
Φεβρουάριος του 1988.
Στις Καρυές κάνει αρκετό κρύο. Έχει σημαντικό υψόμετρο. έχει και υγρασία που δυσκολεύει τα πράγματα. Σήμερα όμως είναι ξερός ο καιρός. Έχει κι ένα αεράκι που αν είσαι καλά ντυμένος το απολαμβάνεις. Είναι απόγευμα. Μόλις έπεσε ο ήλιος πίσω από το βουνό.
Προχωρούμε στο μονοπάτι μαζί με τον π. Παΐσιο. Στον δρόμο συναντούμε τον π. Καλλίνικο από τη Σκήτη του Κουτλουμουσίου. Φθάνουμε στο ξύλινο γεφυράκι του. Γύρω μας φουντουκιές γυμνές χωρίς φύλλα. Μόνο κλαδιά.
«Μπα, ποιός έφερε μανταρίνια;», ρωτά έκπληκτος ο π. Παΐσιος.
Στο βάθος, σε απόσταση μεγαλύτερη από εξήντα μέτρα, διακρίνεται η πόρτα της αυλής του και κάτι που ροδίζει στη βάση της, ίσως να 'ναι χρώματος πορτοκαλί. Η απόσταση δεν αφήνει περιθώρια για περισσότερες λεπτομέρειες.
Σε λίγη ώρα πλησιάζουμε. Πράγματι, βλέπουμε μια μεγάλη σακούλα διαφανή, πορτοκαλί χρώματος, γεμάτη μανταρίνια. Πού τα είδε ο άνθρωπος! Πώς διέκρινε ότι είναι μανταρίνια και όχι πορτοκάλια! Αφού δε και η σακούλα είναι πορτοκαλί, θα μπορούσε να περιείχε και μήλα.
«Πως μ' αρέσουν τα μανταρίνια!», λέει με εμφανώς προσποιητή λαιμαργία, ο γέροντας. «Θα κρατήσω για τον εαυτό μου τρία. Καλύτερα, ας τα κάνω πέντε. Μια που βρήκα την ευκαιρία, θα πάρω επτά», λέει με ένα πολύ χαριτωμένο χαμόγελο και σταματά. «Πάρε τα υπόλοιπα, π. Καλλίνικε, και πήγαινε τα απέναντι στον γερο-Ιωσήφ».
Ο γερο-Ιωσήφ ήταν ένα γεροντάκι στην Κουτλουμουσιανή Σκήτη, 103 ετών, που όμως καθημερινά καλλιεργούσε τον κήπο του.
Ο π. Καλλίνικος έβαλε σχήμα, ζήτησε ευλογία και έφυγε. Εμείς με τον π. Παΐσιο μπήκαμε στο καλυβάκι του. Καθίσαμε στο ένα κελλί και μου ζήτησε να του διαβάσω κάτι χειρόγραφα κείμενά του.
Πέρασαν περίπου είκοσι λεπτά και χτυπάει το σίδερο της αυλόπορτας. Κάποιοι ήλθαν για να τον συναντήσουν.
« Να ανοίξω, γέροντα;», ρωτώ.
«Άσε καλύτερα. Αν είναι περίεργοι θα φύγουν. Αν είναι πονεμένοι ή διψασμένοι θα επιμείνουν».
Συνεχίζουμε την ανάγνωση. Σε λίγα λεπτά ξαναχτυπάει το σίδερο.
«Τί κάνουμε τώρα, γέροντα;». ξαναρωτώ.
Στο παράθυρο του, αντί κουρτίνας κρεμόταν ένα κομμάτι από σεντόνι.
«Κοίτα λοξά, να μην σε δουν και δες πόσοι είναι», μου λέγει.
«Δεν μπορώ να τους μετρήσω, δεν φαίνονται», απαντώ.
«Καλά, δεν ξέρεις ούτε αριθμητική; Τί έκανες τόσα χρόνια στην Αμερική; Ας περιμένουμε, αυτοί θα ξαναχτυπήσουν».
Πράγματι, σε λίγα λεπτά, χτυπούν για τρίτη φορά.
«Τώρα θα προσπαθήσω εγώ να τους μετρήσω. Μπορεί να μην τελείωσα το Δημοτικό, αλλά θα τα καταφέρω», μου λέγει.
Σηκώνεται και ανοίγει την πόρτα της καλύβας.
«Τί πάθατε. παλικάρια, τέτοια ώρα; Τί ήλθατε να κάνετε;».
«Πάτερ, θέλουμε λίγο να σας δούμε. Γίνεται;».
«Να με δείτε γίνεται. Αλλά τί θα βρούμε να σας κεράσουμε. Πόσοι είστε; Για να σας μετρήσω ένας, δύο. επτά. Για να δω τί θα βρούμε στο μαγαζί, τέτοια ώρα».
Μπαίνει μέσα και επιστρέφει με τα επτά μανταρίνια.
Τί φοβερός άνθρωπος, σκέπτομαι έκπληκτος από μέσα. Πού το ήξερε και κράτησε τα μανταρίνια ! Το προγνώριζε; Τον φώτισε ο Θεός χωρίς αυτός να το συνειδητοποιεί;
«Από πού έρχεσθε, παλικάρια;», ρωτάει με ενδιαφέρον.
«Είμαστε από την Αθήνα. Και ο Βruce με τον John από την Αμερική».
«Από την Αμερική; Μα αν τους κεράσουμε ένα μανταρίνι, αυτοί θα μας ρεζιλέψουν σε όλο τον κόσμο. Για να βρούμε κάτι Αμερικάνικο στο. supermarket».
Ξαναμπαίνει μέσα και επιστρέφει με ένα πακέτο αμερικάνικα μπισκότα και ένα κουτί ξηρούς καρπούς διαφόρων ειδών Ρlanters, της πιο φημισμένης δηλαδή μάρκας στην Αμερική. Έκπληκτοι αυτοί εκφράζουν τον θαυμασμό και τον εντυπωσιασμό τους.
«Πάτερ, τί συμβολίζει το τάλαντο που χτυπούν στα μοναστήρια;», ρωτάει δειλά ο ένας.
«Δεν ξέρω τί συμβολίζει. Ούτε και έχει καμιά σημασία. Αυτό που έχει άξια δεν είναι να χτυπάει κάνεις το τάλαντο του μοναστηρίου, αλλά να πολλαπλασιάζει το τάλαντο του Θεού. Ακούστε, παιδιά! Επειδή η ώρα πέρασε, πρέπει να πηγαίνετε. Ένα μόνο να πω: το πρόβλημα με τους Αμερικάνους είναι ότι στα Αγγλικά το "εγώ" γράφεται πάντοτε με κεφαλαίο, ενώ εμείς στην Ελλάδα το γράφουμε πότε-πότε και με μικρό».
Γέλασαν με τη χαριτωμένη παρατήρηση και ρωτούν οι Αμερικάνοι:
«Αυτό τί σημαίνει; Εμείς τί πρέπει να κάνουμε ;».
«Να διαγράψετε το "εγώ" από το λεξιλόγιο σας, παιδιά. Ο εγωισμός είναι ο μεγάλος μας εχθρός. Αυτόν πρέπει να πολεμήσουμε όλοι ανεξαιρέτως»
Η αγιότητα έχει μια ευγένεια, μια λεπτότητα, μια χάρη πάνω της. Δεν είπε σοφίες ούτε θεολογίες ούτε έκανε εντυπωσιακές αποκαλύψεις. Γέμισε όμως όλων την καρδιά. Προνόησε διακριτικά, κάλυψε το χάρισμά του, ευγενικά κέρασε τους επισκέπτες του, όμορφα πρωτοτύπησε με τον τρόπο του, οικοδόμησε με τον λόγο του,
ανέπαυσε με την παρουσία του. Χωρίς να προσπαθεί να πείσει για κάτι κανέναν, πείθει για τα πιο μεγάλα όλους. Δίπλα του φωτίζεσαι, χαίρεσαι, αναπαύεσαι. Αισθάνεσαι σαν τη Μαρία «παρά τους πόδας του Ιησού». Σαν τους αποστόλους στο όρος της θείας Μεταμορφώσεως - δεν θέλεις να ξεκολλήσεις με τίποτα.
πηγή: Νικολάου Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής
Είναι οι λάθος τρόποι που μας επισημαίνουν πέντε ειδικοί, ώστε να τους αποφύγουμε!
1. Απειλείτε το παιδί ότι θα το εγκαταλείψετε
Έχει συμβεί σε όλους μας. Φτάνει η ώρα να φύγετε από το πάρκο και τα παιδιά τρέχουν, κρύβονται, και γενικά αρνούνται να φύγουν. Η τακτική αυτή του εκβιασμού, λέει ο δόκτωρ L. Alan Sroufe, καθηγητής ψυχολογίας στο University of Minnesota’s Institute of Child Development, μας φαίνεται κάποιες φορές πολύ «δελεαστική» για να συμμορφωθούν αλλά θυμηθείτε ότι η απειλή της εγκατάλειψης είναι εξαιρετικά επιζήμια για τα παιδιά. Η αίσθηση του δεσίματος με τους γονείς, είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα στην ανάπτυξη του παιδιού, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια. Η απειλή εγκατάλειψης, ακόμα και με φαινομενικά ανάλαφρο τρόπο, μπορεί να ταρακουνήσει τα θεμέλια της ασφάλειας που αντιπροσωπεύετε στα μάτια του. Έτσι, την επόμενη φορά προσπαθήσετε με απλά λόγια να του εξηγήσετε πως έχει η κατάσταση. Αν ήρθε η ώρα να φύγετε από το πάρκο, προετοιμάστε το πρώτα, δεδομένου ότι οι απότομες αλλαγές είναι δύσκολες για τα παιδιά. Στη συνέχεια υπενθυμίστε το κάθε λεπτό που περνάει, έτσι ώστε να προετοιμαστεί ψυχολογικά.
2. Τους λέτε ψέματα
Ένας απλός, αλλά εξαιρετικά σημαντικό κανόνας στην ανατροφή των παιδιών είναι: Μην λέτε στα παιδιά ποτέ ψέματα, ακόμη κι αν πιστεύετε ότι κάποια ψέματα προστατεύουν τον συναισθηματικό τους κόσμο, λέει ο δόκτωρ Alan Sroufe. Ακόμη κι όταν δεν είμαστε σίγουροι, πώς να χειριστούμε κάποιες δύσκολες καταστάσεις, είναι πολύ σημαντικό, να λέμε την αλήθεια. Αρκεί η εξήγηση που θα δώσουμε να είναι κατάλληλη για την ηλικία του παιδιού. Ένα πολύ μικρό παιδί δεν έχει ανάγκη από μια λεπτομερή εξήγηση του θανάτου. Λέγοντάς του ότι ήταν πολύ ηλικιωμένο το ζώο, και οι γιατροί δεν μπορούσαν να το κάνουν καλά, μπορεί να είναι αρκετό για το παιδί. Την επόμενη λοιπόν φορά που θα σκεφτείτε να του πείτε ένα μικρό ψέμα, προτιμήστε να πείτε την αλήθεια και παράλληλα όμως βοηθήστε το να τα βγάλει πέρα με «την πάλη των συναισθημάτων του». Μακροπρόθεσμα θα είναι πολύ καλύτερα για την ψυχική υγεία του.
3. Αγνοείτε τη δική σας άσχημη συμπεριφορά
Να θυμάστε ότι τα παιδιά μαθαίνουν με βάση αυτά που βιώνουν, λέει ο David Elkind, ειδικός αναπτυξιολόγος στο Tufts University. Απορροφούν σαν σφουγγάρια τα πάντα γύρω τους, και είναι εξαιρετικά ικανά να μαθαίνουν και να αντικατοπτρίζουν τις καλές και κακές συμπεριφορές, ακόμα και από τότε που είναι πολύ μικρά. Αντανακλώντας στον εαυτό μας, την συμπεριφορά που περιμένουμε από τα παιδιά μας, είναι ένα από τα καλύτερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε ως γονείς. Θυμηθείτε ότι αυτά που κάνετε, επηρεάζουν πολύ περισσότερο το παιδί, σε σχέση με αυτά που λέτε. Έτσι για παράδειγμα, εάν θέλετε το παιδί σας να σέβεται τον άλλον και να είναι ευγενικό, να δείχνετε και εσείς ανάλογη συμπεριφορά, ακόμα και όταν είστε θυμωμένοι ή διαφωνείτε με κάποιον.
4. Υποθέτετε ότι αυτό που «δούλεψε» στο πρώτο σας παιδί, θα λειτουργήσει και στο δεύτερο Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα με τις συμβουλές ανατροφής, είναι ότι η ίδια μέθοδος δεν ταιριάζει σε όλους, λέει χαρακτηριστικά ο Dr. Elkind. Υπάρχει μάλιστα μια χαρακτηριστική παροιμία που λέει ότι «το ίδιο βραστό νερό που σκληραίνει το αυγό, μαλακώνει το καρότο». Η ίδια συμπεριφορά, μπορεί να έχει διαφορετικά αποτελέσματα ανάλογα με την προσωπικότητα του κάθε παιδιού. Γι’ αυτό και είναι πολύ σημαντικό να θυμόμαστε ότι αυτό που λειτούργησε καλά για ένα παιδί, δεν σημαίνει ότι απαραίτητα θα λειτουργήσει το ίδιο και για τα άλλα.
