Sunday, December 16, 2012
ΣΤΟΥΣ ΔΥΣΚΟΛΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ΘΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ( Αγιος Πορφύριος )
Την
άνοιξη του 1985, ευρισκόμενη (αφηγείται η Γερόντισσα Θεοδοσία) εις την
Μονήν των αγίων Θεοδώρων Καλαβρύτων, μία νύχτα περίπου 2.30 πρωϊνή,
άκουσα λίγο πιο πέρα από το παράθυρο του κελλιού μου, στην αυλή της
Μονής, κάποιον να σκάβει. Για να βεβαιωθώ, έσβησα το φως του κελλιού μου
και κοίταξα από το παράθυρο. Είδα ότι αναβόσβηνε ένας φακός. Τότε έκανα
μία προσευχή στους θαυματουργούς Αγίους μας να μας προστατεύσουν.
Ήλεγξα τα παράθυρα και τις σαθρές πόρτες προς την αυλή της ερειπωμένης
Μονής, μήπως εισχωρήσουν στο εσωτερικό της, και αφού διεπίστωσα ότι
επικρατούσε ησυχία στο χώρο αυτό, επέστρεψα στο κελλί μου.
- «Άκου παιδάκι μου, είμαι ο Γέροντας Πορφύριος. Μη βγεις έξω που ακούς και σκάβουν, θα σε χτυπήσουν. Διαβολεμένοι άνθρωποι γυρίζουν στο Μοναστήρι σου».
- Τον ερωτώ: «Γέροντα, γιατί σκάβουν; Βρήκαν τίποτα;»
- Απαντά: «Όχι παιδάκι μου, τα έχουν πάρει άλλοι νωρίτερα».
- Τον ερωτώ πάλι: «Γέροντα έχετε έλθει στο Μοναστήρι μας;»
- Μου απαντά: «Όχι παιδάκι μου, αλλά τώρα είμαι εκεί. Ρώτα με ότι θες». Παίρνοντας λοιπόν αφορμή από το λόγο του αυτό, τον ρώτησα για την ιστορικής σημασίας σπηλιά του Μοναστηριού μας ...;
...; - Με ερωτά: «Ποια σπηλιά; Γιατί είναι δύο σπηλιές κοντά σας. Αυτή πού κάθισαν οι πρώτοι μοναχοί;»
- Του απαντώ: «Ναι Γέροντα». Μου λέει: «Καλό είναι, παιδάκι μου, να το κάνης αυτό, γιατί η σπηλιά είναι αγιασμένη. Αλλά θα σε αφήσουν οι χωρικοί; Θα αντιδράσουν».
Έμεινα με το ακουστικό στο χέρι, χωρίς να μιλάω από την έκπληξη μου, γιατί μου μιλούσε για γεγονότα.
Ας σημειωθεί ότι όντως υπάρχουν δύο σπηλιές, αλλά εμείς δεν την είχαμε δει τη δεύτερη σπηλιά, καίτοι είχαμε εγκατασταθεί στη Μονή περισσότερο από ένα χρόνο. Μας το είχαν πει όμως οι βοσκοί της περιοχής, ότι υπάρχει και δεύτερη σπηλιά.
Την ώρα λοιπόν που είχα μείνει αμίλητη με το ακουστικό στο χέρι, ακούω το Γέροντα να μου λέει: «Ψάρια, Γερόντισσα, Ψάρια!».
- Τον ερωτώ: «Τι ψάρια, Γέροντα;»
- «Παιδάκι μου», μου λέει, «το νερό από τους κούτουλες δεν είναι κατάλληλο για ψάρια; Βάλε λοιπόν ψάρια να φάει ο κόσμος. Θα 'ρθούν δύσκολοι καιροί!».
Και όντως, όταν είχαμε εγκατασταθεί στο Μοναστήρι, εξήτασα στο Χημείο των Πατρών το νερό, που τρέχει άφθονο από τους δύο κούτουλες (πηγή) στην αυλή της Μονής, αν είναι πόσιμο και παράλληλα αν είναι κατάλληλο για ψάρια, ώστε να καλύπτει τις ανάγκες της Μονής και των φιλοξενουμένων προσκυνητών της. Όντως το νερό απεδείχθη καθαρό και κατάλληλο για ιχθυοτροφείο ...; (από τις σελ. 60, 62).
Την παρουσία του Γέροντα (Πορφύριου) την αισθανόμεθα1 έντονα, γιατί σε κάθε δίλημμα μας εκείνος επικοινωνούσε μαζί μας και μας έδινε λύση. Μια φορά, μου είχε πει τηλεφωνικώς:
- «Παιδάκι μου, έχεις μεγάλο αγώνα, αλλά μη φοβάσαι, εγώ κάθε βράδυ κάνω μαζί σας προσευχή».
Ας σημειωθεί ότι με τον Γέροντα δεν είχαμε συναντηθεί ποτέ, ούτε τον είχα δει ποτέ, μόνον είχα ακούσει για το προορατικό του χάρισμα από άλλους, ούτε ποτέ είχα τηλεφωνικώς επικοινωνήσει μαζί του. Απόρησα λοιπόν. Πώς ήξερε εμάς και τα προβλήματα μας; Πού βρήκε το τηλέφωνο μας;
Για το λόγο αυτό πήρα τηλέφωνο μία ηγουμένη άλλου Μοναστηριού, πού γνώριζε τον Γέροντα, και την ρώτησα: «Μήπως, Γερόντισσα, δώσατε τον αριθμό του τηλεφώνου μας στον Γέροντα Πορφύριο;» Μου απαντά: «Είναι ανάγκη να του τον δώσω; Το μυαλό του πατρός Πορφυρίου είναι τηλεόραση».
Κάποτε επεσκέφθην με μερικές αδελφές της Μονής μας ένα άλλο Μοναστήρι. Ο Γέροντας Πορφύριος, επειδή υπήρχε ένα επείγον και σημαντικό θέμα, πήρε εκεί τηλέφωνο, με ζήτησε και μου είπε: «Παιδί μου, τους πέντε ανθρώπους πού θέλουν να καταθέσουν ως μάρτυρες για τα όρια της Μονής σας, να τους αφήσεις να προσέλθουν στο δικαστήριο. Πρέπει να ακουστεί η αλήθεια και να υπερασπισθείς ό,τι ανήκει στη Μονή, γιατί θαρθούν δύσκολοι καιροί και ο κόσμος θα χρειασθεί φροντίδα από τα Μοναστήρια».
Πραγματικά, πέντε γηραιοί άνθρωποι, πού ήσαν ευγνώμονες στο Μοναστήρι, μου ζητούσαν επιμόνως να πουν την αλήθεια σε μια αδικία πού είχε γίνει εις βάρος της Μονής. Έτσι κι έγινε και η Μονή δικαιώθηκε. (Από τις σελ. 63, 64).
Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ, Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ
-Καθηγητού της Παιδαγωγικής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών-
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΧΝΗΛΑΣΙΑ», 1997
Hope ( St.Seraphim of Sarov )
All who have firm hope in God are raised up to Him and enlightenedby the radiance of the eternal Light.
If a man has no care whatever for himself because of love for God and virtuous deeds, knowing that God will take care of him, such hope is true and wise.
But if a man takes care for his own affairs and turns with prayer toGod only when unavoidable misfortunes overtake him and he sees noway of averting them by his own power, only then beginning to hopein God's aid, such hope is vain and false.
True hope seeks the Kingdom of God alone and is convinced that everythingearthly that is necessary for this transitory life will unfailingly be given. The heart cannot have peace until it acquires this hope. It gives peace to the heart and brings joy into it.
Little Russian Philokalia vol. 1 - St. Seraphim of Sarov
Faith
Before anything else, one must believe in God. Faith, according to the
teaching of St. Antioch, is the beginning of our union with God. One who
truly believes is a stone in the temple of God. He is prepared for the
edifice of God the Father, raised to the heights by the power of Jesus
Christ, that is, of the Cross, with the aid of ropes, that is, the grace
of the Holy Spirit.
Faith without works is dead ( James 2:26 ), and the works of faith are:
love, peace, long-suffering, mercy, humility, rest from all works ( as God
Himself rested from His works ), bearing of the Cross, and life in the
Spirit.
Only such faith can be considered true. True faith cannot be without
works; one who truly believes will unfailingly have works as well.
Little Russian PhilokaliaVolume 1. - St Seraphim of Sarov
Saturday, December 15, 2012
Καθαρισμός Της Καρδίας ( Γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστή )
Το κέντρο της ζωής μας είναι η απασχόλησί μας με τον πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού αρνηθήκαμε τον κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος δεν είναι αμαρτωλός. Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε με ένα ιδιαίτερο τρόπο την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή.
Κληθέντες από τον Θεό, ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή την εντολή. Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο μάλλον, εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες τα νοήματα των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να ημπορέσωμε να νικήσωμε όχι μόνο την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά να την αφανίσωμε από την γέννησί της. Όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να έχωμε συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Ο Ιησούς μας ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον μολύνουν.
Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18). Αυτά είναι τα περισσεύματα της ακαθάρτου καρδίας τα όποια κινούμενα από μέσα προς το έξω, δημιουργούν το σώμα της περιεκτικής κακοηθείας.
Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της προσωπικότητας του ανθρώπου, και από ευγενής και «κατ' εικόνα και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται πονηρός και διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της αρρωστημένης καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι' αυτό τον λόγο. Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους. Κόσμος είναι το σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα πάθη και οι επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η «επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη και γενικά η ματαιοφροσύνη.
Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού. Το θέμα της παλιγγενεσίας δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα ευδαιμονισμό. Αυτά τα παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά την παρουσία του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι της Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.
Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι την θέωσι. Έτσι ο άνθρωπος μεταφέρεται δια της Χάριτος - εάν αρχίσει από εδώ να πειθαρχή στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το θετό παιδί στην περιουσία, στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα του, ενώ δεν είναι φυσικό παιδί, έτσι και εμείς.
Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μας λέγεται θεανθρωπισμός.
Αυτό μας έφερε στη γη ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος: «Εγώ πάτερ, εν αυτοίς και συ εν εμοί» και «την δόξαν ην δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς», και άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού,ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να προσεύχονται, κατ' ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Για να επιτευχθή όμως αυτό και να εισέλθωμε στους κόλπους της υιοθεσίας, πρέπει να προσέξωμε, όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε, αλλά να κτυπήσωμε την ρίζα της αμαρτωλότητος, ώστε και μέσα στην διάνοια μας να μην έχη θέσι. Όταν καθαρίση η καρδιά από τις ενέργειες των παθών, πού είναι ο παλαιός άνθρωπος, έρχεται τότε το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί. Προσέξετε πώς ο Ιησούς μας το αναφέρει. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' Αυτώ ποιήσομεν».
Κοιτάξετε τι λέει, «μονήν»· δεν λέει ότι θα έλθωμε να σας επισκεφθούμε, όπως κάνομε εμείς μια επίσκεψι, αλλά λέει ότι θά κάνωμε διαμονή. Αυτός είναι ο Θεανθρωπισμός.
Η απαλλαγή μας όμως από την αμαρτία δεν γίνεται αυτομάτως αλλά σταδιακά, όπως γίνεται η σωματική αύξησι. Με την εμμονή μας, σιγά-σιγά επιτελείται δια της Χάριτος μυστηριωδώς η κάθαρσι της καρδιάς. Καθαρίζη πρώτα ο νους και φωτίζεται, και έτσι συλλαμβάνει καλά τα νοήματα και δεν πλανάται. Μετά την σωστή χρήσι των νοημάτων και την τήρησι της ακριβείας των εντολών, καθαρίζεται και η καρδιά. Τότε εισέρχεται η Θεία Χάρις μόνιμα και κάνει τον άνθρωπο αληθινά θεοφόρο. Και ο άνθρωπος αυτός ενώ είναι ζωντανός, μεταφέρθη «εκ του θανάτου εις την ζωή». Αυτό είναι ο αγιασμός . Τότε εις αυτόν δεν λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Κοινωνεί μόνιμα με την θεία Χάρι και εισέρχεται στο υπέρ φύσι, ούτως ώστε να έχη το διορατικό ή το προφητικό χάρισμα. Δεν φοβάται τις ασθένειες, τους κινδύνους, διότι μεταφερόμενος στη θέσι της υιοθεσίας τον σκεπάζει η θεία Χάρις· και όταν κάποτε θα φύγη από τον κόσμο αυτό, θα κερδίση τις άξιες των επαγγελιών, πού μας υπεσχέθη ο Χριστός μας.
