Πριν γίνει ο προφήτης Δαβίδ βασιλιάς του Ισραήλ υπηρετούσε τον βασιλιά Σαούλ. Ο Σαούλ, επειδή γνώριζε ότι ο Δαβίδ θα πάρει το θρόνο, τον καταδίωκε, προσπαθώντας να τον θανατώσει. Μια φορά όταν η ζωή του κινδύνευε, ο προφήτης Δαβίδ είπε σ' αυτούς που ήταν τότε μαζί του· «Ένα βήμα με χωρίζει από τον θάνατο» (Α' Βασ. 20, 3).
Θυμήθηκα τώρα αυτά τα λόγια γιατί πριν μία εβδομάδα έπρεπε να τα πω και εγώ. Ένα μόνο βήμα με χώριζε από το θάνατο. Για ένα διάστημα ήμουν σχεδόν πεθαμένος, σχεδόν καθόλου δεν είχα σφυγμό και η καρδιά μου παρά λίγο να σταματήσει να χτυπά. Αλλά ο Κύριος με σπλαχνίστηκε. Και τώρα ακόμα είμαι αδύναμος και μόνο καθισμένος μπορώ να μιλάω με σας.
Θέλω να σας πω κάτι πολύ σημαντικό, θέλω να σας πω για την μνήμη του θανάτου, διότι ο θάνατος βρίσκεται πολύ κοντά στον καθένα μας, όπως ήταν τόσο κοντά σε μένα το προηγούμενο Σάββατο. Ο καθένας από μας μπορεί να πεθάνει ξαφνικά, τότε που δεν περιμένει. Γνωρίζετε ότι η ζωή πολλών ανθρώπων τελειώνει ξαφνικά και απρόοπτα.
Να θυμάστε πάντα, χαράξτε στην καρδιά σας τον λόγο αυτό του Χριστού· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι» (Λκ. 12, 35). Να θυμάστε πάντα τον λόγο αυτό και ποτέ να μην τον λησμονήσετε. Όταν οι άνθρωποι ετοιμάζονται να περπατήσουν ένα μακρύ δρόμο ή να κάνουν μία δύσκολη εργασία δένουν στη μέση τους το ζωνάρι. Και όταν περπατάνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας έχουν μαζί τους λυχνάρια και είναι σημαντικό γι' αυτούς τα λυχνάρια αυτά να είναι πάντα αναμμένα.
Το ίδιο και στην πνευματική μας ζωή, η μέση μας πρέπει να είναι ζωσμένη και τα λυχνάρια μας αναμμένα. Πρέπει να είμαστε ακούραστοι εργάτες του Θεού και να αγωνιζόμαστε πάντα κατά του διαβόλου, ο οποίος σε κάθε μας βήμα προσπαθεί να μας αποτρέψει από τον Χριστό και να μας θανατώσει με τους πειρασμούς. Γι' αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας έδωσε αυτή την εντολή· «Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι».
Ποτέ να μην λησμονείτε ότι η επίγεια ζωή μάς δόθηκε για να προετοιμαστούμε για την ζωή την αιώνια και η τύχη μας στην αιώνια ζωή θα κριθεί απ' αυτό, πώς ζήσαμε εδώ.
Να είστε πιστοί στον Χριστό, πιστοί με τον τρόπο που ο ίδιος έδειξε στην Αποκάλυψη του αποστόλου και ευαγγελιστού Ιωάννου. Εκεί Αυτός λέει· «Γίνου πιστός άχρι θανάτου, και δώσω σοι τον στέφανον της ζωής» (Απ. 2, 10).
Πρέπει να είμαστε πιστοί στον Θεό, πρέπει ακούραστα κάθε μέρα, κάθε ώρα και κάθε στιγμή να υπηρετούμε τον Θεό. Η ζωή μας είναι σύντομη, δεν μπορούμε να σπαταλάμε άσκοπα αυτές τις λίγες ώρες και ημέρες της ζωής μας, πρέπει πάντα να σκεφτόμαστε την ώρα του θανάτου.
Όλοι οι άγιοι ασκητές είχαν πάντα στο νου τους την μνήμη του θανάτου. Μέσα στα κελλιά τους είχαν κρανίο για να το βλέπουν και να θυμούνται το θάνατο. Με δάκρυα το κοιτούσαν, σκεφτόμενοι ότι και αυτοί θα ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο. Υπηρετούσαν ακούραστα τον Θεό και δούλευαν εις τον Κύριον, όπως το έκανε ο όσιος Σεραφείμ του Σαρώφ. Εκείνοι, όπως και εσείς, άκουγαν κάθε μέρα στον εσπερινό τα λόγια του 33ου ψαλμού· «Θάνατος αμαρτωλών πονηρός» (Ψαλ. 33, 22). Όπως και εσείς, άκουγαν και αυτοί· «Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος των όσιων αυτού» (Ψαλ. 115, 6). Φοβερό θάνατο έχουν οι αμαρτωλοί. Και έχω δει πολλά παραδείγματα. Όμως ένα γεγονός που έχω δει πρίν 40 χρόνια τόσο βαθιά αποτυπώθηκε στη μνήμη μου που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Ήμουν τότε επαρχιακός γιατρός και με κάλεσαν στο σπίτι ενός πολύ γνωστού σ' εκείνη την περιοχή πλούσιου γαιοκτήμονα, που ήταν άνθρωπος πολύ κακός. Όταν μπήκα μέσα στο σπίτι του μού έκανε εντύπωση η ακαταστασία που υπήρχε εκεί. Άνθρωποι έτρεχαν από δω και από κει. Πάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας γέρος με πρόσωπο κατακόκκινο που μόλις με είδε άρχισε κυριολεκτικά να ουρλιάζει. Έλεγε· «Γιατρέ, παρακαλώ, σώσε με!
Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω».
Πού ήταν πριν εκείνος ο άνθρωπος, τι σκεφτόταν όταν ταλαιπωρούσε τους άλλους; Τι σκεφτόταν όταν τους έπαιρνε όλα τους τα χρήματα; Τώρα ο θάνατος ήλθε, είναι εδώ και είναι αργά πλέον να λες· «Πεθαίνω και μόνο με τη σκέψη, ότι μπορώ να πεθάνω». Θα έπρεπε η ζωή σου να ήταν τέτοια ώστε να μην φοβάσαι τον θάνατο.
Ποιος δεν φοβάται τον θάνατο; Μόνο αυτός που ακολουθεί τον Χριστό, που όλη την ζωή του κατευθύνει με σκοπό να τελεί τις εντολές του. Τέτοιοι άνθρωποι δεν φοβούνται τον θάνατο. Γνωρίζουν την υπόσχεση που έδωσε ο Κύριος Ιησούς Χριστός στους μακαρισμούς· «Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Μτ. 5, 12).
Τελείως διαφορετικός ήταν ο θάνατος των αγίων. Ο άγιος Σεραφείμ πέθανε γονατισμένος μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στην οποία προσευχόταν πάντα. Έτσι στεκόμενος στα γόνατά του κοιμήθηκε και ήταν τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του.
Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός μας λέει· «Περιπατείτε έως το φως έχετε, ίνα μη σκοτία υμάς καταλάβη» (Ιω. 12, 35). Ακόμα έχετε το φως του Χριστού, ακόμα έχετε την δυνατότητα να πηγαίνετε στο ναό, να ακούτε τις εντολές, να ακούτε το Ευαγγέλιο. Να περπατάτε μέσα σ' αυτό το φως. Γιατί, όταν έλθει ο θάνατος, το φως αυτό θα σβήσει για σας. Πέραν του τάφου δεν υπάρχει μετάνοια και θα πάρετε ανταπόδοση σύμφωνη με όσα έχετε κάνει στη ζωή σας.
Περπατάτε λοιπόν στο φως όσο έχετε το φως, για να μην σας καταλάβει το σκοτάδι, το σκοτάδι το αιώνιο, το σκοτάδι του θανάτου. Ο θείος απόστολος Παύλος λέει· «Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Β' Κορ. 6, 2). Τώρα, όσο ζούμε, είναι για μας καιρός ευπρόσδεκτος, καιρός σωτηρίας. Τώρα πρέπει να σκεφτόμαστε την σωτηρία μας και να προετοιμαζόμαστε για την αιώνια ζωή. Αυτό κάνουν όλοι οι χριστιανοί, όλοι όσοι αγαπάνε τον Χριστό.
Πριν 70 χρόνια ζούσε στην Αγία Πετρούπολη ένας γιατρός που λεγόταν Γαάζ. Αυτός υπηρετούσε στις φυλακές και είχε καρδιά αγαθή, καρδιά γεμάτη ευσπλαχνία και αγάπη για τους ανθρώπους. Από την θέση του, του γιατρού των φυλακών, προσπαθούσε όσο μπορούσε να βοηθήσει τους δυστυχισμένους ανθρώπους που κρατιούνταν εκεί. Έβλεπε πως έστελναν στα κάτεργα αλυσοδέσμιους κατάδικους, γνώριζε ότι θα περπατήσουν με τα πόδια χιλιάδες βέρστια μέχρι να φτάσουν στην Σιβηρία και η καρδιά του έσφιγγε από τον πόνο. Για να αισθανθεί τον πόνο τους μια φορά φόρεσε στα πόδια του αλυσίδες και περπατούσε μ' αυτές ώρες στην αυλή του σπιτιού του. Όταν βρισκόταν στην κλίνη του θανάτου, ο άγιος αυτός άνθρωπος και γιατρός, είπε στους συγκεντρωμένους γύρω του ανθρώπους τα εξής θαυμαστά λόγια, τα οποία πρέπει να τα βάλουμε καλά στο νου μας· «Να βιάζεστε να κάνετε καλό για τους άλλους». Να βιάζεστε γιατί ο θάνατος όλους μάς περιμένει. Να μην είστε επιπόλαιοι, να είστε πιστοί μέχρι θανάτου και θα σας δώσει ο Θεός το στέφανο της ζωής.
Ο προφήτης Ησαΐας είπε ένα λόγο, τον οποίο επίσης πρέπει καλά να θυμόμαστε και που πρέπει βαθιά να αποτυπωθεί στην καρδιά μας· «Έκστητε, λυπήθητε, αι πεποιθυΐαι, εκδύσασθε, γυμναί γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τας οσφύας» (Ησ. 32, 11).
Τρέμετε ανέγνοιαστες, να έχετε την μνήμη του θανάτου, να σκέφτεστε πάντα την ώρα όταν θ' αφήσετε αυτή την ζωή και ποτέ να μην το ξεχνάτε. Και για να μην το ξεχνάμε, για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό του Χριστού και να μην φοβόμαστε τον θάνατο, χρειαζόμαστε βοήθεια από τον Παντοδύναμο Θεό. Χωρίς αυτή την βοήθεια δεν θα νικήσουμε τους πειρασμούς του διαβόλου, γι' αυτό πρέπει να ζητάμε να μάς στείλει ο Θεός την χάρη του. Κύριε, ελέησε μας τους αμαρτωλούς, Κύριε, βοήθησε μας!
Πρέπει να Τον ικετεύουμε έτσι όπως Τον ικέτευε η γυναίκα η ειδωλολάτρισσα, για την οποία ακούσατε σήμερα στο ευαγγελικό ανάγνωσμα. Αυτή ήταν Χαναναία και όταν είδε τον Χριστό με τους μαθητές του άρχισε να φωνάζει δυνατά και να Τον ικετεύει· «Ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυΐδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται» (Μτ. 15, 22). Αλλά ο Κύριος δεν της έδινε σημασία και συνέχιζε σιωπηλά το δρόμο του. Η γυναίκα συνέχιζε να Τον ικετεύει, όμως Εκείνος δεν απαντούσε. Στο τέλος οι μαθητές του Τού είπαν· «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών» (Μτ. 15, 23). Και ο Κύριος απάντησε· «Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ» (Μτ. 15, 24).
