Thursday, August 27, 2015

‘For we are laborers together with God.’ ( St. John of Kronstadt )


You see very clearly that it is extremely difficult, and without God’s grace and your own fervent prayer and abstinence, impossible, for you to change for the better. You feel within yourself the action of a multitude of passions: of pride, malice, envy, greediness, the love of money, despondency, slothfulness, fornication, impatience, and disobedience; and yet you remain in them, are often bound by them, whilst the long-suffering Lord bears with you, awaiting your return and amendment; and still bestows upon you all the gifts of His mercy.

Be then indulgent, patient, and loving to those who live with you, and who also suffer from many passions; conquer every evil by good, and, above all, pray to God for them, that He may correct them—that He may turn their hearts to Himself, the source of holiness.

Do not help the Devil to spread his kingdom. Hallow the name of your Heavenly Father by your actions; help Him to spread His Kingdom on earth. ‘For we are laborers together with God.’

Be zealous of the fulfillment of His will on earth, as it is in heaven. Forgive them that trespass against you with joy, as a good son rejoices when he has a chance of fulfilling the will of his beloved father.
 

 St. John of Kronstadt

Monday, August 24, 2015

Τα πράγματα του Θεού είναι απλά..



Ήταν πολύ κουραστικό αυτό το ταξίδι. Είχε, εξάλλου, πολύ καιρό να το κάνει. Θυμόταν τον εαυτό του στο Λύκειο, όταν πήγε να επισκεφτεί για τελευταία φορά τη γιαγιά του, την κυρα-Θοδόσαινα στα Τρόπαια της Γορτυνίας. Και τώρα, τριτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής, να που ξαναπαίρνει τον ίδιο δρόμο. Τι τον έκανε να φύγει από την Αθήνα, τη «Βαβυλώνα τη μεγάλη»; Ούτε και ο ίδιος ήξερε.
Πάντως ένα είναι σίγουρο, πως πνιγόταν. Πνιγόταν από τους φίλους, τα μαθήματα, τους γονείς, απ’ όλους. Ένιωθε πως κανείς δεν τον καταλάβαινε, κανείς δεν μπορούσε να γίνει κοινωνός στην αναζήτησή του για πλέρια αλήθεια και γνησιότητα. Κι αυτή ακόμη η χριστιανική του παρέα τον έπνιγε. Όλοι τους ήταν τακτοποιημένοι, όλοι τους είχαν ταμπουρωθεί πίσω από κάποιες συνταγές, κάποιες ρετσέτες σωτηρίας και δεν έλεγαν να κουνηθούν από κει. Μα αυτός... Αυτός ήταν διαφορετικός.
Δεν βολευόταν σε σχήματα και σε κουτάκια. Ήθελε να βιώσει τον Χριστιανισμό αληθινά, όχι κίβδηλα. Να μπει στο νόημα παρευθύς και όχι να καμαρώνεται τον ευσεβή. Εξάλλου, του φαινόταν τόσο απλοϊκό και ανόητο να υιοθετήσει μια τυποκρατική και ευσεβιστική χριστιανική βιωτή τη στιγμή που η ίδια του η επιστήμη, αλλά και η έμφυτη τάση του γι’ αναζήτηση, για ψάξιμο και ψηλάφηση του αληθινού τον ωθούσε προς μια άλλη ζωή. Μα, πόσο δύσκολο ήταν, Θεέ μου! Πόσο βασανιζόταν! Κάποια στιγμή ένιωσε πως είχε φτάσει στο απροχώρητο. Το κεφάλι του πήγαινε να σπάσει...
- Πάω στη γιαγιά μου στα Τρόπαια, φώναξε μια μέρα στο σπίτι και αφήνοντας πίσω του φωνές για μαθήματα και εξετάσεις, μήτε ο ίδιος ξέρει πότε, βρέθηκε στο λεωφορείο.
Και να που ζύγωνε στο σπίτι της γιαγιάς του. Ντάλα ο ήλιος πάνω από το κεφάλι του κι από παντού να έρχονται χίλιες ευωδιές από την ανοιξιάτικη, αρκαδική φύση. Δεν πρόλαβε όμως ο άμοιρος να ρουφήξει λίγο βουνίσιο αέρα, όταν ακούστηκε η γνώριμη τσιριχτή φωνή της γειτόνισσας:
- Μαριγώωωω! Τρέξε καλέ, ήρθε ο Αλέκος! Την επόμενη στιγμή είδε να ξεπροβάλλει από το πλινθόκτιστο σπιτάκι η γιαγιά του σκουπίζοντας τα παχουλά της χέρια στην ποδιά της και λέγοντας:
- Καλώς τον πασά μου, καλώς τον γιόκα μου, καλώς ήρθες, Αλέκο μου! Κι αμέσως βρέθηκε στην αγκαλιά της. Τι ήταν αυτό; Σα να μπήκε σε λιμάνι απάνεμο, σα να του έφυγε όλη η αντάρα του μυαλού του.
Ξαφνικά άδειασε και την αγκάλιασε κι αυτός.
- Καλώς σε βρήκα, γιαγιά.
- Κόπιασε, γιε μου, να ξαποστάσεις.
Μόλις μπήκε στο χαμηλοτάβανο σπιτάκι, τον συνεπήρε η μυρωδιά της σπανακόπιτας και του λιβανιού.
Σίγουρα η γιαγιά είχε φουρνίσει από το πρωί ακόμη και είχε λιβανίσει το σπίτι τρεις- τέσσερις φορές.



- Πάλι λιβάνι γιαγιά;
- Α! Όλα κι όλα, άμα δεν κάνω τα θεοτικά μου τρεις φορές την ημέρα, δεν μπορώ να κοιμηθώ.
- Και σαν τι λες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Ό,τι λέει η Σύνοψη.
- Και τα εννοείς;
- Γιέ μου, αυτά είναι μυστήρια του Θεού, ποιος να τα εννοήσει; Αλλά μη γνοιάζεσαι, σα δεν καταλαβαίνω εγώ, νογά ο Θεός και βλέπει τον κόπο μου, νογά κι ο Διάολος και καίγεται.
- Χμ, καλά τα λες, είπε συγκαταβατικά.
- Στάσου, να σου φέρω λίγη σπανακόπιτα, μόλις την έβγαλα από το φούρνο. Κι έφυγε αμέσως για την κουζίνα, το βασίλειό της. Ο Αλέκος έμεινε μόνος του στο καθιστικό. Αισθανόταν άνετα και ζεστά εκεί, μολονότι ήξερε πως, εάν έκανε τη ζωή της γιαγιάς του σε τούτο το χωριό, σίγουρα θα τρελαινόταν. Η καημένη! Δεν ήξερε πολλά γράμματα, αλλά το Ευαγγέλιο δεν έλεγε να το αφήσει από τα χέρια της.
Μέρα – νύχτα το διάβαζε. Όταν λέει «γιαγιά Μαριγώ» του ‘ρχεται πάντα η ίδια εικόνα στο μυαλό: Μια γριούλα παχουλή, με σφιχτοδεμένο κότσο να κάθεται στην πολυθρόνα και να διαβάζει το Ευαγγέλιο ψιθυριστά. Δυστυχώς, η γιαγιά δεν ήξερε τίποτα από Φιλοσοφία. Θυμάται μια φορά που της ανέφερε τον Heidegger. Τον κοίταξε με τρόμο στα μάτια και είπε:
- Παναγιά μου, οι Γερμανοί, ο Θεός να φυλάει την Ελλάδα μας! Η καημένη ήταν αδαής. Δεν αναζητούσε καμιά αλήθεια. Δεν σκοτιζόταν για καμιά ψυχολογική σχολή. Ο Αλέκος έριξε μια ματιά στον τοίχο, αμέτρητες εικόνες. Η γιαγιά είχε μαζέψει όλους τους Αγίους της οικογένειας. Κι όμως αρκούσε ένας σταυρός.
- Γιαγιά, τι τις θες τόσες εικόνες;
- Μνήσθητί μου, Κύριε! Και πώς θα παρακαλέσω τον Αγιαλέξανδρο, σαν δεν έχω την εικόνα του; Άσε το άλλο, κάθε φορά που γιορτάζει Άγιος με εικόνα, το σπίτι έχει πανηγύρι. Άσε όμως αυτά, πες μου τα δικά σου, παλικάρι μου.
Και τότε, άγνωστο γιατί, ο Αλέκος άνοιξε την καρδιά του όπως δεν την είχε ανοίξει ποτέ, ούτε στον πνευματικό του, ούτε και στους γέροντες στο Άγιον Όρος όπου βρισκόταν συχνά – πυκνά. Της είπε για τις αγωνίες του, τη βασανιστική του πορεία για ανεύρεση της αλήθειας, την προσπάθεια ελευθερώσεως του εαυτού του από τα δεσμά της συμβατικότητας και του ηθικισμού, ώστε να ‘ρθει σε κοινωνία αληθινή με το πρόσωπο του πλησίον. Της είπε ακόμη για την αδυναμία του να σταθεί μπροστά στο Θεό χωρίς τη μάσκα του ευσεβή που τον στοιχειώνει από τα παιδικά του χρόνια. Της είπε, της είπε, της είπε... και τι δεν της είπε. Ακολούθησε μια μεγάλη παύση. Η κυρα-Θοδόσαινα έκανε τον σταυρό της αργά – αργά και είπε:

- Μνήσθητί μου, Κύριε! Δεν κατάλαβα γρι. Μπερδεμένα μου τα λες, ματάκια μου. Και θαρρώ πως τα ‘χεις και στο μυαλό σου μπερδεμένα. Ευαγγέλιο διαβάζεις;
- Ορίστε;
- Εκκλησία πας;
- Δεν καταλαβαίνω ...
- Την προσευχή σου την κάμεις;
- Τι εννοείς, γιαγιά;
- Τον πλησίον σου τον συντρέχεις;
- Θαρρώ πως δε με κατάλαβες.
- Αχ παιδάκι μου, εσύ εννοείς να καταλάβεις πως τα πράγματα του Θεού είναι απλά. Δε χρειάζονται πολλές θεωρίες μήτε αξημέρωτες συζητήσεις. Μονάχα τούτο χρειάζεται, να ξαστερώσεις από τις φιλοσοφίες και να πιαστείς από το ρούχο του Χριστού σαν εκείνη τη γυναίκα στο Ευαγγέλιο, να δεις πως τι λένε... την ξέχασα, δεν πειράζει. Τα άλλα όλα θα τα κανονίσει ο Χριστός. Είναι δικές του δουλειές.
Άσε Τον. Ξέρει τι κάνει.
Δεν κάθισε πολύ στα Τρόπαια, στο σπίτι της γιαγιάς του. Μια – δυο μέρες. Ήταν αρκετές. Είδε πράγματα που θα τον συνόδευαν για πολύ καιρό. Είδε τη γιαγιά του να κάνει ατελείωτες μετάνοιες. Την είδε να συντρέχει τη χήρα με τα τρία βυζανιάρικα παιδιά. Την είδε να μαζεύει στο σπίτι της κάθε λογής κουρασμένο στρατοκόπο και να αποθέτει στα χέρια των φτωχών ολάκερη τη σύνταξη του μακαρίτη. Την είδε να κοινωνά την Κυριακή και να λάμπει σαν τον ήλιο όλη τη μέρα.
Μυστήρια του Θεού! Σαν έφυγε με το λεωφορείο για την Αθήνα στριμωγμένος σ' ένα κάθισμα κρατώντας κεφτεδάκια (πεσκέσι της γιαγιάς) σκεφτόταν όσα έζησε τούτες τις λίγες μέρες. Μια μυρωδιά λιβανιού του 'ρθε στη μύτη και μια φωνή να του υπενθυμίζει: «Τα πράγματα του Θεού είναι απλά».
- Λες να 'ναι έτσι; Μνήσθητί μου, Κύριε!

ΠΗΓΗ. ΑΗΔΟΝΙ

St. Kosmas Aitolos on Man as God's Creation



St. Kosmas Aitolos, the New Hieromartyr and Equal-to-the-Apostles (source)
"The Most Gracious God made us, my brethren, human beings, and not animals. He made us more honorable than the whole world. The most gracious God gave us, my brethren, eyes to look at the sky, the sun, the moon, and the stars so we can say: "O my God, if the sun which is your creation is so bright, how much brighter are you, O Holy Name, you who are the creator of heaven and earth, the author and fashioner? O my God, find me worthy to enjoy you."

God, my brethren, put the mind in our heads. Our mind is like a dish in which we should put all the teachings of the Gospel and not myths and idle talk, which are the art of the devil. He gave us ears to hear the Divine Liturgy which is celebrated by the priest in the church. He gave us a mouth to glorify our Lord, for us to say: "Lord Jesus Christ, Son and Word of the living God, through the Theotokos and all the angels, have mercy on us and forgive us who are sinners and your unworthy servants." We should confess with pure faith and receive the holy Sacraments with pure faith and fear and awe. That is how God wants us, brethren, and not to swear, not for one to betray another, not to take oaths and lie, not to steal from one another, not to take something belonging to another, not to take the name of God in vain for the smallest reason. Do you want to say, my brother: "By God"? Why don't you say: 'By the truth" ? Instead of swearing so your brother will believe you, tell him the straight truth, and if he doesn't believe you, go on your way. We should refrain, my brother, from swearing in the name of God or from taking oaths, and citing our saints. Some insignificant people even swear by the name of the Holy Trinity. Woe to them; a flaming tire will burn them and enflame them.

