Τι σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πως μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητά μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Αγιο Πνεύμα; Ενα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετάνοιας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».
Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Theology is the word of God, which is apprehended by pure, humble and spiritually regenerated souls, and not the beautiful words of the mind, which are crafted with literary art and expressed by the legal or worldly spirit.
St. Paisios
Όταν επισκέφθηκαν το Μοναστήρι για πρώτη φορά ένας άνδρας με τη γυναίκα του, είχαν την ακόλουθη εμπειρία με τον Γέροντα, ο οποίος βέβαια δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτούς νωρίτερα.
Τον χαιρέτισαν, πήραν την ευχή του και έμειναν για λίγο δίπλα του σιωπηλοί.
Κάποια στιγμή, ρώτησε τα ονόματά τους. Έπειτα, εντελώς ξαφνικά, είπε στον σύζυγο:
– Εσένα θα σου κοπούν τα χέρια και τα πόδια!
Ο έκπληκτος επισκέπτης μόλις που κατάφερε να ψελλίσει:
– Γιατί, Γέροντα, θα μου κοπούν τα χέρια και τα πόδια;
– Γιατί της φωνάζεις; τον ρώτησε με αυστηρό, αλλά περίεργα όμορφο τρόπο, δείχνοντας τη γυναίκα του.
– Ναι, ναι, Γέροντα, πέστε τα, έκανε χαρούμενη αυτή, που κάποιος τόσο σπουδαίος πήρε το μέρος της.
Ο άντρας συγκλονίστηκε. Κατάλαβε αστραπιαία πως ήταν λάθος να μεταφέρει μέσα στο σπίτι του την ένταση της δουλειάς και να ξεσπά στη γυναίκα του άδικα, και χαμήλωσε το κεφάλι. Μέσα του ήλθαν τα πάνω κάτω.
Και τότε ο Γέροντας, αφού είδε την αλλαγή του, αφού κατάλαβε πώς ο φταίχτης συναισθάνθηκε το σφάλμα του, άλλαξε τελείως συμπεριφορά, άπλωσε το χέρι και τον χάιδεψε στο κεφάλι.
– Βρέ μανούλα μου, του είπε τρυφερά, άμα είσαι σε μια βάρκα… Έχεις μπει ποτέ σε βάρκα;
– Γέροντα, έχω μπει, ψέλλισε ντροπιασμένος ο άνθρωπος.
– Έχεις κάνει κουπί;
– Έχω κάνει.
– Με πόσα κουπιά;
– Με δύο.
– Έχεις κάνει βάρκα με ένα κουπί;
– Όχι.
– Άμα κάνεις βάρκα με ένα κουπί, πού θα πας;
– Δεν ξέρω.
– Θα γυρίζεις γύρω-γύρω, βρέ μπουμπούνα, έτσι; Έτσι είναι και με τη γυναίκα σου. Άμα τραβάς μόνο εσύ κουπί, δεν πάτε πουθενά.
Είστε μια βαρκούλα οι δύο σας, ο γάμος σας είναι μια βαρκούλα και σας έχουν ξαμολήσει μέσα στον ωκεανό.
Για να φτάσετε στο λιμάνι, πρέπει να τραβάτε και οι δύο κουπί.
Άμα τραβάς μόνο εσύ, δεν γίνεται.
Κατάλαβες;
(Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης – Ο Πνευματικός της Μονής Δαδίου, εκδόσεις Κυριακίδη, σελ. 165)
Πηγή

The Lord speaks to all people of all times and races, and tells them something clear and well-known. Today a person is alive, but tomorrow he dies and everything that he has is lost to him. But the soul, which moves the body, continues to live and it is either comforted and happy, or sad and burdened. Man is created thus; the body must live as the soul desires. At the moment of death the soul continues to live without the body. Everything will perish except that which the soul has gathered through love and prayer. Everything virtuous done by a man is written in the soul and will not be taken from him. While a person is alive, he finds himself paying attention to many things: clothing, health, his job, studies. There are times when he is concerned only with the thought of war or a failed harvest - of everything that is necessary for life on earth.
So, too, in spiritual life there are times of special attention to what is needful for the soul. Such is Great Lent - a time of special attention, examination, of the freeing of spiritual forces. Fasting is established by the Holy Spirit. Righteous men, striving towards God, through life experience came to know the meaning of fasting and to bear witness that without fasting there can be no spiritual life. All the various attacks of the devil, all his temptations, everything concerning the diabolic world, is cast aside - becomes powerless and is shamed - when a person firmly follows the words of the Savior Himself, the Lord Jesus Christ: "…This kind goeth not out but by prayer and fasting" (Matt. 17:21).
Now is a time of fasting, a suitable time for cleansing the soul. This is the most important thing, for a soul to be able to accept the grace of God, so that those treasures will be stored up in the soul, which will not be taken from it. And then the path of its life will be straight; in the soul there will be peace and joy.
"Create in me a clean heart, O God, and renew a right spirit within me."

Στο κοινόβιο Μοναστήρι του Αγίου Παύλου, πριν από 30 χρόνια ζούσε ένα πολύ απλό κι αγαθό Γεροντάκι, γνωστός με το όνομα Γερο - Θωμάς, πάντα πρόθυμος και ακάματος εργάτης της υπακοής. Σαν υπηρεσία του (διακόνημα) είχε να είναι βοηθός στον ζυμωτή και φούρναρη του Μοναστηριού.
Μια μέρα έτυχε ανάγκη να απουσιάσει για δυο ημέρες ο ζυμωτής και φούρναρης της Μονής Γερο - Γρηγόρης, ο οποίος από χρόνια είχε την υπηρεσία αυτή και γνώριζε πολύ καλά και εξυπηρετούσε τα διακονήματα αυτά, με πολύ προσήλωση και ευλάβεια.
Σαν αντικαταστάτη του στις υπηρεσίες αυτές, άφησε τον Γερο -Θωμά, ο οποίος επειδή δεν είχε ποτέ του ζυμώσει ξαφνιάστηκε και βρέθηκε σε μεγάλη απορία, διότι έπρεπε να ζυμώσει και να φουρνίσει τότε και να δώσει ψωμί για δυο ημέρες στους πατέρες του Κοινοβίου που τότε είχε περισσότερους από εξήντα Μοναχούς και σε δέκα ως είκοσι διερχόμενους κάθε ημέρα προσκυνητές.
Στη μεγάλη αυτή ανάγκη και απορία που βρέθηκε ο Γερο - Θωμάς, άρχισε να κάνει θερμή προσευχή και με δάκρυ να παρακαλεί την Παναγία Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Κυρία Θεοτόκο και τον άγιο Παύλο, να τον φωτίσουν τι να κάνει; στην προκειμένη περίπτωση, γιατί τα είχε κυριολεκτικά χαμένα και δεν ήξερε πούθε να αρχίσει.
Ξαφνικά παίρνει την μαγιά του προζυμιού και εκεί που πήγε να βάλει νερό κι αλεύρι βλέπει δίπλα του μια μεγαλόπρεπη μαυροφορούσα γυναίκα, η οποία πήρε το προζύμι το ανακάτεψε, έβαλε το αλεύρι στην σκάφη και σε δυο ώρες έγινε το ζυμάρι, έπλασε τα ψωμιά τα φούρνισε και μέσα στις δυο αυτές ώρες ξεφούρνισε και έδωσε ο Γερο - Θωμάς ψωμί στους Μοναχούς, οι οποίοι ακόμη μέχρι σήμερα δεν μπορούν να ξεχάσουν την γλυκύτητα και νοστιμιά του ψωμιού αυτού.
Ο δε Γερο - Θωμάς σαν υπνωτισμένος δεν κατάλαβε τίποτε, πώς και με ποιό τρόπο γίνανε όλα αυτά! Το μόνο που κατάλαβε ήταν η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που δεν ήταν άλλη παρά η Κυρία Θεοτόκος.
ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, 1980
Nun Agne told us: "In 2007, a fifteen year-old boy came to the Monastery, who was one step away from the end.
He was from Cyprus, and suffered from his first steps in life from cancer.
His father had died, and his mother tried to remain strong for him, and for his smaller brother, Vasile. The child had had 23 surgeries, but nothing had happened.
His condition got worse, and thus the doctors at the great hospital of Athens told his mother that he needed another surgery. They didn't know if he would be able to survive the surgery, as he was already paralyzed.
His mother, one day before traveling to Athens, saw the Panagia in her sleep, who told her: "Don't worry. I am Panagia Malevi. Come to my home, and Andreas will be well."
The woman, as soon as she awoke, asked her mother who was Panagia Malevi, and she also did not know. The women asked around, and learned that the Monastery was in the area of Greece called Kyrouria. Thus, the woman took her child to the airport, and rented a taxi, and came here to the Monastery."
According to the nun, the inhabitants of the village and the nuns and the taxi driver helped the mother put the child in the wheelchair, and bring him into the church to venerate the icon. And as soon as he embraced it, Panagia filled him with strength. The child, as he said, felt within him something strange penetrate his body, and he straightaway cried out: "let me walk". His mother and all of those around him froze. Everyone began to cry, and Andreas stood up, walked and began to run.
Nun Agne mentioned: "I have been in the Monastery for forty years, and I confess that at that instant, I felt the presence of Panagia so clearly...I shudderd. Andreas left standing, and left his wheelchair here, because as he told us, he didn't need another." The doctors who tested the boy after his visit to Panagia Malevi could not believe how this child was walking, and they could see how he was still alive.
The tests furthermore still showed cancer in the largest part of his body, but the child is well. From then Andreas and his mother visit the Monastery once a year to thank Panagia.
Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!
http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2013/07/a-paralyzed-boy-is-healed-at-panagia.html
Οι σύγχρονοι Γέροντες, χαρακτηρίζονται από μια θαυμαστή ενότητα Πίστεως και Ζωής με τους παλαιοτέρους Αγίους, μια ενότητα η οποία δεν μπορεί να είναι έργο ανθρωπίνης δυνάμεως η μιμήσεως, αλλά φυσικό συνεπακόλουθο της ενότητος παλαιών και νέων Αγίων με τον πάντοτε απαράλλακτο Χριστό (Εβρ. 13, 8), ενότητα των κλημάτων με τη ζωοποιό Άμπελο (Ιω. 15, 4.5).
Άγιος Γέροντας Παΐσιος
Ο Άγιος γέρων Παΐσιος γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας, στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Ο Γέροντας είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, ο Γέροντας βαφτίστηκε από τον Άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, ο οποίος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.
Άγιος Γέροντας Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης
Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013. Ο π. Πορφύριος, γεννήθηκε το 1906 από ευσεβείς και πολύ φτωχούς γονείς στο χωριό Άγιος Ιωάννης Καρυστίας Ευβοίας. Στο σχολείο πήγε μέχρι Β΄ Δημοτικού. Τα γράμματα, όπως μου είπε, τα έμαθα διαβάζοντας το Ευαγγέλιο και τα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας. Ο πατέρας του είχε πάει να δουλέψει στη διώρυγα του Παναμά, για να συντηρήσει την οικογένειά του. Κι ο μικρός Ευάγγελος- αυτό ήταν το όνομα του Γέροντα- δούλευε στα χωράφια και έβοσκε τα λιγοστά πρόβατά τους στις πλαγιές του χωριού. Εκεί διάβαζε και το Βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτη. Τόσο πολύ τον συνεπήρε η αγία μορφή του Οσίου, που άρχισε να σκέπτεται να τον μιμηθεί.Μικρός καθώς ήταν, 13-14 ετών, βρήκε τον τρόπο και έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί εγκαταστάθηκε στα Καυσοκαλύβια και έγινε υποτακτικός σε ένα κελί, σε δύο πολύ καλά και αυστηρά Γεροντάκια. Έζησε μαζί τους 5-6 χρόνια, έμαθε την καλογερική, την «άκρα» και «χαρούμενη» όπως έλεγε, υπακοή, την καθαρή αγάπη του θεού και δέχθηκε – άδολο και αγνό παιδί όπως ήταν- το διορατικό χάρισμα.
Γέροντας Αρσένιος Σπηλαιώτης
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με !!! - Προσπαθούμε νά λέμε συνέχεια τήν ευχή αλλά ό νούς μας περισπάται. - Όταν λέμε τήν ευχήν όσο μπορούμε, ζορίζουμε και τό μυαλό νά καταλαβαίνουμε τί λέμε. Αυτό όμως γιά νά τό πετύχουμε θέλει πολλήν βίαν. Όμως όταν δουλεύης, λέγε συνέχεια μέ τό στόμα "Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με". Ό νούς σίγουρα φεύγει, πάει στήν δουλειά, ταξιδεύει εδώ ή εκεί, όμως τό αυτί ακούει, κάτι πιάνει, και σιγά σιγά τό κατεβάζει στήν καρδιάν. Αλλά και νά μήν καταλαβαίνεις εσύ τήν ευχήν, όμως ό σατανάς καταλαβαίνει πολύ καλά και τρέμει μόνο που ακούει τ' όνομα του Χριστού. " Γέροντας Αρσένιος ο Σπηλαιώτης
Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
Ο μακάριος Άγιος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος από τον Πόντο γνώρισε από πολύ νωρίς την ορφάνια και την μοναξιά. Μετά από διώξεις και φυλακίσεις από το άθεο καθεστώς της Γεωργίας, φθάνει στην Ελλάδα, όπου ζώντας ασκητικά και με θερμή πίστη, χαριτώνεται ο ταπεινός και άξιος λειτουργός του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας.
Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής
Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες πού επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρο μας τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλην ευχέρεια και ταχύτητα, αφού εμείς ετοιμάζαμε το ξύλο. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι πού του χτίσαμε μακρύτερα από μας, κι εμείς πηγαίναμε να τον βρούμε το μεσημέρι και μετά φεύγαμε ο καθένας μόνος του.
Άγιος Νικόλαος Πλανάς
Η ωραία, η εύανδρος και αγιοτόκος Νάξος, είχε την θεία εύνοια και ευλογία να είναι η Γενέτειρά του. Γεννήθηκε το έτος 1851. Οι γονείς του, Καπετάν Γιάννης και Αυγουστίνα ήταν άνθρωποι ευσεβείς και καλοκάγαθοι, όπως όλοι οι νησιώτες, και εύποροι. Είχαν και ένα εμπορικό καΐκι, που πήγαινε από τη Νάξο στην Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, ακόμα και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Μέσα σε κάποιο από τα κτήματα τους είχαν και ένα μικρό παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο.Ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς από βρεφικής ηλικίας ήταν αγιασμένος. Τις περισσότερες φορές ως παιδί ήταν στον Ιερό αυτό Ναό και περνούσε πολλές ώρες ε κεί ψάλλοντας όσα ήξερε και φορώντας πολλές φορές, αντί ιερατικού φελωνίου, κάποια σεντόνι, μιμούμενος τούς Ιερείς. Μια μέρα έψαλλε τόσο κατανυκτικά, ώστε προκάλεσε τον θαυμασμό των περαστικών.
Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης
Ο μακαριστός π. Ιάκωβος Τσαλίκης γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου το 1920 στο Λίβισι της Μ. Ασίας.Τα παιδικά του χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, καθώς στην περιοχή, ως γνωστό, κυριαρχούσαν οι Τούρκοι. Όταν ήταν δύο ετών δόθηκε διαταγή όλοι οι Λιβισιανοί να φύγουν από την περιοχή. Περίπου 2000 γυναικόπαιδα και γέροι (μια και όλοι οι άντρες είχαν οδηγηθεί αιχμάλωτοι σε καταναγκαστικά έργα-μαζί και ο πατέρας του μακαριστού Ιακώβου, Σταύρος) κίνησαν στη θλιβερή πομπή. Μάτια φοβισμένα, πόδια να τρεκλίζουνε, καρδιά σκοτεινή χωρίς ελπίδα. Το μικρό Ιάκωβο κρατούσε στην αγκαλιά η μητέρα του. Τα αδέλφια του, Γιώργος και Τασούλα , ήταν μόλις τεσσάρων ετών και σαράντα ημερών. Δίχως τα παραμικρά οικονομικά εφόδια, αφού και τα λιγοστά πράγματα που μπόρεσαν να πάρουν τους το άρπαξαν οι Τούρκοι, ξεκίνησαν ένα βασανιστικό ταξίδι που κράτησε μια εβδομάδα και πλέον. Έφτασαν τελικά στην Ιτέα. Αρχηγός της οικογένειας ήταν τώρα η γιαγιά του Ιακώβου, η κυρα-Δέσποινα. Γυναίκα με φλογισμένη πίστη, αστείρευτη υπομονή και δυναμικότητα. Από αυτήν πήρε το λαμπρό παράδειγμα και διδάχθηκε την αγάπη στο Θεό και τους ανθρώπους ο Ιάκωβος. Τελειώνοντας το 1925 μετέφεραν τους Λιβισιανούς πρόσφυγες σε μια τοποθεσία της βόρειας Εύβοιας, στο χωριό Φαράκλα.
Γέροντας Τύχων Αγιορείτης
O Παπα - Τυχών γεννήθηκε στη Ρωσία, στη Νόβια Μιχαλόσκα το 1884. Οι γονείς του, ο Παύλος και ή Ελένη, ήταν ευλαβείς άνθρωποι, και επόμενο ήταν και ο καρπός τους, ο Τιμόθεος κατά κόσμον, να έχη κληρονομική την ευλάβεια και την αγάπη προς τον Θεό και να θέλη να αφιερωθή στον Θεό από μικρό παιδί.Έβλεπαν οι γονείς τον μεγάλο θείο ζήλο του παιδιού τους, αλλά δίσταζαν να του δώσουν την ευχή τους να πάη σε Μοναστήρι, επειδή το έβλεπαν εύσωμο και με ζωηρή φύση. Ήθελαν να ωρίμαση και στην σκέψη και μετά να αποφασίση μόνος του ο Τιμόθεος. Του έδωσαν όμως ευλογία να επισκέπτεται τις Μονές το διάστημα των τριών ετών, από δέκα επτά μέχρι είκοσι χρονών. Τότε έκανε τα μεγάλα και ατέλειωτα προσκυνήματα στα Μοναστήρια της Ρωσίας και πέρασε περίπου από διακόσιες Μονές. Στα Μοναστήρια πού πήγαινε, παρόλο πού ήταν κατάκοπος και εξαντλημένος από την οδοιπορία του, απέφευγε με τρόπο την φιλοξενία, για να ασκείται ο ίδιος και να μην επιβαρύνη τους άλλους.
Γέρων Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Ο Γέροντας γεννήθηκε στην Μόσχα της Τσαρικής Ρωσίας από ορθόδοξους γονείς το 1896, στις 22 Σεπτεμβρίου, 04.00 η ώρα το πρωί. Ήταν το δεύτερο παιδί μιας οικογένειας με άλλα εννέα αδέλφια. Πέθανε όμως τελευταίος απ’ όλα τ’ αδέλφια του. Βαφτίστηκε στην εκκλησία του Σωτήρα και πήρε το όνομα Σέργιος. Από την παιδική του ηλικία έδειχνε μια σπάνια ικανότητα στην προσευχή. Σαν νέος μάλιστα μπορούσε να απαντά σε θέματα θεολογικά από αιώνων ζητούμενα. Έτσι από νωρίς είχε καταληφθεί από επείγουσα επιθυμία να εισχωρήσει στην καρδιά της θείας αιωνιότητας.
Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος
Η σύγχρονη αυτή Οσιακή μορφή, γεννήθηκε τον Μάιο του 1884 στο χωριό Πάκια, της επαρχίας Επιδαύρου Λιμηράς, κοντά στους Μολάους της Λακωνίας. Οι γονείς του ονομάζονταν Παναγιώτης και Αικατερίνη Ζερβάκου. Πήρε το όνομα Κωνσταντίνος. Από την παιδική του ηλικία αγαπούσε την Εκκλησία, του άρεσε να ψέλνει και να διαβάζει τα ιερά βιβλία.Μια μέρα στο παιχνίδι τα παιδιά τον εξέλεξαν ηγούμενο με καλάμι για… ποιμαντορικό ραβδί! Απ’ ότι ο ίδιος μνημονεύει, σε ηλικία 8-10 ετών του εμφανίστηκε στο δρόμο του ο διάβολος, με χαλκοπράσινο αηδιαστικό πρόσωπο και κέρατα στο κεφάλι και του πέταγε πέτρες στα 10 μέτρα, χωρίς όμως να κτυπηθεί! Όταν οι γονείς τον έστελναν σε εργασίες, και ο μικρός Κωνσταντίνος άκουγε τις καμπάνες τις Εκκλησίας άφηνε τις δουλειές…
Γέρων Αμβρόσιος ο Αγιορείτης
Ο Ιερομόναχος Αμβρόσιος (κατά κόσμον Σπυρίδων Λάζαρης) εκοιμήθη στις 2 Δεκεμβρίου 2006 (ν.ημ.), σε ηλικία 92 ετών. Υπήρξε πνευματικός της Ιεράς Μονής Παναγίας Γαυριώτισσας Δαδίου και χιλιάδων χριστιανών από όλα τα μέρη της Ελλάδος. Ο π. Αμβρόσιος ήταν πηγή της Αγιορειτικής ευωδίας του Χριστού στον κόσμο και αποτελεί μία από τις άγιες σύγχρονες μορφές που στόλισαν της Εκκλησία. Είναι και αυτός καρπός της
Γερόντισσα Γαβριηλία
Η Γερόντισσα Γαβριηλία Παπαγιάννη, γεννήθηκε στις 2/15 Οκτωβρίου του 1897 (ημέρα εορτασμού των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης) στην Κωνσταντινούπολη. Ο πατέρας της ήταν εύπορος ξυλέμπορος κι έζησε σε ένα περιβάλλον με πολλές ανέσεις στην Πόλη, στο Φανάρι.Ήταν ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, γεμάτο αγάπη για όλον τον κόσμο. Τις ημέρες που το αρχοντικό των Παπαγιάννη «δεχόταν» η χαρά της μικρής Αυρηλίας (το όνομά της πριν δεχτεί την μοναχική κουρά) έτρεχε αμέσως για ν’ ανοίξει και να υποδεχθεί εκείνη τους επισκέπτες.
Γέροντας Σίμων Αρβανίτης
Ο Γέροντας Σίμων Αρβανίτης καταγόταν από την Τριάδα Εύβοιας από όπου ο πατέρας του Αθανάσιος Αρβανίτης μετακινήθηκε και εγκαταστάθηκε στο χωριό Κουκουβάουνες Αττικής, την σημερινή Μεταμόρφωση και παντρεύτηκε την μητέρα του Κυριακή. Απέκτησαν τέσσερα αγόρια, τον Ιωάννη, τον Παναγιώτη -τόν αργότερα Γέροντα Σίμωνα- τον Δημήτριο και τον Κωνσταντίνο.
Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης
Ό Γέρων ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, κατά κόσμον ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ, γεννήθηκε το έτος 1883 εις το Μικρασιατικό Χωρίον «ΓΚΕΛΒΕΡΗ» της Καππαδοκίας.Οι γονείς του ΑΝΕΣΤΗΣ και ΕΛΙΣΑΒΕΤ, απέκτησαν 6 (εξ) τέκνα, μεταξύ των οποίων και τον εκ κοιλίας μητρός κεκλημένον ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ τον μετέπειτα γνωστόν μας Πατέρα-Γέροντα ΙΕΡΩΝΥΜΟ.Μεγάλωσε και ανετράφη σε περιβάλλον προσευχής, ασκήσεως και αγιότητας. Τα προσευχητικά δάκρυα της μητέρας του, ήσαν τα πρώτα πού επέδρασαν στην ευαίσθητη ψυχή του Βασιλείου. Επίσης και τα άγια παραδείγματα των Ασκητών-Τρωγλοδυτών Αγίων της περιοχής του, οι οποίοι εκρύπτοντο και ζούσαν εν αφάνεια στα διάσπαρτα αυτά «κέντρα» προσευχής των βράχων της Καππαδοκίας.
Γέρων Ηρωδίων
Γεννήθηκε τo 1904 εις την Ρουμανία εις την επαρχία Ορντάσεστ. Ό πατέρας του, λεγόταν Πέτρος Μαντούφ, η μητέρα του Ελένη, Ήταν πτωχοί αλλά τίμιοι άνθρωποι. Ο Πέτρος δούλευε στα χωράφια, έβοσκε τα λιγοστά του πρόβατα, έτρωγε δηλαδή το ψωμί του εν ίδρώτι του προσώπου του. Ο Θεός του χάρισε ένα γυιό, τόν Ιωάννη. Ηταν ένα αθώο και φιλότιμο παλληκάρι. Ψηλός, γεροδεμένος, με γαλανά φωτεινά μάτια. Βοηθούσε τον πατέρα του στα πρόβατα και καλλιεργούσαν μαζί τα χωράφια. Ο Ιωάννης είχε μια έντονη θρησκευτική φύσι. Ήταν φιλέρημος χαρακτήρας. Του άρεσε να άκούη ιστορίες για μεγάλους ερημίτες, που άσκήτευαν στα σπήλαια και σε μικρές καλύβες που έφτιαχναν από κορμούς δένδρων στα Καρπάθια όρη και η καρδιά του καιγόταν να τους μιμηθή.
πηγή

Η κ. Ελένη Περιστέρη από το Ηράκλειο Κρήτης είχε πνευματικό της τον Άγιο Φιλόθεο.
Όταν εκείνος κοιμήθηκε, είχε μεγάλη επιθυμία να κάνει στα 40 του Θεία Λειτουργία και Μνημόσυνο στη μνήμη του.
Έπιασε προζύμι για να κάνει τα πρόσφορα, αλλά είχαν περάσει δύο ημέρες και το προζύμι δεν φούσκωνε, ήταν πίττα. Πήγε σε φούρνους για να της κάνουν πρόσφορα αλλά αρνήθηκαν να την εξυπηρετήσουν λέγοντας πως ήταν καθημερινή ημέρα και έπρεπε να τους ειδοποιήσει νωρίτερα. Γύρισε κλαίγοντας στο σπίτι της. Τι να κάνω, Θεέ μου, που έχω έτοιμα τα κόλλυβα;
Στην στεναχώρια της θυμήθηκε την κηδεία του. Τότε η Γερόντισσα της είχε -πει να πάρει ένα τριαντάφυλλο που στόλιζε το σώμα του Γέροντα. – Πάρ’ το, της είπε, να το έχεις ευλογία στο σπίτι σου. το πήρε και το φύλαξε στο εικονοστἀσι του σπιτιού της.
Τώρα το θυμήθηκε. Το παίρνει. Βγάζει την μάλλινη κουβέρτα και σταυρώνει με το τριαντάφυλλο την πετσέτα που σκέπαζε το προζύμι. Σ’ ένα τέταρτο το προζύμι φούσκωσε και χύθηκε. Έκανε τρία ωραιότατα πρόσφορα και η ευλαβής κυρία πραγματοποίησε την θεοφιλή της επιθυμία, να γίνει Θ. Λειτουργία στην μνήμη του αγίου Πνευματικού της.
Επίσης, η ίδια κυρία καταθέτει μία θαυμαστή επέμβαση του Αγίου δύο χρόνια μετά από την κοίμησή του. Μας είπε: είχε πόνο στην μέση και έκανα μία θεραπεία με ενέσεις που μου συνέστησε ο γιατρός. Ήμουν πολύ στεναχωρημένη διότι δεν μπορούσα να εργάζομαι. Έμενα στο σπίτι και σε λίγο θα δυσκολευούμουν οικονομικά.
Τότε θυμήθηκα το τριαντάφυλλο του Αγίου. Το πήρα, σταύρωσα την μέση μου και αυτό ήταν! Κόπηκε σαν κλωστή ο πόνος. Όταν ήρθε η νοσοκόμα να μου κάνει την ένεση της είπα: δεν χρειάζεται. Είμαι τελείως καλά.
Εκείνη επέμενε: μα πρέπει να ολοκληρώσεις την θεραπεία. – Δεν χρειάζεται, της απαντώ, είμαι τελείως καλά και σε λίγο φεύγω για την δουλειά μου. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες αλλά ο Άγιός μου πρόλαβε και με θεράπευσε.
Πηγή: Αφιέρωμα εις τον Άγιον Γέροντα της Πάρου, Αρχιμ. π. ΦΙΛΟΘΕΟΝ ΖΕΡΒΑΚΟΝ + , Εκδ. Ιερόν Γυν. Ησυχαστήριον «Παναγία η Μυρτιδιώτισσα» Θαψανών Πάρου

The first thing that should be done when an Orthodox Christian family moves into a new apartment or house is to determine which eastern wall or corner can be turned into the icon corner. This should not be a non-conspicuous place where the icons will be hidden from people's eyes, rather it should be a very prominent spot which all can see.
The icon corner should have icons of Christ and the Theotokos as well as icons of the saints for whom the family has particular devotion. Many times an Orthodox family chooses a particular saint to whom they wish to dedicate their family church, and place it under his or her protection. The icons in the icon corner of a family church dedicated to a saint will, of course, have an icon of the saint together with those of Christ and the Theotokos.
The icon corner will either have a small table or a shelf upon which may be placed prayer books, a hand censer, a bottle of holy water, a blessing-cross, the candles that the husband and wife held at their wedding, holy oil, palm branches and sometimes other religious objects. In front of the icons an oil lamp should perpetually burn.
Some families burn wax votive candles before the icons; however, the tradition is to burn olive oil. Electric lights are not appropriate for use as the light to burn before icons. The traditional oil lamps require an amount of attention which electricity does not, thereby directing our physical services and thoughts to God several times a day when we are required to trim the wick and refill the lamp with oil.
The use of pure olive oil may be objected to because of its high cost; however, God is beneficent to those who think first of spiritual matters and then of themselves. A family with which I am familiar had a multitude of problems, one of which was not enough money to purchase food.
The head of the family placed the household under the protection of the Theotokos and Ever-Virgin Mary.
As an offering of faith and love, the family's head promised that the lamp in the icon corner would burn only pure olive oil and that it would be allowed to go out only after there was no more food on the table and no money to buy either olive oil or food.
Because of the strong faith shown by the family head, the Theotokos has miraculously provided the family with enough money to purchase both olive oil and food for months on end.
«Πρέπει παιδί μου, να μην ακολουθούμε τη μέση οδό του Χριστιανού, γιατί αυτή είναι πολύ δύσκολη. Πρέπει να ξεπεράσουμε το στάδιο αυτό και ν’ ανέβουμε ψηλά. Τότε είναι όλα εύκολα. Όταν δεν πέφτουμε σε αμαρτίες τότε είμεθα εκτός της μέσης οδού και είμεθα οι πραγματικοί Χριστιανοί».
- Πώς μπορούμε Παππούλη μου, να αγαπήσουμε τον Χριστό;
«Η αγάπη μας προς τον Χριστό, παιδί μου, πραγματοποιείται ως εξής:
Σηκώνουμε τον εσωτερικό μας εαυτό προς τον Θεό και τον επικαλούμεθα. Βλέποντας όμως τη φύση, τα δένδρα, τα λουλούδια, τα πουλιά, τις μέλισσες, τα άνθη, τη θάλασσα, τα ψάρια, τα άστρα, το φεγγάρι, τον ήλιο, και τα τόσα άλλα υπέροχα δημιουργήματά του, στρέφουμε το νου προς τον Θεόν και δοξάζοντάς Τον μέσα απ’ αυτά, προσπαθούμε να τα καταλάβουμε πόσο ωραία και θαυμάσια είναι και αγωνιζόμαστε να τα αγαπήσουμε. Όταν τα αγαπήσουμε όλα αυτά, τότε η αγάπη μας ανεβαίνει προς τον δημιουργό μας και έτσι πραγματικά και αληθινά Τον αγαπάμε. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η αγάπη των δημιουργημάτων, αλλά ακόμη περισσότερη πρέπει να είναι η αγάπη μας προς τον συνάνθρωπό μας. Γι’ αυτό πρέπει να πραγματοποιούμε επισκέψεις στα Νοσοκομεία, στις Φυλακές, στα Ορφανοτροφεία, στα Γηροκομεία κ.λ.π. και γι’ αυτό το σκοπό και μόνο θα πρέπει να γίνονται αυτές. Τότε η αγάπη μας είναι ειλικρινής».
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΕΡΟΝΤΑ ΠΟΡΦΥΡΙΟ»
ΤΟΝ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΤΕΡΑ
http://agiameteora.net/index.php/paterika/6779-p-s-boro-me-pappoyli-mou-na-gapisoume-ton-xristo.html

So often during the various services held to celebrate Easter we hear the words: “This is the day which the Lord has made: let us rejoice and be glad in it.” These words are taken from Psalm 118:24.
The most difficult thing in life is to live in the present. Most of us dissipate the present moment by regretting the mistakes of the past, or by anticipating the troubles of the future. Hence the present moment, with its opportunities and responsibilities, keeps escaping us.
In contrast to this, the word of the psalmist is given to us for reflection on Easter Day: “This is the day which the Lord has made.” This is the day in which we are all living. All the past days are gone forever; those to come have not yet arrived. So we are reminded to live for this one.
This day is weighty; this day decides who you are and what you can become This day you must face your problems squarely; this day you must be a faithful spouse, a concerned parent, a conscientious employee, a true disciple of Christ. This day is weighty because God made it; He is in it.
What has God done to enable us to live not only in the present but also in His presence? “Christ is risen from the dead, trampling down death by death. And upon those in the tombs He bestows life.” It is a day which God has made!
In eternity God planned our salvation, ordaining that His Son be born, suffer, die and rise again on set days in order to save us. Because there were such days, we can be at peace with God today. Each day now comes as a precious gift of God, and we can rejoice in it!
“This is the day which the Lord has made!”

Εισαγωγικά
Ένα από τα κορυφαία πρόσωπα του Αγιορείτικου Μοναχισμού και συνάμα ιεραπόστολος μπορεί να θεωρηθεί ο Όσιος Μάξιμος ο Γραικός.
Δεύτερος φωτιστής των Ρώσων, μεταφραστής και συγγραφέας, εκδότης ιερών κειμένων, αναμορφωτής σε όλα τα επίπεδα.
Ίσως γι αυτό ενόχλησε και την τσαρική εξουσία και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του σιδηροδέσμιος.
Μικρό σημείωμα για τα έργα του Αγίου Μαξίμου
Σύμφωνα με τον ιστορικό ερευνητή, συγγραφέα κα ειδικό μελετητή του βίου και του έργου του Αγίου Μαξίμου του Γραικού Κωνσταντίνο Τσιλιγιάννη, τα έργα του Αγίου Μαξίμου διαιρούνται σε ρωσόγλωσσα πεζά κείμενα κα σε ελληνόφωνα ποιητικά κείμενα. Τα μεν πεζά του έργα, άνω των 300, είναι:
α) μεταφράσεις, β) γραμματολογικές κα λεξικογραφικές εργασίες, γ) δογματικο-πολεμικά έργα, δ) έργα κατά της αστρολογίας, του αποκρυφισμού και των προλήψεων, ε) ηθικοπλαστικά έργα, στ) δημοσιολογικά έργα, ζ) αυτοβιογραφικά έργα, η) ερμηνευτικά άρθρα και αφηγήσεις γιο θρησκευτικά, εκκλησιαστικά και καθημερινά θέματα, θ) εκκλησιαστικο-ιστορικά έργα και ι) διάφορα άλλα.
Τα δε ποιητικά του έργα αποτελούν: ο Παρακλητικός Κανόνας στον Τίμιο Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη, τα έξι επιγράμματα, ήτοι στον Οικουμενικό Πατριάρχη Νήφωνα Β΄, στη λάρνακά του, στο ρήτορα Μανουήλ, στον Ηγεμόνα της Βλαχίας Νεαγκόε, στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιωακείμ Α? και στον Άγιο Δημήτριο. Έγραψε επίσης και δύο μεγάλα ηρωελεγειακά έπη «κατά της αρχαιοελληνικής πλάνης» και «περί μετανοίας».
Τα έργα του Αγίου Μαξίμου είχαν εκδοθεί το 1859 από την Ακαδημία του Καζάν στην σλαβονική γλώσσα. Στον πρόλογο μεταξύ των άλλων αναφέρεται:
« Η εποχή με την οποία σχετίζεται η διαφωτιστική δράση στην Ρωσία του οσίου Μαξίμου του Γραικού, ήταν εποχή διαφόρων θλιβερών συγχύσεων που εν μέρει προήλθαν από ξένες επιδράσεις εν μέρει δε από εσωτερικές αιτίες. Σε μια τέτοια δύσκολη εποχή μας ήλθε από την Ελλάδα αυτός ο επιφανής και μορφωμένος άνδρας. Η Ορθόδοξη Ελλάδα στο πρόσωπό του έδωσε την πλέον «εύκαιρον βοήθειαν» στην Εκκλησία μας για την προστασία της πίστης, την οποία αυτή της παρέδωσε και η οποία εκείνη την εποχή άρχισε να απειλείται από τέτοιους κινδύνους…
Ο Όσιος Μάξιμος προστάτευσε την Ρωσική Εκκλησία από τις αξιώσεις της Εκκλησίας της Ρώμης, έγραψε εναντίον των ορθολογιστικών διδασκαλιών της δυτικής μεταρρυθμίσεως, εναντίον των Ιουδαίων, των παγανιστών και των μωαμεθανών. Διόρθωσε τα λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία. Ερμήνευσε τις εκκλησιαστικές τελετές. Αναίρεσε τις διάφορες ψευδείς και δεισιδαίμονες διηγήσεις που κυκλοφορούσαν στον λαό… Γενικά ενεργούσε με τέτοιο τρόπο ώστε μόρφωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι μπορούσαν να συνεχίσουν μετά τον θάνατό του το μεγάλο έργο της πνευματικής διαφωτίσεως της Ρωσίας, που άρχισε αυτός.
Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μαξίμου.
Για τα σκοτισμένα από την αμάθεια μάτια τους ήταν πολύ απρόσιτο αυτό το φώς της αλήθειας, με το οποίο απεκάλυπτε μπροστά τους τις πλάνες και τα ελαττώματά τους. Για τους μεγάλους κόπους του, του ανταπέδωσαν σκληρούς διωγμούς και μακροχρόνιες φυλακίσεις σε μοναστήρια. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του ,στα οποία αντανακλάται πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότητά και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του»
Μικρό απάνθισμα λόγων και διδαχών
Από τα στηλιτευτικά του συγγράμματα την μεγαλύτερη αξία έχουν αυτά που αφορούν άμεσα τα ήθη της τότε ρωσικής κοινωνίας. Και αυτό γιατί τα συγγράμματα αυτά έχουν διαχρονικά μηνύματα. Σ’ αυτά ελέγχει έντονα τους ανθρώπους, την άγνοια και την αθέτηση του Χριστιανικού νόμου, για την εξωτερική επίπλαστη ευλάβεια, για την απουσία εσωτερικού πνευματικού αγώνα. Τονίζει επίσης ότι οι άνθρωποι παροργίζουν τον Κύριο, όταν ενώ προσφέρουν «καλλίφωνους ύμνους, κωδωνοκρουσίες, και βαρύτιμο στολισμό στις εικόνες, δεν ελεούν τους πτωχούς και τα ορφανά και δεν απέχουν από το ψέμα και τα ελαττώματα.