5. Πανικοβάλλεστε όταν το παιδί δεν τηρεί κάποιον κανόνα
Οι περισσότεροι γονείς έχουν διαμορφωμένες απόψεις για τα πράγματα που είναι για το καλό των παιδιών τους, μας λέει ο George Scarlett, παιδοψυχίατρος στο Eliot-Pearson Department of Child Development του Tufts University. Έτσι, όταν το παιδί κάνει κάτι που το θεωρούν κακό, στεναχωριούνται και εκνευρίζονται πολύ. Όμως μια «κακή» δραστηριότητα που γίνεται αραιά (όπως η ενασχόληση με βιντεοπαχνίδια) , δεν θα είναι πολύ επιζήμια για την ανάπτυξη του παιδιού σας, εάν το υπόλοιπο 99 % των δραστηριοτήτων του είναι ευθυγραμμισμένες με τις πεποιθήσεις σας. Να θυμάστε ότι αν ένα παιδί μεγαλώνει με αγάπη, σε ένα καλό οικογενειακό περιβάλλον, τότε οι «κακές» δραστηριότητες δεν θα έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην ανάπτυξη του.
6. Τιμωρείτε το παιδί επειδή συμπεριφέρεται ανώριμα
Εννοείται πως ακόμη κι όταν τα παιδιά γίνονται νήπια μπορεί να εκφράσουν το θυμό τους χτυπώντας ένα παιδάκι, ή πετώντας πράγματα. Αυτή είναι μια απόλυτα φυσιολογική συμπεριφορά για ένα παιδί, μας λέει ο δόκτωρ Tovah Klein, διευθυντής στο τμήμα ανάπτυξης Barnard Toddler Center του Columbia University. Ιδιαίτερα όταν το παιδί αυτό δεν έχει ωριμάσει συναισθηματικά .Αντί λοιπόν να τιμωρείτε τις συναισθηματικές εξάρσεις του, βοηθήστε το να καταλάβει τους λόγους που κάνει ότι κάνει και εξηγήστε του, ότι υπάρχουν καλύτεροι τρόποι να εκφράζει τα συναισθήματα του.
7. Είστε περισσότερο φίλοι με τα παιδιά, παρά γονείς!
Αυτό είναι ένα συχνό λάθος που κάνουν οι γονείς, ιδίως όσο μεγαλώνουν τα παιδιά τους λέει η παιδίατρος Sue Hubbard. Όλοι οι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να τους επιζητούν και να τους αγαπάνε , οπότε είναι εύκολο να διολισθήσουν στο ρόλο του φίλου, παρά στο ρόλο του γονέα. Είναι όμως πολύ σημαντικό να παραμείνουν γονείς και να βρουν τη σωστή ισορροπία στη σχέση τους με το παιδί.
8. Πιστεύετε ότι είστε απόλυτα υπεύθυνοι (ή καθόλου υπεύθυνοι) για τη ανάπτυξη του παιδιού σας
Όλοι έχουμε επίγνωση της σημασίας που έχει η ανατροφή που δίνουμε στα παιδιά.Όμως μερικές φορές δίνουμε μυθικές διαστάσεις στο πόσο μπορούμε να επηρεάσουμε την πορεία ενός παιδιού, λέει ο Hans Steiner, υπεύθυνος του ψυχιατρικού τμήματος στο Stanford University. Το να γίνετε ένας γονιός γεμάτος άγχος και ενοχές είναι ένας σίγουρος τρόπος για να χαλάσετε τα παιδιά σας. Υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες εκτός από εσάς που επηρεάζουν την προσωπικότητα και την ανάπτυξή των παιδιών: τα γονίδια, άλλα μέλη της οικογένειας, το σχολείο, οι φίλοι. Έτσι, αν κάτι πάει στραβά, μην το πάρετε προσωπικά , δεδομένου ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι φταίτε εσείς. Από την άλλη όμως, μην θεωρήσετε ότι δεν έχετε κανένα ρόλο στην ανάπτυξη του παιδιού σας. Μερικοί άνθρωποι το βλέπουν ανάποδα, ότι οι επιτυχίες και τα προβλήματα των παιδιών οφείλονται κυρίως στα γονίδια ή στους δάσκαλους στο σχολείο, και όχι στους ίδιους. Και οι δύο ακραίες απόψεις, είναι λάθος. Η ανατροφή που θα του δώσετε είναι σημαντική στη ζωή του παιδιού, αλλά δεν είστε ο μόνος παράγοντας που θα καθορίσει την πορεία του.
Πηγή: imommy.gr
The Elder said that God gave us a soul, but our body is inherited from our parents and grand parents, that is why together with our body we receive part of their sins. They are waiting for our prayers and feel great joy when we pray for them, and those who are in the Heavenly Kingdom help us.
St. Seraphim of Vyrytsa
Με ονομάζετε ΚΥΡΙΟΝ, αλλά δεν με υπακούτε.
Με ονομάζετε ΦΩΣ, αλλά δεν με βλέπετε.
Με ονομάζετε ΟΔΟΝ, αλλά δεν με ακολουθείτε.
Με ονομαζετε ΖΩΗΝ, αλλά δεν με επιθυμείτε.
Με ονομάζετε ΣΟΦΙΑ, αλλά δεν με συμβουλεύεστε.
Με ονομάζετε ΑΛΗΘΕΙΑ, αλλά δεν με πιστεύετε.
Με ονομάζετε ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟΝ, αλλά δεν με εμπιστεύεστε.
Με ονομάζετε ΔΙΚΑΙΟ, αλλά δεν με φοβείσθε.
Με ονομάζετε ΠΑΤΕΡΑ, αλλά δεν γίνεστε παιδιά μου.
Με ονομάζετε ΣΩΤΗΡΑ, αλλά δεν θέλετε τη σωτήρια σας.
((ΕΦ¨ΟΣΟΝ ΕΠΟΙΗΣΑΤΕ ΕΝΙ ΤΟΥΤΩΝ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΟΥ ΤΩΝ ΕΛΑΧΙΣΤΩΝ, ΕΜΟΙ ΕΠΟΙΗΣΑΤΕ
http://1myblog.pblogs.gr/tags/alitheia-gr.html

The Elder, according to his custom, spent the night praying. Once, while praying, about 1 a.m. he was "informed" by Divine grace that, at that moment, someone in the world, called John, was in danger. Upon receiving this information, the Elder immediately lit a candle and began to pray for John. Approximately half an hour later, the Elder’s soul received was "informed," that John was out of danger. But, the Elder still did not understand, what had happened.
The next day a young man came to the Elder and told him, what the Divine grace had concealed, i.e. that he, depressed because of a multitude of problems, found himself at a dead end, and decided to commit suicide.
Getting on his motorcycle at 12.30 a.m, he left the city, heading towards a distant district, in order to drive off a precipice and crash.
Around 12.50, while he was driving along the highway, he had a thought: "They say so many things about this Paisios on the Holy Mountain, maybe I should visit him, and if nothing happens there, then I shall crash."
That was that very John, about whom the Divine grace instilled the Elder to pray, when the young man was approaching the abyss.
And of course, when the young man returned home, he did not drive to that abyss, but to a confessor, to whom he confessed his sins. Thus, by the prayers of the Elder, the youth started on the right path.
Elder Paisios

Once, the father of a girl who had cancer, and whom the doctors told that she had only a few more months to live, came to the Holy Mountain. He brought some of her belongings so that the "Father" could bless them, and asked the Elder to pray for his daughter.
The Elder said to him:
—I shall pray, but you, as a father, should bring some sacrifice to God, for the sacrifice of love greatly "predisposes" God to help.
The father asked:
— What shall I sacrifice, Gheronta? The Elder said:
—What passions do you have? Sacrifice one of them. Not being very spiritual, the father answered:
— I do not know, I have no passion….
Then the Elder asked:
— Do you smoke?
— Yes, — he answered.
— So, give up smoking out of love for your daughter, and then God will cure her.
He promised to do that and, really, gave up smoking. After that, the girl began to recover gradually, until she became completely healthy. The doctors later confirmed her full recovery.
After a while, the father, apparently having forgotten about his vow, started smoking again. At the same time, the cancer began to return to his daughter, so that she found herself in the previous grave state.
Then the father again came to the Holy Mountain and visited the Elder.
The Elder, looking at him sternly, said:
—If you, as a father, do not have enough piety to sacrifice your passion and save the life of your child, then there is nothing I can help you with.
The Elder persistently emphasized the fact, that a man does not have the right to say, "I cannot," he can only say: "I do not like" or "I do not want."
When people, overwhelmed by some passion, say, that some force prevents them from doing good, they should know that this force is nothing else but their own force, which is given them for loving, but that began to act in the wrong direction. And, inasmuch as they love their passions, they naturally do not want to cast them off, because you do not wish to lose that which you love.
Consequently, when coming to hate a passion, one should find something better and elevated to replace it with. For, if a man cannot find anything better for himself, he will not know where to direct his love and his forces, and will suffer because of this.
"Very often people came to me and asked:
— Gheronta, I smoke, and cannot give it cigarettes. What should I do?
The Elder asked: — Do you want to give it up?
I hear the answer: — Yes, Gheronta, I tried many times, but in vain.
Then the Elder said: — Yes, it happens! … From this moment on, stop smoking, and God will help you."
The person, subjected to the passion, normally objects:
— No, Gheronta, I cannot!
Then the Elder, interrupting him before he can finish the phrase, powerfully said:
— There is no "I cannot," fulfill it and that’s all! Do not give in to the thoughts, which suggest that you will not be able to deal with this habit.
In this way, the Elder instilled in each of us, that we are autocratic. If we became the slaves of some passion, then this happened according to our own will. And, if we remain its slaves, then only through attachment to it, because we are delighted to be in servitude.
But when we fall in love with our freedom and our being with Christ, then from that moment on, when we want it, we become free from passions and become God’s children. This proves, that we are autocratic. Moreover, Christ gave His commandments to ordinary sinners and, consequently, slaves of sin. He commanded them to get freed from the yoke of sin and to come nearer to Him. He said to the fornicator: "Do not sin," to the thief: "Do not steal," and to the wrong-thinking: "Do not judge."
If we were involuntary slaves, then God would not command: "Leave that place and come to Me," for we would have been unable to fulfill it. Therefore, if He tells us, that we should leave them on our own, this means that we voluntarily submit to our passions, love them and long for them. But at the moment that we start hating them and turn our love to God, then we are immediately freed.
Thus, it is necessary to:
realize, that we voluntarily gave ourselves to passions and are therefore sick,
hate our passion, which is destroying us,
love God and virtues.
This will put us on the path to moral freedom and true happiness.
Elder Paisios
Πάντα να ζείτε σεμνά και ταπεινά, δίχως
εγωισμό… Πάντα να φροντίζετε ν’ αγαπάτε τους γέρους, τα ορφανά, τους αρρώστους. Να συναναστρέφεστε με φτωχούς και με ανθρώπους που οι άλλοι τους ταπεινώνουν.
Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
"Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me!!!" If one with desire and ceaselessly as the breath from his nostrils forms this Prayer, soon there will be in him the Holy Trinity, Father,
Son, and Holy Spirit, and make a dwelling in him, and prayer will devour the heart and the heart prayer, and a man will begin day and night to
perform this prayer and will be delivered from all the nets of the enemy.
One should say the Prayer of Jesus in this way: "Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me!!!"
Whether you are standing, whether you are sitting, whether you are eating, whether you are travelling, whether you are doing anything else, constantly say this Prayer, fervently compelling yourself, for it strikes the invisible enemies as a soldier with a strong spear.
St. Paisius Velichkovsky

Do you feel upset when you drop a plate or a pot, and it smashes into tiny pieces on the ground? Do you feel anxious when a strong wind is blowing, and you can hear the tiles on your roof coming loose? Do you feel worried about the crops in your field when it rains so hard that the ground is flooded? Do you feel frightened at night when you hear a door click or squeak, wondering if robbers have come to steal your goods? To feel those things is quite normal. Yet the challenge of our faith is that we become so indifferent to material possessions that nothing of this kind can concern us. Of course while we remain on this earth, we must have plates on which to serve our food, roofs above our heads to keep us dry, crops growing in the fields to feed us, and some basic pieces of furniture in our homes. But if we work hard day by day to the best of our abilities, we can be sure that God will provide what we need. And if something is broken, lost, or stolen, God will decide if and when to replace it.
St. John Chrysostomos
Από αυτά πού παίρνετε να δίνετε και στους φτωχούς, σ' αυτούς πού δεν έχουν. Όχι να δίνετε από τα περισσεύματα σας ή τις κληρονο μιές. Αυτό δεν έχει καμιά αξία.
