Saturday, April 4, 2015

«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω» ( Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου )




«Τόν νυμφῶνά Σου βλέπω Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τήν στολήν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καί σῶσόν με», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας.
Ἡ ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, ἡ μετανοημένη ψυχή, αὐτή πού ἔχει συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητος καί τῆς εὐθύνης, στρέφει τά μάτια της πρός τόν Νυμφίον τῆς Ἐκκλησίας καί γοερῶς ἀναφωνεῖ: «Σωτήρα μου, Εὐεργέτα μου, Σύ πού σταυρώθηκες γιά μένα τήν ἁμαρτωλή ψυχή· δέν ἔχω χιτῶνα καθαρό, χιτῶνα λελαμπρυσμένο ἀπό τά δάκρυα καί τήν μετάνοια· ἔνδυμα δέν ἔχω ἁγνό. Πῶς θά παρουσιασθῶ ἐνώπιόν Σου, Οὐράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης καί καθαρᾶς ψυχῆς! Ὁ νυμφώνας Σου εἶναι κεκοσμημένος, εἶναι θαυμάσια στολισμένος καί ὄμορφος. Ἐγώ ὅμως δέν ἔχω ἔνδυμα, ἵνα εἰσέλθω καί κατοικήσω αἰωνίως ἐν αὐτῷ. Σέ παρακαλῶ, Σέ ἱκετεύω, Οὐράνιε Νυμφίε τῆς ψυχῆς μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μου, δῶσε μου τά ἀπαιτούμενα μέσα καθάρσεως γιά νά λαμπρυνθῆ τό ἔνδυμα αὐτό καί νά ἀξιωθῶ νά γίνω μέτοχος, νά γίνω ἄξιος νά κατοικήσω μέσα σ᾿ αὐτόν τόν οὐράνιο καί αἰώνιο νυμφῶνά Σου».



Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ οὐράνιος κόσμος, ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος εἶναι ὁ νυμφώνας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού κατοικεῖ ὁ Θεός ἐν φωτί, ἐκεῖ πού οἱ ἄγγελοι ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν». Σ᾿ ἐκεῖνον τόν οὐράνιο κόσμο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία, τό κάλλος καί ἡ ὀμορφιά.
Ψυχές κεκαθαρμένες καί μέ τά δάκρυα ἁγνισμένες, αἰσθάνονται αὐτόν τόν οὐράνιο νυμφῶνα· ἀπό τώρα τόν γεύονται· τόν βλέπουν μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς· τόν ὀρέγονται, τόν ποθοῦν καί νοσταλγοῦν τήν ἡμέρα καί τήν ὥρα πού θά ἀπέλθουν διά νά κατοικήσουν εἰς αὐτόν.
Ἡμεῖς ὅμως οἱ ταλαίπωροι ἄνθρωποι δέν ἔχουμε τήν πληροφόρησι τῆς συνειδήσεως, γιατί ἡ ψυχή μας δέν εἶναι καθαρή, μήτε τό σῶμα μας. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί δέν εἶναι ἀνοιγμένα τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, νά δοῦμε τόν οὐράνιο αὐτό κόσμο, αὐτήν τήν ὀμορφιά, τήν ὁποία εἶδε γιά λίγο ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἀνεφώνησε ἀπό ἔκπληξι καί θάμβος καί εἶπε: «Ὦ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ! Ὡς ἀνεξερεύνητα τά κρίματα αὐτοῦ καί ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοί αὐτοῦ!... » (Ρωμ. 11: 33), καί ἀλλοῦ πάλιν· «Ἅι ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν Αὐτόν» (Α΄ Κορ. β΄: 9).
Σ᾿ αὐτόν τόν νυμφῶνα τόν οὐράνιο καλούμεθα νά γίνουμε οἰκήτορες, νά κατοικήσουμε, νά συναυλιζώμεθα μετά τῶν Ἀγγέλων, μετά τῶν Ἁγίων, σέ οὐράνια παστάδα, στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, στό κάλλος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στό φῶς τό ἀπρόσιτον, στόν ὑπέρφωτον γνόφον τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καθάρουμε τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας.

Σ᾿ αὐτήν τήν κάθαρσι τοῦ χιτῶνος, πού καλούμεθα νά ἐπιτύχουμε, μᾶς βοηθεῖ πάρα πολύ ἡ Ἐκκλησία μας. Γι᾿ αὐτό, τόν χρόνο αὐτό, πού ἀνοίχθηκε μπροστά μας καί φέτος, αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες –μέ τήν γενική ἄποψι τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τροφές, ἀλλά κυρίως ἀπό ἐγκράτεια κακῶν ἐπιθυμιῶν– πρέπει ὁ κάθε χριστιανός πού ποθεῖ νά σωθεῖ, νά ἀνασυγκροτήση τίς σκέψεις καί τίς ἀποφάσεις του καί νά ἀγωνισθῆ νά ζήση πιό σεμνά, πιό ἀπέριττα, πιό ἁπλᾶ, σταματῶντας τήν ἐξωτερική προσπάθεια τῆς καλλωπίσεως καί στρεφόμενος στόν ἐσωτερικό καλλωπισμό του. Τό ἐξωτερικό σκεῦος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά καί τροφή τῶν σκωλήκων καί τῆς φθορᾶς. Τήν ὀμορφιά ὅμως τῆς ψυχῆς, ὄχι μόνο κανένα πρᾶγμα δέν τή φθείρει, ἀλλά μᾶλλον τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τήν ἐξωραΐζει πρός τό εὐγενέστερον.
Ὁ χρόνος ὁλοένα καί συντέμνεται, ὅλο καί λιγοστεύει. Κάθε ἡμέρα πού περνᾶ, εἶναι καί ἕνα βῆμα πρός τόν θάνατο. Νά ξέρετε, ὅτι καί ἕνα μόνο δάκρυ ἰσοδυναμεῖ μέ τό λουτρό. Ὅπως τό λουτρό ἀνακουφίζει τό σῶμα καί τό πλύσιμο καθαρίζει τό ἔνδυμα, οὕτω πως καί τά δάκρυα τῆς μετανοημένης ψυχῆς ἁγνίζουν τήν καρδιά, ἁγνίζουν τό νοῦ, ἁγνίζουν τό σῶμα, ἁγνίζουν τήν ζωή, ἁγνίζουν τόν λόγο, ἁγνίζουν ἀκόμα καί τήν κάθε ἔκφρασι τοῦ ἀνθρώπου.
Νά γονατίζουμε καί νά προσευχώμεθα μέ πολλή ταπείνωσι. Σέ κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, τῆς δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αὐτό τό βλέπουμε στήν πόρνη τοῦ Εὐαγγελίου κατά τήν Μεγάλη Τρίτη. Ποῦ ἤξερε αὐτή, μιά γυναίκα τοῦ δρόμου νά κάνη προσευχή; Ἀφ᾿ ἧς στιγμῆς ὅμως ἀπεφάσισε νά μετανοήση καί ἄρχισε νά κλίνη πρός τό φῶς καί πρός τήν ἀλήθεια, τῆς δόθηκε πνεῦμα προσευχῆς. Πόσο ὡραῖα εἶναι τά λόγια της μπροστά στόν Σωτῆρα! Γονάτισε μπροστά Του καί ἀσφαλῶς ἔκανε ἕναν ἐσωτερικό διάλογο μαζί Του! Ἐξέφρασε μέ ὅλη τήν καρδιά της τήν μετάνοιά της, διότι τῆς ἀπεκαλύφθη ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ μόνος Σωτήρας της καί ὅλοι οἱ ἄλλοι τήν ἐξηπάτησαν. Εἶδε ὅτι μόνον ὁ Ἰησοῦς, ὁ Χριστός, εἶναι Αὐτός πού θά τῆς δώση τό φῶς, τήν ἀνακούφισι, τήν χαρά καί τήν ἄφεσι τῶν πολλῶν της ἐγκλημάτων.
«Δέξαι με –εἶπε– τήν ἁμαρτωλή, δέξαι μου τό πέλαγος τῆς ἁμαρτίας!». Καί εἴδατε ὅτι τά δάκρυά της ἦταν τόσα πολλά, πού ἔβρεξαν τά ἄχραντα πόδια τοῦ Χριστοῦ καί ἀναγκάσθηκε νά τά σκουπίση μέ τήν πλούσια κόμη της. Δέν χρειαζόταν ἄλλο μύρο γιά τόν Χριστό μας. Τό πολυτιμότερο μύρο ἦταν τά δάκρυά της, πού ἄξιζαν μεγάλο πλοῦτο. Ἦταν σέ θέσι νά ἐξαλείψουν ὅλο τό χρέος πού εἶχε ἀπέναντι στόν Θεό. Καί ἐνῷ ἦταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στή βρωμιά καί στή δυσωδία, τά πολύτιμα ἐκεῖνα δάκρυα τήν βοήθησαν νά λαμπρύνη τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς της καί νά γίνη ἀποδεκτή ἀπό τόν Σωτῆρα μας. Ἐμεῖς, ἄραγε, πότε θά λαμπρύνουμε τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας;
Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλή ψυχή πού κλαίει, πού βρέχει νοερῶς τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, δέχεται τήν αὐτήν ἀνταπόκρισιν, τήν ὁποία δέχηκε καί ἡ πόρνη γυναίκα. Δέν εἶναι μόνον τό ὅτι σώθηκε, ἀλλά καί ἔγινε φωτεινό παράδειγμα γιά κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί τῆς δείχνει τόν τρόπο, τόν δρόμο καί τό φῶς γιά ἐπιστροφή. Ἄν μποροῦσε κανείς νά ἐμβαθύνη στήν ψυχή αὐτῆς τῆς γυναίκας, καθ᾿ ἥν στιγμήν ὠλοφύρετο καί ἔκλαιγε καί ἔβρεχε τούς ἀχράντους πόδας τοῦ Ἰησοῦ, θά ἔβλεπε ὁποία ἡ ἀνακούφισις, ὁποῖον βάρος τῆς ἔφυγε καί ὁποίαν ἀνάπαυσιν ἔλαβε ἡ συνείδησίς της. Ὁ Χριστός γι᾿ αὐτά τά δάκρυά της τῆς ἔδωσε πλήρη τήν ἄφεσι ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν της.
Ἔτσι καί σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἐπιστρέφει κοντά Του, τοῦ δίνει πλούσια τήν συγγνώμη, ἀρκεῖ νά μετανοήση εἰλικρινά. Οὐδέν πρόβλημα μετά τήν μετάνοια. «Οὐ θελήσει θέλω τόν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τό ἐπιστρέψαι καί ζῆν αὐτόν», λέγει ὁ Κύριος. Ὁρκίζεται στόν ἑαυτόν Του ὁ Θεός καί λέγει: «Δέν θέλω κανένας ἄνθρωπος, καμμία ψυχή νά χαθῆ καί νά κολασθῆ, ἀλλά θά τήν περιμένω. Θά ἐξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου καί κάθε προσμονή γιά τήν ἐπιστροφή της».
Ἄς ἀκολουθήσουμε τόν φωτεινό δρόμο τῆς μετανοίας· ἐάν μετανοήσουμε εἰλικρινά, τότε ὁ Θεός δέχεται τήν μετάνοιά μας καί δημιουργεῖ νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό βάρος τῆς ἁμαρτίας, ἔρχεται στό σημεῖο νά λέγη: «Μά, δύναται ὁ Θεός νά μοῦ συγχωρέση αὐτά πού ἔκανα;». Ἀπό τή μιά πλευρά ἔχει δίκηο. Νοιώθει τό βάρος κι ἀναρωτιέται, ἄν τόσο βάρος μπορεῖ νά τό σηκώση ὁ Θεός! Γιά ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Δέν μπορεῖ ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τό πέλαγος τῆς εὐσπλαχνίας καί τῶν οἰκτιρμῶν, νά σηκώση τό βάρος μιᾶς ψυχῆς ἁμαρτωλῆς; Μιά χούφτα ἄμμος ὅταν ριφθῆ, μέσα στούς ὠκεανούς, ἔχει καμμία ὑόστασι; Καμμία ὑπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στήν ἐπιφάνεια; Μηδαμῶς. Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι καί ὅλα τά ἁμαρτήματα τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι ἕνα μηδέν ἐμπρός στήν ἄβυσσο τῆς εὐσπλαχνίας τοῦ Θεοῦ. Πολλῷ μᾶλλον τά ἁμαρτήματα μιᾶς καί μόνον ψυχῆς!

