Thursday, January 1, 2015

«Ἡ Εὐχή – Προφορική καί Νοερά» ( Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου )


 

Ὁ Γέροντας δέν μᾶς ἔκανε πολλές διδασκαλίες ἤ διαλέξεις περί Νοερᾶς προσευχῆς. Ὄχι ὅτι δέν μποροῦσε, ἀφοῦ ἦταν πραγματικός ἐπιστήμων τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, διάδοχος καί συνεχιστής τῆς Νηπτικῆς παραδόσεως, ἀλλά ἐπειδή ἦταν ἐπιφυλακτικός, γιά νά μήν φουσκώσῃ τά μυαλά μας μέ φαντασίες καταστάσεων πού δέν εἴχαμε φθάσει.

Ὀλιγόλογες λακωνικές συμβουλές μᾶς ἔδινε κατά τήν διάρκεια τῶν νυκτερινῶν μας ἐξαγορεύσεων, ὑπό τήν μορφή ὑποδείξεων περισσσότερον, μά ἦσαν πάντα μεστές ὠφελείας.
Ἡ στάσις του ἦταν «προχώρα καί ἐγώ σέ παρακολουθῶ». Καί ὁ λόγος ἐγίνετο πρᾶξις. Μέ τήν εὐχή τοῦ Γέροντα κοπιάζαμε στήν προσευχή. Καί ἐρχόταν φορές νά κάνουμε τρεῖς, τέσσερις, πέντε ὧρες νοερά προσευχή, μέ σκυμμένο τό κεφάλι, καί τόν νοῦ κολλημένο μέσα στό βάθος τῆς πνευματικῆς καρδιᾶς. Καμμιά φορά σήκωνα τό κεφάλι νά πάρω ἀέρα, ἀλλά ἡ γλυκύτητα μέ τραβοῦσε πάλι μέσα στήν καρδιά! Ἡ ψυχή εἶχε γευθῆ καί ἔλεγε:

«Μή ζητᾶς τίποτε ἄλλο, αὐτό εἶναι. Αὐτός εἶναι ὁ πολύτιμος οὐράνιος θησαυρός. Ἀπόλαυσέ τον!»
Ἀλήθεια! Πολλές φορές οἱ προσευχές τοῦ Γέροντός μου μέ βοήθησαν νά ἀποκτήσω πνευματική αἴσθησι τῆς θείας Παρουσίας. Ἀλλά ἐμεῖς οἱ νεώτεροι ἦταν ἀδύνατον νά φθάσουμε τίς πνευματικές πτήσεις τοῦ ὑψιπέτου Γέροντος Ἰωσήφ.
Τό πρῶτο πού ζητοῦσε ὁ Γέροντας, μόλις κάποιος ἀδελφός προσετίθετο στή συνοδεία μας, σάν πρώτη νουθεσία, σάν πρώτη βία ἦταν: ἡ σιωπή καί ἡ εὐχή.
Παιδί μου, τήν εὐχή. Θέλω νά σ᾿ ἀκούω νά λές τήν εὐχή καί ὄχι νά ἀργολογῇς.
Ἤξερε αὐτός ὁ ἐμπειρότατος καθηγητής τῆς Νοερᾶς προσευχῆς, ὅτι ἐάν ὁ ἀρχάριος σιωπήσῃ καί ἀδολεσχήσῃ στήν εὐχή, θά βάλῃ καλή ἀρχή καί θά ἔχῃ πλούσιες τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ στό μέλλον, διότι, τόνιζε:
«Ὀφείλει ὁ μοναχός εἴτε τρώει εἴτε πίνει εἴτε κάθεται εἴτε διακονεῖ εἴτε περπατεῖ εἴτε κάνει ὅ,τιδήποτε νά φωνάζῃ ἀδιαλείπτως τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἔτσι τό ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ κατερχόμενο στό βάθος τῆς καρδιᾶς, θά ταπεινώσῃ τόν δράκοντα, θά σώσῃ καί θά ζωοποιήσῃ τήν ψυχή. Νά ἐπιμένῃς, λοιπόν, ἀδιάλειπτα στήν ἐπίκλησι τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, γιά νά καταπιῇ ἡ καρδιά τόν Κύριο καί ὁ Κύριος τήν καρδιά καί νά γίνουν τά δύο ἕνα».