Γέροντας Αμβρόσιος

Η διαφορά ανάμεσα στον Μωάμεθ και τον Χριστό;
Ο Μωάμεθ σφάζει τον άλλο, διότι είναι «άπιστος»
(= μη Μουσουλμάνος), ενώ ο Χριστός σφαγιάζεται ο ίδιος υπέρ του αμαρτωλού.
Πηγή
He who does not know himself does not know God, either. And he who does not know God does not know the truth and the nature of things in general... He who does not know himself continually sins against God and continually moves farther away from Him. He who does not know the nature of things and what they truly are in themselves is powerless to evaluate them according to their worth and to discriminate between the mean and the precious, the worthless and the valuable. Wherefore, such a person wears himself out in the pursuit of vain and trivial things, and is unconcerned about and indifferent to the things that are eternal and most precious.
Saint Nektarios of Aegina
Naturally, every person will be paid by the boss for whom he worked. Those who work for Christ shall receive a hundredfold now in this time and, in the world to come, eternal life (Mark 10:30); and those who work for the dark boss will receive darkness even now.
Elder Paisios
Δεν είναι σπάνιο το ερώτημα στα χείλη νέων γονέων. Ερώτημα που το απευθύνουν ο ένας στον άλλον πρώτα, σε γνωστούς και φίλους κατόπιν, στον πνευματικό τους κάποιοι. Και θα ήταν ανάξιο λόγου ένα τέτοιο ερώτημα, αν η απάντησή του δεν γεννούσε έριδες, διαφωνίες και ψυχρότητες και αν αντιμετωπιζόταν χωρίς καμία πνευματική επίπτωση στο νεογέννητο παιδί.Τί συμβαίνει λοιπόν; Την χαρά της τεκνογονίας, την εμπειρία της πατρότητας και μητρότητα, την ευλογία της συνδημιουργίας ζωής με το Θεό να σκιάζουν ευθύς εξ αρχής έριδες και διχογνωμίες σχετικά με το όνομα του παιδιού! «Του πατέρα μου», επιμένει ο σύζυγος. «Της μητέρας μου», η σύζυγος. «Δεν μ’ αρέσει το όνομα του πατέρα σου». «Είναι όμως η σειρά των δικών μου γονέων να χαρίσουν το όνομα στο εγγονάκι τους». Πόσες τέτοιες αντιπαραθέσεις και καυγάδες! Και όταν μάλιστα αυτές υποδαυλίζονται εκατέρωθεν από τους γονείς και τους συγγενείς των δύο νέων γονέων, τότε τα πράγματα μπορεί να φθάσουν σε εντάσεις και ρήξεις οικογενειακές μεγάλες, με απρόβλεπτες και μακροχρόνιες συνέπειες.
Βέβαια είναι καλό και προσδίδει τιμή και σεβασμό το έθιμο και η παράδοση, το κάθε παιδί να παίρνει το όνομα του παππού ή της γιαγιάς του. Χαρίζει αυτό και μια ιδιαίτερη χαρά και ικανοποίηση στους παππούδες, καθώς αισθάνονται μια πληρότητα βίου και μια ολοκλήρωση προσφοράς. Όμως το όνομα του παιδιού δίνεται στο παιδί για το παιδί. Συνοδεύει από την ήμέρα της Βαπτίσεώς του και έξης εις αιώνας αιώνων αυτό το ίδιο το νεογέννητο παιδί. Μ’ αυτό το όνομα θα μνημονεύεται όσα χρόνια ζήσει επί της γης, αλλά και μ’ αυτό το όνομα θα μνημονεύεται στους τεθνεώτας μετά τον θάνατό του, αφού μ’ αυτό το όνομα θα ζήσει στην αιωνιότητα.
Επομένως, το όνομα του παιδιού αφορά πρωτίστως και καθοριστικώς αυτό το ίδιο το παιδί. Έτσι και η επιλογή του δεν πρέπει να επηρεάζεται από κοσμικά, φιλοσυγγενικά και υστεροφημικά κριτήρια, αλλά η βαρύτητα πρέπει να πέφτει στο πως το όνομα του παιδιού θα επηρεάσει το ίδιο, θα το εμπνεύσει και θα το καθοδηγήσει στην ζωή του προς το αγαθό. Ο Άγιος που κάθε άνθρωπος φέρει το όνομά του καθίσταται πρότυπο στην ζωή του. Εμπνευστής στον βίο του. Προστάτης και βοηθός στον δρόμο της ζωής του. Δημιουργεί συγκινήσεις και πόθους μιμήσεως έτσι, ώστε να υποβοηθείται ο άνθρωπος στον αγώνα για να χαριτωθεί, να αξιωθεί και της δικής του αγιότητος δια πρεσβειών του Αγίου του οποίου το όνομα φέρει.
Αυτά πρέπει να είναι τα κριτήρια των γονέων. Έτσι πρέπει να επιλέγουν, και όχι με το ποιο όνομα είναι της μόδας για τον άλφα ή βήτα λόγο. Ποιο όνομα φτιάχνει ωραίο και μοντέρνο χαϊδευτικό ή μερικές φορές με τη διπλή ονοματοδοσία, για να ικανοποιήσουν διάφορες επιθυμίες και απαιτήσεις.
Μετά το θαύμα της εισόδου στη ζωή ενός παιδιού ακολουθεί ένα δεύτερο θαύμα: της εισόδου του στην αγία μας Εκκλησία δια του Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Μαζί με την ευλογία και την Χάρη του ιερού Μυστηρίου το νεογέννητο λαμβάνει και το ιδιαίτερο όνομά του. Ακολουθούν και οι πρεσβείες και η ευλογία του Αγίου του οποίου το όνομα λαμβάνει. Αναλαμβάνει συγχρόνως και την παρακαταθήκη, την ευθύνη και την υποχρέωση να μιμείται και να εμπνέεται από την ζωή του Αγίου του, καθώς θα μεγαλώνει και θα μαθαίνει γι’ αυτόν, αλλά και θα αρχίζει να αγωνίζεται στον πνευματικό στίβο της ζωής.
Ας μη το ξεχνούν λοιπόν αυτό οι νέοι γονείς. Και ας μην επιτρέπουν την χαρά της γεννήσεως ενός παιδιού να επισκιάζουν έριδες σχετικά με το όνομά του. Αλλά και να μην αφήνουν να κυριαρχούν στην επιλογή του ονόματος κοσμικά και ανθρώπινα κριτήρια, που θα αποκόπτουν το παιδί από την ζωή των Αγίων, την ευλογία και την χάρη τους στην ζωή του.
Πηγή
Monk Bisarion of Dionysiou Monastery was appointed by the monastery in 1916 to work outside Mount Athos for a period of time, at one of the monastery's dependencies where he was in charge of the flourmill.
This monk related the following account that took place during his time there:
One day two villagers went to the fair, and one of them bought a horse from the other. The villager who bought the horse came to the chapel and venerated the icons.
He left a certain amount of money in front of the Honorable Forerunner's icon and asked me to light a candle for him. I lit a candle for him. I saw the money, which was a sizeable amount, but I did not take it; I left it there in front of the icon. Later that
evening, as I went to light the vigil lamps in the chapel, I noticed that the money was gone.
You can't imagine how sad I became. The evil one took advantage of this opportunity and made me
indignant. I walked to the icon of St. John the Forerunner, and, as I stood before it, I said to the
saint: "Holy Forerunner, aren't you here? Why do
you allow people to steal money right in front of your icon? I'm not going to light your vigil lamp!"
So I only lit the vigil lamp of the Mother of God, and I left somewhat nervous. I went to the mill, I walked up to the house, I ate a little, but I was
still apprehensive. I was feeling guilty for having left the vigil lamp of the saint unlit; nonetheless, the evil demon incited me to remain stubborn. I was thinking to myself:
"Let's see what will happen... I'm not lighting his vigil lamp tonight."
Hence, as I lay down to sleep with uneasiness,
I still insisted on my course of action. As I was sleeping in the house all alone (because at that time I did not have any other helpers with me), around midnight, I felt someone nudging me. I woke up, and I saw standing before me a towering figure whose hair was falling freely over his
shoulders. I started to shake fearfully, and I was just barely able to utter: "How did you come here?" The person responded in a serious tone: "Don't you worry how I came here, but tell me why don't you light my vigil lamp?" With utter fear, with a shaky voice, and with tears in my eyes, I said: "Please forgive me, Saint John. I am at fault." I then prostrated myself three times before his feet, crying and asking him to forgive me.
I then heard the Honorable Forerunner address me with a calm and sweet voice: "My child, Bisarion, why did you say that I am not here? If I am not here present, then who has been guarding you all
this time you are here in this wilderness from thieves and other harmful criminals?" "Please, my saint," I replied. "Please forgive me. I won't do it
again." "Go, light the vigil lamp hanging before my icon, and preach to others as well that the icons perform miracles. Because many people in this area have started to say that the icons do not perform miracles." This is what the Honorable Forerunner said to me, and then he disappeared.
That very same moment, I went to the chapel, where I witnessed another miracle! I saw that all the money had been returned to the exact some spot in front of the icon of St. John, where it had been originally placed before it disappeared.
The thief must have experienced a good scare, enough to make him return the money that same evening to the icon.
from the book Narrations from Dionysiou Monastery

ΦΩΤΟ:osiaefxi.com
Από την Καλύβη των Δανιηλαίων στα Κατουνάκια ετοιμάστηκαμε να ξεκινήσουμε την οδοιπορία μας προς την ενδότερη αθωνική έρημο και την ακροτάτη κορυφή του ΄Αθωνος.
Η διαδρομή προς τα άνω ήταν πολύ ανηφορική και κάπως μπερδεμένη, αφού υπήρχαν πολλά μονοπάτια που οδηγούσαν σε διάφορες κατευθύνσεις. Γι αυτό δοκιμάσαμε μεγάλη χαρά, όταν ακούσαμε το Γέροντα Γρηγόριο να μας λέει ότι μαζί μας θα ερχόταν και ο Θανάσης, ένας νεαρός φοιτητής της Θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, πνευματοκοπαίδι των Δανιηλαίων, που είχε να μεταφέρει κάποιες επιστολές στους Κερασιώτες και Αγιοβασιλειάτες Πατέρες.
Ο Θανάσης ήταν έμπειρος περιπατητής της ενδότερης ερήμου του ΄Αθω, γιατί είχε την ευλογία να τη διαβεί κι άλλες φορες. Ετσι κι εμείς ομολογουμένως αισθανθήκαμε κάποια ανακούφιση κι ασφάλεια, αφού δεν υπήρχε πια κίνδυνος να “χαθούμε” μέσα στο κακοτράχαλο τοπίο και στα πολλά μονοπάτια της βαθυτέρας αθωνικής ερήμου.
Κάναμε το σταυρό μας και ξεκινήσαμε. Πήραμε το κακοτράχαλο ανηφορικό μονοπάτι που θα μας οδηγούσε στον προορισμό μας κι ίσως και στην “ακροτάτη κορυφή”.
Ύστερα από σύντομη διαδρομή αντικρίσαμε προς τα δεξιά μας τις Καλύβες και τα Ησυχαστήρια των ανατολικών Κατουνακίων, απλωμένα στις πλαγιές μιας γραφικής ρεματιάς, που φιλοξένησαν στο παρελθόν και φιλοξενούν και σήμερα αγωνιστές μοναχούς.
Ανάμεσά τους ξεχωρίσαμε το Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, όπου ασκείται ο Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης με τη συνοδεία του, ένας από τους οσιότερους και πνευματικότερους Πατέρες του σύγχρονου Αθω. Συγχρόνως φέραμε στο νου μας τις μεγάλες ασκητικές μορφές που αγωνίστηκαν κατά το πρόσφατο παρελθόν εδώ με πνευματικό ηρωισμό και αυταπάρνηση και άνθισαν πνευματικά στην ξηρή κι άνυδρη έρημο των Κατουνακίων. Μεταξύ αυτών κορυφαία θέση κατέχουν ο Γέροντας Ιγνάτιος ο Πνευματικός και ο έγκλειστος Γέροντας Καλλίνικος ο Ησυχαστής, ο μεγάλος νηπτικός πατέρας του Αθω.

Φωτο:fdathanasiou.wordpress.com
Αφήνοντας πίσω μας τα Κατουνάκια αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς την Κερασιά. Ευτυχώς το πολύ ανηφορικό μονοπάτι που οδηγεί εκεί σε πολλά σημεία του ήταν σκιερό κι έτσι ο φοβερός καύσωνας μετριαζόταν λιγο και μας επέτρεπε να συνεχίζουμε υπομονετικά την πορεία μας προς τα άνω. Κάποιες στιγμές σταματούσαμε λίγο, για να ανασάνουμε, και ρίχναμε τη ματιά μας προς τα κάτω βλέποντας το άγριο κακοτράχαλο τοπίο με τις χαράδρες, τα κράσπεδα των βράχων και τις ορθόκοφτες κορυφές κι εκφράζοντας το θαυμασμό μας που κατορθώσαμε να διαβούμε επιτυχώς όλα αυτά και να τα βλέπουμε τώρα αφ’ υψηλού.!