Do you know, brother, how God wants you to be? Just as you don't want your wife to have anything to do with another man, so God doesn't want you to have anything to do with the devil. Do you enjoy having your wife fornicate with another? Of course not. For someone else to kiss her? Neither do you want this. That is what God wants of you too, not to have anything to do with the devil."
-St. Kosmas Aitolos, the New Hieromartyr and Equal-to-the-Apostles

(source)


Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!

http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/

Sunday, August 23, 2015

Γιατί προσεύχομαι;


  

Γιατί η ζωή μου ολόκληρη βρίσκεται στα χέρια του Θεού.
Γιατί με τη θέλησή Του υπάρχω, ζω και αναπνέω.
Γιατί η προσευχή είναι επικοινωνία με τον Θεό
Με την υπέρτατη Αγάπη, μέσα από την οποία αντλώ δύναμη
Να ατενίζω το μέλλον με αισιοδοξία
Και να μοιράζω φωτεινά χαμόγελα γύρω μου.
Γιατί ο Θεός είναι ο φίλος μου ο αληθινός
Που έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε για μένα!
Και γι΄ αυτό δεν πρόκειται να με αφήσει ποτέ μόνο!
Γιατί τον φίλο μου δεν τον ξεχνώ αλλά κάθε μέρα, κάθε στιγμή, θέλω να είμαι κοντά Του
Και να ζω τη χαρά της κοινωνίας μαζί Του.
Γιατί κοντά Του βρίσκω καταφύγιο στις τρικυμίες της ζωής
Στήριγμα εκεί που όλα καταρρέουν
Συμπαραστάτη στις στιγμές της μοναξιάς
Αχτίδα φωτός στη μαύρη ομίχλη της απελπισίας...
Γιατί όταν χρειαστώ τη βοήθειά Του, βρίσκεται πάντα δίπλα μου ακόμα και όταν νομίζω πως δεν με ακούει...
Εκείνος όμως ρυθμίζει τα πάντα με τόση σοφία, για το δικό μου πνευματικό συμφέρον.
Γιατί νιώθω την ανάγκη καθημερινά να Τον ευχαριστώ που με διατηρεί υγιή και με σώας τας φρένας
Που ζω σε μια κοινωνία ελεύθερη και ειρηνική, που έχω όποιο αγαθό επιθυμήσω...
Δηλαδή, για τα αυτονόητα...
Γιατί ακόμα και αν ζούσα κάτω από αντίξοες συνθήκες η προσευχή θα ήταν το στήριγμά μου
Ο σύνδεσμός μου με την αληθινή Ζωή
Με την πραγματική Δικαιοσύνη
Με την ασάλευτη Αλήθεια
Με την μόνη τροφή που μπορεί να θρέψει την καρδιά μου.
Γιατί έχω το προνόμιο να γνωρίζω τον αληθινό Θεό, που αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους
Και δεν είναι δημιούργημα της ανθρώπινης φαντασίας ή διανόησης.
Και αυτό με κάνει να νιώθω ξεχωριστός!
Γιατί είμαι πλασμένος να επιστρέφω σε Αυτόν
Την αγάπη που τόσο απλόχερα έχει σκορπίσει στον κόσμο.
Και αυτό το κάνω με τη ζωή μου ολόκληρη, αλλά πολύ περισσότερο με την προσευχή! 


http://lllazaros.blogspot.ca/2013/08/blog-post_1639.html

In the Final Judgment, the condition of each person will be revealed in an instant, and each person on his own will proceed to where he belongs. ( St. Paisios )


In the future Judgment, the condition of each person will be revealed in an instant, and each person on his own will proceed to where he belongs. Each person will recognize, as if on a television screen, his own wretchedness, as well as the spiritual condition of others. He will reflect himself upon the other, and he will bow his head, and proceed to the place where he belongs. For example, a daughter-in-law who sat comfortably with her legs crossed in front of her mother-in-law, who with a broken leg took care of the grandchild, will not be able to say, “My Christ, why are you putting my mother-in-law into Paradise without including me?” because that scene will come before her to condemn her. She will remember her mother-in-law who stood with her broken leg in order to take care of her grandchild and she will be too ashamed to go into Paradise — but there will be not place for her there, anyway.

Or, to cite another example, monastics will see the difficulties, the tribulations of the people in the world and how they faced them; and if they have not lived appropriately as monastics, they will lower their heads and proceed on their own to the place where they belong. There, nuns who did not please God will see heroic mothers who neither took vows nor had the blessings and opportunities that they, the nuns, had. They will see how those mothers struggled, as well as the spiritual heights they attained, while they, the nuns, who with petty things preoccupied and tormented themselves, will be ashamed! These are my thoughts about the manner of the Final Judgement. In other words, Christ will not say, “You come here; what did you do?” Nor will He say, “You go to Hell; you go to Paradise.” Rather, each person will compare himself with the others and proceed to his appropriate place.

St. Paisios of Mt. Athos

Saturday, August 22, 2015

Εννέα Σωτήριες Ικεσίες εις την Υπεραγία Θεοτόκο ( Μοναχού Κυπριανού Αγιορείτου )




«Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά Σου. Ευλογημένη Συ εν γυναιξί, και Ευλογημένος ο Καρπός της κοιλίας Σου, ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών»


ΠρόλογοςΆγχος, απελπισία, κατάθλιψη, σύγχυση, έννοιες οικίες στον σημερινό άνθρωπο που διαισθάνεται ότι ίσως και να μην έχει αύριο στη ζωή του.


Πράγματι υπάρχει πολύς πόνος, ταραχή, ανασφάλεια και οδύνη γύρω μας, αλλά και σε μας τους ίδιους ακόμη. Όλοι μας νιώθουμε ότι στην καθημερινότητά μας βιώνουμε ένα κλίμα γενικής αβεβαιότητας. Οι ανθρώπινες δραστηριότητες δείχνουν να τελματώνουν, οι συνειδήσεις φαίνονται παγερές, τα λόγια των ανθρώπων ακούγονται ψεύτικα.


Χάσαμε απ’ ότι φαίνεται στη ζωή μας τις ουσιαστικές χαρές και αρκούμαστε να συνηθίζουμε ευκαιριακές ικανοποιήσεις.


Ο σημερινός άνθρωπος δείχνει ανήμπορος να αντιμετωπίσει με ειλικρίνεια γύρω του τα πράγματα και καταφεύγει από πονηρία σε πονηρία και από ψεύδος σε ψεύδος. Πλεονέκτης, εγωιστής, απαιτητικός, νευρωτικός, υποκρίνεται σκυθρωπός στις σχέσεις του, στις κοινωνικές εκδηλώσεις, στην εργασία του και δυστυχώς και στην οικογένειά του.


Παλεύει με τα δικά του πάθη και τα πάθη των άλλων. Ο νους του θολωμένος περισπάται στα μάταια πολλάκις και σε μεταφυσικές πλάνες, προκειμένου να επουλώσει τα υπαρξιακά κενά του, βασανιζόμενος και καταδυναστεύοντας τη φύση της ψυχής του. Δεν ξέρει αληθινά τι του φταίει. Δυστυχώς πολλά μπορεί κανείς να περιγράψει για τη σημερινή κατάσταση στην οποία περιήλθε ο άνθρωπος και η κοινωνία. Το θέμα είναι ΕΝΑ όμως:


Ο άνθρωπος έχασε το δρόμο του. Δεν σκέφτεται τον Θεό. Το λυπηρό είναι ότι τον θυμάται όταν θέλει μονάχα να γογγύσει και να βρίσει. Όπως συμπεριφέρεται προς τον συνάνθρωπό του, έτσι πολλές φορές με αναίδεια συμπεριφέρεται και προς τους Αγίους, την Παναγία, τον Χριστό, αγνοώντας ότι μόνο σ’ αυτούς θα βρει πάντοτε τη γαλήνη, την αλήθεια, την ζεστασιά, τη σιγουριά, που τόσο ανάγκη έχει από όλα αυτά.


Συσσωρεύει πάνω του με άγνοια πολλάκις, αλλά με ευσυνείδητη δυστυχώς αδιαφορία τις αρνητικές ενέργειες και συνήθειες του διαβόλου και μάλιστα τις τρέφει ποικιλοτρόπως, νομίζοντας ότι έτσι κατακτάει ή κατευθύνει τις ανθρώπινες δυνάμεις του.


Τι κρίμα. Οι ψυχές μας υποφέρουν και ενώ το γνωρίζουμε, το νιώθουμε, δεν κάνουμε τίποτα απολύτως, τουναντίον επιθυμούμε να καταπιανόμαστε με τα αντίθετα, με ό,τι φέρνει δυσφορία στο τέλος μέσα μας. Και όλα αυτά διότι «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος».


Κι όμως ολόκληρη αυτή η ομίχλη εξαφανίζεται όταν ο άνθρωπος γνωρίσει το μυαλό του, την ψυχή του, τις πράξεις του προς τον Θεό. Μόλις Τον αναζητήσει, μόλις Του εξομολογηθεί τις αδυναμίες του, τα πάθη του, τις στενοχώριες του, τις αμαρτίες του, τους πόθους του, τις αγωνίες του, τότε ο άνθρωπος πραγματικά μέσα του ειρηνεύει, παίρνει θάρρος, χαίρεται. Θέλει να ζήσει τα πάντα μέσα στη Σοφία του Θεού, ελπίζει, έχουν νόημα οι πεποιθήσεις του, γιατρεύεται, αποκτάει δύναμη για ζωή, απολαμβάνει την ύπαρξή του και ό,τι έχει γύρω του, ό,τι βλέπει, ό,τι ακουμπάει, ό,τι νιώθει.


Όλα αλλάζουν, ο εσωτερικός του κόσμος μεταστοιχειώνεται. Τρέφεται και χαίρεται πλέον μόνο από καλούς λογισμούς που τον πλουτίζουν από μια ΘΕΤΙΚΟΤΗΤΑ, που μεταλλάσει μέρα με τη μέρα τη ζωή του και τις αξίες της. Τότε αρχίζει και βλέπει, πάνω του και γύρω του συνέχεια θαύματα της Χάριτος του Θεού προς τον άνθρωπο και ευφραίνεται. Δίνει ΑΓΑΠΗ και εισπράττει ΑΓΑΠΗ και από ανθρώπους και από τον Ίδιο τον Θεό και αέναα ΧΑΙΡΕΤΑΙ.


Τότε, θέλει να ζει κοντά σε ανθρώπους που αγαπούν τον Θεό. Θέλει να γνωρίσει και να μοιάσει στους Αγίους, να κοιτάξει κατάματα την Μεγαλόχαρη Παναγία, ν’ απλώσει το χέρι του να ακουμπήσει τον Ίδιο τον Χριστό, να Τον αγκαλιάσει.


Τότε ως εκ θαύματος, του αποκαλύπτεται στην ψυχή η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ που είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Κάθε μέρα το νιώθει όλο και περισσότερο. Τα αδιέξοδα το ένα μετά το άλλο γκρεμίζονται.


Ο άνθρωπος ξαναγεννιέται. Εύχεται και προσεύχεται. Διαβαίνει το δρόμο προς τον Παράδεισο. Έτσι απλά ο άνθρωπος απαλλάσσεται από τα σκοτάδια της δυστυχίας που τον εξουθενώνουν μακριά από τον Θεό.


Αυτό το μικρό αλλά σπουδαίο ποίημα που ακολουθεί, είναι ένα θαύμα δωρεάς από την ΙΔΙΑ την Παναγία και τη Χάρη Της, συνάνθρωπέ μου.


Η Δέσποινα του κόσμου, η Παναγία μας, δώρησε με τη Χάρη των Αγίων Ονομάτων Της να επιζητούμε τη λύση, τη δύναμη, την παρουσία Της, το θαύμα Της, σε ό,τι μας απασχολεί στη ζωή μας.


Εντρύφησε στη μελέτη των ικεσιών αυτών και στην παρακλητική τους δύναμη και θα δεις κάθε μέρα όλα να ΑΛΛΑΖΟΥΝ στην ψυχή σου, στο μυαλό σου, στη ζωή σου.


Η Χάρη Της θα σε γεμίζει συνέχεια με τα άρρητα της Αγάπης Της. Την Αγάπη που γεύεται και ο Ουράνιος κόσμος, αλλά και ολόκληρη η Οικουμένη.


«Άξιον εστίν ως αληθώς μακαρίζειν Σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών. Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ, και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, την αδιαφθόρως, Θεόν Λόγον τεκούσαν, την όντως Θεοτόκον, Σε μεγαλύνομεν»



ΠΡΩΤΗ ΕΥΧΗ


Παναγία Θεοτόκε Παρθένε βασιλεύουσα, Κάλλος Ουράνιο, την πίστη ημών ευφραίνουσα, η Υψηλοτέρα των Ουρανών, το ύδωρ της ζωής, η Δυναστεία των αγαθών, Ζωοδότειρα, Ηγεμονίς, Άνθος εύοσμον, του Δημιουργού των πάντων Θεού εικόνα έμψυχη, χαράς πηγή συμβάντων, Δόξα των Αγγέλων, η αείρρυτος η υμνωδία.


Η Ασύγκριτος, Θεού οσμή και ευωδία, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Ζωηφόρε, της Τριάδος της Αγίας Ευλογία, Δύναμις Θεία, νόσων ιατρός, Γιάτρισσα Αγία. Ο λόγος και το έλεος της άπειρης Αγάπης του Θεού, Πεσόντων ανάκληση, Όπλο σωτηρίας κάθε αμαρτωλού, η φοβερή κατάπτωση του εχθρού, Δύναμις Αγία. Λυτήριον λύπης, Διάδωσμα πιστών και Θεραπεία.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΥΧΗ


Ουρανών Υψηλοτέρα, Άγιον Ρόδον το Αμάραντον, Δεομένη Μήτηρ των πιστών, Άνθος χαράς ακράδαντον, Άρμα λαμπρόν βασιλικόν της Τρισηλίου Αρχής.


Ανακαίνιση του Κόσμου, στολή ουσίας κτιστής. Η Δέσποινα πάντων ημών, η παρισταμένη τω Θεώ, Όμμα αθέατων θεωριών, το παλάτιο το αγαθό, Ίαση ωκεία, Γοργοϋπήκοε, φοβερή βροντή Θεία, Πορταΐτισσα, και Δύναμις ασθενούντων, η παραμυθία, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Η λυχνία η φωτοφόρος, Μυριώνυμη Ουρανών. Η λύτηρα των νόσων, σωτηρία των Χριστιανών. Βρύση ιαμάτων, Φως θαυμάτων, αθώωση ενόχων. Πρεσβεία θερμή, Θεόνυμφε, Ευλογημένη Κόρη. Άρτος ζωής, Ξίφος δίστομο, Ελπίδα μόνη.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΤΡΙΤΗ ΕΥΧΗ


Θεοτόκε κραυγάζομέν Σε, γενού τροφός ζωής εις πάντας τους επικαλουμένους Σε, Σιών στοργής, Ψυχοσώστρια, Αγαθή χειμερία των δεινών, Ελευθερώτρια, Απαλλαγή πειρασμών και συμφορών.


