Thursday, October 17, 2013
Ὁ διάβολος στὸ μυαλὸ ( Γέρων Νίκων (Νέα Σκήτη) )
Ἡ πάλη μὲ τοὺς λογισμοὺς
Οἱ ἄνθρωποι σκέπτονται περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἀναπνέουν. Σὲ μία ἀναπνοὴ μποροῦμε νὰ κάνουμε χίλιες σκέψεις, καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ δὲν τὸ σκεπτόμαστε. Δὲ σκεπτόμαστε ὅτι οἱ σκέψεις ποὺ κάνουμε σχηματίζουν τὸν χαρακτήρα μας, διαμορφώνουν τὴν προσωπικότητά μας, οἱ σκέψεις ποὺ κάνουμε μᾶς δίνουν τὴν ταυτότητά μας καὶ παρουσιάζουν αὐτὸ ποὺ εἴμαστε, σὲ τέτοιο σημεῖο ποὺ ἕνας Ἀμερικανὸς φιλόσοφος λέει: “εἶστε αὐτὸ ποὺ σκέπτεστε”.
Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών μας, μποροῦμε μὲ τὶς σκέψεις μας γιὰ παράδειγμα νὰ ἀλλάξουμε τὸ μέλλον μας, τὸ μέλλον μας δὲν εἶναι δεδομένο, δὲν ὑπάρχει γραφτό, δὲν ὑπάρχει κισμέτ, ἐμεῖς θὰ ἀποφασίσουμε ποιὸ θὰ εἶναι τὸ μέλλον μας. Μὲ τὶς σκέψεις μας μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ τὸν Θεὸ νὰ ἀλλάξει τὸ μέλλον ποὺ εἶχε κατὰ νοῦ Του γιά μᾶς.
Ὅσο ἀπίστευτο καὶ νὰ ἀκούγεται αὐτό, ὅσο ἐξωφρενικὸ καὶ νὰ ἀκούγεται, εἶναι ἡ ἴδια ἡ διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τὸ βλέπουμε γιὰ παράδειγμα στὴν ἱστορία τοῦ Ἰωνᾶ καὶ τῆς Νινευί. Μία πόλη μεγάλη ἁμάρτησε, ὁ Θεὸς ἀποφασίζει νὰ καταστρέψει τὸν λαὸ αὐτό. “Νινευί καταστραφήσεται”.
Πῆρε μία ἀπόφαση, αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ μέλλον τῆς Νινευί. Πηγαίνει ὁ Ἰωνᾶς κηρύσσει μετάνοια καὶ μετανοοῦν οἱ Νινευίτες κι ἀλλάζει καὶ ὁ Θεὸς τὴν γνώμη Του. “Και μετενόησεν ὁ Θεός” λέει ἐπὶ λέξῃ ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ὅλος ὁ κόσμος σώθηκε. Τί μπορεῖ νὰ κάνει μία ἀλλαγὴ στὶς σκέψεις μας, πῶς προετοιμάζει τὸ μέλλον μας.
Νὰ κάνουμε μία διάκριση: Ἄλλο εἶναι ἡ σκέψη, ἄλλο εἶναι ὁ λογισμός. Πολλὲς φορὲς ταυτίζονται· λέμε μοῦ 'ρθε μία σκέψη ἔχω ἕναν λογισμό. Τὸ ἴδιο εἶναι, ἀλλὰ στὴν κυριολεξία ὁ λογισμὸς εἶναι ἡ σκέψη ποὺ ἐπιμένει, ὄχι μία σκέψη ποὺ πέρασε ἁπλῶς καὶ ἔφυγε.
Εἶναι μία σκέψη ποὺ ἔρχεται, ξανάρχεται, μᾶς ἐνοχλεῖ, ἐπιμένει, αὐτὴ τὴν σκέψη τὴν λέμε λογισμό. Καὶ εἶναι φοβερὴ ἡ δύναμή τους αὐτῶν τῶν λογισμῶν, αὐτῶν τῶν σκέψεων, ὄχι μόνο στὴ ζωή μας στὸ παρὸν ἢ στὸ μέλλον, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ στὸ σῶμα μας. Γιὰ παράδειγμα πῶς μπορεῖ μία σκέψη νὰ ἐπηρεάσει τὸ σῶμα μας:
Μία σκέψη, ἤμουνα σὲ ἕνα μοναστήρι, ἕνας πατέρας δὲν μποροῦσε μὲ τίποτα νὰ φάει ταχίνι, τοῦ ἄρεσε ὅμως ὁ χαλβάς. Καὶ ἔτρωγε καὶ ξετρελαινόταν. Καὶ ἕνας ἄλλος ἀπόρησε καὶ λέει: “καλὰ πῶς γίνεται ἐσένα ποὺ δὲ σοῦ ἀρέσει τὸ ταχίνι νὰ σοῦ ἀρέσει ὁ χαλβάς”; Καὶ λέει ὁ πατέρας αὐτός: “Γιατί, τί σχέση ἔχει ὁ χαλβὰς μὲ τὸ ταχίνι;” “Μὰ ὁ χαλβὰς ἀπὸ τὸ ταχίνι φιάχνεται!” Μόλις τὸ ἄκουσε αὐτό, ἄρχισε νὰ κάνει ἐμετό. Πῶς ἡ σκέψη ἐπέδρασε στὸ σῶμα!
Εἶναι ἕνας ψυχίατρος στὴν Ἀθήνα, πολὺ καλός, πνευματικοπαίδι ἑνὸς πολὺ γνωστοῦ ἀρχιμανδίτου, ὁ ὁποῖος εἶχε μία κυρία μὲ ἕνα τρομερὸ ψυχολογικὸ πρόβλημα. Χάριν ἐκείνης φέρνει κάτι δύσκολα χάπια, σπάνια, πανάκριβα ἀπὸ τὴν Ὁλλανδία, τῆς τὸ ἐξήγησε: “Πρόσεξέ τα, ἐφάρμοσε ἀκριβῶς αὐτὰ ποὺ θὰ σοῦ πῶ. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξαναβροῦμε, δὲν εἶναι θέμα χρημάτων, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ ξαναβροῦμε, θὰ τὰ πάρεις ἔτσι κι ἔτσι κι ἔτσι.”
Ἐκείνη τὸν εὐχαρίστησε συγκινημένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ ἰατροῦ ποὺ ἐνδιαφέρθηκε γιὰ ἐκείνη τόσο πολύ, εἰδικὰ γιὰ τὴν περίπτωσή της, πῆρε τὰ χάπια ἀκριβῶς ὅπως τῆς εἶπε ὁ γιατρός, καὶ ἔγινε καλά. Ἔγινε καλὰ καὶ δόξασε καὶ τὸν Θεὸ καὶ πῆγε νὰ εὐχαριστήσει καὶ τὸν γιατρὸ γιατί ἡ ἀσθένεια αὐτὴ τὴν βασάνιζε πάνω ἀπὸ 10 χρόνια, καὶ χάρις σὲ αὐτὰ τὰ χάπια ἔγινε καλά. Ποιὸ εἶναι τὸ θέμα; Ὅτι αὐτὰ τὰ χάπια ἤτανε ἁπλὲς καραμέλες. Δὲν ἤτανε χάπια, βλέπετε τί κάνει ἡ σκέψη;
Βλέπετε πόσο ἐπιδρᾶ στὸ σῶμα ἡ σκέψη; Τὸ ἀτύχημα εἶναι ὅτι δὲν ἐπιδρᾶ πάντα θετικὰ σὰν τὴν περίπτωση αὐτήν. Νὰ σᾶς πῶ ἕνα ἄλλο περιστατικό, πέρα γιὰ πέρα ἐξωφρενικὸ καὶ πέρα γιὰ πέρα ἀληθινό, μετὰ ἂν θέλετε νὰ σᾶς πῶ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ γιατροῦ.
Λέει ὁ γιατρός: Κάποιος συγγενής μου πῆγε σὲ μία κρυσταλλοσκόπο, ἡ ὁποία τοῦ εἶπε ὅτι ἡ καρδιά του ἔχει πρόβλημα, καὶ θὰ πέθαινε στὴν ἑπόμενη πανσέληνο. Ὁ συγγενής μου ἦταν εὐτυχισμένος, ὑγιής, γεμάτος ζωντάνια. Ἀλλὰ εἶχε μεγάλη ἐμπιστοσύνη σὲ αὐτὴ τὴν κρυσταλλοσκόπο ἡ ὁποία εἶχε μεγάλη φήμη. Ἔβλεπε ἕνα κρύσταλλο καὶ ἔλεγε τί ἐπρόκειτο νὰ συμβεῖ στὸν κάθε ἄνθρωπο. Καὶ πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ βγαίνανε ἀληθινὰ κι εἶχε κερδίσει τὴν ἐμπιστοσύνη του. Ἡ τελευταία τώρα τοῦ ἔκανε μία τελευταία ὑποβολὴ καὶ ἐκεῖνος δέχθηκε τὸν λογισμό.
Τρομοκρατήθηκε καὶ τὸ μυαλὸ του κόλλησε σὲ μία σκέψη ὅτι πρόκειτο νὰ πεθάνει κατὰ τὴν ἑπόμενη Πανσέληνο, ἄρχισε μάλιστα λέει νὰ μιλᾶ σὲ ὅλους, ἑτοίμασε τὰ κληρονομικά του, ἔκανε καὶ τὴν διαθήκη του κι ἡ φοβερὴ αὐτὴ ὑποβολὴ πραγματοποιήθηκε ἐπειδὴ τὴν πίστεψε ἀπόλυτα. Πέθανε, πέθανε χωρὶς νὰ ἔχει τίποτα! Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμη τῶν λογισμῶν καὶ γιὰ τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ κακό.
Οἱ λογισμοὶ εἶναι τριῶν εἰδῶν νὰ τοὺς ξεχωρίσουμε: Εἶναι οἱ λογισμοὶ οἱ δικοί μας, οἱ σκέψεις οἱ δικές μας, αὐτὲς ποὺ κάνει τὸ ἀνθρώπινο μυαλό. Εἶναι οἱ λογισμοί, οἱ σκέψεις ποὺ μᾶς φέρνει ὁ διάβολος. Λέμε γιὰ παράδειγμα: “Μοῦ 'ρθε μία σκέψη” Δὲν φαντάζεται κανεὶς πόσο κυριολεκτεῖ πολλὲς φορὲς ὅταν λέει αὐτὴ τὴν φράση. Πραγματικά σοῦ 'ρθε, πραγματικὰ κάποιος στὴν ἔφερε.
Ὁ διάβολος εἶναι πνεῦμα καὶ σὰν πνεῦμα ποὺ εἶναι, μπορεῖ καὶ ἀκουμπάει μέσα στὸ μυαλό μας σκέψεις. Εἶναι λοιπὸν σκέψεις δικές μας ποὺ μποροῦμε καὶ τὶς κάνουμε ἐμεῖς, σκέψεις ποὺ τὶς κάνει ὁ διάβολος, καὶ σκέψεις - λογισμοὶ ποὺ τοὺς στέλνει ὁ καλὸς Θεός. Πῶς θὰ μπορέσουμε τώρα νὰ τοὺς ξεχωρίσουμε, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὶς δικές μας σκέψεις καὶ τὶς σκέψεις ποὺ μᾶς στέλνει ὁ Θεὸς καὶ νὰ ἀπορρίψουμε τὶς σκέψεις ποὺ μᾶς στέλνει ὁ διάβολος;
Πῶς θὰ κάνουμε αὐτὴ τὴ διάκριση στοὺς συλλογισμούς; Εἶναι πολὺ ἁπλό, δὲ μποροῦμε νὰ τὴν κάνουμε, μὲ τίποτα δὲ μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε ποιὲς εἶναι οἱ σκέψεις οἱ δικές μας, ποιὲς εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ποιὲς εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο. Χρειάζεται μεγάλη ἐξάσκηση, χρειάζεται μεγάλος ἀγώνας, οἱ Πατέρες τῆς ἐκκλησίας λένε ὅτι τὸ χάρισμα τῆς διακρίσεως τῶν λογισμῶν εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀρετή.
Τότε λοιπὸν πῶς θὰ δεχθοῦμε τοὺς λογισμοὺς τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ ζήσουμε καὶ πῶς θὰ ἀπορρίψουμε τοὺς λογισμοὺς τοὺς κακούς τοὺς δικούς μας ἢ τοῦ διαβόλου γιὰ νὰ μὴ χαθοῦμε; Γενικὰ δεχόμαστε τοὺς καλοὺς λογισμοὺς καὶ ἀπορρίπτουμε τοὺς κακούς.
Φαίνεται ἁπλό, δὲν εἶναι. Διότι ἀμέσως προκύπτουν δύο προβλήματα:
Πρῶτον, πῶς ἀντιμετωπίζεται καὶ ἀπορρίπτεται ἕνας κακὸς λογισμός, καὶ
Δεύτερον ὅταν ἕναν καλὸ λογισμό μᾶς τὸν φέρνει ὁ διάβολος; Πῶς θὰ ξέρουμε ὅτι εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο γιὰ νὰ τὸν ἀπορρίψουμε;
Γιατί ὅλοι ξέρουμε, πέρασε ὁ καιρὸς ποὺ ὁ διάβολος ἐρχότανε μὲ κέρατα καὶ οὐρά, τώρα ἔχει μεταλλαχθεῖ, ξέρει νὰ μεταμφιέζεται, ἔρχεται σὰν μία ὡραία ἰδέα, σὰν ἕνας ἄνθρωπος μὲ χαρίσματα, σὰν πολιτικὸς μὲ εὐγλωττία, σὰν ἕνας ἐκκλησιαστικὸς ποὺ θὰ σὲ συναρπάσει μὲ τὶς ὁμιλίες του.
Πῶς θὰ καταλάβουμε ὅτι πίσω του σὲ μία τέτοια περίπτωση βρίσκεται ὁ διάβολος. Ὅταν ὁ λογισμὸς εἶναι κακὸς ἐντάξει τὸν ἀπορρίπτουμε, ὅταν ὅμως ἔρχεται ἔτσι σὰν καλὴ σκέψη; Καὶ εἶναι ἀπὸ τὸν διάβολο; Τί θὰ κάνουμε; Γιατί λέει καὶ ἡ Ἁγία Γραφή: (ἔστιν ὁδός, ἢ δοκεῖ παρὰ ἀνθρώποις ὀρθὴ εἶναι, τὰ δὲ τελευταῖα αὐτῆς ἔρχεται εἰς πυθμένα ἅδου )“ Ἔστιν ὀδαὶ ἔτι δοκοῦσαι ἀγαθαὶ τὰ δὲ ἔσχατα αὐτῶν εἰς πυθμένα Ἅδου”.
Φαίνονται δρόμοι ποὺ τοὺς ξεκινᾶς καὶ εἶναι ὡραῖο καὶ καλὸ καὶ στὸ τέλος σὲ περιμένει ὁ θάνατος. Πῶς θὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ ὥστε νὰ μὴν ξεκινήσουμε αὐτὸν τὸν καλὸ δρόμο, ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸν θάνατο; Γιὰ τὸ πρῶτο, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε καὶ θὰ ἀπορρίψουμε ἕναν κακὸ λογισμό, θὰ σᾶς δώσω ἕνα μικρὸ σχέδιο, ἕνα σχέδιο ἐξέλιξης τοῦ λογισμοῦ, ποὺ εἶναι ἁπλὸ γιὰ νὰ μπορεῖτε νὰ τὸ θυμάστε.
Ὁ κάθε λογισμὸς ἔχει μία ἐξέλιξη. Γιὰ παράδειγμα, περνᾶμε ἔξω ἀπὸ ἕνα πορνεῖο, ἢ βλέπουμε ἕνα πορτοφόλι, μᾶς ἔρχεται ὁ λογισμός, ἔμπα ἢ πάρ' το. Αὐτὸ τὸ στάδιο τῆς σκέψης τοῦ λογισμοῦ λέγεται προσβολή. Μᾶς προσβάλει, ἐπιτίθεται, μᾶς χτυπάει. Ἐσὺ τὴν ἀπορρίπτεις τὴν σκέψη, λές: ὄχι δὲν θὰ μπῶ. Δὲ θὰ τὸ βάλω στὴν τσέπη μου τὸ πορτοφόλι ποὺ βρῆκα. Ὁ λογισμὸς ξανὰ ἐπιμένει, ἔμπα νὰ δεῖς πῶς εἶναι, μπορεῖ νὰ 'ναι καμιὰ καλή. Τὸ πορτοφόλι φαίνεται φουσκωμένο, δὲ θὰ ἔχασε καὶ πολλὰ αὐτὸς ποὺ τὸ ἔχασε. Φαίνεται νὰ τὰ 'χει. Ξαναδιώχνεις τὸ λογισμό, θὰ πεῖς: ὄχι. Ξανάρχεται ὁ λογισμός. Τὸ πρῶτο ἦταν ἡ προσβολή. Δὲν ἔχουμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εὐθύνη γιὰ αὐτὴ τὴν ἄσχημη σκέψη ὅσο ἁμαρτωλὴ καὶ νὰ εἶναι γιὰ αὐτὸν τὸν ἄσχημο λογισμό. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ἀθῶοι. Μετὰ ὁ λογισμὸς ἔρχεται - τὸν διώχνουμε, ἔρχεται - τὸν διώχνουμε.
Τὸ δεύτερο στάδιο, εἶναι ἡ πάλη. Παλεύουμε μὲ τὸν λογισμό, γιὰ τὸ πρῶτο δὲν εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ τὴν προσβολή, γιὰ τὴν πάλη ὄχι μόνο δὲν εἴμαστε ὑπεύθυνοι ἀλλὰ θὰ στεφανωθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό. Θὰ πάρουμε μισθὸ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐπειδὴ παλεύουμε διώχνουμε τὸν λογισμό, κάτι ποὺ πολλὲς φορὲς εἶναι ἐπώδυνο γιά μᾶς, γιατί θέλουμε νὰ κάνουμε αὐτὸ ποὺ μᾶς σπρώχνει ἡ ἐπιθυμία μας καὶ μᾶς τραβάει ὁ λογισμὸς καὶ ἐμεῖς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ τὸ κάνουμε. Θὰ 'χουμε μισθὸ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν πάλη θὰ σωθοῦμε.
Ἐὰν τώρα ἀρχίσουμε μέσα στὸ μυαλό μας νὰ τὸ συζητᾶμε καὶ νὰ λέμε: Ἐντάξει θὰ μπῶ, νὰ τὴν δῶ μπορεῖ νὰ 'ναι καμιὰ καλή, δὲ θὰ κάνω τίποτα νὰ δῶ ἁπλῶς πῶς εἶναι καὶ θὰ βγῶ, ἢ θὰ πάρω τὸ πορτοφόλι καὶ θὰ κάνω καὶ καμιὰ ἐλεημοσύνη, πολλὰ ἔχει μέσα, θὰ κρατήσω κάτι λίγα, θὰ κάνω καὶ ἕνα καλό.
Προσέξετε ἀπὸ αὐτὸ τὸ στάδιο καὶ μετὰ ἀρχίζει ἡ ἐνοχή μας. Δὲν εἴμαστε ἀκόμα ἔνοχοι, ἀρχίζει ἡ ἐνοχή, λέγεται συνδυασμός, προσπαθοῦμε νὰ μπαλώσουμε τὰ πράγματα, προσπαθοῦμε νὰ δικαιολογήσουμε τὰ πράγματα, ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ ἐνοχή μας. Ἡ ἀρχή, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ποῦμε: “Θὰ μπῶ”, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ποῦμε: “Τὸ πῆρα καὶ τὸ ἔβαλα στὴν τσέπη”, τελείωσε ἡ ἱστορία. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἴμαστε ἔνοχοι.
