Toυ π. Ιεροθέου Ανδρουτσόπουλου
Κάποιος μου είπε λίγες ημέρες πριν πως πάτερ, έχεις καιρό να γράψεις κάτι.
Και του απάντησα πως συνηθίζω να λερώνω με μελάνι τις λευκές γραμμές του χαρτιού, μόνο όταν κάτι συμβαίνει και μου προξενεί το ενδιαφέρον ή μου προκαλεί την ευαισθησία. Και είναι αλήθεια, πάει καιρός από τότε.
Πάντα όμως εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι έρχεται να σου αναταράξει για λίγο την ησυχία και ίσως και την εφησυχάζουσα συνείδησή σου.
Σκέψεις, λογισμοί, απορίες, αγωνίες όλο αυτό τον καιρό για την νέα αυτή χρονιά, προβληματισμοί του παρόντος, αμφιβολίες για την πορεία του μέλλοντος, την προσωπική ευτυχία και την γενικότερη κατάσταση στον κόσμο, βασανίζουν την καρδιά σου, την σκέψη μου, την ψυχή μας. Γενικότερη η ανησυχία. Μεγάλη η ανεργία. Πλήθυνε λένε η ανομία. Εγκαθίσταται η αναρχία. Στερείται η ελευθερία μας. Χάνεται η γεωγραφική μας κυριαρχία. Τα πάντα αλλάζουν. Και ξαφνικά αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα, δεν πρόκειται να σωθείς, σου λένε επίμονα ότι ο Θεός πέθανε, ότι δεν υπάρχει ζωή.
« Θεέ μου τι κόσμος! Βοήθησε με να σωθώ. Να μην σέρνομαι στο χώμα. Αναζωπύρωσε μέσα μου την φλόγα της ελπίδος. Μπορείς άλλωστε. Τι είναι για Σένα ένα θαύμα! Συγχώρεσε την παρρησία μου. Σε αισθάνομαι Πατέρα. Θέλω να νιώθω άνετα μαζί σου».
Αυτές ήταν οι σκέψεις μου. Τις μοιράστηκα μαζί σας. Με βασάνιζαν, δεν σας το κρύβω. Μέχρι που ένας ταξιτζής, άνθρωπος του μεροκάματου, μου έλυσε την απορία. Σου κάνει εντύπωση; Και όμως.
« Πάτερ, μου είπε, άκου αυτό που θα σου πω και πες μου. Σε ένα φίλο, αδελφικό, του διέγνωσαν καρκίνο. Φοβήθηκε. Ταράχτηκε όλη η οικογένειά του. Τον έπιασε τρόμος. Εξετάσεις, αποτελέσματα, επισκέψεις σε γιατρούς, μαγνητικές, αξονικές στο κεφάλι. Τελευταία ελπίδα ,του είπαν, στο εξωτερικό , ένα διαγνωστικό κέντρο στην Γαλλία, για ειδικές εξετάσεις .
Γαλλία, ημέρα Σάββατο , ένα όμορφο πρωινό, στην αναμονή ή στην προσμονή των αποτελεσμάτων , εκεί σε μια στάση, στριμωγμένος με πολύ κόσμο. Ψάχνοντας ταξί. Έπειτα από αρκετή ώρα αναμονής ένα ταξί σταματά εμπρός του και του ανοίγει την πόρτα. «Πηγαίνετε με στο τάδε ξενοδοχείο» , είπε στα γαλλικά, μα κατάλαβε ότι ο ταξιτζής ήταν Έλληνας. «Τι κάνεις στην Γαλλία», τον ρώτησε. «Ήρθα για κάτι εξετάσεις». «Καλά δεν υπάρχουν νοσοκομεία στην Ελλάδα»;.
Ε, για καλύτερα, απάντησε. « Ξέρω ένα καλό νοσοκομείο εκεί στην Αίγινα, πήγαινε εκεί.» Η κούρσα τελείωσε , η απροσδόκητη επαφή με τον ταξιτζή, χάθηκε.
Στην Ελλάδα, λίγες ημέρες μετά, μου συνέχισε την διήγηση ο ταξιτζής που με έφερνε στο μοναστήρι, ο φίλος ρώτησε ποιο νοσοκομείο υπάρχει στην Αίγινα για να πάει. Του απάντησα πως η Αίγινα φημίζεται μόνο για τον Άγιο Νεκτάριο. Δεν έχει νοσοκομείο για ασθενείς με καρκίνο. Πήγε, τελικά, στο Μοναστήρι του Αγίου, και μπαίνοντας μέσα είδε την αγιογραφία με τον Άγιο Νεκτάριο. Λιποθύμησε. Τον ήξερε αυτό τον Άγιο.Ήταν ο ταξιτζής της Γαλλίας!!!»
Και τότε πήρα την απάντηση στα ερωτηματικά που περιέγραψα παραπάνω. Ένας ταξιτζής σε μένα έλυσε την απορία της αγωνίας, κατάλαβα ότι υπάρχει Ζωή και αυτή την ζωή θέλω να ζήσω, και ένας άλλος ταξιτζής (Άγιος Νεκτάριος) στον ασθενή αδελφό έδωσε την υγεία και την λύση στο αδιέξοδο της αρρώστιας.
Πηγη :http://agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/6848-synantisi-me-enan-taksitzi-pou-itan-o-agios-nektarios.html

Ὁ Πνευματικὸς εἶναι ἕνα ἄλλο πρόσωπο. Δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὶς ἐπιστημονικὲς ἐπιδόσεις στὴ ζωὴ αὐτή. Δὲν ἔχει καμμία πληροφορία ἀπὸ τὶς θεωρίες τοῦ κόσμου. Ἴσως πολλὲς φορὲς νὰ τὶς ξέρει, ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἐμπιστευτεῖ, γιατὶ οἱ θεωρίες τοῦ κόσμου ἔχουν καὶ τὶς μεταλλαγές τους καὶ τὶς ἐπιπτώσεις τους. Σήμερα λένε αὐτό, αὔριο λένε τὸ ἄλλο. Τὸ ἔργο τοῦ Πνευματικοῦ πατρὸς θὰ ἔλεγα τελικὰ εἶναι χάρισμα. Δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Ὅπως αὐτὸς ποὺ δωρίζει ἕνα χάρισμα «οὔκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» ὁ Χριστὸς δηλαδή, ποὺ μὲ τὸ Ἅγιό του Πνεῦμα Χριστοποιεῖ τοὺς ἀνθρώπους, ἔτσι καὶ τὸ χάρισμα ποὺ λαβαίνει ὁ Πνευματικὸς δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, δὲν εἶναι ἔργο τῆς ἐπιστήμης καὶ γνώσεως ἐπιστημονικῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀκολουθεῖ καὶ ἄλλες διαδικασίες.
Πολλοὶ Πνευματικοὶ ἔπεσαν σ᾿ αὐτὴν τὴν πλάνη καὶ νόμισαν ὅτι θὰ προσφέρουν ἔργο Πνευματικὸ μὲ τὸ ν᾿ ἀκολουθήσουν γνωστικὲς μεθόδους τοῦ κόσμου. Καὶ σπούδασαν ψυχολογία καὶ σπούδασαν κοσμικὲς ἐπιστῆμες καὶ μπῆκαν μέσα στὴ διαδικασία τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐφήρμοσαν μεθόδους ὄχι παραδοσιακούς-ἐκκλησιαστικούς, ὅπως τὶς παραλάβαμε ἀπὸ τὴν δισχιλιετὴ πεῖρα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀλλὰ ἐφήρμοσαν μεθόδους ἐπιστημονικὲς καὶ στὸ τέλος ἀπέτυχαν.
Γνώρισα κάποιον Πνευματικό, ὁ ὁποῖος ἀποδελτίωνε ὅλες τὶς πράξεις ὅλων τῶν πνευματικῶν του τέκνων. Πῶς κάνουνε μερικὲς φορὲς ὁρισμένοι ἄνθρωποι ποὺ φτιάχνουν καρτέλα καὶ ξέρουν κάθε φορὰ ὅταν ἔρθει ὁ ἐξομολογούμενος, τί ἔχει πράξει στὸ παρελθόν, βγάζει τὴν καρτέλα καὶ προσθέτει ἢ ἀφαιρεῖ στοιχεῖα ποὺ ἀναφέρει ὁ ἐξομολογούμενος. Μέθοδος καὶ μεθόδευση δηλαδὴ σπάνια. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τελικὰ ἔφτασε νὰ βλάπτει τοὺς ἐξομολογουμένους καὶ βλάφτηκε καὶ ὁ ἴδιος καὶ ἀσθένησε καὶ παρ᾿ ὀλίγο νὰ πεθάνει, ἀπὸ τὴν μεθοδολογία ποὺ χρησιμοποίησε τὴν ἐπιστημονικὴ καὶ τὴν κοσμική.
Ἡ Πνευματικὴ πατρότης εἶναι γέννημα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἕνας Πνευματικὸς Πατὴρ δὲν μπορεῖ νὰ γεννηθεῖ ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ,τιδήποτε ἄλλος πατέρας, ἐκτὸς ἀπὸ Πνευματικὸς Πατέρας.
Καὶ ἔχουμε τέτοιους πατέρες, εἴτε λέγονται Ἐθνοπατέρες, εἴτε λέγονται Ἀποστολικοὶ Πατέρες, εἴτε λέγονται Φυσικοὶ Πατέρες. Δὲν εἶναι ὅμως Πνευματικοὶ Πατέρες.
Ἡ Πνευματικὴ πατρότης, ἐπαναλαμβάνω, προέρχεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ζωή.
Μπαίνει κανεὶς ἀπὸ τὰ μικρά του χρόνια, μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ζωή. Συνηθίζει νὰ κολυμπᾷ μέσα στὴν πεῖρα τῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ μὲ τὸν χρόνο καὶ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν, μπαίνει στὴ διαδικασία μετὰ τῆς καθάρσεως τῶν ἄλλων. Γνωστὸ εἶναι τὸ κλασσικὸ χωρίο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου: «Εἶναι ἀδύνατον νὰ καθάρεις ἕναν ἄνθρωπο, ἂν δὲν καθαρθεῖς ἐσύ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν φωτίσεις, ἂν δὲν ἔχεις τρόπο καὶ μέσο φωτισμοῦ». Δηλαδὴ πρῶτα καθαρθεῖναι καὶ ὕστερα καθάραι, πρῶτα φωτισθῆναι καὶ ὕστερα φωτῖσαι.
Αὐτὴ εἶναι ἡ μέθοδος τῆς Ὀρθόδοξης ζωῆς γενικά.
Εἰδικώτερα δὲ διὰ τὸ χάρισμα τοῦ Πνευματικοῦ πατρός, ὄχι μόνον αὐτὸς πρέπει νὰ ἔχει αὐτὴν τὴν προετοιμασία, νὰ μπεῖ δηλαδὴ μέσα στὴ διαδικασία τῆς ὑπακοῆς στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες εἶναι ἀπέραντες μέσα στὶς Γραφὲς καὶ ἴσως δὲν μπορεῖ νὰ βγεῖ εἰς πέρας μερικὲς φορές, γιαυτὸ καὶ μπαίνει κάτω ἀπὸ τὴν Πνευματικὴ πατρότητα καὶ αὐτὸς καὶ τηρεῖ τὶς ἐντολὲς τοῦ Πνευματικοῦ πατρὸς αἰσθητὰ γιὰ νὰ μπορέσει κι αὐτὸς νὰ κόψει τὸ θέλημά του, κι ὅπως ἀναφέρει ἕνας Ἅγιος εἶναι κοινὴ πεῖρα τῶν Πατέρων, ὅτι μέσα στὸν ἄνθρωπο κυκλοφοροῦν τὰ ἑξῆς τρία θελήματα:
Τὸ ἕνα θέλημα εἶναι τὸ θέλημα τῆς καρδίας μας, τὸ δεύτερο θέλημα εἶναι τὸ θέλημα τοῦ σατανᾶ καὶ τὸ τρίτο θέλημα εἶναι ἡ σποραδικὴ παρουσία κατ᾿ ἀρχὰς καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ μόνιμο δένδρο, τὸ θαλερό, τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τοῦ Πνεύματος τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ ἔρχεται μέσα ἀπὸ τὴν διαδικασία τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν. Λέει σ᾿ ἕνα σημεῖο ἡ Γραφή: «Ἐὰν τὰς ἐντολὰς τὰς ἐμὰς τηρήσετε, ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ εἰσελευσόμεθα καὶ Μονὴ παρ᾿ ἐμοὶ ποιήσωμεν». Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα.Λέει ἕνας Ἅγιος: Προέλαβε τὸ Πνεῦμα μόλις μπῆκε στὸν κόπο ὁ ἄνθρωπος νὰ θελήσει νὰ τηρήσει τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, προέλαβε τὸ Πνεῦμα καὶ ἐπισκέφθηκε τὸν ἄνθρωπο καὶ βοηθὸς πλέον τοῦ ἀνθρώπου στὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν, περιμένει τὴν ἔλευση τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ, ὁπότε βρίσκεται μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος, μ᾿ ἕναν τρόπο θαυμαστὸ καὶ μὲ ἀρχικὴ πρόθεση νὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ἂν δὲν γίνει αὐτό, ἂν δὲν μπεῖ μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν διαδικασία κανείς, μὴν περιμένει νὰ ἔχει ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ κατὰ συνέπεια δὲν θἄχει τὴν δυνατότητα νὰ βοηθήσει κι᾿ ἕναν ἄλλον ἄνθρωπο.
Μετάνοια κατὰ τοὺς Πατέρες εἶναι ἡ μεταστροφὴ τοῦ νοὸς ἀπὸ τὰ χείρονα στὰ κρείττονα. Ἐὰν δὲν συμβεῖ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει κάθαρση.
Ἡ διαδικασία τῆς καθάρσεως ἀρχὴ ἔχει τὴν μετάνοια. Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα ἔργο ποὺ ξεκινάει ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ἀνθρώπινης ἀδυναμίας. Ὅτι ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ ἐκριζώσω τὸ κακό, γι᾿ αὐτὸ καὶ μπαίνω μέσα στὸ Θεό, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸς νὰ ἐκριζώσει τὸ κακό.
Λέει ὁ Ἅγιος Μακάριος, ὅτι ἔργο δικό μας εἶναι νὰ πολεμοῦμε τὸν διάβολο καὶ νὰ τὸν ἀντιμαχόμαστε καὶ νὰ ἀντιπαλεύουμε καὶ νὰ ἀντιπολεμούμεθᾳ ἀπ᾿ αὐτόν. Ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ ἐκριζῶσαι τὸ κακό. Ἂν δὲν ἔχει κανεὶς αἴσθηση αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας του, δὲν μπορεῖ νὰ πιστέψει στὸν Θεό, ὅτι θὰ τὸν κάνει καλά. Καὶ ἡ πεῖρα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ ἔρχεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀκριβῶς.
Ἦρθε κάποιος καὶ μοῦ εἶπε, χωρὶς νὰ καταλάβω τί συνέβη μέσα στὴν ψυχή του, μπαίνει στὸ ἐξομολογητήριο καὶ κάθησε καὶ μοῦ λέει: «Ἐπιτέλους θὰ τὰ πῶ», χαρούμενος,- δὲν μποροῦσε νὰ τὰ πεῖ καὶ ν᾿ ἀναφέρει τὶς ἁμαρτίες του – «ἐπιτέλους τὰ ἔγραψα». Γιατὶ τὴν ὥρα ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει τὶς ἁμαρτίες του, ἄρχισε καὶ μέσα του ἡ χαρὰ καὶ ᾖρθε τρέχοντας νὰ πεῖ τὶς ἁμαρτίες του.
Ἡ μετάνοια δηλαδή, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ μέσα στὸ νοῦ μας ἀντιλαμβανόμαστε τὴν ἀδυναμία μας καὶ τὴν ἀνάγκη καθάρσεως καὶ μπαίνουμε σ᾿ αὐτὴν τὴν διαδικασία καὶ ἐν συνεχείᾳ τὸ τέλος της εἶναι ἡ συντριβὴ τῆς καρδίας καὶ τὰ ἔργα τῆς μετάνοιας, ποὺ οὐσιαστικὰ εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ μὴν ἐπανέλθουμε καὶ πέσουμε ξανὰ στὶς ἁμαρτίες.