Ἔρχεται ὅμως ἀπό τά δεξιά, ὁ ἀλλότριος τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ὁ δαίμων καί συμβουλεύει τήν ψυχή: «Δέν συγχωρεῖσαι μέ τίποτε!» τήν σπρώχνει, τήν πιέζει καί τήν «πρεσσάρει» γιά νά τήν ἐξωθήση στό ἔγκλημα τῆς αὐτοκτονίας. Γι᾿ αὐτόν τόν λόγο, ἡμεῖς ποτέ νά μή πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ἀκόμη καί ἄν κάθε μέρα ἐγκληματοῦμε. Ποτέ νά μή χάσουμε τήν ἐλπίδα, ὅσα κι ἄν πράττουμε, ὅσο κι ἄν πίπτουμε, ὅσο κι ἄν τραυματιζώμεθα καί χτυπᾶμε· μηδαμῶς ἀπελισία καί ἀπόγνωσις.
Μά, θά πῆ ὁ λογισμός: «Ἕως πότε θά μέ περιμένη ὁ Θεός;» Ἐφ᾿ ὅσον ὁ Θεός σοῦ χαρίζει ζωή, αὐτό εἶναι μία ἐγγύησις τοῦ Θεοῦ ὅτι σέ περιμένει. Δέν μπορεῖς ἐσύ νά ἀποκλείσης τό δικαίωμα τῆς προσμονῆς τοῦ Θεοῦ. Μ᾿ αὐτήν τήν ἐλπίδα, μ᾿ αὐτό τό θάρρος νά προσερχώμεθα στόν Θρόνο τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Ἔχουμε ἀναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ἀνθρώπων, μακράν τοῦ Θεοῦ εὑρισκομένων, οἱ ὁποίοι ἐπέστρεψαν καί ὄχι ἁπλῶς σώθηκαν, ἀλλά ἄγγιξαν μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία τί ἦτο; Πόσοι καί πόσες σάν τήν Ὁσία Μαρία, δέν ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοί ἄνθρωποι, πού ἔγιναν ἅγιοι κατόπιν! Γι᾿ αὐτό κανείς νά μήν ἀπελπίζεται, ἀλλά νά προσέρχεται μέ μετάνοια στόν πνευματικό, πού δύναται μέ τόν λόγο του νά οἰκειώση τόν ἁμαρτωλό μετά τοῦ Θεοῦ, νά τόν δικαιώση αὐτοστιγμεί. «Ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα καί ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἔχει σε συγκεχωρημένον καί λελυμένον καί ἐν τῷ νῦν αἰῶνι καί ἐν τῷ μέλλοντι». Αὐτομάτως τό «κομπιοῦτερ» τοῦ Θεοῦ χτυπάει μηδέν ἁμάρτημα καί συγχρόνως ἀνοίγεται ἡ πύλη τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ὁ νυμφώνας τοῦ Χριστοῦ δέχεται τόν ἄνθρωπο, τόν προηγουμένως μή ἔχοντα «λελαμπρυσμένον» τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς.
Γι᾿ αὐτήν τήν μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ἄς Τόν εὐχαριστήσουμε, ἄς Τόν προσκυνήσουμε μέ ὅλη τήν εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας. Ἐάν ὁ Θεός δέν ἦτο τόσον ἀπείρως εὔσπλαχνος, οὐδείς ὁ σωζόμενος. Κανείς δέν θά ἐσώζετο, διότι οὐδείς εὑρίσκεται καί ὑπῆρξεν ἐπί τῆς γῆς ἄμεμπτος καί χωρίς σφάλμα καί κηλίδα. Οὐδείς ἠμπορεῖ νά καυχηθῆ ὅτι ἐτήρησε τήν καρδίαν του ἄμεμπτη καί καθαρή. Ἡ εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ ὅμως εἶναι τόσο δραστική, τό φάρμακο αὐτό εἶναι τόσο φοβερό καί τρομερό, πού ἐξαλείφει τά πάντα. Κάνει τρομερές ἐπεμβάσεις, ἀπίθανες ἐγχειρήσεις καί σώζει τόν ἄνθρωπο ἀπό βέβαιο ψυχικό θάνατο.
Ἐδῶ βλέπουμε ψυχές, πού ἔφυγαν ἀπό τήν ζωή ἀμετανόητες καί «θείᾳ ἐπεμβάσει καί θείᾳ προνοίᾳ» διά πρεσβειῶν ἁγίων ἀνθρώπων, ἐπεστράφησαν πίσω καί ἔλαβαν τήν συγγνώμη. «Μετά θάνατον οὐκ ἔστι μετάνοια» ἀπό τήν ἴδια τήν κολασμένη ψυχή. Γιά νά μετανοήση ἡ ἴδια, πρέπει νά ἐπιστρέψη στήν ζωή. Ἀκόμη καί τέτοια θαύματα ἔκανε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά σώση τόν ἄνθρωπο.
Ὁ νυμφώνας «ἠνέωκται», ὁ Χριστός μᾶς περιμένει· δέν πρέπει νά βραδύνουμε. Τό στάδιον τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεως τό βαδίζουμε τώρα, τό λουτρό τῆς μετανοίας μᾶς περιμένει. Ἄς ἀξιοποιήσουμε τόν χρόνο τώρα, πού ὅλα συμβάλλουν στήν μετάνοια. Τά λόγια τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὅλα κατανυκτικά, ἀρκεῖ νά προσέξουμε τήν ἔννοιά των. Ἄς γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα καί ἄς ἐπικαλούμεθα πνεῦμα κατανύξεως καί δακρύων νά μᾶς χαρίζη ὁ Θεός.
Κι ὅταν ἀγγίξη ὁ Θεός τά μάτια μας, νά Τόν εὐχαριστήσουμε, νά ταπεινωθοῦμε καί νά Τοῦ ἐκφράσουμε τήν ἀδυναμία μας, κι ὅτι μέ τήν εὐσπλαχνία Του καί μόνον μετανοοῦμε καί ὄχι ὅτι εἴμεθα ἱκανοί καί ἄξιοι γιά μετάνοια. Καί τό ὅτι πιστεύουμε στόν Θεό καί τό ὅτι ἀναγνωρίζουμε τήν ἁμαρτωλότητά μας εἶναι Χάρις Θεοῦ, εἶναι εὐσπλαχνία. Ἐάν ἡ Χάρις δέν ἐπισκιάση, ὁ ἄνθρωπος δέν ἀλλάζει. Ἐάν σκεπτώμεθα ἐπιστροφή, ἐάν μετανοοῦμε, ἐάν ἀλλάζουμε, αὐτό εἶναι Χάρις Θεοῦ. Γιά νά ἔλθη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, εἴμεθα δεκτοί ἀπό τήν Χάρι.
Ἄς μετανοήσουμε ὅσο εἶναι στήν διάθεσί μας ὁ χρόνος, ὅσο ἔχουμε τόν καιρό μπροστά μας. Ὁ Θεός εἶναι τόσο καλός, ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἔχει τέτοια καρδιά πού ὅλοι χωρᾶμε μέσα Του, ἀρκεῖ νά προσέλθουμε ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει. Ἰδιαίτερα τώρα νά προσερχώμεθα στίς Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι εἶναι γεμᾶτες κατάνυξι καί χάρι. Τί ὡραῖο τό Χερουβικό τῆς Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μά, κι ἐκεῖνο τό Χερουβικό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, τί δογματική καί θεολογία περιέχει!
Ἄς βιάσουμε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά βρεθοῦμε γρηγοροῦντες καί νήφοντες καί νά καταπολεμήσουμε τήν ἀμέλεια καί τή ραθυμία, γιατί αὐτά ἐμποδίζουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται ὁ δαίμων καί μᾶς φέρνει κόπωσι, κομάρες καί μᾶς ψιθυρίζει: «Μή κάνης τίς μετάνοιες, μή σηκώνεσαι τώρα γιά προσευχή, εἶσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θά πᾶς γιά δουλειά καί τόσα ἄλλα». Ἄς μή τόν ἀκούσουμε, ἄς βιασθοῦμε, διότι δέν ξέρουμε μετά ἀπό λίγες στιγμές τί μπορεῖ νά συμβῆ. «Ὅπου εὕρω σε, ἐκεῖ καί κρινῶ σε». Ἄν μᾶς βρῆ ἐπάνω στή βία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν βιαστῶν. Ἄν μᾶς βρῆ στήν ἀμέλεια καί στή ραθυμία, θά μᾶς κατατάξη μετά τῶν ραθύμων καί τῶν ἀποτυχημένων.
Νά βοηθήσουμε καί τούς συνανθρώπους μας· νά τούς μιλήσουμε γιά τόν Θεό, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατρός· νά τούς δώσουμε θάρρος κι ἐλπίδα. Μία ψυχή νά βοηθήσουμε, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐλεημοσύνη. Ὅπως κι ἐμᾶς μᾶς βοήθησαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νά κάνουμε τό ἴδιο.
Ἄς βιασθοῦμε λοιπόν σέ ὅλα, γιά νά εἰσέλθουμε στόν νυμφῶνα τοῦ Χριστοῦ· διότι «τῶν βιαστῶν εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἀμήν.

Τέλος καί τῷ Θεῷ δόξα!


Ἀπό τό βιβλίο: “ Ἡ τέχνη τῆς σωτηρίας”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου


http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/5339-ton-nymf-na-sou-vlepo.html

Watchfulness, Prayer and Confession ( A Homily by Elder Ephraim of Philotheou )


My beloved children,

Today we will say a few things about the great virtue of watchfulness.

As you know, watchfulness is a patristic teaching, it is the experience of the great neptic fathers of the Church and of the desert. The word “nepsis” comes from “nepho,” which means to be sleepless, to guard, to inspect, examine, watch over, keep under surveillance. All these things the fathers sum up in one continuous attention to the nous.

Watchfulness is described as the axe which shatters the large trees, hitting their roots. And when the root is struck, it doesn’t spring up again. Thus also when the nous of the man, of the Christian, has heed for the soul, it keeps watch over the heart and the five senses of the soul, the bodily as well as the spiritual. When the nous is awake, when it is attentive, when it keeps watch over the speculations, the thoughts, when it controls the imagination, then the whole man, body and soul, is kept pure. And when the man is rendered pure through watchfulness and spiritual works, his prayers have boldness before God, they cross the sky, they go beyond the stars, they pass through the heavens and draw near to the Divine Throne of Grace, where the blessings of God are granted. And this being the case, the man at prayer is enriched by the grace of God.

The neptic fathers tell us that one of our thoughts may rise to heaven and another may descend to hell. “By our thoughts we are improved or defiled.” In other words, a thought which may inattentively attack us, may pollute us, may pleasure us, and is able to render us worthy of hell. A heavenly thought, a thought of self-denial, a brave thought a thought of prayer and the vision of God, makes us worthy to draw near the Divine throne and to taste of heavenly things. By the thoughts either we will become unclean or we will become better. The beginning of sins starts with the thoughts.

The thoughts come from the five senses, the spiritual as well as the physical. When we allow the sense of sight to be uncontrolled and it carelessly sees anything, this carelessness will become no end of dirty and sinful images. Since these images are placed in the imagination, afterwards they drip the poison of sinful pleasure inside the heart of man. This pleasure is the poison, by which the heart is polluted and then becomes unclean and guilty before the unsleeping eye of God.

Just like the sense of sight, so it is also of touch, and also of taste and hearing and of smell. And so the five senses create analogous sinful images, which render the man unclean before the face of God. Here rests the entire philosophy of the spirit.

All sermons are beneficial, exactly because when a tree which is diseased is pruned, it is cleansed, and thus the word of God helps in the reduction of a passion. However, the teaching of the Fathers concerning watchfulness radically effects the cleansing from the passions. When the mattock, when the axe strikes the root, the entire tree falls down, it withers and is finished. So also when watchfulness takes a place in the life of the Christian, a tree of passion falls, it withers and thus in time, the old man, the man of sin and of passion, the earthly Adam is freed and he becomes “a new man.” For this reason, the neptic work frees us radically from evil. Here then we must give heed to our life. If we want to cleanse ourselves, we should make sure to enrich our nous by the application of watchfulness.

A part of watchfulness is also noetic prayer. The vision of God is another part of watchfulness. Spiritual warfare is also another part. All these parts, when they are united in an effort of man, in time bring about holiness.

Abba Paphnoutios, a great desert father, was going along one day on his way and there he saw two men committing some sin. The thought of his passion said: “Look what great evil they are doing!” The eye saw them and immediately the thought flared up, trying thereby to attack the purity of the Saint’s soul by judging the brother or also by his being tempted. Having watchfulness, however, he was being vigilant, immediately his mind was enlightened and he said to his thought, “They are sinning today, I will sin tomorrow. They will repent, but I know myself to be a hard man, unrepentant, egotistical, and thus, I won’t repent. I will be punished since I am worse than these two. And what do I have to do about these careless sinners, since I am a much greater sinner and more passionate?” And speaking in this manner and putting a lock on the provocation of sin, he was saved and didn’t judge the brothers who were sinning.

He didn’t go very far and an Angel of God appeared before him having a double-edged cutless dripping blood; in other words, a knife which had cut from both sides and he says to him:

“Paphnoutios, you see this knife? Do you see that it is dripping blood?”

“I see it Angel of God.”

“With this knife I kill by taking the heads of the ones who judge their neighbors. And since you didn’t judge, you didn’t condemn those who were in fact sinning—not imagining or guessing that they were sinners, but seeing them sin with your own eyes—but you condemned yourself more, for this reason your name has been written in the book of eternal life.”

Success. His name is written in eternal life, because he didn’t judge the sinners, he didn’t condemn the sin of his brother. He would have judged if he hadn’t had watchfulness, if he hadn’t been vigilant noetically in guarding his soul. Do you see what good attention he produced? And do you see what harm he would have suffered, if he had been inattentive to the thought and allowed it to work within him! But his thought said that they were in fact sinning, he saw them. In spite of these things, however, even though the thought was spoken to him, the correct thought triumphed and thereby he escaped the shipwreck of his soul.

All of the passions have their own images, their own fantasies and their own pleasures. Murder has one image and another pleasure, gluttony has another and so many other sinful passions have others. All of the pleasures are otherwise poisons which bring about the death of the soul. We must take as our view that, if we want to clean the “inside of the cup,” the interior of the soul, our heart, this center of man, we must strive to keep watchful. We should take care to become better, that is, we should be vigilant to always have our hand on the trigger. With the first appearance of the enemy, we should shoot. As soon as an evil thought comes to us, immediately knock it down. A dirty image comes, immediately spoil it. We shouldn’t allow it to become more vivid in colors and in appearance, because thereby we will come to immediate difficulty. When the evil is struck at the root, it is impossible to sprout and to increase. When this struggle comes about with diligence, we will cleanse our soul and thereby we will be found clean and with boldness before God.

A pagan priest asked some monks:

“Does your God appear to you? Do you see Him? Does he speak to you?

The fathers said:

“No.”

The pagan says:

“If he doesn’t speak to you and doesn’t appear to you, this means that you don’t have pure thoughts. When I pray, my God answers me.

Naturally, God didn’t answer the pagan, the demons answered him, but nevertheless the fathers took it as an occasion of benefit and said:

“Indeed, the impure thoughts prevent man from communicating with God.”

Watchfulness does nothing less than cleanse the nous and the heart from every impurity. For this reason, with a little ascetical toil, watchfulness brings about the greatest spiritual results. When we strive ascetically and aren’t mindful of our thoughts, we accomplish nothing.

