτι, αν ήταν κοσμικός άνθρωπος θα σκεφτόταν. Αν ήταν πνευματικός άνθρωπος, θα σκεφτόταν και θα προσευχόταν. Στην εποχή μας ακόμη και «πνευματικοί» άνθρωποι όχι μόνο δεν προσεύχονται, αλλά ούτε σκέφτονται. Και μάλιστα, συχνά πρόκειται για σοβαρά θέματα, και αυτοί κάνουν πρόβες με τον κόσμο.

Σε όλες τις περιπτώσεις, πριν ενεργήσουμε, να λέμε: «Σκέφτηκα γι’ αυτό; Προσευχήθηκα γι’ αυτό;» Όταν κανείς ενεργεί, χωρίς να σκεφθεί και χωρίς να προσευχηθεί, ενεργεί σατανικά. Και βλέπεις, συχνά πολλοί χριστιανοί με τον τρόπο που ενεργούν, δεν αφήνουν τον Θεό να επέμβει. Νομίζουν ότι αυτοί θα τα καταφέρουν όλα μόνοι τους. Ενώ ακόμα και ο άπιστος λέει «έχει ο Θεός», αυτοί δεν το λένε (...).

Συνέχεια ανθρώπινες προσπάθειες και δεν αφήνουν τον Θεό να ενεργήσει. Δεν καταφεύγουν στην προσευχή, ώστε να απαντήσει ο Θεός δια της προσευχής. Με την ταπείνωση και την προσευχή διορθώνονται όλα τα αδιόρθωτα (...).


Γεροντας Παϊσιος


Απόσπασμα απο το βιβλίο «Λόγοι Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου τ. Β΄», Ιερό Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Σουρωτή Θεσσαλλονίκης

Αυτογνωσία


Πηγή: από το βιβλίο: "Η μετάνοια και η Θεία Μετάληψη" Εκδόσεις ΤΗΝΟΣ

"Δοκίμασόν με, ο Θεός, και γνώθι την καρδίαν μου, έτασόν με και γνώθι τας τρίβους μου. Και ίδε ει οδός ανομίας εν εμοί, και οδήγησόν με εν οδώ αιωνία." (Ψαλμ. 138, 23-24).


Από τότε που ο πρώτος άνθρωπος αμάρτησε, οι άνθρωποι σκοτίστηκαν τόσο πολύ στο ίδιο το κέντρο της ύπαρξής τους (την καρδιά), που πολύ συχνά δεν έχουνε συνείδηση ή συναίσθηση της πανταχού παρουσίας του Θεού· κι έτσι, έχουνε την εντύπωση πως τέσσερεις τοίχοι με μια οροφή από πάνω, τους κρύβουνε από Εκείνον, που όλα τα γεμίζει με την παρουσία Του και που βλέπει ακόμη και όποιον κρύβεται σε κάποιο τόπο μυστικό. "Ει κρυβήσεταί τις εν κρυφαίοις, και εγώ ουκ όψομαι αυτόν; Μη ουχί τον ουρανόν και την γην εγώ πληρώ; λέγει Κύριος" (Ιερεμ. 23,24). "Γυμνός ειμι, και εκρύβην" (Γεν. 3, 10), είπε ο Αδάμ κρυπτόμενος από τον Θεό. Ωστόσο, όχι, αυτό σε τίποτα δεν τον ωφέλησε· ο Θεός τον έβλεπε.

Να παρακολουθείς τα όσα συμβαίνουν μέσα στην καρδιά σου· να κοιτάς και ν' ακροάσαι για να βρεις τι είναι αυτό που την εμποδίζει να ενωθεί με τον παμμακάριο Κύριο και Θεό μας. Αυτό ας γίνει για σένα επιστήμη επιστημών· τότε, με τη βοήθεια του Θεού εύκολα μπορείς να αντιληφθείς τι είναι αυτό που σε απομακρύνει από τον Θεό και τι σε πλησιάζει σ' Εκείνον και σ' ενώνει μαζί Του. Γι' όλα αυτά μιλάει η ίδια η καρδιά, που άλλοτε ενώνεται με τον Θεό και άλλοτε αποσπάται κι αποχωρίζεται απ' Αυτόν. Ο πονηρός στέκει προπάντων ανάμεσα στην καρδιά μας και τον Θεό· εκείνος είναι που μας απομακρύνει από το Θεό με διάφορα πάθη ή με την σαρκική επιθυμία, με τη λαγνεία των οφθαλμών και τη γήϊνη υπερηφάνεια.

