Thursday, December 4, 2014

Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. ( Αγίου Ισαάκ του Σύρου )


Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να αγαπάει τα γέλια και να θέλει να γελοιοποιεί τους άλλους, να μην πιάνεις φιλία. Γιατί θα σε κάνει να συνηθίσεις στην ψυχική ατονία. Σε κείνο πού η ζωή του είναι διεφθαρμένη, μη δείχνεις ιλαρό πρόσωπο φυλάξου όμως καλά μήπως τον μισήσεις.

Και αν θελήσει να μετανοήσει, βοήθησε τον και φρόντισε τον, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου, να σωθεί. Εάν όμως είσαι πνευματικά ασθενής, μην τολμήσεις να γίνεις γιατρός του.

Μπροστά σε άνθρωπο πού έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και έχει την αρρώστια να προσέχεις πολύ πώς θα μιλήσεις. Γιατί ενόσω μιλάς, αυτός εξηγεί μέσα του τα λόγια σου όπως αγαπά και από τα αγαθά σου λόγια παίρνει αφορμή και σκανδαλίζει τους άλλους. Και αλλάζει το νόημα των λόγων σου μέσα στο μυαλό του σύμφωνα με την πνευματική του αρρώστια.

Αν δεις κάποιον να έρχεται και να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, κάνε το πρόσωπο σου σκυθρωπό. Έτσι και το έλεος του Θεού θα έχεις και απ' αυτόν θα φυλαχτείς.

Και πού είναι η κόλαση πού μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός μπορεί να σταθεί μπροστά στη χάρη της Ανάστασης, όταν ο Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία;

Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, πού θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας;

Η ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ο Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ' αυτούς πού μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς πού καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας.

Αυτή η χάρη, πού μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη πού μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρη σου χάρη, Κύριε.

Αγίου Ισαάκ του Σύρου

St. Nicholas the Wonderworker, Archbishop of Myra




December 6

Reading:

This Saint lived during the reign of Saint Constantine the Great, and reposed in 330, As a young man, he desired to espouse the solitary life. He made a pilgrimage to the holy city Jerusalem, where he found a place to withdraw to devote himself to prayer. It was made known to him, however, that this was not the will of God for him, but that he should return to his homeland to be a cause of salvation for many. He returned to Myra, and was ordained bishop. He became known for his abundant mercy, providing for the poor and needy, and delivering those who had been unjustly accused. No less was he known for his zeal for the truth. He was present at the First Ecumenical Council of the 318 Fathers at Nicaea in 325; upon hearing the blasphemies that Arius brazenly uttered against the Son of God, Saint Nicholas struck him on the face. Since the canons of the Church forbid the clergy to strike any man at all, his fellow bishops were in perplexity what disciplinary action was to be taken against this hierarch whom all revered. In the night our Lord Jesus Christ and our Lady Theotokos appeared to certain of the bishops, informing them that no action was to be taken against him, since he had acted not out of passion, but extreme love and piety. The Dismissal Hymn for holy hierarchs, The truth of things hath revealed thee to thy flock ... was written originally for Saint Nicholas. He is the patron of all travellers, and of sea-farers in particular; he is one of the best known and best loved Saints of all time.

Apolytikion of Nicholas the Wonderworker in the Fourth Tone

A model of faith and the image of gentleness, the example of your life has shown you forth to your sheep-fold to be a master of temperance. You obtained thus through being lowly, gifts from on high, and riches through poverty. Nicholas, our father and priest of priests, intercede with Christ our God that He may save our souls.

Kontakion of Nicholas the Wonderworker in the Third Tone

Saintly One, (St. Nicholas) in Myra you proved yourself a priest; for in fulfilling the Gospel of Christ, venerable One, you laid down your life for your people and saved the innocent from death. For this you were sanctified as One learned in divine grace.

St. Sabbas the Sanctified


 

December 5

Reading:

This Saint was born in 439 in Moutalaska, a small village of Cappadocia. He entered the arena of the monastic life from childhood and was under that master trainer of monastics, Euthymius, the Great, the teacher of the desert. He became the spiritual Father of many monks and an instructor for the monasteries in Palestine, and was appointed leader (archimandrite) of the desert-dwellers of Palestine by the Patriarch of Jerusalem. In his old age he went to Constantinople, to the Emperors Anastasius and Saint Justinian the Great, in behalf of the Orthodox Faith and the dogmas of the Council of Chalcedon. Having lived ninety-four years, he reposed in 533. The Typicon for the ecclesiastical services had its beginning in the monastery established by this righteous one.

Apolytikion of Sabbas the Sanctified in the Plagal of the Fourth Tone

With the rivers of your tears, you have made the barren desert fertile. Through sighs of sorrow from deep within you, your labors have borne fruit a hundred-fold. By your miracles you have become a light, shining upon the world. O Savas, our Holy Father, pray to Christ our God, to save our souls.

Kontakion of Sabbas the Sanctified in the Plagal of the Fourth Tone

O blessed Sabbas, thou wast offered from thine infancy through thy great virtue as a pure and spotless sacrifice unto God, Who ere thy birth, verily foreknew thee; wherefore thou wast an adornment of the righteous Saints, an all-praised founder of cities in the wilderness. Hence, I cry to thee: Rejoice, O Father of great renown.

Ἅγιος Ἰώβ τῆς Οὔγκλεα(+15/28 Ἰουλίου 1985).Ἕνας νέος ἅγιος μέ ἄφθαρτο λείψανο


Ο Άγιος Ιώβ(κατά κόσμον Ιωάννης Κόντρεα) γεννήθηκε στο Χούστ στις 18 Μαίου 1902(σ.σ στην Υποκαρπάθια Ρουθηνία. Πρόκειται για μια περιοχή που βρίσκεται Ν.Δ.της Σλοβακίας,ανατολικά της Ουγγαρίας,βόρεια της Ρουμανίας και δυτικά της Ουκρανίας.Από τον 10ο αιώνα μέχρι το 1918 ανήκε στο Βασίλειο της Ουγγαρίας,έπειτα έγινε μέρος της Τσεχοσλοβακίας ενώ μετά το 1945 έγινε μέρος της ΕΣ.Σ.Δ.Σήμερα ανήκει στην Ουκρανία).

Γεννήθηκε σε μια οικογένεια πιστών ορθοδόξων χριστιανών.Ο πατέρας του Γεώργιος ήταν ρουμανικής καταγωγής,ενώ η μητέρα του Άννα ήταν Ρουθήνια.Στα μέρη που γεννήθηκε ο Άγιος Ιώβ η Ορθοδοξία ήταν απαγορευμένη αφού οι Ουνίτες αυστροούγγροι εδίωκαν και βασάνιζαν τους Ορθοδόξους.
Μετά τον στρατό προσπάθησε δύο φορές να πάει στην Μονή του Αγ.Παντελεήμονος του Αγίου Όρους αλλά δεν τα κατάφερε.
Μετά το τέλος του Α'Παγκ.Πολέμου άρχισαν να χτίζονται στην περιοχή τα πρώτα μοναστήρια.Στο χωριό Ίζα έφτιαξε την σκήτη της Αγίας Τριάδος.Με την συνθήκη της Βιέννης όμως το 1938 ένα κομμάτι της Υποκαρπάθιας Ρουθηνίας παραχωρείται στους εχθρικούς προς την Ορθοδοξία Ούγγρους(μεχρι το 1945).
Ο π.Ιώβ αρνείται να τους υποταχθεί και καταφεύγει στην Ρωσία.Τον κατηγορούν για κατασκοπεία και καταδικάζεται σε 5 χρόνια φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκένρωσης όπου πέρασε από πολλά βασανιστήρια και πολλές φορές βρέθηκε ένα βήμα πριν από τον θάνατο.
Επιστρέφει στα πάτρια εδάφη και το 1945 χειροτονείται ιεροδιάκονος,ενώ το 1946 χειροτονήθηκε ιερομόναχος.Το 1947 γίνεται ηγούμενος της προαναφερθείσας σκήτης της Αγίας Τριάδος.
Σταδιακά πλήθος ανθρώπων απ΄'όλη την Ουκρανία και την Ρωσία άρχισαν να επισκέπτονται τον ταπεινό και πνευματοφόρο γέροντα ο οποίος είχε το προορατικό και διορατικό χάρισμα και τελούσε πολλά θαύματα.
Μέχρι το 1960 τη σκήτη του και όλα τα μοναστήρια της περιοχής τα έκλεισαν.
Το 1960 τον βρίσκουμε να λειτουργεί στο χωριό Ούγκλεα ενώ από το 1962 και μέχρι τον θάνατό του υπηρέτησε στον ναό του Αγίου Δημητρίου στο χωριό Μαλάια Ουγκόλκα περιοχή Τιάτσεβ.Εδώ συνεχίζονται τα θαύματα και χιλιάδες ανθρώπων με διάφορα προβλήματα τον επισκέπτονται.

Τον Άγιο Ιωβ επισκεπτόνταν συχνά επίσκοποι και ιερείς αλλά και διάσημοι καθηγητές και ακαδημαικοί.Παρότι ίσα-ίσα ήξερε να γράφει απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις τους.Επίσης ήταν και μεγάλος εξορκιστής.Είναι πολλές οι μαρτυρίες περί τούτου.
Εξαιτίας του μεγάλου αριθμού επισκεπτών τελούσε τον μοναχικό του κανόνα νύχτα.Στα σαράντα χρόνια της ιερωσύνης του λειτουργούσε καθημερινά.Μόνο τρεις φορές δεν λειτούργησε.Ήταν μεγάλος νηστευτής και πολύ φιλόξενος.
Ο Άγιος ήταν πράος όχι μόνο με τους ανθρώπους αλλά και με τα ζώα.Πάντοτε τάιζε τα πουλιά και έδινε καρύδια στα σκιουράκια.Τα πουλιά βλέποντάς τον από μακριά πάντοτε πετούσαν κοντά του.
Ο Άγιος Ιώβ εκοιμήθη στις 15/28 Ιουλίου 1985.Η κηδεία έγινε στις 31 Ιουλίου.Την ώρα της ακολουθίας ένα μεγάλο πουλί,άσπρο σαν το χιόνι,πέταξε πάνω απο όλους και κάθισε τρεις φορές στον ώμο της ανηψιάς του.Μετά κάθισε στο πρεσβυτέριο,έκανε τρεις φορές τον γύρω της εκκλησίας και πήγε στο Ιερό.Όταν το σώμα του βγήκε από τον ναό ένα σμήνος πουλιών κατευθύνθηκε προς το φέρετρο.Μετά τον θάνατό του ετέλεσε πολλά θαύματα.
Στις 22 Οκτωβρίου 2007 το λείψανό του βρέθηκε άφθαρτο ενώ ανέδιδε ενα θαυμάσιο άρωμα φρεσκοκομμένων λουλουδιών.

Μετάφραση- επιμέλεια π.Γεώργιος Κονισπολιάτης/proskynitis

Wednesday, December 3, 2014

Αγία Βαρβάρα η Μεγαλομάρτυς


 

Αγία Βαρβάρα

Εορτάζει στις 4 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

Ξίφει πατήρ θύσας σε, Μάρτυς Βαρβάρα,
Υπήρξεν άλλος Αβραὰμ διαβόλου.
Βαρβάρα αμφὶ τετάρτη χερσί τοκήος ετμήθη.

Βιογραφία
Η Αγία Βαρβάρα αποτελεί κόσμημα των μαρτύρων του 3ου αιώνα μ.Χ. Ο πατέρας της ήταν από τους πιο πλούσιους ειδωλολάτρες της Ηλιουπόλεως και ονομαζόταν Διόσκορος. Μοναχοκόρη η Βαρβάρα, διακρινόταν για την ομορφιά του σώματός της, την ευφυΐα και σωφροσύνη της.

Στη χριστιανική πίστη κατήχησε και είλκυσε τη Βαρβάρα μια ευσεβής χριστιανή γυναίκα. Τη ζωή της μέσα στο ειδωλολατρικό περιβάλλον η Βαρβάρα περνούσε «ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ σεμνότητι» (Α’ πρός Τιμόθεον, β’ 2). Δηλαδή με κάθε ευσέβεια και σεμνότητα.

Όμως το γεγονός αυτό, δεν έμεινε για πολύ καιρό μυστικό. Ο Διόσκορος έμαθε ότι η κόρη του είναι χριστιανή και εκνευρισμένος διέταξε τον αυστηρό περιορισμό της. Αλλά η Βαρβάρα κατόρθωσε και δραπέτευσε. Ο πατέρας της τότε εξαπέλυσε άγριο κυνηγητό μέσα στις σπηλιές και τα δάση, όπου κρυβόταν η κόρη του. Τελικά, κατόρθωσε και τη συνέλαβε.

