Tuesday, December 9, 2014

Ἡ Ἱερωσύνη κατά τόν Ἅγιο Ἰσίδωρο τόν Πηλουσιώτη


 

Ο Άγιος Ισίδωρος έδειξε έντονο ενδιαφέρον για τα όσα συνέβαιναν στο χώρο της εκκλησίας . Πόση χαρά γέμιζε κάθε φορά που μάθαινε ότι κάποιος
ευλαβής και ενάρετος νέος προσερχόταν στις τάξεις του ιερού κλήρου και προσευχόταν να υπηρετήσει τον κύριο και την εκκλησία με αυταπάρνηση και ιδιοτέλεια.


Αντίθετα πόνο και λύπη καταλάμβανε την ψυχή του όταν πληροφορούνταν ότι υπήρχαν κληρικοί που ζούσαν χωρίς φόβο θεού η χρησιμοποιούσαν την ιεροσύνη τους για πλουτισμό ή για να περνούν άνετα και γενικά να καταδυναστεύουν τους πιστούς που τους εμπιστεύθηκε η εκκλησία. Εναντίον των επιλησμόνων κληρικών, όλων των βαθμών, έγραψε ελεγκτικές επιστολές και προσπάθησε να τους φέρει σε συναίσθηση. Oι
ανάξιοι αρχιερείς και πρεσβύτεροι δέχθηκαν τις δίκαιες επικρίσεις του Άγιου Ισιδώρου. Έγραψε πολλές επιστολές για ανάξιους κληρικούς όπως στο Μάρων στο Ζώσιμο, τον Μαρτινιανό αλλά και σε άλλους κληρικούς που μόλυναν με τη ζωή τους το ιερό θυσιαστήριο. Η ευθύνη του κληρικού έκανε τον άγιο να αρνηθεί να γίνει κληρικός , όταν του το πρότεινε ο Μέγας Αθανάσιος να τον χειροτονήσει και τελικά το δέχτηκε με πολλές πιέσεις. Μέσα από τις επιστολές του θα δούμε τι πρέσβευε ο Άγιος για την ιεροσύνη .
 


Σε επιστολή που έστειλε στον επίσκοπο Ερμογένη γράφει: "κυριότερος επίτροπος από τους επίγειους είναι αυτός που στέφθηκε ιερέας παρά εκείνος
που την πορφυρή εσθήτα. Γιατί ο ιερέας είναι υπεύθυνος των ψυχών ενώ ο βασιλιάς των σωμάτων". Σε άλλη επιστολή με τον ίδιο παραλήπτη σημειώνει "η ιεροσύνη βρίσκεται ανάμεσα στα θεία και την ανθρώπινη φύση, για να
υπηρετεί την πρώτη και να μεταβάλλει προς το ανώτερο την άλλη". Στον επίσκοπο Θεοδόσιο γράφει "είναι θείο αξίωμα η ιεροσύνη και από όλα όσα υπάρχουν το πιο τίμιο ...Γιατί με αυτή και αναγεννιόμαστε και παίρνουμε μέρος στα ιδιαίτερα μας μυστήρια, χωρίς τα οποία δεν είναι δυνατόν να μετέχουμε στα ουράνια. Σύμφωνα με τους αψευδείς χρησμούς της αλήθειας που
άλλοτε λέει αν δεν αναγεννηθεί κάποιος με νερό και πνεύμα (δηλαδή με το βάπτισμα και τη μετάνοια) δεν θα εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών και άλλοτε αν δεν φάει κάποιος τη σάρκα μου και δεν πιει το αίμα μου, δεν έχει θέση μαζί μου ... Χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν να αξιωθεί κανείς χριστιανικά τέλη κι αυτά μόνο με τη ιεροσύνη κατορθώνονται".
 

Στον πρεσβύτερο Κύρο γράφει ότι η ιεροσύνη "είναι υψηλότερη και αξιότερη από κάθε βασιλεία", ενώ στον κόμη Ερμίνο ονομάζει την ιεροσύνη "θειο πράγμα". Στον κόμη Ερμίο "θεια τελετή η οποία ανοίγει τους ουρανούς σε όσους μυήθηκαν". Σε άλλες του επιστολές την ονομάζει "πράγμα ουράνιο", "θεία λειτουργία" και "ιεροσύνη ουράνια".Σε επιστολή που έστειλε στον
διάκονο Παλλάδιο συγκρίνει την ιεροσύνη με τη βασίλεια γράφει ότι: "η πρώτη ρυθμίζει τα θεία πράγματα, ενώ η άλλη τα επίγεια" και ως εκ τούτου είναι όχι μόνον την υψηλή, αλλά και "περισσότερη κοπιαστική απ΄αυτήν". Σε άλλον διάκονο, τον Ισίδωρο, σημειώνει ότι "από την ιεροσύνη και τη βασιλεία, συνονόματε μου, τα πράγματα έχουν συνδεθεί. Γιατί αν και διαφέρουν μεταξύ τους πολύ, δηλαδή η πρώτη ως ψυχή υπάρχει στον κόσμο και η άλλη ως σώμα, αποβλέπουν όμως σε ένα τέλος, στη σωτηρία των υπηκόων" όχι μόνο από τις επιστολές που παρουσιάσαμε αλλά και από τις άλλες που δεν αναφέρουμε συμπεραίνουμε ότι ο όσιος τιμά ιδιαίτερα την ιεροσύνη την οποία έχει πολύ ψηλά στη συνείδηση του. Η ιεροσύνη είναι ένα από τα
μυστήρια της εκκλησιας μας και ο ιερέας είναι ανώτερος από όλους τους θνητούς. Για να λάβει ένας πιστός την ιεροσύνη πρέπει να έχει ορισμένα
προσόντα. Τα προσόντα αυτά τα υπογραμμίζει ο Ισίδωρος στις επιστολές του.
 


Σε επιστολή που έστειλε στον Επίσκοπο Λαμπέτιο, γράφει ότι δεν επιτρέπεται να προσέρθει κάποιος στην ιεροσύνη χωρίς "να ασκηθεί στην υπακοή και να έχει γυμναστεί και ευδοκιμήσει στις βασικές αρετές" όποτε "έρχεται στην τέλεση τις λειτουργίας, έχοντας ως το πιο μεγάλο αγαθά την εμπειρία. Γιατί εκείνος που επιχειρεί από πριν να κανονίζει τους άλλους,
ξεφεύγει από την αλήθεια αυτός όμως που πρώτα ρύθμιζε τον εαυτό του και απόκτησε την πείρα των πραγμάτων, θα είναι κατάλληλος να ρυθμίζει τους άλλους. Γιατί εκείνος βέβαια που, πριν ακόμα ασχοληθεί με τα όπλα, νομίζει κιόλας ότι έγινε στρατηγός, αυτός ο ίδιος όμως αφού πρωτύτερα γίνει καλός στρατιώτης θα είναι και παρά πολύ καλός στρατηγός". Αν σε κάθε πράγμα η απειρία μπορεί να έχει όχι τα αναμενόμενα αποτελέσματα, στην ιεροσύνη έχει καταστροφικά. Γράφει πάνω στο θέμα αυτό "Πολλοί απερίσκεπτα, αφού νόμισαν ότι μπορεί κάθε άνδρας να εξουσιάζει τις ψυχές η τα σώματα, ανέλαβαν εξουσία κι αφού γέμισαν από μύρια κακά και τους εαυτούς τους και τους υπηκόους, κατάντησαν ύστερα στο βάραθρο της
καταστροφής άδοξα". Εκτός από την εμπειρία και την συναίσθηση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων του ο υποψήφιος για την ιεροσύνη πρέπει να
έχει τις παρακάτω αρετές: εγκράτεια, με τη στενή και πλατιά της έννοια, να είναι στολισμένος με αρετές και ανδρείος μέχρι αυτοθυσίας και να έχει
συνεχώς στο μυαλό του, ότι "όσοι φορούν το πολυτιμότατο στεφάνι της ιεροσύνης, είναι σωστό να κομπάζουν για αρετές περισσότερο παρά για
χρήματα και να θεωρούν ταιριαστή ευχαρίστηση τη σωφροσύνη και να μη υποχωρούν ούτε στην γαστριμαργία, ούτε στα σχετικά με αυτήν πάθη". 


