Sunday, October 20, 2013

Αγνη Παρθενε (αγγελική φωνή της Divna Ljubojevic )

Γράμμα του πατέρα στο γιο


«Εάν μια μέρα με δεις “γέρο”… εάν λερώνομαι όταν τρώω και δεν μπορώ να ντυθώ… έχε υπομονή. Θυμήσου πόσο καιρό μου πήρε για να σου τα μάθω…
Εάν όταν μιλάω μαζί σου επαναλαμβάνω τα ίδια πράγματα, μην με διακόπτεις, άκουσε με. Oταν ήσουν μικρός κάθε μέρα σου διάβαζα το ίδιο παραμύθι μέχρι να σε πάρει ο ύπνος.gramma-patera

Όταν δεν θέλω να πλυθώ μην με μαλώνεις και μην με κάνεις να αισθάνομαι ντροπή… Θυμήσου όταν έτρεχα από πίσω σου και έβρισκες δικαιολογίες όταν δεν ήθελες να πλυθείς. Όταν βλέπεις την άγνοιά μου στις νέες τεχνολογίες, δώσε μου χρόνο και μη με κοιτάς ειρωνικά, εγώ είχα όλη την υπομονή να σου μάθω το αλφάβητο.

Όταν κάποιες φόρες δεν μπορώ να θυμηθώ ή χάνω τον συνειρμό των λέξεων, δώσε μου χρόνο για να θυμηθώ και εάν δεν τα καταφέρνω μην θυμώνεις… Το πιο σπουδαίο πράγμα δεν είναι εκείνο που λέω αλλά η ανάγκη που έχω να είμαι μαζί σου και κοντά σου και να με ακούς.

Όταν τα πόδια μου είναι κουρασμένα και δεν μου επιτρέπουν να βαδίσω μην μου συμπεριφέρεσαι σαν να ήμουν ένα “βάρος”, έλα κοντά μου με τα δυνατά σου μπράτσα, όπως έκανα εγώ όταν ήσουν μικρός και έκανες τα πρώτα σου βήματα.

Όταν λέω πως θα ήθελα να “πεθάνω”… μη θυμώνεις, μια μέρα θα καταλάβεις τι είναι αυτό που με σπρώχνει να το πω. Προσπάθησε να καταλάβεις πως στην ηλικία μου δεν ζεις, επιβιώνεις. Μια μέρα θα ανακαλύψεις ότι παρόλα τα λάθη μου πάντοτε ήθελα το καλύτερο για σένα, για να σου ανοίξω τον δρόμο.

Βοήθησέ με να περπατήσω, βοήθησέ με να τελειώσω τις ημέρες μου με αγάπη και υπομονή.

Σε αγαπώ παιδί μου…»

dreamfm.gr/

Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ:Μην αφήνουμε ούτε μία ημέρα χωρίς να επικαλούμαστε την Παναγία μας.


Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος ευλαβής που ονομαζόταν Αγαθόνικος. Αυτός είχε διδαχθεί, ακόμη από την παιδική του ηλικία, να λέγει μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, τον ύμνο αυτό:

«Θεοτόκε, Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σου. Ευλογημένη, συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών».

Αργότερα έκανε μια ζωή με πολλές φροντίδες και έλεγε σπανιώτερα αυτόν τον ύμνο της Κυρίας Θεοτόκου. Κατόπιν σιγά σιγά έπαυσε να τον λέγη.

Ο Θεός όμως, ο Οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, έστειλε στο σπίτι του έναν ερημίτη από την Θηβαΐδα για να τον ελέγξει διότι εξέχασε αυτόν τον ύμνο της Κυρίας Θεοτόκου. Ο Αγαθόνικος απήντησε στον ερημίτη μοναχό ότι έπαυσε να τον λέγει, διότι, παρότι τον έλεγε για πολλά χρόνια, όμως δεν ευρήκε καμμία ωφέλεια.

Τότε ο ερημίτης του είπε: «Φέρε στον νου σου τυφλέ και αχάριστε, πόσες φορές σε εβοήθησε αυτή η δοξολογική προσευχή και σε έσωσε από διάφορους πειρασμούς!

Θυμήσου, όταν ήσουν ακόμη παιδί, πως λυτρώθηκες από πνιγμό κατά ένα θαυμαστό τρόπο! Ενθυμήσου, όταν σε εκτύπησαν πολλοί γείτονες σε μία λακκούβα που είχες πέσει κι όμως έμεινες ατραυμάτιστος! Θυμήσου ακόμη, όταν ταξίδευες κάποτε με κάποιον φίλον σου, επέσατε και οι δυό σας από την καρότσα!

Αυτός έσπασε το πόδι του και συ δεν έπαθες τίποτε. Δεν γνωρίζεις ότι ο φίλος σου είναι κάτω αδύνατος από μία ασθένεια, ενώ εσύ είσαι υγιής και δεν αισθάνεσαι κανένα πόνο;

Και, όταν του έφερε στην μνήμη όλα αυτά τα θαυμαστά έργα, στο τέλος του είπε: «Να ξέρης ότι όλες αυτές οι δυστυχίες και ατυχίες που ήλθαν στην ζωήν σου, απομακρύνθηκαν από την θεία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου, χάρις στην μικρή σου αυτή δοξολογική προσευχή, την οποίαν έλεγες κάθε ημέρα ενώπιόν της.

Δώσε λοιπόν προσοχή και συνέχιζε να προσεύχεσαι και στο μέλλον με την προσευχή αυτή και η Μητέρα του Κυρίου μας δεν θα σε εγκαταλείψη ποτέ». Έτσι κατάλαβε ο Αγαθόνικος και δεν άφησε πάλι αυτή την προσευχή.

Ούτε εμείς να μην αφήνουμε να περνά μία ημέρα χωρίς να προσευχηθούμε μ αὐτή την προσευχή μπροστά στην Κυρία Θεοτόκο κι έτσι θα φυλαγώμεθα από πολλές δοκιμασίες και πειρασμούς στην ζωή μας.



Πηγή: imverias.blogspot.gr

Ό τελευταίος λόγος του π. Κλεόπα στην ‘Αδελφοτητα της Μονής Συχαστρίας




Η ζωή και οι αγώνες του Γέροντος π. Κλεόπα Ηλίε



1η Μαρτίου 1998
Στο Ονομα του Πατρός και του Υιού και του ‘Αγιου Πνεύματος.
Πανοσιώτατε πάτερ ‘Ηγουμενε, Πανοσιώτατοι Πατέρες και ‘Αδελφοι, έτσι όπως σας βλέπω όλους, αγαπητοί μου, έτσι επιθυμώ να σας ιδώ όλους και στον Παράδεισο, στις απέραντες παραδεισένιες χαρές, διότι όλοι είσθε στην υπηρεσία του Σωτήρος μας Χριστού και της Παναγίας Μητρός Του και ο καθένας σας κάνει υπακοή κατ’ ευθείαν στον Χριστό και στην Μητέρα του, οπουδήποτε και να υπηρετήτε.
Οταν σας βλέπω, πόσο χαίρομαι! ‘Αλλα πολλούς δεν σας γνωρίζω, διότι σπανίως έρχομαι εδώ. Εχω τόσο κόσμο στο κεφάλι μου και είμαι και ασθενής. ‘Αλλα γνωρίζω μερικούς από εσάς, που έρχεσθε για εξομολόγησι, οι οποίοι είναι και οι παλαιότεροι. . . ‘Εγω επιθυμώ όλοι, απολύτως όλοι να πάτε στην αιώνια χαρά και ούτε ένας, Θεός φυλάξοι, στα αιώνια βάσανα.
‘Αγαπητοι μου Πατέρες και ‘Αδελφοι, να γνωρίζετε ότι η ‘Εκκλησια μας είναι η πνευματική μας Μητέρα. Αυτή μας ανεγέννησε στο Βαπτισμα «δι’ ύδατος και Πνεύματος». ‘Ακουσατε τι λέγει ο ‘Αποστολος Παύλος ότι ελάβαμε το χάρισμα της παλιγγεννεσίας και της ανακαινίσεως του ‘Αγιου Πνεύματος. ‘Απο τότε όλοι εμείς είμεθα παιδιά κατά Χαριν του Θεού, διότι εβαπτισθήκαμε στο Ονομα της ‘Αγιας Τριάδος.

Γι’ αυτό σας παρακαλώ μέσα από την καρδιά μου να αγαπάτε την Μητέρα ‘Εκκλησια! ‘Ακομη, όσο σας είναι δυνατόν, ημέρα και νύκτα να πηγαίνετε στην ‘Εκκλησια.
Οσοι είναι γεροντώτεροι και καχεκτικοί στο σώμα να μένουν ολιγώτερο. Οσοι όμως είναι νεώτεροι να μένουν περισσότερο χρόνο, διότι η λειτουργική ζωη της ‘Εκκλησιας πλουτίζει τον νου του καθενός με την Χαρι του Παναγίου Πνεύματος, αρκεί ο ίδιος να έχη ευλάβεια στις ‘Ιερες ‘Ακολουθιες.
‘Αγαπητοι μου, εγώ ο αμαρτωλός και ανάξιος είμαι γέρων-86 ετών- με έξι εγχειρήσεις, με το δεξί χέρι σπασμένο και βαλμένο στον γύψο 32 ημέρες, αύριο-μεθαύριο θα ψάλλετε και για μένα το: <Αιωνία αυτού η μνήμη»! Τι περιμένω ακόμη; ‘Ο 89ος Ψαλμός μας λέγει: «Αι ημέραι των ετών ημών εν αυτοίς εβδομήκοντα έτη, εάν δε εν δυναστείαις ογδοήκοντα έτη, και το πλείον αυτών κόπος και πόνος>. ‘Εγω εισήλθα σ’ αυτό τον κόπο και πόνο. ‘Εγηρασα, 86 χρόνια εσυμπλήρωσα τώρα, στις 10 ‘Απριλιου.
‘Αγαπητοι μου Πατέρες, σας παρακαλώ με όλη μου την καρδιά, όσοι έχετε αγάπη και ημπορείτε, να μη με ξεχνάτε στις προσευχές σας. Να με μνημονεύετε.
‘Εγω έχω αγάπη για όλους σας, όταν σας βλέπω στην υπηρεσία του Κυρίου και της Παναγίας μας. Ετσι επιθυμώ να σας βλέπω και στον Παράδεισο όλους, αγαπητά μου παιδιά!
Το Μοναστήρι μας είναι ένα Μοναστήρι με καλή μοναχική τάξι. Δηλαδή δεν τρώγουμε κρέας, η εξομολόγησις είναι τακτική, οι ‘Ακολουθιες επιτελούνται κατά το Τυπικό του αγίου Σαββα του ‘Ηγιασμενου. . .
Οταν ήλθα εγώ εδώ ευρήκα 14 Πατέρες, που φορούσαν τσαρούχια και με μπότες μέχρι τα γόνατα και με κομποσχοίνια στα χέρια από ξύλινες χάντρες. . . Εφερα μαζί μου και τον αδελφό μου Βασίλειο. Οταν ήλθαμε εδώ, είχαμε 15 χρόνια και δεν ξέραμε τίποτε. . .
Οταν είδα στην τράπεζα του φαγητού όλους τούς Μοναχούς και τον Γεροντα ηγούμενο, άκουγαν και διδακτικούς λόγους του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου από τον άμβωνα της τραπέζης. Τοτε ερώτησα τον ‘Αδελφο μου: «Τι έχουν εδώ πανήγυρι;»
Εμεινα βέβαια λίγο και στην Σκήτη Κοζάντσεα, αλλά εκεί η τάξις δεν ήτο κοινοβιακή, αλλά καθένας είχε το ιδικό του φαγητό και το ιδικό του σπίτι. «’Αδελφε, δεν είναι πανήγυρις», μου είπε. Ετσι στέκονται στην τράπεζα του φαγητού πάντοτε όλοι οι μοναχοί! ‘Ο Γεροντας εδιάβαζε τον λόγο. Αυτός λειτουργούσε και ζούσε μόνο με την Θεία Κοινωνία περίπου 12 χρόνια. Μονο το Σαββατο και την Κυριακή γευόταν λίγο από την τράπεζα μαζί με όλους τούς Πατέρας. Γνωρίζω αυτά διότι ήμουν μάγειρος. ‘Ο Θεός να αναπαύση τον μακαριστό Γεροντα μου π. ‘Ιωαννικιο. Είχε μεγάλο φόβο του Θεού και δυνατή πίστι! Μ’ έκειρε μοναχό το έτος 1937 στην περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Τα ενθυμούμαι όλα.
*Ητο ένας πατήρ Νικόλαος Γκραδινάρου με μακριά γενειάδα. Αυτός είπε, όταν με μετέφεραν μπροστά στο Αγιο Βήμα: «Πανοσιώτατε πάτερ, να του δώσουμε το όνομα Κλεόπας, διότι δεν έχουμε εδώ άλλον μ’αυτό το όνομα!» Και ο Γεροντας έβαλε το ψαλίδι στο χέρι και με ωνόμασε Κλεόπα. Ετσι ήτο γραμμένο! ‘Ο Θεός να τον αναπαύση! Εχω το χαρτι μνημονεύσεως όλων αυτών που απέθαναν εδώ από τότε& έχω και ονόματα επισκόπων και πατριαρχών. Οσο θα είμαι σ’ αυτή την ζωη, θα τούς μνηνμονεύω καθημερινά.
Σας παρακαλώ, αγαπητά μου παιδιά όλους σας, να μη με ξεχνάτε στις άγιες προσευχές σας! και έτσι όπως σας βλέπω όλους εδώ, έτσι να σας βλέπω και στον Παράδεισο, στην ατελεύτητη και αιώνια χαρά.
Το έλεος της Παναγίας Τριάδος και η σκέπη της ‘Υπεραγιας Θεοτόκου να είναι με όλους σας, αγαπητοί μου, και όλοι να υπάγετε στον Παράδεισο. ‘Αμην.

Μετάφρασις-επιμέλεια υπό Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου
Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου
Άγιον Όρος Άθω
1999
Αναβάσεις
15 Οκτωβρίου 2013


 http://www.diakonima.gr

Stress in today's life ( Elder Paisios )


Today's life is full of stress. What is it that makes it this way? We seem to have all the comforts we could possibly imagine. Even in the most well off people there is still this sense of anxiety and busyness. Is it our worldly comforts that are the culprit?


Elder Paisios offers some thoughts on this subject. He is direct in saying, yes, it is these worldly pleasures that are at the root of the problem.


He says,

Worldly stress is the result of worldly happiness, of worldly pleasures and self-indulgence. Educated externally and being full of anxiety, hundreds of people (even young children) are driven to psychoanalysis and psychiatrists. New psychiatric hospitals are being built and young psychiatrists go on for post-graduate studies. Many of them do not even believe in God or accept the existence of the soul. How can these people help the human soul when they themselves are full of anxiety? How can one feel truly comforted if he does not believe in God and in the true and eternal life after death? When man grasps the deeper meaning of this true life, stress goes away, divine consolation comes and he is healed...The answer to our anxiety is not drugs, alcohol, tranquilizers or psychiatric treatment. It will not be cured by Yoga or some new age or eastern meditation practice. The problem is that we have lost God as the center of our lives. Once we make our love of God the primary focus of our lives and allow His grace to work though us, then no matter what circumstance we encounter in life we will be comforted and embraced in His love. All anxiety disappears. This is the aim of the Orthodox way of life––To put God first and seek the Holy Spirit. The anxieties of modern life are only symptoms of our separation from God.


Saint Theophan the Recluse adds the following about anxiety:

Are you thinking of arranging your life on your own, through your own efforts and abilities, as if that was what you were told? Take a look, and if this is indeed the case, rush to correct it. With this attitude you will not get rid of your confusion....Seek the help of your spiritual father, participate int he sacraments of the Church, follow the fasting guidelines, read holy Scripture daily, and have a firm rule of daily prayer.


Reference: With Pain and Love for Contemporary Man, p 167-168

Prayer ( Elder Porphyrios )


I said to the elder, "They are constantly saying prayers at the monastery. They are always saying the Jesus prayer. While at their various chores they recite supplications and salutations. They do this for whole hours at a time. After this they go to the Church for services.
"I cant stand it any more. My mind has become tired. I feel that I am about to burst. But Never the less I want to become a monk. What will I do? Help me."
The Elder said,
A young girl used to come here and confess her sins. She was in her second grade of Junior High School. She told me once, 'Father, I have fallen in love with a boy and I can't get him out of my mind. My mind is constantly on him, on Nick. One would think that Nick is here, (she pointed with her finger to her forehead). I begin to read and Hick is here. I go to eat and to sleep but nothing changes. Nick is here. What can I do father?'"
"My child," I told her, "you are still young. Be patient, finish school and then Nick will still be here. Now you must put effort into your lessons. A week passed and she came again."
"Dear Father, It's impossible for me to concentrate on my lessons. Constantly all day long my mind and my heart are on Nick. Nick has become an obsession with me and it won't go away."
(As he was saying these things, I was thinking, "What connection do these things have with me? Maybe he is telling me these things to give me a respite from my obsession.")
The elder continued, (while reading my thoughts) "you are now saying, why is he telling me these things?"
"But nevertheless, tell me, please."
"Did this girl sit on a stool? Did she force herself to focus her mind on Nick? No.
"This happened spontaneously. This was unforced love.
"This same happens with us. When we love Christ with divine love, without any coercion, pressure of worry, with love we will proclaim His holy name, 'Lord Jesus Christ.'
"And when the heart is flooded by this divine love, it does not require us to verbalize the whole prayer, 'Lord Jesus Christ, have mercy on me.'
Before he finishes the prayer the heart stops at that point of love and rejoicing.
Other times he proclaims only the "Lord..." and stops. He proclaims this mystically and without speaking."
In saying these things he gave me an answer to my first question that was not expressed verbally. I had only thought it without verbalizing it.
I was flabbergasted. I was totally amazed at his responses. A divine flame enveloped my inner being and I felt the desire to begin proclaiming within my heart the ineffable love I had for the name of our Christ.

Elder Porphyrios



From the Divine Flame: Elder Porphyrios Lit my Heart, by the monk Agapios, pp 25-26, Published by the Holy Convent of the Transfiguration of the savior, Athens 2005.

Archimandrite Aimilianos of Simonopetra explains what it means to be spiritual


A basic condition for the spiritual life is that we should understand that, on our own, we can do absolutely nothing. No matter how hard we try, the spiritual life is something that someone else gives to us. And the “someone else” is the Spirit of God, the Comforter, the “treasury of good things and the giver of life”, the treasury from which all the riches of spirituality come forth, the source from which the spiritual life emerges and overflows.
Of course, sometimes we get confused, and think that to be spiritual means to be a “good person”: not to steal, not to kill, not to go to bad places or with bad friends, to go to Church on Sunday, to read spiritual books, and so on. But no, this is not the spiritual life.
A spiritual person, a true Christian, is someone whose entire life is sworn to God. Initially by means of his baptism, and later, in his heart, such a person swears an oath to God, to live for God, and to remain with God forever.
A spiritual person is an athlete who has burst into life, who stands out from the crowds of human beings, and runs with all the speed of his soul to heaven.
A spiritual person is one who with shining eyes and chest thrust forward, has set his course and races to heaven. He is not a “good man”.
A spiritual person knows that, in order to succeed, he needs strong wings: the wings of the Holy Spirit.
A spiritual person must therefore do everything possible to attract, to win over, the Spirit of God, because only the Holy Spirit, God himself, has the gifts of the spiritual life.
According to St Gregory of Nyssa, the “distribution of the royal gifts” of the Holy Spirit takes place in the Church through the Sacraments. 