Κυοφορία Αγνή χαράς, το καθάρσιον λυτήριον. Καταργήσασα φθορέα φρενών, δαιμόνων αμυντήριον, Άρμα Ουράνιον, Θεού φόβος καταχθονίων, Φαρμακολύτρια, τέλος κατάρας, ζωής ταμείον, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Η Ρύτειρα των δόλων, Στήριγμα των αθλοφόρων. Το Τείχος το Ακαταμάχητον, η εξάλειψη δαιμόνων, Κραταιή πασών των δαιμόνων ράβδος φοβερή, Πλύση μιαρών, και πάσης ασθενείας συντριβή, Ζώσα Υπέρλαμπρη χαρά, Υπερτέρα ουρανών. Αρχή θαυματουργίας, επίσκεψις των ασθενών.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΥΧΗ


Ελεούσα, Παναγία, νοερών Χάρις, πορφυρή, Στάχυ ολόχρυσο Θεϊκό, καρποφορία Θεϊκή.


Η καθάρια καθέδρα, Κόρη η πολυώνυμη, Κυρία Θεόστεφτη, Θεοχωρία, μετάνοια φωτόνυμη, Αγαθή, νουθεσία αόρατος, θυμίαμα σωφροσύνης, Εφτάφωτη λυχνία, βασιλεία εύοσμη αγιοσύνης, Λαμπρό οχύρωμα, αδιάσειστο Όρος Θείον, Κατοικητήριον του Χριστού, Αγνότητα Αγίων, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Άφθαρτη χαρά της οικουμένης, Σοφία μυστική, Πύρινη στήλη ουρανού, πέλαγος στοργής, άχραντη τιμή, Ουράνια Θεοφιλία, σάλπισμα Αγγέλων κραταιόν, Τιμιωτέρα ανωτέρων στρατευμάτων φοβερών, Άθλος των δικαίων, Άρρητος περιουσία αγαθών, Άνθος Ευαγγελίου, Γη επαγγελίας, Επιστασία Θείων Βουλών.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΠΕΜΠΤΗ ΕΥΧΗ


Θεομήτωρ, Θεοκυήτωρ, Δέσποινα Μαρία, Θεοτόκε, δροσοσταλιά Θεού η Αγία, Άρωμα παρθενίας της Θείας Δημιουργίας.


Ευλογία Αρετής, Φως της Αληθείας. Αμβροσία Ουράνια, Χρυσαφένια, αστέρων ποίημα, Εάρ παντοδυναμίας, Αγάπης κυρίαρχον κύημα, η γλυκιά φωνή, Μεσιτεία η Αγαθή, φρόνημα ευσεβείας, Χορηγία εύλαλη αληθινή, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Ο ποθητός λιμήν, κάθε πόνου η γαλήνη, αρρώστων η πνοή, παρηγοριάς γλυκιά σαγήνη, μυστική Ουράνια ευτυχία, ψυχών αθανασία, Χάρις Αγία του Θεού, Παραδείσου μαρτυρία, Ασύλληπτος Θεουργία, Ειρήνης και Αγάπης η λατρεία, Υπεράγαθη, του Κόσμου Κάλλος, Μητέρα Παναγία.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΕΚΤΗ ΕΥΧΗ


Παναγία Μήτηρ του Ιησού, Ηλίου η αχτίδα, Πόθος και αγωνία του Κόσμου η ελπίδα, Μυστική βοήθεια σε κάθε δύσκολη πορεία, Λυτρωτικό ξεκίνημα ζωής, Υπερκόσμια θεωρία, Ακοίμητη κανδήλα, Λυχνία Εκκλησιών το Φως, Πολιτεία απαθείας, εξίλασμα πάντων, δικαίων ο ναός, Σοφία Ακήρατη, Ακένωτη πηγή, χώρα Θεού, Αρχή και τέλος, Νύμφη Ανύμφευτη Ιησού Χριστού, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Άσπιλον δάκρυ ανάπαυσης ανθρώπων πονεμένων, Παράκληση αφανής, Δώρον θαυμάτων αγιασμένων, Επίγνωση Αληθείας, Αποστόλων ο φωτεινός ο φάρος, Ανείπωτη ωραιότης, Αγίασμα ομορφιά και κάλλος, η νίκη της ζωής, το φτερούγισμα Αγγέλων, Ανάπλαση πιστών, Ανάπαυση πόνων φέρουσα.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΕΒΔΟΜΗ ΕΥΧΗ


Πάνσεμνη, Κεχαριτωμένη, Θεόν φέρουσα η Ευλογημένη, ενδιαίτημα Αγίου Πνεύματος, η Λευκοφορεμένη, Θαύμα δείξασα αρρήτως, χαρίτων θάλασσα, Ζωής ύδωρ, Δυναστεία αγαθών, Ηγεμονίς και Γιάτρισσα, Μύρον εύοσμον του Δημιουργού των πάντων, Θεού εικόνα έμψυχη χαράς, πηγή συμβάντων, Κρουνός διάλυσης οδύνων, κολυμβήθρα της ζωής, Θεοτόκε, κιβωτός των πιστών, Υπέρμαχος η Αρραγής, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Ανόρθωση των ανθρώπων, αμυντήριο των εχθρών, Αστραπή καταλάμπουσα, προσαγωγή παντοίων αγαθών. Δυνάμενη πάντα, δαιμόνων θρήνος και οδυρμός, Τείχος Απροσμάχητον, θάλψοις


βασάνοις, Νικοποιός, Θεοτίμητη, Δόξα Αγίων, οχύρωμα συνεκτικόν, Παντοκρατόρισσα, προστασία φοβερή, σωρός καλών.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΟΓΔΟΗ ΕΥΧΗ




Ευαγγελίστρια, η Παναμώμητος, άβυσσος της ευσπλαχνίας, η Διαζώσουσα, η Δαιμονοκαθαιρέτης, πλούτος ευεργεσίας, Πανυπερούσιον φως, κεραυνός δαιμόνων, και ευφροσύνη, Βάτε φλογοφόρε, σκήπτρο εξουσίας, Ζωήρητη μυρσίνη, Μεσίτρια ευλογημένη, Θείο εγκαλλώπισμα αϊδίου Φωτός, Εγγυήτρια ανέλαβε της ψυχής μας ελπίς και ιατρός, επάκουσε την δέηση ημών της Εκκλησίας Δομήτωρ, θεραπεία των αμαρτωλών, Παναγία Συ η Αντιλήπτωρ, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Δοχείον Θείον, Ηλιόμορφη, Κηδεμών και βοηθός, Ισχύς και συντριμμός, Κρίνο εύοσμο, κόσμου αρωγός, Αΐδια ωδή των ευσεβών, Αμαρτωλών η σωτηρία, Αγγέλων η Κυρία, Τράπεζα Θεϊκή, Πορφύρα Αγία, Παρρησία προς Θεόν, θέωση θνητών, καταφύγιον Ιερόν, θέαμα φλογερόν, αφάνισις πονηρίας, βέλος το πικρόν.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


ΕΝΑΤΗ ΕΥΧΗ


Θεόνυμφη λαμπάδα, τον Ήλιον φέρουσα Χριστόν, Όχημα του Λόγου, Άστρον άδυτον, εγκαλλώπισμα πιστών, Ουράνεια κλεις, Ίαμα και Ίλεως, Δέηση ζωής, Λυτήριον λύπης, φόβον καταργήσασα, χρυσοφαής, Αγνότης Μακαρία, Γέφυρα αιώνιας σωτηρίας, Ύμνος Ασωμάτων, γεγεννημένη νήψις γαλουχίας, Μυριώνυμη, και Μυριώχαρη, άϋλη, Μυροβλύτισσα, Οδηγήτρια, Γρηγορούσα, κόρη Μεσοπαντίτισσα, βοήθησον τον/την δούλον/ην σου (τάδε).


Κυριώνυμη Παναγία, Ναέ Θεού, ακατάλυτος, Ουρανώσασα τον χουν, Όμβρος ζωοδότης άλυτος, Όνομα πολυπόθητον, Σκήνωμα οχυρώσασα απόρθητον, Στήριγμα ευσεβών, σκεύος Ιερόν αλώβητον, Αγίας Τριάδος δώρημα το τέλειον παρρησίας, η Χάρις νοερών, παρισταμένη τω Θεώ, φλοξ αθανασίας.


Η Δόξα πάσα, η Αρχαγγελιώτισσα, το Άξιον Εστί. Η Γνώση της Σοφίας, Μήτηρ του Ιησού, Παραδείσου η Αρχή.


Μοναχού Κυπριανού Αγιορείτου 


 https://sites.google.com/site/orthodoxy

Friday, August 21, 2015

H αγράμματη γιαγιά που έφθασε στη θέωση! ( Γεροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης )


 

"Στο μεταξύ, το 1963, λίγο μετά την αναχώρηση τού πατέρα για το Όρος ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή» είχε κοιμηθεί και ή μητέρα τού Γέροντα [ Εφραίμ του Κατουνακιώτη ] Αυτή ή υπέροχη γυναίκα αφενός αξιώθηκε δύο μέρες προ τού θανάτου της να γίνει μεγαλόσχημη μοναχή με το όνομα Μαρία -παρακαλούσε την Παναγία μια ζωή γι' αυτό- αφετέρου είχε έναν χαριτωμένο, οσιακό όντως θάνατο.

Γλυκιά και παρήγορη στους γύρω της ψυχή, όταν για λόγους καρδιακής πάθησης μπήκε στο Νοσοκομείο του Στρατού, εξέπληξε τους πάντες με την ευγενική της γλώσσα. Πήγαινε ό γιατρός να την επισκεφθεί: «Καλώς τον χρυσό μου τον γιατρό. Τι κάνετε; Πώς είσθε; 'Η κυρία σας, τα παιδάκια σας Είναι καλά;» προλάβαινε και ρωτούσε με χάρη. «Μα, αυτή ή γιαγιά», έλεγαν θαυμάζοντας οι γιατροί «αντί να της δώσου­με θάρρος εμείς, αυτή εμψυχώνει και παρηγορεί εμάς». Τον γιο της τον μικρό» τον αξιωματικό, τον αγαπούσε πολύ. Όταν πήγαινε να την επισκεφθεί. το διαισθανόταν και έλεγε τάχα εμπιστευτικά στην τότε αρραβωνιαστικιά και μετά σύζυγο του: «Έρχεται ο δικός σου». Και να σε λίγο ό αξιωματικός. Απορούσε ή κοπέλα, αν μία πεθερά μπορεί να λέει «ο δικός σου». Κι όμως μπορούσε.

Ό Γέροντας, Όταν έμαθε ότι μπήκε στο Νοσοκομείο, έστειλε ένα σχήμα και ένα πολυσταύρι στον αδελφό του και του έγραψε να την κάνουν μοναχή, «διότι δεν θα βγει από το Νοσοκομείο ζωντανή», βεβαίωνε.

Διηγείται ή κόρη της: «Όταν ή μητέρα μας έγινε μεγαλό­σχημη στο Νοσοκομείο (σε όλη την ζωή της είχε την επιθυμία να γίνει μοναχή), ενώ τις άλλες ήμερες ήταν σιωπηλή (καθώς έλεγαν οι νοσοκόμες), την ήμερα και το βράδυ εκείνο συνεχώς μιλούσε! Εγώ κάθισα κοντά της όλη εκείνη τη νύχτα. Το πρόσωπο της έλαμπε, είχε γίνει φωτεινό μετά την κουρά της! Μιλούσε και κοίταζε προς τον ουρανό! "Τι λέγεις, μητέρα;" τη ρωτούσα, "τι βλέπεις;" "Τι να σου πω, παιδί μου, τι Όμορφα! Τι έβλεπα! Άλλα που βρίσκομαι;" Τότε συνερχόταν, και καταλάβαινε ότι ήταν στο Νοσοκομείο.

-Μετά μία εβδομάδα πού ήταν στο Νοσοκομείο, και ενώ ήταν καλά και θα έβγαινε, παρουσίασε έναν πυρετό υψηλό, ανεξήγητο. Ξημερώματα Μεγάλης Παρασκευής κοιμήθηκε. Ό θάνατος της ήταν ήσυχος, ειρηνικός. Ήρθε ή μοναχή πού την είχε αναλάβει κατά την κουρά και την έντυνε, δηλαδή την ετοί­μαζε. Αμέσως αισθάνομαι έντονη ευωδία, άρρητη ευωδιά! Λέω τότε στη μοναχή: "Καλά, κι εσείς οι μοναχές βάζετε αρώμα­τα;" "Όχι, κυρία Ελένη", άπαντα, "δεν βάζουμε αρώματα. Αυτό πού ευωδιάζει, εγώ το αισθάνθηκα αμέσως, την ώρα πού την άλλαζα. Βγαίνει από το σώμα της μητέρας σας. Περίμενα να το αισθανθείτε κι εσείς, γι' αυτό δεν έλεγα τίποτε. Αυτό είναι σημάδι αγιότητας. Είναι σημάδι ότι σώθηκε ή μητέρα σας". Μείναμε κατάπληκτοι!

-Ο ιερέας κατά την κηδεία θαύμαζε και έλεγε ότι πρόκει­ται περί άγιας ψυχής! Σαν ίδρωτας έβγαινε από το σώμα της μητέρας μύρο! Τα ρούχα μας, πού ήρθαν σε επαφή με το σώμα της μητέρας μας (την αγκαλιάζαμε και την φιλούσαμε), επί μιαν εβδομάδα ευωδίαζαν! Κατά την κηδεία περισσότερο ευωδίαζε ή μητέρα μας παρά ό επιτάφιος».

Και ό ίδιος ό Γέροντας ομολογούσε: «Ναι, έτσι έγινε, αφού έπεσα, τρόπον τινά, σε μνησικακία. Να, το εξομολογούμαι. Μία γυναίκα, λέω, χωριάτισσα, αγράμματη, που έφθασε! Όταν προσευχόμουν γι' αυτήν, έπαιρνα* δεν έδινα! Πλημμύριζα από χάρη.

-Είδα σαν μια θεωρία, να πούμε. Πήγαινε ή μητέρα μου στον Χριστό: "Καλώς τη Μαρία, καλώς τη Μαρία". Χρόνια έχουμε εμείς εδώ, για να αποκτήσουμε αυτήν την κατάσταση.

-Πολλές φορές έβλεπα Ότι ή μητέρα μου είναι ό γέρο-Ιωσήφ, και ο γερο-Ιωσήφ μητέρα μου. Ένα πράγμα και οι δύο...