Ακόμα ο υποψήφιος πρέπει να είναι καρτερικός και να είναι έτοιμος να πεθάνει προκειμένου να υπερασπιστεί την αρετή και την ευσέβεια. Επίσης θα πρέπει να γνωρίζει ο υποψήφιος κληρικός ότι θα γίνει λυχνάρι αναμμένο από τον ίδιο τον θεό για να "εξαστράπτη φωτοσμόν τη εκκλησία" με τη ζωή του με τη δράση του. Επομένως γράφει : "δεν είναι δίκαιο να γίνει ιερέας ο βέβηλος" διότι "ιερόν είναι χρή τόν ιερωμένον". Ο κληρικός, συνεχίζει, πρέπει να έχει τη δύναμη ώστε "να διατηρήσει τον εαυτό του μακριά από κάθε
τυραννικό και αισχρό πάθος όπως τα ανάκτορα", γιατί "εκείνος που υπηρετεί το θεό και είναι κοντά του τίποτα ξένο και υλικό δεν μπορεί να φέρει
επάνω του".Στον επίσκοπο Στρατήγιο, που είχε ενθρονιστεί πριν από λίγες μέρες, έγραφε "γνώριζε, τιμιότατε, ότι σε όλη σου τη ζωή, κυρίως όμως τώρα που ξεπερνάς τα όρια αυτής που θεωρείται εξουσία, η οποία είναι και
λειτουργία, θα ήσουν δίκαιος αν νικούσες τις επιθυμίες σου, για να μη νικηθείς από καμία αδυναμία από αυτές που έχουν οι υπήκοοι σου. 


Γιατί είναι παρά πολύ δυσάρεστο, αν συλληφθείς να μη μπορείς να εξουσιάζεις τον εαυτό σου, ενώ θέλεις να διατάζεις αυτούς που είναι στην εξουσία σου".Τον αρχιδιάκονο Πανσόφιο συμβούλευε ως εξής: "Αν διακονείς το θυσιαστήριο του Χριστού να τελείς με ευλάβεια τη λειτουργία σου, σύμφωνα με το νόμο Του και να φαίνεσαι πράος και ταπεινός στην καρδιά. Γιατί δεν διοικείς κάποια πολιτική ηγεμονία , που φλογίζεται από περηφάνια και εμπάθεια, αλλά διακονία ειρηνική και ατάραχη. 

Σε άλλη επιστολή σημειώνει στον αποδέκτη της ότι : "αν και η ιεροσύνη είναι πιο υψηλή και πιο άξια από κάθε βασιλεία, δεν πρέπει αυτοί που την έχουν να υπερηφανεύονται γι΄αυτήν
μπροστά στους άλλους, αλλά να θεωρούν πιο σωστό και πιο ταιριαστό στολίδι της την πραότητα που συνοδεύεται με σύνεση". Μεγάλη χαρά
αισθανόταν ο άγιος όταν μάθαινε ότι πιστοί και ενάρετοι συνάνθρωποι του στελεχώνουν τις τάξεις του κλήρου. Αντίθετα πόνο θλίψη και αγανάκτηση
όταν τον κυρίευε, όταν έφταναν στο κελί του ειδήσεις ότι ανάξια και φαύλα πρόσωπα χειροτονούνται ιερείς. Όπως μέσα στους δώδεκα μαθητές του Κυρίου μας ήταν και αυτός που τον πρόδωσε, ο Ιούδας έτσι δυστυχώς και στις τάξεις του κλήρου εισέρχονται πολλές φορές άτομα ακατάλληλα και ανάξια, τα οποία με τη ζωή τους σκανδαλίζουν και ψυχραίνουν τους πιστούς.
 


Επιδρομείς κληρικούς τους ονομάζει ο ιερός πατήρ. Σε μια επιστολή γράφει: "αυτούς όμως που τόλμησαν να ορμίσουν σε αυτήν... πρέπει να τους
κατηγορεί κανείς... γιατί παραμελώντας την οδό που φέρνει στη λειτουργία και ατιμάζοντας την αγιοτάτη και καθαροτάτη υπομονή, που αποκτήθηκε σε πολύ χρόνο με ενάρετους κόπους και παραβλέποντας και τους θεσμούς και τις
άλλες άγιες πράξεις της ενάρετης ζωής, νόμισαν ότι τους επαρκεί η χειροτονία. Καμαρώνοντας μόνο γι΄αυτην, προβάλλουν αυτούς που ζουν
σωστά". 


Ποια είναι τα αποτελέσματα, όταν γίνονται κληρικοί ανάξιοι; "Όταν κάποιος νόθος και ανάξιος εισέλθει με τη βία στο αξίωμα της ιεροσύνης, τότε κυρίως και ο στολισμός του αξιώματος μεταβάλλεται σε απρέπεια. Γιατί
είναι φυσικό να γίνονται οι υπήκοοι όμοιοι με τον άρχοντα". Μεγάλη η ευθύνη του επίσκοπου που χειροτονεί ανάξιους. Γράφει για κάποιον
επίσκοπο: "Αν αγνοώντας ο Ευσέβιος τους χειροτόνησε, θα έχει μέτρια απολογία "εν αγνοία'' αν όμως, όπως λες, γνωρίζοντας το παρά πολύ καλά, παρέδωσε το ποίμνιο (για το οποίο ο Χριστός έχυσε το αίμα του) σε λύκους για να το αρπάξουν, σε σκυλιά για να ασελγήσουν και σε αλεπούδες για να το αφανίσουν με δόλο, αυτός δεν θα έχει τι να απολογηθεί για τις τόσες αμαρτίες.


 Κι αυτά τα λέγω, όχι γιατί θα είναι ανεύθυνοι εκείνοι και δεν θα κριθούν, αλλά γιατί αυτός που παρέχει τα σπέρματα των αμαρτημάτων θα τιμωρηθεί πολύ περισσότερο. Γιατί αυτός που δημιουργεί την αιτία γίνεται αίτιος για όλα όσα συμβαίνουν". Η ιεροσύνη κατά τον Όσιο δεν είναι ούτε αντικείμενο αγοροπωλησίας ούτε ταιριάζει στον καθένα ούτε ταιριάζει στον καθένα, ούτε είναι παιχνίδι που εξαρτάται από την αδεξιότητα του ενός η του άλλου. Φέρεται με δριμύτητα πάντοτε και εναντίον εκείνον που καπηλεύονται την ιεροσύνη. 

Σε μία του επιστολή αναφέρει: "τον παλιό καιρό, στην εποχή των εβραίων, καθώς η ιεροσύνη συνδεόταν με το γένος, κατηγορούσαν πολλοί, γιατί δινόταν εξαιτίας του γένους και όχι της αρετής επειδή όμως μεταρρυθμίστηκε προς το καλύτερο και μεταβιβάστηκε στην αρετή, πολύ περισσότερο κακοποιείται, παρά όταν και κατώτερη ήταν και στο γένος μοιραζόταν με κλήρο. Γιατί, τότε αν και ήταν μερικοί ανάξιοι από
αυτούς που προσερχόταν στην ιεροσύνη, ήταν όμως και άριστοι και η εξαγορά της με χρήματα απαγορευόταν εντελώς τώρα που και προς το καλύτερο προόδεψε και στην αρετή προσφέρθηκε πολύ περισσότερο καταπατήθηκε... είναι λοιπόν γνωστό σε στεριά και σε θάλασσα, ότι κανένας από αυτούς που καλοπερνούν δεν θα χειροτονηθεί ιερέας". 


Ποιο όμως θα είναι το τίμημα που θα πάρουν όλοι όσοι πήραν την ιεροσύνη χωρίς να την αξίζουν: "Αν την ιεροσύνη με χαμερπή κολακεία και με χρήματα την ασπάστηκες άπληστα, ξεφεύγοντας την προσοχή των ανθρώπων, επειδή δήθεν δεν διέκριναν την
αλήθεια, μη νομίσεις όμως ότι έτσι θα ξεφύγεις και την μέλλουσα ανταπόδοση". 


Ο Ισίδωρος και αλλού καταδικάζει όσους πήραν ανάξια τηνιεροσύνη. Μεγάλο βάρος ρίχνει στους επίσκοπους που χειροτονούν κάποιον χωρίς να εξετάσουν και να ερευνήσουν τη ζωή του. Την μεγαλύτερη ευθύνη για την εισαγωγή αναξίων και σκανδαλοποιών ατόμων στην ιεροσύνη, κατά τον
όσιο έχουν οι Επίσκοποι. Αυτοί πριν τρέξουν να βάλουν το χέρι τους στο κεφάλι αυτού που θα χειροτονήσουν πρέπει να εξετάσουν καλά και να
ρωτήσουν πολλούς και να διασταυρώσουν τις πληροφορίες τους για τις αρετές οι τις κακίες που έχει ο υποψήφιος κληρικός και μετά να τον
χειροτονήσουν. 


Αυτές είναι μερικές από τις επιστολές στις οποίες φαίνονται οι απόψεις του Άγιου Ισίδωρου δια τον ιερόν κλήρον. Εύχομαι
σήμερα μνήμη του οσίου πατρός ημών Ισίδωρου του Πηλουσίωτου  όπως έχουμε τον Όσιο ως αλάνθαστο οδοδείκτη στη ζωή μας. Αμήν.



http://agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/6572-erosyni-kata-ton-gio-sidoro-ton-pilousioti.html

The natural state of man ( Elder Joseph the Hesychast )

The natural state of man, since we have
transgressed the commandment of the Lord and have fallen out of paradise, is the divine Law which was given to us in writing after that exile. Every man desiring salvation has to fight with the
passions: thrashing and opposing, fighting and being fought against, winning and suffering defeat. And in general, he has to struggle in order to stay within the divine laws of nature.