Archimandrite Aimilianos of Simonopetra

Saturday, October 19, 2013

Η αυτοκτονία ( Γεροντας Παϊσιος )


- Γέροντα, μερικοί άνθρωποι, αν συναντήσουν κάποια μεγάλη δυσκολία στην ζωή τους,
αμέσως σκέφτονται να αυτοκτονήσουν;
- Μπαίνει ο εγωισμός στην μέση. Οι περισσότεροι που αυτοκτονούν, ακούν τον διάβολο
που τους λέει πως, αν τερματίσουν την ζωή τους, θα γλιτώσουν από το εσωτερικό βάσανο που
περνούν, και από εγωισμό αυτοκτονούν.

Αν λ.χ. κάνη κάποιος μια κλεψιά και αποδειχθή ότι έκλεψε, «πάει, λέει, τώρα έγινα ρεζίλι» και, αντί να μετανοήση, να ταπεινωθή και να εξομολογηθή, για να λυτρωθή, αυτοκτονεί. Άλλος αυτοκτονεί, γιατί το παιδί του είναι παράλυτο. «Πως να έχω παράλυτο παιδί εγώ;» λέει και απελπίζεται.

Αν είναι υπεύθυνος γι' αυτό και το αναγνωρίζη, ας μετανοήση. Πως βάζει τέρμα στην ζωή του και αφήνει το παιδί του στον δρόμο; Δεν είναι πιο υπεύθυνος μετά;
- Γέροντα, συχνά ακούμε για κάποιον που αυτοκτόνησε ότι είχε ψυχολογικά
προβλήματα.
- Οι ψυχοπαθείς, όταν αυτοκτονούν, έχουν ελαφρυντικά, γιατί είναι σαλεμένο το μυαλό
τους. Και συννεφιά να δουν, νιώθουν ένα πλάκωμα. Αν έχουν και μια στενοχώρια, έχουν διπλή συννεφιά.

Γι' αυτούς όμως που αυτοκτονούν χωρίς να είναι ψυχοπαθείς - καθώς και για τους αιρετικούς -, δεν εύχεται η Εκκλησία, αλλά τους αφήνει στην κρίση και στο έλεος του Θεού. Ο ιερέας δεν μνημονεύει τα ονόματά τους στην Προσκομιδή ούτε τους βγάζει μερίδα, γιατί με την αυτοκτονία αρνούνται, περιφρονούν την ζωή που είναι δώρο του Θεού.

Είναι σαν να τα πετούν όλα στο πρόσωπο του Θεού.


Γεροντας Παϊσιος

Fools for Christ

Quiet Time - Ησυχες Στιγμές

Η κοσμική άσκηση ( Γέροντας Παΐσιος )








«Εάν κάποιος θέλει να αγιάσει και για κάποιο λόγο δεν μπορεί να πάει σε μοναστήρι ας μετατρέψει το δωμάτιο του σε κελί.
Εκεί κρυφά από τους ανθρώπους ας κάνει όλα τα πνευματικά του καθήκοντα, δηλ. ακολουθίες, αναγνώσεις, μετάνοιες, κομποσχοίνια κ.λπ.
Ένας, για παράδειγμα, μπορεί να πηγαίνει στο ναό να κοινωνεί και μετά να γυρίζει στο σπίτι του και να συμπεριφέρεται όπως οι ερημίτες στα κελιά τους.
Δόξα τω Θεώ υπάρχουν πολλοί τέτοιοι στον κόσμο, μπροστά στους οποίους ντρεπόμαστε εμείς που ονομαζόμαστε μοναχοί».


Γέροντας Παΐσιος

THE VALUE OF PATIENCE(PART 6) ( St.John Chrysostom )


Do you remember what happened when the Apostle Paul was visiting the Philippians?
He was apprehended, brutally hit with rods, thrown
in a dark jail, and had his feet tightened in shackles. Even in this state, around midnight, while the guards were sleeping, he was chanting and praising God (Acts 16:16-25). What courage! What patience! What long suffering! We are not impressed so much with the numerous miracles recorded in the Scriptures that he performed, as
we are astounded with the patience he displayed during his sufferings:when he was whipped, when he was ridiculed, and when he was stoned. "
And, having stoned Paul, they drew him out of the city, supposing he had been dead," we read in the
Acts (Acts 14:19).




Yet another time the following occurred: "And when they had laid many stripes upon them, they cast them into prison, charging the jailer to keep them safely" (Acts 16:23).




How content, how satisfied, how honored must
St. Paul have felt knowing that he was beaten and imprisoned on account of Christ! But pay close attention to the miracle that followed: "And suddenly there was a great earthquake, so that
the foundations of the prison were shaken: and

immediately all the doors were opened, and every one’s bands were loosed." (Acts 16:26). Do you see how these amazing bonds of St. Paul were able to loosen the bonds of others? "And the keeper of the prison awaking out of his sleep, and seeing the prison doors open, he drew out his sword, and would have killed himself, supposing that the
prisoners had been fled." (Acts 16:27). How did St. Paul react in this situation?






He yelled loudly to the guard, "Do thyself no harm: for we are all here." (Acts 16:28).Do you see the modesty and humility of the apostle? He did not say, "All these things took place because of me!"
Rather, as a simple prisoner amongst the other captives he confirmed that, "We are all here." If St. Paul would have remained silent, the guard would have committed suicide. How much compassion and tenderness did the Apostle Paul show! He preferred to remain in bondage instead of allowing
another person to lose his life. At that very moment,
those very same bonds revealed their awesome power once more, for they made the prison officer
kneel down before the prisoner. "Fearfully," state the Acts, "he fell to the feet of Paul" (Acts 16:29).





He who was free was suddenly found before the feet of him who was in bondage. He who had tied the apostle was now begging the apostle to loosen him from the bonds of ignorance and fear. "What
must I do to be saved?" he asked (Acts 16:30).
Tell us, O guard: didn't you tie him up? Didn't you throw him in jail? Didn't you secure his feet tightly in shackles? Why are you now trembling? Why are you panicking? Why are you crying? Why did you take out your sword to end your life? "I didn't know," he would respond to us, if he was present here, "I did not know that the servants of Christ, even when they are bound, have such great power!" What are you saying, O man? Christ’s apostle
received authority from the Lord to open the
heavens, and you think he would be incapable of opening the doors of the prison? He frees them who have been bound by the devil, and you believe a single chain would be capable of keeping him tied up? He frees souls who are bound by sin, and you imagine that he wouldn't be able to free his own body? It was for this very reason that he was tied
beforehand, prior to loosening the bonds of the prisoners: so you can learn that the servants of Christ have much greater power—even when they are bound—than them who are free.



St.John Chrysostom

Reflections of Abba Zossimas


The Elder speaks on the circumstance of being harmed by a brother in Christ:

If it is necessary to grieve at all, then we should grieve for the loss of that person who has harmed us, not for the loss of our possessions. For, that person has done injustice to himself by being cast out of the heavenly kingdom. ‘Wrongdoers shall not inherit the kingdom of God’ (1 Cor. 6:9). As for you that have been done injustice, the person that has wronged you has in face procured life for you. It is indeed said: ‘Rejoice and be glad, for your reward is great in Heaven’ (Matt. 5:12). Yet, instead of grieving over the loss of one of Christ’s members, we sit and weave thoughts about corruptible and insignificant matters, which are easily lost and worth nothing. We are truly and rightly condemning ourselves.”

In effect, God has placed us in an order of many members, which have Christ our God as their head, as the Apostle said: “Just as the body is one and has many members, and the head of all is Christ” (1 Cor. 12:12). Therefore, when your brother afflicts you, he is hurting you like a hand or an eye that suffers from some illness. Yet, even when we are in pain, we do not cut off our hand and throw it away; nor do we pull out our eye, but consider the rejection of each of these as being a very serious matter. Instead, we place on these members the sign of Christ, which is more precious than anything else, entreating the saints to pray for them, as well as offering our own fervent prayers to God on their behalf. In addition to this, we apply medication and plaster in order to heal the sore member. Therefore, in the same way that you pray for your eye or your hand to heal and longer to hurt, you should also do that for you brother. Nevertheless, when we see the members of Christ hurting in this way, not only do we not grieve for them, but we even curse them. Truly such conduct is appropriate for someone without any compassion.

Reflections of Abba Zossimas

The Lord never ceases calling us to Himself ( St. Silouan the Athonite )


The Lord never ceases calling us to Himself: “Come unto me, and I will give you rest.” He nourishes us with His most precious Body and Blood. In His mercy He schools us by His Word and the Holy Spirit. He has revealed His mysteries to us. He lives in us and in the sacraments of the Church, and leads us to where we shall behold His glory. But this glory shall each man behold according to the measure of his love. The more a man loves, ardently does he set his face towards God, yearning to be with the Beloved Lord, and therefore will he approach the nearer to Him; while the man who loves but little will have but little desire for the Lord, and man who does not love at all will neither wish nor aspire to see the Lord, and will spend his life in darkness.

St. Silouan the Athonite

Άμυνα κατα του διαβόλου ( Γεροντας Παϊσιος )


Να κλείνετε τις πόρτες και τα παράθυρα να μην μπαίνει απ' εκεί ο Διάβολος. Εκεί είναι τα αδύνατα σημεία. Εάν αφήσεις μια σχισμή, μπορεί να μπει και να σου κάνει ζημιά. Εγώ αγωνίζομαι όλο το εικοσιτετράωρο, για να κλείσω όλες τις πόρτες του Σατανά («πόρτες και παράθυρα» είναι οι αισθήσεις).


Γεροντας Παϊσιος

Οί πειρασμοί στην ζωή μας ( Γεροντας Παϊσιος )




Ό Θεός επιτρέπει τους πειρασμούς ανάλογα μέ τήν πνευματική μας κατάσταση.
Άλλοτε επιτρέπει νά κάνουμε ένα σφάλμα, λ.χ. μια μικρή απροσεξία, για να είμαστε άλλη φορά προσεκτικοί καί νά αποφύγουμε ή μάλλον νά προλάβουμε ένα μεγαλύτερο κακό πού θά μας
έκανε το ταγκαλάκι.
Άλλοτε αφήνει τόν διάβολο νά μάς πειράζη, γιά νά μάς δοκιμάση.
Δίνουμε δηλαδή εξετάσεις καί αντί κακό ό διάβολος μάς κάνει καλό.
Θυμηθήτε τόν Γερο-Φιλάρετο πού έλεγε:
Τέκνον, έγκατάλειψις Θεού, ούδένα πειρασμόν σήμερα.
Ήθελε νά παλεύη κάθε μέρα με τους πειρασμούς, γιά νά στεφανώνεται άπό τόν Χριστό.
Ένας δυνατός, όπως ό Γερο-Φιλάρετος, δέν αποφεύγει τους πειρασμούς, άλλα λέει στον
Χριστό:
Στείλε μου, Χριστέ μου, πειρασμούς καί δώσε μου κουράγιο νά παλέψω.
Ένας αδύνατος όμως θά πή: Μήν έπιτρέπης, Χριστέ μου, νά πειρασθώ. ­
Μη είσενέγκης ημάς εις πειρασμόν....
Εμείς όμως πολλές φορές, όταν έχουμε έναν πειρασμό, λέμε: ε, μά είμαι άνθρωπος κι εγώ δέν
αντέχω άλλο!, ενώ θά έπρεπε νά πούμε: Δέν είμαι άνθρωπος είμαι παλιάνθρωπος.
Θεέ μου, βοήθησε με νά γίνω άνθρωπος.
Δέν λέω νά επιδιώκουμε εμείς τους πειρασμούς, άλλα, όταν έρχωνται, νά τους αντιμετωπίζουμε με καρτερία καί προσευχή.
Σέ κάθε πνευματική χειμωνιά νά περιμένουμε με υπομονή καί ελπίδα τήν πνευματική άνοιξη.
Οι μεγαλύτεροι πειρασμοί είναι συνήθως στιγμιαίοι καί, εάν εκείνη τήν στιγμή τους ξεφύγουμε, περνάει καί φεύγει ή φάλαγγα τών δαιμόνων καί γλυτώνουμε.
Όταν ένωθή ό άνθρωπος μέ τόν Θεό, δέν έχει πιά πειρασμούς.
Μπορεί ό διάβολος νά κάνη κακό στον Άγγελο; Όχι, καίγεται.
Ή πνευματική ζωή είναι πολύ απλή καί εύκολη εμείς τήν κάνουμε δύσκολη, γιατί δεν αγωνιζόμαστε σωστά. Με λίγη προσπάθεια και πολλή ταπείνωση και εμπιστοσύνη στον
Θεό, μπορεί κανείς να προχώρηση πολύ. Γιατί, όπου υπάρχει ταπείνωση, δεν έχει θέση ό
διάβολος καί, όπου δεν υπάρχει διάβολος, επόμενο είναι να μην υπάρχουν καί πειρασμοί.
- Γέροντα, ή πτώση σε μιά αμαρτία μπορεί να γίνη κατά παραχώρηση του Θεού;
- Όχι, είναι βαρύ νά πούμε ότι παραχωρεί ό Θεός νά αμαρτήσουμε. Ό Θεός ποτέ δεν παραχωρεί νά αμαρτήσουμε. Εμείς κάνουμε παραχωρήσεις καί έρχεται ό διάβολος καί μας
πειράζει. Όταν λ.χ. ύπερηφανεύωμαι, διώχνω τήν θεία Χάρη, φεύγει ό Φύλακας Άγγελος μου,
έρχεται ό άλλος ...άγγελος, ό διάβολος, καί σπάζω τά μούτρα μου. Αυτή είναι δική μου
παραχώρηση, καί όχι τού Θεού.
- Είναι σωστό, Γέροντα, όταν έχουμε μιά πτώση νά λέμε:
Ό πειρασμός μέ έρριξε;
- Πολλές φορές ακούω κι εγώ μερικούς ανθρώπους νά λένε ότι φταίει ό πειρασμός, όταν ταλαιπωρούνται, ένω φταίνε οί ϊδιοι πού δέν αντιμετωπίζουν σωστά τά πράγματα.
Έπειτα ό πειρασμός, πειρασμός είναι. Μπορεί νά μας έμποδίση άπό το κακό;
Τήν δουλειά του κάνει.
Νά μήν τά φορτώνουμε καί όλα στον πειρασμό.
Ένας υποτακτικός, πού ζούσε σέ μιά Καλύβη μέ τον Γέροντα του, μιά φορά πού έμεινε γιά λίγο μόνος του, πήρε ένα αυγό, το έβαλε πάνω σέ ένα κλειδί - ήταν άπό εκείνα τά μεγάλα, τά παλιά κλειδιά - καί άναψε άπό κάτω ένα κερί, γιά νά το ψήση!
Μπαίνει ξαφνικά ό Γέροντας καί τον βλέπει. ¨Τί κάνεις εκεί;, τού λέει.
Νά, Γέροντα, ό πειρασμός μέ έβαλε νά ψήσω έδώ ένα αυγό, τού λέει ό υποτακτικός του. Καί τότε ακούσθηκε μιά άγρια φωνή: Αυτήν τήν τέχνη έγώ δέν τήν ήξερα- άπό αυτόν
τήν έμαθα!
Ό διάβολος μερικές φορές κοιμάται, καί εμείς τον προκαλούμε. 


 Γεροντας Παϊσιος

Friday, October 18, 2013

Facebook Causes Envy & Jealousy





Several new studies have revealed that Facebook makes countless people feel bad about themselves, leading to anger and hate against other people. Why? Because of envy and jealousy.

Shine recently published the findings of the research. And it’s not pretty. Here’s an excerpt:

“More than a third of the respondents reported feeling negative, but it had nothing to do with Facebook’s ever-changing privacy policies and advertisements—most of those bad vibes were rooted in jealousy . . . We were surprised by how many people have a negative experience from Facebook, with envy leaving them feeling lonely, frustrated or angry . . . The fact that we spend so much time on Facebook means that our petty retaliations take place there as well. Users who felt jealous of their friends’ status updates, photos, and life events often dealt with it by exaggerating their own accomplishments, posting unrealistically pretty profile shots, and sharing over-the-top status updates. That, in turn led other Facebook friends to feel jealous and inadequate—something the researchers dubbed an ‘envy spiral.’ All of that virtual envy creates a real-life problem: Users end up feeling dissatisfied with their own lives. “






Many people who aren’t happy with themselves will read of the successes of other people on social media sites and blogs. Instead of “rejoicing with those who rejoice,” they will instead become envious. This will often lead them to embellish their own accomplishments, successes, and life-achievements, lifting themselves up while tearing others down. Often people they don’t know personally. This kind of envy and jealousy is often the root behind personal attacks, slander, and character assassination which are designed to hurt the reputation of others. The motive of which is jealousy.

Christians are not immune to this problem. And it has been with us since the first century. James wrote,

“Where jealousy and selfish ambition exist, there is disorder and every evil thing.” (James 3:16)

As I put it in another place,



The murder of Abel by Cain. Mosaic, Monreale Cathedral


Jealousy over God’s favor in Abel’s life cost him that life. His brother Cain grew insanely jealous and killed him over it. Saul became jealous because of the favor of God in David’s life. That jealousy moved him to try to kill David. Jesus Christ Himself was put to death by those who were envious of His life and ministry (Matt. 27:18; Mark 15:10).

That jealousy seems to have taken root when Jesus was drawing larger crowds than both John the Baptist and the Pharisees: ”The Pharisees heard that Jesus was gaining and baptizing more disciples than John . . . When the Lord learned of this, He left Judea and went back once more to Galilee” (John 4:1, 3).

The servant is not greater than his Master.

If God chooses to put His favor on your life . . . or your ministry . . . be prepared for others to become jealous of you. People who are jealous become obsessed with tearing the objects of their jealousy down, misrepresenting them, distorting their words, and maligning them. And lifting themselves up in the process. It’s a pattern that’s woven into the flesh.

However, your reaction is everything. If you respond in kind, you will lose the Lord’s favor. But if you choose the path of David and Jesus, entrusting it to God and not returning evil for evil, the Lord’s favor will only increase in your life and He will produce more fruit through your ministry. The Lord stands with those who refuse to retaliate, but are willing to leave the matter in His hands.

The words of Peter say it all, I think: “When they hurled their insults at him, he did not retaliate; when he suffered, he made no threats. Instead, he entrusted himself to him who judges justly.”

“Men always hate most what they envy most.” ~ H.L. Mencken

“As a moth gnaws a garment, so doth envy consume a man.” ~ St. John Chrysostom

“If malice or envy were tangible and had a shape, it would be the shape of a boomerang.” ~ Charley Reese

Have you ever had someone try to hurt you because of envy and jealousy?

Dealing with Stray Thoughts in Church ( Saint Theophan the Recluse )


One of the problems we all face is the tendency for our minds to take over while we are in church where we are supposed to be in prayer. This happens to all of us as it i the nature of our mind to be always active unless we command through our soul to stop. This part of our mind is part of the body and needs to be controlled by the higher part of our being.


Here is some advice from Saint Theophan the Recluse:
First we are to pray as follows:

Pray with sincere warmth, with an outpouring before God, with feelings of contrition, humility and reverential fear and with diligent petitions for your spiritual needs. When we even approach prayer in church with this attitude we will still be faced with stray thoughts. Here is how how recommends to deal with them
As soon as you notice your thoughts have left church, turn them back and do not ever allow yourself consciously to daydream or to stray in thought... When the thoughts stray unbeknownst to you, this is also a small sin; but when you begin wandering off in thought purposely while you are in church , this is as sin...It is like a man who has gone to the king in order to ask him for something who then begins to make faces and fidget in the king's presence, without paying any attention to him... With respect to thoughts there are these two rules: 1) As soon as you notice this straying, turn the thoughts back, and 2) do not consciously allow the thoughts to wander.
A remedy against straying thoughts is mental attention, attention to the fact that the Lord is before us and we are before Him.... The attention is attached to the Lord by fear of God and by the desire to please God. From these come warmth of the heart, which draws the attention to the One Lord... Without labor and mental effort you will not attain anything spiritual... Reference: The Spiritual Life, pp 151-152



Πώς θα ”ρίξετε” τον πυρετό





Φυσικές λύσεις για να συνέλθετε από τον πυρετό και να …σταθείτε στα πόδια σας. Κινήσεις που σας βοηθούν να μειώσετε τη θερμοκρασία του οργανισμού σας και να ανεβάσετε τη διάθεση σας.Πίνετε άφθονα υγρά μπορείτε όπως νερό, ζεστά ροφήματα και χυμούς. Λίγο νερό με μερικές σταγόνες φρεσκοστυμμένο λεμόνι (που περιέχει βιταμίνη C) είναι απαραίτητα γιατί βοηθούν στην ταχύτερη απομάκρυνση των βλεννών.