Θὰ σᾶς ἀναφέρω πάλι μία γνώμη ἑνὸς Ἁγίου Πατρός: "Ἡ μετάνοια εἶναι ἀνεκτίμητο δῶρο πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ μετάνοια εἶναι τὸ θεῖο θαῦμα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ἡμῶν μετὰ τὴν πτῶσιν. Ἡ μετάνοια εἶναι ἔκχυση θείας ἐμπνεύσεως ἐφ᾿ ἡμᾶς, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνυψούμεθα εἰς τον Θεό, τὸν Πατέρα ἡμῶν, ἵνα ζήσουμε αἰωνίως ἐν τῷ φωτὶ τῆς Ἀγάπης Αὐτοῦ. Διὰ τῆς μετανοίας συντελεῖται ἡ θέωσις ἡμῶν, τοῦτο εἶναι γεγονὸς ἀσυλλήπτου μεγαλείου. Ἡ δωρεὰ αὐτὴ κατέστη δυνατὴ διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ Γεθσημανῇ, διὰ τοῦ θανάτου ἐπὶ τοῦ Γολγοθᾶ καὶ διὰ τῆς Ἀναστάσεως".
Εἴδατε ὅλα αὐτὰ βρίσκονται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ζωή. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ζωὴ δὲν μποροῦμε νὰ βροῦμε μετάνοια. Μεταμέλειες ὑπάρχουν, μετάνοιες δὲν ὑπάρχουν. Ἄλλο μεταμέλεια, ἄλλο μετάνοια. Μεταμελήθηκε ὁ Ἀδὰμ ὅταν βγῆκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Δὲν μετανόησε ὅμως ὅταν προσκλήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μέσα στὸν Παράδεισο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐπέφερε τὶς συνέπειες στὸ ἀνθρώπινο γένος.
Ὁ Πνευματικὸς ποὺ ἔχει αὐτὴ τὴν ἀρχὴ ἐργάζεται κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ποὺ τελικὰ δὲν αὐτοκαλεῖται, ἀλλὰ καλεῖται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Αὐτὸς ὁ Πνευματικὸς μόλις μπαίνει μέσα στὴν γνώση τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, μπαίνει σ᾿ ἕνα δίλημμα. Βλέπει τὴν ἐξωτερικὴ γενικὴ ἀποστασία, βλέπει τὴν ἐσωτερικὴ κακοποίηση καὶ βλέπει καὶ τὴν ἀδυναμία διορθώσεως καὶ πάρ᾿ ὅλο ποὺ πολλὲς φορὲς ἀνθρωπίνως ἢ καὶ μὲ τὴν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος προσπαθεῖ, βλέπει πάρα πολλὲς φορὲς ἀναποτελεσματικότητα στὸ ἔργο του, γι᾿ αυτὸ καὶ μπαίνει στὸ δίλημμα: Νὰ προχωρήσει ἢ νὰ σταματήσει;
Οἱ Ἅγιοι λένε ὅτι εἶναι προτιμώτερο νὰ σῴζεις τὴν ψυχή σου παρὰ νὰ προσπαθεῖς νὰ σῴζεις τοὺς ἄλλους. «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδίσῃ τὸν κόσμον ὅλον, ζημιωθῇ δὲ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;»
Ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ λέει ὅτι ἐὰν θὰ μπεῖς στὴν ἔρημο νὰ ἐργαστεῖς τὴν Ὀρθόδοξη ζωὴ διὰ τῆς Προσευχῆς, εἶναι χίλιες φορὲς καλύτερο ἀπὸ τὸ νὰ μπεῖς μέσα στὴ ζοῦγκλα τῶν παθῶν, γιὰ νὰ σώσεις ἀνθρώπους.
Καὶ γνωρίζοντας αὐτὰ τὰ μηνύματα καὶ τὶς διδασκαλίες τῶν Πατέρων ἕνας Πνευματικὸς μπαίνει σ᾿ αὐτὸ τὸ δίλημμα.
Τί νὰ κάνει;Ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ βλέπει τὶς ἀσθένειες καὶ γνωρίζει ὅτι οἱ ἀσθένειες αὐτές, οἱ περισσότερες ἀπὸ αὐτές, θεραπεία βρίσκουν μόνο μέσα ἀπὸ τὴν διαδικασία ἐπανασυνδέσεως μὲ τὸν Θεὸ τοῦ ἀνθρώπου.
Ὅπως λέει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος σ᾿ ἕνα σημεῖο ὅτι: δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ μένει ἀθεράπευτο, ἐὰν μπεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο ὅλος ὁ Χριστός. «Ἐὰν ὅλος εἰσδέξῃς τὸν Χριστὸν πάσας τὰς Χριστοῦ θεραπείας ἐπὶ τὰς σεαυτὸν συνάξεις τῆς ψυχῆς, ἂς κατὰ μέρος ἕκαστος θεθησαύρισαι».
Δὲν θὰ μπορεῖς νὰ βρεῖς ἀλλιῶς θεραπεία, τὴν πᾶσα θεραπεία, ἐὰν δὲν δεχθεῖς μέσα σου ὅλον τὸν Χριστόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων. Γι᾿ αὐτὸ βλέπετε μερικοὺς Γεροντάδες ποὺ ἔχουν Πνεῦμα Ἅγιον, δὲν ἔχουν ἀσθένειες καὶ σωματικές.Ἀσφαλῶς θὰ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἐδῶ θὰ τὶς συζητήσουμε μετά.
Τί θὰ κάνει λοιπόν;Κι ἐγὼ προσωπικὰ ἔχω ἔρθει πολλὲς φορὲς σαυτὸ τὸ δίλημμα. Νὰ συνεχίσω ἢ νὰ μὴ συνεχίσω;
Γιατὶ βλέπω τὶς προσωπικές μου ἀδυναμίες. Ὅταν πάω ν᾿ ἀντιμετωπίσω ἕναν ἄνθρωπο ἀνακαλύπτω τὶς δικές μου δυσκολίες. Καὶ ὅταν μάλιστα μὲ ψυχολογικὲς μεθόδους, δηλαδὴ μὲ συζητήσεις, μὲ ἐπιχειρήματα, μὲ ἐξαγορεύσεις κλπ. ποὺ πολλὲς φορὲς ἐπιχειροῦμε στοὺς ἐξομολογουμένους μας, βλέπω αὐτὴν τὴν ἀναποτελεσματικότητα καὶ λέω: Τί συμφέρει νὰ συνεχίσω ἢ νὰ ὑποχωρήσω;
Ὁ Πατὴρ Σωφρόνιος λέει ἕνα τρομακτικὸ ἐδῶ: «Ἐάν, λέει, μπεῖς στὴ διαδικασία τῆς τελείας σταυρώσεως, διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἄλλον, ἔστω κὶ ἂν χάνεις μερικὲς φορὲς τὶς ὡραῖες ἐμπειρίες τῆς προσευχῆς, βγαίνεις στὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα τῆς σωτηρίας. Γιατὶ ἡ Γραφὴ λέει ἐὰν ἐξαγάγεις ἄξιον ἐξ ἀναξίου οὗτος ὡς τὸ στόμα μου ἐστί.». Σὰν τὸ στόμα μου εἶναι αὐτός..
Ὁπότε βάζουμε τὸν ἑαυτό μας στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ οὔτε ἀποφασίζουμε ἐμεῖς, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀρνούμαστε καὶ παρατηροῦμε μέσα στὴ διαδρομὴ τῆς πορείας μας σὰν Πνευματικοὶ ἂν τὸ θέλει ὁ Θεὸς νὰ προχωρήσουμε ἢ ὄχι. Κι ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ ἀντιληφθοῦμε ὅτι δὲν τὸ θέλει ὁ Θεὸς καὶ θὰ δώσει τρόπο ὁ Θεὸς νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε, πρέπει νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ποῦμε: ΣΤΟΠ! Εἶσαι ἀνάξιος νὰ προχωρήσεις. Καὶ ὅποιος προχωρεῖ ἀντιλαμβανόμενος αὐτὴν τὴν ἀναξιότητα, σίγουρα θὰ κάνει πολὺ κακὸ ἀντὶ νὰ κάνει καλό. Γιατὶ ὑπάρχουν καὶ πολλὲς ἐκτροπὲς γύρω ἀπὸ τὸ θέμα αὐτό. Καὶ ἀντὶ νὰ ὠφελήσει καὶ νὰ θεραπεύσει θὰ φτάσει στὴν ἀντίστροφη κατάσταση νὰ βλάψει καὶ νὰ πάει μαζὶ μὲ τοὺς ἐξομολογούμενούς του στὴν κόλαση καὶ ὁ ἴδιος.
Ἑπομένως, λέει, ὁ Πατὴρ Σωφρόνιος, σ᾿ ἕνα ἄλλο σημεῖο, ὅτι χρειάζεται νὰ ἔχουμε μία εὐκτικὴ προσοχή. Μία προσοχή, δηλαδή, ποὺ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ τὴν συνεχῆ εὐχή.
Ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες ποὺ θ᾿ ἀντιμετωπίσουμε στὸν ἐξομολογούμενο, μέχρι τὰ γενικότερα θέματα ὅλης της ἀνθρωπότητας ὁ Χριστὸς ἀνέλαβε νὰ σώσει τὴν ἀνθρωπότητα χωρὶς νὰ προστρέξει σὲ διδασκαλία πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Ἀλλὰ μὲ τὴν προσευχὴ τῆς Γεθσημανῆς, ποὺ ἦταν ἔμπονη καὶ ἔμπυρη καὶ μὲ τὴν ἀνάληψη τῆς εὐθύνης ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν τιμωρία ποὺ ὑπέστη οἰκειοθελῶς χάριν τῶν ἀνθρώπων, ἔσωσε τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἔτσι θέλει καὶ τοὺς Πνευματικούς. Ὁ Πνευματικὸς δὲν μπορεῖ ἀλλιῶς νὰ ζήσει καὶ νὰ δώσει ὠφέλεια στοὺς ἀνθρώπους ἂν δὲν μπεὶ μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν διαδικασία τῆς θυσίας.
Καὶ εἶναι μία μεγαλειώδης κατάσταση αὐτή, ὅταν ἀρχίζουμε ν᾿ ἀντιμετωπίζουμε τὸν ἄνθρωπο ξεκινώντας ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ ἐαυτοῦ μας, χωρὶς πρόθεση νὰ θυσιαστοῦμε γιὰ τὸν ἄλλον σὲ κάθε στιγμή, εἴτε μέρα εἶναι, εἴτε νύκτα, εἴτε μὲ τὴν παρουσία τοῦ ἄλλου, εἴτε μὲ τὴν ἀπουσία τοῦ ἄλλου διὰ τῆς προσευχῆς, ἂν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ πρόθεση, ἂν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ τόλμη νὰ μπεῖ μέσα σ᾿ αὐτὴν την θυσία, σίγουρα δὲν θὰ μπορέσει νὰ κάνει δουλειά.
Γιατὶ μέσα στὸν Πνευματικὸ Πατέρα ὑπάρχουν δυὸ στοιχεῖα: Τὸ ἕνα στοιχεῖο εἶναι τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης, ποὺ φέρει καὶ τὴν δυνατότητα τῆς θεραπείας καὶ τὸ ἄλλο στοιχεῖο εἶναι ἡ προσωπικὴ μετοχὴ στὴν χάρη ποὺ φέρει καὶ μέσῳ τῆς ἱερωσύνης, ἀλλὰ καὶ μέσῳ τῆς πίστεώς του στὸν Θεό. Ἐὰν τὸ χάρισμα τῆς ἱερωσύνης συνοδεύεται μὲ τὴν ῥᾳθυμία τοῦ πνευματικοῦ, ὅταν θὰ ἐξομολογεῖται, ὁ ἄλλος θ᾿ ἀπαλλάσσεται μὲν ἀπὸ τὶς ἐνοχές, δὲν θὰ οἰκοδομεῖται ὅμως στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὁπότε θὰ εἶναι, κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα, εὔκολη λεία τοῦ διαβόλου, κάθε ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν καθαίρεται.
Σκοπὸς τοῦ Πνευματικοῦ δὲν εἶναι μόνον ν᾿ ἀντιληφθεῖ τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου, οὔτε εἶναι μόνο νὰ διαβάζει τὴν εὐχή, νὰ τοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες του.
Σκοπὸς τοῦ Πνευματικοῦ εἶναι, νὰ προσπαθήσει μὲ τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία, τὴν φυσικὴ καὶ τὴν πνευματικὴ ποὺ ἀποκτᾷ μέσα ἀπὸ τὴν δική του βίωση, τὴν πνευματική, νὰ μπορέσει νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὸν Θεό, νὰ συναντηθεῖ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνει μέτοχος τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ.
Αὐτὴ ἡ δυνατότης δὲν μπορεῖ ἀνθρωπίνως νὰ ἐπιτευχθεῖ.
Θὰ ἔρθει ἐπὶ παραδείγματι μέσα στὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἡ διάκριση καὶ ἡ διείσδυση, ὥστε νὰ μπεῖ καὶ νὰ κατανοήσει στὸ βάθος τὸν ἄνθρωπο;
Ἀνθρωπίνως εἶναι ἀδύνατον.Μπορεῖ ἐξωτερικὰ κάτι ν᾿ ἀντιληφθεῖ ἀπὸ τὶς ἐξαγορεύσεις. Σκοπὸς εἶναι νὰ ἔχει ἕνα χάρισμα, μία δυνατότητα νὰ μπεῖ στὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ τοῦ ἀποκαλύψει καὶ ἀνακαλύψει ἐκεῖνα τὰ βάθη, ποὺ οὔτε ὁ ἴδιος τὰ ἔχει προσεγγίσει ποτὲ καὶ μὲ ἐπιμονὴ τὰ ἀρνεῖται καὶ τὰ ἀπωθεῖ στὸ ὑποσυνείδητο, φοβούμενος οὔτε καὶ νὰ τ᾿ ἀγγίξει. Καὶ τοῦτο ἐδῶ εἶναι ἔργο τοῦ Πνευματικοῦ, νὰ βγάζει τὸν δειλὸ ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ βάθος ποὺ συσπειρώνει ὅλες τὶς δυνάμεις του, στὸ βάθος τοῦ ὑποσυνείδητου, νὰ τον βγάλει στὴν ἐπιφάνεια καὶ νὰ τὸν θεραπεύει μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν ὁδηγεῖ σὲ μία Θεογνωσία τέτοια, ποὺ νὰ τοῦ δίνει τελικὰ τὴν χαρά, τὴν εἰρήνη, τὴν εὐτυχία, μέσα στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς του.
Ἐὰν δὲν ὑπάρχει λοιπὸν αὐτὴ ἡ Ἀγάπη, ἡ θυσιαστικὴ Ἀγάπη, εἶναι ἀδύνατον νὰ μπορέσει κανεὶς νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο. Ἡ Ἀγάπη λέει ὁ Πατὴρ Σωφρόνιος μεταφέρει τὴν ὕπαρξη τοῦ ἀγαπῶντος προσώπου, εἰς τὸ ἀγαπώμενο ὂν καὶ οὕτως ἀφομοιώνει τὴν ζωὴ τοῦ ἀγαπώμενου. Ἡ Ἀγάπη ἔχει δυνατότητα νὰ μεταφέρει ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀγαπῶντος στὴν καρδιὰ τοῦ ἀγαπώμενου νὰ μεταφέρει τὴν ἐνέργεια τῆς Θείας Χάριτος, ποὺ οὐσιαστικὰ διὰ τῆς Ἀγάπης ἐμφανίζεται, χωρὶς νὰ βλάπτει τὸ ἄλλο πρόσωπο. Γιατὶ λέει ὅτι τὸ πρόσωπο εἶναι διεισδυτὸν Ἀγάπης. Δηλαδὴ τὸ πρόσωπο ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἀφομοιώνει αὐτὴν τὴν ἀγάπη, νὰ διαπερνᾷ διὰ τοῦ προσώπου ἡ Ἀγάπη, νὰ εἰσέρχεται στὴν πληγωμένη φύση, χωρὶς νὰ βλάπτει τὴν ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου καὶ νὰ θεραπεύει καὶ νὰ κοινωνεῖ καὶ νὰ ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ἄλλον ἄνθρωπο διὰ τοῦ Θεοῦ.
