Sunday, December 15, 2013

Πώς κοινωνούσαν οι πιστοί στα χρόνια του Αγίου Χρυσοστόμου;




(Όπως κοινωνούν σήμερα οι ιερείς μέσα στο ιερό).



«Όταν βαδίζεις λοιπόν, τώρα αργά-αργά, σιωπηλά, για να κοινωνήσεις, μην τεντώνεις και τα δυο σου χέρια, αλλά να στηρίζεις την δεξιά σου παλάμη με τ’ αριστερό χέρι. Η παλάμη πρέπει να ‘ναι κοίλη, για να υποδεχτεί το Βασιλέα των βασιλέων. Πρόσεχε, σαν τα μάτια σου, με φόβο, τρόμο, να μην παραπέσει έξω από το χέρι σου, κανένας πολύτιμος Μαργαρίτης και χάσεις ένα από τα μέλη Του. Με τον ίδιο τρόπο να πλησιάζεις πάλι ήσυχα, χωρίς σπρωξίματα, για να πάρεις το τίμιο Αίμα του Κυρίου μας. Το κεφάλι σου όρθιο, τα χέρια σου κάτω, δεμένα! Ανοίγεις καλά το στόμα και όταν δεχτείς το πανακήρατο Αίμα, ταπεινά να λες το «Ἀμήν», «Ἀμήν», «Ἀμήν».



Να αγιάζεις οφθαλμούς- μέτωπο!



«Όταν τα χείλη σου είναι ακόμη υγρά με τ’ άγιο Αίμα , να τ’ αγγίζεις ευλαβικά με τα χέρια και να αγιάζεις τους οφθαλμούς, το μέτωπό σου , τ’ αυτιά και τ’ άλλα αισθητήρια. Ταυτόχρονα να χαίρεσαι, να δοξολογείς, να ευχαριστείς ολόψυχα το Θεό, γιατί σ’ αξίωσε να πάρεις μέσα σου τον Παντοδύναμο Χριστό μας».



Ο τρόπος ζωής σώζει (όχι ο τόπος).



Ίσως ρωτήσει κάποιος. Εγώ ζω μέσα στον κόσμο, σ’ ένα αμαρτωλό πρόστυχο περιβάλλον.



Είναι δυνατόν να σωθώ; Τι πράγματα λέγεις, αδελφέ μου; Θέλεις να σου αποδείξω με λίγα λόγια ότι δεν σώζει τον ‘άνθρωπο ο τόπος, αλλά ο τρόπος της ζωής και η προθυμία προς τον Θεό;



Ο Αδάμ ζει χαρούμενα μέσα στον Παράδεισο, σ’ ένα ήρεμο λιμάνι! Και όμως εδώ ναυαγεί, καταστρέφεται… Δεν φταίει φυσικά ο τόπος, αλλά η υπερηφάνεια, ο εγωισμός του.



Ο Λωτ ζει μέσα στα Σόδομα, μέσα σ’ ανοιχτό φουρτουνιασμένο, άγριο πέλαγος. Όμως σώζεται, γιατί είναι δίκαιος, αγαπά ειλικρινά το Θεό.



Ο Ιώβ ζει σε φλογερό καμίνι, κοιμάται πάνω σε κοπριές, έχει χάσει τα πάντα, δέκα παιδιά, περιουσία. Κερδίζει τα πάντα!



Ο Δαβίδ βρίσκεται σε βασιλικά ανάκτορα. Τι κερδίζει, από τον τόπο; Τίποτα. Διαπράττει διπλή αμαρτία (μοιχεία, φόνο).



Δεν φταίει, λοιπόν, ο τόπος για την αμαρτωλή ζωή μας!



Είναι πρόχειρη δικαιολογία! Ξέρετε τι φταίει; Δεν συμμετέχουμε έντονα στις προσευχές, δεν παίρνουμε μέρος στις ιερές συνάξεις μας, δεν απολαμβάνομεν το τίμιον Σώμα του Χριστού, δεν εξομολογούμεθα ταπεινά όλες τις αμαρτίες μας!



[Ο Πορφύριος συχνά έλεγε: «Και μέσα στην Ομόνοια μπορείς να αγιάσεις»]



«Πρόσεχε τί κάνουν όσοι θέλουν να πάρουν κάποιο βασιλικό αξίωμα. Διαρκώς βρίσκονται δίπλα στο βασιλιά και τον παρακαλούν να τους δώσει ό,τι επιθυμούν».



Πολλές φορές παρακινούν και άλλους να μεσολαβήσουν, για να πετύχουν το σκοπό τους.



Η Εκκλησία είναι ήρεμο λιμάνι, θεραπευτήριο άριστο. Δεν χαρίζει επίγεια αξιώματα, αλλά ανώτερα, ουράνια αγαθά.



Όσοι λοιπόν, εγκαταλείπουν αδικαιολόγητα τις ιερές συνάξεις, όσοι ασχολούνται με τυχαία περιστατικά, άσκοπες συζητήσεις, αυτοί όλοι εγκαταλείπουν το γαληνεμένο λιμάνι της Εκκλησίας και ναυαγούν, βουλιάζουν σ’ αμαρτωλά βαλτονέρια!



Τι κάνεις ,ω άνθρωπε; Όταν ο ιερέας λέγει «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας» ,ας ανεβάζουμε προς τον ουρανό τις καρδιές μας, εσύ απαντάς «Έχομεν προς τον Κύριον». Έτσι δεν είναι; Δεν ντρέπεσαι, λοιπόν, δεν κοκκινίζεις; Γιατί κατά την άγια, επίσημη ώρα τούτη, εσύ αποδεικνύεσαι ψεύτης; Έχεις ανυψώσει την καρδιά στο Θεό ή στη γη πλανιέται η σκέψη σου; Συλλογίζεσαι το Χριστό ή λογαριάζεις το χρυσό; Η βασιλική τράπεζα ευτρεπίζεται, ετοιμάζεται, ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ο ιερέας αγωνίζεται για την σωτηρία σου, αόρατα, ουράνια αγγελικά τάγματα, πολυόμματα Χερουβείμ, άγια Σεραφείμ παρευρίσκονται στο άγιο θυσιαστήριο. Εξαπτέρυγα Χερουβείμ σκεπάζουν από σεβασμό, φόβο, τρόμο τα πρόσωπά τους. Όλες οι ουράνιες Δυνάμεις μαζί με τον Ιερέα ικετεύουν, παρακαλούν το Θεό για σένα. Τώρα αόρατα κατεβαίνει το πυρ, η φωτιά του Αγίου Πνεύματος, και το πανάχραντο Αίμα του Χριστού τρέχει από την αγία πλευρά Του μέσα στο Άγιο Ποτήριο για σένα προσωπικά!



Σε ρωτώ, δεν σε κατακρίνει η συνείδησή σου, γιατί δεν συμμετέχεις σ’ αυτό το πλουσιοπάροχο βασιλικό δείπνο;



Προσοχή προς το Μυστήριο, όχι σ’ άλλα θέματα.



Η εβδομάδα έχει εκατόν εξήντα οκτώ ώρες, που μπορείς να εκτελείς όλα τα έργα σου. Ο Θεός μπορεί ξεχωρίζει μονάχα μίαν ώρα και ζητά να την αφιερώσεις αποκλειστικά σε Κείνον.



Αν εσύ και αυτήν την ώρα διαθέτεις, για προσωπικά σου προβλήματα, αν νοερά ασχολείσαι μ’ ασήμαντα, γελοία, αμαρτωλά πράγματα, τότε με ποιο θάρρος θα πλησιάσεις τα θεία Μυστήρια;



Αν δεν έχεις ολοκάθαρη συνείδηση, τότε μην πλησιάζεις το φλογερό καμίνι! Αν τα χέρια σου είναι ρυπαρά, βρωμερά με κοπριές, τολμάς να εγγίζεις βασιλικό ρούχο, έστω και στην άκρη του;



Πηγή: «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΩΦΕΛΙΜΑ

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΛΗΨΗ»

ΤΕΥΧΟΣ 8ΟΝ

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΒΓΟΝΤΖΑΣ

Crossing the great abyss with prayer ( Fr. Dimitru Staniloae )


The virtue of prayer brings about the mystery of our union with God, because prayer is the tie of rational creatures with the Creator. - Saint Gregory Palamas



Pure Prayer is the bridge we seek to union with God and to be participants in His divine light. It is prayer that enables us to cross the great abyss when realize God is beyond all mental concepts and involves a higher knowledge. It is a step that is beyond apophaticism or negative theology.


Fr. Dimitru Staniloae writes,
Pure prayer is an ecstasy of interior quietness, a total cessation of thought in the face of divine mystery, before the divine light descends to the mind thus stopped by astonishment.
This pure prayer is only given to us once we have mastered our passions.


Fr. Dimitru says,
Pure prayer is made only after the mind has been raised from the contemplation of visible nature and from the world of concepts, when the mind doesn't have any image or form or concept.
It is called pure because it does not have and object and does not involve any words. This is also called by the Church Fathers as the Prayer of the mind, or noetic prayer, where the mind is free and we are face to face with God.


Fr. Dimitru gives us a couple of conditions for reaching this level of prayer:
1. The mind must withdraw from things outside and focus on what is within, to its heart. It is in this place called the heart, the center of our soul where we find God.
2. One should use only a few words addressed to Jesus to assure a remembrance of Him and to focus the mind on its goal. He says, "even the most pure prayer must keep the thought of the presence of Jesus." He advises us that the common prayer of this nature is the Jesus Prayer :Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me a sinner."


With the mind focused on the heart we will find that the mind no longer looks for external things. With its focus on the name of Jesus it is guarded by any sinful thoughts. But there is a struggle involved against evil forces.


Fr. Dimitru says,
It must struggle much with the thoughts around it, to make its way toward it (the heart) and to open it... The mind with difficulty regains the habit of looking toward God... Then it lives His presence directly, or feels itself in His presence.
This state of prayer involves the opening of the heart. We feel the pleasure of constantly remembering His name and being within with His love.


St. Diadochos writes,
Grace itself then thinks together with the soul and cries or together with it: "Lord Jesus Christ." [Because immediately]... we need His help to unite and gladden all our thoughts with His ineffable Sweetness, that we might be moved with all our heart to the remembrance and love of our God and Father.


Fr. Dimitru Staniloae

Holy Baptism ( Saint Cyril of Jerusalem )


1. Having been baptized into Christ, and put on Christ, you have been given the same form as the Son of God; for God, having foreordained us to adoption as His children, gave us the same features as the body of Christ’s glory. Having therefore become partakers of Christ, you are properly called Christs (anointed ones), and of you God said: “Do not touch my Christs, (or anointed ones)”. Now you have been made Christs, by receiving the stamp of the Holy Spirit [Holy Chrism]; and everything’s been done to you in imitation, because you’re images of Christ. He washed in the River Jordan, and having imparted the fragrance of His Godhead to the waters, He emerged from them; and the Holy Spirit in the fulness of His being lighted on Him, like resting upon like. And, in a similar way, after you emerged from the pool of the sacred streams, you were given the Chrism, a copy of that with which Christ was anointed. This is the Holy Spirit of whom also the blessed Isaiah, in his prophecy about Him, said : “The Spirit of the Lord is upon me because He has anointed me: He has sent me to preach glad tidings to the poor”.



2. For Christ was not anointed by men with oil or material ointment, but by the Father, Who had previously appointed Him to be the Saviour of the whole world, Who anointed Him with the Holy Spirit, as Peter says: “Jesus of Nazareth, whom God anointed with the Holy Spirit”. David the Prophet also cried, saying, “Your throne, God, is for ever and ever; the sceptre of your kingdom is the sceptre of righteousness. You have loved righteousness and hated iniquity; therefore God,Your God, has anointed you with the oil of gladness above your fellows”. And as Christ was, in actual fact, crucified, buried and raised, you, too, in Baptism are deemed worthy of being crucified, buried, and raised together with Him, in His likeness. So is it with anointing also. As He was anointed with the notional oil of gladness, that is, with the Holy Spirit, Who is called oil of gladness because He is the author of spiritual gladness, so you, too, were anointed with Chrism, having become partakers and fellows of Christ.

3. But beware of supposing this to be plain oil. Just as the Bread of the Eucharist, after the invocation of the Holy Spirit, is no longer mere bread but the Body of Christ, so also this holy Chrism is no more simple oil, nor (so to say) common, after the invocation, but it’s a gift of Christ and of the Holy Spirit, through the presence of His divinity, and is made active. This Chrism is symbolically applied to your forehead and your other sense organs. And while your body is anointed with the perceptible Chrism, your soul is sanctified by the Holy and life-giving Spirit.

4. You were first anointed on the forehead, so that you might be delivered from the shame which the first transgressor carried everywhere with him; and so that, with unveiled face, you might reflect, as a mirror, the glory of the Lord. Then on your ears, so that you might receive the ears which are able to hear the Divine Mysteries, of which Isaiah said: “The Lord also gave me an ear to hear”. And the Lord Jesus, in the Gospel, says: “He that has ears to hear let him hear”. Then, on the nostrils, so that receiving the sacred Chrism you may say, “We are to God a sweet savour of Christ, among the saved”. Afterwards, on your breast, so that, having put on the breast-plate of righteousness, you may stand against the wiles of the devil. For as Christ after His Baptism, and the visitation of the Holy Spirit, went out and vanquished the adversary, in the same way you, who after Holy Baptism and the Mystical Anointing, have put on the whole armour of the Holy Spirit, are to stand against the power of the adversary, and vanquish it, saying: “I can do all things through Christ who strengthens me”.

5. Now that you’ve been deemed worthy of this Holy Chrism, you are called Christians, confirming the name also by your new birth. Because, before you were found worthy of receiving this grace, you actually had no right to this title, but were advancing on your way towards being Christians.

6. Besides, you should know that the symbol of this Chrism lies in the Old Scripture. For when Moses gave his brother the command of God, he made him High-priest. After he had bathed in water, Moses anointed him; and Aaron was called “Anointed”, evidently from the rite of Chrismation. So also the High-priest, in advancing Solomon to the throne, anointed him after he had bathed in Gihon. To them, however, these things happened as a formal procedure, but to you they occurred in truth, because you were truly anointed by the Holy Spirit. Christ is the beginning of your salvation; for He is truly the First-Fruit, and you the leaven; but if the First-Fruit is holy, then clearly His holiness will pass to the leaven also.

7. Keep this unblemished, for it will teach you all things, if it abides in you, as you have just heard declared by the blessed John, talking in depth about this Anointing. For this holy thing is a spiritual safeguard of the body, and salvation of the soul. The blessed Isaiah, prophesying of old, said: “And on this mountain” (he also calls the Church a mountain elsewhere, as when he says, “In the last days the mountain of the Lord shall be manifest”) “the Lord will make a feast for all the nations ; they shall drink wine, they shall drink gladness, they shall anoint themselves”. And to confirm his words, listen to what he says about this myrrh being mystical: “Impart all these things to the nations, for this counsel is for all nations”. Having been anointed, therefore, with this holy Chrism, keep it unspotted and unblemished in you, prospering in good works, and becoming well-pleasing to the Captain of your salvation, Christ Jesus, to Whom be glory for ever and ever. Amen.”







Τάμα ή τάγμα;




Αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη

- Κάτι θα μου δώσης, για να σου κάνω το παιδί σου καλά! Έτσι κάνουν όλοι! Εσύ γιατί, δηλαδή, ν’ αποτελέσης εξαίρεσι;
- Μα, έρχεται η απάντησις της πονεμένης μάνας, όπως βλέπεις δεν έχω.



Είμαι φτωχιά!
- Φτωχιά ξεφτωχιά, κάτι θα μου τάξης και τότε εγώ θα φροντίσω!
Ο διάλογος δεν είναι ανάμεσα σε πονεμένη μάνα και γιατρό. Από γιατρό, που κι αυτός ως άνθρωπος, είναι επιρρεπής στην άτιμη συναλλαγή, θα θε­ωρούσαμε το διάλογο πραγματικό καί, όπως καταντήσαμε και… φυσικό! Δεν φοβούνται νόμους μερικοί γιατροί (έστω και λίγοι). Δεν λογαριάζουν συν­είδηση. Ο πόνος του άλλου είναι γι’ αυτούς ο πόθος για νέο τάξιμο, για φακελάκι φουσκωμένο, γιά «έξυπνο» εκβιασμό!





• Μα η πονεμένη μάνα, και από γιατρούς απελπισμένη, στον παντο­δύναμο Θεό καταφεύγει. Όχι όμως με προσευχή «εκ βαθέων», που φθάνει «εις τα ώτα Κυρίου Σαβαώθ». Καταφεύγει, δυστυχώς, σε μαγικό τρόπο, όπως είναι το… τάμα!

