Monday, September 22, 2014

Η εγγύτητα του Θεού


 

Μια μέρα ένας άγιος σταμάτησε στο σπίτι μας. Η μητέρα μου τον είδε στην αυλή να κάνει τούμπες για να διασκεδάσει τα παιδιά. «Ω, μου είπε, είναι στ’ αλήθεια ένας άγιος· μπορείς, γιέ μου, να πας κοντά του».

Ο άγιος έβαλε το χέρι του στον ώμο μου και μου είπε:

- Τι σκέφτεσαι να κάνεις, μικρέ μου;

- Δεν ξέρω. Τι θέλετε να κάνω;

- Όχι, πες μου εσύ τι θέλεις να κάνεις.

- Ω, μου αρέσει να παίζω.

- Λοιπόν, θέλεις να παίξεις με τον Κύριο;

Δεν ήξερα τι να απαντήσω.

- Βλέπεις, πρόσθεσε, αν μπορούσες να παίξεις με τον Κύριο, αυτό θα ήταν το πιο μεγάλο πράγμα που έκανε ποτέ κανείς. Όλοι τον παίρνουν τόσο πολύ στα σοβαρά, ώστε τον κάνουν θανάσιμα πληκτικό… Παίξε με τον Θεό, γιέ μου. Είναι ο καλύτερος σύντροφος για τα παιχνίδια σου.

Από το βιβλίο του Παύλου Ευδοκίμωφ «Η προσευχή της Ανατολικής Εκκλησίας».
Πηγή: isagiastriados.com

Love above all




Love for Christ knows no bounds, neither does love for your neighbour. It should extend everywhere, to the ends of the earth. Everywhere, to everyone. 


Let me give you an example. There was a monk who had two disciples. He tried very hard to bring them up to scratch and make them better. But he was worried about whether they were really making any progress in the spiritual life, if they were making headway, and if they were ready for the kingdom of God. He waited for a sign from God about this, but didn’t get an answer. One day, there was going to be a vigil in another skete that was a good few hours away from theirs. They’d have to make their way through the desert. He sent his disciples off early, so that they’d get there early and get the church ready, while the Elder himself was to leave later in the afternoon. The disciples were well on their way when suddenly they heard groaning. There was a man there, badly hurt and asking for help;

– Take me with you, please. Ι’m stuck out here in the desert. Nobody ever comes by. I’ll never get any help. There’s two of you. Pick me up and carry me to the nearest village.

– We can’t. We’re in a hurry to get to the vigil. We’ve been told to get it ready.

– Please! Take me with you. If you don’t, I’ll die and get eaten by wild animals.

– We can’t. Sorry, but we have to do what we’ve been told.

And they left. In the afternoon, the Elder left for the vigil. He went along the same path. He got to the place where the injured man was lying. He saw him, went up to him and said:

– What’s the matter, man of God? What is it? How long have you been here? Didn’t anybody see you?

– This morning a couple of monks came by and I asked them to help me, but they were in a hurry to get to a vigil.

– I’ll take you. Don’t worry.

– You can’t. You’re an old man. You can’t lift me. No way!

– No, I’ll take you. I can’t leave you.

– But you can’t lift me’

– I’ll bend over and lift you on top of me. It’ll take time, but I’ll get to the nearest village. A little bit today, a little bit tomorrow, but I’ll get you there.

So he lifted him, difficult though it was, and started to trudge through the sand. He was sweating freely and thought: ‘Even if it takes three days, I’ll get there’. As he was tramping along, he began to feel that the burden was becoming lighter, and then, at one point, he seemed not to be carrying anything at all. He turned his head to see what was going on and, to his amazement, saw he was carrying an angel. The angel said to him:

– God sent me to tell you that your two disciples don’t deserve to enter the kingdom of God, because they don’t have any love.

Source: ΑγίαΖώνη, Periodical of the Church of the Holy Girdle, Patisia, vol. 19, 2010



http://pemptousia.com/2014/09/love-above-all/

Sunday, September 21, 2014

Τό θαῦμα τῆς προσευχῆς τῶν θλιμμένων καί ταπεινῶν.




«Ο Κύριος, δεν ευαρεστείται με την προσευχή των υπερηφάνων. Όταν όμως θλίβεται η ψυχή του ταπεινού ανθρώπου, ο Κύριος πάντα την εισακούει.
Ένας γέρος ασκητής, που ζούσε στις πλαγιέςτου όρους Άθω, είδε ότι οι προσευχές των μοναχών ανέβαιναν στους ουρανούς· και εγώ δεν εκπλήττομαι γι’ αυτό. Ο ίδιος γέροντας, όταν ήταν μικρός και έβλεπε την στεναχώρια του πατέρα του για την ανομβρία που απειλούσε να καταστρέψει την συγκομιδή, απομακρύνθηκε στο βάθος του κήπου και προσευχήθηκε:


‘‘Κύριε, Εσύ είσαι Ελεήμων, Εσύ μας δημιούργησες, Εσύ μας τρέφεις και μας ενδύεις όλους. Βλέπεις, Κύριε, πώς στενοχωριέται ο πατέρας μου για την ανομβρία. Ρίξε τώρα βροχή στην γη!’’. Και τα σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και κατέβηκε η βροχή και πότισε την γη.
Ένας άλλος γέροντας που ζούσε κοντά στην θάλασσα, μου διηγήθηκε το εξής:
‘‘Ήταν μια νύχτα σκοτεινή… Ο αρσανάς, ήταν γεμάτος από ψαρόβαρκες. Ξέσπασε θύελλα και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Οι βάρκες, άρχισαν να χτυπούν η μία την άλλη. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τις συγκρατήσουν, αλλ’ αυτό ήταν αδύνατον μέσα στην βροχή και την θύελλα. Επικρατούσε μεγάλη σύγχυση. Οι ψαράδες, φώναζαν με όλη τους την δύναμη και ήταν φοβερό να ακούς κραυγές φοβισμένων ανθρώπων! Λυπήθηκα τον λαό του Θεού και άρχισα να
προσεύχομαι με δάκρυα:
‘Κύριε, κάνε την θύελλα να κοπάσει! Σταμάτησε τα κύματα! Λυπήσου τους πονεμένους ανθρώπους Σου και σώσε τους!’.
Και σταμάτησε η θύελλα, γαλήνεψε η θάλασσα, και οι άνθρωποι, με ειρήνη πλέον, ευχαριστούσαν τον Θεό’’.
Υπήρξε εποχή που νόμιζα ότι ο Κύριος κάνει θαύματα μόνο με τις προσευχές των αγίων. Τώρα όμως έμαθα ότι ο Κύριος θα κάνει
το θαύμα Του και στον αμαρτωλό, αμέσως μόλις ταπεινωθεί η ψυχή του. Γιατί, όταν ο άνθρωπος μάθει την ταπείνωση, τότε ο Κύριος εισακούει τις προσευχές του.
Πολλοί λένε, από έλλειψη πείρας, ότι ‘‘ο τάδε άγιος έκανε θαύμα’’, αλλά εγώ έμαθα ότι το Άγιο Πνεύμα που ζει μέσα στον άνθρωπο κάνει τα θαύματα. Ο Κύριος ‘‘πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι’’ (Α΄ Τιμ. β΄ 4) για να μένουν αιώνια μαζί Του. Γι’ αυτό και ακούει τις προσευχές του αμαρτωλού ανθρώπου και, αυτό, ή για το όφελος των άλλων ή για αυτού του ίδιου που προσεύχεται».


http://agiameteora.net/

The natural state of man ( Elder Joseph the Hesychast )


The natural state of man, since we have
transgressed the commandment of the Lord and have fallen out of paradise, is the divine Law which was given to us in writing after that exile. 


Every man desiring salvation has to fight with the
passions: thrashing and opposing, fighting and being fought against, winning and suffering defeat. And in general, he has to struggle in order to stay within the divine laws of nature.



When we abide by the divine law given to us in the Bible---we are not fornicators, murderers, thieves, liars, gossipers, and are not unjust, proud,
vainglorious, gluttonous, greedy, avaricious, envious, taunting, blaspheming, irascible, peevish,
complaining, hypocritical and so on---then we are in the state natural for us after the Fall.



Elder Joseph's
"Epistle to a Hesychast Hermit"
(Chapters XI & XII & Epilogue)
From the book "Monastic Wisdom"

Saturday, September 20, 2014

Ζήλο στον Μοναχισμό - Zeal in Monasticism

Μία προφητεία του 1053 μ.χ σε βιβλιοθήκη Μονής Αγ. Ορους



Μια προφητεία που λέγεται πως βρίσκεται στην βιβλιοθήκη της Ιεράς μονής Κουτλουμουσίου στο Άγιον Όρος και γράφτηκε το 1053 μ.χ. επιβεβαιώνει, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, τα σημερινά γεγονότα.
Κάποιοι αμφισβητούν την χρονολογία αυτή.
Κατά την άποψη ειδικού γλωσσολόγου του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, φαίνεται ότι είναι μάλλον αμφίβολο να γράφτηκε τον 11ον αιώνα. Ίσως θα πρέπει να είναι του 16ου (1503)ή του 17ου (1609).
Ιδού η προφητεία.


1. Μέγας Ευρωπαϊκός πόλεμος
2. Ήττα της Γερμανίας,καταστροφή της Ρωσίας και Αυστρίας.
3. Ήττα Άγαρ υπό των Ελλήνων.(Άγαρ=Τουρκία).
4. Ενίσχυσις Άγαρ υπό Δυτικών λαών και ήττα των Ελλήνων υπό Άγαρ.
5. Σφαγή ορθοδόξων λαών.
6. Και μεγάλη ανησυχία ορθοδόξων λαών.
7. Εισβολή ξένων στρατευμάτων έξ Αδριατικού πελάγους. Ουαί εις τους κατοικούντας επί της γής,ο Άδης έτοιμος.
8. Προς στιγμήν Μέγας Άγαρ.
9. Νέος Ευρωπαϊκός πόλεμος
10. Ένωσις ορθοδόξων λαών μετά της Γερμανίας.
11. Ήττα Γάλλων υπό Γερμανών.
12. Επανάστασις των Ινδιών και χωρισμός αυτών από της Αγγλίας.
13. Αγγλίας είς μόνους Σάξωνας.
14. Νίκη ορθοδόξων λαών. Ήττα Άγαρ και γενική σφαγή Άγαρ υπό ορθοδόξων λαών.
15. Ανησυχία κόσμου.
16. Γενική απελπισία επί της γής.
17. Μάχη επτά κρατών εις Κωνσταντινούπολι. Τρία ημερονύκτια σφαγή. Νίκη ενός μεγαλυτέρου κράτους κατά έξ κρατών.
18. Συμμαχία έξ κρατών κατά του εβδόμου κράτους και τρία ημερονύκτια σφαγή.
19. Παύσις πολέμου υπό Αγγέλου του Θεού και παράδοσις πόλεως τοίς Έλλησι.
20. Υπόκυψις Λατίνων εις την αλάνθασυτον πίστιν Ορθοδόξων.
21. Εξωθήσεται Ορθόδοξος Πίστις από Ανατολών μέχρι Δυσμών.
22. Φόβος και τρόμος βαρβάρων υπ'αυτής.
23. Πτώσις του Πάπα και ανακήρυξης ενός Πατριάρχου δι'όλην την Ευρώπην.
24. Έν πέντε και πεντήκοντα έτη το τέλος των θλίψεων ,την δε εβδόμην ούκ έστι ταλαίπωρος,ούκ έστι εξόριστος,επανερχόμενος είς τας αγκάλας της μητρός αγαλλομένης. Ούτως έσται και ούτω γένοιτο. Αμήν. Αμήν. Αμήν. Εγώ είμαι το Α και το Ω, πρώτος και έσχατος. Τέλος μία ποίμνη και είς ποιμήν,ο δε ποιμήν έσται εκ τής αληθούς Ορθοδόξου πίστεως. Αυτό γένοιτο.Αμήν. (Δούλος Χριστού Αληθινού Θεού) (Έκ της βιβλιοθήκης της Ι.Μονής Κουτλουμουσίου,Άγιον Όρος).

Από τα ανωτέρω, λένε πως έχουε επαληθευθεί οι πρώτες 12 (πλην της 7ης) :

1. Ο μέγας Ευρωπαϊκός πόλεμος έγινε, ως γνωστόν το 1914—1918.
2. Κατά τον Ευρωπαϊκό πόλεμο του 1914—1918 ενικήθηκαν τόσο η Γερμανία,όσο και η Αυστρία και η Ρωσία.
3. Άγαρ εδώ νοείται η Τουρκία,ηττήθη κατά κράτος κατά τον Βαλκανικό πόλεμο του 1912—1914 υπό των Ελλήνων. Κατά τον πόλεμο αυτόν η Ελλάδα ανέκτησε την Ήπειρο,την Μακεδονία κλπ. Σχεδόν εδιπλασιάσθη το Ελληνικό Κράτος. Η Τουρκία έχασε όλα τα εδάφη της στην Ευρώπη.
4. Αναφέρεται στην Μικρασιατική καταστροφή του 1922.Ενώ η Ελλάδα ενικούσε και ο Ελληνικός στρατός έφθασε σχεδόν απ'έξω από την Άγκυρα, χάρη στην ενίσχυση της Τουρκίας από τους Γερμανούς και Αγγλογάλλους,ηττήθηκε και υπέστη εθνική καταστροφή.
5. Σφαγή και μεγάλη ανησυχία ορθοδόξων λαών.
6. Θα πρόκειται για την κομμουνιστική επανάσταση του 1917,όπου χιλιάδες ορθόδοξοι χριστιανοί δολοφονήθηκαν χωρίς οίκτο. Ίσως να πρόκειται ακόμη και για την σφαγή των ορθοδόξων Ελλήνων από τους Τούρκους κατά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922.
7. (Δεν έχει πραγματοποιηθεί. Το θέτουμε στα αναμενόμενα).Εισβολή ξένων στρατευμάτων εξ'Αδριατικού Πελάγους.
8. Προς στιγμήν Μέγας Άγαρ. Δεν αποκλείεται ν'αναφέρεται στην Κεμαλική περίοδο που πράγματι παρουσίασε η Τουρκία μια άνοδο και πρόοδο σ'όλους τους τομείς της εθνικής ζωής της. Πολύ πιθανόν όμως ίσως και το πιο βέβαιο να αναφέρεται στην σημερινή μας εποχή,που Αμερική και ΝΑΤΟ στοχεύουν με εκπληκτικό ζήλο να κάνουν την Τουρκία υπερδύναμη της Ανατολής εφοδιάζοντας την συνεχώς με απίστευτες ποσότητες σύγχρονου πολεμικού υλικού παντός είδους.
9. Νέος Ευρωπαϊκός πόλεμος. Ασφαλώς θα πρόκειται για τον δεύτερο Ευρωπαϊκό Πόλεμο του 1939—1944.
10. Ένωσις Ορθοδόξων λαών μετά της Γερμανίας. Μήπως εννοεί την Ε.Ε;
11. Ήττα Γάλλων υπό Γερμανών. Μήπως δεν συνέβη κατά τον κεραυνοβόλο Πόλεμο της Γερμανίας το 1940;
12. Λίγο μετά τον Πόλεμο το 1939—1944,η Αγγλία παραχώρησε την αυτοδιάθεση στις.



http://www.agioritikovima.gr

Trusting your thoughts ( Elder Paisios )


The ancient fathers did not trust their thoughts at all, but even in the smallest things, when they had to give an answer, they addressed the matter in their prayer, joining to it fasting, in order in some way to ‘force’ Divine Grace to inform them what was the right answer according to God. And when they received the ‘information,’ they gave the answer.