Μ᾿ ἕνα παράδειγμα: Ὅπως ἡ ἀτμόσφαιρα ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἀφομοιώνει τὸν ἥλιο καὶ νὰ διεισδύει ὁ ἥλιος μέσα ἀπὸ τὴν ἀτμόσφαιρα καὶ νὰ διαπερνᾷ τὶς ἀκτῖνες του σὲ ὅλα τὰ ὄντα, χωρὶς νὰ παθαίνει τίποτα ἡ ἀτμόσφαιρα, ὄχι μόνο δὲν παθαίνει, ἀλλὰ φωτίζεται περισσότερο καὶ ὅπως ἡ ἀκτίνα τοῦ ἡλίου ἀκόμα καὶ μέσα ἀπὸ τὸ νερὸ περνᾷ, χωρὶς τὸ νερὸ νὰ παθαίνει τίποτα, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἢ Ἀγάπη, ἡ Εὐαγγελικὴ ὅμως Ἀγάπη, τοῦ Θεοῦ ἡ Ἀγάπη, διεισδύει ἀπὸ τὸ ἕνα πρόσωπο στὸν ἄλλο χωρὶς νὰ καταργεῖ τὸ ἄλλο πρόσωπο, χωρὶς νὰ δεσμεύει καὶ χωρὶς νὰ αἰχμαλωτίζει τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ νὰ τὸ ἑνώνει Θεοπρεπῶς καὶ νὰ γίνονται ταυτόχρονα δυὸ πράγματα. Νὰ ἑνώνεται ἡ φύσις ἡ μία, γιατὶ οὐσιαστικά, ὅπως εἴπαμε, μία εἶναι ἡ φύσις τοῦ ἀνθρώπου, νὰ ἑνώνεται ἐν Χριστῷ, διατηρώντας τὴν προσωπικὴ ὕπαρξη καὶ ἐλευθερία ποὺ ἔχει ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς.
Αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη ἑνότητα.
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι προσπαθοῦν νὰ ἑνωθοῦν καὶ δημιουργοῦν προϋποθέσεις ἑνότητας, ἀλλὰ οἱ προϋποθέσεις ἑνότητας συνήθως καταλήγουν στὴν ἐπιβολὴ τῆς μίας θελήσεως πάνω στὴν ἄλλη καὶ μάλιστα τὴν βίαιη. Ἔχουμε παραδείγματα τὶς δικτατορίες, τὰ ἀπολυταρχικὰ καθεστῶτα, τὰ θρησκευτικὰ καθεστῶτα, προσπαθοῦν διὰ νόμου νὰ ἐπιβάλλουν τὶς θελήσεις τους. Ἔχουμε ἀκόμη καὶ τὰ χριστιανικὰ καθεστῶτα, τὸ ἀπολυταρχικὸ καθεστὼς τοῦ Παπισμοῦ, ποὺ μ᾿ ἕνα τρόπο πρωτοφανῆ στὴν ἱστορία, πολλὰ ἀπολυταρχικὰ καθεστῶτα ἔρχονται καὶ φεύγουν καὶ αὐτὸ δὲν φεύγει καὶ διατηρεῖται καὶ δίνει καὶ τὴν αἴσθηση αὐτῆς τῆς ἐμπειρίας του καὶ σ᾿ ὅλες τὶς Δυτικὲς κοινωνίες καὶ ποὺ πάρ᾿ ὅλο ποὺ πᾶνε νὰ ἐφαρμόσουν δημοκρατικοὺς θεσμούς, γιὰ νὰ ἐπιβάλλουν τάχα στὴν ἀνθρωπότητα ἐλεύθερα καὶ δυναμικὰ τὶς θελήσεις τους, οὐσιαστικὰ δεσμεύουν μ᾿ ἕναν ἄλλο τρόπο δικτατορικὸ τὶς θελήσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ὥστε νὰ κάνουν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους νὰ γράψουν ἀκόμη καὶ βιβλία καὶ νὰ μιλᾶμε γιὰ τὴν τυραννία τῆς σύγχρονης Δημοκρατίας, τῆς σύγχρονης πλειοψηφίας.
Ἡ ἑνότητα τοῦ ἀνθρώπου ἐν Χριστῷ στὴν Ὀρθόδοξη Ζωὴ ἐπιτυγχάνεται μ᾿ ἕνα τέτοιο θαυμαστὸ τρόπο, ὥστε νὰ ἑνώνεται ἡ φύσις καὶ ἑνωμένη ἡ φύσις νὰ ἀποκτᾷ εἰδικές, θὰ λέγαμε ἑνωμένες δυνάμεις μία θέληση, μία καρδία, μία ἀγάπη, μία πορεία, ἕνα συγχνωτισμὸ καὶ ταυτοχρόνως νὰ μὴν βλάπτεται ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ προσώπου.
Αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει ἀλλιῶς ἂν δὲν μπεῖ σ᾿ αὐτὴν τὴν διαδικασία τῆς καθάρσεως, νὰ φύγουν τὰ σκουπίδια ποὺ ἔχουν συσσωρευτεῖ στὸ βάθος τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, νὰ καθαριστεῖ ἡ φύσις, νὰ μπορεῖ νὰ ἑνωθεῖ ἡ φύσις ἐν Χριστῷ καὶ νὰ διατηρηθεῖ καὶ τὸ πρόσωπο, μὲ ἕναν τρόπο μυστηριακό, αὐτὸν ποὺ ἔχουμε παραλάβει ἐμεῖς ἀπὸ τοὺς Πατέρες μας καὶ τοὺς Ἀποστόλους μας. Καὶ δὲν προσπαθεῖ κανεὶς μὲ ἄλλον τρόπο νὰ ἑλκύσει τὸν ἄλλον σ᾿ αὐτὴν τὴν ἑνότητα, παρὰ διὰ τῆς προβολῆς αὐτῆς τῆς ἀνιδιοτελοῦς καὶ Εὐαγγελικῆς Ἀγάπης.
Ἄλλο νὰ ἐπιβάλλεις τὸ καλὸ καὶ ἄλλο νὰ προβάλλεις τὸ καλὸ καὶ ἄλλο νὰ διεισδύεις δι᾿ αὐτῆς τῆς προβολῆς στὸ βάθος τοῦ ἀνθρώπου, ὅπου θὰ τὸν «ἀναγκάζεις», ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, μ᾿ ἕναν ἐλεύθερο τρόπο νὰ ἑνώνεται μαζί σου καὶ μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνεται ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα μία φύσις διατηρώντας τὶς ἰδιαιτερότητές της.
Αὐτὴ λοιπὸν ἡ παράδοση ἡ δισχιλιετὴς ποὺ φέρουμε ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ δημιουργεῖ καὶ τὴν Πνευματικὴ οἰκοδομή.
Ἐμεῖς σὰν Ὀρθόδοξοι δὲν μποροῦμε νὰ λειτουργήσουμε διαφορετικά, δὲν μποροῦμε νὰ πιέσουμε συνειδήσεις, μποροῦμε ὅμως διὰ τῆς Ἀγάπης νὰ προκαλέσουμε τὸν ἄλλον ἄνθρωπο σὲ κοινὴ ζωὴ καὶ αὐτὴ ἡ κοινὴ ζωὴ συσπειρώνεται στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μέσα στὸ θυσιαστήριο.
Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ζωὴ χωρὶς θυσιαστήριο γίνεται κατακερματισμένη. Ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ζωὴ μὲ τὴν πεῖρα τοῦ θυσιαστηρίου, μὲ ὅλα τὰ μυστήρια καὶ μ᾿ ὅλη τὴν προσευχὴ ποὺ παρέδωσαν οἱ Πατέρες εἶναι ἡ ζωὴ μέσα στὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὁπότε εἶναι ζωὴ χαρούμενη, εἶναι ζωὴ εἰρηνική, ἔστω καὶ ἂν πιέζεται ἐκ τῶν ἔξω, ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ, ν᾿ ἀλλάξει πορεία.
Κι ἀκολουθώντας αὐτὲς τὶς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτονται, ὅπως εἶπα προηγουμένως, μέσα μας, αὐτὰ τὰ ἰδιώματα τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνέργειας τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ βλέπουμε στὸ βάθος μας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα Ὂν Θεοειδές, ὅτι εἶναι ἕνα πρόσωπο ποὺ ἔχει μία πρωταρχικὴ ὕπαρξη, εἶναι μία εἰκόνα ποὺ μόνο ἀποκαλύπτεται ἡ ἀξία της, ὅταν ἀντιπαραβληθεῖ πρὸς τὸ πρωτότυπο. Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ἔχει ἀνάγκη τῆς παρουσίας τοῦ πρωτοτύπου, γιὰ ν᾿ ἀξιολογηθεῖ ἡ εἰκόνα Ἀλλιῶς ὅταν ἀπομακρύνουμε τὸ πρωτότυπο, τότε μειώνουμε τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ μείωση αὐτῆς τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἔχει μικρότερη ἀξία κι ἀπὸ τὸ ἄλογο ζῷο.
Καὶ γι᾿ αὐτὸ καὶ σήμερα μία ἐμπειρία τῆς σύγχρονης ζωῆς περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς καὶ ἀπ᾿ ἐδῶ μποροῦμε νὰ καταλάβουμε πόσο μακριὰ ἀπὸ τὶς κοινωνίες μας εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεός.
τοῦ Ἀρχιμανδρίτου Μαξίμου Κυρίτση
Απόσπασμα από ὁμιλία που δόθηκε στὴν αἴθουσα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στὶς 15.12.1997
Πηγή

What are Dreams?
St John Climacus gives a definition of dreams: “A dream is a movement of the nous while the body is at rest.” When the body is immobilised by sleep at night, the nous – not the rational faculty – continues working. This activity of the nous is what we refer to as dreams. Whereas dreams are an activity of the nous while the body is at rest, fantasy and imagination are an illusion of the eyes “when the mind is asleep. Fantasy is ecstasy of the nous, when the body is awake. Fantasy is the vision of something which does not exist in reality.” In other words, imagination is active while a person is awake, whereas dreams come into action during sleep.
There is a distinction between dreams and visions. “A vision is something seen more or less consciously when awake. A dream is something imagined during sleep” (St John Climacus). A person perceives visions by means of his senses, but he sees dreams through the action of his nous when his body is asleep.
In addition, the saints distinguish between dreams, visions and revelations occurring during sleep. According to St Nikitas Stithatos, we can see dreams, visions and revelations while asleep, and he examines the difference between them.
Dreams are images that do not remain unchanged in the imaginative faculty of the nous. They present a confused picture with constantly-altering scenes and forms.
Visions remain constant. They do not change, “but remain imprinted on the nous unforgettably for many years.” They benefit the soul by bringing compunction and revealing fearful wonders. As a result they keep the beholder reflective and in awe.
Revelations are theorias granted to the purified and illumined soul, “in a way that transcends normal sense perception”. They reveal the mysteries of God.
St Nikitas Stithatos goes on to explain that dreams are seen by “materialistic and sensually-minded people”, whose nous is darkened by passions and whose imagination is mocked by the demons. Visions are associated with “those well advanced on the spiritual path, who have cleansed the soul’s organs of perception.” Those who purify the soul’s senses and have progressed to a high level behold visions. Revelations are for perfect Christians, “who are activated by the Holy Spirit, and whose soul is united to God through theology.”
I think these clarifications are essential in order to make a distinction between dreams and theorias of God. We shall look at this issue in the next section, when we set out the factors that distinguish dreams coming from the devil from visions and revelations sent by God during sleep. It needs to be stressed at this point that dreams mainly affect man’s imagination. They are an action of the nous while the body is asleep, and most of them are the work of demons.
Types of Dreams
As we saw above, the Fathers make a distinction between dreams, on the one hand, and visions and revelations on the other. There are, however, many Fathers who speak about dreams in general. When we study their writings we realise that the dreams we see at night, while our body and senses are inactive, have many causes. Some dreams are the result of our natural physical state and impressions made on us during the day. Others are due to passions, in other words, to unnatural impulses of the soul. Some are clearly the work of demons. There are, however, dreams that come from God and are revelations bestowed by God, or the angels as God’s messengers.
The first category encompasses those dreams which are the result of the thoughts, reflections and impressions of the day. St Basil the Great, in response to the question, “Where do shameful nocturnal fantasies originate?”, teaches that, “They result from alien movements of the soul during the day.” These alien impulses of the soul and the impressions of the day are stored in our memory and create dreams. Many dreams also originate from physical reactions.
The second category includes dreams that arise from passions, which are actions of the soul contrary to nature. When the soul’s powers are corrupted and are motivated by the impressions provided by the senses, they provoke this type of dream. We can therefore see from our dreams which passions dominate us. More will be said on this subject in the next section.
The third category of dreams, so-called demonic dreams, is horrendous. Although the devil can also exploit the other two categories of dreams, he sometimes acts independently of them. St Diadokos of Photiki states succinctly that for the most part dreams are nothing more than “images reflecting our wandering thoughts or…the mockery of demons.” The demons trick those whom they have in their power. When they gain control of someone they appear to him both sleeping and waking in the form of angels or martyrs, and grant him a revelation of purported “mysteries” and bestow supposed “spiritual gifts” on him (St John Climacos).
But how do the demons act? What is it that they stir up during sleep? Evagrios Pontikos observes that the demons “make an imprint on the nous by arousing the memory, while the activity of our bodily senses is suspended during sleep.” The demons act mostly through our memory to provoke dreams.
We know from the patristic tradition that the majority of dreams are the work of Satan and fall into the third category. The demons transform themselves into angels of light or prophets and foretell the future. However, as St John Climacus remarks, the demons know nothing about the future from foreknowledge, because if they did, they would be able to foretell our death.
The demons attack monks more than anyone else by means of dreams, because they want to provoke them to abandon their sacred task. In particular, the demons attempt to disturb novices, who have left their homes and families, “representing to [them] that [their] relatives are either grieving or dying, or are captive for [their] sake and destitute” (St John Climacus). Of course no one should pay any attention to such dreams, because they are demonic deceptions intended to lead the monk to reject and abandon the monastic way of life.
The fourth category of dreams is those coming from God. Such dreams are sometimes called revelations and are associated with inner purity. Many such dreams are recorded in Holy Scripture. I should mention in particular the dreams of Joseph, the Betrothed of the Most Holy Mother of God, concerning Christ’s conception, birth and protection. St Isaac the Syrian says that the holy angels take the likenesses of saints “and show themselves in these likenesses in dreams to the soul while its thoughts are drifting, for joy, preservation and delight.”
So there are many kinds of dream and they are due to many causes. Christians should distinguish between dreams and examine where they come from. We shall now set out some factors that indicate the origins of dreams.
In general, as St John Climacus says, if we wake up from sleep peaceful this shows that we have been comforted by the angels unawares. If, on the other hand, we wake up troubled, “we are suffering as a result of evil dreams and visions.” A dream’s origin is indicated by whether it disturbs us or brings peace. This is not, however, absolute proof, as there is a sort of joy mingled with pride which comes from the devil.
St Diadochos of Photiki says that dreams that originate from the devil do no keep the same shape, but change from one form to another, alarm the senses, resound with laughter or “suddenly become threatening.” The figures that appear in the dreams sent by demons shout and menace, transform themselves into soldiers and sometimes “screech at the soul.” By contrast, dreams that come from God do not change shape or provoke fear and horror, but bring inexpressible joy and gladness.
St John Climacus teaches that demonic dreams usually show torments, judgments and separations, and make us frightened and miserable. This is a sign of delusion. It is possible, however, for us to see torment and judgment in dreams sent by God to make us repent. The difference is that in the first case such dreams bring despair, which is a sign of demonic deception, whereas in the second case, they give rise to intense prayer, repentance and a willingness to change.
Visions during sleep, according to St Nikitas Stithatos, are not all true, nor do they all leave an imprint on the nous. True visions are seen “only by those whose nous is purified, who have cleansed the soul’s organs of perception and who are advancing towards natural theoria.” Such people have purified themselves through prolonged fasting and exercise self-control in every aspect of their lives. They do not worry about day-to-day matters and are not concerned about this present life. They live like angels and “through exertion and hardship pleasing to God they have attained the sanctuary of God, the spiritual knowledge of created beings and the wisdom of the higher world.”
In general it should be stated that dreams that come from God (which are called visions and revelations) are as far removed from dreams that come from the devil (which have a strong imaginative element) as heaven is from earth. Just as there is no similarity between created and uncreated things, there is no similarity at all between diabolic and divine dreams.