Ο άσπλαχνος και πωρωμένος ειδωλολάτρης πατέρας, παρέδωσε την κόρη του στον ηγεμόνα Μαρκιανό. Αυτός, αφού στην αρχή δεν κατόρθωσε με δελεαστικούς τρόπους να μεταβάλει την πίστη της, διέταξε και τη μαστίγωσαν ανελέητα. Κατόπιν τη φυλάκισε, αλλά μέσα εκεί ο Θεός θεράπευσε τις πληγές της Βαρβάρας και ενίσχυσε το θάρρος της. Τότε ο ηγεμόνας θέλησε να τη διαπομπεύσει δημόσια γυμνή. Αλλά ενώ έβγαζαν τα ρούχα της, άλλα ωραιότερα εμφανίζονταν στο σώμα της. Ο ηγεμόνας βλέποντας το θαύμα, διέταξε να αποκεφαλισθεί. Χωρίς καθυστέρηση, ο ίδιος ο κακούργος πατέρας της, ανέλαβε και την αποκεφάλισε. Την στιγμή όμως που είχε αποτελειώσει το έγκλημά του, έπεσε νεκρός χτυπημένος από κεραυνό κατά θεία δίκη.

Η Αγία Βαρβάρα ανακηρύχθηκε ως προστάτις Αγία του πυροβολικού (1828 μ.Χ.) και των ορυχείων.

Ἀπολυτίκιον (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’.
Βαρβάραν τὴν Ἁγίαν τιμήσωμεν· ἐχθροῦ γὰρ τὰς παγίδας συνέτριψε, καὶ ὡς στρουθίον ἐῤῥύσθη ἐξ αὐτῶν, βοηθείᾳ καὶ ὅπλῳ τοῦ Σταυροῦ ἡ πάνσεμνος.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς Τριάδος τὴν δόξαν ἀνακηρύττουσα, ἐν τῷ λουτρῷ τρεῖς θυρίδας ὑπεσημήνω σοφῶς, κοινωνίαν πατρικὴν λιποῦσα πάνσεμνε, ὅθεν ἠγώνισαι λαμπρῶς, ὡς παρθένος εὐκλεής, Βαρβάρα Μεγαλομάρτυς. Ἀλλὰ μὴ παύση πρεσβεύειν, ἐλεηθήναι τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῷ ἐν Τριάδι εὐσεβῶς ὑμνουμένῳ, ἀκολουθήσασα σεμνὴ Ἀθληφόρε, τὰ τῶν εἰδωλων ἔλιπες σεβάσματα· μέσον δὲ τοῦ σκάμματος, ἐναθλοῦσα Βάρβαρα, τυράννων οὐ κατέπτηξας, ἀπειλὰς ἀνδρειόφρον, μεγαλοφώνως μέλπουσα ἀεί, Τριάδα σέβω τὴν μίαν θεότητα.

Κάθισμα
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ἐν τῇ ἀθλήσει σου, πάντας ἐξέπληξας, ὅτι ὑπέμεινας, τὰς τῶν τυράννων πληγάς, δεσμὰ, βασάνους, φυλακάς, Βαρβάρα παναοίδιμε· Ὅθεν καὶ τὸν στέφανον, ὁ Θεός σοι δεδώρηται, ὅνπερ ἐπεπόθησας, ψυχικῶς καὶ προσέδραμες· αὐτὸς καὶ τὰς ἰάσεις παρέχει, πᾶσι τοῖς πίστει προσιοῦσί σοι.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τὸν νυμφίον σου Χριστὸν ἀγαπήσασα, τὴν λαμπάδα σου φαιδρῶς εὐτρεπίσασα, ταῖς ἀρεταῖς διέλαμψας Πανεύφημε· ὅθεν εἰσελήλυθας, σὺν αὐτῷ εἰς τοὺς γάμους, τὸ στέφος τῆς ἀθλήσεως, παρ’ αὐτοῦ δεξαμένη, ἀλλ’ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, τοὺς ἐκτελοῦντας Βαρβάρα τὴν μνήμην σου.

Ὁ Οἶκος
Τὴν νυμφευθεῖσαν τῷ Χριστῷ διὰ τοῦ μαρτυρίου, Βαρβάραν συνελθόντες τιμήσωμεν ἀξίως, ὅπως αὐτῆς ταῖς προσευχαῖς λύμης ψυχοφθόρου λυτρωθέντες, καὶ λοιμοῦ, σεισμοῦ τε καὶ καταπτώσεως, τὸν βίον ἐν εἰρήνῃ διέλθωμεν, καταξιωθέντες μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων, τῶν ἀπ’ αἰῶνος Θεῷ εὐαρεστησάντων, διάγειν ἐν φωτί, καὶ μέλπειν ἀξίως, ἐθαυμάστωσας Σῶτερ τὰ σὰ ἐλέη πᾶσι τοῖς πίστει ὁμολογοῦσι, Τριάδα σέβω τὴν μίαν θεότητα.

Μεγαλυνάριον
Τον θείον κοσμήτορα της Χριστού Εκκλησίας πάντες Ιωάννην Δαμασκηνόν ύμνοις συν τη θεία σεπτή καλλιπαρθένω Βαρβάρα επαξίως ανευφημήσωμεν.



http://www.diakonima.gr

The essence of freedom ( Elder Siluan )

The Lord wants us to love each other; this is the essence of freedom — love for God and for your neighbor. This is both freedom and equality. But in earthly titles there can be no equality; this is of no concern to the soul, however. Not everyone can be a king or a prince; not everyone can be a patriarch or an abbot, or a leader, but no matter what your title you can love God and serve Him, and that is all that matters. And whoever loves God more on earth shall be in greater glory in the Kingdom.

Elder Siluan

Plain food is not nasty food ( Elder Ambrose of Optina )

In the Scripture, we see the necessity to observe fasts, firstly from the example set by Christ Himself, who fasted 40 days in the wilderness, even though He was God and had no need of this. Secondly, to the Disciples’ question as to why they could not drive out the evil spirit in a person, He replied: "Through your unbelief;" and then added: "This kind can come out by nothing but prayer and fasting." (Mark 9:29) Apart from this, there are directions in the Scripture that we must observe Wednesdays and Fridays as days of fasting. On Wednesday, Christ was given up for crucifixion and on Friday, He was crucified.

Plain food is not nasty food. It does not corrupt the body but fattens it. And St.Apostle Paul says: "Even though our outward man is perishing, yet the inward man is being renewed day by day" (2 Cor 4:16) He calls the outward person as body and the inward, as the soul.



Elder Ambrose of Optina


Ἡ Θεία πρόνοια! Γέροντα, πῶς θά γνωρίζουμε ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ;( Αγιος Γαβριήλ )




Ρώτησα κάποια φορά τον π. Γαβριήλ.
“Γιατί ψάχνεις το θέλημα του Θεού; Από σένα το μόνο που ζητείται είναι να τηρείς τις δέκα εντολές, να νηστεύεις, να εξομολογείσαι και να κοινωνάς.
Αλλά στους μοναχούς και τους ιερείς όλα χρειάζονται.


Πρέπει να ρωτάς την καρδιά σου. Κι όταν η καρδιά σου σε πείθει, αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Όταν οι άγιοι παρακαλούσαν τον Κύριο, ο Κύριος τούς έδειχνε το θέλημά Του.
Όμως κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει την πρόνοια του Θεού. Υπάρχει το κατ’ ευδοκία θέλημα του Θεού και το κατά συγκατάβαση.

Στη δεύτερη περίπτωση, επειδή ο Θεός μάς έχει δώσει απόλυτη ελευθερία, όλοι, και οι δαίμονες και οι άνθρωποι, κάνουμε ό,τι θέλουμε.
Όταν όμως ο Θεός αποφασίζει να παρέμβει, ούτε τα πονηρά πνεύματα, ούτε οι άνθρωποι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Για παράδειγμα, ήταν θέλημα του Θεού να καούν τα Σόδομα και τα Γόμορρα.
Δεν μπορούσε να γίνει τίποτα άλλο. Ο Κύριος ήθελε να δώσει τέλος στο παγιωμένο εκείνο κακό.
Όταν γίνεται κάτι, μερικοί λένε: «Ήταν θέλημα Θεού!». Πού το ξέρουν; Άγιοι είναι;
Μπορεί ο άνθρωπος να επαναφέρει στην ορθόδοξη πίστη είκοσι ανθρώπους. Όμως ούτε τότε πρέπει να πει ότι ήταν θέλημα του Θεού, γιατί ο Θεός μπορεί να σου είχε δώσει τέτοια δύναμη και χάρη, που έπρεπε να επαναφέρεις όχι είκοσι, αλλά σαράντα ανθρώπους στην πίστη.
Αν ετοιμάζεσαι να κάνεις κάτι, πρέπει να λες: «Γενηθήτω το θέλημα Σου».
Η θεία πρόνοια κυβερνά τα πάντα. Άλλοτε επιτρέπει κι άλλοτε ευλογεί σύμφωνα με το θέλημά Του ο Θεός.
Όταν για κάποιο ζήτημα δεν ξέρεις τι να κάνεις, τι να αποφασίσεις, τότε πρέπει να ανοιχτείς στη θεία πρόνοια και να πάψει αυτό να σε απασχολεί.«Ας γίνει το θέλημα Σου, Κύριε!». Τα παλαιά χρόνια, όταν δεν μπορούσαν να αποφασίσουν, έτσι έκαναν”.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ (1929-1995), Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ.



http://agiameteora.net/

Ταπείνωση τῆς Παναγίας ( Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης )

Τί ἀνύψωσε τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα; Ἡ ταπείνωση. Ὁ Θεὸς «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. 1, 48), καὶ γι’ αὐτὴ τὴν ἐπιβραβευμένη ταπείνωσή Της τὴν μακαρίζουν ὅλες οἱ γενιές. Καὶ ἐσὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα προσπάθησε νὰ ἀποκτήσεις ταπείνωση. Ὁ Θεὸς στοὺς ταπεινοὺς δίνει τὴ χάρη, ἐνῶ στοὺς ὑπερήφανους ἀντιτάσσεται.
Ἡ Παναγία εὐεργετεῖ
Ἡ Παναγία εἶναι καὶ σήμερα ζωντανή. Καὶ ὄχι μόνο ζεῖ, ἀλλὰ καὶ ζωοποιεῖ καὶ θεραπεύει τὶς ψυχὲς καί, ἂν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς, καὶ τὰ σώματα ἐκείνων τῶν πιστῶν ποὺ προσεύχονται σ’ Αὐτήν. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ Ἅγιοι ζοῦν καὶ μετὰ τὸ θάνατο…
* * *
Ὑπεραγία Θεοτόκε Παρθένε! Ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Υἱοῦ Σου, ποὺ μεταλαμβάνω τόσο συχνά, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἔχω μὲ Σένα συγγένεια!
Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου! Ἀπὸ Σένα ἔλαβε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ μεταλαμβάνω εἶναι ἴδια μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς.
Πῶς μπορῶ νὰ μὴν ἀγαπάω Ἐσένα, καὶ πιὸ πολὺ τὸν Υἱό Σου, δικό Σου καὶ δικό μου Θεό;
Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Δῶσε μου νὰ ἔχω συγγένεια μὲ Σένα ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πολλὲς φορὲς μεταλαμβάνω ἀνάξια, ἀλλὰ νὰ πλησιάσω καὶ τὸ δικό Σου βαθμὸ τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλπίδας, νὰ ὁμοιάσω Ἐσένα στὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματα.
Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Ἔχω μεγάλη ἀνάγκη καὶ θέλω νὰ ἀποκτήσω καρδιὰ καθαρή! Τὰ πάντα γιὰ Σένα εἶναι δυνατά, Ὑπερευλογημένη· μπορεῖς νὰ παρακαλέσεις τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Σου νὰ μοῦ χαρίσει καρδιὰ καθαρή, ὅπου κατοικεῖ πίστη, ἐλπίδα, καὶ ἀγάπη. Κάνε το, Πανάχραντε!
* * *
Τί σημαίνουν τὰ θαύματα ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας; Σημαίνουν ὅτι ἡ Δέσποινα Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Σωτῆρα μας, πάντα ἀκούει τὶς προσευχὲς ποὺ μὲ πίστη καὶ ταπεινὴ καρδιὰ, Τῆς ἀπευθύνονται ἐνώπιον τῶν εἰκόνων της. Καὶ σὲ μερικὲς ἀπ’ αὐτὲς δείχνει φανερὰ σημάδια τῆς παρουσίας της.
Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ πόση εὐλάβεια πρέπει νὰ συμπεριφέρονται οἱ πιστοὶ πρὸς τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας! Ἡ ἀόρατη χάρη της εἶναι παροῦσα σὲ κάθε εἰκόνα της, ἰδίως ἂν αὐτὴ ἡ εἰκόνα ἁγιογραφήθηκε μὲ τὸ χέρι ἑνὸς εὐλαβοῦς ἀνθρώπου.
* * *
Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε! Μὲ τὶς πρεσβεῖες Σου, τὴν εὐσπλαχνία Σου, ἔχω ἠρεμία καὶ χαρὰ μέσα μου· ἡ ψυχή μου εἶναι ἐλεύθερη καὶ ἀνάλαφρη, στὴν καρδιά μου ἔχω εἰρήνη καὶ ἡσυχία.
Μὲ ὑπεράσπισες, ἐμένα τόν μετανοοῦντα ἄθλιο καί τόν ἁμαρτωλό, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ τοῦ Θεοῦ μας καὶ Τὸν ἔκανες νὰ μὲ σπλαχνιστεῖ, ἐμένα τὸν χειρότερο ἀπ’ ὅλους.
Φανερὴ εἶναι ἡ χάρη Σου γιὰ τὴν ψυχή μου μετὰ τὴ δοξολογία ποὺ ψάλλαμε μπροστὰ στὴν εἰκόνα Σου, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν! 21 Ὀκτωβριοῦ 1858.
* * *
Ὕμνησε τὴν Παντάνασσα, μὴν ξεχάσεις Αὐτὴν ποὺ σὲ εὐεργέτησε, μὴν ξεχάσεις νὰ εὐχαριστήσεις «τὴν ὑπέρμαχο στρατηγόν», ποὺ σὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ δεινά.
Ἡ Παναγία φέρνει γαλήνη
Τὸ ἔλεος τῆς Παναγίας. Στὶς 24 Φεβρουαρίου ἤμουν στὴ Ραμπόβ. Συμμετεῖχα στὴν κηδεία τῆς συζύγου τοῦ ἱερέα Σοκολόβ. Ὅταν μπῆκα μέσα σὲ μὶα ἐκκλησία ἀπ’ αὐτὲς ποὺ βρίσκονται στὸ νεκροταφεῖο, εἶχα στὴν καρδιά μου θλίψη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ὀλιγοπιστία καὶ τὴν ὁποία προκαλεῖ τὸ πνεῦμα τῆς κακίας.
Ἔριξα τὸ βλέμμα μου στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Τύχβιν καὶ δὲν μποροῦσα νὰ πάρω ἀπ’ αὐτὴν τὰ μάτια μου. Τὸ πρόσωπό Της ἦταν γαλήνιο, ταπεινὸ καὶ γεμᾶτο ἀγάπη.
Εἶπα μέσα μου: «Πόση γαλήνη καὶ ἡσυχία, ποὺ δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὑπάρχουν στὸ πρόσωπό Σου, Ἄχραντε Παρθένε!», καὶ σὰν νὰ ἄκουσα ἀπ’ Αὐτὴν μὶα ἀπάντηση, ποὺ πολὺ καθαρὰ ἀντήχησε στὴν καρδιά μου: « Τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ἔχεις εἰρήνη καὶ ἡσυχία στὴν καρδιά σου; Δὲν γνωρίζεις ποῦ πρέπει νὰ ψάχνεις γιὰ νὰ τὰ βρεῖς;»
Μὲ τὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιά μου στράφηκα σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ Πηγὴ τῆς εἰρήνης καὶ ἀμέσως ἀπέκτησα τὴν ποθητὴ ἡσυχία…
* * *
Δέσποινα Θεοτόκε! Παρηγοριὰ τῶν θλιβομένων, Σὲ δοξολογοῦμε καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε! Τὰ βάσανα τῆς καρδιᾶς μας τὰ μεταμορφώνεις σὲ γαλήνη καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν σὲ ἡσυχία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἀσταθὴς καὶ πονηρὴ καρδιά μου! Νὰ μὴν τολμήσεις ποτὲ νὰ ἀμφισβητήσεις τὶς φανερὲς εὐεργεσίες τῆς Βασίλισσας τῶν Οὐρανῶν!
* * *
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ προσευχήθηκα ἀπὸ τὴν καρδιά μου στὴ Βασίλισσα ὅλου τοῦ κόσμου, αἰσθάνθηκα στὴν ψυχὴ ἀνακούφιση. Καὶ στὸ ἑξῆς μὴ μὲ ἀφήνεις, Παντάνασσα.
Ἐξύμνηση τῆς Παναγίας
Μητέρα τῆς δικῆς μας Εἰρήνης, Μητέρα τῆς δικῆς μας Χαρᾶς, Μητέρα τῆς δικῆς μας Ἐλπίδας καὶ δικῆς μας Ἀγάπης. Μητέρα Αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει, Αὐτοῦ ποὺ οὐσιώνει τὰ πάντα.
Μητέρα Ἄχραντε, τὸ ὕψος τῆς δικῆς σου ἁγνότητας δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ ἡ δική μας ἀκάθαρτη ψυχή. Μητέρα Παμμακάριστε, τήν ἀγαθότητά σου δέν μπορεῖ νά συλλάβει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Μητέρα πάντων τῶν χριστιανῶν, οἱ εἰκόνες σου εἶναι σὲ κάθε πόλη καὶ κάθε χωριὸ καὶ μαρτυροῦν τὴ γρήγορη βοήθεια ποὺ προσφέρεις σὲ μᾶς.
Νὰ εἶσαι καὶ γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τρισάθλιο γρήγορη βοήθεια καὶ προστάτρια στοὺς πόνους, στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμούς!
Πῶς νὰ προσευχόμαστε στὴν Παναγία
Νὰ φανταστεῖς ὅτι στέκεσαι μπροστὰ στὴ βασίλισσα καὶ τὴν παρακαλεῖς νὰ πραγματοποιήσει κάποιες δικές σου ἐπιθυμίες. Μὲ τί δέος καὶ τί σεβασμὸ θὰ τὸ ἔκανες!
Σκέψου τώρα ὅτι και αὐτή εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως καί ἐσύ. Σκέψου τώρα πῶς πρέπει νὰ στέκεσαι μπροστὰ στὴ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, μὲ τί δέος καὶ τί εἰλικρίνεια! Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ μεγαλωσύνη της καὶ ἀπερίγραπτη ἡ τελειότητα. «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν» (Ψαλ. 44, 14). Αὐτὴ εἶναι τόσο κοντὰ στὸ Θεό. Πρόσεχε, νὰ προσεύχεσαι σ’ Αὐτὴν μὲ ἀνάλογο δέος, μὲ καθαρή καὶ συντετριμμένη καρδιά.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο :
«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ».

Вне Церкви спасения нет! ( Святителя Феофана Затворника )

"В одиночку никто не спасается. Господь из всех верующих благоволил сочетать единое тело и Сам стал Главой его. Спасается каждый не иначе, как в Церкви, т.е. в живом союзе со всем сонмом верующих, через Церковь, и с Самым Господом, как Главою ее. Господь назвал Свою Церковь - виноградным деревом, в котором Он Сам лоза, или ствол дерева, а все верующие - ветви на лозе, поэтому Церковь есть единое нераздельное целое, живо соединенное в себе и во всех частях... Так доселе все истинно верующие законам жизни, ведущей ко спасению, полагают союз с Церковью..."

"Испытательным камнем да будет для вас святое учение, издревле проповедуемое в Церкви. Все несогласное с этим учением отвергайте как зло, каким бы титулом благовидным оно ни прикрывалось. Вы только это соблюдите, а все прочее уже само собой приложится вам. За чистотою веры последует осенение благодати."

Святителя Феофана Затворника

Tuesday, December 2, 2014

Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών


Η Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου Σερρών, στα δυτικά μιας βαθιάς χαράδρας του Μενοίκιου Όρους, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Ορθόδοξου μοναχισμού στα Βαλκάνια. Η ίδρυση της το 1270 και η μακραίωνη ιστορία της μαρτυρούν τον πολιτισμό, την παράδοση και την πλούσια πνευματικότητα του Βυζαντίου.






Ως πρώτος ιδρυτής της από την ιστορία παραδίδεται ο άγιος Ιωαννίκιος. Σερραίος στην καταγωγή περί το έτος 1250 επέλεξε το Άγιον Όρος, για να βιώσει μία ανώτερη πνευματική ζωή. Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα η είδηση του θανάτου του αδερφού του και της συζύγου του, τον ανάγκασαν να επιστρέψει εσπευσμένα στην πατρίδα του για να αναλάβει την κηδεμονία του διετούς ανηψιού του Ιωακείμ. Για πολλά χρόνια έζησε ως ασκητής σε σπήλαια και κελλιά στις ορεινές πλαγιές του Μενοικείου Όρους. Από δίπλα τον ακολούθησε και ο μικρός ανηψιός του, λαμβάνοντας κοντά στον θείο του μοναχική παιδεία. Η ολοκλήρωση της περιπλάνησης του Αγίου Ιωαννικίου ως ερημίτη τον οδήγησε στην τοποθεσία όπου σήμερα είναι χτισμένη η Ιερά Μονή. Σύμφωνα με το Τυπικόν του Μοναστηριού, επέλεξε τη θέση μίας ερημωμένης και «ασκέπου εκκλησίας», αφιερωμένης στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, την οποία και ανακαίνισε. Ο Κτίτωρ της Ιεράς Μονής σύντομα διαμόρφωσε τη δυσπρόσιτη εκείνη στους ανθρώπους περιοχή σε ένα συγκροτημένο κοινοβιακό ίδρυμα, το οποίο σύντομα προσέλκυσε πλήθος μοναχών. Στο διάστημα αυτό ο ανηψιός του Ιωακείμ αναδείχθηκε σε μία σημαντική πνευματική φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής αναλαμβάνοντας το 1288 την Επισκοπή της Ζίχνης, στους νοτιοανατολικούς πρόποδες του Μενοικείου. Το 1300 ο άγιος Ιωαννίκιος, πλέον και Επίσκοπος Εζεβών, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Τον διαδέχθηκε, ως αντάξιος συνεχιστής του θεάρεστου έργου του, ο ανιψιός του Ιωακείμ.
Ο δεύτερος Κτίτορας της Ιεράς Μονής, παράλληλα με τα επισκοπικά του καθήκοντα, ανέλαβε ένα σημαντικό έργο ανοικοδόμησης, περιφρούρησης και διαφύλαξης των κεκτημένων της μονής, για την οποία μάλιστα όρισε να είναι άβατη. Το 1300 ανήγειρε τον σημερινό καθολικό ναό, ενώ ανάμεσα στα άλλα έργα του περιλαμβάνεται και η ίδρυση μέσα στην πόλη των Σερρών μίας ακόμη Μονής αφιερωμένης και πάλι στον Τίμιο Πρόδρομο. Γενναιόδωροι χορηγοί των προσπαθειών του αναδείχθηκαν σημαντικοί βυζαντινοί αυτοκράτορες όπως ο Ανδρόνικος Β” (1282-1328), ο Ανδρόνικος Γ” (1328-1341) και ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός (1341-1354) όπως και η Βυζαντινή πριγκίπισσα Σιμωνίδα, θυγατέρα του Ανδρονίκου ΙΙ και σύζυγος του ηγεμόνα των Σέρβων Μιλούτιν (1282-1321), που υπήρξε έφορος της Ιεράς Μονής. Με πρόσταγμα του Ανδρόνικου Γ” η μονή αναγνωρίστηκε ως σταυροπηγιακή και πατριαρχική. Παράλληλα, η Ιερά Μονή δέχθηκε σημαντικές δωρεές από τοπικούς άρχοντες, όπως αυτή του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Κρυονερίτη το 1333 προσφορά από τη μοναχή Υπομονή, χήρα του Σερραίου αριστοκράτη Γεωργίου Σακελλάριου.






Χάρη στη σπάνια πολιτική διορατικότητά του ο Ιωακείμ προείδε τον κίνδυνο που η μονή διέτρεχε από την πιθανή μελλοντική επέκταση των Οθωμανών στη Μακεδονία. Γι” αυτό φρόντισε να σταλεί στο πρώτο ηγεμόνα τους Οσμάν, στην Προύσα, μία αντιπροσωπεία μοναχών με επικεφαλής κάποιον Μαργαρίτη, πλούσιο πολιτικό και άριστο δεξιοτέχνη στην τούρκικη γλώσσα και διπλωματία, που αργότερα έγινε μοναχός με το όνομα Ιωάσαφ. Καρπός της αποστολής αυτής ήταν η υπογραφή από τον Οθωμανό ηγεμόνα ενός εγγράφου που προφύλασσε μέχρι της συντελείας των αιώνων την Ιερά Μονή από τις αυθαιρεσίες των Τούρκων επιδρομέων, προστασία που επισφραγίσθηκε το 1372 με την έκδοση φιρμανίου από τον σουλτάνο Μουράτ Α΄ που σώζεται στις συλλογές της βιβλιοθήκης της μονής. Στις 12 Δεκεμβρίου του έτους 1333, ο άγιος Ιωακείμ ύστερα από μία οσιακή ζωή και ενώ είχε δεχθεί τη μεγαλοσχημία με το όνομα Ιωάννης, κοιμήθηκε οσιακά και αργότερα, μετά την αγιοποίησή του, άρχισε να τιμάται κάθε χρόνο συνεορταζόμενος με τον άγιο Σπυρίδωνα.