The Sacred Chrysostomos wrote many chapters about prayer and about wakefulness. And in the midst of them he says something very beautiful: “Prayer,” he says, “is enlightenment of the soul, true consciousness of God, a mediator between God and man, a physician of the passions, an antidote against diseases, medicine against every illness, tranquility of the soul, a guide which carries us to heaven, which doesn’t revolve around the earth, which marches towards the apse of heaven. It passes over the buildings, it passes mentally through the air, it walks above the air, it passes over the whole of the stars, it opens the gates of heaven, it surpasses the angels, it transcends the Thrones and Principalities, it passes over the Cherubim and when it has passed through all of the foundation of nature, it comes near to the unapproachable Trinity. There it worships the Divinity. There it is made worthy to become an interlocutor in the Heavenly Kingdom. Through this (the prayer), the soul, which is lifted up in the air to the heavens, embraces the Lord in an inexpressible manner, exactly as the baby embraces its mother and with tears cries loudly, desiring the enjoyment of divine milk. But it seeks the things which are necessary and receives a gift superior to all visible nature.

Prayer is our venerable representative. It gladdens the heart. It gives rest to the soul. It creates within us the fear of the punishment of hell, the desire for the Kingdom of Heaven. It teaches humility, it grants awareness of sin and in general it adorns man with every good thing, like a robe adorned with all the virtues which enfolds the soul. It brought a gift to Anna, Samuel, and it made known that Prophet of the Lord. This prayer also made Elias a zealot of the Lord. And it became a guide for the descent of the heavenly fire for the sacrifice. For while the priest of Baal was calling all day long to the idol, he, after he lifted up his voice which came from his pure heart and cried out through his mouth and his soul, the fire came down from heaven as a sign of the righteousness of his prayer. Since he was standing like an eagle over the altar with his fierce nature, he offered everything as a sacrifice. But the great servant of God, the zealot Elias, did this, as all that happened then, teaching us by the spirit, that we also crying loudly from the depths of our soul to God, should move the ineffable fire of the Holy Spirit to come down to the altar of our heart and to offer ourselves fully as a sacrifice to God.”

All of the great fathers of the Church, especially the fathers of the desert, succeeded in becoming worthy of great gifts exclusively and only with watchfulness and vision of God [theoria]. Keeping vigil all night and coming to the vision of the Light of God.

We have St. Gregory Palamas, the instructor of the desert, the instructor of neptic activity, the teacher of noetic prayer. This saint would remain enclosed in his cell for the entire week. He didn’t go outside at all. There on his knees and with hands upraised, he was vigilant about his nous and his heart and he received heavenly theology [literally “theology from above”—trans.] by the Holy Spirit. The theology which made known the Uncreated Light of the Divine Glory, of the Divine Nature.

The Uncreated Light is the glory of the Divine Nature. There was the goal and the conclusion of asceticism and of prayer. When the saints received this Light, they became all Light. And since the light floods the nous and the heart, how could they know less than the mysteries of the secrets which are known only to the angels? Through watchfulness the fathers attained to the pinnacle of the virtues and of the graces.

And we, if we are watchful, if we pray, even if we are in the world, and even if we don’t attain to similar states, no matter what, we will attain to a condition of purity. When we succeed by watchfulness in not judging our brother, this is no small achievement. We put into practice the commandment of our Christ, which is as follows: “Do not judge, that you be not judged. For with what judgment you judge, you shall be judged, and with what measure you mete, it shall be measured to you” (Matt. 7:1-2).

It is the commandment of Christ. It is not the commandment of some Saint. It is God’s. And therefore we have put into practice a Divine commandment. When we do not judge, we will not be judged. Judge, and we will be judged. Sin is widespread. Wherever we turn our eyes and our imagination, we recognize the errors of men. Therefore, if we are inattentive, without watchfulness, we will always be found in the error of violation of this evangelical commandment of not judging our neighbor.

There was a monk in some monastery. The tempter had conquered him in negligence. He didn’t do his canon, he didn’t got to church, he didn’t do his rule of prayer, and thus the fathers didn’t know him and regarded him as negligent. The hour of death came and the fathers drew near him to see something, which perhaps God would show, in order that they may be benefited. Drawing near to the dying negligent monk, the fathers saw that he was very joyful. They were perplexed and they said in their thoughts: “Look, why is he peaceful? The negligence which he had in his life doesn’t worry him? What happened to the debts which have been gathered because of sloth? His conscience doesn’t rebel? It doesn’t make him worry? He doesn’t despair?” He continued to be joyful. They compelled him to answer their question:

“Forgive us, brother, we see you doing so-so. We know and you know that you lived in negligence and sloth in monastic duties. Now you are heading to the judgment of Christ, and you should be somewhat sorry, worried, etc. But we see you otherwise, joyful, peaceful, with hope and we question; what supports this condition of yours?”

He answered them and said:

“You are right, my fathers, that’s how it is. I was negligent and didn’t do what you did, but one thing I guarded in my life: not to judge my brother. I read in the Holy Gospel, where the Lord says that the one who does not judge, will not be judged. Thus I tried, at least, not to judge. And I hope in the mercy of God that I will not be judged. For this reason I am departing with faith that God will apply his word.”

The fathers looked into it among themselves and said that in fact the brother was very clever and masterfully gained his salvation.

If we are watchful, we will not criticize. For with the offense of judging, immediately watchfulness will set up a barrier and the thought of judgment will be prevented from continuing. Then will happen what took place with Abba Paphnutios. And so we will escape from the sin of judging and of criticism of the tongue and our names will be written in eternal life. A man who keeps his tongue pure, both inner and outer, that is to say, the inner thought and the tongue, and does this in the knowledge of God, this is a guarantee that he is saved.

This spiritual attention becomes light and as light, illumines the path. And an illumined path of watchfulness is also a path to sacred confession. The attention illumines it, which urges the man to settle his account with God. And he is guided by the light of watchfulness to this great mystery and there he deposits the entire debt, all the uncleanness of sins. He enters into this bath and he comes out entirely clean. And I say that we must have much joy in our souls when we are accounted worthy to come into this bath. We must celebrate and thank the Lord who allowed this bath on earth, who allowed this authority of “binding and loosing.” Whatever things your spiritual father looses, God also looses. Whatever the representative of God forgives, the Lord also forgives.

And when the man has been judged here below, he is not judged above in the great and fearsome judgment. It is a great occasion if the man arrives as far as that. For this reason, all those who have been accounted worthy of this bath and continuously cleanse every soiling of the soul with this spiritual bath of the mystery of God, should have very great joy, because the door of Paradise will always be open. And even if death follows, there is no anxiety. “He is prepared and not disturbed.” When the man is prepared, he is not disturbed at the approach of death. He knows that it is not possible for the word of God, which gave this authority, to be wrong. We experience it as a mystery of the Church and we see it in action and in application. When the man makes sacred confession with ardent desire, with humility, and with awareness, he feels the happiness within his soul, the lightness and the elation. A vivid proof that his sins have been forgiven. And when sins are forgiven, then every anxious and uncertain fear about the next life is removed.

Our thanks to God must be unceasing. Our thanksgiving must never stop, because we are made worthy every time we want to receive this cleansing, and every time we feel a sin, immediately turn the mind to God. “I have sinned Lord, forgive me.” With this “I have sinned Lord, forgive me,” God answers: “My child, you are forgiven; the power of the law is remitted. Proceed to the application of the law.” And the application is beneath the petraheli (stole). There all the sinfulness of man is ended. Forgiveness is so easy! It is very wrong for man, when this forgiveness is so easy and so free, because of his egoism not to want to receive it, not to want to open the doors of paradise and walk eternally in the glory of God!

Many men say: “Man should call upon God because of one sin?” But this thing is wrong. Where is the love of God? Isn’t God a father?” Yes, he is a father, but when every good moment comes for him to forgive you, why do you turn your back? Why do you not receive His mercy? Why do you refuse His embrace and go far away? Why do you accept the embrace of the devil and not of God? Perhaps your god seeks money or possessions or favors and you don’t have all these things and for this reason you don’t come to let go of your debt? No.

God is very rich, as we see also in the parable of the prodigal. The prodigal wanted to depart far away. He demanded that part of the possessions which belonged to him. And God gave him what he was owed as physical gifts. He didn’t deprive him of them. However, he squandered these gifts, the spiritual possessions, living prodigally. And when he arrived at the wretched end, he came to his senses, he came to himself. For he was not himself when all the prodigality reigned. And when he came to himself he said: “How many serve my father and they enjoy the good things of His possessions, and I His child, par excellence His child, am in such misery that I graze pigs and am allotted husks! I will return; He is a Father, He will receive me. I will ask forgiveness and will say to him, do not receive me as Your child, neither restore me to the first adoption, but I will ask him to become one of His servants. And this will be a great thing.”

When he thought these things, already the Father came out from His house and waited for him with open arms. He accepted him with all his heart and all his soul. He embraced him, he kissed him, he wept from joy, because he was dead and he was restored to life, he was lost and was found. He made him His child again with all of the wealth. He forgave everything. He cleansed him of every filth. He clothed him in the original garments. In the end, he gave him everything.

The Heavenly Father also does this when one who is a sinner returns to Him. He cleanses him, washes him, he gives the original garments of baptism, he gives him sonship and makes him worthy of His Kingdom. Everything free. When the prodigal returned, he didn’t seek an account, neither did he rebuke him nor did he seek to blame him. He begins where he returned; this was sufficient for the Father. Only to say “sinner,” to leave his sins with humility, to understand his mistakes and from then on everything is loosed. But the sinful man doesn’t do this. He doesn’t return, he isn’t humbled. He holds on to his egoism. The important thing is to get to the confessional! It’s two steps. And from then on everything is finished. Yet the tears of egoism hold him. And when he comes to the hour of death and the reality of it, then he will repent and he will be remorseful, but he will be too late. In this, God respects the one who doesn’t want to humble his spirit a little.

As for Lucifer, this great battalion commander, who was in the first place of the angelic hosts, what was the cause of the fall? What was the cause of the collapse, of the transformation from angels to demons? Pride and egoism. The error came from these. And as with the angels, so also with our forebears. The fall of our forebears came about from pride and egoism. Because, before God accomplished the verdict of guilt, he approached the man Adam and said to him: ”Adam, why did you do this?’ Adam didn’t seek forgiveness, he didn’t say: “God forbid, I was wrong.” If he had done this, he wouldn’t have been turned out from Paradise and neither would we have all this banishment and suffering today. By not saying “God forbid” all this mob of evil came about. And thus now man doesn’t say “God forbid” and remains in his evil. But just say it, O God stretch out the arms of forgiveness, and he takes him in.

And again I say that because we have been made worthy to know as Orthodox Christians this mystery of sacred confession, we should have very great joy, because even if any time we fall down in some sin, into something evil, we can run immediately to correct it and to preserve the health of our souls. And when death comes, we will go to meet the Lord, cleansed, repentant, as prodigal sons returned, for our Heavenly Father accepts us and places us in the Paradise of eternal bliss which has no end, which has no conclusion to that bliss, which cannot be compared to anything earthly.

And even the Apostle Paul, who went up to the third heaven and saw the eternal good things, nevertheless was unable with his apostolic and graceful tongue to express with human words, the things of Paradise and the life above! So inexpressible is the happiness of the attainment through sacred confession.

Therefore with much yearning, with much love, with much awareness we should run to be cleansed, to be made ready and when death follows, to depart in peace. Amen.


Friday, April 3, 2015

Την ευχή να λέμε πολλές φορές ( Γέροντας Ευσέβιος Γιαννακάκης )

Να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα, να προσευχώμεθα. Στην εργασία μας, στο δρόμο, στο αυτοκίνητο , παντού. Το πρωί, όταν ξυπνήσουμε , πρώτα προσευχή, πάντα προσευχή.

 Την ευχή να λέμε πολλές φορές, στο δρόμο, στο σχολείο, στην εργασία μας. Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, τον αμαρτωλόν. Τότε νιώθουμε τον εαυτό μας γεμάτο και ο Θεός δίνει πλούσια τη Χάρη Του…

Γέροντας Ευσέβιος Γιαννακάκης

The remembrance of GOD is an all-powerful weapon ( Elder Ephraim of Philotheou & Arizona )


The remembrance of GOD is an all-powerful weapon, a mighty suit of armor against satan and the various sins. When the mind ceases to remember GOD and meditate upon divine things, man is overcome by negligence, indolence, forgetfulness, and then by evil desires! 


If you see your mind rushing towards the world, know that your soul lacks divine consolation, which is why it turns to the world for consolation. 

When a person's soul is warm towards GOD, he is enlightened and feels compunction, and it is impossible for his mind to incline towards the world at the same time. The soul inclines towards the world when it is united, in a sense, with GOD.



Elder Ephraim of Philotheou & Arizona


Thursday, April 2, 2015

Εκείνος που αγωνίζεται πολύ καιρό.......... ( Άγιος Παΐσιος )


“…Εκείνος που αγωνίζεται πολύ καιρό και δε βλέπει πνευματική πρόοδο, έχει υπερηφάνεια και εγωισμό. 


Πνευματική πρόοδος υπάρχει εκεί που υπάρχει πολλή ταπείνωση…”



Άγιος Παΐσιος




On watching television :The theatre lulls the Christian life to sleep ( Saint John of Kronstadt )


The theatre lulls the Christian life to sleep, destroys it, communicating to the life of Christians the character of the life of heathens. "They all slumbered and slept" (St. Matthew 25:5); this disastrous sleep is produced, amongst other things, also by the theatre. And what besides? The sciences, taught in the spirit of heathenism, worldly cares carried to excess, love of gain, ambition and sensuality. The theatre is the school of this world, and of the Prince of this world—that is, the Devil, but sometimes he is transformed into an angel of light in order to more easily tempt people who are not far-seeing, he sometimes introduces an apparently moral play on to the stage, but this is done in order that everybody should proclaim and repeat that the theatre is a most moral institution, and that it is not less worth frequenting than the church, and even, perhaps more so, because in church everything is the same, whilst in the theatre there is a variety of plays, scenery, costumes and actors.