-Είδα ότι είχαν με τον γερο-Ιωσήφ την ίδια πνευματική κατάσταση. Και πριν πεθάνει, και μετά τον θάνατο της, είχα πληροφορία, την ίδια πληροφορία: ή μητέρα μας έφθασε σε υψηλά πνευματικά μέτρα. Πώς να το πεις τώρα. Νερώνεις το κρασί με το νερό ή το νερό με το κρασί, ένα θα γίνει. Έτσι κάπως. Ό γέρο-Ιωσήφ μητέρα μου, και ή μητέρα μου γέρο-Ιωσήφ ήτανε.

-Ή μητέρα μου δεν είχε παράδειγμα, μονάχη της έκανε υπομονή στις θλίψεις. Και στο βιβλίο του γέρο-Ιωσήφ βλέπει κανείς την πολλή υπομονή πού έκανε στις θλίψεις. Για τον Ιώβ γράφει ο άγιος Χρυσόστομος ότι είχε και άλλες αρετές, άλλα για τη μεγάλη του υπομονή, το να μη γογγύζει, επαινέθηκε από τον Θεό»."


από το βιβλίο: «Γεροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης»,

Baptismal Theology - Metropolitan Hierotheos (Vlachos) of Navpaktos and Hagios Vlasios


There has been in the past, and there is in our own day, a good deal of discussion about the Baptism of heretics (the heterodox [1]); that is, whether heretics who have deviated from the Orthodox Faith and who seek to return to it should be Baptized anew or simply Chrismated after making a profession of faith. Decisions have been issued on this matter by both local and Ecumenical Synods.
In the text that follows, I should like to discuss, by way of example, the agreement reached between the Standing Conference of Canonical Orthodox Bishops of America and the National Conference of Catholic Bishops in America [2] on June 3, 1999. The Greek translation of the original text was made by Protopresbyter George Dragas, a professor at the Holy Cross Greek Orthodox School of Theology in Boston [Brookline—Trans.], who also provided a summary and
critique of this agreed statement between Orthodox and Roman Catholics in America.
 

The basis of this document is the Balamand Agreement of 1993, “Uniatism, Method of Union
of the Past and the Present Search for Full Communion,” which it evidently wishes to uphold.
The text on which we are commenting, that is, the agreement signed by Orthodox and Roman
Catholics in America and entitled “Baptism and ‘Sacramental Economy,’” is based on several
points, in my observation, that are very typical of the contemporary ecumenical movement and indicative of its entire substance.
 

The first point is that “Baptism rests upon and derives its reality from the faith of Christ Himself, the faith of the Church, and the faith of the believer” (p. 13). At first sight, one is struck by the absence, here, of any reference to the Triune God—perhaps in order to justify this flexible interpretation of Baptism. Faith, then, becomes the fundamental mark and element of Baptism.
 

The second point is that Baptism is not a practice required by the Church, but is, “rather, the
Church’s foundation. It establishes the Church” (p. 26). Here, the notion that Baptism is not the
“initiatory” Mystery whereby we are introduced into the Church, but the foundation of the Church, is presented as the truth.
 

The third point is that “Baptism was never understood as a private ceremony, but rather as a
corporate event” (p. 13). This means that the Baptism of catechumens was “the occasion for
the whole community’s repentance and renewal” (p. 13). One who is Baptized “is obliged to make his own the community’s common faith in the Savior’s person and promises” (p. 14).
 

The fourth point is a continuation and consequence of the foregoing points. Since Baptism rests upon faith in Christ, since it is the basis of the Church, and since, moreover, it is the work of the community, this means that any recognition of Baptism entails recognition of the
Church in which the Baptism is performed. In the Agreed Statement we read: “The Orthodox and Catholic members of our Consultation acknowledge, in both of our traditions, a common
teaching and a common faith in one baptism, despite some variations in practice which, we
believe, do not affect the substance of the mystery” (p. 17).
 

According to this text, there is a common faith and teaching concerning Baptism in the two “Churches,” and the differences that exist do not affect the substance of the Mystery. The two
sides each acknowledge an ecclesial reality “in the other, however much they may regard their way of living the Church’s reality as flawed or incomplete” (p. 17). “The certain basis for the
modern use of the phrase ‘sister churches’” (p. 17) is to be found in this point. The Orthodox Church and the Latin Church are these two “sister Churches,” because they have the same Tradition, the same Faith, and the same Baptism, even though there are certain differences between them. 


Hence, the following opinion is repeatedly affirmed in the text: “We find that this mutual recognition of the ecclesial reality of baptism, in spite of our divisions, is fully consistent with the perennial teaching of both churches” (p. 26). 
Misinterpreting the teaching of St. Basil the Great, the signers of this document aver that the two “Churches,” in spite of the “imperfections” that exist, constitute the same ecclesial reality: “By God’s gift we are each, in St. Basil’s words, ‘of the Church’” (p. 26).
 

The fifth point is that the authors of the Agreed Statement find fault with St. Nicodemos the
Hagiorite, who, in interpreting the views of St. Cyprian of Carthage, St. Basil the Great, and the
Second OEcumenical Synod, talks—as do all of the Kollyvades Fathers of the eighteenth century—about exactitude (akribia) and economy (oikonomia) with regard to the way in which
heretics are received into the Orthodox Church. That is to say, the Fathers have at times received heretics by exactitude—namely, by Baptism—and at times by economy—namely, by Chrismation. 


However, even when the Church does receive someone by economy, this means that She effects the mystery of salvation at that very time, precisely because the Church is superior to the Canons, and not the Canons to the Church, and because the Church is the source of the Mysteries and, eo ipso, of Baptism, whereas Baptism is not the basis of the Church. The Church can receive this or that heretic by the principle of economy, without any implication that She recognizes as a Church the community that previously baptized him. This is the context within which St. Nicodemos interprets the relevant decision of the Second OEcumenical Synod.
 

 Confusion is certainly heightened by the fact that one of the recommendations of the Agreed
Statement is subject to many different  interpretations.According to this recommendation, the two Churches should make it clear that “the mutual recognition of baptism does not of itself
resolve the issues that divide them, or reëstablish full ecclesial communion between the Orthodox and Catholic Churches, but that it does remove a fundamental obstacle on the path towards full communion” (p. 28).
 


From this brief analysis, it is obvious how much confusion prevails in ecumenist circles regarding these issues. It is also obvious that [Orthodox] ecumenists understand the acceptance of the baptism of heretics (Catholics and Protestants, who have altered the dogma of the Holy Trinity and other dogmas) to mean accepting the ecclesial status of heretical bodies and, worse still, that the two “Churches,” Latin and Orthodox, are united in spite of “small” differences, or that we derive from the same Church and should seek to return to it,
thereby forming the one and only Church. This is a blatant expression of the branch theory.
 


When there is such confusion, it is necessary to adopt an attitude of strictness, which preserves
the truth: that all who fall into heresy are outside the Church and that the Holy Spirit does not work to bring about their deification.
In any event, baptismal theology creates immense problems for the Orthodox. From the standpoint of ecclesiology, the text under consideration is riddled with errors. The Patristic Orthodox teaching on this subject is that the Church is the Theanthropic Body of Christ, in which revealed truth—the Orthodox Faith—is preserved and the mystery of deification is accomplished through the Mysteries of the Church (Baptism, Chrismation, and the Divine Eucharist). The essential precondition for this is that we participate in the purifying, illuminating, and deifying energy of God. Baptism is the initiatory Mystery of the Church. The Church does not rest upon the Mystery of Baptism; rather, the Baptism of water, in conjunction with the Baptism of the Spirit, operates within the Church and makes one a
member of the Body of Christ. There are no Mysteries outside the Church, the living Body of
Christ, just as there are no senses outside the human body.
 


In closing, I should like to cite the conclusion of Father George Dragas, which he appends to his
“Summary and Critique”:
These recommendations will not win the agreement of all Orthodox, and certainly not of those who are Greek-speaking (or Greek-minded), and consequently they are, by their very nature,
divisive. My primary reason for coming to such a negative conclusion is that this inquiry into
sacramental theology is devoid of any ecclesiological basis and that it onesidedly
interprets—or rather, misinterprets—the facts of Orthodox sacramental practice, and particularly vis-à-vis the heterodox at different periods in the history of the Church. These recommendations and conclusions and, indeed, the entire Agreed Statement are the epitome of Western skepticism. Their acceptance by Orthodox theologians signals a deliberate betrayal of Orthodox views and a capitulation to the outlook of Western ecumenism. 


This is something that we should reject.
Endnotes
1. We have retained, here, for the sake of faithful translation, the word “heretic,” though with some concern that many readers may assume that it carries with it the vitriol that has been attached to it in Western Christianity—and especially since the Inquisition—or by some of the more irresponsible and less reflective and spiritually-enlightened Orthodox traditionalists, today. We could have justifiably used the word “heterodox,” which is not frequently used as an ad hominem epithet, as the word “heretic” so frequently is, but which simply indicates what both words actually mean: a person who holds to views that deviate from established belief and, in the Orthodox Church, who accepts an opinion held in opposition to the Patristic consensus and the conscience of the Church. The word takes on wholly pejorative meanings, in the Orthodox Church, only when applied to those who, in their absolute intransigence, fail to succumb to the entreaties of the Church (and to spiritual sobriety), in the face their of error, and thus cause harm to the harmonious ethos of Orthodoxy and lead others into error and delusion—Trans.
 

2. To be precise, the agreement in question was signed by members of the North American
Orthodox-Catholic Theological Consultation, meeting at St. Vladimir’s Orthodox Theological
Seminary in Crestwood, New York—Trans.
Translated from the Greek original in Ekklesiastike Parembase, No. 71 (December 2001), p. 12.
Reprinted from Orthodox Tradition, Vol XX, No 2, pp. 40-43.



Metropolitan Hierotheos (Vlachos) of Navpaktos and Hagios Vlasios

Thursday, August 20, 2015

Άγιος Νείλος ο Ασκητής-Η Προσευχή..




Γνωρίζουμε, άραγε, οι σημερινοί Χριστιανοί, τι είναι η αληθινή προσευχή, ποια τα χαρακτηριστικά της και ποιοι οι καρποί της;

Οι 'Άγιοι της Εκκλησίας μας, που υπήρξαν οι κατεξοχήν προσευχόμενοι άνθρωποι, μας έχουν παραδώσει την ιερή τους εμπειρία με τρόπο εκφραστικό και κατηγορηματικό. Η προσευχή, μας λένε, είναι ανύψωση του νου στον Θεό και συνομιλία μαζί Του. Η προσευχή είναι ένωση τού ανθρώπου με τον Θεό· έργο των αγγέλων κλειδί τού Παραδείσου· φωτισμός της ψυχής· συγχώρηση των αμαρτημάτων μητέρα των αρετών. Η προσευχή είναι όπλο ακαταμάχητο· θησαυρός αδαπάνητος· γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς· τείχος που προστατεύει από τις θλίψεις. Η προσευχή είναι καθρέφτης της πνευματικής ζωής τού ανθρώπου και εργασία που ποτέ δεν τελειώνει.
Εύκολα, λοιπόν, αντιλαμβάνεται κανείς, πώς η προσευχή δεν αποτελεί ένα απλό «θρησκευτικό καθήκον» ή μια «συναισθηματική εκτόνωση». Είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει η ψυχή. Είναι η ολοκληρωτική στροφή και προσφορά τού ανθρώπου στον Θεό. Μια προσφορά, που, όταν συνοδεύεται από τον αγώνα για την τήρηση των εντολών τού Χριστού, ελκύει τη θεία χάρη. Κι αυτή με τη σειρά της καθαρίζει την καρδιά, φωτίζει το νου, μεταμορφώνει τον όλο άνθρωπο και τον χριστοποιεί.
Γι’ αυτό, χριστιανός που δεν προσεύχεται, δεν είναι αληθινός χριστιανός. Και άνθρωπος που δεν ξέρει να προσευχηθεί, δεν είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος.
«Όπως το σώμα», λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «χωρίς την ψυχή, είναι νεκρό, έτσι και η ψυχή, χωρίς την προσευχή, είναι νεκρή».
Στις επόμενες σελίδες προσφέρεται επιλεκτικά, σε ελεύθερη νεοελληνική απόδοση, ένα κλασικό έργο της πατερικής γραμματείας, ο «Λόγος περί προσευχής», που βρίσκεται καταχωρισμένος στη Φιλοκαλία και αποδίδεται στον Σιναΐτη άγιο Νείλο τον ασκητή (5ος αι. ).
Ολόκληρο το έργο αποτελείται από 153 μικρά μα περιεκτικά κεφάλαια, που χειραγωγούν με ασφάλεια στην οδό της πνευματικής προσευχής όποιον θελήσει όχι να τα διαβάσει βιαστικά, μα να τα μελετήσει προσεκτικά και να τ' αφομοιώσει. Γιατί είναι αλήθεια, πως για τον σημερινό άνθρωπο ο λόγος του αγίου Νείλου είναι τροφή στέρεη. Είναι ισχυρό αντίδοτο στον πνευματικό λιμό της εποχής μας, όπου το «μυστήριον της ανομίας» ενεργείται με ταχύτατους ρυθμούς.
Στις επερχόμενες δοκιμασίες θα μας θρέψει και θα μας στηρίξει μόνο η «εν πνεύματι και αληθεία» κοινωνία με τον όντως Όντα Θεό, τον Παντοκράτορα Κύριο. Ο δικός Του αιώνιος λόγος ακούγεται σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, αφυπνιστικός και σωτήριος: «Βλέπετε, αγρυπνείτε και προσεύχεσθε… ίνα καταξιωθήτε εκφυγείν πάντα τα μέλλοντα γίνεσθαι και σταθήναι έμπροσθεν τού Υιού του ανθρώπου» (Μάρκ. 13:33 και Λουκ. 21:36).


Η προσευχή


► Προσευχή είναι το ανέβασμα του νου στον Θεό. Πρόκειται για μια εργασία πνευματική, που αρμόζει στην αξία του ανθρώπινου νου περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη ασχολία.


► Η προσευχή γεννιέται από την πραότητα και την αοργησία· φέρνει στην ψυχή τη χαρά και την ευχαριστία· προφυλάσσει τον άνθρωπο από τη λύπη και την αθυμία.