Κάποια στιγμή φτάσαμε κάθιδροι και κατάκοποι,σ χεδόν εξαντλημένοι, στο “Σταυρό”. Σ’ ένα σημείο στο οποίο δεσπόζει ένας μεγάλος ξύλινος Σταυρός, αιώνιο σύμβολο καρτερίας, πόνου, αγώνα σώματος και ψυχής,α ιώνιο σύμβολο κάθαρσης, λύτρωσης και ανάστασης. Λέγεται ότι τον εστησε εκεί ο Οσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλύβης τον καιρό που περιπλανιόταν στις κορυφές, στις πλαγιές και στις χαράδρες της περιοχής απολαμβάνοντας την απολυτη ησυχία και την ανείπωτη Χάρη του Ακτίστου Φωτός.
Από το σημείο αυτό το ανηφορικό μονοπάτι γίνεται σχεδόν οριζόντιο, ευθύ και μετά από λίγο οδηγεί σ’ ένα σταυροδρόμο στην άκρη του οποίου υπάρχει μια βρύση που τρέχει γάργαρο αθωνίτικο νερό. Το μονοπάτι προς τα αριστερά οδηγεί στην Παναγία σε υψόμετρο 1.500 μ. περίπου και από κει στην κορυφή του Αθωνος. Προς τα δεξιά οδηγεί στη Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και προς τα εμπρός στις Καλύβες της Κερασιάς και προς τα Καυσοκαλύβια.

Φωτο:cogitogr.blogspot.com
Σταθήκαμε για λίγο εδώ, πληθήκαμε και δροσιστήκαμε με το κρυστάλλινο νερό που φτάνει εδώ από την καρδιά του Αθωνος. Δέντρα μικρά και μεγάλα ίσκιωναν την περιοχή, μια ανάλαφρη αρωματική μυρουδιά κυριαρχούσε στον αιθέρα, η απόλυτη ησυχία, η απέραντη γαλήνη και η σιωπή που επικρατούσαν χάιδευαν την ψυχή μας και δημιουργούσαν ένα αίσθημα ιερής κατάνυξης.
Βρισκόμασταν στο θαυμάσιο τοπίο της Κερασιάς, στον ευωδιαστό κήπο του Περιβολιού της Παναγίας, όπως εύστοχα την έχει ονομάσει σύγχρονος Κερασιώτης Ασκητής. προχωρήσαμε στο μονοπάτι και σε λίγο αντικρύσαμε τα Ησυχαστήρια της πνιγμένα μέσα στους κήπους και στα δέντρα. Δέντρα άγρια και δέντρα οπωροφόρα, κερασιές, αχλαδιές, έλατα, πουρνάρια, αγριοκορομηλιές, πλατάνια ακόμη και μουριές.
Προς τα βόρεια της Κερασιάς υψώνεται επιβλητικά ο κωνικός όγκος του Αθωνος, δυτικά οι ορθόκοφτες βραχοκορφές του Καρμηλίου, που στον πιο ψηλό σημείο του δεσπόζει το γραφικό εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Προς τα ανατολικά απλώνεται ένα δάσος με πουρνάρια φυτρωμένα πάνω στις εκεί βραχοπλαγιές. Και προς τα νότια ο πράσινος χείμαρρος που ξεχύνεται ως τη θάλασσα, ως τον αρσανά π’ όπου εξυπηρετείται “συγκοινωνιακά” η Κερασιά μ’ ένα μονοπάτι που ονομάζεται “κλέφτικο” προσωνύμιο το οποιό είναι σχετικό με τη δράση των πειρατών σε παλαιότερες εποχές.
Δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κορυτσάς Ευλόγιο Κουρίλα, που ενθουσιασμένος απ’ αυτό το καταπληκτικό φυσικό περιβάλλον της Κερασιάς έγραψε: “Φύσις υψηλή και αιθέρια, ουρανογείτων, βλάστησις ποικίλη, υλομανούσα και ουρανομήκης… πηγαγαίαίρητοι… σμήνη καλλικέλαδων πτηνών…”.
Πρώτη στάση μας στην Κερασιά το Κελλί των Αγίων Αποστόλων, όπου μονάζουν οι Ιερομόναχοι Μόδεστος και Ευμένιος, οι οποίοι στα πρώτα ασκητικά τους βήματα είχαν Κρητικό Γέροντα. Και οι δύο “εκ κοιλίας μητρός εφιερωμένοι… ηκολούθησαν τον ελαφρόν ζυγόν του Χριστού από νεαράς ηλικίας”. Μας υποδέχτηκαν με πηγαία ειλικρινή χαρά και αγάπη. Ο Γέροντας Ευμένιος με κάποιο άλλο μοναχό ήταν απασχολημένοι κι έτσι γευθήκαμε την αβραμιαία φιλοξενία του Γέροντος Μοδέστου. Καθίσαμε στη γοητευτική απλωταριά του Κελλιού τους, που έχει καταπληκτική θέα. Εκεί μας πρόσφερε το γνωστό αγιορείτικο κέρασμα και στη συνέχεια συζητήσαμε μαζί του αρκετή ώρα. Με αφοπληστική “παιδική” απλότητα απαντούσε στις ερωτήσεις μας και μας έδωσε συμβουλές που ικανοποίησαν τη διψασμένη ψυχή μας.
Αυτός ο Γέροντας εκείνη τη μέρα μας κατέκτησε με την πηγαία αγάπη του, την απλότητα του, την ειλικρίνειά του, τη λάμψη του προσώπου του. Κάποια στιγμή με κοίταξε με συγκατάβαση και μου είπε: – Αντώνιε, ο φίλος σου ο Ιωάννης είναι πιο καλός χριστιανός και πιο γνήσιος Κρητικός από σένα. Τον κοίταξε με απορία. Ο Γέροντας κατάλαβε και συνέχισε: – Ο Ιωάννης έχει μουστάκι και γι αυτό το είπα αυτό. Ευκαιρία λοιπόν να φροντίσεις να αφήσεις κι εσύ μουστάκι! – Να ‘ναι ευλογημένο, Γέροντα, του απάντησα, χωρίς να τον ρωτήσω να μάθω τους λόγους για τους οποίους το μουστάκι είναι ένδειξη καλού χριστιανού και γνήσιου Κρητικού. Ζητήσαμε την ευλογία του Γέροντα να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί του. Και σ’ αυτή την περίπτωση έδειξε απέναντί μας επιείκεια και συγκατάβαση και έβγαλε μαζί μας μια φωτογραφία. Φεύγοντας πήραμε ευλογία ξύλινους σταυρούς φτιαγμενους απ’ αυτούς τους ευλογημένους Γεροντάδες με νηστεία και προσευχή.
Λίγο πιο κάτω από το Ησυχαστήριο του Γέροντος Μοδέστου βρίσκεται το κελλί του Αγίου Γεωργίου που δεσπόζει στο κέντρο της Κερασιάς. Μεγάλο κι επιβλητικό κελλί, μοιάζει με μικρό μοναστηράκι. Εκεί ασκούνται ο ευλογημένος Γέροντας Ευθύμιος ο Κρητικός, Ρεθεμνιώτης στην καταγωγή, με τους εννέα άλλους συνασκητές του μεταξύ των οποίων ο Γερο-Νικόδημος, ο π. Χρυσόστομος και ο μοναχός Βασίλειος, ο νεαρότερος της συνοδείας.
Οι ευλογημένοι αυτοί Πατέρες εκείνη την ώρα ήταν εμπερίστατοι, γιατί έχτιζαν ένα σχετικά μεγάλο οικοδόμημα δίπλα στο κελλί τους. Ο Γέροντάς τους δεν ήταν εκεί και μας οδήγησε στο κελλί ο Γέροντας Νικόδημος. Μας κέρασε κι ύστερα μας πήγε στην εκκλησία του κελλιού που τιμάται στο όνομα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, για να προσκυνήσουμε και “να βάλουμε μετάνοια στον Αγιο Γεώργιο”, όπως μας είπε. Υστερα καθίσαμε στην απλωτεριά του κελλιού κάτω από μια πυκνόφυλλη μουριά και ξεκουραστήκαμε. Εδώ νιώσαμε έντονα ότι βρισκόμαστε σε μεγάλο υψόμετρο που πλησίαζε τα χίλια μέτρα. Παρά το φοβερό καύσωνα που επικρατούσε ένα πολύ δροσερό αεράκι φυσούσε εδώ εκείνη τη στιγμή και μας έκανε να αισθανθούμε έντονη την ανάγκη να αλλάξουμε τα μουσεκεμένα από τον ιδρώτα ρούχα μας και να φορέσουμε κάποιο πιο”βαρύ” ένδυμα.
Οι Γέροντες του κελλιού κατασκευάζουν από ξύλο με μεγάλη επιμέλεια διάφορα καταπληκτικά έργα, όπως αναλόγια, προσκυνητάρια, στασίδια, κορνίζες εικόνων, πύλες ιερών ναών, αληθινά αριστουργήματα τέχνης. Αλλά οι φιλόθεοι αυτοί Κερασιώτες Ασκητές έχουν άλλη μια ευλογημένη συνήθεια. Παίρνουν στο κελλί τους και γηροκομούν ανήμπορους ασκητές που ζουν ΄μονοι στα ασκηταριά τους και δεν εχουν καποιο να τους παρασταθεί και να τους βοηθήσει προς το τέλος της επίγειας ζωής τους, που έχουν ανάγκη.
Ο Γέροντας Χρυσόστομος σταμάτησε κάποια στιγμή για λίγο τη δουλειά του, κατέβηκε από τη σκαλωσιά και μας χαιρέτησε δίνοντάς μας την ευχή και την ευλογία του. Με μεγάλη χαρά τον άκουσα να μας λέγει ότι μαζί με τον πατέρα του έχτισαν το μεγαλοπρεπή ναό του Τιμίου Σταυρού στα Σακτούρια Ρεθύμνου, χωριού καταγωγής της συζύγου μου, πριν αναχωρήσει και εγκαταβιώσει μόνιμα στο Αγιον Ορος.
Εδώ, στο κελλί του Αγίου Γεωργίου στην Κερασιά, είχαμε σκοπό να μείνουμε ένα βράδυ, για να επιχειρήσουμε να πραγματοποιήσουμε το μεγάλο μας όνειρο, να ανεβουμε τα χαράματα στην κορυφή του Αθωνος. Δυστυχώς όμως δεν ήταν ευλογημένο. Ο Γέροντας του κελλιού Ιερομόναχος Ευθύμιος απουσίαζε και ο νεαρός μοναχός Βασίλειος, που θα μας οδηγούσε στην κορυφή, ήταν στο κρεβάτι αδιάθετος με πυρετό. Μόνοι μας δεν αποφασίζαμε γιατί ο καύσωνας ήταν απειλητικός και η ανάβαση ως την κορυφή πολύ δύσκολη. Βρεθήκαμε για λίγο σε μεγάλο δίλλημμα και τελικά πήραμε την απόφαση. Δεν θα ανεβαίναμε αυτή τη φορά στην ακρότατη κορυφή του Αθω, αλλά θα το επιχειρήσουμε μια άλλη φορά στο μέλλον! Ομολογουμένως δύσκολη απόφαση, αλλά δεν υπήρχεη δυνατότητα άλλης επιλογής εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.
Υστερα απ’ αυτό πήραμε την ευλογία των Πατέρων και ξεκινήσαμε για την έρημο του Αγίου Βασιλείου. Οταν φτάσαμε στο γνωστό σταυροδρόμι, με το γάργαρο αθωνίτικο νερό, ακολουθήσαμε το μονοπάτι προς τα αριστερά που οδηγεί στη σκληρή αγιοβασιλειάτικη έρημο. Η Σκήτη του Αγίου Βασιλείου ιδρύθηκε από Καππαδόκες Ασκητές που αναζητησαν εδώ την απόλυτη ηρεμία και βρήκαν το κατάλληλο μέρος, για να αφιερωθούν με όλες τους τις δυνάμεις “ενώπιοι ενωπίω” στον Θεό.
Η φύση του Αγίου Βασιλείου είναι σκληρή, τραχειά, κι απαρηγόρητη. Τόπος έρημος κι απόκρημνος σε μια κακοτράχαλη πλαγιά κάτω από το όρος Καρμήλιο. Χαράδρες απότομες, απόκρημνες κι απλησίαστες που ξεχύνονται με πρωτογονισμό κι αγριότητα και ρίχνουν τα κράσπεδά τους με ορμή ως τη θάλασσα. Βράχια και πάλι βράχια κι ανάμεσά στα βράχια θάμνοι και φρύγανα αγωνίζονται να ξεμυτίσουν κι να αντικρίσουν το φως.
Ξηρή κι άνυδρη, τα δέντρα σπάνια, σχεδόν ανύπαρκτα. Οι πέτρες ψήνονται κάτω από τον καυτό καύσωνα κι οι γυμνοί βράχοι αχνίζουν από την “επίθεση” που δέχονται από τις καυτερές ακτίνες του ήλιου.