 

Μετά την κοίμηση του Β” Κτίτορα της, η Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου συνέχισε να ευημερεί με την βοήθεια τοπικών αρχόντων όπως ο Κωνσταντίνος Χολεβιάρη που το 1342 αφιέρωσε στην μοναστική κοινότητα τον ναό του Τιμίου Προδρόμου στην πόλη των Σερρών (σημερινό Προδρομούδι). Κατά την περίοδο της Σερβοκρατίας στην περιοχή των Σερρών (1345-1371), οι Ορθόδοξοι Σέρβοι ηγεμόνες Στέφανος Δουσάν και Ιωάννης Ούγκλεσης προστάτευσαν και ενίσχυσαν την Ιερά Μονή. Η σύζυγος του Κράλη Δουσάν Ελένη υπήρξε ενεργός έφορος της μονής. Η παράδοση της εφορευτικής παρουσίας γυναικείων μελών της Σερβικής βασιλικής αυλής στη Μονή Προδρόμου διασώζεται έντονη στην τέχνη, την αρχαιολογία, την τοπογραφία αλλά και την προφορική παράδοση της.



 

Μετά την άλωση της Πόλης, ο Γεννάδιος Σχολάριος, ο πρώτος μετά το 1453 Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αφού παραιτήθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο, αποσύρθηκε στη μονή Τιμίου Προδρόμου όπου και εμόνασε (1457-1472) μέχρι το τέλος της ζωής του. Η ησυχία του Μενοικείου Όρους υπήρξε βασικός λόγος της επιλογής του ενώ η παρουσία των συλλογών της περίφημης μοναστηριακής βιβλιοθήκης τον ενίσχυσαν στο πλούσιο συγγραφικό του έργο.

Την περίοδο αυτή, η μονή συνέδεσε στενά το όνομά της με τον άγιο Ραφαήλ, ο οποίος αφού μυήθηκε στη ασκητική ζωή, εκάρη μοναχός στη Μονή του Προδρόμου.

Δεν άργησε ωστόσο να επέλθει προσωρινή παρακμή για την Ιερά Μονή. Δυσεπίλυτα οικονομικά χρέη και οι ποικίλες αλλαγές που επέφερε η εμφάνιση του Τούρκου κατακτητή δυσχέραιναν την κατάσταση. Παρά το σεβασμό και την ανοχή που οι Οθωμανοί επέδειξαν προς τη μονή, οι Πατέρες το 1518 αναγκάστηκαν να αποστείλουν αντιπροσωπεία τους στον ισθμό του Σουέζ, όπου και ήρθαν σε διαπραγματεύσεις με τον Αλή, Κριτή της Ερυθράς Θάλασσας. Με αυτή τη διπλωματική αποστολή η Ιερά Κοινότητα απεκόμισε ένα αντίγραφο του Ακτιναμέ του Προφήτη Μωάμεθ, γεγονός που σήμαινε ασφάλεια των κεκτημένων της και προστασία για τους επόμενους αιώνες.



Ωστόσο αυτά τα προνόμια δεν εμπόδισαν τη Μονή σχεδόν τρεις αιώνες αργότερα, με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821, να συμμετάσχει ενεργά στον εθνικό αγώνα. Ο αρχηγός μάλιστα του επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία, ο Εμμανουήλ Παπάς, συνδεόταν στενά με την μοναστική κοινότητα η οποία του είχε παραχωρήσει οίκημα εκτός του περιβόλου του μοναστηριού.

Η λειτουργία ελληνικής σχολής από το 1825 και Ιερατικής από το 1869 επιβεβαίωσαν την επωνυμία που δικαιολογημένα είχε κερδίσει χάρη στη λογιοσύνη των μοναχών και την πλούσια βιβλιοθήκη της, ως «Μονή των Γραμμάτων». Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν μια ιδιαίτερα δημιουργική περίοδος για την Ι. Μονή Τιμίου Προδρόμου. Ακολουθώντας τη γενικότερη πολιτική κατάσταση φιλελευθεροποίησης του Οθωμανικού καθεστώτος η ευρύτερη περιοχή γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση. Οι προσοδοφόρες οικονομικές δραστηριότητες της Μονής αλλά και των πέριξ αστικών κέντρων (Σέρρες, Μελένικο, Βροντού κ.α.) δημιούργησαν τον απαιτούμενο πλούτο μέρος του οποίου διοχετεύτηκε μέσω δωρεών στην επισκευή και την ανοικοδόμηση τμημάτων του μοναστηριακού συγκροτήματος. Αναπτύχθηκαν επίσης ισχυροί δεσμοί της Ι. Μονής με την ομόδοξη Ρωσική Αυτοκρατορία. Αποστολή μοναχών της Μονής Τιμίου Προδρόμου στα 1862-1863 περιόδευσε επαρχίες του ρωσικού κράτους συγκεντρώνοντας συνδρομές ευσεβών ρώσων χριστιανών υπέρ της Μονής.

Η κατάσταση όμως έμελλε να αλλάξει ριζικά από τις πρώτες δεκαετίες του επόμενου 20ου αιώνα. Η βουλγαρική στρατιωτική παρουσία κατά τις πολεμικές συρράξεις της δεύτερης δεκαετίας του 20ου αιώνα στο χώρο της ανατολικής Μακεδονίας (Α΄ και Β΄ Βαλκανικοί Πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) και ειδικότερα στην περιοχή των Σερρών, προκάλεσαν τρομερά δεινά στην Ιερά Μονή. Αποκορύφωμα της καταστροφής υπήρξαν τα γεγονότα του Ιουνίου του 1917, όταν προσχεδιασμένη λεηλασία από τον υποχωρούντα Βουλγαρικό στρατό στέρησε από την Ιερά Μονή μεγάλο αριθμό των πολυτίμων χειρογράφων της και των ιερών κειμηλίων της. Ως αποτέλεσμα αυτής της αρπαγής πολλοί από τους θησαυρούς της βρίσκονται στη Σόφια ενώ άλλοι κοσμούν βιβλιοθήκες και μουσεία της Ευρώπης. Την ερήμωση της μονής ολοκλήρωσαν τα γεγονότα του δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και τα δεινά του αδελφοκτόνου εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε αμέσως μετά.

Αυτήν την ερειπωμένη μονή, το 1986 ήρθε να αναλάβει η γυναικεία αδελφότητα από την Ιερά Μονή Παναγίας Οδηγητρίας Πορταριάς Βόλου υπό την πνευματική καθοδήγηση του Πανοσιολογιωτάτου Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους Γέροντος Εφραίμ, Αρχιερατεύοντος τότε εν Σέρρες του Μητροπολίτου κυρού Μαξίμου. Σήμερα η αδελφότητα κάτω από την καθοδήγηση της Καθηγουμένης Φεβρωνίας Μοναχής, προβαίνει καθημερινά σε μία υπεράνθρωπη προσπάθεια για να ανασυστήσει το κτιριακό συγκρότημα ώστε να ανακτήσει την πρώτη του δόξα και τιμή. Με αυτόν τον τρόπο τόσο η διαφύλαξη της ακεραιότητας του μοναχικού ιδεώδους, όσο και η ψυχική ανάπαυση των επισκεπτών συντελούν στη δόξα του Θεού, στην αγαλλίαση των απ” αιώνος Πατέρων που αγίασαν με τη ζωή τους τον τόπο αυτό, καθιστώντας τον διαχρονική πηγή σωτηρίας και αγιασμού.

https://www.youtube.com/watch?v=lHN3MV18cWI

http://agiameteora.net/index.php/proskynimatika-monopatia-1/6548-iera-moni-timiou-prodromou-serron.html




On Humility and the Humble Outlook – 1 ( Elder Joseph of Vatopaidi )


Without question, the Scriptures as a whole, as well as Patristic philosophy, are ‘seasoned with salt’, as it were, garlanded with the good mother of the virtues, the humble outlook. This is particularly noticeable at the points related to the behavior and comportment of people living by the direct instructions to reach their destination and striving to put these into practice through repentance.

In another homily, we referred to obedience as a virtue. Now we’re obliged to describe humility as an attribute, the character and form of the soul and of the personality.

If duty is an inviolable rule of life for rational beings, how much superior to it must be the personal attributes, the form and the character? And if, again, humility were only a human skill and achievement, which adorns and perfects rational beings, without it also being divine, human boldness would be able to describe it. But from the moment that it was revealed to us that it reaches as far as the Incarnate Word of God Himself, humility became something beyond that which human thought can conceive, and which can be understood only with admiration and astonishment. He Himself says: ‘Learn from my example, for I am meek and humble in heart’.

In order to confirm what I’m saying, let me quote a description of the humble outlook from one of the greatest luminaries, a real philosopher of grace and of the Holy Spirit, Saint Isaac the Syrian, who continued the authenticity of the Fathers. It’s from his 20th discourse, from the 1770 Leipzig edition: ‘I would like to open my mouth, brethren and speak about the important matter of humility, and am filled with fear, just like someone who knows he’s going to speak about God with his own, human way of thinking. Because it’s the raiment of divinity. The Word incarnate wore it and spoke to us about it’.

As regards the nature of this great virtue, suffice it to leave the Patristic term as it is, which is that it is divine and the garment of divinity in its spiritual completion and, therefore, a gift of the Most Holy Spirit. Let’s confine ourselves instead to its attributes and energies and, even more so, to how it’s acquired and what it consists of, again with fear and on the basis of the judgment of our Fathers.

Since, in our terminology, we call it character and person in rational nature, it’s apposite to mention, broadly speaking, how it acquires these terms. So that, from the outset, it’s credible and desirable for people, since everybody has the right to acquire their real personality through it.

In the first place, the humble outlook should be placed within the context of moral law. But beyond the moral law, we should also look for the more general reason which makes it imperative, because it’s here we see that it’s endorsed by the new creation, the Word of God incarnate, and that He assigns it, not to doing one’s duty, but to the place of personality, private life and character.

It may be that the Apostles wished to learn what Jesus was like in the most profound depths of His being, in His Godly, inner world, but that they didn’t dare to inquire, though they asked so many other questions which He answered freely at the right time. This is why, on His own initiative, He told them these astonishing words: ‘Learn from my example, because I am meek and humble in heart and your souls will find rest’ (Matth. 11, 29).
The all-powerful God the Word, by Whom ‘all things were created, in heaven and on earth, visible and invisible, all things were created through him and for him’ (Col. 1, 16), is the centre of all personality and, through His grace, all personalities find their place.

The ‘humility of heart’ of the Word of God is characterized as a position of certainty and stillness. Since our Lord is the centre of every personality, it’s right and proper that He be called ‘humble in heart’, because the whole of the authority of His dominion is manifested in this position of stillness and certainty. It’s not our purpose here to go into theological terms regarding the Godly attributes, but to extol the particular significance of His humility, as well as that of all His followers in all ages and in every period of the divine revelation.

***

Humility penetrates and is penetrated, it doesn’t fear, doesn’t question, doesn’t seek and therefore doesn’t move. As truth in Himself, life in Himself and all-loving, Jesus also, rightly, has humility as the universal position of His personality. This is precisely what is transferred to those who follow Him and participate in it. It is demonstrated by this that humility is not merely a branch of moral law, which inverts the corresponding evil, as is the case with other virtues, but is an ontological feature of the integrity of people who by the nature of their existence are characterized as being self-contained, decisive and active in the certainty of their immobility.

At the other end of the spectrum are the characteristics of the absence of humility: uncertainty, fear, suspicion, need and- later- the undesirable mobilization of all kinds of lies and deception for salvation and safety.

A living image of this condition is the devil who suffers and activates all these negative positions of the perversion of the personality, and others like them. The outlook which is not humble, what we call egotism and pride, remains bogged down by itself in the mire of selfishness and individualism. It’s constrained by the suffocating framework of being a single unit, and, under pressure from the impersonal selfishness of individualism, diminishes constantly but increases in cowardice, uncertainty and isolation, until it bursts out in a variety of undesirably cunning attempts at self-justification. The constraints of nihilism do away with the notion of the absolute, of truth, of eternity, of the breadth of the union of all. Nihilists don’t recognize anyone other than their own sick selves. Nihilists evolve into anarchists, who don’t recognize any authority or divine or human dependence. They end up as atheists, which is the greatest of all the preceding woes, in essence becoming diabolical and utterly destroyed.