Καί ὁ Γέροντας συνεχῶς μᾶς παρακολουθοῦσε στό νά βιώνουμε τήν σιωπή μέ τήν προσευχή. Καί γι᾿ αὐτό μᾶς ἔλεγε:
Ἀπό ἐσᾶς δέν θέλω τίποτε. Ἐγώ θά μαγειρεύω, ἐγώ θά σᾶς διακονῶ. Ἀπό σᾶς θέλω μόνο μέρα-νύχτα σιωπή, εὐχή, μετάνοια καί κυρίως δάκρυα. Τίποτε ἄλλο δέν θέλω, μόνο βία στήν προσευχή καί δάκρυα μέρα-νύχτα. Διότι, ὅταν ἐρχώμεθα ἀπό τόν κόσμο, ὁ νοῦς μας εἶναι πολύ φορτωμένος ἀπό πάθη, προλήψεις, σκέψεις, λογισμούς. Διαστροφές καί τόνους ἐγωϊσμοῦ καί κενοδοξίας. Ὅλος αὐτός ὁ κόσμος τῶν παθῶν ἔχει καί τούς ἀνάλογους λογισμούς καί φαντασίες. Ἐάν προσπαθήσουμε νά κρατήσουμε τόν νοῦ ἀποσπασμένο καί τραβηγμένο ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, γιά νά προσευχηθοῦμε, δέν μποροῦμε νά τό κατορθώσουμε. Γιατί; Διότι εἴμαστε ψυχικά ἀδύναμοι καί ὁ μετεωρισμός πολύ εὔκολος. Καί ἐφ᾿ ὅσον δέν μποροῦμε νοερά νά κρατήσουμε τήν προσευχή, κατά τούς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, κατά τήν παράδοσι τῶν Γερόντων μας καί γιά λόγους ὑπακοῆς, προσπαθοῦμε νά λέμε τήν εὐχή προφορικά, γιά νά μπορέσουμε ἔτσι μέ τήν φωνή τῆς προσευχῆς νά ἀποσπάσουμε τόν νοῦ ἀπό τόν μετεωρισμό, ὥστε σιγά-σιγά ἡ εὐχή νά γλυκάνῃ τόν νοῦ καί νά τόν ἀποσπάσῃ ἀπό τήν κοσμική τροφή, κι᾿ ἔτσι σιγά -σιγά νά τόν κλείσῃ μέσα στήν καρδιά ἐπικαλούμενος ἀδιαλείπτως τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ. Σ᾿ αὐτό θά βοηθήσῃ πολύ τό σταμάτημα τῆς ἀργολογίας, γιά νά καλύπτεται ὅλος ὁ χρόνος μέ προσευχή».
Ἐπίσης μᾶς ἔλεγε:
«Μόλις ἀνοίξετε τά μάτια, ἀμέσως τήν εὐχή. Μήν ἀφήσετε τό μυαλό σας νά πετάῃ ἐδῶ καί ᾿ κεῖ καί χάνετε τήν ὧρα σας, πού εἶναι πολύτιμη γιά τήν εὐχή. Ὅταν ἔτσι βιάσετε τόν ἑαυτό σας, θά σας βοηθήσῃ κι᾿ ὁ Θεός νά γίνῃ μία ἁγία συνήθεια μέ τό ἄνοιγμα τῶν ματιῶν, ἡ προσευχή νά παίρνη τήν πρώτη θέσι γιά ὅλη τήν ἡμέρα. Στήν συνέχεια θά ἐργάζεσθε καί θά λέτε τήν εὐχή. Εὐλογεῖται ἡ ἐργασία, ἁγιάζεται τό στόμα, ἡ γλῶσσα, ἡ καρδιά, ὁ χῶρος, ὁ χρόνος καί ὅλος ὁ ἄνθρωπος, πού προφέρει τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ μοναχός πού λέει ἀδιαλείπτως τήν εὐχούλα, ὁπλίζεται μέ τέτοια θεϊκή δύναμι, πού καθίσταται ἀπρόσβλητος ἀπό τούς δαίμονες, ἀφοῦ αὐτή τούς καίει καί τούς μαστιγώνει».