Most men not only bear Satan's burden willingly in their hearts, but they become so accustomed to it that they often do not feel it, and even imperceptibly increase it. Sometimes, however, the evil enemy increases his burden tenfold, and then they become terribly despondent and fainthearted, they murmur and blaspheme God's name. The usual means that men of our time take to drive away their anguish are—entertainments, cards, dancing, and theatres. But such means afterwards increase still more the anguish and weariness of their hearts. If, happily, they turn to God, then the burden is removed from their heart, and they clearly see that previously the heaviest burden was lying on theit heart, though frequently they did not feel it. O, how many men there are who have "forsaken [God] the Fountain of living waters, and hewed them out cisterns, broken cisterns, that can hold no [living] water"! Men have very many such broken cisterns—nearly everybody has his own. The broken cisterns are our hearts, our passions....


http://orthodoxinfo.com/praxis/holy-elders-on-television.aspx

Wednesday, April 1, 2015

«Ἡ Εὐχή – Προφορική καί Νοερά» ( Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου )


 

Ὁ Γέροντας δέν μᾶς ἔκανε πολλές διδασκαλίες ἤ διαλέξεις περί Νοερᾶς προσευχῆς. Ὄχι ὅτι δέν μποροῦσε, ἀφοῦ ἦταν πραγματικός ἐπιστήμων τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, διάδοχος καί συνεχιστής τῆς Νηπτικῆς παραδόσεως, ἀλλά ἐπειδή ἦταν ἐπιφυλακτικός, γιά νά μήν φουσκώσῃ τά μυαλά μας μέ φαντασίες καταστάσεων πού δέν εἴχαμε φθάσει.

Ὀλιγόλογες λακωνικές συμβουλές μᾶς ἔδινε κατά τήν διάρκεια τῶν νυκτερινῶν μας ἐξαγορεύσεων, ὑπό τήν μορφή ὑποδείξεων περισσσότερον, μά ἦσαν πάντα μεστές ὠφελείας.
Ἡ στάσις του ἦταν «προχώρα καί ἐγώ σέ παρακολουθῶ». Καί ὁ λόγος ἐγίνετο πρᾶξις. Μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντα κοπιάζαμε στήν προσευχή. Καί ἐρχόταν φορές νά κάνουμε τρεῖς, τέσσερις, πέντε ὧρες νοερά προσευχή, μέ σκυμμένο τό κεφάλι, καί τόν νοῦ κολλημένο μέσα στό βάθος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς. Καμμιά φορά σήκωνα τό κεφάλι νά πάρω ἀέρα, ἀλλά ἡ γλυκύτητα μέ τραβοῦσε πάλι μέσα στήν καρδιά! Ἡ ψυχή εἶχε γευθῆ καί ἔλεγε:

«Μή ζητᾶς τίποτε ἄλλο, αὐτό εἶναι. Αὐτός εἶναι ὁ πολύτιμος οὐράνιος θησαυρός. Ἀπόλαυσέ τον!»
Ἀλήθεια! Πολλές φορές οἱ προσευχές τοῦ Γέροντός μου μέ βοήθησαν νά ἀποκτήσω πνευματική αἴσθησι τῆς θείας Παρουσίας. Ἀλλά ἐμεῖς οἱ νεώτεροι ἦταν ἀδύνατον νά φθάσουμε τίς πνευματικές πτήσεις τοῦ ὑψιπέτου Γέροντος Ἰωσήφ.
Τό πρῶτο πού ζητοῦσε ὁ Γέροντας, μόλις κάποιος ἀδελφός προσετίθετο στή συνοδεία μας, σάν πρώτη νουθεσία, σάν πρώτη βία ἦταν: ἡ σιωπή καί ἡ εὐχή.
Παιδί μου, τήν εὐχή. Θέλω νά σ᾿ ἀκούω νά λές τήν εὐχή καί ὄχι νά ἀργολογῇς.
Ἤξερε αὐτός ὁ ἐμπειρότατος καθηγητής τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, ὅτι ἐάν ὁ ἀρχάριος σιωπήσῃ καί ἀδολεσχήσῃ στήν εὐχή, θά βάλῃ καλή ἀρχή καί θά ἔχῃ πλούσιες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ στό μέλλον, διότι, τόνιζε:
«Ὀφείλει ὁ μοναχός εἴτε τρώει εἴτε πίνει εἴτε κάθεται εἴτε διακονεῖ εἴτε περπατεῖ εἴτε κάνει ὅ,τιδήποτε νά φωνάζῃ ἀδιαλείπτως τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἔτσι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κατερχόμενο στό βάθος τῆς καρδιᾶς, θά ταπεινώσῃ τόν δράκοντα, θά σώσῃ καί θά ζωοποιήσῃ τήν ψυχή. Νά ἐπιμένῃς, λοιπόν, ἀδιάλειπτα στήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιά νά καταπιῇ ἡ καρδιά τόν Κύριο καί ὁ Κύριος τήν καρδιά καί νά γίνουν τά δύο ἕνα».
Καί ὁ Γέροντας συνεχῶς μᾶς παρακολουθοῦσε στό νά βιώνουμε τήν σιωπή μέ τήν προσευχή. Καί γι᾿ αὐτό μᾶς ἔλεγε:
Ἀπό ἐσᾶς δέν θέλω τίποτε. Ἐγώ θά μαγειρεύω, ἐγώ θά σᾶς διακονῶ. Ἀπό σᾶς θέλω μόνο μέρα-νύχτα σιωπή, εὐχή, μετάνοια καί κυρίως δάκρυα. Τίποτε ἄλλο δέν θέλω, μόνο βία στήν προσευχή καί δάκρυα μέρα-νύχτα. Διότι, ὅταν ἐρχώμεθα ἀπό τόν κόσμο, ὁ νοῦς μας εἶναι πολύ φορτωμένος ἀπό πάθη, προλήψεις, σκέψεις, λογισμούς. Διαστροφές καί τόνους ἐγωϊσμοῦ καί κενοδοξίας. Ὅλος αὐτός ὁ κόσμος τῶν παθῶν ἔχει καί τούς ἀνάλογους λογισμούς καί φαντασίες. Ἐάν προσπαθήσουμε νά κρατήσουμε τόν νοῦ ἀποσπασμένο καί τραβηγμένο ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, γιά νά προσευχηθοῦμε, δέν μποροῦμε νά τό κατορθώσουμε. Γιατί; Διότι εἴμαστε ψυχικά ἀδύναμοι καί ὁ μετεωρισμός πολύ εὔκολος. Καί ἐφ᾿ ὅσον δέν μποροῦμε νοερά νά κρατήσουμε τήν προσευχή, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν παράδοσι τῶν Γερόντων μας καί γιά λόγους ὑπακοῆς, προσπαθοῦμε νά λέμε τήν εὐχή προφορικά, γιά νά μπορέσουμε ἔτσι μέ τήν φωνή τῆς προσευχῆς νά ἀποσπάσουμε τόν νοῦ ἀπό τόν μετεωρισμό, ὥστε σιγά-σιγά ἡ εὐχή νά γλυκάνῃ τόν νοῦ καί νά τόν ἀποσπάσῃ ἀπό τήν κοσμική τροφή, κι᾿ ἔτσι σιγά -σιγά νά τόν κλείσῃ μέσα στήν καρδιά ἐπικαλούμενος ἀδιαλείπτως τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Σ᾿ αὐτό θά βοηθήσῃ πολύ τό σταμάτημα τῆς ἀργολογίας, γιά νά καλύπτεται ὅλος ὁ χρόνος μέ προσευχή».
Ἐπίσης μᾶς ἔλεγε:
«Μόλις ἀνοίξετε τά μάτια, ἀμέσως τήν εὐχή. Μήν ἀφήσετε τό μυαλό σας νά πετάῃ ἐδῶ καί ᾿ κεῖ καί χάνετε τήν ὧρα σας, πού εἶναι πολύτιμη γιά τήν εὐχή. Ὅταν ἔτσι βιάσετε τόν ἑαυτό σας, θά σας βοηθήσῃ κι᾿ ὁ Θεός νά γίνῃ μία ἁγία συνήθεια μέ τό ἄνοιγμα τῶν ματιῶν, ἡ προσευχή νά παίρνη τήν πρώτη θέσι γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Στήν συνέχεια θά ἐργάζεσθε καί θά λέτε τήν εὐχή. Εὐλογεῖται ἡ ἐργασία, ἁγιάζεται τό στόμα, ἡ γλῶσσα, ἡ καρδιά, ὁ χῶρος, ὁ χρόνος καί ὅλος ὁ ἄνθρωπος, πού προφέρει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μοναχός πού λέει ἀδιαλείπτως τήν εὐχούλα, ὁπλίζεται μέ τέτοια θεϊκή δύναμι, πού καθίσταται ἀπρόσβλητος ἀπό τούς δαίμονες, ἀφοῦ αὐτή τούς καίει καί τούς μαστιγώνει».