If you look carefully at his characteristics, what else is the devil? An individualist, a great individualist. He doesn’t welcome anything into himself except himself. Nor does he recognize any other principle, dominion or power. Always and everywhere he’s alone and, necessarily, a total nihilist, since nothing can get close to him. He went into self-exile, was expelled from everywhere and sits in the nothingness of his nihilism. This is why he fell. ‘I saw Satan fall like lightning from the sky’. This is why he was condemned: ‘the ruler of this world is condemned’ (Jn.16, 11). This is why he was expelled: ‘now will the ruler of this world be cast out’ (Jn. 12, 31). Outside every place and locus of life, the devil has a place only in the darkness of death, of perdition and of hell. He no longer has any place among other beings, because he expelled himself with his accursed individualism. This is why, since he himself is nothing, he tries to acquire significance and personality by treachery, lies and deceit and why he forms imaginary values that he pretends are his own, whereas, in fact, they don’t belong to him.

‘Wherever the basis of humility is missing, there’s no safety, because then the unity of all in Jesus, who is the peace of all and the resurrection, is also missing’.

This is the devil and this is the poverty of the egotism of his supporters, which forces them to pretend, to transform themselves, to act a part, because they want positions and honours of which they aren’t worthy, because, in essence, they’re destitute and poor because they’ve removed themselves from the body of others through their sick individualism. This misery is followed by all the other woes, culminating in hatred, envy and crime. The dark veil of death shrouds these unfortunates who’ve given themselves to the devil, these faded replicas of the murderer who sinned from the beginning and misleads, since he himself is a liar and the father of lies.

Elder Joseph of Vatopaidi
 


http://pemptousia.com/2014/07/on-humility-and-the-humble-outlook-1/

Părintele Cleopa de la Sihăstria




Părintele Cleopa (10 aprilie 1912 – 2 decembrie 1998)

Părintele Cleopa s-a născut pe 10 aprilie 1912, în comuna Suliţa, judeţul Botoşani, într-o familie de ţărani – Alexandru şi Ana Ilie, cu zece copii. Maica Domnului i-a salvat viaţa la două luni după naştere. De aceea, pruncul Constantin a căpătat o mare evlavie faţă de Preasfânta. În „biserica“ de acasă a învăţat să se roage împreună cu toată familia, iar la unsprezece ani ştia Acatistul Bunei Vestiri pe de rost. „Eram la desfăcat păpuşoi în ţarină şi aveam cartea de rugăciuni ascunsă sub pănuşi. Până când venea tata cu căruţa cu păpuşoi, mai învăţam un icos, un condac“, spunea părintele.

Odată, pe când erau toţi fraţii acasă, mama lor se îngrijea să-i însoare şi le aducea fete tinere la clacă, la depănuşat porumb şi la alte treburi, doar-doar se va însura vreunul dintre ei. Aceştia însă, îndeosebi Constantin (părintele Cleopa de mai târziu), foloseau prilejul pentru a le povesti fetelor din „Vieţile Sfinţilor“ şi din alte cărţi bisericeşti. Una dintre ele s-a călugărit.

Altădată, tinerii din sat au organizat joc cu lăutari în casa familiei Ilie, după obiceiul din bătrâni. Şi pe când s-au adunat ei la joc, unul dintre feciorii casei, Gheorghe, a văzut că icoana Maicii Domnului de pe perete plângea şi astfel toţi au înţeles că este păcat. Şi aşa Vasile, Gheorghe şi Constantin, ieşind din casă, s-au ascuns. Gheorghe şi-a crestat, cu cuţitul, ghetele din picioare, spunându-i mamei, care insista ca ei să se întoarcă la petrecere, „cum să vin la joc, mamă, dacă mi s-au stricat ghetele?“. În acea seară, părinţii au înţeles că feciorii lor au ales să-I slujească numai lui Hristos.

Trei ani de zile a făcut ucenicie la schimonahul Paisie Olaru, pustnic în Schitul Cozancea, pentru ca, mai apoi, la vârsta de 14 ani Constantin Ilie să bată la poarta Schitului Sihăstria. La 12 decembrie 1929, de praznicul Sfântului Spiridon, mărturisitorul Sfintei Treimi, intra ca frate într-o comunitate căreia îi va sluji până la trecerea la cele veşnice.

Părintele Cleopa a intrat cu răbdare în mănăstire. A bătut trei zile cu băţul în butucii de la poarta Sihăstriei, alături de fratele Vasile, cu care plecase de acasă, zicând neîncetat rugăciunea „Doamne Iisuse“, nemâncând nimic în tot acest timp.

În perioada tinereţii, în care a fost ciobanul mănăstirii, „împreună cu fraţii mei, am avut mari bucurii duhovniceşti. Stâna, oile, trăirea în linişte şi singurătate pe munte, în mijlocul naturii, mi-au fost şcoală de călugărie şi teologie“. Atât de mult citea, încât uita şi să mănânce, hrănindu-se doar cu cele duhovniceşti. La început erau puţine chilii, încât mai mulţi călugări dormeau într-o încăpere, pe jos, pe rogojini. Când suna clopotul noaptea pentru Utrenie, fratele Constantin sărea din somn şi, fără să-şi mai ia opincile în picioare, fugea desculţ prin zăpadă către biserică. A fost şi paraclisier la mănăstire, a pictat şi icoane, dar spunea el, că „uneori venea egumenul la chilia mea, se uita cum pictez şi îi plăcea. Dar eu începusem să mă ispitesc de bani, că singur îmi cumpăram vopselele şi cele de nevoie pentru pictarea sfintelor icoane“. În 1937 a fost călugărit.


Părintele Cleopa la stână

A vieţuit timp de 10 ani cu ascultarea de a îngriji de oile chinoviei, până când înţeleptul egumen Ioanichie Moroi îl lăsă locţiitor al schitului. În 1944, ajunge egumen al schitului, care în vremea sa va deveni mănăstirea cu obşte numeroasă, cu refacerea întregului aşezământ şi pelerinaje ale credincioşilor care atrăgeau atenţia autorităţilor comuniste nou instalate. Fiind urmărit de Securitate, se retrage în 1948 pentru şase luni în pădurile din jurul Mănăstirii Sihăstria. Acolo a slujit împreună cu Dumnezeu, iar păsările cerului au fost îngerii care i-au dat răspunsurile la strană.

Faima sa de mare îndrumător de suflete l-a determinat pe patriarhul Justinian să-i dea ascultarea refacerii aşezământului de la Slatina în anul în 1949, împreună cu 30 de monahi. Ca stareţ al mănăstirii Slatina, a înfiinţat o obşte de peste 80 de călugări. Din cauza Securităţii se retrage între anii 1952-1954 în Munţii Stânişoara, împreună cu părintele Arsenie Papacioc. La cererea patriarhului Iustinian, va reveni din pustie la Mănăstirea Slatina. În primăvara anului 1959 se retrage pentru a treia oară în pustie, unde se nevoieşte mai bine de cinci ani. În 1964 revine în Mănăstirea Sihăstria, şi va dedica întreaga viaţă misiunii duhovniceşti.


Părintele Cleopa (cel cu baston) în mijlocul obştei de la Slatina.

Autorităţile comuniste au încercat să-l aresteze, să-l ancheteze şi să-l determine să abdice de la datoria sa de rugător al lui Hristos, dar de fiecare dată a fost salvat de patriarhul Justinian.

Printr-o rigoare monahală atent urmărită, părintele Cleopa a format oameni, a refăcut aşezăminte monahale, a dat o revigorare monahismului românesc într-o perioadă în care puterea politică nu accepta credinţa în Dumnezeu.

După mai multe încercări blocate de fiecare dată de autorităţile statului, iată că în septembrie-octombrie 1977, părintele Cleopa de la Sihăstria primea răspuns la rugăciunile sale. Mergea în pelerinaj în “Grădina Maicii Domnului” a Ortodoxiei împreună cu protosinghelul Victorin Oanele şi ierodiaconii Vartolomeu Florea şi Ioanichie Bălan.


Părintele Cleopa în Sfântul Munte

Situaţia în Athos era destul de complicată pentru călugării români. Pelerinajul părintelui Cleopa a pus început bun comunităţilor româneşti de la Prodromu, Lacu şi la chiliile româneşti, a tuns în monahism pe fraţii trimişi mai înainte şi care vieţuiau deznădăjduiţi în lipsa sprijinului din ţară. Vizita a durat mai mult de o lună. S-au oprit la marile mănăstiri, au mers pe jos, pe cărări ascunse printre arbuşti pitici, ţepoşi, neprietenoşi. Uneori călătoreau o zi întreagă ca să ajungă la altă mănăstire ori la o chilie cu sihaştri români. A predicat călugărilor români şi greci îndeosebi, a slujit alături de aceştia şi a sudat convieţuirea cu fraţii monahi din celelalte Biserici ortodoxe. Practic, părintele Cleopa a fost cel care a reînviat monahismul românesc în Muntele Athos a reînviat monahismul românesc în Muntele Athos.

Orice persoană ajunsă la părintele Cleopa primea un cuvânt de mângâiere. De la el nu pleca nimeni trist. Şi asta pentru că în el a vorbit, a trăit şi trăieşte duhul lui Hristos. Când ajungeai la el şi cereai un cuvânt de învăţătură, spunea: “De ce aţi venit la un hârb legat cu sârmă?”. Făcea aceasta mărturisire, pentru că ştia că orice răspuns vine de la Hristos. Şi din această neîncetată petrecere cu Hristos, strigă neîncetat: “Mânca-v-ar Raiul!”.


“Manca-v-ar Raiul sa va manance! “

Dobândise rugăciunea inimii, dar nu se îndepărta de ascultările primite, sfătuia luminat de Duhul Sfânt şi plângea la Liturghie, mai ales în timpul epiclezei. Adesea se ascundea să nu-l vadă cei din jur. Părintele Cleopa a fost văzut de ucenici lăcrimând pe când se ruga în chilia sa, la bătrâneţe. Era smerit şi răbdător, iubitor de linişte şi bun predicator, milostiv şi văzător cu duhul.

Nici bolile trupeşti nu l-au ocolit. După vârsta de 70 de ani, bătrânul se simţea tot mai obosit şi suferind. Anii petrecuţi în munţi, precum şi încercările prin care a trecut în perioada comunismului ateu l-au marcat enorm. A fost operat de hernie în două rânduri, la Iaşi, apoi de piatră la rinichi şi a suferit şi o operaţie din cauza unei infecţii dentare. Bolile continuau să apară, dar el refuza să fie internat, motivând că „mă aşteaptă fraţii mei şi mă pregătesc să merg la ei!“.

În perioada septembrie-noiembrie 1998 era evident pentru cei din jur că părintele se simţea chemat în Rai. Vorbea tot mai puţin, cu voce stinsă şi mereu repeta aceleaşi cuvinte: „De acum mă duc la fraţii mei!“, „Lăsaţi-mă să plec la fraţii mei!“… „Mă duc la Hristos! Rugaţi-vă pentru mine, păcătosul!“

Duminică, 29 noiembrie, părintele Cleopa dădea sfaturi şi binecuvânta pe cei ce veneau la el. De la ora 16.00 nu a mai răspuns la nici o întrebare şi a stat nemişcat pe scaunul său de spovedanie, că într-o răpire, mai mult de 11 ore. S-a deşteptat luni dimineaţă la ora 3.30. Miercuri dimineaţa, la ora 2.20, ucenicul său a anunţat că părintele Cleopa a trecut la cele veşnice. Trupul neînsufleţit al părintelui Cleopa a fost coborât din chilie în sunetul clopotelor şi aşezat în biserică veche a mănăstirii. Aici a fost privegheat permanent de monahi, preoţi şi numeroşi credincioşi. Slujba înmormântării sale a fost săvârşită pe 5 decembrie. Părintele Cleopa a fost aşezat în mijlocul cimitirului, alături de iubitul său duhovnic, ieroschimonahul Paisie Olaru.

Confesión de Fe de San Nicodemo el Aguiorita



Queridos, la envidia es una cosa terrible e intranquilizadora que siempre está en movimiento y nunca para de realizar su atributo natural, es decir, manchar a los immaculados, el inculpar a los no culpables, y a los muy piadosos y muy ortodoxos difamarles como heterodoxos e impíos. Como corroboración de esto son bastantes los ejemplos de los grandes Maestros y santos de nuestra Iglesia, es decir, San Atanasio el Grande, San Basilio el Grande, San Juan Crisóstomo y todos los demás, los cuales, mientras ellos mismos eran piadosísimos y muy ortodoxos, eran difamados por sus adversarios como impíos y heteroodoxos.

Entonces, si estos tan grandes e importantes Santos de la nuestra Iglesia no pudieron salvarse de la envidia y las calumnias, ¿como es posible que estemos nosotros por encima de ellos, de los cuales no somos dignos ni de lavarles los pies? No es nada extraño, entonces, si también nosotros somos acusados y calumniados con difamaciones y nombran como heterodoxos a causa de la envidia, de la terquedad y del odio incitado por algunos hermanos.