Και αυτές τις ήμερες, αν είστε λίγο προσεκτικοί, θα αισθανθήτε περισσότερο την επίδρασι της Χάριτος, διότι όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντας μας, ο Χριστός χαρίζει πλουσιότερα τα δώρα Του στις μεγάλες εορτές, σαν μια ιδιαίτερη ευλογία. Αλλά υπάρχει λόγος στο να μην είμεθα και να μην γίνωμε προσεκτικοί; Αφού αυτό είναι το κέντρο του στόχου μας! Πώς να μην γίνωμε ευλαβείς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοί λάτρεις του Χριστού μας, ο οποίος πιστεύομε ότι μας εκάλεσε αφού μας προώρισε και μας εδικαίωσε και απομένει μόνο η ελεημοσύνη Του να μας δοξάση στην εσχάτη εκείνη ώρα, όταν θα φύγωμε από τον κόσμο αυτό;
Και να τώρα θα εισέλθωμε στα «ταμεία» μας, και αποκλείομε την θύρα μας και προσευχόμεθα και εξομολογούμεθα και προσπίπτομε στον Χριστό μας και με όλη την ψυχή και την καρδία και διάνοια και θέλησι και πρόθεσι και δράσι αποδίδαμε τάς ευχάς μας ενώπιόν Του, πού έχει υποσχεθεί στους αμαρτωλούς. Με πραότητα, με ταπείνωσι και καλοσύνη να προσπίπτετε με τον τρόπο αυτό. Είναι ο μυστικότερος τρόπος της μεταβολής του χαρακτήρας, πού προκαλεί τις πνευματικές εξάρσεις και αλλοιώσεις: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Αλλοίωσι πού μεταβάλλει τον πήλινο άνθρωπο, τον αμαρτωλό, τον περικείμενο τους δερμάτινους χιτώνας. Τον μεταβάλλει σε πνευματικό όν, πού το περιτριγυρίζουν και επιθυμούν οι Άγγελοι να παρακύψουν. Βλέπουν τις καλές αυτές διάνοιες, πού προσπαθούν να ξεπεράσουν τον νόμο της βαρύτητας και να μεταφερθούν στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, εκεί όπου «πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Χριστός, εις τα Αγια αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Έβρ. 9,12).
Όσα δεν αφορούν τον ουρανό, ξεχάστε τα. Εκεί είναι το πολίτευμα μας. Εκεί μας αναμένει ο Ιησούς μας. «Εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν,ίνα οπού ειμί εγώ και υμείς ήτε». Ποιά καρδιά, αισθανόμενη αυτά τα ρήματα, δεν θά ραγίση, ακόμη και αν είναι από γρανίτη κατασκευασμένη; Η ανερμήνευτος παναγάπη Του δεν ετελείωσε με την θεία Του κένωσι και την παραμονή Του μαζί μας στην γη αυτή, όπου ενεδύθη την ιδική μας ταπείνωσι και πτώχεια. Αλλά και στους πατρώους κόλπους αναπαυόμενος «εν πάση τη δόξη Αυτού», πάλι μας ενθυμείται και «ουκ εάσει ημάς ορφανούς πώποτε, αλλά, μεθ' ημών εστί πάσας τάς ημέρας».
Όλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινείστε με άμιλλα πνευματική, να φιλοδοξήτε να πέραση ο ένας τον άλλο. Και αυτό ακριβώς είναι το αξιέπαινο. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον».
ΕΡΩΤΗΣΗ - ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ερ.: Γέροντα, πρέπει να προσευχώμαστε για όποιον μας ζήτα ή για τους αδελφούς της συνοδείας μας, πού λείπουν έξω στον κόσμο;
Απ.: Για τα μέλη της συνοδείας μας έχομε χρέος να προσευχόμαστε, διότι ανήκομε όλοι στο ίδιο σώμα. Όταν δε ευρίσκεται κανείς έξω από το περιβάλλο του, δεν ημπορεί να έχη την ίδια προσοχή και αίσθησι Χάριτος και κατάστασι πού έχει όταν είναι στην φωλιά του. Εις αυτές τις περιστάσεις, πού ευρίσκεται κάποιος έξω από την μάνδρα, δεν ξέρομε τι ημπορεί ο διάβολος να επινόηση εις βάρος του, διότι είμεθα άνθρωποι και ποιος έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του; Με μια στροφή του νου προς τον Χριστό μας, να επικαλήσθε την θεία βοήθεια, την θεία Χάρι για την επιτυχία του σκοπού για τον οποίο εξήλθε ο αδελφός· και με μια μικρή προσευχή, να γίνεται αφορμή να σκεπάζεται οποιοσδήποτε απουσιάζη από τη συνοδεία, διότι ευρίσκεται σε ανοικτό μέτωπο και δεν γνωρίζομε από πού θα δεχθή την κρούσι.
Για τους άλλους τώρα σύμφωνα με την Πατερική παράδοσι, οι νέοι, οι αρχάριοι, δεν ωφελούνται όταν εύχονται για άλλα πρόσωπα, διότι είναι και αυτή μια πρόφασι από τα δεξιά για να δημιουργή σκορπισμό.
Φυσικά όπως και άλλοτε σας ερμήνευσα, δεν φιλοδοξούμε να ευχόμεθα για τον καθένα, όχι διότι μισούμε τον πλησίο μας, μη γένοιτο, αλλά γνωρίζοντες ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε παρρησία είμεθα λίγο συνεσταλμένοι και ο Θεός βλέποντας το ταπεινό φρόνημα, ότι δηλαδή απέχομε γι' αυτό τον σκοπό, συμπληρώνει η αγαθότης Του την πρόθεσι της καρδίας και την πρόθεσι της αγάπης πού αισθανόμεθα απέναντι του καθενός.