Δὲν ἔχει σημασία ἂν δὲν μποῦμε μέσα ἂν μποῦμε ἢ ἂν θὰ τὸ πάρουμε ἢ ὄχι. Αὐτὸ πιὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐξωτερικοὺς παράγοντες. Μπορεῖ νὰ περάσει κάποιος, νὰ μᾶς δεῖ, μᾶς βλέπει, νὰ ντραποῦμε καὶ νὰ φύγουμε. Νὰ μὴ μποῦμε στὸ πορνεῖο. Δὲν ἔχει σημασία, τὸ κακὸ μέσα στὸ μυαλὸ μας ἔχει γίνει. Αὐτὰ εἶναι τὰ τέσσερα στάδια τοῦ λογισμοῦ, ἡ προσβολή, ἡ πάλη, ὁ συνδυασμὸς καὶ ἡ συγκατάθεση.
Ἀπὸ τὴν συγκατάθεση ξεκινᾶνε ὅλα, δὲν ὑπάρχει κακὸ ποὺ κάνετε, ποὺ κάνουμε, ἐὰν δὲν ἔχουμε συμφωνήσει πρῶτα μέσα στὸ μυαλό μας νὰ τὸ κάνουμε, ἂν δὲν ἔχουμε συγκατατεθεῖ νὰ τὸ κάνουμε. Λίγα εἶναι τὰ κακά, λίγα εἶναι τὰ ἐγκλήματα, λίγες εἶναι οἱ ἁμαρτίες ποὺ κάνουμε ἀπὸ ἀπροσεξία ἐπειδὴ ἤμασταν ἀφηρημένοι, ἐπειδὴ μᾶς βρῆκε ὁ διάβολος ἀπρόσεκτους. Τὶς περισσότερες φορὲς ἔχουμε συμφωνήσει μέσα μας νὰ κάνουμε τὸ κακὸ καὶ τὸ κάνουμε.
Ἐὰν λοιπὸν δὲν γίνει μέσα μας τὸ κακὸ δὲ θὰ γίνει ποτὲ οὔτε ἔξω μας. Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ Χριστὸς ὅταν ἔλεγε, ὅτι ὅποιος δεῖ γυναίκα «τοῦ ἐπιθυμῆσαι αὐτήν, ἤδη ἐμοίχευσε αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ». Γι’ αὐτὸ λέει στὴ Γραφὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ: “ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἀνθρωποκτόνος ἐστι” αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του τὸν ἔχει σκοτώσει μέσα του. Θὰ κριθεῖ σὰ δολοφόνος, καὶ μιλᾶνε οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας περὶ τοῦ φθόνου τοῦ δυνάμει φόνου.
Ὅταν φθονεῖς κάποιον, ὅταν ζηλεύεις κάποιον, ἤδη μέσα σου τὸν ἔχεις σκοτώσει, εἶναι ἐν δυνάμει φόνος. Γι’ αὐτὸ ἐπέμενε ὁ Χριστός, καθαρίστε πρῶτα τὸ μέσα τοῦ ποτηριοῦ καὶ θὰ 'ναι καθαρὸ καὶ τὸ ἀπέξω. Διαφορετικὰ ὅσο καλοὶ καὶ νὰ φαινόμαστε ἀπέξω λέει, θὰ 'σαστε σὰ τοὺς τάφους, ποὺ λάμπουνε, ἀστράφτουν ἀπὸ τὰ μάρμαρα ἀπ' ἔξω καὶ ἀπὸ μέσα εἶναι σκουλήκια κόκκαλα καὶ ἀράχνες.
Γὶ αὐτὸ δίνουμε τόση μεγάλη σημασία στοὺς λογισμούς. Εἴπαμε τὰ στάδια τοῦ λογισμοῦ, εἶναι τέσσερα. Θὰ ποῦμε καὶ τέσσερις τρόπους ἀντιμετώπισης. Αὐτὰ ὅλα μπορεῖ νὰ διανθιστοῦνε καὶ νὰ διακλαδωθοῦνε. Μένουμε ἁπλῶς σὲ ἕνα σκελετὸ καὶ αὐτὰ ποὺ λέμε εἶναι ἐντελῶς τηλεγραφικά. Ἁπλῶς ἕνα σχεδιάγραμμα γιὰ νὰ μποροῦμε νὰ τὸ θυμόμαστε, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸν λογισμό. Τὸν ἀποκρούουμε ἐξ ἀρχῆς. Νὰ μὴν ἀφήνουμε εὐκαιρία νὰ πιάσει ρίζα μέσα μας. Μόλις μᾶς ἔλθει ὁ λογισμὸς τὸν διώχνουμε ἀμέσως ὅταν φαίνεται ὅτι εἶναι κακός. Ὅταν ξέρεις ὅτι εἶναι κακός, διώξετον ἀμέσως. Πρὶν δυναμώσει μέσα σου. Εἶναι σὰν νὰ ξέρεις ὅτι ἔρχεται τώρα κάποιος δολοφόνος νὰ σὲ σκοτώσει καὶ χτυπᾶ τὴν ἐξώπορτα τοῦ κήπου, τὴν ἐξώπορτα τοῦ σπιτιοῦ. Ἐὰν δὲν τοῦ ἀνοίξεις, εἶναι πολὺ μακρυά. Εἶσαι ἀσφαλισμένος. Ἂν τὸν ἀφήσεις νὰ περάσει τὴν ἐξώπορτα καὶ ἀρχίσει νὰ χτυπᾶ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ, ἔχει πλησιάσει πιὸ πολύ.
Τώρα γιὰ νὰ τὸν διώξεις πρέπει νὰ τὸν βγάλεις καὶ ἀπὸ τὴν αὐλή. Ἂν τοῦ ἀνοίξεις καὶ τὴν πόρτα κι ἀνέβει ἐπάνω κι ἀρχίσει νὰ χτυπᾶ τὴν πόρτα τοῦ δωματίου ποὺ εἶσαι, ἀπὸ κεῖ καὶ μετὰ εἶναι ἀκόμα πιὸ δύσκολο νὰ τὸν βγάλεις ἔξω. Ἂν τοῦ ἀνοίξεις καὶ τὴν πόρτα καὶ ἀρχίσεις νὰ παλεύεις ἀκόμα πιὸ δύσκολο.
Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ μία ἀρρώστια. Σοὺ λέει ὁ γιατρός: Εἶσαι στὴν ἀρχὴ τῆς ἀρρώστιας σου, πάρε αὐτὰ τὰ χάπια, μία μικρὴ θεραπεία. Κάνεις ὑπακοὴ σώζεσαι. Δὲν κάνεις; Χειροτερεύεις, θὰ χρειαστεῖς περισσότερα χάπια, περισσότερη ἀντιβίωση περισσότερη θεραπεία. Δὲ θὰ τὴν κάνεις καὶ αὐτή; Θὰ φτάσεις στὴν ἐγχείρηση. Δὲν ξέρεις ἂν θὰ ζήσεις στὸ τέλος. Γι' αὐτὸ ἐξ ἀρχῆς ὅταν ξέρουμε ὅτι κάτι εἶναι κακὸ δὲν ἔχουμε δικαιολογία, τὸ διώχνουμε ἀμέσως. Δὲν σκεπτόμαστε ἄσχημα, δὲν δεχόμαστε κακοὺς συλλογισμούς, κακὲς σκέψεις.
Ναί, ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι, πῶς θὰ γίνει;
Κοιτάξτε, θέλει ἐξάσκηση. Ὅπως τὰ μαθαίνουμε ὅλα, μὲ ἐξάσκηση, μὲ ἐπιμονή, λίγο λίγο. Νὰ μάθουμε νὰ εἴμαστε ξύπνιοι νὰ μὴν εἴμαστε ἀφηρημένοι. Μᾶς μιλάει κάποιος. Τί μᾶς λέει τώρα; Νὰ προσέχουμε! Φεύγει τὸ μυαλό μας; Νὰ τὸ ξαναφέρουμε. Ξεχάστηκα, ἔχασα κάτι ποὺ εἶπε. Ὅπου εἶναι τὸ σῶμα μας νὰ εἶναι καὶ τὸ μυαλό μας. Ὄχι νὰ 'ναι ἀλλοῦ τὸ σῶμα, ἀλλοῦ ἐμεῖς, κι ἀλλοῦ τὸ μυαλό.
Ἦταν ἕνας κομμουνιστής, φανατικός. Τοῦ εἴχανε σκοτώσει οἱ δεξιοὶ μάνα, πατέρα, τοῦ 'χανε βιάσει τὴν ἀδελφούλα του 9 χρονῶν, τὴν ἐσφάξανε μετά, ἐσφάξανε τὰ ἀδέλφια του... “Το ὄνειρό μου ἤτανε (λέει) νὰ σκοτώσω ἕνα χωροφύλακα καὶ μετὰ ἂς πεθάνω, νὰ μὴν πεθάνω ἂν δὲ σκοτώσω ἕναν χωροφύλακα, ἕναν ἀστυνόμο”.
Τρεπτὰ τὰ ἀνθρώπινα, ἄλλαξαν τὰ πράγματα, γίνεται πιστὸς χριστιανός. Γίνεται μοναχός, ἔρχεται στὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ σῶμα, ἦρθε, τὸ μυαλό; “Ποῦ ἤμασταν σήμερα ἀγόρι μου;” τόνε ρώταγε ὁ Γέροντάς του. “Ἄχ, νὰ Γέροντα, ἤμασταν μὲ τὸν Λένιν καὶ τὴν Κρούπσκαγια, τὴν γυναίκα τοῦ Λένιν καὶ κηρύσσαμε τὰ ἰδεώδη τοῦ κομουνισμοῦ στὸ τάδε μέρος”. Γέλαγε ὁ γέροντας. “Λέγε τὴν εὐχὴ παιδί μου: Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησέ με”, νὰ μαζεύεται τὸ μυαλό.
Μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα: “Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου; ποῦ εἶναι τὸ μυαλό;” “-Ἔ, νὰ Γέροντα, εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα, διορθώνουμε τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνουν αὐτά, σ' αὐτὴ τὴν σύναξη τῶν ἀριστερῶν ποὺ ἔγινε ἐκεῖ, ἔπρεπε νὰ πάρουν ἄλλες ἀποφάσεις”. Γέλαγε ὁ Γέροντας.
Μετὰ ἀπὸ λίγο: “Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου;” “-Ἄ! γέροντα στὴν Οὐρανούπολη ἔχουμε φτάσει”.
“-Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου;” “-Ἄ! Γέροντα, ἡ Ἐπιστασία δὲν ἔκανε σωστὰ ποὺ πῆρε αὐτὴ τὴν ἀποφαση”.
Τὸ μυαλὸ εἶχε ἀρχίσει καὶ εἶχε μπεῖ στὸ ὄρος. Τὰ μοναστήρια ἔπρεπε νὰ σκεφθοῦν διαφορετικά, διόρθωνε τὸ Ὄρος τώρα, τακτοποιοῦσε τὰ τοῦ Ὄρους.
Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό: “Πῶς πᾶμε ἀγόρι μου;” “-Ἔ! Νά, ἐδῶ στὴν Σκήτη τριγυρνᾶμε Γέροντα”.
Σιγὰ – σιγά. Δὲν μποροῦμε νὰ μαζέψουμε ξαφνικὰ τὸ μυαλό μας, καὶ νὰ εἶναι στὴν θέση του.
Ὅταν μία ὁλόκληρη ζωὴ τὸ ἔχουμε μάθει νὰ φεύγει καὶ ὅταν τὸ ἀφήνουμε συνέχεια νὰ φεύγει, γίνεται συνήθεια, κι ὅταν θὰ 'ρθει ἡ ὥρα στὴν προσευχή, ἢ ὅταν θὰ πρέπει νὰ κάνουμε μία πνευματικὴ ἐργασία, νὰ χρειαστεῖ νὰ διαβάσουμε κάτι καὶ νὰ μᾶς μείνουνε αὐτὰ ποὺ θὰ διαβάσουμε, θὰ πρέπει νὰ τὰ προσέξουμε. Ἔ! Δὲν συμμαζεύεται αὐτὴ τὴν ὥρα τὸ μυαλὸ ὅταν ὅλη τὴν ἡμέρα γυρνάει καὶ μαζεύει σαβούρα καὶ σκουπίδια.
Γι’ αὐτὸ σιγὰ - σιγὰ ἀπὸ τὸ πρωὶ ποὺ ξεκινᾶ, τὸ μυαλὸ στὴν θέση του. Ποῦ εἶμαι; Εἶμαι ἐδῶ. Τί κάνω; Κάνω αὐτὴ τὴ δουλειά. Εἶναι σημαντικὸ ποὺ τραβᾶς τὸ μυαλὸ στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα. Καὶ γίνεται ἐξάσκηση καὶ γίνεται συνήθεια καὶ τελικὰ μαθαίνει τὸ μυαλό. Αὐτὰ εἶναι πράγματα ποὺ τὰ ξέρουμε. Τὰ ζοῦμε καὶ ξέρουμε ὅτι εἶναι ἔτσι. Καὶ εἶναι τόσο ἁπλὰ ποὺ μπορεῖτε καὶ ἐσεῖς νὰ τὰ διαπιστώσετε ὅτι εἶναι ἔτσι.
Ναὶ, ἀλλὰ τί θὰ σκεφτόμαστε; Τὸ μυαλὸ δὲ μπορεῖ νὰ μένει ἄδειο. Κάτι πρέπει νὰ σκέπτεται. Δὲ μποροῦμε νὰ σκεπτόμαστε τώρα συνέχεια αὐτὸ τὸ φύλο χαρτιοῦ. Κάτι πρέπει νὰ σκεφτόμαστε. Τί θὰ κάνουμε; Ἁπλούστατα δὲ θὰ γεμίζουμε τὸ μυαλὸ μὲ χίλια δύο.
Δὲ μπορεῖ τὸ μυαλὸ νὰ μένει ἀκίνητο, δὲ μπορεῖ νὰ μένει ἀργό. Θέλει κάτι νὰ σκέπτεται, Ὑπάρχει μία ἰνδικὴ παροιμία, γιὰ τὸ πῶς θὰ σκεπτόμαστε μόνο καλά: Ἐὰν μέσα σὲ ἕνα δωμάτιο βάλεις ἕναν ἐλέφαντα, δὲ χωράει τίποτα ἄλλο. Ὑπερβολὴ ἀλλὰ πολὺ χαρακτηριστική. Λένε οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας: Μελέτα καλὰ γιὰ νὰ μὴν μελετήσεις κακά. Σκέψου καλὰ γιὰ νὰ μὴν σκέπτεσαι κακά. Δὲς καλὰ γιὰ νὰ μὴν βλέπεις ἄσχημα. Ἄκουγε καλὰ γιὰ νὰ μὴν ἀκοῦς ἄσχημα. Δὲ μπορεῖ τὸ μυαλὸ νὰ μένει ἀκίνητο. Θέλει τροφή, δουλεύει. Θὰ τοῦ δώσεις καλά, γιὰ νὰ μὴ μένει χῶρος γιὰ ἄσχημα. Αὐτὸς εἶναι ὁ δεύτερος τρόπος. Λέει δὲ μία εὐχὴ στὴν Θεία Μετάληψη ποὺ τὴν διαβάζουμε πρὶν κοινωνήσουμε: “θᾶψον μου διὰ τῶν ἀγαθῶν λογισμῶν τὰ πονηρὰ διαβούλια”.
Δὲ μπορεῖ νὰ μείνει τὸ μυαλὸ ἀκίνητο. Μὲ ἀγαθοὺς λογισμοὺς θὰ θάβουμε τοὺς λογισμοὺς τοῦ πονηροῦ, θὰ τοὺς πετᾶμε, δὲ θὰ τοὺς ἀφήνουμε νὰ χωρέσουνε.
Ὁ πρῶτος τρόπος ἦταν ἡ ἀπόκρουση, μιᾶς ἐξ ἀρχῆς.
Ὁ δεύτερος νὰ μὴν ἀφήνουμε χῶρο.
Ὁ τρίτος νὰ ἀποφεύγουμε τὶς αἰτίες ποὺ γεννᾶνε τοὺς συλλογισμούς.
Κοιτάξτε, δὲ μποροῦμε νὰ λέμε ὅτι δὲ θὰ σκέπτομαι πορνικά, σαρκικὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ νὰ κοιτᾶμε τσόντες. Καὶ νὰ χαζεύουμε στὰ περίπτερα καὶ νὰ κοιτᾶμε τηλεόραση, σὲ ὧρες ποὺ ξέρουμε τί θὰ δοῦμε, καὶ μετὰ νὰ λέμε θὰ κρατᾶμε τὸ μυαλὸ καθαρό. Θὰ ἀποφεύγουμε τὶς αἰτίες ποὺ γεννᾶνε τοὺς ἄσχημους λογισμούς, ποὺ μᾶς κυριαρχοῦνε καὶ ἐμεῖς θέλουμε νὰ τοὺς διώξουμε.
Δὲ μπορεῖς νὰ λές: Δὲ θὰ σκέπτομαι ἄσχημα, θὰ σκέπτομαι καλά, ὅταν ἀκοῦς ἄσχημα τραγούδια. Θὰ κολλήσουν μέσα στὸ μυαλό σου. Θὰ ἀποφεύγεις ἀπὸ τοὺς χώρους ποὺ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ. Λέει κάτι ὡραῖο ἡ Γραφὴ στὴν περίπτωση τῶν Σοδόμων καὶ Γομόρων ποὺ εἶπε ὁ Θεὸς στὸν Λώτ, φύγε ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα. Δὲ τοῦ εἶπε μόνο “φύγε ἀπὸ τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορα”. “Μακρυά! (τοῦ λέει), νὰ ἀνεβεῖς ἀπάνω στὰ βουνά! οὔτε στὰ περίχωρα, γιὰ νὰ σωθεῖς”.
Εἶχε πάει ἕνα ναρκομανάκι στὸν πατέρα Παϊσιο καὶ τοῦ λέει: "τί νὰ σοῦ κάνω ρέ, εἶσαι σὰν αὐτὸν ποὺ θέλει νὰ κόψει τὸ τσιγάρο καὶ γυρνᾶς γύρω-γύρω ἀπὸ τὸ περίπτερο", δὲ θὰ πάρει μία δὲ θὰ πάρει δυὸ τὴν τρίτη θὰ πάρει. Θὰ φεύγεις καὶ ἀπὸ τοὺς τόπους ποὺ θὰ γεννᾶνε τὸ κακὸ σὲ σένα, ὄχι μόνο νὰ προσέχεις τοὺς λογισμούς.
Λένε οἱ πατέρες, "Φεῦγε καὶ σώζου". Ὅταν ἤμουνα φοιτητὴς ἑτοιμαζόμασταν νὰ πᾶμε νὰ δοῦμε ἕνα ἔργο, αἰσχρό. Λέω σὲ κάποιον ἄλλονε. “Θάρθεις;” Μοῦ λέει: “-Ὁ Χριστὸς θὰ πήγαινε;” “-τί εἶπες;” τοῦ λέω. “-Νά, ὅταν θέλω νὰ πάω κάπου, λέω: Θὰ πήγαινε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ ποὺ θέλω νὰ πάω; καὶ βλέπω. Ἂν ἡ συνειδησή μου θὰ πήγαινε, πηγαίνω καὶ ἐγώ”. Εἶχα μείνει κόκκαλο, εἶχε βρεῖ ἕνα τρόπο γιὰ νὰ ἀποφεύγει τοὺς τόπους ποὺ εἶχαν τὶς παγίδες.