Η γυναίκα όμως συνέχιζε να Τον ικετεύει. Τι της είπε τότε ο Κύριος; «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Μτ. 15, 26). Και άκουσε μία απάντηση καταπληκτική για την ταπείνωση και την πραότητα" «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών» (Μτ. 15, 27), - δώσε μου, Κύριε, ένα ψίχουλο από το έλεός σου. Σταμάτησε ο Κύριος, όταν το άκουσε, και της είπε· «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις, και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Μτ. 15, 28).
Πολλοί από μάς έχουν ζωή που δεν αρμόζει στους χριστιανούς. Πολλοί είναι βεβαρημένοι με διάφορες αμαρτίες, πολλοί έχουν ξεχάσει τον λόγο του Θεού· «Το κέντρον του θανάτου η αμαρτία» (Α' Κορ. 15, 56). Ο θάνατος πληγώνει αυτόν που είναι δούλος της αμαρτίας. Τότε, αν είμαστε τόσο αδύναμοι, αν το ένδυμα της ψυχής μας είναι όλο μαύρο από τις αμαρτίες μας, δεν είμαστε και εμείς σαν τα σκυλιά, δεν πρέπει και εμείς να κράζουμε προς τον Θεό, όπως έκραζε εκείνη η Χαναναία γυναίκα; «Κύριε, είμαι σαν το σκυλί, αλλά ελέησόν με!»
«Έστωσαν υμών αι οσφύες περιζωσμέναι και οι λύχνοι καιόμενοι». Αμήν.
ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ ΤΟΜΟΣ Γ'
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

Man has such powers, that he can transmit good or evil to his environment. These are very delicate matters. They require great care.
We must see everything in a good manner. We should not think anything evil about others. And even a glance and a sigh can effect our fellow man. And the slightest indignation brings evil. Let us have goodness and love within out soul, let us transmit these.
Let us pray that we not be indignant towards men who hurt us. Only let us pray for them with love. Whatever our fellow man does, let us not think evil of him. Always let us pray lovingly. Always let us think of the good.
We must never think regarding the other that God will give them some evil or punish them for their sin. This thought brings a very great evil, without us perceiving it.
Many times we are indignant, and we say to the other: "Do you not fear the righteousness of God, do you not fear that He will punish you?"
Other times we further say: "God cannot even punish you for that which you have done", or, "My God, do not do evil to that man for that which he did to me", or, "May he not suffer the same lot".
In all of these cases, we have deep within us the desire that the other be punished. Instead, however, of confessing our anger at their offense, we use another way of showing our indignation, appearing to entreat God for him. Thus, however, in reality we are cursing our brother.
And if, instead of praying, we say: "may you find it from God, that God might repay you for the evil you have done", then again we are praying for God to punish him.
Furthermore, when we say: "regardless, God sees everything", the state of our soul works in a mysterious way to bother the soul of our fellow man and he suffers evil. Do you understand, therefore, how our evil thoughts, our evil disposition bothers others? Because of these, we must find the way to purify the depth of ourselves from every evil. When our soul is sanctified, it shines with goodness. We silently sent out our love without saying words.
Christ never wants evil. Instead, He commands: "Bless those who curse you..."

Βλέπω μερικούς γονείς πόσο υπερβολικοί είναι και πόσο παράλογες απαιτήσεις έχουν από τα παιδιά τους.
Κάποιος μου έλεγε ότι υποχρεώνει τα παιδιά του να εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή και τα χτυπάει όταν του πουν ότι δεν θέλουν να πάνε στην Εκκλησία.
Αυτά όμως δεν είναι σωστά πράγματα, γιατί με το ζόρι δεν μπορείς να κάνεις τον άλλο να αγιάσει. Αλλά και μερικοί κληρικοί είναι απόλυτοι και μιλούν για τον Θεό με ένα τρόπο που σε τρομάζει. Εγώ βλέπω ότι η σημερινή εποχή έχει αλλάξει και ο άνθρωπος σήμερα σκέφτεται και ζει διαφορετικά από την εποχή την δική μας. Εμείς σαν παιδιά τρώγαμε ξύλο από τους γονείς και τους μεγαλύτερούς μας. Τώρα αυτά δεν περνούν και δεν φέρνουν καλό αποτέλεσμα.
Κάποιος άλλος μου έλεγε ότι τις ελεύθερες ώρες του μπαίνει στα λεωφορεία, κάνει σύντομο κήρυγμα και μοιράζει στους επιβάτες θρησκευτικά έντυπα που μιλούν για την εξομολόγηση. Μού είπε επίσης ότι έχει πρόβλημα με τα παιδιά του, γιατί ντρέπονται με την ιεραποστολή που κάνει.
Τού είπα ότι είναι καλά αυτά, αλλά υπερβολικά, γιατί σήμερα πρέπει να ψάξουμε και να βρούμε νέους τρόπους ιεραποστολής, όχι όπως την εποχή του πολέμου που οι χριστιανοί νέοι τραγουδούσαν στους δρόμους και τα λεωφορεία χριστιανικά τραγούδια και μοίραζαν έντυπα. Τον σημερινό άνθρωπο πρέπει να τον πλησιάσεις με διαφορετικό τρόπο. Ο χριστιανός πρέπει να ομολογεί τον Χριστό όχι με λόγια, αλλά με έργα, με το παράδειγμα και την ζωή του.
Οι χριστιανοί πρέπει να μάθουμε να σιωπούμε, γιατί είναι εξαιρετικά επικίνδυνο (και αστείο) να αναγορεύουμε τους εαυτούς μας, άλλοτε συνηγόρους του Θεού και άλλοτε ειδικούς στο να εξηγούμε τις βουλές και τα σχέδιά Του.
Άγιος Παΐσιος
“When you sit down to eat, pray. When you eat bread, do so thanking Him for being so generous to you. If you drink wine, be mindful of Him who has given it to you for your pleasure and as a relief in sickness. When you dress, thank Him for His kindness in providing you with clothes. When you look at the sky and the beauty of the stars, throw yourself at God’s feet and adore Him who in His wisdom has arranged things in this way. Similarly, when the sun goes down and when it rises, when you are asleep or awake, give thanks to God, who created and arranged all things for your benefit, to have you know, love and praise their Creator.”
St. Basil the Great
One morning, the Elder (Geronda) Epiphanios Theodoropoulos was in a conversation with 2-3 visitors at his home. One of them was an ideological atheist and a communist. Suddenly, someone from outside came rushing in, and informed them that the city of Athens had been flooded with photographs of Mao Tse Tung, with the inscription “Glory to the great Mao”. It was the day that the Chinese dictator had died.
Geronda Epiphanios: That’s the way things are, my child. Atheists do not exist. Only idolaters exist, who take down Christ from His throne and in His place they enthrone their own idols. We say: “Glory be to the Father and the Son and the Holy Spirit”. They say: “Glory to the great Mao”. You pick and choose which one you prefer.
Atheist: You also choose your drug, grandpa. The only difference is, that you call it Christ, others call it Allah, or Buddha, etc. etc…
Geronda Epiphanios: My child, Christ is not a drug. Christ is the Creator of the entire universe. He is the one Who governs everything wisely, from the multitudes of infinite galaxies, down to the minutest particles of the microcosm. He has given life to all of us. He is the One Who brought you into this world and has bestowed you with so much freedom, that you can actually doubt Him, and even deny Him.
Atheist: Grandpa, its your right to believe in all of those things. But that doesn’t mean they are true. Do you have any proofs?
Geronda Epiphanios: You think all of this is just a fairy tale, don’t you?
Atheist: Naturally.
Geronda Epiphanios: Do you have any proof that it is a fairy tale? Can you prove that what I believe is false?
Atheist: ……………….
Geronda Epiphanios: You didn’t reply, because you don’t have any proof either. Which means, you believe they are fairy tales. I spoke to you of believing, when I referred to God; you, however, although rejecting my belief, essentially believe in your faithlessness, since you cannot back it up with proofs either. However, I must tell you that my belief is not something “out of the blue”; There are certain supernatural events, upon which it is founded.
Atheist: Just a minute! Since we are talking about believing, what would you say to Muslims or Buddhists for example? Because they also talk about believing. And they too have high moral standards. Why is your belief better than theirs?
Geronda Epiphanios: So! The criterion of the truth is supposedly judged by this question of yours? Because the truth is most certainly one; truths cannot be many in number. The thing is, who is the possessor of the truth? That is the major question. Hence, it is not a matter of a better or worse belief! It is a matter of the only true belief!
I agree, that other beliefs also have moral teachings. Naturally, Christianity’s moral teachings are incomparably superior. But, we do not believe in Christ because of His moral teachings. Or for His prompting to “Love one another”, or for His sermons on peace and justice, freedom and equality. We believe in Christ, because His presence on earth was accompanied by supernatural events, which was a sign that He is God.
Atheist: Look, I also admit that Christ was an important philosopher and a great revolutionary, but let’s not make Him a god now……
Geronda Epiphanios: My dear child! All the great disbelievers in history were snagged by that detail. The fishbone that stuck in their throat, which they just couldn’t swallow, was exactly that: That Christ is also God.
Many of them were willing to say to God: “Don’t tell anyone that You are God incarnate; Just say that You’re an ordinary human, and we shall be more than ready to deify you. Why do You want to be an incarnate God, and not a deified human? We are willing to glorify You, to proclaim You as the greatest among men, the holiest, the most ethical, the noblest, the unsurpassable, the one and only, the unprecedented… Isn’t that enough for You ?
Ernest Renan –he was the head of the chorus of deniers- thunders out the following, with regard to Christ: “For tens of thousands of years, the world shall be uplifted through You”, and “You are the cornerstone of mankind; if one were to wrench Your name away from this world, it would be like shattering its foundations” and “the aeons shall proclaim that amongst the sons of men, never was there born anyone that could surpass You”. But this is where Renan and his likes stop. Their very next phrase is: “But a God, You are not!”
And those poor wretches cannot perceive that all of these things constitute an indescribable tragedy! Their dilemma is inevitably relentless: Either Christ is an incarnate God, in which case, He is indeed, only then, the most ethical, the holiest and noblest personage of mankind, or, He is not an incarnate God, in which case, He cannot possibly be any of these. In fact, if Christ is not God, then we are talking about the most horrible, the most atrocious and the most despicable existence in the history of mankind.
Atheist: What did you just say?
Geronda Epiphanios: Exactly what you heard! It may be a weighty statement, but it is absolutely true. And I will tell you why.
Let me ask: What did all the truly great men say about themselves, or what opinion did they have of themselves ?
The “wisest of all men”, Socrates, proclaimed that “I came to know one thing: that I know nothing”.
All the important men in the Old and New Testament, from Abraham and Moses, through to John the Baptist and the Apostle Paul, characterized themselves as “earth and ashes”, “wretches”, “monstrosities”, etc…. [1]
But, strangely enough, Jesus’ attitude is quite the opposite! And I say strangely enough, because it would have been natural and logical for Him to have a similar attitude. In fact, being far superior and surpassing all others, He should have had an even lower and humbler opinion of Himself [2]. Ethically more perfect than any other, He should have surpassed everyone and anyone in self-reproach and humility, from the moment of the world’s Creation to the end of Time.
But, the exact opposite is observed!
First of all, He proclaims that He is sinless: “Who among you shall check Me for sin?” (John, 8:46). “The lord of this world is coming, and he can find nothing in Me.” (John, 14: 30)
He also pronounces very high ideas of Himself: “I am the light of the world” (John, 8, 12); “I am the path and the truth and the life” (John, 14: 6).