Σε ένα έργο του με τίτλο «Λόγος ως εκ προσώπου της Θεοτόκου προς τους πλεονέκτες και γεμάτους με κάθε κακία που ελπίζουν να ευαρεστήσουν με μεγάλους κανόνες», παρουσιάζει την Θεοτόκο να ομιλεί και να λέγει στον Χριστιανό.
«Το συχνό σου Χαίρε θα γίνει ευχάριστο σε μένα, όταν απέχεις από το μίσος, το ψεύδος και την κλοπή των ξένων υπαρχόντων. Και ενόσω καταπιέζεις τους πτωχούς θλίβοντάς τους με τόκους και αφόρητες φορολογίες, σε τίποτα δεν διαφέρεις από τον ειδωλολάτρη και τον Χριστοκτόνο, έστω και αν καυχάσαι με το Βάπτισμα. Εγώ δεν σε εισακούω, έστω και αν ψάλλεις αμέτρητους κανόνες και τροπάρια με όμορφη και δυνατή φωνή».
Δεισιδαιμονίες
Ο Μάξιμος έγραψε και κατά των διαφόρων δεισιδαιμονιών, που παρατήρησε στην Ρωσική κοινωνία. Κατέκρινε την πίστη στα όνειρα, στην αστρολογία και στα ζώδια, στην μοίρα κ.λ.π. Ειδικότερα στον λόγο του «Περί Θείας Προνοίας και κατά των Αστρολόγων σημειώνει.
«Μοναδικός απλανής αστέρας, ο οποίος σε οδηγεί προς την εργασία των οσίων αρετών, γνώριζε ότι είναι ο θείος και πάντοτε αγνός φόβος, διά του οποίου καθένας απομακρύνεται από τα κακά, κατά το θείο λόγιο. Απ’ αυτόν πάντοτε να κρατείσαι ισχυρά πλέοντας ευθέως προς τον ουράνιο ακύμαντο λιμένα.
Και γνώριζε ότι η υιική έμπρακτος τήρησης των αγίων εντολών θα είναι ευπρόσδεκτη διά του φόβου του Κυρίου. Έτσι πάλι γνώριζε ότι μοναδικός ολέθριος πλανήτης, που σε οδηγεί με μεγάλη ορμή στους κρημνούς και τις αβύσσους των κακών, είναι ο παμμίαρος δαίμων, ο όποιος σε απεδίωξε παλαιά από την Εδέμ με την βρώση του καρπού και τώρα πάλι προσπαθεί να σε αποκόψει από τον Δεσπότη Χριστό, τον Θεό σου, με την ολέθρια διδασκαλία των αστρολόγων.
Παλαιά λοιπόν φανερά σου συκοφάντησε τον Κύριο λέγοντας ότι από φθόνο σου απαγόρευσε την γεύση του καρπού, για να μη γίνετε αθάνατοι ως θεοί. Τώρα πάλι ο παμμίαρος συκοφαντώντας τον λέγει ότι με την βία των αστέρων σε εξαναγκάζει στην επιτέλεση αισχρών έργων. Φυλάξου με κάθε τρόπο από τις ολέθριες επιβουλές του. Μη φοβάσαι τις άψυχες συνόδους των αστέρων. Σύντριβε την ολέθρια κεφαλή του, διότι και αυτός πάντοτε επιβουλεύεται επιμελώς την δική σου πτέρνα. Εξ αρχής ακόμη έχει τεθεί έχθρα αναμέσον σου και εκείνου (Γεν. 3, 15).
Αναγνώριζε τον μοναδικό φύσει εχθρό σου. Όλα τα άστρα εσένα υπηρετούν, για σένα όλα έχουν κτιστεί, να σε υπηρετούν και όχι να σε εξουσιάζουν.
Αναγνώριζε το χάρισμα του αυτεξουσίου σου. Δεν υπόκεισαι σε κανένα κτίσμα, αλλά μόνο στον μοναδικό Κτίστη σου. Αυτόν πάντοτε να υπηρέτης με κάθε ευγνωμοσύνη ως Θεό και Κτίστη, ως Πατέρα και Κύριο, αναβοώντας εν αγαλλιάσει μαζί με τον ψαλμωδό: Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου και υπερασπιστής της ζωής μου, από τίνος δειλιάσω; (Πρβλ. Ψαλμ. 26, 1).
(Τόμ. Β’, σελ. 86)
Για την Πνευματική ζωή- Η ώθηση στην μετάνοια
Το πυρ και το σκουλήκι, που τρώει αδιάκοπα, και ο ακατάπαυστος θρήνος, και το σκότος, και η ομίχλη και ο φοβερός τριγμός των οδόντων, όλα αυτά μας περιμένουν, Ψυχή, μετά την αποχώρησή μας από εδώ στον κάτω κόσμο και στις σκοτεινές αβύσσους της γης, αν ζούμε άνομα. Να φοβηθούμε, λοιπόν, να θρηνήσουμε, να απομακρυνθούμε από τις κακές πράξεις μας, να δείξουμε την ειλικρινή μας μετάνοια όσο είναι καιρός. Επειδή ο παρών αιώνας είναι ο χρόνος της δράσεως και ο μέλλων της ανταμοιβής, όπως λέγει ο Παύλος, η αληθινή σοφία, το στόμα του Χριστού. Αυτόν να τον ακούς και να αγιάζεσαι πάντοτε με θερμά δάκρυα. Μην περιμένεις το καθαρτήριο πυρ μετά τον θάνατο σου, αυτή είναι η ανόητη εφεύρεση των κακόβουλων αιρετικών, που την βρήκαν για να παρηγορήσουν τον εαυτό τους, εφ’ όσον συνειδητοποιούν τις κακές πράξεις τους.[…]
Οι άγιοι και όσιοι Πατέρες καθιέρωσαν πολλές και διάφορες προσευχές, όλες τους όμως έχουν το ίδιο περιεχόμενο και τον ίδιο σκοπό: με αυτές εξομολογούμαστε στον Κύριο των πάντων τις αμαρτίες μας και παρακαλούμε σ’ αυτές να φύγουμε από τις αμαρτίες και να ενισχυθούμε για το μέλλον με τον φόβο του Κυρίου και να ζούμε θεάρεστα ενώπιόν του, σύμφωνα με τις αγίες εντολές του• και όσοι έφθασαν την τελειότητα και ήλθαν στην ηλικία του Χριστού, όπως λέγει ο Απόστολος: «μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού», αυτοί παρακαλούν να έχουν τη δύναμη και τη φώτιση του θείου νου.
Να ξέρουμε όμως εμείς, οι ευσεβείς, ότι όσο βρισκόμαστε στην αμαρτία, δηλαδή στην παράβαση των θειων εντολών του Χριστού, του Θεού, ακόμη και αν διαβάζουμε όλες τις προσευχές των όσιων, τα τροπάρια, τα κοντάκια και τους κανόνες κάθε μέρα και κάθε ώρα, δεν θα καταφέρουμε με αυτό τίποτα. Επειδή ο ίδιος ο Κύριος, ο Χριστός, σαν με μομφή και παράπονο, λέγει σε μας: «Τί δε με καλείτε Κύριε, Κύριε, και ου ποιείτε α λέγω;», δηλαδή όσο ζείτε παραβαίνοντας τις εντολές μου, μέχρι τότε μάταια με καλείτε με πολλές και πολύωρες προσευχές. Μία μόνον υπάρχει ευχάριστη σ’ Αυτόν προσευχή: είναι η έμπρακτη προσευχή, που συνίσταται στο να απομακρυνθούμε με όλη τη ψυχή μας διά παντός από κάθε παράβαση των αγίων εντολών του και να στερεωθούμε με αυτό στο φόβο του εκτελώντας κάθε δίκαιο έργο με πνευματική χαρά και ειλικρινή αγάπη.
Ο Αγ. Μάξιμος παρέμεινε πάντα μοναχός και είχε έντονα ασκητική άποψη για την ζωή.
«Να αγαπήσεις την απέριττη ενδυμασία, την λιτή τροφή και την ιερή αγρυπνία, την μητέρα της σωφροσύνης. Αγρυπνία εννοώ εκείνη με την οποία η ψυχή φωτίζεται από την μελέτη βιβλίων και ευφραίνεται πολύ με την αγία προσευχή.
Να συγκρατείς με γερό χαλινάρι την θρασεία γλώσσα, επιβάλλοντάς της μέτρο και στην ομιλία και στην σιωπή έτσι ώστε να λες μόνο αυτό που υπηρετεί την δόξα του Θεού και δίνει πνευματικό όφελος στους ακροατές… Να ασκείσαι συνεχώς στην ανάγνωση θεόπνευστων βιβλίων, για να αυξάνεται μέσα σου η θεία αγάπη…
Προσπάθησε να ξεριζώσεις από την καρδιά σου κάθε εμπαθή επιθυμία που ευχαριστεί την σάρκα. Μην ξεχνάς ότι είναι δεμένη με το φοβερό θηρίο της λαιμαργίας…
Προσπάθησε πάντα να δαμάσεις τις ψυχοκτόνες επιθυμίες με νηστεία και απόλυτη πτωχεία. Επειδή τα ευχάριστα ποτά, τα νόστιμα φαγητά, τα μαλακά στρώματα και ο πολύωρος ύπνος αναστατώνουν αυτό το θηρίο, απόφευγέ τα».
Νηστεία
Σχετικά με την νηστεία γράφει και τα εξής:
«Πρέπει να προσέχουμε να νηστεύουμε πνευματικά, συγκρατώντας όλα τα πνευματικά μας πάθη, που είναι ο φθόνος, η ζήλεια, η ηδυπάθεια, η πονηριά, η περιέργεια, το ψεύδος, η υποκρισία, η εβραϊκή φιλαργυρία και η θεομίσητη τοκογλυφία, καθώς και η αιτία όλων των κακών, η υπερηφάνεια. Η πλήρης εγκράτεια από όλα αυτά τα ψυχοκτόνα πάθη είναι η αληθής νηστεία στον Θεό, αφού μόνο η στέρηση της τροφής, όχι μόνο δεν μας φέρει όφελος, αλλά γίνεται και αιτία της μεγαλύτερης μομφής παρομοιάζοντάς μας με δαιμόνια(Λόγος ΙΣΤ)
Οικογενειακή ζωή
Όσο και να σεβόταν ο Μάξιμος τον μοναχικό βίο όταν αυτός ανταποκρινόταν στο ιδεώδες του, κατέκρινε πάντως όσους περιφρονούσαν την οικογενειακή τους ζωή, νομίζοντας ότι μόνο με το αξίωμα του μοναχού μπορεί να φτάσει κανείς στην σωτηρία. Μεταξύ των συγγραμμάτων του Μαξίμου υπάρχει ένα με τίτλο «Λόγος σε όσους σκοπεύουν να εγκαταλείψουν τις γυναίκες τους αδικαιολόγητα και θέλουν να γίνου μοναχοί».Στον λόγο αυτό μεταξύ των άλλων γράφει.
«Μην απελπίζεσθε για την σωτηρία σας, σεις που ζείτε με συζύγους και ανατρέφετε τέκνα, ούτε να ζητείτε διαζύγιο, κατά την εντολή του Θεού που λέγει: «Δέδεσαι γυναικί; μη ζήτει λύσιν»(Α Κορ.7,27). «Τίμιος γάρ ο γάμος και η κοίτη αμίαντος»(Εβρ.13,4).
Αλλά εάν κατ΄ αλήθεια επιθυμείτε μεγαλύτερη σωτηρία ,αποκοπείτε οι ίδιοι από κάθε κακία, αδικία, πονηρία, πλεονεξία, αρπαγή ξένων περιουσιών, ψεύδος, συκοφαντία, φθόνο, τοκογλυφία και κάθε απανθρωπία και αγαπήσατε κάθε δικαιοσύνη και φιλανθρωπία, έλεος και ευσπλαχνία, αγαθότητα και αγιότητα, τουτέστιν αρκείσθε στις συζύγους σας και μην επιθυμείτε ξένη γυναίκα, διότι πόρνοι και μοιχοί, καταδικάζονται σε αιώνια βάσανα…
«…Επί πλέον ας μάθει ο άνθρωπος(που θέλει να εγκαταλείψει την σύζυγό του και να γίνει μοναχός) ότι η μοναχική ζωή, σ’ αυτόν που την επιθυμεί, δεν είναι τίποτε άλλο παρά επιμελής τήρηση των σωτηρίων εντολών του θείου και προσκυνητού Ευαγγελίου του Χριστού, τουτέστιν κάθε δικαιοσύνη, κάθε έλεος και ευσπλαχνία και ανυπόκριτη αγάπη, ταπείνωση καρδίας, πραότης, σωφροσύνη, περιφρόνηση του πλούτου του απολυμένου, της κοσμικής δόξης και τιμής και κενοδοξίας και απόρριψη κάθε πλεονεξίας.
Διότι αν κατορθώσει αυτές τις αρετές στην κοσμική ζωή, με τρόπο ευάρεστο στον Θεό, δεν είναι μακριό από την μοναχική πολιτεία.
Αυτός πάλι που φορά τα μοναχικά ενδύματα, εάν καταφρονεί τις εντολές του Σωτήρος και τις παραδόσεις των Πατέρων, βαδίζει και πολιτεύεται απρεπώς και αναξίως προς αυτά (τα ενδύματα) μεθώντας πάντοτε και τρώγοντας αχόρταγα και φιλαργυρώντας πλεονεκτικά και τοκογλυφώντας με δόλο, ένας τέτοιος μόνο στα ρούχα διαφέρει από τον απλό λαϊκό, σύμφωνα με τον αποστολικό λόγο: «η περιτομή ουδέν έστι, αλλά η τήρηση εντολών του Θεού» (Α΄ Κορ. 7, 19).πρέπει να πηγαίνουμε στην Εκκλησία (Αγίου Μαξίμου του Γραικού Λόγος 52)
Πως πρέπει να πηγαίνουμε στην Εκκλησία
Αδελφέ,
Κάθε φορά, που θέλεις να πας στην Εκκλησία, αν θέλεις, να είσαι συνεπής σε αυτά που λέει η αμώμητη πίστη μας, φρόντιζε να το θυμάσαι, να μη το ξεχνάς, ότι πηγαίνεις στο ολοκάθαρο παλάτι του Υψίστου. Εκεί, που είναι ο θρόνος Του. Εκεί, που αντηχεί άπαυστα ο αγγελικός ύμνος: άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαββαώθ!…
Πρόσεχε, λοιπόν, και πως πηγαίνεις, και πως μπαίνεις!…
Αν η ψυχή σου είναι καθαρή από ψέμα, από μίσος, από έχθρες και κακίες, από επιθυμίες ρυπαρές, φόρεσε ρούχα απλά και ταπεινά, ρούχα που ταιριάζουν σε χριστιανούς (=όχι έξαλλα, όχι για επίδειξη, όχι ρούχα κοσμικών συνάξεων). Και πήγαινε στην Εκκλησία, με φόβο Θεού, με ταπείνωση, με αγάπη. Αν έτσι πας στην Εκκλησία, να το ξέρεις: Είσαι μακάριος και τρισμακάριος. Και στη ζωή αυτή! Και θα γίνεις ακόμη πιο μακάριος και τρισμακάριος, στην αιώνια ζωή!
Αν αντίθετα, θέλεις να πηγαίνεις στην Εκκλησία «κάπως διαφορετικά», δηλαδή με τον δικό σου τρόπο, όπως σου αρέσει εσένα, να το ξέρεις: Όπως θα μπαίνεις, έτσι θα βγαίνεις και ωφέλεια δεν θα παίρνεις.
Είναι ποτέ δυνατό να θεραπευτεί, να γίνει καλά, άρρωστος, που πάει μεν στον γιατρό και ακούει τις συμβουλές του, αλλά δεν ακολουθεί και δεν εφαρμόζει εκείνα που του ορίζει να κάνει;
Ασφαλώς όχι. Έτσι και όποιος δεν πηγαίνει στην Εκκλησία όπως πρέπει! Όπως μπαίνει, έτσι θα βγαίνει!
Χωρίς να παίρνει ωφέλεια.
Χωρίς να βρίσκει θεραπεία.
Χωρίς να γίνεται καλά.
(Αγίου Μαξίμου του Γραικού: Έργα, τ. 3, λόγος 52, σελ. 191)
Για τον κλήρο
Ο Μάξιμος ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος με τον κλήρο.
«Ποιος μπορεί να θρηνήσει πλήρως το σκότος που κάλυψε την γενεά μας! Οι ασεβείς περπατούν σαν λιοντάρια που βρυχούνται και απομακρύνουν από τον Θεό τους ευσεβείς, ενώ οι ποιμένες μας είναι πιο αναίσθητοι και από τις πέτρες. Βολεύτηκαν καλά και σκέπτονται μόνο για το πώς να σώσουν τον εαυτό τους… Δεν υπάρχει κανείς που θα συμβούλευε επιμελώς και θα νουθετούσε τους υβριστές, θα παρηγορούσε τους ταπεινούς, θα προστάτευε τους αδύναμους, θα στηλίτευε όσους αντιστέκονται στον λόγο της ευσεβείας, θα συγκρατούσε τους αισχρούς, θα καθοδηγούσε όσους έφυγαν από την αλήθεια και τον τίμιο τρόπο της χριστιανικής ζωής. Κανείς δεν θα αρνηθεί το αξίωμα του ιερέα από σωφροσύνη, κανείς δεν το ζητεί από θείο ζήλο για να διορθώνει τους άνομους και υβριστές. Αντιθέτως όλοι είναι έτοιμοι να το αγοράσουν δίνοντας μεγάλα δώρα και θέλοντας να ζήσουν τιμώμενοι και ευχαριστημένοι».
Για τις πράξεις και ατασθαλίες των αρχόντων
Στον ΚΣΤ λόγο του «ΠΕΡΙ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΤΑΣΘΑΛΙΩΝ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ», στον οποίο διεξοδικά και με συμπόνια εκτίθενται οι άναρχες πράξεις και ατασθαλίες των βασιλέων και των αρχών των τελευταίων καιρών ο Μάξιμος γίνεται στηλιτευτής κάθε ανώτατης εξουσίας γενικά και άσχετα με τον τόπο. Ο Μάξιμος παριστάνει το κράτος με την μορφή μιας γυναίκας που κάθεται στο σταυροδρόμι. φοράει μαύρο ρούχο, έχει το κεφάλι σκυμμένο μέσα στις παλάμες και τα γόνατά της και κλαίει απαρηγόρητα περιτριγυρισμένη από άγρια θηρία. Στην επίμονη ερώτηση του Μαξίμου περί του ποια είναι η γυναίκα απαντά:
«Εγώ, ω ξένε, είμαι μία από τις ευγενείς και ένδοξες θυγατέρες του Ουρανίου Βασιλέως. Το όνομά μου είναι Βασιλεία, αλλά ονομάζομαι και εξουσία και κυριαρχία και δικαιοσύνη.. Αυτή την υπέροχη ονομασία την έλαβα από τον Ύψιστο επειδή όσοι με κατέχουν θα πρέπει να είναι φρούριο και στήριξη για τους υπηκόους τους και όχι όλεθρος και ακατάπαυστη ατασθαλία. Αυτήν την σημασία έχει το όνομα Βασιλεία.».