Ποιος είναι ο λόγος που σήμερα αυξήθηκε τόσο πολύ η αμαρτία;( ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ )
Σας πληροφορώ, αδελφοί μου, ότι αν όλοι συνεργούμε στη σωτηρία των
αδελφών μας, με βεβαιότητα γρήγορα πρόκειται να διορθωθούν οι κακοί, και
να ελευθερωθούν οι πολιτείες μας από τα κακά και τις αμαρτίες. Διότι,
αν ένας μόνο άνθρωπος, που έχει ζήλο θεϊκό στην καρδιά του και αγάπη
αδελφική, μπορεί να διορθώσει έναν ολόκληρο λαό, πόσο μάλλον μπορεί να
διορθώσει τους αμαρτωλούς τόσο και τόσο πλήθος Χριστιανών, αρκεί μόνο να
θελήσουν να αποκτήσουν ζήλο και αδελφική αγάπη στην ψυχή τους;
Αλήθεια! όλη η αιτία της απώλειας των σημερινών αμαρτωλών, και όλη η αιτία, για την οποία σήμερα αυξήθηκε τόσο και βασίλεψε η αμαρτία και ο διάβολος στον κόσμο, δεν είναι άλλη παρά εμείς. Διότι βλέποντας τους αδελφούς μας να αμαρτάνουν φανερά και να κάνουν τόσες κακίες, δεν επιμελούμαστε να πάμε όλοι να τους διορθώσουμε πότε με αδελφικές συμβουλές, και πότε με ελέγχους επιπληκτικούς. Αλλά άλλος άλλην πρόφασιν προφασιζόμενος, όλοι με μιας σιωπούμε, ησυχάζουμε και αφήνουμε τον καθένα να κάνει εκείνα τα κακά, που θέλει και βούλεται. Αυτό το βεβαιώνει ο Χρυσόστομος Ιωάννης λέγοντας:
Αλήθεια! όλη η αιτία της απώλειας των σημερινών αμαρτωλών, και όλη η αιτία, για την οποία σήμερα αυξήθηκε τόσο και βασίλεψε η αμαρτία και ο διάβολος στον κόσμο, δεν είναι άλλη παρά εμείς. Διότι βλέποντας τους αδελφούς μας να αμαρτάνουν φανερά και να κάνουν τόσες κακίες, δεν επιμελούμαστε να πάμε όλοι να τους διορθώσουμε πότε με αδελφικές συμβουλές, και πότε με ελέγχους επιπληκτικούς. Αλλά άλλος άλλην πρόφασιν προφασιζόμενος, όλοι με μιας σιωπούμε, ησυχάζουμε και αφήνουμε τον καθένα να κάνει εκείνα τα κακά, που θέλει και βούλεται. Αυτό το βεβαιώνει ο Χρυσόστομος Ιωάννης λέγοντας:
«Μη λέμε ότι δε μας ενδιαφέρει για τους άλλους, αλλά να δείχνουμε τη φροντίδα που ταιριάζει σε αδελφούς. Εγώ μάλιστα σας υπόσχομαι επακριβώς και εγγυώμαι σε όλους σας, ότι αν εσείς θελήσετε όλοι, όσοι βρίσκεστε παρόντες εδώ, να μοιραστείτε (τη φροντίδα για) τη σωτηρία όσων κατοικούν σ’ αυτή την πόλη, σύντομα θα τη διορθώσετε ολόκληρη… Ας μοιραστούμε λοιπόν (τη φροντίδα για) τη σωτηρία των αδελφών μας. Αρκεί ένας άνθρωπος πεπυρωμένος με ζήλο για να διορθώσει ολόκληρο δήμο. Όταν λοιπόν αυτός δεν είναι ένας, ούτε δυο-τρεις, αλλά τόσο πλήθος, που μπορεί να φροντίσει για τη διόρθωση όσων αμελούν, τότε λοιπόν δε φταίει τίποτε άλλο, που οι περισσότεροι χάνονται και καταπίπτουν, παρά μόνο η δική μας ραθυμία, και όχι η αδυναμία μας. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο, όταν μεν βλέπουμε να γίνεται στην αγορά κάποιος καβγάς, να τρέχουμε και να συμφιλιώνουμε τους μαχόμενους -αλλά γιατί να μιλάω για μάχη; Γάιδαρο να δούμε πεσμένο, τρέχουμε να βάλουμε το χέρι μας και να τον σηκώσουμε-, ενώ για τους αδελφούς μας, που χάνονται, να αμελούμε; (Ανδρ. α΄).Από τη “Χρηστοήθεια των Χριστιανών” του αγίου Νικόδημου του Αγιορείτη,Λόγος ΙΑ΄, μέρος Α
How One Should Pray In Church
Orthodox Christians have received from the Holy Fathers and observe the following practices throughout the world:
"Thou hast created me, O Lord, have mercy."2. Then, having bowed to those on the right and the left, one stands in one's place and listens to the psalms and prayers read in church. One does not say prayers of one's own choosing or read any from prayerbooks, lest one be judged by the holy Apostle Paul for having forsaken the assembly of the Church (Heb. 10:25). 3. Great and little bows should not be made according to one's pleasure but according to the regulations of the holy apostles and fathers, namely: at the Trisagion ("Holy God..."), "O come let us worship," and the threefold "Alleluia," one makes the sign of the Cross three times and three little bows. This is also done during the reading of "Vouchsafe, O Lord," and again at the beginning of the Great Doxology (Glory be to God on high...") and after the priest says, "Glory to Thee, Christ God, our hope." At every exclamation of the priest and also when the reader chants, "More honorable than the Cherubim..." one ought to make the sign of the Cross and a lesser reverence. On ordinary days great bows are made during the Liturgy:
"O God, be merciful to me, a sinner."
"Countless times have I sinned, O Lord, forgive me."
a) at the beginning of "It is meet and right..."
b) at the end of "We sing unto Thee..."
c) at the end of the hymn to the Holy Virgin, "It is meet and right to bless thee..." or its substitute;
d) at the beginning of the Lord's prayer;
e) when the Holy Gifts are brought forth for Communion;
f) at the words "Always, now and ever..."
At Matins of Vigil a great bow is made at "The Theotokos and Mother of the Light let us magnify..."
4. On Sundays, from Holy Pascha until Trinity Day, from the Nativity of Christ until Theophany, and on feasts of the Transfiguration and the Elevation of the Holy Cross (on which last only three great bows are made to the Cross), the Holy Apostles utterly forbid kneeling and great bows, concerning which St. Basil the Great wrote to the Blessed Amphylochius. The First and Sixth Ecumenical Councils have also thus ruled, for Sundays and other feasts of the Lord serve as a reminder of our adoption by God, according to the Apostle: "Wherefore thou art no more a servant, but a son" (Gal. 4:7): for the reverences propoer to servants are not becoming to sons.
5. Orthodox Christians do not kneel at their own pleasure, but rather at the words of the priest (or deacon), "Again and again on bended kneels..." do they kneel; the customs of kneeling at will and of striking one's breast with the hand come from the Western heretics and are not permitted in the Orthodox Church. Orthodox Christians, in accordance with Church rule, make great bows at the appointed times, bowing to the ground and standing upright immediately.
6. In church, whenever the faithful are blessed with the Cross or Gospel Book, with an icon or the chalice, they make the sign of the Cross and bow the head. When they are blessed with candles, the hand, or are censed, Orthodox Christians ought not to make the sign of the Cross but only bow the head. However, during the week of Holy Pascha when the priest censes with the Cross, all make the sign of the Cross and answer, "Truly, He is risen!" In this way then ought we to distinguish between the reverences due holy things and those which are due to persons, even if they be of priestly rank.
7. When receiving a blessing from either a priest or a bishop, a Christian kisses the right hand of him who bestows the blessing and does not make the sign of the Cross. It is not proper to kiss the left hand of clergy, for this is a Jewish usage, but the right hand from which we have received the blessing.
8. According to the teaching of the Holy Fathers, the sign of the Cross is to be made in the following manner: the thumb and first two fingers of the right hand are joined at their tips and the other fingers folded across the palm. We then touch the forehead, breast, right and left shoulders and make a slight bow. Of those who sign themselves with all five fingers, or who bow before finishing the Cross, or simply wave their hand in the air or before their breast, St. John Chrysostom says: "The devils rejoice at these mad gestures." On the other hand, the sign of the Cross, properly made with faith and reverence, terrifies the devils, lessens the sufferings caused by sins and calls down divine grace.