According to patristic teaching, satanic dreams are characterised by colour and change, whereas dreams from God have no colour and are unchanging. This is how we can tell the difference between those sent by God and those which result from physical illness or satanic energy. Anthropocentric psychoanalysis, which does not make this distinction between created and uncreated, and does not accept the existence of demons and their energy, is unable to distinguish between different types of dreams. Thus it goes seriously wrong, because it can categorise divine visions as delusions and hallucinations. Only someone completely integrated into the Orthodox Tradition, who has the mind of Christ and has tasted heavenly things, is able to make this distinction and heal the illnesses of his spiritual children.
Dreams and Passions
We saw earlier that one category of dreams originates from passions, whether of the body or the soul. This issue will now be examined more closely, because by studying our dreams we can observe which passions dominate us, in order to fight against them.
St John Climacus writes that the heart of gluttons dreams of food and nourishment, but the heart of those who mourn dreams of judgment and condemnation. We know from the teaching of the Fathers that the human soul has three powers or aspects: the appetitive (desiring) aspect, the incensive aspect and the rational aspect. St Symeon the New Theologian writes about how we can understand from dreams which passions dominate us the most. When the soul’s appetitive aspect is stirred up by social contact, food and enjoyment, it sees the same things in dreams. When the incensive aspect of the soul is enraged against its fellows, it dreams of attacks by wild animals and reptiles, of wars and battles. When the soul’s rational faculty is elated with arrogance and pride, it imagines itself being caught up into the air, or seated on a high throne, or in command of the nation.
St Symeon’s disciple, St Nikitas Stithatos, is more revealing. He writes that someone who has made progress in the spiritual life can see the impulses of the soul by examining dreams. If the soul loves material things and pleasure, “it dreams of acquiring possessions and having lots of money, of female figures and passionate involvements, all of which lead to the soiling and defilement of soul and body.” If someone’s soul is grasping and avaricious, “he dreams of gold everywhere, and imagines himself acquiring it, lending it out at interest and storing it up in his treasuries. And he is condemned for his callousness.” If someone is hot-tempered and vicious, “he imagines himself pursued by wild beasts and poisonous snakes and is overwhelmed with fear and cowardice.” If his soul is full of self-esteem, “he will dream of acclamation and being feted by the people, of holding positions of power and authority. ” Even when awake he imagines that what is non-existent actually exists. If someone’s soul is full of pride and arrogance “he sees himself being carried along in a splendid coach and sometimes even flying through the air on wings, while everyone trembles at his great power.” Thus we can recognise the passions in our soul from the type of dreams we have.
We ought to note, however, that not everyone can make this distinction, only someone who has been trained in this struggle and has the precious gift of discernment.
Just as the impassioned person sees dreams that correspond to his passion, so the person who loves God and is diligent in practising virtue sees good dreams. According to St Nikitas Stithatos, if someone is sincere in his struggles for godliness, he sees in his sleep the outcome of events and awe-inspiring visions are revealed to him. He prays even when asleep and he awakes with tears on his cheeks and “words addressed to God” on his lips. When a person lives all through the day with noetic prayer and has learnt to converse with God, he does the same during sleep. His dreams and revelations are linked with God and prayer. It is possible for him to say the Jesus prayer with his lips even when asleep. He feels his heart praying continuously. His nous prays without ceasing. He wakes up aware of having prayed all night. It often happens that he is attacked by the devil. Then his nous automatically begins its converse with God (noetic prayer) and the devil vanishes. Such events do not make him afraid, in spite of the devil’s appearance, but bring him joy and gladness. All day long, even for days on end, he rejoices in God’s power and in the fact that the devil was driven off by the energy of the praying nous.
Dealing with Dreams
The holy Fathers were familiar with this sacred struggle and they describe how to deal with dreams. We shall look at some aspects of their teaching. First of all, preventive action is required. Because most dreams are connected with passions and every-day impressions, we have to struggle against the passions. The more we fight against passions, or rather, the more we strive to transform the passions and powers of the soul, the more we are freed from the dreadful state of dreaming. Our liberation from dreams is linked with dispassion and purification of the heart. St John Climacus writes that, “As a mass of dung breeds a mass of worms, so a surfeit of food breeds a surfeit of falls, and evil thoughts, and dreams.” We must therefore limit our food.
As many dreams result from alien impulses of the soul, avoiding such impulses helps us to get rid of awful dreams. If we purify our soul through being in a state of hesychia, so that it “is continuously musing on things that are good and pleasing to God”, it will dream of such things at night (St Basil). Our nous should be occupied during the day in musing on God’s name. Then our dreams will bring joy and gladness because, as St Symeon the New Theologian says, “What occupies the soul and enters it while it is awake, still occupies its imagination and thoughts during sleep.”
We should also pray before going to sleep. If we fall asleep after praying, we shall have corresponding dreams. Abba Philemon exhorts, “Before going to sleep, say many prayers in your heart, and resist thoughts and the attempts of the devil to lead you where he wills…as far as you can, take care to sleep only after reciting psalms and attentive reading; and do not let your mind accept alien thoughts through negligence.” Praying before sleep and striving to cut off thoughts is a good way of dealing with bad and demonic dreams.
Then we need a good means of countering dreams after we have seen them. The most effective method of confronting dreams is to stop them abruptly. We should avoid thinking about them when we wake up. Many people examine the dreams of the previous night, which leads to many errors. The holy Fathers recommend that we reject them completely and hold them in utter contempt.
St John Climacus describes the person who totally rejects dreams as “a wise man”, whereas he calls someone who examines them and believes in them “completely inexperienced”. The demons aim to defile us through dreams, so the same Saint advises us “never to think about the fantasies that have occurred to you during sleep.”
From the same standpoint, St Diadochos of Photiki says that not believing at all in dreams is sufficient to ensure our progress in virtue. “We can achieve great virtue just by never trusting our imagination.” In fact he teaches that, even if we were to reject dreams coming from God, for fear that they might be from the devil and we could be deceived, this is a good thing. God will not be angry with us in that case, because He sees that we are being careful. A servant who refuses to open the door at night to the master of the house, when he returns after a long absence, for fear that a deceiver may have the same voice as him and seize his goods, is praised by his master. The same happens when a Christian or monk does not accept dreams. God praises His servant because He knows that he acts in this way for fear of being deceived by the devil, who “transforms himself into an angel of light.”
We have to reject dreams and try to forget them, because by remembering them our hearts are filled with sadness, anxiety, despair and impurity. St John Climacus knows that many people, by continuously accepting dreams, have gone mad. When someone is constantly subject to the influence of the demons, the devil gains a hold over him and he becomes insane: “…so that these unfortunates are deceived and completely lose their wits.” This mainly happens in the case of demonic revelations. Many people get into such a state that, when they accept revelations and satanic dreams, they are mocked by the demons and “then they make sport of us even when we are awake.” The devil appears when we are awake and we become his servants. This results in the eternal death of the soul, as well as all sorts of other physical and psychological disorders.
The overall conclusion is that the type of dreams we have indicates what state we are in: whether we are enslaved to the passions, servants of the devil or servants of God. Dreams disclose our health or sickness, whether or not we are ill. On the one hand, confession, repentance and epitimion are necessary to cleanse us from passions. On the other, we must put no trust at all in dreams. In this way we shall be delivered from the tyranny of the devil, who desires our eternal death and wants to distance us from God.

1. "I, six years ago", a young man confessed to many, "was an anarchist. I wore earrings and took drugs. One of my friends had a book on Elder Paisios.
In December of 1996, this friend of mine was found at the bookstore of Souroti Monastery, where there was a couple with their little girl, and their father, two middle-aged women, and a young man. Straightaway, there was heard a loud cry. One of the middle-aged women, who was a large woman, collapsed to the floor and began to hit and cry out wildly. She swung her head here and there. The sight was truly terrible. The woman with the little child went out, while the rest approached her to try to help her. The woman bellowed and said with a wild, unbelievable and male voice: "I will take care of you guys who don't believe, I will show you...Now, a short time more and I will put the 666 on all your hands...You will all worship me...You losers and idiots..." and other insults.
Then she began to sputter and appeared afraid. "Paisios, don't burn me, don't burn me. You want to send me back to Tartarus...And this loser brings me to all these monasteries...why are you helping her? You're burning me, you're burning me." And she squealed even louder. She was hitting herself so strongly that we were afraid that she would break her skull. It was clear that she was being troubled by a demon.
"A...aaah" she cried again, "Now Maria has come too...you're burning me, Paisios." She let out a loud cry and became motionless, as if she fainted.
Those standing around approached tentatively to help her, while the women covered her with their clothes. As soon as she was settled, they lifted her up from the floor. She had opened her eyes and cried calmly and silently. She gave thanks from the depth of her heart. "I thank you, Elder...I thank you, my God. She said this over and over again with great gratitude.
She got up and went before an icon of Christ and Panagia and let out loud cried: "My God...My God. How did you accept me, who am unworthy...I thank you, my God. I thank you, O Elder...I am not worthy, my God, of this help."
The scene was very moving. Later she greeted my friend with gratitude and left. The woman had a demon. As she left, she mentioned that the previous night she saw Elder Paisios in a dream tell her: "Come to my grave, and I will make you well." She came to the Monastery and asked where was the grave of the Elder, she venerated the grave, and then went to the bookstore, where the above event occurred...
2. The following is from Ms. L.N.M., a Russian Physician from Moscow: "I suffered an accident, with the result being that my left eye became blind. They brought me to the General Hospital of Moscow. The rooms were full, so they put me in the hallway. That night, I did not sleep at all. I prayed and was very worried. Towards morning, as I was in a state between sleep and awake, Elder Paisios came. I saw him clearly and I recognized him, because I had read a book on his life. He covered my head with a handkerchief and disappeared. At that same instant, I understood that I was seeing from my blind eye. The doctors did not have to do anything. I was kept in the clinic from February 4th to the 11th, 2002...
I thank God for His mercy to me, and Elder Paisios for his help."
http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/search/label/Miracles
Μικρή διήγηση για τον Άγιο Παΐσιο
Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
Περιμένοντας στον αρσανά της Μονής Διονυσίου το καραβάκι για τη Δάφνη, μαζί με ένα άγνωστο για μένα μοναχό, μιας και αργούσε το καραβάκι πιάσαμε μια μικρή κουβέντα. Τον ρώτησα σε ποιο μοναστήρι είναι μοναχός. Μου απάντησε ότι είναι μοναχός σε κάποιο Κελί κοντά στις Καρυές, από αυτά που βρίσκονται κοντά στο Κελί της Παναγούδας.
Ο μοναχός αυτός απ’ ότι μου εξήγησε έπαιρνε κομποσχοίνια που έπλεκε ο Άγιος Γέροντας και τα έδινε για πώληση. Θα ήταν παράλειψη να μην πούμε ότι ο Όσιος Παΐσιος, τις περισσότερες φόρες χάριζε, αντί να πουλά τα εργόχειρά του. Δεν θα ήταν υπερβολή επίσης να πούμε ότι πολύ σπάνια έδινε για πώληση εργόχειρά του.
Στο άκουσμα λοιπόν ότι ο μοναχός αυτός μένει σε πλησιόχωρο Κελί με αυτό του Οσίου Γέροντος, του ζήτησα να μου πει κάτι για τον Άγιο. Με απλότητα ο μοναχός εκείνος μου ανέφερε ότι ο Όσιος Παΐσιος, είχε λογισμό να πάει κάπου που να μπορέσει να ζήσει πιο ησυχαστική ζωή γιατί το πλήθος των προσκυνητών τον εμπόδιζε. Ήταν γνωστό ότι ο Άγιος Γέροντας, αγαπούσε τον ασκητικό και ησύχιο βίο. Τούτο είχε γίνει φανερό από τον καιρό που ασκήτευε ο Όσιος Παΐσιος στο Σινά.
Τον καιρό που είχε λογισμό να πάει σε πιο ησυχαστικό μέρος του εμφανίστηκε η Παναγία, η οποία του είπε να μείνει στο Κελί της Παναγούδας για να στηρίζει το λαό. Η χαρακτηριστική φράση της Παναγίας, όπως μου ανέφερε ο μοναχός εκείνος ήταν : «Να μείνεις εδώ για να στηρίζεις τα παιδιά μου τους Έλληνες, για τις δύσκολες μέρες που έρχονται».
Και ο ταπεινός ησυχαστής της Παναγούδας, εδέχθη τούτο το οδυνηρό γι’ αυτόν. Ποιος αμφιβάλλει για τις πάμπολλες ταλαιπωρίες που υπέμεινε ο Όσιος Γέροντας από το πλήθος των προσκυνητών; Προς τούτο δικαίως μπορούμε να τον καλέσουμε Γέροντα των πονεμένων.
http://aktines.blogspot.gr

Παρακλητικός Κανών στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης
Ὁ Ἱερεύς: Εὐλογητός ὁ Θεός ἠμῶν πάντοτε, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Ὁ Ἀναγνώστης: Ἀμήν.
Δόξα σοί, ὁ Θεός ἠμῶν, δόξα σοί.
Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός, ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἠμίν καί
καθάρισον ἠμᾶς ἀπό πάσης κηλίδος καί σῶσον, Ἀγαθέ τάς ψυχᾶς ἠμῶν.
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός
ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τήν δέησίν μου ἐν τή ἀληθεία σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τή δικαιοσύνη σού• καί μή εἰσέλθης εἰς κρίσιν μετά τοῦ δούλου σου, ὅτι
οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρός τήν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τήν ζωήν μου, ἐκάθισε μέ ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκρούς αἰῶνος καί ἠκηδίασεν
ἔπ ἐμέ τό πνεῦμά μου, ἐν ἐμοί ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πάσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. διεπέτασα
πρός σέ τάς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρος σοί. Ταχύ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τό πνεῦμά μου μή ἀποστρέψης τό πρόσωπόν σου ἄπ ἐμοῦ, καί ὁμοιωθήσομαι
τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. ἀκουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό ἔλεός σου, ὅτι ἐπί σοῖ ἤλπισα• γνώρισον μοί, Κύριε, ὁδόν, ἐν ἤ πορεύσομαι, ὅτι πρός σέ ἤρα τήν ψυχήν μού•
ἐξελού μέ ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ τοῦ ποιεῖν τό θέλημά σου, ὅτι σύ εἰ ὁ Θεός μού• τό πνεῦμά σου τό ἀγαθόν ὁδηγήσει μέ ἐν γῆ εὐθεία.
Ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ἐν τή δικαιοσύνη σου ἑξάξεις ἐκ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τούς ἐχθρούς μου καί ἀπολεῖς πάντας
τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, ὅτι ἐγώ δοῦλός σου εἰμι.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος ἅ΄. Ἐξομολογεῖσθε τῷ Κυρίω, καί ἐπικαλεῖσθε τό ὄνομα τό ἅγιον αὐτοῦ.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά ἔθνη ἐκύκλωσαν μέ, καί τῷ ὀνόματι Κυρίου ἠμυνάμην αὐτούς.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου ἐγένετο αὔτη, καί ἔστι θαυμαστή ἐν ὀφθαλμοῖς ἠμῶν.
Θεός Κύριος, καί ἐπέφανεν ἠμίν, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.
Εἴτα τά παρόντα Τροπάρια.
Ἦχος δ΄. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῶ.
Τούς παρεστώτας τή σορῶ τῶν λειψάνων σου καί ἐκ ψυχῆς ὀδυνηρᾶς δεομένους σου ἐν συμπαθεία οἴκτειρον σούς δούλους ἠμᾶς, κράζοντας καί λέγοντας τάς ἠμῶν ἰκεοίας
δέξαι καί ἀνάγαγε εἰς τόν Κτίστην τῶν ὅλων• μή ἀποστρέψης ἅγιε κενούς τους σέ μεσίτην πλουτοῦντας εὐπρόσδεκτον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Θεοτοκίον.
Οὐ σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀναξιοι• εἰ μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς ἠμᾶς ἐρρύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ἕως
νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σού• σούς γάρ δούλους σώζεις ἀεί, ἐκ παντοίων δεινῶν.