Στο ερώτημά μου για την αιτία του κλαυθμού της και για το ότι κάθεται σε έρημο δρόμο, απάντησε:
«Δεν μίλησα ακόμα για τις πολλές συμφορές μου. Οι σημερινοί κυβερνήτες από την πολλή τους σκληρότητα δεν δέχονται καθόλου τις καλές συμβουλές αυτών που θέλουν το καλό τους. Επειδή αυξήθηκαν υπερβολικά τα πάθη τους, με κατέστησαν τελείως ανίκανη και με ατίμασαν. Εμένα την θυγατέρα του Βασιλιά και Δημιουργού των όλων, προσπαθούν να υποτάξουν όλοι οι ηδυπαθείς και αρχομανείς άνθρωποι. Ελάχιστοι όμως είναι αυτοί που πραγματικά θα με φρόντιζαν, θα με στόλιζαν με τρόπο αντάξιο του Πατρός μου και του βασιλικού ονόματός μου και θα διευθετούσαν καλύτερα τα πράγματα των ανθρώπων. Οι περισσότεροι από τους υπηκόους μου, υποταγμένοι από την φιλαργυρία και την απληστία, τυραννούν τους κατωτέρους τους με διάφορους φόρους και καταναγκαστική προσφορά εργασίας για την ανέγερση πολυτελών κτιρίων, θα δεν συμβάλλουν στην ενίσχυση του κράτους τους, αλλά εξυπηρετούν μόνο την περιττή αυτάρκειά τους και την ικανοποίηση των επιθυμιών της αισχρής ψυχής τους…
Οι εξουσιαστές διαταράσσουν την πολύτιμη ησυχία του βασιλείου με τις αδικίες τους, την πλεονεξία τους και τις θεομίσητες πορνείες. Οι πόδες τους έτοιμοι να χύσουν αίμα, από τον άδικο θυμό και την θηριώδη οργή τους. Δεν προσέχουν στην ψυχοφέλιμη διδαχή των ιερέων, ούτε στις συμβουλές των εμπείρων γερόντων, ούτε στις απειλές των Θεόπνευστων Γραφών. Για όλα αυτά είναι κουφοί και σαν κουφές ασπίδες κλείνουν τα αυτιά τους και παραδίδονται στα σατανικά παιγνίδια, στην πολυφαγία και την μέθη και δουλεύουν στα σαρκικά πάθη. Γι αυτό ο Θεός τους εγκατέλειψε και παραδόθηκαν στην εξουσία των πονηρών πνευμάτων και τους κυριεύουν οι δαίμονες.
Αυτός ο έρημος δρόμος που βλέπεις, είναι ο τελευταίος ακόλαστος αιώνας, που στερείται ήδη από ευσεβείς βασιλείς και εγκαταλείφθηκε από τους ζηλωτές του ουρανίου Πατρός μου, επειδή όλοι ασχολούνται τώρα με τα δικά τους και όχι με τα θεία. Αυτοί δεν θέλουν να δοξάσουν τον Θεό με καλές πράξεις, ευεργεσίες αλλά και αγώνα εναντίον εκείνων που προσπαθούν συνεχώς να σβήσουν από προσώπου της γης την αληθινή πίστη στον Θεό, και νοιάζονται μόνο για το πώς θα αυξήσουν τα εδάφη του κράτους τους. Ακριβώς γι’ αυτό εξοπλίζονται ο ένας κατά του άλλου, αδικούν ο ένας τον άλλο….και ετοιμάζουν ο ένας κατά του άλλου διάφορες δολοπλοκίες σαν θηρία. Αντιθέτως δεν έχουν κανένα ζήλο για την Αγία Εκκλησία του Χριστού που υφίσταται διάφορες δοκιμασίες και συκοφαντίες εκ μέρους των μισητών προς τον Χριστό Ισμαηλιτών. Δεν είναι σωστό λοιπόν να παρομοιάζεται με τον έρημο δρόμο αυτός ο ακόλαστος αιώνας, ενώ εγώ η ίδια, ντυμένη σαν χήρα, να κάθομαι περιτριγυρισμένη από άγρια θηρία και να βασανίζομαι από αυτά, όπως σου εξήγησα προηγουμένως;
Και αυτό που με στενοχωρεί περισσότερο από όλα είναι ότι δεν έχω τέτοιους ζηλωτές, όπως παλιά, που θα με υπερασπίζονταν από ζήλο για τον Θεό και θα διόρθωναν τους άτακτους μνηστήρες μου. Δεν έχω τον Νάθαν, που με τη σοφή παραβολή νουθέτησε τον βασιλέα Δαυίδ και τον έσωσε από την φοβερή πτώση. Δεν έχω ζηλωτές, σαν τον Ηλία και τον Ελισσαίο, που δεν δείλιασαν μπροστά στους ανόμους βασανιστές, τους βασιλείς της Σαμαρείας. Δεν έχω τον θαυμάσιο Αμβρόσιο, αρχιερέα του Θεού, που δεν φοβήθηκε το μεγαλείο της βασιλικής εξουσίας του Μεγάλου Θεοδοσίου. Δεν έχω τον Μέγα Βασίλειο, που έλαμψε με την αγιότητα, την σοφία και με την σοφή διδασκαλία του κατατρόμαξε τον διώκτη της αδελφής του, τον Ουάλεντα. Δεν έχω τον μέγα Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που δεν υπέκυψε στην προσβολή και δεν αγνόησε τα ζεστά δάκρυα της άμοιρης χήρας ,αλλά στηλίτευσε την φιλαργυρία και την απληστία της βασίλισσας Ευδοξίας. Αφού λοιπόν δεν έχω πλέον αυτούς τους αγωνιστές και ζηλωτές μου, δεν είναι δίκαιο να μοιάζω με χήρα γυναίκα και να κάθομαι στον έρημο δρόμο του τωρινού ακόλαστου αιώνα; Αυτές είναι οι δυστυχίες μου, που αξίζει να προκαλούν πολλούς θρήνους.
-ΣΗΜ.: Ισμαηλίτες Φυλή που προέρχεται από τον Ισμαήλ, γιο του Αβραάμ και της δούλης της Σάρρας, Άγαρ (Γένεση 21:9-11). Ήταν οργανωμένη σε δώδεκα φυλές και κατοικούσαν στη βόρεια Αραβία (Γένεση 25:12-18). Στους Ισμαηλίτες οι γιοι του Ιακώβ πούλησαν τον αδερφό τους Ιωσήφ, για 20 αργύρια (Γένεση 37:25,27).
Επίλογος
Μελετητές διέκριναν πολλά κοινά χαρακτηριστικά στοιχεία του Οσίου Μαξίμου με τον φωτιστή των Ελλήνων Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Και οι δύο αναπαύθηκαν όχι στην αυτονομημένη ανθρώπινη σοφία και γνώση, αλλά στην θεία σοφία του Ευαγγελίου του Χριστού. Και οι δύο δέχτηκαν και αφομοίωσαν την Ορθόδοξη Αγιορείτικη και πατερική παράδοση. Έμειναν πάντα Αγιορείτες και έδωσαν και μέσα στον κόσμο την μαρτυρία τους σαν αγιορείτες. Γι’ αυτό ο Άγιος Μάξιμος είναι καύχημα της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και του ελληνορθόδοξου γένους μας.
https://fdathanasiou.wordpress.com
Πρέπει να τηρείται μια τάξη στα διάφορα είδη της προσευχής;
Άς δούμε αρχικά τί ακριβώς σημαίνουν αυτοί οι όροι. Ποιά δηλαδή είναι ή διαφορά, ανάμεσα στις προσευχές στις παρακλήσεις και στις δεήσεις;
Έπειτα, πρέπει να ασκούνται αυτοί οι τρόποι προσευχής ένας- ένας χωριστά, ή όλοι μαζί; Έχει κάποιο ιδιαίτερο νόημα για τους πιστούς ή σειρά με την οποία ό Απόστολος Παύλος έχει παραθέσει καθέναν από αυτούς τούς τρόπους προσευχής;
Η απλώς αυτός ό διαχωρισμός δεν έχει και τόση σημασία και μπορούμε να υποθέσουμε ότι ό Απόστολος τα παρέθεσε έτσι χωρίς ιδιαίτερη σκοπιμότητα;
Αυτή ή δεύτερη υπόθεση είναι, κατά την γνώμη μου, τελείως παράλογη. Δεν είναι ποτέ δυνατόν να έβαλε το Άγιο Πνεύμα στο στόμα τού Αποστόλου κάτι πού δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Θα ξαναπάρουμε λοιπόν αυτά τα είδη προσευχής ένα-ένα, με την σειρά πού δόθηκαν, ώστε με την Χάρη τού Θεού να τα αναλύσουμε διεξοδικά.
Τί είναι δέηση.
Ό Απόστολος λέει: «Σας παρακαλώ, πρώτα από’ όλα, να κάνετε δεήσεις» (Α’ Τιμ. 2, 1). Δέηση είναι ή κραυγή, ή προσευχή τού αμαρτωλού, ό όποιος με συντριβή καρδιάς εκλιπαρεί για την συγχώρηση των σφαλμάτων πού έχει διαπράξει στο παρελθόν, αλλά και για τις πρόσφατες αμαρτίες του.
Τι είναι προσευχή.
Ή προσευχή είναι ή πράξη με την οποία προσφέρουμε ή αφιερώνουμε κάτι στον Θεό. Οι Έλληνες την αποκαλούν «ευχή». Εκεί πού στα Ελληνικά λέει «τας εύχάς μου τω Κυρίω αποδώσω» (Ψαλμ .115, 9), στα Λατινικά λέμε «θα εκπληρώσω τις ευχές πού έκανα προς τον Κύριο», το όποιο σε ακριβή μετάφραση, θα μπορούσε να εκφρασθεί ως έξης: «Θα κάνω τις προσευχές, τις όποιες υποσχέθηκα στον Κύριο». Διαβάζουμε επίσης στο βιβλίο του Εκκλησιαστή: «Όταν τάξεις κάτι στον Θεό, μην αργήσεις να Του το προσφέρεις» (Έκκλ. 5, 3). Ας δούμε λοιπόν, πώς θα πραγματώσουμε αυτή την εντολή.
Προσευχόμαστε λοιπόν, όταν αρνούμαστε τον κόσμο και δεσμευόμαστε επίσημα απέναντι του Θεού, να νεκρώσουμε τον εαυτό μας για καθετί κοσμικό, για ότι δηλαδή άφορα τις πράξεις και τον τρόπο ζωής. Κι αυτός το κάνουμε για να υπηρετήσουμε τον Κύριο με όλη την θέρμη της ψυχής μας. Προσευχόμαστε, όταν περιφρονούμε την δόξα τού κόσμου και τα επίγεια πλούτη, για να προσκολληθούμε ανεμπόδιστα στον Κύριο, με συντριβή καρδιάς και με ταπεινό φρόνημα. Προσευχόμαστε, όταν αφιερώνουμε οριστικά και αμετάκλητα την αγνότητα τού σώματος μας και όταν υποσχόμαστε να ξεριζώσουμε εντελώς από την καρδιά μας τις ρίζες τού θυμού και της λύπης, οι όποιες οδηγούν στο θάνατο. Αν δεν τηρήσουμε τις υποσχέσεις μας, αν αμελήσουμε και αν παραδοθούμε στο θυμό, στα πάθη και στις παλιές ελλείψεις μας, θα δώσουμε λόγο στον Θεό για τις υποσχέσεις και για τούς όρκους μας. Δίκαια τότε θα ακούσουμε: «Καλύτερα να μην τάξεις, παρά να τάξεις κάτι και να μην το προσφέρεις» (Έκκλ. 5, 4).
Για τις έντεύξεις.
Έχουμε επίσης και τις έντεύξεις. Έντεύξεις λέμε τις γεμάτες θέρμη προσευχές που κάνουμε προς τον Θεό για χάρη των συνανθρώπων μας, είτε αυτοί είναι γνώριμοι και αγαπημένα μας πρόσωπα, είτε αυτές οι ικεσίες μας έχουν σαν αίτημα την ειρήνη του κόσμου, καθώς λέει ο Απόστολος Παύλος « Να προσευχόμαστε για όλους τους ανθρώπους για τους κυβερνήτες και για όλους εκείνους που ασκούν την εξουσία» (Α Τιμ.2 , 1-2).
Κατόπιν, στην τέταρτη θέση, έχουμε τις ευχαριστίες.
Καθώς ή ψυχή αναλογίζεται τις πλουσιοπάροχες ευεργεσίες πού έχει δεχθεί στο παρελθόν από τον Θεό και καθώς ατενίζει αυτές πού την κατακλύζουν στο παρόν ή καθώς στρέφει τον βλέμμα της στο μέλλον, στα αιώνια αγαθά πού ό Θεός επιφυλάσσει σ’ αυτούς πού Τον αγαπούν, ξεχειλίζει από απέραντη ευγνωμοσύνη και Τον ευχαριστεί με όλη της τη δύναμη. Συμβαίνει πολλές φορές αύτη ή ενασχόληση τού νου με τη θεωρία των μελλόντων αγαθών, να διεγείρει την ψυχή, ώστε αυτή να προσεύχεται με μεγαλύτερη θέρμη. Γιατί βλέπει πολύ καθαρά τα αιώνια αγαθά, πού ετοιμάζει ό Θεός στη μέλλουσα ζωή για τούς Αγίους και αυτό την κάνει να ξεχύνεται σε πέλαγος ανείπωτης χαράς και σε ατέρμονες προς Αυτόν ευχαριστίες.
Κατά πόσο είναι απαραίτητο αυτά τα τέσσερα είδη προσευχής να τα κάνουμε όλα συγχρόνως η χωριστά ή και εναλλάξ.
Αυτές οι τέσσερες μορφές προσευχής φέρνουν πλούσιους καρπούς. Είναι γνωστό από την μακρόχρονη εμπειρία ότι ή δέηση πού είναι θυγατέρα τής μετάνοιας, ή προσευχή πού γεννιέται από την καθαρή συνείδηση, ή οποία τηρεί τις μοναχικές υποσχέσεις, ή ικεσία πού πηγάζει από την θέρμη τής Χάρης και ή ευχαριστία την οποία γεννά ή θεωρία των αγαθών τής Μεγαλοσύνης και τής Αγαθότητας τού Θεού, αυτές όλες οι μορφές αναφοράς τής ψυχής στον Θεό, ξεχύνονται συχνά σε ολόθερμες και πύρινες προσευχές.
ΒΙΒΛ. ΑΒΒΑ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ . ΤΟΜΟΣ Α
To πρώτο και κύριο που έχουμε να πούμε για την προσευχή είναι ότι όποιος προσεύχεται συνομιλεί με το Θεό. Τι θα πει να είσαι άνθρωπος και να μιλάς στο Θεό ποιος δεν το ξέρει. Να εκφράσει όμως με λόγια αυτή την τιμή κανείς δεν το μπορεί.
Η προσευχή σε χωρίζει από τα άλογα ζώα και σε ενώνει με τους αγγέλους. Κι ο άνθρωπος που αφιερώνει όλη του τη ζωή με επιμέλεια στις προσευχές και στη λατρεία του Θεού γρήγορα θα μετατεθεί στην πολιτεία των αγγέλων, στη δική τους την τιμή, την ευγένεια , τη σοφία και τη σύνεση.
Τι πιο άγιο, πιο καλό, πιο ευγενικό και γεμάτο σοφία από τους συνομιλητές του Θεού; Αν αυτούς που μιλούν με τους σοφούς τους κάνει η συνεχής συναναστροφή να πάρουν γρήγορα κάτι από τη σοφία τους, τι θα μπορούσαμε να πούμε για κείνους που μιλούν με το Θεό και προσεύχονται; Πόση σοφία, πόση αρετή, και σύνεση και αγνότητα, πόση γλυκύτητα συμπεριφοράς τους γεμίζει η προσευχή και η δέηση;
Νομίζω πως λέει την αλήθεια όποιος πει πως οι προσευχές είναι τα νεύρα της ψυχής. Το σώμα συγκρατείται με τα νεύρα και τρέχει και στέκεται όρθιο και ζωντανό και στέρεο. Αν κάποιος κόψει τα νεύρα, τότε καταστρέφει κάθε ισορροπία του σώματος. Έτσι και οι ψυχές στερεώνονται με τις άγιες προσευχές και στήνονται όρθιες και τρέχουν με ευκολία το δρόμο του Θεού.
Κι αν αποστερήσεις τον εαυτό σου από την προσευχή, είναι σαν να βγάζεις ένα ψάρι από το νερό. Όπως για το ψάρι ζωτικός χώρος είναι το νερό, για σένα ζωτικός χώρος είναι η προσευχή. Όπως το ψάρι γλιστράει στο νερό, έτσι και συ με την προσευχή μπορείς να πετάξεις, να διαπεράσεις τους ουρανούς και να βρεθείς κοντά στο Θεό.
Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος - Από το βιβλίο «Μικρή φιλοκαλία της καρδιάς»
Seek God daily. But seek Him in your heart, not outside it. And when you find Him, stand with fear and trembling, like the Cherubim and the Seraphim, for your heart has become a throne of God. But in order to find God, become humble as dust before the Lord, for the Lord abhors the proud, whereas He visits those that are humble in heart, wherefore He says: "To whom will I look, but to him that is meek and humble in heart?"
Saint Nektarios of Aegina
The Elder said that God gave us a soul, but our body is inherited from our parents and grand parents, that is why together with our body we receive part of their sins. They are waiting for our prayers and feel great joy when we pray for them, and those who are in the Heavenly Kingdom help us.
Seraphim of Vyrytsa

Ἡ ἀγάπη πρός τόν κόσμο, σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου, δέν εἶναι δυνατόν νά συνδυαστεῖ καί νά συνυπάρχει μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Ἰσαάκ τόν Σύρο:Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ὁ ἀληθινός ὅν εἴρηκεν, ὅτι οὐ δύναταί τις μετά τοῦ πόθου τοῦ κόσμου τήν ἀγάπην κτήσασθαι τοῦ Θεοῦ, οὐδέ μετά τῆς κοινωνίας αὐτοῦ δυνατόν κοινωνίαν κεκτῆσθαι πρός τόν Θεόν, οὐδέ σύν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ ἔχειν τήν μέριμναν τοῦ Θεοῦ[1].
Σύμφωνα μέ διήγηση τοῦ Παλλαδίου Ἑλενοπόλεως, ἄγγελος Κυρίου ἐμφανίστηκε στό Μέγα Παχώμιο (292-346) καί τοῦ φανέρωσε, γραμμένους σέ μία χάλκινη πλάκα, τούς κανόνες πού ἔπρεπε νά θεσπίσει γιά τήν ἐπιτυχή λειτουργία τῶν μοναστηριῶν πού αὐτός εἶχε ἱδρύσει[2]. Σχετική μάλιστα μέ τά παραπάνω εἶναι καί ἡ ἀπεικόνιση τοῦ περιστατικοῦ μέ τόν ἄγγελο νά εἶναι ντυμένος τό Μέγα Σχῆμα, ἐνῶ στό εἰλητάριο πού κρατᾶ, φέρεται νά λέει στόν ὅσιο Παχώμιο: Ἐν τούτῳ τῷ σχήματι σωθήσεται πᾶσα σάρξ. Τό Σχῆμα κατά τόν ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης γίνεται αἴτιον μνήμης ἀνεπιλήστου θείας καί ἑνώσεως Θεοῦ καί πρός αὐτόν παρρησίας καί θάρρους[3].