Το τζίντζερ (πιπερόριζα), σύμφωνα με τους επιστήμονες, μπορεί να καταπολεμήσει την αναπνευστική συμφόρηση, το βήχα και τον πυρετό. Την πιπερόριζα μπορείτε να τη βρείτε σε σιρόπι, τσάι, κάψουλες, αλλά και φρέσκια στα σούπερ μάρκετ και την λαϊκή αγορά. Συμβουλευτείτε το γιατρό σας προηγουμένως.

Βάλτε κανέλα: Η κανέλα έχει μια χημική ουσία, την κιναμαλμευδη, η οποία διαθέτει αντιμικροβιακή δράση. Θεωρείται επίσης ότι έχει αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες και πως ρίχνει τον πυρετό. Σε ένα φλιτζάνι βραστό νερό προσθέστε ένα με δύο ξυλάκια κανέλας και μερικά γαρύφαλλα. Σκεπάστε το φλιτζάνι και αφήστε το για 20 λεπτά. Στη συνέχεια προσθέστε μέλι και λεμόνι και πιείτε το.





Οι σούπες, τα δημητριακά ολικής αλέσεως ή τα μαγειρεμένα λαχανικά είναι πιο εύκολα ανεκτά όταν έχουμε πυρετό σε σχέση με τα ωμά τρόφιμα. Αποφύγετε τη ζάχαρη και τα επεξεργασμένα τρόφιμα, καθώς μειώνουν την ικανότητα του οργανισμού να καταπολεμά τις ιώσεις.

Αν ο πυρετός είναι υψηλός (πάνω από 38) συμβουλευτείτε το γιατρό σας καθώς μπορεί να χρειαστεί να πάρετε κάποιο αντιπυρετικό.

Φροντίστε να ξεκουράζεστε επαρκώς και να κοιμάστε αρκετά. Σύμφωνα με έρευνες ο καλός βραδινός ύπνος, είναι απαραίτητος για ταχύτερη ανάρρωση και δυνατό ανοσοποιητικό. Μερικές κομπρέσες με δροσερό νερό θα σας βοηθήσουν να ανακουφιστείτε από τον πυρετό.

Αν θέλετε κάποια ανακούφιση και παράλληλα να ρίξετε τον πυρετό σας, χαλαρώστε σε μια μπανιέρα γεμάτη νερό. Το δροσερό νερό θα σας βοηθήσει να νιώσετε καλύτερα, ενώ καθώς εξατμίζεται θα σας δροσίζει ακόμη περισσότερο. Μην χρησιμοποιείτε κρύο νερό, καθώς αυτό μπορεί να σας προκαλέσει σοκ. To zεστό νερό από την άλλη πλευρά, απλά θα αυξήσει τη θερμοκρασία σας.



Πηγή: http://www.ehealthcyprus.com

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΙΩΝΙΟΣ»


Η μετάβαση στην άλλη ζωή γίνεται όπως ανοίγεις μια πόρτα και βρίσκεσαι σε διπλανό χώρο, όπως περνάεις μια γέφυρα και πάεις απέναντι. Κανονικά δεν πρέπει να λέμε "άλλη ζωή".

Μία είναι η ζωή, κι αν ζούμε κατά το θέλημα του Θεού εδώ στη γη, θα μας φανερώσει πως θα είμαστε μετά θάνατον. Ακούστε τι μας λέει ο μαθητής της αγάπης, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: "Αγαπητοί, τώρα είμεθα τέκνα του Θεού, αλλ' ακόμη δεν έχει φανερωθή τι θα είμεθα στο μέλλον. Γνωρίζομεν όμως ότι όταν ο Χριστός φανερωθή με όλην αυτού την δόξαν, θα γίνωμεν και ημείς όμοιοι με αυτόν κατά την δόξαν, διότι θα τον ίδωμεν όπως είναι εις όλην του την θείαν δόξαν, η οποία θα είναι και ιδική μας δόξα". (Α' Ιω. 3,2).

Είναι απερίγραπτο το τι θα μας αποκαλυφθεί στη ζωή μετά το θάνατο. Είναι αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: "...εκείνα που έχει ετοιμάσει ο Θεός από καταβολής κόσμου δια τους αγαπώντας αυτόν είναι τέτοια, τα οποία μάτι δεν είδε ποτέ και αυτί δεν έχει ακούσει και ανθρώπινος νους δεν έχει φαντασθή". (Α' Κορ. 2,9).

Κάποτε είχα πεθάνει για λίγο. Είχα πάει στον άλλο κόσμο. Είδα τις ομορφιές που υπάρχουν εκεί. Δεν ήθελα να φύγω. Στενοχωρέθηκα που γύρισα πίσω. Εκεί ήταν όλα φωτεινά, χαρά απερίγραπτη. Παράδεισος!

"Χριστός Ανέστη εκ νεκρών,
θανάτω θάνατον πατήσας
και τοις εν τοις μνήμασιν,
ζωήν χαρισάμενος".

Μου είπε μια μέρα ο Απόστολος:

- Γέροντα, βρίσκεσαι σε τέτοια ηλικία (85 ετών) και κάνεις ακόμη σχέδια για το μοναστήρι;

Του απήντησα:

- Εγώ είμαι αιώνιος. Και όλοι έτσι πρέπει να νιώθομε, να εργαζόμαστε ως αθάνατοι και να ζούμε ως ετοιμοθάνατοι.

Επομένως, μπορούμε να φυτεύομε, να κτίζομε, να προσφέρομε, χωρίς να σκεπτόμεθα αν θα προλάβομε ν' απολαύσομε οι ίδιοι.

Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου. σελ 583

ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ (Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ)




Αυτή είναι ή χειρόγραφη διαθήκη μιάς μητέρας, πού κοιμήθηκε στά 90 της χρόνια.

Η γυναίκα αυτή είχε 4 κόρες, 1 γυιό καί 15 εγγόνια. Πεθαίνοντας, δέν τούς άφησε παρά μόνο τήν διαθήκη της, ανορθόγραφη καί κακογραμμένη, πλούσια όμως σέ πνευματικό περιεχόμενο:

- Αγαπημένα μου παιδιά, (καί τούς αναφέρει έναν έναν, τά παιδιά της, τούς γαμπρούς, τήν νύφη καί όλα τά εγγονάκια, 25 ονόματα). Σάς φιλώ καί σάς αποχαιρετώ. Αυτό τό γράμμα θά τό ανοίξετε καί θά τό διαβάσετε μετά τόν θάνατό μου… Η πρώτη σας δουλειά, μόλις σηκωθήτε τό πρωί, είναι νά πλυθήτε, νά ανάψετε τό καντηλάκι σας καί νά θυμιάσετε όλο τό σπίτι. Κατόπιν θά κάνετε τήν προσευχή σας, όπως σας τήν έμαθα από τόν Συνέκδημο. Τό ίδιο θά κάμουν -άν θέλουν- καί οί άνδρες σας καί ή νύφη μου καί όλα τά εγγονάκια μου. Κι ύστερα όλοι στίς δουλειές σας. Μόνο έτσι θά σκεπάζει καί θά ευλογή ό Θεός καί τήν δουλειά καί τήν οικογένειά σας.

Κάθε Κυριακή πρωί όλοι σας στήν Εκκλησία, τό ίδιο καί κάθε μεγάλη γιορτή. Κάθε βράδυ, μικροί-μεγάλοι, πρίν από τόν ύπνο θά διαβάζετε τό Απόδειπνο, τούς Χαιρετισμούς, τήν Καινή Διαθήκη, τό Ψαλτήρι καί τήν “Αμαρτωλών Σωτηρία”.

Μήν ξεχνάτε καί τίς νηστείες, νά τίς κρατάτε όλες, όπως σάς τίς βαστούσα κι εγώ, από 6 χρονών καί μετά.Όλα αυτά, αγαπημένα μου παιδιά καί εγγόνια, όταν θά τά κρατάτε, θά είναι σάν νά μού ανάβετε κάθε μέρα ένα κεράκι.

Θά είναι γιά μένα τό καλύτερο καθημερινί μνημόσυνο.

Νά τηρήτε τά θρησκευτικά έθιμα τής πατρίδας μας καί νά ακολουθήτε τά ουράνια, γιατί όλα τά εγκόσμια είναι πρόσκαιρα καί μάταια. Τά καλά έργα καί τίς κρυφές ελεημοσύνες θά τά έχετε στήν αιωνιότητα. Όλα τά άλλα σάν όνειρο θά σβήσουν.

Μαζί σας δέν θά πάρετε τίποτε, ούτε πλούτη, ούτε δόξες, ούτε σπίτια. Μόνο τά καλά σας έργα καί τήν υπομονή.

Νά έχετε τήν ευχή μου καί νά είστε αγαπημένοι, πρώτα μεταξύ σας ώς αδέλφια καί ύστερα μέ τίς οικογένειές σας, αλλά καί μέ τούς συγγενείς καί μέ τούς γείτονες καί μέ τόν κόσμο όλο. Όσο μπορείτε καλά έργα νά κάμετε καί από τήν Εκκλησία νά μή λείπετε. Κι αυτούς πού θέλουν τό κακό σας, νά τούς συγχωράτε. Αυτά θά μείνουν κι εδώ κάτω στήν γή καί στόν ουρανό. Όσα χρόνια κι άν ζήσουμε, θά είναι σάν χθές. Γι’αυτό έργα καλά καί κρυφά. Αδικίες καί ψέματα σέ κανέναν, ούτε καί στόν εχθρό σας.

Τήν Εκκλησία καί τόν καλό Πνευματικό νά μήν αφήσετε.

Όλα αυτά θά τά διαβάζετε όλοι σας καί μπροστά στά παιδιά σας, κάθε φορά πού θά συμπληρώνεται χρόνος από τόν θάνατό μου, μετά από τό Τρισάγιο πού θά κάνετε.

Αυτό θά είναι καί τό μνημόσυνό μου.

Σάς δίνω τήν ευχή μου, σάς φιλώ, σάς αποχαιρετώ καί καλήν αντάμωση στόν Παράδεισο.

Thursday, October 17, 2013

Ὁ διάβολος στὸ μυαλὸ ( Γέρων Νίκων (Νέα Σκήτη) )



Ἡ πάλη μὲ τοὺς λογισμοὺς

Οἱ ἄνθρωποι σκέπτονται περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἀναπνέουν. Σὲ μία ἀναπνοὴ μποροῦμε νὰ κάνουμε χίλιες σκέψεις, καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ σκεπτόμαστε. Δὲ σκεπτόμαστε ὅτι οἱ σκέψεις ποὺ κάνουμε σχηματίζουν τὸν χαρακτήρα μας, διαμορφώνουν τὴν προσωπικότητά μας, οἱ σκέψεις ποὺ κάνουμε μᾶς δίνουν τὴν ταυτότητά μας καὶ παρουσιάζουν αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ ἕνας Ἀμερικανὸς φιλόσοφος λέει: “εἶστε αὐτὸ ποὺ σκέπτεστε”.

Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών μας, μποροῦμε μὲ τὶς σκέψεις μας γιὰ παράδειγμα νὰ ἀλλάξουμε τὸ μέλλον μας, τὸ μέλλον μας δὲν εἶναι δεδομένο, δὲν ὑπάρχει γραφτό, δὲν ὑπάρχει κισμέτ, ἐμεῖς θὰ ἀποφασίσουμε ποιὸ θὰ εἶναι τὸ μέλλον μας. Μὲ τὶς σκέψεις μας μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ τὸν Θεὸ νὰ ἀλλάξει τὸ μέλλον ποὺ εἶχε κατὰ νοῦ Του γιά μᾶς.

Ὅσο ἀπίστευτο καὶ νὰ ἀκούγεται αὐτό, ὅσο ἐξωφρενικὸ καὶ νὰ ἀκούγεται, εἶναι ἡ ἴδια ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τὸ βλέπουμε γιὰ παράδειγμα στὴν ἱστορία τοῦ Ἰωνᾶ καὶ τῆς Νινευί. Μία πόλη μεγάλη ἁμάρτησε, ὁ Θεὸς ἀποφασίζει νὰ καταστρέψει τὸν λαὸ αὐτό. “Νινευί καταστραφήσεται”.

Πῆρε μία ἀπόφαση, αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ μέλλον τῆς Νινευί. Πηγαίνει ὁ Ἰωνᾶς κηρύσσει μετάνοια καὶ μετανοοῦν οἱ Νινευίτες κι ἀλλάζει καὶ ὁ Θεὸς τὴν γνώμη Του. “Και μετενόησεν ὁ Θεός” λέει ἐπὶ λέξῃ ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ὅλος ὁ κόσμος σώθηκε. Τί μπορεῖ νὰ κάνει μία ἀλλαγὴ στὶς σκέψεις μας, πῶς προετοιμάζει τὸ μέλλον μας.

Νὰ κάνουμε μία διάκριση: Ἄλλο εἶναι ἡ σκέψη, ἄλλο εἶναι ὁ λογισμός. Πολλὲς φορὲς ταυτίζονται· λέμε μοῦ 'ρθε μία σκέψη ἔχω ἕναν λογισμό. Τὸ ἴδιο εἶναι, ἀλλὰ στὴν κυριολεξία ὁ λογισμὸς εἶναι ἡ σκέψη ποὺ ἐπιμένει, ὄχι μία σκέψη ποὺ πέρασε ἁπλῶς καὶ ἔφυγε.

Εἶναι μία σκέψη ποὺ ἔρχεται, ξανάρχεται, μᾶς ἐνοχλεῖ, ἐπιμένει, αὐτὴ τὴν σκέψη τὴν λέμε λογισμό. Καὶ εἶναι φοβερὴ ἡ δύναμή τους αὐτῶν τῶν λογισμῶν, αὐτῶν τῶν σκέψεων, ὄχι μόνο στὴ ζωή μας στὸ παρὸν ἢ στὸ μέλλον, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὸ σῶμα μας. Γιὰ παράδειγμα πῶς μπορεῖ μία σκέψη νὰ ἐπηρεάσει τὸ σῶμα μας:

Μία σκέψη, ἤμουνα σὲ ἕνα μοναστήρι, ἕνας πατέρας δὲν μποροῦσε μὲ τίποτα νὰ φάει ταχίνι, τοῦ ἄρεσε ὅμως ὁ χαλβάς. Καὶ ἔτρωγε καὶ ξετρελαινόταν. Καὶ ἕνας ἄλλος ἀπόρησε καὶ λέει: “καλὰ πῶς γίνεται ἐσένα ποὺ δὲ σοῦ ἀρέσει τὸ ταχίνι νὰ σοῦ ἀρέσει ὁ χαλβάς”; Καὶ λέει ὁ πατέρας αὐτός: “Γιατί, τί σχέση ἔχει ὁ χαλβὰς μὲ τὸ ταχίνι;” “Μὰ ὁ χαλβὰς ἀπὸ τὸ ταχίνι φιάχνεται!” Μόλις τὸ ἄκουσε αὐτό, ἄρχισε νὰ κάνει ἐμετό. Πῶς ἡ σκέψη ἐπέδρασε στὸ σῶμα!

Εἶναι ἕνας ψυχίατρος στὴν Ἀθήνα, πολὺ καλός, πνευματικοπαίδι ἑνὸς πολὺ γνωστοῦ ἀρχιμανδίτου, ὁ ὁποῖος εἶχε μία κυρία μὲ ἕνα τρομερὸ ψυχολογικὸ πρόβλημα. Χάριν ἐκείνης φέρνει κάτι δύσκολα χάπια, σπάνια, πανάκριβα ἀπὸ τὴν Ὁλλανδία, τῆς τὸ ἐξήγησε: “Πρόσεξέ τα, ἐφάρμοσε ἀκριβῶς αὐτὰ ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξαναβροῦμε, δὲν εἶναι θέμα χρημάτων, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξαναβροῦμε, θὰ τὰ πάρεις ἔτσι κι ἔτσι κι ἔτσι.”

Ἐκείνη τὸν εὐχαρίστησε συγκινημένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἰατροῦ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ ἐκείνη τόσο πολύ, εἰδικὰ γιὰ τὴν περίπτωσή της, πῆρε τὰ χάπια ἀκριβῶς ὅπως τῆς εἶπε ὁ γιατρός, καὶ ἔγινε καλά. Ἔγινε καλὰ καὶ δόξασε καὶ τὸν Θεὸ καὶ πῆγε νὰ εὐχαριστήσει καὶ τὸν γιατρὸ γιατί ἡ ἀσθένεια αὐτὴ τὴν βασάνιζε πάνω ἀπὸ 10 χρόνια, καὶ χάρις σὲ αὐτὰ τὰ χάπια ἔγινε καλά. Ποιὸ εἶναι τὸ θέμα; Ὅτι αὐτὰ τὰ χάπια ἤτανε ἁπλὲς καραμέλες. Δὲν ἤτανε χάπια, βλέπετε τί κάνει ἡ σκέψη;

Βλέπετε πόσο ἐπιδρᾶ στὸ σῶμα ἡ σκέψη; Τὸ ἀτύχημα εἶναι ὅτι δὲν ἐπιδρᾶ πάντα θετικὰ σὰν τὴν περίπτωση αὐτήν. Νὰ σᾶς πῶ ἕνα ἄλλο περιστατικό, πέρα γιὰ πέρα ἐξωφρενικὸ καὶ πέρα γιὰ πέρα ἀληθινό, μετὰ ἂν θέλετε νὰ σᾶς πῶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ γιατροῦ.

Λέει ὁ γιατρός: Κάποιος συγγενής μου πῆγε σὲ μία κρυσταλλοσκόπο, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε ὅτι ἡ καρδιά του ἔχει πρόβλημα, καὶ θὰ πέθαινε στὴν ἑπόμενη πανσέληνο. Ὁ συγγενής μου ἦταν εὐτυχισμένος, ὑγιής, γεμάτος ζωντάνια. Ἀλλὰ εἶχε μεγάλη ἐμπιστοσύνη σὲ αὐτὴ τὴν κρυσταλλοσκόπο ἡ ὁποία εἶχε μεγάλη φήμη. Ἔβλεπε ἕνα κρύσταλλο καὶ ἔλεγε τί ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ στὸν κάθε ἄνθρωπο. Καὶ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ βγαίνανε ἀληθινὰ κι εἶχε κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη του. Ἡ τελευταία τώρα τοῦ ἔκανε μία τελευταία ὑποβολὴ καὶ ἐκεῖνος δέχθηκε τὸν λογισμό.

Τρομοκρατήθηκε καὶ τὸ μυαλὸ του κόλλησε σὲ μία σκέψη ὅτι πρόκειτο νὰ πεθάνει κατὰ τὴν ἑπόμενη Πανσέληνο, ἄρχισε μάλιστα λέει νὰ μιλᾶ σὲ ὅλους, ἑτοίμασε τὰ κληρονομικά του, ἔκανε καὶ τὴν διαθήκη του κι ἡ φοβερὴ αὐτὴ ὑποβολὴ πραγματοποιήθηκε ἐπειδὴ τὴν πίστεψε ἀπόλυτα. Πέθανε, πέθανε χωρὶς νὰ ἔχει τίποτα! Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τῶν λογισμῶν καὶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ κακό.