Δοκίμαζε τον εαυτό σου πιο συχνά: πού είναι στραμμένοι και κοιτάζουν οι οφθαλμοί της καρδιάς σου· προς το Θεό και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος, προς τις υπερκόσμιες, μακάριες και φωτοφόρες ουράνιες δυνάμεις και στους αγίους που ενδιαιτώνται στους ουρανούς, ή προς τα γήϊνα αγαθά, δηλαδή στην βρώση και την πόση, στα ενδύματα και τις κατοικίες, σ' ανθρώπους αμαρτωλούς και τις μάταιες ασχολίες τους; Ω! Αν τα μάτια μας ήτανε αδιάκοπα προσηλωμένα στο Θεό! Στην πραγματικότητα όμως μονάχα στις ανάγκες και τις συμφορές μας στρέφουμε τα μάτια μας προς τον Κύριο, ενώ όταν ευημερούμε, τα μάτια μας είναι στραμμένα προς τον κόσμο και τις μάταιές του υποθέσεις. Αλλά θα πεις· «και τι θα μου αποφέρει το να ατενίζω έτσι τον Κύριο;» Βαθιά ειρήνη και γαλήνη στην καρδιά σου, φως στο νου σου, άγιο ζήλο στη βούλησή σου και την απελευθέρωσή σου από τις παγίδες του εχθρού. «Οι οφθαλμοί μου διαπαντός προς τον Κύριον», λέγει ο Δαβίδ και εξηγεί γιατί· «ότι αυτός εκσπάσει εκ παγίδος τους πόδας μου» (Ψαλμ. 24,15).

Λέγει ακόμη· «Λαλήσει ειρήνην Κύριος ο Θεός επί τους επιστρέφοντας καρδίαν επ' αυτόν» (Ψαλμ. 84,9).

Η αμαρτία κλείνει τα μάτια της καρδιάς· έτσι, ο κλέφτης νομίζει πως δε βλέπει· το ίδιο και ο μοιχός κι ο ακόλαστος άνθρωπος παραδίδεται στις αισχρές του πράξεις και νομίζει ότι ο Θεός δεν τον βλέπει· έτσι κι ο φιλάργυρος, ο άνθρωπος-παράσιτο κι ο μέθυσος φαντάζονται πως κρύβονται κι εκείνοι οι ίδιοι και τα πάθη τους. Ο Θεός όμως βλέπει και κρίνει· «γυμνός ειμί, και εκρύβην» (Γεν. 3, 10). Έτσι μιλάει με τα έργα του κάθε αμαρτωλός άνθρωπος, που κρύβεται από τον πανταχού παρόντα Θεό.

Η μεγαλύτερη, η παντοτινή πλάνη της καρδιάς, ενάντια στην οποία είναι ανάγκη να αγωνιζόμαστε αδιάκοπα σ' όλη μας τη ζωή, είναι ένας κρυφός λογισμός πως τάχα μπορούμε να υπάρχουμε χωρίς το Θεό ή έξω από το Θεό σ' οποιοδήποτε τόπο ή για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα, έστω και για μια στιγμή. Είναι ανάγκη να στεριώνουμε και να ενισχύουμε την καρδιά μας μέσα στο Θεό, από τον Οποίο αδιάκοπα στρέφεται αλλού με το νου· μεγάλη δε προκοπή θα πραγματοποιούσε στη Χριστιανική ζωή, όποιος μπορεί με ειλικρίνεια να αναφωνήσει με την Άννα, τη μητέρα του Σαμουήλ: «Εστερεώθη η καρδία μου εν Κυρίω, υψώθη κέρας μου εν Θεώ μου· επλατύνθη επ' εχθρούς μου το στόμα μου, ευφράνθην εν σωτηρία σου» (Α'Βασ. 2,1).