Λέγοντας τήν εὐχή ὅλη τήν ἡμέρα μέ τό στόμα εἶχε τόση χαρά ἡ ψυχή μας, τόση κατάνυξι καί τόσα δάκρυα, πού δέν περιγράφονται. Πολλές φορές δέ ἐρχόνταν τόση Χάρις ἀπό τήν προφορική εὐχή, πού ἔνοιωθε μέσα του ὁ εὐχόμενος τόση θεία ἀγάπη, πού ἀκόμα καί ὁ νοῦς του μποροῦσε νά ἁρπαγῇ σέ θεωρία. Κι᾿ αὐτό ἐπιβεβαιωνόταν καί στό διακόνημα ἀκόμη, πού κατά ἀνερμήνευτον τρόπο, ὁ νοῦς δέν ἦταν ἁπλῶς στήν προσευχή, ἀλλά στή θεωρία τοῦ Θεοῦ, στή θεωρία – ἐν αἰσθήσει – τοῦ ἄλλου κόσμου.
Ἁρπαζόταν ὁ νοῦς ἀκόμα καί ὅταν βοηθοῦσα τόν Γέροντα, γιά νά πᾶμε στήν ἐκκλησία τήν νύχτα. Μέ τό σῶμα βοηθοῦσα τόν Γέροντα, ἀλλά μέ τόν νοῦ μου δέν ἤμουν κοντά του. Ὁ νοῦς μου ἦταν ἀλλοῦ. Περιπολοῦσε στά οὐράνια. Καί πάλι συνερχόμουν καί ἔνοιωθα ὅτι βρισκόμουν κοντά στόν Γέροντα καί τόν παπποῦ Ἀρσένιο. Καί στή συνέχεια ξανά ἔφευγα, καί νοερῶς θαυμάζοντας ἔλεγα:
«Τί εἶναι ἡ πνευματική ζωή!
Τί μεγαλεῖο εἶναι ὁ Μοναχισμός!
Πῶς μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο;
Πῶς τόν μεταποιεῖ;
Πῶς τόν ἀλλάζει;
Πῶς καθιστᾶ τόν νοῦ του τόσο ἐλαφρύ πνευματικά ὥστε νά ξεπερνᾶ ὅλες τίς δυσκολίες καί νά φθάνῃ μέχρις ἐκεῖ, πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράσῃ μέ λόγια!»
Ὅποια ἐργασία κι᾿ ἄν κάναμε, μᾶς φώναζε ὁ Γέροντας:
«Παιδιά νά λέτε τήν εὐχή, νά τήν φωνάζετε!»
Φυσικά, δέν ἐννοοῦσε νά οὐρλιάζουμε, ἀλλά νά τήν λέμε μέ ἔντασι καρδιᾶς καί νά μήν τήν σταματᾶμε καθόλου. Πράγματι, λέγαμε τήν εὐχή ἀκατάπαυστα, ἁπλά, ψιθυριστά, γιά νά μήν γίνεται θόρυβος καί γιά νά μήν ἐνοχλοῦμε τόν πλησίον ἀδελφό. Ἀλλά δέν τήν σταματούσαμε καθόλου, βράχνιαζε ὁ λάρυγγας καί πονοῦσε ἡ γλῶσσα, ἀλλά ἡ εὐχή, εὐχή.
Ἐπειδή, λοιπόν, ἀγωνιζόμασταν προφορικά μέ τήν εὐχούλα, μᾶς ἀποκαλοῦσαν κενόδοξους καί πλανεμένους. Μά, ἐμεῖς δέν τό κάναμε γιά νά μᾶς ἀκοῦν οἱ ἄλλοι καί νά μᾶς ἐπαινοῦν. Δέν τό κάναμε γιά νά δείχνουμε ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς. Ὄχι!!! Ἀλλά διότι αὐτός ἦταν ἕνας τρόπος ἀγωνιστικότητας καί μία μέθοδος προσευχῆς μέ πολλά ἀποτελέσματα:
Πρῶτον, μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται ἡ ἀτμόσφαιρα καί φυγαδεύονται τά δαιμόνια.
Δεύτερον, ὅταν προσεύχεται κανείς ὁ ἄλλος εὔκολα δέν τόν πλησιάζει νά ἀργολογήσῃ. Τό σκέπτεται. «Πῶς νά τόν σταματήσω τώρα, ἀπό τήν προσευχή καί νά καθίσω νά τοῦ πῶ: Ξέρεις! Ἐκεῖνο, τό ἄλλο, τό παράλλο. Δέν θά μοῦ δώσῃ σημασία».
Τρίτον, σταματάει τόν μετεωρισμό, δηλαδή τήν “ἀργολογία” τοῦ νοῦ. Διότι κι᾿ ἐάν ἀκόμα ὁ νοῦς ξεφύγη, πολύ σύντομα ὁ ἦχος τῆς φωνῆς τόν ἐπαναφέρει πίσω.
Τέταρτον, μπορεῖ ὁ ἀδελφός, ὁ ὁποῖος ρεμβάζει ἤ ἀργολογεῖ, νά ἀνανήψῃ καί νά πῇ: «Μά ὁ ἀδελφός μου προσεύχεται, ἐγώ τί κάνω;»
Κι᾿ ἔτσι ἡ προφορική ἐπίκλησις, ἡ ἤσυχη, ἡ ἤρεμη, ἡ χαμηλόφωνη, φέρνει τόσα καλά! Καί ἀκούγεται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀκούγεται ὁ βόμβος τῶν μελισσῶν, ὅταν μπαίνουν καί βγαίνουν ἀπό τήν κυψέλη κάνοντας τό μέλι, τόσο χρήσιμο καί ὠφέλιμο. Οὕτω πως καί τό μέλι τό τόσο πνευματικό σέ ὠφέλεια, γίνεται ὅταν φωνάζουμε, σάν ἄλλες πνευματικές μέλισσες τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Κύριος, πού δίνει «εὐχήν τῷ εὐχομένῳ,» βλέποντας τήν καλή προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου, δίνει κατόπιν καί τά βραβεῖα.
Καί μετά, ἀπό τήν προφορική ἐπίκλησι, ἡ εὐχή γίνεται ἐσωτερική. Ἀνοίγεται δρόμος μέσα στόν νοῦ καί τήν λέγει κατόπιν ὁ εὐχόμενος, χωρίς νά κάνῃ προσπάθεια. Σηκώνεται ἀπό τόν ὕπνο καί ἀμέσως ἀρίζει ἡ εὐχή μόνη της!
Πρῶτα ἀρχίζει μέ τήν προσπάθεια νά τήν λέῃ προφορικά. Καί ἀφοῦ μέ τήν μπουλντόζα τῆς προφορικῆς ἐπίκλησης ἀνοίξῃ ὁ δρόμος, μετά περπατᾷ ἄνετα μέ τό αὐτοκινητάκι τοῦ νοῦ. Ἡ προφορική ἐπίκλησις ἀνοίγει τόν δρόμο στό νοῦ καί ἡ εὐχή ἀρχίζει κατόπιν νά προφέρεται μέ τόν ἐνδιάθετο λόγο ἄνετα.
Κι᾿ ἄν ἡ εὐχή προχωρῇ βαθύτερα καί προοδευτικότερα, κάτι πού ἀνήκει στούς κατ᾿ ἐξοχήν μεγάλους νηπτικούς Πατέρες, ἀνοίγει πλέον ὄχι δρόμος ἀλλά κανονική λεωφόρος μέσα στήν καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά μελετᾶ τό ὄνομα τοῦ Χριστῦ, τότε γίνεται τό μεγάλο πανηγύρι, μέ μεγάλα ὀφέλη, μέ μεγάλα πνευματικά πλούτη. Τότε βρίσκει ὁ μοναχός τόν κεκρυμμένο μαργαρίτη, τόν πνευματικό θησαυρό καί μοιάζει μέ τόν σοφό ἔμπορο πού ἀντάλλαξε τά πάντα: περιουσίες, μόρφωσι, κοσμική δόξα, οἰκείους, πατρίδα καί τέλος ἀκόμα καί τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, γιά νά ἀγοράσῃ αὐτόν τόν κεκρύμμένο πολύτιμο μαργαρίτη καί νά γίνῃ πάμπλουτος πνευματικά. Ἀλλά ξεκινάει ἀπό μικροπωλητής. Γι᾿ αὐτό χρειάζεται ἡ προφορική ἐπίκλησις τῆς εὐχῆς.
Ἄμα δέν ἐπιμέναμε στήν προφορική εὐχή καί τήν σιωπή, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Γέροντος, ὁ νοῦς μας θά γύριζε ὅλα τά σοκάκια καί θά ἔφερνε ὅλα τά κουπίδια τῆς φαντασίας στήν καρδιά.
Ἄν δέν μᾶς ἔφερνε ὁ γλυκύτατος Θεός μας σ᾿ αὐτόν τόν μεγάλο Γέροντα, μόνο ἀκολουθίες θά διάβάζαμε. Καί ναί μέν οἱ ἀκολουθίες εἶναι ἐξαιρετικά ὠφέλιμες γιά τήν πνευματική ἀσθένειά μας, ἀλλά δέν ἔχουν τήν δύναμι νά κατευνάσουν τά πάθη, ὅπως ἡ Νοερά προσευχή. Κι᾿ αὐτό γιά τρεῖς λόγους:
Πρῶτον, διότι μέ τήν Νοερά προσευχή ὁ νοῦς δέν περισπᾶται σέ πολλά λόγια ὅπως στίς ἀκολουθίες, ἀλλά συγκεντρώνεται μόνο σέ λίγες λέξεις. Ἔτσι ὁ νοῦς ἀπορροφᾶ τήν εὐχή μέ περισσότερη ἄνεσι καί εἰσέρχεται μαζί της μέσα στό βάθος τῆς καρδιᾶς.
Δεύτερον, διότι τήν εὐχούλα ὁ καθένας, ἀνεξαρτήτως μορφώσεως καί πνευματικοῦ ἐπιπέδου , μπορεῖ νά τήν λέγῃ. Οὔτε γράμματα χρειάζεται νά ξέρῃς οὔτε τό τυπικό οὔτε μουσική. Ἔτσι εἶναι ἄμεσα προσπελάσιμη σ᾿ ὅλους.
Καί τρίτον, διότι τήν εὐχή μπορεῖς νά τήν λές ὅλη μέρα καί ὁπουδήποτε. Δέν ὑπάρχει τόπος, χρόνος ἤ κατάστασις, κατά τήν ὁποία δέν μπορεῖς νά προσευχηθῇς. Μά στήν ἐκκλησία εἶσαι, μά στό κελλί σου εἶσαι, μά στήν δουλειά εἶσαι, μά στόν δρόμο εἶσαι, μά στό νοσοκομεῖο εἶσαι, μά στήν φυλακή, ἡ εὐχούλα ἀπό τίποτα δέν ἐμποδίζεται, τά πάντα ἁγιάζει καί τά δαιμόνια τήν φοβοῦνται.
Συνέβη τό ἀκόλουθο γεγονός πού ἐνίσχυσε μέσα μου τήν πίστι στήν δύναμι καί τήν ἀξία τῆς προφορικῆς εὐχῆς.
Κάποτε ἦρθε κοντά μας ἕνας δαιμονισμένος. Καθώς δουλεύαμε μαζί, τόν δίδαξα νά λέῃ τήν εὐχούλα προφορικά, κυρίως γιά νά ἀποφύγω τήν ἀργολογία. Πράγματι ἄρχισε ὁ ἀσθενής νά λέῃ τήν εὐχούλα. Καί πάνω πού ἄρχισε νά τήν λέῃ τόν ἔπιασε τό δαιμόνιο καί φώναζε:
Πήγαινε στόν Ἑσπερινό, ἄσε τό κομποσχοίνιιιιι!
Ὁ ἴδιος ὁ δαίμονας, δηλαδή, φανέρωσε πώς μέ τήν εὐχούλα μιλοῦμε δυναμικά μέ τόν Θεό. Βέβαια, κανείς δέν πρέπει νά πολυδίνῃ σημασία στά λόγια τῶν δαιμόνων, καί τοῦτο διότι οἱ δαίμονες εἶναι ψεῦτες καί ἀνθρωποκτόνοι καί σπανίως λένε κάποια ἀλήθεια, ἀναμεμιγμένη μέ τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτη. Ἔτσι ἔγινε φανερό πώς τά δαιμόνια δέν συμπαθοῦν καθόλου νά προφέρεται μέ ζέσι καρδιᾶς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας.
Εἶναι γεγονός πώς ἡ ἡσυχαστική ζωή, πού περιστρέφεται γύρω ἀπό τήν Νοερά προσευχή, εἶναι ὁ πιό εὐλογημένος τρόπος ζωῆς. Γιά τούς ἡσυχαστάς τό κομποσχοίνι μέ τήν εὐχούλα εἶναι πολύ πιό ἀποτελεσματική ὡς πρός τήν ὠφέλειά της ἀπό τήν ψαλτική τῆς ἐκκλησίας. Τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες πού τίς θέσπισαν καί τίς νομοθέτησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, γιά τήν κοινή λάτρεία, δέν τίς παραβλέπουν, ἀλλά τίς κάνουν μέ κομποσχοίνι μέσα στίς πολύωρες ἀγρυπνίες τους.
Ὁ Γέροντάς μου ἐπέμενε στήν προφορική εὐχή. Δέν τήν σταματούσαμε καθόλου. Ἐγώ, μιᾶς καί συνήθως δέν ἦταν κανείς κοντά μου, φώναζα τήν προσευχή. Καί τήν ἔλεγα συνέχεια ὥσπου ὁ λαιμός μου πονοῦσε. Τοῦ λέω:
Γέροντα, ἀπό τήν εὐχή, πονάει τό στόμα μου, ἡ γλῶσσα μου, ἔκλεισε ὁ λάρυγγάς μου εἶναι σάν πληγή.
Ἄς πληγώσῃ! Δέν παθαίνεις τίποτα. Ὑπομονή! Μήν τήν σταματᾶς καθόλου! Λέγε την. Ὁ πόνος θά φέρῃ τήν πνευματική ἡδονή.
Ἄν δέν πονέσῃς καρπό προσευχῆς δέν θά δῇς. Αὐτή θά σέ βοηθήσῃ. Θά σέ παρηγορήσῃ. Θά σέ διδάξῃ. Θά σοῦ γίνῃ φῶς. Θά σέ σώσῃ. «Κρᾶξον καί βόησον» τήν εὐχή. Μέ προσευχή, νῆψι καί προσοχή ἀσφάλιζε τόν νοῦ σου. Ἡ διάνοια σου ὄχι πρός τά ἔξω, ἀλλά πρός τά μέσα. Ὄχι λόγια, συμβουλές καί κηρύγματα, ἀλλά πολύ-πολύ ταπεινά καί μέ δάκρυα τήν προσευχή. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία, αὐτή εἶναι ἡ Πατερική ὁδός, αὐτή εἶναι τῶν παπούδων σας ἡ παραγγελία καί ἡ νουθεσία. Δές την μέ τήν πρᾶξι. Γιατί ἄν δέν ἔχῃς πρᾶξι, πῶς θά μιλήσῃς γιά οὐράνια θεωρία;
Νά ᾿ ναι εὐλογημένο. Ἀλλά μέ τήν εἰσπνοή καί ἐκπνοή πονάει ἡ καρδιά μου.
Δέν παθαίνεις τίποτε!
Ὅταν ἔλεγα τήν εὐχή καί προσπαθοῦσα νά ἀποκλείσω κάθε σκέψι καί κάθε εἰκόνα καί νά ἐπικρατήσῃ μόνον ἡ εὐχή μέσα μου, μοῦ ἔλεγε, ὁ πειρασμός μέσω τῶν λογισμῶν, ὅτι «θά σκάσῃς τώρα»! Καί ἐγώ ἀπαντοῦσα:
«Ἄς σκάσω κι᾿ ἄς πλαντάξω. Ἐδῶ θά μάχωμαι μέχρι πού νά πεθάνω».
Ὅλη τή μέρα μᾶς ὑπενθύμιζε ὁ Γέροντας:
«Κρατᾶτε τήν εὐχή! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Αὐτή θά σᾶς σώσῃ. Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά φωτίσῃ τόν νοῦ σας, θά σᾶς δυναμώσῃ ψυχικά, θά σᾶς βοηθήσῃ στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν δαιμόνων. Θά σᾶς καλλιεργήσῃ τίς ἀρετές καί θά σᾶς γίνῃ τά πάντα».
Γι᾿ αὐτό καί ἐπέμενε πολύ, σέ μᾶς τούς νεαρούς ὑποτακτικούς, στήν πρακτική μέθοδο τῆς προφορικῆς εὐχῆς.
Καθώς ἡ δική του ζωή ἦταν μιά συνεχής βία στό θέμα τῆς προσευχῆς, ἔτσι ἐπέμενε κι᾿ ἐμεῖς νά βιάζουμε ὅσο μποροῦμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά βυθίζουμε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά μας.
Αὐτή ἦταν ἡ διδασκαλία τοῦ ὁσίου Γέροντός μας: νά μᾶς σπρώχνῃ νά μᾶς ὠθῇ, νά μᾶς παρακολουθῇ καί νά μᾶς θυμίζῃ συνεχῶς νά μνημονεύουμε μέ τήν εὐχή τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀδιαλείπτως κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο «μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον»1.


Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:
“Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Ἐκδόσεις Γ. Γκέλμπεσης

"If someone says, I love God," and hates his neighbor, he is a liar...( Saint John the Divine, the Apostle of true love )


"If someone says, I love God," and hates his neighbor, he is a liar...


Who is a liar but he who denies that Jesus is the Christ? He is antichrist who denies the Father and Son...


Whoever denies the Son does not have the Father...


God is love and he who abides in love abides in God, and God in him...



Loving wisdom from the Apostle that Jesus loved the most.


Saint John the Divine, the Apostle of true love.

The nature of Love ( Abba Dorotheos of Gaza )


"Let us then possess love, let us possess compassion for our neighbor... Let everyone serve the body (of the Church) according to his ability...Try to always help one another whether by teaching and instilling the word of God in a brother's heart, or by words of consolation when he is sad, or giving a helping hand to our brother. In short, try to be united with each other, because the more one is united with his neighbor the more he unites himself to God.



I will give you an example so you can fully understand the power of this word. Let's picture a circle sketched on the surface of the earth with a circumference and a center. Let's assume that this circle represents the entire world and the point of the center represents God. The straight lines that begin from the circumference of the circle and lead to the center are the paths or the way people carry out their lives.



As the saints journey towards the center, in their quest to reach God, according to how far they succeed to go [in relation to the center], they come in close proximity with God and with themselves. The closer they get to the center [God], the closer they become with each other [much like the spokes of a bicycle wheel].



In the same light you must understand separation [and division]. In the event they change direction and turn back [towards the circumference], it is more than obvious that as they distance themselves from God they also become distant with each other and the more the distance between them the greater the distance from God. Behold, such then is the nature of love. As we stand outside [of the circle] and don't love God the more we distance ourselves from one another.


Translated and adapted by
Constantine Zalalas
 

Tuesday, March 31, 2015

Γέρων Νίκων - Ιεραποστολή

Άγιος, Άγιος, Άγιος - Ιερά Μονή Παναγίας Παρηγορήτισσας

Η αγάπη προς το Θεό ( Ἅγιος Πορφύριος )



Μια  μέρα ερωτώ το Γέροντα πως πρέπει να είναι η αγάπη μας προς το Θεό και μου λέει:

«Η αγάπη μας προς το Θεό, παιδί μου, πρέπει να είναι πάρα πολύ μεγάλη και χωρίς να υπάρχει καμιά διάσπαση σε άλλα πράγματα.