When we abide by the divine law given to us in the Bible---we are not fornicators, murderers, thieves, liars, gossipers, and are not unjust, proud,
vainglorious, gluttonous, greedy, avaricious, envious, taunting, blaspheming, irascible, peevish,
complaining, hypocritical and so on---then we are in the state natural for us after the Fall.


From
Elder Joseph's
"Epistle to a Hesychast Hermit"
(Chapters XI & XII & Epilogue)
From the book
"Monastic Wisdom"

Monday, December 8, 2014

"Ούτε μια πευκοβελόνα δεν πέφτει από το πεύκο αν δεν θέλει ο Θεός" ( Άγιος Πορφύριος )



Τίποτε δεν είναι τυχαίο. Στενοχώρια και ασθένειες - Να ξέρεις, παιδί μου, τίποτε δεν έγινε εική και ως έτυχε. Όλα έχουν τον σκοπό τους. Και τίποτα δεν γίνεται χωρίς να υπάρχει αιτία. Ούτε μια πευκοβελόνα δεν πέφτει από το πεύκο αν δεν θέλει ο Θεός. Γι’ αυτό θα πρέπει να μη στενοχωριέσαι για ότι σου γίνεται. Έτσι αγιαζόμαστε.

Να! Εσύ στενοχωριέσαι με τα πρόσωπα του σπιτιού σου και βασανίζεσαι πότε με τη γυναίκα σου και πότε με τα παιδιά σου. Αυτά είναι όμως που σε κάνουν και ανεβαίνεις πνευματικά ψηλά… Αν δεν ήσαν αυτοί, εσύ δεν θα προχωρούσες καθόλου. Σου τους έχει δώσει ο Θεός για σένα. Μα θα μου πεις -συνέχισε ο Γέροντας- είναι καλό να υποφέρουμε από τους αγαπημένους μας;

Ε! Έτσι το θέλει ο Θεός. Και εσύ είσαι ευαίσθητος πολύ, και από τη στενοχώρια σου, σου πονάει το στομάχι σου και η κοιλιά σου εκεί χαμηλά.

- Ναι, μα είναι κακό, Παππούλη, να είναι κάποιος ευαίσθητος;

- Ναι, είναι κακό να είναι κανείς πολύ ευαίσθητος σαν εσένα, γιατί με τη στενοχώρια δημιουργείς διάφορες σωματικές αρρώστιες. Δεν ξέρεις ακόμα ότι και όλες οι ψυχικές αρρώστιες είναι δαιμόνια;

- Όχι…

- Ε, μάθε το τώρα από μένα…


http://agiameteora.net/index.php/paterika/6565-oyte-mia-pefkovelona-den-peftei-apo-to-peyko-an-den-thelei-o-theos.html

St. Silouan the Athonite on the Knowledge of God



Jesus Christ "Pantocrator" ("All-governing"), the Son of God, the Savior (source)
St. Silouan the Athonite on the Knowledge of God


The Father so loved us that He gave us His Son; but such was the will of the Son too, and He became incarnate and lived with us on earth. And the holy Apostles and a multitude of people beheld the Lord in the flesh, but not all knew Him as the Lord; yet it has been given to me, a poor sinner, through the Holy Spirit to know that Jesus Christ is God.

The Lord loves man and reveals Himself to man. And when the soul beholds the Lord she humbly rejoices in the Master's compassion, and from that hour her love for her Creator is greater than her any other love: though she may see all things and love all men, yet will she love the Lord above all.

The soul suddenly sees the Lord and knows that it is He.

Who shall describe this joy, this gladness?

The Lord is made known in the Holy Spirit, and the Holy Spirit pervades the entire man - soul, mind and body.

After this wise is God known in heaven and on earth.

The Lord in His boundless mercy granted this grace to me, a sinner, that others might come to know God and turn to Him.

I write out of the grace of God.

Yea, this is truth.

The Lord Himself is my Witness.

The Merciful Lord gave the Holy Spirit on earth, and by the Holy Spirit was the Holy Church established.

The Holy Spirit unfolded to us not only the things of the earth but those too which are of heaven.

The Prophets, the beloved of the Lord, rejoiced in the Holy Spirit, wherefore the words that they spake were mighty and pleasant, for every soul would hear the word of the Lord.

Filled with love the holy Apostles went into all the world, preaching salvation to mankind and fearing nothing, for the Spirit of God was their strength. When St Andrew was threatened with death upon the cross if he did not stay his preaching he answered:

'If I feared the cross I should not be preaching the Cross.'

In this manner all the other Apostles, and after them the martyrs and holy men who wrestled against evil, went forward with joy to meet pain and suffering. For the Holy Spirit, sweet and gracious, draws the soul to love the Lord, and in the sweetness of the Holy Spirit the soul loses her fear of suffering.

The Lord is love; and He commanded us to love one another and to love our enemies; and the Holy Spirit teaches us this love.

The soul that has not come to know the Holy Spirit does not understand how it is possible to love one's enemies, and will not receive this commandment; but in the Lord is pity for all men, and he who would be with the Lord must love his enemies.

How may we know whether the Lord loves us or no?

Here are tokens: If you battle firmly against sin the Lord loves you. If you love your enemies you are even more beloved of God. And if you lay down your life for others you are greatly beloved of the Lord, who Himself laid down His life for us.

The man who has known the Lord through the Holy Spirit becomes like unto the Lord, as St John the Divine said: 'We shall be like him; for we shall see him as he is.' And we shall behold his glory.

Many numbers of people, you say, are suffering every kind of adversity and from evil men. But I entreat you: Humble yourself beneath the strong hand of God, and grace will be your teacher and you yourself will long to suffer for the sake of the love of the Lord. That is what the Holy Spirit, whom we have come to know in the Church, will teach you.

But the man who cries out against evil men, who does not pray for them will never know the grace of God.

If you would know of the Lord's love for us, hate sin and wrong thoughts, and day and night pray fervently. The Lord will then give you His grace, and you will know Him through the Holy Spirit, and after death, when you enter into paradise, there too you will know the Lord through the Holy Spirit, as you knew Him on earth.

We do not need riches or learning in order to know the Lord: we must simply be obedient and sober, have a humble spirit and love our fellow-men. The Lord will love a soul that does this, and of His own accord make Himself manifest to her and instruct her In love and humility, and give her all things necessary for her to find rest in God.

We may study as much as we will but we shall still not come to know the Lord unless we live according to His commandments, for the Lord is not made known through learning but by the Holy Spirit. Many philosophers and scholars have arrived at a belief in the existence of God, but they have not come to know God.

To believe in a God is one thing, to know God another.

Both in heaven and on earth the Lord is made known only by the Holy Spirit, and not through ordinary learning. Even children, who have no learning at all, come to know the Lord by the Holy Spirit. St John the Baptist felt the presence of the Lord while still In his mother's womb. St Simeon Stylites was a seven-year-old boy when the Lord appeared to him and he knew Him; St Seraphim a grown man of twenty-seven when the Lord showed Himself to him during the Liturgy; and another Simeon was stricken with years when he received the Lord in his arms in the temple, and knew Him.

Some there are who spend their whole lives in trying to find out about the sun, or the moon, or in seeking like knowledge; yet this is of no profit to the soul. But if we take pains to explore the human heart this is what we shall see: the kingdom of heaven in the soul of the saint, but in the soul of the sinner are darkness and torment. And it is good to know this because we shall dwell eternally either in the kingdom or in torment.

Just as the love of Jesus Christ is beyond our understanding so we cannot conceive of the depth of His suffering, because our own love for the Lord is so infinitely small. But with greater love comes more understanding even of the Lord's sufferings. There is love in small degree, medium love and perfect love; and the more perfect our love the more perfect our knowledge.

We are able to treat of God only in so far as we have known the grace of the Holy Spirit; for how can a man think on and consider a thing that he has not seen or heard tell of, and does not know? Now the Saints declare that they have seen God; yet there are people who say that God is not. No doubt they say this inasmuch as they have not known God, but it does not at all mean that He is not.

The Saints speak of that which they have actually seen, of that which they know. They do not speak of something they have not seen. (They do not tell us, for instance, that they have seen a horse a mile long or a steamer ten miles long, which do not exist.) And I think that, if God were not, there would be no intimation of Him on earth; but people want to live after their own fashion and consequently they declare that God is not, and in so doing they establish that He is.

Even the souls of the heathen sensed that God is, though they were ignorant how to worship the true God. But the Holy Spirit instructed the Prophets of old and after them the Apostles and then our holy Fathers and bishops, and in this wise the true faith came down to us. And we knew the Lord by the Holy Spirit, and when we knew Him our souls were confirmed in Him.

The Lord loves us so dearly that it passes description. Through the Holy Spirit alone can the soul know His love, of which she is inexpressibly aware. The Lord is all goodness and mercy. He is meek and gentle, and we have no words to tell of His goodness; but the soul without words feels this love and would remain wrapped in its quiet tranquility for ever.

Christ said: 'I will not leave you comfortless', and we see, in truth, that He did not forsake us but gave us the Holy Spirit.