► Όπως το ψωμί είναι τροφή του σώματος και η αρετή τροφή της ψυχής, έτσι και του νου τροφή είναι η πνευματική προσευχή.


► Όπως η όραση είναι ανώτερη απ’ όλες τις αισθήσεις, έτσι και η προσευχή είναι η πιο θεία και ιερή απ’ όλες τις αρετές.


► Εκείνος που αγαπά τον Θεό, συνομιλεί πάντοτε μαζί Του σαν γιος προς πατέρα και αποστρέφεται κάθε εμπαθή σκέψη.


► Αφού η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με τον Θεό, σε ποιαν άραγε κατάσταση θα πρέπει να βρίσκεται αυτός, για να μπορέσει, χωρίς να στρέφεται άλλου, να πλησιάσει τον Κύριό του και να συνομιλεί μαζί Του χωρίς τη μεσολάβηση άλλου;


► Αν ο Μωυσής, προσπαθώντας να πλησιάσει τη φλεγόμενη βάτο, εμποδιζόταν, ώσπου έβγαλε τα σανδάλια από τα πόδια του, εσύ, που θέλεις να δεις τον Θεό και να συνομιλήσεις μαζί Του, δεν θα πρέπει να βγάλεις και να πετάξεις από πάνω σου κάθε αμαρτωλό λογισμό;


► Όλος ο πόλεμος ανάμεσα σ' εμάς και τους ακάθαρτους δαίμονες δεν γίνεται για τίποτ' άλλο παρά για την πνευματική προσευχή. Γιατί σ' αυτούς είναι πολύ εχθρική και ενοχλητική η προσευχή, ενώ σ' εμάς είναι πρόξενος σωτηρίας, τερπνή και ευχάριστη.


► Τι θέλουν οι δαίμονες να ενεργούν μέσα μας; Γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, μνησικακία και τα λοιπά πάθη, για να παχυνθεί ο νους απ’ αυτά και να μην μπορέσει να προσευχηθεί σωστά. Γιατί όταν υπερισχύσουν τα άλογα πάθη, δεν τον αφήνουν να κινείται λογικά.


► Μη νομίζεις ότι απέκτησες αρετή, αν προηγουμένως δεν αγωνίστηκες γι’ αυτήν μέχρις αίματος. Γιατί, κατά τον απόστολο Παύλο (Εφ. 6:11), πρέπει ν' αντιστεκόμαστε στην αμαρτία μέχρι θανάτου, με αγωνιστικότητα και άμεμπτο τρόπο.


► Δεν μπορεί ο δεμένος να τρέξει. Ούτε ο νους, που δουλεύει σαν σκλάβος σε κάποιο πάθος, θα μπορέσει να κάνει αληθινή προσευχή. Γιατί σύρεται και γυρίζει εδώ κι εκεί από την εμπαθή σκέψη και δεν μπορεί να σταθεί ατάραχος.


► Δεν θα κατορθώσεις να προσευχηθείς καθαρά, αν ανακατεύεσαι με υλικά πράγματα και ταράζεσαι με αδιάκοπες φροντίδες. Γιατί προσευχή σημαίνει απαλλαγή από κάθε μέριμνα.


► Αν θέλεις να προσευχηθείς, έχεις ανάγκη από τον Θεό, που δωρίζει την αληθινή προσευχή σ' οποίον επιμένει ακούραστα στον αγώνα της προσευχής. Να Τον επικαλείσαι, λοιπόν, λέγοντας· «Αγιασθήτω το όνομα σου, ελθέτω η βασιλεία σου» (Ματθαίος 6:9)· δηλαδή, ας έρθει το Άγιο Πνεύμα και ο Μονογενής Σου Υιός. Γιατί αυτό μας δίδαξε ο Χριστός, λέγοντας μας πώς πρέπει να προσκυνούμε και να λατρεύουμε τον θεό Πατέρα «με τη δύναμη τού Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια» (Ιωάνν. 4:24).


► Πρώτα-πρώτα προσευχήσου ν' αποκτήσεις δάκρυα, για να μαλακώσεις με το πένθος την αγριότητα της ψυχής σου. Εύκολα τότε θα ομολογήσεις με ειλικρίνεια, ενώπιον του Κυρίου, τις αμαρτίες που διέπραξες, και θα λάβεις απ’ Αυτόν την άφεση.


► Να χρησιμοποιείς τα δάκρυα για να πετύχεις κάθε αίτημα σου. Γιατί χαίρεται πολύ ο Κύριος, όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.


► Αν στην προσευχή σου χύνεις πηγές δακρύων, μην υπερηφανεύεσαι πώς είσαι τάχα ανώτερος από τους πολλούς. Δεν είναι δικό σου κατόρθωμα αυτό, αλλά βοήθεια για την προσευχή σου από τον Κύριο, για να μπορέσεις έτσι να εξομολογηθείς πρόθυμα τις αμαρτίες σου και να Τον εξευμενίσεις.


► Όταν νομίσεις πώς δεν έχεις ανάγκη από δάκρυα στην προσευχή σου για τις αμαρτίες σου, να αναλογιστείς πόσο πολύ έχεις απομακρυνθεί από τον Θεό, ενώ θα 'πρεπε να είσαι διαρκώς κοντά Του και τότε θα κλάψεις με μεγαλύτερη θέρμη.


► Πράγματι, αν έχεις επίγνωση της καταστάσεως σου, θα πενθήσεις μ' ευχαρίστηση, ελεεινολογώντας τον εαυτό σου και λέγοντας όπως ο προφήτης Ησαΐας: «πως, ενώ είμαι ακάθαρτος και γεμάτος από πάθη, τολμώ να παρουσιάζομαι μπροστά στον Παντοδύναμο Κύριο;» (παράβαλλε Ησ. 6: 5 ).


► Αν θέλεις να προσεύχεσαι αξιέπαινα, να αρνείσαι τον εαυτό σου κάθε στιγμή· κι αν υποφέρεις πολλά δεινά, να στοχαστείς την ανακούφιση που θα βρεις, όταν καταφύγεις στην προσευχή.


► Αν λαχταράς να προσευχηθείς όπως πρέπει, μη λυπήσεις κανέναν άνθρωπο. Διαφορετικά άδικα προσεύχεσαι.


► Όσα κάνεις εναντίον κάποιου αδελφού, που σ' έχει αδικήσει, όλα θα σου γίνουν εμπόδιο στον καιρό της προσευχής.


► «Άφησε το δώρο σου», λέει ο Χριστός, «μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου, και μετά έλα και προσευχήσου χωρίς ταραχή» (παράβαλλε Ματθαίος 5:24). Γιατί η μνησικακία θαμπώνει το λογικό του ανθρώπου που προσεύχεται, και σκοτίζει τις προσευχές του.


► Εκείνοι που προσεύχονται, αλλά συσσωρεύουν μέσα τους λύπες και μνησικακίες, μοιάζουν με ανθρώπους που αντλούν νερό απ’ το πηγάδι και το αδειάζουν σε τρύπιο πιθάρι.


► Μην αγαπάς τα πολλά λόγια και την ανθρώπινη δόξα. Διαφορετικά, όχι πίσω από την πλάτη σου, αλλά μπροστά στα μάτια σου θα σε επιβουλεύονται οι δαίμονες και θα χαίρονται μαζί σου στον καιρό της προσευχής, καθώς εύκολα τότε θα σε παρασύρουν και θα σε δελεάζουν με αλλόκοτους λογισμούς.


► Αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, μην υποχωρήσεις σε καμιά σαρκική απαίτηση, και δεν θα 'χεις στην ώρα της προσευχής κανένα σύννεφο να σε σκοτίζει.


► Μην αποφεύγεις τη φτώχεια και τη θλίψη, γιατί αυτές κάνουν ανάλαφρη την προσευχή.


► Πρόσεχε! Στέκεσαι αληθινά ενώπιον του Θεού την ώρα της προσευχής, ή μήπως νικιέσαι απ’ τον ανθρώπινο έπαινο κι αυτόν επιδιώκεις με το να κάνεις πολλές και μεγάλες προσευχές;


► Να προσεύχεσαι όχι φαρισαϊκά αλλά τελωνικά, για να δικαιωθείς κι εσύ από τον Κύριο.


► Έπαινος της προσευχής δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα. Αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου και από το λόγο του Χριστού: «Όταν προσεύχεστε, μη φλυαρείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν» (Ματθαίος 6: 7).


► Μην προσεύχεσαι μόνο με εξωτερικά σχήματα, αλλά να προτρέπεις το νου σου να συναισθάνεται το έργο της προσευχής με πολύ φόβο.


► Είτε μόνος σου είτε μαζί με αδελφούς προσεύχεσαι, αγωνίσου να προσεύχεσαι όχι από συνήθεια, αλλά με συναίσθηση.


► Συναίσθηση προσευχής σημαίνει συγκέντρωση του νου με ευλάβεια, με κατάνυξη, με στεναγμούς μυστικούς και με πόνο ψυχής, που συνοδεύει την εξομολόγηση των αμαρτιών μας.


► Να στέκεσαι υπομένοντας τον κόπο, να προσεύχεσαι με ένταση και επιμονή και ν' αποστρέφεσαι τις φροντίδες και τις σκέψεις που σου έρχονται. Γιατί σε ταράζουν και σε θορυβούν, για να παραλύσουν τη δύναμη και την ένταση σου.


► Αν είσαι υπομονετικός, θα προσεύχεσαι πάντα με χαρά.


► Αγωνίσου να κρατήσεις το νου σου την ώρα της προσευχής κουφό και άλαλο. Έτσι μόνο θα μπορέσεις να προσευχηθείς.


► Η ψαλμωδία καταπραΰνει τα πάθη και γαληνεύει τις άτακτες κινήσεις του σώματος. Γι’ αυτό να ψάλλεις με συναίσθηση και κοσμιότητα και θα μοιάζεις έτσι με αετόπουλο που πετάει στα ύψη.


► Αν δεν έλαβες ακόμα χάρισμα προσευχής ή ψαλμωδίας, ζήτησε το με επιμονή και θα το λάβεις.


► Ο διάβολος φθονεί πολύ τον άνθρωπο που προσεύχεται, και χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα, προκειμένου να πλήξει το σκοπό του. Έτσι, όταν δουν οι δαίμονες ότι είσαι πρόθυμος να προσευχηθείς αληθινά, σου θυμίζουν κάποια δήθεν αναγκαία πράγματα. Σε λίγο όμως σε κάνουν να τα ξεχάσεις και σε σπρώχνουν να τα αναζητήσεις. Κι επειδή δεν τα θυμάσαι, στενοχωριέσαι και λυπάσαι. Όταν ξανασταθείς στην προσευχή, σου υπενθυμίζουν πάλι εκείνα που έψαχνες, για να στραφεί ξανά ο νους σ' αυτά και να χάσει τελικά την καρποφόρα προσευχή.


► Στην ώρα της προσευχής, η μνήμη σού φέρνει ή φαντασίες παλαιών πραγμάτων ή καινούργιες φροντίδες ή το πρόσωπο εκείνου που σ' έχει λυπήσει. Φύλαγε λοιπόν καλά τη μνήμη σου, για να μη σου παρουσιάζει τις δικές της υποθέσεις. Και να παρακινείς συνεχώς τον εαυτό σου να συνειδητοποιεί μπροστά σε ποιόν βρίσκεται. Γιατί είναι πολύ φυσικό για το νου να παρασύρεται εύκολα από τη μνήμη στον καιρό της προσευχής.


► Η προσοχή του νου που προσπαθεί να βρει προσευχή, θα βρει προσευχή. Γιατί η προσευχή ακολουθεί όσο τίποτε άλλο την προσοχή. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, με προθυμία ν' αποκτήσουμε την προσοχή.


► Άλλοτε, με το που θα σταθείς στην προσευχή, μπορείς αμέσως να συγκεντρωθείς και να προσευχηθείς καλά κι άλλοτε πάλι θα κοπιάσεις πολύ χωρίς να πετύχεις το σκοπό σου. Αυτό συμβαίνει για να ζητήσεις με περισσότερη ζέση την προσευχή· κι αφού τη λάβεις, να την έχεις αναφαίρετο κατόρθωμα.


► Να ξέρεις πως οι άγιοι άγγελοι μας παροτρύνουν σε προσευχή και στέκονται μαζί μας και χαίρονται και προσεύχονται για μας. Αν λοιπόν αμελήσουμε και δεχθούμε τους λογισμούς που μας υποβάλλουν οι δαίμονες, πολύ παροργίζουμε τους αγγέλους. Γιατί, ενώ αυτοί τόσο πολύ αγωνίζονται για μας, εμείς ούτε για τον εαυτό μας δεν θέλουμε να ικετεύσουμε τον Θεό, αλλά, περιφρονώντας την υπηρεσία τους και εγκαταλείποντας τον Κύριό τους και Θεό, συνομιλούμε με ακάθαρτους δαίμονες.


► Πραγματική προσευχή κάνει εκείνος που προσφέρει πάντα στον Θεό ως θυσία την πρώτη του σκέψη.


► Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα θελήματά σου, γιατί οπωσδήποτε δεν συμφωνούν με το θέλημα του Θεού αλλά μάλλον, καθώς διδάχθηκες, λέγε στην προσευχή σου: «Γενηθήτω το θέλημά σου» (Ματθαίος 6:10). Και για κάθε πράγμα αυτό να ζητάς από τον Θεό, να γίνει το θέλημά Του, γιατί Αυτός θέλει το καλό και το συμφέρον της ψυχής σου ενώ εσύ οπωσδήποτε δεν ζητάς πάντοτε το συμφέρον σου.


► Πολλές φορές ζήτησα με την προσευχή από τον Θεό να μου γίνει κάτι που νόμιζα καλό. Και επέμενα παράλογα να το ζητώ, βιάζοντας το θείο θέλημα. Δεν άφηνα τον Θεό να οικονομήσει ό,τι Αυτός γνώριζε ως δικό μου συμφέρον. Και λοιπόν, αφού έλαβα ό,τι ζητούσα, στενοχωρήθηκα ύστερα πολύ, που δεν είχα παρακαλέσει να γίνει μάλλον το θέλημα Του. Γιατί δεν μου ήρθε το πράγμα έτσι όπως το νόμιζα.


► Τί είναι αγαθό, παρά ο Θεός; Σ' Αυτόν λοιπόν ας αναθέσουμε όλα μας τα ζητήματα, και θα πάνε καλά. Γιατί ο αγαθός οπωσδήποτε χορηγεί και αγαθές δωρεές.