Τότε άρχισα να καταλαβαίνω γιατί ο Αγιος Βασίλειος θεωρείται η ερημος της ερήμου του Αθω. Θυμήθηκα ακόμη ότι ένας παλαιότερος Αγιορείτης Γέροντας ονόμασε την έρημο του Αγίου Βασιλείου ως το “πτωχοκομείο” της ερήμου του Αγίου Ορους, ίσως για την ξηρή άνυδρη, απαρηγόρητη, σκληρή, τραχειά και άνικμον φύση του. Και σίγουρα ο Αγιος Βασίλειος είναι το υλικό πτωχοκομείον της ερήμου του Αθω, αλλά συγχρόνως είναι και πλούσιο πνευματικό ταμείον με μεγάλη πνευματική προσφορά και παράδοση.
Καθώς προχωρούσαμε με προσοχή στα κακοτράχαλα μονοπάτια, είχα μείνει εκστατικός. Ενα ανεξήγητο και απερίγραπτο συναίσθημα είχε κατακυριεύσει την ψυχή μου γνωρίζοντας ότι αυτή η περιοχή υπήρξε πνευματικό εργαστήρι αρετής και αγιότητας. Πόσους Αγίους και Οσίους Ασκητές φιλοξένησε και ανέδειξε, πόσοι ασκητικοί ιδρώτες και δάκρυα πότισαν τα σκληρά βράχια της, πόσα οσιομαρτυρικά αίματα χύθηκαν στην αιώνια “αιματηρή” πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό. Πραγματικά, αυτά τα κακοτράχαλα βράχια είναι ποτισμένα με οσιομαρτυρικά αίματα και “πεποικιλμένα” ΄με ροές δακρύων.Εδώ ασκήθηκαν μεγάλοι επώνυμοι και ανώνυμοι, γνωστοί και άγνωστοι, πνευματικοί αγωνιστές, όπως ο Οσιος Παίσιος Βελτιτκόφσκυ, ο μοναχός Γεράσιμος Μενάγιας, ο Γέροντας Ιωνάς ο Ρουμάνος, ο παπα – Μακάριος, οι Γέροντες Λεόντιος, Δανιήλ και Θεοφύλακτος, ο παπα-Γεράσιμος ο Πνευματικός, οι Κρητικοί Γέροντες Χερουβείμ και Δαμασκηνός και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο νηπτικός Γέροντας Ιωσήφ ο Σπηλαιώτης με τη συνοδεία του και ο Γέροντας Αβιμέλεχ ο μετέπειτα Μικραγιαννανίτης.
Βυθισμένος στις σκέψεις αυτές, στην ιερή ανάμνηση όλων αυτών οσίων μορφών για τους οποίους τόσα έχω διαβάσει και ακούσει, βρέθηκα ξαφνικά με τους συμπροσκυνητές μου μπροστά στο μικρό Κυριακό της Σκήτης, που τιμάται στο όνομα του Μεγάλου Βασιλείου. Ενα κατάλευκο κρανίο κάποιου παλαιού Αγιοβασιλειάτου Ασκητού, που αντικρύσαμε σε μια θυρίδα στον τοίχο του Κυριακού, μας θύμισε τη ματαιότητα του κόσμου τούτου.
Εδώ, στο Κυριακό της Σκήτης, μονάζουν σήμερα δύο σεβάσμιοι ασκητές, ο Ιερομόναχος Μάξιμος και ο υποτακτικός του π. Βασίλειος, πνευματικά παιδιά του μεγάλου ασκητού και πνευματικού Γέροντος Γερασίμου, πνευματικής κορυφής της Σκήτης του Αγίου Βασιλείου και ολοκλήρου του Αθωνος ο οποίος επιτέλεσε για πολλά χρόνια το λειτούργημα του πνευματικού και στο ορος και έξω στον κόσμο σώζοντας πολλές ψυχές και οδηγώντας τες στο ασφαλές λιμάνι της πιστεως και της ελπίδας.Κάτω ακριβώς από το Κυριακό βρίσκεται το απέριττο Ησυχαστήριο των Εισοδίων της Θεοτόκου, όπου ασκείται ο Γέροντας Αυγουστίνος και η φιλόθεος συνοδεία του. Οι ευλογημένοι αυτοί Πατέρες υπήρξαν υποτακτικοί του Γέροντος Δαμασκηνού του Κρητικού, ενός άλλου αυστηρού Αιγοβασιλειάτη Ασκητή που διακρινόταν για την πίστη του, την πνευματική αγωνιστικότητά του, τον πνευματικό ηρωισμό του, τους σκληρούς ασκητικούς του αγώνες, την αγιότητά του.
Ο Γέροντας Δαμασκηνός μπήκε πολύ νέος στο Αγιον Ορος και ουδέποτε βγήκε στον κόσμο. Εμεινε εδώ δεκαετίες ολόκληρες ανέπαφος και αμόλυντος από τις αρνητικές επιδράσεις που ο κόσμος ασκεί στις ανθρώπινες ψυχές. Ηταν μια βιβλική μορφή της αγιασμένης ερήμου, ολόλευκο πνευματικό κρίνο σαν κι αυτά που εξήνθισε η έρημος στη Θηβαίδα της Αιγύπτου, στη Νουβία, στη Νητρία και στην Παλαιστίνη. Συνεχίζεται Κτυπήσαμε την πόρτα του Ιερού ησυχαστηρίου στις δώδεκα ακριβώς το μεσημέρι. Η θερμοκρασία ίσως και να ήταν σαράντα βαθμοί, η έρημος του Αγίου Βασιλείου εμοιαζε με καμίνι που έβραζε. Ο ιδρώτας είχε περιλούσει το σώμα μας λες και είχαμε βουτήξει μέσα σε μια λίμνη νερό. Χτυπήσαμε δύο τρεις φορές το καμπανάκι. Μας άνοιξε ένας μοναχός γύρω στα πενήντα που στο πρόσωπό του αντικαταπτριζόταν η ηρεμία και η γαλήνη που επικρατούσαν στην ψυχή του. Οπως μάθαμε αργότερα ήταν ο μοναχός Ματθαίος. – Γέροντα, ερχόμαστε από την Κερασιά και ήρθαμε στο Ησυχαστήριο σας, για να σας δούμε και να πάρουμε την ευλογία σας – περάστε, ευλογημένοι, είστε μουσκεμένοι από τον ιδρώτα και πρέπει να ανασάνετε και να ξεκουραστείτε.
Μας οδήγησε στην απλωταριά του Ησυχαστηρίου, κατω από μια βαθύσκιωτη μουριά. Ηταν ίσως το μοναδικό δέντρο που υπήρχε γύρω μας. Μεγάλη ευλογία γι αυτό το Ησυχαστήριο, για τον ίσκιο και τη δροσιά που προσφέρει το καλοκαίρι στους ασκητές και στους επισκέπτες. Από εδώ η θέα είναι εκπληκτική. Η ματιά μας ξεχύθηκε προς τα νότια και κατηφόρισε με ιλιγγιώδη ταχύτητα ως τη θάλασσα που αχνοφαινόταν στο βάθος. Προς τα ανατολικά δεσπόζει ένα τεράστιο πέτρινο “σαμάρι” που ξεκινά από το καρμήλιο φτάνει ως τη θάλασσα και αποτελεί το απόρθητο φυσικό όριο ανάμεσα στην Κερασιά και στον Αγιο Βασίλειο.
Προς τα εκεί μας έδειξε ο μοναχός δύο εγκαταλελειμένα σήμερα ησυχαστήρια δύο μεγάλων ασκητών, του Γέροντα Χερουβείμ και του Γέροντα Αβιμέλεχ, Κρητικών στην καταγωγή, που ασκήθηκαν εδώ και άσκησαν μεγάλη βία στον εαυτό τους για να “αρπάσσουν” τη Βασιλεία των Ουρανών. Ακριβώς κάτω από την απλωταριά που καθόμασταν υπήρχε μια πεζούλα, όπου οι Πατέρες του ησυχαστηρίου είχαν το μικρό τους κήπο. Σίγουρα το χώμα του κήπου το έχουν κουβαλήσει από πολύ μακριά. Εκεί καλλιεργούν τα απαραίτητα για τη συντήρηση τους λαχανικά, χωρίς φάρμακα και όλα τα σύγχρονα μέσα ταχύτερης και πλουσιότερης παραγωγής.
Ο μοναχός μπήκε για λίγο μέσα και επέστρεψε κρατώντας ό,τι πολυτιμότερο επιθυμούσε εκείνη τη στιγμή το σώμα μας στην καρδιά της ερήμου. Ενα καφέ για τον καθένα μας, ένα λουκούμι, τσίπουρο και νερό, το κλασικό κι ευλογημένο αγιορείτικο κέρασμα που αναζωογόνησε το καταταλαιπωρημένο σώμα μας. – Πάρετε το κέρασμά σας και σε λίγο θα έρθει και ο Γέροντας, μας είπε ο μοναχός και κάθισε σιωπηλός κοντά μας.
Μόλις είχαμε αρχίσει να απολαμβάνομε τον ωραιότερο καφέ που έχουμε γευθεί ποτέ και βγήκε ο Γέροντας Αυγουστίνος, ο οποίος ήταν συγγενής κατά σάρκα του Γέροντος Δαμασκηνού. Μάλιστα εδώ τελείωσε ειρηνικά την επίγεια ζωή του ως μοναχός και ο πατέρας του Γέροντος Αυγουστίνου. Σηκωθήκαμε όλοι και πήραμε την ευχή και την ευλογία του. Εκείνος καθισε κοντά μας και μας παρότρυνε να γευθούμε το κέρασμά μας, που τόσο είχαμε ανάγκη εκείνη την ώρα. Κατάλαβε ο Γέροντας πως ήμασταν κατακουρασμένοι, αμάθητοι στη νηστεία, στην κακοπάθεια, στον ανήφορο, στον ιδρώτα!
Υστερα αρχίσαμε να συζητάμε,. Ακούγαμε το Γέροντα και “ρουφούσαμε” τους λόγους του,όπως το σφουγγάρι ρουφά το νερό. Ο Γέροντας Αυγουστίνος εκτός από την αξιόλογη κοσμική μόρφωση που διαθέτει – ήταν σπουδαίος νομικός – είχε βαθιά θεολογική κατάρτιση και έχει εντρυφήσει ιδιαίτερα στα πατερικά κείμενα από τα οποία χρησιμοποιεί εύστοχα κατάλληλα αποσπάσματα και παραδείγματα, για να ενισχύσει τους λόγους του.
Εμείς αναθαρρήσαμε από την οικειότητα και τη συγκατάβαση που μας έδειξε κι αρχίσαμε να τον “βομβαρδίζουμε” με ερωτήσεις και να συμμετέχουμε κι εμείς ενεργότερα στη συζήτηση. Μιλούσαμε πάνω από δύο ώρες κι είχαμε τη διάθεση να συνεχίσουμε αυτή την αξέχαστη συζήτηση για πολλή ώρα ακόμη. Κρίμα που δεν είχαμε την προνοητικότητα και το θάρρος να ενεργοποιήσουμε το μαγνητοφωνάκι που είχαμε μαζί μας για να “καταγράφουμε” αυτή τη συνομιλία!
Κάποια στιγμή του ζητήσαμε να μας μιλήσει για τον αοίδιμο Γέροντά του Δαμασκηνό. Εμεινε για λίγο σιωπηλός κι ύστερα με έκδηλη συγκίνηση μας μίλησε για αυτόν. Εκείνο που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ότι ο Γέροντας Δαμασκηνός προαισθανόμενος το τέλος της επίγειας ζωής του κάλεσε τον υποτακτικό του μοναχό Αυγουστίνο και του είπε: – Από σήμερα Γέροντας θα είσαι εσύ κι εγώ υποτακτικός, γιατί να ξέρεις πιο εύκολα μπαίνει ο υποτακτικός στον Παράδεισο, υπονοώντας προφανώς τη σημασία της υπακοής και της ταπεινώσεως για την κατάκτηση του Παραδείσου.
Φυσικά ο μοναχός Αυγουστίνος δεν μπορούσε να το διανοηθεί και να το δεχθεί. Ο Γέροντας όμως επέμενε και ο υποτακτικός του υπάκουσε. Υστερα από σαράντα ημέρες ο Γέροντας Δαμασκηνός αναχώρησε για τις άνω μονές.
Είχαν περάσει δυόμισι ώρες γόνιμης πνευματικής συζήτησης με τον Γέροντα Αυγουστίνο και κάποια στιγμή στράφηκε προς το μοναχό που όλη την ώρα παρευρίσκετο και παρακολουθούσε σιωπηλός και του είπε: – Ματθαίε, ετοίμασε κάτι για να φάνε τα παιδιά – Νά ‘ναι ευλογημένο, είπε ο μοναχός και μπήκε μέσα στην κουζίνα του Ησυχαστηρίου. Εμείς συνεχίσαμε να συζητάμε με το Γέροντα μέχρι τη στιγμή που το φαγητό ήταν έτοιμο και μπήκαμε όλοι μέσα για να φάμε. Το τραπέζι ήταν στρωμένο και είχε πάνω πλούσια τα ελέη του Θεού. Βραστά φασόλια χωρίς λάδι, ελιές, δύο ντομάτες, ένα αγγούρι και φρεσκοζυμωμένο ψωμί.