2. At the beginning of the Creed.
3. At the dismissal -- "Christ our true God..."
4. At the beginning of a reading from Holy Scripture: Gospel, Apostle or Old Testament Lesson.
1. When entering or leaving a church -- three times. 2. At every petition of the litanies.
3. At the exclamation of the priest giving glory to the Holy Trinity.
4. At the words, "Take, eat..." "Drink ye all of this..." "Thine own of Thine own..." and "Holy Things for the holy!"
5. At the words, "Higher in honor than the Cherubim..."
6. At the words, "Let us worship...", "We worship...", "We adore...", and "We fall down before..."
7. During "Alleluia," "Holy God," "O come, let us worship," and "Glory to Thee, Christ God," before the dismissal the sign of the Cross with the little bow is made three times.
8. During the first and ninth odes of the canon, at the first refrain to the Lord, the Mother of God or the Saint.
9. After each stikhira -- at which time the choir which has finished singing makes the sign of the Cross.
10. During the Litiya, at each of the first three petitions we sign ourselves and bow three times; after the remaining two petitions we sign ourselves and bow once.
1. During fasts, when entering and leaving church -- three times. 2. During fasts, at each "...we magnify thee" in the refrain to the Canticle of the Mother of God (Magnificat).
3. At the beginning of "It is meet and right to worship the Father..."
4. After the "We sing unto Thee..."
5. After the hymn to the Mother of God or its substitute.
6. At the exclamation, "And grant us, O Master...", introducing the Lord's Prayer.
7. When the Holy Gifts are brought forth for Communion and again after Communion.
8. During the Great Fast at Great Compline during the singing of "Most holy Mother of God..." and at each of its several accompanying petitions; at Vespers, at the end of "Virgin Mother of God rejoice," and the two hymns following.
9. During fasts at the end of each section of the prayer "O Lord and Master of my life..."
10. During fasts, at the three concluding petitions -- "Remember me, O Lord, when..."
At the words: 1. "Peace be to all."
2. "The blessing of the Lord be upon you..."
3. "The grace of our Lord Jesus Christ..."
4. "And may the mercies of our great God..."
5. When the deacon exclaims, "And unto the ages of ages" (after "For Thou art holy, O our God...").
1. During psalms. 2. Generally, while singing.
During litanies by the choir which will make the responses.
Making the sing of the Cross and bows are allowed after singing, not during the concluding words of a given piece.
Prostrations are not allowed on Sundays; from Nativity through Theophany; from Pascha until Pentecost Sunday; on the feast of the Transfiguration; and on the feast of the Elevation of the Cross (except the three prostrations of the Cross).
Prostrations cease with the entrance during Vespers of the feast and are not resumed until after "Vouchsafe, O Lord..." during Vespers on the day of the feast itself.
* In this article the terms poyasny/zemnoy poklon have been translated as little/great bow. The little bow is made by bending from the waist until the fingers of the extended right hand touch the ground; the great bow, by kneeling and touching the forehead to the ground (Trans. note).
Source: Orthodox Life, Volume 26, Number 1 (Jan.-Feb. 1976), pages 24-27.
The Tactics of the Devil (Saint Barsanuphius of Optina )

Do you know the Devil's tactics? You really need to know it. When the Devil knows that some man has a sin more or less serious, he tries to prevent him from repentance. To this end, he belittles the severity of the sin in any way, suggesting the following thoughts: "It does not matter, God will forgive this to you" - and so on. And the demon even tries to make a man forget about this sin. But when this man manages to confess the sin to his spiritual father in the confession, the Devil in every way increases the severity of sin, suggesting that this sin is so great that God will never forgive it. And he tries to bring a person into depression and despair. You see how cunning the enemy is. He knows that the sins are washed away in the confession, and therefore he does not admit people to confession, and if a man confesses, the enemy embarrasses him in every way.
Saint Barsanuphius of Optina
Friday, December 14, 2012
Thursday, December 13, 2012
Πνευματικές συμβουλές
|
|
| |
|
«Ο καθηγιασμένος γάμος, ο πειθαρχημένος, ο χωρίς διαστροφήν, διατηρεί τον άνθρωπον φυσικώς και ηθικώς, ενώ πάσα άλλη μορφή σαρκικής απολαύσεως, έστω και υπό ονειρώδη μόνον μορφήν, διαφθείρει ολόκληρον τον άνθρωπον ήτοι την ψυχήν και το σώμα»
«Όσο
μεγαλύτερη η αγάπη τόσο μεγαλύτερη η οδύνη της ψυχής. Όσο πληρέστερη
η αγάπη τόσο πληρέστερη η γνώση. Όσο πιο φλογερή η αγάπη τόσο πιο
πύρινη η προσευχή. Όσο τελειότερη η αγάπη, τόσο αγιότερος ο βίος»
«Η
Χριστιανική διακονία συνεπάγεται ευσπλαχνία αγάπης. Είναι αναγκαίο ή
να δεχθούμε μέσα στην καρδιά μας τις δυσκολίες και τη θλίψη αυτών
που προσέρχονται σε εμάς ή αλλιώς να εισέλθουμε εμείς στην καρδιά, στα
βάσανά τους, να ταυτισθούμε μαζί τους.»
*** «Κατά την διάρκεια της προσευχής υπέρ των ανθρώπων η καρδιά αισθάνεται μερικές φορές την πνευματική ή την ψυχική κατάσταση εκείνων για τους οποίους απευθύνει στο Θεό την προσευχή. Αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφές, ανοίξτε την καρδιά σας, για να χαράξει εκεί το Αγιο Πνεύμα την εικόνα του Χριστού. Τότε θα γίνετε σιγά-σιγά ικανοί να έχετε μέσα σας τη χαρά και το πένθος, το θάνατο και την ανάσταση.
Κοιτάξτε
το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του
κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Του.
Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή.
Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή
σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η σωτηρία του ανθρώπου είναι η θέωσή του.
Μην
έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στην ανώτερη μόρφωση που αποκτήσατε
στον κόσμο. Ο πολιτισμός στον οποίο ζούμε είναι κουλτούρα της πτώσεως.
Τι
σημαίνει σωτηρία; Ο θάνατος του σώματος είναι άραγε η προϋπόθεση για
την είσοδο στη Βασιλεία του Χριστού; Πως μπορούμε να αναπτύξουμε την
ικανότητά μας να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, σύμφωνα με
το Αγιο Πνεύμα; Ενα μόνο έχει σημασία: να φυλάξουμε την ένταση της
προσευχής και της μετάνοιας. Τότε ο θάνατος δε θα είναι ρήξη, αλλά
μετάβαση στη Βασιλεία, για την οποία θα έχουμε ετοιμασθεί με την
κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, με την προσευχή και
την επίκληση του Ονόματός Του: «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ο θεός ημών,
ελέησον ημάς και τον κόσμον Σου».