Οἱ λογισμοὶ εἶναι τριῶν εἰδῶν νὰ τοὺς ξεχωρίσουμε: Εἶναι οἱ λογισμοὶ οἱ δικοί μας, οἱ σκέψεις οἱ δικές μας, αὐτὲς ποὺ κάνει τὸ ἀνθρώπινο μυαλό. Εἶναι οἱ λογισμοί, οἱ σκέψεις ποὺ μᾶς φέρνει ὁ διάβολος. Λέμε γιὰ παράδειγμα: “Μοῦ 'ρθε μία σκέψη” Δὲν φαντάζεται κανεὶς πόσο κυριολεκτεῖ πολλὲς φορὲς ὅταν λέει αὐτὴ τὴν φράση. Πραγματικά σοῦ 'ρθε, πραγματικὰ κάποιος στὴν ἔφερε.

Ὁ διάβολος εἶναι πνεῦμα καὶ σὰν πνεῦμα ποὺ εἶναι, μπορεῖ καὶ ἀκουμπάει μέσα στὸ μυαλό μας σκέψεις. Εἶναι λοιπὸν σκέψεις δικές μας ποὺ μποροῦμε καὶ τὶς κάνουμε ἐμεῖς, σκέψεις ποὺ τὶς κάνει ὁ διάβολος, καὶ σκέψεις - λογισμοὶ ποὺ τοὺς στέλνει ὁ καλὸς Θεός. Πῶς θὰ μπορέσουμε τώρα νὰ τοὺς ξεχωρίσουμε, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὶς δικές μας σκέψεις καὶ τὶς σκέψεις ποὺ μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὶς σκέψεις ποὺ μᾶς στέλνει ὁ διάβολος;

Πῶς θὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ διάκριση στοὺς συλλογισμούς; Εἶναι πολὺ ἁπλό, δὲ μποροῦμε νὰ τὴν κάνουμε, μὲ τίποτα δὲ μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε ποιὲς εἶναι οἱ σκέψεις οἱ δικές μας, ποιὲς εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὲς εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο. Χρειάζεται μεγάλη ἐξάσκηση, χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας, οἱ Πατέρες τῆς ἐκκλησίας λένε ὅτι τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν λογισμῶν εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή.

Τότε λοιπὸν πῶς θὰ δεχθοῦμε τοὺς λογισμοὺς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ πῶς θὰ ἀπορρίψουμε τοὺς λογισμοὺς τοὺς κακούς τοὺς δικούς μας ἢ τοῦ διαβόλου γιὰ νὰ μὴ χαθοῦμε; Γενικὰ δεχόμαστε τοὺς καλοὺς λογισμοὺς καὶ ἀπορρίπτουμε τοὺς κακούς.

Φαίνεται ἁπλό, δὲν εἶναι. Διότι ἀμέσως προκύπτουν δύο προβλήματα:

Πρῶτον, πῶς ἀντιμετωπίζεται καὶ ἀπορρίπτεται ἕνας κακὸς λογισμός, καὶ

Δεύτερον ὅταν ἕναν καλὸ λογισμό μᾶς τὸν φέρνει ὁ διάβολος; Πῶς θὰ ξέρουμε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο γιὰ νὰ τὸν ἀπορρίψουμε;

Γιατί ὅλοι ξέρουμε, πέρασε ὁ καιρὸς ποὺ ὁ διάβολος ἐρχότανε μὲ κέρατα καὶ οὐρά, τώρα ἔχει μεταλλαχθεῖ, ξέρει νὰ μεταμφιέζεται, ἔρχεται σὰν μία ὡραία ἰδέα, σὰν ἕνας ἄνθρωπος μὲ χαρίσματα, σὰν πολιτικὸς μὲ εὐγλωττία, σὰν ἕνας ἐκκλησιαστικὸς ποὺ θὰ σὲ συναρπάσει μὲ τὶς ὁμιλίες του.

Πῶς θὰ καταλάβουμε ὅτι πίσω του σὲ μία τέτοια περίπτωση βρίσκεται ὁ διάβολος. Ὅταν ὁ λογισμὸς εἶναι κακὸς ἐντάξει τὸν ἀπορρίπτουμε, ὅταν ὅμως ἔρχεται ἔτσι σὰν καλὴ σκέψη; Καὶ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο; Τί θὰ κάνουμε; Γιατί λέει καὶ ἡ Ἁγία Γραφή: (ἔστιν ὁδός, ἢ δοκεῖ παρὰ ἀνθρώποις ὀρθὴ εἶναι, τὰ δὲ τελευταῖα αὐτῆς ἔρχεται εἰς πυθμένα ἅδου )“ Ἔστιν ὀδαὶ ἔτι δοκοῦσαι ἀγαθαὶ τὰ δὲ ἔσχατα αὐτῶν εἰς πυθμένα Ἅδου”.

Φαίνονται δρόμοι ποὺ τοὺς ξεκινᾶς καὶ εἶναι ὡραῖο καὶ καλὸ καὶ στὸ τέλος σὲ περιμένει ὁ θάνατος. Πῶς θὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ ὥστε νὰ μὴν ξεκινήσουμε αὐτὸν τὸν καλὸ δρόμο, ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν θάνατο; Γιὰ τὸ πρῶτο, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ θὰ ἀπορρίψουμε ἕναν κακὸ λογισμό, θὰ σᾶς δώσω ἕνα μικρὸ σχέδιο, ἕνα σχέδιο ἐξέλιξης τοῦ λογισμοῦ, ποὺ εἶναι ἁπλὸ γιὰ νὰ μπορεῖτε νὰ τὸ θυμάστε.

Ὁ κάθε λογισμὸς ἔχει μία ἐξέλιξη. Γιὰ παράδειγμα, περνᾶμε ἔξω ἀπὸ ἕνα πορνεῖο, ἢ βλέπουμε ἕνα πορτοφόλι, μᾶς ἔρχεται ὁ λογισμός, ἔμπα ἢ πάρ' το. Αὐτὸ τὸ στάδιο τῆς σκέψης τοῦ λογισμοῦ λέγεται προσβολή. Μᾶς προσβάλει, ἐπιτίθεται, μᾶς χτυπάει. Ἐσὺ τὴν ἀπορρίπτεις τὴν σκέψη, λές: ὄχι δὲν θὰ μπῶ. Δὲ θὰ τὸ βάλω στὴν τσέπη μου τὸ πορτοφόλι ποὺ βρῆκα. Ὁ λογισμὸς ξανὰ ἐπιμένει, ἔμπα νὰ δεῖς πῶς εἶναι, μπορεῖ νὰ 'ναι καμιὰ καλή. Τὸ πορτοφόλι φαίνεται φουσκωμένο, δὲ θὰ ἔχασε καὶ πολλὰ αὐτὸς ποὺ τὸ ἔχασε. Φαίνεται νὰ τὰ 'χει. Ξαναδιώχνεις τὸ λογισμό, θὰ πεῖς: ὄχι. Ξανάρχεται ὁ λογισμός. Τὸ πρῶτο ἦταν ἡ προσβολή. Δὲν ἔχουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εὐθύνη γιὰ αὐτὴ τὴν ἄσχημη σκέψη ὅσο ἁμαρτωλὴ καὶ νὰ εἶναι γιὰ αὐτὸν τὸν ἄσχημο λογισμό. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ἀθῶοι. Μετὰ ὁ λογισμὸς ἔρχεται - τὸν διώχνουμε, ἔρχεται - τὸν διώχνουμε.

Τὸ δεύτερο στάδιο, εἶναι ἡ πάλη. Παλεύουμε μὲ τὸν λογισμό, γιὰ τὸ πρῶτο δὲν εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν προσβολή, γιὰ τὴν πάλη ὄχι μόνο δὲν εἴμαστε ὑπεύθυνοι ἀλλὰ θὰ στεφανωθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Θὰ πάρουμε μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπειδὴ παλεύουμε διώχνουμε τὸν λογισμό, κάτι ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι ἐπώδυνο γιά μᾶς, γιατί θέλουμε νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ μᾶς σπρώχνει ἡ ἐπιθυμία μας καὶ μᾶς τραβάει ὁ λογισμὸς καὶ ἐμεῖς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ τὸ κάνουμε. Θὰ 'χουμε μισθὸ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν πάλη θὰ σωθοῦμε.

Ἐὰν τώρα ἀρχίσουμε μέσα στὸ μυαλό μας νὰ τὸ συζητᾶμε καὶ νὰ λέμε: Ἐντάξει θὰ μπῶ, νὰ τὴν δῶ μπορεῖ νὰ 'ναι καμιὰ καλή, δὲ θὰ κάνω τίποτα νὰ δῶ ἁπλῶς πῶς εἶναι καὶ θὰ βγῶ, ἢ θὰ πάρω τὸ πορτοφόλι καὶ θὰ κάνω καὶ καμιὰ ἐλεημοσύνη, πολλὰ ἔχει μέσα, θὰ κρατήσω κάτι λίγα, θὰ κάνω καὶ ἕνα καλό.

Προσέξετε ἀπὸ αὐτὸ τὸ στάδιο καὶ μετὰ ἀρχίζει ἡ ἐνοχή μας. Δὲν εἴμαστε ἀκόμα ἔνοχοι, ἀρχίζει ἡ ἐνοχή, λέγεται συνδυασμός, προσπαθοῦμε νὰ μπαλώσουμε τὰ πράγματα, προσπαθοῦμε νὰ δικαιολογήσουμε τὰ πράγματα, ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ ἐνοχή μας. Ἡ ἀρχή, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ποῦμε: “Θὰ μπῶ”, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ποῦμε: “Τὸ πῆρα καὶ τὸ ἔβαλα στὴν τσέπη”, τελείωσε ἡ ἱστορία. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ἔνοχοι.

Δὲν ἔχει σημασία ἂν δὲν μποῦμε μέσα ἂν μποῦμε ἢ ἂν θὰ τὸ πάρουμε ἢ ὄχι. Αὐτὸ πιὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐξωτερικοὺς παράγοντες. Μπορεῖ νὰ περάσει κάποιος, νὰ μᾶς δεῖ, μᾶς βλέπει, νὰ ντραποῦμε καὶ νὰ φύγουμε. Νὰ μὴ μποῦμε στὸ πορνεῖο. Δὲν ἔχει σημασία, τὸ κακὸ μέσα στὸ μυαλὸ μας ἔχει γίνει. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσερα στάδια τοῦ λογισμοῦ, ἡ προσβολή, ἡ πάλη, ὁ συνδυασμὸς καὶ ἡ συγκατάθεση.

Ἀπὸ τὴν συγκατάθεση ξεκινᾶνε ὅλα, δὲν ὑπάρχει κακὸ ποὺ κάνετε, ποὺ κάνουμε, ἐὰν δὲν ἔχουμε συμφωνήσει πρῶτα μέσα στὸ μυαλό μας νὰ τὸ κάνουμε, ἂν δὲν ἔχουμε συγκατατεθεῖ νὰ τὸ κάνουμε. Λίγα εἶναι τὰ κακά, λίγα εἶναι τὰ ἐγκλήματα, λίγες εἶναι οἱ ἁμαρτίες ποὺ κάνουμε ἀπὸ ἀπροσεξία ἐπειδὴ ἤμασταν ἀφηρημένοι, ἐπειδὴ μᾶς βρῆκε ὁ διάβολος ἀπρόσεκτους. Τὶς περισσότερες φορὲς ἔχουμε συμφωνήσει μέσα μας νὰ κάνουμε τὸ κακὸ καὶ τὸ κάνουμε.

Ἐὰν λοιπὸν δὲν γίνει μέσα μας τὸ κακὸ δὲ θὰ γίνει ποτὲ οὔτε ἔξω μας. Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Χριστὸς ὅταν ἔλεγε, ὅτι ὅποιος δεῖ γυναίκα «τοῦ ἐπιθυμῆσαι αὐτήν, ἤδη ἐμοίχευσε αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ». Γι’ αὐτὸ λέει στὴ Γραφὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ: “ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἀνθρωποκτόνος ἐστι” αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του τὸν ἔχει σκοτώσει μέσα του. Θὰ κριθεῖ σὰ δολοφόνος, καὶ μιλᾶνε οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας περὶ τοῦ φθόνου τοῦ δυνάμει φόνου.

Ὅταν φθονεῖς κάποιον, ὅταν ζηλεύεις κάποιον, ἤδη μέσα σου τὸν ἔχεις σκοτώσει, εἶναι ἐν δυνάμει φόνος. Γι’ αὐτὸ ἐπέμενε ὁ Χριστός, καθαρίστε πρῶτα τὸ μέσα τοῦ ποτηριοῦ καὶ θὰ 'ναι καθαρὸ καὶ τὸ ἀπέξω. Διαφορετικὰ ὅσο καλοὶ καὶ νὰ φαινόμαστε ἀπέξω λέει, θὰ 'σαστε σὰ τοὺς τάφους, ποὺ λάμπουνε, ἀστράφτουν ἀπὸ τὰ μάρμαρα ἀπ' ἔξω καὶ ἀπὸ μέσα εἶναι σκουλήκια κόκκαλα καὶ ἀράχνες.

Γὶ αὐτὸ δίνουμε τόση μεγάλη σημασία στοὺς λογισμούς. Εἴπαμε τὰ στάδια τοῦ λογισμοῦ, εἶναι τέσσερα. Θὰ ποῦμε καὶ τέσσερις τρόπους ἀντιμετώπισης. Αὐτὰ ὅλα μπορεῖ νὰ διανθιστοῦνε καὶ νὰ διακλαδωθοῦνε. Μένουμε ἁπλῶς σὲ ἕνα σκελετὸ καὶ αὐτὰ ποὺ λέμε εἶναι ἐντελῶς τηλεγραφικά. Ἁπλῶς ἕνα σχεδιάγραμμα γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ τὸ θυμόμαστε, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸν λογισμό. Τὸν ἀποκρούουμε ἐξ ἀρχῆς. Νὰ μὴν ἀφήνουμε εὐκαιρία νὰ πιάσει ρίζα μέσα μας. Μόλις μᾶς ἔλθει ὁ λογισμὸς τὸν διώχνουμε ἀμέσως ὅταν φαίνεται ὅτι εἶναι κακός. Ὅταν ξέρεις ὅτι εἶναι κακός, διώξετον ἀμέσως. Πρὶν δυναμώσει μέσα σου. Εἶναι σὰν νὰ ξέρεις ὅτι ἔρχεται τώρα κάποιος δολοφόνος νὰ σὲ σκοτώσει καὶ χτυπᾶ τὴν ἐξώπορτα τοῦ κήπου, τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ. Ἐὰν δὲν τοῦ ἀνοίξεις, εἶναι πολὺ μακρυά. Εἶσαι ἀσφαλισμένος. Ἂν τὸν ἀφήσεις νὰ περάσει τὴν ἐξώπορτα καὶ ἀρχίσει νὰ χτυπᾶ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, ἔχει πλησιάσει πιὸ πολύ.

Τώρα γιὰ νὰ τὸν διώξεις πρέπει νὰ τὸν βγάλεις καὶ ἀπὸ τὴν αὐλή. Ἂν τοῦ ἀνοίξεις καὶ τὴν πόρτα κι ἀνέβει ἐπάνω κι ἀρχίσει νὰ χτυπᾶ τὴν πόρτα τοῦ δωματίου ποὺ εἶσαι, ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ δύσκολο νὰ τὸν βγάλεις ἔξω. Ἂν τοῦ ἀνοίξεις καὶ τὴν πόρτα καὶ ἀρχίσεις νὰ παλεύεις ἀκόμα πιὸ δύσκολο.

Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ μία ἀρρώστια. Σοὺ λέει ὁ γιατρός: Εἶσαι στὴν ἀρχὴ τῆς ἀρρώστιας σου, πάρε αὐτὰ τὰ χάπια, μία μικρὴ θεραπεία. Κάνεις ὑπακοὴ σώζεσαι. Δὲν κάνεις; Χειροτερεύεις, θὰ χρειαστεῖς περισσότερα χάπια, περισσότερη ἀντιβίωση περισσότερη θεραπεία. Δὲ θὰ τὴν κάνεις καὶ αὐτή; Θὰ φτάσεις στὴν ἐγχείρηση. Δὲν ξέρεις ἂν θὰ ζήσεις στὸ τέλος. Γι' αὐτὸ ἐξ ἀρχῆς ὅταν ξέρουμε ὅτι κάτι εἶναι κακὸ δὲν ἔχουμε δικαιολογία, τὸ διώχνουμε ἀμέσως. Δὲν σκεπτόμαστε ἄσχημα, δὲν δεχόμαστε κακοὺς συλλογισμούς, κακὲς σκέψεις.

Ναί, ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι, πῶς θὰ γίνει;

Κοιτάξτε, θέλει ἐξάσκηση. Ὅπως τὰ μαθαίνουμε ὅλα, μὲ ἐξάσκηση, μὲ ἐπιμονή, λίγο λίγο. Νὰ μάθουμε νὰ εἴμαστε ξύπνιοι νὰ μὴν εἴμαστε ἀφηρημένοι. Μᾶς μιλάει κάποιος. Τί μᾶς λέει τώρα; Νὰ προσέχουμε! Φεύγει τὸ μυαλό μας; Νὰ τὸ ξαναφέρουμε. Ξεχάστηκα, ἔχασα κάτι ποὺ εἶπε. Ὅπου εἶναι τὸ σῶμα μας νὰ εἶναι καὶ τὸ μυαλό μας. Ὄχι νὰ 'ναι ἀλλοῦ τὸ σῶμα, ἀλλοῦ ἐμεῖς, κι ἀλλοῦ τὸ μυαλό.

Ἦταν ἕνας κομμουνιστής, φανατικός. Τοῦ εἴχανε σκοτώσει οἱ δεξιοὶ μάνα, πατέρα, τοῦ 'χανε βιάσει τὴν ἀδελφούλα του 9 χρονῶν, τὴν ἐσφάξανε μετά, ἐσφάξανε τὰ ἀδέλφια του... “Το ὄνειρό μου ἤτανε (λέει) νὰ σκοτώσω ἕνα χωροφύλακα καὶ μετὰ ἂς πεθάνω, νὰ μὴν πεθάνω ἂν δὲ σκοτώσω ἕναν χωροφύλακα, ἕναν ἀστυνόμο”.

Τρεπτὰ τὰ ἀνθρώπινα, ἄλλαξαν τὰ πράγματα, γίνεται πιστὸς χριστιανός. Γίνεται μοναχός, ἔρχεται στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ σῶμα, ἦρθε, τὸ μυαλό; “Ποῦ ἤμασταν σήμερα ἀγόρι μου;” τόνε ρώταγε ὁ Γέροντάς του. “Ἄχ, νὰ Γέροντα, ἤμασταν μὲ τὸν Λένιν καὶ τὴν Κρούπσκαγια, τὴν γυναίκα τοῦ Λένιν καὶ κηρύσσαμε τὰ ἰδεώδη τοῦ κομουνισμοῦ στὸ τάδε μέρος”. Γέλαγε ὁ γέροντας. “Λέγε τὴν εὐχὴ παιδί μου: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησέ με”, νὰ μαζεύεται τὸ μυαλό.

Μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα: “Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου; ποῦ εἶναι τὸ μυαλό;” “-Ἔ, νὰ Γέροντα, εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, διορθώνουμε τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνουν αὐτά, σ' αὐτὴ τὴν σύναξη τῶν ἀριστερῶν ποὺ ἔγινε ἐκεῖ, ἔπρεπε νὰ πάρουν ἄλλες ἀποφάσεις”. Γέλαγε ὁ Γέροντας.

Μετὰ ἀπὸ λίγο: “Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου;” “-Ἄ! γέροντα στὴν Οὐρανούπολη ἔχουμε φτάσει”.