O ye peoples of the earth, fashioned by God, know your Creator and His love for us! Know the love of Christ, and live in peace and thereby rejoice the Lord, who in His mercy waits for ill men to come unto Him.

Turn to Him, all ye peoples of the earth, and lift your prayers to God. And the prayers of the whole earth shall rise to heaven like a soft and lovely cloud lit by the sun, and all the heavens will rejoice and sing praises to the lord for His sufferings whereby He '.saved us.

Know, all ye peoples, that we are created for the glory of God in the heavens. Cleave not to the earth, for God is our Father and He loves us like beloved children.

O Lord grant to all nations to know Thee by Thy Holy Spirit. As Thou didst give the Holy Spirit to the Apostles and they knew Thee, so grant to all men to know Thee by Thy Holy Spirit.
From: St. Silouan, Wisdom From Mount Athos - The Writings of Staretz Silouan 1866-1938, Sofronii (Archimandrite), trans. Rosemary Edmonds, (St. Vladimir's Seminary Press, Crestwood, NY 1974) pp. 19-23. (source)


St. Silouan the Athonite (source)

Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!

http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2013/12/st-silouan-athonite-on-knowledge-of-god.html

Μια υπέροχη οικογένεια


 

Την ιστορία αυτή την αφηγήθηκε η μητέρα μιας Μοναχής και αφορούσε την δική της οικογένεια. Είπε:

“Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής υποφέραμε πολύ. Έφθασε ημέρα που στο σπίτι μας δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από νερό!

Τότε ο πατέρας μου μας πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε ψηλά στο βουνό, που δέσποζε πάνω από το χωριό που μέναμε, και μαζέψαμε λούπινα. Τα χιλιοέβρασε η καημένη η μητέρα μου, αλλά δεν λέγανε να ξεπικρίσουν. Με αυτά ξεγελούσαμε την πείνα μας, αλλά τα μάτια μας έκαιγαν από την πίκρα. Και να φανταστεί κανείς ότι είχαμε και σοβαρά άρρωστη την μεγαλύτερη αδελφούλα μου. Αλλά και τα δύο αδέλφια μου αγόρια που εργάζονταν κι ήταν πάνω στην ανάπτυξή τους τί να φάνε;



Κάποτε η μητέρα εξοικονόμησε ένα κομματάκι σοκολάτα! Κανένας Άγγλος στρατιώτης της την έδωσε ; από καμιά φιλανθρωπική οργάνωση την πήρε; Δεν γνωρίζω. Η καλή μας μητέρα ούτε που την άγγιξε. Την έφερε και κρυφά την έδωσε στην άρρωστη αδελφούλα μου, με την ελπίδα πως θα δυνάμωνε. ( Μάταια όμως. ΣΕ λίγο καιρό πέθανε, την πήρε ο Θεός κοντά Του ).

Ούτε όμως και η άρρωστη την έφαγε. Επειδή άκουσε πως την άλλη μέρα η μητέρα κι εγώ θα κατεβαίναμε στην πόλη με το γαϊδουράκι για κάποια αναγκαία εργασία και θα περπατούσαμε τουλάχιστον οκτώ με δέκα ώρες, με φώναξε κρυφά κοντά της και δίνοντάς μου το κομματάκι της σοκολάτας, μου είπε:

- Πάρε το, να το φας εσύ, αδελφούλα μου, γιατί έχεις να περπατήσεις πολύ αύριο και πρέπει να δυναμώσεις.

Την πήρα και την φύλαξα για την αυριανή οδοιπορία. ¨Όμως η καλή μου μητέρα έβαλε εμένα στο γαϊδουράκι κι εκείνη περπατούσε δίπλα με τα πόδια. Την παρακαλούσα ν’ ανέβει κι εκείνη, αλλά δεν θέλησε. Με λυπόταν γιατί ήμουν μικρό. Τότε έβγαλα από την τσεπούλα μου την σοκολάτα και της την έδωσα λέγοντας:

- Πάρε, μαμά, φάε εσύ σοκολάτα να δυναμώσης που περπατάς τόσες ώρες, αφού εμένα με πάει το γαϊδουράκι!

Πριν προλάβει να αρνηθεί, την έβαλα στα χέρια της. Τότε κοντοστάθηκε και την κοίταξε δακρυσμένη. Είχε ξαναγυρίσει στα χέρια της!”

Μια ελληνική οικογένεια βασανισμένη από την φτώχεια και την αρρώστια είχε τέτοιο ήθος, τέτοια αγάπη, τέτοια αυταπάρνηση! Ας την θαυμάσουμε αλλά και ας την μιμηθούμε!

Πηγή: «ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Ουράνια μηνύματα
Θαυμαστά γεγονότα»
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ
ΔΩΡΙΔΑ 2009

Είναι ανάγκη να φιλοξενούμε και να ελεούμε με ιλαρότητα ( Μεγαλο Γεροντικο )




Έλεγε ο μακαριστός Επιφάνιος ότι με πάρα πολύ μικρό αντάλλαγμα πουλάει ο Θεός τα αγαθά του σ΄ εκείνους πού σπεύδουν να τα αγοράσουν, για ένα κομματάκι ψωμί, ένα τιποτένιο ρούχο, ένα ποτήρι κρύο νερό, έναν οβολό. Πρόσθετε και τούτο: Όταν ο άνθρωπος δανείζεται από άλλον άνθρωπο,

είτε γιατί είναι πολύ φτωχός είτε για να βελτιώσει κάπως τη ζωή του, την ώρα που επιστρέφει το δάνειο εκφράζει βέβαια την μεγάλη του ευγνωμοσύνη, αλλά το εξοφλεί κρυφά, επειδή ντρέπεται. Ενώ ο δεσπότης Θεός ενεργεί αντίστροφα. Δανείζεται κρυφά αλλά τα επιστρέφει ενώπιον αγγέλων, αρχαγγέλων και δικαίων ψυχών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ

 

The spiritual warrior cannot deliver his soul from destruction if he spares his body ( St. Isaac the Syrian )



As a man cannot remain unscathed who spares his enemy on the field of battle, so the spiritual warrior cannot deliver his soul from destruction if he spares his body. 

As a child, terrified by some frightening sight, runs to its parents, clutches the hem of their garments, and cries out to them, so too with the soul; for the more she is straightened and afflicted by fear arising from temptations, the more she hastens to cleave to God, crying out to
Him in continual supplication. 


And so long as temptations persist, one assaulting her after the other, she multiplies her supplications; but once
she finds herself again in spacious freedom, she gives herself over to wandering thoughts.

St. Isaac the Syrian
 

A road towards the fountain ( Elder Joseph the Hesychast )



Today, many virtuous people who lead good lives, who please God with their deeds and words, and who benefit their neighbor, think they have (and
are thought of having) attained Love through their insignificant work or mercy and compassion they show towards their neighbor. But this is not the truth. They are only fulfilling the commandment of love for the Lord, Who said, "Love one another." 


He who keeps this commandment is worthy of
praise as a keeper of the divine commandments, but this is not an action of divine Love. It is a road
towards the fountain, but not the fountain. It is stairs towards the palace, but not the gate of the palace. It is a royal garment, but not the King. It is a commandment of God, but not God.

Elder Joseph the Hesychast

Sunday, December 7, 2014

Θείο Όραμα της Παναγίας στη Βίγλα του Άθωνα


 

Στην πανώρια αυτή περιοχή της Βίγλας, που έχει πολύ ανοιχτόν ορίζοντα προς όλες τις κατευθύνσεις και βλέπει τα απέραντα γαλανά νερά του Αιγαίου Πελάγου, τον δέκατο τέταρτο αιώνα ήρθε και αρκετά χρόνια εφησύχαζε, ο νηπτικώτατος πατήρ και διδάσκαλος άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, ο οποίος δίδαξε και ανέδειξε πολλούς μαθητές της νηπτικής θεωρίας και πρακτικής καρδιακής προσευχής.

Μεταξύ των μαθητών του, σαν αστέρι πρώτου μεγέθους έλαμπε ο απλός και αγαθός Μάρκος, ο οποίος στην τοποθεσία αυτή αξιώθηκε να δει θαυμάσιο και υπερφυσικό όραμα : Στο υψηλότερο και πιο θεαματικό μέρος της «βίγλας», είδε σε ζωντανή εικόνα το τελευταίο μεγαλυνάριο, που ψάλλομε στο τέλος του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα της Παναγίας που λέγει :

«Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καὶ δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦμα, πῶς γαλουχεῖς τὸν δεσπότην.»

Δηλαδή είδε ένα χρυσόπλοκο και χρυσόκτιστο πύργο, πάνω στον οποίον ήταν ολοφώτεινος και ηλιοστάλακτος θρόνος. Επί του θρόνου αυτού, σα Βασίλισσα ουρανού και γης κάθονταν η Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, φέρουσα στην αγκαλιά της, τον Υιόν και Θεόν Της, Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν.