Εἶναι ἁπλὰ τὰ πράγματα, ἁπλῶς θὰ τὰ μάθουμε, θὰ τὰ θυμόμαστε καὶ θὰ τὰ βάλουμε στὴν πράξη. Αὐτὸς εἶναι, ὁ τρίτος τρόπος: Ἡ ἀποφυγὴ τῶν αἰτιῶν.
Κοιτάξτε τώρα: “Θέλουμε”, εἶναι τὸ πρόβλημα, “ἀλλὰ δὲν μποροῦμε”. Θέλουμε νὰ ἀποκρούουμε ἀμέσως τὸν λογισμό, ἀλλὰ δὲν μποροῦμε. Θέλουμε νὰ ἀποφύγουμε τοὺς τόπους ποὺ θὰ μᾶς ὁδηγήσουν στὶς πτώσεις, ἀλλὰ δὲ μποροῦμε. Θέλουμε νὰ σκεπτόμαστε καλὰ γιὰ νὰ μὴ σκεπτόμαστε κακά, ἀλλὰ δὲ μποροῦμε.
Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: "πάντα ἰσχύω" (ὅλα τὰ μπορῶ). Πῶς τὰ μπορεῖς ὅλα; Τὸ ἀνθρώπινο μυαλὸ ἔχει μία πείρα 100 χρόνων, παραπάνω δὲν ἔχει, γιατί πεθαίνουμε. Ὁ διάβολος ἔχει μία πείρα αἰώνων. Πῶς θὰ τὰ βγάλουμε πέρα; πῶς μπορεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος; "Πάντα ἰσχύω, (λέει), ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ". Ὅταν μοῦ δίνει δύναμη ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶπε: «Ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν» τίποτα δὲ μποροῦμε νὰ κάνουμε, χωρὶς τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μόνο ποὺ θὰ ξεκινήσουμε νὰ πᾶμε στὸν πνευματικό, κόψαμε τὰ πόδια τοῦ διαβόλου. Διαβάζει ὁ παπὰς συγχωρητικὴ εὐχή; Ἐξαφανίσθηκε. δὲν μποροῦμε νὰ ταπεινωθοῦμε στὸν ἀέρα.
Δὲν ἔχει νόημα ἡ ταπείνωση ποὺ κάνουμε μόνοι μας. Σημασία ἔχει ὅταν ταπεινωνόμαστε ἐνώπιον κάποιου ἄλλου γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ τηρήσουμε τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ.
Πάνω στὴν πράξη θὰ δεῖτε ἂν αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια ἢ ὄχι, πάνω στὴν πράξη, ὅπως ἅμα ἔφτανε τώρα δύο χιλιάδες χρόνια τόσα ἑκατομμύρια ἄνθρωποι, μπορεῖτε νὰ τὰ διαπιστώσετε καὶ ἐσεῖς.
Εἴπαμε προηγουμένως πὼς πέρασε ὁ καιρὸς ποὺ ὁ διάολος ἐρχότανε μὲ κέρατα καὶ οὐρά. Τώρα ἔρχεται σὰν ὡραία σκέψη, σὰν σωστὸς λογισμός. Ἔτσι ὅπως σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως μὲ τὴν ἀπόκρουση, μὲ τὸ νὰ μὴν ἀφήνουμε χῶρο, μὲ τὸ νὰ ἀποφεύγουμε τὶς αἰτίες καὶ μὲ τὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας, γλιτώνουμε ἀπὸ τὸν λογισμὸ ποὺ φαίνεται ὅτι εἶναι, ποὺ ξέρουμε ὅτι εἶναι κακός.
Ἀλλὰ ὅταν ἔρχεται σὰν καλὸς λογισμὸς καὶ εἶναι διάολος; Ὅταν ἔρχεται σὰν καλὸς φίλος, καὶ εἶναι διάολος; Ἐκεῖ πῶς θὰ τὸ καταλάβω; Ἀδελφοί μου ὑπάρχουνε πολλὰ εἴδη δαιμονίων, καὶ ὑπάρχουνε δύο εἴδη δαιμονισμοῦ. Μὲ δύο τρόπους κυριαρχεῖ ὁλοκληρωτικὰ ὁ διάβολος σὲ κάποιον.
Ὑπάρχουν δαιμόνια χοντρά, τὸ δαιμόνιο τῆς λαιμαργίας, τῆς πορνείας, τῆς φιλαργυρίας, δὲν εἶναι πάντα φυσικὸ ὅτι αἰσθανόμαστε. Σὲ ἕνα γειτονικό μου μοναστήρι ἦταν ἕνας πατέρας, ξαφνικὰ ἄρχισε νὰ τρώει, καὶ νὰ τρώει, καὶ νὰ τρώει, καὶ νὰ τρώει δέκα ὁλόκληρα καρβέλια ψωμὶ τὴν ἡμέρα. Δὲν ἦταν χοντρός. Ποῦ πηγαίνανε; Δέκα ὁλόκληρα ψωμιὰ τὴν ἡμέρα ποῦ πηγαίνανε;
Τὸν πιάνουνε οἱ πατέρες ἀρχίζουν νὰ τοῦ διαβάζουν ἐξορκισμούς, σὲ μία ἑβδομάδα ἔγινε καλά, κι αὐτὸς ποὺ μὲ 10 καρβέλια δὲ χόρταινε, τώρα χόρταινε μὲ δύο φέτες. Μποροῦμε νὰ ποῦμε πολλὰ πάνω σὲ αὐτὰ τὰ θέματα. Δαιμόνιο τῆς πορνείας, δαιμόνιο τοῦ θυμοῦ, δαιμόνιο τῆς λαιμαργίας, εἶναι χονδρὰ δαιμόνια.
Καὶ ὑπάρχουνε δαιμόνια πρίγκιπες, ἄρχοντες, ξυράφια. Ἀλίμονο σὲ ὅποιον πέσει στὰ χέρια τους, δὲν τὸν γλυτώνει τίποτα. Ἂν δὲν κάνει ὁ Θεὸς προσωπικὰ ἕνα θαῦμα γι' αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο δὲ γλυτώνει μὲ τίποτα. Ὅπως εἶναι τὸ δαιμόνιο τῆς ὑπερηφάνειας, τὸ δαιμόνιο τῆς αἱρέσεως, τὸ δαιμόνιο τῆς πλάνης. Δέχεται ὁ ἄλλος ὁ πλανεμένος νὰ τοῦ βγάλεις τὸ δέρμα, δὲ τοῦ βγάζεις τὴν πλάνη του μὲ τίποτα.
Σᾶς εἶπα ὅτι ὑπάρχουνε δύο εἴδη δαιμονισμοῦ. Ὁ ἕνας τρόπος δαιμονισμοῦ εἶναι νὰ πιάσει ὁ διάβολος τὸ μυαλό σου, νὰ κυριαρχήσει στὴν σκέψη σου καὶ νὰ δέχεσαι ὅ,τι λογισμό σοῦ ἔρχεται. Ἔτσι δαιμονίζονται ὅσοι ἔχουνε πολὺ μυαλό, ὅσοι εἶναι πολὺ ἔξυπνοι, ὅσοι εἶναι προικισμένοι πολύ, ἐπειδὴ πέφτουν καὶ σὲ μεγάλη ὑπερηφάνεια.
Κυριάρχει ὁ διάβολος στὸ μυαλὸ τους ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὅλες τους τὶς σκέψεις τὶς δέχονται σὰν ἀληθινές, τὶς δέχονται σὰν σωστές, καὶ τὸ φοβερὸ εἶναι ὅτι δὲν τὸ καταλαβαίνουν. Ὅλοι οἱ ἄλλοι καταλαβαίνουνε ὅτι δὲν πάει καλά, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἴδιο. Εἶναι ἡ εὐφυία τοῦ διαβόλου αὐτή, ἡ πονηριὰ τοῦ διαβόλου, δὲν εἶναι ἔξυπνος ὁ διάβολος. Ἂν ἦταν ἔξυπνος θὰ εἶχε μετανοήσει καὶ θὰ εἶχε σωθεῖ, αὐτὴ εἶναι ἡ πονηριὰ τοῦ διαβόλου.
Λέει ὁ Ἅγιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος, πόσο σοφὸς εἶναι ὁ ἐχθρός, δὲ μὲ δένει μὲ δεσμὰ ποὺ ἐγὼ μισῶ, μὲ δένει μὲ δεσμὰ πού μοῦ ἀρέσουνε καὶ χαίρομαι δεμένος. Νὰ 'σαι νικημένος, νὰ 'σαι σκλαβωμένος σὲ κάτι καὶ νὰ χαίρεσαι κι ὄλας. Ἐκεῖ εἶναι ἡ πονηριὰ τοῦ διαβόλου, ὅταν ὁ διάβολος ἔρχεται σὰν χάρισμα, σὰν ἀρετή, ντυμένος μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς ἐλευθερίας, εἶμαι ἐλεύθερος νὰ κάνω ὅτι θέλω.
Γι' αὐτὸ σᾶς εἶπα πιὸ μπροστά, ἂν δὲν κάνει ὁ Θεὸς κάποιο θαῦμα, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει δαιμονιστεῖ ἔτσι, ποὺ ἔχει κυριαρχηθεῖ τὸ μυαλό του ἀπὸ τὸν διάβολο, δὲν γλυτώνει ποτὲ καὶ δὲ μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβει. Ἕναν μόνο ξέρω, ἕναν συγγραφέα ὁ ὁποῖος τὸ κατάλαβε καὶ δὲ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα.
Δὲ μπορεῖς νὰ κάνεις τίποτα, δὲ ξέρεις τί θὰ πεῖ (λέει κάπου), νὰ κάθεται ἕνας μαῦρος πάνω στὸ μυαλό σου καὶ νὰ μὴ πηγαίνεις ἐκεῖ ποὺ θὲς ἐσύ, ἀλλὰ νὰ σὲ πηγαίνει ἐκεῖ ποὺ θέλει ἐκεῖνος. Δὲ μποροῦσε νὰ κάνει τίποτα. Ὅταν φτάσει ὁ ἄνθρωπος νὰ δαιμονισθεῖ ἔτσι, σημαίνει ὅτι ἔχει δώσει μεγάλο δικαίωμα στὸν διάβολο.
Τὸ ἀποτέλεσμα ποιὸ ἤτανε; Νὰ τὸν πείσει ὁ διάολος ὅτι ἦταν ὁ νέος μεσσίας τῆς ἀνθρωπότητος, ὅτι θὰ σώσει τὴν ἀνθρωπότητα. Ἕνας τόσο ἔξυπνος ἄνθρωπος, τὸ δέχθηκε. Καὶ ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ γράφει σὲ ἕναν ἀρχιμανδρίτη στὴν Ἀμερική. Ἔχω τὰ γράμματά του: "Γιὲ τῆς βροντῆς, ἂς ἑτοιμαζόμαστε, πρέπει χωρὶς ἄλλο νὰ ἱδρύσουμε ἐκκλησίες, στὰ διάφορα μέρη. Εἴμαστε τρεῖς, δὲν πειράζει". Μία παρέα, αὐτὸς ὁ ἀρχιμανδρίτης καὶ ἕνας ἄλλος ἀκόμα, θὰ ἱδρύανε τὴν ἐκκλησία του. Δὲ πειράζει ποὺ εἴμαστε τρεῖς, ὁ Χριστὸς ἤθελε δώδεκα, πιὸ ἀδύνατος ὁ Χριστὸς χρειαζόταν πιὸ πολλοὺς νὰ τὸν βοηθήσουνε. Ἐμένανε μοῦ φτάνετε ἐσεῖς οἱ δύο.
Τέτοιο πείραγμα, λέει: "Ἐσὺ ἵδρυσε ἕνα τάγμα στὴν Ἀμερική, ἐγὼ ἱδρύω ἕνα στὸ Βερολίνο καὶ τὴν Πολωνία, τὶς πρῶτες ἐκκλησίες. Εἶναι καὶ ὁ Λευτέρης ὁ τρίτος, οἱ ἀποστολικὲς πορεῖες θὰ ἀρχίσουν, οἱ ἀγῶνες, τὰ μαρτύρια, μία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο σὲ δύο τρία χρόνια πρέπει νὰ γίνει".
Προσέξετε γιὰ νὰ γίνει ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, νὰ μαζευτοῦν δηλαδὴ ἀπὸ ὅλη τὴν οἰκουμένη οἱ ἐπίσκοποι, καὶ νὰ συζητήσουν τὴν πρώτη αἵρεση τοῦ Χριστιανισμοῦ χρειάσθηκαν τριακόσια χρόνια, ἀλλὰ ἡ θρησκεία τοῦ ταλαίπωρου αὐτουνοῦ ἐδῶ ἦταν τόσο ἀνώτερη ἀπὸ τοῦ Χριστοῦ, ἡ φιλοσοφία του τόσο βαθύτερη, ποὺ σὲ τρία χρόνια κι ὅλας θὰ τὸν εἴχανε παρανοήσει.
Ποὺ σημαίνει ὅτι ἀφοῦ λέει σὲ τρία χρόνια θέλω οἰκουμενικὴ σύνοδο, σὲ τρία χρόνια θὰ ἔχει ἁπλωθεῖ τὸ κήρυγμά του σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη, θὰ 'χαν γίνει σὲ ὅλο τὸν κόσμο ἐκκλησίες, θὰ ὑπῆρχαν ἱερεῖς σὲ ὅλον τὸν κόσμο δικοί του, ἐπίσκοποι, μητροπολίτες σὲ ὅλον τὸν κόσμο δικοί του, καὶ σὲ τρία χρόνια θὰ τὸν εἴχανε παρανοήσει κι ὅλας, καὶ θὰ ἔπρεπε σὲ τρία χρόνια νὰ γίνει οἰκουμενικὴ σύνοδος.
Καὶ λές: Εἶναι στὰ καλά του; Εἶναι στὰ καλά του; Ἀνόητος εἶναι; Ἀπ' τοὺς ἐξυπνότερους ἀνθρώπους ποὺ ἔχει γνωρίσει ἡ Ἑλλάδα καὶ ὁ κόσμος. Πῶς ἔφτασε σὲ τέτοιο κατάντημα; Τὸ φαινόμενο οἱ πατέρες τῆς ἐκκλησίας καὶ εἰδικά τῆς ἐρήμου τὸ λένε αἰχμαλωσία. Ὅταν αἰχμαλωτίζει ὁ διάολος τὸ μυαλό σου, ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα ξόφλησες. Δὲ μπορεῖς νὰ κάνεις τίποτα, σὲ κάνει ὅ,τι θέλει.
Γι’ αὐτὸ δὲ θὰ μένουμε μόνοι μας, μὲ τὶς ἀπόψεις μας καὶ μὲ τὶς σκέψεις μας. Νὰ τὰ συζητᾶμε νὰ συμβουλευόμαστε. Νὰ μὴ προσπαθοῦμε νὰ ἐπιβάλλουμε τὴν ἄποψή μας στὸν ἄλλον μὲ τὴν βία. Νὰ ἀκοῦμε τὸν ἄλλον, μὴν ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στὸν λογισμό μας. Νὰ μάθουμε νὰ ὑποχωροῦμε, νὰ δεχόμαστε συμβουλές.
Θὰ πηγαίνουμε καὶ θὰ ἐξομολογούμαστε. Θὰ τὰ λέμε στὸν Πνευματικὸ καὶ ἐκεῖ ἁπλὰ χωρὶς πολλὰ λόγια, καὶ νὰ μάθουμε νὰ ἀκοῦμε καὶ τὶς συμβουλὲς τοῦ πνευματικοῦ. Λέει ἡ Γραφή: "Ἀνὴρ ἀσύμβουλος ἐαυτῷ πολέμιος". Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ρωτάει εἶναι ἐχθρός τοῦ ἑαυτοῦ του, δὲ χρειάζεται ἄλλον ἐχθρό. Ἀρκεῖ νὰ μὴν ρωτᾶς, καὶ ἔχεις τὸν ἐχθρὸ ποὺ θὰ σὲ καταστρέψει. "Ἀνὴρ ἀσύμβουλος ἐαυτῷ πολέμιος".
Ὁ διάβολος δὲ φοβᾶται οὔτε τὴν ἐξυπνάδα μας, οὔτε τὶς γνώσεις μας. Ἔχει περισσότερες. Οὔτε τὶς ἀρετὲς μας φοβᾶται, ἔχει περισσότερες. Μία δὲν ἔχει κι αὐτὴ τὸν σκοτώνει καὶ μὲ αὐτὴν σωζόμαστε. Ποιὰ ἀρετὴ δὲν ἔχει, κι αὐτὴ τὸν σκοτώνει;
Μιὰ φορὰ κατάφερα κάτι καὶ πάω ὅλο καμάρι στὸν γέροντά μου. Μόλις μὲ εἶδε ἐκεῖνος κατάλαβε ὅτι κάποια πεπονόφλουδα πάτησα, καὶ πρὶν προλάβω νὰ τοῦ πῶ πολλὰ - πολλά μοῦ λέει:
Γιατί νὰ καυχηθοῦμε ἐμεῖς ἀγόρι μου; Γιὰ τί πράγμα νὰ περηφανευτοῦμε; Ἐπειδὴ νηστεύουμε; Τρῶμε λίγο; Ὁ διάολος νηστεύει πιὸ πολὺ ἀπό μᾶς, δὲν τρώει ποτέ. Ἐπειδὴ ἀγρυπνᾶμε, ξυπνοῦμε τὴν νύχτα; Κοιμόμαστε λίγο; Ὁ διάολος ξαργυπνᾶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ἐμᾶς, δὲ κοιμᾶται ποτέ. Ἐπειδὴ ἐγκρατευόμαστε; Παρθενεύουμε καὶ εἴμαστε καθαροί; Ὁ διάβολος εἶναι πιὸ παρθένος ἀπὸ ἐμᾶς. Γιατί καὶ νὰ θέλει νὰ πορνεύσει δὲ μπορεῖ, εἶναι πιὸ παρθένος ἀπό μᾶς, δὲν ἔχει σῶμα.
Καὶ μοῦ ἔπεσαν τὰ αὐτιά. Ὅ,τι ἀρετὲς καὶ νὰ ἀποκτήσουμε τὶς ἔχει καὶ ὁ διάολος. Ὅσες ἀρετὲς καὶ νὰ ἀποκτήσουμε, τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχε ὁ διάβολος ὅταν ἦταν ἀρχάγγελος, δὲ θὰ τὶς ἀποκτήσουμε ποτέ. Καὶ ὅλες πήγανε χαμένες, γιατί; Γιατί τοῦ ἔλλειπε μία. Αὐτὴν θὰ κοιτάξουμε νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὴν τὴν μία ἀρετὴ γιὰ νὰ σωθοῦμε.
Καὶ νὰ ἔχετε τὸν νοῦ σας, μὴ νομίσετε ὅτι ὁ διάβολος μᾶς πολεμᾶ μόνο μὲ ἁμαρτήματα, μᾶς πολεμᾶ μὲ ἀρετὲς πιὸ πολὺ παρὰ μὲ ἁμαρτήματα. Τὰ ἁμαρτήματα τὰ βλέπουμε, μποροῦμε νὰ τὰ ἀποφύγουμε, ἀλλὰ τὶς ἀρετές μας τὶς ἀγωνιζόμαστε νὰ τὶς ἀποκτήσουμε.