Σου φέρνω σαν παράδειγμα το εξής: O άνθρωπος μοιάζει να έχει εντός του μια μπαταρία με ορισμένη ενέργεια. Όταν αυτή την ενέργεια την ξοδεύει σε άλλα διάφορα πράγματα εκτός της αγάπης προς τον θεό, η ενέργεια που απομένει μέσα του γι’ Αυτόν είναι ελαχίστη και ίσως πολλές φορές μηδαμινή. Όταν όμως διαθέτουμε όλη μας την ενέργεια προς τον Θεό, τότε η αγάπη μας είναι μεγάλη προς Αυτόν.

Σου λέω και τούτο το άλλο.

Ήταν μια φορά μια κοπέλα που είχε ερωτευθεί πάρα πολύ ένα νέο, που τον έλεγαν Νίκο. Αυτή που λες, σηκωνόταν κάθε νύκτα και κρυφά από τους δικούς της, πηδούσε το παράθυρό της και πήγαινε ξυπόλητη μέσα απ’ τα χωράφια που υπήρχαν αγκάθια για να συναντήσει τον αγαπημένο της ματώνοντας τα πόδια της. Όταν επίσης γύριζε στο σπίτι της και καθόταν μέσα, πάντοτε ο Νίκος της ήταν εδώ, και μου έδειχνε το μέτωπό του. Ό,τι δουλειές και να έκανε, ο Νίκος της εδώ, και μου ξανάδειχνε το μέτωπό του. Έτσι πρέπει και συ, παιδί μου, να δίνεις όλη σου τη δύναμη στο Θεό και ο νους σου να είναι πάντα σ’ Αυτόν, γιατί έτσι του αρέσει».



Ἅγιος Πορφύριος
 

Racism from the Church's Perspective - Met. Ephrem (Kyriakos)


 

Met. Ephrem (Kyriakos) "Our life is hidden with Christ in God" (Colossians 3:3)

Christ God came, suffered, was crucified and rose from the dead: all this for the salvation of the world, for the sake of every person.

Therefore, there is no place for nationalism or for sectarianism... Every person is meaningful before God, whether he knows God or does not know Him, whatever his nationality, race or religion. The Holy Bible affirms the dignity of every person created in the image of God. It is true that the Jews were known as God's chosen people. This was only a historical stage when God used them as a means to come in the body and to make every nation that believes in Him His own nation. Therefore, the Apostle Paul says, "There is neither Jew nor Greek, there is neither slave nor free, there is neither male nor female; for you are all one in Christ Jesus" (Galatians 3:28).

Indeed,Christ-- whether a person knows Him and believes in Him or does not know Him and believe in Him-- is sown in the heart in every human and even traced upon every human face.

In his Spiritual Instructions, Saint Dorotheus says, "Suppose a circle whose center is God and whose rays are different paths. Every person of the created world walks along one of the rays toward the center, where Christ God is (whether the person realizes it or not). He approaches his brother walking along a different ray toward God, the center itself. The more they distance themselves from one another, the more they distance themselves from God."

Racist behavior has been rooted in the reality of sin since the beginning of humanity. A saying known among the Greeks is "he who is not a Greek is a barbarian". This racism is rooted in our blood, us weak humans, but those who believe in Christ reject it and fight it with the word of the Gospel: "
Love your enemies, bless those who curse you and pray for those who persecute you" (Matthew 5:44).

"All the seed of Adam is intended for salvation, having been renewed in Christ," according to Saint Irenaeus. People saw in the early Christians a "third race", as Tertullian put it, in the spiritual sense. That is, a "new people" in whom the two races, Jews and pagans, meet. Therefore, Christianity rejects every form of racism or religious discrimination. My neighbor is not only the person from my tribe, my neighborhood or my religion. Rather, he is every person that I meet along my way. Therefore we must respect strangers and accept dialogue, participation and cooperation with other ethnicities.

Europe attempted to renounce such distinctions after the French Revolution through embracing secularism but it deviated from the right path by renouncing at the same time all divine, religious values. Christ participated in the salvation of all outcasts, such as the Samaritans and pagans like the Canaanite woman, and so we must emulate Him. Schools have a prominent role in working to acquire a conscience that is not racist, through education that focuses on what is common to all people and that that which is unique about the other can be a source of richness for us.

+Ephrem
Metropolitan of Tripoli, Koura and Dependencies

Source: Araborthodoxy.blogspot.ru
By Met. Ephrem (Kyriakos)
http://www.pravoslavie.ru/english/78143.htm

Monday, March 30, 2015

«Όσοι μάλιστα δεν εξομολογούνται, δέχονται επιδράσεις δαιμονικές...» ( Άγιος Παΐσιος )


1)Πως εργάζεται ο διάβολος"
2) "Ο διάβολος μας βάζει ένεση αναισθησίας"

1) «Ό διάβολος προσπαθεί να άχρηστέψη τον αγωνιστή»

- Γέροντα, μερικές φορές οι πειρασμοί έρχονται ό ένας πάνω στον άλλον και δεν αντέχω.
- Να σου πω μια λύση, για να τους αποφυγής; Θα την δεχθης;
- Ναι.
- Η μόνη λύση για να αποφυγής τους πειρασμούς είναι να... συμμαχήσης με τον διάβολο!... Τι γελάς; Δεν σου αρέσει αύτη η λύση; Κοίταξε να σου πω. Όσο κανείς αγωνίζεται, θα έχη πειρασμούς και δυσκολίες. Και όσο προσπαθεί να άποφύγη τον πειρασμό, τόσο κόντρα τοϋ πάει ό διάβολος. Άλλα με τους πειρασμούς - αν τους αξιοποιήσουμε σωστά -, δίνεται η ευκαιρία, επειδή μερικές φορές η ζωή μας είναι άντιευαγγελική, να γίνη «ευαγγελική».

- Γέροντα, σκαλώνω σε μερικά ασήμαντα πράγματα και δεν έχω μετά διάθεση να αγωνισθώ για κάτι ανώτερο.
- Αυτά είναι σαν τις νάρκες που βάζει ό εχθρός, για να άχρηστέψη τον στρατό. Το ταγκαλάκι, όταν δη ότι δεν μπορεί να κάνη άλλη ζημιά στον αγωνιστή, κοιτάει πως να τον άχρηστέψη με ασήμαντα πράγματα. Ύστερα, να ξέρης οτι υπάρχουν και μικρά ταγκαλάκια, που κάνουν όμως μεγάλη ζημιά. Μια φορά ρώτησαν ένα μικρό ταγκαλάκι: «Τάχα τι μπορείς να κάνης εσύ;». «Έγώ τι μπορώ να κάνω; Πάω και μπερδεύω τις κλωστές στις μοδίστρες, στους τσαγκάρηδες, απάντησε, και τους κάνω να θυμώνουν». Τα μεγαλύτερα σκάνδαλα γίνονται από τιποτένια πράγματα, όχι μόνο σ' εμάς, άλλα μερικές φορές και στα κράτη.

Στους πνευματικούς ανθρώπους δεν υπάρχουν σοβαρές αφορμές για σκάνδαλα, από τα μικρά παίρνει ό διάβολος αφορμή. Τσακίζει τον άνθρωπο ψυχικά με κάτι χαζά, παιδικά πράγματα, οπότε κάνει την καρδιά του όπως εκείνος θέλει και μένει μετά κανείς ένα κούτσουρο.

- Γιατί, Γέροντα, ενώ βάζω ενα πρόγραμμα, μια σειρά στον αγώνα μου, και ξεκινώ με διάθεση να αγωνισθώ, σύντομα ξεχνιέμαι;

- Δεν ξέρεις; Το ταγκαλάκι, όταν πάρη είδηση ότι κάνουμε δουλειά πνευματική, τότε γυρίζει το κουμπί αλλού. Ένώ βάζουμε ένα πρόγραμμα, μια άλφα σειρά, βρισκόμαστε σε άλλη και, αν δεν προσέξουμε, το αντιλαμβανόμαστε μετά από μέρες. Γι' αυτό ό αγωνιστής πρέπει να πηγαίνη όλο κόντρα στον διάβολο - φυσικά με διάκριση - και να τον παρακολουθή κάποιος έμπειρος Πνευματικός.
- Έναν άνθρωπο που δεν κάνει λεπτή εργασία στον εαυτό του, ό σατανάς τον πολεμάει;

- Ό σατανάς δεν πάει σε έναν άχρηστο άνθρωπο, αλλά πάει σε έναν αγωνιστή, για να τον πειράξη και να τον αχρηστέψη. Δεν χάνει τον καιρό του να κάνη λεπτή εργασία σε κάποιον που δεν κάνει λεπτή εργασία. Στέλνει σ' αυτόν που ράβει με σακκορράφα, διάβολο με σακκορράφα. Σ' αυτόν που κάνει λεπτό εργόχειρο, στέλνει διάβολο που κάνει λεπτό εργόχειρο. Σ' αυτόν που κάνει πολύ ψιλό κέντημα, στέλνει διάβολο για πολύ ψιλή εργασία. Σ’ αυτούς που κάνουν χονδρή δουλειά στον εαυτό τους, στέλνει χονδρό διάβολο. Στους αρχαρίους στέλνει, αρχάριο διάβολο.
Οι άνθρωποι που έχουν λεπτή ψυχή, πολύ φιλότιμο και είναι ευαίσθητοι, χρειάζεται να προσέξουν, γιατί βάζει και ό διάβολος την ουρά του και τους κάνει πιο ευαίσθητους, και μπορεί να φθάσουν στην μελαγχολία η ακόμη - Θεός φυλάξοι - και στην αυτοκτονία.

Ο διάβολος, ενώ εμάς τους ανθρώπους μας βάζει να πηγαίνουμε κόντρα στον πλησίον μας και να μαλώνουμε, ό ιδιος ποτέ δεν πάει κόντρα. Τον αμελή τον κάνει πιο αμελή, τον αναπαύει με τον λογισμό: «Το κεφάλι σου πονάει, είσαι αδιάθετος, δεν πειράζει και αν δεν σηκωθής για προσευχή». Τον ευλαβή τον κάνει πιο ευλαβή, για να τον ρίξη στην υπερηφάνεια, η τον σπρώχνει να αγωνισθή περισσότερο άπό τις δυνάμεις του, ώστε να αποκάμη και να αφήση μετά όλα τα πνευματικά του όπλα και να παραδοθή ό πρώην πολύ αγωνιστής. Τον σκληρόκαρδο τον κάνει πιο σκληρόκαρδο, τον ευαίσθητο υπερευαίσθητο.
Και βλέπεις πόσοι άνθρωποι, άλλοι γιατί έχουν κάποια ευαισθησία και άλλοι γιατί έχουν κλονισθή τα νεύρα τους, ταλαιπωρούνται με αϋπνίες και παίρνουν χάπια η βασανίζονται και χαραμίζονται στα νοσοκομεία. Σπάνια να δης σήμερα άνθρωπο ισορροπημένο. Έγιναν μπαταρίες οι άνθρωποι.
Οι περισσότεροι είναι σαν να έχουν ηλεκτρισμό. Όσοι μάλιστα δεν εξομολογούνται, δέχονται επιδράσεις δαιμονικές, έχουν έναν δαιμονικό μαγνητισμό, γιατί ό διάβολος έχει εξουσία επάνω τους. Λίγοι άνθρωποι, είτε αγόρια είτε κοπέλες είτε ηλικιωμένοι είναι, έχουν ένα βλέμμα γαλήνιο. Δαιμονισμός! Ξέρεις τι θα πη δαιμονισμός; Να μην μπορής να συνεννοηθής με τον κόσμο.


2)Ό διάβολος μας βάζει ένεση αναισθησίας

-Είπα σε κάποιους γιατρούς που συζητούσαν για την αναισθησία που κάνουν στις εγχειρήσεις: «Του πειρασμού η αναισθησία έχει άσχημες επιπτώσεις στον άνθρωπο, ενώ αυτή που κάνετε εσείς βοηθάει».
Η αναισθησία του διαβόλου εϊναι σαν το δηλητήριο που ρίχνει το φίδι στα πουλιά η στα λαγουδάκια, για να παραλύσουν και να τα καταπιή, χωρίς να αντιδράσουν.
Ο διάβολος, οταν θέλη να πολεμήση έναν άνθρωπο, στέλνει πρώτα ένα διαβολάκι «αναισθησιολόγο», για να κάνη τον άνθρωπο πρώτα αναίσθητο, και μετά πηγαίνει ο ϊδιος και τον πελεκάει, τον κάνει ό,τι θέλει... Άλλα προηγείται ό... «αναισθησιολόγος».
Μας βάζει ένεση αναισθησίας και ξεχνούμε. Να, βλέπεις, οι μοναχοί υποσχόμαστε «υβρισθήναι, χλευασθήναι κ.λπ.», και τελικά, ό πειρασμός μερικές φορές μας μπερδεύει και κάνουμε τα αντίθετα από αυτά που υποσχεθήκαμε. Αλλιώς ξεκινάμε και αλλιώς καταλήγουμε. Για αλλού ξεκινήσαμε να πάμε και αλλού πηγαίνουμε. Δεν προσέχουμε. Δεν σάς έχω πει παραδείγματα;
Παλιότερα, στην Κόνιτσα δεν υπήρχε Τράπεζα. Αναγκάζονταν οι άνθρωποι να πάνε στα Γιάννενα, όταν ήθελαν να πάρουν κανένα δάνειο. Ξεκινούσαν λοιπόν μερικοί από τα γύρω χωριά και πήγαιναν εβδομήντα δύο χιλιόμετρα με τα πόδια, να πάρουν δάνειο, για να αγοράσουν λ.χ. ενα άλογο. Τότε, αν κανείς είχε ένα άλογο, μπορούσε να συντήρηση την οικογένεια του. Έκανε ζευγάρι με το άλογο κάποιου άλλου και όργωνε. Μια φορά ξεκίνησε ένας να πάη στα Γιάννενα, να πάρη δάνειο, για να άγοράση ένα άλογο, να ὸργώνη τα χωράφια του και να μην παιδεύεται να σκάβη με την τσάπα. Πήγε λοιπόν στην Τράπεζα, πήρε το δάνειο και μετά πέρασε και από τα εβραίικα μαγαζιά και χάζευε.
Τον έβλεπε ό ένας Εβραίος, τον τραβούσε μέσα. «Πέρνα μέσα, μπάρμπα, έχω καλό πράγμα!».
Έμπαινε εκείνος μέσα, άρχιζε ό Εβραίος να κατεβάζη τα τόπια από τα ράφια. Τα έπαιρνε, τα τίναζε. «Πάρ' το, του έλεγε, είναι καλό, και για τα παιδιά σου θα σου το δώσω πιο φθηνό».
Έφευγε άπό τον έναν, προχωρούσε παραπέρα, χάζευε σε άλλον. «Έλα, μπάρμπα, μέσα, του έλεγε ό Εβραίος, θα σου το δώσω πιο φθηνό». Κατέβαζε τα τόπια, τα άνοιγε, τα άπλωνε. Ζαλίστηκε στο τέλος ό καημένος. Είχε και λίγο φιλότιμο, σου λέει «τώρα τα κατέβασε τα τόπια, τα άπλωσε...», και δήθεν «για τα παιδιά του πιο φθηνό», έδωσε τα χρήματα που είχε πάρει από την Τράπεζα και αγόρασε ένα τόπι πανί, αλλά και αυτό ήταν χωνεμένο! Μα και ένα τόπι πανί τι να το κάνη; Και ένας πλούσιος δεν έπαιρνε ένα τόπι πανί έπαιρνε όσο του χρειαζόταν.
Τελικά γύρισε στο σπίτι με ένα τόπι σάπιο ύφασμα! «Που είναι το άλογο;», τον ρωτάν. «Έφερα ύφασμα για τα παιδιά!», λέει. Άλλα τι να το κάνουν τόσο ύφασμα; Χρεώθηκε εν τω μεταξύ στην Τράπεζα, και άλογο δεν πήρε παρά ένα τόπι πανί χωνεμένο. Άντε πάλι να πηγαίνη να σκάβη με την τσάπα στα χωράφια, να δυσκολεύεται, για να ξεχρεώση το δάνειο! Αν αγόραζε άλογο, θα επέστρεφε και καβάλα, θα ψώνιζε και λίγα πράγματα για το σπίτι του και δεν θα σκοτωνόταν να σκάβη με την τσάπα! Άλλα για να χαζεύη στα μαγαζιά τα εβραίικα, είδατε τι έπαθε;
Έτσι κάνει και ό διάβολος, σαν τον πονηρό έμπορο σε τραβάει από 'δώ, σε τραβάει από ‘κει, σου βάζει τρικλοποδιές, και τελικά σε καταφέρνει να πας εκεί που θέλει εκείνος. Για άλλου ξεκινάς και αλλού καταλήγεις, αν δεν προσέξης. Σε ξεγελάει και χάνεις τα καλύτερα χρόνια σου.