Ψαλμός ν΄ (50)
Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἑξάλειψον τό ἀνόμημα μου•επί πλεῖον πλῦνον μέ ἀπό τῆς ἀνομίας μου καί ἀπό τῆς ἁμαρτίας
μοῦ καθάρισον μέ. Ὅτι τήν ἀνομίαν μου ἐγώ γινώσκω, καί ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μου ἐστι διαπαντός. Σοί μόνω ἥμαρτον καί τό πονηρόν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἄν
δικαιωθῆς ἐν τοῖς λόγοις σου, καί νικήσης ἐν τῷ κρίνεσθαι σέ. Ἰδού γάρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καί ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησε μέ ἡ μήτηρ μου. Ἰδού γάρ ἀλήθειαν ἠγάπησας,
τά ἄδηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου ἐδήλωσας μοί. Ραντιεῖς μέ ὑσσώπω, καί καθαρισθήσομαι, πλυνεῖς μέ, καί ὑπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς μοί ἀγαλλίασιν καί
εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστέα τεταπεινωμένα. Ἀποστρεψον τό πρόσωπόν σου ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν μου καί πάσας τάς ἀνομίας μου ἑξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον
ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καί πνεῦμα εὐθές ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μή ἀπορρίψης μέ ἀπό τοῦ προσώπου σου καί τό πνεῦμά σου τό ἅγιον μή ἀντανέλης ἄπ ἐμοῦ. Ἀπόδος
μοί τήν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου σου καί πνεύματι ἠγεμονικῶ στήριξον μέ. Διδάξω ἀνόμους τάς ὁδούς σου, καί ἀσεβεῖς ἐπί σέ ἐπιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ἐξ αἱμάτων ὁ Θεός,
ὁ Θεός τῆς σωτηρίας μου•αγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου ἀνοίξεις, καί τό στόμα μου ἀναγγελεῖ τήν αἴνεσίν σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν,
ἔδωκα ἀν•ολοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην ὁ Θεός οὐκ ἐξουδενώσει. Ἀγάθυνον, Κύριε,
ἐν τή εὐδοκία σου τήν Σιῶν, καί οἰκοδομηθήτω τά τείχη Ἱερουσαλήμ• τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφοράν καί ὁλοκαυτώματα• τότε ἀνοίσουσιν ἐπί τό θυσιαστήριον
σού μόσχους.
Εἴτα ψάλλομεν τάς Ὠδᾶς τοῦ Κανόνος.
Ὠδή ἅ΄. Ἦχος πλ. δ΄. Ὑγρᾶν διοδεύσας.
Ὡς ὄργανον θεῖον τοῦ Παντουργοῦ, Γρηγόριε Πάτερ, ἰκετεύομεν σαῖς λιταῖς ἀξίως ἀξίωσον ὑμνεῖν σέ τούς τήν σορόν σου κυκλοῦντας τήν παντιμον.
Ψυχῶν καί σωμάτων τούς πειρασμούς ἐξ ὕψους ἐλάσας, ἐν εἰρήνη διαβιοῦν τήν ποίμνην σου ταύτην, ἤς προέστης, ἀδιαλείπτως, Γρηγόριε, πρέσβευε.
Χριστόν ὁλοψύχως ἠγαπηκῶς παντός ἀντηλλάξω μεγαλέμπορος γεγονῶς, διό μιμητᾶς σου ἠμᾶς πάντος τους προσιόντας σοί πίπτει ἀναδεῖξον.
Θεοτοκίον
Σωτήρα τεκούσαν σέ καί Θεόν δυσωπῶ, Παρθένε, λυτρωθῆναι μέ τῶν δεινῶν, σοί γάρ νῦν προσφεύγων ἀνατείνω καί τήν ψυχήν καί τήν διάνοιαν.
Ὠδή γ΄. Οὐρανίας ἁψίδος.
Φωταυγίας ἐκείνης τῆς ὑπέρ νοῦν ἄνωθεν, ἦσπερ ἐνεπλήσβης ἄρρητως καί ὑπερέλαμψας ὡς ἄλλος ἥλιος ἐν τῷ τοῦ Ἄθωνος Ὄρει, καί ἠμᾶς ἀξίωσον, Πάτερ Γρηγόριε.
Τρικυμίας τοῦ βίου κατακλυσθεῖς κράζω σοί σου τή μεσιτεία, παμμάκαρ, δεῖξον ἀνώτερόν της καταιγίδας μέ καί ἀγαθός κυβερνήτης τοῦ λοιποῦ μοί γένοιο, Πάτερ Γρηγόριε.
Ὑψηλός σου ὁ βίος ἀσκητικῶς γέγονεν, ἡ δέ σή σοφία ὑπέρλαμπρος ὡς οὐράνιος• ὅθεν ἡ χάρις σέ εἰς τήν λυχνίαν ἀνάγει, ὅπως φῶς τοῖς ἀπασιν εἴης, Γρηγόριε.
Θεοτοκίον
Ἱκετεύω, Παρθένε, τόν ψυχικόν τάραχον καί τῆς ἀθυμίας τήν ζάλην διασκεδᾶσαι μου• σύ γάρ, Θεονυμφε, τόν ἀρχηγόν τῆς γαλήνης, τόν Χριοτόν ἐκύησας, Θεομακάριστε.
Διασωσον ἀπό κινδύνων τούς δούλους σου, θεοφόρε, ὅτι πάντες ἐν τοῖς δεινοῖς τήν σορόν σου πλουτοῦμεν ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καί προστασίαν.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Αἴτησις καί τό Κάθισμα. Ἦχος β΄.
Πρεσβείαν θερμήν καί κραταιάν βοήθειαν αἰτοῦμεν ἔκ σού οἱ θλίψεσι πυρούμενοι ἐκτενῶς βοῶντες καί λέγοντες• εὐσυμπάθητε προφθασον καί ἐκ κινδύνων λύτρωοαι ἠμᾶς
τούς πόθω τιμώντας τήν μνήμην σου.
Ὠδή δ΄. Εἰσακήκοα Κύριε
Σοί προσπίπτομεν, ἅγιε, καί τήν προστασίαν σου ἑξαιτούμεθα• δίδου πάσι τά αἰτήματα καί πταισμάτων λύσιν, Χριστομίμητε.
Παραμύθιον ἔχει σέ ὁ Θεσσαλονίκης λαός καί καύχημα• τήν γάρ μνήμην σου γεραίροντες τούς ἐχθρούς τροποῦνται τούς τῆς Δύσεως.
Ρωμαλαίω φρονήματι πρός τούς ἐκ τῆς Ἄγαρ ἀχθεῖς ἐνήθλησας, καί ὡς μάρτυρα ἀναίμακτον ὁ Χριστός δοξάζει σέ, Γρηγόριε.
Θεοτοκίον
Ἀπολαύοντες Παναγνέ τῶν σῶν δωρημάτων εὐχαριστήριον ἀναμέλπομεν ἐφύμνιον οἱ γινώσκοντες σέ θεομήτορα.
Ὠδή ἐ΄. Φώτισον ἠμᾶς
Ὄμβρησον ἠμίν ὑετούς τούς τῶν θαυμάτων σου καί τάς ἀρούρας τῶν ψυχῶν ἄρδευσον, ἴνα καρπόν προσάγωμεν σοί τήν εὐλάβειαν.
Ξένα καί φρικτά, ἡ πανίερος διήγησις ἀνακηρύττει σου τά θαυμάσια, ἐξ ὧν μετάδος τοῖς δούλοις σου, Δέσποτα.
Νέον σέ πλουτεῖ κατά Παῦλον ἀρχιτέκτονα ὁ Λογικός της Ἐκκλησίας ναός ὅθεν κραυγάζω σοί• θεῖον κάμε δεῖξον τέμενος.
Θεοτοκίον
Ἴασαι, Ἁγνή, τῆς ψυχῆς μου τήν ἀσθένειαν, ἐπισκοπῆς σου ἀξιώσασα, καί τήν ὑγείαν
τή πρεσβεία σου παρασχου μοί.
Ὠδή ς΄. Τήν δέησιν ἐκχεῶ.
Μωρίαν τοῦ Βαρλαάμ ἀπέδειξας καί σαθράν τήν ἐπιστήμην, θεοφρον, τήν ἐν Θαβώρ καταστρέφουσαν δόξαν καί τῷ φωτί τῶν δικαίων ἀνταίρουσαν, οὗ δέομαί σου ἐκτενῶς
τήν ψυχήν μου ἀξίαν ἀναδεῖξον.
Λαλεῖται σου πανταχοῦ τό ἔνθεον καί πανίερον καί ἔνδοξον τέλος• καί γάρ τό φῶς, ὤ συνείπας εὐσθενῶς, τήν σήν σκηνήν καταλάμψαν ἐδόξασε καί ἔδειξεν ὡς ἀληθῶς
πρωτομάρτυρος χρώτα τό εἶδός σου.
Κακίστην καί δυσσεβή ἀπήλεγξας τήν προσθήκην ἐν Συμβόλω τῷ θείω, θεολογῶν καί δεικνύων ἀφύκτως τήν δυαρχίαν ἐντεῦθεν εἰσάγεσθαι• διδάσκαλον οὔν ἡ σεπτή
Ἐκκλησία πλουτεῖ σέ, Γρηγόριε.
Θεοτοκίον
Ὡς τεῖχος καταφυγῆς κεκτήμεθα καί ψυχῶν σέ παντελῆ σωτηρίαν καί πλατυσμόν ἐν ταῖς θλίψεσι, Κόρη, καί τῷ φωτί σου ἀεί ἀγαλλόμεθα, ὤ Δέσποινα, καί νῦν ἠμᾶς
τῶν παθῶν καί κινδύνων διασωσον.
Διασωσον ἀπό κινδύνων τούς δούλους σου, θεοφόρε, ὅτι πάντες ἐν τοῖς δεινοῖς τήν σορόν σου πλουτοῦμεν ὡς ἄρρηκτον τεῖχος καί προστασίαν.
Ἐπιβλεψον ἐν εὐμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπί τήν ἐμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν καί ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τό ἄλγος.
Αἴτησις καί τό Κοντάκιον
Ἦχος β΄. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.
Προστασίαν ἐν τοῖς πειρασμοῖς σέ κεκτήμεθα, σέ μεσίτην πρός τόν ποιητήν προβαλλόμεθα οἱ κατακριτοι καί ὑπεύθυνοι κακῶν πολλῶν• καί νῦν προφθασον, θεῖε Πάτερ,
εἰς τήν βοήθειαν ἠμῶν, τῶν θερμῶς κραυγαζόντων σοί• τάχυνον εἰς πρεσβείαν καί ρύσαι παθῶν παντοίων ποίμνην ὅλην δεομένην σου.
Προκείμενον
Ἦχος δ΄. Τό στόμα μου λαλήσει σοφίαν καί ἡ μελέτη τῆς καρδίας μου σύνεσιν.
Στίχος: Ἀκούσατε ταῦτα πάντα τά Ἔθνη, ἐνωτίσασθε πάντες οἱ κατοικοῦντες τήν οἰκουμένην.
Τό Εὐαγγέλιον Ἰωάννη ἰ΄ 7-16
Εἶπεν ὁ Κύριος• ἐγώ εἰμί ἡ θύρα• δί’ ἐμοῦ ἐάν τίς εἰσέλθη, σωθήσεται καί εἰσελεύσεται καί ἐξελεύσεται, καί νομήν εὐρήσει. Ὁ κλέπτης οὐκ ἔρχεται εἰ μή ἴνα κλέψη καί θύση καί
ἀπολέση• ἐγώ ἦλθον ἴνα ζωήν ἔχωσι καί περισσόν ἔχωσιν. Ἐγώ εἰμί ὁ ποιμήν ὁ καλός. Ὁ ποιμήν ὁ καλός τήν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπέρ τῶν προβάτων• ὁ μισθωτός δέ καί οὐκ
ὧν ποιμήν, οὗ οὐκ εἰσί τά πρόβατα ἴδια, θεωρεῖτον λύκον ἐρχόμενον καί ἀφίησι τά πρόβατα καί φεύγει καί ὁ λύκος ἁρπάζει αὐτά καί σκορπίζει τά πρόβατα. Ὁ δέ μισθωτός
φεύγει, ὅτι μισθωτός ἐστι καί οὐ μέλει αὐτῶ περί τῶν προβάτων. Ἐγώ εἰμί ὁ ποιμήν ὁ καλός, καί γινώσκω τά ἐμᾶ καί γινώσκομαι ὑπό τῶν ἐμῶν. Καθώς γινώσκει μέ ὁ πατήρ
καγῶ γινώσκω τόν πατέρα• καί τήν ψυχήν μου τίθημι ὑπέρ τῶν προβάτων. Καί ἄλλα πρόβατα ἔχω, ἅ οὔν ἔστιν ἐκ αὐλῆς ταύτης• κακείνα μέ δεῖ ἀγαεῖν, καί τῆς φωνῆς μου
ἀκούσουσι, καί γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ταῖς τοῦ Ἱεράρχου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ταῖς τῆς Θεοτόκου πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἑξάλειψον τά πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Ἰδιόμελον. Ἦχος πλ. β΄. Ὅλην ἀποθέμενοι
Μέγαν ἀντιλήπτορα σέ κεκτημένη καυχᾶται, Γρηγόριε δέσποτα, ἡ σή ποίμνη ἔχουσα τήν σήν λάρνακα• καί πισττῶς ἄσμασι τήν σεπτήν σήμερον καταστέφει καί γεραίρει σου
μνήμην τήν παντιμον καί τήν εὐλογίαν καρποῦταί σου, ἄνωθεν καταβαίνουσαν διά τήν τιμήν τῶν λειψάνων σου. Θεῖε Ἱεράρχα, λαμπρότατε σοφώτατε φωστήρ, μή νῦν παρίδης
τήν δέησιν τῶν παρακαλοῦνταν σέ.
Ὁ Ἱερεύς:
Σῶσον ὁ Θεός τόν λαόν σου καί εὐλόγησον τήν κληρονομίαν σού• ἐπισκεψαι τόν κόσμον σου ἐν ἐλέει καί οἰκτιρμοῖς. Ὑψωσον κέρας Χριστιανῶν ὀρθοδόξων καί καταπεμψον
ἐφ’ ἠμᾶς τά ἐλέη σου τά πλούσια• πρεσβείαις τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἠμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας• δυνάμει τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυρού• προστασίαις
τῶν τιμίων ἐπουρανίων Δυνάμεων Ἀσωμάτων• ἰκεσίαις τοῦ Τιμίου καί Ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ Ἰωάννου• τῶν ἁγίων ἐνδόξων καί πανευφήμων Ἀποστόλων•
ὧν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἠμῶν, μεγάλων ἱεραρχῶν καί οἰκουμενικῶν διδασκάλων Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καί Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ἀθανασίου καί
Κυρίλλου, Ἰωάννου τοῦ Ἐλεήμμονος, πατριαρχῶν Ἀλεξανδρείας. Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις, Σπυρίδωνος ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος, τῶν Θαυματουργών• τῶν ἁγίων ἐνδόξων
μεγαλομαρτύρων Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου, Δημητρίου τοῦ Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τῶν ἱερομαρτύρων Χαραλάμπους καί Ἐλευθερίου, τῶν ἁγίων
ἐνδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τῶν ὁσίων καί θεοφόρων Πατέρων ἠμῶν. Τῶν ἁγίων καί δικαίων θεοπατόρων Ἰωακείμ καί ’Ἄννης. . Τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ
Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, καί πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ἰκετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. Ἐπάκουσον ἠμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν δεομένων σου καί ἐλέησον ἠμᾶς.
Ὠδή ζ΄. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας
Κραταιόν σέ προστάτην ἐκ Θεοῦ εὐραμένη ἡ θεία ποίμνη σου, κατέχει σου ἐν κόλποις ἐχέγγυον ἀγάπης τήν σορόν τῶν λειψάνων σου, ἀναβοώσα πιστῶς• ὁ Θεός εὐλογητός εἰ.
Θελητήν τοῦ ἐλέους σύ ἐκήρυξας πάσι Χριστόν τόν Κύριον, ρυοθῆναι γοῦν κινδύνων, λοιμοῦ καί ἀνομβρίας τούς βοώντας ἱκέτευε• ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν Θεός, εὐλογητός εἰ.
Ἡμέρας ἀνεσπέρου καί φωτός ἀϊδίου υἱός γενόμενος, τούς πίστει προσιόντας, τή λαρνακί σου, μάκαρ, ἀναμέλπειν καταύγασον• ὁ τῶν Πατέρων ἠμῶν Θεός, εὐλογητός εἰ.
Θεοτοκίον
Θησαυρόν σωτηρίας καί πηγήν ἀφθαρσίας τήν σέ κυήσασαν καί πύργον ἀσφαλείας καί θύραν μετανοίας τοῖς κραυγάζουσιν ἔδειξας• ὅ τῶν Πατέρων ἠμῶν Θεός, εὐλογητός εἰ.