Λέει ἕνας ἅγιος τῆς ἐκκλησίας: “Θέλεις νὰ νηστεύεις, σὲ βοηθάει ὁ διάβολος, θέλεις νὰ κάνεις ἐλεημοσύνες, σὲ βοηθάει ὁ διάβολος, νὰ κτίσεις ἐκκλησίες, σὲ βοηθάει ὁ διάβολος, γιατί σὲ βοηθάει; Γιατί ξέρει, ὅτι μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ καταφέρνουμε μπορεῖ νὰ μᾶς ρίξει στὴν ὑπερηφάνεια καὶ νὰ πᾶνε ὅλα χαμένα”. Θὰ ἔχουμε λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀρετὴ ποὺ δὲν ἔχει ὁ διάβολος, θὰ εἴμαστε ταπεινοί. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε ὁ Χριστὸς καὶ τί λέει ἡ Γραφή; «Ἐταπείνωσε ἑαυτὸν γινόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, ἔκλινε οὐρανοὺς καὶ κατέβη». Θὰ γίνουμε ταπεινοί, θὰ μάθουμε νὰ ἔχουμε ταπεινὸ φρόνημα.
Νὰ ταπεινοφρονοῦμε, νὰ μὴν ταπεινολογοῦμε. Ὄχι στὰ λόγια. Στὸ φρόνημα ταπεινό, σκέψη ταπεινή, καὶ σκέψη ταπεινὴ θὰ πεῖ νὰ μὴν θεωροῦμε τοὺς ἄλλους κατώτερους ἀπὸ ἐμᾶς, νὰ μὴ θεωροῦμε τὸν ἑαυτό μας τόσο σπουδαῖο. Θὰ βλέπουμε ὅτι ἔχουμε κάποιο καλό, θὰ λέμε: “ὁ Θεός μοῦ τὸ ἔδωσε”.
Ἔχουμε χαρίσματα; “ὁ Θεός μοῦ τὰ ἔδωσε”. Κάνουμε κάτι καλό; Θὰ τὸ κάνουμε βέβαια μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Ἀμέσως θὰ φυλαγόμαστε, θὰ βάζουμε μία ἀσπίδα, θὰ τὰ ρίχνουμε ὅλα στὸν Θεό. Ὅτι χάρις σὲ Ἐκεῖνον τὰ καταφέρνουμε. Κι ἔτσι φυλᾶμε τὴν ταπείνωσή μας καὶ δὲν πέφτουμε σὲ ὑπερηφάνεια.
Εἶχε ἔλθει ἕνας στὸ κελί μου καὶ μοῦ λέει: Ἀμὰν βρὲ Γέροντα ὅλα ἐσὺ τὰ κάνεις ἐδῶ μέσα;” “-Τί ἐννοεῖς;” τοῦ λέω; “-Νά, εἶπα στὸν ὑποτακτικό σου, ὡραῖο τὸ φαϊ”, “-ὁ γέροντας, ὁ γέροντας”. “Καλό αὐτὸ τὸ πράγμα”, “-ὁ γέροντας, ὁ γέροντας”. Ὅ,τι καὶ νὰ τοῦ πῶ, “ὁ γέροντας”. Ὅλα ἐσὺ τὰ κάνεις; Εἶχε πιάσει τὸ νόημα. Ἔκανε κάτι καλό; “Με τὴν εὐχὴ τοῦ γέροντά μου τὸ ἔκανα. Μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ τὸ ἔκανα”.
Αὐτὸ θὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς. Ὅ,τι καὶ νὰ κάνουμε θὰ ἔχουμε ταπεινὸ φρόνημα. Στὴν σκέψη μας μέσα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασταίνουμε τοὺς ταπεινούς. Καὶ στὴν πράξη θὰ εἴμαστε ταπεινοὶ ὅταν χρειάζεται. Γιὰ παράδειγμα ὅταν βλέπουμε ὅτι δημιουργεῖται μία ἔκρυθμη κατάσταση. Τσακωνόμαστε μὲ κάποιον, ὑποχωροῦμε. Ὑποχώρησε, ἂς ἔχεις δίκαιο, ὅταν δὲν εἶναι κάτι σοβαρὸ ὑποχώρησε.
Νὰ ἐλεεῖς καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἄλλου. Δὲν τὸν παραδίδεις στὸν διάβολο, θέλει προσοχὴ ἐδῶ. Ἄλλο νὰ εἶσαι ταπεινὸς καὶ ἄλλο νὰ εἶσαι φοβητσιάρης, καὶ νὰ μὴν παλεύεις. Ἄλλο νὰ εἶσαι ταπεινὸς καὶ ἄλλο καρπαζοεισπράκτορας. Ὅταν δεῖς ὅτι ἐσὺ ὑποχωρεῖς, ὑποχωρεῖς, ὑποχωρεῖς καὶ ὁ ἄλλος τὸ βλέπει αὐτό, καὶ τοῦ ἔχουν πάρει τὰ μυαλὰ ἀέρα καὶ θὰ σοῦ ἀνέβει καὶ στὸ σβέρκο, τότε θὰ σταθεῖς στὰ πόδια σου καὶ θὰ τὸν βάλεις στὴν θέση του.
Δὲ σημαίνει ὅτι δὲ θὰ εἶσαι ταπεινός. Θὰ τὸ προσέξουμε αὐτό. Ὄχι μὲ τὴν πολλὴ ὑποχωρητικότητά μας νὰ γινόμαστε αἰτία νὰ ἁμαρτάνει ὁ ἄλλος. Εἶναι φορὲς ποὺ θὰ ὑποχωροῦμε καὶ θὰ εἴμαστε ταπεινοί, ἐπειδὴ εἴμαστε ταπεινοὶ ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον, κι εἶναι φορὲς ποὺ θὰ στεκόμαστε στὰ πόδια μας καὶ θὰ βάζουμε τὸν ἄλλον στὴν θέση του, καὶ πάλι θὰ εἴμαστε ταπεινοί.
Τὸ παράδειγμα μᾶς τὸ δίνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς δὲ δίδαξε μόνο μὲ τὰ λόγια του. Δίδαξε καὶ μὲ τὴν ζωή του. Ὅταν τὸν εἴχανε συλλάβει καὶ τὸν χτυποῦσαν, τὸν εἴχανε κάνει ἕνα ματωμένο κουρέλι ἀπὸ τὰ χτυπήματα, καὶ θὰ σταυρωνόταν. Θὰ τὸν παραδίδανε στὸν σταυρό, πάει καὶ ἕνας στρατιώτης καὶ τοῦ δίνει ἕνα χαστούκι.
Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς τί εἶχε πεῖ; Ἂν σὲ χαστουκίσουνε στὸ ἕνα μάγουλο, ἐσὺ γύρνα καὶ τὸ ἄλλο. Τοῦ δίνει ἕνας στρατιώτης τὸ χαστούκι, γύρισε καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο; Δὲ τὸ γύρισε! Γιατί; Ἀφοῦ εἶχε πεῖ ὅταν σὲ χτυπᾶνε ἀπὸ τὸ ἕνα μάγουλο γύρνα καὶ τὸ ἄλλο. Δὲν τὸ γύρισε ὁ ἴδιος, ἀλλὰ γυρνᾶ καὶ λέει στὸν στρατιώτη: “Ἄν σοῦ ἔκανα κάτι ἄσχημο, μαρτύρησον περὶ αὐτοῦ, διαφορετικὰ γιατί χτυπᾶς;”.
Τί ἤθελε νὰ μᾶς δείξει μὲ αὐτό; Ἀκριβῶς αὐτό. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν δεχόταν τὸ χαστούκι ἀφοῦ δέχθηκε τὸν σταυρό; Τὸ χαστούκι τὸν πόνεσε; Τὰ καρφιὰ δέχθηκε, καὶ τὴν λόγχη δέχθηκε καὶ ἕνα τέτοιο μαρτυρικὸ θάνατο δέχθηκε, γιὰ νὰ μᾶς δείξει αὐτὸ ἀκριβῶς: Ἄλλο ταπεινὸς ἄλλο δειλός. Νὰ τὸ ἔχουμε αὐτὸ κατὰ νοῦ μας.
Θὰ εἴμαστε ταπεινοὶ καὶ θὰ ξέρουμε ταυτόχρονα καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε. Ξαναγυρνᾶμε πάλι, νὰ μὴ ξεχνᾶμε τὴν δύναμη ποὺ ἔχουνε οἱ σκέψεις μας εἴπαμε. Νὰ μὴ ξεχνᾶμε ποτὲ τὴν περίπτωση τοῦ διαβόλου. Λέει ὁ προφήτης Ἠσαΐας ὅτι μὲ τὴν σκέψη του ἔγινε διάβολος. “Σὺ εἶπας ἐν τῆ διανοίᾳ σου” (λὲς μὲς τὸ μυαλό σου). Σκέφθηκες: “εἰς τὸν οὐρανὸ ἀναβήσσομαι ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ στήσω τὸν θρόνον μου, ἀναβήσσομαι ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ.
Καὶ ἡ πτώση τοῦ διαβόλου ἔγινε πρὶν δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος. Ὁ Θεὸς δὲν εἶχε πλάσει ἀκόμα τὸν ἄνθρωπο, ὁ διάολος δὲ σκότωσε κανένα. Ποιὸν νὰ σκοτώσει ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κανένας; Δὲν ὑπῆρχαν ἄνθρωποι, δὲν ἔχει πεῖ ψέματα σὲ κανέναν, δὲ κορόιδεψε κανέναν δὲν εἶχε δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος.
Πρῶτα ἔγινε ἡ δημιουργία τοῦ πνευματικοῦ κόσμου, καὶ ἡ πτώση τοῦ Ἑωσφόρου καὶ μετὰ δημιουργήθηκε ὁ ὑλικὸς κόσμος. Μόνο λοιπὸν μὲ τὴν σκέψη του ἔγινε διάβολος. Τί δύναμη ἔχουνε οἱ σκέψεις!
Ἀπέναντι ἀπὸ τὴν σκήτη ποὺ μένω σὲ μία κορυφὴ ψηλά, μόλις ποὺ φαίνεται ἕνα κελί, Τὸ εἶχε ἕνας πνευματικὸς παλιά, ἐπιτρέψετέ μου νὰ σᾶς διαβάσω παραλείποντας πάρα πολλά, κάτι ἐντυπωσιακὸ ποὺ ἔγινε σὲ αὐτὸ τὸ κελί. Τὸν πνευματικὸ τὸν λέγανε παπα–Σάββα. Στοὺς τόσους ποὺ ἐξομολογοῦσε ὁ παπα-Σάββας λέει τὸ κείμενο, ἤτανε καὶ ἕνας Ρουμάνος διάκονος.
Νεαρὸς ἀκόμη ἦρθε στὸν Ἄθω καὶ ἡσύχαζε κάπου στὴν ἔρημο ὄχι καὶ πολὺ μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἄννα, (πρὶν ἀρκετὰ χρόνια αὐτό). “Πνευματικέ μου, (τοῦ λέει μία μέρα ὁ διάκονος περίλυπος), μὴ ξεχάσεις νὰ μνημονεύσεις αὔριο στὴν λειτουργία τὴν μητέρα μου ποὺ ἔχει τὰ τρίτα της”. (Πέθανε δηλαδὴ πρὶν τρεῖς μέρες).
Καὶ τοῦ λέει χωρὶς νὰ δείξει τώρα τὴν ἀγωνία του ὁ πνευματικός: “Γιὰ πές μου παιδί μου: Ἡ μητέρα σου ἔχει αὔριο τὰ τρίτα της, δηλαδὴ πέθανε προχθές. Πέθανε στὴν Ρουμανία. Πῶς ἐσὺ σὲ δυὸ μέρες πληροφορήθηκες τὸν θάνατό της;” Μεσολάβησε λίγη σιγή, δὲν ὑπῆρχαν τηλέφωνα δὲν εἶχαν τηλέφωνα, ὅπως ἐγὼ στὴν σκήτη μου, δὲν ἔχουμε ρεῦμα. Δὲν εἴχανε τηλέφωνα.
“Πῶς τὸ ἔμαθα;” Ἄρχισε νὰ λέει δειλὰ ὁ διάκονος. “Να, μοῦ τὸ εἶπε...” “-Ποιός σοῦ τὸ εἶπε;” “-Μοῦ τὸ εἶπε ὁ φύλακας ἄγγελός μου”. “-Ὁ φύλακας ἄγγελός σου; Ἔχεις δεῖ τὸν ἄγγελό σου;” “-Ἀξιώθηκα νὰ τὸν δῶ. Δὲν εἶναι μία καὶ δύο φορές, εἶναι τώρα δύο χρόνια μοῦ παρουσιάζεται καὶ μὲ συντροφεύει στὴν προσευχή. Λέμε μαζί τοὺς χαιρετισμοὺς, κάνουμε μετάνοιες, ἀνοίγουμε πνευματικὲς συζητήσεις”.
Ἐκεῖνο τὸ “δύο χρόνια”, πίκρανε πολὺ τὸν παπα-Σάββα. “-Καὶ γιατί παιδί μου τόσο καιρὸ δὲ μοῦ ἀνέφερες τίποτα;” “-Μοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος πὼς δὲν εἶναι ἀπαραίτητο”. “-Παιδί μου εἶσαι βέβαιος πὼς εἶναι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ αὐτὸς ποὺ σοῦ ἐμφανίζεται;” “-Βέβαιος; Βεβαιότατος γέροντά μου, μὰ προσευχόμαστε μαζί, κάνουμε καθημερινῶς χίλιες μετάνοιες, συζητοῦμε γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή, γιὰ τὸν Παράδεισο, ὁ φύλακας ἄγγελός μου εἶναι”.
Ὁ διάκονος φαινόταν ἀμετάπειστος. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν ἔκανε δεκτικὸ ἦταν ἡ ἐμπιστοσύνη του στὸν θεοφώτιστο πνευματικό του. Ἀλλὰ πάλι ἔλεγε πῶς μπορεῖ ὁ δαίμονας νὰ μὲ ἐνισχύσει στὴν προσευχή; Αὐτὸς πολεμεῖ τοὺς προσευχομένους. Μετὰ ἀπὸ πολλά, συμφώνησαν νὰ καταφύγουν σὲ μερικὲς δοκιμασίες, νὰ δοκιμάσουν τὸν φύλακα ἄγγελο.
“Ζήτησέ του μόλις ξανάρθει (λέει ὁ παπα-Σάββας) νὰ πεῖ τό: “Θεοτόκε Παρθένε” , ἀκόμη πές του νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ”. Τὰ πράγματα ὅμως δὲν ἦταν τόσο ἁπλά. Ὅταν δύο ὁλόκληρα χρόνια σὲ ἔχει ὁ πονηρὸς τυλιγμένο στὴν πλάνη, τότε καὶ τὰ μάτια σου, καὶ τὰ αὐτιά σου τὰ πλανεύει καὶ φαντάζεσαι πὼς ἀκοῦς τὸ Θεοτόκε Παρθένε καὶ νομίζεις ὅτι τὸν βλέπεις νὰ κάνει τὸν σταυρό του καὶ νὰ σταυροκοπιέται.
Στὴν ἑπόμενη ἐπίσκεψη ὁ διάκονος μὲ κάποια ἱκανοποίηση ἀνάγγειλε στὸν πνευματικό: “Γέροντά μου τὰ πράγματα ἔχουν ὅπως σοῦ τὰ ἔλεγα εἶναι ἄγγελος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ φύλακας ἄγγελός μου. Καὶ τὸ Θεοτόκε Παρθένε τὸ εἶπε καὶ τὸν σταυρό του τὸν ἔκανε”.
Παραλείπω, οἱ ἅγιοι καὶ οἱ ἄγγελοι ξέρουνε τί σκεπτόμαστε. Προσέξετε, ὁ διάβολος δὲν ἔχει τὶς δυνάμεις ποὺ νομίζουμε. Μὴ τοῦ δίνουμε μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ ὅση ἔχει, ἔχει τρομερὰ μειονεκτήματα, τρομερὰ μεῖον, Δὲ θὰ ἀναφερθοῦμε σὲ τίποτε ἄλλο τώρα, μόνο σὲ αὐτό, τὸ ὅτι δὲν ξέρει τί σκεπτόμαστε.
Προσέξετέ το αὐτό, οἱ ἄγγελοι ξέρουν τί σκεπτόμαστε. Οἱ ἅγιοι, ὄχι μόνο ὅσοι ἔχουν φύγει στὸν οὐρανὸ ἀλλὰ καὶ ὅσοι εἶναι ἀνάμεσά μας, μόλις μᾶς δοῦνε, ξέρουνε τί σκεπτόμαστε. Ὁ διάβολος δὲν τὸ ξέρει.
Τότε τί συμβαίνει μὲ τὶς σκέψεις; Μᾶς ἀφήνει μία σκέψη. Δὲν ξέρει ὅτι τὴν δεχθήκαμε. Ἂν δεῖ ὅτι ἀλλάζουμε τὸ πρόγραμμα τότε καταλαβαίνει ὅτι τὴν δεχθήκαμε. Μᾶς βάζει μία σαρκικὴ σκέψη. Δὲ ξέρει ἂν τὴν δεχθήκαμε. Ὅταν ἀρχίζει καὶ βλέπει ὅτι ἀνεβαίνει ὁ σφυγμός μας ὅτι ἀρχίζουμε καὶ ἀλλάζουμε τὰ σχέδιά μας, τότε καταλαβαίνει ὅτι τὴ δεχθήκαμε.
Δὲ ξέρει τί σκεπτόμαστε. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα του μειονεκτήματα. Γιὰ τὰ ἄλλα θὰ ποῦμε μία ἄλλη φορά. Τοῦ λέει τώρα ὁ πνευματικὸς ὁ παπα-Σάββας: “Πρόσεξε τί θὰ κάνουμε: Ἐγὼ αὐτὴ τὴ στιγμή, ἀκριβῶς αὐτὴ τὴ στιγμὴ κάτι θὰ σκεφθῶ (σκέφθηκε κάτι εἰς βάρος τοῦ διαβόλου), καὶ τὸ ἀφήνω κρυφό, μέσα μου. Ἐσὺ τὸ βράδυ θὰ ζητήσεις ἀπὸ τὸν ἄγγελο νὰ σοῦ πεῖ. Ἂν τὸ βρεῖ τότε χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ἄγγελος ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ νὰ ἔρθεις νὰ μὲ ἐνημερώσεις”.
Γυρίζοντας ὁ διάκονος στὴν καλύβη του, κάτι σάλευε μέσα του, κάτι σὰν ἀγωνία, κάτι σὰ δυσάρεστη προαίσθηση. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ θαύμαζε καὶ τὴν σπουδαία ἰδέα τοῦ πνευματικοῦ. Ἡ ὑπόθεση θὰ περνοῦσε τὴν κρίσιμη φάση της. Μόλις ζητήθηκε τὴν νύχτα ἀπὸ τὸν ἄγγελο ἡ λύση τοῦ προβλήματος, κάποια δυσδιάκριτη ταραχή, αὐλάκωσε τὸ φωτεινὸ πρόσωπό του. Φάνηκε νὰ σαστίζει.