Καθίσαμε και φάγαμε με όρεξη, ό,τι η αγάπη των ευλογημένων αυτών Αγιοβασιλειατών Πατέρων μας πρόσφερε. Εκείνη την ημέρα δοκιμάσαμε το πιο νόστιμο και πιο καλοψημένο ψωμί που έχουμε δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μας. Ο Γέροντας μας προέτρεψε να φάμε και τις ντομάτες που είχαμε αφήσει ανέγγιχτες λεγοντάς μας ότι είναι από τον κήπο τους αγνές, χωρίς φάρμακα και λιπάσματα. Κι αυτό το καταλάβαμε, όταν τις γευθήκαμε και νιώσαμε την αγνή, την υπέροχη γεύση όσων η φύση, χωρίς την επέμβαση και τη “βοήθεια” του ανθρώπου, μόνη της τρέφει και δημιουργεί.
Κατά τη διάρκεια του φαγητού ο Γέροντας μας είπε πως ήταν ευλογημένο να μείνουμε, αν θέλαμε, εκείνο το βράδυ εκεί. Ευχαριστήσαμε το Γέροντα μέσα από την καρδιά μας, αλλά δεν μπορούσαμε, γιατί, ύστερα από τη ματαίωση της ανάβασής μας στον Αθωνα, σκεφτήκαμε να επιστρέψουμε το ίδιο βράδυ στους Δανιηλαίους και να προσπαθήσουμε, αν ήταν δυνατόν, να βρεθούμε την άλλη μέρα το απόγευμα στη Μονή Διονυσίου, για να συμμετάσχουμε στη μεγάλη αγρύπνια που θα γινόταν στο Μοναστήρι εκείνο το βράδυ για τη Γέννηση του Τιμίου Προδρόμου.
Ετοιμαστήκαμε για να αναχωρήσουμε. Χαιρετήσαμε συγκινημένοι τους Γεροντάδες, πήραμε την ευχή τους και την ωραία “λιβανοθήκη” που πρόσφερε στον καθένα μας ο Γέροντας για ευλογία και ξεκινήσαμε. Ο χρόνος δεν μας έφτανε να περάσουμε και να πάρουμε την ευχή και των άλλων ασκητών του Αγίου Βασιλείου, του Γέροντος Μαξίμου και του υποτακτικού του μοναχού Βασιλείου, καθώς και του Γέροντος Πνευματικου Παύλου, Προηγουμένου της Μεγίστης Λαύρας, που ασκείται μόνος του εδώ στο ταπεινό Ησυχαστήριο του “ως στρουθίον μονάζον επί δώματος”, προτιμώντας την απόλυτη ησυχία, τη γαλήνη και την υλική πτωχεία της αγιοβασιλειάτικης ερήμου από την Ηγουμενία του μεγαλύτερου και πλουσιότερου μοναστηριού του Αθω.
Ακολουθήσαμε το μονοπάτι προς τα Κατουνάκια. Ενα μονοπάτι με κλίση ογδόντα μοιρών γεμάτο πέτρες και βράχια. Ευτυχώς που είχαμε κόψει από το δάσος της Κερασιάς δύο δυνατές “βέργες” – μπαστούνια, που τώρα μας φάνηκαν πολύ χρήσιμα και μας προστάτευσαν από ένα σίγουρο κατρακύλισμα. Δεν κρύβω το γεγονός ότι πολλές φορές έστρεψα το κεφάλι και το βλέμμα μου προς τα οπίσω αντικρίζοντας με συγκίνηση και κατάνυξη της Σκήτη του Αγίου Βασιλείου και το Ησυχαστήριο των Εισοδίων της Θεοτόκου στο οποίο πολύ αναπαύθηκε η ψυχή μου εκείνη την αξέχαστη μέρα.
Φτάσαμε στις πέντε το απόγευμα στο Ησυχαστήριο των Δανιηλαίων. Ξεκουραστήκαμεστο κελλί μας και στις έξι η ώρα ανεβήκαμε για τον Εσπερινό. Ο Γέροντας Γρηγόριος με πλησίασε και με ρώτησε:
- Πως σου φάνηκε, Αντώνιε, η ενδότερα έρημος;
- Τι να σας πω, Γέροντα, δεν μπορώ να εκφράσω με λόγια αυτό που ένιωσα. Το σώμα μου πολύ κουράστηκε από την οδοιπορία, αλλά αναπαύθηκε πολύ η ψυχή μου. Ηταν μια συγκλονιστική εμπειρία που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου
- Ημουν σίγουρος γι αυτό, είπε ο Γέροντας και προχωρήσαμε στο ναό για τον Εσπερινό.
Υστερα από την Τράπεζα καθίσαμε και πάλι στη μαγευτική απλωταριά με τους Πατέρες. Ο Γέροντας Δανιήλ μας μίλησε με συγκίνηση για τον Αγιο Μηνά που πολύ τιμούν και αγαπούν στο Ορος. Μας διηγήθηκε μάλιστα δικές του προσωπικές εμπειρίες θαυμαστών γεγονότων με τον Αγιο Μηνά και στη συνέχεια μας μίλησε με θαυμασμό για τους Κρητικούς, που είναι πιστοί στην παράδοση, ευσεβείς και φιλόθεοι, έχουν μια ξεχωριστή ψυχική λεβεντιά και είναι φιλοαθωνίτες. Αυτό το έζησαν και το διαπίστωσαν οι Δανιηλαίοι πατέρες και στο πρόσωπο του Κρητικού Αδελφού τους Γέροντος Νήφωνος, που καταγόταν από τα Χανιά της Κρήτης.
Ο Γέροντας Γρηγόριος μας μίλησε με συντριβή καρδίας για την αλλοίωση της ελληνικής ψυχής, της ελληνικής γλώσσας και της παράδοσης που παρατηρείται έντονα στις μέρες μας και κινδυνεύει να καταστρέψει τη φυλή μας.
Ο Γέροντας μπορεί να ζει στην έρημο του Αθω, όμως είναι καλά ενημερωνένος για το τι συμβαίνει στον κόσμο και πονεί η καρδιά του γι αυτή την πνευματική παρακμή που χαρακτηρίζει την εποχή μας. Για τις παραδεδειγμένες αξίες που έχουν τεθεί στο περιθώριο, για τα “ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα” των ισχυρών αυτής της γης, που είναι γεμάτα εγωισμό, φαρισαϊσμό και υποκρισία, για την επίκληση στις μέρες μας από όλους της Ορθοδοξίας τη στιγμή που πολλών απ’ αυτούς που την επικαλούνται η προσωπική τους ζωή και οι αποφάσεις που παίρνουν είναι εντελώς αντίθετες με το πνεύμα, το νόημα και την ουσία της Ορθοδοξίας.
Ο νεαρός μοναχός π. Νείλος μας είπε για τα παλαιά βιβλία του Δημοτικού Σχολείου που τα κάνουν συλλογή εκει οι Πατέρες και θυμήθηκε με συγκίνηση τους δασκάλους του τους οποίους θυμάται και μνημονεύει πάντα στην προσευχή του.
Αξίζει νομίζω να αναφέρω εδώ κάτι που μας διηγήθηκε ο π. Νείλος και συγκινησε ιδιαίτερα την ψυχή μας.
Κάποια συνταξιούχος δασκάλα βρέθηκε σ’ ένα ναό, όπου χοροστατούσε ένας Αρχιερέας και στο τέλος της Θείας Λειτουργίας πλησίασε για να κοινωνήσει τα Αχραντα Μυστήρια Οταν την κοινώνησε ο Αρχιερέας, ανέφερε το όνομά της. Η δασκάλα δοκίμασε έκπληξη, γιατί ένας άγνωστος σ’ αυτήν Αρχιερέας γνώριζε το όνομά της.
Στο τέλος τον πλησίασε και ζήτησε να μάθει “το πως” και “το γιατί”. Τότε ο Αρχιερέας της είπε κατασυγκινημέονος ότι υπήρξε μαθητής της, ότι είναι ο μαθητής (….) τον οποίο μάλιστα ιδιαίτερα αγαπούσε. Ηταν αληθινά ανέκφραστο το μεγαλείο της ώρας εκείνης που ένας Αρχιερέας έσκυβε με συγκίνηση να φιλήσει το χέρι της δασκάλας του! Ηταν κι αυτή μια από εκείνες τις ευλογημένες ώρες που το λειτούργημα του δασκάλου καταξιώνεται και γίνεται εμφανής η καθοριστική σημασία του και η προσφορά του στη διαμόρφωση της κοινωνίας.
Κάποια στιγμή οι Πατέρες άρχισαν να συζητούν για τη βυζαντινή μουσική με τους παρευρισκομένους προσκυνητές που έτυχενα ασχολούνται κι αυτοί με το βυζαντινό μέλος και να γνωρίζουν καλά το θέμα. Η συζήτηση κράτησε αρκετή ώρα.Μίλησαν για τους μεγάλους δασκάλους της βυζαντινής μουσικής, για τους δικούς τους Γεροντάδες που τους έκαναν να αγαπήσουν και να καλλιεργήσουν το βυζαντινό μέλος, για τη δική τους “τεχνοτροπία” στη βυζαντινή μουσική παράδοση, για τα “ανοιξαντάρια” τα “κεκραγάρια” και τις πολύωρες αγιορείτικες αγρύπνιες.
Υστερα από αυτά ζήσαμε άλλο ένα ανεπανάληπτο απόδειπνο κάτω από τον ξάστερο ουρανό στην απλωτεριά της καλύβης στην καρδιά της ευλογημένης αθωνικής ερήμου. Κοιμηθήκαμε με ανάλαφρη καρδιά, με την ψυχή μας να φτερουγίζει, με τον απόηχο των προσευχών και των ύμνων και με τις διδαχές και τις εμπειρίες των Πατέρων χαραγμένες βαθιά στην καρδιά μας.
Την άλλη μέρα το πρωί, ύστερα από τη Θεία Λειτουργία, κατά την οποία κοινωνήσαμε των Αχράντων Μυστηρίων, αναχωρήσαμε από το Ησυχαστήριο των Δανιηλαίων, αφού πρώτα ευχαριστήσαμε τους Πατέρες με όλη μας την καρδιά και πήραμε την ευχή και τις ευλογίες τους. Προορισμό μας οι Καλύβες και τα Ησυχαστήρια της Μικρής Αγίας Αννας που βρίσκεται λίγο πιο πέρα ακολουθώντας το μονοπάτι προς τα δυτικά.
Πρώτος μας σταθμός ήταν η Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου μονάζει ο Γέροντας Διονύσιος Μικραγιαννανίτης ο Πνευματικός με τη συνοδεία του. Ο Γέροντας Διονύσιος υπήρξε υποτακτικός του ευλογημένου Γέροντος Αβιμέλεχ, ο οποίος υπήρξε μεγάλη ασκητική μορφή της αθωνικής ερήμου και στήριξε πολλές ανθρώπινες ψυχές τόσο με τις προσευχές και τις δεήσεις τους στον Θεό όσο και με την άμεση επικοινωνία μαζί τους. Πηγαίνοντας στην Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είχαμε σκοπό να ρωτήσουμε το Γέροντα Διονύσιο και να του ζητήσουμε να μας μιλήσει για τον ευλογημένο Γέροντά του. Ομως, ο Γέροντας δεν βρισκόταν εκείνη την ημέρα εκεί. Δυστυχώς είχε πάθει κάποιο ατύχημα και είχε ανάγκη νοσοκομειακής περίθαλψης στη Θεσσαλονίκη. Στην Καλύβη μας δέχτηκε ένας από τους υποτακτικούς του, ο π. Σπυρίδων, άριστος βυζαντινός ψάλτης, ο οποίος μάλιστα ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για το Μοναστήρι του Διονυσίου, το οποίο είχε αγρυπνία. Ηταν η παραμονή της εορτής της Γεννήσεως του Τιμίου Ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου στο όνομα του οποίου τιμάται το καθολικό της Μονής. Ετσι, η συνάντηση μας και η συνομιλία μας με το μοναχό Σπυρίδωνα ήταν αναγκαστικά πολύ σύντομη.
Μας κέρασε το κλασικό αγιορείτικο κέρασμα και μας παρότρυνε να πάμε να προσκυνήσουμε στο Σπήλαιο των Αγίων Διονυσίου και Μητροφάνους των Στουδιτών, που βρίσκεται λίγο πιο κάτω από την Καλύβη τους. Χαιρετήσαμε το Γέροντα και κατηφορίσαμε αναζητώντας το σπήλαιο Κατεβήκαμε πολλά σκαλοπάτια και κάποια στιγμή βρεθήκαμε μπροστά στο ναό και στο σπήλαιο των μεγάλων Μικραγιαννανιτών Οσίων. Ενας νεαρός χαριτωμένος μοναχός ήταν εκεί και άναβε τα καντήλια. Ολα έλαμπαν από καθαριότητα, ακόμη και το πάτωμα.