“-Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου;” “-Ἄ! Γέροντα, ἡ Ἐπιστασία δὲν ἔκανε σωστὰ ποὺ πῆρε αὐτὴ τὴν ἀποφαση”.

Τὸ μυαλὸ εἶχε ἀρχίσει καὶ εἶχε μπεῖ στὸ ὄρος. Τὰ μοναστήρια ἔπρεπε νὰ σκεφθοῦν διαφορετικά, διόρθωνε τὸ Ὄρος τώρα, τακτοποιοῦσε τὰ τοῦ Ὄρους.

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό: “Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου;” “-Ἔ! Νά, ἐδῶ στὴν Σκήτη τριγυρνᾶμε Γέροντα”.

Σιγὰ – σιγά. Δὲν μποροῦμε νὰ μαζέψουμε ξαφνικὰ τὸ μυαλό μας, καὶ νὰ εἶναι στὴν θέση του.

Ὅταν μία ὁλόκληρη ζωὴ τὸ ἔχουμε μάθει νὰ φεύγει καὶ ὅταν τὸ ἀφήνουμε συνέχεια νὰ φεύγει, γίνεται συνήθεια, κι ὅταν θὰ 'ρθει ἡ ὥρα στὴν προσευχή, ἢ ὅταν θὰ πρέπει νὰ κάνουμε μία πνευματικὴ ἐργασία, νὰ χρειαστεῖ νὰ διαβάσουμε κάτι καὶ νὰ μᾶς μείνουνε αὐτὰ ποὺ θὰ διαβάσουμε, θὰ πρέπει νὰ τὰ προσέξουμε. Ἔ! Δὲν συμμαζεύεται αὐτὴ τὴν ὥρα τὸ μυαλὸ ὅταν ὅλη τὴν ἡμέρα γυρνάει καὶ μαζεύει σαβούρα καὶ σκουπίδια.

Γι’ αὐτὸ σιγὰ - σιγὰ ἀπὸ τὸ πρωὶ ποὺ ξεκινᾶ, τὸ μυαλὸ στὴν θέση του. Ποῦ εἶμαι; Εἶμαι ἐδῶ. Τί κάνω; Κάνω αὐτὴ τὴ δουλειά. Εἶναι σημαντικὸ ποὺ τραβᾶς τὸ μυαλὸ στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα. Καὶ γίνεται ἐξάσκηση καὶ γίνεται συνήθεια καὶ τελικὰ μαθαίνει τὸ μυαλό. Αὐτὰ εἶναι πράγματα ποὺ τὰ ξέρουμε. Τὰ ζοῦμε καὶ ξέρουμε ὅτι εἶναι ἔτσι. Καὶ εἶναι τόσο ἁπλὰ ποὺ μπορεῖτε καὶ ἐσεῖς νὰ τὰ διαπιστώσετε ὅτι εἶναι ἔτσι.

Ναὶ, ἀλλὰ τί θὰ σκεφτόμαστε; Τὸ μυαλὸ δὲ μπορεῖ νὰ μένει ἄδειο. Κάτι πρέπει νὰ σκέπτεται. Δὲ μποροῦμε νὰ σκεπτόμαστε τώρα συνέχεια αὐτὸ τὸ φύλο χαρτιοῦ. Κάτι πρέπει νὰ σκεφτόμαστε. Τί θὰ κάνουμε; Ἁπλούστατα δὲ θὰ γεμίζουμε τὸ μυαλὸ μὲ χίλια δύο.

Δὲ μπορεῖ τὸ μυαλὸ νὰ μένει ἀκίνητο, δὲ μπορεῖ νὰ μένει ἀργό. Θέλει κάτι νὰ σκέπτεται, Ὑπάρχει μία ἰνδικὴ παροιμία, γιὰ τὸ πῶς θὰ σκεπτόμαστε μόνο καλά: Ἐὰν μέσα σὲ ἕνα δωμάτιο βάλεις ἕναν ἐλέφαντα, δὲ χωράει τίποτα ἄλλο. Ὑπερβολὴ ἀλλὰ πολὺ χαρακτηριστική. Λένε οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας: Μελέτα καλὰ γιὰ νὰ μὴν μελετήσεις κακά. Σκέψου καλὰ γιὰ νὰ μὴν σκέπτεσαι κακά. Δὲς καλὰ γιὰ νὰ μὴν βλέπεις ἄσχημα. Ἄκουγε καλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς ἄσχημα. Δὲ μπορεῖ τὸ μυαλὸ νὰ μένει ἀκίνητο. Θέλει τροφή, δουλεύει. Θὰ τοῦ δώσεις καλά, γιὰ νὰ μὴ μένει χῶρος γιὰ ἄσχημα. Αὐτὸς εἶναι ὁ δεύτερος τρόπος. Λέει δὲ μία εὐχὴ στὴν Θεία Μετάληψη ποὺ τὴν διαβάζουμε πρὶν κοινωνήσουμε: “θᾶψον μου διὰ τῶν ἀγαθῶν λογισμῶν τὰ πονηρὰ διαβούλια”.

Δὲ μπορεῖ νὰ μείνει τὸ μυαλὸ ἀκίνητο. Μὲ ἀγαθοὺς λογισμοὺς θὰ θάβουμε τοὺς λογισμοὺς τοῦ πονηροῦ, θὰ τοὺς πετᾶμε, δὲ θὰ τοὺς ἀφήνουμε νὰ χωρέσουνε.

Ὁ πρῶτος τρόπος ἦταν ἡ ἀπόκρουση, μιᾶς ἐξ ἀρχῆς.

Ὁ δεύτερος νὰ μὴν ἀφήνουμε χῶρο.

Ὁ τρίτος νὰ ἀποφεύγουμε τὶς αἰτίες ποὺ γεννᾶνε τοὺς συλλογισμούς.

Κοιτάξτε, δὲ μποροῦμε νὰ λέμε ὅτι δὲ θὰ σκέπτομαι πορνικά, σαρκικὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ κοιτᾶμε τσόντες. Καὶ νὰ χαζεύουμε στὰ περίπτερα καὶ νὰ κοιτᾶμε τηλεόραση, σὲ ὧρες ποὺ ξέρουμε τί θὰ δοῦμε, καὶ μετὰ νὰ λέμε θὰ κρατᾶμε τὸ μυαλὸ καθαρό. Θὰ ἀποφεύγουμε τὶς αἰτίες ποὺ γεννᾶνε τοὺς ἄσχημους λογισμούς, ποὺ μᾶς κυριαρχοῦνε καὶ ἐμεῖς θέλουμε νὰ τοὺς διώξουμε.

Δὲ μπορεῖς νὰ λές: Δὲ θὰ σκέπτομαι ἄσχημα, θὰ σκέπτομαι καλά, ὅταν ἀκοῦς ἄσχημα τραγούδια. Θὰ κολλήσουν μέσα στὸ μυαλό σου. Θὰ ἀποφεύγεις ἀπὸ τοὺς χώρους ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Λέει κάτι ὡραῖο ἡ Γραφὴ στὴν περίπτωση τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρων ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Λώτ, φύγε ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα. Δὲ τοῦ εἶπε μόνο “φύγε ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα”. “Μακρυά! (τοῦ λέει), νὰ ἀνεβεῖς ἀπάνω στὰ βουνά! οὔτε στὰ περίχωρα, γιὰ νὰ σωθεῖς”.

Εἶχε πάει ἕνα ναρκομανάκι στὸν πατέρα Παϊσιο καὶ τοῦ λέει: "τί νὰ σοῦ κάνω ρέ, εἶσαι σὰν αὐτὸν ποὺ θέλει νὰ κόψει τὸ τσιγάρο καὶ γυρνᾶς γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ περίπτερο", δὲ θὰ πάρει μία δὲ θὰ πάρει δυὸ τὴν τρίτη θὰ πάρει. Θὰ φεύγεις καὶ ἀπὸ τοὺς τόπους ποὺ θὰ γεννᾶνε τὸ κακὸ σὲ σένα, ὄχι μόνο νὰ προσέχεις τοὺς λογισμούς.

Λένε οἱ πατέρες, "Φεῦγε καὶ σώζου". Ὅταν ἤμουνα φοιτητὴς ἑτοιμαζόμασταν νὰ πᾶμε νὰ δοῦμε ἕνα ἔργο, αἰσχρό. Λέω σὲ κάποιον ἄλλονε. “Θάρθεις;” Μοῦ λέει: “-Ὁ Χριστὸς θὰ πήγαινε;” “-τί εἶπες;” τοῦ λέω. “-Νά, ὅταν θέλω νὰ πάω κάπου, λέω: Θὰ πήγαινε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ ποὺ θέλω νὰ πάω; καὶ βλέπω. Ἂν ἡ συνειδησή μου θὰ πήγαινε, πηγαίνω καὶ ἐγώ”. Εἶχα μείνει κόκκαλο, εἶχε βρεῖ ἕνα τρόπο γιὰ νὰ ἀποφεύγει τοὺς τόπους ποὺ εἶχαν τὶς παγίδες.

Εἶναι ἁπλὰ τὰ πράγματα, ἁπλῶς θὰ τὰ μάθουμε, θὰ τὰ θυμόμαστε καὶ θὰ τὰ βάλουμε στὴν πράξη. Αὐτὸς εἶναι, ὁ τρίτος τρόπος: Ἡ ἀποφυγὴ τῶν αἰτιῶν.

Κοιτάξτε τώρα: “Θέλουμε”, εἶναι τὸ πρόβλημα, “ἀλλὰ δὲν μποροῦμε”. Θέλουμε νὰ ἀποκρούουμε ἀμέσως τὸν λογισμό, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε. Θέλουμε νὰ ἀποφύγουμε τοὺς τόπους ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὶς πτώσεις, ἀλλὰ δὲ μποροῦμε. Θέλουμε νὰ σκεπτόμαστε καλὰ γιὰ νὰ μὴ σκεπτόμαστε κακά, ἀλλὰ δὲ μποροῦμε.

Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: "πάντα ἰσχύω" (ὅλα τὰ μπορῶ). Πῶς τὰ μπορεῖς ὅλα; Τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ ἔχει μία πείρα 100 χρόνων, παραπάνω δὲν ἔχει, γιατί πεθαίνουμε. Ὁ διάβολος ἔχει μία πείρα αἰώνων. Πῶς θὰ τὰ βγάλουμε πέρα; πῶς μπορεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; "Πάντα ἰσχύω, (λέει), ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ". Ὅταν μοῦ δίνει δύναμη ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» τίποτα δὲ μποροῦμε νὰ κάνουμε, χωρὶς τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μόνο ποὺ θὰ ξεκινήσουμε νὰ πᾶμε στὸν πνευματικό, κόψαμε τὰ πόδια τοῦ διαβόλου. Διαβάζει ὁ παπὰς συγχωρητικὴ εὐχή; Ἐξαφανίσθηκε. δὲν μποροῦμε νὰ ταπεινωθοῦμε στὸν ἀέρα.

Δὲν ἔχει νόημα ἡ ταπείνωση ποὺ κάνουμε μόνοι μας. Σημασία ἔχει ὅταν ταπεινωνόμαστε ἐνώπιον κάποιου ἄλλου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ τηρήσουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.

Πάνω στὴν πράξη θὰ δεῖτε ἂν αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια ἢ ὄχι, πάνω στὴν πράξη, ὅπως ἅμα ἔφτανε τώρα δύο χιλιάδες χρόνια τόσα ἑκατομμύρια ἄνθρωποι, μπορεῖτε νὰ τὰ διαπιστώσετε καὶ ἐσεῖς.

Εἴπαμε προηγουμένως πὼς πέρασε ὁ καιρὸς ποὺ ὁ διάολος ἐρχότανε μὲ κέρατα καὶ οὐρά. Τώρα ἔρχεται σὰν ὡραία σκέψη, σὰν σωστὸς λογισμός. Ἔτσι ὅπως σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως μὲ τὴν ἀπόκρουση, μὲ τὸ νὰ μὴν ἀφήνουμε χῶρο, μὲ τὸ νὰ ἀποφεύγουμε τὶς αἰτίες καὶ μὲ τὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας, γλιτώνουμε ἀπὸ τὸν λογισμὸ ποὺ φαίνεται ὅτι εἶναι, ποὺ ξέρουμε ὅτι εἶναι κακός.

Ἀλλὰ ὅταν ἔρχεται σὰν καλὸς λογισμὸς καὶ εἶναι διάολος; Ὅταν ἔρχεται σὰν καλὸς φίλος, καὶ εἶναι διάολος; Ἐκεῖ πῶς θὰ τὸ καταλάβω; Ἀδελφοί μου ὑπάρχουνε πολλὰ εἴδη δαιμονίων, καὶ ὑπάρχουνε δύο εἴδη δαιμονισμοῦ. Μὲ δύο τρόπους κυριαρχεῖ ὁλοκληρωτικὰ ὁ διάβολος σὲ κάποιον.

Ὑπάρχουν δαιμόνια χοντρά, τὸ δαιμόνιο τῆς λαιμαργίας, τῆς πορνείας, τῆς φιλαργυρίας, δὲν εἶναι πάντα φυσικὸ ὅτι αἰσθανόμαστε. Σὲ ἕνα γειτονικό μου μοναστήρι ἦταν ἕνας πατέρας, ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ τρώει, καὶ νὰ τρώει, καὶ νὰ τρώει, καὶ νὰ τρώει δέκα ὁλόκληρα καρβέλια ψωμὶ τὴν ἡμέρα. Δὲν ἦταν χοντρός. Ποῦ πηγαίνανε; Δέκα ὁλόκληρα ψωμιὰ τὴν ἡμέρα ποῦ πηγαίνανε;

Τὸν πιάνουνε οἱ πατέρες ἀρχίζουν νὰ τοῦ διαβάζουν ἐξορκισμούς, σὲ μία ἑβδομάδα ἔγινε καλά, κι αὐτὸς ποὺ μὲ 10 καρβέλια δὲ χόρταινε, τώρα χόρταινε μὲ δύο φέτες. Μποροῦμε νὰ ποῦμε πολλὰ πάνω σὲ αὐτὰ τὰ θέματα. Δαιμόνιο τῆς πορνείας, δαιμόνιο τοῦ θυμοῦ, δαιμόνιο τῆς λαιμαργίας, εἶναι χονδρὰ δαιμόνια.

Καὶ ὑπάρχουνε δαιμόνια πρίγκιπες, ἄρχοντες, ξυράφια. Ἀλίμονο σὲ ὅποιον πέσει στὰ χέρια τους, δὲν τὸν γλυτώνει τίποτα. Ἂν δὲν κάνει ὁ Θεὸς προσωπικὰ ἕνα θαῦμα γι' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο δὲ γλυτώνει μὲ τίποτα. Ὅπως εἶναι τὸ δαιμόνιο τῆς ὑπερηφάνειας, τὸ δαιμόνιο τῆς αἱρέσεως, τὸ δαιμόνιο τῆς πλάνης. Δέχεται ὁ ἄλλος ὁ πλανεμένος νὰ τοῦ βγάλεις τὸ δέρμα, δὲ τοῦ βγάζεις τὴν πλάνη του μὲ τίποτα.

Σᾶς εἶπα ὅτι ὑπάρχουνε δύο εἴδη δαιμονισμοῦ. Ὁ ἕνας τρόπος δαιμονισμοῦ εἶναι νὰ πιάσει ὁ διάβολος τὸ μυαλό σου, νὰ κυριαρχήσει στὴν σκέψη σου καὶ νὰ δέχεσαι ὅ,τι λογισμό σοῦ ἔρχεται. Ἔτσι δαιμονίζονται ὅσοι ἔχουνε πολὺ μυαλό, ὅσοι εἶναι πολὺ ἔξυπνοι, ὅσοι εἶναι προικισμένοι πολύ, ἐπειδὴ πέφτουν καὶ σὲ μεγάλη ὑπερηφάνεια.

Κυριάρχει ὁ διάβολος στὸ μυαλὸ τους ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὅλες τους τὶς σκέψεις τὶς δέχονται σὰν ἀληθινές, τὶς δέχονται σὰν σωστές, καὶ τὸ φοβερὸ εἶναι ὅτι δὲν τὸ καταλαβαίνουν. Ὅλοι οἱ ἄλλοι καταλαβαίνουνε ὅτι δὲν πάει καλά, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο. Εἶναι ἡ εὐφυία τοῦ διαβόλου αὐτή, ἡ πονηριὰ τοῦ διαβόλου, δὲν εἶναι ἔξυπνος ὁ διάβολος. Ἂν ἦταν ἔξυπνος θὰ εἶχε μετανοήσει καὶ θὰ εἶχε σωθεῖ, αὐτὴ εἶναι ἡ πονηριὰ τοῦ διαβόλου.

Λέει ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος, πόσο σοφὸς εἶναι ὁ ἐχθρός, δὲ μὲ δένει μὲ δεσμὰ ποὺ ἐγὼ μισῶ, μὲ δένει μὲ δεσμὰ πού μοῦ ἀρέσουνε καὶ χαίρομαι δεμένος. Νὰ 'σαι νικημένος, νὰ 'σαι σκλαβωμένος σὲ κάτι καὶ νὰ χαίρεσαι κι ὄλας. Ἐκεῖ εἶναι ἡ πονηριὰ τοῦ διαβόλου, ὅταν ὁ διάβολος ἔρχεται σὰν χάρισμα, σὰν ἀρετή, ντυμένος μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἐλευθερίας, εἶμαι ἐλεύθερος νὰ κάνω ὅτι θέλω.

Γι' αὐτὸ σᾶς εἶπα πιὸ μπροστά, ἂν δὲν κάνει ὁ Θεὸς κάποιο θαῦμα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει δαιμονιστεῖ ἔτσι, ποὺ ἔχει κυριαρχηθεῖ τὸ μυαλό του ἀπὸ τὸν διάβολο, δὲν γλυτώνει ποτὲ καὶ δὲ μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβει. Ἕναν μόνο ξέρω, ἕναν συγγραφέα ὁ ὁποῖος τὸ κατάλαβε καὶ δὲ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα.

Δὲ μπορεῖς νὰ κάνεις τίποτα, δὲ ξέρεις τί θὰ πεῖ (λέει κάπου), νὰ κάθεται ἕνας μαῦρος πάνω στὸ μυαλό σου καὶ νὰ μὴ πηγαίνεις ἐκεῖ ποὺ θὲς ἐσύ, ἀλλὰ νὰ σὲ πηγαίνει ἐκεῖ ποὺ θέλει ἐκεῖνος. Δὲ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα. Ὅταν φτάσει ὁ ἄνθρωπος νὰ δαιμονισθεῖ ἔτσι, σημαίνει ὅτι ἔχει δώσει μεγάλο δικαίωμα στὸν διάβολο.

Τὸ ἀποτέλεσμα ποιὸ ἤτανε; Νὰ τὸν πείσει ὁ διάολος ὅτι ἦταν ὁ νέος μεσσίας τῆς ἀνθρωπότητος, ὅτι θὰ σώσει τὴν ἀνθρωπότητα. Ἕνας τόσο ἔξυπνος ἄνθρωπος, τὸ δέχθηκε. Καὶ ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ γράφει σὲ ἕναν ἀρχιμανδρίτη στὴν Ἀμερική. Ἔχω τὰ γράμματά του: "Γιὲ τῆς βροντῆς, ἂς ἑτοιμαζόμαστε, πρέπει χωρὶς ἄλλο νὰ ἱδρύσουμε ἐκκλησίες, στὰ διάφορα μέρη. Εἴμαστε τρεῖς, δὲν πειράζει". Μία παρέα, αὐτὸς ὁ ἀρχιμανδρίτης καὶ ἕνας ἄλλος ἀκόμα, θὰ ἱδρύανε τὴν ἐκκλησία του. Δὲ πειράζει ποὺ εἴμαστε τρεῖς, ὁ Χριστὸς ἤθελε δώδεκα, πιὸ ἀδύνατος ὁ Χριστὸς χρειαζόταν πιὸ πολλοὺς νὰ τὸν βοηθήσουνε. Ἐμένανε μοῦ φτάνετε ἐσεῖς οἱ δύο.