Elder Paisios

Friday, September 19, 2014

Τέσσερις φοιτητές, ἕνας ἅγιος καί μιά συνομιλία


 

Συμεών Πηγαδουλιώτη Πριν μερικά χρόνια είχε δημοσιευθεί από το Μ. Μελινό ένα βιβλίο πού έφερε τον τίτλο «Μίλησα με τον Άγιο Νεκτάριο». Σ' αυτό παρουσιάζονταν πρόσωπα πού γνώρισαν τον Άγιο προσωπικά. Ο γράφων καίτοι ανάξιος εν παντί και ανεπρόκοπος πνευματικά μπορεί να καυχηθεί εν Κυρίω ότι μαζί με τρεις άλλους φοιτητές συνάντησε στη μονή του Τσέλιε τον Άγιο Ιουστίνο. Μια συνάντηση πού τη θεωρεί σαν την σπουδαιότερη της ζωής του. Εδώ καταθέτει την εμπειρία του από τη συνάντησή του με τον Άγιο, όπως την κατέγραψε τρία χρόνια μετά.

«Είχα εντυπωσιασθεί διαβάζοντας το περίφημο βιβλίο του «Άνθρωπος και θεάνθρωπος». Είχα ακόμα συναντήσει ορισμένα πνευματικό- παίδια του στην Αθήνα, και είχα αντιληφτεί εν ολίγους ότι δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο, ένας διανοούμενος πού κάθεται στο γραφείο του και αραδιάζει βαθυστόχαστες σκέψεις για να εντυπωσιάσει και να καταπλήξει τους αναγνώστες του. Ο γέροντας Ιουστίνος είχε σ' όλη του την ζωή «την πράξιν εις θεωρίας επίβασιν».

Αυτά είχα ύπ' όψιν μου όταν ένας φίλος, ο Παναγιώτης, μου πρότεινε να επιχειρήσουμε μια επίσκεψη στον γέροντα Ιουστίνο.
Λέγω να επιχειρήσουμε διότι μια επίσκεψη σ' αυτόν δεν ήτο καθόλου εύκολο εγχείρημα. Διέμενε σ' ένα μικρό μοναστήρι, το Τσέλιε, κοντά στην πόλη Βάλιεβο της κεντρικής Σερβίας και δεν δεχόταν επισκέπτες εκτός ανάξιος έρχονταν συστημένοι από το Βελιγράδι. Οι αρχές, πού τον είχαν περιορίσει εκεί από το 1946, δεν ήθελαν να δέχεται επισκέψεις και απέφευγε όσο μπορούσε να δίνει προσχήματα.

Αφού κανονίσαμε τις λεπτομέρειες τού ταξιδιού, ξεκινήσαμε από την Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου τού 1977 σιδηροδρομικώς. Την επομένη βρεθήκαμε στην Γιουγκοσλαβία. Ταξιδεύαμε ώρες ατέλειωτες με το τραίνο. Κάποτε στην πόλη Νύσσα (Νύς) μπήκε στο κουπέ μας ένας ηλικιωμένος Σέρβος μαζί με ένα ξανθό νεαρό. Η συζήτηση ξεκίνησε με το Μέγα Κωνσταντίνο, πού γεννήθηκε ως γνωστόν στη Νύσσα.


Όταν τού είπαμε ότι είμαστε ορθόδοξοι, ο γέρος μας άνοιξε την καρδιά του. «Γιέτνα βέρα, μια πίστη είμαστε, τίποτα δεν μας χωρίζει». Πράγματι όταν υπάρχει η πίστη στον Χριστό, όπως αναφέρει ο ιερός Χρυσόστομος, καμιά διάκριση είτε γλωσσική είτε εθνική δεν μπορεί να χωρίσει τους ανθρώπους.


Είχε νυχτώσει για καλά όταν φτάσαμε στο Βελιγράδι. Αφού ανακαλύψαμε μετά από περιπετειώδη αναζήτηση κάποιο γνωστό μου φοιτητή, τον Πέταρ Νοβάκοβιτς, ήρθαμε μέσω του σ' επαφή με τον ιερομόναχο Αθανάσιο Γιέβτιτς (νυν επίσκοπο πρώην Ερζεγοβίνης) που γνώριζε τον γέροντα Ιουστίνο σχετικά με το ταξίδι μας στο Τσέλιε. Την επομένη το πρωί ξεκινήσαμε με λεωφορείο για το Βάλιεβο. Μαζί μας ήταν ο Πέταρ και ένας Ρουμάνος μεταπτυχιακός φοιτητής του πανεπιστημίου Αθηνών, ο Ίαν, πού τον βρήκαμε στο Βελιγράδι. Φτάσαμε στο Βάλιεβο το μεσημέρι κι αλλάξαμε λεωφορείο. Δεν πήραμε ταξί, διότι οι οδηγοί ήταν, όπως μας είπαν, άνθρωποι της αστυνομίας και ζητούσαν διαβατήρια από τους ξένους και γενικά δυσκόλευαν αυτόν πού ήθελε να συναντήσει το Γέροντα. Μια ώρα αργότερα νάμαστε στο Τσιέλιε. Ήταν ένα μικρό μοναστήρι στο βάθος μιας κοιλάδας σκεπασμένης από δάση με οξιές. Βιαστήκαμε να κατηφορίσουμε την πλαγιά. Η ξύλινη πύλη του μοναστηριού ήταν λίγο αργότερα μπροστά μας. Ησυχία απόλυτη βασίλευε. Μια μοναχή έτρεξε να μάς αναγγείλει στην ηγουμένη. Σε λίγο εμφανίστηκε η σεβάσμια ηγουμένη Γλυκερία. Ο Σέρβος συνοδός μας τής ανάφερε το σκοπό πού μάς έφερε μέχρις εκεί και από ποιες χώρες ήμασταν. Απαντώντας η ηγουμένη μάς πληροφόρησε ότι ο Γέροντας δεν αισθανόταν και τόσο καλά, διότι το βράδυ είχε σκοντάψει και κτύπησε στη μύτη με αποτέλεσμα να υποστεί ρινορραγία. Αυτό μας έκαμε να μελαγχολήσουμε απότομα. Όμως η ηγουμένη συνέχισε: Καθίστε εδώ στο κιόσκι μέχρι να δούμε τί μπορεί να γίνει. Πήραμε από μια καρέκλα και καθίσαμε στο ξύλινο κιόσκι. Η ηγουμένη μάς έφερε σε λίγο την ευχάριστη είδηση ότι ο Γέροντας θα μας δεχόταν. Μόνο πού έπρεπε να περιμένουμε λίγο. Πήγε η καρδιά μας στο τόπο της. Ο αρχιμανδρίτης Ιουστίνος, με την διάκριση πού τον χαρακτήριζε, δεν ήθελε να μάς στείλει πίσω χωρίς την ευλογία του. Περπατήσαμε προς την παλιά εκκλησία του μοναστηριού συζητώντας. Προηγουμένως η μοναχική φιλοξενία μάς παρέθεσε ένα πλούσιο τραπέζι.

Ήταν τρεις το απόγευμα όταν ο Γέροντας μάς δέκτηκε στο γραφείο του. Ανεβήκαμε μια σκάλα και βρεθήκαμε σ' ένα ευρύχωρο δωμάτιο στον πρώτο όροφο. Οι τοίχοι κατάφορτοι από βιβλία. Μια εικόνα του Αγίου Ιουστίνου του φιλόσοφου και μάρτυρα. Ένα γραφείο γεμάτο βιβλία, άλλα ανοικτά και άλλα κλειστά, σημάδι πώς ο Γέροντας παρά την αρρώστια του «ως άρτι» εργαζόταν, και ένας μειλίχιος Γέροντας με χιονισμένα γένια και μαύρο ράσο μάς υποδέχθηκε με παιδική απλότητα. Αφού μας ευλόγησε ένα, ένα, μάς έβαλε να καθίσουμε γύρω από το γραφείο. Ένα πρόσωπο γαλήνιο πού αντικαθρέφτιζε την ειρήνη τής ψυχής του, χωρίς κανένα ίχνος αλαζονείας. Το ύφος εκείνο το ψυχρό και σπουδαίο πού έχουν οι μορφωμένοι και οι ακαδημαϊκοί απουσίαζε εντελώς. Ό αρχιμανδρίτης Ιουστίνος είχε υποστεί την «καλήν άλλοίωσιν» και ούτε ο τίτλος του καθηγητή του Πανεπιστημίου, ούτε η μεγάλη φήμη πού είχε στους διεθνείς θεολογικούς κύκλους ήταν ικανοί να τον συγκινήσουν και να τον κινήσουν σε έπαρση.

Του μιλήσαμε για την Κύπρο και η λύπη, μια λύπη αληθινή και όχι επίπλαστη, ζωγραφίστηκε στη σεβάσμια μορφή του. Ο Ιαν άρχισε βροχή τις ερωτήσεις. Για τον οικουμενισμό, για τον μοναχισμό και για πολλά άλλα.Ο Γέροντας τον άφησε να μιλάει χωρίς να τον διακόπτει. Όταν τελείωσε, άρχισε ν' άπαντάει στα ερωτήματά του. Φτάνοντας στο θέμα του μοναχισμού, τόνισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, διότι έχει το Αγιον Όρος. - Εμείς εδώ στη Σερβία δεν έχουμε κάτι τέτοιο, ανέφερε ενδεικτικά.

Ο χρόνος κυλούσε γοργά κι όμως όλοι ήμασταν προσηλωμένοι στις διδαχές του και ακούγαμε, ακούγαμε. Σε μια στιγμή η συζήτηση περιστράφηκε γύρω από τον μακαριστό αρχιμανδρίτης Έπιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Και η γνώμη του Γέροντος Ιουστίνου πού δεν περίμενε καν το μεταφραστή τον Πέταρ να μεταφράσει, απευθείας στα ελληνικά: - Ήκουσα περί τούτου. Είναι σπουδαίος. Συνεχίζοντας ο Γέροντας μας ανάφερε ότι ασχολείται συστηματικά με το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο και ότι ετοιμάζει μια ερμηνεία σ' αυτό.

Ξαφνικά ένας απρόσμενος θόρυβος μάς ανάγκασε να γυρίσουμε προς τη μεριά της πόρτας. Η ηγουμένη μάς υπενθύμισε ευγενικά ότι μιλούσαμε περισσότερο από μια ώρα και έπρεπε ν' αφήσουμε τον Γέροντα ν' αναπαυτεί λίγο. Σηκωθήκαμε απρόθυμα. Ο Γέροντας στάθηκε όρθιος, μάς ευλόγησε και δίνοντάς μας από δύο βιβλία του σαν ευλογία μάς κατευόδωσε μέχρι την πόρτα.

Όπως μάς πληροφόρησε μια πολύ αξιόπιστη πηγή στο Βελιγράδι, ο πατήρ Ιουστίνος μέχρι και θαύματα έκανε με την προσευχή του. Τόση παρρησία είχε μπροστά στο Θεό. Όμως αισθάνομαι ότι είναι πολύ φτωχά τα λόγια μου, για να περιγράψω αντάξια το γεροπλάτανο της σερβικής ορθοδοξίας, πού κάτω από' τα κλωνάρια του μεγάλωσαν ως «νεόφυτα ελαίων» πλήθος πνευματικά παιδιά.

Ο Γέροντας αναχώρησε από το μάταιο τούτο κόσμο πέρσι τον Απρίλη. Κοντά στο θρόνο του Θεανθρώπου δέεται «συν πάσι τοις αγίοις» για την χειμαζόμενη Εκκλησία, για την μαρτυρική χώρα των Σέρβων, για όλους εμάς».

Αυτά έγραφα τότε, στα 1980, μετά από παράκληση του Παναγιώτη και δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Οικοδομή» της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας.

Σήμερα, αναλογιζόμενος την ευλογία πού δέχθηκα από τον Άγιο, τον ικετεύω εκτενώς ως έχοντα παρρησία να παρακαλεί τον Κύριον τής δόξης και για μένα ίσως και ανοίξουν τα μάτια τής ψυχής μου και αισθανθώ έστω και τώρα την μετάνοια, τώρα πού τα μάτια μου τα σωματικά είναι ακόμα ανοικτά...

ΣΥΜΕΩΝ ΠΗΓΑΔΟΥΛΙΩΤΗΣ
ΒΙΒΛ. ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΕΥΧΟΣ 93



http://agiameteora.net/

Elder Païsios: The children, their joys and their difficulties



Q.: I’ve noticed, Elder, that sometimes babies smile at the time of Divine Liturgy.

A.: They don’t do that only at the Divine Liturgy. Babies are in constant contact with God, because they’ve got nothing to worry about. What did Christ say about little children? ‘Their angels in heaven continually gaze upon the face of my Father who is in heaven’. They’re in touch with God and with their guardian angel, who’s with them all the time. They smile in their sleep sometimes, and at other times cry, because they see all sorts of things. Sometimes they see their guardian angels and play with them- the angels stroke them, tease them, shake their fists and they laugh. On other occasions they see some kind of temptation and cry.

Q.: Why does temptation come to babies?

A.: It helps them to feel the need to seek their mothers. If there wasn’t this fear, they wouldn’t need to seek the comfort of being cuddled by their mothers. God allows everything so that it’ll turn out well.

Q.: Do they remember what they see as babies when they grow up?

A.: No, they forget. If a little child remembered the number of times it had seen its guardian angel, it might fall into pride. That’s why, when it grows up, it forgets. God’s wise in His doings.

Q.: Do they see these things after baptism?

A.: Of course after baptism.

Q.: Elder, is it all right for an unbaptized child to reverence relics?

A.: Why not? And they can be blessed with the holy relics. I saw a child today, it was like a little angel. I asked, ‘Where are your wings?’ It didn’t know what to say! At my hermitage, when spring comes and the trees are in blossom, I put sweets on the holm-oaks next to the gate in the fence and I tell the little boys who come: ‘Go on, boys, cut the sweets from the bushes, because if it rains they’ll melt and spoil’. A few of the more intelligent ones know that I’ve put them there and laugh. Others really believe that they’ve grown there and some others have to think about it. Little children need a bit of sunshine.

Q.: Did you put lots of sweets, Elder?