Δηλαδή, δεν της το ζητάει ο Θεός! Άν είναι ποτέ δυνατόν, ο Θεός να ζη­τάη υλικά πράγματα, προκειμένου να γίνη το «Παράσχου Κύριε»! Ο Θεός προσφέρει τα πάντα δωρεάν. Αφού το ύψιστο αγαθό, τη σωτηρία μας και την αιώνια ζωή, δωρεάν το χαρίζει, πώς είναι δυνατόν για ένα μικρό θαύμα να ζητάη πληρωμή, δηλαδή, κάτι να… Του τάξης;
• Δεν το ζητάει ο Θεός απ’ ευθείας το… φακελλάκι, το «τάμα», για να επεμβή εκτάκτως. Άλλοι το ζητάνε, εν ονόματι του Θεού! Δεν τους συγκινεί το «δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε» (Ματθ. ι΄8). Εκμεταλλεύονται την ευαι­σθησία και την ανάγκη των χριστιανών, και ζητάνε (ή παίρνουν χωρίς να ζητάνε) λεφτά για να κάνουν μια δέησι ή μια ιεροπραξία ή ένα μυστήριο!
Ακυρώνουν τη δωρεά του Χριστού! Ο απ. Πέτρος το είπε ξεκάθαρα στο Σίμωνα το μάγο: «Την δωρεάν του Θεού ενόμισας διά χρημάτων κτάσθαι» (Πράξ. η΄ 20). Διάδοχοί του, μερικοί κληρικοί (πιθανόν οι περισσότεροι), που δεν βλέπουν ούτε ακούνε το θεόπνευστο λόγιο.
• Δεν καταλαβαίνουν, ότι καταντούν τον Κύριο της «ανεκδιηγήτου δω­ρεάς» (Β΄ Κορ. θ΄ 15) μαγαζάτορα, που εισπράττει πενταροδεκάρες, για να… εισακούση τις δεήσεις των δούλων Του!
• Αλλά τα μεγάλα ποσά, που προσφέρουν οι πιστοί, συναλλασσόμενοι με τον Θεό, είναι τα… τάματα! Δεν μπορεί, βλέπετε, ο Θεός να ενεργήση, αν δεν τάξουμε λαμπάδα σαν το μπόι μας, ταξίδι στην Παναγία της Τήνου ή σε άλλη από τις χιλιάδες πολυώνυμες Παναγίες, χρυσά στολίδια σε εικόνες, χτίσιμο ναού ή παρεκκλησίου, χρύσωμα εικόνας κ.λπ.!!!
• Και βέβαια, τα τάματα -έτσι έχει ορίσει το κατεστημένο- είναι όλα… υ­λικά! Δεν είπε π.χ. κανείς: «Παναγία μου, ας γίνη καλά το παιδί μου, και θα κόψω το τσιγάρο ή θα πάψω να βλαστημάω ή θα πάω αμέσως να εξομο­λογηθώ ή θα δώσω όλα τα λεφτά μου στους φτωχούς»!
• Για τους χριστιανούς ένα τάμα ισχύει (μόνο). Αυτό που κάναμε στο Βάπτισμα: «Συντάσσομαι τω Χριστώ».
• Για τους χριστιανούς τάμα είναι το… τάγμα! Ανήκουμε στο στρατό του Ιησού. Είμαστε στο τάγμα της διακονίας, όχι της συναλλαγής (Α΄ Κορ. ιστ΄ 15). Και προχωρούμε πίσω από το τάγμα των αγίων, «συντεταγμένοι εις ζωήν αιώνιον» (Πράξ. 13, 48).



http://iliaxtida.wordpress.com

Η αγάπη του Θεού ( Γερόντισσα Ακυλίνα της Σίψας )


Κάνεις δεν μπορεί να καυχηθεί ότι ασκεί την αγάπη ούτε ο πιο μεγάλος ευεργέτης. Μπροστά στην αγάπη του Θεού, η αγάπη των ανθρώπων είναι μηδαμινή, όση κι αν είναι. Η αγάπη είναι πολυμήχανος, ο Θεός να μας φωτίζει να εξασκούμε την αγάπη που Εκείνος θέλει.

Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να εξασκεί την αγάπη όπου ο Θεός τον τοποθέτησε. Αν ήθελε να με έχει στο κόσμο και να τρέχω στα νοσοκομεία θα με είχε στον κόσμο. Με έφερε ο Θεός στο μοναστήρι άρα ένα άλλο είδος αγάπης θα εξασκήσω.

Βρίσκει τον άλλο κατάλληλο να μείνει στον κόσμο και του δίνει την δύναμη να τρέχει και να υποφέρει και να υπηρετεί τον άρρωστο τον ανήμπορο.

Έχει τον άλλον που κοιτάζει και διαθέτει τα κτήματα του για να βοηθά τους έχοντας ανάγκη και κανείς δεν παίρνει είδηση. Για όλους (υπάρχει) είναι δυνατή η εξάσκησης της αρετής, της αγάπης. Δεν είναι μονοπώλιο, για ορισμένους ανθρώπους. Όλοι μπορούν να την εξασκήσουν. Και ο πιο φτωχός και ο πιο αμαρτωλός και ο πιο Άγιος, όλοι. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να πη: εγώ δεν μπορώ να εξασκήσω την αγάπη, ούτε κάποια μερίδα ανθρώπων να το πουν. Κάθε ένας είναι χρήσιμος εκεί που τον τοποθέτησε ο Θεός. Γι αυτό δεν τοποθετώ κανέναν πάνω από τους άλλους. Τον μοναχό ή την νοσοκόμα ή αυτούς που είναι στα γηροκομεία ή αυτούς που είναι άγνωστοι στην έρημο και προσεύχονται.



Μια από τις ιδιότητες του Θεού είναι η αγάπη. « ο Θεός αγάπη εστί». Εξασκώντας εγώ την αγάπη, την ειλικρινή, την καθαρή αγάπη, αυτήν που αντέχει στα μάτια του Θεού (όχι την υποκριτική, όχι αυτή που βλέπει ο κόσμος και με επαινεί) αυτήν που βγαίνει από τα βάθη της ψυχής μου ωφελούμαι γιατί αυτή η αγάπη αναπαύει τον Θεό, μας εξομοιώνει μαζί του. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό, δηλαδή τώρα, αν το μάτι του Θεού έπεφτε επάνω μου, αυτό που κάνω να είναι πραγματικά αυτό που θα το δει ο Θεός και θα ευχαριστηθεί.

Εμπόδιο στην αγάπη στέκει μονάχα η φιλαυτία μας, το εγώ μας. Όταν υπάρχει αγάπη, χάνει κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη δεν έχει παρέα, δεν έχει συντροφιά αποκλειστική, δεν έχει κύκλο στενό για να βρει την εφαρμογή της. Αγκαλιάζει τους πάντας όταν υπάρχει αληθινή αγάπη χάνει κανείς τον εαυτό του. Η αγάπη προς το Θεό, προς τον πλησίον, απαιτεί θυσία. Σαν πρώτη μεγάλη θυσία είναι το εγώ μας. Δεν υπηρετείται ο Θεός χωρίς θυσία. Η αγάπη δεν έχει φιλία. Αν δηλαδή πάσχει η φίλη μου συμπάσχω, αλλ΄ αν τύχει κάποιος άγνωστος που θα έχει πρόβλημα θα μπορώ να τον συμπαρασταθώ το ίδιο; Πολύ περισσότερο εάν κάποιος σε έχει θίξει προσωπικά, σε έχει ζημιώσει, θα νοιώσεις μετά το ίδιο γι αυτόν; Θα τον συγχωρήσεις ή θα νιώσεις απόσταση μ΄ αυτόν; Ο άνθρωπος που έχει αγάπη πάντα τα δικαιολογεί. Η αγάπη θέλει καλούς λογισμούς. Ο Θεός θα μας δικαιώσει, αν με αδίκησαν. Ας ξεχάσω το κακό, ας ξεχάσω αυτό που μου στέρησαν.



Η αγάπη δεν θέλει να θυμόμαστε το κακό. Αν συλλάβουμε τον εαυτό μας να νοιώθει ικανοποίηση για το κακό που βρήκε αυτόν που μας έχει κάνει κακό, που μας αδίκησε κλπ να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε πολύ χαμηλά, πολύ φτωχά σκεπτόμαστε. «νίκα εν τω αγαθώ το κακό». Ο Θεός θέλει να ελεούμε, να συγχωρούμε. Έχει μεγάλη αξία η προσευχή αυτή την ώρα ιδιαίτερα μαλακώνει την ψυχή.



Η ζήλια μειώνει την αγάπη, η φιλαυτία, τα δικαιώματα. Όταν τα βγάλουμε αυτά, γεμίζουμε απ΄ την αγάπη. Συνεχώς να πεθαίνει ο άνθρωπος χάριν της αγάπης. Ότι κάνουμε να είναι πολύ καθαρό. Να λιώνει κάνεις χάριν της αγάπης, δεν υπάρχει ωραιότερο πράγμα. Αν δεν το κάνει, να ζητά συγχώρεση από τον Θεό. Τις λεπτομερειες πρέπει να προσέχουμε τις γράφει ο Θεός.

Ό Θεός της αγάπης να μας φωτίζει να την βρίσκουμε όπως την θέλει Εκείνος και να την εξασκούμε εκεί που είμαστε. Να γίνουμε καλοί, να φύγει το παραμικρό που έχει δόση κακότητας να αυξήσουμε σε αρετή αγάπης και εξυπηρετικότατος. Μην υπερτιμούμε τον εαυτόν μας. Όλοι είμαστε αμαρτωλοί. Να λέμε, Θεέ μου τίποτε δεν έκανα στη ζωή μου, ελέησε με εν ημέρα Κρίσεως. Το έλεος σου να το δείξεις τότε για τους γνωστούς και αγνώστους, για τους αγαπητούς και τους εχθρούς.



Η Αγία Γερόντισσα Ακυλίνα της Σίψας ομιλεί περί αγάπης

Eucharist ( St. Gregory Palamas )


At the reception of the Eucharist our mind becomes the mind of Christ, our thoughts become the thoughts of Christ, our activity and life become the activity and life of Christ....



St. Gregory Palamas

Difference between a woman and a man ( St. Barsanuphius of Optina )


A woman cannot live without faith. Either she lives for a period of time without faith and then returns to faith in God, or she quickly begins to go to pieces.

It is another matter for a man, it is possible for him to live without faith. He hardens completely, and becomes a pillar of salt, and so he lives, stiff and cold. But a woman cannot live like this.


St. Barsanuphius of Optina

Our Goal ( Elder Sophrony of Essex )


Our sole care will be to continue in the word of Christ, to become His disciples and cease to be servants of sin......


Elder Sophrony of Essex

Ξεκίνησα!


Ντύθηκα καθαρό χιτώνα απόψε, Κύριε,
καί ξεκίνησα γιά την Φάτνη Σου.
Έψαξα δώρο ακριβό νά Σού φέρω,
μά δέ βρήκα τίποτα δικό μου
πού νάξιζε γιά Σένα.
Μ' άδεια τά χέρια μου
μέ τήν καρδιά γεμάτη αναζήτηση,
περπάτησα!
Ή σκέψη μου κουβαλούσε μαζί της πολλά:
Σχέδια κι όνειρα γιά τό μέλλον,
στενοχώριες πού τή βαραίνουν,
φόβους πού τήν ταράζουν,
αδυναμίες πού τήν κουράζουν...
Καί περπατούσα καί λαχταρούσα νά φτάσω
γιά νά στά πώ όλα, νά ξαποστάσω.
Έβαλα σημάδι τ' άστέρι Σου
καί περπατούσα καί περπατούσα,
κι' όλο σκεφτόμουν
πότε νά φτάσω.
Νύχτωσε! Μεσάνυχτα,
κι ό δρόμος δέ σίμωνε στή Σπηλιά.
Ένοιωσα νά χώνεται μέσα μου ή αγωνία,
κι άρχισα νά περπατώ πιό γοργά.
Στήλωσα στ' αστέρι τή ματία
καί βάλθηκα νά τρέχω.
Ξέχασα σχέδια κι όνειρα
φόβους καί πίκρες πού φόρτωναν τό νού μου
κι έσερνα μόνο άχαρα τό βάρος τού κορμιού μου.
Κάποτε σήκωσα τό κεφάλι...
Είχα φθάσει,
μά είχα πιά ξεχάσει
τ' ήθελα νά πώ.
Γονάτισα μ' άδεια τή σκέψη
κι είπα "Ευχαριστώ",
Πού ήρθες,
Πού Σέ βρήκα,
Πού Σέ βλέπω,
Που Σ' αγαπώ!
"Δόξα έν υψίστοις Θεώ!"


ΑΓΑΠΗ ΤΙΤΟΥ

Orthodoxy in the winter - Ορθοδοξία και το χειμώνα ( video )

Saturday, December 14, 2013

ΕΦΤΑΣΕ Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ....


Τον Οκτώβριο του 1940, η Ελλάδα υποχρεώθηκε να μπει στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με την απρόκλητη εισβολή των στρατευμάτων του Μουσολίνι στην Ήπειρο. Ο Χίτλερ, για να σώσει τον Μουσολίνι από μία ταπεινωτική ήττα, εισέβαλε στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941. Η Ελλάδα λεηλατήθηκε και ερειπώθηκε από τους Γερμανούς όσο καμία άλλη χώρα κάτω από την κατοχή τους. Σύμφωνα με τον Διεθνή Ερυθρό Σταυρό, τουλάχιστον 300.000 Έλληνες πέθαναν από την πείνα-άμεσο αποτέλεσμα της Γερμανικής λεηλασίας. Ο Μουσολίνι παραπονέθηκε στον Υπουργό του των Εξωτερικών, Κόμη Τσιάνο, «Οι Γερμανοί έχουν αρπάξει από τους Έλληνες ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους».

Η Γερμανία και η Ιταλία επέβαλαν στην Ελλάδα όχι μόνο υπέρογκες δαπάνες κατοχής, αλλά και ένα αναγκαστικό δάνειο (κατοχικό δάνειο) ύψους 3,5 δισεκατομμυρίων δολλαρίων.

Ο ίδιος ο Χίτλερ είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της Γερμανίας να πληρώσει αυτό το χρέος και είχε δώσει οδηγίες να αρχίσει η διαδικασία πληρωμής του. Μετά το τέλος του πολέμου, η Συνδιάσκεψη των Παρισίων επιδίκασε στην Ελλάδα 7,1 δισεκατομμύρια δολάρια για πολεμικές επανορθώσεις έναντι της Ελληνικής απαίτησης 14,0 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η Ιταλία πλήρωσε στην Ελλάδα το μερίδιο της από το κατοχικό δάνειο.Η Ιταλία και η Βουλγαρία πλήρωσαν πολεμικές επανορθώσεις στην Ελλάδα, και η Γερμανία πλήρωσε πολεμικές επανορθώσεις στην Πολωνία το 1956 και στην Γιουγκοσλαβία το 1971. Η Ελλάδα απαίτησε από την Γερμανία την πληρωμή του κατοχικού δανείου το 1945, 1946, 1947, 1964, 1965, 1966, 1974, 1987, και το 1995.

Παρά ταύτα Γερμανία αρνείται συστηματικά να πληρώσει στην Ελλάδα τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από το κατοχικό δάνειο και τις πολεμικές επανορθώσεις. Το 1964, ο Γερμανός Καγκελάριος Erhard υποσχέθηκε την πληρωμή του δανείου μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, που πραγματοποιήθηκε το 1990.

Ενδεικτικό της σημερινής αξίας των Γερμανικών υποχρεώσεων προς στην Ελλάδα είναι το ακόλουθο: εάν χρησιμοποιηθεί σαν τόκος ο μέσος τόκος των Κρατικών Ομολόγων των ΗΠΑ από το 1944 μέχρι το 2010, που είναι περίπου 6%, η σημερινή αξία του κατοχικού δανείου ανέρχεται στα 163,8 δισεκατομμύρια δολάρια και αυτή των πολεμικών επανορθώσεων στα 332 δισεκατομμύρια δολάρια.

Στις 2 Ιουλίου 2011, ο Γάλλος οικονομολόγος και σύμβουλος της Γαλλικής κυβέρνησης Jacques Delpla δήλωσε ότι οι οφειλές της Γερμανίας στην Ελλάδα για το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ανέρχονται σε 575 δισεκατομμύρια δολάρια (Les Echos, Saturday, July 2, 2011).

Ο Γερμανός ιστορικός οικονομολογίας Dr. Albrecht Ritschl συνέστησε στην Γερμανία να ακολουθήσει μία περισσότερο μετριοπαθή πολιτική στην ευρωκρίση του 2008-2011, διότι ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη δικαιολογημένων απαιτήσεων για πολεμικές επανορθώσεις του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου (Der Spiegel, June 21, 2011,guardian.co.UK, June 21, 2011).

Οι Γερμανοί δεν άρπαξαν από τούς Έλληνες μόνο «ακόμη και τα κορδόνια των παπουτσιών τους».
Στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα έχασε 13% του πληθυσμού της. Ένα μέρος αυτού του πληθυσμού χάθηκε στην μάχη, αλλά το μεγαλύτερο ποσοστό χάθηκε από την πείνα και τα εγκλήματα πολέμου των Γερμανών.

Οι Γερμανοί δολοφόνησαν τούς κατοίκους 89 Ελληνικών πόλεων και χωριών, έκαψαν περισσότερα από 1700 χωριά και εκτέλεσαν πολλούς από τους κατοίκους αυτών των χωριών. Μετέτρεψαν την χώρα σε ερείπια, και λεηλάτησαν τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς.

Ζητούμε από την Γερμανική Κυβέρνηση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα, πού εκκρεμούν για πολλές δεκαετίες, πληρώνοντας το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, και πολεμικές επανορθώσεις ανάλογες των υλικών ζημιών, των εγκλημάτων και των λεηλασιών που διέπραξε η πολεμική μηχανή των Γερμανών.

Αγαπητοί φίλοι,
όπως αναφέρεται παρακάτω από το
EΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ:

Αυτές τις μέρες διεξάγεται η Δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
για τα θύματα του Ναζισμού και τις Γερμανικές αποζημιώσεις.

Παρακαλώ ζητήσετε από φίλους και γνωστούς σας να πάνε στο

http://www.greece.org/blogs/ wwii/

και να υπογράψουν το Αίτημα μας που ζητά

από την Γερμανική Κυβέρνηση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα,

πού εκκρεμούν για πολλές δεκαετίες,

πληρώνοντας το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο και πολεμικές επανορθώσεις ανάλογες των υλικών ζημιών,

των εγκλημάτων και των λεηλασιών, που διέπραξε η πολεμική μηχανή των Γερμανών...














ΕΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ
ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
------------------------------ ------------------------------ -----------
Αυτές τις μέρες διεξάγεται η δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τα θύματα του Ναζισμού και τις Γερμανικές αποζημιώσεις.



Η δικαίωση των Ελλήνων θυμάτων του Ναζισμού μέσω των Ιταλικών δικαστηρίων, έχει οδηγήσει την υπόθεση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στο οποίο προσέφυγε η Γερμανία για να ακυρώσει τις αποζημιώσεις και το οποίο ξεκίνησε τη σχετική δικαστική διαδικασία τη Δευτέρα 12/09.

Την ίδια ώρα, ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα το μέγα θέμα του ανεξόφλητου αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου της χώρας μας προς τη Γερμανία και των γερμανικών επανορθώσεων για τις κατοχικές καταστροφές στη χώρα μας, αφού η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα η οποία δεν έχει λάβει ως αποζημίωση ούτε ένα ευρώ.

Η μέχρι τώρα παθητική, δυστυχώς, στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, στο μέγιστο αυτό Εθνικό θέμα, ήρθε η ώρα να γίνει ενεργητική.

Είναι απόλυτη ανάγκη, από σήμερα, οι Υπουργοί Δικαιοσύνης, Εξωτερικών και Οικονομικών, τουλάχιστον, να παρακολουθήσουν αυτή την πολυσήμαντη για τα εθνικά μας συμφέροντα δίκη στη Χάγη.

Η παρουσία τους δεν θα είναι τιμή μόνο, για τα θύματα του Ναζισμού, αλλά, επιτέλους θα καταδείξει στους Δικαστές της Χάγης και στην παγκόσμια κοινή γνώμη, την αποφαστικότητα της Ελληνικής Πολιτείας να στηρίξει δυναμικά τις διεκδικήσεις των συγγενών των Ελλήνων θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας για ηθική και υλική αποζημίωση.