Τέτοιο πείραγμα, λέει: "Ἐσὺ ἵδρυσε ἕνα τάγμα στὴν Ἀμερική, ἐγὼ ἱδρύω ἕνα στὸ Βερολίνο καὶ τὴν Πολωνία, τὶς πρῶτες ἐκκλησίες. Εἶναι καὶ ὁ Λευτέρης ὁ τρίτος, οἱ ἀποστολικὲς πορεῖες θὰ ἀρχίσουν, οἱ ἀγῶνες, τὰ μαρτύρια, μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο σὲ δύο τρία χρόνια πρέπει νὰ γίνει".

Προσέξετε γιὰ νὰ γίνει ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, νὰ μαζευτοῦν δηλαδὴ ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκουμένη οἱ ἐπίσκοποι, καὶ νὰ συζητήσουν τὴν πρώτη αἵρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ χρειάσθηκαν τριακόσια χρόνια, ἀλλὰ ἡ θρησκεία τοῦ ταλαίπωρου αὐτουνοῦ ἐδῶ ἦταν τόσο ἀνώτερη ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, ἡ φιλοσοφία του τόσο βαθύτερη, ποὺ σὲ τρία χρόνια κι ὅλας θὰ τὸν εἴχανε παρανοήσει.

Ποὺ σημαίνει ὅτι ἀφοῦ λέει σὲ τρία χρόνια θέλω οἰκουμενικὴ σύνοδο, σὲ τρία χρόνια θὰ ἔχει ἁπλωθεῖ τὸ κήρυγμά του σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, θὰ 'χαν γίνει σὲ ὅλο τὸν κόσμο ἐκκλησίες, θὰ ὑπῆρχαν ἱερεῖς σὲ ὅλον τὸν κόσμο δικοί του, ἐπίσκοποι, μητροπολίτες σὲ ὅλον τὸν κόσμο δικοί του, καὶ σὲ τρία χρόνια θὰ τὸν εἴχανε παρανοήσει κι ὅλας, καὶ θὰ ἔπρεπε σὲ τρία χρόνια νὰ γίνει οἰκουμενικὴ σύνοδος.

Καὶ λές: Εἶναι στὰ καλά του; Εἶναι στὰ καλά του; Ἀνόητος εἶναι; Ἀπ' τοὺς ἐξυπνότερους ἀνθρώπους ποὺ ἔχει γνωρίσει ἡ Ἑλλάδα καὶ ὁ κόσμος. Πῶς ἔφτασε σὲ τέτοιο κατάντημα; Τὸ φαινόμενο οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας καὶ εἰδικά τῆς ἐρήμου τὸ λένε αἰχμαλωσία. Ὅταν αἰχμαλωτίζει ὁ διάολος τὸ μυαλό σου, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ξόφλησες. Δὲ μπορεῖς νὰ κάνεις τίποτα, σὲ κάνει ὅ,τι θέλει.

Γι’ αὐτὸ δὲ θὰ μένουμε μόνοι μας, μὲ τὶς ἀπόψεις μας καὶ μὲ τὶς σκέψεις μας. Νὰ τὰ συζητᾶμε νὰ συμβουλευόμαστε. Νὰ μὴ προσπαθοῦμε νὰ ἐπιβάλλουμε τὴν ἄποψή μας στὸν ἄλλον μὲ τὴν βία. Νὰ ἀκοῦμε τὸν ἄλλον, μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν λογισμό μας. Νὰ μάθουμε νὰ ὑποχωροῦμε, νὰ δεχόμαστε συμβουλές.

Θὰ πηγαίνουμε καὶ θὰ ἐξομολογούμαστε. Θὰ τὰ λέμε στὸν Πνευματικὸ καὶ ἐκεῖ ἁπλὰ χωρὶς πολλὰ λόγια, καὶ νὰ μάθουμε νὰ ἀκοῦμε καὶ τὶς συμβουλὲς τοῦ πνευματικοῦ. Λέει ἡ Γραφή: "Ἀνὴρ ἀσύμβουλος ἐαυτῷ πολέμιος". Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ρωτάει εἶναι ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του, δὲ χρειάζεται ἄλλον ἐχθρό. Ἀρκεῖ νὰ μὴν ρωτᾶς, καὶ ἔχεις τὸν ἐχθρὸ ποὺ θὰ σὲ καταστρέψει. "Ἀνὴρ ἀσύμβουλος ἐαυτῷ πολέμιος".

Ὁ διάβολος δὲ φοβᾶται οὔτε τὴν ἐξυπνάδα μας, οὔτε τὶς γνώσεις μας. Ἔχει περισσότερες. Οὔτε τὶς ἀρετὲς μας φοβᾶται, ἔχει περισσότερες. Μία δὲν ἔχει κι αὐτὴ τὸν σκοτώνει καὶ μὲ αὐτὴν σωζόμαστε. Ποιὰ ἀρετὴ δὲν ἔχει, κι αὐτὴ τὸν σκοτώνει;

Μιὰ φορὰ κατάφερα κάτι καὶ πάω ὅλο καμάρι στὸν γέροντά μου. Μόλις μὲ εἶδε ἐκεῖνος κατάλαβε ὅτι κάποια πεπονόφλουδα πάτησα, καὶ πρὶν προλάβω νὰ τοῦ πῶ πολλὰ - πολλά μοῦ λέει:

Γιατί νὰ καυχηθοῦμε ἐμεῖς ἀγόρι μου; Γιὰ τί πράγμα νὰ περηφανευτοῦμε; Ἐπειδὴ νηστεύουμε; Τρῶμε λίγο; Ὁ διάολος νηστεύει πιὸ πολὺ ἀπό μᾶς, δὲν τρώει ποτέ. Ἐπειδὴ ἀγρυπνᾶμε, ξυπνοῦμε τὴν νύχτα; Κοιμόμαστε λίγο; Ὁ διάολος ξαργυπνᾶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ἐμᾶς, δὲ κοιμᾶται ποτέ. Ἐπειδὴ ἐγκρατευόμαστε; Παρθενεύουμε καὶ εἴμαστε καθαροί; Ὁ διάβολος εἶναι πιὸ παρθένος ἀπὸ ἐμᾶς. Γιατί καὶ νὰ θέλει νὰ πορνεύσει δὲ μπορεῖ, εἶναι πιὸ παρθένος ἀπό μᾶς, δὲν ἔχει σῶμα.

Καὶ μοῦ ἔπεσαν τὰ αὐτιά. Ὅ,τι ἀρετὲς καὶ νὰ ἀποκτήσουμε τὶς ἔχει καὶ ὁ διάολος. Ὅσες ἀρετὲς καὶ νὰ ἀποκτήσουμε, τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχε ὁ διάβολος ὅταν ἦταν ἀρχάγγελος, δὲ θὰ τὶς ἀποκτήσουμε ποτέ. Καὶ ὅλες πήγανε χαμένες, γιατί; Γιατί τοῦ ἔλλειπε μία. Αὐτὴν θὰ κοιτάξουμε νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴν τὴν μία ἀρετὴ γιὰ νὰ σωθοῦμε.

Καὶ νὰ ἔχετε τὸν νοῦ σας, μὴ νομίσετε ὅτι ὁ διάβολος μᾶς πολεμᾶ μόνο μὲ ἁμαρτήματα, μᾶς πολεμᾶ μὲ ἀρετὲς πιὸ πολὺ παρὰ μὲ ἁμαρτήματα. Τὰ ἁμαρτήματα τὰ βλέπουμε, μποροῦμε νὰ τὰ ἀποφύγουμε, ἀλλὰ τὶς ἀρετές μας τὶς ἀγωνιζόμαστε νὰ τὶς ἀποκτήσουμε.

Λέει ἕνας ἅγιος τῆς ἐκκλησίας: “Θέλεις νὰ νηστεύεις, σὲ βοηθάει ὁ διάβολος, θέλεις νὰ κάνεις ἐλεημοσύνες, σὲ βοηθάει ὁ διάβολος, νὰ κτίσεις ἐκκλησίες, σὲ βοηθάει ὁ διάβολος, γιατί σὲ βοηθάει; Γιατί ξέρει, ὅτι μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ καταφέρνουμε μπορεῖ νὰ μᾶς ρίξει στὴν ὑπερηφάνεια καὶ νὰ πᾶνε ὅλα χαμένα”. Θὰ ἔχουμε λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀρετὴ ποὺ δὲν ἔχει ὁ διάβολος, θὰ εἴμαστε ταπεινοί. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε ὁ Χριστὸς καὶ τί λέει ἡ Γραφή; «Ἐταπείνωσε ἑαυτὸν γινόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, ἔκλινε οὐρανοὺς καὶ κατέβη». Θὰ γίνουμε ταπεινοί, θὰ μάθουμε νὰ ἔχουμε ταπεινὸ φρόνημα.

Νὰ ταπεινοφρονοῦμε, νὰ μὴν ταπεινολογοῦμε. Ὄχι στὰ λόγια. Στὸ φρόνημα ταπεινό, σκέψη ταπεινή, καὶ σκέψη ταπεινὴ θὰ πεῖ νὰ μὴν θεωροῦμε τοὺς ἄλλους κατώτερους ἀπὸ ἐμᾶς, νὰ μὴ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας τόσο σπουδαῖο. Θὰ βλέπουμε ὅτι ἔχουμε κάποιο καλό, θὰ λέμε: “ὁ Θεός μοῦ τὸ ἔδωσε”.

Ἔχουμε χαρίσματα; “ὁ Θεός μοῦ τὰ ἔδωσε”. Κάνουμε κάτι καλό; Θὰ τὸ κάνουμε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως θὰ φυλαγόμαστε, θὰ βάζουμε μία ἀσπίδα, θὰ τὰ ρίχνουμε ὅλα στὸν Θεό. Ὅτι χάρις σὲ Ἐκεῖνον τὰ καταφέρνουμε. Κι ἔτσι φυλᾶμε τὴν ταπείνωσή μας καὶ δὲν πέφτουμε σὲ ὑπερηφάνεια.

Εἶχε ἔλθει ἕνας στὸ κελί μου καὶ μοῦ λέει: Ἀμὰν βρὲ Γέροντα ὅλα ἐσὺ τὰ κάνεις ἐδῶ μέσα;” “-Τί ἐννοεῖς;” τοῦ λέω; “-Νά, εἶπα στὸν ὑποτακτικό σου, ὡραῖο τὸ φαϊ”, “-ὁ γέροντας, ὁ γέροντας”. “Καλό αὐτὸ τὸ πράγμα”, “-ὁ γέροντας, ὁ γέροντας”. Ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ πῶ, “ὁ γέροντας”. Ὅλα ἐσὺ τὰ κάνεις; Εἶχε πιάσει τὸ νόημα. Ἔκανε κάτι καλό; “Με τὴν εὐχὴ τοῦ γέροντά μου τὸ ἔκανα. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τὸ ἔκανα”.

Αὐτὸ θὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς. Ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε θὰ ἔχουμε ταπεινὸ φρόνημα. Στὴν σκέψη μας μέσα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασταίνουμε τοὺς ταπεινούς. Καὶ στὴν πράξη θὰ εἴμαστε ταπεινοὶ ὅταν χρειάζεται. Γιὰ παράδειγμα ὅταν βλέπουμε ὅτι δημιουργεῖται μία ἔκρυθμη κατάσταση. Τσακωνόμαστε μὲ κάποιον, ὑποχωροῦμε. Ὑποχώρησε, ἂς ἔχεις δίκαιο, ὅταν δὲν εἶναι κάτι σοβαρὸ ὑποχώρησε.

Νὰ ἐλεεῖς καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου. Δὲν τὸν παραδίδεις στὸν διάβολο, θέλει προσοχὴ ἐδῶ. Ἄλλο νὰ εἶσαι ταπεινὸς καὶ ἄλλο νὰ εἶσαι φοβητσιάρης, καὶ νὰ μὴν παλεύεις. Ἄλλο νὰ εἶσαι ταπεινὸς καὶ ἄλλο καρπαζοεισπράκτορας. Ὅταν δεῖς ὅτι ἐσὺ ὑποχωρεῖς, ὑποχωρεῖς, ὑποχωρεῖς καὶ ὁ ἄλλος τὸ βλέπει αὐτό, καὶ τοῦ ἔχουν πάρει τὰ μυαλὰ ἀέρα καὶ θὰ σοῦ ἀνέβει καὶ στὸ σβέρκο, τότε θὰ σταθεῖς στὰ πόδια σου καὶ θὰ τὸν βάλεις στὴν θέση του.

Δὲ σημαίνει ὅτι δὲ θὰ εἶσαι ταπεινός. Θὰ τὸ προσέξουμε αὐτό. Ὄχι μὲ τὴν πολλὴ ὑποχωρητικότητά μας νὰ γινόμαστε αἰτία νὰ ἁμαρτάνει ὁ ἄλλος. Εἶναι φορὲς ποὺ θὰ ὑποχωροῦμε καὶ θὰ εἴμαστε ταπεινοί, ἐπειδὴ εἴμαστε ταπεινοὶ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον, κι εἶναι φορὲς ποὺ θὰ στεκόμαστε στὰ πόδια μας καὶ θὰ βάζουμε τὸν ἄλλον στὴν θέση του, καὶ πάλι θὰ εἴμαστε ταπεινοί.

Τὸ παράδειγμα μᾶς τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς δὲ δίδαξε μόνο μὲ τὰ λόγια του. Δίδαξε καὶ μὲ τὴν ζωή του. Ὅταν τὸν εἴχανε συλλάβει καὶ τὸν χτυποῦσαν, τὸν εἴχανε κάνει ἕνα ματωμένο κουρέλι ἀπὸ τὰ χτυπήματα, καὶ θὰ σταυρωνόταν. Θὰ τὸν παραδίδανε στὸν σταυρό, πάει καὶ ἕνας στρατιώτης καὶ τοῦ δίνει ἕνα χαστούκι.

Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τί εἶχε πεῖ; Ἂν σὲ χαστουκίσουνε στὸ ἕνα μάγουλο, ἐσὺ γύρνα καὶ τὸ ἄλλο. Τοῦ δίνει ἕνας στρατιώτης τὸ χαστούκι, γύρισε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο; Δὲ τὸ γύρισε! Γιατί; Ἀφοῦ εἶχε πεῖ ὅταν σὲ χτυπᾶνε ἀπὸ τὸ ἕνα μάγουλο γύρνα καὶ τὸ ἄλλο. Δὲν τὸ γύρισε ὁ ἴδιος, ἀλλὰ γυρνᾶ καὶ λέει στὸν στρατιώτη: “Ἄν σοῦ ἔκανα κάτι ἄσχημο, μαρτύρησον περὶ αὐτοῦ, διαφορετικὰ γιατί χτυπᾶς;”.

Τί ἤθελε νὰ μᾶς δείξει μὲ αὐτό; Ἀκριβῶς αὐτό. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν δεχόταν τὸ χαστούκι ἀφοῦ δέχθηκε τὸν σταυρό; Τὸ χαστούκι τὸν πόνεσε; Τὰ καρφιὰ δέχθηκε, καὶ τὴν λόγχη δέχθηκε καὶ ἕνα τέτοιο μαρτυρικὸ θάνατο δέχθηκε, γιὰ νὰ μᾶς δείξει αὐτὸ ἀκριβῶς: Ἄλλο ταπεινὸς ἄλλο δειλός. Νὰ τὸ ἔχουμε αὐτὸ κατὰ νοῦ μας.

Θὰ εἴμαστε ταπεινοὶ καὶ θὰ ξέρουμε ταυτόχρονα καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε. Ξαναγυρνᾶμε πάλι, νὰ μὴ ξεχνᾶμε τὴν δύναμη ποὺ ἔχουνε οἱ σκέψεις μας εἴπαμε. Νὰ μὴ ξεχνᾶμε ποτὲ τὴν περίπτωση τοῦ διαβόλου. Λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας ὅτι μὲ τὴν σκέψη του ἔγινε διάβολος. “Σὺ εἶπας ἐν τῆ διανοίᾳ σου” (λὲς μὲς τὸ μυαλό σου). Σκέφθηκες: “εἰς τὸν οὐρανὸ ἀναβήσσομαι ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ στήσω τὸν θρόνον μου, ἀναβήσσομαι ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ.

Καὶ ἡ πτώση τοῦ διαβόλου ἔγινε πρὶν δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς δὲν εἶχε πλάσει ἀκόμα τὸν ἄνθρωπο, ὁ διάολος δὲ σκότωσε κανένα. Ποιὸν νὰ σκοτώσει ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανένας; Δὲν ὑπῆρχαν ἄνθρωποι, δὲν ἔχει πεῖ ψέματα σὲ κανέναν, δὲ κορόιδεψε κανέναν δὲν εἶχε δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος.

Πρῶτα ἔγινε ἡ δημιουργία τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, καὶ ἡ πτώση τοῦ Ἑωσφόρου καὶ μετὰ δημιουργήθηκε ὁ ὑλικὸς κόσμος. Μόνο λοιπὸν μὲ τὴν σκέψη του ἔγινε διάβολος. Τί δύναμη ἔχουνε οἱ σκέψεις!

Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν σκήτη ποὺ μένω σὲ μία κορυφὴ ψηλά, μόλις ποὺ φαίνεται ἕνα κελί, Τὸ εἶχε ἕνας πνευματικὸς παλιά, ἐπιτρέψετέ μου νὰ σᾶς διαβάσω παραλείποντας πάρα πολλά, κάτι ἐντυπωσιακὸ ποὺ ἔγινε σὲ αὐτὸ τὸ κελί. Τὸν πνευματικὸ τὸν λέγανε παπα–Σάββα. Στοὺς τόσους ποὺ ἐξομολογοῦσε ὁ παπα-Σάββας λέει τὸ κείμενο, ἤτανε καὶ ἕνας Ρουμάνος διάκονος.

Νεαρὸς ἀκόμη ἦρθε στὸν Ἄθω καὶ ἡσύχαζε κάπου στὴν ἔρημο ὄχι καὶ πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἄννα, (πρὶν ἀρκετὰ χρόνια αὐτό). “Πνευματικέ μου, (τοῦ λέει μία μέρα ὁ διάκονος περίλυπος), μὴ ξεχάσεις νὰ μνημονεύσεις αὔριο στὴν λειτουργία τὴν μητέρα μου ποὺ ἔχει τὰ τρίτα της”. (Πέθανε δηλαδὴ πρὶν τρεῖς μέρες).

Καὶ τοῦ λέει χωρὶς νὰ δείξει τώρα τὴν ἀγωνία του ὁ πνευματικός: “Γιὰ πές μου παιδί μου: Ἡ μητέρα σου ἔχει αὔριο τὰ τρίτα της, δηλαδὴ πέθανε προχθές. Πέθανε στὴν Ρουμανία. Πῶς ἐσὺ σὲ δυὸ μέρες πληροφορήθηκες τὸν θάνατό της;” Μεσολάβησε λίγη σιγή, δὲν ὑπῆρχαν τηλέφωνα δὲν εἶχαν τηλέφωνα, ὅπως ἐγὼ στὴν σκήτη μου, δὲν ἔχουμε ρεῦμα. Δὲν εἴχανε τηλέφωνα.