Ὠδή ἡ΄. Τόν Βασιλέα τῶν οὐρανῶν
Τῆς Ἐκκλησίας τόν οὐρανόν καταλμπων, ὡς ἀστήρ ἀπλανής διασώζεις τούς ὑπερυψούντας Χριστόν εἰς τούς αἰώνας.
Τῶν ἰαμάτων σέ ἐνεργόν πᾶς τίς ἔγνω τῶν θερμῶς αἰτούντων σου τήν χάριν, καί πιστῶς τιμώντων τά λείψανά σου, Πάτερ.
Θεσσαλονίκη σέ ὡς ποιμένα γεραίρει, Ἐκκλησία δέ πάσα κηρύττει καί ἀνακροτεῖ σοί τούς θείους σου ἀγώνας.
Θεοτοκίον
Τάς ἀσθενείας μου τῆς ψυχῆς ἰατρεύεις καί σαρκός τάς ὀδύνας, Παρθένε• ὅθεν σέ δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰώνας.
Ὠδή θ΄. Ἡ Κυρίως Θεοτόκον
Ἐρρέτωσαν καθάπαξ οἱ θεομαχοῦντες καί τήν σήν δόξαν ἀδίκως ἐκβάλλοντες• ὁ γάρ Χριστός σέ δοξάζει φρικτοῖς ἐν θαυμάσι.
Λαμπρῶς ἡ Ἐκκλησία ἄγει σου τήν μνήμην• τῶν γάρ ἐχθρῶν ἀπελέγχει τό δυσφημον, ὡς προτιθεῖσα τήν λάρνακα τῶν λειψάνων σου.
Ἐκάστω τάς αἰτήσεις τάς πρός σωτηρίαν, τῶν σέ τιμώντων ἐξ ὕψους καταπεμψον καί τῶν λυπούντων τήν ποίμνην σου ἐλευθέρωσον.
Θεοτοκίον
Φωτός σου ταῖς ἀκτίσι λάμπρυναν, Παρθένε, τό ζοφερόν της ἀγνοίας διώκουσα, τούς εὐσεβῶς Θεοτόκιον σέ καταγγέλλοντας.
Τό Ἄξιόν ἐστι καί τά Μεγαλυνάρια
Ἄξιον ἐστίν ὡς ἀληθῶς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ἀειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα τοῦ Θεοῦ ἠμῶν. Τήν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέραν
ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ, τήν ἀδιαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοῦσαν τήν ὄντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.
Χαίροις Ὀρθοδόξων ἡ καλλονή, χαίροις διωχθέντων, καταφύγιον ἰσχυρόν, χαίροις τῶν ἐν θλίψει, καί τῶν ἐν ἐξορία, Προκόπιε Θεοφρον, τό παραμύθιον.
Τόν θεῖον Γρηγόριον, οἱ πιστοί, πάντες συνελθόντες εὐφημήσωμεν εὐσεβῶς ὡς ὄντως ποιμένα τοῖς πράγμασι φανέντα καί στόμα ἀληθείας καί φωτός κήρυκα.
Προσέλθωμεν ἄνθρωποι ἐκ ψυχῆς, ἀψώμεθα πάντες μετά πίστεως τῆς σοροῦ τῶν Θείων λειψάνων, τήν λύσιν ἑξαιτοῦντες παντοίων ἄλγηδονων καί πάσης θλίψεως.
Φρούρησον τήν ποίμνην σου ὁ καλός ἄγρυπνος προστάτης, τήν κυκλοῦσάν σου τήν σορόν, καί ρύσαι κινδύνων καί πάσης ἐπηρείας, Γρηγόριε τρισμάκαρ, ἀξιοθαύμαστε.
Ἴλεως γενού μοί σοί ἐκβοά Θεσσαλονικέων ὁ πιστότατός σου λαός, Γρηγόριε Πάτερ, ταῖς ἱεραῖς λιταίς σου μετά τοῦ Μυροβλύτου ἠμᾶς περισῶζε.
Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἵ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες μετά τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τό σωθῆναι ἠμᾶς.
Τό Τρισάγιον
Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.
Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον
δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.
Ἱερεύς: Ὅτι σου ἐστιν ἡ βασιλεία καί ἡ δύναμις καί ἡ δόξα, τοῦ Πατρός, καί τοῦ Υἱοῦ, καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καί ἀεί, καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων.
Δόξα Πατρί καί Υἱῶ καί Ἁγίω Πνεύματι.
Ἦχος β΄.
Ἱεραρχῶν τό θεῖον κειμήλιον, Πάτερ Ὅσιε, παμμάκαρ Γρηγόριε, τήν ἱεράν θήκην τῶν λειψάνων σου ἐν τή μνήμη σου αἴροντας σήμερον, μή καταισχύνης ἠμᾶς ἀναξίους ὄντας τῆς
σῆς ἁγιότητος, ἀλλ' ἀξίωσον ἀκατακρίτως αὐτῆς ἐφάπτεσθαι, τόν πόθον ἀφοσιουμένους, ὄν πρός σέ ἀνατείνομεν πάντες ἐκλιπαροῦντες καί λέγοντες• μή παύση πρεσβεύων
Ἱεράρχα, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Καί νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Ἦχος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τῶν δούλων σου, καί λύτρωσαι ἠμᾶς, ἀπό πάσης ἀνάγκης καί θλίψεως.
Ἦχος β΄.
Τήν πάσαν ἐλπίδα μου, εἰς σέ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μέ ὑπό τήν σκέπην σου.
Ὁ Ἱερεύς: Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.
ΟΤΑΝ Ο Ο ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΙΛΟΥΣΕ ΓΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕ ΚΑΝΕΙΣ
«Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ ἀνεβαινοκατεβαίνουν κυβερνήσεις, θὰ ἐναλλάσσονται τὰ κόμματα, θὰ ἀνακαλοῦνται διατάγματα, θὰ ψηφίζονται νόμοι καὶ θὰ καταργοῦνται ἄλλοι, καὶ θὰ ἐπικρατεῖ σύγχυση καὶ ταραχή. Τότε, ὅμως, θὰ ἀντιδράσουν λίγοι πιστοὶ Χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ τὸ Κ.Κ.Ε..»
Mια εκπληκτική πρόρρηση του του Αγιου, πλέον, Γέροντα της Ορθοδοξίας, Παΐσιου, που δείχνει να επιβεβαιώνεται σήμερα.
Κανείς πριν χρόνια δεν μπορούσε να καταλάβει τι σήμαιναν τα λόγια αυτά του Γέροντας Παΐσιου διότι δεν ταίριαζε με κάποιο μέρος της πολιτικής πραγματικότητας της εποχής.
Τώρα όμως και κυβερνήσεις ανεβοκατέβηκαν, και κόμματα εναλλάσσονται, και διατάγματα ανακαλούνται και νόμοι ψηφίζονται ενώ άλλοι καταργούνται, όσο για την σύγχυση και την ταραχή, αποτελούν μόνιμη συνοδεία του ελληνικού λαού τα τελευταία πέντε χρόνια.
Το ενδιαφέρον όμως είναι στο τέλος της προφητείας όπου λεει, "Θὰ ἀντιδράσουν λίγοι πιστοὶ Χριστιανοὶ ἀλλὰ καὶ τὸ Κ.Κ.Ε." το οποίο "φωτογραφίζει" πραγματικά την σημερινή κυβέρνηση..
Στην εποχή που διατυπώθηκε αυτή η πρόρρηση τα τρία τέταρτα του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ ήταν ενταγμένα στο ΚΚΕ. ΣΥΡΙΖΑ τότε δεν υπήρχε. Οσο για τους "λίγους πιστούς Χριστιανούς" που θα αντιδράσουν επίσης αυτό δείχνει τους ΑΝΕΛ, αλλά και το έτερο, έστω εκτός κυβέρνησης αντιμνημοναικό κόμμα.τον Λαϊκό Σύνδεσμο.
Το που θα οδηγήσει η αντίδραση αυτή αναμένεται να φανερωθεί.
Παρακάτω ο Γέροντας λέει τα εξής ανατριχιαστικά "βλέποντας" το τι έρχεται:
«Μοῦ λέει ὁ λογισμὸς ὅτι πέντε ἄτομα κάνουν κουμάντο τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Δὲν ξέρω ποῦ εἶναι ἢ ποιοὶ εἶναι, ἀλλὰ ξέρω ὅτι εἶναι πέντε ἄτομα ὅλα κι ὅλα.» (Μαρτυρία ἀπὸ τὸ Β´τόμο τοῦ βιβλίου «Μαρτυρίες Προσκυνητῶν»).
Όλοι γνωρίζουν ότι ο πλανήτης ελέγχεται από πέντε οικογένειες-αφεντικά.
«Θὰ ἔρθει καιρὸς ποὺ θὰ ψάχνεις νὰ βρεῖς ἄπιστο καὶ δὲ θὰ βρίσκεις. Ἀλλά, γιὰ νὰ φτάσουμε σ᾽ αὐτὸ τὸ σημεῖο, θὰ ἔχουν προηγηθεῖ φοβερὰ πράγματα.»
(βλ. βιβλίο «Μαρτυρίες Προσκυνητῶν», 6η Ἔκδοση, σελ.396-453, γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα).
Οπως πληροφορούμαστε η σειρά του αμερικανικού History Channel που καταγράφει ανάλογες προρρήσεις που έγιναν πραγματικότητα στο πέρασμα του χρόνου, ετοιμάζει μεγάλο αφιέρωμα στον Αγιο Παΐσιο με την την ευκαιρία της αγιοποίησής του...
http://www.defencenet.gr
π. Κυριακού Τσουρού
Γραμματέως της Σ.Επιτροπής επί των αιρέσεων
1.Ἡ θεωρητική βάση τοῦ σατανισμοῦ.
Ὅπως εἶναι γνωστό, κύρια «δόγματα» τῆς «Νέας Ἐποχῆς τοῦ Ὑδροχόου» εἶναι ἡ «πίστη» σέ ἀπρόσωπο «θεό» καί ἡ κατάργηση τῆς διακρίσεως μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ. Ὁ ἄνθρωπος τῆς «Νέας Ἐποχῆς» εἶναι «θεός» κατ' οὐσίαν, ἤ ἀλλοιῶς «ἐκροή» τοῦ «θεοῦ». Κατά συνέπειαν, ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ ἔξω ἀπό τόν ἄνθρωπο δέν νοεῖται.
Ὁ αὐτοθεοποιημένος καί αὐτονομημένος αὐτός ἄνθρωπος τῆς «Νέας Ἐποχῆς» εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χαράσσει καί τόν «ἠθικό νόμο». Κατά τόν «νόμο» αὐτό ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ζῆ ὅπως θέλει, νά κάνει ὅ,τι θέλει. Τό καλό καί τό κακό εἶναι οἱ δυό ὄψεις τοῦ ἴδιου νομίσματος, χωρίς καμία οὐσιαστική διαφορά.
Πάνω σ' αὐτές τίς «ἀρχές», οἱ ὁποῖες χαρακτηρίζουν κάθε παραθρησκευτική ὁμάδα τῆς «Νέας Ἐποχῆς», κινεῖται ἡ θεοσοφία τῆς Ἕλενα Μπλαβάτσκυ καί τῶν διαδόχων της στόν ἀποκρυφισμό. Οἱ ἴδιες αὐτές «ἀρχές» στήν ἀκραία μορφή τους ἐκδηλώνονται καί μέσα ἀπό τά διάφορα εἴδη τοῦ σύγχρονου σατανισμοῦ. Πράγματι, καί ὁ νεοσατανισμός μάχεται τήν πίστη στόν Ἕνα καί Ἀληθινό Θεό, καταργεῖ τήν διάκριση καλοῦ καί κακοῦ καί κηρύσσει τήν λατρεία στόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο. Μιά λατρεία ὅμως σύμφωνη μέ τό ἀρχαῖο «εὐαγγέλιο τοῦ ὄφεως», πού προτρέπει τόν αὐτονομημένο λάτρη της νά αὐτολατρευτεῖ μέσα σέ ἕνα ἐγκληματικό δόγμα, καταγραμμένο στό «εὐαγγέλιο τοῦ σατανισμοῦ» τό «βιβλίο τοῦ Νόμου» τοῦ Aleister Crowley: «Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τό δικαίωμα νά ζεῖ σύμφωνα μέ τό δικό του νόμο, νά παίζει ὅπως θέλει, νά ξεκουράζεται ὅπως θέλει, νά πεθαίνει ὅποτε θέλει καί ὅπως θέλει.... Νά σκέπτεται ὅ, τι θέλει, νά λέει ὅ,τι θέλει..... νά ἀγαπᾶ ὅπως θέλει: Καί ἐκπληρῶστε τήν ἐπιθυμία σας σέ ἀγάπη ὅπως θέλετε, ὅποτε θέλετε, ὅπου θέλετε καί μέ ὅποιον θέλετε!.... ὁ ἄνθρωπος ἔχει τό δικαίωμα νά θανατώνει ὅλους ἐκείνους πού προσπαθοῦν νά τοῦ ἀφαιρέσουν αὐτό τό δικαίωμα. Οἱ σκλάβοι πρέπει νά ὑπηρετοῦν».
2. Ἱστορικά στοιχεῖα.
Ὁ σύγχρονος σατανισμός, ἤ νεοσατανισμός ἔχει τίς ρίζες του στόν μεσαίωνα. «Μεσσίας» τοῦ νεοσατανισμοῦ εἶναι ὁ Ἄγγλος μάγος Aleister Crowley (1875-1947) πού ἦταν βασικό στέλεχος τοῦ «Τάγματος τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀνατολῆς» (ΟΤΟ). Αὐτός συνέταξε τό «Βιβλίο τοῦ Νόμου» σύμφωνα μέ τό ὁποῖο «θεός εἶναι ὁ ἄνθρωπος» καί τό οὐσιαστικό σ' αὐτό τό «θεό» εἶναι τό θέλημά του (βλ.περισσότερα στό βιβλίο τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, Νεοσαστανισμός, σελ.205). Ἀπό τήν ὀργάνωση τοῦ Crowley προῆλθαν πολλές ἄλλες θυγατρικές σατανιστικές ὁμάδες.
Μέ βάση τήν ὀργάνωση τοῦ Crowley καί μέ ἀνάμειξη ἄλλων σατανιστικῶν «παραδόσεων» ἤ «τάσεων» ἱδρύθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Σατανᾶ ἀπό τόν Anton Szandon Lavey, στίς 30 Ἀπριλίου 1966, στήν Καλιφόρνια. Γι' αὐτό ἡ ἡμερομηνία αὐτή ἀποτελεῖ τήν βασική σατανιστική ἑορτή. Τό 1968 ὁ Lavey ἐξέδωκε τήν «Βίβλο τοῦ Σατανᾶ» καί τό 1972 τό «Τυπικό τοῦ Σατανᾶ». Καίτοι ἡ ὀργάνωση αὐτή ἀνήκει στόν λεγόμενο ὀρθολογιστικό σατανισμό, πού πιστεύει ὅτι ὁ Σατανᾶς δέν ἀποτελεῖ ὀντότητα, ἀλλά ἀντιπροσωπεύει τίς φυσικές δυνάμεις τοῦ σκότους, ἐν τούτοις εἶναι ἡ πιό καλά ὀργανωμένη σατανιστική ὁμάδα.
Ὅπως καί ἄλλες σατανιστικές ὀργανώσεις ἔτσι κι αὐτή ἔχει ὡς σύμβολο τήν ἀντεστραμμένη ἀποκρυφιστική πεντάλφα, ἡ ὁποία ἀποκαλεῖται ἐνίοτε καί «Μπαθομέτ», ὅπως καί τό ἄλλο σύμβολο τῶν σατανιστῶν μέ τήν μορφή τράγου, πού συμβολίζει τόν Σατανᾶ.
Στήν δεκαετία 1960 - 1970 προῆλθε ἀπό διάφορες ὁμάδες ὁ λεγόμενος Ἑωσφορισμός. Αὐτός τιμᾶ καί λατρεύει τόν Σατανᾶ, τόν ὁποῖο ὀνομάζει «ἀδικημένο θεό». Ὅμως δέν δέχεται ὅτι ὁ Σατανᾶς ἐκπροσωπεῖ τό κακό, ἀλλά ὅτι παίζει ἕνα θετικό ρόλο. Δηλαδή ἀναμασᾶ τό «δόγμα» τῆς «Νέας Ἐποχῆς» πού θέτει στό ἴδιο ἐπίπεδο τό καλό καί τό κακό καί τούς δίδει ἴδια ἀξία. Ἡ σατανιστική αὐτή ὁμάδα στηρίζεται κυρίως στήν ἀντίληψη τῆς Ἕλενας Μπλαβάτσκυ.