Αυτή η δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στις σημερινές συνθήκες, έχει τεράστια σημασία για το παρόν και το μέλλον της Πατρίδας μας.

Για το Εθνικό Συμβούλιο

ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΟ ΠΑΝΤΟΥ!!!!!!!!!!!!!



































































--
















Παρακλητικός Κανών Οσίου Αρσενίου - Βατοπαίδι Χαλκιδικής ( Video )

Ψάλλουν μοναχοί Ιεράς Μονής Αγίου Αρσενίου- Βατοπαίδι Χαλκιδικής

Σύμφωνα με απόλυτα έγκυρες πληροφορίες, μένουν μονάχα λίγοι μήνες για την Αγιοκατάταξη του Γέροντος Παίσιου!!!




Αξιόπιστες πηγές από το Άγιον Όρος μας μετέφεραν τις ακόλουθες πληροφορίες, που δημοσιεύουμε προς ενημέρωση:


Μετά τον Άγιο Γέροντα Πορφύριο, η αγιοκατάταξη του Γέροντος Παισΐου θα γίνει πολύ σύντομα...είναι θέμα ολίγων μηνών!
Θα ακολουθήσει ο Γέρων Αμφιλόχιος Μακρής και αργότερα οι Γέροντες Σωφρόνιος Σαχάρωφ (του Έσσεξ) και Εφραίμ Κατουνακιώτης

Παρότι έχει πάει λίγο πίσω η αγιοκατάταξη του Γέροντος Ιωσήφ Ησυχαστού, οι ίδιες πληροφορίες λένε ότι ίσως δεν αργήσει πάρα πολύ.

«ΔΙΑΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ .. ΑΝ ΤΟΛΜΑΤΕ»






O λόγος του Αμερικάνου λογοτέχνη (και όχι μόνον), Robert Najemy για την Ελλάδα, που μας κάνει να ανατριχιάζουμε από υπερηφάνεια!





Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα σε βάθος 100 μέτρων .



Αδειάστε όλα τα μουσεία σας, ανά τον κόσμο .



Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη .



Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού .



Από την ιατρική της χώρας σας, από την φαρμακευτική .



Από τα ανώτερα μαθηματικά (γεωμετρία, άλγεβρα) .



Από τη Φυσική και από τη χημεία .



Από την αστρονομία, από την αστροφυσική .



Από την πολιτική της χώρας σας .



Από την καθημερινότητα σας ..



Διαγράψτε και τα απλά μαθηματικά, διαγράψτε κάθε σχήμα.



Κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο, την ευθεία-καμπύλη,



σβήστε τη γεωμετρία από τα κτίρια σας,



από τους δρόμους σας, τα παιχνίδια σας, τα αμάξια σας,



σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου,



διαγράψτε τη δημοκρατία και την πολιτική,



διαγράψτε τη βαρύτητα και φέρτε το πάνω κάτω,



αλλάξτε τους δορυφόρους σας ώστε να έχουν τετράγωνη τροχιά,



αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει έστω μια λέξη ελληνική),





σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη,



αλλάξτε τα ευαγγέλια, αλλάξτε το όνομα του Χριστού,


(κι αυτό βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτός που έχει το χρίσμα),





αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (ώστε να χάσει την ελληνική γεωμετρία),





σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο,





σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες,



αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της ιστορίας,



αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας,



αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας, χρησιμοποιήστε τον αραβικό,



διαγράψτε τη φιλοσοφία, διαγράψτε, διαγράψτε, διαγράψτε .Θα πείτε .. «δεν γίνεται» .



Σωστά, δεν γίνεται, γιατί μετά δεν θα μπορείτε να στεριώσετε ούτε πρόταση!



Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη .
Η πρόκληση πάντως ισχύει ..

Thinking of others ( Elder Paisios )



Someone who does not think of himself but thinks constantly of others, in the good sense, will be thought of constantly by God, and then others will also think of him. The more one forgets himself, the more God remembers him...


Elder Paisios



Showing love and not anger ( St. John of Kronstadt )


As sins consist mostly of malice and pride, it is necessary to treat everyone who suffers from the malady of sin with kindness and love.


This is an important truth, which we often forget. Very often we act in the opposite manner, we add malice to malice by our anger, we oppose pride to pride.


Thus, evil grows within us, and does not decrease, it is not cured, rather it spreads....



St. John of Kronstadt

Endless prayer ( Elder Joseph the Hesychast )



Just as a man dies when he stops breathing, so too, does the soul die without continuous and endless prayer..


Elder Joseph the Hesychast

Μικρός Παρακλητικός Κανών εις Παναγία Μαχαιριώτισσα ( video )

Ψάλλουν μοναχοί Ιεράς Μονής Μαχαιρά

Στη Ρωσία για προσκύνημα από το Άγιο Όρος τα Δώρα των Μάγων


Ένα από τα πλέον πολύτιμα ιερά κειμήλια του Αγίου Όρους, δηλαδή τα Δώρα των Μάγων, θα προσκομιστεί για πρώτη φορά στα όρια της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας,

με την ευκαιρία των Χριστουγέννων και με την ευλογία του Πατριάρχη Μόσχας και πασών των Ρωσιών Κυρίλλου, όπως ανακοίνωσε το Συνοδικό Τμήμα Ενημέρωσης του Πατριαρχείου Μόσχας.

Τα πολύτιμα κειμήλια της Ορθοδοξίας θα μεταφερθούν από την Ιερά Μονή Αγίου Παύλου του Αγίου Όρους, όπου και φυλάσσονται και θα εκτεθούν για προσκύνημα εκτός από τη Μόσχα στη Ρωσία, επίσης, στο Κίεβο της Ουκρανίας και στο Μινσκ της Λευκορωσίας.

Πρόκειται για ένα από τα λίγα κειμήλια που συνδέονται με το γήινο βίο του Σωτήρος και μάλιστα για ένα από τα ελάχιστα που διασώζωνται μέχρι σήμερα.

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί συνηθίζουν την παραμονή των Χριστουγέννων να μνημονεύουν το ευαγγελικό αφήγημα για το προσκύνημα των εκ Ανατολών μάγων στον ως Βρέφος ενανθωπήσαντα Κύριο. Σύμφωνα με την Αγία Γραφή, οι ανατολικοί μάγοι προσέφεραν στον Χριστό χρυσό, λίβανο και σμύρνα.

Ο χρυσός προσφέρθηκε ως προς τον Βασιλέα Χριστό, ο λίβανος ως προς το Θεό Χριστό και η σμύρνα ως προς τον Άνθρωπο Χριστό για την επικείμενη κηδεία μετά τη Σταύρωσή Του και πριν την Ανάστασή Του.

«Τις ημέρες του εορτασμού των Χριστουγέννων τον Ιανουάριο του 2014 το κειμήλιο θα προσκομιστεί στη Μόσχα, την Αγία Πετρούπολη, το Μινσκ και το Κίεβο», αναφέρει η ανακοίνωση.

Σύμφωνα με παράδοση, μέχρι το 4ο αιώνα τα Δώρα των Μάγων φυλάσσονταν στα Ιεροσόλυμα, ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκαν στο ναό της Αγίας Σοφίας. Εκεί τα είδαν για πρώτη φορά και Ρώσοι προσκυνητές της εποχής εκείνης.

Το 1200 τα Δώρα των Μάγων μνημονεύτηκαν στο «Βιβλίο Προσκυνητού» του αρχιεπισκόπου της πόλης Νόβγκοροντ Αντωνίου. Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως το κειμήλιο μεταφέρθηκε στη Μονή Αγίου Παύλου, στο Άγιο Όρος, όπου εξακολουθεί να φυλάσσεται μέχρι σήμερα.

Ο χρυσός βρίσκεται υπό την μορφή εικοσιοκτώ επιμελώς σκαλισμένων επιπέδων πλακιδίων πολύπλοκης καλλιτεχνικής μικροεπεξεργασίας. Με το καθένα από αυτά τα πλακίδια συνδέονται με ασημένια νήματα μερικές σφαιρικές χάνδρες, που συνίστανται από μείγμα λιβάνου και σμύρνας.

Τα δώρα φυλάσσονται σε δέκα ειδικές κάρες στο σκευοφυλάκιο της Ιεράς Μονής του Αγίου Παύλου στο Άγιο Όρος.

Για λόγους ασφαλείας μόνο ένα μέρος εξ αυτών εκτίθεται σε προσκύνηση των επισκεπτών.







(agioritikovima.gr)

Friday, December 13, 2013

Προετοιμασία Χριστουγέννων - Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος ( video )

Πρέπει να κάνουμε τα πράγματα για τη δόξα του Θεού ( γεροντικο )


Κάποιος από τους Πατέρες είπε ότι οι μοναχοί τρία πράγματα τιμούν ιδιαίτερα, πού κι εμείς πρέπει να τα πλησιάζουμε με φόβο και τρόμο και χαρά πνευματική. Αυτά είναι η κοινωνία των αγίων μυστηρίων, η τράπεζα των αδελφών και ο νιπτήρας τους.
Έφερε και ανάλογο παράδειγμα:
Ένας Γέροντας, μεγάλος διορατικός, μια μέρα ήταν μαζί με πολλούς αδελφούς. Την ώρα που αυτοί έτρωγαν, ο Γέροντας καθισμένος στο τραπέζι πρόσεχε με το πνεύμα του, κι έβλεπε άλλους να τρώνε μέλι, άλλους ψωμί, άλλους κόπρο. Απορούσε μέσα του, και παρακαλούσε τον Θεό:
«Κύριε, φανέρωσέ μου αυτό το μυστηριώδες πράγμα, ότι οι ίδιες τροφές είναι μπροστά σε όλους πάνω στο τραπέζι, όμως την ώρα που τρώνε φαίνονται τόσο αλλαγμένες, ώστε άλλοι τρώνε μέλι, άλλοι ψωμί και άλλοι κόπρο».
Ήρθε φωνή από ψηλά που έλεγε:
«Αυτοί που τρώνε το μέλι είναι όσοι με φόβο και τρόμο και πνευματική χαρά κάθονται στο τραπέζι, και η προσευχή τους είναι ακατάπαυστη, έτσι η ευχή τους σαν θυμίαμα ανεβαίνει στον Θεό, γι αυτό και τρώνε μέλι.
Αυτοί που τρώνε το ψωμί είναι εκείνοι που ευχαριστούν για το ότι τρώνε αυτά που δωρίζει ο Θεός. Αυτοί που τρώνε την κόπρο είναι όσοι γογγύζουν και λένε: Αυτό είναι καλό και κείνο σάπιο.
Δεν πρέπει έτσι να σκέφτεται κανείς, αλλά μάλλον να δοξολογεί τον Θεό και να τον υμνολογεί, για να εκπληρωθεί το ρητό:
«Είτε τρώτε είτε πίνετε είτε κάτι άλλο κάνετε, όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού».

Γεροντικο

Η απιστία των παιδιών οφείλεται στους γονείς ( Γέροντα Σωφρόνιου Αγιορείτου )


- Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη εξ αιτίας των γονέων

- Πως η γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;

[...]Επειδή οι γυναίκες της εποχής μας έχασαν την υψηλή αυτή συνείδηση, άρχισαν να γεννούν προπαντός κατά σάρκα. Τα παιδιά μας έγιναν ανίκανα για την πίστη. Συχνά αδυνατούν να πιστέψουν ότι είναι εικόνα του Αιωνίου Θεού. Η μεγαλύτερη αμαρτία στις ήμερες μας έγκειται στο ότι οι άνθρωποι βυθίστηκαν στην απόγνωση και δεν πιστεύουν πια στην Ανάσταση. Ο θάνατος του ανθρώπου εκλαμβάνεται από αυτούς ως τελειωτικός θάνατος, ως εκμηδένιση, ενώ πρέπει να θεωρείται ως στιγμή αλλαγής της μορφής της υπάρξεώς μας ως ημέρα γεννήσεώς μας στην ανώτερη ζωή, σε ολόκληρο πλέον το πλήρωμα της ζωής που ανήκει στο Θεό. Αλήθεια, το Ευαγγέλιο λέει: «Ο πιστεύων εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον ο δε απειθών τω Υιώ ουκ όψεται ζωήν» (Ιωάν. 3,36).

«Αμήν, αμήν λέγω υμίν ότι… ο πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωάν. 5,24). «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιωάν. 8,51). Παρόμοιες λοιπόν εκφράσεις μπορούμε να αναφέρουμε πολλές.Συχνά ακούω από τους ανθρώπους: Πως η γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;

Γιατί η πλειονότητα των ανθρώπων έχασε την ικανότητα να πιστεύει; Δεν είναι άραγε η νέα απιστία συνέπεια της ευρύτερης μορφώσεως, όταν αυτό που λέει η Γραφή γίνεται μύθος, απραγματοποίητο όνειρο;

Η πίστη, η ικανότητα για την πίστη, δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον βαθμό μορφώσεως του ανθρώπου. Πράγματι παρατηρούμε ότι στην εποχή μας, κατά την οποία διαδίδεται η μόρφωση, η πίστη ελαττώνεται, ενώ θα έπρεπε ουσιαστικά να συμβαίνει το αντίθετο όσο δηλαδή πλατύτερες γίνονται οι γνώσεις του ανθρώπου, τόσο περισσότερες αφορμές έχει για να αναγνωρίζει τη μεγάλη σοφία της δημιουργίας του κόσμου. Σε τι λοιπόν συνίσταται η ρίζα της απιστίας;

Πριν απ’ όλα οφείλουμε να πούμε ότι το θέμα αυτό είναι πρωτίστως έργο των γονέων, των πατέρων και των μητέρων. Αν οι γονείς φέρονται προς την πράξη της γεννήσεως του νέου άνθρωπου με σοβαρότητα, με τη συνείδηση ότι το γεννώμενο βρέφος μπορεί να είναι αληθινά «υιός άνθρωπου» κατ’ εικόνα του Υιού του Ανθρώπου, δηλαδή του Χριστού, τότε προετοιμάζονται για την πράξη αυτή όχι όπως συνήθως γίνεται αυτό. Να ένα υπέροχο παράδειγμα ο Ζαχαρίας και η Ελισάβετ προσεύχονταν για πολύ καιρό να τους χαρισθεί τέκνο… Και τι συνέβη λοιπόν; «Ώφθη δε αιτώ (τω Ζαχαρία) άγγελος Κυρίου εστώς εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος. Και εταράχθη Ζαχαρίας ιδών, και φόβος επέπεσεν επ’ αυτόν. Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος μη φοβού, Ζαχαρία διότι εισηκούσθη η δέησίς σου, και η γυνή σου Ελισάβετ γεννήσει υιόν σοι, και καλέσεις το όνομα αυτού Ιωάννην και έσται χαρά σοι και αγγαλίασις, και πολλοί επί τη γεννήσει αυτού χαρήσονται. Έσται γαρ μέγας ενώπιον του Κυρίου… και Πνεύματος Αγίου πλησθήσεται έτι εκ κοιλίας μητρός αυτού, και πολλούς των υιών Ισραήλ επιστρέψει έπι Κύριον τον Θεόν αυτών» (Λουκ. 1,11-16).

Βλέπουμε μάλιστα στη συνέχεια ότι ο Ιωάννης, ευρισκόμενος ακόμη στην κοιλιά της μητέρας του, αναγνώρισε την επίσκεψη της μητέρας του Χριστού, σκίρτησε από χαρά και η χαρά του μεταδόθηκε στη μητέρα του. Τότε εκείνη γέμισε με προφητικό πνεύμα. Άλλο παράδειγμα είναι η προφήτιδα Άννα.

Έτσι και τώρα αν οι πατέρες και οι μητέρες θα γεννούν παιδιά συναισθανόμενοι την άκρα σπουδαιότητα του έργου αυτού, τότε τα παιδιά τους θα γεμίζουν από Πνεύμα Άγιο, ήδη από την κοιλιά της μητέρας και η πίστη στον Θεό, τον Δημιουργό των απάντων, ως προς τον Πατέρα τους, θα γίνει γι’ αυτά φυσική, και καμία επιστήμη δεν θα μπορέσει να κλονίσει την πίστη αυτή, γιατί «το γεννώμενον εκ Πνεύματος πνεύμα έστιν». Η ύπαρξη λοιπόν του Θεού και η εγγύτητά του σε μας είναι για μια τέτοια ψυχή οφθαλμοφανές γεγονός. Και η απιστία των πολυμαθών η των αμαθών στα μάτια των τέκνων αυτών του Θεού θα είναι απλώς απόδειξη ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν γεννήθηκαν ακόμη Άνωθεν, και ακριβώς εξαιτίας του γεγονό¬τος αυτού δεν πιστεύουν στον Θεό, διότι είναι εξολοκλήρου σάρκα, γεννημένοι από σάρκα.

Εκείνο όμως που αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για την Εκκλησία, τον προορισμό της, είναι το πως να πείσει τους ανθρώπους ότι είναι αληθινά τέκνα και θυγατέρες του αιωνίου Πατρός πως να δείξει στον κόσμο τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής, όμοιας προς τη ζωή του ιδίου του Χριστού, η τη ζωή των προφητών και των αγίων. Η Εκκλησία οφείλει να φέρει στον κόσμο όχι μόνο την πίστη στην ανάσταση, αλλά και τη βεβαιότητα γι’ αυτήν. Τότε περιττεύει η απαίτηση για οποιεσδήποτε άλλες ηθικιστικές διδασκαλίες.

Η απιστία των παιδιών οφείλεται στους γονείς

του μακαριστού Γέροντα Σωφρόνιου Αγιορείτου – Έσσεξ – αποσπάσματα από το βιβλίο του (†)Αρχιμ. Σωφρονίου, «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ



http://www.diakonima.gr

Saint Luke the Surgeon, Archbishop of the Crimea






In 1932, a tumor appeared and he went to Leningrad to be operated on by an oncologist. Fortunately, it turned out to be benign. In Leningrad, he was called to meet Kirov, a high-ranking member of the Party. The latter offered the bishop the largest surgical research facility in the country, provided he would remove his monastic habit and renounce Christ. He refused and returned to his place of exile. In 1933 his famous book was published: “Essays on the Surgery of Pyogenic Infections”, signed “Bishop Luke”. The book was very well received and ran into a number of editions. Professor Polianov declared that: “Our country does not have any other such book with so much knowledge of surgery and so much love for people”.



He lived in Tashkent from 1933 to 1937. He experienced peaceful family times with his children, something he had missed greatly. He worked mainly on scientific research, which consumed him. He wanted to understand the pus mechanism in the greatest detail, and wrote to his son: “I’m making astounding discoveries. I work all the time. I want to write a lot. I’m afraid I won’t have time. I’m at the height of my powers. I must make time…”.