Στον πύργο αυτόν, γύρω-γύρω σαν τείχος, ήταν δώδεκα ολόχρυσοι θρόνοι, επί των οποίων κάθονταν οι δώδεκα άγιοι Απόστολοι του Κυρίου, οι οποίοι, μαζί με τα Αγγελικά Τάγματα και τους αγιορείτες Πατέρες, υμνούσαν, ευλογούσαν και δοξολογούσαν τον Κύριο της δόξης και Θεόν, τιμώντες ταυτόχρονα με ύμνους και μεγαλυνάρια, την Παναγία Μητέρα, του Υιού και Λόγου του Θεού, Θεοτόκο Μαρία. Γύρω δε από όλους αυτούς ήταν άπειρο πλήθος Μοναχών και χριστιανών, που δοξολογούσαν κι αυτοί το Θεό και την μητέρα του Χριστού και θαύμαζαν τη δόξα και χάρη της Παναγίας Θεοτόκου και εμακάριζαν την «αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».

Και εφόσον γίνονταν αυτά στο ανατολικό μέρος, ο άγιος Μάρκος, γύρισε δυτικά και βλέπει μακριά και σε μεγάλη απόσταση, από την Παναγία, μια τσιγγάνα – γύφτισσα – η οποία έκανε διάφορα αστεία και κωμικά νούμερα, θεατρικές κινήσεις, ξεγυμνώματα και διάφορες άλλες ασχήμιες και ξεδιάντροπες παραστάσεις. Είχαν και κει μαζευτεί μερικοί άνθρωποι, που περιεργάζονταν, και χάζευαν και διασκέδαζαν με τις επιδείξεις και άσεμνες σκηνές που έκανε η γύφτισσα.

Τότε με φρίκη, παρατήρησε, ο άγιος Μάρκος, πως λίγοι-λίγοι από τους χριστιανούς, αλλά κι από τους Μοναχούς ακόμη, οι οποίοι πρώτα ήταν κοντά στην Παναγία και υμνολογούσαν το Θεό, άφηναν το χώρο του χρυσού εκείνου πύργου, που υμνολογούσαν το Θεό Άγγελοι και Άγιοι, και νικώμενοι από σατανική περιέργεια, γύριζαν προς το μέρος εκείνο της τσιγγάνας, πήγαιναν κοντά της, τους άρεσαν οι επιδείξεις της, κι έτσι άρχισαν σιγά-σιγά και δειλά-δειλά να φεύγουν όλοι από τη θεία ομήγυρη και λαμπρή εκείνη δόξα της Παναγίας και να πηγαίνουν κοντά στη γύφτισσα, φοβερό και τρομερό όραμα, αλλά αληθινά προφητικό.

Η Παναγία έμεινε μόνη, με τους Αγγέλους και τους Αγίους και με λίγους καλούς Μοναχούς και πιστούς χριστιανούς, με τους οποίους ακατάπαυστα υμνούσε και δοξολογούσε τον Κύριο της δόξης. Με λύπη της δε πολλή έβλεπε τους άλλους πούφευγαν και προτιμούσαν να ιδούν τα έσχη και να ακούσουν τα αδιάντροπα τραγούδια της πόρνης τσιγγάνας, παρά να μένουν και με την Παναγία και τους Αγίους να δοξολογούν τον Κύριο.

Ο άγιος Μάρκος, όσο στην αρχή χάρηκε, που είδε την Παναγία να αστράφτει περισσότερο από τον ήλιο, και τους αγίους Αποστόλους, με τα ουράνια Τάγματα των Αγγέλων και των Αγίων, που προσευχόντουσαν και δοξολογούσαν το Θεό, τόσο λυπήθηκε περισσότερο και τον κατάλαβε φόβος και τρόμος, σαν είδε τους ανόητους εκείνους ανθρώπους και καλογήρους ακόμη να εγκαταλείπουν τη Βασίλισσα των Αγγέλων και να προτιμούν μια βρωμερή, ακάθαρτη και κατά πάντα βέβηλη πόρνη γυναίκα. Να προτιμούν τα ανήθικα ρυπαρά και τραγούδια, από τους θείους ύμνους και την ακατάπαυστη δοξολογία του Θεού και να πηγαίνουν κοντά στα όργανα του σατανά !

ΠΗΓΗ : ΑΝΔΡΕΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ, τομ. Α΄, ΑΘΗΝΑΙ 1980, σ. 201 κ.ε.



http://agiameteora.net/

Elder Ephraim of Arizona: On Slander & Condemnation


 

Slander is a great evil. Just as the little rudder steers the whole ship wherever it wants, likewise the tongue leads a person either to good or to evil. The holy fathers greatly censure judging other people’s sins, faults, or evil habits. When we judge our brother, we condemn ourselves to a great sin. But when we cover our brother, God will also protect us from great sins. When we expose our brother, we drive the grace of God away from us and He permits us to fall into the same sins so that we learn that we are all weak and that the grace of God supports us. Whoever guards his tongue guards his soul from great sins and grievous falls. The chief cause of criticism and slander is pride and egotism, because one considers onesrlf better than the others. For this reason it is very beneficial for a person to think of himself as below everyone, so that he considers his brother than him in order that, with the help of God, he may be delivered from this evil.

If something pushes you to criticism in any matter regarding a brother or the monastery, try to pray about the matter instead, without passing it under the judgment of your reason. If you turn within yourself through prayer, humility, and mourning, you will find a spiritual treasure—just keep pride and criticism far from you.

Be attentive, my child, that you not judge any soul. For God permits the one who judges his neighbor to fall, so that he learns to have sympathy for his weak brother. The mercy of God supports all of us, but if we become proud, God will remove His grace and we shall become worse than the others. It is one thing to condemn someone and another to be fought by thoughts of condemnation. To condemn is a terrible passion, but to be fought by such thoughts and to fight back—this is an occasion for crowns.

Each person must bear the weaknesses of others. Who is perfect? Who can boast that he has kept his heart undefiled? Hence, we are all sick, and whoever condemns his brother does not perceive that he himself is sick, because a sick person does not condemn another sick person. Love, endure, overlook, do not get angry, do not flare up, forgive one another, so that you resemble our Christ and are counted worthy to be near Him in His kingdom. My children, avoid condemnation—it is a very great sin. God is greatly saddened when we condemn and loathe people. Let us concern ourselves only with our own faults—for these we should feel pain. Let us condemn ourselves and then we shall find mercy and grace from God.

Love one another, and do not be embittered out of egotism. Humility is a sure guide; it does not let the one who possesses it hit the reefs of carelessness and be shipwrecked, but as a luminous guide it leads him faultlessly on sure ground. Egotism is the most evil of evils; it causes all our lapses through unsubmissive thoughts. Fear this and strive to get rid of it, for the more it remains within us, the more it will wound us with the proportionate pain. I beg that you not criticize one another, for this is downright egotism. Excuse your brother’s fault; this is evidence of humility and love. The brother who acts thus will find much grace from God, but he who judges and scandalizes his neighbor should know that not only will he not find grace, but even if he has something he will lose it, so that he may learn the lesson of humility through suffering. Be particularly afraid of inner criticism, that is, thoughts of criticism, because it does not come to light through the spoken word, in which case it is likely to be corrected by someone who hears it. Be careful, I say, about criticism from within, which imperceptibly makes us fatally guilty and deprives us of the life of divine grace and offers as a most bitter drink the death of the soul. I pray that love and freedom from criticism will reign in every expression among you, so that the Holy Spirit may rest in your souls.


St. Anthony Orthodox Monastery, Arizona. Artwork by Ken Bosma ©©

Experience has shown that it is wrong to accuse and condemn someone without letting him defend himself. As also the sacred Gospel says: “Does our law judge a man before it hears him and knows what he is doing?” (Jn. 7:51 ). If we are not attentive, many sins of condemning others heap up within us, and then repentance is needed. How often a person repents because he spoke! Let us bear in mind the words of Abba Arsenios: “I have often repented for speaking, but I have never repented for keeping silent”. If we are often deceived by the sense of touch, how much more so we are by people’s words. Therefore, much attention is needed, for the devil prowls around roaring to devour us (cf. 1 Pet. 5:8 ). A Christian ought to be like the many-eyed Cherubim, for evil has multiplied greatly, especially the sin of condemnation, which is a common as “bread and cheese”. May God cleanse us and sanctify us for His glory. “Do not let the sun go down on the wrath of your brother” (cf. Eph. 4:26 ). That is, let no one be angry and enraged against his brother past the setting of the sun. have you heard about that brother who was negligent and lazy, who did not go to the all-night vigils and did not do his duties, whom the brethren knew to be a negligent monk? When he fell ill and the hour of his death drew near, the brethren gathered to hear something beneficial, or to comfort him, or in case he wanted to say something to them, but they saw him joyful, cheerful. One brother was scandalized and said, “What is this we see in you, brother? We see that you are joyful even though you are approaching death. But we have the thought that you were not a violent* monk, so how do you have such courage and a cheerful face? How do you justify yourself?” “Yes, brethren”, he said, “indeed I was a negligent person and I did not fulfill my duties. But I achieved one good thing, by the grace of God: not to condemn any brother and not to scandalize anyone; and never did I let my heart have something against any brother of the monastery when the sun set. And inasmuch as I did not judge any brother, I believe that God will not judge me either, for He said, “Judge not, that you be not judged” (Mt. 7:1 ) and since I did not judge, I will not be judged”. The brethren marveled and said, “Brother, you found the way of salvation very easily”. And the brother died with much joy. Do you see how the Fathers struggled and how they found the way of salvation?