3. Τό «ἐγκληματικό δόγμα».
Ἔχει γίνει φανερό πλέον ὅτι ὁ νεοσατανισμός δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα «ἄλλο πιστεύω» ἔστω και διεστραμένο. Εἶναι ἕνα «ἐγκληματικό δόγμα», τό ὁποῖο ἀποτελεῖ ἀπειλή, ὄχι μόνον γιά τά ἴδια τά θύματά του, ἀλλά καί γιά τό κοινωνικό σύνολον. Βεβαίως, δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τό μεγαλύτερο κακό εἶναι ἡ ἀπώλεια ψυχῶν καί ἡ παγίδευσή τους στά δίκτυα τοῦ «ἀνθρωποκτόνου» διαβόλου, ὁ ὁποῖος «ὡς λέων ὠρυόμενος, περιέρχεται, ζητῶν τίνα καταπίη» (Α´Πέτρ. 5-8).
Πέραν αὐτοῦ ὅμως, οἱ ἀρνητικές ἐπιδράσεις τοῦ ἐγκληματικοῦ αὐτοῦ δόγματος πάνω στήν προσωπικότητα τῶν νεαρῶν κυρίως ἀτόμων εἶναι καταλυτική. Ὁ «χειρισμός τοῦ νοῦ» πού ἐφαρμόζεται κι ἐδῶ, ὅπως σέ ὅλες τίς παραθρησκευτικές ὁμάδες (σέκτες) ὁδηγεῖ σέ τρομακτικές ψυχικές καταστάσεις, σέ ὁλοκληρωτική ἀλλοίωση τῆς σκέψεως, τῆς συμπεριφορᾶς, τοῦ ὅλου ψυχισμοῦ τῶν θυμάτων, στήν ἀποκοπή τους ἀπό τόν κοινωνικό περίγυρο καί τό παρελθόν. Ἡ ἀν-τικοινωνική συμπεριφορά καί ἡ ἐχθρική στάση ἔναντι τῆς οἰκογένειας καί τῆς κοινωνίας ἐκδηλώνονται μέσα ἀπό πράξεις βίας, ὀργιαστικές τελετές, πόση αἵματος, μέχρι καί θυσίες ζώων καί ἀνθρωποθυσίες.
Διαβάζομε στήν «σατανιστική βίβλο» (σελ. 89-90): «Ὅταν ἕνα ἄτομο μέ τήν ἀξιόμεπτη συμπεριφορά του πρακτικά ἀποζητᾶ νά καταστραφεῖ, εἶναι πραγματικά ὑποχρέωσή σου νά τούς ὑποβάλεις στήν ἐπιθυμία τους... Ἔχεις κάθε δικαίωμα νά τούς καταστρέψεις (συμβολικά) καί ἐάν ἡ κατάρα σου ὠθεῖ στήν πραγματική τους ἐκμηδένιση, χαροποιήσου γιατί ἔχεις συντελεστικά ξεφορτώσει τόν κόσμο ἀπό ἕνα κτῆνος. Ἐάν ἡ ἐπιτυχία ἤ εὐτυχία σου ἐνοχλεῖ κάποιον ἐσύ δέν τοῦ χρωστᾶς τίποτε. Ἔχει δημιουργηθεῖ γιά νά ποδοπατηθεῖ. Ἐάν οἱ ἄνθρωποι ἔπρεπε νά ἔχουν τίς συνέπειες τῶν πράξεών τους, θά τό σκεφτόταν δυό φορές».
Δέν ἀντιλέγει κανείς ὅτι ὑπάρχουν καί περιπτώσεις πού εἶναι ἀποτέλεσμα διαταραγμένης προσωπικότητας ἤ ἐπιπόλαιης νεανικῆς συμπεριφορᾶς γιά ἱκανοποίηση τῆς περιέργειας ἤ γιά τήν ἀπόκτηση, δῆθεν, μέσῳ τοῦ σατανᾶ (sic), δυνάμεως, πλούτου ἤ ἡδονῆς. Ὅμως ὑπάρχουν καί ἐκεῖνες οἱ περιπτώσεις γιά τίς ὁποῖες δέν χωράει καμιά ἀμφισβήτηση γιά τήν παρουσία τοῦ «ἀνθρωποκτόνου».
Καί τό ἐρώτημα πού προκύπτει εἶναι: Ἄραγε οἱ λεγόμενοι σατανιστές τῆς Γερμανίας ἦταν ψυχικά ἀσθενεῖς - ὅπως οἱ συνήγοροί τους θέλησαν νά ὑποστηρίξουν - καί γι' αὐτό προσχώρησαν σέ διεστραμένες ὁμάδες, ἤ μήπως ὁ ἴδιος ὁ σατανισμός διέστρεψε τήν ψυχή τους καί τούς κατάντησε ἐγκληματικά στοιχεῖα;
Καί τοῦτο διότι εἶναι διεθνῶς διαπιστωμένο ὅτι ὑπάρχουν σέκτες, ὅπως εἶναι καί ὁ σατανισμός, μέ «ἐγκληματικά δόγματα», τά ὁποῖα ὁδηγοῦν σέ ἐγκληματική συμπεριφορά καί ἐγκληματικές πράξεις. Γι' αὐτό καί διεθνεῖς ὀργανισμοί, ὅπως εἶναι τό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ζητοῦν τήν λήψη μέτρων ἐναντίον τῶν ὁμάδων αὐτῶν. Τό Ψήφισμα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου τῆς 29.2.96 κάνει λόγο γιά «ἐγκληματική δραστηριότητα ὁρισμένων σεκτῶν» καί ζητεῖ ἀπό τίς χῶρες-Μέλη τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως νά λάβουν αὐστηρά μέτρα γιά τήν ἀντιμετώπισή τους.
4. Ὑποκριτική ἀνησυχία.
Κάθε φορά πού ἐκδηλώνεται κάποιο περιστατικό σατανιστικῆς δραστηριότητας γίνεται ἀντικείμενο ἔντονου σχολιασμοῦ καί προβολῆς μέσα ἀπό τά μέσα ἐνημερώσεως. Καλοῦνται φορεῖς καί εἰδικοί νά μιλήσουν γιά τόν τρόπο ἀντιμετωπίσεως τοῦ «ἐχθροῦ» τῆς κοινωνίας καί εἰδικώτερα τῶν νέων. Ἀφοῦ ὅμως ὅλα σχολιαστοῦν, συχνά ἀπό ἀναρμόδιους, καί τό γεγονός «πουλήσει» ἀρκετά, ὅλα πάλι ξεχνιοῦνται καί οἱ μόνοι κερδισμένοι εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ σατανιστές πού κατόρθωσαν γιά ἄλλη μιά φορά νά κάνουν γνωστή τήν ὕπαρξή τους, σκορπώντας μάλιστα τόν φόβο σέ πολλούς γιά τίς δῆθεν «ὑπερφυσικές» διασυνδέσεις τους μέ τόν «ἄρχοντα τοῦ σκότους». Ἄραγε οἱ συζητήσεις καί ἐνίοτε ἡ δημιουργία πανικοῦ στούς ἐμβρόντητους πολίτες πού παρακολουθοῦν τά γεγονότα, λύνει τό πρόβλημα;
Ὅταν στήν συνέχεια, μέσα ἀπό τίς ἴδιες ὀθόνες, μέσα ἀπό τά ἴδια περιοδικά, καί ἄλλα ἔντυπα πού κραυγάζουν γιά τήν ἀντιμετώπιση δῆθεν τοῦ προβλήματος προβάλλονται, μέ ἕνα σωρό τρόπους, οἱ θέσεις τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, τοῦ νεοσατανισμοῦ, τῆς ἀστρολογίας, τῶν μάγων καί τῶν λοιπῶν «ἐμπόρων κάλπικης ἐλπίδας», δέν εἶναι τουλάχιστον ὑποκριτική ἡ ἀνησυχία πού ἀρκετοί ἐκδηλώνουν; Ὅταν τά παιδιά καί οἱ νέοι ἐξοικειώνονται μέ τόν ἀποκρυφισμό καί τόν νεοσατανισμό μέσα ἀπό τά χαρτοπαιγνίδια,τά video games, τά παιδικά βιβλία, τήν σκληρή ρόκ μουσική μέ τούς σατανικούς στίχους, τίς ταινίες θρίλερ κ.λ.π., δέν εἶναι πιθανόν νά θελήσουν κάποτε νά «δοκιμάσουν» στήν πράξη, μέσα σέ ὁμάδες περίεργων φαινομένων, τό πόσο στέκονται αὐτά πού διάβασαν ἤ εἶδαν; Μά ἐκεῖ εἶναι πολύ πιθανόν νά παραμονεύει ἕνα «ἐγκληματικό δόγμα», μιά θανάσιμη σέκτα, μιά σατανική παγίδα γιά τήν ἀθώα καί ἀπαλή νεανική ψυχή.
Ἄς μήν ὑποκρινόμαστε λοιπόν. Ἄς μή στρουθοκαμηλίζομε. Ἄς μή προσπαθοῦμε νά ξεφορτωθοῦμε τίς εὐθῦνες πού εμεῖς πρῶτοι ἔχομε ἀπέναντι στά παιδιά μας. Ἄραγε, φταῖνε μόνον οἱ σατανιστές ἤ καί ἐκεῖνοι πού ἀδιαφοροῦν γιά τήν σωστή διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν μας; Θά παραμένουν ἀνεξέλεγκτοι ἐκεῖνοι πού δέν διστάζουν νά ἐμπορεύονται τόν σατανισμό γιά νά αὐξήσουν τά παράνομα κέρδη τους; Μήπως καί ἕνα σατανικό δόγμα δέν εἶναι ἐξ' ἴσου θανατηφόρο ναρκωτικό, «ψυχοναρκωτικό», ὅπως καί οἱ ἐξαρτησιογόνες οὐσίες;
5. Ἀντιμετώπιση
Ποῦ ὅμως πρέπει νά ἀναζητηθῆ ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως αὐτῆς τῆς ἀπειλῆς;
Ἀκούγεται συχνά τό ἐρώτημα: «Ἡ Ἐκκλησία τί κάνει;» Ἄν ἐκεῖνοι πού μεταφέρουν τήν πληροφόρηση στό Κοινό ἤθελαν πράγματι νά τοῦ κάνουν γνωστό τό τί κάνει ἡ Ἐκκλησία στόν πνευματικό καί κοινωνικό τομέα καθημερινά, τότε ἀσφαλῶς καί δέν θά ἐτίθετο αὐτό τό ἐρώτημα.
Καί τοῦτο διότι ἡ Ἐκκλησία διαθέτει καί προσφέρει ὅλα τά πνευματικά ὅπλα γιά νά θωρακίσει τόν πιστό ἀπό τήν ἀπειλή τοῦ σατανᾶ. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας εἶναι «ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός παρατεινόμενος εἰς τούς αἰῶνας». Γι'αὐτό εἶναι ἡ ἀσφαλής κιβωτός τῆς σωτηρίας γιά κάθε ἄνθρωπο. Ὁ πιστός ἀνήκει στόν Κύριο Ἰησοῦ, θωρακίζεται μέ τήν Χάρη τῶν Μυστηρίων καί πάνω του δέν μπορεῖ νά ἔχει καμιά δύναμη καί ἐξουσία ὁ σατανᾶς.
Ἐκτός τούτου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὀργανωμένους φορεῖς ποιμαντικῆς ἀντιμετωπίσεως προβλημάτων πού δημιουργοῦνται σέ ἄτομα καί οἰκογένειες ἀπό τήν ἐγκληματική δραστηριότητα τῶν ἐπικίνδυνων παραθρησκευτικῶν ὁμάδων. Τό κέντρικό ὄργανο τῆς Ἐκκλησίας σ'αὐτόν τόν τομέα, ἡ Συνοδική Ἐπιτροπή ἐπί τῶν αἱρέσεων, ἀντιμετωπίζει καθημερινῶς πληθώρα περιπτώσεων, συμπαρίσταται σέ θύματα καί οἰκογένειες θυμάτων, ὀργανώνει Πανορθόδοξες συνδιασκέψεις, ἱερατικές συνάξεις, ὁμιλίες, ἐκπομπές, ἐνημερώνει μέσῳ Ἐγκυκλίων, ἐντύπων καί ἀνακοινώσεων τόν Λαό τοῦ Θεοῦ.
Ὅμως δέν ἐξαντλεῖται ἐδῶ ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῆς ἀπειλῆς. Καί τοῦτο διότι, ὅπως ὑπογραμμίσαμε ἐπανειλημμένα πιό πάνω, πρόκειται γιά ἐγκληματική δραστηριότητα. Κι ὅταν ὑπάρχει ἔγκλημα, ὅταν διαπράττονται φόνοι (ἀνθρωποθυσίες) καί αὐτοκτονίες καί χάνονται ζωές, ὅταν νεαρά ἄτομα καταντοῦν ράκη καί ὁδηγοῦνται στά ψυχιατρεῖα ἤ ἀπειλοῦνται ἔννομα ἀγαθά, ἡ εὐθύνη ἀνήκει πλέον στά ἁρμόδια Ὄργανα τῆς Πολιτείας. Αύτό ἄλλωστε ζητᾶ τό Εὐρωπαϊκό Κοινοβούλιο μέ τά Ψηφίσματά του, αὐτό κάνουν πολλές χῶρες τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, μέ εἰδικές Κρατικές Ἐπιτροπές, πλήν τῆς Ἑλλάδος.
Ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθῆκον καί ὑποχρέωση νά ἐνημερώνει, νά συμπαρίσταται καί νά συνεργάζεται ἐνδεχομένως μέ τήν Πολιτεία. Καί τό κάνει χωρίς φανατισμό καί μισαλλοδοξία. Τό ἔγκλημα ὅμως ἀντιμετωπίζεται μέ τόν νόμο.Ὑπάρχουν νόμοι τοῦ Κράτους γιά νά ἀντιμετωπίζουν, νά διώκουν καί νά τιμωροῦν τό ἔγκλημα. Κι ἄν δέν ὑπάρχουν τέτοιοι νόμοι γιά τήν συγκεκριμένη περίπτωση, τότε πρέπει ἐπειγόντως νά νομοθετηθοῦν. Αὐτό ὅμως εἶναι ἁρμοδιότητα τῆς Πολιτείας καί ὄχι τῆς Ἐκκλησίας. Δέν διστάζομε νά ποῦμε ὅτι ἔχομε καθυστερήσει ἐπικίνδυνα.
6. Ἡ νίκη κατά τοῦ σατανᾶ.
«Ἡ Χριστιανική ἀντίληψη περί Θεοῦ, περί ἀνθρώπου, περί κόσμου καί περί σωτηρίας, ἡ οὐσιαστική σύνδεση ἀνάμεσα στήν χριστιανική πίστη καί στήν καθημερινή μας ζωή θά προσφέρει στούς νέους τήν ἀπαραίτητη αὐτοσυνειδησία τοῦ χριστιανοῦ, θά τόν καλύψει πνευματικά καί θά ἀποτρέψει τήν ἐσωτερική του ἀναζήτηση στήν ὁποία ἐξωθεῖται ἀπό τά ποικίλα ὑπαρξιακά κενά» (π.Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου, Νεοσατανισμός, σελ. 288).
Ὁ σατανᾶς εἶναι ἕνας «πεπτωκός ἄγγελος», ἕνας νικημένος ἐχθρός. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Δυνατός καί Ἀληθινός Θεός, ἐνίκησε τόν σατανᾶ καί εἶναι ὁ Κύριος τῆς ἱστορίας, ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Ἐκεῖνος πού ἔχει ἐξουσία «ἐπί πνευμάτων ἀκαθάρτων». Διαβεβαίωσε γι' αὐτό ὁ Ἴδιος τούς μαθητές Του: «Ἐθεώρουν τόν σατανᾶν ὡς ἀστραπήν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» (Λουκ. 10,18). Ὁ σατανᾶς, χωρίς τήν παραχώρηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, δέν ἔχει ἐξουσία οὔτε πάνω σέ «ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένην» (Ματθ. 8, 30). Ὁ Χριστός εἶναι γιά μᾶς, ἡ δύναμη, ἡ ἐλπίδα, ἡ σωτηρία.