He was one step away from the discovery of penicillin. But he did not make it…

The 1930s were the era when Stalin was all-powerful. The gulag archipelago was at its height. Millions of people were in the camps and worked at forced labour. More than 300,000 people worked on the White Sea Canal, digging their way thorough granite rock with primitive implements to create a stretch of waterway 280 kilometres long. At least 100,000 died and others had their health ruined. In 1936, the terror reached its peak. In Moscow, the famous trials took place, at which the leading figures from the revolution were eliminated. Arrests of innocent citizens assumed epidemic proportions. And naturally Bishop Luke was under suspicion.

One evening in 1937, commissars entered his house and arrested him. Outside waited the Black Raven which took him to Tashkent Prison. The charges were that as a doctor he had killed people, that he was organizing a counter-revolution and a plot to kill Stalin. Many of his colleagues were also arrested and they gave way under duress and testified against him. They tried to make him sign a confession and subjected him to a chain of terrible, cruel cross-examination. Fixed on a chair under the glare of a powerful lamp, various interrogators cross-examined him ceaselessly, day in, day out, for thirteen days.

They would not let him eat nor sleep. He often passed out and suffered from hallucinations and then they threw buckets of ice-cold water over him to bring him round. Because he refused to sign the charges, he was again subjected to a chain of cross-examinations, for another 13 days and nights. His body was covered in sores from the blows. They kept him in Tashkent Prison for two years, under constant threat and torture.

In 1939 they sentenced him again to exile in Siberia, this time for three years. Another grievous train journey to Krasnoyarsk and then by river boat to the town of Bolshaya Murta. Here he presented himself at the hospital and asked to be allowed to operate. They engaged him, but since there was no other position available they gave him the job of washerwoman for the hospital. They gave him a small room in the hospital building and he lived in great poverty. Here, too, he was very active in the operating theatre, even though working conditions were very bad.

There was no church in the village. Every morning Bishop Luke would go into a nearby forest to pray. He would set up a little icon on a log, kneel in the mud or the snow and pray. But even there the young members of Komsomol would desecrate his prayer. God had been exiled from everywhere.

There are still people living in Murta to this day who remember him with great affection. There still is no church there, but one is being built by the residents and it will be dedicated to Saint Luke. Indeed, on the day that the foundation stone was laid, a sick woman was miraculously healed by the saint. The cross was erected there to commemorate the miraculous intervention of the saint and in front they have set the stone on which the lady had been sitting.

At that time the world scene was dominated by war. The German hordes invaded Russia, causing enormous damage and leaving countless victims. The whole country underwent a dreadful trial.

In Krasnoyarsk, trains would arrive full of wounded soldiers with infected wounds. Many died without care, because there were hardly any doctors. Bishop Luke was moved by this state of affairs and sent a telegram to Kalinin, President of the Supreme Soviet, asking to be allowed to return and operate on the soldiers. The answer came immediately. He was returned to Krasnoyarsk, appointed head physician of Military Hospital 1515 and advisor to all the military hospitals in the region.

Here, too, he was met with mistrust by his colleagues and was constantly under the surveillance of the KGB. His living quarters were a narrow, damp room at the hospital. He was also subjected to the scorn of those in higher positions. They considered him a second-class citizen and forbade him to eat in the canteen at the military hospital. Often he went without food. Some nurses felt sorry for him and would take him a little food on the quiet. He was never heard to complain, and persisted in his great faith in God. In one of his letters to his son, he writes: “I have come to love the trial, which, strangely, purifies the soul”.

Every now and again he would go to the train station to pick out the worst of the wounded in order to operate on them. All of these soldiers loved him greatly, because they felt that he had saved their lives. But the intensive work schedule affected his health. He was overcome with exhaustion. Nevertheless, he continued, as ever, to think of those who were suffering and served them with incredible self-denial.

There was no church anywhere. All of them were closed. But now Stalin needed the Church and in 1943, he gave it a modicum of freedom. He freed many of the imprisoned clergy and allowed some churches to re-open. Bishop Luke was appointed Archbishop of Krasnoyarsk. In the city, permission was given for the opening of a small church, Saint Nicholas’, in a suburb 7 kilometres from the centre. On 28 February, the Archbishop celebrated the first Divine Liturgy. Ecclesiastical life in Siberia began again from this humble church. But to get there, he had to trudge 7 kilometres through mud or snow. Often he was snowbound and unable to go on.

Today in Krasnoyarsk, a church dedicated to Saint Luke is being built in the grounds of the General Hospital. The doctors there now are grateful to him and feel blessed by the tradition he left them. At a central point in the city there is a large statue of the saint and there are always passers-by who will stop, say a few words of prayer or leave a few flowers.

In 1944 he was transferred to Tambov as head physician and Archbishop. Here, too, everything had fallen apart. With great effort, he managed to repair the ruined church of the Holy Protecting Veil and he began to celebrate the Liturgy and to preach with great joy, because, as he said in his first sermon: “for fifteen years, my lips have been sealed”. At the same time he worked at two hospitals in the town, the General and the Military, whilst also giving lessons at the Medical School and speaking at medical conferences.

In the ecclesiastical sphere, he made tremendous efforts to reorganize his province. In churches he preached the word of God. People flocked to hear him and were profoundly influenced.

The authorities were in a cleft stick. They recognized his enormous scientific, social and patriotic contribution, but could not tolerate his sermons and pastoral work. They often invited him to scientific conferences or the university, but asked that he come without his cassock and pectoral icon. He would not give way and indicated that he was not afraid of anything. In two years, the people of Tambov came to love him very much and the traces of his residence here, too, have proved indelible.

Today, the General Hospital in the city bears his name. In the courtyard there is a bust of him and nearby, in the Museum of Medical History, a large section is dedicated to Saint Luke.

Despite his work load, he took part in the synods of the Moscow Patriarchate. In 1946, recognition came at last. Some members of the party slandered Archbishop Luke to Stalin and demanded he be executed. Stalin became furious and cursed them roundly and ended by saying: “We cannot execute those people any more; we have to honour them”. And, indeed, Archbishop Luke would be honoured by the greatest State medal, the 1st Stalin prize among 15 scientists. The ceremony took place in Moscow. Everyone was present. The only one missing was Archbishop Luke, who did not have the money for a train ticket. The prize was accompanied by 200,000 roubles. He sent a telegram to Stalin asking that the money be distributed to war orphans.

In the same year, on Stalin’s orders, a bust was made of him, which is now in the Klenisovsky Museum in Moscow, among the busts of great scientists. Many foreign journalists came to him for interviews and special broadcasts were made. His health worsened, however, and in 1946 he would lose the sight in one eye. The Church transferred him as Archbishop to the see of Simferopol and Crimea.

The Crimea is a beautiful region, with shades of Greece, but has suffered much. The destruction left by the war was very great here, too. The Church had been completely broken up and the Archbishop had to make Herculean efforts in order to restore it. In his efforts, he came up against the resistance of the authorities, who continually opposed him and undermined his work. There were very many poor people, and he organized a soup kitchen at his home. He often went without food himself, so as not to deprive some poor person of it. Here, too, he was invited to conferences or to give lessons at the School of Medicine. Sometimes the authorities would demand that he should not appear in his cassock, but he would not agree and so some conferences were cancelled.

His everyday life was full. He woke early and performed a service for two to three hours, after which he read a portion of the Old and New Testaments. He would then go to his office and deal with the affairs of his see. In the afternoon, he would receive patients, always without a fee.

A variety of people would come to his surgery: atheists, heathens, foreign nationals. He offered his services without discrimination.

In 1956, he lost the sight in his other eye, too. Although he was now blind, he continued to work tirelessly, to preach and to celebrate the Liturgy. In 1957, he celebrated his 80th birthday in Simferopol.

After Stalin died in 1953, Khrushchev attempted to introduce de-Stalinization. Most prisoners were released and the camps were closed. This positive development, however, was overshadowed by renewed attacks on the Church, with Khrushchev re-opening the anti-Church front. Churches were seized, closed and blown up, while priests were persecuted. Archbishop Luke faced a lot of problems and struggled to keep his churches open. In an anxious letter he wrote to his children: “It is increasingly difficult to direct the affairs of the Church. It’s a great trial. I can’t bear this in my eightieth year. Yet, with the Lord’s help, I’m continuing my difficult task”.

The authorities sought to make an example of him, because he resisted the closure of churches, but they did not dare imprison or exile him.

In another letter to his son, he wrote: “I have more worries than you and they’re hastening my end… In general, the situation in the sphere of the Church is becoming unbearable”.

Archbishop Luke’s life on earth was drawing to a close. At Christmas, 1960, he celebrated the liturgy for the last time, and on Cheese-Fare Sunday he gave his last sermon. Thereafter he remained at home. He prepared for the great journey by praying. Just before his repose, he baptized his great-grand-daughter, Tatiana, now a doctor in Odessa.

One day he turned to his niece and said: “Do you suppose they’ll let you sing Holy God for me at my funeral?”. The niece did not understand what he meant at the time, but she did on the day of the funeral.

It was 11 June 1961, the day of All the Saints of Russia. At four minutes to seven in the morning, Archbishop Luke breathed his last and his soul winged its way up to the heavens. He left to be in time to celebrate the liturgy on that great day at the altar in the sky. The sad tidings spread like wildfire. For three days, people came from all over and by any possible means to venerate his body. Before the coffin, they burst into hot tears and cried aloud: “Our father has left us, our saint”, and they recounted to each other his blessings and miracles.

All that crowd of people turned out to make a magnificent funeral and to bear his body through the main street of Simferopol. On the day of the funeral, however, there came an urgent telegram from Moscow, forbidding the cortège from passing along the central streets.

Anyone wanting to take part would be bussed, free, via side-streets as far as the cemetery. There was to be no singing. Everything was to be over in three minutes, with the body in the grave.

The funeral was attended by a large force of police to implement the order. But after the funeral service, the people revolted. There were scuffles and fights with the police. At some point, the road became open and the hearse started to leave. Some women broke through the police cordon and attached themselves to the hearse, while three heroic women threw themselves in font of the wheels of the vehicle and stopped it, shouting: “You’ll go the way you want only over our dead bodies”.

At that moment a large flock of pigeons appeared in the sky, circled, and followed the procession. Finally, the police gave way. The procession passed along the main boulevard which was packed with people and strewn with roses for a distance of some two kilometres. All those people, with one voice, for three and a half hours, sang “Holy God”.

He was buried in the cemetery of All Saints and since then his grave has become another pool of Siloam. His miracles are countless. And so, in 1966, the Russian Church announced his official canonization. In March, 1966, his relics were translated by Archbishop Lazar of the Crimea and his priests. At the time of the lifting of the relics a sweet perfume pervaded the area. Among his relics, his heart, brain, eyes and lungs were found intact.

On 20 March, 1996, his relics were taken to the church of the Holy Trinity in Simferopol in the presence of thousands of people. In 2001, they were placed in a beautiful silver casket, a present from Greece.

In 1997, a statue was unveiled by Archbishop Lazar in front of the Simferopol hospital, while in 2005 a bust was erected at the Medical School, where the church of Saint Luke is being built.

His memory is kept on June 11. Every year, thousands of people come for the feast from all over the Ukraine, Russia and abroad.

On the eve of the feast, the Medical School, headed by the Dean, sing the Salutations to the Saint and lay their doctor’s coats before his casket to be blessed by him.

On the day of the feast itself, there is a festal Divine Liturgy and a procession with the relics.

His miracles are countless, not only in the Crimea but also in Greece, with many appearances and interventions. He has appeared to many people in their sleep, in either his prelate’s vestments or physician’s clothes. He holds surgical implements, gauzes, syringes and so on. After introducing himself to the patients, he says he has come to operate on them. Many of them, when they wake next morning, find they have an incision or blood on their bodies.

In truth, what was it that glorified and endowed Saint Luke with grace? His virtues were many. But I believe that what distinguished him most was love, the crown of the virtues. Love for God and for people. Genuine love, comprising service, sacrifice and self-denial.

In the land of Palestine, there are two rivers and a lake. The first lake, Tiberias (the Sea of Galilee), is small. Despite this, it is alive with fish, and it was there that Christ’s disciples cast their nets. The second lake is to the south, the Dead Sea, and it is four times as large as the former. But it is dead. There is no trace of life. The two lakes are linked by the River Jordan, which starts from Lake Tiberias and ends in the Dead Sea. And here is the strange thing. For centuries now, the small Sea of Galilee has been giving its waters, letting them flow all the time, and it remains alive. It never empties. The Dead Sea can never get enough of gulping in these waters, but never comes to life. It takes the waters and stays dead. This is the nature of love. We do not ask for love or demand it from others. We simply receive it, without conditions, without calculations and it is only then that we are alive. People who have learned from childhood to take all the time, without giving anything back are crippled, dead, unhappy. People who have learned to love, to sacrifice themselves and to offer themselves are alive and happy.

Such was Saint Luke. A man of love, service, sacrifice, self-denial. This is why he was blessed with grace from God and continues to live, to work wonders, to be so close to us and to comfort us.

May we be inspired by his life and have his blessing…




Judging our brethren ( St. Seraphim of Sarov )


It is not right to judge anyone, even if you have seen someone sinning and wallowing in the violations of God’s laws with your own eyes, as is said in the word of God: "Judge not, that ye be not judged" (Mt. 7:1). "Who art thou that judgest another man’s servant? to his own master he standeth or falleth. Yea, he shall be holden up: for God is able to make him stand" (Rom. 14:4). It is much better always to bring to memory the words of the apostle: "Wherefore let him that thinketh he standeth take heed lest he fall" (1 Cor. 10:12).

One must not harbor anger or hatred towards a person that is hostile toward us. On the contrary, one must love him and do as much good as possible towards him, following the teaching of our Lord Jesus Christ: "Love your enemies, do good to them that hate you" (Mt. 5:44). If then we will try to fulfill all this to the extent of our power, we can hope that God’s light will begin to shine in our hearts, lighting our path to the heavenly Jerusalem.

Why do we judge our neighbors? Because we are not trying to get to know ourselves. Someone busy trying to understand himself has no time to notice the shortcomings of others. Judge yourself — and you will stop judging others. Judge a poor deed, but do not judge the doer. It is necessary to consider yourself the most sinful of all, and to forgive your neighbor every poor deed. One must hate only the devil, who tempted him. It can happen that someone might appear to be doing something bad to us, but in reality, because of the doer's good intentions, it is a good deed. Besides, the door of penitence is always open, and it is not known who will enter it sooner — you, "the judge," or the one judged by you.



St. Seraphim of Sarov

Hope in God ( St. Seraphim of Sarov )


All those having firm hope in God are raised to Him and enlightened with the radiance of eternal light.

If a person does not have superfluous care for himself, out of his love for God and for virtuous deeds, and knows that God will take care of him, then this hope is true and wise. But if a person places all his hope in his works, and turns to God in prayer only when unforeseen misfortunes befall him, then he, seeing that he lacks the means of averting them in his own abilities, begins to hope for help from God -- but such a hope is trivial and false. True hope seeks the one Kingdom of God and is sure that everything necessary for this mortal life will surely be given. The heart cannot have peace until it acquires this hope. This hope pacifies it fully and brings joy to it. The most holy lips of the Saviour spoke about this very hope: "Come unto Me, all ye that labour and are heavy laden, and I will give you rest" (Mt. 11:28).



St. Seraphim of Sarov

Thursday, December 12, 2013

Η πίστη στο Θεό ( Γεροντας Παϊσιος )


-Αν δεν προσέχει κανείς στα θέματα της πίστεως και της λατρείας, σιγά-σιγά ξεχνιέται και μπορεί να γίνη αναίσθητος, να φθάση σε σημείο να μην πιστεύη τίποτε.

-Μερικοί, Γέροντα, λένε ότι η πίστη τους κλονίζεται, όταν βλέπουν να υποφέρουν καλοί άνθρωποι.

-Ακόμη κι αν κάψη ο Θεός όλους τους καλούς, δεν πρέπει να βάλη κανείς αριστερό λογισμό, αλλά να σκεφθή πως ο Θεός ό,τι κάνει, από αγάπη το κάνει. Ξέρει ο Θεός πώς εργάζεται. Για να επιτρέψη να συμβή κάποιο κακό, κάτι καλύτερο θα βγη.

-Γέροντα, σήμερα ακόμη και τα πιστά παιδιά αμφιταλαντεύονται ,γιατί στα σχολεία υπάρχουν καθηγητές που διδάσκουν την αθεΐα.

-Γιατί να αμφιταλαντεύωνται; Η Αγία Αικατερίνη δεκαεννιά χρονών ήταν και διακόσιους φιλοσόφους τους αποστόμωσε με την κατά Θεόν γνώση και την σοφία της. Ακόμη και οι Προτεστάντες την έχουν προστάτιδα της επιστήμης.

Στα θέματα της πίστεως και στα θέματα της πατρίδος δεν χωράνε υποχωρήσεις πρέπει να είναι κανείς αμετακίνητος ,σταθερός.

-Γέροντα, παλιά προσευχόμουν με πίστη στον Θεό και ό,τι ζητούσα μου το έκανε. Τώρα δεν έχω αυτήν την πίστη. Πού οφείλεται αυτό;

-Στην κοσμική λογική που έχεις. Η κοσμική λογική κλονίζει την πίστη. «Εάν έχητε πίστιν και μη διακριθήτε, πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε», είπε ο Κύριος. Όλη η βάση εκεί είναι. Στην πνευματική ζωή κινούμαστε στο θαύμα. Ενα συν δύο δεν κάνει πάντα τρία κάνει και πέντε χιλιάδες και ένα εκατομμύριο!

Χρειάζεται καλή διάθεση και φιλότιμο. Γιατί, αν ο άνθρωπος δεν έχη καλή διάθεση, τίποτε δεν καταλαβαίνει.

Να, και για την Σταύρωση του Χριστού, τόσες λεπτομέρειες είχαν πει οι Προφήτες- μέχρι και τί θα κάνουν τα ιμάτιά Του, τί θα κάνουν τα χρήματα της προδοσίας, ότι θα αγοράσουν μ' αυτά τον αγρό του Κεραμέως, για να θάβουν τους ξένους-, αλλά, οι Εβραίοι πάλι δεν καταλάβαιναν. «Ο δε παράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συνιέναι» ...;



Γεροντας Παϊσιος

Τη σημασια εχει το καντήλι μπροστά στην εικόνα ( Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης )


«Είναι ωραίο πράγμα να ανάβουμε καντήλια μπροστά στις εικόνες. Άλλα πιο ωραίο πράγμα είναι να προσφέρουμε στον Θεό σαν θυσία τη φλόγα της αγάπης. Τότε είμαστε αληθινοί προσκυνηταί του.