“Μα ἀγαπητέ μου πάτερ, γιατί ἐσὺ ἀνώτερος ἄνθρωπος νὰ ἐνδιαφέρεσαι γιὰ τοὺς λογισμοὺς ἑνὸς παπᾶ; Αὐτὸ εἶναι κατάντημα, φτωχὲς ἐπιθυμίες. Δὲ προτιμᾶς νὰ σοῦ δείξω ἀπόψε τὴν κόλαση, τὸν παράδεισο, τὴν δόξα τῆς Κυρίας Θεοτόκου;” Ὁ διάκονος ποὺ κάτι ἄρχισε νὰ ὑποψιάζεται ἐπέμεινε στὸ θέμα τους. “-Κάνω ὑπακοὴ στὸν πνευματικό μου, νὰ μοῦ πεῖς τί σκεφθηκε”. Ὁ ἄγγελος μὲ μερικοὺς ἑλιγμοὺς προσπάθησε νὰ μεταφέρει ἀλλοῦ τὴν συζήτηση.
Ὁ διάκονος ὅμως μὲ ἐπιμονὴ τὸν μετέφερε στὸ θέμα. Ἄλλωστε οἱ τεχνικὲς αὐτὲς ὑπεκφυγὲς δὲ τοῦ προξενοῦσαν καλὴ ἐντύπωση. “Νὰ μοῦ πεῖς τί σκέφθηκε ὁ πνευματικός. Τὸ θέμα εἶναι ἁπλό! Γιατί ἀποφεύγεις; Τὸ ἀγνοεῖς;” “-Πρόσεξε διάκο, μὲ τὸν μικροπρεπῆ τρόπο πού μοῦ συμπεριφέρεσαι κινδυνεύεις νὰ χάσεις τὴν εὔνοιά μου”. “-Δὲ ξέρω, σοῦ ζητῶ κάτι τὸ εὔκολο. Γνωρίζεις ἢ ὄχι ἐπιτέλους, τί σκέφθηκε ὁ πνευματικός;”
Τὴν ὥρα αὐτὴ πετάχτηκε τὸ λαμπερὸ προσωπεῖο. Μία φρικτὴ μορφὴ ἀποκαλύφθηκε καὶ σὰν ἀπὸ στόμα θηρίου ἀκούσθηκαν τὰ λόγια: “-Νὰ χαθεῖς ἄθλιε, αὔριο τέτοια ὥρα στὴν κόλαση καὶ στὴν φωτιά, θὰ σὲ κάψουμε καὶ θὰ σὲ καταστρέψουμε, αὔριο αὐτὴ τὴν ὥρα”. Καὶ ὁ διάκονος ἔμεινε μόνος του καὶ σωστὸ ἐρείπιο. Ὅλη ἡ γλυκύτητα τῶν ὀπτασιῶν δύο χρόνια τώρα δὲν ἀντιστάθμιζε τὴν τωρινή του πικρία.
Ἐὰν δὲν τὸν στήριζαν ἀπὸ μακρυὰ οἱ προσευχὲς τοῦ πνευματικοῦ ποὺ ξαγρυπνοῦσε καὶ παρακαλοῦσε γιὰ αὐτόν, θὰ εἶχε παραδώσει τὸ πνεῦμα του. Πέρασαν ἀρκετὲς ὧρες ὥσπου νὰ συνέλθει καὶ νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του. Ἡ καλύβη του πιὰ δὲν τὸν χωροῦσε. Πουθενὰ δὲν ἔβλεπε ἀσφάλεια παρὰ μόνο κοντὰ στὸν πνευματικό. Σ' ὅλη τὴν διαδρομὴ βούιζε στὰ αὐτιά του ἡ ἀπειλή: “Αὔριο τέτοια ὥρα στὴν κόλαση”. Κι ὁ τρόμος τὸν διαπερνοῦσε μέχρι τὸ μεδούλι.
Ἔφτασε ὅπως ἔφτασε ὡς τὴν καλύβη τῆς ἀναστάσεως. Ἔπιασε τὸ ράσο τοῦ πνευματικοῦ καὶ δὲν τὸ ἄφηνε οὔτε στιγμή, καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἔπρεπε νὰ κοιμηθεῖ ἐκεῖνος λίγο, δίπλα του ὁ τρομοκρατημένος διάκονος. “Μὴ φοβᾶσαι παιδί μου, ἠρέμησε!”, “-Πῶς νὰ μὴ φοβηθῶ πνευματικέ μου, ποὺ πλησιάζει ἡ ὥρα; πλησιάζει ἡ ὥρα ποὺ θὰ μὲ πάρουνε! Χριστέ μου σῶσε με!” Καὶ πράγματι τὴν καθορισμένη ὥρα, δέχθηκε βίαια ἐπίθεση τῶν πονηρῶν πνευμάτων.
Τί κραυγὲς τρόμου καὶ ἀπελπισίας ἦταν αὐτές! “Σῶσε με πνευματικέ μου, χάνομαι! Μὲ παίρνουν! Σῶσε με!” Γονατίζει ὁ παπα-Σάββας καὶ γεμάτος πόνο καὶ δάκρυα, δέεται στὸν Κύριο νὰ λυπηθεῖ τὸν δοῦλο του καὶ νὰ ἐπιτιμήσει τοὺς πονηροὺς δαίμονες. Εἰσακούσθηκε ἡ δέησή του. Καὶ ὁ ταλαίπωρος διάκονος σώθηκε ἀπὸ στόματος λέοντος.
Παραλείπω, μὲ τὸν χρόνο καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ παπα-Σάββα ὁ Ρουμάνος διάκονος ἠρέμησε. Ἡ πνευματική του ζωὴ πῆρε καλὴ ἐξέλιξη, χειροτονήθηκε ἀργότερα καὶ ἱερέας, καὶ διακρινόταν πάντα γιὰ τὴν εὐλάβειά του. Ὡστόσο ἐκεῖνα τὰ χρόνια τῆς πλάνης τοῦ ἄφησαν κάποια δυσάρεστα ἴχνη. Ὁ διάβολος εἶχε ἀποκτήσει πάνω του δικαιώματα. Δωρεὰν θὰ τοῦ προσέφερε τόσα ἀπολαυστικὰ ὁράματα; Ἔτσι σὲ ὅλη τὴν κατοπινὴ ζωή του, ἐταλαιπωρεῖτο ἀπὸ διαφόρους ἐνοχλητικοὺς πειρασμούς, ὅλοι οἱ διακριτικοὶ πατέρες διέβλεπαν σὲ αὐτοὺς τὸ κατάλοιπο τῆς διετοῦς ἐκείνης συνεργασίας μὲ τὸν ἄγγελο ποὺ δὲν ἦταν ἄγγελος.
Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, δὲν ἔχουμε ἄλλη εὐκαιρία γιὰ νὰ κερδίσουμε τὴν ζωὴ καὶ τὴν σωτηρία μας ἀπὸ αὐτὴν ποὺ μᾶς δίνεται τώρα. Δὲν ἔχουμε ἄλλη ζωή, μόνον αὐτὴν ἐδῶ. Καὶ εἶναι κρίμα νὰ χαθοῦμε. Ὁ καλὸς Θεὸς μᾶς ἔχει δώσει τὰ πάντα γιὰ τὴν σωτηρία μας. Μπορεῖ ὁ διάβολος σήμερα νὰ ἔχει τόσα ὅπλα στὴν διάθεσή του, ποὺ ποτὲ ἄλλοτε δὲν τὰ εἶχε. Ἀλλὰ καὶ οἱ χριστιανοὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἔχουνε τόσα ὅπλα νὰ ἀμυνθοῦν ποὺ ποτὲ ἄλλοτε ἄλλοτε δὲ τὰ εἴχαμε. Ποτὲ ἄλλοτε ἕνας χριστιανὸς δὲν εἶχε ραδιοφωνικοὺς σταθμοὺς χριστιανικοὺς ὅπως ἔχουμε σήμερα. Ποτὲ ἄλλοτε δὲ κυκλοφοροῦσαν τόσα βιβλία χριστιανικά, καὶ πνευματικά, ὄχι θεολογικά, χριστιανικὰ πνευματικὰ ποὺ μᾶς ὠφελοῦν στὴν καθημερινή μας ζωή.
Ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἴχαμε τόσα. Ποτὲ ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχαν τόσες κασέτες, νὰ μπορεῖ κάποιος νὰ ἀκούσει κάτι πνευματικό, κάποια συμβουλὴ κάτι πατερικὸ καὶ νὰ ὠφεληθεῖ. Ἔχει ὁ διάβολος ἐξοπλίσει τοὺς δικούς του, ἔχει καὶ ὁ καλὸς Θεὸς ἐξοπλίσει τοὺς δικούς του. Ἔχουμε τὰ πάντα γιὰ νὰ σωθοῦμε, καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἔχουμε τὰ μυστήρια τῆς ἐκκλησίας μας.
Μὴν ἀπομακρυνόσαστε ἀπὸ τὴν ἐνορία σας. Μὴν ἀπομακρυνόσαστε ἀπὸ τὸ πετραχήλι τοῦ παπᾶ. Μὲ τόσα ποὺ ἔχουμε, δὲν ἔχουμε δικαιολογία νὰ πᾶμε στὴν κόλαση. Μόνο ἀπὸ τὴν τεμπελιά μας θὰ πᾶμε στὴν κόλαση, ἀπὸ τίποτε ἄλλο. Καὶ λέει καὶ ἕνας πατέρας: Μὲ τόσα ποὺ ἔχουμε, πιὸ εὔκολα πᾶμε στὸν Παράδεισο παρὰ στὴν κόλαση, (λέει). Πρέπει νὰ κουραστεῖς περισσότερο γιὰ νὰ πᾶς στὴν κόλαση, στὸν Παράδεισο πᾶς εὐκολότερα.
Θὰ προσέξουμε αὐτὸ τὸ πράγμα, Ὅλα ξεκινᾶνε μέσα ἀπὸ τὸ μυαλό μας. Ἀπὸ πουθενὰ ἀλλοῦ. Ὁ διάβολος ἔχει τόση δύναμη ὅση ἐμεῖς τοῦ δίνουμε. Γιατί ἄλλους τοὺς κάνει ὅ,τι θέλει καὶ σὲ ἄλλους δὲ μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα. Γιατί σοφοὺς σὰν αὐτὸν ποὺ σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως, τοὺς ἀνεβαίνει στὸ κεφάλι καὶ τοὺς κάνει νὰ λένε τέτοιες βλακεῖες καὶ νὰ γελάει ὅλος ὁ κόσμος εἰς βάρος τους καὶ αὐτοὶ νὰ μὴ καταλαβαίνουν τίποτα. Καὶ νὰ λέει: Θέλω ἐκκλησιές, θέλω οἰκουμενικὲς συνόδους. Καὶ ὅλοι νὰ γελᾶνε καὶ ἐκεῖνος νὰ μὴν καταλαβαίνει.
Λοιπὸν λέει ἕνας ἁγιορείτης γέροντας: “Εἰς τὸ ὑπερῶον ἐσυνάχθησαν οἱ Ἀπόστολοι καὶ ἐδέχθηκαν τὴν ἐπέλευση τοῦ Παναγίου Πνεύματος”. Λέει ἡ Ἁγία Γραφὴ ὅτι οἱ Ἀπόστολοι πρὶν τὴν Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ ἦταν μαζεμένοι στὸ ὑπερῶον. Τὸ ὑπερῶον ἦταν τὸ πιὸ ψηλὸ μέρος ἑνὸς σπιτιοῦ. Πῶς λέμε τὸ ρετιρέ; Τὸ πιὸ ψηλὸ μέρος ἑνὸς σπιτιοῦ εἶναι τὸ ὑπερῶο.
Καὶ λέει ὁ γέροντας ἐδῶ: “Εἰς τὸ ὑπερῶο αὐτὸ τὸ πνευματικὸ ποὺ λέγεται νοῦς, (ὁ νοῦς μας εἶναι στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο τοῦ σώματος). Ἐκεῖ ὅπως μαζεύθηκαν οἱ ἀπόστολοι στὸ πιὸ ψηλὸ σημεῖο τοῦ σπιτιοῦ καὶ δέχθηκαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐδῶ σὲ αὐτὸ τὸ ὑπερῶο καὶ μεῖς, (ποὺ λέγεται νοῦς καὶ ἔχει τὴν εἰκόνα τοῦ μεγάλου νοῦ), ἐκεῖ δεχόμεθα καὶ ἐμεῖς τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀπὸ ἐδῶ ἐξαρτᾶται ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος, ὁ Παράδεισος καὶ ἡ κόλαση, ἡ ἀφετηρία πρὸς τὰ πάνω ἢ πρὸς τὰ κάτω. Ἱερὸ ἐργαστήριο νὰ καταστήσουμε τὸν νοῦ. Ἀπὸ ἐδῶ ξεκινοῦν ὅλα. Νὰ λέμε μία προσευχὴ ποὺ ἀναφέρεται γιὰ τὴν Παναγία μας στὴν θεία μετάληψη: “Παναγία Δέσποινα τὸ φῶς τῆς ἐσκοτισμένης μου ψυχῆς” λέει ἀρκετὰ καὶ λέει: “καὶ δῷς ἀνάκλησιν ἐν ταῖς αἰχμαλωσίαις τῶν λογισμῶν μου” νὰ ξαναμαζεύω πάλι τοὺς λογισμούς μου, πού μοῦ τοὺς αἰχμαλωτίζει ὁ διάβολος.
Λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα εἶναι ἀληθινά, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ἤτις ἀρετή, ὅσα ἐνάρετα, ταῦτα λογίζεσθε, αὐτὰ νὰ σκέφτεσθε”. Καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸν ψαλμωδό: “καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με”.
Ἀμήν! Νὰ εὔχεσθε.
π. Νίκων:
Ἂν κάποιος θέλει νὰ ρωτήσει κάτι μετὰ χαρᾶς. Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλά. Ὅπως ἄλλοι τὰ καταφέρανε μποροῦμε καὶ ἐμεῖς.
Ἀπὸ τὸ κοινό: Κάθε λογισμό, τὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν, με” πιάνει ἂν κάνεις τὸν σταυρό σου καὶ τὸ πεῖς αὐτὸ ἀπὸ μέσα σου; Πιάνει; τὰ σκορπάει ὅλα;
π. Νίκων:
Ναί, ἐξαρτᾶται. Ὅτι εἶναι ἕνα ὅπλο, δὲν εἶναι ἁπλὸ ὅπλο. Τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησέ με, δὲν εἶναι ἁπλῶς ὅπλο ἐναντίον τοῦ διαβόλου. Προσέξετε, εἶναι πυρηνικὴ βόμβα. Τινάζει τὸν διάβολο, τὸν ἐξαφανίζει. Εἶναι μιὰ τρομερὰ συμπυκνωμένη, εἶναι μιὰ τρομερὰ δυνατὴ εὐχή. Μέσα της κλείνει ὅλες τὶς προσευχές, ξέρετε γιατί;
Εἶναι ἕνα μυστήριο, λέει ἡ Γραφὴ ὅτι ὅταν θὰ γίνει ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ θὰ ἐμφανισθεῖ στὸν οὐρανὸ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐνώπιον τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ (λέει), πᾶν γόνυ κάμψει ἐπουρανίων ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. Αὐτὸ εἶναι ἕνα μυστήριο, τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ γονατίσει μπροστὰ στὸ ὄνομα αὐτὸ τὸ γόνατο τῶν ἐπουρανίων, οἱ ἄγγελοι θὰ γονατίσουν οἱ ἄνθρωποι θὰ γονατίσουν, καὶ τῶν ὑποχθονίων καὶ οἱ διάβολοι θὰ λυγίσουν μπροστὰ σὲ αὐτὸ τὸ ὄνομα.
Λέει ἡ γραφὴ (πάλι ὁ Ἀπόστολος): “Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ὄνομα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ σωθοῦμε, καὶ ἐμεῖς τί κάνουμε; Λέμε αὐτὸ τὸ ὄνομα. Λέμε: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, τὸ ὄνομά Σου ὀνομάζομεν” λέει, “Θεὸ ἄλλον ἐκτὸς ἀπὸ Ἐσένα δὲ γνωρίζουμε τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν”. Εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο προσπαθεῖ ὁ διάβολος νὰ μᾶς πείσει νὰ μὴν τὸ κάνουμε.
Ὁ διάβολος δὲν φοβᾶται ἂν πιστεύουμε στὸν Θεό. Προσέξετε τὸ αὐτό: Ὅση πίστη νὰ ἔχεις δὲ σώζεσαι, δὲ σώζεσαι ἂν πιστεύεις στὸν Θεό. Ὁ διάβολος σκοτώνεται ἐμεῖς σωζόμαστε ἀπὸ τί; Ὅταν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Θεός. Δὲν ἔχουμε ἄλλον Θεό. Ἐκεῖ εἶναι τὸ σκάνδαλο γιὰ τὸν διάβολο. Γίνονται θεολογικὰ συνέδρια στὸ ἐξωτερικὸ μὲ χριστιανούς, (θὰ καταλήξω ἐκεῖ), θεολογικὰ συνέδρια μὲ χριστιανοὺς στὸ ἐξωτερικὸ ποὺ συμφωνοῦν, (“χριστιανοὶ” τώρα) νὰ μὴν ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ γιὰ νὰ μὴν προσβληθοῦν καὶ οἱ βουδιστὲς καὶ οἱ ἰνδουιστὲς καὶ ὅποιοι ἄλλοι συμμετέχουν στὸ συνέδριο.
Πῶς τρέμει ὁ διάβολος τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ! Καὶ ἐμεῖς λέμε ὀνομάζουμε τὸν Χριστὸ Κύριο, αὐτὸ τὸ ὁποῖο ὁ διάβολος προσπαθεῖ νὰ σὲ πείσει νὰ μὴ τὸ κάνεις. Κατ' ἀρχὴν δὲ θέλει νὰ σκέφτεσαι τὸν Χριστό. Μετά σοῦ λέει: “Τὸν σκέπτεσαι; σκέψου τον σὰν ἕναν μεγάλο μύστη. Σὰν μία ἀπὸ τὶς ἐνσαρκώσεις τοῦ Βούδα, σὰν ἕναν μεγάλο ποιητὴ σὰν ἕνα μεγάλο φιλόσοφο, σάν, σάν, σάν, ὄχι Κύριο”. Καὶ ἐμεῖς τώρα λέμε “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ”.
Καὶ τί ἀκόμα; “Ελέησόν με”. Ἐλεημοσύνη ποιὸς ζητάει; Ἕνας ζητιάνος. Δηλαδὴ ταπεινώνεσαι; Τὸν πέθανες! Γι' αὐτὸ ἐμεῖς ἐπιμένουμε στὸ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”. Τώρα κάνουμε τὸν σταυρό μας - δὲν τὸν κάνουμε, δὲν ἔχει καμιὰ σημασία, ὅταν ἔχουμε μέσα στὴν καρδιά μας τὸν διάβολο, εἶναι ἀστεῖο νὰ κάνουμε τὸν σταυρό μας. Δὲ μᾶς σώζει, εἶναι ἀσήμαντο. Τὸ σημαντικὸ εἶναι νὰ ἔχουμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ στὸ μυαλό μας.
Εἶναι πυρηνικὴ βόμβα, στὴν πράξη θὰ τὰ δεῖτε αὐτά. Στὴν πράξη, ἁπλὰ πραγματάκια εἶναι αὐτά. Θὰ κατεβεῖτε τώρα, θὰ δεῖτε, θὰ ἀρχίσετε νὰ περπατᾶτε, κανεὶς δὲ μπορεῖ νὰ σᾶς ἐμποδίσει νὰ λέτε ἀπὸ μέσα σας: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”.