But, apart from these, He also projects demands of absolute dedication to His Person. He even penetrates the holiest of man’s relationships, and says: “Whomsoever loves their father or mother more than Me, is not worthy of Me. and whomsoever loves their son or daughter more than me is not worthy of me” (Matthew, 10: 37). “I came to turn man away, against his father, and the daughter against her mother and the daughter-in-law against her mother-in-law” (Matthew, 10: 35). He even demands a life and a death of martyrdom from His disciples: “They shall deliver you to councils and flog you in their synagogues; and you shall be dragged before leaders and kings for My sake…. And brother shall deliver his brother to death and the father his son, and the children shall revolt against their parents and shall put them to death…. And you shall be hated by everyone, for my namesake…. And he that shall endure to the end, he shall be saved…. Do not fear those who destroy the body….. Whomsoever shall deny Me before mankind, I too shall deny him…. Whomsoever has forfeited his soul for My sake, shall recover it” (Matthew, 10: 17 onward).
And now I ask you: Has anyone ever dared to demand for himself the love of mankind, forsaking their very life? Has anyone ever dared to proclaim his absolute sinlessness? Has anyone ever dared to utter the words: “I am the truth”? (John, 14: 6) No-one, and nowhere! Only a God can do that. Can you imagine your Marx uttering things like that? They would take him for a lunatic and nobody would be willing to follow him!
Now, just consider, how many people sacrificed everything for Christ’s sake, even their very life, having believed in the veracity of His words regarding Himself! If His proclamations about Himself were false, Jesus would have been the most despicable character in history, for having led so many people to such a huge sacrifice! What ordinary man – no matter how great, how important, how wise he may be – would deserve such a tremendous offer and sacrifice? Well? No-one! Not unless he were God!
In other words: Any ordinary man that would demand such a sacrifice from his followers would have been the most loathsome person in history. Christ, however, both demanded it, and achieved it. Yet, despite this ‘achievement’, He was proclaimed by the very deniers of His divinity as the noblest and holiest figure in history. So, either the deniers are being illogical when they proclaim this most loathsome figure as “holiest”, or, in order to avoid any illogicality, and to rationalize the co-existence of Christ’s demands and His holiness, they must concede to accepting that Christ continues to remain the noblest and holiest figure in mankind, but, only under the condition that He is also God! Otherwise, as we said, He would be, not the holiest, but the most loathsome figure in history, being the cause of the greatest sacrifice of all ages, and in the name of a lie! Thus, Christ’s divinity is proved by His very deniers, on the basis of those very characterizations of His person!
Atheist: What you just said is really very impressive, but it is nothing but speculation. Do you have any historical facts that would confirm His Divinity?
Geronda Epiphanios: I told you at the beginning, that the proofs of His Divinity are the supernatural events that took place while He was here on earth. Christ did not rest on the proclamation of the above truths alone; He certified His statements with miracles as well. He made blind people see and cripples walk; He satisfied the hunger of five thousand men and manifold numbers of women and children with only two fish and five loaves of bread; He commanded the elements of nature and they obeyed; He resurrected the dead, amongst which was Lazarus, four days after his death. But the most astounding of all his miracles was His own Resurrection.
The entire edifice of Christianity is supported on the event of the Resurrection. This is not my speculation. The Apostle Paul said it: “If Christ had not risen (from the dead), our faith would be futile”. (Corinthians I, 15: 17). If Christ is not resurrected, then everything collapses. But Christ was resurrected, which means He is the Lord of life and death, therefore God.
Atheist: Did you see all of this? How can you believe it?
Geronda Epiphanios: No, I didn’t see any of it, but others did: the Apostles. They in turn made this known to others, and they actually “signed” their testimony with their own blood. And, as everyone acknowledges, a testimony of one’s life is the supreme form of testimony.
Why don’t you likewise bring me someone, who will tell me that Marx died and was resurrected, and that he is willing to sacrifice his life in order to testify it? I, as an honest man, will believe him.
Atheist: I will tell you. Thousands of communists were tortured and died for their ideology. Why don’t you embrace communism in the same way?
Geronda Epiphanios: You said it yourself. Communists died for their ideology. They didn’t die for real events. In an ideology, it is very easy for deception to seep through; and because it is a characteristic of the human soul to sacrifice itself for something it believes in, this explains why so many communists died for their ideology. But that doesn’t compel us to accept this ideology as something true.
It is one thing to die for ideas, and another to die for events. The Apostles didn’t die for any ideas. Not even for the “Love one another”, or any of the other moral teachings of Christianity. The Apostles died for their testimony of supernatural events. And when we say ‘event’, we mean that which is captured by our physical senses, and is comprehended through them.
The Apostles suffered martyrdom for “that which they heard”, “that which they saw with their own eyes”, “that which they observed and their hands touched” (John I, 1) [3]
Just like the clever speculation by Pascal, we say that one of the three following things happened to the Apostles: either they were deceived, or, they deceived us, or, they told us the truth.
Let’s take the first case. It is not possible for the Apostles to have been deceived, because everything that they reported, was not reported to them by others.They themselves were eye and ear witnesses of all those things. Besides, none of them were imaginative characters, nor did they have any psychological inclination that made them accept the event of the Resurrection. Quite the contrary – they were terribly distrustful. The Gospels are extremely revealing, in their narrations of their spiritual dispositions: they even disbelieved the reassurances that some people had actually seen Him, resurrected.
And one other thing. What were the Apostles, before Christ called them? Were they perhaps ambitious politicians or visionaries of philosophical and social systems, who were longing to conquer mankind and thus satisfy their fantasies? Not at all. They were illiterate fishermen. The only thing that interested them was to catch a few fish to feed their families. That is why, even after the Lord’s Crucifixion, and despite everything that they had heard and seen, they returned to their fishing boats and their nets. In other words, there was not a single trace of disposition in these men for the things that were to follow. It was only after the day of the Pentecost, “when they received strength from on high”, that they became the teachers of the universe.
The second case: Did they deceive us? Did they lie to us? But then, why would they deceive us? What would they gain by lying? Was it money? Was it status? Was it glory? For someone to tell a lie, he must be expecting some sort of gain. The Apostles though, by preaching Christ – and in fact Christ crucified and resurrected – the only things that they secured for themselves were: hardships, labours, lashings, stonings, shipwrecks, hunger, thirst, nakedness, attacks from robbers, beatings, incarcerations and finally, death. And all this, for a lie? It would be undoubtedly foolish for anyone to even consider it.
Consequently, the Apostles were neither deceived, nor did they deceive us. This leaves us with the third choice: that they told us the truth.
I should also stress something else here: The Evangelists are the only ones who recorded true historical events. They describe the events, and only the events. They do not resort to any personal judgments. They praise no-one, and they criticize no-one. They make no attempt to exaggerate an event, nor eliminate or underestimate another. They let the events speak for themselves.
Atheist: Are you excluding the possibility that in Christ’s case, it was just an incident of apparent death? The other day, the newspapers had written about someone in India whom they buried and three days later they exhumed him and he was still alive.
Geronda Epiphanios: My poor child! I will recall the words of the blessed Augustine again: “O faithless ones, you are not actually mistrustful; indeed, you are the most gullible of all. You accept the most improbable things, and the most irrational, the most contradictory, in order to deny a miracle!”
No, my child. It was not a case of apparent death with Christ. First of all, we have the testimony of the Roman centurion, who reassured Pilate that Christ’s death was a certainty.
Then, our Gospel informs us that on the same day of His Resurrection, the Lord was seen talking with two of His disciples, walking towards Emmaus, which was more than ten kilometers away from Jerusalem.
Can you imagine someone, who could go through all the tortures that Christ underwent, and three days after His “apparent death”, spring back again? If anything, he would have to be fed chicken soup for forty days, in order to be able to open his eyes, let alone walk and talk as though nothing had happened!
As for the Hindu, bring him here to be flogged with a scourge – do you know what a scourge is? It is a whip, whose lashes each have a lead chunk or a piece of broken bone or sharp nails attached to their end – bring him here, so we can flog him, then force a crown of thorns on his head, crucify him, give him bile and vinegar to drink, then pierce his side with a spear, put him in a tomb, and then, if he comes back from the dead, then we can talk.
Atheist: Even so, but all the testimonies that you have invoked belong to Christ’s Disciples. Is there any testimony on this matter, that doesn’t come from the circle of His Disciples? Are there any historians for example, who can certify Christ’s Resurrection? If so, then I will also believe what you say.
Geronda Epiphanios: You poor child! You don’t know what you’re saying now! If there had been such historians who had witnessed Christ resurrected, they would have been compelled to believe in His Resurrection and would have recorded it as believers, in which case, you would again have rejected their testimony, just like you rejected Peter’s testimony, John’s testimony, etc. How can it be possible, for someone to actually witness the Resurrection and yet, NOT become a Christian? You are asking for a roasted fowl, on a waxen skewer, that also sings! It just can’t be done !
I will remind you though – because you are asking for historians – of what I said earlier: that the only true historians are the Apostles.
Nevertheless, we do have testimony of the kind that you want; and it is by someone who didn’t belong to the circle of His Disciples: it was Paul. Paul not only wasn’t a Disciple of Christ, he actually persecuted Christ’s Church relentlessly.
Atheist: They say that Paul suffered from sunstroke and that it was the cause of his hallucination.
Geronda Epiphanios: My child, if Paul was hallucinating, the thing that would have come to the surface, would have been his subconscious. And in Paul’s subconscious, the Patriarchs and the Prophets would have been top ranking. He would have hallucinated about Abraham, and Jacob and Moses, and not Jesus, whom he considered a rabble-rouser and a fraud!
Can you imagine a faithful old granny seeing Buddha or Jupiter in her dream or delirium? She would most probably see Saint Nicholas or Saint Barbara, because she believes in them.
One more thing. With Paul, we have –as Papini notes- the following miraculous phenomena: First of all, the abruptness of his conversion. Straight from faithlessness to faith. With no intermediate preparatory stage. Secondly, the steadfastness of his faith. No wavering, no doubts. And thirdly, his faith lasted for a whole lifetime. Do you believe that all these things can occur after a case of sunstroke? They can in no way be attributed to such a cause. If you can explain how, then explain it. If you can’t, then you must admit the miracle. And you must know that for a man of his time, Paul was exceptionally well-educated. He was not your average little person, who was totally clueless.
I will also add something else. We today, my child, are living in an exceptional era. We are living the miracle of Christ’s Church.
When Christ said of His Church that “the gates of Hades shall not overpower Her” (Matthew 16:18), His followers were very few in number. Almost two thousand years have passed, since that day. Empires vanished, philosophical systems were forgotten, world theories collapsed. But Christ’s Church remains indestructible, despite the continuous and dramatic persecutions it has undergone. Isn’t that a miracle?
And one final thing. In Luke’s Gospel it says that when the Holy Mother visited Elizabeth (the Baptist’s mother) after the Annunciation, she was greeted with the words: “blessed are you amongst women”. And the Holy Mother replied as follows: “My heart magnifies the Lord. Behold, from this moment on, all generations shall call me blessed” (a’ 48).
What was the Holy Mother at that time? She was just an obscure daughter of Nazareth. How many knew her? And yet, since that day, empresses have been forgotten, distinguished women’s names have been extinguished, the mothers and wives of great generals went into oblivion. Who remembers, or even knows, Napoleon’s mother or Alexander the Great’s mother? Almost no-one. But, millions of lips across every length and breadth of the world, throughout the ages, venerate that humble daughter of Nazareth, the “more precious than the Cherubim and incomparably more glorious than the Seraphim”. Are we, or aren’t we –the people of the twentieth century– living in this day and age the verification of those words of the Holy Mother?
The exact same things are observed in a “secondary” prophecy of Christ: While He was staying at the house of Simon the leper, a woman came to Him and poured her expensive fragrant oil over His head. Christ commented: “Amen, verily I say to you, that wherever this gospel will be preached in the world, it will also mention what this woman did, in her memory” (Matthew, 26: 13). Now, how large was His circle of followers at the time, so that one could say that they outdid themselves in order that their Master’s prophecy be fulfilled? Especially a prophecy such as this one, which, by today’s world standards, is of no importance to most people.