Λέγοντας τήν εὐχή ὅλη τήν ἡμέρα μέ τό στόμα εἶχε τόση χαρά ἡ ψυχή μας, τόση κατάνυξι καί τόσα δάκρυα, πού δέν περιγράφονται. Πολλές φορές δέ ἐρχόνταν τόση Χάρις ἀπό τήν προφορική εὐχή, πού ἔνοιωθε μέσα του ὁ εὐχόμενος τόση θεία ἀγάπη, πού ἀκόμα καί ὁ νοῦς του μποροῦσε νά ἁρπαγῇ σέ θεωρία. Κι᾿ αὐτό ἐπιβεβαιωνόταν καί στό διακόνημα ἀκόμη, πού κατά ἀνερμήνευτον τρόπο, ὁ νοῦς δέν ἦταν ἁπλῶς στήν προσευχή, ἀλλά στή θεωρία τοῦ Θεοῦ, στή θεωρία – ἐν αἰσθήσει – τοῦ ἄλλου κόσμου.
Ἁρπαζόταν ὁ νοῦς ἀκόμα καί ὅταν βοηθοῦσα τόν Γέροντα, γιά νά πᾶμε στήν ἐκκλησία τήν νύχτα. Μέ τό σῶμα βοηθοῦσα τόν Γέροντα, ἀλλά μέ τόν νοῦ μου δέν ἤμουν κοντά του. Ὁ νοῦς μου ἦταν ἀλλοῦ. Περιπολοῦσε στά οὐράνια. Καί πάλι συνερχόμουν καί ἔνοιωθα ὅτι βρισκόμουν κοντά στόν Γέροντα καί τόν παπποῦ Ἀρσένιο. Καί στή συνέχεια ξανά ἔφευγα, καί νοερῶς θαυμάζοντας ἔλεγα:
«Τί εἶναι ἡ πνευματική ζωή!
Τί μεγαλεῖο εἶναι ὁ Μοναχισμός!
Πῶς μεταμορφώνει τόν ἄνθρωπο;
Πῶς τόν μεταποιεῖ;
Πῶς τόν ἀλλάζει;
Πῶς καθιστᾶ τόν νοῦ του τόσο ἐλαφρύ πνευματικά ὥστε νά ξεπερνᾶ ὅλες τίς δυσκολίες καί νά φθάνῃ μέχρις ἐκεῖ, πού δέν μπορεῖ νά ἐκφράσῃ μέ λόγια!»
Ὅποια ἐργασία κι᾿ ἄν κάναμε, μᾶς φώναζε ὁ Γέροντας:
«Παιδιά νά λέτε τήν εὐχή, νά τήν φωνάζετε!»
Φυσικά, δέν ἐννοοῦσε νά οὐρλιάζουμε, ἀλλά νά τήν λέμε μέ ἔντασι καρδιᾶς καί νά μήν τήν σταματᾶμε καθόλου. Πράγματι, λέγαμε τήν εὐχή ἀκατάπαυστα, ἁπλά, ψιθυριστά, γιά νά μήν γίνεται θόρυβος καί γιά νά μήν ἐνοχλοῦμε τόν πλησίον ἀδελφό. Ἀλλά δέν τήν σταματούσαμε καθόλου, βράχνιαζε ὁ λάρυγγας καί πονοῦσε ἡ γλῶσσα, ἀλλά ἡ εὐχή, εὐχή.