Απόσπασμα από τις σελίδες 109 -113 του βιβλίου:
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β΄
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
 

daimonikes.html#ixzz2RLmr8Oo1

Συγκλονιστική προφητεία τοῦ Ὁσίου Νείλου


Ο Όσιος Νείλος έζησε τον 16ο αιώνα. Κατήγετο από ένα χωρίον της Τριπόλεως της Πελοποννήσου. Ασκήτευσεν εις το Άγιον Όρος και εκοιμήθη την 12ην Νοεμβρίου του έτους 1651. Εκ του τάφου του Οσίου ανέβλυσεν ευωδέστατον μύρον δι' αυτό και ονομάζεται μυροβλήτης.


________________________________________

«Κατά το 1900 έτος βαδίζοντας προς τον μεσασμόν του 8ου αιώνος (5.508 χρόνια απο Αδάμ + 2000 μ.Χ. = 7.508 χρόνια) άρχεται ο κόσμος του καιρού εκείνου, να γίνεται αγνώριστος. Όταν πλησιάσει ο καιρός της ελεύσεως του Αντιχρίστου θα σκοτιστεί η διάνοια των ανθρώπων από τα πάθη τα της σαρκός και θα πληθυνθη σφόδρα η ασέβεια και η ανομία' τότε άρχεται ο κόσμος να γίνεται αγνώριστος μετασχηματίζονται αι μορφαί των ανθρώπων και δέν γνωρίζωνται οι άνδρες από τάς γυναίκας διά της αναισχύντου ενδυμασίας και των τριχών της κεφαλής' οι τότε άνθρωποι θά αγριέψουν και θα γίνουν ωσάν θηρία από την πλάνην του αντιχρίστου.
Δέν θα υπάρχει σεβασμός εις τούς γονεις και τους γεροντότερους, η αγάπη θα εκλείψει, οι ποιμένες των Χριστιανών Αρχιερείς και ιερείς θα είναι άνδρες κενόδοξοι, παντελώς μή γνωρίζοντες την δεξιάν οδόν από την αριστεράν.
Τότε θα αλλάξουν τά ήθη και αι παραδόσεις των Χριστιανών και της Εκκλησίας. Η σωφροσύνη θα απολεσθεί από τους ανθρώπους και θα βασιλεύσει η ασωτία. Το ψεύδος και η φιλαργυρία θα φθάσουν εις τόν μέγιστον βαθμόν, και ουαί εις τους θησαυρίζοντας αργύρια.
Αί πορνείαι, μοιχείαι, αρσενοκοιτίαι, κλοπαί και φόνοι, θά πολιτεύωνται, εν τω καιρω εκείνω, και διά την ενέργειαν της μεγίστης αμαρτίας και ασελγείας, οι άνθρωποι θέλουν στερηθεί την χάριν του Αγίου Πνεύματος όπου έλαβον εις το Άγιον Βάπτισμα ως και την τύψιν της συνειδήσεως.
Αί εκκλησίαι του Θεού θά στερηθούν ευλαβών και ευσεβών ποιμένων και αλοίμονον τότε εις τούς εν τω κόσμω ευρισκομένους Χριστιανούς οι οποίοι θα στερηθούν τελείως την πίστην, διότι δέν θά βλέπουν απο κανέναν φως επιγνώσεως, τότε θά αναχωρούν από τον κόσμον εις τα ιερά καταφύγια διά να εύρουν ψυχικήν ανακούφησιν των θλίψεών των και παντού θα ευρίσκουν εμπόδια και στεναχωρίας. Και πάντα ταυτα γενήσονται διά τό ότι ο Αντίχριστος θέλη κυριεύση τά πάντα, και γενήσεται εξουσιαστής πάσης της Οικουμένης και θά ποιη τέρατα και σημεια κατά φαντασίαν' θέλει δέ δώση πονηράν σοφίαν εις τόν ταλαίπωρον άνθρωπον, να εφεύρη νά ομιλεί ο είς πρός τον άλλον, από την μίαν άκρην της γης, έως την άλλην' τότε θά πέτανται στόν αέρα ως πτηνά και διασχίζοντες τόν βυθόν της θαλάσσης ως ιχθύες.
Και ταυτα πάντα ποιουντες οι δυστυχεις άνθρωποι, διαβουντες εν ανέσει, μή γνωρίζοντες οι ταλαίπωροι ότι ταυτα εστί πλάνη του Αντιχρίστου. Και τόσον θά προοδεύση την επιστήμην κατά φαντασίαν ο πονηρός, ώστε αποπλανησαι τούς ανθρώπους και μη πιστεύει είς την ύπαρξην του τρισυποστάτου Θεου.
Τότε βλέπων ο Πανάγαθος Θεός την απώλειαν του ανθρωπίνου γένους, θέλει κολοβώση τάς ημέρας, διά τους ολίγους σωζωμένους, διότι θέλει πλανείσαι εί δυνατόν και τους εκλεκτούς.
Τότε αιφνιδίως θέλει έλθη η δίστομος ρομφαία και θα θανατώσει τόν πλάνον και τους οπαδούς αυτού ...;».

(Απόσπασμα από το βιβλίον «Ευαγγελικός Κήπος», της Ιεράς Μονής Σταυροβουνίου Κύπρου).

Glory to the Lord, that He has not left us orphans ( Elder Siluan )


Glory to the Lord, that He has not left us orphans, but has given us the Holy Spirit to be with us on this earth. 


The Holy Spirit teaches the soul unspoken love for people and sorrow for all those who have lost their way and who are descending into hell. And whosoever has not acquired the Holy Spirit does not wish to pray for enemies.

Elder Siluan

Sunday, March 29, 2015

Nα είμαστε με τον Θεό ....( Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ )


Κοιτάξτε το μεγαλειώδες θέαμα που ο Θεός μας φανέρωσε στη δημιουργία του κόσμου, στην κατασκευή του ανθρώπου «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» Του. 


Εκείνο που αναζητούμε δεν περιορίζεται στη μικρή μας καθημερινή ζωή. Αναζητούμε να είμαστε με τον Θεό και να αποκτήσουμε μέσα μας τη ζωή σε όλο το πλάτος, το κοσμικό και το θείο.

Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Evil grows within us and does not decrease ( St. John of Kronstadt )



Every man on earth is sick with the fever of sin, with the blindness of sin and is overcome with its fury. As sins consist mostly of malice and pride, it is necessary to treat everyone who suffers from the malady of sin with kindness and love. This is an important truth, which we often forget. Very often we act in the opposite manner: we add malice to malice by our anger, we oppose pride with pride. Thus, evil grows within us and does not decrease; it is not cured – rather it spreads.
 

 St. John of Kronstadt

Saturday, March 28, 2015

Η Παναγία στην Εντατική!


Ο χώρος τής μονάδας εντατικής θεραπείας είναι ένας χώρος πού γίνεται αγώνας εντατικός εναντίον τού θανάτου. Οι γιατροί καί τό νοσηλευτικό προσωπικό παλεύουν μέ τόν θάνατο ο οποίος διεκδικεί τόν ασθενή, αλλά καί ο ασθενής βρίσκεται σέ δύσκολη κατάσταση. Μπροστά του βλέπει τόν θάνατο νά έρχεται, καί αυτό τού αυξάνει τήν στενοχώρια, συγχρόνως είναι μόνος του, χωρίς τήν ύπαρξη τών αγαπημένων του προσώπων, τά οποία βλέπει ελάχιστα λεπτά τής ώρας. Τότε βρίσκεται απέναντι στά μεγάλα ερωτήματα τής ζωής καί τού θανάτου, τού νοήματος τής ζωής, αλλά εμφανίζονται καί οι τύψεις από γεγονότα τού παρελθόντος.

Στόν θάλαμο εντατικής θεραπείας υπάρχει έντονο ενδιαφέρον γιά τήν υγεία τού σώματος καί τήν διαφυγή τού θανάτου, αλλά δέν υπάρχει παράλληλο ενδιαφέρον γιά τά εσωτερικά υπαρξιακά ερωτήματα καί τίς πνευματικές ανησυχίες τού ασθενούς. Ο Κληρικός δύσκολα μπορεί νά εξασκήση τήν ποιμαντική του διακονία. Έτσι, ο ασθενής μόνος του πρέπει νά ανανήψη πνευματικά, νά δεχθή τίς επισκέψεις τής θείας Χάριτος, ανάλογα μέ τίς προηγούμενες εσωτερικές καταστάσεις.

Στό διαδίκτυο βρήκα ένα κείμενο τού αειμνήστου λαμπρού Εισαγγελικού Λειτουργού Ευάγγελου Κρουσταλάκη, πού έφθασε μέχρι καί τήν θέση τού Εισαγγελέως τού Αρείου Πάγου, μέ τίς νομικές του γνώσεις, αλλά καί τό ήθος του. Ο ίδιος περιγράφει τήν εμπειρία του από τήν μονάδα εντατικής νοσηλείας στήν οποία βρέθηκε μετά από μιά σοβαρή χειρουργική επέμβαση. Γράφει γιά τό «έντονο συναίσθημα απομόνωσης», γιά τήν «αίσθηση τής εγκατάλειψης, «τίς ατέλειωτες ώρες τής μοναξιάς», τίς πολλές σκέψεις πού «κατακλύζουν τό μυαλό τού ανθρώπου», καί πού ταλανίζουν τήν ψυχή του. Στήν αρχή τόν βοήθησαν οι όμορφες αναμνήσεις «από τά προηγούμενα χρόνια», αλλά πάλι τόν κατέκλυσε «τό συναίσθημα τής μοναξιάς καί τής εγκαταλείψεως». Καί στήν συνέχεια γράφει:

«Όπως ήμουν ξαπλωμένος στό κρεβάτι, κοιτάζοντας σχεδόν πάντοτε τό ταβάνι τού δωματίου, άρχισα νά περιφέρω τό βλέμμα μου γύρω-τριγύρω. Καί ξαφνικά ανακάλυψα στόν απέναντι τοίχο, στήν επάνω αριστερή γωνία του, μιά εικόνα τής Παναγίας πού στήν αγκαλιά της κρατούσε τόν Χριστό. Κάποιος καλός άνθρωπος τήν είχε τοποθετήσει εκεί. Από τήν στιγμή αυτή η Παναγία μας έγινε η συντροφιά μου. Αυτή η απλή εικόνα, πού δέν είχε ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία, ήταν μιά πόρτα πού μέ οδήγησε κοντά στήν Παναγία. Κατανόησα καλύτερα τότε τί πάει νά πεί ότι "η τιμή τής εικόνος επί τό πρωτότυπον διαβαίνει", όπως λένε οι Πατέρες τής Εκκλησίας μας.

Συναισθήματα, σκέψεις, αγωνίες μού έγιναν αντικείμενο εκμυστηρεύσεών μου στήν Παναγία. Εκείνη φαινόταν πώς μέ άκουε. Φυσικά δέν μού μιλούσε, έδειχνε όμως ότι κατανοούσε τήν αγωνία μου. Έτσι, μιά ατμόσφαιρα γαλήνης καί ηρεμίας επικράτησε σιγά-σιγά καί ανεπαίσθητα στήν τρικυμισμένη ψυχή μου. Οι ατέλειωτες ώρες τής παραμονής μου στήν εντατική έπαψαν νά είναι εφιαλτικές. Είχα τήν αισθηση πώς κάποιος, πού μέ αγαπούσε πολύ, βρισκόταν δίπλα μου. Ένιωθα τό ζεστό χάδι, από τό χέρι ενός δικού μου ανθρώπου, στό ξερό καί φλεγόμενο από τόν πυρετό μέτωπό μου».