Αν ανάβεις καντήλια στις εικόνες και δεν έχεις αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον σου, αν είσαι φιλάργυρος και φιλόνικος, η θρησκεία σου είναι ματαία». Γιατί ανάβω το καντήλι;
" Μου θυμίζει ότι όπως ο Θεός είναι φως, έτσι πρέπει να είναι και η ζωή μας φωτεινή.
" Είναι ο έλεγχος στα σκοτεινά μας έργα.
" Είναι μία δική μας θυσία ένδειξη ευγνωμοσύνης και αγάπης για το Χριστό πού θυσιάστηκε για μας.
" Είναι το φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους πού προσπαθούν να απομακρύνουν το νου του άνθρωπου και τις προσευχές του, από το φως πού είναι ο Θεός.
" Όπως το καντήλι καίγεται μέσα στο λάδι, έτσι και εμείς πρέπει να ζητάμε το έλεος του Θεού για τις αμαρτίες μας καίγοντας το δικό μας θέλημα και κάνοντας το θέλημα του Θεού.
" Όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια, έτσι και εμείς δεν θα είχαμε το φως αν ο Χριστός και Θεός μας δεν είχε έρθει στη γη.

Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης

Sin is a Form of Love (Part 1)


catakomviLove is the reason why things exist and the criterion for their behaviour. As regards the criterion for behaviour, we would recall the teaching of Saint Paul in his famous hymn to love (I Cor. 13, 1-13).

But love as a criterion for behaviour is not concerned solely with good behaviour, but also with its opposite, that is sin. This can hardly be otherwise, since love is superior.


Of course, sin is a form of perverted love. This perversion consists of the inversion of the form of love revealed with the incarnation, which functions on the lines of: self-emptying, transfer, adoption. Sin is a form of false self-emptying which necessarily leads to self-serving and not at all to positive and creative adoption. Those who are adopted are not teated as people, but as objects to be exploited. But a real community cannot be created in this fashion because those who are being adopted eventually realize thay are being ill-used and refuse to continue. So in the end, sinful behaviour descends into self-adoption, which, naturally, leads not to community, but to isolation. But this reversion of love back onto itself, that is self-love, is nothing more nor less than egotism. Thus, where normal love leads to community and is enriched by this, sin consists, in essence, in anti-communal attitudes and behaviour.

At this point, it ought to be mentioned that egotism in its absolute form as described above, i.e. in the universal rejection of everything, makes only a very rare appearance. Where this does happen, though, it contributes to a re-organization of people’s existence, which may result in reducing such sinners to a state of insanity. But even in its extreme form, egotism cannot be considered to be equal and opposite to love, but is rather a presence which opposes love, up to a certain point. Because, if sin really were equal and opposite to love, then the existence of the egotist, as we said above, would be transformed into non-existence. The impossibility of the annihilation of the egotist is due to the fact that the very essence of egotism, even in its most undiluted form, continues to be love, perveted though it is. This scintilla of love gives cohesion to existence.

Hell is the Result of Love



That hell is the result of love is more difficult to accept in the light of the previous paragraph, that sin is a form of love. The fundamental difficulty lies in the fact that, in people’s minds, hell has, of old, taken on a particular form, behind which lurks the view of a God Who punishes. This concept began with a heresy and was formulated as a result of an inability to understand.

The heresy is the so-called “restoration of all”, that is the belief that, in the end, both sinners and the Devil will receive forgiveness of their sins from God and will return to Him. Behind this notion is the view that God will act as a judge, and where Hell will be the terrifying place of eternal punishment for sinners, to which they will be brought with mourning and regret.

In other words, the “restoration of all” was conjured up in order to “resolve” the contradiction between the goodness of God and His righteousness.

The lack of understanding as regards Hell is of a similar nature, except that the starting point in this case is human experience. Today, in particular, when the death sentence has been abolished, many people find it impossible for someone who has sinned in time to be punished eternally.

The above notions about hell are not unjustified. Our Church, and very often for pastoral reasons, has often taught such a concept of hell. But it has also taught, though with lesser emphasis, that the real Hell is separation from God.

- See more at: http://pemptousia.com/2013/12/sin-is-a-form-of-love-part-1/#sthash.5mroYIIk.dpuf

Toothache ( Elder Ambrose of Optina )




In imitation of one of his predecessors in Eldership, Hieroschemamonk Leonid, Fr. Ambrose sometimes liked to conceal his miraculous help with humorous words or gestures, to divert the attention of witnesses. For instance, a monk once came to the Elder with a terrible toothache. Walking past him, the Elder hit him in the teeth with his fist with all his might and merrily added: "Well done, eh? "Well done, Batiushka," the monk answered, to general laughter, "but it really hurts." However, upon leaving the Elder he felt that the pain had gone, and it did not return afterwards.

Peasants noticed well this characteristic of Fr. Ambrose, and those who suffered from headaches would say to him: "Batiushka Ambrose, hit me; my head hurts."

Περί Νήψεως - Γεροντας Εφραιμ Αριζονας ( Video )

Ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν». ( Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού )




(Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού)

Και γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα χρειάζεται το “γνώθι σαυτόν”. Δηλαδή να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιος είσαι. Ποιός είσαι στ’ αλήθεια, όχι ποιός νομίζεις εσύ ότι είσαι. Με τη γνώση αυτή γίνεσαι ο σοφότερος των ανθρώπων. Με τέτοια επίγνωση έρχεσαι σε ταπείνωση και παίρνεις χάρη από τον Κύριο. Διαφορετικά αν δεν αποκτήσεις αυτογνωσία, αλλ’ υπολογίζεις μόνο τον κόπο σου, γνώριζε ότι πάντοτε θα βρίσκεσαι μακριά από το δρόμο. Διότι δεν λέει ο Προφήτης· “ίδε, Κύριε, τον κόπον μου”, αλλά “ίδε, λέγει, την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου”. Ο κόπος είναι για το σώμα, η ταπείνωση για τη ψυχή και πάλι τα δύο μαζί, κόπος και ταπείνωση, για όλον τον άνθρωπο.

Ποιός νίκησε το διάβολο; Αυτός που γνώρισε την ασθένειά του, τα πάθη και τα ελαττώματα, που έχει. Ο φοβούμενος να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτός βρίσκεται μακριά από τη γνώση· άλλο τίποτε δεν αγαπά παρά να βλέπει μόνο λάθη στους άλλους και να τους κρίνει. Αυτός δεν βλέπει στους άλλους χαρίσματα, αλλά μόνον ελαττώματα- δεν βλέπει στον εαυτό του ελαττώματα, παρά μόνο χαρίσματα. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό ελάττωμα των ανθρώπων του καιρού μας που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου. Ο ένας στερείται πολλά, μα οι πολλοί τα έχουν όλα. Αυτό που έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αυτό το αναγνωρίζουμε, υπάρχει πολλή ταπείνωση. Γιατί έτσι τιμάται και δοξάζεται ο Θεός, ο οποίος με πολλούς τρόπους στόλισε τους ανθρώπους και έκανε όλα τα δημιουργήματά του άνισα, δηλ. διαφορετικά. Όχι όπως προσπαθούν οι ασεβείς να φέρουν ισότητα ανατρέποντας την θεία Δημιουργία.



Ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».

Γι’ αυτό, παιδί μου, τώρα που είναι αρχή φρόντισε να γνωρίσεις καλά τον εαυτό σου, για να βάλεις θεμέλιο στερεό την ταπείνωση. Φρόντισε να μάθεις την υπακοή, να αποκτήσεις την ευχή. Γι’ αυτό πρώτα γνώριζε, παιδί μου, ότι κάθε αγαθό από το Θεό έχει την αρχή. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός που να μην έχει αιτία το Θεό, ούτε πονηρός που να μην έχει αιτία το Διάβολο. Ό,τι καλό λοιπόν διανοηθείς, πεις, κάνεις, όλα είναι της δωρεάς του Θεού. “Παν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι καταβαίνον”. Όλα είναι της δωρεάς του Θεού· δικό μας δεν έχουμε τίποτε.

Καθένας λοιπόν που επιθυμεί και ζητεί να λάβει τη χάρη, να του δώσει δωρεάν ο Θεός, πρέπει πρώτον να γνωρίσει καλά την ύπαρξή του, το “γνώθι σαυτόν”. Και αυτή είναι η όντως αλήθεια. Γιατί κάθε πράγμα έχει αρχή. Και αν δεν αρχίσεις καλά δεν θα έχεις τέλος καλό.

Και αρχή λοιπόν και αλήθεια είναι να γνωρίσει κανείς ότι είναι μηδέν – 0 – και εκ του μηδενός δημιουργήθηκαν τα πάντα. “Είπε και εγεννήθησαν ενετείλατο και εκτίσθησαν”. Είπε και έγινε γη. Και αφού πήρε πηλό έπλασε άνθρωπο. Άψυχο, άνουν ένα πήλινο άνθρωπο. Αυτή η ιδία σου ύπαρξη. Αυτό είμαστε όλοι μας. Χώμα και λάσπη. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα σ’ εκείνον που θέλει να λάβει, αλλά και να μένει διαπαντός η χάρη κοντά του. Απ’ αυτό αποκτά την επίγνωση και απ’ αυτό γεννιέται ταπείνωση. Όχι με λόγια μόνο, να ταπεινολογεί, αλλά στηριζόμενος στην πραγματικότητα λέει την αλήθεια: Είμαι χώμα, είμαι πηλός, είμαι λάσπη. Αυτή είναι η πρώτη μητέρα μας. Λοιπόν το χώμα πατιέται, και συ ως χώμα οφείλεις να πατηθείς. Είσαι λάσπη, δεν έχεις καμίαν αξία.

Σε πετούν εδώ και εκεί, σε κτίζουν από ένα σημείο σε άλλο σε χρησιμοποιούν ως άχρηστη ύλη.

Και λοιπόν σου «ενεφύσησεν» ο Δημιουργός και σου έδωσε πνεύμα ζωής. Και να, αμέσως έγινες ένας άνθρωπος λογικός. Ομιλείς, εργάζεσαι, γράφεις, διδάσκεις· έγινες ένα μηχάνημα του Θεού. Όμως μη λησμονείς ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβει το πνεύμα αυτός που σου το έδωσε, εσύ πάλι θα κτίζεσαι στα ντουβάρια.

Γι’ αυτό “μιμνήσκου τα έσχατά σου και ου μη αμαρτήσης εις τον αιώνα”.

Αυτή είναι η πρώτη αίτια, που όχι μόνον ελκύει τη χάρη, αλλά την πληθύνει και τη συγκρατεί. Αυτή ανεβάζει το νου στην πρώτη θεωρία της φύσεως. Και έξω απ’ αυτή την αρχή βρίσκει μεν κάτι λίγο, αλλά μετά από καιρό θα το χάσει. Γιατί δεν κτίζει σε έδαφος στερεό, αλλά προσπαθεί με τρόπους και τέχνη.

Λες λόγου χάριν είμαι αμαρτωλός! Αλλά εσωτερικά πιστεύεις ότι είσαι δίκαιος. Δεν μπορείς να αποφύγεις την πλάνη. Η χάρη θέλει να μείνει, αλλ’ επειδή ακόμη πρακτικά δεν έχεις βρει την αλήθεια, κατ’ ανάγκη πρέπει να φύγει. Γιατί αναμφίβολα θα πιστέψεις στο λογισμό σου ότι είσαι αυτό το οποίο δεν είσαι, και χωρίς άλλο θα πλανηθείς. Ως εκ τούτου δεν παραμένει η χάρη. Επειδή έχουμε τον αντίπαλο, που είναι τεχνίτης ισχυρός, είναι εφευρέτης κακών, και της κάθε πλάνης δημιουργός. Που αγρυπνεί πλάι μας. Που από φως έγινε σκότος και όλα τα γνωρίζει. Που είναι εχθρός του Θεού και ζητεί όλους να μας κάνει εχθρούς Του. Και εν τέλει είναι πνεύμα πονηρό και εύκολα αναμειγνύεται με το πνεύμα, που μας χάρισε ο Θεός, και παίρνει τη μηχανούλα μας και την κινεί όπως θέλει αυτός. Κοιτάζει, πού ρέπει η όρεξη της ψυχής, και με ποιό τρόπο τη βοηθά ο Θεός, και αμέσως σκέφτεται και εκείνος τα ίδια.

(«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος -αποσπάσματα σε νεοελληνική απόδοση.)

Wednesday, December 11, 2013

Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου





Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου

Εορτάζει στις 12 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.



Ο θαυματουργός καν τέθνηκε Σπυρίδων,

Του θαυματουργείν ουκ έληξεν εισέτι.

Αμφί δωδεκάτην Σπυρίδων βίοτον λίπε τόνδε.



Βιογραφία

Ο Άγιος Σπυρίδων γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στο τώρα κατεχόμενο χωριό Άσσια (Άσκια) της Κύπρου (και όχι στην Τριμυθούντα – σημερινή Τρεμετουσιά – όπως γράφουν πολλοί) από οικογένεια βοσκών, που ήταν κάπως εύπορη. Αν και μορφώθηκε αρκετά δεν άλλαξε επάγγελμα. Συνέχισε και αυτός να είναι βοσκός.

Σαν χαρακτήρας, ο Άγιος, ήταν απλός, αγαθός, γεμάτος αγάπη για τον πλησίον του. Τις Κυριακές και τις γιορτές, συχνά έπαιρνε τους βοσκούς και τους οδηγούσε στους ιερούς ναούς, και κατόπιν τους εξηγούσε την ευαγγελική η την αποστολική περικοπή. Ο Θεός τον ευλόγησε να γίνεται συχνά προστάτης χήρων και ορφανών.

Νυμφεύθηκε ευσεβή σύζυγο και απέκτησε μια κόρη, την Ειρήνη. Γρήγορα, όμως, η σύζυγός του πέθανε. Για να επουλώσει το τραύμα του ο Σπυρίδων αφοσιώθηκε ακόμα περισσότερο στη διδαχή του θείου λόγου.

Μετά από πολλές πιέσεις, χειροτονήθηκε ιερέας. Και πράγματι, υπήρξε αληθινός ιερέας του Ευαγγελίου, έτσι όπως τον θέλει ο θείος Παύλος: «Ανεπίληπτον, νηφάλιον, σώφρονα, κόσμιον, φιλόξενον, διδακτικόν, τέκνα έχοντα εν υποταγή μετά πάσης σεμνότητας» (Α’ προς Τιμόθεον γ’ 2-7). Δηλαδή ακατηγόρητο, προσεκτικό, εγκρατή, σεμνό, φιλόξενο, διδακτικό, και να έχει παιδιά που να υποτάσσονται με κάθε σεμνότητα. Έτσι και ο Σπυρίδων, τόσο σωστός υπήρξε σαν ιερέας, ώστε όταν χήρεψε η επισκοπή Τριμυθούντος στην Κύπρο, δια βοής λαός και κλήρος τον εξέλεξαν επίσκοπο.

Από τη θέση αυτή ο Σπυρίδων προχώρησε τόσο που στην αρετή, ώστε τον αξίωσε ο Θεός να κάνει πολλά θαύματα.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Άγιος Σπυρίδων με το κύρος της αγίας και ηθικής ζωής του στην Α’ Οικουμενική σύνοδο, που έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (Μικρά Ασία) και στην οποία συμμετείχε, κατατρόπωσε τους Αρειανούς και αναδείχτηκε από τους λαμπρούς υπερασπιστές της Ορθόδοξης πίστης. Μάλιστα, όπως αναφέρει η παράδοση, αφού μίλησε για λίγο, κατόπιν έκανε το σημείο του Σταυρού και με το αριστερό χέρι, που κρατούσε ένα κεραμίδι, εις τύπον της Αγίας Τριάδος είπε: «Εις το όνομα του Πατρός» και έκανε να φανεί προς τα επάνω απ’ το κεραμίδι φωτιά, δια της οποίας είχε ψηθεί αυτό. Όταν δε είπε: «Και του Υιού», έρρευσε κάτω νερό, δια του οποίου ζυμώθηκε το χώμα του κεραμιδιού. Και όταν πρόσθεσε: «Και του Αγίου Πνεύματος» έδειξε μέσα στη χούφτα του μόνο το χώμα που απέμεινε.

Ο Άγιος Σπυρίδων κοιμήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 350 μ.Χ.

Τα 648 μ.χ. η Κύπρος αντιμετώπιζε μεγάλες επιδρομές από τους Σαρακηνούς και το λείψανο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Τοποθετήθηκε στον Ναό των Αγίων Αποστόλων μαζί με το λείψανο της Αυγούστας Θεοδώρας (βλέπε 11 Φεβρουαρίου). Παρέμεινε στην βασιλίδα των πόλεων μέχρις ότου ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος λίγες μέρες πριν την πτώση πήρε τα δύο λείψανα και τα μετέφερε μέσω Σερβίας, Θράκης και Μακεδονίας στη Παραμυθιά της Ηπείρου. Τρία χρόνια περιπλανήθηκε από τόπο σε τόπο μέχρις ότου φτάσει στην Κέρκυρα. Όλο αυτό το διάστημα είχε τοποθετήσει τα λείψανα σε σακιά με άχυρα και όποιος τον ρωτούσε τους έλεγε πως είναι τροφή για το υποζύγιό του. Το 1456 μ.Χ. έφτασε στην Κέρκυρα γιατί πίστευε πως τα λείψανα θα ήταν ασφαλισμένα. Τα Επτάνησα εκείνη την εποχή βρίσκονταν κάτω από την εξουσία των Ενετών. Ο ιερέας Γρηγόριος Πολύευκτος βρήκε ένα συμπολίτη του πρόσφυγα τον ιερέα Γεώργιο Καλοχαιρέτη και του κληροδότησε το λείψανο του Αγίου.

Μετά τον θάνατο του ο Γεώργιος Καλοχαιρέτης άφησε κληρονομιά στους γιους του στο Λουκά και Φίλιππο το λείψανο του Άγιου Σπυρίδωνα Οι δύο αδελφοί θέλησαν να μεταφέρουν το λείψανο στην Βενετία. Η υπόθεση μάλιστα εκδικάστηκε από την Ενετική Γερουσία. Το ανώτατο δικαστικό όργανο του κράτους αποφάσισε ότι το λείψανο αποτελεί ιδιοκτησία των αδελφών, άρα διατηρούν το αναφαίρετο δικαίωμα να το μεταφέρουν όπου εκείνοι επιθυμούν. Τελικά όμως η μεταφορά δεν πραγματοποιήθηκε διότι υπήρξαν έντονες αντιδράσεις από τον Κερκυραϊκό λαό και το ανώτατο δικαστικό όργανο δεν επέμεινε και επικράτησε η σκέψη ότι δεν έπρεπε να δημιουργούνται δυσαρέσκειες στους λαούς οι οποίοι βρίσκονται κάτω από τη Βενετική σημαία. Το 1512 μ.Χ. συντάχθηκε στην Άρτα δωρητήριο συμβόλαιο στο όνομα της Ασημίνας Καλοχαιρέτη, κόρη του Φιλίππου, η οποία παντρεύτηκε τον Σταμάτιο Βούλγαρη και η οποία με τη σειρά της άφησε διαθήκη που χρονολογείται από τις 25 Νοεμβρίου 1571 μ.Χ. και ορίζει πως το Ιερό Λείψανο του Αγίου παραμένει ως κληρονομιά στους γιους της και στους απογόνους τους.