Are they or aren’t they miracles? If you can, explain them. But if you can’t, then admit them as such.
Atheist: I have to admit that your arguments are pretty solid. But I would like to ask you one more thing: Don’t you think that Christ left His work unfinished? That is, unless He deserted us. I can’t imagine a God that would remain indifferent to mankind’s suffering. We are down here toiling, while He, up there, remains apathetic.
Geronda Epiphanios: No, my child. You aren’t right. Christ did not leave His work unfinished. On the contrary, He is the one unique case in history where a person has the certainty that His mission was accomplished, and had nothing further to do or to say.
Even the greatest of philosophers, Socrates, who discussed and taught during his whole lifetime, and towards the end composed an intricate “Apology”, would have even more to say, if he had lived.
Only Christ – in the time bracket of three years – taught what He had to teach, did what He had to do, and finally said (on the Cross): “It is finished”. Another sample of His divine perfection and authority.
As for the abandonment that you mentioned, I can understand your concern. Without Christ, the world would be a theatre of insanity. Without Christ, you cannot explain anything: why are there sorrows, why injustices, why failures, why sicknesses, why, why, why…. Thousands of monumental “why”s.
Try to understand! Man cannot approach all of these “why”s with his finite logic. It is only through Christ that everything can be explained. All these trials merely precondition us for eternity. Perhaps then, we might be honored by the Lord with a reply to some of those “why”s.
It might be worthwhile, if I read you a beautiful poem* from Constantine Kallinikos’ collection “Laurels and Myrtles”, with the title “Questions”:
I asked a desert father of seventy years,
whose silver strands were blown by the wind:
Tell me o father, why, on this earth,
do the light and the dark inseparably move ?
And why must they – like twins – together sprout:
the thorn and the rose, the tear and the smile?
Why, in the loveliest part of the woodland green
have scorpions and vipers concealed their nests?
Why must it be, that the tender bud,
before unfolding its fragrant bloom,
be struck by a worm in the heart of its stem,
And left to die, like a shrivelled rag ?
Why are the plow, the seed and the hands
a must for the wheat, to become our bread?
Why must everything useful, noble, divine
always be purchased with tears and our blood,
while selfishness ever rampantly reigns,
and lewdness is swallowing up the world?
And why, amongst such harmony around,
must tumult and disorder find their way?
The hermit replied, with his somber voice
and right arm pointing to the sky,
that there, beyond those clouds of gold,
the Almighty weaves a tapestry divine.
But since we are wanderers of the lower plane
We see nothing but the knots and strings below,
It is no wonder, why the mind sees wrong,
when it should always be thankful and give praise:
for the day will come, when Christians all,
with souls that ride the skies with wings,
will gaze atop God’s tapestry and see
how careful and orderly everything was!
My child, Christ never abandoned us. He is forever with us, as a helper and a supporter, until the end of time. But you will realize this, only when you become a conscientious member of His Church and be joined by Her Sacraments.
[Re-published, from the book of the Holy Recluse Monastery of the Theotokos “FROM THE LIFE AND THE TEACHING OF FATHER EPIPHANIOS”]
Source- http://www.oodegr.com/english/
Source -http://tokandylaki.blogspot.ca/2013/10/the-elder-and-atheist.html

You should realize, my dear brothers, that if all of us were interested in contributing to the salvation of our fellow brothers, then in a short time evil people would correct their ways, and relatively quickly our cities would become free of evil and sin. This is certainly the case, because if one
single person alone possessing a heart filled with godly zeal and filled with love for his fellow man is capable of correcting an entire nation, how much more so can large numbers of Christians
—when of course they decide to lay hold of zeal and are determined to implant brotherly love within their souls —correct people who are living in sin? Truly, the sole reason for the perilous plight of contemporary sinful people, the primary cause that has allowed immorality to increase in our days and permitted the devil to reign within present-day society is none other than we ourselves. For when we witness our fellow brothers and Christians sinning openly and carrying out various evils, we do not take the initiative to collectively go to them in an attempt to help them and correct them with brotherly advice and even reproof, if necessary. On the contrary, each one of us comes up with various excuses, we all remain silent, we quietly withdraw to ourselves, and thus we allow others to continue carrying out all the sin they choose and all the evil they desire.
Behold how the gold-tongued St. John Chrysostom precisely confirms these truths:
“Therefore, let us not say these things.
Rather, let us display proper solicitude for our brethren. I promise with all exactitude, and I
guarantee you, that if all of you who are present here resolve to secure the salvation of all who inhabit this city, everything will speedily be
restored to good order... Let us then take an interest in the salvation of our brothers and sisters. One man filled with zeal is sufficient to correct an entire city!
Hence, when not one, or two , or three, but such a
great multitude is capable of contributing in the correction of them who live carelessly, and yet the majority are perishing and falling, it is from no other cause other than our own laziness—not our weakness.
Isn’t it irrational for us to hasten to lend a hand and help raise up an animal that has fallen, yet to
neglect and show no concern for our fellow human beings who are perishing?”
St. Nicodemos the Hagiorite
http://www.stnektariosmonastery.org

Οἱ ψαλμοί ἕνα θεόπνευστο βιβλίο γιά ὅλες τίς περιπτώσεις τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.
Οἱ ψαλμοί εἶναι ἔργο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἕνας ἁγιορείτης Γέροντας κρατώντας τό ψαλτήρι ἔλεγε:"Ὁ Θεός ἔσκυψε καί εἶπε στό παιδί του τόν Δαβίδ αὐτά πού θέλει ν' ἀκούη"!
"Τά νοήματα τῶν ψαλμῶν ἀθόρυβα ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ τά ἀπο τυπώνει στά πιό βαθειά ἱερά βάθη τῆς καρδιᾶς. Ἔτσι ἡ καρδιά φωτίζεται καί μέ τή σειρά της θερμαίνει πνευματικά τό συναί-σθημα, τή λογική καί τή θέληση, ἐνῶ παράλληλα ἐπηρεάζει θετι-κά τίς σχέσεις μέ τόν Θεό καί μέ τόν ἔξω κόσμο, γι' αὐτό ἡ Ἐκ-κλησία μας, φιλάνθρωπα σκεπτόμενη περιέλαβε τούς ψαλμούς στίς καθημερινές προσευχές. Στίς Ἱ. Μονές μέσα στή ροή τῶν ἀκολουθιῶν σ' ὅλη τήν διάρκεια τοῦ ἡμερονυκτίου, διαβάζονται περίπου ἑξήντα ψαλμοί.
Ἀνάλογα μέ τή θεολογική τους σύσταση καί τή θεολογική τους ἰδιομορφία διακρίνονται γενικά σέ δοξολογικούς, εὐχαριστίας, πένθους, μετανοίας, διδακτικούς, μεσσιακούς καί ἐσχατολικούς. Κέντρο τους εἶναι ὁ Ἅγιος Θεός, ἐνῶ στό φωτεινό ὁρίζοντα τῆς περιφερείας τους "ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατενώπιον τοῦ Θεοῦ". Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος, γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, τοῦ ἀνθρωπίνου βίου ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει. Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, μέ τούς ἄνδρες συναγωνίζεται, παιδαγωγεῖ τή νεότητα, ὑποστηρίζει τά γη-ρατειά, γίνεται στούς πάντες τά πάντα. Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν, ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν, ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες. Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη".
Ὁ Μ. Βασίλειος λέγει ὅτι:" Ὁ ψαλμός ἀποκοιμίζει τήν ἀγριότητα τῆς ψυχῆς......εἶναι γαλήνη τῶν ψυχῶν μας· μᾶς δίδει ὡσάν ἕνα βραβεῖον τήν εἰρήνην, μέ τό νά καθησυχάζη τήν ταραχήν καί τά κύματα τῶν λογισμῶν μας. Διότι καταπραΰνη τόν θυμόν τῆς ψυχῆς καί χαλιναγωγεῖ τήν πρός τήν ἀσωτίαν καί ἀκολασίαν κλίσιν τοῦ ἀνθρώπου....Ὁ Ψαλμός εἶναι συμβοηθός τῆς φιλίας, ἕνωσις τῶν χωρισμένων, μέσον πρός συμφιλίωσιν τῶν ἐχθρευομένων. Μᾶς δίδει καί τό μέγιστον ἀπό ὅλα τά ἀγαθά, μᾶς δίδει τήν ἀγάπην. Διώκει τούς δαίμονας καί προσκαλεῖ τήν βοήθειαν τῶν Ἀγγέλων. Εἶναι ὅπλον ἐναντίον τῶν νυκτερινῶν φόβων μας καί ἀνάπαυσις ἀπό τούς ἡμερινούς κόπους".
Σέ αὐτό τό πόνημα καταχωροῦνται οἱ περιπτώσεις πού βασανίζουν τόν σύγχρονο ἄνθρωπο καί οἱ ψαλμοί πού εἶναι ἡ καρδιά ὅλης τῆς ἁγίας Γραφῆς καί ὁ ἀναγνώστης θά βρῆ ἀνάπαυση καί λύτρωση ἀνάλογα μέ τήν πίστη του.
Τά θέματα τά ὁποῖα διαπραγμνατεύονται εἶναι ἀπό κείμενα ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καταγράφονται σέ διά-φορα ἔντυπα, τοῦ Πατριαρχείου Ἱερουσολήμων, Ἱερῶν Μητροπόλεων καί μεμονωμένα θρησκευτικά περιοδικά.
Ὁ κάθε ψαλμός διαπραγματεύεται πολλά θέματα καί ἐκτός αὐτοῦ μέσα του "κρύβει" καί τήν πνευματική ἑρμηνεία ἀναγωγική (ἀπό τά ὁρατά σέ ἀνεβάζει στά πνευματικά).
Ὁ στάρετς τῆς Ὅπτινα Ὅσιος Νεκτάριος, ἑρμήνευε π.χ τά λόγια τοῦ πρώτου ψαλμοῦ· "Μακάριος ἀνήρ...." ὡς ἑξῆς:"Αὐτός ὁ ψαλμός κατά γράμμα σημαίνει πώς ἕνας ἄνθρωπος εἶναι μακάριος καί εὐλογημένος, ὅταν ἀποφεύγη τίς ἀσεβεῖς καί ἁμαρτωλές συναθροίσεις καί δέν λαμβάνει μέρος σέ αἱρετικές ἤ ἀντιεκκλησιαστικές διδασκαλίες.
Σύμφωνα μέ ἄλλη πνευματική ἑρμηνεία ὁ μακάριος ἄνθρωπος εἶ-ναι ὁ νοῦς, πού δέν δέχεται τούς ἐμπαθεῖς λογισμούς (σκέψεις μέ εἰκόνες). Βέβαια εἶναι ἀδύνατον νά ἐμποδίση κανείς τήν ἐπίθεση αὐτῶν τῶν λογισμῶν· εἶναι ὅμως δυνατόν νά μήν ἀσχολεῖται καί νά μή συζητῆ μαζί τους, ἀλλά νά λέη συνεχῶς: "Κύριε ἐλέησον". Καί τότε κάθε ὑλικό καί γήϊνο ἐξαφανίζεται. Αὐτός ἀκριβῶς πού ἐνεργεῖ ἔτσι ἀποκαλεῖται μακάριος ἄνθρωπος".