Μικρό καί Μέγα Σχῆμα;
Ἤδη πρό τῆς ἐποχῆς τοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, τό μοναχικό σχῆμα, τό τῆς ὑποταγῆς ἔνδυμα ἤ τό τῆς ὑποταγῆς ἱμάτιον, ὅπως ἀλλοιῶς ἀναφέρεται σέ χειρόγραφα Εὐχολόγια, εἶχε διαιρεθεῖ σέ δύο· στό μικρό καί στό μέγα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἐκφράζοντας τίς ἐπιφυλάξεις του γιά τόν χωρισμό τοῦ μοναχικοῦ σχήματος σέ δύο, γράφει: Τοῦτο ἐστι τό μέγα καί μοναχικόν σχῆμα· μικρόν δέ σχῆμα μοναχικόν οἱ Πατέρες οὐκ ἴσασιν, οὐδέ παραδεδώκασιν, ἀλλά τινες τῶν ὀψιγενεστέρων ἔδοξαν μέν τό ἕν εἰς δύο διελεῖν, ἀλλ’ οὐδ’ αὐτοί διεῖλον ὡς ἀληθῶς· τάς αὐτάς γάρ ἀποταγάς εὑρήσεις ἐπ’ ἀμφοτέρων σκοπήσας[4]. Σύμφωνα μάλιστα μέ τόν ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη (Πηδάλιον), ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται προγενέστερους Πατέρες, τό σχῆμα τῶν μοναχῶν εἶναι ἕνα καί μόνο: τό Μέγα Σχῆμα δηλαδή. Ἡ ρασοφορία καί τό μικρό σχῆμα, ὅπως συγκεκριμένα γράφει, «ἐπινοήθηκαν» ἀπό κάποιους ὑστερινούς Πατέρες γιά τήν «ἀσθένεια» τῆς ἀνθρώπινης φύσης. Ἔτσι, τό μοναχικό σχῆμα «ἀπό τοῦ ἐλλάτονος ἐπί τό τελειότερον προχωρεῖ».
Ἄν καί καταβλήθηκε προσπάθεια ἀπό τόν ὅσιο Θεόδωρο Στουδίτη καί ἄλλους Πατέρες νά καταργηθεῖ αὐτή ἡ διάκριση ὡς ἀντικειμένη στίς μοναχικές παραδόσεις, στήν πράξη ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς μέ ξεχωριστές εἰδικές ἀκολουθίες διακρίσεως τῶν μοναχῶν σέ μικροσχήμους καί μεγαλοσχήμους[5]. Ὁ ἴδιος ὁ θεμελιωτής τοῦ κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ στό Ἅγιον Ὄρος, ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ Ἀθωνίτης, ἐνῶ στό Τυπικόν του υἱοθέτησε ὅλες τίς ἐντολές πού ὑπῆρχαν στή Διαθήκητοῦ ὁσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, δέν ἔκανε τό ἴδιο, ἀναφορικά μέ τό μοναχικό σχῆμα. Ὁ ἴδιος μάλιστα, κατά τόν ὅσιο Νικόδημο τόν Ἁγιορείτη, ἔλαβε πρῶτα τό μικρό καί ἔπειτα τό μέγα σχῆμα[6]. Στή σημερινή πρακτική, τό σέ χρήση Μέγα Εὐχολόγιον ἀναφέρει τρεῖς ἀκολουθίες μοναχικῆς κουρᾶς: τοῦ ρασοφόρου, τοῦ μικροσχήμου (σταυροφόρου) καί τοῦ μεγαλοσχήμου.
Ἡ διαχρονική ἐξέλιξη τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Σχήματος
Τά κείμενα τῶν Εὐχῶν καί γενικότερα ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου καί Ἀγγελικοῦ Σχήματος, πέρασαν διάφορα ἐξελικτικά στάδια, ἀπό τήν πρώϊμη φάση τῆς διαμόρφωσης τοῦ μοναχικοῦ θεσμοῦ, ὡς τά μεταβυζαντινά χρόνια, πού φαίνεται ὅτι ἔλαβαν τή σημερινή μορφή τους. Αὐτό εὔκολα διαπιστώνεται ἀπό τή μελέτη τόσο ἀρχαίων Εὐχολογίων πού ἔχουν δεῖ τό φῶς τῆς δημοσιότητας ἀπό τούς εἰδικούς ἐπιστήμονες λειτουργιολόγους[7] ὅσο καί χειρογράφων Εὐχολογίων, πού ἀπόκεινται στίς Βιβλιοθῆκες, μοναστηριακές καί ἄλλες[8].
Στήν Ὑποτύπωση (Τυπικό) τῆς μονῆς Στουδίου στήν Κωνσταντινούπολη, ἡ εἰς μεγαλόσχημον κουρά[9] (ἤ τό μυστήριον τῆς μοναχικῆς τελειώσεως ἡ ὁμολογία τῶν συνθηκῶν ἤ ἡ ἱερολογία τῆς μοναχικῆς ἐπικλήσεως ἤ τῶν μοναχῶν ἡ ἱερά τελετή, ὅπως ἀλλοιῶς ὀνομάζεται σέ χειρόγραφα Εὐχολόγια) γινόταν κατά τήν Τρίτη τοῦ Πάσχα: «Δεῖ εἰδέναι, ὅτι τῇ τρίτῃ τῆς διακαινησίμου δίδομεν εἰς τούς ὁριζομένους λαβεῖν τό ἅγιον καί μέγα σχῆμα ἀδελφούς»[10]. Στή σημερινή πρακτική τοῦ ἑλληνορθόδοξου μοναστικοῦ χώρου, ἡ Ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Σχήματος γίνεται συνήθως κατά τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πού θεωρεῖται ἡ καθ’ ἑαυτό περίοδος μετανοίας.
Ἀπό τίς Εὐχές πού ἀκολούθως παραθέτουμε, καί τῆς ἐν γένει Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Σχήματος, εἶναι φανερό τό ὕψος καί ἡ ἀποστολή τοῦ Μυστηρίου αὐτοῦ, τό ὁποῖο ἐθέσπισε ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία καί τό ἐμπλούτισε μέ ἐμπνευσμένες εὐχές, ὕμνους[11], ἐρωταποκρίσεις καί κατηχήσεις πρός ἔνδειξη τῆς κανονικότητός του. Γράφει συγκεκριμένα ὁ βυζαντινός λόγιος Γεώργιος Παχυμέρης (+περ. 1308), παραφράζοντας τόν Ἀρεοπαγίτη Διονύσιο: Διά τήν τοιαύτην τελείωσιν ἠξιώθη ἡ τοιαύτη τάξις καί ἱερατικῆς τελετῆς, καί τῆς διά τῶν εὐχῶν ἐπικλήσεως· ὥστε μή μόνους ἀφ’ ἑαυτῶν ἀμφιένυνυσθαί τινας τό σχῆμα, ἀλλά χερσίν ἱερατικαῖς καί θείᾳ ἐπικλήσει γίνεσθαι τήν εἰς τοῦτο τελείωσιν· πλήν χερσίν οὐκ ἀρχιερέων, ἀλλά χερσίν ἱερέων…[12].
Ἀπόσπασμα ἀπό τήν μελέτη τοῦ μοναχοῦ Παταπίου Καυσοκαλυβίτου

Η ΕΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
ΤΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ
Ἑρμηνεία καί Θεολογία τῶν Εὐχῶν
[1] Τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Ἰσαάκ ἐπίσκόπου Νινευΐ τοῦ Σύρου, Τά εὑρεθέντα Ἀσκητικά, Λόγος Δ’, Ἀθῆναι 1895, σ. 15.
[2] Παλλαδίου Ἑλενοπόλεως, Λαυσάϊκόν ἤ Ἡ πρός Λαῦσον Ἱστορία (The Lausiac History ofPalladious, τόμ. 2), ἔκδ. Cuthbert Butler, Hildesheim 1967, σ. 206-7.
[3] D. Balfour, ὅ.π., σ. 176
[4] Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ἐπιστολή πρός τόν μοναχόν Παῦλον. Δημοσιεύτηκε ἀπό τόνμοναχό Ἀλέξανδρο Λαυριώτη, Ἐκκλησιαστική Ἀλήθεια (1901), σ. 53-55.
[5] Ὁ Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης (1175-1195) ἐν τούτοις διακρίνει τούς μοναχούς σέ τρεῖς τάξεις: «εἰς τούς μεγαλοσχήμονας καί εἰς τούς τοῦ μικροῦ σχήματος διά τήν εἰσαγωγήν καί εἰς τούςμέσους μανδυώτας».Ἐπίσκεψις 135, PG 135, σ. 900.
[6] Ζήση Θεοδ., πρωτοπρ., Μοναχισμός. Μορφές καί θέματα, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 164.
[7] J. Goar, Euchologion sive rituale Graecorum, Graz 1960 (ἀνατύπωση τῆς ἐκδόσεως τῆς Βενετίας, 1730), σ. 378-393, L’ Eucologio Barberini gr.336, ἐπιμέλεια Stefan Parenti καί Elena Velkovska, Roma2000 , σ. 224-229.
[8] Γιά παράδειγμα μποροῦμε νά ἀναφερθοῦμε στούς κώδικες 142, 247, 943, 952, 1004 τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, πού εἶναι Εὐχολόγια τά ὁποῖα περιέχουν Εὐχές μέ διαφοροποιημένο περιεχόμενο ἀπ’ ἐκεῖνες τῶν ἐκδεδομένων. Βλ. ἐπίσης τίς Εὐχές πού παρατίθενται στό Ἐπίμετρο τῆς παρούσας μελέτης.
[9] Ἐπίκουρα – ἀποκουρά – ἀπόκαρσις – ἀπόθεσις τῶν τριχῶν, ὅπως ἀλλοιῶς ἀναφέρεται ἡ κουρά σέ χειρόγραφα Εὐχολόγια.
[10] Dmitrievskij A., Typica I, Kiev 1895, σ. 228
[11] Στό Βίο τοῦ ὁσίου Δανιήλ τοῦ Στυλίτου ἀναφέρεται: «…κελεύει κατά τό ἔθος συναχθῆναι πάντας καί μεθ’ ὑμνολογίας δίδωσιν αὐτῷ τό ἅγιον σχῆμα» ( H. Delehaye, Vita S. Danielis Stylitae, Analecta Bollandiana 32 (1913), σ. 125-126. Σημειώνουμε ἐπίσης ἐνδεικτικά ὅτι στά χειρόγραφαΕὐχολόγια Βατοπεδίου 1041 τοῦ Ι-ΙΑ’ αἰ., φ. 21v καί Πάτμου 213 τοῦ ΙΑ’ αἰ. φ. 2v, ὑπάρχει «Ὕμνοςεἰς ὁσίους μοναχούς, ἀσκητάς καί μοναζούσας» μέ ἀκροστιχίδα: Τοῦ ταπεινοῦ Ῥωμανοῦ ὁ ψαλμόςοὗτος.
[12] Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περί Ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, Παράφρασις Παχυμέρη, PG 3, σ. 545 Α
https://fdathanasiou.wordpress.com/
Όταν ο Θωμάς ρώτησε το Χριστό:
"Πως θα γνωρίσουμε το δρόμο που οδηγεί στη Βασιλεία του Θεού;", εκείνος του απάντησε:
"Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή".
Δηλαδή ο Χριστός ο ίδιος είναι ο δρόμος, για να ζήσουμε μια αληθινή κι ευτυχισμένη ζωή.
Ο Χριστός μας δείχνει το δρόμο
Αν δούμε με συντομία τη ζωή του Χριστού στη γη, θα καταλάβουμε γιατί είπε αυτά τα λόγια.
Ο Χριστός μας καλεί να βαδίσουμε το δρόμο που χάραξε
Ο Θεός, από τη μεγάλη του αγάπη για τον άνθρωπο και για να τον ξαναφέρει κοντά του έστειλε στη γη το γιο του. Ο Χριστός είναι ο Yιός του Θεού που έγινε άνθρωπος. Γεννήθηκε με θαυμαστό τρόπο. Στην πορεία του πάνω στη γη, πρόσφερε την αγάπη του στους ανθρώπους. Θεράπευε με τη θεϊκή του δύναμη όσους ασθενείς τον πλησίαζαν με πίστη. Μάλιστα ανάστησε και κάποιους που είχαν πεθάνει. Παντού όπου πήγαινε μιλούσε στους ανθρώπους για τον καινούριο κόσμο της Βασιλείας του Θεού. Συζητούσε μαζί τους και τους καλούσε να μετανοήσουν και να βαδίσουν το δρόμο του. Δηλαδή να ζήσουν όπως εκείνος τους δίδαξε.
Λίγο πριν τον συλλάβουν και τον οδηγήσουν στο σταυρικό θάνατο, έδωσε, όπως είδαμε, στους μαθητές του την πιο πολύτιμη εντολή: Να αγαπούν ο ένας τον άλλο, όπως τους αγάπησε και αυτός.
Έτσι ο Χριστός έδειξε ότι αυτός είναι η οδός, ο δρόμος που οδηγεί τους ανθρώπους στη σωστή σχέση μεταξύ τους και με το Θεό.
http://lllazaros.blogspot.ca/2015/02/blog-post_8.html
The fervent love of Christ nourishes more than any other material food and gives many calories to the soul and body. Oftentimes, it even cures incurable diseases without medication and brings rest to souls.
St. Paisios

Χριστιανός σημαίνει μικρός Χριστός κι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἄρα χριστιανός εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σταυροῦ. Γι᾿ αὐτό εἶναι ἀνάρμοστο καί ξένο στόν χριστιανό νά ἀναζητᾶ τίς εὐκολίες καί τήν ἀνάπαυση. Ὁ Κύριός σου καρφώθηκε στό σταυρό κι ἐσύ ἐπιζητᾶς τήν ἄνεση καί ζῆς μέ πολυτέλεια;
Ἄν ἀγαπᾶς τόν Κύριό σου, πέθανε ὅπως Ἐκεῖνος. Σταύρωνε τόν ἑαυτό σου, ἔστω κι ἄν δέν σέ σταυρώνει κανείς. Καί σταυρός εἶναι ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς κακίας καί τῆς ζήλειας σου. Σταυρώνεις τό «ἐγώ» σου, ὅταν ἀρνεῖσαι νά ἱκανοποιήσεις τίς κακές ἐπιθυμίες σου. Κρεμᾶς τόν ἑαυτό σου στό σταυρό, ὅταν ἀφήνεις τόν Θεό νά κατευθύνει τή ζωή σου χωρίς τίς δικές σου λογικές παρεμβάσεις. Πεθαίνεις σάν τόν Κύριό σου, ὅταν ὑποτάσσεσαι στό θέλημά του χωρίς τά ἀτέλειωτα «γιατί».
Ὁ Κύριος ζήτησε καί ζητᾶ νά τόν ἀκολουθήσουν ὅσοι εἶναι ἀποφασισμένοι νά σηκώσουν τό σταυρό τους, ὅσοι εἶναι ἕτοιμοι νά πεθάνουν, νά ἀρνηθοῦν τίς ἀπολαύσεις καί τήν τρυφή. Διότι ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἀσφάλεια καί τίς ἡδονές τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι ἐχθρός τοῦ σταυροῦ, αὐτοῦ τοῦ σταυροῦ πού ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ καί σηκώνει μέ ὑπομονή γιά χάρη τοῦ Ἐσταυρωμένου του Κυρίου!…
Εἰς Φιλιππησίους 13· ΕΠΕ 22,8-10

There was a hermit who dwelled alone in the desert for over seventy years, living a life of chastity, fasting, and prayer. In all these years that he served the Lord, he had never had a single vision or revelation from God. One day he thought to himself: “Is perhaps my way of life not pleasing to God?
Is there some reason , unknown to me , on account of which I have not been given any revelation or come to know any of the Lord’s mysteries?”
With such thoughts in mind, the elder began to pray fervently and beseech the Lord persistently with the following words: “O Lord, if my spiritual struggles are pleasing to You, and if my works are acceptable to You, grant to me, Your unworthy and sinful servant , a divine visitation , so that I may be assured through the revelation of one of Your mys teries that you have heard my supplication's , and so that I may complete the remainder of my monastic life courageously and confidently .
As the holy elder was praying in this manner, he heard God’s voice saying, “If you desire to see My glory, go into the deeper wilderness, and many mysteries will be revealed to you there .
Upon hearing this voice, the hermit exited his hut. After walking a good distance, he happened to come across a thief. As soon as the bandit saw the elder, he dashed towards him and violently took hold of him. “You cam e just at the right time, father ! ” remarked the villain . “We thieves have the following tradition and belief: That whoever kills one hundred people will go to Paradise.
Today is my lucky day! Up to this point in time, with much effort , I have murdered ninety - nine people. I have only one left to make one hundred , and I will be able to accomplish this now and be saved . So, I am greatly indebted to you, and I thank you for helping me secure Paradise.”
When the elder heard these unexpected words from the thief, he was deeply disturbed and grieved . He was unprepared for such a sudden and unforeseen temptation. He subsequently raised his mind to God and asked in disappointment : “Is this Your glory, O Lord, which You desired to reveal to me, Your servant? This is the recommendation You gave to me the sinner? You told me to exit my hut intending to reveal such a dreadful mystery to me ?
This is the payment I receive for my toil and the hardships that I endured all these years for You? Now I have realized, O Lord, that my entire efforts have been in vain, and that all my prayers are an abomination to You. Nonetheless, I thank you for your compassion, O Lord, because — according to Your omniscience — You have rightfully disciplined me the unworthy one on account of my innumerable sins , and you have justly handed me over into the hands of a thief and murderer. ”
http://www.stnektariosmonastery.org/
Χρόνια κράτησε ὁ διωγμός τῶν χριστιανῶν. Ποτάμια χύθηκε τό τίμιο αἷμα τῶν Μαρτύρων. Κι ἦρθε κάποια στιγμή πού ἡ εἰδωλολατρική μανία τοῦ αὐτοκράτορα κορέστηκε, ἀφοῦ εἶχε πιά τελειωθεῖ μαρτυρικά καί ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπός της Ἀλεξάνδρειας, ὁ Πέτρος.
— Δέν μέ ἔκρινε ἄξιο ὁ Κύριος νά μαρτυρήσω γιά τήν πίστη, δίπλα στούς ἀδελφούς μου, σκεπτόταν ὁ Ἀντώνιος. Θά πορευτῶ λοιπόν στή βαθιά ἔρημο γιά νά δώσω τήν τελική μάχη μέ τόν πονηρό μονολόγησε ἀποφασιστικά καί κάτι σάν κρυμμένη ὑπερηφάνεια πῆγε νά σκιάσει τῆς ἀπόφασης τοῦ τούτης τή χάρη. Σάν νά ’νιωσε κείνη τήν ὥρα ὁ ἀσκητής πώς ξεχωρίζει ὁ ἐρημίτης ἀπό τούς πολλούς σάν νά ἦταν ἡ παλαίστρα τῆς ἐρήμου ἀνώτερη μορφή χριστιανικῆς ζωῆς.