***
«Η
απελπισία είναι η απώλεια της συνειδήσεως ότι ο θεός θέλει να μας
δώσει την αιώνεια ζωή. Ο κόσμος ζει στην απελπισία. Οι άνθρωποι έχουν
καταδικάσει οι ίδιοι τον εαυτό τους στο θάνατο. Πρέπει να παλέψουμε
σώμα προς σώμα με την ακηδία.»
«Καταξίωσον,
Κύριε, εν τη ημέρα ταύτη αναμαρτήτους φυλαχθήναι ημάς». Πολλές φορές
επανέλαβα αυτή την προσευχή της Εκκλησίας. Η επί γης αναμάρτητη ζωή
μας ανοίγει τις πύλες του Ουρανού. Δεν είναι ο πλούτος των γνώσεων που
σώζει τον άνθρωπο. Είναι η αναμάρτητη ζωή που μας προετοιμάζει για τη
ζωή με τον Θεό στο μέλλοντα αιώνα. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μας
διδάσκει τις αιώνειες αλήθειες κατά το μέτρο που ζούμε σύμφωνα με τις
εντολές: «Αγαπήσεις τον Θεό σου, τον Δημιουργό σου, με όλο το είναι
σου και αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Ναί, κρατείτε πάντοτε
αυτές τις εντολές.
«Ποια στάση να κρατάμε στην
εκκλησία; Πρέπει να στεκόμαστε με ένταση και αυτοσυγκέντρωση. Να
έχουμε ένταση, δηλαδή μεγάλη προσοχή, ώστε να μην διαχέεται ο νους
μας με επιφανειακά πράγματα και αλλότριες σκέψεις.»
«Οι πιστεύοντες
εις τον Χριστόν διά πίστεως ελευθέρας πάσης αμφιβολίας ως Θεόν
δημιουργόν και Θεόν σωτήρα ημών, εν παραφορά μετανοίας, λαμβάνουν
πείραν και του Αδου και της Αναστάσεως, πρίν ή γευθούν του σωματικού
θανάτου».
|
Την ομορφιά της αθέατης αγιότητας ( Αγιος Πορφύριος )

Μια μέρα, ένα πρωινό προχώρησα μόνος μου στο παρθένο δάσος. Όλα, δροσισμένα από την πρωινή δροσιά, λαμπύριζαν στον ήλιο. Βρέθηκα σε μια χαράδρα. Την πέρασα. Κάθισα σ’ ένα βράχο. Δίπλα μου κρύα νερά κυλούσαν ήσυχα κι έλεγα την ευχή. Ησυχία απόλυτη. Τίποτα δεν ακουγόταν. Σε λίγο, μέσα στην ησυχία ακούω μια γλυκιά φωνή, μεθυστική, να ψάλλει, να υμνεί τον Πλάστη. Κοιτάζω, δεν διακρίνω τίποτα.
Τελικά,
απέναντι σ’ ένα κλαδί βλέπω ένα πουλάκι· ήταν αηδόνι. Κι ακούω το
αηδονάκι να κελαηδάει, να σχίζεται· μάλλιασε, που λέμε, η γλώσσα του,
φούσκωσε απ’ τους λαρυγγισμούς ο λαιμός του. Αυτό το πουλάκι το
μικροσκοπικό να κάνει κατά πίσω τα φτερά του, για να έχει δύναμη και να
βγάζει αυτούς τους γλυκύτατους τόνους, αυτή την ωραία φωνή και να
φουσκώνει ο λάρυγγάς του! Πω, πω, πω! Να ‘χα ένα ποτηράκι με νερό, για
να πηγαίνει να πίνει και να ξεδιψάει!
…….Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Τα ίδια εκείνα δάκρυα της χάριτος που κυλούσαν αβίαστα και τα οποία απέκτησα απ’ τον Γερο-Δημά. Ήταν η δεύτερη φορά που το δοκίμαζα.
…….Μου ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Τα ίδια εκείνα δάκρυα της χάριτος που κυλούσαν αβίαστα και τα οποία απέκτησα απ’ τον Γερο-Δημά. Ήταν η δεύτερη φορά που το δοκίμαζα.
…….Δεν
μπορώ να σας μεταφέρω αυτά που ένιωσα. Αυτά που αισθάνθηκα. Σας
φανέρωσα, όμως, το μυστήριο. Και σκεπτόμουν. «Γιατί το αηδονάκι να
βγάζει αυτούς τους λαρυγγισμούς; Γιατί να κάνει αυτές τις τρίλιες; Γιατί
να ψάλλει αυτό το υπέροχο άσμα; Γιατί, γιατί, γιατί… γιατί να
ξελαρυγγιάζεται; Γιατί, γιατί, για ποιο σκοπό; Μήπως περιμένει να το
επαινέσει κανείς; Όχι, βέβαια, εκεί κανείς δεν θα το κάνει αυτό». Μόνος
μου φιλοσοφούσα. Αυτό τ’ απέκτησα μετά το γεγονός με τον Γερο-Δημά. Πριν
απ’ αυτό δεν το έκανα. Πόσα δεν μου είπε το αηδονάκι! Και πόσα του είπα
μες στη σιωπή: «Αηδονάκι μου, ποιος σου είπε ότι εγώ θα περνούσα από
δω; Εδώ κανείς δεν πλησιάζει. Είναι τόσο απρόσιτο το μέρος. Πόσο ωραία
κάνεις χωρίς διακοπή το καθήκον σου, την προσευχή σου στον Θεό! Πόσα μου
λες, αηδονάκι μου, πόσα με διδάσκεις! Θεέ μου, συγκινούμαι. Αηδόνι μου,
μου δείχνεις με το κελάηδημά σου πω να υμνώ τον Θεό, μου λες χίλια,
πολλά, πάρα πολλά…».
…….Δεν
είμαι καλά από υγεία, να τα πω όπως τα νιώθω. Θα μπορούσε να γραφεί ένα
ολόκληρο πεζογράφημα. Το αγάπησα πολύ το αηδόνι. Το αγάπησα και μ’
ενέπνευσε. Σκέφτηκα: «Γιατί εκείνο κι όχι κι εγώ; Γιατί εκείνο να
κρύβεται κι όχι κι εγώ;». Και μου ήρθε στο νου ότι πρέπει να φύγω,
πρέπει να χαθώ, πρέπει να μην υπάρχω. Είπα: «Γιατί; Είχε αυτό κόσμο
μπροστά του; Ήξερε ότι ήμουν εγώ και τ’ άκουγα; Ποιος τ’ άκουγε που
ξελαρυγγιάζονταν; Γιατί πήγαινε σε τέτοια κρυφά μέρη; Αλλά κι εκείνα τ’
αηδόνια μες στο λόγγο, μες στη ρεματιά που βρισκόντουσαν τη νύκτα και
την ημέρα, το βράδυ και το πρωί, ποιος τ’ άκουγε που ξελαρυγγιαζόντουσαν
όλα; Και γιατί το κάνανε αυτό το πράγμα; Και γιατί πηγαίνανε σε τέτοια
κρυφά μέρη; Γιατί σπάζανε το λάρυγγά τους; Ο σκοπός ήταν η λατρεία, το
ψάλσιμο στον Δημιουργό τους, η λατρεία στον Θεό». Έτσι τα εξηγούσα.