“Πῶς τὸ ἔμαθα;” Ἄρχισε νὰ λέει δειλὰ ὁ διάκονος. “Να, μοῦ τὸ εἶπε...” “-Ποιός σοῦ τὸ εἶπε;” “-Μοῦ τὸ εἶπε ὁ φύλακας ἄγγελός μου”. “-Ὁ φύλακας ἄγγελός σου; Ἔχεις δεῖ τὸν ἄγγελό σου;” “-Ἀξιώθηκα νὰ τὸν δῶ. Δὲν εἶναι μία καὶ δύο φορές, εἶναι τώρα δύο χρόνια μοῦ παρουσιάζεται καὶ μὲ συντροφεύει στὴν προσευχή. Λέμε μαζί τοὺς χαιρετισμοὺς, κάνουμε μετάνοιες, ἀνοίγουμε πνευματικὲς συζητήσεις”.

Ἐκεῖνο τὸ “δύο χρόνια”, πίκρανε πολὺ τὸν παπα-Σάββα. “-Καὶ γιατί παιδί μου τόσο καιρὸ δὲ μοῦ ἀνέφερες τίποτα;” “-Μοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος πὼς δὲν εἶναι ἀπαραίτητο”. “-Παιδί μου εἶσαι βέβαιος πὼς εἶναι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ αὐτὸς ποὺ σοῦ ἐμφανίζεται;” “-Βέβαιος; Βεβαιότατος γέροντά μου, μὰ προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινῶς χίλιες μετάνοιες, συζητοῦμε γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή, γιὰ τὸν Παράδεισο, ὁ φύλακας ἄγγελός μου εἶναι”.

Ὁ διάκονος φαινόταν ἀμετάπειστος. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν ἔκανε δεκτικὸ ἦταν ἡ ἐμπιστοσύνη του στὸν θεοφώτιστο πνευματικό του. Ἀλλὰ πάλι ἔλεγε πῶς μπορεῖ ὁ δαίμονας νὰ μὲ ἐνισχύσει στὴν προσευχή; Αὐτὸς πολεμεῖ τοὺς προσευχομένους. Μετὰ ἀπὸ πολλά, συμφώνησαν νὰ καταφύγουν σὲ μερικὲς δοκιμασίες, νὰ δοκιμάσουν τὸν φύλακα ἄγγελο.

“Ζήτησέ του μόλις ξανάρθει (λέει ὁ παπα-Σάββας) νὰ πεῖ τό: “Θεοτόκε Παρθένε” , ἀκόμη πές του νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ”. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν ἦταν τόσο ἁπλά. Ὅταν δύο ὁλόκληρα χρόνια σὲ ἔχει ὁ πονηρὸς τυλιγμένο στὴν πλάνη, τότε καὶ τὰ μάτια σου, καὶ τὰ αὐτιά σου τὰ πλανεύει καὶ φαντάζεσαι πὼς ἀκοῦς τὸ Θεοτόκε Παρθένε καὶ νομίζεις ὅτι τὸν βλέπεις νὰ κάνει τὸν σταυρό του καὶ νὰ σταυροκοπιέται.

Στὴν ἑπόμενη ἐπίσκεψη ὁ διάκονος μὲ κάποια ἱκανοποίηση ἀνάγγειλε στὸν πνευματικό: “Γέροντά μου τὰ πράγματα ἔχουν ὅπως σοῦ τὰ ἔλεγα εἶναι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ φύλακας ἄγγελός μου. Καὶ τὸ Θεοτόκε Παρθένε τὸ εἶπε καὶ τὸν σταυρό του τὸν ἔκανε”.

Παραλείπω, οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι ξέρουνε τί σκεπτόμαστε. Προσέξετε, ὁ διάβολος δὲν ἔχει τὶς δυνάμεις ποὺ νομίζουμε. Μὴ τοῦ δίνουμε μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ ὅση ἔχει, ἔχει τρομερὰ μειονεκτήματα, τρομερὰ μεῖον, Δὲ θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ τίποτε ἄλλο τώρα, μόνο σὲ αὐτό, τὸ ὅτι δὲν ξέρει τί σκεπτόμαστε.

Προσέξετέ το αὐτό, οἱ ἄγγελοι ξέρουν τί σκεπτόμαστε. Οἱ ἅγιοι, ὄχι μόνο ὅσοι ἔχουν φύγει στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ καὶ ὅσοι εἶναι ἀνάμεσά μας, μόλις μᾶς δοῦνε, ξέρουνε τί σκεπτόμαστε. Ὁ διάβολος δὲν τὸ ξέρει.

Τότε τί συμβαίνει μὲ τὶς σκέψεις; Μᾶς ἀφήνει μία σκέψη. Δὲν ξέρει ὅτι τὴν δεχθήκαμε. Ἂν δεῖ ὅτι ἀλλάζουμε τὸ πρόγραμμα τότε καταλαβαίνει ὅτι τὴν δεχθήκαμε. Μᾶς βάζει μία σαρκικὴ σκέψη. Δὲ ξέρει ἂν τὴν δεχθήκαμε. Ὅταν ἀρχίζει καὶ βλέπει ὅτι ἀνεβαίνει ὁ σφυγμός μας ὅτι ἀρχίζουμε καὶ ἀλλάζουμε τὰ σχέδιά μας, τότε καταλαβαίνει ὅτι τὴ δεχθήκαμε.

Δὲ ξέρει τί σκεπτόμαστε. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα του μειονεκτήματα. Γιὰ τὰ ἄλλα θὰ ποῦμε μία ἄλλη φορά. Τοῦ λέει τώρα ὁ πνευματικὸς ὁ παπα-Σάββας: “Πρόσεξε τί θὰ κάνουμε: Ἐγὼ αὐτὴ τὴ στιγμή, ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ στιγμὴ κάτι θὰ σκεφθῶ (σκέφθηκε κάτι εἰς βάρος τοῦ διαβόλου), καὶ τὸ ἀφήνω κρυφό, μέσα μου. Ἐσὺ τὸ βράδυ θὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν ἄγγελο νὰ σοῦ πεῖ. Ἂν τὸ βρεῖ τότε χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ἄγγελος ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ νὰ ἔρθεις νὰ μὲ ἐνημερώσεις”.

Γυρίζοντας ὁ διάκονος στὴν καλύβη του, κάτι σάλευε μέσα του, κάτι σὰν ἀγωνία, κάτι σὰ δυσάρεστη προαίσθηση. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ θαύμαζε καὶ τὴν σπουδαία ἰδέα τοῦ πνευματικοῦ. Ἡ ὑπόθεση θὰ περνοῦσε τὴν κρίσιμη φάση της. Μόλις ζητήθηκε τὴν νύχτα ἀπὸ τὸν ἄγγελο ἡ λύση τοῦ προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή, αὐλάκωσε τὸ φωτεινὸ πρόσωπό του. Φάνηκε νὰ σαστίζει.

“Μα ἀγαπητέ μου πάτερ, γιατί ἐσὺ ἀνώτερος ἄνθρωπος νὰ ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τοὺς λογισμοὺς ἑνὸς παπᾶ; Αὐτὸ εἶναι κατάντημα, φτωχὲς ἐπιθυμίες. Δὲ προτιμᾶς νὰ σοῦ δείξω ἀπόψε τὴν κόλαση, τὸν παράδεισο, τὴν δόξα τῆς Κυρίας Θεοτόκου;” Ὁ διάκονος ποὺ κάτι ἄρχισε νὰ ὑποψιάζεται ἐπέμεινε στὸ θέμα τους. “-Κάνω ὑπακοὴ στὸν πνευματικό μου, νὰ μοῦ πεῖς τί σκεφθηκε”. Ὁ ἄγγελος μὲ μερικοὺς ἑλιγμοὺς προσπάθησε νὰ μεταφέρει ἀλλοῦ τὴν συζήτηση.

Ὁ διάκονος ὅμως μὲ ἐπιμονὴ τὸν μετέφερε στὸ θέμα. Ἄλλωστε οἱ τεχνικὲς αὐτὲς ὑπεκφυγὲς δὲ τοῦ προξενοῦσαν καλὴ ἐντύπωση. “Νὰ μοῦ πεῖς τί σκέφθηκε ὁ πνευματικός. Τὸ θέμα εἶναι ἁπλό! Γιατί ἀποφεύγεις; Τὸ ἀγνοεῖς;” “-Πρόσεξε διάκο, μὲ τὸν μικροπρεπῆ τρόπο πού μοῦ συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις νὰ χάσεις τὴν εὔνοιά μου”. “-Δὲ ξέρω, σοῦ ζητῶ κάτι τὸ εὔκολο. Γνωρίζεις ἢ ὄχι ἐπιτέλους, τί σκέφθηκε ὁ πνευματικός;”

Τὴν ὥρα αὐτὴ πετάχτηκε τὸ λαμπερὸ προσωπεῖο. Μία φρικτὴ μορφὴ ἀποκαλύφθηκε καὶ σὰν ἀπὸ στόμα θηρίου ἀκούσθηκαν τὰ λόγια: “-Νὰ χαθεῖς ἄθλιε, αὔριο τέτοια ὥρα στὴν κόλαση καὶ στὴν φωτιά, θὰ σὲ κάψουμε καὶ θὰ σὲ καταστρέψουμε, αὔριο αὐτὴ τὴν ὥρα”. Καὶ ὁ διάκονος ἔμεινε μόνος του καὶ σωστὸ ἐρείπιο. Ὅλη ἡ γλυκύτητα τῶν ὀπτασιῶν δύο χρόνια τώρα δὲν ἀντιστάθμιζε τὴν τωρινή του πικρία.

Ἐὰν δὲν τὸν στήριζαν ἀπὸ μακρυὰ οἱ προσευχὲς τοῦ πνευματικοῦ ποὺ ξαγρυπνοῦσε καὶ παρακαλοῦσε γιὰ αὐτόν, θὰ εἶχε παραδώσει τὸ πνεῦμα του. Πέρασαν ἀρκετὲς ὧρες ὥσπου νὰ συνέλθει καὶ νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του. Ἡ καλύβη του πιὰ δὲν τὸν χωροῦσε. Πουθενὰ δὲν ἔβλεπε ἀσφάλεια παρὰ μόνο κοντὰ στὸν πνευματικό. Σ' ὅλη τὴν διαδρομὴ βούιζε στὰ αὐτιά του ἡ ἀπειλή: “Αὔριο τέτοια ὥρα στὴν κόλαση”. Κι ὁ τρόμος τὸν διαπερνοῦσε μέχρι τὸ μεδούλι.

Ἔφτασε ὅπως ἔφτασε ὡς τὴν καλύβη τῆς ἀναστάσεως. Ἔπιασε τὸ ράσο τοῦ πνευματικοῦ καὶ δὲν τὸ ἄφηνε οὔτε στιγμή, καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔπρεπε νὰ κοιμηθεῖ ἐκεῖνος λίγο, δίπλα του ὁ τρομοκρατημένος διάκονος. “Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου, ἠρέμησε!”, “-Πῶς νὰ μὴ φοβηθῶ πνευματικέ μου, ποὺ πλησιάζει ἡ ὥρα; πλησιάζει ἡ ὥρα ποὺ θὰ μὲ πάρουνε! Χριστέ μου σῶσε με!” Καὶ πράγματι τὴν καθορισμένη ὥρα, δέχθηκε βίαια ἐπίθεση τῶν πονηρῶν πνευμάτων.

Τί κραυγὲς τρόμου καὶ ἀπελπισίας ἦταν αὐτές! “Σῶσε με πνευματικέ μου, χάνομαι! Μὲ παίρνουν! Σῶσε με!” Γονατίζει ὁ παπα-Σάββας καὶ γεμάτος πόνο καὶ δάκρυα, δέεται στὸν Κύριο νὰ λυπηθεῖ τὸν δοῦλο του καὶ νὰ ἐπιτιμήσει τοὺς πονηροὺς δαίμονες. Εἰσακούσθηκε ἡ δέησή του. Καὶ ὁ ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε ἀπὸ στόματος λέοντος.

Παραλείπω, μὲ τὸν χρόνο καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ παπα-Σάββα ὁ Ρουμάνος διάκονος ἠρέμησε. Ἡ πνευματική του ζωὴ πῆρε καλὴ ἐξέλιξη, χειροτονήθηκε ἀργότερα καὶ ἱερέας, καὶ διακρινόταν πάντα γιὰ τὴν εὐλάβειά του. Ὡστόσο ἐκεῖνα τὰ χρόνια τῆς πλάνης τοῦ ἄφησαν κάποια δυσάρεστα ἴχνη. Ὁ διάβολος εἶχε ἀποκτήσει πάνω του δικαιώματα. Δωρεὰν θὰ τοῦ προσέφερε τόσα ἀπολαυστικὰ ὁράματα; Ἔτσι σὲ ὅλη τὴν κατοπινὴ ζωή του, ἐταλαιπωρεῖτο ἀπὸ διαφόρους ἐνοχλητικοὺς πειρασμούς, ὅλοι οἱ διακριτικοὶ πατέρες διέβλεπαν σὲ αὐτοὺς τὸ κατάλοιπο τῆς διετοῦς ἐκείνης συνεργασίας μὲ τὸν ἄγγελο ποὺ δὲν ἦταν ἄγγελος.

Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, δὲν ἔχουμε ἄλλη εὐκαιρία γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν σωτηρία μας ἀπὸ αὐτὴν ποὺ μᾶς δίνεται τώρα. Δὲν ἔχουμε ἄλλη ζωή, μόνον αὐτὴν ἐδῶ. Καὶ εἶναι κρίμα νὰ χαθοῦμε. Ὁ καλὸς Θεὸς μᾶς ἔχει δώσει τὰ πάντα γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μπορεῖ ὁ διάβολος σήμερα νὰ ἔχει τόσα ὅπλα στὴν διάθεσή του, ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν τὰ εἶχε. Ἀλλὰ καὶ οἱ χριστιανοὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔχουνε τόσα ὅπλα νὰ ἀμυνθοῦν ποὺ ποτὲ ἄλλοτε ἄλλοτε δὲ τὰ εἴχαμε. Ποτὲ ἄλλοτε ἕνας χριστιανὸς δὲν εἶχε ραδιοφωνικοὺς σταθμοὺς χριστιανικοὺς ὅπως ἔχουμε σήμερα. Ποτὲ ἄλλοτε δὲ κυκλοφοροῦσαν τόσα βιβλία χριστιανικά, καὶ πνευματικά, ὄχι θεολογικά, χριστιανικὰ πνευματικὰ ποὺ μᾶς ὠφελοῦν στὴν καθημερινή μας ζωή.

Ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἴχαμε τόσα. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχαν τόσες κασέτες, νὰ μπορεῖ κάποιος νὰ ἀκούσει κάτι πνευματικό, κάποια συμβουλὴ κάτι πατερικὸ καὶ νὰ ὠφεληθεῖ. Ἔχει ὁ διάβολος ἐξοπλίσει τοὺς δικούς του, ἔχει καὶ ὁ καλὸς Θεὸς ἐξοπλίσει τοὺς δικούς του. Ἔχουμε τὰ πάντα γιὰ νὰ σωθοῦμε, καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἔχουμε τὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας μας.

Μὴν ἀπομακρυνόσαστε ἀπὸ τὴν ἐνορία σας. Μὴν ἀπομακρυνόσαστε ἀπὸ τὸ πετραχήλι τοῦ παπᾶ. Μὲ τόσα ποὺ ἔχουμε, δὲν ἔχουμε δικαιολογία νὰ πᾶμε στὴν κόλαση. Μόνο ἀπὸ τὴν τεμπελιά μας θὰ πᾶμε στὴν κόλαση, ἀπὸ τίποτε ἄλλο. Καὶ λέει καὶ ἕνας πατέρας: Μὲ τόσα ποὺ ἔχουμε, πιὸ εὔκολα πᾶμε στὸν Παράδεισο παρὰ στὴν κόλαση, (λέει). Πρέπει νὰ κουραστεῖς περισσότερο γιὰ νὰ πᾶς στὴν κόλαση, στὸν Παράδεισο πᾶς εὐκολότερα.

Θὰ προσέξουμε αὐτὸ τὸ πράγμα, Ὅλα ξεκινᾶνε μέσα ἀπὸ τὸ μυαλό μας. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ. Ὁ διάβολος ἔχει τόση δύναμη ὅση ἐμεῖς τοῦ δίνουμε. Γιατί ἄλλους τοὺς κάνει ὅ,τι θέλει καὶ σὲ ἄλλους δὲ μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα. Γιατί σοφοὺς σὰν αὐτὸν ποὺ σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως, τοὺς ἀνεβαίνει στὸ κεφάλι καὶ τοὺς κάνει νὰ λένε τέτοιες βλακεῖες καὶ νὰ γελάει ὅλος ὁ κόσμος εἰς βάρος τους καὶ αὐτοὶ νὰ μὴ καταλαβαίνουν τίποτα. Καὶ νὰ λέει: Θέλω ἐκκλησιές, θέλω οἰκουμενικὲς συνόδους. Καὶ ὅλοι νὰ γελᾶνε καὶ ἐκεῖνος νὰ μὴν καταλαβαίνει.

Λοιπὸν λέει ἕνας ἁγιορείτης γέροντας: “Εἰς τὸ ὑπερῶον ἐσυνάχθησαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἐδέχθηκαν τὴν ἐπέλευση τοῦ Παναγίου Πνεύματος”. Λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι πρὶν τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ ἦταν μαζεμένοι στὸ ὑπερῶον. Τὸ ὑπερῶον ἦταν τὸ πιὸ ψηλὸ μέρος ἑνὸς σπιτιοῦ. Πῶς λέμε τὸ ρετιρέ; Τὸ πιὸ ψηλὸ μέρος ἑνὸς σπιτιοῦ εἶναι τὸ ὑπερῶο.

Καὶ λέει ὁ γέροντας ἐδῶ: “Εἰς τὸ ὑπερῶο αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ποὺ λέγεται νοῦς, (ὁ νοῦς μας εἶναι στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο τοῦ σώματος). Ἐκεῖ ὅπως μαζεύθηκαν οἱ ἀπόστολοι στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο τοῦ σπιτιοῦ καὶ δέχθηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐδῶ σὲ αὐτὸ τὸ ὑπερῶο καὶ μεῖς, (ποὺ λέγεται νοῦς καὶ ἔχει τὴν εἰκόνα τοῦ μεγάλου νοῦ), ἐκεῖ δεχόμεθα καὶ ἐμεῖς τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀπὸ ἐδῶ ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, ὁ Παράδεισος καὶ ἡ κόλαση, ἡ ἀφετηρία πρὸς τὰ πάνω ἢ πρὸς τὰ κάτω. Ἱερὸ ἐργαστήριο νὰ καταστήσουμε τὸν νοῦ. Ἀπὸ ἐδῶ ξεκινοῦν ὅλα. Νὰ λέμε μία προσευχὴ ποὺ ἀναφέρεται γιὰ τὴν Παναγία μας στὴν θεία μετάληψη: “Παναγία Δέσποινα τὸ φῶς τῆς ἐσκοτισμένης μου ψυχῆς” λέει ἀρκετὰ καὶ λέει: “καὶ δῷς ἀνάκλησιν ἐν ταῖς αἰχμαλωσίαις τῶν λογισμῶν μου” νὰ ξαναμαζεύω πάλι τοὺς λογισμούς μου, πού μοῦ τοὺς αἰχμαλωτίζει ὁ διάβολος.

Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ἤτις ἀρετή, ὅσα ἐνάρετα, ταῦτα λογίζεσθε, αὐτὰ νὰ σκέφτεσθε”. Καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸν ψαλμωδό: “καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με”.

Ἀμήν! Νὰ εὔχεσθε.



π. Νίκων:

Ἂν κάποιος θέλει νὰ ρωτήσει κάτι μετὰ χαρᾶς. Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλά. Ὅπως ἄλλοι τὰ καταφέρανε μποροῦμε καὶ ἐμεῖς.