Ο ναός ο οποίος στεγάζει σήμερα το σκήνωμα του σγίου, κτίστηκε στα 1589 μ.Χ. και ανήκει στο ρυθμό της μονόκλιτης βασιλικής. Το ψηλό και πυργωτό καμπαναριό, ως συμπλήρωμα του ναού, κτίστηκε το 1620 μ.Χ. Το σημερινό τέμπλο του ναού, κατασκευασνμένο από μάρμαρο της Πάρου, κατασκευάστηκε το 1864 μ.Χ. και είναι έργο του αυστριακού αρχιτέκτονα Μάουερς. Η ουρανία είναι ζωγραφισμένη από τον Κερκυραίο ζωγράφο Νικόλαο Ασπιώτη το 1852 μ.Χ., ενώ οι εικόνες του τέμπλου είναι φτιαγμένες από τον επίσης Κερκυραίο ζωγράφο, Σπύρο Προσαλένδη. Η σημερινή λάρνακα φτιάχτηκε στη Βιέννη το 1867 μ.Χ. Είναι από σκληρό, πολυτελές ξύλο με εξωτερική ασημένια επένδυση. Βρίσκεται τοποθετημένη μέσα στην κρύπτη, η οποία δημιουργήθηκε ειδικά για να δεχθεί το λείψανο του Αγίου Σπυρίδωνα, το οποίο επισκέπτονται χιλιάδες ξένοι και ντόπιοι επισκέπτες. Είναι ένα από τα τρία άφθορα λείψανα στο Ιόνιο, του Άγιου Σπυρίδωνα, του Άγιου Γεράσιμου και του Αγίου Διονυσίου.

Στην Κέρκυρα το σκήνωμα του Αγίου Σπυρίδωνος λιτανεύεται τέσσερις φορές το χρόνο. Την Κυριακή των Βαΐων για την απαλλαγή του νησιού από επιδημία πανώλης το 1629 μ.Χ. Το Μεγάλο Σάββατο γιατί το έτος 1533 μ.Χ. το νησί επλήγη από μεγάλη καταστροφή της σοδιάς των σιτηρών. Την 11η Αυγούστου για την διάσωση του νησιού από σφοδρή επιδρομή των Τούρκων το 1716 μ.Χ. και την πρώτη Κυριακή του μηνός Νοεμβρίου για δεύτερη επιδημία πανώλης το 1673 μ.Χ.

Θαύματα του Αγίου Σπυρίδωνα

Μια μέρα, ένας πτωχός με πολυμελή οικογένεια κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του Αγίου Σπυρίδωνα. Πλησίασε τον άγιο και με δάκρυα του ζήτησε ένα δάνειο. Το ήθελε για να πληρώσει κάποιο χρέος του σ’ ένα πλούσιο, που απειλούσε να του πωλήσει το σπίτι του. Που να βρει όμως ο άγιος ένα τόσο μεγάλο ποσό;

Στον πόνο που του δημιουργούσαν τα πικρά δάκρυα του πτωχού, που από τη θλίψη σπάραζε, ο στοργικός επίσκοπος καταστενοχωρημένος άρχισε να βηματίζει. Ξάφνου εκεί μπροστά του, πήρε το μάτι του ένα φίδι να σέρνεται μέσα στην πρασινάδα. Σαν αστραπή πέρασε από τον νου του το ραβδί του Ααρών, που στο παλάτι του Φαραώ τ’ αφήκε να πέσει στη γη κι έγινε φίδι. «Ας ήταν, Κύριε, το φίδι αυτό να γινόταν χρυσάφι για τον πτωχό αυτόν οικογενειάρχη, είπε σιγανά. Ναι, Κύριε. Ας γινόταν χρυσάφι, για να βοηθηθεί το δυστυχισμένο αυτό πλάσμα σου», ξανάπε και σήκωσε το χέρι. Το φίδι σταμάτησε. Κι ο άγιος έσκυψε και το πήρε. Στο χέρι του το σιχαμερό ερπετό μεταμορφώθηκε κι άστραψε τώρα χρυσαφένιο. O πτωχός γεμάτος χαρά πήρε το χρυσάφι κι έτρεξε και το ‘δωκε ενέχυρο στον πλούσιο δανειστή.

Όταν αργότερα με τη βοήθεια του Θεού πλήρωσε το χρέος του, ο δανειστής του επέστρεψε το χρυσαφένιο ενέχυρο. Κι ο πτωχός το πήρε και με δάκρυα ευγνωμοσύνης το γύρισε στον άγιο. Αυτός, αφού το έλαβε στα χέρια, έστρεψε τα μάτια στον ουρανό, δόξασε τον Θεό για την άπειρη φιλανθρωπία του κι ύστερα το έρριξε στη γη. Και ω του θαύματος! Το χρυσάφι έγινε και πάλι φίδι κι έφυγε από μπροστά τους.

Κάποια άλλη φορά ο Άγιος Σπυρίδωνας, ύστερα από μακρινή οδοιπορία για διδαχή του λαού του μπήκε κουρασμένος στο σπίτι ενός από τους πιστούς του, για να ξεκουραστεί. Στο άκουσμα της είδησης κόσμος πολύς από τα γειτονικά σπίτια στην αρχή κι έπειτα από όλη την κοινότητα έτρεξαν να τον συναντήσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ανάμεσα στα πλήθη ήταν και μια αμαρτωλή γυναίκα, που ήρθε κι αυτή να δει τον άγιο. Κάποια στιγμή μάλιστα έπεσε και κάτω, για να ασπασθεί τα πόδια του. Με τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος ο άγιος, σαν την κοίταξε, γνώρισε αμέσως την αμαρτία της. Χωρίς να τον ακούσει κανένας, με τρόπο γλυκύ και ταπεινό, ψιθύρισε στη γυναίκα: «Κυρά μου, μη με εγγίσεις». Εκείνη όμως επέμενε. Και τότε ο άγιος με αυστηρότητα φανέρωσε μπροστά σε όλους την αμαρτία της. Η γυναίκα θαύμασε και με συντριβή καρδιάς έσκυψε κι άρχισε με δάκρυα να ζητά το έλεος του Θεού. Μπροστά στη μετάνοια της ο στοργικός πατέρας της είπε με συγκίνηση τα λόγια εκείνα, που κάποτε ο ίδιος ο Κύριος απηύθυνε σε μια τέτοια αμαρτωλή: «Θάρσει, θύγατερ. αφέωνται σοι αι αμαρτίαι». Πήγαινε στο καλό και πρόσεχε μελλοντικά. Με τον τρόπο του ο άγιος βοήθησε την αμαρτωλή εκείνη γυναίκα να μετανοήσει. Αλλά κι έδωκε ένα μάθημα σε όλους. Μόνο η μετάνοια η ειλικρινής ξεπλένει την ψυχή και αποκαθιστά τον άνθρωπο στη θέση την τιμητική, να είναι παιδί του Θεού.

Ο άγιος κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή συνήθιζε να νηστεύει απόλυτα. Δεν έτρωγε τίποτα, ούτε αυτός ούτε κι η κόρη του. Κάποια βραδυά, σε περίοδο νηστείας, ένας άγνωστος οδοιπόρος κτύπησε την πόρτα της επισκοπής του. Ο άγιος έσπευσε με προθυμία να του ανοίξει και να τον υποδεχθεί. Του πρόσφερε νερό να ξεπλυθεί και πήγε να βρει κάτι, για να του δώσει να δειπνήσει. Κοίταξε παντού, μα τίποτα δεν βρήκε. Ούτε ψωμί δεν είχε. Στην αμηχανία του ο άγιος θυμήθηκε πως σε κάποια γωνιά βρισκόταν κρεμάμενο ένα κομμάτι διατηρημένο χοιρινό κρέας από τις ημέρες της κρεοφαγίας. Χωρίς να χάσει καιρό, φώναξε την κόρη του να ψήσει λίγο για τον φιλοξενούμενο τους. Η κόρη ετοίμασε το τραπέζι. Έβαλε πάνω το ψητό κρέας και κάλεσαν τον ξένο να φάγει. Ο ξένος, σαν είδε το προσφερόμενο, αρνήθηκε να το δοκιμάσει λέγοντας: «Δέσποτα μου, συγχώρεσε με. Νηστεύω. Είμαι χριστιανός». «Ναι! παιδί μου», είπε ο άγιος, «κι εγώ νηστεύω. Είμαι κι εγώ χριστιανός. Μα μια και δεν έχουμε τίποτε άλλο στο σπίτι κι εσύ πρέπει να τονωθείς ύστερα από την τόση οδοιπορία, θα φας από αυτό που βρίσκεται. Να! εγώ καταλύω πρώτος τη νηστεία. Φάγε, παιδί μου, να τονωθείς». Κι ο άγιος, για να ενθαρρύνει τον ξένο, έφαγε κι έδωσε και σ’ εκείνο λέγοντας του. «Πάντα καθαρά τοις καθαροίς, ο θείος απεφήνατο Λόγος». Την άλλη μέρα φυσικά συνέχισε και πάλι τη νηστεία του.

Το περιστατικό αυτό δείχνει την πλατιά αντίληψη του αγίου για τη νηστεία, που είναι κι η μόνη ορθή. «Το Σάββατον εγένετο δια τον άνθρωπον ουχ ο άνθρωπος δια το Σάββατον». (Μαρκ. β’, 27).

Μια βραδυά, την ώρα που όλοι ησύχαζαν, μερικοί κλέφτες μπήκαν στη μάνδρα, που ήσαν τα πρόβατα που έτρεφε ο άγιος για τις ανάγκες των πτωχών του, για να κλέψουν μερικά. Ξεχώρισαν αυτά που ήθελαν και δοκίμασαν να φύγουν. Άδικα, όμως, προσπαθούν να κινηθούν προς την έξοδο. Τα πόδια και τα χέρια τους δέθηκαν αόρατα από Εκείνο, που όλα τα βλέπει και τα παρακολουθεί, Όλο το βράδυ άγρυπνοι αγωνίζονταν χωρίς να κατορθώσουν αυτό που ήθελαν. Όταν ξημέρωσε και πήγε ο άγιος στη μάνδρα και τους είδε σε κείνα τα χάλια, τους σπλαγχνίστηκε. Τους μίλησε με καλωσύνη και τους συνέστησε να μην επαναλάβουν αυτή την πράξη. Κι εκείνοι ντροπιασμένοι και καταστενοχωρημένοι του το υποσχέθηκαν. Τους έλυσε τα δεσμά, με τα οποία ήσαν δεμένοι, τους ευλόγησε και τους απέλυσε. Την ώρα, που έφευγαν, τους έδωσε κι ένα κριάρι για «τον κόπο της αγρυπνίας». Πόσο δίκαιο έχει ο λαός μας όταν λέγει: «Αγαπά ο Θεός τον κλέφτη· αγαπά όμως και τον νοικοκύρη». Ο Πανάγαθος «θέλει πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμοθ. β’ 4).

Στις αρχές του 17ου αιώνα μ.Χ. μια τρομερή ανομβρία κτύπησε τα νησιά του Ιόνιου Πελάγους. Ιδιαίτερα τη νήσο Κέρκυρα. Η δύναμη που κρατούσε κι εξουσίαζε τα νησιά με τους πολέμους που διεξήγαγε εδώ κι εκεί, δεν εύρισκε καιρό να σκεφθεί τους δουλοπάροικους της. Ο λαός πεινά. Υποφέρει. Πλησίαζε και το Πάσχα, η Λαμπρή. Πως θα περνούσε ο κόσμος τέτοιες μέρες χωρίς ψωμί; Στις δύσκολες αυτές ώρες όλοι θυμούνται τον Θεό. «Η παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ησαΐα, ν’ 5) φωνάζει κι ο λόγος του Θεού. Στην εκκλησία που φυλάγεται το λείψανο του αγίου, ο λαός αγρυπνεί και παρακαλεί. Οι ιερείς ψέλνουν την παράκληση του αγίου. Κι η απάντηση έρχεται τάχιστα.

Το Μέγα Σάββατο τρία πλοία φορτωμένα με σιτάρι πλέουν προς την Ιταλία. Όταν περνούσαν την Κέρκυρα, οι ναύτες βλέπουν ξαφνικά και των τριών πλοίων την πλώρη να στρέφεται πλάγια και προς τον βοριά, όπου ήταν η νήσος. Ο αέρας αλλάζει κατεύθυνση και τα βοηθά. Ένας γέροντας ρασοφόρος προχωρεί μπροστά, λες και τους δείχνει τον δρόμο. Και μια φωνή δυνατή ακούεται και επαναλαμβάνεται πολλές φορές. «Προς την Κέρκυρα. Πεινούν εκεί οι άνθρωποι. Θα πληρωθείτε. Θα πληρωθείτε. Προς την Κέρκυρα». Σε λίγο, τα καράβια φτάνουν στο λιμάνι. Τα έφερε ο άγιος. Ρίχνουν τις άγκυρες και καλούν τον κόσμο να τρέξει να πάρει αυτά που ποθούσε κι είχε τόση ανάγκη. Να πάρει αυτό που στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου. Να πάρουν το σιτάρι για να φτιάξουν το ψωμί. Δεν πέρασε πολλή ώρα και το λιμάνι γέμισε από κόσμο. Τα σακκιά με τον ξανθό θησαυρό σέρνονται στην ακρογιαλιά και διαμοιράζονται. Οι καρδιές πανηγυρίζουν. Τα δάκρυα του πόνου μεταβάλλονται με μιας σε δάκρυα χαράς. Δοξολογίας και χαράς, μα κι ευγνωμοσύνης στον Μεγάλο Πατέρα, τον Πανάγαθο Θεό και τον προστάτη κι ακοίμητο φρουρό άγιο.

Η Ενετική Κυβέρνηση με θέσπισμά της ώρισε κάθε Μεγάλο Σάββατο να γίνεται λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος του αγίου, για να θυμάται πάντα ο λαός το μεγάλο αυτό θαύμα της σωτηρίας του από την πείνα.

Γύρω στα 1629-30 μ.Χ. καινούργια δοκιμασία έπληξε το ευλογημένο νησί της Κέρκυρας. Αρρώστια μεταδοτική και θανατηφόρα, το κτύπησε αυτή τη φορά χωρίς διάκριση και έλεος. Ήταν πανώλης (πανούκλα). Άνδρες και γυναίκες, νέοι και γέροι, πλούσιοι και πτωχοί προσβάλλονται καθημερινά από την επάρατη νόσο και πεθαίνουν τόσο στην πόλη, όσο και στην ύπαιθρο, τα χωριά. Η διοίκηση του νησιού με τα πρώτα κρούσματα σπεύδει να ψηφίσει και να διαθέσει ένα τεράστιο ποσό, για να περιορίσει την εξάπλωση της αρρώστιας. Άδικα όμως αγωνίζεται. Σε λίγο καιρό η ωραία Κέρκυρα πάει να ερημώσει. Τα καταστήματα τόσο στην πόλη, όσο και στα μεγάλα κέντρα έχουν κλείσει. Η αγορά νεκρώθηκε. Οι δρόμοι έχουν αδειάσει. Μονάχα μερικά αλογοσυρόμενα κάρα κινούνται κάπου-κάπου φορτωμένα με πτώματα για να μεταφέρουν το μακάβριο φορτίο τους έξω από την πόλη για ταφή σε ομαδικούς τάφους. Εικόνα τραγική παρουσιάζει ολόκληρο το νησί.

Κάποια μέρα στη συμφορά αυτή την κοσμογονική ο πιστός και πονεμένος λαός παρά τις συστάσεις των ιατρών να αποφεύγει τον συνωστισμό, τολμά και σπεύδει να κατακλύσει τον ιερό ναό του αγίου και με συντριβή ψυχής και δάκρυα καυτά να εκζητήσει τη μεσιτεία του.

Κι η σωτηρία δεν αργεί. Προσφέρεται γρήγορα και πλούσια.

Ο ιστορικός της Κέρκυρας Ανδρέας Μάρμορας που ζούσε Τότε, μας λέγει, πως η τρομερή επιδημία, παρά την έλλειψη σχετικών φαρμάκων, σε λίγο περιορίστηκε στο ελάχιστο και μέχρι την Κυριακή των Βαΐων σταμάτησε τελείως. Όλες τις νύκτες κατά τις οποίες η πόλη δοκιμαζόταν από την αρρώστια, πάνω από το ναό του αγίου φαινόταν κάτι σαν φως μιας υπερκόσμιας κανδήλας. Ήταν το σημάδι πως ο άγιος αγρυπνούσε και φρουρούσε τον λαό του. Έτσι το εξήγησαν οι πιστοί. Το φως το έβλεπαν συνέχεια οι νυχτερινοί σκοποί των φρουρίων.

Η τρομερή αυτή επιδημία, η πανώλης, παρουσιάστηκε και δεύτερη φορά στην Κέρκυρα μετά από σαράντα περίπου χρόνια, το 1673 μ.Χ. Και τούτη τη φορά η αρρώστια ξαπλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Τα κρούσματα υπήρξαν πάμπολλα. Το δρεπάνι του θανάτου θέριζε κι αυτή τη φορά καθημερινά ένα μεγάλο αριθμό από τους κατοίκους.