Ὁ πιστός Χριστιανός δέν φοβᾶται λοιπόν τόν σατανᾶ. Τό πολύ - πολύ αὐτός ὁ αἰώνιος ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου νά γίνει μιά «καλή» εὐκαιρία γιά πολλούς, νικώντας τούς πειρασμούς καί τίς παγίδες του, νά μποῦν εὐκολώτερα στόν Παράδεισο.
Πηγή: http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/heresies/bibliothiki_satanepoc.html
“The Saints grieve to see people living on earth and not knowing that, if they were to love one another , the world would know freedom from sin; and where sin is absent, there is joy and gladness of the Holy Spirit. The Saints in heaven through the Holy Spirit, behold the glory of God and the beauty of the Lord’s countenance. But in this same Holy Spirit they see our lives too, and our deeds.
They know our sorrows and hear our burning prayers. When they were living on earth , they learned of the love of God from the Holy Spirit; and he who knows love on earth takes it with him into eternal life, where love grows and becomes perfect. The souls of the Saints know the Lord and His goodness toward man, wherefore their spirits burn with love for the peoples. They were chosen by the Holy Spirit to pray for the whole world.”
St Silouan the Athonite
"We should not despair when we struggle but see no progress, remaining continuously at zero. All people earn zeros with their human strength, some more and some less. Christ, seeing our small human effort, places the number one before our zeros, and thus they acquire value and we can detect some improvement. Thus, we must not despair, but hope in God."
St. Paisios
http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2015/01/st-paisios-we-must-not-despair-but-hope.html
Είναι, μερικοί που συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο σε όλους. Δε μπορούμε όμως σε μια δακτυλήθρα να βάλουμε όσο σε ένα βαρέλι· ή να φορτώσουμε ένα βόδι όσο ένα άλογο.
Το βόδι είναι για να τραβάει αλέτρι. Δε γίνεται να του βάλουμε σαμάρι και να το φορτώσουμε. Το άλογο πάλι κακώς το βάζουμε στο αλέτρι, γιατί είναι για να σηκώνει βάρος. Να μη θέλουμε να βάλουμε όλο τον κόσμο στο δικό μας καλούπι.
Πηγή: Γέροντος Παϊσίου «Χαριτωμένες Διδαχές, με παραβολές και παραδείγματα», εκδόσεις «Βρυέννιος», Θεσσαλονίκη 2003

«Θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστι Ἰησοῦς Χριστὸς» (Α΄ Κορ. γ΄11). «ἐποικοδομηθέντες τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν». «Τῷ θεμελίῳ», λέγει, “τῶν Ἀποστόλων”
καὶ οὐχὶ τοῦ Πέτρου, καθὼς παραφρονεῖ ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία.Ἐὰν ὁ Κλήμης Ρώμης εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου, διότι ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν Πέτρο, τότε ὅσοι ἐπίσκοποι χειροτονήθησαν ἀπὸ τὸν Πέτρο εἶναι διάδοχοί του, καὶ ὄχι μόνο ὁ Κλήμης.Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐχειροτόνησε τὸν Πάπα Κλήμεντα ἐπίσκοπο Ρώμης μόνο, καὶ ὄχι τῆς οἰκουμένης ὅλης.
Ἐὰν ὁ θάνατος τοῦ Πέτρου ἔδωσε τέτοιο προνόμιο στὸν Πάπα νὰ εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μονάρχης ἐπάνω σὲ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τὰς Συνόδους, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ ἔχει αὐτὰ τὰ προνόμια ὁ Ἱεροσολύμων διὰ τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ.Λέγοντας ὁ Πάπας πὼς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν Δεσπότη πάντων Χριστόν, καὶ ἔτσι ἔμεινε ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία χήρα ἀπὸ τὸν Χριστό.
Ὅταν οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ πρωτοκαθεδρία, νὰ καθήσουν ὁ ἕνας δεξιά του καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά του (Μάρκ.ι´35-38), ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι τὴν πρωτοκαθεδρία τὴν ἔχω δώσει στὸν Πέτρο, ἀλλά, ὅτι «ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι πρῶτος, ἔστω πάντων δοῦλος».Ὅταν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὸν μυστικὸν Δεῖπνον ἔπεσαν σὲ φιλονικία, διὰ τὰ πρωτεῖα, ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε πὼς ὁ Πέτρος εἶναι ὁ μεγαλύτερος, ἐπειδὴ αὐτὸν ἀφήνω ἐπίτροπον εἰς τὸ ποίμνιον, αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ ὅλων σας. (Λουκ. κβ’ 24-26). Ἀλλὰ τοὺς εἶπε ὅτι “οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται, ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος καὶ ὁ ἀνακείμενος ὡς ὁ διακονῶν”. Ἔφερε καὶ παράδειγμα ὁ Κύριος τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ λέγονται Ραββί, ὅμως ἐσεῖς, οἱ δικοί μου μαθηταὶ μὴν πέσετε στὸ πάθος αὐτό, μὴ ζητεῖτε τὸ πρωτεῖον αὐτό, ὑμεῖς μὴ κληθῆτε καθηγηταί, «εἷς γάρ ἐστιν ὁ καθηγητὴς Χριστός, καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ἐπὶ τῆς γῆς. Εἷς ἐστιν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὑμεῖς δὲ πάντες ἀδελφοὶ ἐστέ».Οἱ Ἀπόστολοι ἔπεμψαν τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰωάννην στὴν Σαμάρεια, ὅταν ἄκουσαν πὼς ἐδέχθη τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἄρχων πάντων, πῶς πέμπεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους; πράγμα ποὺ δὲν τὸ δέχεται οὔτε ἡ συνήθεια οὔτε τὸ δίκαιον; Εἶναι λοιπὸν φανερὸ ὅτι τοῦτοι οἱ καπνοὶ τῆς φιλοδοξίας, καὶ πρωτοκαθεδρίας δὲν ἐχώρησαν μέσα εἰς τὰς θεοφόρους κεφαλὰς τῶν Ἀποστόλων, ἀλλ᾽ ὅλοι ἦταν ὁμοταγεῖς, ἀδελφοὶ κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Κυρίου, ἐπίσης διδάσκαλοι πάσης τῆς οἰκουμένης. Ὄχι διῃρημένως ὁ ἕνας στὴ Ρώμη, ὁ ἄλλος ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ πανταχοῦ καθ᾽ ἕνας τὴν αὐτὴ ἐξουσία εἶχε καὶ τὸ αὐτὸ Ἀποστολικὸ προνόμιο.Ἔτσι ὁ Πάπας διὰ νὰ στήση τὴν κεφαλήν του, ὄχι μόνον συκοφαντεῖ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀλλὰ καταφρονεῖ καὶ τὸν μακάριο Πέτρο σμικρύνοντάς του τὸ Ἀποστολικόν του προνόμιο, ἐπειδὴ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦταν χειροτονημένος διδάσκαλος πάσης της οἰκουμένης καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι, αὐτὸς τὸν περικλείει εἰς τὴν Ρώμην. Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν κεφαλὴ καὶ ἀρχή, πῶς ὁ Παῦλος ὁ ὁποῖος δὲν ἦταν ἀπὸ τοὺς δώδεκα ἀντεστάθη κατὰ πρόσωπον εἰς τὸν Πέτρον; Πῶς τὸν ἐλέγχει καθὼς ὁ ἴδιος γράφει στὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολήν του; «ὅτε ἦλθε Πέτρος εἰς Ἀντιόχειαν κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ ἀντέστην» (Γαλατ. β΄11).Ἐὰν ὁ Πέτρος ἦταν πρῶτος πῶς εἰς τὴν Ἀποστολικὴν Σύνοδον δὲν ἀποφασίζει ὁ Πέτρος ὡς κεφαλὴ πάντων, ἀλλὰ ὁ Ἰάκωβος; (Πράξ. ιε΄10-28). Οἱ Ἀπόστολοι ἦσαν οἰκουμενικοὶ διδάσκαλοι, καὶ ἰσότιμοι πάντες, καὶ οὐδένας εἶχε διωρισμένον θρόνον. Οἱ Ἀπόστολοι χειροτονοῦσαν παντοῦ Ἀρχιερεῖς, καὶ ἔδιδαν εἰς αὐτοὺς τέσσαρα χαρίσματα: πρῶτον τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, δεύτερον τὴν Ἱερωσύνην, τρίτον τὴν χειροτονίαν, τέταρτον τὴν ἐξουσίαν τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Καὶ αὐτὰ μερικῶς, καὶ ὄχι οἰκουμενικῶς, ἀλλὰ καθένας εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἐκήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο, ἐνεργοῦσε τὰ τῆς Ἱερωσύνης, ἔπραττε τὰ τῆς χειροτονίας, ἐτέλει τὰ τοῦ δεσμεῖν καὶ λύειν. Ἔξω ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του οὐδείς. Ἐπειδὴ αὐτὸ ἦταν ἀποστολικὸ χάρισμα. Οἱ Ἀπόστολοι Ἀρχιερεῖς χειροτονοῦσαν, καὶ ὄχι Ἀποστόλους. Οὐδεὶς τῶν χειροτονηθέντων ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους ἔγινε διάδοχος καὶ τοῦ ἀποστολικοῦ ἀξιώματος. Δόγμα τῶν Παπικῶν εἶναι «τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Πάπαν, ταυτὸν ἐστὶ τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Χριστόν», ὡσὰν νὰ ἦταν ὁ Πάπας καὶ ὁ Χριστὸς ἓν κατὰ τὴν οὐσίαν, δηλαδὴ θεοποιεῖ τὸν ἑαυτόν του. Ὁ Πάπας εἶναι κτίσμα, καὶ ἐπειδὴ ζητεῖ προνόμιον ὁπού τὸ ἔχει μόνος ὁ Θεός, τὸ νὰ πιστεύουν εἰς αὐτὸν τὰ κτίσματα, εἶναι ἱερόσυλος, καὶ παντάπασι τυφλός, ὅταν θέλει νὰ εἶναι ἀνώτερος τῶν Συνόδων; ὅταν φαντάζεται πὼς εἶναι ἀναμάρτητος; τί ἄλλο ὅταν διδάσκει πὼς εἶναι μονάρχης τῶν Ἐκκλησιῶν; παρὰ τὸ ὅτι εἶναι Θεός; καὶ διὰ τοῦτο μὲ ἀναίσχυντον καὶ ἄθεον ἀπόφασιν θέλει νὰ προσκυνῆται καὶ νὰ πιστεύεται ὡς Θεός; Τοῦτο τί ἄλλο εἶναι παρὰ φαντασία ἀθεΐας, τύφλωσις νοὸς εἰδωλολάτρου;Ὁ 35ος Ἀποστολικὸς κανὼν βοᾶ : «Εἴ τις Ἐπίσκοπος τολμήσειε χειροτονίαν ποιῆσαι ἐν ταῖς μὴ ὑποκειμέναις αὐτῷ χώραις καὶ πόλεσι, παρὰ γνώμην τῶν κατεχόντων αὐτάς, καθαιρείσθω, ὅ τε χειροτονήσας καὶ χειροτονηθείς».
Ἐὰν ἦταν ὁ Ρώμης πρῶτος, πὼς αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Κλήμης ἔγραφε τὸν Ἀποστολικὸ κανόνα ποὺ λέει:«Τοὺς Ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους, εἰδέναι χρὴ τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἡγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδέν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης. Ἐκεῖνα δὲ πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει καὶ ταῖς ὑπ᾽ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ Θεός». Ἀλλ᾽ ἡ φιλαρχία τοῦ Πάπα καὶ τοῦτον τὸν κανόνα καθὼς καὶ ἄλλους πολλοὺς καταπάτησε (9ον τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ Συνόδου). Ὁ Πάπας ἀπὸ κενὴ φιλοδοξία, διὰ νὰ στήσῃ τὴν μοναρχικὴ ἐξουσία, ἰδιοποιῆται τὰ Ἀποστολικὰ χαρίσματα. Ἡ φιλοδοξία τοῦ Πάπα τὸν ἔφερε σὲ τέτοιο σημεῖο νὰ λέῃ ὅτι «τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Πάπα, ταυτὸν ἔστι τὸ μὴ πιστεύειν εἰς τὸν Χριστόν, ὡσὰν νὰ ἦταν ὁ Πάπας καὶ ὁ Χριστὸς ἓν κατὰ τὴν οὐσίαν”. Θεοποιεῖ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὸς ὁ ὑπερβολικὸς τύφος τοῦ Πάπα, αὐτὴ ἡ μοναρχομανία του ἐγέννησε τόσας αἱρέσεις. Ποῦ ἡ χρυσὴ παραγγελία ποὺ μᾶς ἄφησε ὁ Κύριος, «μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν»; Ποῦ ὁ μακαρισμὸς «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι», δηλαδὴ οἱ ταπεινοὶ ; Ποῦ τόσα καὶ τόσα παραδείγματα χρυσὰ καὶ λαμπρά τῆς ταπεινοφροσύνης ;
Ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι ἄρνησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, μίμησις τοῦ διαβόλου, διότι οἱ ἀποστατικὲς δυνάμεις, καθὼς ἔλεγε ἡ μακαρία Συγκλητική, τὶς ἄλλες ἀρετὲς δύνανται κατά τινα τρόπον, νὰ μιμηθοῦν, τὴν δὲ ταπεινοφροσύνη οὐδέποτε. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι γεννήτρια τροφὸς πασῶν των ἀρετῶν, μίμησις τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Ἡ παπικὴ ἐκκλησία εἶναι νόθος ὀργανισμός. Σὲ ἕναν θνητὸν καὶ ἁμαρτωλὸν ἄνθρωπον συγκεντρώθηκε ἡ ἀπόλυτη ἐξουσία καὶ τὸ ἀλάθητο. Ἡ παπικὴ ἐκκλησία δὲν εἶναι Χριστοκεντρικὴ ἀλλὰ Παποκεντρική. Ὁ Πάπας ὑπέκυψε στὸν τρίτο καὶ τελευταῖο πειρασμὸ τοῦ Κυρίου στὴν ἔρημο.
Ἁγ. Νεκταρίου: «Μελέτη ἱστορικὴ περὶ τῶν αἰτιῶν τοῦ σχίσματος», ἐκδ. Ν. Παναγοπούλου, τόμ. Α’., Ἀθῆναι. Χριστιανική Βιβλιογραφία
The wondrous icon of Panagia Pantanassa from Vatopedi Monastery, Mount Athos. Many cancer patients have been healed through this icon
“Do you know that cancer* is the greatest sickness? Because with the other sicknesses, you don't take the issue seriously, because you hope that you will get better and usually you don't change. With cancer, however, you say 'Here it was, it's over, the lie is finished, now I'm leaving.' Men can't help you, and you find yourself alone before God. Only hope in God remains, and you cling to this hope and are saved.”
-St. Porphyrios of Kavsokalyvia
*St. Porphyrios of course is referring to serious forms of cancer (though this also could apply to other serious and incurable diseases). He of course is not saying that miracles don't happen, nor that we should not seek medical treatment and that some people improve and survive. He is saying that our disease is a blessing when it brings us humility and makes us to hope in God.
Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!
http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2014/08/st-porphyrios-on-cancer.html
"And what are you looking for regarding prayer, like a recipe to prepare food or medicine? I told you to only seek the salvation of your soul.
In other words, you should try to become an inheritor of the eternal Kingdom of the Heavens. And everything else you should leave to the judgment of God. I remind you, again, to "seek first the Kingdom of the Heavens."
Is this not enough for you? If this is not enough for you, or if you are not satisfied completely, restrict yourself to noetic prayer. For me, the "Lord Jesus Christ, have mercy on me", says everything. And whatever else from that which you are saying. It is enough to say it with faith and determination.
And of course, at that hour, perceive that you have before you, the crucified Jesus. And listen. The hour that you saw it, turn your nous here, towards me. And I will understand your thought, and will pray with you for you. This is the best. I recommend you to do this...
Why do you separate yourself from the rest of the world? This is not at all correct. When we love ourselves, thus we must love our neighbor. I love the whole world as myself. Because of this, I see no reason to say: "Lord Jesus Christ, have mercy on us" and not "have mercy on me". Because the world and I are one and the same! Thus you say: "have mercy on me".
Source: Theology and Miracles of Noetic Prayer: "Lord Jesus Christ, have mercy on me
Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!
http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/search/label/St.%20Porphyrios%20of%20Kavsokalyvia