A.: Well, of course. What could I do? I don’t give good sweets to grown-ups; I just give them Turkish delight. When people bring me nice sweets, I keep them for the kids at the School [the Athoniada]. ‘See, last night I planted sweets and chocolates and today they’ve come up! See that? The weather was good, the soil was well-turned because you’d dug it over well and they came up just like that. See what a flower garden I’ll make for you. We’ll never need to buy sweets and chocolates for kids. Why shouldn’t we have our own produce?’ (Elder Païsios had planted sweets and chocolates in the freshly dug earth and put lilac blossoms on top to make it seem that they were flowering).

Q.: Elder, some pilgrims saw the chocolates you planted in the garden because the paper stood out against the soil. They didn’t know what to make of it. ‘Some kid must have put them there’, they said.

A.: Why didn’t you tell them that a big kid put them there?



Q.: Elder, why does God give people a guardian angel, when He can protect us Himself?

A.: That’s God looking after us especially carefully. The guardian angel is God’s providence. And we’re indebted to Him for that. The angels particularly protect little children. And you wouldn’t believe how! There were two children once, playing in the street. One of them aimed at the other to hit him on the head with a stone. The other one didn’t notice. At the last moment, apparently, his angel drew his attention to something else, he leapt up and got out of the way. And then there was this mother who went out into the fields with her baby. She breast-fed it, put it down in its cradle and went off to work. After a bit, she went to check and what did she see? The child was holding a snake and looking at it! When she’d suckled the child, some of the milk had stayed on its lips, the snake had gone to lick it off and the baby had grabbed hold of it. God looks after children.

Q.: Elder, in that case, why do so many children suffer from illnesses?

A.: God knows what’s best for each of us and provides as necessary. He doesn’t give people anything that’s not going to benefit them. He sees that it’s better for us to have some sort of defect, a disability instead of protecting us from them.

Source: Discourses 4, Family Life, published by the Holy Monastery of Saint John the Theologian, Souroti, Thessaloniki

http://pemptousia.com/2014/09/elder-paisios-the-children-their-joys-and-their-difficulties/

Thursday, September 18, 2014

Η συνήθεια του να αμαρτάνεις φέρνει θάνατο (Αγιος Νεκταριος )




Απέναντι στην αμαρτία οφείλουμε να είμαστε ανένδοτοι, γιατί και μία φορά να υποκλέψει τη συγκατάθεσή μας, καθίσταται αληθινός κύριός μας. Πρόσφορο παράδειγμα που υποδεικνύει τον ύπουλο και τυραννικό χαρακτήρα της αμαρτίας είναι ο τρόπος της Σεμιράμιδος , με τον οποίο υφάρπαξε τη βασιλεία και έγινε αυτοκράτειρα. Η Σεμιράμις κατόρθωσε με παντός είδους θωπείες να πείσει τον σύζυγό της Νίνο, βασιλιά της Ασσυρίας να παραιτηθεί για μία ημέρα από το αξίωμά του και να της παραδώσει το σκήπτρο της βασιλείας. Αλλά ποιο υπήρξε το πρώτο έργο της νέας αυτοκράτειρας;

Να διατάξει να φονευθεί ο Νίνος, ο βασιλιάς και σύζυγός της, ώστε να εξασφαλίσει την εξουσία ισοβίως προς όφελός της. Η παρομοίωση είναι πλήρης και ταιριάζει σε όλα. Η αμαρτία, όπως η Σεμίραμις που αγωνίζεται με παντός είδους θωπείες να πετύχει τη συγκατάθεση του ανθρώπου, αμέσως μόλις κατορθώσει αυτό που ποθεί, κατακυριεύει ,αιχμαλωτίζει και θανατώνει το λογικό. Εγκαθιστά τον θρόνο της στην καρδιά και την κατευθύνει σε όλο τον βίο. Αυτή είναι η αμαρτία, αυτά τα χαρακτηριστικά της.



Όχι λοιπόν, ας μην υποχωρήσουμε ποτέ στις θωπείες της, ας μην παραδώσουμε σ’ αυτήν την εξουσία∙ ας μην πράξουμε ό,τι δεν θέλει η εσωτερική μας διάθεση∙ ας μην υποδουλώσουμε την ελεύθερη θέλησή μας στη θέληση της αμαρτίας∙ ας μη συγκατατεθούμε σε ό,τι είναι αντίθετο προς τον ηθικό νόμο. Τίποτα ας μην καταστήσει την καρδιά μας μαλθακή. Ακόμη και τα πιο δελεαστικά λόγια, ας αναδείξουν την καρδιά μας σκληρότερη από τον χάλυβα. Να μη μας κάνουν καμία εντύπωση τα δάκρυα, οι στεναγμοί, οι υποσχέσεις, οι απειλές. Να μείνουμε σταθεροί και ακλόνητοι στο φρόνημά μας, ώστε να μην μας συμβεί ύστερα από λίγο τα στεγνά μαγουλά μας να τα μουσκέψουν δάκρυα άκαρπης μετάνοιας. Η άνανδρη υποχώρηση θα μας προσκομίσει τα διπλά δεινά∙ πρώτα τη ντροπή και ύστερα τη δυστυχία.

Αντιθέτως, η ανδρεία θα προσκομίσει το θάρρος, τη δόξα και την ευτυχία. Τα πιο κατάλληλα παραδείγματα τα υποδεικνύει η Αγία Γραφή. Από μεν τους άνδρες, τον πάγκαλο Ιωσήφ, ο οποίος υπέμεινε κάθε κακοπάθεια , ακόμη και τον θάνατο, προκειμένου να τηρήσει τις ηθικές του αρχές, να τηρήσει την ηθική του ελευθερία, να τηρήσει τον νόμο του Θεού. Από δε τις γυναίκες, την ενάρετη Σωσάννα, η οποία προτίμησε τον θάνατο από την αμαρτία. Εάν ο Νίνος έμενε ανυποχώρητος στις θωπείες της Σεμιράμιδος, αυτή θα έμενε υποταγμένη σ’ αυτόν για όλη της την ζωή. Σταθερότητα λοιπόν και ανδρεία, γιατί μόνο με αυτά θα διατηρήσουμε την ηγεμονία του λογικού και την ηθική μας ελευθερία.

Το παράδειγμα του Νίνου μας διδάσκει ότι όχι μόνο η ισχυρή αμαρτωλή συνήθεια , αλλά και η αμαρτία που διαρπάχθηκε μια και μόνο φορά είναι κάτι επικίνδυνο και φοβερό. Ως εκ τούτου, είναι ανάγκη να αποφεύγουμε την αμαρτία με όλη μας τη δύναμη. Ωστόσο, εάν αμαρτήσουμε ,γρήγορα να μετανοήσουμε, ώστε να μην υποδουλωθούμε . «Εάν το να αμαρτήσει κανείς είναι βαρύ», λέει ο Μέγας Βασίλειος, «το να επιμείνει στην αμαρτία πόσο βαρύτερο είναι; »∙ και ο θείος Χρυσόστομος προσθέτει: «δεν είναι φοβερό το να πέσεις, αλλά το να πέσεις και να μην σηκώνεσαι, το να κακοπαθείς με τη θέλησή σου και να έχεις αποβλακωθεί από τους λογισμούς απογνώσεως, προσπαθώντας να κρύψεις την ασθενική σου προαίρεση» ∙ και αμέσως: «το να αμαρτάνει κανείς είναι ίσως ανθρώπινο, το να επιμένει όμως στην αμαρτία δεν είναι ανθρώπινο, αλλά ολωσδιόλου σατανικό».



«Περί επιμελείας ψυχής, ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ, ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ»
Απόδοση στη Νέα Ελληνική: Ευανθία Χατζή
Επιμέλεια κειμένου- Επίμετρο: Γιώργος Μπάρλας, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ

Πηγή

We must forgive if we want to be saved ( St. Kosmas Aitolos )


My dear Christians:
Two people once came to me to confess their sins. Their names were Peter and Paul. I want you to
listen and let me know if I judged them correctly or inappropriately.
 

Peter came and told me, “My spiritual father, from a young age until now I have always fasted and prayed, I have given money to the poor, I built monasteries and churches, and I have done many other good things as well. However, I do not forgive my enemies.” When I heard this, I
concluded that he was headed straight for Hell.
 


Next, Paul came and told me, “From the day I was born until now, I have never done even one good deed. On the contrary, I have murdered others, I have fornicated, I have stolen, I have set monasteries and churches on fire. I have done every possible evil; however, I forgive my enemies.” Now pay attention to what I did. I immediately embraced him, kissed him, and gave him permission to receive Holy Communion. Did I judge them correctly or inappropriately?
 


Certainly you will blame me and ask, “Peter had done so many good things, and just because he did not forgive his enemy, for such a trivial thing, you concluded that he would be condemnedto Hell? Whereas Paul had committed so many crimes, and just because he forgave his enemies you pardoned
him and also permitted him to receive Holy Communion?”
 


Yes, my children, this is how I acted. Do you want to understand why? Just as a small amount of yeast that is placed in one hundred pounds of
dough has the power to ferment all the dough and
make it  rise, the same thing holds for all those good things that Peter did. 


The small amount of enmity he had, with which he did not forgive his enemy, fermented and turned everything he had done into poison of the devil. This is why I ruled that he was going to Hell. Paul’s sins, on the other hand, resembled a large pile of sticks and twigs that were set on fire with a small flame.
 


The forgiveness he gave to his enemy
served as a lit candle that completely burned and consumed the entire pile of kindling, that is, his sins. This is why I concluded that he would go to
Heaven. 


St. Kosmas Aitolos

Wednesday, September 17, 2014

Άγ. Αναστάσιος Υφάντης, εκ Περιστερωνοπηγής Μεσαωρίας Κύπρου



17 Σεπτεμβρίου 2014

Ιστορικά στοιχεία για τον Άγιο Αναστάσιο

Ο χρονογράφος του 15ου αιώνα Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει ότι ο Άγιος Αναστάσιος είναι μεταξύ των 300 κληρικών και λαϊκών, οι οποίοι μετά την άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Άραβες το 638 μ.Χ, κατέφυγαν στην Κύπρο, για να ξεφύγουν από τη μανία των Σαρακηνών.

(…) Όνταν οι Σαρακηνοί επήραν την γην της επαγγελίας, τότε εβγήκαν οι πτωχοί οι χριστιανοί απού εγλυτώσαν και επήγαν όπου ηύραν καταφύγιν· ήσαν αρχιεπίσκοποι, επίσκοποι ιερείς και λαϊκοί και επή­γαν όπου ’φτάσαν. Και ήρταν και εις την περίφημον Κύπρον μία συ­ντροφία, όπου ήσαν τ’ (=300) ονομάτοι, και γροικώντας, ότι Έλληνες εφεντεύγαν τον τόπον, διά τον φόβον επήγαν εις το έναν μέρος και εις το άλλον, και έσγαψαν την γην και εμπήκαν μέσα, και επροσεύχουνταν τω Θεώ (…)



(…)Ευρίσκεται εις την Περιστερώναν της Μεσαρίας ο άγιος Αναστάσιος ο θαυματουργός, εις την Ορμετίαν ο άγιος Κωνσταντίνος στρατιώτης εις την Σίνταν ο άγιος Θεράπων(…)

Ο Άγιος Αναστάσιος αν και δεν είναι γνωστός στους συναξαρι­στές, από ένα σύντομο συναξάρι που περιλαμβάνεται στην παλαιά α­κολουθία του πληροφορούμαστε ότι ήταν ένας από τους 300 ορθοδόξους της Αλαμανίας (Γερμανίας), οι οποίοι πήραν μέρος σε μια σταυροφορία στα χρόνια του αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού (1081-1118) και του γιου του Ιωάννη (1118-1143). Αργότερα, επειδή οι Λατίνοι της Παλαιστίνης τους κατεδίωξαν, κατέφυγαν στην Κύπρο, όπου έζησαν μοναχικό και ασκητικό βίο.

«Ούτος ο Όσιος Πατήρ ημών Αναστάσιος, ην εν τοις χρόνοις του Βασιλέως των Χριστιανών, Αλεξίου του Κομνηνού, και του υιού αυτού Ιωάννου μετά και των λοιπών τριακοσίων Ορθοδόξων των εξ Αλαμανίας όντων, και εν Κύπρω τότε υποκειμένη τω Ορθοδόξω Βασιλεί, τον μονήρη βίον διανυσάντων. Ότε γαρ ο λεγόμενος Ιερός πόλεμος συνεκροτείτο και γινόμενος δήθεν διά τα Άγια προσκυνήματα, ήλθαν και αυτοί στρατιώται μετά των λοιπών. Ορώντες δε εν τοις πολέμοις και τους Ορθοδόξους κακοποιημένους υπό Λατίνων, αφέντες την επίγειον στρατείαν, εστρατεύθησαν τω επουρανίω Βασιλεί. Αναλαβόντες τα όπλα της μοναδικής πολιτείας εν Κύπρω ένθα εν ερήμοις και όρεσι διατρίβοντες, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι και υπό Δαιμόνων επηρεα­ζόμενοι, και νικήσαντες χάριτι του ενδυναμούντος Χριστού πάντα πειρασμόν, διά των μεγάλων αυτών αρετών, γενέσθαι και θαυμάτων πολλών αυτουργοί· ου μόνον ζώντες, αλλά και μετά θάνατον όθεν και μέχρι του νυν τοις ευλαβώς προσερχομένοις τω Τάφω αυτού ο Θείος ούτος Αναστάσιος άριστος δείκνυται ιατρός, και ταχέως προφθαίνει εις τους επικαλούμενους αυτόν εκ πίστεως. Ταις τούτου πρεσβείαις Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς ως φιλάνθρωπος».

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειώσουμε ότι το συναξάρι του Αγίου Αναστασίου, καθώς και τριών άλλων Αγίων στα οποία γίνεται μνεία των Αλαμανών η της Αλαμανίας (Αγίου Κενδέα, Αγίου Θεράποντος και Αγίου Αυξεντίου) είναι πολύ μεταγενέστερα, χρονολογούνται, δε ό­λα από τον 18° αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Γι’ αυτό το λόγο δεν μπορούμε να στηριχθούμε απόλυτα στις πληροφορίες τις οποίες δί­νουν.

Μελετώντας τις σχετικές πληροφορίες για τον Άγιο Αναστάσιο, πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη και μια τελευταία μελέτη του ερευ­νητή και ιστορικού Κώστα Κύρρη ο οποίος σύμφωνα με τον κώδικα Coislin 105 του 10ου -11ου αιώνα τοποθετεί τον Άγιο πριν από το 10° αι­ώνα, δηλαδή αρκετά πιο νωρίς από το χρόνο που αναφέρει το σύντο­μο συναξάρι. Ακριβώς για το θέμα αυτό ο Κώστας Κύρρης γράφει:

Ότι ο Άγιος Αναστάσιος έζησε πριν από τον 10ο αιώνα μαρτυρεί­ται από την ύπαρξη του βίου τον στον κώδικα Coislin 105 του 10ου-11ου αιώνα.