Τί σᾶς ἐμποδίζει; Τί σᾶς στοιχίζει; Τίποτα! Ὅλες οἱ ἄλλες προσευχὲς χρειάζονται μιὰ ἡσυχία, ἕναν τόπο ἤρεμο, λίγες εἰκόνες, τὸ ἀπόδειπνο, τὸν ἑσπερινό, κάποια βιβλία, αὐτὴ τὴν προσευχὴ μποροῦμε νὰ τὴν λέμε πάντοτε. Περπατᾶς; μπορεῖς νὰ τὸ λές, ὁδηγᾶς τὸ αὐτοκίνητό σου; μπορεῖς νὰ τὸ λές. Ξεκινῆστε καὶ ἡ ἴδια ἡ προσευχὴ θὰ σᾶς μάθει τὰ πάντα.
Στὴν πράξη τὰ μαθαίνουμε αὐτὰ, ὄχι μὲ τὰ λόγια. Τώρα τὰ λόγια ἔτσι ποὺ σᾶς τὰ λέω μπορεῖ νὰ σᾶς φαίνονται ὡραῖα νὰ χαιρόσαστε τὴν ὥρα ποὺ τὰ ἀκοῦτε. Ὅταν θὰ ἔρθει ἡ ὥρα τοῦ πειρασμοῦ θὰ σᾶς χτυπήσει ὁ διάολος κάτω σὰν χταπόδι καὶ δὲν θὰ σᾶς μείνει τίποτα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω.
Τί θὰ σᾶς μείνει; Ὅ,τι βάλατε ἐσεῖς στὴν πράξη καὶ τὸ μάθατε ἐσεῖς προσωπικά. Αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ σᾶς τὸ μετακινήσει κανένας. Ἔτσι θὰ γνωρίσετε ἂν εἶναι ἀλήθεια ὅλα αὐτὰ καὶ ἔτσι γνωρίζουμε ὅλη τὴν ἀλήθεια τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτὰ ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Χριστὸς ἢ ὄχι. Ἀπὸ τὴν ζωὴ τους τὰ ἔχουν μάθει οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἔχουν κρατήσει μέχρι σήμερα. Ὄχι γιατί τοὺς τὰ λένε οἱ παπάδες καὶ οἱ καλόγεροι.
Οἱ ἴδιοι οἱ ἄνθρωποι τὰ ζοῦνε καὶ μᾶς τὰ λένε. Τὸ τί ἔχουμε ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ζοῦνε στὸν κόσμο δὲ μπορεῖ νὰ τὸ βάλει τὸ μυαλό σας. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι θέμα ζωῆς, γι’ αὐτὸ ὅλοι μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, δὲν εἶναι θέμα ἐξυπνάδας ἢ μόρφωσης ἢ γνώσεων. Γι' αὐτὸ ἔχουμε ἀγράμματους ποὺ εἶναι ἅγιοι. Δὲν ἔχουν βγάλει τὸ δημοτικὸ καὶ λέμε: “Ἅγιε τοῦ Θεοῦ πρέσβευε ὑπὲρ ἡμῶν” καὶ ἔχουμε μορφωμένους ποὺ δὲν ξέρουν τί λένε καὶ τί τοὺς γίνεται.
Ἁπλὰ πράγματα εἶναι, μὲ ἁπλὰ πράγματα θὰ πᾶμε στὸν Παράδεισο, καὶ μὲ ἁπλὰ πράγματα θὰ πᾶμε στὴν κόλαση.
Ἐρώτηση ἀπὸ τὸ κοινό:
Ἤθελα νὰ ρωτήσω: Λέμε αὐτὰ τὰ λόγια Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, ὅμως δὲν εἴμαστε συγκεντρωμένοι αὐτὴ τὴν ὥρα, ἁπλὰ λέμε τὰ λόγια. Δὲν τὰ πιστεύουμε πραγματικά;
π. Νίκων:
Τί γίνεται; Τὸ ὅτι δὲν πιστεύουμε πραγματικά, ὄχι δὲν εἶναι [θέμα], ἁπλὰ εἶναι λίγη ἡ πίστη μας. Ὅλα ἔχουνε κάποια μέτρα. Αὐξάνουνε. Ἔ!, στὴν ἀρχὴ εἴμαστε λίγο ταπεινοί, θὰ ἀγωνιζόμαστε, ταπεινωνόμαστε περισσότερο, περισσότερο, περισσότερο. Εἴμαστε λίγο ἐλεήμονες, ἔ, στὴν ἀρχὴ δίνουμε κάτι λίγο, βλέπουμε ὅτι βοηθήσαμε τὸν ἄλλον, χαιρόμαστε πιὸ πολύ, πιὸ πολύ, πιὸ πολύ. Νηστεύουμε στὴν ἀρχὴ λίγο, μετὰ περισσότερο, ὅλα αὐξάνουν, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ πίστη μας.
Μὴ σᾶς στεναχωρεῖ ὅτι ἡ πίστη σας κλονίζεται, ὅτι εἶναι λίγη. Ἐσεῖς αὐτὰ τὰ λίγα ποὺ πιστεύετε βάλτε τα στὴν πράξη, καὶ θὰ δεῖτε πάνω στὴν πράξη τέτοια πράγματα ποὺ θὰ αὐξηθεῖ ἡ πίστη σας. Θὰ δυναμώσει ἡ πίστη σας καὶ τότε θὰ κάνετε περισσότερα πράγματα. Καὶ θὰ αὐξηθεῖ ἀκόμα περισσότερο ἡ πίστη σας.
Τώρα ὅταν λέτε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με καὶ τὸ μυαλὸ φεύγει καὶ λέμε μόνο τὰ λόγια, δὲ πειράζει, εἶναι αὐτὸ τὸ λίγο ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε. Κάντε το, νὰ γίνει μιὰ καλὴ συνήθεια. Καὶ θὰ δεῖτε ὅτι σιγὰ - σιγὰ θὰ διαπιστώσετε ὁρισμένα πράγματα. Σὰ κάτι ποὺ σᾶς εἶπα πιὸ μπροστά, ὅτι δὲ μπορεῖτε νὰ λέτε Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ, ἐλέησέ με καὶ νὰ τσακώνεσαι μὲ τὸν ἄλλον.
Ὅταν τὸ βράδυ θὰ συγκεντρωθεῖς νὰ πεῖς μὲ τὴν ἡσυχία σου Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, ἀκριβῶς αὐτὸς ὁ τσακωμὸς θὰ σοῦ ἔρθει στὸ μυαλὸ. Δὲ μπορεῖς νὰ λὲς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με, καὶ νὰ βλέπεις περιοδικὰ ποὺ δὲν πρέπει. Ὅταν σταθεῖς τὸ βράδυ νὰ πεῖς τὴν προσευχὴ πρὶν ξαπλώσεις, μιςὴ ὥρα, ἕνα τέταρτο, θὰ τὸ κανονίσεις αὐτὸ μὲ τὸν πνευματικό σου.
Δὲ μπορεῖς νὰ καθίσεις νὰ πεῖς τὴν εὐχὴ συγκεντρωμένος. Θὰ σοῦ φέρει στὸ μυαλὸ τὰ περιοδικὰ ποὺ εἶδες, ἡ ἴδια ἡ προσευχή. Θὰ σὲ μάθει πῶς νὰ ζεῖς, πῶς νὰ φέρεσαι, πῶς νὰ σκέπτεσαι. Γι' αὐτὸ ξεκινῆστε νὰ λέτε αὐτὸ τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Ἡ ἴδια ἡ εὐχὴ θὰ σᾶς διδάξει πολλὰ ἄλλα ποὺ δὲν μπορεῖτε νὰ φανταστεῖτε τώρα.
Καὶ ὕστερα εἴμαστε καὶ Χριστιανοί, γι' αὐτὸ καὶ λέμε Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, θὰ ἀκούσουμε καὶ κάτι ἄλλο ποὺ θὰ μᾶς ὠφελήσει. Νά, τώρα πῶς βρισκόμαστε ἐδῶ; θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Καὶ εἴμαστε μαζεμένοι σὰν μία οἰκογένεια καὶ λέμε αὐτὰ ποὺ λέμε. Ξεκινῆστε, κάποιοι ἀπό σᾶς, δὲ λένε: “τὸ ταξίδι γιὰ τὴν Κίνα ξεκινάει μὲ τὸ πρῶτο βῆμα”; Κάνετε τὸ πρῶτο βῆμα. Στὴν πράξη θὰ τὸ δεῖτε.
Ἐρώτηση ἀπὸ τὸ κοινό:
Φορᾶς σταυρό, κάνεις κομποσχοίνι, λὲς Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, καὶ ἐπιμένουν ἀκόμα περισσότερο. Γίνεται αὐτὴ ἡ πρώτη φάση ποὺ εἴπατε: Σοῦ ἔρχεται ἡ ἰδέα, ἕνας λογισμὸς στὸ μυαλὸ -καὶ σὺ τὸ πολεμᾶς- τὴ διώχνεις ἀμέσως καὶ ἐπανέρχεται δριμύτερη ἀκόμα. Τί γίνεται;
π. Νίκων:
Τὸ νὰ ἐπανέρχεται δὲ μᾶς ἐνδιαφέρει. Τί σημασία ἔχει; Δὲ μᾶς ἐνοχλεῖ αὐτό, δὲν μᾶς πειράζει καθόλου αὐτὸ καὶ μὲ πιὸ ἁπαλὴ δύναμη νὰ ἔλθει καὶ μὲ περισσότερη δύναμη νὰ ἔλθει, ἐμεῖς θὰ τὸν διώχνουμε. Αὐτὸ ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε ἐμεῖς εἶναι ἡ πάλη. Ἐὰν θὰ νικήσουμε τὸν λογισμὸ ἢ ὄχι, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.
Μᾶς νικάει ὁ θυμὸς ἐμεῖς πολεμᾶμε: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Κάποιος μᾶς νευριάζει. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Ὁ θυμὸς φουντώνει μέσα μας. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησέ με. Δὲ νικᾶμε τὸν θυμό, δὲν πειράζει, θὰ συνεχίσουμε τὸν ἀγώνα. Ἐὰν θὰ νικήσουμε τὸν θυμὸ ἢ ὄχι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς. Ἀπὸ ἐμᾶς ἐξαρτᾶται ὁ ἀγώνας ποὺ θὰ κάνουμε.
Λέει τὸ γεροντικὸ γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ἀπολλώ. Εἶχε τὸ πάθος τῆς ὀργῆς, τοῦ θυμοῦ. Δέκα τέσσερα χρόνια παρακαλοῦσε (λέει) τὸν Θεὸ νὰ πάρει ἀπὸ πάνω του αὐτὸ τὸ πάθος. Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια. Ὄχι ἕνα μήνα, ὄχι δύο μῆνες, ὄχι ἕνα χρόνο, δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια. Καὶ ἐμεῖς θέλουμε μόλις ξεκινᾶμε νὰ τὰ καταφέρουμε κι ὄλας; Δὲν θὰ ἀπογοητευόμαστε, δὲν θὰ τὸ βάζουμε κάτω. Θὰ κάνουμε τὸν διάβολο νὰ σκάσει. Δεκατέσσερα ὁλόκληρα χρόνια καὶ τελικὰ ἔγινε αὐτὸ ποὺ παρακαλοῦσε.
Καὶ λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (προσέξτε το καὶ αὐτό), πολλὲς φορὲς παρακαλᾶμε τὸν καλὸ Θεὸ νὰ μᾶς δώσει κάτι καὶ προσευχόμαστε καὶ προσευχόμαστε καὶ δὲ μᾶς τὸ δίνει ὁ Θεός. Καὶ προσευχόμαστε καὶ ἐπιμένουμε στὴν προσευχὴ καὶ δὲ τὸ δίνει ὁ Θεός. Καὶ ἐμεῖς ποὺ ἐπιμένουμε στὴν προσευχὴ τελικὰ (λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης) ὁ Θεὸς μᾶς παραχωρεῖ, μᾶς χαρίζει αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο προσευχόμαστε, καὶ ἔχουμε ὠφεληθεῖ περισσότερο ἀπὸ τὴν προσευχὴ ποὺ κάναμε παρὰ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ κερδίσαμε. Πολλὲς φορὲς ἐπίτηδες ὁ Θεὸς δὲ στέλνει τὴν χάρη του γιὰ νὰ καταφέρουμε κάτι, γιὰ νὰ ἐπιμείνουμε στὸν ἀγώνα.
Αὐτὸ εἶναι ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε καὶ αὐτὸ θὰ κάνουμε, προσευχὴ καὶ προσοχὴ ὅσο μποροῦμε. Προσοχὴ καὶ προσευχή. Καὶ τὰ δύο. Ὄχι ἐνσυνείδητα νὰ μὴ προσέχουμε. Ἄλλο τὸ νὰ προσευχόμαστε καὶ τὸ μυαλὸ νὰ φεύγει καὶ νὰ τὸ ξαναμαζεύουμε, καὶ ἄλλο νὰ λέμε μὲ τὸ στόμα τὰ λόγια καὶ νὰ μὴ μᾶς ἐνδιαφέρει ποῦ γυρνάει τὸ μυαλό. Ὄχι, ἐκεῖ δὲ θὰ σωθοῦμε ποὺ φεύγει τὸ μυαλό.
Θὰ σωθοῦμε ὅταν φεύγει τὸ μυαλὸ καὶ ἐμεῖς τὸ ξαναμαζεύουμε, κι αὐτὸ ξαναφεύγει καὶ ἐμεῖς τὸ ξαναμαζεύουμε. Ὁ διάβολος δὲ θὰ σταματήσει νὰ μᾶς πολεμάει ποτέ. Λέει μία ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῆς θείας μεταλήψεως ποὺ τὶς διαβάζουμε πρὶν πᾶμε νὰ κοινωνήσουμε: “Πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ ναοῦ Σου παρέστηκα καὶ τῶν δεινῶν λογισμῶν οὐκ ἀφίσταμαι”. Ἔχω ἔλθει μπροστὰ στὴν ὡραία πύλη ἀνοίγω τὸ στόμα μου νὰ κοινωνήσω καὶ τὸ μυαλό μου δὲ καθαρίζει ἀπὸ τὶς σκέψεις.
Καὶ αὐτὰ τὰ λέει ἕνας ἅγιος!
Ἔ, τί! Θέλετε ἐσεῖς ἀποτελέσματα ἀπὸ τώρα ἀκόμα δὲ ξεκινήσαμε; “Πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ ναοῦ Σου παρέστηκα καὶ τῶν δεινῶν λογισμῶν οὐκ ἀφίσταμαι”. (Κι ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς λογισμοὺς δὲ γλυτώνω). Δὲν ἔχει σημασία, δὲν θὰ τὸ βάλουμε κάτω. Θὰ ἀγωνιστοῦμε. Γι' αὐτὸ ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος “στρατιώτη” τὸν Χριστιανὸ ποὺ ἀγωνίζεται.
Πόλεμος γίνεται. Ὁ διάολος τὰ ὅπλα του ἐμεῖς τὰ ὅπλα μας. Ὁ διάολος τὶς ἐπιθέσεις του ἐμεῖς τὶς δικές μας. Ποιανοῦ θὰ περάσει; Τὸ ἔχει χάσει τὸ παιχνίδι πρὸ πολλοῦ. Ἁπλῶς κοιτάει νὰ δεῖ πόσους περισσότερους μπορεῖ νὰ κερδίσει.
Ἑρμηνεία τοῦ Πάτερ ἡμῶν ( Ἅγιος Ἀμβρόσιος )
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρεκάλεσαν τὸν Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθώς Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ» (Λουκ. ια´, 1). Τότε ὁ Κύριος τοὺς παρέδωσε τὴν Κυριακὴ προσευχή (Ματθ. στ´, 9-13).
Πάτερ ἡμῶν
Ἡ πρώτη λέξι, πόσο εἶναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δὲν τολμούσαμε νὰ στρέψωμε τὸ βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανό. Χαμηλώναμε τὰ μάτια στὴν γῆ καί, ξαφνικά, δεχθήκαμε τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ κι ὅλα τὰ ἁμαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. Ἀπὸ πονηροὶ δοῦλοι, ποὺ ἤμασταν, ἐγίναμε καλοὶ «υἱοί». Μήν ὑπερηφανευώμεθα, ὅμως, γιὰ τὴν δική μας προσπάθεια, ἀλλὰ γιὰ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ. «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. β´, 5). Τὸ νὰ ὁμολογήσωμε τὴν χάρι δὲν εἶναι οἴησι, δὲν εἶναι ἔπαρσι, ἀλλὰ πίστι. Τὸ νὰ διακηρύξωμε αὐτὸ ποὺ ἐλάβαμε δὲν εἶναι ὑπερηφάνεια, ἀλλὰ ἀφοσίωσι· ἂς ὑψώσωμε τὰ μάτια πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς ἀναγέννησε μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ Βαπτίσματος, πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς «ἐξηγόρασε» μὲ τὸν Υἱό Του κι ἂς ποῦμε: «Πάτερ ἡμῶν». Εἶναι αὐτὴ μιὰ καλή, μιὰ ταπεινὴ καύχησι. Σάν ἕνα παιδί, τὸν ὀνομάζομε πατέρα. Ἀλλά, μὴ διεκδικοῦμε κάποιο προνόμιο. Μὲ τὸν εἰδικὸ κι ἀπόλυτο τρόπο δὲν εἶναι Πατέρας παρὰ τοῦ Χριστοῦ μονάχα· γιὰ μᾶς εἶναι ὁ κοινὸς Πατέρας. Γιατὶ μόνο Ἐκεῖνον τὸν ἐγέννησε, ἐνῶ ἐμᾶς μᾶς ἐδημιούργησε. Ἂς λέμε λοιπὸν καὶ μεῖς, κατὰ χάριν, «Πάτερ ἡμῶν», γιὰ νὰ γίνωμε ἄξιοι νὰ εἴμαστε παιδιά Του. Ἂς κάνωμε δική μας τὴν εὔνοια καὶ τὴν τιμή, ποὺ ἐχάρισε στὴν Ἐκκλησία.
Ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς
Τί σημαίνει «ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»; ἂς ἀκούσωμε τὴν Γραφή, ποὺ λέγει: «Ὑψηλὸς ἐπὶ πάντα τὰ ἔθνη (ὑψηλότερος ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη), ὁ Κύριος, ἐπὶ τοὺς οὐρανούς ἡ δόξα αὐτοῦ» (Ψαλμ. ριβ´, 4). Παντοῦ θὰ δοῦμε νὰ γίνεται λόγος ὅτι ὁ Κύριος εἶναι στούς οὐρανούς, γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ ψαλμωδός: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ» (Ψαλμ.ιη´, 2). Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἐκεῖ ὁπού ἔχουν σταματήσει οἱ ἁμαρτίες. Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἐκεῖ ὁποῦ οἱ παραβάσεις τιμωροῦνται. Ὁ οὐρανὸς εἶναι ἐκεῖ ὁποῦ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ πληγὴ θανάτου.
Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου
Τί σημαίνει «ἁγιασθήτω;». Σάν νὰ εὐχώμαστε νὰ ἁγιασθῇ Ἐκεῖνος, ποὺ εἶπε: «ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἅγιος ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν» (Λευϊτ. ιθ´, 2). Σάν νὰ ἔχη τὴν δύναμι ὁ δικός μας λόγος, νὰ αὐξήση τὴ δική Του ἁγιότητα... Ὄχι, δὲν εἶναι αὐτό. Ζητᾶμε νὰ ἁγιασθῆ ὁ Θεὸς «ἐν ἡμῖν», ἐντός μας. Τὸ ἁγιαστικό του ἔργο νὰ φθάση σὲ μᾶς.
Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου
Ἆρα γε δὲν εἶναι αἰώνια ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Ὁ Ἰησοῦς λέγει: «Ἐγὼ εἰς τοῦτο γεγέννημαι καὶ εἰς τοῦτο ἐλήλυθα εἰς τὸν κόσμον» (Ἐγὼ γι᾿ αὐτὸ γεννήθηκα καὶ γι᾿ αὐτὸ ἦλθα στὸν κόσμο, Ἰωάν. ιη´, 37), καὶ μεῖς λέμε: «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», σάν νὰ μήν ἔχῃ ἔλθει· ὅμως, τὸ αἴτημα αὐτὸ ἔχει ἕνα διαφορετικὸ νόημα. Ὁ Θεὸς ἔρχεται, ὅταν δεχώμαστε τὴν χάρι Του. Ὁ ἴδιος τὸ βεβαιώνει: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι» (Λουκ. ιζ´, 21).
Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς
Μὲ τὸ Αἶμα τοῦ Χριστοῦ ὅλα εἰρήνευσαν καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν γῆ. Ὁ οὐρανὸς ἁγιάσθηκε, ὁ διάβολος ἐκδιώχθηκε. Βρίσκεται πιὰ ἐκεῖ, ὁποῦ βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἀπάτησε. «Γενηθήτω τὸ θέλημά σου» σημαίνει νὰ ἔλθῃ εἰρήνη στὴν γῆ, ὅπως ὑπάρχει στὸν οὐρανό.
Τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον
Προτοῦ ἐκφωνήσει ὁ ἱερέας, κατὰ τὴν Θ. Εὐχαριστία, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Λάβετε φάγετε... πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες...», αὐτὸ ποὺ προσφέρομε ὀνομάζεται ἄρτος. Μετὰ τὴν ἐκφώνησι δὲν τὸ ὀνομάζομε πιὰ ἄρτο, ἀλλὰ Σῶμα. Γιατί, ὅμως, στὴν Κυριακὴ προσευχή, τὴν ὁποίαν ἀπαγγέλλομε μετὰ τὸν καθαγιασμό, λέμε «τὸν ἄρτον ἡμῶν»; ... Ἀλλά, προσθέτομε «τὸν ἐπιούσιον», δηλαδὴ τὸν ἀπαραίτητο γιὰ τὴν συντήρησι τῆς οὐσίας· τὴν ὑπόστασι τῆς ψυχῆς μας δὲν τὴν ἐνισχύει ὁ ἄρτος ὁ ὑλικός, ποὺ μπαίνει στὸ σῶμα μας, ἀλλ᾿ ὁ ἄρτος ὁ οὐράνιος· τὸν ὀνομάζομε, ὅμως, κι «ἐπιούσιο», ποὺ σημαίνει ἐπίσης «καθημερινό», γιατὶ οἱ ἀρχαῖοι ὀνόμαζαν τὴν «αὔριον»: «ἐπιοῦσαν ἡμέραν». Ἔτσι ἐκφράζομε δύο ἔννοιες μὲ μιὰ λέξι.
Ἐάν, ὅμως, ὁ ἄρτος αὐτὸς εἶναι καὶ καθημερινὸς καὶ ἀπαραίτητος γιὰ τὴν συντήρησι τῆς οὐσίας, γιατὶ περιμένομε νὰ περάση ἕνας ὁλόκληρος χρόνος, γιὰ νὰ μεταλάβωμε; ἂς λάβωμε κάθε ἡμέρα αὐτὸ ποὺ μᾶς χρειάζεται κάθε ἡμέρα. Ἂς ζοῦμε κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ εἴμεθα ἄξιοι νὰ μεταλαμβάνωμε κάθε ἡμέρα. Γιατί, ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος νὰ τὸν λαμβάνῃ κάθε ἡμέρα, δὲν θὰ εἶναι ἄξιος νὰ τὸν δεχθῇ οὔτε μιὰ φορὰ τὸν χρόνο. Ὁ Ἰὼβ προσέφερε κάθε ἡμέρα θυσία γιὰ τοὺς γιούς του, ἀπὸ φόβο μήπως διέπραξαν κανένα ἁμάρτημα μὲ τὰ λόγια ἢ μὲ τὶς ἐνθυμήσεις τῆς καρδιᾶς τους (Ἰώβ α´, 5). Καὶ μεῖς ἀκοῦμε πώς, κάθε φορὰ ποὺ προσφέρεται ἡ ἀναίμακτος θυσία, ἀναπαριστάνεται ὁ θάνατος καὶ ἡ Ἀνάστασι καὶ ἡ Ἀνάληψι τοῦ Κυρίου, καὶ ξαναδίδεται ἡ συγχώρησι τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ δὲν δεχώμεθα τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς; Ὅποιος ἔχει μιὰ πληγὴ ζητάει κάποιο φάρμακο. Τὸ νὰ εἴμαστε ὑποταγμένοι στὴν ἁμαρτία εἶναι μιὰ πληγή. Τὸ οὐράνιο φάρμακο εἶναι τὰ ἄχραντα Μυστήρια.
Ἄν μεταλαμβάνωμε κάθε ἡμέρα, τότε ἡ κάθε ἡμέρα εἶναι γιὰ μᾶς μία «σήμερον». Ἐὰν σήμερα ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα μας, ἀναγεννάει κι ἀνασταίνει τὴν σημερινή μας ἡμέρα. Μὲ ποιὸν τρόπο; Ὁ Πατήρ ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς λέγει στὸν Ἰησοῦ: «Υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. β´, 7). Τὸ «σήμερον» εἶναι ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς ἀνασταίνεται. Ὑπάρχει τὸ χθές καὶ τὸ σήμερα· ὅμως, ὁ Ἀπόστολος λέγει: «Ἡ νύξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν» (Ρωμ. ιγ´, 12). Ἡ νύχτα τῆς «χθές» πέρασε. Ἡ σημερινὴ ἡμέρα ἔφθασε.
Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν
Ποιὸ ἄλλο εἶναι τὸ «ὀφείλημα», τὸ χρέος, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; ἄν δὲν δεχώμασταν χρήματα ἀπὸ ἕναν ξένο δανειστή, δὲν θὰ χρωστούσαμε. Ἀκριβῶς γι᾿ αὐτὸν τὸν λόγο μᾶς καταλογίζεται ἁμαρτία.
Εἴχαμε στὴν διάθεσί μας τὸ «χρῆμα» καὶ ὠφείλαμε μ᾿ αὐτὸ νὰ γεννηθοῦμε πλούσιοι. Ἤμασταν πλούσιοι, πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ» (Γεν. α´, 26-27). Ἐχάσαμε αὐτὸ ποὺ κατείχαμε, δηλαδὴ τὴν ταπείνωσι, ὅταν ἀπὸ ὑπερηφάνεια προεβάλαμε διεκδικήσεις. Ἐχάσαμε τὸ χρῆμα μας. Ἐμείναμε γυμνοὶ σὰν τὸν Ἀδάμ. Πήραμε ἀπὸ τὸν διάβολο ἕνα δάνειο, ποὺ δὲν μᾶς ἦταν ἀπαραίτητο. Κι ἔτσι ἐμεῖς, ποὺ ἤμασταν ἐλεύθεροι «ἐν Χριστῷ», ἐγίναμε αἰχμάλωτοι τοῦ διαβόλου. Ὁ ἐχθρὸς κρατοῦσε τὸ γραμμάτιο. Ἀλλ᾿ ὁ Κύριος τὸ κάρφωσε πάνω στὸν Σταυρὸ καὶ τὸ ἔσβησε μὲ τὸ Αἶμα Του (Κολ. β´, 14-15). Ἐξάλειψε τὸ χρέος καὶ μᾶς ἐλευθέρωσε. Ἑπομένως ἔχει ἰδιαίτερη σημασία αὐτὸ ποὺ λέμε: «Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἂς τὸ προσέξωμε: «ἄφες ἡμῖν..., ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν...», (Συγχώρησέ μας..., ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε). Ἄν συγχωροῦμε, τότε κάνομε κάτι ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεσι γιὰ νὰ συγχωρηθοῦμε. Ἄν δὲν συγχωροῦμε, πῶς ζητοῦμε, πῶς ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήση;
Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ
Ἂς τὸ προσέξωμε αὐτό: «Μὴ εἰσενέγκης», μὴ μᾶς ἀφήνεις νὰ πέσωμε σὲ πειρασμό, στὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ ἀντισταθοῦμε. Δέν λέγει: «Μὴ μᾶς ὁδηγεῖς στὸν πειρασμό». Ἀλλὰ σάν ἀθλητές, ποὺ θέλουμε νὰ ἀγωνιστοῦμε, ζητᾶμε νὰ ἔχωμε τὴν δύναμι ν᾿ ἀντισταθοῦμε στὸν ἐχθρό, δηλαδὴ στὴν ἁμαρτία. Ὁ Κύριος, ποὺ σήκωσε στούς ὤμους Του τίς ἁμαρτίες μας καὶ συγχώρησε τὰ λάθη μας, εἶναι ἱκανὸς νὰ μᾶς προστατεύσῃ καὶ νὰ μᾶς φυλάξῃ ἀπὸ τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου, ποὺ μᾶς πολεμάει, ὥστε ὁ ἐχθρός, ποὺ γεννάει συνεχῶς τὸ κακό, νὰ μὴ μᾶς κατακτήσῃ· ὅποιος ἐμπιστεύεται στὸν Θεό, δὲν φοβᾶται τὸν διάβολο. Γιατὶ «εἰ ὁ Θεὸς ὑπὲρ ἡμῶν, τίς καθ᾿ ἡμῶν;» (Ρωμ. η´, 31). Σ᾿ Αὐτόν, λοιπόν, ἀνήκει ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
The Holy Monastery of Saint Nicholas of the Cats
“It is wonderful to see them, for nearly all are maimed by the snakes: one has lost a nose, another an ear; the skin of one is torn, another is lame: one is blind of one eye, another of both. And it is a strange thing that at the hour for their food, at the sound of a bell, they collect at the monastery and when they have eaten enough, at the sound of that same bell, they all depart together to go fight the snakes.” – The Venetian Francesco Suriano (1484)
The Monastery of Saint Nicholas of the Cats is regarded as a sacred cat haven in Cyprus, as it’s name has been linked to felines for almost 2,000 years.
The original monastery was built in 327 AD, by Kalokeros, the governor of Cyprus appointed by Constantine the Great, and patronised by Saint Helen, the mother of Constantine the Great. At that time, a terrible drought affected the whole of Cypus, and the entire island was overrun with poisonous snakes which made building the monastery a dangerous affair. Many of the inhabitants left their homes and moved off the island, for fear of the snakes, but Saint Helen came up with a solution to the plague – she ordered 1,000 cats to be shipped in from Egypt and Palestine to fight the reptiles.
In the following years, the cats did their duty, hunting and killing most of the snakes in the Akrotiri Peninsula, which soon came to be known as the “Cat Peninsula”. The monks would use a bell to call the cats to the monastery at meal time, and then the felines were dispatched to their snake-hunting duties. Pilgrims from all around Europe traveled to the Holy Monastery of Saint Nicholas to see its feline guardians, and the discovered documents of a Venetian monk describe them as scarred, missing various body parts, some completely blind as a result of their relentless battle against the snakes.
According to the writings of Father Stephen de Lusignan, in 1580, the Byzantine monks at the Monastery of Saint Nicholas were awarded the surrounding lands, on one condition – they had to take care of at least 100 cats and feed them at least twice a day. Legend has it, the cats were so well trained they knew that when the bell rang once they had to go hunting for snakes, and when it rang a second time, it was meal time at the monastery.
During the Turkish invasion, the Monastery of Saint Nicholas of the Cats was completely destroyed and its residing monks slaughtered or taken into captivity. Left without food and shelter, the cats left and wandered around the island, which explains the large number of cats currently living in Cyprus. Even now, locals appreciate their help in getting rid of the snakes centuries ago, and takegood care of them, even if they’re strays.
After being rebuilt and abandoned several times, the modern history of the Monastery of Saint Nicholas of the Cats began in 1983, when it was assigned to a group of nuns. When they arrived there wasn’t a cat in sight, but the number of snakes was once again overwhelming, so they did exactly what Saint Helen did over 1,500 years ago – they brought in a couple of cats. Their numbers grew, over the years, and there are now six nuns at the monastery and over 70 felines. Many people bring abandoned cats to this place, and the nuns take them in.
The Monastery of Saint Nicholas of the Cats receives a small subsidy from the government, but that isn’t enough to take care of the entire feline population, so the nuns rely on donations made by locals or cat-loving tourists.
How can one conquer and route ambition and prideful thoughts from himself? ( Elder Arsenie of Romania )
A hideous and impure passion! All evil catches a fish in this murky water! God does not even want to hear about a proud person! He takes all grace away from him, so that he might stumble—maybe then he will become humble, as the Scripture says (cf. 1 Pet. 5:5).
He abandons him, and that person becomes a great abomination; He takes from him all sense of beauty, leaves him to roam around in chaos, in all manner of filthy back alleys of the world. He has no image, or likeness, or healthy reason. The holy fathers say truly, “Wherever there was a fall, pride first did its work.” No other passion will liken you to a devil like pride.
All passions can, let’s say, be excused due to nature and bad life circumstances; but pride cannot be justified by anything! It has an unbearable insolence—it attaches itself to any virtue if it can, and it even hides behind humility, which serves as its shield. We see this very often, and to prove what I am saying, it is as one father said: “That proud one is so humble!”
Because it is so dangerous and so broadly present in all ages and ranks, it would be good if no one would disdain any person, no matter how unimportant he may be—for Christ is within him—and would even ask his opinion, even if it is for a lark. This would be the first step, one length along the path of the Gospels.
It would be good to ask everyone’s opinion, no matter who you are; for who knows? After all, God’s grace rests more often upon the simple and unnoticed. Make a prostration, as they say, if only for the sake of humbling the body—for this also shows good manners—and you will see how much you need these people with whom God has assigned you to live. You will see, and will be convinced in life that wisdom really does abide more in places where there is humility—for God is there.
Lucifer fell irreparably; his grandiose fall happened due to one word only: “I”. Having fallen, he became an adversary for eternity, an abomination of desolation. Let no one be deceived, thinking that without true purification in the only water of humility he can enter into the Kingdom from which the angels fell!
These are, in brief, my thoughts and exhortations about this, so that one might realize that God created us beautiful only for Himself!
~Elder Arsenie of Romania
Source:http://thehandmaid.wordpress.com/2011/08/27/how-can-one-conquer-and-route-ambition-and-prideful-thoughts-from-himself/
God's grace through divine healing
We appeal to God for the healing of our souls and bodies only as a last resort. God’s healing is always a miraculous act, and we are afraid of facing the manifestation of the almighty power of God. Although the healing we receive from God is a gift, we also know that its implications are many and everlasting.
There is a price tag on divine healing, and the price is a complete change of life. It is indeed a serious price – for change does not come easily. For this reason, divine healing can only take place when it is really wanted. It also requires a total submission and a full commitment to the relationship of faith with God’s divine power.
In order to understand this process, we can look closely at the healing performed by our Lord, Jesus Christ at the pool called Bethesda by the Sheep Gate in Jerusalem. An angel of the Lord would come down at a certain time and stir the waters of the pool. Then, “whoever stepped in first, after the stirring of the water, was made well of whatever disease he had” (John 5:4).
At the pool, there was a man who had suffered from an infirmity for thirty-eight years. “When Jesus saw him lying there,” says the Gospel, “and knew that he already had been in that condition for a long time, He said to the him, ‘Do you want to be made well’ ” (complete, whole)?
At first, this question seemed superfluous to the sick man as suggested by his answer: “Sir, I have no man to put me into the pool when the water is stirred up, but while I am coming, another steps down before me.”
But the Lord’s question had a deeper meaning. The Lord asked the sick man if he really wanted to be made well and if he were ready to pay the price of the divine healing that the Lord was about to perform. Was he committed to the relationship that would be established by the divine intervention about to take place? Was he ready to submit totally to the will of God?
Divine healing would not only take away the man’s infirmity, but would also change his life forever. It would change his heart and his mind. It would also make him spiritually well. So, in other words, the Lord was asking the sick man, “Are you ready to be touched by God in this special way?”
When he agreed, Jesus commanded him, “Rise, take up your bed, and walk.”
The man obeyed the Lord, even though he knew it was the Sabbath day.
Those who saw him carrying his bed, reminded him, “It is the Sabbath day, and it is not lawful for you to carry your bed.” Showing his complete submission to the Lord, he answered them: “He who made me well said to me, ‘Take up your bed and walk.’ ”
After the healing, the Lord disappeared among the multitudes of people.
The Gospel says that, at this point, the healed man did not know who Jesus was. It was only after awhile that the Lord met him in the temple and said to him, “See, you have been made well. Sin no more, lest a worse thing will happen to you.”
First of all, in the healing process, the sick man obtained the forgiveness of his sins. Secondly, the healing that he accepted changed his life so much that he could not go back to his old ways of understanding or leading his life. In fact, it was as if the sick man was arraigned and placed on divine parole. “If you break your parole,” the Lord seemed to say, “you will not only go back to your old situation, but to an even worse one.”
Divine healing as a gift from God, still has a spiritual price. When we pay it, however, we help ourselves. It changes us more drastically then anything before has ever changed us.
It calls us to a new life, a renewed relationship with our fellow man, and a total submission to God. That’s why it often seems much easier to take a pill and go to bed, or to see a doctor and then complain about the bill.
Nonetheless, have courage my friends. Don’t be afraid to appeal to God’s healing and to accept His purifying power that changes everything within you. Divine healing erases our sinful past, makes well of our present and helps save our souls. We must also remember that His healing will place us on divine parole, and that we must sin no more. Amen.
Wednesday, October 16, 2013
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι περιβόλι καί Παράδεισος ( Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης )
Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
Πρέπει μέ πολλή ἐπιθυμία νά πηγαίνετε, ἀδελφοί μου, στήν Ἐκκλησία. διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι παράδεισος καί περιβόλι. Καθώς λοιπόν κάθε ἄνθρωπος ἔχει μεγάλη χαρά νά μπαίνη σέ ἕνα ὄμορφο περιβόλι, γιά νά βλέπη ἐκεῖ τα διάφορα δένδρα καί λουλούδια καί ἔτσι νά χαίρεται καί νά εὐφραίνεται ἡ καρδιά του, ἔτσι καί οἱ Χριστιανοί πρέπει μέ μεγάλη χαρά νά τρέχουν καί νά μπαίνουν στήν Ἐκκλησία, γιά νά ἀπολαύσουν τά διάφορα ἄνθη καί λουλούδια τῶν θείων Γραφῶν, εὐαγγελικά, ἀποστολικά καί προφητικά.