Ἐπειδή, λοιπόν, ἀγωνιζόμασταν προφορικά μέ τήν εὐχούλα, μᾶς ἀποκαλοῦσαν κενόδοξους καί πλανεμένους. Μά, ἐμεῖς δέν τό κάναμε γιά νά μᾶς ἀκοῦν οἱ ἄλλοι καί νά μᾶς ἐπαινοῦν. Δέν τό κάναμε γιά νά δείχνουμε ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς προσευχῆς. Ὄχι!!! Ἀλλά διότι αὐτός ἦταν ἕνας τρόπος ἀγωνιστικότητας καί μία μέθοδος προσευχῆς μέ πολλά ἀποτελέσματα:
Πρῶτον, μέ τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἁγιάζεται ἡ ἀτμόσφαιρα καί φυγαδεύονται τά δαιμόνια.
Δεύτερον, ὅταν προσεύχεται κανείς ὁ ἄλλος εὔκολα δέν τόν πλησιάζει νά ἀργολογήσῃ. Τό σκέπτεται. «Πῶς νά τόν σταματήσω τώρα, ἀπό τήν προσευχή καί νά καθίσω νά τοῦ πῶ: Ξέρεις! Ἐκεῖνο, τό ἄλλο, τό παράλλο. Δέν θά μοῦ δώσῃ σημασία».
Τρίτον, σταματάει τόν μετεωρισμό, δηλαδή τήν “ἀργολογία” τοῦ νοῦ. Διότι κι᾿ ἐάν ἀκόμα ὁ νοῦς ξεφύγη, πολύ σύντομα ὁ ἦχος τῆς φωνῆς τόν ἐπαναφέρει πίσω.
Τέταρτον, μπορεῖ ὁ ἀδελφός, ὁ ὁποῖος ρεμβάζει ἤ ἀργολογεῖ, νά ἀνανήψῃ καί νά πῇ: «Μά ὁ ἀδελφός μου προσεύχεται, ἐγώ τί κάνω;»
Κι᾿ ἔτσι ἡ προφορική ἐπίκλησις, ἡ ἤσυχη, ἡ ἤρεμη, ἡ χαμηλόφωνη, φέρνει τόσα καλά! Καί ἀκούγεται τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀκούγεται ὁ βόμβος τῶν μελισσῶν, ὅταν μπαίνουν καί βγαίνουν ἀπό τήν κυψέλη κάνοντας τό μέλι, τόσο χρήσιμο καί ὠφέλιμο. Οὕτω πως καί τό μέλι τό τόσο πνευματικό σέ ὠφέλεια, γίνεται ὅταν φωνάζουμε, σάν ἄλλες πνευματικές μέλισσες τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Καί ὁ Κύριος, πού δίνει «εὐχήν τῷ εὐχομένῳ,» βλέποντας τήν καλή προαίρεσι τοῦ ἀνθρώπου, δίνει κατόπιν καί τά βραβεῖα.
Καί μετά, ἀπό τήν προφορική ἐπίκλησι, ἡ εὐχή γίνεται ἐσωτερική. Ἀνοίγεται δρόμος μέσα στόν νοῦ καί τήν λέγει κατόπιν ὁ εὐχόμενος, χωρίς νά κάνῃ προσπάθεια. Σηκώνεται ἀπό τόν ὕπνο καί ἀμέσως ἀρίζει ἡ εὐχή μόνη της!
Πρῶτα ἀρχίζει μέ τήν προσπάθεια νά τήν λέῃ προφορικά. Καί ἀφοῦ μέ τήν μπουλντόζα τῆς προφορικῆς ἐπίκλησης ἀνοίξῃ ὁ δρόμος, μετά περπατᾷ ἄνετα μέ τό αὐτοκινητάκι τοῦ νοῦ. Ἡ προφορική ἐπίκλησις ἀνοίγει τόν δρόμο στό νοῦ καί ἡ εὐχή ἀρχίζει κατόπιν νά προφέρεται μέ τόν ἐνδιάθετο λόγο ἄνετα.