Επίσης είναι επιβεβλημένο να παραθέσουμε. τουλάχιστον περιληπτικά, τα συμπεράσματα πρόσφατης μελέτης του μοναχού Χαρίτωνος Σταυροβουνιώτη για το ακανθώδες θέμα των έξωθεν ελθόντων Οσίων, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνεται και ο Άγιος Αναστάσιος.

α) Άπαντες ήσαν γνησίως Ρωμιοί μοναχοί ( Ορθόδοξοι δηλαδή την πίστιν πατέρες προερχόμενοι εκ διαφόρων περιοχών της ενιαίας ρωμαϊκής -βυζαντινής αυτοκρατορίας).

β) Δεν ήλθον άπαντες ομού εις Κύπρον, αλλά κατά διαφόρους χρόνους (πάντως πρωίμους ή μέσους βυζαντινούς) και υπό ποικίλας περιστάσεις(…)

γ) Ο ακριβής συνολικός αριθμός των Οσίων τούτων δεν είναι γνωστός μετ’ ακρίβειας, αν και η υπό των χρονογράφων καταγραφομένη παράδοσις ανάγει αυτούς εις τον συμβολικόν μεγάλου πλήθους ιερόν αριθμόν των τριακοσίων(…)

Αν και γράφτηκαν πολλά μέχρι τώρα από διάφορους μελετητές για το χρόνο, την προσωνυμία «Αλαμανοί» καθώς και τις συνθήκες που κατέληξαν στην Κύπρο οι 300 Αλαμανοί Άγιοι δε θα αναφέρουμε περισσότερα. Θα σταθούμε περισσότερο στα θαύματα του Αγίου καθώς και στα τεκμήρια της παρουσίας του. Αυτά ήταν ο τάφος του καθώς και τα εργαλεία υφαντικής, που χρησιμοποιούσε όσο ζούσε σε μια σπη­λιά της Περιστερώνας της Μεσαορίας. Ο Άγιος Αναστάσιος ο θαυματουργός, όπως αποκαλείται, έζησε με νηστεία, αγρυπνία και προσευχή, θεραπεύοντας κάθε ασθένεια. Πιο πολύ όμως ζητούσαν τη βοήθειά του όσοι υπέφεραν από ρευματοπάθειες, αρθριτικά, παράλυση και κατάγματα. Ο Άγιος Αναστάσιος δε σταμάτησε ποτέ να εργάζεται, για να εξασφαλίζει με τον τρόπο αυτό τον καθημερινό επιούσιο. Μέσα σε μια λαξευτή σπηλιά, όπου διάλεξε για να ασκητέψει, έστησε τον αργαλειό του κι’ εκεί ύφαινε σακκιά για τη φύλαξη ή μεταφορά δημητριακών. Πάνω από τον τάφο του, σε μια πεζούλα, υπήρχαν μέχρι τον Αύγουστο του 1974 τα ξύλινα «μακούτζια» του (=σαΐτες), διατη­ρημένα σε πολύ καλή κατάσταση. Τα εργαλεία αυτά έτριβαν στα πονεμένα τους μέλη όσοι ζητούσαν τη βοήθειά του για θεραπεία. Αργότερα τα τοποθετούσαν μπροστά στις εικόνες του, στις δύο παρα­κείμενες εκκλησίες του, την παλιά μοναστηριακή και την καινούργια. Παράλληλα με αυτά οι προσκυνητές έφερναν στη χάρη του και πολλά κέρινα ομοιώματα.

Η μνήμη του Αγίου Αναστασίου εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου.

(Πηγή: «Βίος- Θαύματα- Ακολουθία του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Αναστασίου του Θαυματουργού του εν Περιστερωνοπηγή, εκδ. Ι.Μ. Μονή Βατοπαιδίου, σ. 11- 16)

http://www.pemptousia.gr/

When people curse us, we must consider ourselves unworthy of praise ( St.Seraphim of Sarov )


When people curse us, we must consider ourselves unworthy of praise, imagining that if we were worthy, everyone would be bowing down to us. We must always, and before everyone, humble ourselves, according to the teachings of St. Isaac the Syrian: "Humble yourself and you will see the glory of God within yourself."


St.Seraphim of Sarov



Tuesday, September 16, 2014

Επειδή η επιστήμη προχώρησε, τον Θεό Τον βάζουν στην άκρη ( Γεροντας Παϊσιος )


Παλαιότερα που δεν υπήρχαν αυτές οι μεγάλες ευκολίες, και η επιστήμη δεν είχε προχωρήσει τόσο, αναγκάζονταν οι άνθρωποι σε όλες τις δυσκολίες να καταφεύγουν στον Θεό, και ο Θεός βοηθούσε. Τώρα, επειδή η επιστήμη προχώρησε, τον Θεό Τον βάζουν στην άκρη. Πάνε χωρίς Θεό σημερα. Υπολογίζουν: «Θα κάνουμε τούτο, θα κάνουμε εκείνο». Σκέφτονται την Πυροσβεστική, σκέφτονται τις διατρήσεις, το ένα, το άλλο... Αλλά χωρίς Θεό τι να κάνει ο άνθρωπος;»


Γεροντας Παϊσιος



Mysteries of God ( Elder Paisios )


Whoever thinks that he can come to know the mysteries of God through external scientific theory, resembles the fool who wants to see Paradise with a telescope.

Elder Paisios

Monday, September 15, 2014

Θαύματα της Αγίας Ζώνης




Ο π. Δανιήλ Κατουνακιώτης θεραπεύεται από νεφρίτιδα

Στο βιβλίο του μακαριστού Αρχ. Χερουβείμ της σειράς, «Σύγχρονες Αγιορείτικες μορφές»,τ.4, περιγράφεται η θαυματουργική θεραπεία του π. Δανιήλ Κατουνακιώτη από οξεία προσβολή της νεφρίτιδος. Παραθέτουμε την περιγραφή: «Δεν πρόλαβε καλά-καλά να φθάσει (στό Βατοπαίδι) και έπαθε οξεία προσβολή της νεφρίτιδος. Ο «σκόλοψ τη σαρκί» τον εκέντησε αυτή την φορά πολύ οδυνηρά και τον καθήλωσε για εβδομάδες στο κρεβάτι.

Οι Προϊστάμενοι της Μονής τον ενοσήλευσαν με περισσή αγάπη. Περισσότερη όμως στοργή του έδειξε ο μεγάλος γιατρός του Όρους, η Θεοτόκος.

Ο π. Δανιήλ έτρεφε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Κυρία Θεοτόκο. Την ίδια ευλάβεια, την ίδια εμπιστοσύνη και την ίδια τιμή, που έχουν απέναντί της όλοι οι άγιοι. Την ικέτευσε με δάκρυα και θέρμη, και ήταν βέβαιος για την απάντηση. Ήξερε τις υποσχέσεις της. Ήταν δυνατό να μην τις εκπληρώσει; Και πράγματι. Την ημέρα που το μοναστήρι γιόρταζε την εορτή της Αγίας Ζώνης (31 Αυγούστου), ο ασθενής γιατρεύθηκε ξαφνικά και η θεραπεία του ήταν οριστική! Ποτέ πια δεν τον ενώχλησε η φοβερή αυτή αρρώστια, που τον ταλαιπώρησε δέκα ολόκληρα χρόνια».

 

Θεραπεία π. Φιλοθέου Ζερβάκου

Ο μακαριστός Γέρων Φιλόθεος Ζερβάκος περιγράφει την θεραπεία από αφόρητους πόνους που του προκαλούσε συνεχής πονοκέφαλος. Ακούστε πως διηγείται ο ίδιος το γεγονός.

«Ήλθομεν εις την Μονήν του Βατοπαιδίου την 31ην Ιουλίου. Εισελθών εις το Αρχονταρίκιον με εφιλοξένησαν, αλλ’ εγώ εκ των αφορήτων πόνων δεν ηδυνάμην να υποφέρω. Αφού παρήλθεν ολίγη ώρα, τόσον με ηρέθισεν ο πονοκέφαλος, όπου έτρεχον ένθεν κακείθεν κρατών την κεφαλήν μου. Παρακαλέσας τον Αρχοντάρην με επήγεν εις τον ιατρόν, όστις μοι έδωσε φάρμακα προς καταστολήν του πονοκεφάλου. Κατερχόμενος δε εκ του φαρμακείου επέρασα από την Εκκλησίαν, έτυχε τότε να είναι ανοικτή. Εισελθών δε είδον ότι εις το Άγιον Βήμα είχον ανοίξει τα άγια λείψανα και επροσκυνούσεν Ιεροδιάκονός τις εξ Ικονίου. Εισχωρήσας δε και εγώ ήρχισα να προσκυνώ μετ’ ευλαβείας πρώτον τον Σταυρόν και την εικόνα της Βηματαρίσσης. Έπειτα επροσκύνησα μέρος του Τιμίου Ξύλου. Ωσαύτως και την Τιμίαν Ζώνην, αισθανόμενος ότι προσκυνώ ο άθλιος και ελεεινός την Τιμίαν Ζώνην όπου εζωννύετο η Πανάχραντος Θεοτόκος ασπαζόμενος δε και περιπτυσσόμενος την Τιμίαν Ζώνην μετά θερμής ευλαβείας και δακρύων, ησθάνθην, –ω του θαύματος!– ότι η ασθένειά μου υπεχώρησε και ευρέθην εντελώς υγιής! Ως μεγάλα και τεράστια τα θαυμάσιά Σου, Δέσποινα Πανύμνητε! Ας είναι υπερδεδοξασμένον και υπερύμνητον το όνομά Σου, ότι ου παύεις παρέχουσα ημίν ιάματα ψυχής και σώματος…, και εξελθών του Ιερού Βήματος ιστάμην εν τω μέσω του ναού ως άλαλος και έλεγον καθ’ εαυτόν, πως ήμουν πριν και πως εξαίφνης εθεραπεύθην τελείως».

Οι ακρίδες έπεφταν στην θάλασσα

Στο βιβλίο «Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι, τόμ. Α, «Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», περιέχεται στην σ. 113 θαύμα της Αγίας Ζώνης. Το μεταφέρουμε.

«Έρριξες φάρμακο για τις κάμπιες;

-Έρριξα, Γέροντα.

- Τόσες καλόγριες ούτε μία κάμπια δεν μπορείτε να σκοτώσετε! Στην Κατοχή, όταν είχε πέσει ακρίδα, είχαν βγάλει εδώ στην Χαλκιδική την Αγία Ζώνη από την Μονή Βατοπαιδίου και η ακρίδα έπεφτε σύννεφα-σύννεφα στην θάλασσα».

Παύση λοιμώδους νόσου

Τον Σεπτέμβριο του έτους 1818 πατέρες της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου μετέβησαν στο Γαλάτσι της Ρουμανίας μεταφέροντας την Τιμία Ζώνη, τεμάχιο Τιμίου Ξύλου και την αγία κάρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου. Σε επιστολή του ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Βενιαμίν μεταξύ άλλων αναφέρει: «… ιδία τε έκαστος και κοινή μετελάβομεν του θείου αγιάσματος, την παύσιν της πολυωδύνου πανωλεθρίας λοιμώδους νόσου είδομεν».

Έπαυσε το θανατικόν

22 Αυγούστου 1827. Ο παπα-Σάββας γράφει: «Το θανατικόν με την Χάριν της Αγίας Ζώνης από 15 Ιουνίου έπαυσεν εις την Αίνον». Από την Αίνον η Αγία Ζώνη μεταφέρθηκε στο Διδυμότειχο. Σε άλλη επιστολή του, με ημερομηνία 12 Σεπτεμβρίου,ο ίδιος ιερέας αναφέρει: «Εδώ με την Χάριν της Αγίας Ζώνης έπαυσε το θανατικόν, καθώς και εις την Αίνον».

Γλυτώσαμε από το κακό

Ο π. Κοσμάς Χρυσούλας σε επιστολή του προς την Μονή γράφει: «Κατά το έτος 1915 στο χωριό μας Νεοχώρι Καλλιπόλεως κάλεσαν από την Μονή Βατοπαιδίου την Αγία Ζώνη για την επιδημία των ακρίδων και όταν ήλθε η Αγία Ζώνη, και έγινε ο αγιασμός, εμφανίστηκαν στον ουρανό μαύρα πουλιά που έφαγαν τις ακρίδες και γλυτώσαμε από το κακό».

Η Αγία Ζώνη στην Ιθάκη

Η κ. Ευθυμία Σοφιανού, που μένει στο Βαθύ της Ιθάκης, διατηρούσε πριν μερικά χρόνια στο σπίτι της την «αγία ζώνη», την οποία είχε δωρίσει ο Όσιος Ιωακείμ στην γιαγιά της μητέρας της Μαρίας Μολφέση- Σοφιανού.

Το ιερό αυτό κειμήλιο ήταν μια ζώνη ανοικτού καφέ χρώματος, κεντημένη με χρυσοκλωστή. Αυτή φυλασσόταν στο εικονοστάσι της οικογένειας Σοφιανού και δινόταν σε παρθένες κόρες, όπου κατά την διάρκεια του μυστηρίου του γάμου τους την έδεναν ως «παρθενικό» στο κεφάλι τους ή στην κοιλιακή χώρα.

Αυτό θεωρούνταν μεγάλη ευλογία. Κατόπιν η αγία ζώνη επιστρεφόταν στην οικογένεια Σοφιανού. Τελευταία φορά την ζήτησε μία οικογένεια προσφύγων το 1935.

Ακόμη με την αγία ζώνη στην οικογένεια Σοφιανού σταύρωναν τα παιδιά στο σπίτι, όταν αυτά ασθενούσαν.

Δυστυχώς η αγία ζώνη χάθηκε με τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 1953.

Η Θάσος σώζεται από την ανομβρία

Το 1957 κάτοικοι της Θάσου ήλθαν στην Μονή και παρακαλούσαν να μεταφερθεί η Τιμία Ζώνη της Θεοτόκου στο νησί, διότι είχε χρόνια να βρέξει και η ξηρασία απειλούσε να το ερημώσει. Οι πατέρες αποδέχθηκαν το αίτημα και σε λίγες μέρες αποφάσισαν να ξεκινήσουν για την Θάσο.

Κατά την τάξη της Μονής, όταν η Τιμία Ζώνη αναχωρεί εκτός αυτής, ψάλλεται η ιερά Παράκληση. Από τον ναό με λάβαρα, θυμιάματα, κωδωνοκρουσίες και μεγαλοπρεπή πομπή συνοδεύουν οι πατέρες την Τιμία Ζώνη μέχρι τον αρσανά της Μονής. Καθ’ οδόν προς την θάλασσα ψάλλεται ο Παρακλητικός κανόνας.

Έτσι έγινε και τότε, και οι πατέρες αναχώρησαν με καραβάκι για την Θάσο που απέχει 2-3 ώρες από την Μονή μας. Ο καιρός ήταν καλός και δεν εφαίνοντο ίχνη που να προμηνύουν βροχή. Όταν όμως έφθασαν στο λιμάνι της Θάσου, ήδη είχε αρχίσει να πέφτει καταρρακτώδης βροχή και έγινε τόση πλημμύρα, ώστε δεν μπόρεσαν να αποβιβαστούν, αλλά αμέσως επέστρεψαν πίσω στην Μονή δοξάζοντες την Υπεραγία Θεοτόκο, που πρόφθασε και έσωσε τον ευλαβή λαό του νησιού βλέποντας την αγαθή πρόθεση και επιθυμία του.