Είναι ανάγκη να καθαριζόμαστε από τον ρύπο· η δε προσευχή, ιδιαίτερα η προσευχή των δακρύων, απολούζει τον πνευματικό ρύπο, δηλαδή τον ρύπο των αμαρτιών.

Αμαρτάνουμε με την σκέψη, με το λόγο και με την πράξη. Για να μεταβληθούμε σε καθαρές εικόνες της Υπεραγίας Τριάδας, πρέπει να καταβάλλουμε προσπάθειες, ώστε να είναι φορείς και έκφραση αγιότητας και οι λογισμοί μας και οι λόγοι μας και οι πράξεις μας. Η σκέψη, μέσα στο Θεό, αντιστοιχεί στον Πατέρα, οι λόγοι αντιστοιχούνε στον Υιό και τα έργα στο Άγιο Πνεύμα, τον τελειωτή των πάντων. Δεν είναι μικρή η σημασία των αμαρτημάτων των λογισμών στο Χριστιανό, γιατί στους λογισμούς μας, καθώς μαρτυρεί ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, βρίσκεται όλη η ευαρέστησή μας προς το Θεό: Γιατί οι λογισμοί αποτελούν την αρχή, από την οποία προέρχονται οι λόγοι μας και τα έργα μας· οι λόγοι, γιατί αυτοί είτε μεταδίδουν χάρη στους ακούοντες είτε είναι λόγοι σαπροί και γίνονται πειρασμός για ορισμένους ή διαφθείρουν τις σκέψεις και τις καρδιές άλλων· πιο πολύ από τα λόγια ασκούν επίδραση τα έργα, γιατί το παράδειγμα επιδρά στους ανθρώπους περισσότερο από κάθετι άλλο, με το να προσελκύουν τους ανθρώπους σε μίμησή τους.

Η συνείδηση στους ανθρώπους δεν είναι τίποτε άλλο παρά η φωνή του πανταχού παρόντος Θεού, ο Οποίος εμπεριπατεί μέσα στις καρδιές τους. Ως Εκείνος, που δημιούργησε τα πάντα, και όντας Ένας, ο Κύριος γνωρίζει τους πάντες, όπως γνωρίζει τον Εαυτό Του· γνωρίζει όλες τις σκέψεις, τα θελήματα και τις προθέσεις τους, τα λόγια τους και τα έργα τους τόσο τα παρόντα, όσο και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Όσο κι αν προτρέχω κάπου με τις σκέψεις μου και τη φαντασία μου, Εκείνος είναι εκεί πριν από μένα· εγώ δε πάντοτε αναπόφευκτα τρέχω μέσα Του και πάντα Τον έχω μάρτυρα των τρίβων μου και των διαβημάτων μου: «Οι οφθαλμοί (Αυτού) εις τας οδούς των υιών των ανθρώπων...» (Ιερεμ. 39,19)· «Πού πορευθώ από του Πνεύματός σου και από του προσώπου Σου πού φύγω»;(Ψαλ. 138,7).