Πλησιάσαμε κάπως διστακτικοί φοβούμενοι μήπως “χαλάσουμε” όλη αυτή την ομορφιά και την απόλυτη καθαριότητα. Ο μοναχός όμως μας είπε να περάσουμε και με πηγαία χαρά μας μίλησε για τους Αγίους Διονύσιο και Μητροφάνη τους Στουδίτες, που ήρθαν και ασκήτεψαν εδώ αναζητώντας την απόλυτη υσυχία Στην αυλή του σπηλαίου είναι και ο απέρριτος τάφος του Γέροντος Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, του μεγάλου σύγχρονου Υμνογράφου της Εκκλησίας μας, ο οποίος κοιμήθηκε σχεδόν αιωνόβιος τον ύπνο των δικαίων αφήνοντας κληρονομιά στην Ορθοδοξία και σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα ένα ανυπολόγιστο πνευματικό έργο.
Υστερα ανηφορίσαμε, περασαμε πάλι από την Καλύβη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, και είδαμε απέναντι την Καλύβη του Αποστόλου Θωμά στην οποία ασκούνται ο Γέροντας Κυπριανός και η συνοδεία του, άριστοι βυζαντινοί ψάλτες και σπουδαίοι καλλιτέχνες στον τομεά της αργυροχρυσοχοίας. Αντικρύσαμε επίσης προς τα νότια της Σκήτης στο βάθος κατι ξεροκάλυβα που φιλοξένησαν στο παρελθόν αυστηρούς ασκητές, κυρίως Κρήτες στην καταγωγή, γι αυτό έχουν και το προσωνύμιο “Κρητικά”.
Ανηφορίσαμε λίγο ακόμη και ακολουθήσαμε το μονοπάτι προς τα δυτικά. Ακριβώς πάνω από την Καλύβη της Κομήσεως της Θεοτόκου συναντήσαμε την Καλύβη των Αγίων Αρχαγγέλων και το Σπήλαιο όπου ο Αγάπιος Λάνδος ο Κρης μόνασε κι έγραψε την “Αμαρτωλών Σωτηρία”.
Εδώ συναντήσαμε τον Ιερομόναχο Γέροντα Νικηφόρο, Σχολάρχη της Αθωνιάδος Σχολής, ο οποίος κατέκτησε αμέσως την καρδιά μας με την πραότητά του, την ευγένεια, την συγκατάβαση και την αγάπη που μας αντιμετώπισε. Ηταν πολύ απασχολημένος, αλλά άφησε αμέσως τη δουλειά του, για να μας προσφέρει το αγιορείτικο κέρασμα και να μας μιλήσει για την Καλύβα των Αγίων Αρχαγγέλλων, για τον Αγάπιο Λάνδο και για το Γέροντα Αβιμέλεχ, που ο ίδιος δε γνώρισε αλλά έχει ακούσει να λένε γι αυτόν άλλοι παλαιότεροι Γεροντάδες.
Θα θέλαμε ειλικρινά να μείνουμε περισσότερη ώρα κοντά στον π. Νικηφόρο, σ’ αυτή την αγνή, καλλιεργημένη, ευγενική και φιλόθεο ψυχή, γιατί κι η δική μας ψυχή αναπαύθηκε πολύ κοντά του.
Ομως και ο ίδιος είχε πολλή δουλειά και εμείς διαθέταμε λίγο χρόνο. Γι αυτό πήραμε την ευχή του και αναχωρήσαμε για τη Σκήτη της Αγίας Αννας.
Ομως, τις πνευματικές εμπειρίες μας από τη Σκήτη της Αγίας Αννας και από τα άλλα ιερά καθιδρύματα του Αθω, τα οποία επισκεφθήκαμε κατά τη διάρκεια του τελευταίου προσκυνήματος μας,θα τις παρουσιάσουμε σ’ένα άλλο σημείωμά μας στο εγγύς μέλλον.
Του Αντώνη Στιβακτάκη
Πηγή: agioritis.pblogs.gr
Η απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο θεός θέλει να μας δώσει την αιώνεια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε σώμα προς σώμα με την ακηδία.
Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Να μη μισήσεις τον αμαρτωλό, διότι όλοι είμαστε υπεύθυνοι.
Και αν παρακινείσαι εναντίον του από ζήλο Θεού, να κλάψεις για τον αμαρτωλό και να μην τον μισήσεις, αλλά να μισήσεις τις αμαρτίες του.
Να προσευχηθείς για αυτόν, για να μοιάσεις με το Χριστό ο οποίος δεν αγανακτούσε εναντίον των αμαρτωλών αλλά προσηύχετο δι’ αυτούς.
Γιατί λοιπόν να μισήσουμε και να αποστραφούμε εκείνον που εξηπατήθη και γελάστηκε από τον κοινόν μας εχθρό;
Αν μισείς τον αμαρτωλό επειδή κατά τη γνώμη σου δεν είναι δίκαιος, δείχνεις με αυτό τον τρόπο ότι και συ είσαι αμαρτωλός, επειδή δεν έχεις αγάπη.
Εκείνος που έχει αποστερηθεί την αγάπη έχει χάσει και το Θεό διότι ο Θεός είναι κυρίως αγάπη.
Μη μισείς λοιπόν και μην καταδιώκεις τον αμαρτωλό αλλά με την συμπάθεια σου προς αυτόν γίνε κήρυξ της αγαθότητος του Θεού, ο Οποίος αν και είσαι ανάξιος,
σε κυβερνά και δεν σε παραπετά, ούτε σε αποστρέφεται λόγω των πολλών και μεγάλων σου αμαρτημάτων.
Μιμήσου λοιπόν και συ, όσο μπορείς, την ευσπλαχνία Του και την αγαθότητά Του και γίνε οικτίρμων προς τον αδελφόν σου για να κερδίσεις από τον Θεό την μέγιστη συμπάθειά Του με τη μικρή δική σου συμπάθεια.
Πηγή
In a humble person, there is never any haste, hurry, confusion, agitated or petty thoughts — he dwells in tranquility at all times. There is nothing that could astonish, confuse or terrify him — because he is not terrified in sorrows and does not become dispirited, nor does he advance into a state of amazement or rapture when he is joyful. But all his joy and gladness are found in that, which is pleasing to His Lord.
St. Isaac the Syrian
The political prisoners were all too well aware that each day that passed brought them closer to the inevitable end of their earthly lives. As if by some spontaneous reaction, they struggled desperately to keep their spirits alive, to combat the melancholy and depression, to avoid going mad…
Piotr Andreyevich, later Father Arseny, was born in Moscow in 1894 and graduated from a practical high school in 1911 and the Moscow Imperial University in 1917. It was then that he wrote the first art critical studies on early Russian architecture. From 1917 until 1919 he lived as a monk in the Optina Desert and was ordained as a priest. From 1919 onwards he served as a priest in various churches in Moscow. In 1921 he was placed in charge of a parish church, while in 1927 he was arrested and exiled to northern Russia. In 1942 he found himself in a ‘special camp’.
The following extract has been taken from the book O Pater Arsenios (Father Arseny):
The political prisoners were all too well aware that each day that passed brought them closer to the inevitable end of their earthly lives. As if by some spontaneous reaction, they struggled desperately to keep their spirits alive, to combat the melancholy and depression, to avoid going mad…
So it was that in the evenings, after mess and the evening inspection, they would form small groups in their barrack-rooms and strike up conversation on a wide variety of different topics – social, religious, philosophical, technical and historical subjects, etc… Sometimes they would organise impromptu lectures on the theatre, art or literature; they would hold forth on scientific subjects, or read poetry or short stories… All of this was truly impressive in the general climate of rough camp life, with its gloomy prospect of a quick death and the constant tyrannical presence of criminals. Yet on the other hand these were their sole pleasures, the crutches that helped them to bear the unbearable misery of life in ‘the Special’, a life that on average lasted no more than two years!
The waves of arrests had filled the camp huts with men from all walks of life and all kinds of educational background – army officers, clerics, scientists, actors, writers, farmers…
In each barrack room informal ‘professional unions’ had been formed, based on the common interests of their ‘members’.
Although they were all cut off from the rest of the world and forgotten by mankind, they obstinately strove to preserve the memory of their past, their families and their occupations.
In their discussions they would often disagree and clash with each other. They would lose their tempers over the slightest things, argue passionately and defend their views uncompromisingly, as if the solution to every problem depended on their opinion being accepted. Father Arseny took no part in the disputes. He had not joined any of the ‘factions’, anyway. He was on good terms with everyone. As soon as a quarrel broke out, he would quietly withdraw to his bunk and devote himself to inner prayer.
The intellectuals in his barrack room treated him with arrogant condescension. ‘The worthless little priest’, they called him, ‘a grey, pale man, good-hearted and helpful but without an ounce of culture. That’s why he’s so obsessed with God. There’s nothing else to him.’ This is how he was once described by a highbrow political prisoner, echoing the thoughts of most of the others.
Once a group of ten or twelve men got together, consisting of art critics, painters, writers and actors. They began discussing early Russian art. A very tall prisoner, a professor of art criticism, who, despite all the rigours of camp life, had managed to preserve something of his old noble and imposing demeanour, almost monopolised the discussion. He spoke in a lively and grandiloquent manner and the others listened to him with great interest. He seemed to know the subject well and so was convincing.
At one point Father Arseny passed by them, silent as always. The ‘tall one’ stopped speaking and asked him with a sarcastic grin: ‘What about you, Father, since you’re such a faithful and spiritual man, perhaps you could tell us what relationship there is between Orthodoxy and early Russian painting and architecture, if indeed there is a relationship between them?’
The others laughed shamelessly, so much so that Avsenkov, who was listening to what they were saying some distance away, inadvertently smiled to himself. The professor’s question had struck them all as being rather inappropriate but it was simply meant as a taunt. How could that simple and uneducated little priest possibly answer?
Father Arseny stopped in his stride. He saw the grins and realised what they meant. ‘Just a minute… I’ll be back in a minute. Just let me finish this job I’m doing’, he said and he hurried off.
‘Our little priest isn’t so daft, you know. He managed to escape being humiliated,’ someone remarked.
‘It’s a fact that Russian priests have always been coarse and uneducated,’ somebody else said dogmatically.
The ‘tall one’ continued to expound effusively on his subject.
Ten minutes later Father Arseny returned and interrupted him: ‘I’ve finished the job that I had to do, would you mind repeating your question?’
The professor looked at him in a pitiful and scornful way, just as he might have looked at his dimmest student. ‘The question, batushka1, is a simple but interesting one. As a representative of the Russian clergy, what could you tell us about the influence of Orthodoxy on the visual arts of early Russia? You may have heard of the treasures of Suzdal, Rostov, Pereyaslavl and the Therapontov Monastery… and perhaps the icons of Our Lady of Vladimir and the Holy Trinity by Rubliov. You may even know of them from copies. Well, then, tell us your thoughts on all these…’
The simple and good-natured little priest now became a different person. He cast a confident glance at the professor and began to speak in a low but clear and steady voice: ‘There are many different opinions about the influence of Orthodoxy on Russia’s visual arts. Various theories have been expressed on this subject, which is one that you yourself, professor, have written and taught about a great deal. However, permit me to say that I find some of your conclusions wrong, hasty or even contradictory. What you said just now was much closer to the truth than what you have at times published in your books and articles. You believe that the development of our visual arts is almost exclusively due to the folk economic factor. In other words, you claim that artistic creation, like every other expression of human life, be it social, political, cultural or spiritual, is determined by material, and indeed economic, conditions. I disagree with you. I believe that Christianity, Orthodoxy, has not only had a decisive and creative influence on Russian painting and architecture but also played a decisive role in the formation of our folk culture as a whole between the tenth and eighteenth centuries.
‘From the late tenth century onwards, our clergy and monks were taught Orthodox Byzantine culture, and they in turn transmitted it to the people. Culture in Russia essentially begins with Christianity, which we received from Byzantium. The earliest form of Russian literature was based on Byzantine sources, and indeed the writings of the Eastern Church Fathers, which were translated into our language and proved to be the foundation of all subsequent cultural activity in Russia. As for the works of art, architecture and painting, who can doubt their absolute dependence on Orthodox Greek-Byzantine models up until the seventeenth century? The strict, though of course not slavish, conformity of Russian artists to these models – I call to mind Our Lady of Vladimir which you mentioned – produced superb works of chromatic brilliance, linear harmony and spiritual depth, such as Rubliov’s masterpiece, the icon of the Holy Trinity.
‘Each iconographical work is inseparably bound up with the Orthodox soul of its creator, with the soul of a faithful believer who gives artistic expression not only to physical reality, as a naturalist painter would do, but also to his spiritual experience, which is precisely that experienced and handed down to us by the saints of the Orthodox Church.