Vigilance in Prayer ( Elder Ambrose of Optina )

Because prayer is the most powerful weapon against the invisible foe, he tries in various ways to distract people from it. Starets related the following story: "A monk at Mt. Athos had a much-loved, talking starling that used to entertain him with his chatter. But here was a strange thing – no sooner than the monk commenced to fulfil his rule of prayer, the starling would commence talking non-stop, not allowing the monk to pray. Once, on the bright Holy Day of the Resurrection of Christ, the monk came up to the cage and said: "Starling, Christ has risen!" And the starling replied: "That is the woe to us that He did," and immediately perished, filling the cell with unbearable stench. Thereupon the monk realised his error and repented."



Elder Ambrose of Optina


Γέροντας Εφραίμ στην Αριζόνα – π. Θεόδωρος Ζήσης


 


Ο Γέροντας Εφραίμ της Αμερικής

Αρκετοί από αυτούς τους μοναχους έχουν έλθει για κάποιο διάστημα και στο Άγιο Όρος, για να γνωρίσουν την μοναστική ζωή και παράδοση στην κοιτίδα της. Τα μοναστήρια όλα αυτά έχουν δημιουργηθεί τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια περίπου. Οι ομογενείς έχουν αγκαλιάσει τις μονές με μία αγάπη άνευ προηγουμένου. Πολλοί εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή και γιορτή και παρακολουθούν το δύσκολο τυπικό των ακολουθιών ευχαρίστως.

Το σπουδαιότερο είναι ότι τα μοναστήρια άρχισαν να επηρεάζουν και τους ιερείς μας επί το παραδοσιακότερον. Το επισκέπτονται συχνά, ανανεώνουν τις πνευματικές τους δυνάμεις, υιοθετούν εκκλησιαστικές και παραδοσιακές ποιμαντικές μεθόδους, ρασοφορούν, γίνονται ευαίσθητοι στα δογματικά θέματα, και αντιδρούν στον συγκριτισμό και στον οικουμενισμό, που πάνε να ενώσουν όλες τις θρησκείες ασχέτως των τεραστίων και φοβερών διαφορών που υπάρχουν.

Ο π. Εφραίμ έχει ως βάση του το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου στην Αριζόνα, λίγη ώρα μακριά από την πρωτεύουσα της Αριζόνας τον Φοίνικα και κοντά στην πόλη Florence. Το μοναστήρι αυτό ιδρύθηκε το 1995, μέσα στη έρημο της Αριζόνας, σε μια περιοχή που κατοικούν κυρίως Μορμόνοι. Οι Μορμόνοι είναι προτεσταντική παραφυάδα, που ιδρύθηκε το ΙΘ΄ αιώνα και δέχεται την πολυγαμία και ότι οι Αμερικανοί προέρχονται από τους Εβραίους.

Έχουν ως κέντρο τους την πολιτεία Γιούτα των Η.Π.Α. και ίδρυσαν το Salt Lake City πρωτεύουσα της Γιούτα. Γύρω από το μοναστήρι αγοράσθηκαν άλλα 1200 στρέμματα, στα οποία φυτέψανε ελιές, πορτοκαλιές, λεμονιές, φυστικιές Αιγίνης, αμπέλια grape fruits και άλλα. Η περιοχή από έρημος έχει μεταβληθεί σε μία καταπράσινη όαση χάρη στο νερό, που βρήκαν άφθονο κάνοντας γεωτρήσεις.

Επίσης μεταφυτεύτηκαν δένδρα που ήδη ήταν τεράστια, όπως φοίνικες και κάκτοι, που προσδίδουν μία ιδιαίτερη εξωτική ομορφιά και χάρη. Παρτέρια πλακόστρωτα, κρυφός φωτισμός τη νύκτα, συντριβάνια, ομοιώματα ζώων μέσα στους κήπους, συμπληρώνουν την παραδεισένια ομορφιά. Τα πρώτα κτίρια του μοναστηριού ήταν 4 τροχόσπιτα των 24 τετραγωνικών μέτρων περίπου, τα οποία έχουν μετατραπεί σε κτήρια, ενώ κτίσθηκαν πλήθος άλλα σε μόνιμες βάσεις.

Εκτός της κεντρικής εκκλησίας του αγίου Αντωνίου ( αφιερωμένη και στον άγιο Νεκτάριο ), έχει άλλες πέντε εκκλησίες και μία υπό ίδρυση σε ένα γειτονικό βουναλάκι. Οι εκκλησίες είναι του αγίου Δημητρίου, του αγίου Γεωργίου, του αγίου Νικολάου, του αγίου Παντελεήμονος, του αγίου Ιωάννου μέσα στο καμπαναριό της μονής, και του προφήτου Ηλία που κτίζεται τώρα.

Οι ρυθμοί των ναών είναι διάφοροι και από όλα τα μέρη της ορθοδοξίας καταλλήλως προσαρμοσμένα στο αμερικανικό περιβάλλον. Το μοναστήρι εκτείνεται σε μία έκταση 432 στρεμμάτων περίπου, έχει επτά ξενώνες και μπορεί να φιλοξενήσει 500 άτομα. Ο αριθμός επισκεπτών είναι τεράστιος.

Το μοναστήρι έρχεται σε επισκέψεις 2ο μετά το Γκραντ Κάνυον, το μεγάλο φαράγγι που κυλάει ο ποταμός Κολοράντο, και είναι ορατό λόγω του μεγέθους του από τη σελήνη δια γυμνού οφθαλμού. Το Γκραντ Κάνυον έχει μήκος 450 χιλιόμετρα, πλάτος στο φαρδύτερο σημείο 30 χιλιόμετρα και στο στενότερο σημείο 6,5 χιλιόμετρα, βάθος δε 1600 μέτρα.

Το Γκραντ Κάνυον είναι ένα από τα επτά θαύματα του φυσικού κόσμου γι'; αυτό είναι από τα μεγαλύτερα αξιοθέατα της Αμερικής. Καταλαβαίνουμε τώρα τι σημαίνει, να έρχεται το μοναστήρι του αγίου Αντωνίου δεύτερο στις επισκέψεις μετά το Γκραντ Κάνυον. Η φιλοξενία παρέχεται δωρεάν κατά το αγιορείτικο πρότυπο, και είναι αβραμιαία. Τράπεζα παρέχεται το πρωί μετά την ακολουθία και το απόγευμα μετά τον εσπερινό.

Οι προσκυνητές άνδρες και γυναίκες συντρώγουν μετά των μοναχών, ακούγοντας το ανάγνωσμα από πατερικά κείμενα όπως συνηθίζεται στις οργανωμένες μονές. Στους ξενώνες υπάρχουν φρούτα, αναψυκτικά, γλυκά, ξηροί καρποι, καφές, τσάϊ, που προσφέρονται ελεύθερα. Το μοναστήρι εκτός από την φιλοξενία παρέχει και φιλανθρωπικό έργο. Έχει συσσίτια για φτωχούς και προσφέρει βοήθεια σε όποιον του ζητήσει. Στο Tucson, μια κοντινή πόλη νοτιώτερα του μοναστηριού, δημιουργείται ίδρυμα για φτωχιές και εγκαταλειμμένες γυναίκες.

Συνεπώς στη μονή ησυχασμός, ιεραποστολή, φιλοξενία και φιλανθρωπία συνυπάρχουν σε μια αρμονική σύνδεση. Οι ακολουθίες γίνονται κατά το αγιορείτικο τυπικό, ελαφρά προσαρμοσμένο για τις συνθήκες της Αμερικής. Καθημερινά προσεύχονται 2-6 το βράδυ και όταν έχει ολονυκτία από τις 12 τα μεσάνυκτα μέχρι 6.30 το πρωϊ. Το απόγευμα τελείται η Θ΄ ώρα, ο Εσπερινός και το Απόδειπνο με τους Χαιρετισμούς. Οι μοναχοί είναι γύρω στους 35 και ηγούμενος είναι ο αγιορείτης ιερομόναχος Παϊσιος που είχε έρθει στην αρχή με πέντε άλλους μοναχούς από το Όρος για να το επανδρώσουν.
Ο π. Εφραίμ δεν έχει διοικητικά καθήκοντα αλλά είναι ο Γέροντας των ιερών μονών, τόσο στην Αμερική όσο και εδώ στην Ελλάδα. Είναι από τους χαρισματούχους εκείνους κληρικούς, που συγκεντρώνουν πλήθος κόσμου για εξομολόγηση, νουθεσία, και πνευματική καθοδήγηση. Ακόμη και από την Ελλάδα έρχονται για να εξομολογηθούν. Και παρατηρείται το αντίστροφο φαινόμενο απ'; ότι ίσχυε μέχρι τώρα, να έρχονται δηλαδή από την Αμερική για εξομολόγηση και καθοδήγηση στην Ελλάδα και μάλιστα στο Άγιο Όρος.

Τώρα οι όροι αντιστράφηκαν και θα πρέπει να προσέξουμε μήπως εφησυχάζοντες για την πνευματικότητά μας, σε λίγο αναγκασθούμε να προστρέχουμε στο εξωτερικό για πνευματική βοήθεια.
Ο π. Αντώνιος Μοσχονάς συνταξιούχος εφημέριος στο Tucson από τους βασικούς συνεργάτες και συμπαραστάτες του Γέροντα Εφραίμ στην περιοχή, αναφέρει ότι: «εμείς οι ιερείς και οι αρχιερείς στην Αμερική για 70 χρόνια περίπου προσπαθούσαμε να φέρουμε τον κόσμο στις εκκλησίες κάνοντας φεστιβάλ. Δηλαδή διοργανώναμε γιορτές και πανηγύρια και προσφέραμε ποτά, φαγητά, χαρά, διασκέδαση και άλλα παρόμοια. Είχαμε ξεχάσει την προσευχή το κομποσχοίνι την εξομολόγηση τη νηστεία, την άσκηση, την παράδοση της Εκκλησίας μας.

Το σπουδαιότερο, δεν αφήναμε να δημιουργηθούν μοναστικά κέντρα. Τα θεωρούσαμε ότι δεν χρειάζονται και ότι δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στην Εκκλησία μας. Και ήρθε ένα μικροσκοπικό ανθρωπάκι χωρίς κοσμικές σπουδές, χωρίς πτυχία θεολογίας, χωρίς να έχει ρηξικέλευθες και καινοτόμους ιδέες, όπως πιστεύαμε ότι έχουμε εμείς και μας θύμισε την παράδοσή μας. Δεν πούλησε σουβλάκια, γύρο, μουσακά, μπακλαβάδες και τα άλλα φαγητά της ελληνικής κουζίνας, αλλά πούλησε, ή μάλλον προσέφερε δωρεάν, τον ξεχασμένο Χριστό της Ορθοδοξίας.

Δεν κάλεσε σε χορούς και διασκεδάσεις, αλλά σε αγρυπνίες και νηστείες. Και ο κόσμος, φωτισμένος από το Θεό, τον πλαισίωσε και τον περιτριγύρισε και τον ενίσχυσε. Η κοσμοσυρροή που παρατηρείται είναι άνευ προηγουμένου. Η Αμερική που προσπαθούσε να ξεφύγει από την καταναλωτική κοινωνία, την αφθονία και τον κόρο των υλικών αγαθών, με κινήματα όπως των hippies και τη στροφή προς τις ανατολικές θρησκείες, άρχισε να ανακαλύπτει τον γνήσιο και αρχέγονο χριστιανισμό της Ορθοδοξίας μας.

Ο π. Εφραίμ ήρθε και έκανε μία μεγάλη σκάλα από τη γη στον ουρανό. Μας έδωσε την δυνατότητα εδώ στην Αμερική ν'; ανεβαίνουμε πάνω στον ουρανό με τα μέσα της ορθοδόξου παραδόσεως. Το μοναστήρι, του Αγίου Αντωνίου εδώ στην Αριζόνα, κτίσθηκε με σημεία που έδειξε ο Θεός. Όταν ήρθε ο Γέροντας στην περιοχή μας και έψαχνε για μέρος που θα έκτιζε τη νέα μονή, ενώ προσπαθούσε να πάει αλλού, έχασε το δρόμο του και ήρθε εδώ.

Έμεινε κατενθουσιασμένος. Αμέσως πήγαμε σε κτηματομεσίτη της περιοχής για να δούμε τι μπορούσαμε να αγοράσουμε. Όταν φθάσαμε στο μέρος που κτίσθηκε το μοναστήρι αργότερα, ενώ μιλούσαμε με τον κτηματομεσίτη, ακούσαμε να χτυπάνε καμπάνες όπως χτυπάνε οι καμπάνες της Φιλοθέου. Ο Γέροντας είπε τότε: «εδώ θα το κτίσουμε». Το είπα στον αείμνηστο Αντώνιο, επίσκοπο του Σαν Φρανσίσκο, στον οποίο υπαγόμαστε και κείνος είπε μέσα του «Κεφαλλονίτικη φάρσα», διότι είμαι από την Κεφαλλονιά.

Μετά δύο χρόνια όμως, ενώ πηγαίναμε στο μοναστήρι και σταματήσαμε λίγο πριν φθάσουμε να φορέσουμε τα ράσα μας, γιατί φορούσαμε λαϊκά ρούχα όπως συνηθίζουμε εδώ στην Αμερική, άκουσε τις καμπάνες και ο δεσπότης. Είχε δώσει εντολή στον ηγούμενο να μην κάνουν επίσημη υποδοχή, γι'; αυτό όταν φθάσαμε τον μάλωσε. Εκείνος όμως απάντησε ότι δεν χτύπησαν τις καμπάνες και ότι οι πατέρες είναι στα κελλιά. Τότε ο δεσπότης κατάλαβε τι συνέβη και μου εξομολογήθηκε τι είχε σκεφθεί όταν του ανακοίνωσα τι είχε συμβεί σε μας.

Ο επίσκοπος Αντώνιος όταν γνώρισε τον π. Εφραίμ και το έργο του, μου είπε: «ο Εφραίμ θα γεμίσει την Αμερική με μοναστήρια. Πόσο τυχεροί είμαστε, που έχουμε γνωρίσει και περπατάμε και μιλάμε και ευλογούμεθα από ένα ζωντανό άγιο». Ας ευχηθούμε το «Γκραν Κάνυον» της Ορθοδοξίας μας, τα Ορθόδοξα μοναστήρια της Αμερικής, να πολλαπλασιασθούν αριθμητικά και να προοδεύουν συνεχώς ποιοτικά. Δεν ξέρουμε ποιες είναι οι βουλές του Κυρίου μας.
«Μπορεί στο μέλλον η Αμερική να γίνει μία νέα Βυζαντινή Αυτοκρατορία»
(πρωτοπρεσβύτερος π. Θεόδωρος Ζήσης, καθηγητής θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.)