Καί μάλιστα στόν Παράδεισο αὐτόν τῆς Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει κανένα φίδι νά ἐπιβουλεύεται, ἀλλά ὁ Χριστός, ποῦ συμβουλεύει. Δέν ὑπάρχει ἡ Εὕα νά γκρεμίζη, ἀλλά διδασκαλία, γιά νά διορθώνη, οὔτε μόνο φύλλα δένδρων ἀλλά οἱ καρποί τοῦ πνεύματος, ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Χρυσσορήμων· «Ποιός εἶναι τέτοιος κῆπος, ὅπως ἡ Ἐκκλησία; Ποιός παρόμοιος Παράδεισος, ὅπως ἡ δική μας Σύναξις; δέν ὑπάρχει ἐδῶ φίδι νά ἐπιβουλεύεται, ἀλλά ὁ Χριστός, ποῦ μυσταγωγεῖ· οὔτε ἡ Εὕα ποῦ γκρεμίζει, ἀλλά ἡ Ἐκκλησία, ποῦ ἀνορθώνει· δέν ὑπάρχουν ἐδῶ φύλλα δένδρων, ἀλλά ὁ καρπός τοῦ Πνεύματος» (Λόγος δ’ περί μετανοίας, τόμος 5). Καί πάλι· «Οἱ κῆποι ἔχουν ποικίλα καί διάφορα ἄνθη, ἄλλα γιά τέρψι τῶν ὀφθαλμῶν, ἄλλα γιά εὐωδία, ἄλλα γιά φροντίδα· κάθε ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι κατάλληλα γιά τόν ἄνθρωπο· ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία· ἔχει τήν ἀνάγνωσι τῶν θείων Γραφῶν, ἀναγνώσματα εὐαγγελικά, ἀποστολικά καί προφητικά καί τά ὑπόλοιπα ἱερά βιβλία» (Λόγος περί ἐλεημοσύνης).
Ἀπό τό βιβλίο: Χρηστοήθεια τῶν χριστιανῶν
http://iliaxtida.wordpress.com/?fp=0
Keeping our soul clean ( Abba Dorotheos )
Penetrate mentally, O brethren, into the nature of things, and beware lest you be negligent, for even a small negligence subjects us to great dangers. I went not long ago to one brother, and finding him completely worn out from illness, I conversed with him and learned that he had been in a fever for only seven days, but then another forty days had passed and he still had not recovered his strength. So you see, O brethren, how a man suffers when he falls into a condition which is not natural to him. Another may never take care of his body's minor disorders, not realizing that if his body were to suffer even a slight illness, especially if he is weak, much time and labor will be needed for him to completely recover. This humble monk was sick for seven days, and see how many days passed and he still finds no comfort and cannot regain his strength.
Thus it happens also with the soul: one person sins a little, but what a great amount of time he later spends shedding his blood to correct himself! However, physical ailments are prolonged for many reasons—either the physician is unskilled and gives one medicine when he should have given another, or the patient does not conduct himself properly and does not follow the prescriptions of the physician. But with regard to the soul it is different. We cannot call the physician unskilled, and say that he does not give the right medicine. For the physician of souls is Christ, Who knows everything and gives a fitting treatment for every passion. Against vainglory He has given the commandment of the humility of wisdom, against love of pleasure the commandment of continence, against love of silver the commandment of almsgiving, and in short, every passion has as its treatment a corresponding commandment, so that no one can say that the physician is unskilled, or that the medicines are old and therefore ineffective; for the commandments of Christ never grow old—to the contrary, the more they are fulfilled, the more they renew themselves. Therefore nothing hinders the health of the soul but its own lawlessness.
And so let us pay heed to ourselves O brethren, let us labor while we have time. Why do we not take a care for ourselves? Let us do at least something good so as to find help in the time of temptation! Why do we ruin our own lives? We hear so much, yet we do not take a care for ourselves, and we disdain everything. We see how our brethren are taken from our midst, yet we do not pay heed to ourselves, although we know that we too draw ever nearer to death. See, from the time we have sat down to converse up till now, we have passed two to three hours of our lives and have drawn closer to death, and although we see that we are losing time, we have no fear. How is it that we do not remember the words of the elder who said, "If someone looses gold or silver he can find some other to replace it; but if we lose time by living in idleness and sloth, we will not be able to find any other time in place of what was lost—verily we will seek even a single hour of this time and will not find it. How many men are there who desire to hear the word of God but do not receive what they desire, and we hear so much yet disdain it, and do not wake up! God knows, I am astonished at the insensitivity of our souls—that we could be saved yet we do not want to be. For we could cut off our passions while they are still young, but we do not concern ourselves with this, and allow them to gain strength against us so that we might come to a worse end. For it is one thing, as I have many times said to you, to uproot a small blade of grass, because it is easily pulled out; but it is another thing to uproot a great tree.
One great elder was walking with his disciple in a certain place where there were several cypresses, great and small. The elder told one of his disciples, "Uproot this cypress. The cypress was small, and the brother immediately pulled it out with one hand. Then the elder pointed to a second which was larger than the first and said, "Uproot this one too." The brother pulled it this way and that with both hands and finally pulled it out. Again the elder showed him yet a larger tree, and with great labor he uprooted that one also. Then he showed him a yet larger one, the brother with the greatest labor at first pulled it back and forth, labored and sweated, and finally he pulled out this one also. Then the elder showed him one that was even larger, but although the brother labored sweated much over it, he still could not uproot it. When the elder saw that he did not have the strength to do this, he commanded another brother to stand and help him; and together they barely managed to uproot it. Then the elder said to the brethren, "And so it is with the passions, brethren; while they are small, if we want we can easily uproot them; but if we are negligent about them because they are insignificant, they will become strong, and the stronger they are the greater labor will be demanded of us. And when they become very strong in us, then even with great effort we will not be able to uproot them ourselves, without the aid of the saints who help us according to God."
Do you see how significant are the words of the early elders? The prophet teaches us this same thing, in the psalm, O daughter of Babylon, thou wretched one, blessed shall he be who shall reward thee wherewith thou hast rewarded us. Blessed shall he be who shall seize and dash thine infants against the rock (Ps. 136:11,12). Let us examine what has been said in order. Babylon he calls joining or disturbance—this is what that word signifies, being derived from the word Babel, which means also Sichem. The daughter of Babylon signifies enmity; for the soul at first is disturbed and then gives birth to sin. He calls her wretched because, as I have told you before, evil has no existence in itself, but receives its existence from our negligence, and in turn is uprooted and destroyed by our striving for virtue. Then St. David speaks as it were to her, Blessed shall he be who shall reward thee wherewith thou has rewarded us. Let us see what we have given, what we have accepted and what we would like to give? We gave our will and received sin. This passage calls blessed those who give to her, and "to give" here means: no longer to perform sin. Then he adds, Blessed shall he be who shall seize and dash thine infants against the rock; blessed is he who from the very beginning does not at all accept what is born of you, that is, evil thoughts, and gives them no room to grow in himself and bring evil into action; but swiftly, while they are still small and before they have grown strong and risen up against him, he takes them and crushes them against the rock, which is Christ (I Cor. 10:4), and destroys them, hastening to Christ. Behold how both the elders and the Holy Scripture are in agreement between themselves, and how they glorify those who labor to cut off their passions while they are still young, before experiencing the misfortune and bitterness they bring.
And so let us strive, O brethren, to receive mercy; let us labor a little and find great repose. The Fathers have told us how a man should gradually purify himself: every evening he should examine himself as to how he spent the day, and again in the morning how he spent the night, and repent before God for however he may have sinned. In truth, since we sin much, we need, because of our forgetfulness, to examine ourselves even after the passing of six hours as to how we spent the time and in what we have sinned. And each one of us should say to himself, "Did I not say something which angered my brother? When I saw him occupied with some work did I not judge him? Did I not belittle him and speak evil against him? Did I not ask something from the cellarer, and when he did not give it to me, did I not judge him and murmur against him? If the food was not good did I not say something about it? Or being embittered, did I not murmur against my own self?" For if someone should murmur even against himself, this is a sin. We should likewise say to ourselves, "Did the canonarch or some other brother say some unpleasant word to me and I did not endure it but talked back to him?" In this way we should daily probe ourselves as to how we spent the day. And in the same way each one should test himself how he spent the night: Did he arise with fervor for the Vigil? Or did he murmur against the one who woke him up? Or was he fainthearted against him? We should know that the one who awakens us for the Vigil show us a great benefaction and is for us the cause of great good things, for he awakens us in order that we might converse with God, pray for our sins, be enlightened and receive benefit of soul. How should we not give thanks to such a benefactor? In truth we should revere him just as if through him we receive salvation.
I will relate to you something miraculous which I heard concerning a great and clairvoyant elder. Standing in the church he saw that when the brethren began the psalmody, a certain light-bearing being came out of the altar, bearing what appeared to be a little case with myrrh and a brush. He moistened the brush in the case and went about all the brethren, placing a sign on each of them and on the places of certain of those who were absent, but he passed by the places of other ones who were absent. Toward the end of the divine service, they again saw that he came out of the altar and did the same thing. Once the elder stopped him and fell to his feet, entreating him to explain to him what he was doing and who he was. That light-bearing man replied to him, "I am an angel of God, and it has been commanded me to seal with this sign those who come to church at the beginning of the psalmody and remain to the end of it, for their zeal, striving, and good will." The elder asked him, "But why do you make the sign on the places of certain of those who are absent?" In reply to this the Holy Angel said to him, "Those of the brethren who are zealous and have a good will have left church because of extreme exhaustion, with the blessing of the fathers, or likewise by some command, being occupied with their obedience and therefore they are not here, so that although they are not in church, they still receive their blessing, for by their good will they are present together with those who sing. Only to those who could be in church and do not come out of laziness it is commanded not to give the sign, inasmuch as these make themselves unworthy of it." Do you see what gifts the brother who awakens you for the church rule is the cause of? Strive then O brethren never to be deprived of the sign of the holy angel; if it happens sometime that you be lazy and that others should remind you of this, you should not be indignant, but, having in view the benefit of such a reminder, you should give thanks to the one who reminds, whoever he might be.
When I was living in coenobitism, the Abbot, at the advice of the elders, made me the receiver of visitors, while not long before this I had had a severe illness. And thus it happened that visitors would come in the evening and I would spend the evening with them; then camel-drivers would come, and I would serve them; and often after I had gone to sleep, another need would arise, and they would wake me up, and meanwhile the hour of the Vigil would also be approaching. Hardly would I have fallen asleep when the canonarch would wake me up; but from labor or from illness I would be exhausted, and sleep would again take such possession of me that, weakened by fever, I would not remember myself and would answer through sleep: "Very well, my lord, may God remember your love and reward you; you have commanded, I will come, O lord." Then when he went out, I would again fall asleep and be very sad that I was late in going to church. And since the canonarch couldn't wait for me, I begged two brethren, one to wake me up, and the other not to let me doze at the Vigil; and believe me, brethren, I revered them as if through them my salvation was accomplished, and maintained toward them great piety. So you also should act with regard to those who rouse you to the church rule and to every good deed. Therefore each of us, as we have said, should test himself as to how he spent the day and night—did he stand with attention at psalmody and prayer, or was he distracted by passionate thoughts? Did he listen to the divine reading diligently, or, leaving the psalmody did he depart from church with his mind distracted? If one constantly tests himself in this way, he repents over his sins and strives to be corrected—then he will begin to lessen the evil within himself. And if he has made nine mistakes, he will in the future make only eight, and thus, advancing gradually with God's help, he will not allow the passions to grow strong in him. For it is a great misfortune for someone to fall into the habit of passion, because as we have said, although he might wish to repent, he will not be able to overcome the passion by himself if he does not receive help from the saints.
Would you like me to tell you about a certain brother for whom a passion was converted into a habit? Listen to something which deserves much lamentation. When I lived in the coenobium, the brethren in their simplicity, I think, confessed to me their thoughts, and the Abbot at the advice of the Elders commanded me to take this concern upon myself. Once there came to me one of the brothers who said to me, "Forgive me father and pray for me: I steal and eat." I asked him, "Why? Are you hungry?" He replied, "Yes, I do not get enough at the brothers' trapeza and I cannot ask." I told him, "Why don't you go and tell the Abbot?" He replied to me, "I am ashamed." I said to him again, "Do you wish me to go and tell him?" He said, "As it is pleasing to you, O master." And so I went and informed the Abbot of this. He said to me, "Show love and take care of him as you know how." Then I took him and said to the cellarer in his presence, "Show your love—when this brother will come to you give him as much as he wishes and do not refuse him in anything." Doing this the cellarer replied to me, "As you have ordered so will I fulfill it." Spending several days in this way the brother again came in and said to me, "Forgive me father, again I have begun to steal." I said to him, "But why? Doesn't the cellarer give you what you wish?" He replied to me, "Yes, forgive me, he gives me what I want, but I am ashamed before him." I said to him, "Are you ashamed also before me?" He replied, "No." Then I said to him, "Then whenever you wish come and take from me, but do not steal," for at that time I had the responsibility of being in the infirmary, and he came and took what he wished. But several days later he began again to steal, and he came with sorrow and told me, "Again I am stealing." I asked him, "Why my brother? Do I not give you what you want?" He replied, "Yes, you give me what I want." I said to him, "Then what is it, are you ashamed to take from me? He replied, "No." I said to him, "Then why do you steal?" He replied, "Forgive me, I myself do not know why; but I simply steal." Then I said to him, "At least tell me truthfully what you do with what you steal? He replied, "I give it to the donkey." And indeed it turned out that this brother stole pieces of bread, dates, figs, onions, and in general everything that he found, and hid it, some things under his bed, other things in different places, and finally not knowing where to use all this and seeing that it was spoiling, he brought it out and threw it away or gave it to the irrational creatures.
And so you see what it means to turn a passion into a habit? Do you see how pitiable this is, and what suffering it is? He knew that this was evil, he knew that he was doing wrong and he grieved and wept; however he was enticed, the poor wretch, by a bad habit which was formed in him because of his previous negligence. Abba Nisteroe has well said, "If someone is enticed by a passion he will be the slave of a passion." May the good God deliver us from evil habit, lest it be said to us, What profit is there in my blood when I go down into corruption? (Ps. 29:9). And how someone falls into a habit I have told to you many times. For a man who has become angry once is not necessarily called an angry man; one who has once fallen into fornication is not necessarily called a fornicator; and just because one has shown mercy to his neighbor on one occasion he is not necessarily called merciful. But just as with virtues so also with vices, from their frequent exercise the soul receives a certain habit, and then this habit either tortures the soul or give it repose. We have often repeated that virtue gives repose to the soul while vice tortures it, that is, virtue is natural, it is within us, for the seeds of virtues cannot be destroyed. And I have said that the more we do good, the more we acquire a habit for virtue, that is, we restore our natural characteristic to ourselves and ascend to our previous health, just as from having a cataract to our previous vision, or from some other ailments to our previous natural health. But it is not the same with regard to vice. Through exercise in vice we develop a tendency that is foreign and contrary to our nature, that is, we develop a tendency for a certain destructive infirmity, so that even if we want to be free of it we cannot without many prayers and tears which might incline Christ's mercy toward us. We note a similar thing in the body: there are certain kinds of food which by nature produce black bile, as for example cabbage, lentils, and certain other foods like these; but one becomes black-biled not because he once or twice eats cabbage or lentils or the like, but rather from eating them frequently. If the black bile should later increase in him, then fever occurs which torments him and brings other innumerable afflictions in its wake. The same thing happens with the soul: if one becomes hardened in sin, then an evil habit forms in the soul, and tortures it. However you should know also that the soul can have an attraction to certain passions, if it falls into committing this passion only once it immediately is in danger of falling also into a habit. The same thing happens also with the body: one man may have a disposition toward black bile from some previous negligence, so that a single one of the above-mentioned types of food can immediately produce black bile in him and cause a fever. And so one needs great attentiveness, effort and fear lest one fall into an evil habit.
Believe me brethren, if even one passion has become a habit in someone, he will deserve torment; it could happen that one might do ten good deeds but have one evil habit, and this one thing which proceeds from an evil habit supersedes his ten good deeds. If an eagle is caught in a net with one claw, even though the rest of him may be entirely outside the net, this small thing overcomes all his power. For is he not stuck in the net by that one claw even though he is otherwise entirely outside of it? Cannot the hunter seize him whenever he wishes? So also the soul: if even one passion turns into a habit, the enemy can overcome the soul whenever he wishes, for it is in his hands by reason of that passion. Therefore I also say to you constantly: do not allow any passion in you to become a habit, but labor and pray to God day and night so as not to fall into temptation. But if being human we should be conquered and fall into sin, let us then strive immediately to rise, let us repent over it, let us weep before God's goodness, let us keep vigil and struggle. And God, seeing our good will, humility, and contrition, will give us a hand of help and have mercy upon us. For to Him belongs all glory, honor and worship. Amen.
Abba Dorotheos
Lessons of Life ( Abba Dorotheos )
Abba Dorotheos said that one who trusts in his own understanding or judgment cannot submit to nor follow the good example of his neighbor.
He likewise said: Being passionate, we cannot at all believe in our own hearts; for a crooked rule will make even the straight crooked.
He likewise said: It is not a great matter to withhold judgment of or to feel compassion for someone who is in sorrow and submits to you; but it is a great thing not to judge one who contradicts you, not to take revenge on him according to your passion, not to agree with those who condemn him, and to rejoice together with those who respect him.
Again he said, Do not demand love from your neighbor, for he who demands it is disturbed if he does not encounter it; but rather you yourself show love to your neighbor, and you will find rest; and in this way you will also lead your neighbor to love.
Again he said: He who performs a work which is pleasing to God must unfailingly meet with temptation; for a temptation either precedes or follows every good work, and that which is done for the sake of God cannot be confirmed unless it is tested by temptation.
Again he said: Nothing unites men so closely among themselves as when they rejoice over one and the same thing and have a single way of thinking.
Again he said: Not to despise the gift of one's neighbor is a work of humility of wisdom; and one should accept the gift with thanksgiving even if it should be small and insignificant.
Again he said: If I should happen to encounter some work to be done, it is more pleasant for me to undertake it at the counsel of my neighbor, even though it might happen that the matter be ruined according to his counsel, rather to perform the work well following my own will.
Again he said: In every work it is good to attend personally to the little that you need, for it is not profitable to be granted repose in everything.
Again he said: In every matter which I encounter I never have desired to defend myself by means of human wisdom; but whatever the matter might be I always act according to my strength and present everything to God.
Again he said: He who does not have his own will always fulfills his desire. Such a man does not have any desire of his own--therefore he is satisfied with whatever might happen to him, and it happens that his own desires are continually fulfilled; for he does not want things to turn out according to his own wishes, but he rather wishes that they will be just as they will be.
Again he said: It is indecent to correct a brother while he is sinning against you. Indeed, at any other time you should not do this in order to avenge yourself.
He likewise said: Love according to God is more powerful than natural love.
He likewise said: Do not do evil even as a joke; for it happens that one may at first do some evil jokingly, but later he will be attracted by it even though he does not wish it.
He likewise said: One should not desire to be delivered from passion in order merely to flee the sorrows consequent to it, but rather out of complete hatred for it: With perfect hatred have I hated them, they are reckoned enemies with me (Ps. 138:22).
He likewise said: It is impossible for anyone to become angry at his neighbor if his heart has not first been lifted above him; unless he has not despised him, and considered himself higher than him.
He likewise said: A sign of the fact that someone has voluntarily given way to passion is his disturbance when accused or corrected of it. But to endure accusation, that is, exhortation, without disturbance is a sign that one has either been conquered by the passion, or has committed it out of ignorance. To our God belongs glory to the ages of ages. Amen.
Abba Dorotheos
Subscribe to:
Posts (Atom)