*A “violent” or “forceful” monk or person is one who strives vigorously to “do violence to his nature constantly” (Ladder 1:4 ), for “the kingdom of heaven suffers violence, and the violent take it by force” (Mt. 11:12 ).

Source: http://easternorthodoxspirituality.blogspot.gr/

Περί Πνεύματος καί ζωῆς ( Γέροντας Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ )

1. Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, ανοίξτε την καρδιά σας, για να χαράξει εκεί το Άγιο Πνεύμα την εικόνα του Χριστού. Τότε θα γίνετε σιγά-σιγά ικανοί να έχετε μέσα σας τη χαρά και το πένθος, το θάνατο και την ανάσταση.

2. Ο κόσμος δεν γνωρίζει τίποτε μεγαλύτερο από την κλήση του χριστιανού. Αλλά όσο υψηλότερος είναι ο σκοπός, τόσο δυσκολότερη είναι η πραγμάτωσή του.
3. Κοιτάξτε το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Του. Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή. Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο.
4. Στην πνευματική μας θεωρία οφείλουμε να ενώσουμε το κοσμικό είναι και το θεϊκό Είναι, το κτιστό και το άκτιστο.

5. «Εν αρχή ήν ο Λόγος». Χωρίς Αυτόν τίποτε δεν υπάρχει. Κάθε μέρα γευόμαστε την οδυνηρή και άθλια ζωή μέσα στο σώμα μας. Και όμως δημιουργηθήκαμε κατ’ εικόνα του Χριστού, του Απολύτου. Το πρόβλημα, το μυστήριο της ζωής μας, είναι το πέρασμα από το σχετικό στο Απόλυτο. Αν το είναι δημιουργήθηκε από τον Θεό, δεν πρέπει να πεθάνει. Ο Θεός δημιούργησε τη ζωή, δεν δημιούργησε το θάνατο. Σκοπός μας είναι η ζωή με τον Χριστό-Θεό, η αθανασία, η αιωνιότητα. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη, η αιωνιότητα του Θεού μπορεί να μας μεταδοθεί.

8. Οφείλουμε να μάθουμε να ζούμε την αιώνια ζωή του Ιδίου του Θεού. Τί σημαίνει «θέωση» του ανθρώπου; Να ζήσουμε όπως
έζησε ο Κύριος, να αφομοιώσουμε το φρόνημα και τα αισθήματα του Χριστού, προπαντός των τελευταίων στιγμών της επίγειας ζωής Του.

10. Το σπέρμα που έρριξε ο Σατανάς στην καρδιά και το νου του Αδάμ –το λογισμό να γίνει θεός χωρίς τον Θεό– σφηνώθηκε τόσο βαθιά στο είναι μας, ώστε να βρισκόμαστε αδιάκοπα υπό το κράτος της αμαρτίας.

12. Ήδη από τη γέννησή μας γινόμαστε κληρονόμοι του Αδάμ. Μπορούμε να ζήσουμε την κατάσταση της πτώσεως, που είναι μια φοβερή απόκλιση από την αγάπη του Πατρός, ως την μόνη πραγματικότητα του ανθρωπίνου είναι. Στον κόσμο ζούμε στην ατμόσφαιρα και τη λατρεία της πτώσεως. Ζούμε στην άνεση και συχνά ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε την πίστη μας, να πούμε ότι είμαστε χριστιανοί.

13. Μην έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως.

14. Μετά από δύο παγκόσμιους πολέμους –οι πόλεμοι είναι η κατεξοχήν αμαρτία–, ο σύγχρονος κόσμος έχασε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Δεν μπορεί όμως να εννοήσει τη θεότητα του Χριστού χωρίς το Άγιο Πνεύμα. Να πιστέψουμε ότι αυτός ο άνθρωπος, που είναι αληθινός άνθρωπος, είναι ο Δημιουργός του κόσμου, αυτό μας ξεπερνά. Να πιστέψουμε ότι ο Ίδιος ο Θεός σαρκώθηκε, ότι μας κάλεσε να είμαστε αιώνια μαζί Του, να, αυτό είναι που λείπει από πολλούς ανθρώπους του καιρού μας, κυρίως από επιστήμονες.

15. Τί σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πώς μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητα μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με το Άγιο Πνεύμα; Ένα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της προσευχής και της μετανοίας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».

18. «Ακηδία», ετυμολογικά σημαίνει απουσία φροντίδας για τη σωτηρία. Εκτός από σπάνιες σχεδόν περιπτώσεις, όλη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ακηδίας. Οι άνθρωποι έγιναν αδιάφοροι για τη σωτηρία τους. Δεν αναζητούν τη θεία ζωή. Περιορίζονται στα σχήματα της σαρκικής ζωής στις καθημερινές ανάγκες, στα πάθη του κόσμου και τις συμβατικές πράξεις. Ωστόσο ο Θεός μας έπλασε από το μηδέν «κατ’ εικόνα» του Απολύτου και «καθ’ ομοίωσίν» Του. Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει, η απουσία της μέριμνας για τη σωτηρία δεν είναι άλλο παρά ο θάνατος του προσώπου.

19. Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο Θεός θέλει να μας δώσει την αιώνια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.

20. Η ζωή του κόσμου οργανώνεται γύρω από μερικά ανθρώπινα πάθη και η πνευματική ζωή βρίσκεται στο περιθώριο. Οφείλουμε να αντιστρέψουμε την κατάσταση αυτή των πραγμάτων, να τοποθετήσουμε την πνευματική ζωή στην καρδιά της ζωής μας.

21. Η σοφία του κόσμου αυτού δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο. Τα κοινοβούλια, οι κυβερνήσεις, οι πολυσύνθετοι οργανισμοί των πιο αναπτυγμένων συγχρόνων κρατών της γης είναι ανίσχυροι. Η ανθρωπότητα πάσχει χωρίς τέλος. Η μόνη διέξοδος είναι να βρούμε μέσα μας τη σοφία, την λύση να μη ζούμε σύμφωνα με τις ιδέες αυτού του κόσμου, αλλά να ακολουθήσουμε τον Χριστό.

26. Όπως ο Χριστός στη Γεθσημανή και στο Γολγοθά ζούσε ακατάπαυστα με τη σκέψη του Πατρός, κι εμείς οφείλουμε να ζούμε κάθε στιγμή με τη σκέψη του Θεού, αλλά περισσότερο του Χριστού παρά του Πατρός, επειδή δια του Υιού ερχόμαστε στον Πατέρα. Στην πράξη η ζωή γίνεται Χριστοκεντρική.

27. Το μόνο που μας ελκύει είναι ο Χριστός, το πρόσωπο Του. Και οφείλουμε να ζήσουμε τον Χριστό ως το μέτρο κάθε πράγματος, θείου και ανθρωπίνου. Εν τω Χριστώ έχουμε τον Δημιουργό Θεό μας. Εν τω Χριστώ έχουμε το υπόδειγμα, την αποκάλυψη του Σχεδίου του Θεού για τον άνθρωπο. Η αγάπη του Χριστού πρέπει να γεμίζει την καρδιά μας πάντοτε. Εν Θεώ δεν ζούμε με τον διανοητικό στοχασμό. Ο Θεός αποκαλύπτεται σε μας με τις ενέργειες Του. Ζούμε τον Χριστό ως προσωπική μας ζωή, όχι ως κάποιον που θα γνωρίζαμε εξωτερικά.

29. Κάποτε, όταν η αγάπη του Χριστού μας εγγίζει, αισθανόμαστε την αιωνιότητα. Αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό με τη λογική. Ο Θεός ενεργεί με το δικό Του τρόπο που ξεφεύγει τη λογική. Δεν πρέπει να είμαστε υπερβολικά λογικοί στη χριστιανική ζωή.

30. Υπάρχουν εξωτερικοί «δείκτες» που επιτρέπουν να υπολογίσουμε σε ποια απόσταση βρισκόμαστε από τον Θεό: Ακολουθούμε τον λόγο του Ευαγγελίου; Φθάσαμε την τελειότητα, δηλαδή την αγάπη για ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς διάκριση ανάμεσα σε εχθρούς και φίλους;

31. Δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στις εντολές του Χριστού και στη ζωή του Ίδιου του Θεού.

34. «Καταξίωσον, Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Πολλές φορές επανέλαβα αυτή την προσευχή της Εκκλησίας. Η επί γης αναμάρτητη ζωή μας ανοίγει τις πύλες του Ουρανού. Δεν είναι ο πλούτος των γνώσεων που σώζει τον άνθρωπο. Είναι η αναμάρτητη ζωή που μας προετοιμάζει για τη ζωή με τον Θεό στο μέλλοντα αιώνα. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μας διδάσκει τις αιώνιες αλήθειες κατά το μέτρο που ζούμε σύμφωνα με τις εντολές: «Αγαπήσεις τον Θεό σου, τον Δημιουργό σου, με όλο το είναι σου και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ναι, κρατείτε πάντοτε αυτές τις εντολές.