Τόν πείραξε τοῦτος ὁ λογισμός, σάν ἀγκαθιῶν κάρφωμα βαθύ κι ὅρμησε τούτη ἡ σκέψη νά τοῦ πνίξει ὅλα τά λουλούδια πού ἡ μαρτυρική του προαίρεση εἶχε συλλέξει ὅλα τά χρόνια τοῦ διωγμοῦ. Ἔμπειρος ὅμως πιά ἀγωνιστής γρήγορα κατανόησε πώς εἶχε πάλι νά κάνει μέ παγίδα τοῦ ἀντίδικου. Γι’ αὐτό ἔπεσε σέ βαθιά προσευχή.
— Κύριε, φανέρωσέ μου, ἄν μέσα στήν πόλη μέ τούς θορύβους της μπορεῖ νά φτάσει ὁ πιστός τά μέτρα τά πνευματικά πού κατακτάει στή βαθιά ἔρημο ὁ ἀσκητής…
Δέν εἶχε ἀκόμα ἀποτελειώσει τοῦτο τό αἴτημα στόν Πανάγαθο καί φωνή ἀκούστηκε νά τοῦ λέει:
— Τό Εὐαγγέλιο εἶναι ἕνα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, Ἀντώνιε. Κι ἄν θέλεις νά βεβαιωθεῖς, πώς ἄν κανείς κάνει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ σῴζεται καί ἁγιάζεται ὅπου καί νά ’ναι, πέρασε, καθώς φεύγεις ἀπό τήν Ἀλεξάνδρεια, ἀπό τό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ, πού εἶναι ἄσημο καί φτωχικό. Εἶναι ἐκεῖ κάτω στό τελευταῖο τῆς πόλης παραδρόμι.
— Στό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ, Κύριε; Καί ποιός μπορεῖ ἐκεῖ νά μέ βοηθήσει, νά ρίξει φῶς στό λογισμό; ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ Ἀντώνιος.
— Θά σοῦ ἐξηγήσει ὁ μπαλωματής, ξανάκουσε τήν ἴδια φωνή.
— Ὁ μπαλωματής; Τί ξέρει αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀπό ἀγῶνες καί πειρασμούς; Τί γνώρισε ὁ πτωχός βιοπαλαιστής, ἀπό τῆς πίστης τίς κορυφές κι ἀπ τήν ἀλήθεια; ἀναρωτήθηκε.
Ἀντίρρηση ὅμως δέν μπόρεσε νά ὀρθώσει στή θεία ὑπόδειξη. Γι’ αὐτό μόλις ξημέρωσε πῆρε τό δρόμο πού ἔβγαζε ἀπό τήν πόλη. Ὅπως τοῦ εἶχε ὑποδείξει ὁ Θεός, στάθηκε, καθώς συνάντησε τό τελευταῖο παραδρόμι, καί βρῆκε τό μαγαζάκι τοῦ μπαλωματῆ.
Χαρούμενα καί σεβαστικά ὁ ἁπλός ἄνθρωπος τόν ὑποδέχτηκε καί τόν ρώτησε:
— Σέ τί μπορῶ νά σοῦ φανῶ χρήσιμος, Ἀββᾶ; Ἀγράμματος κι ἄξεστος χωρικός εἶμαι, μά γιά τόν ξένο, ὅποιος καί ’ναι, ὁ ντόπιος χρήσιμος πάντα θά βρεθῆ.
— Ὁ Κύριος μέ ἔχει στείλει νά μέ διδάξεις, εἶπε ταπεινά ὁ Ἀσκητής.
Πετάχτηκε ἐπάνω ἀπορημένος ὁ φτωχός βιοπαλαιστής.
— Ἐγώ; Τί μπορῶ ἐγώ ὁ ἀγράμματος νά διδάξω τήν ἁγιοσύνη σου; Δέν ξέρω νά ’χω κάνει στή ζωή μου τίποτα τό καλό καί τό ἀξιόλογο, κάτι πού νά μπορεῖ νά σταθεῖ ἀψεγάδιαστο, μπροστά στά μάτια τοῦ Θεοῦ.
— Πές μου τί κάνεις, πῶς περνᾷς τήν ἡμέρα σου; Ξέρει ὁ Θεός, μέ ἄλλο μέτρο Ἐκεῖνος ζυγίζει καί κρίνει τά πράγματα, ἐπέμενε ὁ Ἀντώνιος.
— Ἐγώ, Ἀββᾶ, ποτέ δέν ἔκανα ποτέ τίποτα τό καλό, μονάχα πού ἀγωνίζομαι σύμφωνα μέ τίς ἅγιες ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου. Κι ἀκόμα προσπαθῶ ποτέ νά μήν ξεχνῶ καί νά μήν παραβλέπω τίς ἐλλείψεις καί τήν πνευματική ἀκαρπία μου. Καθώς λοιπόν δουλεύω ὁλημερίς σκέπτομαι καί λέω στόν ἑαυτό μου: Ταλαίπωρε ἄνθρωπε, ὅλοι θά σωθοῦν καί μόνο ἐσύ ἄκαρπος μένεις. Ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας σου, τό Ἅγιο Πρόσωπο Του ποτέ δέν θά ἀξιωθεῖς νά δεῖς.
— Σ’ εὐχαριστῶ Κύριε, εἶπε ὑψώνοντας τά δακρυσμένα μάτια του πρός τόν οὐρανό ὁ Ἀσκητής. Κι ἐνῷ ὁ μπαλωματής στεκόταν ἀπορημένος γιά τοῦτο τό φέρσιμο, ὁ Ἀσκητής τόν ἀγκαλίασε στοργικά καί τόν ἀποχαιρέτησε λέγοντας:
— Σ’ εὐχαριστῶ καί σένα, ἅγιε ἄνθρωπε. Σ’ εὐχαριστῶ, γιατί μέ δίδαξες πῶς τόσο εὔκολα, μονάχα μέ τόν ταπεινό λογισμό, μπορεῖ ὁ καθένας νά ζεῖ στή Χάρη τοῦ Παραδείσου.
Κι ἐνῷ ὁ φτωχός μπαλωματής συνέχιζε νά κοιτάζει ἀμήχανα, χωρίς τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά νά καταλαβαίνει, ὁ Ἀντώνιος πῆρε τό ραβδί κι ὠφελημένος τράβηξε τό μονοπάτι πού ὁδηγοῦσε στή βαθιά ἔρημο.
Βάδιζε μέ μόνη συντροφιά τοῦ ραβδιοῦ του τό χτύπημα. Βάδιζε κι ἡ προσευχή του καυτή σάν τῆς ἔρημης γῆς τή λάβα ὑψωνόταν ὁλόισια στόν οὐρανό.
Πορευόταν ὁλημερίς καί προσευχητικά ἀναλογιζόταν τό μάθημα πού εἶχε πάρει ἐκείνη τήν ἡμέρα ἀπό τό φτωχό μπαλωματή.
— Ἡ ταπεινοφροσύνη! Αὐτό λοιπόν εἶναι τό γρήγορο στρατί γιά τοῦ Παράδεισου τήν πόρτα, ἔλεγε μέ τό λογισμό. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ στολή πού ντύθηκε ὁ Θεός κι ἦρθε στή γῆ σάν ἄνθρωπος, μονολογοῦσε ὁ Ἀντώνιος κι ἀγωνιζόταν νά συλλάβει τό μεγαλεῖο τούτης τῆς ἅγιας ἀρετῆς.
Βάδιζε, προσευχόταν καί στό νοῦ του ἔφερνε ὅσα τόν εἶχε διδάξει ὁ Θεός, ὥσπου ἔξαφνα μπροστά του ἀντίκρισε ριγμένο καταγῆς πλῆθος ἀναρίθμητο ἀπό πρωτόγνωρες παγίδες. Παγίδες κάθε εἴδους, ἐπινοήσεις φοβερές, πανούργου νοῦ πρωτότυπα ἐφευρήματα.
— Θεέ μου, ἀναφώνησε κι ἔστρεψε τρομαγμένο τό βλέμμα καί τή ψυχή του στόν οὐρανό. Ποιός θά μποροῦσε, Κύριε, νά ξεφύγει ποτέ, ἀπό τέτοια ἐφευρήματα καί πανουργίες;
Ἡ ταπεινοφροσύνη, Ἀντώνιε. Αὐτή μπορεῖ μέ μιᾶς ὅλες αὐτές νά τίς διαλύσει, ἀκούστηκε πάλι ἡ γλυκιά, ἡ γνώριμη φωνή βαθιά μέσ’ τήν καρδιά του. Κι ἦταν αὐτή ἡ ἀπάντηση πού ἔχυσε μέσα του φῶς καί πού τοῦ ’δῶσε κουράγιο γιά τίς καινούργιες μάχες, πού ἔμελλε βαθιά στήν ἔρημο νά δώσει, μέ τοῦ ἀνθρώπου τόν προαιώνιο ἐχθρό.
Ἀπό τό βιβλίο
«Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ὁ ἄγγελος τῆς ἐρήμου»
Ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»
Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέα
Στις Φώκιες, της Μικρασίας πρωτοείδε τον ήλιο ο γέρων Γελάσιος. Γεννήθηκε το 1902, και μέχρι τον φρικτό διωγμό του 1922 γαλουχήθηκε με τα νάματα και τις παραδόσεις της μικρασιατικής ευσέβειας. Μικρός πήγαινε στα εξωκκλήσια των νησιών που ήταν μπροστά στο λιμάνι, κι όταν γύριζε ρωτούσε τη μητέρα του:
- Μάνα, ποια είναι η γυναίκα που κρατάει το παιδί στην αγκαλιά της μέσα στην εκκλησία;
- Η κυρά Παναγιά, απαντούσε εκείνη γλυκά, με τον αφέντη τον Χριστό.
Από μικρός ο Γέροντας έβλεπε χειροπιαστή στη ζωή του την προστασία της Παναγίας και την καθοδήγηση Της. Σε ηλικία 15 χρονών κατατάσσεται εθελοντής στον συμμαχικό στρατό , φλεγόμενος από ζήλο για την μεγάλη Ελλάδα. Τότε σε ένα ναυάγιο στη Μεσόγειο σώθηκε θαυματουργικά από την Παναγία και τον Άγιο Νικόλαο, αφού πάλεψε τρία μερόνυχτα στο ανοιχτό πέλαγος.
Στη Μυτιλήνη, όπου εγκαταστάθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή, είχε παρηγοριά του την Παναγία της Αγιάσου. Τα τάματα που Της είχε κάνει σαν ψαράς και ναυτικός, τα
ξεπλήρωσε αργότερα σαν μοναχός, εκδηλώνοντας έτσι την ευχαριστία και ευγνωμοσύνη του για τη βοήθειά Της.
« Το 1928, διηγείται ο ίδιος, ταξίδευα με το καΐκι μας έξω από την Τήνο. Ο καιρός ήταν καλός και το καΐκι έτρεχε με 8 μίλια.
- Βρε Αντώνη, είπα στον αδελφό μου, επιθυμώ να προσκυνήσουμε την Παναγία.
Εκείνος όμως αρνήθηκε.
- Τέτοιον καιρό δεν θα τον ξαναβρούμε. Εμείς το πρωί θα είμαστε στον Πειραιά.
Τι να έλεγα; Ο Αντώνης ήταν μεγαλύτερος. Έκανα λοιπόν βόλτες στο κατάστρωμα, μέχρι που πλησιάσαμε 300-400, μέτρα στο λιμάνι. Τότε ξαφνικά κόπηκε ο άνεμος. Η θάλασσα έγινε λάδι γύρω από το καΐκι. Κρέμασαν τα πανιά. Τι παράξενο όμως! Η μπουνάτσα έγινε μόνο για μας. Πιο πέρα ο αέρας βούιζε. Ήταν, φαίνεται, επέμβαση της Παναγίας, για να ικανοποιήσει την επιθυμία μου.
- Άντε, να γίνει το χούι σου, είπε ο Αντώνης.
Ήταν Πάσχα. Βγήκαμε και προσκυνήσαμε. Εκεί άκουσα για πρώτη φορά το «Ο άγγελος εβόα ».
Αργότερα η Παναγία κάλεσε με θαυμαστό τρόπο τον π. Γελάσιο από το καΐκι του στο περιβόλι Της.
« Μια νύχτα στον ύπνο μου, διηγείται ο γέροντας, μου φάνηκε πως ήταν πολύς λαός συγκεντρωμένος για να υποδεχθεί τη βασίλισσα. Από μακριά φάνηκαν " τα αλόγατα" που τρέχανε σέρνοντας πίσω χρυσή άμαξα. Πάνω της καθόταν η βασίλισσα με πλήθος δορυφόρων και αξιωματικών. Ξαφνικά κάποιος με άρπαξε και με ανέβασε στην άμαξα, στο πίσω μέρος. Σε λίγο φθάσαμε σε ένα κάστρο με πύργους και λαμπρό παλάτι. Εκεί η βασίλισσα κατέβηκε. Δεν πρόλαβα όμως να τη δω καθαρά. Πρόσεξα μόνο το ένα μέρος του προσώπου της, καθώς ανέβαινε τις σκάλες του παλατιού.
Ξύπνησα! Βγήκα έξω και πήγα στο καφενείο, όπου ήταν και άλλοι ναυτικοί. Βρισκόμουν στο Πασαλιμάνι με το καΐκι μου φορτωμένο. Ο νους μου όμως είχε γεμίσει από την ομορφιά της βασίλισσας. Αργότερα συνάντησα κάποιον αγιαννανίτη μοναχό. Του διηγήθηκα το όνειρό μου κι εκείνος μου εξήγησε πως με καλεί η Παναγία στο Άγιον Όρος να γίνω πιστός Της ακόλουθος.
Η καρδιά μου για λίγο διακόπηκε. Νίκησε όμως η αγάπη της Βασίλισσας. Την ίδια μέρα εγκατέλειψα κι εγώ, σαν τους Αποστόλους, πλοίο φορτωμένο, αδελφό, γονείς ,και ξεκίνησα για τον Άθωνα. Το τέρμα του ταξιδιού μου ήταν η μονή Γρηγορίου. Μπήκα στο Καθολικό να προσκυνήσω. Την ώρα εκείνη ψαλλόταν η θεία λειτουργία. Στη θεομητορική εικόνα του τέμπλου αναγνώρισα τη Βασίλισσα του ονείρου μου! Έσπευσα να την ασπασθώ, οπότε ο διακο- Θεόδωρος, που στεκόταν εκεί, μου είπε:
- Χάθηκαν, οι εικόνες της Παναγίας, παιδί μου, και ήρθες στο τέμπλο να προσκυνήσεις; Αλλά, βέβαια, που να ήξερε τη δική μου καρδιά… »
http://www.agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/5970-aoratoi-erimites-geron-gelasios-simonopetritis.html

Διερωτάται κανείς, όταν με αυτού του είδους τα θέματα πρόκειται να ασχοληθεί, πώς θα τα βγάλει πέρα, ή τι είδους συμπεράσματα θα επισημάνει, αφού πρόκειται να πλησίαση στην άβυσσον των βαθέων και σκοτεινών νοημάτων του σατανά, οπού ο γνόφος των ακατονόμαστων του δόλων και πονηριών. Στο βιβλίον του Ιώβ σκιαγραφείται η εικόνα αυτού του δράκοντος. «Τις αποκαλύψει πρόσωπον ενδύσεως αυτού; εις δε πτύξιν θώρακος αυτού τις αν εισέλθοι; πύλας προσώπου αυτού τις ανοίξει; Κύκλω οδόντων αυτού φόβος. Τα έγκατα αυτού ασπίδες χάλκεαι, σύνδεσμος δε αυτού ώσπερ σμυρίτης λίθος... Εν πταρμώ επιφαύσκεται φέγγος, οι δε οφθαλμοί αυτού είδος Εωσφόρου. Εκ στόματος αυτού εκπορεύονται ως λαμπάδες καιόμεναι και διαρριπτούνται ως εσχάραι πυρός. Εκ μυκτήρων αυτού εκπορεύεται καπνός καμίνου καιομένης πυρί ανθράκων. Η ψυχή αυτού άνθρακες, φλόξ δε εκ στόματος αυτού εκπορεύεται. Εν δε τραχήλω αυτού αυλίζεται δύναμις, έμπροσθεν αυτού τρέχει απώλεια...» Δεν είναι παρέκβασις η από μέρους αυτή παράθεσις γραφικού χωρίου περί του τι εστί διάβολος και σατανάς, αφού προς αυτόν είναι όλη μας η πάλη και σπουδή, ως του μονίμου και κοινού μας πολεμίου και εχθρού. Ειδικά όμως μας επέβαλε την μνημόνευσίν του ο σχολιασμός, πού προτιθέμεθα να κάνωμε σ' αυτό μας το κεφάλαιο για το πονηρώτερόν του επίτευγμα, την ΠΛΑΝΗΝ!
Κάθε διαβολικόν επίτευγμα ασφαλώς ολέθριον είναι, και κανείς δεν διαφωνεί. Εκείνο όμως πού συγκεντρώνει την μεγαλύτερην πονηρίαν και κακίαν, είναι και λέγεται πλάνη στην γενικότητα της· και η ουσία της είναι όλη η απάτη, όλον το ψέμα, όλος ο δόλος και η διαστροφή κάθε ορθής πραγματικότητας. Και τι παράξενον αυτό, αφού ο δημιουργός και γεννήτωρ της διάβολος είναι ο «ψεύστης και ο πατήρ αυτού»; Ευρισκόμενοι ήδη εις την μέσην κλίμακα της πνευματικής ανόδου, κατά την πατερικήν μας παράδοσιν, την λεγομένην φωτιστικήν, ανήκομεν στην αντίστοιχον πολεμικήν παράταξιν του εχθρού, οπού έχει σαν στόχο της, την διαστροφήν και παραμόρφωσιν της αληθείας. Δεν αγωνίζεται αυτή η διαβολική αντίστασις να εκτoπίση τον αγωνιστήν, όπως η πρώτη της μορφή, να τον βγάλει από την πίστιν και την θεογνωσίαν, αλλά τώρα προσπαθεί να τον αποπροσανατολίσει από την σωστήν κατεύθυνση, να δεχθεί συμβιβασμό και να νοθεύση την ορθήν δόξαν της παραδοθείσης αποκαλύψεως. Πλάνη, καμουφλαρισμένο ψεύδος, απάτη και δόλος, αντί της αλήθειας. Και πάλιν οι αλλοιώσεις και πάλιν οι μεταβολές. Μετά την ηλιόλουστη ημέρα της ανοίξεως ήλθε κακοκαιρία με ύπουλες και άγνωστες διαθέσεις. Μετά την ευθηνίαν και πάλιν η αφορία και πενία, μετά την γαλήνην και πάλιν η ταραχή · όχι όμως ανοικτά και φανερά, αλλά ύπουλα και δόλια και υποκριτικά. Περί των τοιούτων έγραφε ο μακάριος Δαυίδ: «ότι ουκ εστίν εν τω στόματι αυτών αλήθεια, η καρδία αυτών ματαία· τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών ταίς γλώσσαις αυτών εδολιούσαν».