‘In Orthodox icons everything – the figures, the animals, the landscapes, the buildings – have an outwardly strange appearance, something that you perhaps would call unnatural. This is due neither to a desire to make an impact on the viewer, nor – more importantly – to a lack of skill on the part of the painter. It is a challenge to the orderless order and wisdomless wisdom of this world, a challenge similar to that of the preaching of the Gospel. The Gospel of Christ is foolishness according to the wisdom of this world. For “since in the wisdom of God the world through its wisdom did not know him, God was pleased through the foolishness of what was preached to save those who believe” (I Corinthians 1: 21). The “foolishness” of the Gospel is similar to the “foolishness” in the icon, which shocks our normal vision precisely because the state of the world around us – the world of the Fall, apostasy and decay – is what it normally sees. Orthodox icons express the transcendent truth, the Divine Revelation, embodied in the depicted figures, which constitute models of holiness and exemplary introductions to the transformation of the world, figures that introduce us to the mystery of the “age to come” and guide us towards a state in which we can share in invisible and eternal things…
‘In the creation of an icon nothing can replace the personal and specific experience of grace. Whoever has not had this personal experience can paint an icon only by conveying the experience of those who have had it – by painting, that is, in the style of the old holy iconographers. Hence most Russian iconographers carried out their work with devotion, fear of God, prayer and fasting. And our people, who turn prayerfully to the holy icons in both their joys and sorrows, have associated them with magnificent and wondrous traditions. They say, and they deeply believe, that in many cases the painter’s hand was guided by an angel of the Lord. In fact, the old Russian iconographers never put their signatures on the icons they painted because they regarded them not as their own handiwork but as creations pervaded by God’s blessing and grace. Look at any Orthodox icon of the Most Holy Mother of God and compare it with a Western Madonna. In the former you will behold spiritual depth, the miracle of faith and the truth of Orthodoxy. In the latter you will see a sovereign lady, full of worldly beauty and attractiveness, but lacking divine grace and power – just a woman. Observe the gaze of Our Lady of Vladimir and you will agree that it radiates a spirituality of the highest order, God’s infinite benevolence, the hope of salvation…’
Father Arseny spoke with his head held high, transformed and moved by his own words. His speech was clear, expressive and captivating…
After mentioning a number of historic Russian icons and making a superb exposition and analysis of the essence and spirit of early Russian painting, he did the same for architecture, referring to the monuments at Rostov Veliki, Suzdal, Vladimir, Uglitch and Moscow. And he rounded off with these words:
‘In building his churches, the Orthodox Russian made the stones sing out to God and tell man of God and sing His praises!’
For an hour and a half the ‘highbrows’ of the barrack-room had hung on his every word, amazed, perplexed and dumbfounded…
The professor was crestfallen and lost for words. Where was his boasting, arrogance and sarcasm now?
‘Forgive me,’ he muttered after a short silence, ‘but how do you know of my writings and my views? Where did you study early Russian painting and architecture? You’re only a priest…’
‘We must love our homeland and know everything about its history and culture. And a “worthless little priest”, as you described me, should enter the “soul” of Russian art in order to be able to show the human souls in his flock the reality and the truth, the pure and unmolested truth. For many people – unfortunately including yourself, my dear professor – smother whatever is most sacred in man with fabrications and lies. And this is done to serve ephemeral interests, philosophical theories that are exposed as false, social systems that are collapsing and political regimes that are being overthrown…’
The professor had turned pale.
‘Who are you?’ he grunted. ‘What’s your real name?’
‘My secular name, you mean… Piotr Andreyevich Streltsov. Now I’m just Father Arseny, a prisoner, like yourself, in the “Special”.’
The professor gave a start and took a step forward.
‘Piotr Andreyevich!… Forgive me… Forgive me… How could I have imagined, how could I have supposed that the famous art critic, the author of so many studies and treatises on the history of Russian art, the teacher of so many people, would be with me here in this camp, and as a priest at that!… We hadn’t heard anything about you for quite some time. Only your articles and books were being circulated by hand. I didn’t know you personally but I argued hard against your views… But how did you, an illustrious scholar, come to be a priest?’
‘Because in all things I can see and feel God’s presence. That’s why I became “Father Arseny”. That’s why I became a “worthless little priest”. But if you really want to know the truth, I must tell you that, in the fourteenth and fifteenth centuries, it was the Russian clergy who saved our homeland by uniting the people and helping them to throw off the Tartar yoke. It is true, of course, that in the sixteenth and seventeenth centuries there was a moral decline amongst the clergy, although this does not mean that during this period there were no great spiritual figures in our Church. Up until that time, however, they had been the most substantial force in Russia.’
With these words Father Arseny turned round and walked away. His listeners remained rooted to the spot, stunned and defeated, amongst them Avsenkov.
‘Well, then, comrades, there’s our good-natured little priest for you!’ someone exclaimed.
The group quietly broke up.
Avsenkov observed that from that day onwards the ‘intelligentsia’ in the barrack-room, and in the camp as a whole, began to treat Father Arseny in a completely different way. Many discovered for the first time that not only was there no clash between faith in God and scientific knowledge but that in fact the two went hand in hand.
Avsenkov was a communist idealist, who had once been a fanatical Marxist. During his first year in the ‘Special’ he had cut himself off from the others. He had been silent and uncommunicative. Then he had approached some of his fellow inmates, long-standing communists like himself. Soon, however, he broke off all contact with them as he realised that all they thought about and longed for was to regain the posts they had lost, to go back to their old conformist lives and not to struggle against Stalin’s authoritarianism, for justice and for freedom.
He would look back on the past… Without realising how, he had lost touch with ideas, or rather had replaced them with curt orders, formal circulars and bureaucratic procedures… He had become cut off from the broad masses and their real problems. Statements made by ‘witnesses’, confessions extracted from ‘guilty’ individuals and articles for party newspapers – these were the things that had taken the place of living men.
The camp had dispelled his illusions. Here he saw life in all its harsh reality. Gradually he had built up a warm human relationship with all his fellow inmates, no matter who they were. With warmth and kindness he would willingly help anyone in need.
Father Arseny exerted an irresistible attraction on him. Initially he had been put off by the old priest’s boundless faith and habit of praying constantly. At the same time, however, something inexplicable had attracted him to him. In Father Arseny’s presence he felt relaxed, calm and safe. This man had a secret way of ridding him of the sadness and melancholy that the difficulties and oppression of camp life caused him. Why? He couldn’t understand it.
Ivan Alexandrovich Sazikov, on the other hand, never changed: he was always brutal, ruthless and domineering. Once he got back on his feet again he organised all the criminal convicts in the camp into a ‘criminal fraternity’ again under his inconspicuous leadership. His word was law, his authority indisputable and his power absolute; he was, you see, the most experienced and hardened criminal of them all…
After his recovery he paid no attention at all to Father Arseny. A few months later, however, he hurt his leg badly. He was relieved of work duties for five days. But his wound festered and he had to stay in bed longer. Father Arseny looked after him again with boundless love.
One day Sazikov tried to give him a tip. Father Arseny smiled and gently pushed his hand away. ‘I’m not doing it for a reward but for you yourself, as a human being.’
The stiff-necked Sazikov had by now softened, but only towards Father Arseny. He began to talk now and then about his life, something which he had never done before with anybody, even his closest comrades.
‘I don’t trust men, much less priests. But you, PiotrAndreyevich, I do trust. You would never betray anyone. You live close to God… You are kind to others not in order to gain anything for yourself but because you love your fellow men… My mother was just like that!…’
The temperature dropped well below freezing. The prisoners, working all day in the bitter cold, were frozen stiff. Many of them died… almost every evening fewer returned to the barrack-room, although others soon took their place.
Things were harder for the political prisoners. After work, when they returned worn out and numb with cold, their only comfort, and their only hope of staying alive, was their meagre rations.
So it was that on one occasion the criminal convicts seized all their bread by force. When the same thing happened the next day as well, things came to a head.
After the evening meal, when everyone had gathered in the hut and the doors had been shut, a deadly quarrel broke out between the political prisoners and the criminals.
The political prisoners were led by Avsenkov, two or three former army officers and five intellectuals, while the convicts were headed by Ivan ‘the Brown’, a notorious criminal, troublemaker and murderer. He had ‘done away with’ many men in the camp as well. An invincible card-player, he had the macabre hobby of playing cards with human lives as stakes!
The political prisoners shouted angrily, ‘That’s enough! We demand justice and order!’
‘We’ve always taken what we wanted and that’s just how we mean to carry on!’ the convicts sneered in reply.
They knew, you see, that the camp officials would never defend the political prisoners.
The first blows began to fall and then soon afterwards they started fighting with logs. A few of the criminals even drew knives (in the camp it was strictly forbidden to keep a knife: the superintendents often searched for them but hardly ever found any). They knived one of the army officers and split open the heads of a few of the others. The convicts worked methodically and with professional ease. All most of the political prisoners could do, on the other hand, was yell. Fear held them back from helping their own.
The criminals struck mercilessly. They were in total control and their victory was assured. The floor of the barrack-room ran red with blood,,,
Father Arseny rushed over and fell at Sazikov’s feet. ‘Ivan Alexandrovich,’ he begged, ‘please help! Please! They’re cutting the men to pieces, can’t you see? There’s blood everywhere! In God’s name, please stop them! They’ll listen to you!’
Sazikov laughed. ‘You think they’ll listen to me, do you? Why don’t you and your God help them? Aha! Just look at that! Ivan the Brown is about to butcher your friend Avsenkov! He’s already floored the other two… How far away your God is now, priest!’
Blood, screams, oaths and groans… the eternal human drama. His soul full of pain, Father Arseny suddenly sprang into the middle of the brawl. Raising his hands, he cried out in a loud clear voice, ‘In Christ’s name, I order you to stop!’
After making the sign of the cross over them, he said in a quieter voice, ‘Now take care of these wounded men.’
He went and stood in front of his bunk. It was as if he was in a different world. He was praying so intensely that he did not see or hear what was happening around him – he did not notice how they had all fallen immediately silent and were now dragging the dead bodies towards the door and taking care of the wounded…
Soon the only thing that could be heard in the barrack-room was the creaking of bunks and the groans of a badly wounded inmate.
‘Forgive me, Father Arseny…’
Sazikov’s trembling voice brought Father Arseny back to reality and he opened his eyes.
‘Forgive me… I didn’t use to believe in God but now I’ve begun to believe! I don’t know what to think! Faith is a very powerful thing. Forgive me for making fun of you…’
Two days later, on his return from work, Avsenkov also approached Father Arseny. He wore a thoughtful and grateful expression on his face.
‘Thank you! You saved me… You saved me… Your faith in God knows no bounds. You know, watching you, I’ve begun to realise that He exists!’
In the hut life went on as normal, or rather both life and death. Some of the inmates died while others took their place, until it was their turn…
There was no more stealing of bread. One or two attempts were made by some who would not learn but they were given such a thrashing by the other criminals for their impudence that nobody ever tried to steal somebody else’s rations again.
Father Arseny continued his ministry in the barrack-room, although he felt weaker by the day. Living amongst men of the most different kinds – different in character, education, breeding and experience – through his love and kindness, through his warm and tender words, he bound everyone together – believers, communists and criminals. With his deep insight into men’s souls he knew what each man needed and gave it to him. He won men’s hearts, softened their pain, gave them hope and taught them what was right.
Sazikov and Avsenkov, without understanding how, became friends. But what could a criminal and a former Party member possible have in common?…
It was Father Arseny who united them!
TRANSLATOR’S NOTES
1 Batushka is the diminutive form of an obsolete Russian word meaning ‘father’ and is usually applied to village priests.
CAPTIONS TO PHOTOGRAPHS
p. 61:
The interior of a ruined church in Russia. The desecration that places of worship have suffered is truly disheartening, particularly if one considers their liturgical and artistic value.
p. 62:
The biting cold of northern Russia was another foe that the prisoners had to face, a foe that, combined with the other hardships, wiped many of them out.
p. 63:
‘Most Russian iconographers carried out their work with devotion, fear of God, prayer and fasting.’
p. 64:
Despite the hardships and persecutions, the Russians continue to be a deeply devout people, and their devotion is being passed on to the next generation. The flame of faith in God that for years flickered in the hearts of ordinary people has not gone out because their experience was genuine.
p. 65:
‘The strict, though of course not slavish, conformity of Russian artists to these models (e.g. the icon of Our Lady of Vladimir: see icon below) produced superb works of chromatic brilliance, linear harmony and spiritual depth, such as Rubliov’s masterpiece, the icon of the Holy Trinity (see icon above).’
p. 66:
The famous 15th-century Lavra of the Holy Trinity at Zagorsk
p. 67:
Father Arseny’s biographer, author of ‘Father Arseny’, talking with one of the protagonist’s spiritual children about the book, which has been published in Greece by the Parakletos Monastery at Oropos, which kindly provided us with excerpts from the book and the photographic material.
http://pemptousia.com/2014/06/father-arseny-1894-1975-the-testimony-of-a-russian-confessor/