Ὁ μακαρισμός γέροντας Παΐσιος ἔλεγε γιά τούς ψαλμούς: "Εὐλογημένη ψυχή, τίποτε δέν εἶναι ἀδύνατο στό Θεό. Ζήτα του μέ εὐγένεια αὐτό πού θέλεις. Ἐάν δυσκολεύεσαι, διάβασε τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ. Θά δῆς ἐκεῖνος μέ τί τρόπο ζητοῦσε ἀπό τό Θεό καί ἐλάμβανε αὐτό πού ποθοῦσε". "Ὅσοι ἀπομακρύνονται ἀπό τό Χριστό, στεροῦνται τόν θεῖο φωτισμό, γιατί ἄφησαν τό προσήλιο σάν τούς ἀνοήτους καί πηγαίνουν στό ἀνήλιο....Βλέπετε τό Ψαλτήρι πού εἶναι γραμμένο μέ θεῖο φωτισμό, τί βαθειά νοήματα ἔχει! Μάζεψε, ἄν θέλης ὅλους τούς θεολόγους, ὅλους τούς φιλολόγους, καί θά δῆς ὅτι ἕναν ψαλμό μέ τέτοι βάθος δέν μποροῦν νά φτιάξουν! Ἐνῶ ὁ Δαβίδ ἦταν ἀγράμματος,
ἀλλά βλέπεις καθαρά πῶς τόν ὁδηγοῦσε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ".
"Πῆγε κάποιος οἰκογενειάρχης στόν Γέροντα καί τοῦ εἶπε γιά τίς κτηματικές ἀδικίες πού ἔγιναν εἰς βάρος του.:" Ἐγώ δέν στενοχωριέμαι γιά τήν ἀδικία γιατί δαβάζω τό Ψαλτήρι. Ἕνα Κάθισμα τό ἀπόγευμα καί δυό Καθίσματα πρίν ξημερώση. Σχεδόν τό ἔμαθα ἀπ' ἔξω. Κανένας Ψαλμός δέν λέει ὅτι οἱ ἄδικοι ἔκαναν προκοπή. Ἐνῶ τούς δικαίους τούς σκέφτεται ὁ Θεός. Ἐ-γώ Πάτερ μου δέν λυπᾶμαι τά κτήματα πού ἔχασα, ἀλλά λυπᾶμαι τά ἀδέλφια μου πού χάνουν τήν ψυχή τους".
Ὁ δέ Γέροντας Πορφύριος σέ ἐρώτηση ἑνός συνομιλητή του τί κάνει τίς νύκτες, ἀπάντησε:"Διαβάζω τούς ψαλμούς τοῦ Δαβίδ, ἀλλά μέ πίστη στό νόημα τῶν λέξεων πού διαβάζω. Πῶς νά στό πῶ, ἔχουν δύναμη οἱ ψαλμοί, πολύ μεγάλη δύναμη, γιατί γρά-φτηκαν μέ πολλά δάκρυα καί πολλή ταπείνωση. Τέτοια ταπεί-νωση, πού ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶπε: "βρῆκα ἀνάπαυση μόνο στήν καρ-διά τοῦ Δαβίδ".
Γιά τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν ἔλεγε ὁ Γέροντας:
"Ἡ μητέρα πρέπει νά προσεύχεται πολύ κατά τήν περίοδο τῆς κυήσεως καί ν' ἀγαπάη τό ἔμβρυο, νά χαϊδεύη τήν κοιλιά της, νά διαβάζη ψαλμούς, νά ψάλλη τροπάρια νά ζῆ ζωή ἁγία".
Γιά τήν μεγάλη πνευματική ἀξία τῶν ψαλμῶν ὁ ἀναγνώστης θά τό διαπιστώση ὅταν τούς μελετᾶ, μέ ταπείνωση. Γιά τήν καλύτερη κατανόησή των σχολιάζουμε ψαλμούς σύμφωνα μέ τή γνώμη τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΩΝ ΨΑΛΜΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΑΡΣΕΝΙΟ ΤΟΝ ΚΑΠΠΑΔΟΚΗ
Γενικά ευχόταν για όλες τις περιπτώσεις : για όσους ήταν μέσα στα νοσοκομεία, για τα ζευγάρια που μάλωναν, για να λυπηθεί ο Θεός τα παιδάκια κ.λ.π.
Αυτή τη χρήση του Ψαλτηρίου σύμφωνα με τον Όσιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, παραθέτουμε ως μια κατάσταση που εξηγεί σε ποιες περιπτώσεις ενδείκνυται ο κάθε ψαλμός.
ΨΑΛΜΟΙ
Όταν φυτεύουν δένδρα ή αμπέλι, για να καρποφορήσουν
Για να δώσει φώτιση ο Θεός σ’ αυτούς που πηγαίνουν σε συνέδρια.
Για να φύγει η κακία από ανθρώπους, για να μη βασανίζουν άδικα τους συνανθρώπους τους.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους ευαίσθητους ανθρώπους, που αρρώστησαν από μελαγχολία από τη συμπεριφορά των σκληρόκαρδων ανθρώπων.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τα πληγωμένα, χτυπημένα μάτια από κακό άνθρωπο.
Για να ελευθερώσει ο Θεός τον μαγεμένο άνθρωπο.
Γι’ αυτούς που έπαθαν από φοβία από τις φοβέρες και τις απειλές των κακών ανθρώπων.
Γι’ αυτούς που έπαθαν κακό από δαίμονες ή από πονηρούς ανθρώπους.
Για να πάψουν να σε φοβερίζουν οι δαίμονες στον ύπνο ή με τις φαντασίες την ημέρα.
Για τα σκληρόκαρδα ανδρόγυνα που μαλώνουν και χωρίζουν. ( Όταν βασανίζει άδικα ο σκληρός ή η σκληρή τον ευαίσθητο).
Για τους τρελούς που έχουν και κακότητα και κάνουν κακό στους ανθρώπους.
Γι’ αυτούς που πάσχουν από το συκώτι.
Γι’ φοβερό δαιμόνιο, συνέχεια 3 Χ 3 ημέρες.
Για ν’ αλλάξουν γνώμη οι ληστές και να επιστρέψουν άπρακτοι και μετανοημένοι.
Για να βρεθεί το κλειδί, όταν χαθεί.
Για μεγάλη συκοφαντία, 3 φορές την ημέρα επί 3 ημέρες.
Όταν γίνεται σεισμός ή θεομηνία, κατακλυσμός και κεραυνοί.
Για να ελευθερωθούν οι μητέρες στην γέννα τους.
Γι’ ανδρόγυνα που δεν γεννούν λόγω αναπηρίας, για να τους θεραπεύσει ο Θεός, για να μην χωρίσουν.
Για να μαλακώσει ο Θεός τις καρδιές των πλουσίων να κάνουν ελεημοσύνες στους φτωχούς.
Για να εμποδίσει ο Θεός την πυρκαϊά, για να μην γίνει κακό.
Για να ημερέψει ο Θεός τα άτακτα και ανυπάκουα παιδιά, που θλίβουν τους γονείς τους.
Για να ανοίξει η πόρτα, όταν χαθεί το κλειδί.
Σε ανθρώπους που φθονεί πολύ ο πειρασμός και τους φέρνει συνέχεια αναποδιές στην ζωή τους, για να γογγύζουν.
Όταν ζητάει κανείς κάτι καλό από τον Θεό, για να του το δώσει, χωρίς να τον βλάψει.
Για να προστατέψει ο Θεός τους χωρικούς από τα εχθρικά στρατεύματα, να μην κάνουν κακό στους ανθρώπους και λεηλασίες στις αγροικίες.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους νευρασθενής και τους νευρόπονους.
Γι’ αυτούς που τους πειράζει η θάλασσα και φοβούνται στην πολλή φουρτούνα.
Γι’ αυτούς που κινδυνεύουν μακριά, μέσα σε βάρβαρους και άπιστους λαούς, για να τους φυλάξει ο Θεός και να φωτίσει κι εκείνους να ημερέψουν, και να γνωρίσουν το Θεό.
Για να δώσει ο Θεός αφθονία σπαρτών και καρπών στα δέντρα, όταν ο καιρός δεν είναι ευνοϊκός.
Για να βρουν οι οδοιπόροι τον δρόμο, όταν χαθούν και ταλαιπωρούνται.
Για να φανερώσει ο Θεός την αλήθεια στους αδικοφυλακισμένους, για να ελευθερωθούν.
Σε ψυχορραγούντες, όταν βασανίζονται από τους δαίμονες την ώρα του θανάτου, ή σε εχθρικά στρατεύματα, όταν απειλούν και παραβιάζουν τα σύνορα, για να κάνουν κακό.
Για να ελευθερώσει ο Θεός τους καλοκάγαθους ανθρώπους από τις παγίδες των πονηρών ανθρώπων, που εκμεταλλεύονται τους ανθρώπους του Θεού.
Για να εξαλειφθεί τελείως η έχθρα μετά από τα μαλώματα ή παρεξηγήσεις.
Για βαριά πληγωμένους ανθρώπους από κακοποιούς εγκληματίες.
Όταν πονάνε οι σιαγόνες από σάπια δόντια.
Για να βρουν εργασία οι εγκαταλελειμμένοι και δυστυχισμένοι άνθρωποι, για να μη θλίβονται.
Για να επανέλθει αγάπη μεταξύ αφεντικού και υπαλλήλων, όταν δημιουργούνται προστριβές.
Για να ελευθερωθούν οι μητέρες στην γέννα, από πρόωρο τοκετό.
Σε νέους που αρρωσταίνουν από έρωτα, όταν τραυματίζεται το ένα πρόσωπο και θλίβεται.
Για να ελευθερωθούν οι αιχμάλωτοι από τις φυλακές του εχθρικού έθνους.
Για να φανερώσει ο Θεός την αλήθεια στα παρεξηγημένα ανδρόγυνα, για να συμφιλιωθούν.
Για τους ανθρώπους που πάσχουν από την καρδιά ή από τα νεφρά.
Για τους νέους, που εμποδίζει ο εχθρός, από φθόνο, να δημιουργήσουν οικογένεια (να παντρευτούν).
Για να ειρηνεύσει ο υπηρέτης ή ο δούλος, όταν φύγει πληγωμένος από το αφεντικό του και να βρει δουλειά.
Όταν γίνονται μεγάλες καταστροφές και ληστείες από βαρβαρικές συμμορίες – πειρατών -. (Να διαβάζεται συνέχεια επί 40 ημέρες).
Γι’ αυτούς που κάνουν επικίνδυνη δουλειά.
Για να μετανοήσουν και να επιστρέψουν στον Θεό οι απομακρυσμένοι άνθρωποι, για να σωθούν.
Όταν εξ αμαρτιών μας έρθει παιδαγωγική οργή Θεού (επιδημία αρρώστιας και θανατικό στους ανθρώπους ή στα ζώα).
Για να μετανοήσουν οι σκληρόκαρδοι άρχοντες και να γίνουν ευσπλαχνικοί, για να μη βασανίζουν τον λαό.
Για να ευλογήσει ο Θεός τα δίχτυα, να γεμίζουν ψάρια.
Για να φωτίσει ο Θεός τους πλούσιους, που έχουν αγορασμένους δούλους, να τους ελευθερώσουν.
Για να αποκατασταθεί η υπόληψη της δυσφημισμένης οικογένειας που είχε συκοφαντηθεί.
Σε ευαίσθητους, που έχουν πληγωθεί ψυχικά από τους συνανθρώπους τους.
Γι’ ανθρώπους που υποφέρουν από πονοκέφαλο, από πολλή στενοχώρια.
Για να έλθουν ευνοϊκά τα πράγματα σ’ εκείνους που ενεργούν για το καλό, να εμποδίσει ο Θεός κάθε πονηρή ενέργεια δαιμόνων ή φθονερών ανθρώπων.
Για τους βουβούς, να δώσει ο Θεός λαλιά.
Για να φανερώσει ο Θεός την αλήθεια, όταν συκοφαντείται σύνολο ανθρώπων.
Γι’ αυτούς που δυσκολεύονται στην εργασία, είτε από τεμπελιά είτε από δειλία.
Για να απαλλάξει ο Θεός από δοκιμασίες τον ολιγόψυχο άνθρωπο, που δεν έχει υπομονή και γογγύζει.