…….Όλα
αυτά τα θεώρησα ότι ήταν του Θεού άγγελοι, δηλαδή πουλάκια που δοξάζανε
τον Θεό, τον Πλάστη των πάντων και δεν τ’ άκουγε κανείς. Ναι,
κρύβονταν, να μην τ’ ακούει κανείς, πιστέψτε με! Δεν τα ενδιέφερε να τ’
ακούνε, αλλά ποθούσαν μες στη μοναξιά, μες στην ησυχία, μες στην ερημιά,
μες στην σιωπή να τ’ ακούει ποιος άλλος; Ο Πλάστης των πάντων, ο
Δημιουργός του παντός. Αυτός που τους χάριζε ζωή και πνοή και φωνή. Θα
ρωτήσετε: «Είχανε μυαλό;». Τι να πω, δεν ξέρω αν το έκαναν συνειδητά ή
όχι. Δεν ξέρω. Γιατί αυτά είναι πουλάκια. Μπορεί τώρα να είναι στη ζωή
και μετά να μην υπάρχουν, όπως λέει η Αγία Γραφή. Δεν πρέπει εμείς να
σκεπτόμαστε διαφορετικά απ’ ό,τι λέει η Αγία Γραφή. Ο Θεός μπορεί να μας
παρουσιάσει ότι όλοι αυτοί ήταν άγγελοι του Θεού. Εμείς δεν τα ξέρουμε
αυτά. Πάντως κρύβονταν, να μην ακούσει κανείς τη δοξολογία τους.
…….Έτσι και για τους μοναχούς η ζωή εκεί, στο Άγιο
Όρος, είναι άγνωστη. Ζεις με τον Γέροντα, το αγαπάς. Οι μετάνοιες, οι
ασκήσεις, όλα γίνονται, αλλά ούτε τις θυμάσαι, ούτε κανείς λέει για
σένα: «Τι είναι αυτός;». Ζεις τον Χριστό, είσαι του Χριστού. Ζεις μέσα
σ’ όλα και ζεις τον Θεό, εν ω τα πάντα ζουν και κινούνται, εν το οποίο
και δια του οποίου – είναι δικές μου ελληνικούρες αυτές. Μπαίνεις μες
στην άκτιστη Εκκλησία και ζεις εκεί ως άγνωστος. Κι ενώ αναλύεσαι για
τους συνανθρώπους σου προσευχόμενος, μένεις άγνωστος σ’ όλους τους
ανθρώπους, χωρίς ίσως ποτέ να σε γνωρίσουν.
Αγιος Πορφύριος
When Elder Paisios Smacked a Theology Student ( Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos )
I
once visited Father Paisios with a student of theology who was at a
critical stage. He asked him about his studies. The student naively told
him about a work of his dealing with the creation of man. At one point
he told Father Paisios: "At one point God didn’t know what to do, so He
formed Adam and Eve, to pass His time." I saw Father Paisios with
lightning speed raise his hand and gave him a heavy smack. The student
lost it, became dizzy, he stood briefly with bulging eyes trying to
realize what happened, and then he began to cry, sobbing like a small
child.
Father
Paisios was looking at him, not saying anything, and let him cry. After
much weeping, he said: "Blessed one, what is this that you said? Come
with me." He took him by the hand, like a mother with a young child, and
brought him to the sink and said: "Wash your face." Then he gave him a
towel to wipe his face of the tears and brought him back to his seat. He
then began with humor, tenderness and much love to indicate his error,
and to say that we should not speak about God and His work with
indecency. Moreover, he even wrote a graceful dedication in one of his
books and gave it to him. Needless to say, I followed this entire scene
speechless and ecstatic.
When
I would visit him, after asking his advice on issues dealing with my
personal life, I would ask him about issues I was facing with my
spiritual children. I told him about a child who was very lively and
reactive and asked for an opinion on how to treat him. He replied
disarmingly: "Do what a mule driver does with the animal. Hold him
securely by the reins and sit far away so you don’t get kicked."
When I recall my memories of that holy figure, I am moved, I shed tears and I pray. May we have his holy prayers.
By Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos
By Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos
Preparing to Pray
Saint Theophan the Recluse offers us some excellent advice about how to prepare for prayer.
To
pray we must draw inward in such a way that both our heart and mind are
absorbed in the content of the prayer. This means that we need to
become very attentive to the actual words of the prayer and set aside
all other thoughts.
He
uses the analogy of sitting down to write a note, article or term
paper. You do not just sit down and begin writing. First you need to
gather your thoughts and get yourself in the mood for this task. This
kind of preparation is even more necessary when you sit down for prayer.
He writes,
"So,
Morning or evening, immediately before you begin to repeat your
prayers, first stand for a while, sit for awhile, or walk a little. Try
to steady your mind, then turn it away fro all worldly activities and
objects."
Here
is is asking that we set aside all the thoughts we may have running
through our minds about the problems we are embroiled in, our concerns
about activities of the day, or any disagreements we may of had with
family or friends and so forth. We want to pull our mind away from all
the cares that we face in this world, so it can be uplifted in our
prayer to the invisible realm, heaven itself, where we find God who we
are about to address.
He continues,
"After
this, think of who He is, Him to whom you turn in prayer. Next,
recollect who you are; who it is who is about to start this invocation
to Him in prayer."
God
is no less than your Creator and even more, as He created all that is
visible and invisible! He is all powerful and has infinite love and
patience for all His creation. He wants everyone to be in union with him
and to love Him as He loves us. When preparing to share your time with
Him, think about how you would prepare to go to meet a very important
person who help you need on a project you are involved with. You have to
focus on their needs and agenda so you can present your needs in a way
that they will support it. Well, in prayer you are facing the most
powerful entity known and you need to be focused on who He is. Saaint
Theophan is reminding us that he is not our grandfather or some other
like person. Be mindful of Who God is as you enter into prayer,
Next he says,
"Do
this in such a way as to waken in your heart a feeling of humility and
reverent awe because you are standing in the presence of God."
Reflect on what it means to stand in the presence of God. This is what you are doing in prayer.