Στις παρακλήσεις του λαού του ο θαυματουργός άγιος έσπευσε να ανεβάσει και πάλι στον θρόνο της θείας Μεγαλωσύνης, τη συντριβή και τα δάκρυα του πιστού λαού μαζί με τα δικά του και να εκζητήσει και να λάβει τάχιστα το ουράνιο έλεος και τη σωτηρία του. Τα λόγια του Πνεύματος του Θεού «επικάλεσαί με εν ημέρα θλίψεώς σου και εξελούμαί σε και δοξάσεις με» (ψαλμ. μθ’, 15) βρήκαν και στην περίπτωση αυτή πλήρη την εφαρμογή τους. Στις ικεσίες του θείου ιεράρχη και του μετανοημένου λαού η απάντηση δεν άργησε να δοθεί. Τα κρούσματα μέρα με τη μέρα ελαττώθηκαν στο ελάχιστο και τις τελευταίες μέρες του Οκτώβρη σταμάτησαν απότομα. Κι αυτή τη φορά στην κορυφή του καμπαναριού για τρεις νύχτες έβλεπαν οι πιστοί ένα σταθερό φως, και μέσα σ’ αυτό το υπερκόσμιο φως, τον θαυματουργό άγιο να αιωρείται και μ’ ένα Σταυρό στο χέρι να καταδιώκει ένα κατάμαυρο φάντασμα, την αρρώστια, που προσπαθούσε να αποφύγει τον άγιο και να σωθεί.

Η ευγνωμοσύνη κι οι ευχαριστίες του πιστού λαού υπήρξαν και πάλι μεγάλες. Με θέσπισμα της Ενετικής διοικήσεως καθιερώθηκε από τότε κάθε πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου να γίνεται πανηγυρική και παλλαϊκή λιτάνευση του ιερού Σκηνώματος, για να θυμάται ο λαός κι ιδιαίτερα η νέα γενεά τον αληθινό και άγρυπνο προστάτη και Σωτήρα της.

Το 1715 μ.Χ. ο καπουδάν Χοντζά πασάς, αφού κατέκτησε την Πελοπόννησο κατά διαταγή του σουλτάνου προχωρεί για να καταλάβει και τα Επτάνησα. Και πρώτα – πρώτα βαδίζει προς την Κέρκυρα, που τόσο αυτή, όσο και τα άλλα νησιά βρισκόντουσαν κάτω από την Ενετική κυριαρχία.

Ένα πρωί της 24ης Ιουνίου 1716 μ.Χ. η τουρκική στρατιά με επίκεφαλής τον σκληρό στρατηγό της επέδραμε και πολιόρκησε την πόλη κι απ’ την ξηρά κι από τη θάλασσα. Επί πενήντα μέρες το αίμα χυνόταν ποτάμι κι από τις δύο μεριές. Οι υπερασπιστές Έλληνες και Βενετσιάνοι αγωνιζόντουσαν απεγνωσμένα για να σώσουν την πόλη. Τα γυναικόπαιδα, μαζεμένα στον ιερό ναό του αγίου μαζί με τους γέρους κι όσους δεν μπορούσαν να πάρουν όπλα προσεύχονται στα γόνατα και με στεναγμούς λαλητούς εκζητούν του προστάτη αγίου τη μεσιτεία. Σαν πέρασαν οι πενήντα μέρες οι εχθροί αποφάσισαν να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να κτυπήσουν με πιο πολλή μανία την πόλη. Κερκόπορτα ζητούν κι εδώ οι εχθροί για να τελειώσουν μια ώρα γρηγορώτερα το έργο τους. Απ’ την Κερκόπορτα δεν μπήκαν κι οι προγονοί τους και κατέκτησαν τη Βασιλεύουσα; Γι’ αυτό και προβάλλουν δελεαστικές υποσχέσεις, για να πετύχουν κάποια προδοσία.

Το επόμενο πρωινό ένας Αγαρηνός με τηλεβόα κάνει προτάσεις στους μαχητές να παραδοθούν, αν θέλουν να σωθούν. Την ίδια ώρα όμως αραδιάζει κι ένα σωρό απειλές στην περίπτωση, που οι υπερασπιστές δεν θα δεχόντουσαν τη γενναιόδωρη πρόταση του.



Περνούν οι ώρες. Η αγωνία κι ο φόβος συνέχει τις ψυχές. Οι Αγαρηνοί ετοιμάζονται για το τελειωτικό κτύπημα, όπως λένε. Μα κι οι υπερασπιστές εμψυχωμένοι από τις προσευχές τόσο των ίδιων, όσο και των ιδικών τους μένουν αλύγιστοι κι ακλόνητοι στις θέσεις τους. Η πρώτη επίθεση αποκρούεται με πολλά τα θύματα κι από τις δύο μεριές. Η πόλη της Κέρκυρας περνά τρομερά δύσκολες στιγμές. Η θλίψη, όμως, των στιγμών εκείνων «υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει» (Ρωμ. ε’, 3-5). Η ελπίδα στον Θεό ουδέποτε στ’ αλήθεια ντροπιάζει η διαψεύδει αυτόν που την έχει. Κι ο λαός ελπίζει και προσεύχεται. Προσεύχεται και πιστεύει πως ο ακοίμητος φρουρός και προστάτης άγιος του, δεν θα τον εγκαταλείψει.

Στον ιερό ναό οι προσευχές του άμαχου πληθυσμού συνεχίζονται θερμές κι αδιάκοπες.



Ξημέρωσε η 10η Αυγούστου. Κάτι ασυνήθιστο για την εποχή παρατηρείται την ήμερα αυτή από το πρωί. Ο ουρανός είναι σκεπασμένος με μαύρα πυκνά σύννεφα. Από στιγμή σε στιγμή ετοιμάζεται να ξεσπάσει τρομερή καταιγίδα. Και να! Πολύ πριν από το μεσημέρι μια βροχή, καταρρακτώδης, βροχή κατακλυσμιαία αρχίζει να πέφτει στη γη. Μοναδική η περίπτωση. Νύχτωσε κι ακόμη έβρεχε. Σαν αποτέλεσμα της κακοκαιρίας αυτής καμιά επιθετική προσπάθεια δεν αναλήφθηκε εκείνη την ήμερα. Η νύχτα περνά ήσυχα. Περί τα ξημερώματα της 11ης Αυγούστου συνέβη κάτι το εκπληκτικό, το αναπάντεχο. Μια Ελληνική περίπολος που έκαμνε αναγνωριστικές επιχειρήσεις, για να εξακριβώσει από που οι εχθροί θα επιτίθεντο, βρήκε τα χαρακώματα των Τούρκων γεμάτα νερό από τη βροχή και πολλούς Τούρκους στρατιώτες πνιγμένους μέσα σ’ αυτά. Νεκρική σιγή βασίλευε παντού. Στο μεταξύ ξημέρωσε για καλά. Οι χρυσές ακτίνες του ήλιου πέφτουν στη γη και χαιρετούν την άγρυπνη πόλη. Οι τηλεβόες σιγούν. Οι εχθροί δεν φαίνονται. Μήπως κοιμούνται; Τι να συμβαίνει άραγε;



Μα δεν το είπαμε; Η ελπίδα στον Θεό «ου καταισχύνει». Δεν ντροπιάζει ποτές εκείνο που την έχει. Και να!



Όλη τη νύχτα ο θαυματουργός εκείνος υπερασπιστής της νήσου, ο άγιος Σπυρίδωνας της Κύπρου με ουράνια στρατιά συνοδεία κτύπησε άγρια τους Αγαρηνούς, και τους διέλυσε και τους διεσκόρπισε. Αυτά ομολογούσαν οι ίδιοι οι Αγαρηνοί το πρωί που έφευγαν «χωρίς διώκον τος». Σωρεία τα πτώματα στην παραλία. Τα απομεινάρια της τούρκικης στρατιάς μαζεμένα στα λίγα πλοία που απέμειναν, φεύγουνε ντροπιασμένα για την Κωνσταντινούπολη. Αληθινά! «Τον ελπίζοντα επί Κύριον έλεος κυκλώσει». Και «αυτή εστίν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών». (Α’ Ίωάν. ε’, 4). Δηλαδή αυτή είναι η δύναμη που νίκησε τον κόσμο, η πίστη μας.



Η Κέρκυρα πανηγυρίζει. Ο πιστός λαός, μαζεμένος στην εκκλησία του αγίου, δοξολογεί τον Θεό και ψάλλει με δυνατή φωνή: «Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ… δόξα τω ενεργούντι δια σου… Ναι! δόξα στον Παντοδύναμο Χριστό, που σε δόξασε. Δόξα και σε σένα άγιε, που με τη χάρη Του ενεργείς τα τόσα θαύματα σου».



Η ανέλπιστη σωτηρία της νήσου από την εκστρατεία των Τούρκων ανάγκασε κι αυτή την αριστοκρατία των Ενετών, να αναγνωρίσει ως ελευθερωτή της Κέρκυρας τον άγιο Σπυρίδωνα. Και ως εκδήλωση ευγνωμοσύνης να προσφέρει στον ναό μια ασημένια πολύφωτη κανδήλα, και να ψηφίσει ώστε το λάδι που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο για το άναμμα της κανδήλας αυτής, να προσφέρεται από το Δημόσιο. Με ψήφισμα της πάλι η Ενετική διοίκηση καθιέρωσε την 11 Αυγούστου, σαν ημέρα εορτής του αγίου και λιτανεύσεως του ιερού Σκηνώματός Του.



Ο αρχιναύαρχος του Ενετικού στόλου και διοικητής της νήσου Κερκύρας, Ανδρέας Πιζάνης, θέλοντας κατά ένα τρόπο πιο φανερό και πιο θεαματικό να εκδηλώσει την ευγνωμοσύνη του στον άγιο για τη σωτηρία, αποφάσισε να στήσει στον ναό ένα θυσιαστήριο ακόμη. Ένα θυσιαστήριο για να γίνεται επάνω σ’ αυτό το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας κατά το Λατινικό δόγμα. Το θυσιαστήριο, αλτάριο κατά τους Λατίνους, θα κτιζόταν δίπλα στην Αγία Τράπεζα των Ορθοδόξων κι εκεί θα γινόταν από Λατίνο ιερέα η θεία Λειτουργία. Στη σκέψη του αυτή πολύ ενισχύθηκε ο Ενετός διοικητής και από ένα θεολόγο Λατίνο σύμβουλο του, κάποιο Φραγκίσκο Φραγγιπάνη. Ο τελευταίος θεώρησε την ευκαιρία μοναδική για να τοποθετήσει στο ναό του αγίου αλτάριο, δηλαδή αγία Τράπεζα φράγκικη και να τελείται μέσα στον ορθόδοξο ναό του αγίου η θεία Λειτουργία με άζυμα, κατά το δικό τους το δόγμα. Μετά τη γνωμοδότηση, που πήρε από τον σύμβουλο του ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης, κάλεσε τους ιερείς του Ναού και τους ανακοίνωσε τον σκοπό του και ζήτησε κατά κάποιο τρόπο από αυτούς και τη συγκατάθεση τους. Εκείνοι, όπως ήτο φυσικό, αρνήθηκαν κι υπέδειξαν, πως αυτό θα ήταν μια καινοτομία ασύγγνωστη και επιζήμια και γι’ αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Στην άρνηση των ιερέων να συγκατατεθούν στην τοποθέτηση του αλταρίου, ο διοικητής τους απείλησε κι αποφάσισε να προχωρήσει στην εκτέλεση του σχεδίου του χωρίς την άδεια τους. Οι ιερείς στην επιμονή του κατέφυγαν με δάκρυα στον άγιο τους και ζήτησαν με θερμή προσευχή, τη βοήθεια και την προστασία του. Ο διοικητής με το δικαιωμα που του έδινε η εξουσία, προσπάθησε ανεμπόδιστα να προχωρήσει στην εκτέλεση της παράνομης επιθυμίας του. Αλλά και ο άγιος, για να προλάβει μια τέτοια απαράδεκτη πράξη, παρουσιάστηκε δύο κατά συνέχεια νύκτες στον ύπνο του με το ένδυμα ορθόδοξου μονάχου και του συνέστησε να παραιτηθεί από την απόφαση του, διαφορετικά θα το μετάνοιωνε πολύ πικρά. Τρομαγμένος ο διοικητής κάλεσε τον σύμβουλο του και του φανέρωσε και τις δύο φορές την απειλή του αγίου. Ο θεολόγος σύμβουλος γέλασε και τις δύο φορές κι υπέδειξε πως δεν έπρεπε αυτός ένας μορφωμένος άρχοντας να βασισθεί στα όνειρα, που είναι έργο, όπως του είπε, του διαβόλου και που σκοπό έχουν να παρεμποδίσουν και να ματαιώσουν ένα καλό και θεάρεστο έργο.



Τα λόγια του συμβούλου διασκέδασαν τον φόβο του διοικητού, ο οποίος μάλιστα την επομένη ήμερα 11 Νοεμβρίου 1718 μ.Χ. ακολουθούμενος από τη συνοδεία του πρωί-πρωί ξεκίνησε για την εκκλησία του αγίου για να προσκυνήσει τάχατες το λείψανο και να ανάψει το καντήλι του. Ουσιαστικά όμως πήγε εκεί για να καταμετρήσει το μέρος που θα κτιζόταν το αλτάριο και να καθορίσει και τις διαστάσεις του, μήκος, πλάτος και ύψος.



Εκεί στον ναό για μια ακόμη φορά αγωνίστηκαν οι ιερείς με κάθε τρόπο, να τον αποτρέψουν από του να εκτελέσει το σχέδιο του. Άδικα, όμως. Ο άρχοντας, όχι μόνο δεν μεταπείσθηκε, αλλά και με σκληρό και βάναυσο τρόπο τους απείλησε πως, αν του ξαναμιλούσαν γι’ αυτό το θέμα, θα τους έστελλε φυλακή στη Βενετία.



Έφυγε ο διοικητής με τη συνοδεία του, με την απόφαση την επομένη το πρωί, δηλαδή στις 12 του Νοέμβρη, οι άνθρωποι του να ερχόντουσαν να. αρχίσουν το έργο. Οι ιερείς κι ένας αριθμός πιστών έμειναν εκεί, συνεχίζοντας με δάκρυα τις παρακλήσεις τους μπροστά στην ανοικτή λάρνακα, που περιείχε το σεπτό λείψανο.



Πέρασε η μέρα. Νύχτωσε. Κοντά στα μεσάνυχτα, όπως μας διηγείται ο υπέροχος χρονικογράφος Αθανάσιος ο Πάριος, στο βιβλίο του «ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΡΙΣΙΣ», βροντές και κεραυνοί συνταράζουν την πόλη. Ο σκοπός, που βρισκόταν στην είσοδο του φρουρίου κοντά στην πυριτιδαποθήκη βλέπει κάποιο μοναχό να προχωρεί μ’ ένα δαυλό αναμμένο στο χέρι και να μπαίνει στο Φρούριο. Πρόφτασε και του φώναξε: «Ποιός είσαι; Πού πάς»; Μια φωνή του απήντησε. «Είμαι ο Σπυρίδων».



Την ίδια ώρα τρείς φλόγες βγήκαν από το καμπαναριό της εκκλησίας ενώ ένα χέρι άρπαξε τον σκοπό και τον πέταξε στην άλλη μεριά του κάστρου. Ο σκοπός έπεσε όρθιος χωρίς να πάθει τίποτα. Ταυτόχρονα μια δυνατή, εκκωφαντική έκρηξη ακούστηκε. Και το φρούριο τινάχτηκε στον αέρα με όλα τα γύρω σπίτια. Η καταστροφή υπήρξε τρομερή. Χίλια περίπου πρόσωπα σκοτώθηκαν. Ο διοικητής Ανδρέας Πιζάνης βρέθηκε νεκρός με τον τράχηλο ανάμεσα σε δύο δοκάρια. Και ο θεολόγος σύμβουλος του, νεκρός έξω από το τειχόκαστρο μέσα σε ένα χαντάκι, στο οποίο έτρεχαν τα ακάθαρτα νερά των αποχωρητηρίων της πόλεως. Το ασημένιο πολύφωτο κανδήλι, που έκανε δώρο ο άρχοντας στην εκκλησία του αγίου, κατέπεσε με αποτέλεσμα να καταστραφεί η βάση του. Το κανδήλι κρεμάστηκε πάλι στο ίδιο μέρος, όπου βρέθηκε πεσμένο. Έτσι με αλάλητη φωνή μαρτυρεί ως σήμερα τη συμφορά, που έγινε. Και στη Βενετία, εκεί μακρυά στη Βενετία, την ίδια στιγμή έπεσε κεραυνός στο μέγαρο του Ανδρέα Πιζάνη, τρύπησε τον τοίχο κι έκαψε το πορτραίτο του άρχοντα. Την εικόνα του. Μόνο την εικόνα του.



Η τιμωρία παραδειγματική. Και το δίδαγμα από το περιστατικό μοναδικό. Η Ορθοδοξία δεν μπορεί να συγχέεται με τον παπισμό. Η Ορθοδοξία είναι φως, αλήθεια, ζωή. Ο παπισμός σκοτάδι, αίρεση, πλάνη.



Την άλλη μέρα, μετά από αυτά που συνέβησαν, ο Λατίνος επίσκοπος διέταξε να σηκώσουν τα υλικά, που μετέφεραν από μπροστά στην εκκλησία και να ματαιώσουν το έργο που σκέφθηκαν να εκτελέσουν. Την ίδια μέρα ο λαός της Κέρκυρας, μαζεμένος στον ιερό ναό του αγίου ψάλλει με αγαλλίαση και χαρά στον ακοίμητο προστάτη της νήσου:



«Ως των Ορθοδόξων υπέρμαχον, και των κακοδόξων αντίπαλον, Παμμακάριστε Σπυρίδων, ευφημούμεν oι πιστοί και υμνούμέν σε, και δυσωπούμέν σε, φυλάττειν τον λαόν και την πάλιν σου, πάσης κακοδοξίας και επιδρομής βαρβάρων απρόσβλητον».



Στον Ελληνοιταλικό πόλεμο του 1940 μ.Χ., η Κέρκυρα δεχόταν επί ένα έτος τις καθημερινές αεροπορικές επιθέσεις των Ιταλών αεροπόρων, εν τούτοις οι ζημιές υπήρξαν ελάχιστες.



Κατά τις επιδρομές αυτές που δεν σταμάτησαν ούτε και τα Χριστούγεννα συνέβαινε κάτι το πολύ περίεργο. Αν και τα Ιταλικά αεροπλάνα πετούσαν συνήθως πολύ χαμηλά, μια και η Κέρκυρα δεν διέθετε αντιαεροπορική άμυνα, εν τούτοις οι βόμβες τους κατά κανόνα δεν έπεφταν μέσα στην πόλη, αλλά μακρυά στη θάλασσα. Λες και κάποιο χέρι τις έσπρωχνε εκεί. Κι όταν κάποτε σ’ ένα βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε στον γυναικωνίτη της εκκλησίας του αγίου, που ας σημειωθεί ήταν γεμάτη από γυναικόπαιδα, η βόμβα δεν εξερράγη. Ο πυροδοτικός της μηχανισμός δεν λειτούργησε. Ο άγιος δεν το επέτρεψε. Ποιος μπορεί σ’ αυτή, μα και σ’ άλλη παρόμοια περίπτωση να σιωπήσει και να μην αναφωνήσει: «Δοξασμένον το Πανάγιον Όνομα σου εις τους αιώνας, γλυκύτατε Ιησού».