Για να καρπίσουν τα χωράφια και τα δέντρα, όταν στερούνται από νερό.
Όταν δαγκωθεί ο άνθρωπος από λύκο ή σκύλο λυσσασμένο (τους έδινε και από το διαβασμένο νερό, για να πιουν).
Για να έχουν οι έμποροι ευλογία, για να μην φλυαρούν και αδικούν τους απλούς ανθρώπους.
Για να μην φέρει αναποδιές ο πονηρός στα σπίτια και θλίβει τις οικογένειες.
Για να ευλογηθούν τα πουλερικά (ορνιθοτροφεία).
Για να ελευθερωθούν οι μητέρες, που δυσκολεύονται να αποβάλλουν, όταν παθαίνουν κακό.
Όταν γίνονται θεομηνίες και πλημμυρίζουν τα ποτάμια και παρασύρουν σπίτια και ανθρώπους.
Σε ευαίσθητους ανθρώπους που θλίβονται για το παραμικρό και έρχονται σε απόγνωση, να τους ενισχύει ο Θεός.
Για εγκαταλελειμμένους ανθρώπους, που γίνονται βαρετοί από φθόνο του διαβόλου και έρχονται σε απόγνωση, για να βρουν έλεος από τον Θεό και περίθαλψη.
Για να ευλογήσει ο Θεός τα αγαθά της νέας εσοδείας, που μετέφεραν στα σπίτια τους οι γεωργοί.
Για να μετανοήσουν οι κακοποιοί άνθρωποι.
Για να προφυλάξει ο Θεός τους χωρικούς που εργάζονται στα χωράφια τους, όταν οι εχθροί έχουν περικυκλωμένο το χωριό.
Για να ημερέψει το βάρβαρο αφεντικό, να μην βασανίζει τους συνανθρώπους του, τους υπαλλήλους.
Σε μητέρα που φοβάται στη γέννα της, για να την ενθαρρύνει και να την προστατέψει ο Θεός.
Όταν δεν υπάρχει κατανόηση μεταξύ γονέων και παιδιών, να τους φωτίσει ο Θεός, για να ακούνε τα παιδιά τους γονείς και οι γονείς να δείχνουν αγάπη.
Για να φωτίσει ο Θεός τους δανειστές, να μην πιέζουν τους συνανθρώπους τους για το χρέος τους, και να είναι ευσπλαχνικοί.
Για να προφυλάξει ο Θεός τα χωριά από ληστείες και καταστροφές των εχθρικών στρατευμάτων.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τον άνθρωπο, όταν πρήζεται το πρόσωπό του και πονάει όλο το κεφάλι του.
Για να οικονομήσει ο Θεός τους φτωχούς, που στερούνται και στενοχωριούνται από την ανέχεια και θλίβονται.
Για να αγοράσουν οι άνθρωποι τα προϊόντα των γεωργών, για να μην στενοχωριούνται και θλίβονται οι χωρικοί.
Για να εμποδίσει ο Θεός τους κακούς ανθρώπους, που θέλουν να κάνουν δολοφονίες.
Για να διατηρηθούν από τον Θεό όλα τα υπάρχοντα του σπιτιού καλά, τα ζώα και τα προϊόντα των παραγωγών.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους ανθρώπους που έχουν πληγωθεί από τους ληστές και έπαθαν και από φοβία.
Για να σώσει ο Θεός τον κόσμο, όταν πέφτει χολέρα στους ανθρώπους και πεθαίνουν.
Για να παρατείνει ο Θεός την ζωή στους οικογενειάρχες, που έχουν ακόμη υποχρεώσεις οικογενειακές.
Για να προστατεύσει ο Θεός όλους τους απροστάτευτους ανθρώπους, που ταλαιπωρούνται από σκληρούς συνανθρώπους.
Για να δυναμώσει ο Θεός τους φιλάσθενους και αδύνατους ανθρώπους, για να μπορούν να εργάζονται χωρίς να κουράζονται και να θλίβονται.
Για να βρέξει ο Θεός, όταν υπάρχει ανομβρία ή όταν στερέψουν τα πηγάδια, για να βγάλουν νερό.
Για να εξαφανιστεί ο διάβολος, όταν παρουσιάζεται σε άνθρωπο και τον τρομάζει.
Για να δώσει ο Θεός σύνεση στους ανθρώπους, για να προκόπτουν πνευματικά.
Για να προφυλάξει ο Θεός το πλοίο, όταν κινδυνεύει από μεγάλη φουρτούνα στη θάλασσα (έριχνε δε και αγιασμένο νερό στα τέσσερα σημεία του πλοίου).
Για να φωτίσει ο Θεός τους άτακτους ανθρώπους, που δημιουργούν θέματα στο έθνος και αναστατώνουν τον λαό και τον ταλαιπωρούν με ακαταστασίες και φαγωμάρες.
Για να μην πλησιάσουν μάγια στα ανδρόγυνα και δημιουργούνται θέματα και προστριβές.
Για να δώσει ο Θεός την ακοή στους κουφούς.
Για να φύγουν τα μάγια από τους ανθρώπους.
Για να δώσει ο Θεός παρηγοριά στους στενοχωρημένους ανθρώπους, για να μη θλίβονται.
Για να ευλογήσει και να χαριτώσει ο Θεός τους νέους που θέλουν να αφιερωθούν στον Θεό.
Για να ευλογήσει και να εκπληρώσει ο Θεός τους θείους πόθους των ανθρώπων.
Για να δίνει ο Θεός χαρίσματα στους καλοκάγαθους ανθρώπους.
Για να ευλογήσει ο Θεός τους ανθρώπους, που φέρουν αξιώματα, για να βοηθούν τον κόσμο με καλοσύνη και κατανόηση.
Για να έλθουν τα έμμηνα, όταν καθυστερούν.
Για να ευλογήσει ο Θεός τα υπάρχοντα των ανθρώπων, για να μην στερούνται και θλίβονται, αλλά να δοξάσουν τον Θεό.
Για να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους.
Για να δώσει φώτιση ο Θεός στους ανθρώπους να μην ξεκλίνουν από την οδό της σωτηρίας.
Για να λύσει ο Θεός την στείρωση των γυναικών.
Για να ταπεινώσει ο Θεός τους εχθρούς, για να αλλάξουν τις κακές των διαθέσεις.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους σεληνιασμένους ή για να ελεήσει τους ψευδομάρτυρες, να μετανοήσουν.
Για να έχουν σεβασμό οι νεότεροι στους μεγαλύτερους.
Για να μετανοήσουν οι άδικοι κριτές και να κρίνουν δίκαια τον λαό του Θεού.
Για να προφυλάξει ο Θεός τους στρατιώτες, όταν πηγαίνουν στον πόλεμο.
Για να δώσει ο Θεός ευλογίες στη φτωχή χήρα, να πληρώσει τα χρέη της και ν’ απαλλαχτεί από τη φυλακή.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τα καθυστερημένα διανοητικά και μογγόλαλα παιδιά.
Για να δίνει ο Θεός ευλογίες και παρηγοριά στα δυστυχισμένα, φτωχά παιδάκια, για να μην περιφρονούνται από τα παιδιά των πλουσίων και θλίβονται.
Για να θεραπεύσει ο Θεός το φοβερό πάθος του ψεύδους.
Για να διατηρούν αγάπη και ομόνοια οι οικογένειες και να δοξολογούν το Θεό.
Για να ταπεινώσει ο Θεός τους βαρβάρους, όταν κυκλώνουν το χωριό και το απειλούν, και να ανατρέψει τις κακές διαθέσεις τους.
Για να πατάξει ο Θεός τους βαρβάρους, και να ταπεινώσει την δράση τους, όταν σφάζουν αθώα γυναικόπαιδα.
Για να δίνει υπομονή και ανεκτικότητα ο Θεός στους ανθρώπους, που είναι αναγκασμένοι να παρευρίσκονται με δόλιους και άδικους ανθρώπους.
Για να προστατεύσει ο Θεός τους σκλάβους από τα εχθρικά χέρια, να μην τους κακοποιήσουν μέχρι να ελευθερωθούν.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους ανθρώπους, που πάσχουν από βασκανία.
Για να δώσει ο Θεός το φως στους τυφλούς και να θεραπεύσει τα πονεμένα μάτια.
Για να φυλάξει ο Θεός τους ανθρώπους από τα φίδια, να μην τους δαγκώσουν.
Για να προφυλάξει ο Θεός τα κτήματα των δικαίων ανθρώπων από τους κακούς ανθρώπους.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους ανθρώπους, που πάσχουν από συνεχείς πονοκεφάλους.
Για να ειρηνεύσει ο Θεός την οικογένεια, όταν μαλώνουν.
Για να μην πλησιάσει η κακία του εχθρού ποτέ στα σπίτια και να επικρατήσει η ειρήνη και η ευλογία του Θεού στην οικογένεια.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους ανθρώπους που πάσχουν από ημικρανία, πονοκεφάλους και να ελεήσει τους σκληρόκαρδους και αδιάκριτους ανθρώπους, που στενοχωρούν τους ευαίσθητους.
Για να δώσει ο Θεός θάρρος και ελπίδα στους αρχάριους, για να μη δυσκολεύονται στη δουλειά τους.
Για να δώσει ο Θεός μετάνοια και παρηγοριά με ελπίδα στους ανθρώπους, για να σωθούν.
Για να λυπηθεί ο Θεός τον κόσμο, όταν εξ αμαρτιών μας γίνονται συνεχείς πόλεμοι.
Για να φυλάξει ο Θεός τα έθνη να συμφιλιωθούν και να ειρηνεύουν οι άνθρωποι.
Για να φυλάξει ο Θεός τους ανθρώπους από κάθε κίνδυνο.
Για να συγκεντρώνονται οι άνθρωποι την ώρα της προσευχής και να ενώνεται ο νους τους με το Θεό.
Για να προστατέψει ο Θεός τους πρόσφυγες, όταν εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και φεύγουν, για να σωθούν απ’ τους βαρβάρους.
Για να σταθεροποιήσει ο Θεός τον άνθρωπο, που έχει άστατο χαρακτήρα.
Για να φωτίζει ο Θεός τους άρχοντες του τόπου, για να βρίσκουν κατανόηση οι άνθρωποι στα αιτήματά τους.
Για να πάψει ο διάβολος να πειράζει τους ευαίσθητους ανθρώπους με βλάσφημους λογισμούς.
Για να ημερέψει ο Θεός τον δύστροπο οικογενειάρχη, που ταλαιπωρεί ολόκληρη την οικογένεια.
Για να ημερέψει Θεός τον βάρβαρο άρχοντα του τόπου, που βασανίζει τους συνανθρώπους του.
Για να ημερέψει ο Θεός τον επαναστάτη, που κάνει κακό · και Κούρδης εάν είναι, γίνεται αρνί.
Για να προστατέψει ο Θεός την μητέρα στον καιρό της εγκυμοσύνης, να μην αποβάλει.
Για να καταπραΰνει ο Θεός τον αναστατωμένο λαό, να μην γίνει εμφύλιος πόλεμος.
Για να ευλογήσει ο Θεός τις εργασίες των ανθρώπων, για να είναι ευάρεστες στον Θεό.
Για να σταματήσει ο Θεός τις αιμορραγίες των ανθρώπων.
Για να θεραπεύσει ο Θεός τους ανθρώπους, που έχουν κτυπηθεί και πληγωθεί στις σιαγόνες από κακούς ανθρώπους.
Για να ημερέψει ο Θεός τα άγρια ζώα του βουνού, για να μην κάνουν κακό στους ανθρώπους και ζημιές στα σπαρτά.
Για να κάνει καιρό ευνοϊκό ο Θεός, για να έχουν αφθονία εισοδημάτων οι άνθρωποι και να δοξάζουν τον Θεό.