35. Μείνετε στην προσευχή, μείνετε στον αγώνα, να περάσετε τη μέρα σας χωρίς αμαρτία. Όλα τα υπόλοιπα θα δοθούν από τον Ίδιο τον Θεό.

36. Για να φυλάξουμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, οφείλουμε ν’ απέχουμε από κάθε λογισμό που δεν αρέσει στον Θεό, μας λέει ο Γέροντας Σιλουανός. Ιδού το έργο μας. Ιδού η πνευματική μας καλλιέργεια. Εφόσον πρόκειται για την αιώνια σωτηρία, αυτό δεν τελειώνει ποτέ. Αρχίζουμε και ξαναρχίζουμε χωρίς τέλος.

37. Δεν μπορούμε να πραγματοποιήσουμε μέσα μας την εικόνα του Χριστού, εκτός αν είμαστε πραγματικά ενωμένοι, όπως ο Χριστός το ζητούσε από τους μαθητές Του: «Αγαπάτε αλλήλους», για να γνωρίζει ο κόσμος ότι είστε του Χριστού.



http://agiameteora.net/

Saturday, December 6, 2014

Προσευχή μετάνοιας ( Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου )

Αμαρτήσαμε, Κύριε, ανομήσαμε, ασεβήσαμε.
Λησμονήσαμε τις εντολές σου και πορευθήκαμε σύμφωνα με τη δική μας πονηρή σκέψη.
Συμπεριφερθήκαμε ανάξια προς την κλήση μας και προς το Ευαγγέλιο του Χριστού σου.
Περιφρονήσαμε τη θεία Του συγκατάβαση και τα άγια παθήματά Του, που για χάρη μας υπέμεινε.


Ντροπιαστήκαμε μπροστά στον αγαπητό σου Υιό. Κλήρος και λαός απομακρυνθήκαμε από κοντά σου και όλοι βρισκόμαστε μακριά από Σένα. Όλοι παρεκτραπήκαμε, ναι, όλοι, και γίναμε ανάξιοι. Κανένας μας, μα ούτε ένας δεν εφαρμόζει δικαιοσύνη και δεν αποφασίζει δίκαια.

Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της ευσπλαχνίας σου και της φιλανθρωπίας σου και της στοργικής σου αγάπης, Θεέ μας, εξαιτίας της κακίας και της πονηρίας μας που εκδηλώθηκε στα καθημερινά μας έργα και στις συνήθειές μας Συ είσαι γεμάτος αγάπη και αγαθότητα, αλλά εμείς γίναμε παραβάτες του νόμου σου.
Συ είσαι μακρόθυμος, αλλά εμείς άξιοι για πολλές τιμωρίες. Γνωρίζουμε την αγαθότητά σου, μολονότι εξακολουθούμε να φερόμαστε ασύνετα. Λίγο μας έχεις τιμωρήσει σε σύγκριση με το πλήθος των αμαρτιών μας.
Συ εμπνέεις φόβο, και ποιός μπορεί να αντισταθεί στη δύναμή σου; Εάν θελήσεις να φανερώσεις τη δύναμή σου, τρόμος θα καταλάβει ακόμη και τα όρη. Αλλά και στο μέγεθος της δυνάμεώς σου ποιός ποτέ θα έχει το θάρρος να αντιπαραταχθεί;
Εάν κλείσεις τον ουρανό, ποιός μπορεί να τον ανοίξει; Και αν ανοίξεις τους καταρράκτες σου, ποιός θα βρεθεί να τους συγκρατήσει; Πολύ εύκολο είναι σε Σένα να κάνεις σε μια στιγμή τον πλούσιο ζητιάνο και τον φτωχό πλούσιο, να δώσεις ζωή σ’ όποιον δεν έχει και να οδηγήσεις στον θάνατο αυτό που είναι γεμάτος υγεία, να πατάξεις με ασθένεια, αλλά και να θεραπεύσεις. Και μόνο να θελήσεις κάτι, αυτό έχει γίνει κιόλας πράξη τελειωμένη Κάνε, Κύριε, να κοπάσει η οργή σου.
Δώσε άφεση, Κύριε, συγχώρησε, Κύριε. Μη μας καταδικάσεις ολοκληρωτικά για τις ανομίες μας. Είμαστε και μεις λαός σου και γνήσιοι κληρονόμοι σου. Γι’ αυτό τιμώρησέ μας, αλλά με επιείκια και αγάπη και όχι με τον θυμό σου. Αμήν ,



Ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου

Friday, December 5, 2014

«Ο Άγιος Πορφύριος ήταν δίπλα μου σε μια πολύ δύσκολη στιγμή της ζωής μου»


Σᾶς χαιρετῶ, αἰσθανόμενη ὅτι ἀπευθύνομαι σὲ δικούς μου ἀνθρώπους, ἀφοῦ ὅλοι ἔχουμε ἕνα κοινὸ σημεῖο τόσο μεγάλο καὶ δυνατὸ στὴ ζωή μας: τὸν Γέροντά μας, τὸν Παππούλη μας!!

Ἄς μου ἐπιτραπεῖ νὰ χρησιμοποιήσω καὶ ἐγὼ αὐτὲς τὶς προσφωνήσεις, παρόλο ποὺ δὲν εἶχα τὴν τύχη νὰ γνωρίσω τὸν Γέροντα Πορφύριο ὅσο ἦταν ἐν ζωῇ. Ἡ «γνωριμία» μου μὲ τὸν Γέροντα ἔγινε τυχαῖα, μέσα ἀπὸ ἕνα βιβλίο ποὺ μοῦ δανείσανε. Αὐτὸ ἦταν!! Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶχα τὸν Παππούλη μέσα στὸ μυαλὸ καὶ στὴν καρδιά μου συνεχῶς!

Κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο περνοῦσα ἕνα προσωπικὸ πρόβλημα ὑγείας, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἀλλάξει ὁλοκληρωτικὰ ὅλη μου τὴ ζωή. Σκεφτόμουν συνεχῶς τὴν οἰκογένειά μου, τὰ παιδιά μου καὶ τὸ πόσο θὰ ἄλλαζε ἡ καθημερινότητά μας καὶ θὰ χανόταν ἡ ἠρεμία τοῦ σπιτιοῦ μας, ἐὰν τὰ ἀποτελέσματα κάποιων νευρολογικῶν ἐξετάσεων ἔβγαιναν θετικὰ. Ὑπῆρχε πιθανότητα νὰ πάσχω ἀπὸ ΜΥΑΣΘΕΝΕΙΑ, μία ἐξαιρετικὰ δύσκολη πάθηση τοῦ νευρολογικοῦ συστήματος. Εἶχα ἤδη διαβάσει τὸ πρῶτο βιβλίο γιὰ τὸν Γέροντα καὶ εἶχα παραγγείλει ταχυδρομικῶς τὰ ἑπόμενα, νιωθoντας ὅτι οἱ συμβουλὲς καὶ τὰ λόγια τοῦ Γέροντα μοῦ ἔδιναν δύναμη καὶ μὲ συντρόφευαν στὴ δοκιμασία μου. Λυπόμουν ποὺ δὲν ζοῦσε ὁ Παππούλης γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ καὶ νὰ τοῦ ἀνοίξω τὴν καρδιά μου, ἀλλὰ μετὰ θυμόμουν τὰ λόγια του, πὼς ὅταν κοιμηθεῖ θὰ μηδενιστοῦν οἱ ἀποστάσεις, καὶ παρηγοριόμουν.

Ὅταν πῆγα στὴν Ἀθήνα -στὸ Ἰνστιτοῦτο Παστέρ- γιὰ τὶς ἐξετάσεις αἵματος, ἔπαιρνα κουράγιο μόνο στὴ θύμησή του!! Μπῆκα νὰ μοῦ πάρουν αἷμα καὶ ἐνῶ μιλοῦσα μὲ τὴ γιατρό, ξαφνικὰ σταμάτησα, λέγοντας στὸν ἑαυτό μου: «δὲν εἶναι ὥρα γιὰ κουβέντα, ἀλλὰ γιὰ προσευχή». Καὶ ἐκείνη τὴν στιγμὴ αἰσθάνθηκα τὴν παρουσία τοῦ Γέροντα δίπλα μου, μέσα στὸ δωμάτιο!