Saint Theophan says further,
"When
the heart is conscious and feels the need for prayer, then the
attentive heart itself will not let your thoughts slide to other
matters. It will force you to cry out to the Lord in your prayers. Most
of all, be aware of your own helplessness: were it not for God, you
would be lost. If someone who is doomed to disaster were to stand before
the one person who, with a glance, could save him, would he look here
and there for his salvation? No, he would fall down before him and beg
mercy. So it will be, when you approach Him in prayer with an awareness
of all-encompassing peril and the knowledge that on can save you but
God."
To
frequently we try to enter into prayer without preparing ourselves. We
try and enter into it without proper care or thought. Then we rush to
get it over with as if it were some routine obligation we need to
fulfill.
He says,
"Without
preparation, how can there be a gathering of thought and feeling in
prayer? Without preparation, prayer proceeds shakily instead of
firmly.... Such a careless attitude toward prayer is a crime, a serious
one--- a capital one. Consider prayer the central labor of your life and
hold it in the center of your heart. Address in its rightful role, not
as a secondary function!"
Remember
always that God is your helper. Be diligent in fulfilling your prayer
rule and it will bring you great benefit when you properly prepare
yourself for this effort. Work hard at it. You will find many forces
working to discourage you .
Saint Theophan advises,
"Once
experienced, pure prayer will draw you on and enliven your spiritual
life, becoming you to more attentive, more difficult, and ever-deepening
prayer."
The quotes above are from Saint Theophan's 1st Homily on Prayer and from Letter 48
Humility is a Prerequisite for True Prayer
This act of continually humbling ourselves by calling on our Creator places us in submission he[ing to repress our proud ego.
Elder Paisios expresses the kind of humility needs when he says that we can pray for others with contrition "only if one considers, from humble-mindedness, that one is the cause of everything that befalls one's neighbor."
We also need to pray for our enemies, for those who hate us. Jesus says, But I say to you, love your enemies, bless those who curse you, do good to those who hate you, and pray for those who spitefully use you and persecute you, that you may be sons of your Father in heaven; for He makes His sun rise on the evil and on the good, and sends rain on the just and on the unjust. (Matt 5:44-45) Whenever we find our selves judging or condemning another person it is an act of pride. We should immediately do as Jesus commands and pray for that person.
Saint Theophan says,
"Our soul is made to live in the mountainous world of God. That is where it should always dwell, both in thought and in heart. But the weight of worldly thoughts and passions attracts it and draws it downwards."
Prayer demands a pure heart - one that is free of hatred, feelings of guilt from sin, and all forms of pride.
Quotes from The Path of Prayer by Saint Theophan the Recluse pp.13 - 19.
Wednesday, December 12, 2012
«Με νομίζουνε χαζό και τρελό»
|
Όλο τον Οκτώβρη πονούσε και υπέφερε αφάνταστα. Γινότανε κάτωχρος, έχανε από το πρόσωπο κάθε ίχνος ζωής, τον ενόμιζε κανείς νεκρό. Του απαγόρευαν κάθε απασχόληση, να μην εξομολογεί, ούτε στην Ακολουθία να κατεβαίνει. Εκείνος, μόλις λίγο συνερχόταν, και εξομολογούσε και στην Ακολουθία κατέβαινε. Προπαντός προσευχότανε για τα προβλήματα των ανθρώπων, που του το ζητούσαν. Οι θεραπείες πλήθαιναν, και ο κόσμος όλο και περισσότερο κατέφευγε στο Μοναστήρι. Αλλά δεν ήτανε μόνο οι φρόνιμοι και ευσεβείς. Κάποιοι σκέφτονταν και λέγανε δυσάρεστα για το γέροντα, που με το δικό του τρόπο τα επληροφορείτο. Στεναχωριότανε γι’αυτά και μια μέρα αφέθηκε: –Πάτερ μου, με νομίζουνε χαζό, τρελό… άμα πεθάνω θα δούνε ποιος είναι ο Ιάκωβος… Δεν τα λέω από εγωισμό και υπερηφάνεια, αλλά τα λέω προς δόξαν Θεού αυτά! Και πράγματι, όσο πλησίαζε το τέλος του, ενώ ικέτευε για το έλεος του Θεού, ενώ έλεγε και ξανάλεγε ότι «δεν έχω κάνει τίποτα για το Χριστό», αφηνότανε καμιά φορά κι έλεγε για τα χαρίσματα, που του έδωσε ο Θεός: –Έχω την υπακοή και την ταπεινοφροσύνη, γιατί να μην το πω… αφού ο Θεός μου τα έδωσε! Άλλοτε πάλι, με λίγο πλάγιο τρόπο, θέλοντας να πείσει ότι λησμονεί όσα του εξομολογούνται, είπε: –Θεέ μου, μου έχεις δώσει πολλά χαρίσματα. Σε παρακαλώ να μου δώσεις κι άλλο ένα? να ξεχνώ αυτά που μου λένε στην εξομολόγηση. Και κάτι πολύ περισσότερο. Μεταξύ 15 και 20 Οκτωβρίου, τον άκουσε ο π. Κύριλλος να μονολογεί: –Στην κηδεία μου θα μαζευτεί κόσμος, θά ’ρθουνε φύλλα και χορτάρια (= πολλοί άνθρωποι)… Θα ’ρθει πολύς κόσμος κι αν κάνω πως τους ευλογώ κιόλας… Πράγματι, όταν έξω από το ναό σηκώσανε ψηλά το φέρετρο, να δουν το γέροντα οι χιλιάδες κόσμου, κάποιοι δήλωσαν ότι τον είδανε όρθιο να ευλογεί τους παρόντες. Τον τελευταίο τούτο καιρό είχε την αγωνία του οικείου επισκόπου. Είχε καιρό να επικοινωνήσει με το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χαλκίδας Χρυσόστομο και αναζητούσε την ευκαιρία να το κάνει. Επικοινώνησε με τον επίσκοπό του, ζήτησε την ευχή του κι ένιωσε γι’ αυτό πολύ βαθιά χαρά. Ο μακαριστός γέροντας ζούσε γνήσια και παραδοσιακή εκκλησιαστικότητα. Είχε συνείδηση του λειτουργήματος του επισκόπου και σεβότανε όλους τους επισκόπους. Τον στενοχωρούσαν και καταδίκαζε τις ασχήμιες εις βάρος επισκόπων, οποιοιδήποτε και αν ήσαν. «Είναι επίσκοπος», έλεγε, «δεν παύει να είναι αρχιερέας». Χρησιμοποιούσε πολύ τη λέξη αρχιερέας? και μόνο ο τρόπος που την πρόφερε έδειχνε ότι κατανοούσε το βάθος της. Γι’αυτό και όλες τις ενδοεκκλησιαστικές ταραχές των τελευταίων μηνών τις καταδίκαζε. Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης |
Subscribe to:
Posts (Atom)