Αυτό τό περιστατικό δείχνει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει στήν ζωή μας η Παναγία, ιδίως άν κανείς είχε παρόμοιες εμπειρίες προηγουμένως. Έπειτα, δείχνει τήν μεγάλη αξία τών εικόνων, τών εκκλησιαστικών συμβόλων πού μπορούν νά βοηθήσουν τόν άνθρωπο σέ στιγμές πού είναι αδύνατη άλλη ανθρώπινη βοήθεια. Σέ κάποιο σημείο τού άρθρου του ο αείμνηστος Ευάγγελος Κρουσταλάκης γράφει:

«Οι αναμνήσεις αυτές, αλλά ιδιαίτερα η εμπειρία μου από τήν Παναγία τής εντατικής, αισθάνομαι πώς μέ έχουν συνδέσει στενά μέ τήν εικόνα τής Παναγίας. Έτσι τώρα μπορώ νά νιώσω καλύτερα γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι, σέ δύσκολες στιγμές τής ζωής τους, στήν Παναγία προσφεύγουν καί αυτήν επικαλούνται, προσευχόμενοι μπροστά στήν εικόνα της».

Η Παναγία επεμβαίνει στίς πιό δύσκολες στιγμές τής ζωής μας, αρκεί νά ζητήσουμε τήν βοήθειά της.

Από το περιοδικό: Εκκλησιαστική Παρέμβαση


http://agiameteora.net/index.php/thavmata/3013-i-panagia-stin-entatiki.html

Every sin, in reality is a sin through pride ( St. Justin Popovic )

The third sin, which synthesizes all the sins of the world is: “the pride of life.” That is the first sin in all the worlds: the sin of Satan. The source of all sins, which always was and will forever stay as such. It can be said: pride is the ultimate sin. Every sin, through its life force, comes from it and holds to it: “the pride of life”–woven from countless multifarious prides, both great and small, both short-term and long term. 

Let us remember the primary things: the pride of glory (scientific, government, in any rank or position in general), pride of beauty, pride of wealth, pride of benevolence, pride of humility (yes! of humility), pride of charity, pride of success…There is not a virtue that pride cannot convert into a vice. The pride of prayer converts the person praying into a Pharisee, and the ascetic into a self-murderer. 

So, every sin, in reality is a sin through pride, because Satan in in reality Satan through pride. If it were not for pride, sin would not exist, neither in the angelic or the human world. All this “is not of the Father.” That which is of the Father is the Only Begotten Son of God. He is incarnate and personified humility before all of His divine perfections. In His Gospel, the beginning virtue, the ultimate virtue is humility (Matt. 5:3). Humility is the only medicine for pride and all other sins.

Friday, March 27, 2015

Ο Ἅγιος Πορφύριος προσεύχεται λέγοντας το ''Βασιλεύ ουράνιε''

ο Ἅγιος Πορφύριος διαβάζει την συγχωρετική ευχή

Πραγματικά είναι πλούσιος ο άνθρωπος που διαθέτει πίστη.

Πραγματικά είναι πλούσιος ο άνθρωπος που διαθέτει πίστη. Πίστη στον Σωτήρα Χριστό, πίστη στην αγάπη Του, πίστη στην πρόνοιά Του. Εμπιστοσύνη στην αγάπη της Παναγιάς, των Αγίων και των αγίων Αγγέλων.
Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και κάποιος πιστός μέσης περίπου ηλικίας , που κατάγεται από κοντινή στη Μονή κωμόπολη. Το 1998 του έκανε η Παναγία ένα διπλό θαύμα. Τον θεράπευσε από το δυσίατο πάθος του αλκοολισμού και από κίρρωση του ήπατος, την οποία έπαθε από κατάχρηση οινοπνεύματος. Πέρασαν από τότε επτά περίπου χρόνια . Χρόνια όμορφα, ειρηνικά, με υγεία και τελεία απαλλαγή από το παλιό πάθος.
Στον έβδομο όμως χρόνο μια νέα απειλητική αρρώστια παρουσιάστηκε στον ορίζοντα. Ένας όγκος σε μέγεθος μεγάλου καρυδιού του εμφανίστηκε κάτω από το αυτί, στον λεμφαδένα.
Οι γιατροί ανησύχησαν και συνέστησαν αμέσως εγχείρηση. Πράγματι, εγχειρίστηκε μετά από τις απαραίτητες εξετάσεις. Ο χειρούργος μετά την εγχείρηση είπε ότι επρόκειτο για κακοήθη όγκο των λεμφαδένων. Όλοι στενοχωρήθηκαν , εκτός από τον ασθενή! Αυτός δεν φαινόταν να ανησυχεί καθόλου. Είχε πει στους γιατρούς:
- Κάντε εσείς την δουλειά σας και τα υπόλοιπα είναι της Παναγιάς!
Το ιατρικό προσωπικό θαύμασε την πίστη του. Αταλάντευτη πίστη. Και .. ήρθε και το δεύτερο βραβείο. Η δεύτερη θαυματουργική θεραπεία. Ενώ η κατάσταση του ήταν σοβαρή και η εικόνα του όγκου έδειχνε την κακοήθεια, όταν έγιναν οι σχετικές εξετάσεις, τ’ αποτελέσματα έδειξαν το αντίθετο! Τότε οι γιατροί, για να σιγουρευτούν για το αποτέλεσμα, έστειλαν σε έγκριτους επιστήμονες του εξωτερικού τις εξετάσεις του, για να αποφανθούν περί της κακοήθειας ή μη του όγκου. Και αυτοί με τη σειρά τους επιβεβαίωσαν το θαύμα. Η ζωή χαρίστηκε για δεύτερη φορά στην πιστό άνδρα.
Είθε με την Χάρη του Θεού όλοι οι χριστιανοί να διαθέτουμε αταλάντευτη πίστη προς τον Χριστό μας!

Πηγή: «ΝΕΩΤΕΡΑ ΘΑΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑ
&ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ»
ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΜΟΝΑΣΤΙΚΗΣ
ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ
ΔΩΡΙΔΑ 2007

I am at this moment in some pain, and I call on the Name of Jesus ( Fr. Seraphim Rose )


“Why do men learn through pain and suffering, and not through pleasure and happiness? Very simply, because pleasure and happiness accustom one to satisfaction with the things given in this world, whereas pain and suffering drive one to seek a more profound happiness beyond the limitations of this world. I am at this moment in some pain, and I call on the Name of Jesus—not necessarily to relieve the pain, but that Jesus, in Whom alone we may transcend this world, may be with me during it, and His will be done in me. But in pleasure I do not call on Him; I am content then with what I have, and I think I need no more. And why is a philosophy of pleasure untenable?—because pleasure is impermanent and unreliable, and pain is inevitable. In pain and suffering Christ speaks to us, and thus God is kind to give them to us, yes, and evil too—for in all of these we glimpse something of what must lie beyond, if there really exists what our hearts most deeply desire.”


Fr. Seraphim Rose


Are you a sinner? Do not become discouraged, and come to Church . . .( St. John Chrysostom )


“Are you a sinner? Do not become discouraged, and come to Church to put forward repentance. Have you sinned? Then tell God, ‘I have sinned.’ What manner of toil is this, what prescribed course of life, what affliction? What manner of difficulty is it to make one statement, ‘I have sinned’? 


Perhaps if you do not call yourself a sinner, you do not have the devil as an accuser? Anticipate this and snatch the honor away from him, because it is his purpose to accuse. Therefore, why do you not prevent him, and why do you not tell your sin and wipe it out, since you know that you have such an accuser who cannot remain silent? Have you sinned? Come to Church. Tell God, ‘I have sinned.’ 

I do not demand anything else of you than this. Holy Scripture states, ‘Be the first one to tell of your transgressions, so you may be justified.’ Admit the sin to annul it. This requires neither labor nor a circuit of words, nor monetary expenditure, nor anything else whatsoever such as these. Say one word, think carefully about the sin and say, ‘I have sinned.'”

  St. John Chrysostom, On Repentance and Almsgiving, Homily 2

http://orthodoxchurchquotes.com/

Thursday, March 26, 2015

Ορθόδοξοι Πατέρες λένε την ευχή

Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού ( Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )


Ας μη νομίζουμε, λοιπόν, ότι ο πλούτος είναι με­γάλο αγαθό. Μεγάλο αγαθό δεν είναι το ν' αποκτήσει κανείς χρήματα, αλλά φόβο Θεού. Ένας δίκαιος άνθρωπος, που για την αρετή του έχει πολλή παρρη­σία ενώπιον του Θεού, ακόμα κι αν είναι ο φτωχότε­ρος απ' όλους, μπορεί ν' αντιμετωπίσει κάθε συμφορά. Στις περιπτώσεις που τα χρήματα είναι άχρηστα, ένας άγιος κατορθώνει τα ακατόρθωτα, φτάνει μόνο να υψώσει τα χέρια του στον ουρανό και να ζητήσει την επέμβαση του Θεού. Σας θυμίζω ένα χαρακτηριστικό σχετικό περιστατικό από τις Πράξεις των Αποστό­λων:

Οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης ανέβαιναν μια μέρα μαζί στο ναό. Ήταν τρεις το απόγευμα, ώρα προσευχής. Μπροστά στην πύλη του ναού, που λεγό­ταν ωραία, έφερναν έναν άνθρωπο εκ γενετής χωλό και τον έβαζαν εκεί κάθε μέρα για να ζητάει ελεημο­σύνη. Μόλις, λοιπόν, είδε τον Πέτρο και τον Ιωάννη έτοιμους να μπουν στο ναό, τους ζήτησε ελεημοσύνη. Ο Πέτρος του είπε: «Κοίταξέ μας». Ο χωλός τους κοί­ταξε με προσοχή, περιμένοντας κάτι να πάρει απ' αυτούς. Μα ο Πέτρος είπε: «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω. Ό,τι όμως έχω, αυτό σου δίνω: Στο όνομα του Ιησού Χριστού του Ναζωραίου, σήκω και περπάτα!». Και πιάνοντάς τον από το δεξί χέρι, τον σήκωσε. Εκείνος τότε, μ' ένα πήδημα, στάθηκε όρθιος και άρχισε να περπατάει. Ύστερα μπήκε μαζί με τους αποστόλους στο ναό, δοξάζοντας το Θεό (Πράξ. 3:1-8). «Χρήματα ασημένια και χρυσά δεν έχω», είπε ο Πέ­τρος. Ποιά λόγια είναι σεμνότερα απ' αυτά; Τί μακα­ριότητα και τί πλούτο κρύβουν μέσα τους! Αλλοι κα­μαρώνουν για τα αντίθετα, λέγοντας με καυχησιά: "Έχω τόσα και τόσα χρυσά τάλαντα, τόσα στρέμματα γης, τόσα σπίτια, τόσα ζώα". Ο Πέτρος, μην έχοντας απολύτως τίποτα, όχι μόνο δεν πνίγεται από τη φτώ­χεια του, αλλά και στολίζεται μ' αυτήν. Έτσι, λοιπόν, μπορείς, χωρίς να έχεις τίποτα, να τα έχεις όλα δικά σου΄ και έχοντας τα πάντα, να μην έχεις τίποτα. Γιατί όποιος θεωρεί την περιουσία του κοινή, όχι μόνο δική του, και τη μοιράζεται με τους άλλους, έχει και την ξένη περιουσία δική του, γιατί απ' όλους θα πάρει ό,τι χρειάζεται. Ενώ εκείνος που θεωρεί τον εαυτό του κύριο των πραγμάτων του και δεν δίνει σε κανένα τίποτα, όχι μόνο δεν θα πάρει το παραμικρό από τους άλλους, μα ούτε και τα δικά του δεν κατέχει, αφού ανήκουν τελικά όχι τόσο σ' αυτόν, όσο στους κλέφτες και τους δανειστές και τους κληρονόμους.

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

http://agiameteora.net/index.php/paterika/2995-megalo-agatho-den-einai-to-n-apoktisei-kaneis-xrimata-alla-fovo-theoy.html

Having a full stomach ( St. Paisios )


It is better for someone to eat a little twice a day and have more humility and a lighter stomach, than to eat once a day, have a full stomach and a head full of pride.

St. Paisios

Synaxis of the Archangel Gabriel


 


Commemorated on March 26

Troparion & Kontakion

Synaxis of the Holy Archangel Gabriel: The Archangel Gabriel was chosen by the Lord to announce to the Virgin Mary about the Incarnation of the Son of God from Her, to the great rejoicing of all mankind. Therefore, on the day after the Feast of the Annunciation, the day on which the All-Pure Virgin is glorified, we give thanks to the Lord and we venerate His messenger Gabriel, who contributed to the mystery of our salvation.

Gabriel, the holy Archistrategos (Leader of the Heavenly Hosts), is a faithful servant of the Almighty God. He announced the future Incarnation of the Son of God to those of the Old Testament; he inspired the Prophet Moses to write the Pentateuch (first five books of the Old Testament), he announced the coming tribulations of the Chosen People to the Prophet Daniel (Dan. 8:16, 9:21-24); he appeared to St Anna (July 25) with the news that she would give birth to the Virgin Mary.

The holy Archangel Gabriel remained with the Holy Virgin Mary when She was a child in the Temple of Jerusalem, and watched over Her throughout Her earthly life. He appeared to the Priest Zachariah, foretelling the birth of the Forerunner of the Lord, St John the Baptist.

The Lord sent him to St Joseph the Betrothed in a dream, to reveal to him the mystery of the Incarnation of the Son of God from the All-Pure Virgin Mary, and warned him of the wicked intentions of Herod, ordering him to flee into Egypt with the divine Infant and His Mother.

When the Lord prayed in the Garden of Gethsemane before His Passion, the Archangel Gabriel, whose very name signifies “Man of God” (Luke. 22:43), was sent from Heaven to strengthen Him.

The Myrrh-Bearing Women heard from the Archangel the joyous news of Christ’s Resurrection (Mt.28:1-7, Mark 16:1-8).

Mindful of the manifold appearances of the holy Archangel Gabriel and of his zealous fulfilling of God’s will, and confessing his intercession for Christians before the Lord, the Orthodox Church calls upon its children to pray to the great Archangel with faith and love.

The Synaxis of the Holy Archangel Gabriel is also celebrated on July 13. All the angels are commemorated on November 8.


http://oca.org/saints/lives/2015/03/26/100886-synaxis-of-the-archangel-gabriel

Θεία κοινωνία - Μητροπολίτη Λεμεσού Αθανάσιο

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...