Discovering the Will of God ( Elder Joseph the Hesychast )

Our life with the Elder had the character of childhood rather than a mature state. Our effort, in basic terms, was directed towards the monastic tradition, and we exerted ourselves as forcibly as possible in the obligations of our rule. What we lacked, essentially, was the discernment of an experience in discrimination so as to evaluate the situation, so that the spiritual scope of the Elder did not elude us in its depth and breadth and height. But is it perhaps usual and inevitable for disciples to discover their teacher ‘when he is taken from them’? (cf. Lk 24:31). Untiringly, the Elder made a constant effort to pass on to us everything that is spiritual and he did not fail in his aim, because ‘the wise man has his eyes in his head’ (Eccl. 2:14). It is true, however, that ‘for everything there is a season, and a time for every matter’ (Eccl. 3:1).

At a mature age, when the Elder was no longer with us, we understood the depth of his words and his actions even down to the details, whereas while he lived they seemed, to our inexperience, riddles that made no sense. We put all our meagre powers into our effort to be obedient and not to grieve the Elder. But we had virtually no comprehension of the meaning and main aim of the spiritual law which the Elder passed on to us with such fervour. I will not go into biographical details again, but I want to comment a little on the aforementioned subject of the spiritual law, which is what chiefly governs human beings.

We observed that the Elder never embarked on anything without first praying. We would ask him about something in the future or for the next day, and his reply was that he would tell us tomorrow. The object was so that he could pray first.

Our desire focussed on knowledge of the divine will: how should one recognise the divine will? He would say, ‘Are you asking about this, boys, when it is the most basic thing?’ We would encourage him with increased curiosity, ‘But, Elder, isn’t God’s will known in general terms through the Scriptures and the whole of divine revelation? Since everything in our life is regulated – what other question should we monks have?’ And the Elder replied, ‘May God give you “understanding in everything” (2 Tim. 2:7). St Nilus the Calabrian prayed that he might be granted “to think and speak according to

the divine will.”




In general terms, to do good and every other commandment is the will of God, but the detail which governs it is unknown. “For who has known the mind of the Lord?” (Rom. 11:34); and again, “the judgements of the Lord are a great abyss” (Ps. 36:6). The divine will is not differentiated only by time, but also by place, persons, and things, as also by quantity, manner and circumstance. And is that all? Man himself, when he changes his disposition, also changes the divine decision in many ways. So it is not enough to know the general expression of the divine will; one needs to know the specific verdict on the subject of concern, whether yes or no, and only thus is success assured. The chief aim of the divine will is the expression and manifestation of divine love, because the driving force of all our actions is precisely the fullness of His love. If “whether we live or whether we die, we are the Lord’s” (Rom. 14:8), as St Paul says, then, however much the will we are seeking seems to be personal to us or to someone close to us, its centre of gravity is the Divine Person, for whose sake “we live and move and have our being” (cf. Acts 17:28). Have you forgotten the Lord’s prayer in the garden of Gethsemane, “if it be possible let it pass from me, nevertheless, not as I will, but as Thou wilt!” (Mt 26:39)? Any expression of obedience towards the venerable divine will that does not have love for Him as its basis risks remaining a human action – or, to put it better, a human failing. If, as St Paul says, we have to “subordinate every thought to obedience to Christ” (2 Cor. 10:5) because “we are not our own” (1 Cor. 6:19), how is this to be implemented in the conscience of the person who gives his obedience if he does not know precisely what the divine will is for this circumstance? Besides, the ensuing divine blessing and grace, towards which we hasten, is revealed only in perfect obedience.

‘So when you want to find out the will of God, abandon your own will completely together with every other thought or plan, and with great humility ask for this knowledge in prayer. And whatever takes shape or carries weight in your heart, do it, and it will be according to God’s will. Those who have greater boldness and practice in praying for this will hear a clearer assurance within them, and will become more careful in their lives not to do anything without divine assurance.

‘There is also another way of discovering the will of God which the Church uses generally, and that is advice through spiritual fathers or confessors. The great blessing of obedience which beneficently overshadows those who esteem it becomes for them knowledge where they are ignorant and protection and strength to carry out the advice or commandment, because God is revealed to those who are obedient in His character as a father. The perfection of obedience, as the consummate virtue, puts its followers on a level with the Son of God, who became “obedient… unto a cross” (Phil. 2:8). And as our Jesus was given all power (Mt 28:18) and all the good pleasure of the Father, so the obedient are given assurance of the divine will and the grace to carry it out successfully and to the full.

‘Those who ask spiritual people in order to discover the divine will should be aware of this point: the will of God is not revealed magically, nor does it hold a position of relativity, since it is not contained within the narrow confines of human reason. In His consummate goodness God condescends to human weakness and gives man sure knowledge. But man must firstly believe absolutely, and secondly humble himself by thirsting ardently for this assurance and being disposed to carry it out. This is why he receives with faith and gratitude the first word of the spiritual father who is advising him. When, however, these requirements of faith, obedience and humility do not coexist – and it is a sign of this when someone objects or counters with other questions, or worst of all has a mind to keep asking for second opinions – then the will of God is hidden, like the sun behind a passing cloud. This is a delicate matter, and requires great care. Abba Mark says, “A man gives advice to his neighbour according to what he knows; but God works in the hearer according to his faith.” An essential requirement in seeking the divine will is that the person who is asking should make himself receptive to this revelation, because, as I have said before, the divine will with its transcendent character is not magically contained within positions or places or instruments, but is revealed only to those who are worthy of this divine condescension.’

I can also recall now what happened with us, when we asked the Elder to tell us the will of God. We had got into the habit from previous experience and received as absolute his first word, without contradiction; and indeed everything happened just as we would have wished, even in cases where the thing did not seem to make good sense humanly speaking. We knew that if we put forward some sort of objection on pretexts that were reasonable according to our own judgement, the Elder would give way to us, saying, ‘Do as you think best’; but the mysterious power and protection of success would be lost to us. Therefore it was the ‘first word’ from the spiritual father, received with faith and obedience, that expressed the divine will. In its general form this subject is complex and obscure because, as we know, the divine will is not always known even to the perfect, particularly when someone wants to discover it within a limited time-frame. At other times a difficulty also arises from the state of the person who is interested, depending on how far he is free from impassioned tendencies and appetites under the influence of which he acts and makes decisions, in which case patience is also required.

I myself have heard from a spiritual man, someone altogether reliable, that he besought God to reveal His will on a question in his own personal life and received the answer he had asked for forty-two years later! I in my slothfulness was quite alarmed, wondering at his cast iron patience.

The general conclusion is that discernment of the divine will is one of the most delicate and complex matters in our lives. Especially for those who try to discover it through prayer – even though this is required, according to the saying ‘knock, seek, ask and it will be given you’ (Mt 7:7) – it must is nevertheless be preceded by patient endurance, trials and tribulations and experience so as to remove the passions and the individual will, which the exceeding subtlety and sensitivity of divine grace abhors. Anyway, whether it is arduous or whether it requires patient endurance, the method of prayer remains a requirement as the only means whereby we communicate with God, and by which we shall also know His divine will.


Elder Joseph the Hesychast

Sunday, September 14, 2014

Ιερά Μονή Φιλοθέου (Αγιο Ορος) - Philotheou Monastery ( Mount Athos)

Confession through martyrdom ( Elder Joseph of Vatopaidi )




A tropario of the liturgical Service in honour of the Forty Martyrs says: ‘Suffering with bravery at present, we are rejoicing at what we are anticipating, said the martyrs’. There was evident readiness from the very beginning to employ the confessionary approach to Christianity.

What were they ‘suffering at present’ from? They were tortured with whatever the devil threw at them, since he is always generating ways to prevent the devout from getting on with their business. He begins with minor internal or external annoyances and reaches even the highest of all evil, death. Hence Christians must always be ready to face the entire range of wickedness in order to endure what is inflicted on them ‘at present’ without cowardice. They will only be able to accomplish this if they ‘rejoice at what they are anticipating’. Indeed! Once we comprehend what the divine trophies will be for the devout, we will be able to say: ‘that the sufferings of this present time are not worth comparing with the glory that is to be revealed to us (Romans 8, 18). What kind of glory is this? It is the one revealed by the athlete of love: ‘We are God’s children now, and what we will be has not yet appeared; but we know that when he appears we shall be like him (A John 3, 2). Our Jesus will then dwell amongst us. God amongst Gods. As He rightly says: ‘I said, “You are gods, sons of the Most High, all of you’’ ‘(Psalms 82, 6).

Thinking about these anticipated trophies the forty martyrs were rejoicing and comforting each other, saying: ‘Even if we do not die now we will die one day nevertheless’. If we refuse to die now that we are called upon to demonstrate our faith and the devil is obstructing our path to Jesus, will we not die a little later nonetheless? Death exists and it is unavoidable. What will we gain therefore, if our lives extend a little longer in this hellish and chaotic life? We will die for the sake of the Lord to gain His love. See how prudent they were? Thus they endured the relentless frost and all the other torments inflicted on them. Indeed! Didn’t the torture come to pass? It didn’t last long. Did it?

Ever since their martyrdom on the 2nd century, how many millions of knees have bowed in front of their icon in the churches, pleading humbly for their assistance? This is the glory which followed them on earth. In what kind of glory are they basking now that they have become sons of the Lord?

We also ought to urge ourselves along in this way. For as our Jesus said: ‘The spirit is willing but the flesh is weak’ (Matthew 26, 41). The spirit and the flesh are two separate entities but they influence each other since they are in some way united. If we fail to find ways to coach the man of the ‘flesh’ away from his confusing and dark sentiments, acquired after the fall and he remains in this state, then his spirit will be affected and will obstruct his progress in spite of his good intentions. The flesh affects and drives him towards indifference and laziness, preventing him from accomplishing his fine goals.

Man is a fine creature and tends towards goodness. But he is also strongly drawn towards wickedness because of the fall; therefore he benefits greatly from persuasion which encourages him to remain in the right path, since he is an imitator by nature. We employ various ways and means, fear and threats, to incite and persuade ourselves to habitually turn towards goodness and avoid evil. We find this kind of encouragement in the lives of our Holy Fathers and the martyrs. During their martyrdom inside the arena, the martyrs either consoled each other or encouraged themselves. They knew that human nature had acquired some kind of heaviness after the fall and unless one cajoles it, it does not rise to the occasion. The Holy fathers, especially Abba Isaiah, give a number of examples and good illustrations which are helpful. Let us return however, to the martyrdom of these Saints.

As soon as one of them gave in to the pressure and denied the Lord, the rest started praying to the Lord to increase their number to forty just as they were in the beginning. Thus, immediately another one took the place of the deserter and forty of them became martyrs. After torturing them with various means, the executioners were ordered to throw all bodies either in the river or to the fire. One, however, was found to be alive. They put him aside since they only had orders to get rid of the dead bodies. The mother of the one who was still alive had been watching their suffering. She was a most devout woman. As soon as she heard that her son was arrested and was suffering martyrdom, she rushed to watch and boast about her Christian faith but also to strengthen him in case he relented. She was a true heroine! As soon as she saw that her son was left behind because he was not dead yet, she yelled to the executioners to take him along too, but they didn’t hear her. What did she do? She picked him up and followed them. And in order to complete her confession as a Christian mother, she tried to throw him in with the other bodies to die and not miss out on the glory which belonged to him.

One can only fall silent here. How it is possible for anyone to describe what went on inside her Christian heart? A mother who sees her smashed up son, screaming in pain, instead of finding ways to comfort him and alleviate his pain, or look to ease the horror inside her own wounded heard, she worries in case her love towards Jesus as well as her son’s is not fulfilled. She forgoes all pain and her female weakness and runs after them so that her son is not excluded from the wholesome glory awaiting those who had suffered martyrdom. Here is a Christian heart which loves the Lord above all else!

This is a perfect illustration which ought to move us, as monks, who have heeded the Lord’s call and special providence. The Lord has absolved us of the bondage of vainglory and has called us to fight at the special arena amongst all those who loved Him exclusively and sacrificed everything, even their lives, in fulfilling their love for Him.

We are the ancestors and co-athletes of the Forty Martyrs as well as of all those who, having heeded our Jesus’ call and been attracted by His Father and strengthened by the grace of the Holy Spirit, have demonstrated their absolute love for Him through all kinds of self-denials and adoration to the best of their human ability. We are not exaggerating when we consider ourselves amongst them. Of course we are found wanting in these unfortunate times. And it is also true that we have progressed to our detriment, but the Lord has not changed His stance towards us. His absolute Fatherly love stands as it was and He also loves us as He had loved the earlier athletes- those great martyrs and confessors. He has assigned us to the same arena and expects us to demonstrate to the measure of our ability that we prefer His love over everything else. ‘We put no obstacle in anyone’s way, so that no fault may be found with our ministry, but as servants of God we commend ourselves in every way’ (2 Corinthians 6, 3-4).

Therefore, you must be certain that in Its greatness Divine Grace which never errs and which has foreknown that we are indeed weak, worthless and wretched beings, has agreed not to deny us the blessing and has consigned us among the chosen ones. The earlier deified martyrs condescend to our wretchedness and support us. They plead with the Lord to make allowances for our weaknesses and strengthen us in our deficiencies without rescinding His fine call to us, in spite of our treason.

Let us, therefore, arm ourselves with our fine intention. Let us plead with the Martyrs today and all the Saints thereafter who are expecting us in the heavens, to intensify their effort and increase their fatherly affection by pleading with the most kind Jesus to receive us. And to pass down to us even a fraction of the zeal which they had when they had accomplished their mighty mission.

Indeed we will then resemble the children who had rich parents. Even though they had not worked nor were able to work, they nevertheless had inherited plenty of riches. If we try our best, then our holy Fathers, the Martyrs and the Saints will condescend and intercede on our behalf so that we will receive what is missing in order to succeed too.

All of us ought to truly demonstrate that we are not going back on our promise and that we also suffer daily because of our weaknesses. We ought to confess our wretchedness and our inability, as well as our intention to pursue our fine goal. We too intend to continue with our mission and complete it in Christ. Amen.



http://pemptousia.com

Η δύναμις της Πίστεως και της Προσευχής ( Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης )


Θα παρακαλούσα να μου δώσετε την ευχή σας, για να φωτίση ο Θεός το σκότος μου και να μπορέσω να σας μιλήσω δυο λόγια.

Θα σας διαβάσω μια μικρή περικοπή του Ευαγγελίου μας: «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε’, 21-28).