Τέλος του οσίου Αρσενίου
Από ευγνωμοσύνη και ευχαριστία στον Θεό για τις μεγάλες του καλοσύνες και για την πολλή του αγάπη, που δεν έχει όρια, και μας ανέχεται (Του Γέροντα).
Για να δώσει ο Θεός χαρά και παρηγοριά στους θλιμμένους αδελφούς μας, που βρίσκονται στην ξενιτιά και στους κεκοιμημένους αδελφούς μας, που βρίσκονται στην πιο μακρινή ξενιτιά. Αμήν.
(Του Γέροντα)
Μοναχά σας λέγω και σας φανερώνω τέσσερα μυστήρια, τα αναγκαιότερα της πίστεώς μας:
Το πρώτον είναι να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους συγχωράτε με όλην σας την καρδίαν εις ότι και αν σας έφταιξαν.
Το δεύτερον είναι να εξετάζετε να ευρίσκετε Πνευματικόν καλόν και να του ειπήτε ο καθένας έτσι: Εγώ, πνευματικέ μου, έχω να κολασθώ διατί δεν αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν μου. Εγώ είμαι αχάριστος εις τον Θεόν μου δια τα τόσα καλά που μου εχάρισε… Και να φυλαχθής, να μη του κρύψης καμίαν αμαρτίαν, αλλά να τες ειπής όλες χωρίς εντροπήν…Το τρίτον είναι όταν σε ελέγξη ο πνευματικός, εσύ να μη ρίξης την αφορμήν εις άλλον, αλλά να κατηγορήσης του λόγου σου και να ειπής το κακόν σου το κεφάλι εις όλα σου έφταιξε…
Το τέταρτον είναι ότι και να σου ειπή ο πνευματικός και ότι σε νουθετήση να τα βάλης μέσα εις τον νούν σου και επάνω εις τον κεφάλι σου, και να αποφασίσης πλέον με στερεάν γνώμην οπού καλύτερα να αποθάνης, παρά να ματαπέσης και να αποκάμης τα όμοια αμαρτήματα…
Μάλιστα ύστερα από την καθαράν εξομολόγησιν να συχνοκοινωνάτε τα ’Αχραντα Μυστήρια, διατί ο θάνατος έρχεται ωσάν κλέπτης έξαφνα και ημπορεί να μας εύρη ανέτοιμους και τι γενόμαστε;
’Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός

Enemies have driven me into your embrace more than friends have.
Friends have bound me to earth, enemies have loosed me from earth and have demolished all my aspirations in the world.
Enemies have made me a stranger in worldly realms and an extraneous inhabitant of the world. Just as a hunted animal finds safer shelter than an unhunted animal does, so have I, persecuted by enemies, found the safest sanctuary, having ensconced myself beneath your tabernacle, where neither friends nor enemies can slay my soul.
Bless my enemies, O Lord. Even I bless them and do not curse them.
They, rather than I, have confessed my sins before the world.
They have punished me, whenever I have hesitated to punish myself.
They have tormented me, whenever I have tried to flee torments.
They have scolded me, whenever I have flattered myself.
They have spat upon me, whenever I have filled myself with arrogance.
Bless my enemies, O Lord, Even I bless them and do not curse them.
Whenever I have made myself wise, they have called me foolish.
Whenever I have made myself mighty, they have mocked me as though I were a dwarf.
Whenever I have wanted to lead people, they have shoved me into the background.
Whenever I have rushed to enrich myself, they have prevented me with an iron hand.
Whenever I thought that I would sleep peacefully, they have wakened me from sleep.
Whenever I have tried to build a home for a long and tranquil life, they have demolished it and driven me out.
Truly, enemies have cut me loose from the world and have stretched out my hands to the hem of your garment.
Bless my enemies, O Lord. Even I bless them and do not curse them.
Bless them and multiply them; multiply them and make them even more bitterly against me:
so that my fleeing to You may have no return;
so that all hope in men may be scattered like cobwebs;
so that absolute serenity may begin to reign in my soul;
so that my heart may become the grave of my two evil twins, arrogance and anger;
so that I might amass all my treasure in heaven;
ah, so that I may for once be freed from self-deception, which has entangled me in the dreadful web of illusory life.
Enemies have taught me to know what hardly anyone knows, that a person has no enemies in the world except himself.
One hates his enemies only when he fails to realize that they are not enemies, but cruel friends.
It is truly difficult for me to say who has done me more good and who has done me more evil in the world: friends or enemies.
Therefore bless, O Lord, both my friends and enemies.
A slave curses enemies, for he does not understand. But a son blesses them, for he understands.
For a son knows that his enemies cannot touch his life.
Therefore he freely steps among them and prays to God for them.
St. Nikolai Velimirovich
St. John the Russian, depicted with St. Seraphim of Sarov and St. John of Kronstadt
In one of the two children's hospitals of Athens, a mother lied at the head of her child day and night. She brought the child from Patras, because the child's chronic affliction, paralysis of the lower extremities, had worsened in the last few days...
One evening, while the sun was setting, and the last few sunbeams lit up the hospital room, the mother remembered how she would go to a chapel of the Panagia high above Patras, and prayed, lighting the vigil lamps, sometimes with her husband, other times with her children. Her nous was fixed on that chapel. She prayed noetically: “My Panagia, my sweetest Mother who feels our pain, help my child. My Panagia, send me a Saint, look at my poor child, how in his life, he is struggling to stand on his feet. Help, my poor little boy.”
“Mother,” the child said, “who are you talking to?”
“My Georgie, remember when you read in your church book how our Lord lived in Palestine, and healed demoniacs, opened the eyes of the blind, lifted up Paralytics and made them to walk, and raised the dead? Tell him, my Georgie, and He will hear you, my good boy, tell Christouli to make you well.”
The helpless child, with his innocent gaze, looked at his mother, and at the sun which was setting. He looked on high towards the heavens.
That midnight, George saw a dream of a beautiful horseman, on a glorious horse. He stopped before him and said:
“Get up, Georgie, jump up on my horse!”
“But I am a paralytic, my feet don't move and hold me up.” he replied.
“Give me your hand, Georgie, get up on my horse. I am St. John from Russia, and our Lord sent me to bring you His grace and His healing power!"
The child, half awake, then awoke his mother, who picked him up so that he wouldn't fall out of bed.
“Mother, hold me, St. John from Russia told me to get up.”
In the morning when the night resident told the professor that the paralyzed child from Patras began walking that night, went with a hammer in hand, checked the child's reflexes, and plucked his feet with a sharp instrument, and he saw that his body was functioning normally.
“Go,” said the professor, “God had something to do with you."
http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/

Ἡ ἀπιστία προέρχεται ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Ὁ ὑπερήφανος ἰσχυρίζεται πὼς θὰ γνωρίσει τὰ πάντα μὲ τὸ νοῦ του καὶ τὴν ἐπιστήμη, ἀλλὰ ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ παραμένει ἀνέφικτη γι᾿ αὐτόν, γιατὶ ὁ Θεὸς γνωρίζεται μόνο μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὁ Κύριος ἀποκαλύπτεται στὶς ταπεινὲς ψυχές. Σ᾿ αὐτὲς δείχνει τὰ ἔργα Του, ποὺ εἶναι ἀκατάληπτα γιὰ τὸ νοῦ μας. Μὲ τὸν φυσικό μας νοῦ μποροῦμε νὰ γνωρίσουμε μόνο τὰ γήινα πράγματα, κι αὐτὰ μερικῶς, ἐνῷ ὁ Θεὸς καὶ ὅλα τὰ οὐράνια γνωρίζονται μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Μερικοὶ μοχθοῦν σ᾿ ὅλη τους τὴ ζωὴ γιὰ νὰ μάθουν τί ὑπάρχει στὸν ἥλιο ἢ στὴ σελήνη ἢ κάτι παρόμοιο, ἀλλ᾿ αὐτὰ δὲν ὠφελοῦν τὴν ψυχή. Ἂν ὅμως προσπαθούσαμε νὰ γνωρίσουμε τί ὑπάρχει μέσα στὸν ἄνθρωπο, τότε θὰ βλέπαμε στὴν ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ σκοτάδι καὶ κόλαση. Καὶ εἶναι ὠφέλιμο νὰ τὸ ξέρουμε, γιατὶ θὰ εἴμαστε αἰώνια εἴτε στὴ βασιλεία εἴτε στὴν κόλαση.
Κύριος ἔδωσε στὴ γῆ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Καὶ ὅσοι τὸ ἔλαβαν αἰσθάνονται τὸν παράδεισο μέσα τους.
Ἴσως πεῖς: «Γιατί λοιπὸν δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ μία τέτοια χάρη;» Ἐπειδὴ ἐσὺ δὲν παραδόθηκες στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ζεῖς σύμφωνα μὲ τὸ δικό σου θέλημα.
Παρατηρῆστε ἐκεῖνον ποὺ ἀγαπάει τὸ θέλημά του: Δὲν ἔχει ποτὲ εἰρήνη στὴ ψυχή του καὶ δὲν εὐχαριστιέται μὲ τίποτα. Γι᾿ αὐτὸν ὅλα γίνονται ὅπως δὲν θὰ ἔπρεπε. Ὅποιος ὅμως δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἔχει τὴν καθαρὴ προσευχὴ καὶ ἡ ψυχή του ἀγαπάει τὸν Κύριο.
Ἔτσι δόθηκε στὸ Θεὸ ἡ Ὑπεραγία Παρθένος: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» (Λουκ. 1:38).
Ἂν λέγαμε κι ἐμεῖς, «Ἰδοὺ ὁ δοῦλος Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου», τότε τὰ εὐαγγελικὰ λόγια τοῦ Κυρίου θὰ ζοῦσαν στὶς ψυχές μας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ θὰ βασίλευσε σ᾿ ὅλον τὸν κόσμο καὶ ἡ ζωὴ στὴ γῆ θὰ ἦταν ἀπερίγραπτα ὡραῖα.
Ἀλλὰ μολονότι τὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἀκούγονται τόσους αἰῶνες σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη, οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ καταλαβαίνουν καὶ δὲν θέλουν νὰ τὰ παραδεχθοῦν. Ὁποῖος ὅμως ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς θὰ δοξαστεῖ καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ.
Ἁγίου Σιλουανοῦ
Imagine a circle with its center and radii or rays going out from this center. The further these radii are from the center the more widely they are dispersed and separated from one another; and conversely, the closer they come to the center, the closer they are to one another.
Suppose now that this circle is the world, the very center of the circle is God, and the lines going from the center to the circumference or from the circumference to the center are the paths of men’s lives. Then here we see the same.
Insofar as the Saints move inward within the circle towards its center, wishing to come near to God, then, in the degree of their penetration, they come closer both to God and to one another; moreover, inasmuch as they come nearer to God, they come nearer to one another, and inasmuch as they come nearer to one another, they come nearer to God. It is the same with drawing away ….
Such is the property of love; inasmuch as we are outside and do not love God, so each is far from his neighbor. But if we love God, inasmuch as we come near to Him by love of Him, so we become united by love with our neighbors, and inasmuch as we become united by love with our neighbors, so we become united with God.