Ω! Αν στρέφαμε την προσοχή μας για να δούμε τα επακόλουθα των αμαρτιών μας ή των καλών μας έργων! Πόσο προσεκτικοί θα ήμασταν τότε αποφεύγοντας την αμαρτία και πόσο ζηλωτές θα ήμασταν του καλού· γιατί θα βλέπαμε τότε καθαρά ότι κάθε αμαρτία που δεν αποβλήθηκε έγκαιρα και ενδυναμώθηκε με την συνήθεια, ριζώνει βαθιά μέσα στην καρδιά του ανθρώπου και πού και πού τον παρενοχλεί, τον τραυματίζει και τον βασανίζει μέχρι τον θάνατό του. Ξυπνάει, για να το πούμε έτσι, και αναζωπυρώνεται μέσα του σε κάθε περίσταση που θυμίζει την αμαρτία, που κάποτε διαπράχθηκε, και μ' αυτό τον τρόπο μολύνει τη σκέψη, το συναίσθημα και τη συνείδησή του. Χρειάζονται ποταμοί δακρύων για να ξεπλύνει ο άνθρωπος το βόρβορο της αμαρτίας που πάλιωσε και σκληρύνθηκε μέσα του· τόσο άρρηκτα και διαβρωτικά προσκολλάται σ' αυτόν! Αντίθετα, κάθε καλή πράξη, που κάναμε οποτεδήποτε στο παρελθόν με ειλικρίνεια και ανιδιοτέλεια ή που επαναλαμβανόμενη μας έγινε συνήθεια, χαροποιεί την καρδιά μας και αποτελεί παρηγοριά και χαρά της ζωής μας, δίνοντάς μας την συναίσθηση πως τη γεμάτη από αμαρτίες ζωή μας τη ζήσαμε όχι ολότελα μάταια κι ανώφελα, πως μοιάζουμε με ανθρώπινα όντα και όχι με θηρία, πως κι εμείς δημιουργηθήκαμε κατ' εικόνα Θεού και μέσα μας καίει σπίθα θείου φωτός και αγάπης και πως έστω και μερικά καλά μας έργα θα αντισταθμίσουν τις κακές μας πράξεις στη ζυγαριά της αδιάφθορης και αδέκαστης θείας δικαιοσύνης.

Αν η καρδιά είναι καθαρή, τότε ολόκληρος ο άνθρωπος είναι καθαρός· κι αν ακάθαρτη είναι η καρδιά, τότε όλος ο άνθρωπος είναι ακάθαρτος: «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15,19). Όλοι όμως οι άγιοι με νηστεία, αγρυπνία, προσευχή και θεοφροσύνη, με την ανάγνωση του λόγου του Θεού, με το μαρτύριο, με κόπους και ιδρώτες αποκτούσανε καθαρή καρδία κι έτσι το Άγιο Πνεύμα ενοίκησε μέσα τους, τους καθάρισε από κάθε ρύπο και τους εξαγίασε με αγιασμό αιώνιο. Να προσπαθείς λοιπόν κι εσύ περισσότερο από κάθετι άλλο να επιτύχεις τον καθαρμό της καρδιάς: «Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί, ο Θεός» (Ψαλμ. 50,12).

Πόσο μ' έχει τραυματίσει η αμαρτία! Οτιδήποτε το κακεντρεχές, το κακό ή ακάθαρτο το σκέφτομαι και την ίδια στιγμή το συναισθάνομαι στην καρδιά μου· όμως, το αγαθό, το καλό, το καθαρό και το άγιο συνήθως το σκέφτομαι μονάχα και μιλώ γι' αυτό, αλλά δεν το συναισθάνομαι μέσα μου. Αλλοίμονο σε μένα. Ακόμα το κακό είναι πιο κοντά στην καρδιά μου παρά το καλό. Πέρα απ' αυτά, μόλις που το σκέφτεσαι η το συναισθάνεσαι το κακό, την ίδια στιγμή είσαι και έτοιμος να το κάνεις πράξη· και θα το κάνεις πράξη σύντομα και άνετα, αν δεν έχεις φόβο Θεού μέσα σου· σ' ό,τι δε αφορά το αγαθό «το θέλειν παράκειταί μοι, το δε εργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω» (Ρωμ. 7,18)· δεν βρίσκω εντός μου τις δυνάμεις να το κάνω πράξη κι έτσι η καλή πράξη, που σκέφτηκα, συχνά αναβάλλεται για τις Ελληνικές καλένδες, δηλαδή στο ποτέ.



Αγίου Ιωάννη τής Κροστάνδης 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...