Βγαίνοντας σκεφτόμουν ὅτι θὰ ἦταν ἡ ἰδέα μου, ἀπὸ τὴν ἔντονη ἐπιθυμία μου νὰ προσευχηθῶ στὸν Παππούλη, ἀλλὰ τότε βρέθηκα μπροστὰ σὲ μιὰ νέα ἔκπληξη. Ἡ θεία μου, ἡ ὁποία εἶχε ἔρθει μαζί μας (ἤμουν μὲ τὸ σύζυγό μου) καὶ ἔχει μεγάλη πίστη στὸ Γέροντα (ἔχει ἔρθει καὶ στὸ Μήλεσι), χωρὶς νὰ ἔχουμε μιλήσει μέχρι ἐκείνη τὴν ὥρα καθόλου, ἀφοῦ μόλις συναντηθήκαμε μπήκαμε ἀμέσως στὸ Παστέρ, μοῦ εἶπε: «Τελείωσες κιόλας; Καὶ ἐγὼ πῆρα νὰ διαβάσω τὴν Παράκληση στὸν Γέροντα Πορφύριο». Έμεινα μὲ τὸ στόμα ἀνοιχτό! Τῆς μίλησα γιὰ τὴν πρόσφατη «γνωριμία» μου μὲ τὸν Γέροντα καὶ τότε μοῦ εἶπε ὅτι ἔχει ἐπισκεφθεῖ τὸ Ἡσυχαστήριο καὶ ἔχει μάλιστα τὴν εἰκονίτσα μὲ τὰ λόγια του Γέροντα (ποὺ σὲ καθεμιὰ εἶναι διαφορετικά), ἐνῶ ἐγὼ τῆς μίλησα γιὰ τὸ νέο βιβλίο ποὺ εἶχα παραγγείλει «Μαθητεύοντας κοντὰ στὸν Γέροντα Πορφύριο», τὸ ὁποῖο δὲν γνώριζε.

Μετὰ ἀπὸ 15 μέρες ἡ θεία μου πῆγε νὰ πάρει τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐξετάσεών μου, μιὰ κι ἐγὼ μένω στὴν ἐπαρχία. Ἦταν ἀπὸ τὶς πιὸ δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς μου, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ χτύπησε τὸ τηλέφωνο καὶ ἡ θεία μου μοῦ ἀνακοίνωσε ὅτι ἦταν ὅλες ἀρνητικές!!! Ἡ ἔνταση καὶ ἡ συγκίνηση ἦταν τόσο μεγάλες, ὥστε ἔπεσα στὸ πάτωμα κλαίγοντας ἀπὸ χαρά!! Εὐχαρίστησα τὸ Γέροντά μου καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ εὔχομαι συνεχῶς ἡ ἐμπειρία μου αὐτὴ νὰ γίνει ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὸν ξαναβάλω στὴ ζωή μου καὶ νὰ τὸν παρακαλῶ στὸ ἑξῆς νὰ στηρίζει τὴν οἰκογένειά μου, νὰ μᾶς προστατεύει καὶ νὰ μᾶς ἀξιώνει νὰ γινόμαστε, ὅπως ἔλεγε, καλοὶ καὶ ὄχι μόνο καλά!!

Σὲ μιὰ συζήτηση μὲ τὸ σύζυγό μου, ἐκεῖνος μοῦ θύμισε ὅτι πρὶν ἀπὸ 8-9 χρόνια, ὅταν ἤμασταν νιόπαντροι, ἡ μητέρα μου μᾶς εἶχε κάνει δῶρο ἕνα βιβλίο τοῦ Γέροντα Πορφύριου, τὸ ὁποῖο ὅμως δανείσαμε σὲ κάποια κυρία ποὺ μᾶς τὸ ζήτησε καὶ δὲν μᾶς τὸ ἐπέστρεψε ποτέ. Θυμήθηκα λοιπὸν ὅτι πράγματι ἐπρόκειτο γιὰ ἕναν Γέροντα ποὺ μᾶς εἶχε συγκινήσει καὶ τοὺς δύο, ἀλλὰ δὲν μποροῦσα νὰ θυμηθῶ ἂν ἐπρόκειτο γιὰ τὸν Γέροντα Πορφύριο ἡ γιὰ τὸν Γέροντα Παΐσιο.

Τελικὰ τίποτα δὲν εἶναι τυχαῖο. Καὶ σ’ ἐμᾶς ἀπομένει μόνο νὰ τὸ συνειδητοποιήσουμε !!

Γέροντα Πορφύριε, σήμερα, τὴν ἡμέρα τοῦ μνημοσύνου σου, ἄναψα ἕνα κεράκι καὶ ἐγὼ στὴ δική μου ἐνορία στὴ Β. Εὔβοια καὶ προσεύχομαι νὰ μπορέσω καὶ νὰ ἀξιωθῶ νὰ ἐφαρμόζω τὶς συμβουλές σου γιὰ τὴ σωτηρία μου!

http://agiameteora.net/

Pilgrimage: Monastery the Virgin Mary the Consolatory - Προσκύνημα Ι.Μ. Παναγίας της Παρηγορήτισας

Σ’ αυτή τη ζωή είναι αγώνας ( Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής )



 Σ’ αυτή τη ζωή είναι αγώνας. Με τα ακάθαρτα πνεύματα πολεμάς, που δε σου ρίχνουν γλυκά και λουκούμια, αλλά σφαίρες οξείες που θανατώνουν ψυχή, όχι σώμα…

(Από το ημερολόγιο “Ουρανοδείκτες Σωτηρίας” των εκδόσεων Ορθόδοξος Κυψέλη)

"Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me!!!" ( St. Paisius Velichkovsky )


"Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me!!!" If one with desire and ceaselessly as the breath from his nostrils forms this Prayer, soon there will be in him the Holy Trinity, Father, Son, and Holy Spirit, and make a dwelling in him, and prayer will devour the heart and the heart prayer, and a man will begin day and night to perform this prayer and will be  delivered from all the nets of the enemy. One should say the Prayer of Jesus in this way: "Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me!!!"
 

Whether you are standing, whether you are sitting, whether you are eating, whether you are travelling, whether you are doing anything else, constantly say this Prayer, fervently compelling yourself, for it strikes the invisible enemies as a soldier with a strong spear. Imprint it on your thoughts, and
do not be disturbed or hesitate to perform it secretly even in the places of natural need. And when the tongue and lips grow faint, then pray with the mind alone. From prayer which is performed for a long time by the tongue there
proceeds prayer of the mind, and from that of the mind, that of the heart.  When the mind grows faint from constant concentration and the heart
grows pained, then one may relax and sing a little.


One should perform the Prayer of Jesus aloud but not loudly, sufficient so that one can hear it. One should not at the time of prayer incline one's thought here and there to worldly , corruptible
things, but should remain without laziness in the memory of this Prayer alone. The Prayer is nothing else but a division between the visible and
invisible worlds. Wherefore, one must enclose one's mind in the Prayer. Where the body stands, there also the mind should be with it, without having any thought at the time of prayer. The Holy
Fathers say, "If anyone prays with his lips but is careless about his mind, he is laboring in vain, for God heeds the mind and not much speaking. 


Mental prayer does not allow that there be in the mind any fantasy or unclean thought. If one does not become accustomed to the mental Jesus Prayer, he cannot have ceaseless prayer. If the
Jesus Prayer becomes one's habit and enters his heart, it will then flow as water from a spring. At all times, everywhere and no matter what one does, it will always urge him on, be he awake or asleep. When his body begins to sleep or drowse, even then it will awaken him, gushing out of his heart and never ceasing. 


Therefore this Prayer is great, never left off, so that when it is being said, although the lips may grow faint, and the body may drowse, the spirit never sleeps. When some essential work is performed diligently or thoughts powerfully attack the mind or sleep overcomes one, then one must pray fervently with the lips and tongue, that the mind might heed the voice. And when the mind is in peace and calm from thoughts, one may pray with it alone. This path of prayer is the swifter one to salvation than by means of psalms, canons, and the usual prayers....



St. Paisius Velichkovsky
 

Spiritual journey ( Elder Joseph the Hesychast )



Our natural state is darkness in comparison to divine grace. How much more so when the gloomy demons approach us, which are dark
by nature! So when the light of grace comes, everything evil disappears---just as when the sun rises the darkness leaves, and we can clearly see even the smallest details that escaped notice before dawn. But once the sun sets, the darkness overtakes us naturally once more, and whoever walks in the darkness suffers great damage and
grievous incidents.

Likewise, the same thing happens to us in our spiritual journey. When we have divine light, we can see everything clearly, and the demons flee far away,
as they are unable to stand before divine grace. But once divine grace leaves again, the darkness remains, that is, our natural state. Then the thievish demons come and fight us.
 

And so, since our nature is subject to so many changes, and since in a time of darkness we, without the discernment of divine grace, work many deeds that harm us, and since many times we are mortally wounded by the enemies, because it is dark and we cannot see the enemies that are hiding.
 

Therefore, we should never grow bold and think that everything we do is pleasing to God, nor should we trust in our own weapons and skill. But we should call upon divine aid and trust only in it, and should say with great fear, for we do not know, "I wonder, is what I say pleasing to God, or do I perhaps sadden Him?" And in times of change, we must be patient.








Elder Joseph's
"Epistle to a Hesychast Hermit"
(Chapters XI & XII & Epilogue)
From the book "Monastic Wisdom"


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...