Ξεκινώντας από τον χειρόγραφον ορισμόν του Γέροντος, μεταφέρω τα ίδια του λόγια. «Πλάνη, αγαπητέ μοι, καθ’ εαυτήν ονομάζεται η ουσιώδης εκ της ευθείας και αληθείας απομάκρυνσις, αρνούμενη ως ειπείν την αλήθεια και το ψευδός ασπασμένη». Αφού η χάρις επανέλθει, κατά την περιγραφήν μας, και επαναφέρει τον αγωνιστήν στη σωστή του πορείαν, ή μάλλον στην πατερικήν μας παράδοσιν της πνευματικής ανόδου και προκοπής, συναντά πάλιν άλλο ανάλογο εμπόδιο απαραίτητο για την πνευματική γυμνασία. Όπως στην πρώτη του πορεία έπρεπε να μάθη δια της πείρας τον όλεθρον της αυτοπεποιθήσεως και να ανάγει τα πάντα στον Θεόν μάλλον, παρά στις ουτιδανές ανθρώπινές του προσπάθειες· έτσι και τώρα, μετά την είσοδόν του στις τάξεις του φωτισμού και της επαφής του στην θεωρητικήν σφαίραν, πού ο νους του καθαρθείς καταξιούται, επιβάλλεται να μάθη, όχι εξ ακοής άλλ' εκ της πείρας του, ότι και ο εχθρός δύναται πολλά από τα ιδιώματα της θεωρίας και χάριτος να μιμηθεί και να τα παραστήσει ψευδώς ως αλήθειαν.
Εάν δύναται να παρίσταται ως άγγελος φωτός και να υποδύεται τον ρόλον του σωτήρος, τι το δύσκολον και τα ιδιώματα της χάριτος να παραχαράξει; Επιτρέπει, λοιπόν, η παιδεύουσα μητέρα χάρις, να εισέλθει ο αθλητής στα σατανικά πειρατήρια, για να κερδίσει ιδιοχείρως εκ της πάλης του, ως λάφυρον, την πείραν και να δύναται να λέγει στο πλήρωμα της Εκκλησίας ως ο Παύλος και οι Πατέρες του ότι «ου γαρ τα νοήματα αυτού, του εχθρού, αγνοούμεν».
Τα ιδιώματα αυτής της αρρώστιας, πλάνης, είναι πάμπολλα και ποικίλλουν αναλόγως των προσώπων, των χαρακτήρων, των τόπων και τρόπων και άλλων πολλών αφορμών, πού μπορεί ο σατανάς να καλύψει το δόλωμα του. Εμείς πάντως θα ασχοληθούμε με την μορφήν, πού ανήκει στη δική μας συνέχεια, καθώς ο αείμνηστος Γέροντας μας παρέδωσε. Η αρχή της συνήθως μοιάζει με την πρώτη μορφή της απάτης, πού ο αρχέκακος απάτησε τους προπάτορας, με παραλλαγή δηλαδή του σχήματος ή του πράγματος και μέσου, όχι όμως και της φύσεως. Ο ληστής αυτός διάβολος παρακολουθεί την ροπήν του θελήματος του ανθρώπου, που, ως αδυναμία ή ως προσπάθεια και αιχμαλωσία, παραμένει και απασχολεί τον νουν και σιγά-σιγά και την θέλησιν και έτσι απ’ εδώ ευρίσκει θύραν και εισέρχεται. Η τεχνική του πολέμου, εδώ, είναι ευμέθοδη και ύπουλη. Δεν βιάζεται, δεν πιέζει, δεν βαρύνεται να καρτερεί, έως ότου λάβει ικανά εχέγγυα της επιτυχίας του, και ιδίως, εάν το πάθος πού επικρατεί είναι πολύφορον, για να έχει έτσι μεγαλύτερον κέρδος εκ της νίκης του. Η τόση επιμονή του πονηρού στην πάλην αυτήν, είναι να αιχμαλωτίσει τον άνθρωπον στην εσφαλμένην ιδέαν και πλάνην διότι ο πόλεμος, εδώ, δεν είναι σωματικός, στα πάθη δηλαδή πού ανήκουν στο επιθυμητικόν μέρος, αλλά κυρίως στο λογιστικόν. Είναι μάλλον πόλεμος της διανοίας, σε ό,τι ανήκει στον νουν και στην θεωρίαν, γιατί τώρα η θέσις και η κατάστασις του αγωνιστού βρίσκεται σ' αυτήν την σφαίρα. Και πάλιν επανερχόμεθα, και ας μη φαίνεται κουραστικόν, για την λεπτομέρειαν, επειδή ο σκοπός μας είναι διαφωτιστικός.
Αφού με την πρακτικήν του εργασίαν συμπληρώσει, χάριτι Χριστού, ο αγωνιστής την πρώτην βαθμίδα της μετανοίας, πού είναι και λέγεται καθαρτική και σημαίνει ό,τι ενίκησε τα πάθη της σαρκός· και στον όρον του επιθυμητικού επέβαλε μόνον την χρείαν και οι αισθήσεις υπετάχθησαν στον νουν, ώστε τίποτα να μην απαιτούν ή ενεργούν κατ' επιθυμίαν, θεραπεύεται το ένα μέρος του «τριμερούς της ψυχής», το επιθυμητικόν. Μετά απ’ αυτόν τον θρίαμβον της νίκης, πού ανήκει κυρίως στην σωστήν προσπάθειαν και κηδεμονίαν του νου, κερδίζει σαν βραβείον την ειρήνην των λογισμών και την είσοδον στους χώρους της ευχής, όχι αυτής πού έως τώρα κρατούσε με προσπάθειαν και κόπον και ετοιμασίαν. Η θεία χάρις πλέον, όχι ως αντιληπτική επίσκεψις και παρηγορία πού εφαίνετο περιοδικά, αλλά τώρα ως ενδημούσα κατάστασις παραμένει στον νουν του ανθρώπου και τον υψώνει στην δεύτερην βαθμίδα της πνευματικής ζωής, την λεγομένην «φωτιστικήν». Σ' αυτό το στάδιον το πλείστον της εργασίας, πού περιέχεται στον όρον της μετανοίας, είναι η κυριότης του νου επί πάντων και η επικράτησις της χάριτος επί του νου. Όπως ο νους στην περίοδον της πρακτικής εργασίας υπέταξε τις αισθήσεις λογικά και προκάλεσεν την ισορροπίαν στην σωστή χρήσιν των πραγμάτων, τώρα η θεία χάρις βραβεύει τον νουν παραμένουσα μετ' αυτού για ενίσχυσίν του στην σωστή κρίσιν και χρήσιν των νοημάτων, και τούτου ο άθλος είναι η είσοδος στην θεωρίαν.
Από την μεσαίαν τάξιν, αυτήν την «φωτιστικήν», αρχίζει στους αληθινούς αγωνιστές της μετανοίας η τάξις της θεωρίας, πού δεν είναι πλέον επίνοια του νου ή προσπάθεια κατά δικήν του βούλησιν ή προγραμματισμόν, αλλά αυθεντία και κυριότης της θείας χάριτος, πού, όπως και οπόταν και οσάκις θέλει, οδηγεί αυτή τον νουν εις θεωρίαν, αναλόγως της δικής του φωτιστικής καταστάσεως και ανάγκης, όπου επιβάλλει η περίστασις προς οικοδομήν, είτε της δικής του, είτε του πληρώματος της Εκκλησίας, όπως οι Πατέρες μας παρέδωσαν. Εθεωρήσαμεν επιβεβλημένην την μικρήν αυτήν παρέκκλισιν εκ του κειμένου μας, για να αναλύσωμεν σαφέστερα, το γιατί ο αείμνηστος Γέροντας έταξε σ' αυτήν την βαθμίδα την θέσιν της πλάνης σαν μία συνέχεια, στην πνευματικήν ιεραρχίαν.
Δικαίως λοιπόν και ο εχθρός μας, μετά την προαγωγήν του αγωνιστού στα πνευματικά χαρίσματα, παρουσιάζεται με ανάλογες αντιδράσεις. Παρηγορεί η χάρις τον νουν με τους μητρικούς τρόπους της προνοίας της; Προσπαθεί και ο εχθρός να πλησιάση μέσω του ίδιου τρόπου, και να απατήση έτσι τον νουν και δικαίως αυτό ονομάζεται «πλάνη». Κατά το φιλοσοφικόν ρήμα «ουχ ευρήσεις τάξιν εν ατάκτοις»· και πάλιν κατά τον Μωϋσήν «οι δε εχθροί ημών ανόητοι»· στην καθ' ημών όμως μάχην και πάλην οι πονηρότατοι δαίμονες γίνονται συνεπείς, όσο και αν τους χαρακτηρίζη η ακαταστασία.
Ο σκοτεινός λαβύρινθος της πλάνης είναι δυσκατάληπτος. Οι κεντρικώτερες όμως αρτηρίες, πού οδηγούν σ' αυτόν είναι δύο.
Πρώτη και δεύτερη δεν χαρακτηρίζονται, γιατί δεν υπάρχει τάξις, η δε κάθε μία απ’ αυτές είναι ως εξής: Όσοι αγωνίζονται διανοητικά, δηλαδή περισσότερο με τον νουν και την εσωστρέφειαν, είναι αυτοί πού θα συναντήσουν παρηγοριά από την χάριν στο θεωρητικόν μέρος. Είτε κατά την ώρα της προσευχής κυρίως, είτε σε λεπτήν κατάστασιν ύπνου ή κάπως αλλοιώς θα τους πλησιάση η αναζητούμενη θεία χάρις για πληροφορίαν. Αυτήν ακριβώς την θέσιν παρακολουθεί και το πνεύμα της πλάνης· και με εσχηματισμένον τρόπον, ενίοτε προλαμβάνει, όσον απουσιάζει ιδίως και η πραγματική πείρα του νου στο να διαγνώση ευκρινώς την ποιότητα του φαινομένου, και έτσι προσπαθεί να παρασύρη στην δική της προσοχήν. Αυτός είναι, ο ένας τρόπος της πλάνης. Εις όσους βαδίζουν τον πατημένο δρόμο της υποταγής και ταπεινοφροσύνης, ελάχιστα μπορεί να ενοχλήση αυτή η κακία, και περισσότερον πλησιάζει και παραμένει στους ιδιόρρυθμους και αυταρχικούς τύπους, πού νομίζουν ότι οι εξωτερικοί τύποι και γενικά οι ανθρώπινες προσπάθειες μόνες τους μπορούν να καρποφορήσουν. Στην κατάστασιν αυτήν, πού είναι εισαγωγική, με τόσην λεπτότητα και επιτηδειότητα μεταμορφώνεται η πλάνη σε σχήματα χάριτος και αληθείας, πού κινδυνεύουν και οι δόκιμοι να ταλαντευθούν, και κρίνεται απαραίτητη η υπακοή. Στην θέσιν αυτήν ο Γέροντας επιμένει στο ότι δεν πρέπει να δέχεται κανείς εξ ιδίας κρίσεως κανένα είδος αισθήσεως ή θεάματος, είτε φαντασίας, άνευ της διακρίσεως των εμπείρων.
Αναφέρομεν μερικούς ειδικούς τρόπους ή μορφές πού μετασχηματίζεται ευκολώτερα η πλάνη στους αγωνιζόμενους. Κάποτε στην προσευχή τους, όταν αρχίσουν λίγο να προχωρούν, τους παρουσιάζεται σαν φαντασία ταχύτατη κάποια λάμψις, πού αν την προσέξουν στην δεύτερην και τρίτη φορά μορφοποιείται σε σχήμα προσώπου ή πράγματος, αναλόγως, που έπεσε τον νουν να το παραδεχθή. Εάν καταφύγουν σε συμβουλή Γέροντος, εξασθενεί και υποχωρεί. Αν όμως πιστεύσουν, ότι για την αρετήν τους, τους άξιζαν και αναμένουν να τα ιδούν πάλιν, λόγω κάποιας ευλάβειας πού προσποιούνται, τότε αυξάνει η παρουσία του πονηρού σε πλέον συγκεκριμένα θεάματα.
Όλες αυτές οι ψευδαισθήσεις δεν έχουν κανένα πραγματικό ιδίωμα των όσων η θεία χάρις πληροφορεί τους δικούς της, αλλ' απεναντίας είναι γεμάτες ταραχήν και σύγχυσιν, ερεθίζουσες συνάμα και τα κατώτερα πάθη του σώματος. Ο νους του πλανηθέντος σκοτίζεται και δεν μπορεί να διακρίνη, διότι ούτε της αληθινής χάριτος έχει πείραν, ούτε όμως ταπείνωσιν, για να αμφισβητήση την δικήν του κρίσιν.
Στα αρχικά ακόμη στάδια, εάν ελέω Θεού ανακύψη ο παρασυρθείς και ζήτηση θεραπείαν, υπάρχει ελπίς να θεραπευθή τη επεμβάσει της Εκκλησίας. Αν όμως προχωρήση η πλάνη βαθύτερα, ώστε, κατά τον Γέροντα, «αν πλέον επέλθη η δηλητηρίασις του νοητού αίματος, είναι αληθώς πλέον κατά πολλά δύσκολον» και δικαίως θεωρείται ως δυσέκνιπτον η πλάνη.
Άλλοτε πάλιν αισθάνονται είδος ευωδίας και γενικά, εις οποίαν αδυναμίαν ο νους των κλίνει, σ' αυτό το μέρος και το πνεύμα της πλάνης μετασχηματίζεται. Εις τους φανταζομένους αξιώματα αρχών και εξουσιών, δηλαδή εις όσους ζουν εισέτι αυτά τα πάθη, αν και προς καιρόν τα πολέμησαν, το πνεύμα της πλάνης υποδύεται αυτήν την προσφοράν και τους δείχνει στους ύπνους ότι τους εκλέγουν αρχηγούς και ποιμένας και πνευματικούς πατέρας για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτός είναι ο ένας τρόπος του πνεύματος της πλάνης στην εισαγωγικήν του μορφήν. Αλλά και εις τους προχωρημένους δεν παραιτείται να πολεμήση, αρκεί να βρη απροφύλακτον τον αγωνιστήν και κλεπτόμενον από κάποιον πάθος. Εις τους προκόψαντας στην θεωρία παρουσιάζεται ως άγγελος Κυρίου, με μορφές αγίων και Αυτού τούτου του Σωτήρος μας Χριστού, αναλόγως της θέσεως πού βρίσκεται ο άνθρωπος του Θεού. Η άλλη πάλιν μορφή της πλάνης βρίσκεται περισσότερον στο πρακτικόν μέρος, πού συνήθως καθένας ξεκινά στην αρχήν της μετανοίας. Για μια σαφέστερην εικόνα και των δύο μορφών της πλάνης λέγομεν τα εξής.
Η μεν μία, οπού περιγράψαμεν, σκοπόν έχει να συγχύση αυτούς πού εισήλθαν καλώς και να τους εμποδίση την πρόσβασιν και η άλλη, οπού εν συνεχεία θα αναφέρωμεν, είναι να μην αφήση να μπουν όσοι προς τούτο επείγονται, με το ίδιον πάντοτε αποτέλεσμα, την ζημίαν του αγωνιστού.
Δεν αρνούμεθα την αγωνιστικότητα στην εργασία της πρακτικής, πού είναι γέννημα του θείου ζήλου, όπως προαναφέραμεν. Απαραίτητη προϋπόθεσις είναι η τήρησις των πρακτικών αρετών, όπως και ο Κύριος μας μας παρέδωσε μετά το βάπτισμά του στον Ιορδάνην και την εις το όρος αναχώρησιν του. Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ακτημοσύνη, αγνός βίος, ταπείνωσις, και γενικά τα μέσα αυτά, πού δαμάζουν την φιλαμαρτήμονα διάθεσιν. Τώρα, και εδώ βρίσκει τρόπους και οχυρώνεται η πλάνη με την εξής πρόφασιν. Είτε από συνήθειαν, είτε από έξιν, είτε από ιδιοσυγκρασίαν, κάθε άνθρωπος έχει κάποιαν ικανότητα περισσότερον των άλλων. Στην πνευματική ζωήν, όταν ξεκινήση, τότε αυτή η ικανότης του γίνεται βοήθεια σε κάποιο αγώνισμα, σε κάποιαν αρετήν. Ο θειος ζήλος, σαν ο πρώτος συνεργάτης του μετανοούντος, ενούμενος με το ίδιον του προτέρημα, οποιονδήποτε, τον βοηθά να προκόψη σύντομα σ' αυτό το κατόρθωμα, σ' αυτήν την αρετήν, μπορούμε να πούμε. Τότε, αρεσκόμενος σ' αυτό πού με ευκολία κατορθώνει, μένει μόνο σ' αυτό· και δεν φροντίζει για άλλο κατόρθωμα ή αγώνισμα, πιστεύοντας ότι αυτό συμπληρώνει τον όρον της μετανοίας· και μάλιστα βρίσκει και παραδείγματα από προηγούμενους πατέρας, οπού έχουν γράψει γι' αυτήν την αρετήν.
Αναφέρω αυτολεξεί τα λόγια του Γέροντος γι' αυτές ακριβώς τις μονομέρειες. «Πολλοί γαρ το πάλαι και νυν εκ των μοναζόντων πατέρων και αδελφών επεμελήθησαν μιαν αρετήν, λόγου χάριν την ησυχίαν, και εις ταύτην και μόνον τα ιστία των ήπλωσαν ανεξετάστως εάν κερδίζωσι ή ζημιώνωνται εξ αυτής... Άλλοι δε πάλιν ηρκέσθησαν απλώς εις μίαν άκραν νηστείαν, να μη φάγωσιν έλαιον ή μαγείρευμα, και εδέσμευσαν την ελευθερία των, επί τούτου και μόνον αρκούμενοι...» Είτε από μέρους, είτε στο σύνολον, εάν ο άνθρωπος εξέλθη της πραγματικότητας, πλάνη είναι και τον εμποδίζει να φθάση τον σκοπόν του. Σε όσους δε επικρατήσει αυτής της μορφής η πλάνη, να κρατούν μια μονομερή άσκησιν και να μην αφήνουν τον δικό τους λογισμόν, δικαιωματικά τους πολεμά η κενοδοξία για την επικρατούσαν αυτοπεποίθησιν και η ζημία είναι αυξημένη.
Ο Γέροντας εν συνεχεία αναφέρει και άλλα κατορθώματα, αγρυπνίαν, ακτημοσύνην, ακόμη και δάκρυα, στα οποία, αν μονομερώς παραμείνη πιστεύοντας μόνον σ' αυτά, πλανάται και επιβουλεύεται την σωτηρίαν του. Απεναντίας «τον εργαζόμενον μετά συνέσεως πάσης ισοβαθμίως (τας αρετάς εννοεί) και όλας εξ ίσου ομού εν φρονήσει και γνώσει... εισίν τα μόνα απαραίτητα εργαλεία οπού εκτός των τοιούτων αδύνατον να αναβώμεν εις την τελειότητα...» Εδώ ο αείμνηστος Γέροντας παραθέτει ένα σχόλιον για μιαν ιεραρχικήν τάξιν των αρετών, και πώς απαραιτήτως πρέπει να τηρούνται ανελλιπώς, ώστε η θεία χάρις να επισκεφθή και να κατοικήση στον άνθρωπον. Επειδή όμως περί τούτου αναφέραμεν προηγουμένως, εκρίναμεν φορτικήν την επανάληψιν.