Εδώ βλέπουμε μία γυναίκα Χαναναία, εννοείται ειδωλολάτρισσα, η οποία είχε μία κόρη, που ήταν δαιμονισμένη. και πάρα πολύ φυσικό ήταν να υποφέ­ρη αυτή η μητέρα μαζί με την κόρη. Εκείνη σαν δαιμονισμένη βέβαια δεν καταλάβαινε, όταν το δαιμόνιο την τυραννούσε και την έθλιβε. αλλά η μητέρα βλέπουσα το παιδί της σ’ αυτήν την κατάστασι -άρρωστη για πολλά χρόνια- είχε πληγή μέσα της πολύ μεγάλη και φλεγόταν. Οπωσδήποτε θα την πήγε σε γιατρούς, θα έτρεξε εδώ κι εκεί. θεραπεία μηδεμία. Άκουσε ότι στο Ισραήλ υπάρχει ένας άνθρωπος, ένας προφήτης, ο οποίος κάνει θαύματα. Δαιμόνια βγάζει, ασθένειες θεραπεύει, αμαρτωλούς συγχωρεί, τους πάντας δέχεται, κανένα δεν διώχνει. Έτσι πήρε το θάρρος. Σκέφθηκε: «Αυτός θα είναι ο Σωτήρας μου, σ’ Αυτόν θα τρέξω. το βλέπω στην πράξι, ότι κάνει τόσες θεραπείες και τόσα καλά στους ανθρώπους».



Και ήρθε. ήρθε με πολλή πίστι και Τον προσκύνησε τον Χριστό μας και του είπε: «Κύριε, η θυγάτηρ μου κακώς, δηλαδή πολύ άσχημα, δαιμονίζεται και υποφέρει τρομερά και θεραπεία από πουθενά. Παρακαλώ, Σε ικετεύω, Σε προσκυνώ, Σε λατρεύω, κάνε τη θεραπεία, κάνε το θαύμα Σου και στο δικό μου κορίτσι». Φαίνεται ότι Τον πίεζε τον Χριστό με τις κραυγές και τις παρακλήσεις της ακολουθώντας από πίσω Του, Τον έθλιβε, Τον κούραζε. Αλλά ο Κύριος δεν κουράζεται. Οι μαθηταί βλέποντας τη Χαναναία να ακολου­θή με τόση επιμονή και νομίζοντας ότι τον Κύριο τον στενοχωρεί, Τον παρεκάλεσαν να την απολύση, να τη διώξη, να τελείωση το θέμα της. Αυτή όμως ήρθε με περισσότερη επιμονή και Τον παρακαλούσε, κι έπεφτε στα πόδια Του λέγοντας: «Κύριε, κάνε έλεος». Τότε ο Κύριος στράφηκε στους αποστόλους Του και είπε: «Δεν ήρθα εγώ εδώ κάτω στη γη να θεραπεύσω αλλοτρίους, παρά μόνον τα χαμένα, τα απολωλότα πρόβατα του Ισραήλ».





Επειδή ο Ισραήλ ήταν ο εκλεκτός λαός του Θεού, οι Ισραηλίται πίστευαν ότι αυτοί ήταν αποκλειστικά τα παιδιά του Θεού κι όλους τους άλλους ανθρώπους τους θεωρούσαν για τίποτα. Βέβαια ο Κύριος είχε το σκοπό Του, που το είπε αυτό. Το έκανε για να προκαλέση τη γυναίκα να πέση με περισσότερη θερμότητα, να αναπτύξη περισσότερο τη μεγάλη της πίστι, ώστε να θεατρίση τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους νομοδιδασκάλους, που ενομίζοντο ότι ήταν σπουδαίοι, ότι ήταν τα κατ’ εξοχήν παιδιά του Θεού, οι ευπειθείς και υπάκουοι στο νόμο του Θεού. Και στη συνέχεια είπε ο Κύριος: «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις», δηλαδή δεν είναι δυνατόν, δεν είναι καλό να στερήσω τη θεραπεία, την οποία έχω να δώσω στα παιδιά του Ισραήλ και να τη δώσω στα κυνάρια, στα σκυλάκια, όπως ελογίζοντο οι αλλότριοι, οι έξω από την πίστι στο Θεό, οι ειδωλολάτρες.



Όταν αυτή ήκουσε τον Κύριο να λέγη αυτό το πράγμα, φαίνεται ότι πόνεσε πολύ και με το φόβο μήπως αποτύχη αυτής της μεγάλης θεραπείας, αυτού του μεγάλου καλού, αυτής της λυτρώσεως, που προσδοκούσε από τον Κύριο, έπεσε κάτω στα πόδια Του και είπε: «Ναι, Κύριε, πράγματι εμείς είμαστε κυνάρια, ενώ τα παιδιά του Ισραήλ είναι τα παιδιά του Θεού. Αλλά και τα κυνάρια πολλές φορές τρώγουν τα ψιχία, τα ψίχουλα, αυτά που πέφτουν από το τραπέζι των παιδιών!» Σαν να έλεγε: «Ψίχουλα δώσε και σε μένα, μια και λογίζομαι κυνάριο και όχι ένα από τα παιδιά του Ισραήλ τα διαλεχτά». Κι όταν είδε ο Κύριος την τόσο μεγάλη της πίστι, αμέσως της είπε: «Γυναίκα μεγάλη είναι η πίστις σου! Να γίνη ό,τι επιθυμείς!» Κι από την στιγμή εκείνη το κορίτσι της έγινε καλά. Εθριάμβευσε η πίστις!



Έχουμε επίσης και την αιμορροούσα γυνή. Κι αυτή όπως βλέπουμε στο Ιερό Ευαγγέλιο έπασχε επί δώδεκα έτη από χρόνια αιμορραγία. δεν έβρισκε πουθενά θεραπεία. Ξόδεψε πάρα πολλά χρήματα σε γιατρούς και φάρμακα και θεραπεία μηδεμία. Με την πί­στι της στο Χριστό μας Τον πλησίασε. Πίστευε ακράδαντα ότι αν Τον ακουμπήση τον Ιησού, θα γίνη καλά. Και δεν απέτυχε του αιτήματος της καρδιάς της. Ο Χριστός για να δείξη τη μεγάλη της πίστι και τη θεραπεία συγχρόνως, είπε στους μαθητάς Του: «Κάποιος με ακούμπησε, ποιος είναι;» Απάντησαν οι απόστολοι: «Μα, Κύριε, τόσος κόσμος είναι εδώ και οι όχλοι Σε συνθλίβουν και λες τώρα, ποιος Σε ακούμπησε ιδιαίτερα;» «Ναι, κάποιος με ακούμπησε. Εγώ γνώρισα ότι από μένα βγήκε κάποια δύναμι. ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» Βλέποντας η γυναίκα ότι δεν λανθάνει του Χριστού αυτό που έκανε, Τον πλησίασε και τρέμοντας έπεσε στα πόδια Του κι ομολόγησε ενώπιον όλου του λαού το θαύμα, ότι δηλαδή από τη στιγμή εκείνη που Τον άγγιξε, σταμάτησε η αιμορραγία και εθεραπεύθη αμέσως. Τότε της είπε ο Ιησούς: «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έσωσε.

Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’, 43-48).



Και σε μία άλλη παραβολή του Ευαγγελίου βλέπουμε κάποια χήρα να ενοχλή φορτικά, να «υποπιάζη» έναν κριτή, ο οποίος δεν είχε φόβο Θεού και εντροπή ανθρώπων, να την «εκδικήση», δηλαδή να την προστατεύση και να την απαλλάξη από κάτι, που ηδικείτο από κάποιον αντίδικο. Και είδατε τί έκανε ο κριτής της αδικίας; Μετά από την πολλή πίεσι και ενόχλησι, που του δημιούργησε αυτή η γυναίκα, για να την ξεφορτωθή, της έκανε το αίτημα (Λουκ. ιη’, 1-8). Εάν αυτός ο κριτής ο αθεόφοβος κατέληξε να κά­νη το αίτημα της χήρας, γιατί τον ενοχλούσε και τον πίεζε, πολλώ μάλλον ο Ουράνιος Πατέρας θα κάνη τα αιτήματα των τέκνων του! Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να αιτούμεθα, να παρακαλούμε, να κρούωμε την θύρα του ελέους του Κυρίου και θα τύχουμε απαντήσεως. Γι’ αυτό να πάρουμε το θάρρος, να εγκολπωθούμε την πίστι και να μη σταματήσουμε ποτέ να αιτούμεθα δια της προσευχής τα όσα μας απασχολούν, τόσο σαν αμαρτήματα, όσο και σαν πάθη ή και ακόμη σαν υποθέσεις ζωής. Έχουμε την προσευχή, η οποία τόσα πολλά καλά επιφέρει στον προσευχόμενο, όταν πιστεύη ακράδαντα ότι θα τύχη της απαντήσεως.





Όταν κατέβηκε ο Κύριος από το Όρος Θαβώρ μετά την Μεταμόρφωσι, ήρθε ένας πατέρας ο οποίος είχε κι αυτός παιδί σεληνιαζόμενο και προσέπεσε στα πόδια του Χριστού μας και του είπε: «Κύριε, δέομαί σου, Σε παρακαλώ, ελέησε το παιδί μου, γιατί σεληνιάζεται και κακώς πάσχει. Το ωδήγησα στους μαθητάς σου, αλλά δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν. Λυπήσου μας και όσο δύνασαι βοήθησέ μας». Και ο Κύριος του είπε: «Εάν μπορής να πιστεύσης ότι δύναμαι να κάνω καλά το παιδί σου, τα πάντα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». Φοβούμενος δε ο φτωχός μήπως τυχόν δεν πιστεύει, όπως χρειάζεται και όσο χρειάζεται, για να θεραπευθή το παιδί του, λέγει με δάκρυα στον Κύριο: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ μου την απιστία, ενίσχυσέ μου την απιστία, για να γίνη η πίστις μου δυνατή, ώστε το παιδί μου να γίνη καλά». Και τότε ο Κύριος επετίμησε το ακάθαρτο πνεύμα κι αφού εσπάραξε πολύ το παιδί βγήκε από μέσα του, αφήνοντάς το κάτω στη γη σαν νεκρό. Τότε ο Χριστός μας το έπιασε από το χέρι, το σήκωσε και το παρέδωσε στον πατέρα του θεραπευμένο (Ματθ. ιζ’, 14-20, Μάρκ. θ’, 17-27, και Λουκ. θ’, 37-43).



Κι εμείς όταν έχουμε τα αιτήματά μας, όταν έχουμε τις ανάγκες μας, όταν μας προσβάλλη η αμαρτία, μας προσβάλλουν, μας στριμώχνουν, μας πρεσσάρουν τα πάθη, να γονατίζουμε με όλη μας την καρδιά και να φωνάζουμε -ει δυνατόν οι προσευχές μας να συνοδεύωνται από δάκρυα- και τα αιτήματά μας θα γίνουν εισακουστά από τον Θεό. Βλέπουμε και τον Δαυίδ στον ρμ’ (140) Ψαλμό του, στον Εσπερινό να λέγη: «Κύριε, εκέκραξα προς Σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόν μου Κύριε». Κύριε κράζω προς Σε, φωνάζω σε Σένα με όλη την καρδιά μου, με όλη την ψυχή μου. ας εισακουσθούν τα λόγια της προσευχής μου, ας έρθουν στα αυτιά Σου και εκπλήρωσε τα αιτήματά μου. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου». Πράγματι μια τέτοια προσευχή είναι αδύνατον να μην εισακουσθή. Αλλά οι προσευχές μας και ιδιαίτερα οι δικές μου, είναι αυτές που δεν παίρνουν απάντησι. Γιατί; Γιατί όταν προσευχόμαστε ο νους μας δεν είναι εκεί.

Κάποιος ειδωλολάτρης ιερεύς είπε σε κάποιους μοναχούς:

- Όταν εσείς προσεύχεσθε στο Θεό σας, σας απαντά ο Θεός σας;

- Όχι, είπαν οι μοναχοί.

- Εμένα μου απαντά ο θεός μου. Για να μη σας απαντά, λέει, ο Θεός σας, σημαίνει ότι έχετε κακούς λογισμούς. Και είπαν οι πατέρες:

- Όντως έτσι έχει η αλήθεια.



Βέβαια σ’ αυτόν απαντούσε ο διάβολος, αλλά οι πατέρες είδαν ότι είπε την αλήθεια. Όταν προσευχώμεθα, ο νους μας, η διάνοιά μας σκορπάει εδώ κι εκεί και δεν ξέρουμε τι λέμε. Κι αφού εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε, πώς θα καταλάβη ο Θεός την προσευχή μας; Γι’ αυτό χρειάζεται, όταν προσευχώμεθα, προηγουμένως να συλλάβουμε την αμαρτωλότητά μας, να την κάνουμε αίσθησι και να τοποθετούμεθα με ταπείνωσι και με συντριβή καρδίας. Και όταν γίνη αίσθησις η αμαρτωλότητα μέσα στην καρδιά μας, τότε γίνεται καταστολή του μετεωρισμού. Η δε καταστολή του μετεωρισμού θα δημιουργήση τη διάθεσι και το αμετεώριστο της προσευχής. Τότε τα λόγια μας θα έχουν απήχησι.



Όπως βλέπουμε τον Τελώνη και τον Φαρισαίο. Ο Φαρισαίος έκανε προσευχή πολύ περισσότερη από τον τελώνη κι έλεγε: «Νηστεύω, αποδεκατώ… κ.λπ. και δεν είμαι σαν και τούτον εδώ τον τελώνη τον άδικο, ο οποίος κάνει καταχρήσεις και τόσα άλλα» (Λουκ. ιη’ 9-14). Ο μεν Φαρισαίος ήταν δίκαιος, διότι είχε τη δικαιοσύνη, έκανε πράξεις εξωτερικά βέβαια καλές, νήστευε, αγρυπνούσε, έκανε για το «θεαθήναι» ελεημοσύνη, έκανε προσευχές στα σταυροδρόμια όπου σήκωνε ψηλά τα χέρια του, ένιπτε τα χέρια του προτού να φάγη κι όλα τα άλλα τα τυπικά του Νόμου και ενόμιζε κατά τη συνείδησί του ότι ήταν πολύ εντάξει.

Ο τελώνης δεν έκανε πολλή προσευχή. Τί έλεγε; «Ιλάσθητί μοι, Κύριε, τω αμαρτωλώ». Δεν είπε πολλά πράγματα, αλλά τί είχε η προσευχή του; Είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ποιο ήταν αυτό; Η αναγνώρισις ότι πράγματι ήταν τελώνης. και οι τελώνες τότε εθεωρούντο άδικοι, είχαν εις βάρος τους την κατηγορία του αμαρτωλού, του τελευταίου ανθρώπου, γιατί έκλεβαν. Κι επομένως ο καημένος ο τελώνης αισθανόταν τις αδικίες του. Πώς θα μπορούσε να σηκώση ο φτωχός κεφάλι και να πη: «Αποδεκατώ όσα κτώμαι και νηστεύω δις του Σαββάτου, ότι κάνω καλές πράξεις και τόσα άλλα;» Αυτός βλέποντας τη μαυρίλα της αδικίας και της αμαρτίας του, έπεσε χάμω και δεν σήκωνε τα μάτια του να κοιτάξη ψηλά, διότι θεωρούσε τον εαυτό του σαν τον πιο τελευταίο άνθρωπο, τον πιο υπεύθυνο αμαρτωλό. Κι όμως αυτό το σκύψιμο, αυτό το ότι δεν τολμούσε να κοιτάξη ψηλά, όλα αυτά ήταν προσευχή, όλα αυτά συγκλόνιζαν τον θρόνο του θείου ελέους. Και κατέβηκε, λέει, ο τελώνης δεδικαιωμένος, ο δε Φαρισαίος καταδικασμένος. Η ταπείνωσις αυτή, το σκύψιμο κάτω με τα μάτια χαμηλά, η εντροπή που ένοιωθε, ο έλεγχος της συνειδήσεως που τον συνείχε, όλα αυτά συνετέλεσαν και κατέβηκε δεδικαιωμένος, δηλαδή συγχωρημένος από τον Θεό.