Απολυτίκιον 

Ήχος α’. Του λίθου σφραγισθέντος.

Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος, και θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων Πατήρ ημών· διο νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς, και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες· και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς, Αγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς σοι Ιερώτατε. Δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ· δόξα τω σε στεφανώσαντι· δόξα τω ενεργούντι δια σου, πάσιν ιάματα.

Κοντάκιον

Ήχος β’. Τα άνω ζητών.

Τω πόθω Χριστού τρωθείς, Ιερώτατε, τον νουν πτερωθείς, τη αίγλη του Πνεύματος, πρακτική θεωρία, την πράξιν εύρες θεόπνευστε, θυσιαστήριον θείον γενόμενος, αιτούμενος πάσι θείαν έλλαμψιν.

Κάθισμα

Ήχος πλ. δ’. Την Σοφίαν και Λογον.

Εκ ποιμνίων προβάτων την του Χριστού, Εκκλησίαν ποιμαίνειν προχειρισθείς, ποιμήν θεοπρόβλητος, συ Σπυρίδων ανέλαμψας, κακοδοξίας λύκους, ελάσας τοις λόγοις σου, εν ευσεβείας πόα, αυτήν εκτρεφόμενος· όθεν αναμέσον, θεοφόρων Πατέρων, την πίστιν ετράνωσας, τη σοφία του Πνεύματος, Ιεράρχα μακάριε· Πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, των πταισμάτων άφεσιν δωρήσασθαι, τοις εορτάζουσι πόθω, την αγίαν μνήμην σου.

Ο Οίκος

Τον εκ κοιλίας ηγιασμένον Ιεράρχην Κυρίου, ανευφημήσωμεν νυν Σπυρίδωνα, τον της χάριτος πλάκας δεξάμενον θείας δόξης, και εν θαύμασι περιβόητον πάσι, και ως θερμόν και αυτόπτην της θείας ελλάμψεως, ως των πενήτων προστάτην, και των αμαρτανόντων ψυχαγωγόν· ούτος γαρ θύων τω βήματι του Χριστού, Ιεράρχης πιστός αναδέδεικται, αιτούμενος πάσι θείαν έλλαμψιν.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή, Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός, Χαίροις των Πατέρων, ωράϊσμα και κλέος, Τρισόλβιε Σπυρίδων, σε μεγαλύνομεν.



Έτερον Μεγαλυνάριον

Χαίροις των θαυμάτων ο ποταμός· Χαίροις ασθενούντων, και πασχόντων ο ιατρός· Χαίροις των λογίων του Πνεύματος ο σπόρος, Σπυρίδων Τριμυθούντος, ποιμήν τρισόλβιε.





Παρακλητικός Κανόνας Αγίου Σπυρίδωνος

Μετά το ευλογητόν, το Κύριε εισάκουσον. Είτα το, θεός Κύριος, και το τροπάριον.

Ήχος δ’. Ο Υψωθείς εν τω Σταυρώ.

Τον ιεράρχην του Χριστού τον πανένδοξον και τροπαιούχον ευσεβείας αήττητον, των ορθοδόξων καύχημα, Σπυρίδων σοφόν, πάντες ανυμνήσωμεν, προς αυτόν εκβοώντες, ρύσαι ικεσίαις σου, πειρασμών και κινδύνων, τους μετα πόθου, Πάνσεπτε, το σον, καταφιλούντας ιερόν εκτύπωμα.

Δόξα. Και νυν. Θεοτόκιον. Τη Θεοτόκω εκτενώς …

Ο Ν’ ψαλμός και ο Κανών

ΩΔΗ Α’ Ήχος πλ. δ’. Υγράν διοδεύσας.

Άγιε του Θεού..

Σπυρίδων Μακάριε των πιστών, αντιλήπτωρ μέγα ,την πρεσβεία σου συνεργόν, ημίν πάσι δίδου τοις εκ πόθου, ασπαζομένοις την θεια Εικονα σου.

Άγιε του Θεού..

Πάσαι ευσεβούντων ω θαυμαστέ, Σπυρίδων αι τάξεις, ανυμνούσι σε αληθώς, Θεός γαρ ο πλάστης και δεσπότης, αξιοχρέως σε πάτερ εδόξασε.

Φωτί τω αυλω εν ουρανώ, Σπυρίδων Παμμάκαρ, συν αγγέλοις συ εντρυφών, ταις προς τον Δεσπότην ευπροσδέκτοις, ημάς λιταίς σου φωταγώγησον.

Θεοτοκίον.

Συνέχομαι κινδύνοις και πειρασμοίς, και προς σε Παρθένε, καταφεύγων επιζητώ, την λύσιν αυτών και σωτήριαν, διο λιταίς σου τον δούλον σόν οίκτηρον.

ΩΔΗ Γ’

Άγιε του Θεού..

Νεκράν συ εφώνησας, εκ του μνημείου Σπυρίδων Όσιε, ούτω καμέ, πταίσμασι θανόντα, σαις λιταίς εξανάστησον.

Άγιε του Θεού..

Κόρος ου προσγίνεται, τοις σε τιμώσι Σπυρίδων Όσιε, Συ γαρ ημών, προστάτης και ρύστης, και τιμή και αντίληψης.

Άπασης με θλίψεως, και εκ κινδύνων, Σπυρίδων Όσιε, σαις προσευχαίς και παντοίων νόσων και κολάσεως λύτρωσε.

Θεοτοκίον.

Έχων την ελπίδα μου εν σοι Πανάσπιλε Δέσποινα όλην προς σε, ανατείλω χαίρων την ψυχήν και διάνοιαν.

ΩΔΗ Δ’

Άγιε του Θεού..

Ώι πολύφωτε ήλιε των Πατέρων κλέος Σπυρίδων Όσιε , τους τιμώντας σε αξίωσον, φωταγωγηθήναι ταις πρεσβείαις σου.

Άγιε του Θεού..

Παρεστώς του Παντάνακτος, θρόνω αιωνίω τους ανυμνούντας σε, ω Σπυρίδων ελευθέρωσον, εκ παντός κινδύνου ικεσίαις σου.

Ως τον όφιν μετέβαλες, εις χρυσόν Σπυρίδων Παναγιώτατε, ούτω δέομαι μετάβαλε, από των κακών με εις μετάνοιαν.

Θεοτοκίον.

Ρύσαι Μήτερ τον δούλον σου, εκ των κατεχόντων δεινών με θλίψεων, επι σοι γαρ ανατίθημι πάσαν την ελπίδαν Αειπάρθενε.

ΩΔΗ Ε’

Άγιε του Θεού..

Λύσον των παθών, την ομίχλη Αγιώτατε, τη φωταγωγία των σεπτών σου λιτών, και προς τρίβους, βίου με οδήγησον.

Άγιε του Θεού..

Νόσων ιατρός, και κινδύνων ρύστης ένθεος, συ ανεδείχθης Σπυρίδων Ιερέ. Διο ψυχήν μου, ταις λιταίς σου νυν θεράπευσον.

Ρυσαι με δεινών, ω Σπυρίδων ιερώτατε τον σοι ευλαβώς καταφεύγοντα και ταις λιταίς σου, πάσης θλίψεως απάλλαξον.

Θεοτοκίον.

Άχραντε ημίν, τοις οικέταις σου χορηγήσον, τοις κατεχομένοις υπο των θλίψεων την σωτηρίαν, μεσιτείαις σου προς Κύριον.

ΩΔΗ ΣΤ’

Άγιε του Θεού..

Νεκρώσας, σου της σαρκός τας κινήσεις, εξανέστησας νεκρούς ω Σπυρίδων, ζωοποιώ και ενθέω σου λόγω. Όθεν καμού την ψυχήν Πάτερ Άγιε, ταις σαις λιταίς ως συμπαθής, νεκρωθείσαν τοις πάθεσι ζώωσον.

Άγιε του Θεού..

Συνέχει με των πταισμάτων θάλασσα, και χειμάζει τρικυμία κινδύνων, και προς βυθόν απωλείας καθέλκει, των ανιάτων παθών η αντίπνοια, Θεόν ο κυρήξας τον Χριστόν, ω Σπυρίδων των κλύδωνα κόπασον.

Προστάτα των θλιβωμένων Σπυρίδων, μολυνθείσαν ηδοναίς την ψυχήν, μου δια λουτρού κατανύξεως Θειας, καθαρτικών τε δακρύων απόλουσον. Και ρύσαι με της φοβεράς ,σαις λιταίς και ασβέστου κολάσεως.

Θεοτοκίον.

Φυγάδευσον εκ της αθλίας σαρκός μου, την ανίατον ασθένειαν Κόρη και των δεινών αλγηδόνων με ρύσαι και θεραπείαν τελείαν μοι δώρησαι και σώσον με τον επι σοι, πεποιθότα ταις θείαις πρεσβείαις σου.

Διάσωσον.

Εκ θλίψεων και εκ παντοίων κινδύνων λύτρωσαι Ιεράρχα τους την θείαν Μνήμην σου θερμώς εορτάζοντας ως ρύστης των θλιβωμένων Σπυρίδων.

Και Θεοτοκίον. Άχραντε…

Ο Ιερεύς μνημονεύει. Είτα το κοντάκιον Ήχος δ’

Τοις λόγοις εκόσμησας ,την εκκλησίαν Χριστού, τοις έργοις ετίμησας το κατ’ εικόνα Θεού, Σπυρίδων Μακάριε. Έλαμψας εν τω κόσμω, τη εν τη σωφροσύνη, χάριτας ιαμάτων απαστράπτων τοις πάσι. Διο και νυν γεραίρομεν πίστει την Μνήμην σου.

Και ευθύς το Προκείμενον. Ήχος δ’

Το στόμα μου λαλήσει σοφίαν και η μελέτη της καρδίας μου σύνεσιν.

Στίχος. Ακούσατε ταύτα πάντα τα έθνη, Ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την Οικουμένην.

Ευαγγέλιον.

Εκ του κατά Ιωάννην (ι’ 9-16)

Είπεν ο Κύριος. Εγώ είμι η θύρα, δι εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει. Ο κλέπτης ουκ έρχεται ειμή ίνα κλέψη, και θύση, και απολέση· εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν. Εγώ είμι ο Ποιμήν ο καλός· ο Ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων. Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν ου ουκ εισί τα πρόβατα ίδια, θεωρεί τον λύκον ερχόμενον, και αφίησι τα πρόβατα, και φεύγει· και ο λύκος αρπάζει αυτά, και σκορπίζει τα πρόβατα. Ο δε μισθωτός φεύγει, ότι μισθωτός εστί, και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων. Εγώ ειμί ο Ποιμήν ο καλός, και γινώσκω τα εμά, και γινώσκομαι υπό των εμών. Καθώς γινώσκει με ο Πατήρ καγώ γινώσκω τον Πατέρα, και την ψυχήν μου τίθημι, υπέρ των προβάτων. Και αλλά πρόβατα έχω, ά ουκ έστιν εκ της αυλής ταύτης, κακείνά με δει αγαγείν, και της φωνής μου, ακούσουσι, και γενήσεται μία ποίμνη, εις ποιμήν.

Δόξα.

Ταις του Ιεράρχου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.
Και νυν.

Ταίς της Θεοτόκου, πρεσβείαις ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη, των εμών εγκλημάτων.

Στίχ. Ελεήμων, ελέησόν με ο Θεός κατά το μέγα έλεος σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου, εξάλειψον το ανόμημά μου.

Προσόμοιον. Ήχος πλ. β’. Όλην αποθέμενοι.

Πλούτον αναφαίρετον έχει σε Κέρκυρα νήσος, ταύτην αξιάγαστε φαεινοίς αυγάζοντα ταις λαμπρότησιν. η και νυν δώρησαι την ειρήνην Πάτερ, και τροπαίων αύτην έμπλησον, εχθρών την έπαρσην και παρεμβολάς κάμψας βέλεσι, Σπυρίδων Θεοδόξαστε και της συμπαθούς μεταδόσεως. πλήσον τας καρδίας, ημών των ανυμνούντων σε πιστώς εν παρρησία δεόμενος υπέρ των ψυχών ημών.

Το «Σώσον ο Θεός τον λαόν σου» κ.τ.λ..

Ωδή ζ’. Οι εκ της Ιουδαίας.
Άγιε του Θεού..

Σώσον τους σε ανευφημούντας ,Οσιώτατε Σπυρίδων Ιεράρχα, και τω θείω φωτί καταύγασον σους δούλους, και ταις λιταίς εξάρπασον, της σατάν μηχανουργίας.

Άγιε του Θεού..

Ρύσαι Σπυρίδων Ιεράρχα, σαις πρεσβείαις, δαιμόνων επηρείας, λογισμών πονηρών σος δούλους και κινδύνων, όπως αει σωζόμενοι, καταχρέως σε υμνώμεν.

Παύσον, Σπυρίδων σαις πρεσβείαις, της ψυχής μου την άρρητον οδύνην, και δεινών συμφορών σον δούλον και κινδύνων, και των παθών απάλλαξον, ως πατήρ των θλιβομένων.

Θεοτοκίον.

Έμμονον έχων την κακίαν, και δουλούμενος ατόποις συνηθείαις, ευσπλαχνία τη ση προστρέχω ανακράζων διάσωσον με, Πάναγνε, Μητρικαίς σου ικεσίαις.

ΩΔΗ Η’

Άγιε του Θεού..

Ασθενειών τε, χαλεπών και κινδύνων, Ιατρόν σε γινώσκω ω Σπυρίδων. Ρύσαι ουν ψυχήν μου, λιταίς σου αθυμίας.

Άγιε του Θεού..

Των κατεχόντων, ανιαρών τους σους δούλους ελευθέρωσον Σπυρίδων Ιεράρχα, θείαις σου πρεσβείαις, αυτοίς διδούς την λύσιν.

Μη διαλείπης, τον Ιησούν ικετεύων, ως προστάτης Πιστών ω Σπυρίδων, διαφυλαχθήναι ημάς εκ πάσης βλάβης.

Θεοτοκίον.

Ίλαθι Κόρη, τω οικτροτάτω σου δούλω, και εκ νόσων ανιάτων με ρύσαι. Ινα σε δοξάζω εις πάντας τους αιώνας.

ΩΔΗ Θ’

Άγιε του Θεού..

Τους πόθω τη ση σκέπη, Άγιε Σπυρίδων καταφυγόντας κινδύνων διάσωσον, και εκ παθών και των νόσων, λιταίς σου λύτρωσαι.

Άγιε του Θεού..

Φρουρών μη διαλίπης, Όσιε Σπυρίδων, τους σε τιμώντας πιστώς και δοξάζοντας, και σαις πρεσβείαις κινδύνων, αυτούς λυτρούμενος.

Λυτρούμενος ως ώφθης, πρότερον Σπυρίδων, τους εν Κερκύρα πιστώς σοι προστρέξαντας. Ούτω και νυν πάσης, ρύσαι με περιστάσεως.

Θεοτοκίον.

Μαρία σωτηρίας, λιμένα σε ειδότες, τη Παναχράντω σου σκέπη προστρέχομεν, και εκ των νόσων, ρυσθήναι σε ικετεύομεν.

Το Άξιον εστί και τα παρόντα Μεγαλυνάρια.

Χαίροις Τριμυθούντος η καλλονή, χαίροις ασθενούντων και πασχόντων ο ιατρός, χαίροις των Πατέρων, ωράισμα και κλέος, τρισόλβιε Σπυρίδων, σε μεγαλύνομεν.

Πρέσβευε Σπυρίδων Θαυματουργέ, υπέρ Ορθοδόξων, και εμού του αμαρτωλού, όπως των πταισμάτων την λύτρωσιν, λαβόντες παρά Θεού σε πάντες πόθω γεραίρωμεν.

Δέησιν προσάγαγε τω Θεώ, Σπυρίδων Παμμάκαρ, υπέρ δούλων των σων Σοφέ, των τυραννουμένων, υπό παντοίων νόσων, θλίψεων και κινδύνου, και τούτους λύτρωσαι.

Σπυρίδων τα όμματα της εμής, ψυχής τυφλωθέντα, αμαρτήμασι χαλεποίς, φώτισον λιταίς σου, φωτί θεογνωσίας, και ρύσαι με των Άδου, πικρών κολάσεων.

Πάσαι των αγγέλων…

Τρισάγιον. Και το τροπάριον.

Απολυτίκιον Ήχος α’, του λίθου σφραγισθέντος



«Της Συνόδου της πρώτης ανεδείχθης υπέρμαχος,

και θαυματουργός θεοφόρε, Σπυρίδων Πατήρ ηιμών,

διο νεκρά συ εν τάφω προσφωνείς,

και όφιν εις χρυσούν μετέβαλες,

και εν τω μέλπειν τας αγίας σου ευχάς,

Αγγέλους έσχες συλλειτουργούντάς σοι Ιερώτατε,

Δόξα τω σε δοξάσαντι,

δόξα τω σε στεφανώσαντι,

δόξα τω ενεργούντι δια σου πάσιν ιάματα».



Είτα Εκτενής και Απόλυσις, μεθ’ ην το εξής.



Ήχος β’. Ότε εκ του ξύλου.

Σκεύος απετέλεσας σαυτόν, Πνεύματος Αγίου τρισμάκαρ, καθαράς σου την ψυχήν, χρίσμα θείον έλαβες, Αρχιερεύς γεγονώς, και προστάτης θερμότατος, λαού Ορθοδόξου, του εγκαυχωμένου σου. τη παναγία Σωρώ, όθεν ω Σπυρίδων θεόφρον, εύχου τω Θεώ υπέρ πάντων, ημών των τιμώντων και ευφημούντων σε.

Δι ευχών…

Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Κέρκυρας, Παξών και Διαποντίων νήσων



Οπτικοακουστικό Υλικό











Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου


Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου – Julia Hayes© (www.ikonographics.net)


Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου – Γεωργία Δαμικούκα© (http://www.tempera.gr)



Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου



Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου


Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου – Τέλη 15ου αι. μ.Χ. Καρουσάδες, ναός Αγίας Αικατερίνης. Νότιος τοίχος.



Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου


Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου – Λυδία Γουριώτη© (http://lydiagourioti-iconography.blogspot.com)



Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου



Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου


Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου – Μιχαήλ Χατζημιχαήλ© www.michaelhadjimichael.co



Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου



Άγιος Σπυρίδων ο Θαυματουργός, επίσκοπος Τριμυθούντος Κύπρου



http://www.diakonima.gr
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...