► Στην προσευχή σου να ζητάς μόνο τη δικαιοσύνη και τη βασιλεία του Θεού, δηλαδή την αρετή και τη θεία γνώση. Και όλα τα υπόλοιπα θα σου προστεθούν.


► Ανάθεσε με εμπιστοσύνη στον Θεό τις ανάγκες του σώματός σου, κι αυτό θα φανερώσει πως Του αναθέτεις και τις ανάγκες του πνεύματος.


► Ν' αγωνίζεσαι, ώστε να μη ζητήσεις το κακό κανενός στην προσευχή σου, για να μην γκρεμίσεις ό,τι χτίζεις, κάνοντας σιχαμερή την προσευχή σου.


► Ο χρεωφειλέτης των μυρίων ταλάντων της ευαγγελικής παραβολής ας σου γίνει παράδειγμα. Αν δεν συγχωρέσεις αυτόν που σ' έβλαψε, ουτ' εσύ θα πετύχεις την άφεση των αμαρτιών σου. Γιατί λέει το Ευαγγέλιο για τον χρεωφειλέτη των μυρίων ταλάντων, που δεν συγχωρούσε τον δικό του χρεώστη, ότι «τον παρέδωσε στους βασανιστές» (Ματθαίος 18:24-35).


► Καλό είναι να μην προσεύχεσαι μόνο για τον εαυτό σου, αλλά και για κάθε συνάνθρωπό σου, ώστε να μιμηθείς έτσι τον αγγελικό τρόπο προσευχής.


► Μη θλίβεσαι, αν δεν παίρνεις αμέσως από τον Θεό ό,τι ζητάς. Γιατί θέλει να σ' ευεργετήσει περισσότερο με το να υπομένεις καρτερικά στην προσευχή. Τί ανώτερο υπάρχει, αλήθεια, από το να συναναστρέφεσαι τον Θεό και να συνομιλείς μαζί Του;


► Ο Κύριος, θέλοντας να διδάξει τους μαθητές Του ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποθαρρύνονται, τους διηγήθηκε μια σχετική παραβολή (Λουκ. 18:1-8). Σ' αυτή την παραβολή κάποιος άδικος δικαστής είπε για μια χήρα γυναίκα, που ζητούσε επίμονα το δίκιο της: Αν ούτε τον Θεό φοβάμαι ούτε τους ανθρώπους ντρέπομαι, όμως, επειδή αυτή η γυναίκα με ενοχλεί συνεχώς, ζητώντας το δίκιο της, θα της το δώσω. Και ο Κύριος κατέληξε στο συμπέρασμα: Έτσι και ο Θεός θα εκπληρώσει σύντομα το θέλημα αυτών που Τον παρακαλούν νύχτα-μέρα. Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εσύ μη χάνεις το θάρρος σου και μη στενοχωριέσαι, επειδή δεν έλαβες. Γιατί θα λάβεις αργότερα. Να είσαι χαρούμενος και να επιμένεις, υπομένοντας τον κόπο της αγίας προσευχής.


► Να παραβλέπεις τις ανάγκες του σώματος όταν προσεύχεσαι, για να μη χάσεις το μέγιστο κέρδος της προσευχής σου από το τσίμπημα ενός κουνουπιού ή την ενόχληση μιας μύγας.


► Αν έχεις επιμέλεια στην προσευχή, να ετοιμάζεσαι για επιθέσεις δαιμόνων και να υπομένεις με γενναιότητα τα χτυπήματά τους. Γιατί θα ορμήσουν επάνω σου σαν άγρια θηρία, για να σε ταλαιπωρήσουν.


► Εκείνος που υποφέρει τα λυπηρά, θα επιτύχει και τα χαρμόσυνα. Κι εκείνος που εγκαρτερεί στα δυσάρεστα, θα απολαύσει και τα ευχάριστα.


► Μη φανταστείς κανένα σχήμα για τον Θεό όταν προσεύχεσαι, μήτε να επιτρέψεις να τυπωθεί κάποια μορφή στο νου σου, αλλά πλησίασε με άυλο τρόπο τον άυλο Θεό.


► Μην επιθυμήσεις να δεις με τα μάτια τού σώματός σου αγγέλους ή δυνάμεις ή το Χριστό, μην τυχόν και χάσεις εντελώς το μυαλό σου και δεχθείς έτσι λύκο αντί για βοσκό και προσκυνήσεις τους εχθρούς δαίμονες.


► Φυλάξου από τις παγίδες των δαιμόνων. Γιατί συμβαίνει, εκεί που προσεύχεσαι ήσυχα και καθαρά, ξαφνικά να σου παρουσιάσουν κάποια παράξενη μορφή, για να σε οδηγήσουν στην υπερηφάνεια, καθώς θα υποθέσεις ότι εκεί βρίσκεται το θείο. Το θείο όμως είναι άυλο και χωρίς σχήμα.

► Φρόντισε να έχεις πολλή ταπεινοφροσύνη και ανδρεία, και δεν θ' αγγίξει την ψυχή σου δαιμονική επήρεια. Οι άγγελοι αοράτως θα διώξουν μακριά όλη την ενέργεια των δαιμόνων.


► Όταν μεταχειριστεί ο παμπόνηρος δαίμονας πολλά μέσα και δεν μπορέσει να εμποδίσει την προσευχή του δικαίου, τότε αποσύρεται για λίγο. Μα τον εκδικείται αργότερα, σπρώχνοντας τον στην οργή, για να εξαφανίσει την εξαίρετη εσωτερική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσευχή, ή ερεθίζοντάς τον σε σαρκική ηδονή, για να μολύνει την ψυχή του.


► Όταν προσευχηθείς όπως πρέπει, να περιμένεις πειρασμούς. Στάσου λοιπόν γενναία, για να διατηρήσεις τον καρπό της προσευχής. Γιατί εξαρχής σ' αυτό έχεις ταχθεί, να εργάζεσαι την προσευχή και να φυλάττεις τους καρπούς της (Παράβαλλε Γεν. 2:15). Αφού εργαστείς, λοιπόν, μην αφήσεις αφύλαχτο ό,τι κέρδισες· διαφορετικά, δεν ωφελήθηκες καθόλου από την προσευχή σου.


► Αν προσεύχεσαι θεάρεστα, θα σε βρουν τέτοιες δοκιμασίες, ώστε να νομίσεις πώς είναι δίκαιο να θυμώσεις. Δεν υπάρχει όμως καθόλου δικαιολογημένος θυμός εναντίον του πλησίον. Αν καλοεξετάσεις την υπόθεση, θα βρεις πώς είναι δυνατό και χωρίς θυμό να διευθετηθεί το ζήτημα. Μεταχειρίσου, λοιπόν, κάθε τρόπο για να μη θυμώσεις.


► Το Άγιο Πνεύμα, συμπάσχοντας με την ασθένειά μας, έρχεται σ' εμάς, μολονότι είμαστε ακάθαρτοι από τα πάθη και τις αμαρτίες. Κι αν βρει το νου να προσεύχεται ειλικρινά μόνο σ' Αυτό, κυριαρχεί πάνω του, εξαφανίζει όλη τη φάλαγγα των πονηρών λογισμών και σκέψεων, που τον περικυκλώνουν, και τον προτρέπει στον έρωτα της πνευματικής προσευχής.


► Έχεις πόθο να προσευχηθείς; Γίνε νεκρός για τη γη. Έχε παντοτινά πατρίδα τον ουρανό όχι με λόγια, αλλά με ζωή αγγελική και με γνώση θεϊκή. Απαρνήσου τα πάντα, για να κληρονομήσεις το παν.


► Αν είσαι πραγματικός θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά. Κι αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι πραγματικός θεολόγος.


► Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής δεν σχηματίζει μέσα του καμιάν απολύτως μορφή. Μακάριος ο νους, που προσεύχεται απερίσπαστα και αποκτά διαρκώς περισσότερο πόθο για τον Θεό. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής γίνεται άυλος κι ελεύθερος απ’ όλα. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής μένει ανεπηρέαστος από κάθε πράγμα.

► Αν στον καιρό της προσευχής σου νιώσεις χαρά μεγαλύτερη από κάθε άλλη χαρά, τότε πράγματι βρήκες την αληθινή προσευχή.

(Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Νο 29, Έκδοση Ιερά Μονής Παρακλήτου Ωρωπού)

http://www.alopsis.gr

It is a great goodness to submit to the will of God ( St Silouan the Athonite )


When you have no kind mentors, then you must submit humbly to the will of God. And then the Lord will make you wiser with His grace, for the Lord loves us more than words can describe.

It is a great goodness to submit to the will of God. Then your soul is filled with the Lord only, and it has no other thought, it prays to God with a special purity, and feels the love of God, even though the body may suffer. When the soul has submitted wholly to the will of God, then the Lord Himself begins to lead it, and the soul learns directly from God, where before it had learnt from teachers and Scripture. But it is very rare that the Teacher of a soul should be the Lord Himself through the Holy Spirit, and few know of this, except those who live according to the will of God.

The proud do not wish to live according to the will of God, they prefer to direct their own lives, and they do not understand that man lacks the capacity to direct his own life without God. And when I lived in the world and did not know the Lord and His Holy Spirit, I did not know how much the Lord loved us; I only depended on my own abilities. But when through the Holy Spirit I felt the presence of Our Lord Jesus Christ, the Son of God, then my soul submitted to God, and everything wicked that befalls me I accept with the words, "The Lord watcheth over me, what have I to fear?" Previously, I could not live like this.

The most precious thing on earth is to know God and at least in part understand His will. The soul that has felt God must submit to his will in everything and live before Him in fear and love. In love, because the Lord is love. In fear, because it must be afraid to insult God by some evil thought.

How do you know whether you are living according to the will of God? Here is a sign: if you long for some thing, then you have not submitted to the will of God, even though you may think that you live according to His will. Whoever lives according to the will of God does not concern himself with anything. And if he needs some thing, then he submits himself and that thing to God; and if he does not receive it, then he remains content as though he had received it. The soul which has submitted to the will of God, fears nothing: neither storm nor bandits; nothing. And whatever should happen, it says, "It is God’s will." If the body is ill, the soul thinks, "Then I am in need of this illness, otherwise God would not have given it to me." And so the body and the soul remain at peace.

Any soul that feels burdened by doubt must appeal to the Lord, and the Lord shall answer it. But in general, this should only be done in an hour of crisis and confusion; ordinarily, one should appeal to a confessor, for this is an expression of humility. The Lord has provided for the Holy Spirit to be present on earth, and those in whom He lives feel Heaven in their hearts. Perhaps you ask, why do I not feel such grace? Because you have not submitted to the will of God, but live according to your own.

We must always pray, so that the Lord will tell us what we must do, and the Lord will not leave us in confusion. Adam was unwise not to ask the Lord about the fruit brought to him by Eve, and so lost Eden. David did not ask the Lord, "will it be good if I take for myself the wife of Uriah?" and so fell into the sins of murder and adultery. And so all the saints who have sinned, sinned because they did not call upon God for help and spiritual guidance. Saint Serafim of Sarov once said, "When I spoke of my own mind, I made mistakes."

If you speak or write of God, then pray and ask the Lord for help and guidance, and the Lord will aid and teach you. And if you are bewildered, bow three times and say, "Merciful Lord, You see that my soul is confused, and I fear falling into sin, guide me, oh Lord." And the Lord will certainly direct you because He is very close to you. If you doubt this, then you will not receive that for which you ask. Thus the Lord said to Peter, "Why did you doubt, you of little faith" (Matthew 14:31), when Peter began to drown in the water. It is the same with the soul that begins to drown in evil thoughts when it enters into doubt.

And so, only the Lord knows all; as for us, whoever we are, we must pray to God for enlightenment and turn to our spiritual confessors, so as not to make mistakes.