Ἀπὸ τὸ κοινό: Κάθε λογισμό, τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν, με” πιάνει ἂν κάνεις τὸν σταυρό σου καὶ τὸ πεῖς αὐτὸ ἀπὸ μέσα σου; Πιάνει; τὰ σκορπάει ὅλα;

π. Νίκων:

Ναί, ἐξαρτᾶται. Ὅτι εἶναι ἕνα ὅπλο, δὲν εἶναι ἁπλὸ ὅπλο. Τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησέ με, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅπλο ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Προσέξετε, εἶναι πυρηνικὴ βόμβα. Τινάζει τὸν διάβολο, τὸν ἐξαφανίζει. Εἶναι μιὰ τρομερὰ συμπυκνωμένη, εἶναι μιὰ τρομερὰ δυνατὴ εὐχή. Μέσα της κλείνει ὅλες τὶς προσευχές, ξέρετε γιατί;

Εἶναι ἕνα μυστήριο, λέει ἡ Γραφὴ ὅτι ὅταν θὰ γίνει ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ θὰ ἐμφανισθεῖ στὸν οὐρανὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐνώπιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ (λέει), πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστήριο, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ γονατίσει μπροστὰ στὸ ὄνομα αὐτὸ τὸ γόνατο τῶν ἐπουρανίων, οἱ ἄγγελοι θὰ γονατίσουν οἱ ἄνθρωποι θὰ γονατίσουν, καὶ τῶν ὑποχθονίων καὶ οἱ διάβολοι θὰ λυγίσουν μπροστὰ σὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα.

Λέει ἡ γραφὴ (πάλι ὁ Ἀπόστολος): “Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ σωθοῦμε, καὶ ἐμεῖς τί κάνουμε; Λέμε αὐτὸ τὸ ὄνομα. Λέμε: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ ὄνομά Σου ὀνομάζομεν” λέει, “Θεὸ ἄλλον ἐκτὸς ἀπὸ Ἐσένα δὲ γνωρίζουμε τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν”. Εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο προσπαθεῖ ὁ διάβολος νὰ μᾶς πείσει νὰ μὴν τὸ κάνουμε.

Ὁ διάβολος δὲν φοβᾶται ἂν πιστεύουμε στὸν Θεό. Προσέξετε τὸ αὐτό: Ὅση πίστη νὰ ἔχεις δὲ σώζεσαι, δὲ σώζεσαι ἂν πιστεύεις στὸν Θεό. Ὁ διάβολος σκοτώνεται ἐμεῖς σωζόμαστε ἀπὸ τί; Ὅταν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός. Δὲν ἔχουμε ἄλλον Θεό. Ἐκεῖ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τὸν διάβολο. Γίνονται θεολογικὰ συνέδρια στὸ ἐξωτερικὸ μὲ χριστιανούς, (θὰ καταλήξω ἐκεῖ), θεολογικὰ συνέδρια μὲ χριστιανοὺς στὸ ἐξωτερικὸ ποὺ συμφωνοῦν, (“χριστιανοὶ” τώρα) νὰ μὴν ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ μὴν προσβληθοῦν καὶ οἱ βουδιστὲς καὶ οἱ ἰνδουιστὲς καὶ ὅποιοι ἄλλοι συμμετέχουν στὸ συνέδριο.

Πῶς τρέμει ὁ διάβολος τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ! Καὶ ἐμεῖς λέμε ὀνομάζουμε τὸν Χριστὸ Κύριο, αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ διάβολος προσπαθεῖ νὰ σὲ πείσει νὰ μὴ τὸ κάνεις. Κατ' ἀρχὴν δὲ θέλει νὰ σκέφτεσαι τὸν Χριστό. Μετά σοῦ λέει: “Τὸν σκέπτεσαι; σκέψου τον σὰν ἕναν μεγάλο μύστη. Σὰν μία ἀπὸ τὶς ἐνσαρκώσεις τοῦ Βούδα, σὰν ἕναν μεγάλο ποιητὴ σὰν ἕνα μεγάλο φιλόσοφο, σάν, σάν, σάν, ὄχι Κύριο”. Καὶ ἐμεῖς τώρα λέμε “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ”.

Καὶ τί ἀκόμα; “Ελέησόν με”. Ἐλεημοσύνη ποιὸς ζητάει; Ἕνας ζητιάνος. Δηλαδὴ ταπεινώνεσαι; Τὸν πέθανες! Γι' αὐτὸ ἐμεῖς ἐπιμένουμε στὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Τώρα κάνουμε τὸν σταυρό μας - δὲν τὸν κάνουμε, δὲν ἔχει καμιὰ σημασία, ὅταν ἔχουμε μέσα στὴν καρδιά μας τὸν διάβολο, εἶναι ἀστεῖο νὰ κάνουμε τὸν σταυρό μας. Δὲ μᾶς σώζει, εἶναι ἀσήμαντο. Τὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ ἔχουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὸ μυαλό μας.

Εἶναι πυρηνικὴ βόμβα, στὴν πράξη θὰ τὰ δεῖτε αὐτά. Στὴν πράξη, ἁπλὰ πραγματάκια εἶναι αὐτά. Θὰ κατεβεῖτε τώρα, θὰ δεῖτε, θὰ ἀρχίσετε νὰ περπατᾶτε, κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ σᾶς ἐμποδίσει νὰ λέτε ἀπὸ μέσα σας: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”.

Τί σᾶς ἐμποδίζει; Τί σᾶς στοιχίζει; Τίποτα! Ὅλες οἱ ἄλλες προσευχὲς χρειάζονται μιὰ ἡσυχία, ἕναν τόπο ἤρεμο, λίγες εἰκόνες, τὸ ἀπόδειπνο, τὸν ἑσπερινό, κάποια βιβλία, αὐτὴ τὴν προσευχὴ μποροῦμε νὰ τὴν λέμε πάντοτε. Περπατᾶς; μπορεῖς νὰ τὸ λές, ὁδηγᾶς τὸ αὐτοκίνητό σου; μπορεῖς νὰ τὸ λές. Ξεκινῆστε καὶ ἡ ἴδια ἡ προσευχὴ θὰ σᾶς μάθει τὰ πάντα.

Στὴν πράξη τὰ μαθαίνουμε αὐτὰ, ὄχι μὲ τὰ λόγια. Τώρα τὰ λόγια ἔτσι ποὺ σᾶς τὰ λέω μπορεῖ νὰ σᾶς φαίνονται ὡραῖα νὰ χαιρόσαστε τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἀκοῦτε. Ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ πειρασμοῦ θὰ σᾶς χτυπήσει ὁ διάολος κάτω σὰν χταπόδι καὶ δὲν θὰ σᾶς μείνει τίποτα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω.

Τί θὰ σᾶς μείνει; Ὅ,τι βάλατε ἐσεῖς στὴν πράξη καὶ τὸ μάθατε ἐσεῖς προσωπικά. Αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ σᾶς τὸ μετακινήσει κανένας. Ἔτσι θὰ γνωρίσετε ἂν εἶναι ἀλήθεια ὅλα αὐτὰ καὶ ἔτσι γνωρίζουμε ὅλη τὴν ἀλήθεια τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτὰ ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Χριστὸς ἢ ὄχι. Ἀπὸ τὴν ζωὴ τους τὰ ἔχουν μάθει οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἔχουν κρατήσει μέχρι σήμερα. Ὄχι γιατί τοὺς τὰ λένε οἱ παπάδες καὶ οἱ καλόγεροι.

Οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι τὰ ζοῦνε καὶ μᾶς τὰ λένε. Τὸ τί ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦνε στὸν κόσμο δὲ μπορεῖ νὰ τὸ βάλει τὸ μυαλό σας. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι θέμα ζωῆς, γι’ αὐτὸ ὅλοι μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, δὲν εἶναι θέμα ἐξυπνάδας ἢ μόρφωσης ἢ γνώσεων. Γι' αὐτὸ ἔχουμε ἀγράμματους ποὺ εἶναι ἅγιοι. Δὲν ἔχουν βγάλει τὸ δημοτικὸ καὶ λέμε: “Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν” καὶ ἔχουμε μορφωμένους ποὺ δὲν ξέρουν τί λένε καὶ τί τοὺς γίνεται.

Ἁπλὰ πράγματα εἶναι, μὲ ἁπλὰ πράγματα θὰ πᾶμε στὸν Παράδεισο, καὶ μὲ ἁπλὰ πράγματα θὰ πᾶμε στὴν κόλαση.

Ἐρώτηση ἀπὸ τὸ κοινό:

Ἤθελα νὰ ρωτήσω: Λέμε αὐτὰ τὰ λόγια Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, ὅμως δὲν εἴμαστε συγκεντρωμένοι αὐτὴ τὴν ὥρα, ἁπλὰ λέμε τὰ λόγια. Δὲν τὰ πιστεύουμε πραγματικά;

π. Νίκων:

Τί γίνεται; Τὸ ὅτι δὲν πιστεύουμε πραγματικά, ὄχι δὲν εἶναι [θέμα], ἁπλὰ εἶναι λίγη ἡ πίστη μας. Ὅλα ἔχουνε κάποια μέτρα. Αὐξάνουνε. Ἔ!, στὴν ἀρχὴ εἴμαστε λίγο ταπεινοί, θὰ ἀγωνιζόμαστε, ταπεινωνόμαστε περισσότερο, περισσότερο, περισσότερο. Εἴμαστε λίγο ἐλεήμονες, ἔ, στὴν ἀρχὴ δίνουμε κάτι λίγο, βλέπουμε ὅτι βοηθήσαμε τὸν ἄλλον, χαιρόμαστε πιὸ πολύ, πιὸ πολύ, πιὸ πολύ. Νηστεύουμε στὴν ἀρχὴ λίγο, μετὰ περισσότερο, ὅλα αὐξάνουν, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ πίστη μας.

Μὴ σᾶς στεναχωρεῖ ὅτι ἡ πίστη σας κλονίζεται, ὅτι εἶναι λίγη. Ἐσεῖς αὐτὰ τὰ λίγα ποὺ πιστεύετε βάλτε τα στὴν πράξη, καὶ θὰ δεῖτε πάνω στὴν πράξη τέτοια πράγματα ποὺ θὰ αὐξηθεῖ ἡ πίστη σας. Θὰ δυναμώσει ἡ πίστη σας καὶ τότε θὰ κάνετε περισσότερα πράγματα. Καὶ θὰ αὐξηθεῖ ἀκόμα περισσότερο ἡ πίστη σας.

Τώρα ὅταν λέτε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με καὶ τὸ μυαλὸ φεύγει καὶ λέμε μόνο τὰ λόγια, δὲ πειράζει, εἶναι αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε. Κάντε το, νὰ γίνει μιὰ καλὴ συνήθεια. Καὶ θὰ δεῖτε ὅτι σιγὰ - σιγὰ θὰ διαπιστώσετε ὁρισμένα πράγματα. Σὰ κάτι ποὺ σᾶς εἶπα πιὸ μπροστά, ὅτι δὲ μπορεῖτε νὰ λέτε Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησέ με καὶ νὰ τσακώνεσαι μὲ τὸν ἄλλον.

Ὅταν τὸ βράδυ θὰ συγκεντρωθεῖς νὰ πεῖς μὲ τὴν ἡσυχία σου Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ τσακωμὸς θὰ σοῦ ἔρθει στὸ μυαλὸ. Δὲ μπορεῖς νὰ λὲς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, καὶ νὰ βλέπεις περιοδικὰ ποὺ δὲν πρέπει. Ὅταν σταθεῖς τὸ βράδυ νὰ πεῖς τὴν προσευχὴ πρὶν ξαπλώσεις, μιςὴ ὥρα, ἕνα τέταρτο, θὰ τὸ κανονίσεις αὐτὸ μὲ τὸν πνευματικό σου.

Δὲ μπορεῖς νὰ καθίσεις νὰ πεῖς τὴν εὐχὴ συγκεντρωμένος. Θὰ σοῦ φέρει στὸ μυαλὸ τὰ περιοδικὰ ποὺ εἶδες, ἡ ἴδια ἡ προσευχή. Θὰ σὲ μάθει πῶς νὰ ζεῖς, πῶς νὰ φέρεσαι, πῶς νὰ σκέπτεσαι. Γι' αὐτὸ ξεκινῆστε νὰ λέτε αὐτὸ τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Ἡ ἴδια ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς διδάξει πολλὰ ἄλλα ποὺ δὲν μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε τώρα.

Καὶ ὕστερα εἴμαστε καὶ Χριστιανοί, γι' αὐτὸ καὶ λέμε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, θὰ ἀκούσουμε καὶ κάτι ἄλλο ποὺ θὰ μᾶς ὠφελήσει. Νά, τώρα πῶς βρισκόμαστε ἐδῶ; θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Καὶ εἴμαστε μαζεμένοι σὰν μία οἰκογένεια καὶ λέμε αὐτὰ ποὺ λέμε. Ξεκινῆστε, κάποιοι ἀπό σᾶς, δὲ λένε: “τὸ ταξίδι γιὰ τὴν Κίνα ξεκινάει μὲ τὸ πρῶτο βῆμα”; Κάνετε τὸ πρῶτο βῆμα. Στὴν πράξη θὰ τὸ δεῖτε.



Ἐρώτηση ἀπὸ τὸ κοινό:

Φορᾶς σταυρό, κάνεις κομποσχοίνι, λὲς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, καὶ ἐπιμένουν ἀκόμα περισσότερο. Γίνεται αὐτὴ ἡ πρώτη φάση ποὺ εἴπατε: Σοῦ ἔρχεται ἡ ἰδέα, ἕνας λογισμὸς στὸ μυαλὸ -καὶ σὺ τὸ πολεμᾶς- τὴ διώχνεις ἀμέσως καὶ ἐπανέρχεται δριμύτερη ἀκόμα. Τί γίνεται;

π. Νίκων:

Τὸ νὰ ἐπανέρχεται δὲ μᾶς ἐνδιαφέρει. Τί σημασία ἔχει; Δὲ μᾶς ἐνοχλεῖ αὐτό, δὲν μᾶς πειράζει καθόλου αὐτὸ καὶ μὲ πιὸ ἁπαλὴ δύναμη νὰ ἔλθει καὶ μὲ περισσότερη δύναμη νὰ ἔλθει, ἐμεῖς θὰ τὸν διώχνουμε. Αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε ἐμεῖς εἶναι ἡ πάλη. Ἐὰν θὰ νικήσουμε τὸν λογισμὸ ἢ ὄχι, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.

Μᾶς νικάει ὁ θυμὸς ἐμεῖς πολεμᾶμε: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Κάποιος μᾶς νευριάζει. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Ὁ θυμὸς φουντώνει μέσα μας. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Δὲ νικᾶμε τὸν θυμό, δὲν πειράζει, θὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγώνα. Ἐὰν θὰ νικήσουμε τὸν θυμὸ ἢ ὄχι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται ὁ ἀγώνας ποὺ θὰ κάνουμε.

Λέει τὸ γεροντικὸ γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ἀπολλώ. Εἶχε τὸ πάθος τῆς ὀργῆς, τοῦ θυμοῦ. Δέκα τέσσερα χρόνια παρακαλοῦσε (λέει) τὸν Θεὸ νὰ πάρει ἀπὸ πάνω του αὐτὸ τὸ πάθος. Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια. Ὄχι ἕνα μήνα, ὄχι δύο μῆνες, ὄχι ἕνα χρόνο, δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια. Καὶ ἐμεῖς θέλουμε μόλις ξεκινᾶμε νὰ τὰ καταφέρουμε κι ὄλας; Δὲν θὰ ἀπογοητευόμαστε, δὲν θὰ τὸ βάζουμε κάτω. Θὰ κάνουμε τὸν διάβολο νὰ σκάσει. Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια καὶ τελικὰ ἔγινε αὐτὸ ποὺ παρακαλοῦσε.

Καὶ λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (προσέξτε το καὶ αὐτό), πολλὲς φορὲς παρακαλᾶμε τὸν καλὸ Θεὸ νὰ μᾶς δώσει κάτι καὶ προσευχόμαστε καὶ προσευχόμαστε καὶ δὲ μᾶς τὸ δίνει ὁ Θεός. Καὶ προσευχόμαστε καὶ ἐπιμένουμε στὴν προσευχὴ καὶ δὲ τὸ δίνει ὁ Θεός. Καὶ ἐμεῖς ποὺ ἐπιμένουμε στὴν προσευχὴ τελικὰ (λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης) ὁ Θεὸς μᾶς παραχωρεῖ, μᾶς χαρίζει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο προσευχόμαστε, καὶ ἔχουμε ὠφεληθεῖ περισσότερο ἀπὸ τὴν προσευχὴ ποὺ κάναμε παρὰ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κερδίσαμε. Πολλὲς φορὲς ἐπίτηδες ὁ Θεὸς δὲ στέλνει τὴν χάρη του γιὰ νὰ καταφέρουμε κάτι, γιὰ νὰ ἐπιμείνουμε στὸν ἀγώνα.

Αὐτὸ εἶναι ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ αὐτὸ θὰ κάνουμε, προσευχὴ καὶ προσοχὴ ὅσο μποροῦμε. Προσοχὴ καὶ προσευχή. Καὶ τὰ δύο. Ὄχι ἐνσυνείδητα νὰ μὴ προσέχουμε. Ἄλλο τὸ νὰ προσευχόμαστε καὶ τὸ μυαλὸ νὰ φεύγει καὶ νὰ τὸ ξαναμαζεύουμε, καὶ ἄλλο νὰ λέμε μὲ τὸ στόμα τὰ λόγια καὶ νὰ μὴ μᾶς ἐνδιαφέρει ποῦ γυρνάει τὸ μυαλό. Ὄχι, ἐκεῖ δὲ θὰ σωθοῦμε ποὺ φεύγει τὸ μυαλό.

Θὰ σωθοῦμε ὅταν φεύγει τὸ μυαλὸ καὶ ἐμεῖς τὸ ξαναμαζεύουμε, κι αὐτὸ ξαναφεύγει καὶ ἐμεῖς τὸ ξαναμαζεύουμε. Ὁ διάβολος δὲ θὰ σταματήσει νὰ μᾶς πολεμάει ποτέ. Λέει μία ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῆς θείας μεταλήψεως ποὺ τὶς διαβάζουμε πρὶν πᾶμε νὰ κοινωνήσουμε: “Πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ ναοῦ Σου παρέστηκα καὶ τῶν δεινῶν λογισμῶν οὐκ ἀφίσταμαι”. Ἔχω ἔλθει μπροστὰ στὴν ὡραία πύλη ἀνοίγω τὸ στόμα μου νὰ κοινωνήσω καὶ τὸ μυαλό μου δὲ καθαρίζει ἀπὸ τὶς σκέψεις.

Καὶ αὐτὰ τὰ λέει ἕνας ἅγιος!

Ἔ, τί! Θέλετε ἐσεῖς ἀποτελέσματα ἀπὸ τώρα ἀκόμα δὲ ξεκινήσαμε; “Πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ ναοῦ Σου παρέστηκα καὶ τῶν δεινῶν λογισμῶν οὐκ ἀφίσταμαι”. (Κι ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς λογισμοὺς δὲ γλυτώνω). Δὲν ἔχει σημασία, δὲν θὰ τὸ βάλουμε κάτω. Θὰ ἀγωνιστοῦμε. Γι' αὐτὸ ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος “στρατιώτη” τὸν Χριστιανὸ ποὺ ἀγωνίζεται.

Πόλεμος γίνεται. Ὁ διάολος τὰ ὅπλα του ἐμεῖς τὰ ὅπλα μας. Ὁ διάολος τὶς ἐπιθέσεις του ἐμεῖς τὶς δικές μας. Ποιανοῦ θὰ περάσει; Τὸ ἔχει χάσει τὸ παιχνίδι πρὸ πολλοῦ. Ἁπλῶς κοιτάει νὰ δεῖ πόσους περισσότερους μπορεῖ νὰ κερδίσει.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...