Hay incluso algunos, los cuales sin conocer qué significa Kolibás y sin conocer la causa por la cual somos acusados y calumniados, sólo al escuchar los demás llamarnos Kolibades, heréticos, heterodoxos y otras calumnias parecidas, inmediatamente ellos siguen las mismas calumnias.

Así se parecen a aquellos necios Atenienses, seres ignorantes, los cuales acusaron al justo Arístides y escribieron en su contra en el óstraco (fragmento de cerámica empleado para condenar, mediante voto, al ostracismo) que merecía ser condenado y exiliado de Atenas.Y aunque no lo conocían en absoluto con anterioridad, sin embargo, escuchaban sólo de los otros que era digno de condena y exilio, como está referido de él en los Paralelos de Plutarco; y no nos referimos, por motivo de la difamación, a aquel vulgar y popular refrán que encaja en esta situación y que dice: “Cuando ladra un perro, inmediatamente ladra también otro”.

Por este motivo, para que sea conocida la verdad, nos vemos obligados a exponer aquí la presente y de propia mano Confesión de nuestra Fe para defendernos con pocas palabras, para exponer qué creemos sobre todo aquello por lo que somos injustamente acusados. Porqué escuchemos al eminente Pedro anunciar: “Que estéis siempre preparados para contestar a todo aquel que os pida explicaciones” ( 1 Pedro 3,15), de manera que todos los que propagan con pasión estas cosas contra nosotros, que cierren sus bocas, temiendo a Dios y a la recompensa o castigo futuros; y los otros hermanos, que también se escandalizan por ignorancia y se enfrían por todo lo que se dice en contra nuestra, que paren de escandalizarse, viendo ya revelarse con este discurso y escrito las convicciones que hay en nuestros corazones. Ya que de acuerdo con el Apóstol “ con el corazón el hombre cree todo lo que conduce a la justicia, con la boca confiesa todo lo que conduce a la salvación” (Romanos 10, 10)

PRIMERO.

Confesamos, proclamamos y admitimos los 12 Artículos que existen en el Símbolo común de la Fe, es decir, a aquellos artículos que están contenidos en el Creo en un solo Dios, los cuales los leemos a diario en solitario, en común, en nuestras celdas, en los santos templos de Dios y en cualquier parte que nos encontremos. Ya que escuchamos al San Juan Crisóstomo decir: “Los terribles cánones que hay en el símbolo, son dogmas que han bajado del cielo” (Homilía 40 en la 1ª Epístola de los Corintios).

SEGUNDO.

Confesamos y admitimos todos los otros dogmas, todos los que confiesa (admite) y proclama la santa Católica y Apostólica Iglesia de Cristo, tanto todos aquellos dogmas que se refieren a la elevada y Trinitaria teología, es decir, sobre el Padre, el Hijo y el Espíritu Santo, de los cuales una es la divinidad, de acuerdo con el 5º cánon del Segundo Concilio Ecuménico, como los dogmas que conciernen a la profunda y encarnada Economía del Logos de Dios. También hacemos referencia aquí al discurso del padre de la Iglesia San Basilio el Grande: “Creemos tal como hemos sido bautizados, y alabamos y glorficamos a Dios tal como hemos creído” (1º Discurso Ascético).

TERCERO.

Confesamos y admitimos con piedad o con pensamiento los 7 divinos y santos misterios de nuestra Iglesia, los cuales son: el Santo Bautismo, la Santa Crismación, La Divina Eucaristía, el Sacerdocio, el Matrimonio legal, el Arrepentimiento y la Unción. Estos misterios honramos y reconocemos con toda nuestra fe y piedad, ya que ayudan de manera imprescindible a la salvación de nuestras almas, y admitimos la santa gracia y la santificación que provienen de estos misterios, de acuerdo al orden que actúa y se guarda en la Iglesia de Cristo de Oriente.

CUARTO.

Conservamos las tradiciones Apostólicas, en las cuales hemos sido enseñados, ya sea con discursos, ya sea con las epístolas de los divinos y venerables Apóstoles, y permanecemos creyentes en todo lo que aprendimos y en lo que fuimos cerciorados, como anuncia el Apóstol Pablo a nosotros y a todos los cristianos en su 1ª Epístola a las Corintios, en la 2ª Epístola a los Tesalonicenses y en la 2ª Epístola a Timoteo.

QUINTO.

Junto con las tradiciones de los Apóstoles, mantenemos y admitimos las Tradiciones de la Iglesia, es decir, las tradiciones que fueron determinadas por los sucesores de los Apóstoles. Así, aparece el heterodoxo Montano, que alcanzó su esplendor en el siglo II y su convicción era el violar e incumplir las tradiciones y las costumbres de la Iglesia, según Eusebio (Libro 5º cap. 15 de la Historia Eclesiástica). Ya que los dogmas y las tradiciones de la Iglesia no son opuestos entre si, todo lo contrario, más bien los unos completan a los otros. Ya que los dogmas de la Fe constituyen las tradiciones de la Iglesia, mientras que las Tradiciones de la Iglesia se sostienen encima de los dogmas de la fe, pero los dos juntos tienen el mismo e idéntico poder en el tema de la fe. Por esto también dijo San Basilio el Grande “los dos tienen idéntico poder en el tema de la fe” (Cánon 91).

Ya que, como las grandes piedras se tiene en pie junto con las pequeñas y las dos juntas constituyen el edificio, si alguien quiere echar abajo las pequeñas, simultáneamente echa abajo también las grandes, así los dogmas de la Fe permanecen juntos con las tradiciones de la Iglesia, también si alguien quiere violar e incumplir las tradiciones de la Iglesia, viola e incumple junto a éstas los dogmas de la Fe. Por esto dijo también San Basilio el Grande: “Si intentamos incumplir lo no escrito de las costumbres y tradiciones, con el pretexto que no tienen un gran poder, por este error, provocaremos un gran daño en el Evangelio. Más bien convertiremos el kerigma del Evangelio en simplemente un nombre bonito y fino.” (Cánon 91).

SEXTO.

Sostenemos y admitimos todos los santos cánones de los muy honorables Apóstoles, los cánones de los 7 Concilos Ecuménicos, los cánones de los Concilios Locales y de los santos y teóforos Padres que vivieron en todo lugar, los cánones que contiene el 2º Artículo del Sexto Concilio Ecuménico y los cánones que fueron ratificados en el 1º Artículo del Séptimo Concilio Ecuménico. Junto con los Cánones admitimos también las Actas de los mismos Concilios, ya que ambos tienen idéntico poder.

SEPTIMO.

Y hablando en general: todo lo que la Iglesia Santa, Universal, Apostólica y Oriental, nuestra madre común y espiritual, admite y confiesa, esto es lo que nosotros junto con ella aceptamos y confesamos. Y todo lo que ella aborrece, detesta y rechaza, igualmente también nosotros repudiamos, rechazamos y detestamos junto con ella como sinceros y verdaderos hijos suyos.

Monday, December 1, 2014

Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ .... ( Ἁγίου Τύχωνος τοῦ Ζαντόνσκ )

Ὅταν ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, φύτεψε μέσα στήν ψυχή του τή συνείδηση. Αὐτή τόν βοηθάει νά πορεύεται μέ ἀσφάλεια καί τόν καθοδηγεῖ τί νά κάνει καί ἀπό τί νά φυλάγεται. Ἡ συνείδηση δέν εἶναι τίποτ᾿ ἄλλο, παρά ὁ φυσικός–ἔμφυτος νόμος. Ἀλλά καί μέ τόν γραπτό νόμο τοῦ Θεοῦ ταυτίζεται. Γιατί ὅ,τι μᾶς διδάσκει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, αὐτό μᾶς διδάσκει καί ἡ συνείδηση.

Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ μᾶς παραγγέλλει νά πιστεύσουμε σ᾿ ἕνα μόνο Θεό· τό ἴδιο καί ἡ συνείδηση. Γι᾿ αὐτό πολλοί ἀκόμα κι ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, μέ τήν παρακίνηση τῆς συνειδήσεως, ἕνα Θεό ἀναγνώριζαν.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ νά σεβόμαστε πάνω ἀπ᾿ ὅλα τά δημιουργήματα τό Δημιουργό καί σ᾿ Αὐτόν μόνο ν᾿ ἀπομέμουμε τήν ὕψιστη τιμή· στό ἴδιο προτρέπει καί ἡ συνείδηση.

Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ διδάσκει νά μή θεωροῦμε κανένα ἴσο μέ τό Θεό· τό ἴδιο καί ἡ συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ παραγγέλει νά δείχνουμε ὑποταγή, πειθαρχία καί ὑπακοή στό Θεό σάν ἀνώτατο κυρίαρχο· τό ἴδιο καί ἡ συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ προτρέπει νά φοβόμαστε τό Θεό σάν δίκαιο Κριτή· αὐτό ἀκοῦμε καί ἀπό τή συνείδηση.
Ὁ θεῖος νόμος προστάζει νά τιμωροῦνται ὅσοι βλασφημοῦν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ· τή βλασφημία καί ἡ συνείδησή μας δέν τήν ἀνέχεται.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ μᾶς συμβουλεύει νά ὑπακοῦμε στό Θεό περισσότερο ἀπ᾿ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐπίγεια ἀρχή· τό ἴδιο καί ἡ συνείδηση, γιατί ὅλες οἱ ἐπίγειες ἀρχές εἶναι κάτω ἀπό τήν ἐξουσία καί τήν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ζητάει ν᾿ ἀγαπᾶμε Ἐκεῖνον πιό πολύ ἀπ᾿ ὅλα· τό ἴδιο ζητάει καί ἡ συνείδηση, γιατί ὁ Θεός εἶναι τό ὕψιστο καί ἀνώτατο Ἀγαθό καί ἡ πηγή κάθε ἀγαθοῦ. Γι᾿ αὐτό καί πρέπει νά Τόν ἀγαπᾶμε περισσότερο ἀπό κάθε δημιούργημα.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ παραγγέλλει νά εὐχαριστοῦμε τό Θεό γιά ὅλα· τό ἴδιο διδάσκει καί ἡ συνείδηση, πού μᾶς προτρέπει νά εἴμαστε εὐγνώμονες στόν εὐεργέτη Θεό.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ μᾶς συνιστᾶ νά ἀναθέτουμε ὅλες μας τίς ἐλπίδες στό Θεό· τό ἴδιο καί ἡ συνείδηση. Γιατί ὁ Θεός ὅλα μπορεῖ νά τά κάνει σάν παντοδύναμος, ἐνῶ κάθε δημιούργημα χωρίς τό Θεό καί ἔξω ἀπό τό Θεό εἶναι ἀδύναμο· γι᾿ αὐτό καί ἡ ἐλπίδα του εἶναι προσωρινή καί ἀσταθής.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ διδάσκει νά πειθαρχοῦμε καί ν᾿ ἀπονέμουμε τιμή στούς γονεῖς καί σ᾿ ὅλους τούς ἄρχοντες, γιατί ἔχουν δοθεῖ ἀπό τό Θεό· αὐτό ἀκοῦμε καί μέσα στή συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀπαγορεύει νά βλάπτουμε τόν ἄνθρωπο καί νά τοῦ ἀφαιροῦμε τή ζωή· αὐτό τό ἀπαγορεύει καί ἡ συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ παραγγέλλει νά βοηθᾶμε στίς ἀνάγκες καί στίς δυσκολίες τό συνάνθρωπο· τό ἴδιο καί ἡ συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀπαγορεύει νά μοιχεύουμε καί ν᾿ ἀσωτεύουμε· ἀλλά καί ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου ἐξεγείρεται καί διαμαρτύρεται μέσα του, γιά νά μή μολύνει τόν ἑαυτό του μέ τήν ἀκολασία.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέπει ν᾿ ἀγγίζουμε ξένα πράγματα χωρίς τή συγκατάθεση τοῦ κατόχου τους· αὐτό φωνάζει καί η συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ λέει νά δίνουμε σ᾿ ὅποιον ζητάει βοήθεια· τό ἴδιο παραγγέλλει καί η συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀπαγορεύει νά λέμε ψέματα, νά κολακεύουμε, νά ἐξαπατοῦμε· ἀλλ᾿ αὐτά τά ἀπαγορεύει καί ἡ συνείδηδη.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ δέν θέλει νά συκοφαντοῦμε τόν πλησίον μας· τό ἴδιο καί ἡ συνείδηση.
Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ προστάζει νά μήν ἐπιθυμοῦμε τίποτα ξένο· αὐτό μᾶς προστάζει καί ἡ συνείδηση.

Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καί ἡ συνείδηση συνταυτίζονται καί ἀποβλέπουν στόν ἴδιο σκοπό, δηλαδή στήν εὐτυχία μας.
Ἔτσι ἐξηγεῖται τό ὅτι καί οἱ εἰδωλολάτρες, μέ τό φῶς τῶν φιλοσοφικῶν διδασκαλιῶν, διατύπωσαν πολλές ὠφέλιμες σκέψεις. Αὐτό δέν προῆλθε ἀπό πουθενά ἀλλοῦ, παρά ἀπό τή συνείδηση ἤ τό φυσικό νόμο, μετά ἀπό πολύ κόπο καί φωτισμένη μάθηση.
Καθένας λοιπόν πού ἁμαρτάνει στή συνείδησή του, ἁμαρτάνει καί στό θείο νόμο καί στόν νομοδότη Θεό.
Ὅποιος δέν ὑπακούει στή συνείδησή του, δέν ὑπακούει οὔτε στόν θεῖο νόμο οὔτε στό Θεό.
Δέν πειθαρχεῖ στή συνείδησή του; Δέν πειθαρχεῖ οὔτε στό Θεό.
Ἐξοργίζει τή συνείδησή του; Ἐξοργίζει καί τό Θεό.
Οἱ χριστιανοί πού παραβαίνουν τή συνείδησή τους, δέν τιμοῦν τόν ἀληθινό Θεό, ἀλλά εἶναι ὑποκριτές. Μήν ξεχνᾶμε ὅτι χωρίς καθαρή συνείδηση δέν εἶναι δυνατόν νά τιμάει κανείς τό Θεό.
Ὁ πραγματικός χριστιανός προσέχει νά μήν καταπατάει τή συνείδηση του, γιατί δέν θέλει νά παραβεῖ τό νόμο τοῦ Θεοῦ. Προτιμάει νά ὑποφέρει, παρά ν᾿ ἁμαρτήσει. Μόνο σέ μιά τέτοια συνείδηση ἀναπαύεται ὁ πιστός, καί μόνο ἔτσι ὁ ἄνθρωπος εἶναι χαρούμενος. Ὅπου ὑπάρχει καθαρή συνείδηση, ὑπάρχει πίστη καί χαρά.
Ὅπως ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἐλέγχει τόν ἄνθρωπο γιά τήν ἁμαρτία, ἔτσι καί ἡ συνείδηση. Αὐτό φαίνεται ὅταν ἀκουστεῖ κάπου λόγος ἐλεγκτικός· τότε οἱ ἁμαρτωλοί ντροπιάζονται καί ἐλέγχονται ἀπό τή συνείδησή τους.
Ἔτσι αἰσθάνεται ντροπή ὁ ἀσωτος, ὅταν γίνεται λόγος γιά τήν ἀσωτία. Αἰσθάνονται ντροπή οἱ κλέφτες καί οἱ ἅρπαγες, ὅταν ἀκοῦνε λόγο γιά τήν κλοπή καί τήν ἁρπαγή, οἱ ψεῦτες καί οἱ κόλακες, ὅταν γίνεται λόγος γιά τό ψέμα καί τήν κολακεία κ.ο.κ.
Ὅλοι αὐτοί αἰσθάνονται ντροπή, πού τήν ἐκδηλώνουν καί μέ ὁρισμένα ἐξωτερικά σημεῖα. Μέσα τους δουλεύει ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως.
Ὅπως ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ ἀπειλεῖ τόν ἁμαρτωλό μέ τή μέλλουσα Κρίση, ἔτσι καί ἡ συνείδηση· καί αὐτή φωνάζει μέσα στόν ἁμαρτωλό: “ Ἄνθρωπε, δύσκολα τά ἔχεις!”.
Ὅπως ἀκριβῶς ταυτίζονται ἐδῶ τώρα ἡ ἐνέργεια τοῦ θείου νόμου καί ἡ ἐνέργεια τῆς συνειδήσεως, ἔτσι θά ταυτίζονται καί κατά τήν Κρίση τοῦ Χριστοῦ: Θά ἐλέγχει ἐκεῖ τόν ἁμαρτωλό ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, πού τόν καταπάτησε· θά τόν ἐλέγχει καί ἡ συνείδηση ἐξοργισμένη γιά τίς ἁμαρτίες του. Θά εἶναι λοιπόν ἐκεῖ δύο οἱ μάρτυρες κατηγορίας καί οἱ ἐπιτιμητές: ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ καί ἡ συνείδηση.
Συμβαίνει καμιά φορά ἡ ἄρρωστη συνείδηση νά εἶναι κοιμισμένη. Ξυπνάει ὅμως κάποτε καί ἀρχίζει νά ἐλέγχει τόν ἁμαρτωλό. Τότε ξεσηκώνονται μέσα του φοβερές τύψεις, τόσο, πού πολλοί, μή ἀντέχοντάς τες, καταλήγουν στήν αὐτοκτονία.
Ὅπως δέν ὑπάρχει καλύτερη ἀνάπαυση ἀπό τήν καθαρή συνείδηση, ἔτσι δέν ὑπάρχει χειρότερη ταραχή καί μεγαλύτερο μαρτύριο ἀπό τήν ἔνοχη συνείδηση. Καί ἄν ἐδῶ παιδεύει τόσο τόν ἁμαρτωλό, πόσο θά τόν βασανίζει στή μέλλουσα ζωή, τότε πού ὅλες του μαζί οἱ ἁμαρτίες θά τόν ἐλέγχουν καί θά τόν τυραννοῦν!
Ἀδελφοί μου συναμαρτωλοί! Γιατί κοιμόμαστε;
Ἄς ξυπνήσουμε καί ἄς συνέλθουμε καί ἄς καθαρίσουμε μέ μετάνοια καί συντριμμένη καρδιά τίς ἁμαρτίες μας· ἄς διορθώσουμε τόν ἑαυτό μας καί ἄς σταματήσουμε ν᾿ ἁμαρτάνουμε καί νά ἐρεθίζουμε τή συνείδησή μας, γιά νά μήν παρουσιαστοῦμε ἔχοντάς την ἔνοχη καί ἀκάθαρτη ἀπό τίς ἁμαρτίες στήν Κρίση τοῦ Χριστοῦ, ὅπου θ᾿ ἀνοιχθοῦν τά βιβλία τῆς συνειδήσεως καί θά λάβουμε «ἕκαστος κατά τά ἔργα αὐτοῦ».

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!

«Ἔλεος καί κρίσιν ᾄσομαί σοι, Κύριε·»

Ψαλμ. 100 : 1

Ἀπό τό βιβλίο: “ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ”
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗ.

Interior pride ( Elder Paisios )



So much higher you throw a thing, with analogous power it will fall down and break in pieces. Often we see someone with a great fantasy of himself, but outwardly he doesn't suffer anything to be humbled. This is dangerous. He has arrived at interior pride and gives grades. May God protect him, he's one with Satan.

Elder Paisios

Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; ( άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )



Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο; Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση.

Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε. Απόδειξέ μου ότι θα κληρονο­μήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ' εκείνα τα αγαθά.

"Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα", ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ μπορεί να πε­θάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοι­άζει στους αγίους. Γιατί οι περισσότεροι απ' αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ. Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός πα­ραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στε­φάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.

Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθά­νεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;

Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πε­θαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ' αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τί­ποτα με τη μετάνοια. Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλ­λιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.

Μ' αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ' από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συ­νοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναί­κα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγε­μόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).

Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά εί­ναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.
Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιο­θαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: "Πού είναι εκεί­νος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και πε­ρήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού εί­ναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέ­σεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέ­γινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια.

Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κα­κά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.

Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγι­ναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύση­ξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνε­ται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μα­νίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα πε­ρισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ πε­ρισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώ­σουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια πο­σά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι' αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κεί­νους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ' ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά 'ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ' αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ' αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβε­ρό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν' αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοι­μάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος 


http://www.agioritikovima.gr/thlogos/item/48712

Orthodox Monastic Obedience



The monastic rule has as its strength to safeguard the monk in his daily life, helping him, through obedience, to keep unceasing vigil upon his inward integrity so that the union of heart and spirit may become for him a reality and lead him, as far as this is possible upon earth, to union with God. It is the primary rule of the order of Offices and also covers the obedience of intellectual and manual work. Work is itself a prayerful activity with the ascetic end in view of overcoming our rebel nature and to keep us from idleness which is so harmful to the spiritual life. Hagiography, icon painting, Byzantine music, woodcarving, incense preparation, making Church vestments, translating or writing books on the spiritual life and printing them, all arts that originated in Byzantium are still performed and flourish in the Monasteries.

Art and especially Byzantine iconography is one of the basic ways for someone to approach God. Byzantium and the particular Tradition we inherit from it, mainly through the monasteries, constitute one of the main components of Christian identity. It is one of our deepest roots.

Sunday, November 30, 2014

Ο πνευματικος γιατρός

Ένας ισχυρός βασιλιάς άκουσε για έναν άγιο ιερέα, πως έχει θεραπευτικές ικανότητες. Τον κάλεσε, λοιπόν, μήπως τον βοηθήσει να αντιμετωπίσει τους δυνατούς πόνους στην σπονδυλική του στήλη.


-Ο Θεός θα μας βοηθήσει, είπε ο άγιος άνθρωπος, όταν έφθασε. Προτείνω στην μεγαλειότητά Σας να εξομολογηθείτε τώρα. Γιατί η εξομολόγηση βοηθά τον άνθρωπο στην αντιμετώπιση των προβλημάτων του, και προ παντός τον απαλλάσσει από πολλές ενοχές και τύψεις, συμφιλιώνοντάς τον με το Θεό.
Ο βασιλιάς, δυσαρεστημένος από μια τέτοια υποχρέωση, είπε:
-Δεν θέλω να μιλήσω για τέτοια ζητήματα. Χρειάζομαι κάποιον που θα με θεραπεύσει χωρίς ερωτήσεις.
Ο ιερέας έφυγε και επέστρεψε λίγο αργότερα, έχοντας μαζί του έναν άλλον άνθρωπο.

-Εγώ πιστεύω πως ο λόγος και η αποκατάσταση της σχέσης μας με το Θεό μπορεί να μας ανακουφίσει από τον πόνο και να μας βοηθήσει -ενδεχομένως- να βρούμε τον σωστό δρόμο προς τη θεραπεία. Σεις. όμως, δεν θέλετε να συζητήσουμε· και έτσι δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Να, όμως ο άνθρωπος που χρειάζεσθε: ο φίλος μου είναι κτηνίατρος και συνήθως δεν κουβεντιάζει με τους ασθενείς του (!!).
Εμείς θα λέγαμε: πολύ δηκτικός και σκληρός ο λόγος του παπά! Και ίσως, σε υπερήφανους απόλυτους άρχοντες, να χρειάζονται και κάτι τέτοια. Όμως. το θέμα, που παραμένει ανοιχτό για όλους μας, είναι:
Θέλουμε από το Θεό γρήγορες και προπαντός εύκολες λύσεις στα προβλήματά μας. Αλλά μας διαφεύγει της προσοχής ότι η ταραχή και η θλίψη μας μπορεί να οφείλονται στις αμαρτίες μας! Εφόσον η συγχώρηση των αμαρτιών είναι εντολή του Χριστού και χάρισμα που δόθηκε στους αποστόλους (Ιωάν. 20, 23) και φυσικά στους διαδόχους τους ιερείς και αρχιερείς, είναι πολύ εύκολο να δοκιμάσουμε τη «συνταγή» του Χριστού για την εξομολόγηση. Να μιλήσουμε δηλ. σε ιερέα-πνευματικό.
Υπάρχει και κάτι ακόμη που γίνεται στην εξομολόγηση. Ο Χριστός είπε στους αποστόλους λίγο πριν την ανάληψή Του:
-Να κάνετε μαθητές Μου όλα τα έθνη. Να τους βαπτίζετε στον όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Και να τους διδάσκετε να τηρούν και αυτοί όλα εκείνα που έχω είπει σε σας (Ματθ. 28, 19-20).
Συνεπώς, ο ιερέας-εξομολόγος μπορεί να είναι και προσωπικός διδάσκαλος στην πνευματική ζωή. Δηλ. πραγματικός πνευματικός ιατρός, με τις οδηγίες του οποίου μπορεί ο χριστιανός να νικήσει τις αμαρτίες και τις αδυναμίες του.
Τώρα, λοιπόν, που διανύουμε την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ας αναζητήσουμε (αν δεν έχουμε ήδη βρει) ιερέα-πνευματικό, ικανό στα λόγια και στα έργα του Ευαγγελίου και στις πνευματικές συμβουλές· και έτσι να αρχίσουμε δυναμικά την πνευματική μας θεραπεία.
Αρχιμ. Ν. Κ.
(πηγή: «Λυχνία Νικοπόλεως», Μάρτιος 2012)

Akathist to St. Porphyrios of Kavsokalyvia



St. Porphyrios of Kavsokalyvia (Kafsokalivia) - Commemorated December 2


Akathist to our Venerable and God-bearing Father Porphyrios of Kavsokalyvia, the Clairvoyant and Wonderworker

Kontakion in the Plagal of the Fourth Tone.
The most-holy temple of the Comforter,
And the beloved of the All-Pure Theotokos,
Let us praise Porphyrios from our heart,
For he loves and heals all, and protects,
And intercedes, that we be granted theosis.
Therefore, we cry out:
Hail, O Father Porphyrios.