St Silouan the Athonite

Wednesday, August 19, 2015

Ἡ φοβερή πλάνη τοῦ ἱδίου θελήματος



Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, προς τη θάλασσα έμενε ενάρετος Γέροντας, με έναν επίσης ευλαβέστατο υποτακτικό, ό όποιος στην αρχή έκανε υπακοή, άλλα με μια μικρή δώσει υποκρισίας. Ή υποκρισία του έφερε ψευτοταπείνωσι, και ενώ στην αρχή, όπως είπαμε, πράγματι υποτάζονταν στο θέλημα του Γέροντα του και του Πνευματικού του και ήταν πράος και ήσυχος, με τον καιρό όμως, επειδή δεν είχε ειλικρίνεια, άρχισε να κάνει κρυφά το θέλημα του.
Όπως μου διηγήθηκαν Πατέρες της ερήμου αυτής, το όνομα του Γέροντα του δεν ενθυμούνται, άλλα πολύ καλά ενθυμούνται, πώς ό Μοναχός αυτός, πνευματικό είχε τον ξακουστό και ενάρετο Παπα – Γρηγόρη, ό όποιος ησύχαζε στη Μικρή Άγιάννα, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου», πού είναι στο ψηλότερο μέρος.
Στους δοκίμους και αρχαρίους Μοναχούς, από τον Πνευματικό έξομολόγο, σύμφωνα με τη δύναμη του καθενός, δίδεται ανάλογος Κανόνας προσευχής και νηστείας.Συνήθως στην αρχή ορίζονται 50 γονυκλισίες—Μετάνοιες— και έξι κομβοσχοίνια. Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μονοφαγία, δηλαδή μια φορά την ήμερα φαγητό χωρίς λάδι ή τίποτε το λιπαρό. Αν ό οργανισμός αντέχει, με την πάροδο του χρόνου, αυξάνει ό Κανόνας της προσευχής και της νηστείας. Οι Μετάνοιες γίνονται 100 και 10 κομβοσχοίνια την ήμερα και δυο φορές την εβδομάδα απόλυτη ξηροφαγία ή τέλεια νηστεία.
Όταν γίνει Μοναχός μεγαλόσχημος, οι μετάνοιες γίνονται 300 και τα κομβοσχοίνια 15 την ήμερα, ανάλογα γίνεται και με την νηστεία. Αυτή ή προσευχή πού κάνει ό κάθε αδελφός μόνος του είναι ό καθορισμένος Κανόνας, ό όποιος θα πρέπει να γίνεται, εκτός από τις καθιερωμένες κοινές προσευχές με όλους τους αδελφούς, δηλαδή την προσευχή του Εσπερινού, του Μεσονυκτικού, του Όρθρου, των Ωρών, της θείας Λειτουργίας, των Τυπικών και του Απόδειπνου, ή οποία είναι κοινή για όλους τους αδελφούς και υποχρεωτική, εκτός ασθενείας ή αναγκαιας υπηρεσίας —διακονήματος— το όποιο θα διακρίνει και θα καθορίζει ό Γέροντας ή ό ηγούμενος και ό Πνευματικός.
Έκτος, λοιπόν, άπ' αυτά, που είναι καθορισμένα και συνεχίζονται από την ιερή Παράδοση, ότι άλλο κάνει ιδιαίτερο ό Μοναχός, χωρίς την άδεια ή ευλογία από το Γέροντα του ή τον Πνευματικό του, αυτό λογίζεται θέλημα κι όταν μάλιστα γίνεται κρυφά είναι αμαρτία μεγάλη. Ό υποτακτικός αυτός, πού το όνομά του, καθώς με βεβαίωσαν ήταν «Σπυρίδων» είχε πολλά χρόνια στην Καλογερική και στην υπακοή, πού στην αρχή ακολουθούσε τη σειρά των Πατέρων, αλλά σιγά ,σιγά τον πλάνεψε ό διάβολος κι άρχισε να κάνει κρυφά νηστείες και προσευχές περισσότερες άπ' εκείνες πού του είχαν ορίσει.
Από το θέλημα αυτό, αισθάνονταν μέσα του ικανοποίηση και άρχισε να πιστεύει, πώς αυτός έβαλε κάποια καλύτερη σειρά, άπ' εκείνη πού είχανε οι άλλοι Πατέρες. Νήστευε πιο πολύ και έτσι λίγο – λίγο χωρίς να το καταλάβει έπεσε σε υπερηφάνεια κι είχε τον εαυτό του σε υπόληψη και τους άλλους θεωρούσε κατώτερους του, στην αρετή και σ' όλα τ' άλλα, πώς δεν τον έφτανε στην αρετή, ούτε αυτός ό Γέροντας του. Τον δε Πνευματικό του θεωρούσε στενοκέφαλο, όπως και ό ίδιος διηγόταν αργότερα, στους Πατέρες, μετά το πάθημα του.
Πνευματικός του ήταν ό Παπα – Γρηγόρης, πού με τα καλογέρια του, Κοσμά και Δαμιανό τους Μοναχούς, έμενε στην «Κοίμηση της Θεοτόκου», όπως είπαμε, στη Μικρή Άγιάννα.
ΚΑΛΟΣΤΗΜΕΝΗ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ
Μια νύχτα του Γενάρη, τα μεσάνυχτα χτύπησαν την πόρτα του δωματίου του, αφού είπαν δυο λέξεις μόνον από το «Δι' ευχών».
Ό Μοναχός Σπυρίδων άνοιξε την πόρτα και βλέπει μπροστά του έναν Άγγελο. Μόλις τον είδε ταράχτηκε τόσο πού δεν ήξερε τι να ειπεί, μόνον έτριβε τα μάτια του και του φάνηκε ο Άγγελος πολύ κόκκινος.
Ό φαινόμενος Άγγελος, δεν του έδωκε καιρό να σκεφθεί, άρχισε να του λέει επαίνους και κολακείες: «— Αδελφέ, ό Θεός δέχτηκε τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, σα θυμίαμα και επειδή ευχαριστήθηκε πολύ από αυτά πού κάνεις, από τον εαυτό σου και την προαίρεση σου, με έστειλε να σε πάρω νάρθεις ν' ανέβουμε μαζί στην κορυφή του Άθωνα, και κείνος θα κατέβει με όλους τους αγίους, για να τον προσκυνήσεις, να πάρεις θάρρος και δύναμη, για να κάνεις μεγαλύτερες και περισσότερες αρετές. Εμπρός να φύγουμε, έχω εντολή να σε πάρω αμέσως, γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεση μας, ό Δεσπότης Χριστός θα είναι στο θρόνο να τον προσκυνήσεις και θα σου δώσει πολλά χαρίσματα». Ό Μοναχός Σπυρίδων, από τη φαντασία και την υπερηφάνεια σκοτισμένος, δε σκέφτηκε ούτε μια φορά να ειπεί την προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» ή καν να κάνει έστω και μια φορά το σταυρό του, χωρίς να σκεφθεί τίποτε το πονηρό, ακολούθησε τον φαινόμενο Άγγελο και πήραν τον ανήφορο να πάνε στην κορυφή του Άθωνα από τα Κατουνάκια, μες την καρδιά του χειμώνα. Ό δρόμος ήταν καλυμμένος με πολλά χιόνια, πολλές φορές ό Μοναχός βούλιαζε μέχρι τη μέση στα χιόνια, παραπονιόταν πώς κουράστηκε, κι έλεγε να καθίσουν λίγο, αλλά ό φαινόμενος Άγγελος του απαντούσε: «Κάνε κουράγιο, αδελφέ, δεν είδες ότι τα καλά έργα «κόποις κτώνται και μόχθοις κατωρθούνται λίγο ακόμη φθάνουμε».
Ό Μοναχός άλλου έπεφτε κι άλλου σηκωνότανε, με πολλή ταλαιπωρία και κόπο, σε τρεις ώρες φτάσανε επί τέλους στην κορυφή !
Ό φαινόμενος Άγγελος όλος χαρά, λέγει στο Μοναχό Σπυρίδωνα: Κοίταξε άββά προς τα εκεί. Ό Μοναχός σαστισμένος από την πολλή κούραση, γύρισε προς τα δυτικά της Κορυφής και είδε μέσα σε ένα μεγάλο στρογγυλό δίσκο πού είχε πολύ φως κόκκινο σα φωτιά, στη μέση φαινότανε σαν το Δεσπότη Χριστό φορεμένο αρχιερατικά άμφια, να κάθεται σε θρόνο, γύρω – γύρω να είναι Άγγελοι. Μετά βλέπει να έρχονται κύματα – κύματα οι άγιοι σε Τάγματα. Τότε άρχισε να διακρίνει, πώς ερχόντουσαν τα διάφορα Τάγματα των Αγγέλων, των Αποστόλων, των Όσίων, των Ιεραρχών και των Δικαιων ανδρών και γυναικών, ακριβώς όπως παριστάνονται στην εικόνα των Αγίων Πάντων.
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ
Από τους ιεράρχες, μπροστά – μπροστά φαινόταν να έρχεται ό Άγιος Σπυρίδων, τότε ό φαινόμενος Άγγελος προστακτικά είπε στο μοναχό Σπυρίδωνα: «τι κάθεσαι και βλέπεις σα χαζός και κοιτάς έτσι περίεργα; Δε βλέπεις το Δεσπότη Χριστό πού σε περιμένει; Πήγαινε σύντομα να τον προσκυνήσεις».
Ό Μοναχός Σπυρίδων, επηρεασμένος από τη φαντασία της υπερηφάνειας, φούσκωνε πιο πολύ σαν το Παγώνι και προχώρησε λίγο, αλλά σιγά – σιγά πήγαινε με δισταγμό κάπως, σαν να του έλεγε κάτι από μέσα του, μην προχωρείς άλλο! τι να ήταν άραγε ; Να ήταν ή φωνή της συνειδήσεως ή ό φύλακας Άγγελος του; Σε μια στιγμή, ό πάτερ Σπυρίδων, πρόσεξε τον Άγιο Σπυρίδωνα, πού ερχότανε μπροστά, πώς στο κεφάλι του φορούσε ένα μεγάλο σκούφο, πού, το ύψος του έφτανε το ένα μέτρο. Τον άγιο Σπυρίδωνα, επειδή έφερε το όνομά του, σαν προστάτη του, τον είχε περισσότερη ευλάβεια και σεβασμό και επειδή συνήθως οι αγιογράφοι στις εικόνες, τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον παριστάνουν αντίθετα από εκείνο πού αυτός έβλεπε, με πολύ μικρή σκούφια, ό πάτερ Σπυρίδων, παραξενεύτηκε βλέποντας τόσο μεγάλη και ψηλή σκούφια να φορεί ό άγιος του και κάνοντας το σταυρό του είπε φωναχτά: «Κύριε ελέησον, ό άγιος μου Σπυρίδωνας να έχει τόσο μεγάλη σκούφια, πολύ περίεργο πράγμα! !»
Μόλις έκαμε το σημείο του σταυρού, χάθηκαν όλα τα φαινόμενα και οι απάτες του Σατανά έγιναν άφαντες, αλλά ό ίδιος, είδε πώς βρισκότανε στο χείλος του γκρεμού, ευτυχώς το ένα πόδι ήταν βουλιαγμένο στο χιόνι και το άλλο πού είχε σηκωμένο, γιο: να προχωρήσει, βρίσκονταν στο κενό, δηλαδή δεν είχε μέρος να το πατήσει, γιατί αν έκανε μισό βήμα ακόμη, θα έπεφτε στο κενό πού είναι περισσότερο από χίλια μέτρα βάθος. Τον λυπήθηκε όμως ό Θεός, γιατί αντί να πέσει μπροστά, έγειρε προς τα πίσω και έμεινε εκεί από το φόβο και τη φρίκη πού δοκίμασε περισσότερο από τρεις ώρες λιπόθυμος και συνήλθε σαν πήρε για καλά ή ήμερα και, τον ζέστανε ό ήλιος.
Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΙΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Πήρε το δρόμο του γυρισμού, άλλα τα πόδια κι όλο το σώμα πονούσαν φρικτά και έτρεμαν από το φόβο και την υπερβολική νηστεία. Ταλαιπωρημένος όπως ήταν, έκαμε 12 ολόκληρες ώρες να κατέβει από τον Άθωνα και με πολύ κόπο πήγε στο ησυχαστήριο, κτύπησε την πόρτα του Γέροντα του, άνοιξε και τον βρήκε να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια και να παρακαλεί το Θεό.
στην ερώτηση τι του συνέβη, ό Πάτερ Σπυρίδων, αντί απαντήσεως έπεσε στα πόδια του Γέροντα του, και διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια το φρικτό πάθημα του και την απάτη πού του έκαναν οι Δαίμονες.
Ό Γέροντας του, απλός και ενάρετος άνθρωπος, ζήτησε να μάθει την αίτια και αφού έμαθε τα κρυφά θελήματα, τις επί πλέον προσευχές, νηστείες και γονυκλισίες, του έδωκε επιτίμιο και αυστηρό κανόνα και εν συνεχεία τον έστειλε στον Πνευματικό του Παπα – Γρηγόρη, ό όποιος με τη σειρά του, επειδή ό πάτερ Σπυρίδων, πίστεψε στις φαντασίες του Σατανά και τον ακολούθησε, χωρίς να ρωτήσει το Γέροντα του ή καν να κάνει το σταυρό του, κίνησε και πήγε στο άγνωστο, τον έπετίμησε και τον τιμώρησε επί τρία χρόνια να μη κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Του επέβαλε αποκλεισμό από την κοινή προσευχή και υποχρεωτικά, για τις κρυφές νηστείες πού έκανε με το θέλημα του, θα κατέλυε κάθε μέρα αρτύσιμοι τροφή και για να του ταπεινώσει το φρόνημα, τον έστειλε στο ιερό Κοινόβιο της Μονής του αγίου Διονυσίου, πού ήταν ένα από τα αυστηρότερα Μοναστήρια, να πλένει υποχρεωτικά τα πιάτα στο μαγειρείο του Κοινοβίου και να λέγει αύτη την προσευχή συνέχεια: «ελέησον με ό Θεός το βδέλυγμα».
Τρία χρόνια έμεινε στον κανόνα αυτό στο Μοναστήρι του Διονυσίου και μετά γύρισε και πάλι στο Γέροντα του, ό όποιος με χαρά τον δέχτηκε μετανοημένο και διορθωμένο.
Ό αδελφός Σπυρίδων, έλεγε το πάθημα του αυτό, σ' όλους τους Πατέρες, τους οποίους παρακαλούσε να προσεύχονται και γι' αυτόν. Σ' όλη δε τη ζωή του, δεν έλειψαν ποτέ τα δάκρυα από τα μάτια του. Για την υπακοή του δε αυτή, πού ακολούθησε κατά γράμμα τον κανόνα του Γέροντα και του Πνευματικού -του, τον αξίωσε ό Θεός να αποκτήσει ταπείνωση πλέον αληθινή και όχι ψεύτικη και να τελειωθεί με μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση, γενόμενος υπόδειγμα κάλου υποτακτικού και τέλειου Μονάχου.
Ο ΘΕΟΣ ΔΕ ΔΕΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΑΡΕΤΕΣ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΘΕΛΗΜΑΤΑ
Λίγα χρόνια μετά από το συμβάν αυτό, σε μια από τις ησυχαστικές Καλύβες στα Κατουνάκια, ασκήτευε ένας Ιερομόναχος σαν υποτακτικός σε έναν ευλαβέστατο και διακριτικό Γέροντα Σεραφείμ.
Ό υποτακτικός νέος Ιερεύς τότε, με πολλή προθυμία και ευλάβεια στα πνευματικά καθήκοντα, από τον μισόκαλο διάβολο παρακινούμενος, έκανε κρυφά προσευχές και νηστείες, χωρίς να έχει τη γνώμη και συγκατάθεση του Γέροντα του.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, με τη νοθευμένη, από το θέλημα του, αύτη ευλάβεια, πού του έδωσε και μια ψευτοταπείνωσι στα μάτια των άλλων αδελφών να φαίνεται αγαθός και άκακος.
Μια βραδιά τα μεσάνυχτα, όπως έκανε την κρυφή προσευχή του αυτή, βλέπει στη γωνιά της οροφής του Κελιού του, να κατεβαίνει από το ταβάνι ένας κατακόκκινος άγγελος πού έμοιαζε σαν φωτιά (παίρνει ό Σατανάς το σχήμα του αγγέλου, αλλά το διακριτικό πού τον ξεχωρίζει από τον πραγματικό άγγελο είναι πώς φαίνεται κατακόκκινος σα φωτιά και φέρνει ταραχή και φρίκη στην ψυχή εκείνου πού τον βλέπει), ό όποιος αφού κατέβηκε δήθεν από τον ουρανό χωρίς να πιάνεται από πουθενά, για να κατέβει στο δωμάτιο του αδελφού, πιανότανε από τα ξυλοπάταρα του ταβανιού, όπως έχουν εκεί τα παλιά σπίτια και Καλύβια, πιανότανε λοιπόν ό φαινόμενος άγγελος για να μην πέσει στο κενό.
Ό Ιερομόναχος όταν τον είδε τρόμαξε και άρχισε με το δεξί του χέρι να σταυρώνει τον αέρα και να φωνάζει: «Κύριος επιτίμησε σε διάβολε, φύγε από το δωμάτιο μου καταραμένε» και συνέχιζε να σταυρώνει.
Ό φαινόμενος άγγελος όμως δεν έφευγε, άλλα με κολακευτικό τρόπο, του έλεγε: «Αδελφέ, μην ενοχλείσαι από την παρουσία μου, γιατί μ' έστειλε ό Θεός να σου ειπώ, πώς δέχτηκε τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, ευχαριστήθηκε πολύ άπ' αυτές και θα σου δώσει πολλά χαρίσματα».
Ό Ιερομόναχος υστέρα άπ' αυτά άρχισε να υποχωρεί και να παίρνει θάρρος, άλλ' ό φανείς άγγελος έγινε άφαντος, αφού συνέχιζε να σταυρώνει τον αέρα και επειδή έδωκε βάση κάπως σ' αυτά πού άκουσε, φαίνεται πίστεψε στα κολακευτικά λόγια του Σατανά, διότι άρχισε από μέσα του να φουσκώνει από εγωισμό και δεν είπε σε κανέναν τίποτε.
Δεν πέρασαν όμως ούτε 15 ήμερες και επειδή δεν φανέρωσε σε κανέναν τη σατανική παγίδα, ό δαίμονας πείραξε τον Ιερομόναχο με πολύ σκληρό σαρκικό πόλεμο, τόσο πού δεν έβρισκε ησυχία μέρα – νύχτα επί σαράντα ή μερόνυχτα. Τότε εξαναγκάστηκε να το εξομολογηθεί στο Γέροντα του και στο πνευματικό του, Παπα – Συμεών, ό όποιος ήταν καλός και διακριτικός, τον κανόνισε περισσότερο για την απόκρυψη των κρυφών αυτών ενεργειών του και του επέβαλε αυστηρή τιμωρία.
Στην αρχή του επέβαλε, να εξευτελίζει τον εαυτό του ενώπιον όλων των Πατέρων και να λογαριάζει πώς είναι ό αμαρτωλότερος άνθρωπος της γης. Σε συνέχεια του λοιπού δε θα κάνει τίποτε χωρίς τη γνώμη και γνώση του Γέροντα και του Πνευματικού, δε θα κάνει ούτε προσευχή πέραν της κεκανονισμένης ούτε θα λειτουργήσει επί αρκετό χρονικό διάστημα.
Έτσι αφού εξομολογηθεί και ταπεινώθηκε ζητώντας συγχώρεση από το Θεό και τους ανθρώπους, άρχισε να υποχωρεί ό σαρκικός πόλεμος, ό οποίος κυρίως τρέφεται με τον εγωισμό, την πολυφαγία και τη φαντασία των αισχρών λογισμών και πραγμάτων, και ανάλογα ό άνθρωπος γίνεται θύμα του πολέμου ή νικητής και στεφανώνεται από τον αγωνοθέτη Δεσπότη Χριστό, πού βραβεύει τις καλές μας πράξεις και τιμωρεί τίς κακές και κρυφές ενέργειες μας.
Εις δε τους ανθρώπους που επιμένουν να κάνουν το θέλημα τους αυτά και χειρότερα παραχωρεί ό Πανάγαθος θεός, πού θέλει με κάθε τρόπο να μας σώσει και να μας παραλάβει καθαρούς και αγνούς στη βασιλεία των ουρανών, όπως έγινε με τον εν λόγω ιερομόναχο, πού για παραδειγματισμό όλων ημών παραχώρησε να πάθει αυτά για να προσέχομε εμείς.