Το παράδειγμα ιδιαίτερα αυτού του τελώνου μας δίνει το δίδαγμα, μας φωτίζει το δρόμο, μας δίνει την ευκαιρία να σκεφθούμε, να δούμε πως ακούγεται η προσευχή του προσευχομένου. Ας ελέγξουμε λίγο τον εαυτό μας κι ας κάνουμε μία παρατήρησι, μία αυτοεξέτασι. Όταν προσευχηθήκαμε και το μυαλό μας, ο νους μας γύρισε όλο τον κόσμο και δεν καταλάβαμε καν τι είπαμε, νοιώσαμε καμμία αλλοίωσι μέσα μας; Νοιώσαμε ξηρασία σαν να μη κάναμε προσευχή. Αυτή είναι η απάντησις που πήραμε. Το γνωρίσαμε κι αυτό από την πράξι. Όταν όμως σαν τον τελώνη έτσι κι εμείς προσευχώμεθα, γονατισμένοι, με δάκρυα, με ταπείνωσι, με αυτογνωσία, να πιστεύουμε ότι οι προσευχές μας θα τύχουν απαντήσεως.



Η Άννα η Προφήτις, η μητέρα του Σαμουήλ του Προφήτου, ήταν στείρα, όπως γνωρίζουμε από τη Γραφή και δεν είχε παιδιά καθόλου. Η άλλη γυναίκα του ανδρός της είχε πολλά παιδιά. Σαν στείρα πονούσε κι επιθυμούσε κι αυτή να αποκτήση ένα παιδάκι. Ο πόνος αυτός της ψυχής την ωδήγησε στο ναό του Θεού να προσευχηθή. Γονατισμένη μέσα στο ναό γοερώς έκλαιγε και παρακαλούσε το Θεό. Από την πολλή της προσευχή κι από το πολύ δόσιμο στο Θεό, δεν καταλάβαινε τίποτα, τι γινόταν γύρω της, γιατί ήταν εξ ολοκλήρου δοσμένη ψυχή τε και σώματι στο αίτημα. τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι, η καρδιά της φλεγόταν και η φωνή της ανέκραζε γοερώς. Ο Ηλί ο ιερεύς ήταν μέσα στο ιερό, στα Άγια των Αγίων, καθώς και ο υπηρέτης. Λέγει ο υπηρέτης στον ιερέα του Θεού:

- Τί γίνεται μ’ αυτή τη μεθυσμένη έξω; Να τη βγάλουμε απ’ το ναό.

- Όχι, δεν θα τη βγάλουμε, διότι η ψυχή της είναι κατώδυνος, πονάει πάρα πολύ. Άφησέ την εκεί να εκ­χύση τον πόνο της ενώπιον του Θεού. Και γνωρίζουμε ότι αυτή η προσευχή της έφερε τον καρπό τον άγιο μέσα στην κοιλία της και εγέννησε τον μεγάλο Προφήτη Σαμουήλ.



Βλέπετε, τί προσευχές χρειάζονται για να πάρουμε απάντησι στα αιτήματά μας από τον Θεό και ιδιαίτερα, όταν αυτά είναι σοβαρά και δυσεπίλυτα; Πόσα προβλήματα μας απασχολούν, οικογενειακά, οικονομικά, προβλήματα σχετικά με τα παιδιά, για τα οποία όλοι οι γονείς έχουν τρομερή αγωνία σήμερα, εντός του δικαίου βέβαια. Διότι έξω από το σπίτι καιροφυλακτούν λύκοι και λέοντες να τα καταβροχθίσουν. Επομένως η αγωνία αυτών των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλη, γιατί βλέπουμε πως ακριβώς ο σατανάς περιπλέκει τα παιδιά με το δίχτυ του, τα αγκιστρώνει και τα τραβάει έξω από τη θάλασσα και έτσι δημιουργείται όλη αυτή η σήψις και ο ψυχικός θάνατος των παιδιών. Όλα αυτά τα παιδιά θέλουν πολλή προσευχή.



Έχουμε βέβαια πολλά παραδείγματα μητέρων, που η προσευχή τους έσωσε τα παιδιά τους, όπως την Αγία Μόνικα. Όπως γνωρίζετε η Αγία Μόνικα ήταν η μητέρα του Ιερού Αυγουστίνου. Ο Ιερός Αυγουστίνος πριν γίνη «Ιερός», ήταν ο άσωτος Αυγουστίνος, ένας από τους πολύ μεγάλους αμαρτωλούς. Αλλά η αγία αυτή μητέρα δεν γονάτισε προ του μεγίστου κινδύνου, προ της μεγάλης απώλειας του παιδιού της. Δεν δειλίασε, που το έβλεπε στην ασωτεία να καταρρέη συνέχεια, αλλά το θάρρος της ήταν μεγάλο και η πίστις της μεγάλη. Αγωνιζόταν στην προσευχή. ανάλογα και τα δάκρυά της. Και ο πόνος της τον έφερε εις μετάνοιαν. Μετανόησε ο Ιερός Αυγουστίνος. Αλλά και όταν αργότερα έπεσε σε αίρεσι, έκανε άλλον αγώνα μεγάλο η μητέρα, για να τον επαναφέρη στην Ορθόδοξη πίστι. Έφτασε στα Μεδιόλανα και συνάντησε τον Άγιο Αμβρόσιο και έκλαιγε και θρηνούσε μπροστά του εκθέτοντας τα όσα το παιδί της είχε κάνει στη ζωή του. Βλέποντας ο άγιος τα δάκρυα, βλέποντας τον πόνο και την πίστι της, της είπε:

- Γύναι, αυτά τα δάκρυα που χύνεις, δεν θα μείνουν έτσι, θα φέρουν καρπό. Πίστευε ότι το παιδί σου θα αλλάξη. Και άλλαξε και έγινε ο Ιερός Αυγουστίνος, που εορτάζεται μεταξύ των Αγίων από την Εκκλησία μας.





Βλέπετε των μεγάλων μητέρων τα κατορθώματα! Δεν εδειλίασαν, δεν απελπίστηκαν, όταν έβλεπαν τα παιδιά τους να καταστρέφωνται. Ποτέ απελπισία. Η απελπισία είναι πάρα πολύ μεγάλο κακό. Γι’ αυτό πρέπει να ενισχύουμε τα παιδιά, να τους σπέρνουμε τον σπόρο της ευσεβείας και να μη χάνουμε το θάρρος μας, διότι ό,τι σπέρνουμε, δεν χάνεται. Εισέρχεται ο σπόρος στην ψυχή τους κι ας φαίνεται ότι τώρα, που είναι στη νεανική τους ηλικία, δεν δέχονται τίποτα, αντιλογούν, βγαίνουν προς τα έξω, δεν έρχονται στην εκκλησία και κάνουν ωρισμένα λάθη. Στο βάθος έχουν πίστι, στο βάθος έχουν ένα πάρα πολύ όμορφο άνθρωπο. Να ξέρετε ότι ο σπόρος αυτός θα βλαστή­ση. Θα έρθη καιρός που ο Θεός θα δώση ούριο άνεμο, θα βρέξη, θα ανατείλη ο ήλιος της δικαιοσύνης και τα παιδιά αυτά θα καρποφορήσουν καρπόν εκατονταπλασίονα. Αν ο Θεός το καλέση, όπως περιμένουμε να γίνη, και αξιωθούν του μαρτυρίου, τότε θα δήτε ότι τίποτα δεν χάθηκε. Διότι ο Χριστός μας σταυρώθηκε για όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα για τα παιδιά, τα οποία στη σημερινή εποχή κινδυνεύουν άμεσα.



Και οι γονείς και η εκκλησία ολόκληρη και ιδιαίτερα εμείς οι πνευματικοί που βλέπουμε τα βαθύτερα του κάθε παιδιού και γνωρίζουμε το τι συμβαίνει, πρέπει να προσευχώμεθα. Να παρακαλούμε νύχτα μέρα και ιδιαίτερα για εκείνα τα παιδιά, που είναι γεννημένα στις αιρέσεις και για εκείνα, που τα έχουν καταστρέψει τα ναρκωτικά και γυρίζουν έρημα μέσα στους δρόμους, χωρίς καμμία σχετική προστασία, χωρίς κανένας να λαβαίνη πρόνοια γι’ αυτά. Όλοι έχουν ανάγκη από μια ανακούφισι κι από τον πόνο κι από την ασθένεια κι από τα προβλήματα τα ψυχολογικά, τα οποία είναι μία μόνιμη κατάστασι πλέον στο νεανικό κόσμο.



Εμείς οι χριστιανοί οι οποίοι γνωρίζουμε την αγάπη του Θεού, θα πρέπη να προσευχώμεθα για κάθε πλάσμα επάνω στη γη, για κάθε χαμένο, για κάθε πονεμένο άνθρωπο, για κάθε πονεμένη ψυχή, διότι τότε θα εκπληρώσουμε το χρέος μας απέναντι στον Θεό και τότε θα είμεθα πραγματικά παιδιά του Θεού. Και ο Θεός έτσι κάνει. Είναι απλωμένος σε όλον τον κόσμο, άσχετα αν οι άνθρωποι Τον βλασφημούν, αν ασεβούν, αν Τον έχουν ξεχάσει ή κι αν δεν Τον γνωρίζουν καθόλου. Η αγάπη μας πρέπει να απλωθή, να μην περιορίζεται μόνο στη δική μας οικογένεια ή στη διπλανή μας, αλλά σε όλον τον κόσμο. Οι άγιοι Πατέρες και για τα κτήνη ακόμη είχαν ευσπλαχνία και οικτιρμούς. Τα ελυπούντο και τα αγαπούσαν από την αγιότητα της ψυχής των.



Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν. Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος. Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους εσχάτους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα. Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια. Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστι στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώση τη λύτρωσι και να διώξη το σκοτάδι της απιστίας και της αθεΐας. Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμαστούμε, να οπλισθούμε. Ένα κράτος, όταν αντιληφθή ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεσι αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως. Ούτω πως και εμείς. Και η προετοιμασία είναι γνωστή.



Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστι και ταπείνωσι θα ελκύσουμε την Χάρι κι αυτή τη μεγάλη δύναμι του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε. Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφθού­με, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμι. Θα λέμε: «Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι τίποτα, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος». Μόνον η ταπείνωσις θα ελκύση τη δύναμι του Χριστού και θα νικήση. Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμι, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα. Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και τις ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβασι του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ. Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμμία δύναμι να αντιμετωπίση ό­λα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμι του Θεού. Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέση σ’ αυτό το μαρτύριο, θα δώση «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν» (Α’ Κορινθ. ι’ 13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δε­χθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρι του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε.



Εν συνεχεία πρέπει να διορθώσουμε τη ζωή μας, να την κάνουμε ορθόδοξη από απόψεως αρετών και αγωνισμάτων, για να αισθανθούμε, να γευθούμε και να πιστέψουμε πραγματικά στον Θεό. Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός εις τον καιρό των μαρτυρίων έκανε θαύματα στους αγίους και τους ενίσχυε στον αγώνα, θα νοιώσουμε την ύπαρξί Του μέσα μας ζωντανή, όπως την ένοιωσαν οι Μάρτυρες. Βλέπουμε στα μαρτύρια των αγίων, ότι και οι Μάρτυρες και οι Ασκηταί εδέχοντο επίσκεψι θεϊκή, μαρτυρική, οράματα θεία και επεμβάσεις Χάριτος, χωρίς οι γύρω τους να το αντιλαμβάνωνται, κι έτσι έπαιρναν δύναμι. Κι όλα αυτά τους βοηθούσαν και ξεπερνούσαν τη μαρτυρική δυσκολία και έτσι ετελειώνοντο εν Κυρίω. Ο Απόστολος Παύλος σε μία από τις Επιστολές του λέγει: «Δια πίστεως οι άγιοι πάντες κατηγωνίσαντο βασιλείας, ….επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, …» (Εβρ. ια’, 33-40) και τόσα άλλα έπαθον. Δια της πίστεως οι Μάρτυρες κατώρθωσαν όλα αυτά τα μεγάλα. αγωνίσθηκαν εναντίον βασιλέων, εναντίον τυράννων, εναντίον βασάνων, εναντίον του πυρός και τόσων άλλων δεινών και εθριάμβευσαν και εστεφανώθησαν και ηγίασαν.

Αλλά λέμε: Αφού τώρα δεν βλέπουμε αρετή, έχουμε βαθύ σκότος αμαρτίας και απιστίας και ιδιαίτερα στις χώρες αυτές, που μας κατακλύζουν όλες οι θρησκείες, όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, οι σατανιστές, που έχουν μεγάλη ισχύ, και τόσες άλλες δοξασίες και βλασφημίες και αιρέσεις, πώς θα αναδει­χθούν σήμερα οι Άγιοι; Αφού έχει εκλείψει κάθε αρετή, αφού ασκητάς δεν έχουμε τώρα, όπως τα παληά χρόνια, που ηγίαζαν στας ερήμους, αφού η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια, ποιοι θα είναι οι Άγιοι των τελευταίων χρόνων;



Και όμως οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν μέχρι της συντελείας των αιώνων. Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία η Εκκλησία θα καρποφορή Αγίους. Και επειδή τα χρόνια αυτά θα είναι πολύ κοντινά και περιμένουμε να δώσουμε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία, οφείλουμε όλοι να προετοιμαζώμεθα και να ενισχύουμε συνεχώς και τα παιδιά μας, έστω και με τα λίγα, που γνωρίζουμε, και να τα τονώνουμε την Ορθόδοξη πίστι και στο μαρτύριο. Όποιος θα αξιωθή να δώση αυτή τη μαρτυρία της πίστεως τα επόμενα χρόνια, τα οποία θα είναι τα τελευταία και τα ένδοξα, αυτός ο Μάρτυς θα είναι δέκα φορές λαμπρότερος εις την Βασιλείαν των Ουρανών από τους προηγουμένους Μάρτυρας, που εορτάζει η Εκκλησία μας. Ας ελπίσουμε κι εμείς, με τη Χάρι του Κυρίου, ότι θα αξιωθούμε αυτής της μεγάλης τιμής του μαρτυρίου στους εσχάτους χρόνους. Αμήν. Γένοιτο.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...