You lived unknown and hidden in the world,
O shepherd of the Father's sheep.
And having meditated on the life
Of St. John Kalyvites, with zeal you hastened,
O venerable one, to imitate his life.
Therefore, we cry out to you these:
Hail, O shepherd of the rational sheep,
Hail, O source of healing for the passions.
Hail, the fervent friend of purity,
Hail, the godly mystic of the ineffable.
Hail, most-pure vessel of the monastery of the Spirit,
Hail, organ equaling a divine river of grace.
Hail, for you are a guide to men,
Hail, for you guide athletes in their struggles.
Hail, star giving the light of the mysteries,
Hail, you who taught us the things of salvation.
Hail, the glorious offspring of Evia,
Hail, you through whom we are delivered from pain.
Hail, O Father Porphyrios.


You followed the steps of your Elders in asceticism,
And shared their way of life.
You were an ascetic of Kavsokalyvia,
And showed them unquestioning obedience,
Being taught humility by God,
As those who venerate you chant:
Alleluia.


Unspeakable knowledge was given
To you by God, O Father,
As a reward for your holy life.
And you lead towards healings of the passions,
And grant knowledge of mysteries,
Being shown a benefactor to men,
To those that cry out thusly:
Hail, the mystic of divine knowledge,
Hail, the lover of the holy life.
Hail, messenger of the thoughts of God,
Hail, equal to the athletes of Christ.
Hail, most-pure eye that probes hidden things,
Hail, most-holy mouth that studies mysteries.
Hail, the sacred adornment of priests,
Hail, the beauty of those who struggle on Athos.
Hail, you who grants help to many,
Hail, you who speaks to us the truth.
Hail, O wise physician of illnesses,
Hail, O spring of healings of the soul.
Hail, O Father Porphyrios.


As a novice, you wrestled with Belial,
And crushed him through your humility.
And receiving the reward of victory,
You were sent into the world as a help, O Venerable One,
Shepherding and healing those who cry out in thanksgiving:
Alleluia.


Bearing graces in your soul, O Father,
You hastened towards your fatherland.
And you lived in the Monastery of St. Charalampos,
Striving in asceticism and serving, O Venerable One,
Healing those who suffer,
As they chant these with joy:
Hail, the joy of all Evia,
Hail, the fruit of much piety.
Hail, you who studied the mysteries of consciences,
Hail, you who dissolved strands of confusion.
Hail, O heavenly man, who lived on earth humbly,
Hail, O earthly angel, for whom heaven rejoices.
Hail, for you dissipate the bitterness of hearts,
Hail, for you grant joy and hope.
Hail, partaker of the choirs of the angels,
Hail, fellow-partaker of joy and sorrow.
Hail, God's blessing towards us,
Hail, our joy and health.
Hail, O Father Porphyrios.


Being zealous, O godly-minded one,
To bring back many to the flock of Christ to be saved,
You came to Athens humbly,
And serving in a church,
You saved many, who take refuge in you,
Crying out to the Lord:
Alleluia.


You came to Omonia Square
To redeem all,
As an angel dwelling in Babylon.
And you became for the Athenians,
The Physician and guide of all, O venerable one,
Leading many to Christ,
As those who were saved cry out thus:
Hail, you through whom Christ is hymned,
Hail, you through whom the enemy is made fearful.
Hail, the boast of the Church of Greece,
Hail, the radiant diadem of Evia.
Hail, for you always kept your heart pure,
Hail, for you were made worthy to see behold mysteries.
Hail, you who surpassed struggles as victorious,
Hail, you who walked the path of sorrows.
Hail, for you were greatly exalted by humility,
Hail, for you made the simple wise with divine knowledge.
Hail, to whom the Athenians take refuge,
Hail, through whom many return to Christ.
Hail, O Father Porphyrios.


You worked hidden wonders for the sick,
Through your divine prayers, O all-blessed one.
And those healings you attributed
To St. Gerasimos, thus remaining humble, O venerable one.
Through your humility
You gave glory to Christ, crying out:
Alleluia.


You were shown a breeze of fragrant myrrh,
Exhaled through the world,
O most-venerable Father.
And you gladdened the multitudes of the faithful,
Who embrace you with faith,
And cry out with joy such things:
Hail, you who supported many in the faith,
Hail, you who sowed love among the faithful.
Hail, the perfect type of priests,
Hail, the spotless canon of piety.
Hail, flower of Paradise that bloomed upon the earth,
Hail, deeply flowing river of compassion and love.
Hail, the humble servant of the Church,
Hail, he who prays for those in pain and dangers.
Hail, noble dwelling-place of grace,
Hail, radiant substenance of the faithful.
Hail, home of God the King,
Hail, he who adorned many with piety.
Hail, O Father Porphyrios.


You loved the whole world, though you had denied all
Joys and ideas of the world.
A true mystic in the heavens,
you served all with joy,
And sactified all through your prayers,
And teaching all to chant:
Alleluia.


You shone upon all like the sun, O Father,
And your sacred head,
Was visited by God,
And through grace, you worked healings for those who are sick,
Who then chant to you:
Hail, you who were fashioned with the Taborean light,
Hail, you who tasted of the heavenly light.
Hail, the most-reverent priest of Christ,
Hail, most-strict keeper of the commandments.
Hail, dwelling of simplicity and godly love,
Hail, you who were fulled with mystical theoria.
Hail, you who appeared as the lamp of purity,
Hail, for you were shown a partaker of dispassion.
Hail, you who spread joy to all,
Hail, you who greatly loved Christ.
Hail, you who ever intercedes to God,
Hail, you who entreats the Pure Virgin.
Hail, O Father Porphyrios.


You were shown forth as an athlete among the venerable ones,
Showing utter humility in asceticism
And much love within.
And you became the fear and wailing of demons,
As you cast them out, O venerable one,
As we rejoice and chant with you:
Alleluia.


Your nous beheld the rays of the Comforter,
As you beheld terrible and unspeakable mysteries.
You searched men through these,
And were truly shown a prophet, O venerable one,
Informing of events,
As they cried out in amazement thus:
Hail, the prophet of the ineffable things of God,
Hail, the interpreter of the words of Christ.
Hail, you who were precious and sought after in all things,
Hail, the firm foundation of truth.
Hail, God-given gift that was offered to us,
Hail, the refuge and harbor for all who sail.
Hail, you who grants healings to the sick,
Hail, you who studies the mysteries with discernment.
Hail, you who gathers the fruit of theosis,
Hail, you who endured a good transformation.
Hail, temple of heavenly wisdom,
Hail, stole rich in boldness.
Hail, O Father Porphyrios.


Strange things were always worked within you,
Astonishing the world,
As your nous reached the heavens,
As you drove away fearful demons through prayer,
Healing every incurable passion,
Making knowledge to be revealed to the faithful,
Who cry out to Christ:
Alleluia.


While being totally in the world, you partook
Of the joyous desert of Athos.
For your heart was within her,
And you never left her in spirit.
You therefore reposed in Kavsokalyvia,
As we cry out thus:
Hail, joy possessing peace,
Hail, you who grants these to us.
Hail, unsurpassable report of the monastics,
Hail, the boast of those who live in the world in asceticism.
Hail, sweetest nightingale of the hesychastic life,
Hail, soaring golden eagle of the clairvoyant nous.
Hail, for you indicated sources of water,
Hail, for you curtailed the homage of the faithless.
Hail, you through whom elders are humbled,
Hail, you through whom those who stumbled are cleared.
Hail, the healing of many sick people,
Hail, the true witness of Christ.
Hail, O Father Porphyrios.


You were made worthy to behold and to hear
The Revelation on Patmos, as St. John the Theologian.
And for a short time, you went into ecstacy,
And beheld awesome things, O venerable one,
And being filled with fear of the Lord,
You cried out in gratitude:
Alleluia.


Being adorned with grace
Of the Comforter from on high,
You were shown a god-bearer to the world.
And you breathed forth the fragrance of myrrh,
And were seen to visit those who suffered,
As you received saints. We are amazed at this,
And we cry out:
Hail, you who beheld divine visions,
Hail, you who grants us healings.
Hail, you the holy one who comes to us awake,
Hail, you who flies through the air unseen.
Hail, you who were adorned with holiness, and exalted with humility,
Hail, you who received very many graces from the Comforter.
Hail, for you possessed the hearts of the Athenians,
Hail, for you endured the pains of the ailing.
Hail, spring pouring forth healings,
Hail, dawn illuminating the darkness.
Hail, the friend and beloved of God,
Hail you who resurrected many towards Christ.
Hail, O Father Porphyrios.

The frenzy of the heart,
You cease with your prayer,
Granting us peace, O Father.
You shine upon the darkness of the mind
And breathe forth hymns to God, O venerable one.
Therefore, out of gratitude
We hymn God, crying out:
Alleluia.

A perfect shepherd of men
You were shown to be,
And you laid down your life for them.
You cut your will,
And were martyred daily, O venerable one,
Becoming a servant
To those, who now cry out to you with joy:
Hail, you who sought Christ with fervor,
Hail, you who struggled for His faith.
Hail, radiant garment of dispassion,
Hail, you who fulfill every request of the faithful.
Hail, the purest nous beholding mysteries,
Hail, the deliver of all from the battles of Belial.
Hail, you who flaunt the dangers of the foe,
Hail, you who were nourished by the teachings of the Lord.
Hail, sacred icon of meekness,
Hail, you who were granted much gladness.
Hail, you through whom the Church is hymned,
Hail, you through whom faithlessness is shaken.
Hail, O Father Porphyrios.

Hymns of thanksgiving,
As ones delivered from dangers,
We offer to your compassion.
For you loved us as children,
And always had your arms open, O venerable one,
Ever to cherish all,
And to cover those who cry out to the Lord:
Alleluia.

You appeared as light-bearing in prayer, O Father,
Astonishing the faithful who beheld you.
For you shown with the immaterial light
That lead you towards the knowledge to study unspeakable things,
And to heal sicknesses
Of those who hymn you thusly:
Hail, fire-bearing lamp of Christ,
Hail, true father, and Christ-bearer.
Hail, unemptying spring of piety,
Hail, irrefutable voice of truth.
Hail, for through your grace, you foresaw the invasion of Cyprus,
Hail, for you drive away the attacks of the demons.
Hail, for you desired hesychia from your soul.
Hail, for you were an ascetic and humble pastor.
Hail, you who revealed the love of Christ,
Hail, you brought joy to troubled souls.
Hail, your monastery's shelter and protector,
Hail, you who stand beside many in dangers.
Hail, O Father Porphyrios.

You received the grace, O Father,
To truly reveal springs of water from the depths of the earth.
And many beheld this,
As geologists were amazed, O venerable one,
As the landholders rejoiced,
And cried out in thanksgiving:
Alleluia.

We chant joyously
At the multitudes of your graces,
And we hymn the All-Holy Trinity.
For by [the Trinity] you were shown a man
Clairvoyant and pouring forth healings,
Enlightening mysteries,
Breathing forth to those who cry out:
Hail, the pinnacle of every virtue,
Hail, the most-faithful life in purity.
Hail, the unshakable foundation of piety.
Hail, the ever-flowing river of truth.
Hail, fragrant lily of mystical Paradise,
Hail, star most-radiant of the spiritual Heaven.
Hail, the radiance and glory of the Church,
Hail, you who trample on the arrows of the enemy.
Hail, the divine good news of Evia,
Hail, the angel of joy and hope.
Hail, you who cleanse from the stains of the passions,
Hail, you who takes up our souls to the Heavens.
Hail, O Father Porphyrios.

O thrice-blessed Father, the beauty of ascetics,
Porphyrios, and the protector of all (3)
Together with the angels, as we hymn Christ,
Grant us the tears of repentance,
And entreat that we inherit Paradise,
Who cry out together:
Alleluia.

And straightway the Kontakion again.

Written by Evangelos Karademos, "Hairois, Pater Porphyie" ("Hail, O Father Porphyrios"), Paraklesis and Akathist. Athens, 2008




St. Porphyrios of Kavsokalyvia

Apolytikion – Mode 1

“The son of Evia (Euboea), the Elder of All Greeks, * the initiate of Divine Vision and True friend of Christ. * Porphyrios, O faithful, let us praise * who from childhood was filled with divine gifts *
the demonized are redeemed and the sick are healed who cry out: “Glory to Him who gave His might to you! * Glory to Him who made you Holy! * Glory to Him, who, through you, effects cures for all.”



Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!

http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2013/11/akathist-to-st-porphyrios-of.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...