http://agiameteora.net/index.php/istories/2452-foveri-plani-to-diou-thelimatos.html

St. Basil the Great-On the Value of the Psalms



Page from a greek psalter

From St. Basil’s homily on Psalm 1

When, indeed, the Holy Spirit saw that the human race was guided only with difficulty toward virtue, and that, because of our inclination toward pleasure, we were neglectful of an upright life, what did He do? The delight of melody He mingled with the doctrines so that by the pleasantness and softness of the sound heard we might receive without perceiving it the benefit of the words, just as wise physicians who, when giving the fastidious rather bitter drugs to drink, frequently smear the cup with honey.
Therefore, He devised for us these harmonious melodies of the psalms, that they who are children in age, or even those who are youthful in disposition, might to all appearances chant, but in reality, become trained in soul. For, never has any one of the many indifferent persons gone away easily holding in mind either an apostolic or prophetic message, but they do chant the words of the psalms, even in the home, and they spread them around in the market place, and, if perchance, someone becomes exceedingly wrathful, when he begins to be soothed by the psalm, he departs with the wrath immediately lulled to sleep by means of the melody.
A psalm implies serenity of Soul; it is the author of peace, which calms bewildering and seething thoughts. For, it softens the wrath of the soul, and what is unbridled it chastens. A psalm forms friendships, unites those separated, conciliates those at enmity. Who, indeed, can still consider as an enemy him with whom he has uttered the same prayer to God? So that psalmody, bringing about choral singing, a bond, as it were, toward unity, and joining people into a harmonious union of one choir, produces also the greatest of blessings, love.
A psalm is a city of refuge from the demons; a means of inducing help from the angels, a weapon in fears by night, a rest from the toils of the day, a safeguard for infants, an adornment for those at the height of their vigour, a consolation for the elders, a most fitting ornament for women. It peoples the solitudes; it rids the market places of excesses; it is the elementary exposition of beginners, the improvement of those advancing, the solid support of the perfect, the voice of the Church. It brightens feast days; it creates a sorrow which is in accordance with God. For, a psalm calls forth a tear even from a heart of stone.
A psalm is the work of angels, a heavenly institution, the spiritual incense. 


http://tokandylaki.blogspot.ca/2013_08_20_archive.html

Tuesday, August 18, 2015

Γιατί φεύγει ο νους μου στην προσευχή;




Αγαπώ την προσευχή. Γνωρίζω ότι είναι μεγάλη δυνατότητα να μπορεί να στέκεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού, να αναφέρει τα προβλήματά του και να ζητεί βοήθεια· ότι είναι μέγιστη τιμή να μπορεί να συνομιλεί με τον άπειρο και παντοδύναμο Θεό ο μικρός και αδύναμος άνθρωπος· ότι είναι πολύ μεγάλο και αποτελεσματικό όπλο στον αγώνα μας, που χαρίζει παρηγοριά, ελπίδα και ανάπαυση στην κουρασμένη ψυχή μας η προσευχή. Για όλους αυτούς τους λόγους μου αρέσει η προσευχή, θέλω να προσεύχομαι· και να προσεύχομαι σωστά, με καθαρή την ψυχή μου, με πίστη στην καρδιά, με συγκεντρωμένο το νου.
Δυστυχώς όμως τόσο συχνά διαπιστώνω ότι δεν τα καταφέρνω. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου, έστω και για λίγη ώρα, στην προσευχή. Κάνω το σταυρό μου και ξεκινώ. Λέω λίγα λόγια και χαίρομαι γι’ αυτό. Άρχισε η συνομιλία μου με τον Θεό. Τι όμορφα που είναι! Πόση χαρά νιώθω, όταν σκέπτομαι ότι μ’ ακούει ο Θεός, ο πανάγαθος Πατέρας, που όλα τα γνωρίζει, όλα τα μπορεί και μόνο το καλό μου θέλει! Σύντομα όμως φεύγει ο νους! Μόλις το καταλάβω, τον συμμαζεύω στην προσευχή. Όμως ξανά σε λίγο διαπιστώνω ότι βρίσκομαι αλλού και αρχίζω πάλι να προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα λόγια της προσευχής και να μιλήσω στον άγιο Θεό. Δεν περνά λίγη ώρα και κάτι απ’ όσα με απασχολούν έρχεται και πάλι να κερδίσει το νου. Το συνειδητοποιώ σύντομα και διερωτώμαι με λύπη: Τι προσευχή είναι αυτή;
Αχ, αυτός ο νους! Ταχύτατος, ασυγκράτητος! Καλπάζει, φεύγει, μετατίθεται από το ένα στο άλλο, από τη γη στον ουρανό, από την Αμερική στην Αυστραλία, από τον ήλιο μας μέχρι την άκρη του σύμπαντος, από το παρόν στο μέλλον, και με την ίση ευκολία στο παρελθόν, στα χρόνια του Χριστού, και από εκεί ακόμη πιο πίσω, μέχρι την αρχή της δημιουργίας. Και όλα αυτά περνούν μπροστά μου πολύ γρήγορα και μετακινούμαι από το ένα στο άλλο σε μια μόνο στιγμή. Όσο ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου καλύπτω τεράστιες αποστάσεις στο χώρο και στο χρόνο, στα παλιά και στα σύγχρονα, στα πλησιέστερα και στα πιο μακρινά. Με το νου. Το ταχύτερο μέσο μεταφοράς! Πώς να τον συμμαζέψεις, να τον συγκρατήσεις; Πώς να δαμάσεις τον ατίθασο νου;
Και το χειρότερο είναι ότι δεν κινείται μόνο ταχύτατα ο νους. Κινείται και επικίνδυνα, πάει και εκεί που δεν πρέπει, εκεί που κινδυνεύει η καθαρότητά του, εκεί όπου είναι η αμαρτία! Και αυτό μπορεί να το κάνει και στις πιο ιερές ώρες, και στον πιο άγιο τόπο. Να βρίσκεσαι στην ιερότατη ώρα της θείας Λειτουργίας, μέσα στον άγιο τόπο του ναού, και να σκέφτεσαι αυτά που δεν πρέπει! Να πνίγεται ο νους από σκέψεις μνησικακίας, εκδικητικότητος, κενοδοξίας, φιλοπρωτίας, σαρκικότητος και κάθε άλλης βρωμερής αμαρτίας! Είναι, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, «ταχυπετές όρνεον καί αναιδέστατον», κινείται γρήγορα και πηγαίνει αναιδώς και εκεί που δεν είναι επιτρεπτό. Είναι ένα βρώμικο χασαπόσκυλο, «φιλομάκελλος κύων καί φιλόβρωμος».
Έχει ο νους μας την τάση να κινείται στα χαμηλά, σ’ αυτά που δεν μας ταιριάζουν, στα αμαρτωλά. «Ἔγκειται ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος αὐτοῦ», λέγει ο Θεός (Γεν. η’ 21). «Ἔγκειται», στρέφεται η διάνοια του ανθρώπου «ἐπὶ τὰ πονηρὰ», μάλιστα «ἐπιμελῶς», και έπιπλέον «ἐκ νεότητος αὐτοῦ». Με την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία διεστράφη το εσωτερικό του. Γι’ αυτό και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια πηγαίνει ο νους μας στα αμαρτωλά, ενώ με πολύ κόπο μπορεί κανείς να τον οδηγήσει στα ανώτερα και πνευματικά. Κάτι χάλασε μέσα μας και αναπτύχθηκε στην ψυχή μας η ροπή προς το κακό. Αυτή η ροπή είναι που επηρεάζει συχνά και σκοτίζει το νου. Γι’ αυτό και δεν αντέχει ο νους πολύ στην προσευχή και φεύγει.
Υπάρχει όμως και κάποια άλλη αιτία αυτού του κακού. Είναι ο πονηρός δαίμων, ο διάβολος. Αυτός είναι τελείως σκοτισμένο πνεύμα, ανεπανόρθωτα διεστραμμένος, σκέπτεται μόνο το κακό, δεν μπορεί να σκεφθεί το αγαθό. Και η κακία του τον ωθεί να πολεμεί τον άνθρωπο για να τον παρασύρει στο κακό. Γι’ αυτό και πολλές φορές οι σκέψεις οι αμαρτωλές και η διάσπαση του νου στην προσευχή έρχεται ως αποτέλεσμα δικών του επιθέσεων. «Ἐχθροῦ προσβολαῖς τοῦ δυσμενοῦς» μετακινείται ο νους από το αγαθό κι πέφτει σε ποικίλους λογισμούς που το μολύνουν, που τον αποσπούν από τη προσευχή και δεν τον αφήνουν ν’ ανεβεί ελεύθερος στον Θεό. Μάλιστα μπορεί κάποτε ο διάβολος να φέρει και καλές σκέψεις την ώρα της προσευχής, προκειμένου να μας αποσπάσει την προσοχή. Γιατί η προσευχή τον καίει και δεν αντέχει τη δύναμή της. Προκειμένου λοιπόν να σταματήσει η προσευχή, μπορεί να χρησιμοποιήσει και καλούς λογισμούς. Και αφού μ’ αυτό τον τρόπο πάρει τον νου από την προσευχή, στη συνέχεια θα επιχειρήσει και με κατά μέτωπον επίθεση με πονηρούς λογισμούς, να κάνει τη ζημιά.
Πώς λοιπόν θα αντιμετωπισθεί η κατάσταση αυτή της αδύναμης ψυχής μας; Πώς πρέπει να ενεργήσουμε ώστε να ανεβάσουμε την ποιότητα της προσευχής, ώστε η συνομιλία μας με τον Θεό να γίνεται χωρίς παρεμβολές, να μην καταντά μία ψυχρή, ράθυμη και τυπική εκπλήρωση ενός βασικού θρησκευτικού καθήκοντος; Πώς η προσευχή μας θα γίνεται «μετ’ ἐκτενείας, μετά ὀδυνωμένης ψυχῆς, μετά συντεταμένης διανοίας», δηλαδή με επίμονη και εκτενή προσπάθεια, με ψυχή που πονάει, με τη διάνοια σταθερή και με έντονο αγώνα προσηλωμένη; «Αὕτη ἐστίν ἡ πρός τόν οὐρανόν ἀναβαίνουσα» προσευχή, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.


Πηγή:orthmad

More humility and a lighter stomach - St. Paisios


It is better for someone to eat a little twice a day and have more humility and a lighter stomach, than to eat once a day, have a full stomach and a head full of pride.


St. Paisios
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...