Πέραν όμως των κολακευτικών μέσων, πού τα πνεύματα της πλάνης προσπαθούν να παρασύρουν τους αγωνιζόμενους, δεν υστερούν και στην απειλήν προκειμένου να φοβίσουν τους απείρους και με αυτόν τον τρόπον να εμποδίσουν την καλήν τους πρόθεσιν. Αυτός ο τρόπος συνήθως γίνεται στην αρχήν της πρακτικής ιδίως ασκήσεως των μετανοούντων οπόταν επεμβαίνει με τρομακτικούς τρόπους για να προκαλέση δειλίαν και φόβον, ώστε να υποχωρήση ο βουλόμενος να αγωνισθή. Είτε αισθητά με κτύπους, σεισμούς, φωνές και άλλα, τρομοκρατεί τον θέλοντα να προσευχηθή ή άλλην τινά πνευματικήν εργασίαν να κάμη, χωρίς να είναι αληθινά τα φαινόμενα, γιατί μόνον αυτός τα ακούει, χωρίς όσοι είναι μαζί του να τα ακούουν ή να βλέπουν τίποτα. Άλλοτε δείχνει φαντάσματα ευκρινώς σε ελάχιστον διάστημα· και τούτο όμως φαντασία, γιατί τα διάφορα σχήματα πού προβάλλει δεν υπάρχουν φυσιολογικά, άλλ' αυτός τα πλάθει στην φαντασία, όπως και εις τον ύπνον τα όνειρα, πλην όμως προκαλεί φόβον και ταραχήν. Άλλοτε πάλιν στον ύπνον και πολλάκις αισθητά τον σφίγγει, τον πιέζει, του κόβει την αναπνοήν, και, ενώ θέλει να φωνάξη ή να κινηθή, δεν δύναται και βρίσκεται σε αγωνίαν.
Στις βιογραφίες των πατέρων μας υπάρχουν αναρίθμητα τέτοια διηγήματα και άλλα σε οξυτέραν μορφήν, εις όσους αδίστακτα ορμούσαν στην πλήρη άρσιν του Σταυρού. Σ' αυτούς όχι φανταστικά, αλλά πρακτικά και προσωπικά παρουσιάζονταν τα πονηρά πνεύματα και με όσην τους επέτρεπε ο Θεός εξουσίαν, επαίδευαν και ταλαιπωρούσαν τους πατέρας, πιστεύοντες ότι θα τους εμπόδιζαν από την κατά Θεόν τους πορείαν. Άλλοτε πάλιν φθάνουν, επιτρέποντος μόνον του Θεού, σε δυσδιάκριτον πονηρίαν, πού μόνον η θεία χάρις μπορεί να σώση τον ταπεινόν άνθρωπον από την κακουργίαν των. Μία ομάδα απ’ αυτούς τους πονηρούς δαίμονες παρουσιάζονται απειλητικοί και ορμούν να κακοποιήσουν, όσον έχουν άδειαν. Μετά παρουσιάζονται άλλοι απ’ αυτούς σε αγαθή μορφήν και διώκουν τους πρώτους με επιτιμήσεις, ως απεσταλμένοι δήθεν εκ Θεού για την βοήθειαν και σωτηρίαν του πειραζομένου, με κύριον σκοπόν να τον παρασύρουν στην κενοδοξία, ως προνοουμένου εξαίρετος υπό του Θεού. Εδώ χρειάζεται να λαβή θέσιν η ευχή του Παύλου, να τους σύντριψη ο Θεός «υπό τους πόδας των αγωνιστών εν τάχει».
Εάν θελήση κανείς να αριθμήση τους σκοτεινούς διαδρόμους και περιπλανήσεις της αφόρητης αυτής κακίας, θα πη το Δαυϊτικόν εκείνον ρήμα: «Εξαριθμήσομαι αυτούς και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται». Δικαίως αναφέρει το γραφικόν λόγιον «πάση φυλακή τηρεί σήν καρδίαν»· και πάλιν, «εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή προς σε, τόπον σου μη δώς».
Πάντων τούτων η διάγνωσις και λύτρωσις και σωτηρία, αλλά και αυτή η προκοπή και τελείωσις εν Χριστώ, δια της συνεργείας της θείας χάριτος επιτελείται. Εάν λοιπόν ο Κύριός μας κατά το λόγιον «ταπεινοίς δίδωσι χάριν», δεύτε πάντες προς την μακαρίαν ταπείνωσιν, ίνα συν αυτή πάντα ισχύσωμεν χάριτι Χριστού, αμήν.
Περί πλάνης σε γενικώτερες γραμμές
Επειδή περί πλάνης διαλαμβάνει η μικρή μας περιγραφή, δεν θα είναι παρέκκλισις, αν αναφέρωμεν και για την περιεκτικήν αύτη διαβολικότητα, πού μαστίζει την ανθρωπότητα. Πλάνη ουσιαστικά και οντολογικά είναι ο ίδιος ο διάβολος, αφού με εσφαλμένες ιδιοτελείς σκέψεις και αποφάσεις απέσπασε τον εαυτόν του από την πραγματικήν αλήθειαν, τον Θεόν, από τον οποίον έπαιρνε, κατά μετοχήν, το «ευ είναι» και όλην την ομαλήν λειτουργίαν της προσωπικότητας και έγινε ο ίδιος πλάνη, ως μη αληθώς και ορθώς σκεπτόμενος και κινούμενος. Μεταστραφείς πλέον στην ολικήν αυτήν διαστροφήν, επαναστάτησε πρώτα στον εαυτόν του και μετά στα όσα παρέσυρε, μεταφέρει δε και μεταδίδει αδιάκοπα την ιδικήν του πλέον διαστροφήν. Εάν, κατά την γνώμη των πατέρων μας, θέσιν και προσωπικότητα έχη μόνον το αγαθόν, το μη αγαθόν υστερείται και προσωπικότητα και θέσιν, αυτό πού έπαθε κατ' ανάγκην ο σατανάς.
Όταν όμως ο σατανάς προσπαθή να λαβή θέσιν και προσωπικότητα, αφού φυσικώς τα υστερείται, άρα τα παριστάνει ψευδώς και αυτό είναι η πλάνη.
Ασφαλώς ύπαρξιν, σαν οντότητα, ο διάβολος έχει, γιατί απέθανεν μεν από του Θεού και της εννοίας κάθε καλού και της ζωής εν Θεώ, πλην όμως κατά την διαστραφείσαν του οντότητα υπάρχει ως σώμα θανάτου. Δεν παρουσιάζεται όμως υπ' αυτήν του την μηδενικότητα, αλλά κλέπτει τους όρους του καλού, του αγαθού, του χρησίμου, του ευεργετικού —ψευδώς και πεπλανημένως— και απατά τους πειθομένους του. Σ' αυτόν τον στασιασμόν της δικής του πτώσεως αδιάκοπα πολεμά να παρασύρη την πανανθρώπινην φύσιν, μερικώς και ολικώς, και αυτή η ενέργεια είναι και λέγεται πλάνη.
Το πρώτον μέτωπον της απάτης του σατανά, της πλάνης, εφάνη στην πρώτη παρουσία της θείας αποκαλύψεως. Η περιεκτική πρόνοια του Δημιουργού στα υπ' Αυτού γενόμενα κτίσματα επεκτείνεται, πέραν της δημιουργικής του ενεργείας, και εις την συντηρητικήν των όντων πρόνοιαν ως παρατεταμένη μορφή επεμβάσεως του Θεού εις τα κτίσματα. Μη δυνάμενος ο διάβολος να διαστρέψη την δημιουργικήν επέμβασιν του Θεού στα ποιήματά του, κατά τον άρρητον και ακατάληπτον τρόπον της θειας παντοδυναμίας, επεμβαίνει δολίως στον παρατεταμένον τρόπον της συντηρήσεως και κηδεμονίας των όντων και ιδία των λογικών. Η πρώτη του κρούσις έγινε στους πρωτοπλάστους, διαστρέψας ενώπιόν τους τους προνοητικούς όρους του Θεού, όπου έδειξεν σ' αυτούς ο Θεός, χάριν της συντηρήσεως και προαγωγής τους στον τελικό σκοπόν και προορισμόν τους.
Μετά απ’ αυτήν του την επιτυχίαν ο διάβολος απέκτησε ως μόνιμο του έργον αυτόν τον όρον και νόμον της διαστροφής: να πείθη τα πάντα ψευδώς σε στασιασμόν προς πάσαν αλήθειαν και λογικήν, καυχώμενος δια το αποτέλεσμα της παρακωλύσεως του θείου σχεδίου περί των όντων και του τέλους ενός εκάστου κατά την θείαν βουλήν. Εξετάζοντες την αρχήν της ιστορίας από την δημιουργίαν του ανθρώπου, κατά πάσας τας γραφάς, συναντούμε μίαν πλήρη ομοιομορφίαν όλης της διαβολικής πολεμικότητος με τον ίδιον πάντα σκοπόν: αποπλάνησιν του ανθρώπου από την επίγνωσιν του Θεού, εις οποιανδήποτε βαθμίδα ή κλίμακα ευρίσκεται. Και αυτή ακόμα η προσωποποίησίς του σε θέσεις θεότητας, οπού επί σειράν αιώνων παραπλανούσε τον άνθρωπον, τούτο κυρίως επεδίωκε: στο να μην αναζητήση, ή μάλλον ανακαλύψη, ο άνθρωπος τον αληθή Θεόν, όπου θα ανεύρισκε την σωτηρίαν του. Δια της σαρκώσεως του ο Θεός Λόγος έφερε καίριον πλήγμα στην θεοποίησιν του πονηρού, αποκαλύψας την αληθή θεογνωσίαν και ανακαλέσας τους ανθρώπους στην αλήθειαν. Πάλιν όμως, ο αδίστακτος διάβολος, ωχυρώθη εις το κέλυφος της πλάνης κατά του ανθρώπου υπό άλλην μορφήν. Έως εδώ η πάλη ευρίσκετο στο πρώτο στάδιον. Να μη αφήση τον άνθρωπον να γνωρίση τον Θεόν, την αλήθειαν και αυτό, όπως και άλλοτε ετονίσαμεν, είναι το ένα είδος του γενικού σατανικού πολέμου.
Το δεύτερον τώρα είναι, όταν ο άνθρωπος, μέσω της κρείττονος του Θεού προνοίας, εγνώρισε τον Θεόν αποκαλυφθέντα και λαλήσαντα. Μη δυνάμενος ο εχθρός να αφανίση την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν δεν πολεμά να πείση τον άνθρωπον να την αρνηθή —αν και τούτο εν μέρει σήμερον το επιτυγχάνει—, αλλά προσπαθεί να νοθεύση αυτήν την αλήθειαν, διαστρέφοντας τους όρους και τα δόγματα και συντάγματα της γνησιότητάς της, δια να υστερήση τους μαθητάς της από των αποκειμένων αμοιβών, πού είναι οι θείες επαγγελίες, αυτή ταύτη η σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η διαστροφή από την ορθήν δόξαν της αληθείας, πού λέγεται ευσέβεια, ονομάζεται αίρεσις, και με αναρίθμητες αιρέσεις κτυπά την Εκκλησίαν απ’ αυτής της ιδρύσεώς της, για να εμποδίση, όπως πιστεύει, τα σχέδια του Θεού. Αυτός είναι ο «πονηρός άνθρωπος», κατά την παραβολήν των ζιζανίων, πού έσπειρεν εν μέσω του καθαρού σίτου τα τόσα ζιζάνια, των οποίων ο Κύριος ηνέχθη την συμφυΐαν έως της ημέρας του θερισμού. Με διαιρέσεις και σκάνδαλα, ψευδοθρησκείες, αιρέσεις, φατρίες, και παντός είδους πλάνες και διαστάσεις, διασπά και συγχύζει το ανθρώπινον γένος αυτός ο λυμεών και έπ' αυτού του κλύδωνος και του σάλου διαπλέει η αλήθεια, η «εκκλησία» του Χριστού, και «μακάριος ος φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου».
Να λοιπόν, πώς και διατί υπάρχουν τα τόσα σκάνδαλα επί γης και αυξάνουν οσημέραι, προκαλούντα την δυσφορίαν των πολλών, πού αγνοούν αυτό το μυστήριον. Προβαίνοντος δε του χρόνου, για τους «εις τα τέλη των αιώνων καταντήσαντας», τα σημεία των καιρών θάναι έτι ζοφερώτερα, ένεκεν της προαισθήσεως του πλανώντας την οικουμένην «ειδώτος ότι ολίγον καιρόν έχει». «Και ωργίσθη ο δράκων επί τη γυναικί (εκκλησία) και απήλθε ποιήσαι πόλεμον μετά των λοιπών του σπέρματος αυτής».
Υπάρχει και άλλο χάος σκοτεινότατον της πλάνης του σατανά, πάντοτε επίκαιρον και περισσότερον πρόσφορον στις ημέρες μας.
Δύο γενικές αφορμές, συνυφασμένες με την ανθρώπινη ζωήν, ανοίγουν την θύραν σ' αυτού του είδους την πλάνην. Η πρώτη είναι η ζωηρά επιθυμία του ανθρώπου να γνωρίση το μέλλον του και γενικά να κατανόηση τα αίτια των συμβαινόντων δυσχερών της ζωής του. Η άλλη αφορμή είναι η πολύπλευρη περιέργεια της γνώσεως των υπέρ φύσιν πραγμάτων, πού είναι και το σπουδαιότερον ζήτημα πού γενικά απασχολεί. Η πραγματική γνώσις κάθε υπερφυσικού πράγματος μόνον δια της υπέρ φύσιν θείας χάριτος πραγματοποιείται. Ο απατεών όμως διάβολος εδώ βρίσκει κατάλληλον έδαφος της δικής του πλάνης και απάτης, γιατί, σαν υπερφυσικόν πνεύμα πού είναι έναντι ημών των εχόντων σώμα παχύ και φαινόμενον, υποδύεται τον ρόλον της χάριτος και παρουσιάζει ψευδώς εικόνες και φάσματα ως αληθείς αποκαλύψεις και παρασύρει τον άνθρωπον.
Λειτουργώντας ο πνευματικός νόμος, σαν ο κώδικας της θεοπρεπούς οικονομίας προς τα κτίσματα, επιβάλλει στα στοιχεία και στους ανθρώπους τα μέτρα και μέσα εκείνα, πού ρυθμίζουν την παρούσαν ζωήν, και έτσι απαρτίζεται ο κύκλος του σύμπαντος νοήματος της ζωής. Σύμφωνα με τους ακατάληπτους αυτούς όρους και νόμους της προνοητικής αυτής κυβερνήσεως των όντων υπό του Θεού, υπάρχουν στον κανόνα της ζωής και τα διάφορα θλιβερά και επίπονα, στην γενική τους κλίμακα. Αυτού του είδους τους πειρασμούς, μέσω των οποίων ο Θεός ρυθμίζει την ζωήν ενταύθα και για το μέλλον, οι πλείστοι άνθρωποι τους αγνοούν, και, στην προσπάθειά τους για να τους αποφύγουν, πιάνονται στα δίκτυα του σατανά προσποιούμενου τον σωτήρα. Αν και πάντοτε απεδείχθη πλάνος και απατεών, ο άνθρωπος δεν κατόρθωσε να διαπιστώση αυτήν την παγίδα και να σωθή από τον κίνδυνον αυτόν. Ως αντάλλαγμα στους αφελείς του υπηκόους ο πονηρός απαιτεί υψηλά κεφάλαια, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν την έκτασι της ζημίας τους, και, όταν θα ανακύψουν, δυσκολεύονται να απαλλαγούν της σατανικής επιδράσεως, πού σαν αιχμαλωσία τους στραγγαλίζει τη θέλησι και ελευθερίαν.
Με παρόμοιον τρόπον πλανώνται και οι περίεργοι και εγωϊσταί, πού εισδύουν αυθαδώς στα σκοτεινά άντρα του σατανά με τις πλαστές αληθοφάνειες, για να βρουν επιστημονικώ τω τρόπω, όπως τους αποπλανά, την αλήθειαν και να, πού βρίσκονται σήμερον τα τραγικά θύματα της νεολαίας μας, πού στους συνειδητούς προκαλούν αβάστακτον πόνον και στους ανεύθυνους υπευθύνους αδιαφορία και αδράνειαν. Μέσω των ανατολικών θρησκειών, όπου κρατούν τα πεπαλαιωμένα μαγικά σύμβολα και σχήματα, δίδει σήμερον ο δράκων, ο όφις ο αρχαίος και σατανάς, τα απατηλώτερά του μηνύματα.
Ο κατ' εικόνα και ομοίωσιν θείαν κτισθείς άνθρωπος, και μετά την πτώσιν του ακόμα, συγκρατεί μέσα του σαν στοιχεία της οντότητός του την αίσθησιν και επιθυμίαν του υπερφυσικού. Δεν προβαίνομε σε θεολογικούς όρους περί τούτου, αλλά σε γενικές γραμμές χαράζομεν τις μορφές και φάσεις της πλάνης του σατανά, γιατί πάρα πολύ το θέμα αυτό είναι, όσο ποτέ άλλοτε, επίκαιρον. Αυτήν την αίσθησιν ο Θεός Λόγος δια της παρουσίας του όχι μόνον απεκάλυψεν εις την φύσιν της, αλλά και επραγμάτωσεν μεταδόσας στον άνθρωπον δια του σώματός Του, της Εκκλησίας, την εξουσίαν και δύναμιν να κληρονομήση όλον το πλήρωμα της υπέρ φύσιν καταστάσεως, γινόμενος κατά χάριν υιός Θεού. Τον πρακτικόν τρόπον, οπού ο άνθρωπος δύναται δια της χάριτος να φθάση σ' αυτήν την θείαν επαγγελίαν, αναφέρομε σ' όλον μας αυτό το ταπεινό σύγγραμμα, και ότι βαθμηδόν κανείς δια της κλίμακας της μετανοίας μεταφέρεται σ' αυτό το πλήρωμα. Ο πονηρότατος διάβολος, μιμούμενος τα διάφορα στάδια πού ο άνθρωπος κοινωνεί με υπερφυσικές αξίες μέσω της αγιαζούσης θείας χάριτος, παραχαράζει, ως συνήθως, την αληθή θεοφάνεια με ψευδαισθήσεις της δικής του κακουργίας και ενεργείας και αποκοιμίζει τα δικά του θύματα, ότι καλώς βαδίζουν αφού βλέπουν και αισθάνονται πράγματα υπερφυσικά, όπως και η Εκκλησία παραδέχεται. Αυτή λοιπόν είναι η παγίδα των περιέργων και εγωιστών.
Η ουσία όμως της υπέρ φύσιν κοινωνίας δεν είναι σ’ ένα θέαμα ή σε μια ψευδαίσθησιν παρηγοριάς, και γενικά στο να ιδούμε ή να υποστούμεν κάποιον θαύμα, όπως καυχώνται οι οπαδοί των ψευδοθρησκειών. Η κοινωνία της υπέρ φύσιν καταστάσεως της ζωής είναι το πλήρωμα των επαγγελιών, πού παρέδωσε κληρονομικά στους πιστούς του ο Λόγος του Θεού- και να τι λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης- «Όσοι γαρ έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, οι ουκ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, άλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν». Ουχί θεαταί των υπέρ φύσιν θείων μυστηρίων και δωρεών αλλά κληρονόμοι, «κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού»· και αυτό μόνον μέσω της Εκκλησίας και των θείων μυστηρίων αυτής, ασκούντες τις θείες αρετές κατά το θείον του Χριστού ευαγγέλιον, και όχι τη απάτη και μεσιτεία των αγυρτών και απατεώνων, στις μαγείες και στα γιόγκα των διαβολικών επιταγμάτων.
(απόσπασμα από το βιβλίο: ''Γέρων Ιωσήφ ο ησυχαστής'', τόμος β΄ Πατρικαί Υποθήκαι) Ιωσήφ Μοναχού