St. Dorotheos of Gaza

«Λουσθήτε και καθαρισθήτε, διώξτε την πονηρία από τις ψυχές σας ∙ μάθετε να κάνετε το καλό» ( Ησ. 1, 16-17 ). Και ποίο είναι το καλό που προστάζεις; «Βοηθείστε τον ορφανό και δώστε στην χήρα το δίκιο της». Δεν δίνει βαρειές εντολές ,αλλά διατάζει όσα και η ανθρώπινη φύσις υποδεικνύει , ότι δηλαδή η γυναίκα χρειάζεται ευσπλαχνία. «Και ελάτε να κουβεντιάσουμε , λέγει ο Κύριος» ( Ησ. 1,18 ) . Κάνετε κάτι μικρό κι εγώ θα προσθέσω το υπόλοιπο∙ δώστε μου το λίγο κι εγώ θα σας χαρίσω το όλο. «Ελάτε». Και πού να έλθουμε; Σε μένα που ερεθίσατε, που εξωργίσατε, σε μένα που είπα∙ «Δεν σας ακούω», για να φοβηθήτε την απειλή μου και με την μετάνοιά σας ας να διώξετε την οργή μου. Ελάτε προς εμένα που δεν σας ακούω, για να σας ακούσω. Και τί θα μου προσφέρης;Τέλεια θεραπεία, που δεν αφήνει ίχνος, δεν αφήνει σημάδι, δεν αφήνει ουλή. «Ελάτε να συζητήσουμε, λέει ο Κύριος»∙ και προσθέτει: «Κι αν οι αμαρτίες σας είναι σαν το κόκκινο ρούχο, θα τις κάνω λευκές σαν το χιόνι» ( Ησ. 1,18 ) . Μήπως υπάρχη κάπου σημάδι; Μήπως υπάρχει κάπου ρυτίδα μαζί με άσπρο και αστραφτερό χρώμα; «Κι αν οι αμαρτίες σας είναι κατακόκκινες , θα τις ασπρίσω σαν το μαλλί των προβάτων». Μήπως υπάρχουν κάπου μελανιές; Μήπως υπάρχει κηλίδα; Όχι! Και πώς κατορθώνονται αυτά; Μήπως άλλες είναι οι υποσχέσεις; Όχι. Το αψευδές στόμα του Κυρίου τα είπε αυτά. Και είδες όχι μόνο το μέγεθος των υποσχέσεων, αλλά και το μεγαλείο Εκείνου που δώρησε αυτά. Διότι στον Θεό, που έχει τη δύναμι να καθαρίση τον αμαρτωλό από κάθε ρύπο, τα πάντα είναι δυνατά.
Λοιπόν, αφού ακούσαμε αυτά και αφού γνωρίζουμε το φάρμακο της μετανοίας , ας Τον δοξολογήσουμε , διότι σ’ Αυτόν ανήκει η δόξα και η δύναμις στον αιώνα , Αμήν.
Αγιος Ιωαννης ο Χρυσόστομος,
"Εξορκίζω όλους τους λαϊκούς, όσοι είστε γνήσια τέκνα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, να φεύγετε ολοταχώς από τους ιερείς που υπέπεσαν στην υποταγή στους Λατίνους, και μήτε σε εκκλησία να συγκεντρώνεστε μαζί τους, μήτε να παίρνετε οποιαδήποτε ευλογία από τα χέρια τους. Είναι καλύτερα να προσεύχεσθε στο Θεό στα σπίτια σας μόνοι, παρά να συγκεντρώνεσθε στην εκκλησία μαζί με τους Λατινόφρονες. Ει’ δ’ άλλως, θα υποστήτε την ίδια κόλασι μ’ αυτούς".
Αγιος Γερμανός Β΄ Κωνσταντινουπόλεως (1222-1240)
Ένας χριστιανός φαρμακοποιός έκανε κάποτε ένα πολύ σοβαρό λάθος. Σε κάποιο κοριτσάκι που ήρθε να πάρει κάποιο φάρμακο, έκανε λάθος και του έδωσε ένα άλλο μπουκάλι που όταν θα το έπαιρνε ο ασθενής, δεν θα μπορούσε πια να σηκωθεί από το κρεββάτι.
Μόλις το διαπίστωσε, κόντεψε να τρελαθεί. Μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνει έπεσε στα γόνατα και ζήτησε ο Θεός να τον βοηθήσει και να μην πάθει ο ασθενής κανένα κακό από το λάθος το δικό του. Δεν πέρασε πολλή ώρα και βλέπει το κοριτσάκι με δάκρυα στα μάτια και λερωμένο, να μπαίνει μέσα στο φαρμακείο και να του λέει ανάμεσα στα αναφιλητά του, πως στο δρόμο σκόνταψε σε μία πέτρα και έπεσε, με αποτέλεσμα το μπουκάλι να σπάσει και να μην έχει πάει στον ασθενή πατέρα της. Ο φαρμακοποιός γεμάτος συγκίνηση έσκυψε και το φίλησε και ευχαρίστησε το Θεό, γιατί έκανε ένα τόσο μεγάλο θαύμα και τον έσωσε από μία τόσο μεγάλη συμφορά.Ας μη χάνουμε την εμπιστοσύνη μας στον κύριο ποτέ.
The basis of life is love: Love the Lord your God with all your heart, with all your soul, with all your mind and with all your strength, and love your neighbor as yourself. (Mk. 12:30-31). Because of our sinfulness, none of us is capable of loving God and our neighbors in such a complete and perfect manner. Only Jesus Christ truly loved everyone, even His enemies.
God is Himself the Maker and Creator of the angels; He brought them out of nothing into being and created them after His own image, an incorporeal race (having no material body or form, Ed.), a sort of spirit or immaterial fire. In the words of the divine David, He maketh His angels spirits, and His ministers a flame of fire. And He has described their lightness and the ardour, and heat, and keenness and sharpness with which they hunger for God and serve Him, and how they are borne to the regions above and are quite delivered from all material thought.
An angel, then, is an intelligent essence, in perpetual motion, with free-will, incorporeal, ministering to God, having obtained by grace an immortal nature; and the Creator alone knows the form and limitation of its essence. But all that we can understand is, that it is incorporeal and immaterial. For all that is compared with God Who alone is incomparable, we find to be dense and material. For in reality only the Deity is immaterial and incorporeal.
The angel’s nature then is rational, and intelligent, and endowed with free-will, change, able in will, or fickle. For all that is created is changeable, and only that which is uncreated is unchangeable. Also, all that is rational is endowed with free-will. As it is, then, rational and intelligent, it is endowed with free-will; and as it is created, it is changeable, having power either to abide or progress in goodness, or to turn towards evil.
It is not susceptible of repentance because it is incorporeal or uncarnate, i.e., without the nature of a body or substance. For it is owing to the weakness of his body that man comes to have repentance.
It is immortal, not by natures but by grace. For all that has had beginning comes also to its natural end. But God alone is eternal, or rather, He is above the Eternal; for He, the Creator of times, is not under the dominion of time, but above time.
They are secondary intelligent lights derived from that first light which is without beginning, for they have the power of illumination; they have no need of tongue or hearing, but without uttering words they communicate to each other their own thoughts and counsels.
Through the Word, therefore, all the angels were created, and through the sanctification by the Holy Spirit were they brought to perfection, sharing each in proportion to his worth and rank in brightness and grace.
They are circumscribed; for when they are in the Heaven they are not on the earth; and when they are sent by God down to the earth they do not remain in the Heaven. They are not hemmed in by walls and doors, and bars and seals, for they are quite unlimited. Unlimited, I repeat, for it is not as they really are that they reveal themselves to the worthy men to whom God wishes them to appear, but in a changed form which the beholders are capable of seeing. For that alone is naturally and strictly unlimited which is un-created. For every created thing is limited by God Who created it.
Further, apart from their essence they receive the sanctification from the Spirit; through the divine grace they prophesy; they have no need of marriage for they are immortal.
Seeing that they are minds, they are in mental places, and are not circumscribed after the fashion of a body. For they have not a bodily form by nature, nor are they tended in three dimensions. But to whatever post they may be assigned, there they are present after the manner of a mind and energize accordingly; however, they cannot be present and energize in various places at the same time.
Whether they are equals in essence or differ from one another we know not. God, their Creator, Who knoweth all things, alone knoweth. But they differ from each other in brightness and position, whether it is that their position is dependent on their brightness or their brightness on their position; and they impart brightness to one another, because they excel one another in rank and nature. And clearly the higher share their brightness and knowledge with the lower.
They are mighty and prompt to fulfill the will of the Deity, and their nature is endowed with such celerity that wherever the Divine glance bids them there they are straightway found. They are the guardians of the divisions of the earth; they are set over nations and regions, allotted to them by their Creator; they govern all our affairs and bring us succour (help or assistance, especially in time of difficulty). And the reason surely is because they are set over us by the divine will and command and are ever in the vicinity of God.
With difficulty they are moved to evil, yet they are not absolutely immoveable; but now they are altogether immoveable, not by nature but by grace and by their nearness to the Only Good.
They behold God according to their capacity, and this is their food.
They are above us for they are incorporeal, and are free of all bodily passion, yet are not passionless; for the Deity alone is passionless.
They take different forms at the bidding of their Master, God, and thus reveal themselves to men and unveil the divine mysteries to them.
They have Heaven for their dwelling-place, and have one duty, to sing God’s praise and carry out His divine will.
Moreover, as that most holy, and sacred, and gifted theologian, Dionysios the Areopagite, says, all theology, that is to say, the holy Scripture, has nine different names for the heavenly essences. These essences are divided into three groups, each containing three. And the first group, he says, consists of those who are in God’s presence and are said to be directly and immediately one with Him, viz., the Seraphim with their six wings, the many-eyed Cherubim and those that sit in the holiest Thrones. The second group is that of the Dominions, and the Powers, and the Authorities; and the third, and last, is that of the Rulers and Archangels and Angels
Some, indeed, like Gregory the Theologian, say that these were before the creation of other things. He thinks that the angelic and heavenly powers were first and that thought was their function. Others, again, hold that they were created after the first heaven was made. But all are agreed that it was before the foundation of man. For myself, I am in harmony with the theologian. For it was fitting that the mental essence should be the first created, and then that which can be perceived, and finally man himself, in whose being both parts are united.
But those who say that the angels are creators of any kind, they are the mouth of their father, the devil. For since they are created things they are not creators. But He Who creates and provides for and maintains all things is God; He is the only One Who alone is uncreated and is praised and glorified in the Father, the Son, and the Holy Spirit.
The Fallen Angels, the Devil and Demons
He who from among these angelic powers was set over the earthly realm, and into whose hands God committed the guardianship of the earth, was not made wicked in nature but was good, and made for good ends, and received from his Creator no trace whatever of evil in himself. But he did not sustain the brightness and the honour which the Creator had bestowed on him; his free choice was changed from what was in harmony to what was at variance with his nature, and became roused against God Who created him, and determined to rise in rebellion against Him; and he was the first to depart from good and become evil.
Evil is nothing else than absence of goodness, just as darkness also is absence of light. Goodness is the light of the mind, and, similarly, evil is the darkness of the mind. Light, therefore, being the work of the Creator and being made good (for God saw all that He made, and behold they were exceeding good) produced darkness through free-will. But along with him (the devil) an innumerable host of angels subject to him were torn away and followed him and shared in his fall. Wherefore, being of the same nature as the angels, they became wicked, turning away at their own free choice from good to evil.
Hence they have no power or strength against any one except what God in His dispensation hath conceded to them, as for instance, against Job and those swine that are mentioned in the Gospels. But when God has made the concession they do prevail, and are changed and transformed into any form whatever in which they wish to appear.
Of the future both the angels of God and the demons are alike ignorant; yet they make predictions. God reveals the future to the angels and commands them to prophesy, and so what they say comes to pass. But the demons also make predictions, sometimes because they see what is happening at a distance, and sometimes merely making guesses; hence much that they say is false and they should not be believed, even although they do often, in the way we have said, tell what is true. Besides they know the Scriptures.
All wickedness, then, and all impure passions are the work of their mind. But while the liberty to attack man has been granted to them, they have not the strength to over master any one. We all have it in our power to receive or not to receive the attack. Wherefore there has been prepared for the devil and his demons, and those who follow him, fire unquenchable and everlasting punishment. Note, further, that what in the case of man is death is a fall in the case of angels. For after the fall there is no possibility of repentance for them, just as after death there is for men no repentance.
St. John the Damascene
By St. John the Damascene, from “An Exposition of the Orthodox Faith.”