Κι᾿ ἄν ἡ εὐχή προχωρῇ βαθύτερα καί προοδευτικότερα, κάτι πού ἀνήκει στούς κατ᾿ ἐξοχήν μεγάλους νηπτικούς Πατέρες, ἀνοίγει πλέον ὄχι δρόμος ἀλλά κανονική λεωφόρος μέσα στήν καρδιά. Ὅταν ἡ καρδιά μελετᾶ τό ὄνομα τοῦ Χριστῦ, τότε γίνεται τό μεγάλο πανηγύρι, μέ μεγάλα ὀφέλη, μέ μεγάλα πνευματικά πλούτη. Τότε βρίσκει ὁ μοναχός τόν κεκρυμμένο μαργαρίτη, τόν πνευματικό θησαυρό καί μοιάζει μέ τόν σοφό ἔμπορο πού ἀντάλλαξε τά πάντα: περιουσίες, μόρφωσι, κοσμική δόξα, οἰκείους, πατρίδα καί τέλος ἀκόμα καί τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό, γιά νά ἀγοράσῃ αὐτόν τόν κεκρύμμένο πολύτιμο μαργαρίτη καί νά γίνῃ πάμπλουτος πνευματικά. Ἀλλά ξεκινάει ἀπό μικροπωλητής. Γι᾿ αὐτό χρειάζεται ἡ προφορική ἐπίκλησις τῆς εὐχῆς.
Ἄμα δέν ἐπιμέναμε στήν προφορική εὐχή καί τήν σιωπή, σύμφωνα μέ τήν ἐντολή τοῦ Γέροντος, ὁ νοῦς μας θά γύριζε ὅλα τά σοκάκια καί θά ἔφερνε ὅλα τά κουπίδια τῆς φαντασίας στήν καρδιά.
Ἄν δέν μᾶς ἔφερνε ὁ γλυκύτατος Θεός μας σ᾿ αὐτόν τόν μεγάλο Γέροντα, μόνο ἀκολουθίες θά διάβάζαμε. Καί ναί μέν οἱ ἀκολουθίες εἶναι ἐξαιρετικά ὠφέλιμες γιά τήν πνευματική ἀσθένειά μας, ἀλλά δέν ἔχουν τήν δύναμι νά κατευνάσουν τά πάθη, ὅπως ἡ Νοερά προσευχή. Κι᾿ αὐτό γιά τρεῖς λόγους:
Πρῶτον, διότι μέ τήν Νοερά προσευχή ὁ νοῦς δέν περισπᾶται σέ πολλά λόγια ὅπως στίς ἀκολουθίες, ἀλλά συγκεντρώνεται μόνο σέ λίγες λέξεις. Ἔτσι ὁ νοῦς ἀπορροφᾶ τήν εὐχή μέ περισσότερη ἄνεσι καί εἰσέρχεται μαζί της μέσα στό βάθος τῆς καρδιᾶς.
Δεύτερον, διότι τήν εὐχούλα ὁ καθένας, ἀνεξαρτήτως μορφώσεως καί πνευματικοῦ ἐπιπέδου , μπορεῖ νά τήν λέγῃ. Οὔτε γράμματα χρειάζεται νά ξέρῃς οὔτε τό τυπικό οὔτε μουσική. Ἔτσι εἶναι ἄμεσα προσπελάσιμη σ᾿ ὅλους.
Καί τρίτον, διότι τήν εὐχή μπορεῖς νά τήν λές ὅλη μέρα καί ὁπουδήποτε. Δέν ὑπάρχει τόπος, χρόνος ἤ κατάστασις, κατά τήν ὁποία δέν μπορεῖς νά προσευχηθῇς. Μά στήν ἐκκλησία εἶσαι, μά στό κελλί σου εἶσαι, μά στήν δουλειά εἶσαι, μά στόν δρόμο εἶσαι, μά στό νοσοκομεῖο εἶσαι, μά στήν φυλακή, ἡ εὐχούλα ἀπό τίποτα δέν ἐμποδίζεται, τά πάντα ἁγιάζει καί τά δαιμόνια τήν φοβοῦνται.
Συνέβη τό ἀκόλουθο γεγονός πού ἐνίσχυσε μέσα μου τήν πίστι στήν δύναμι καί τήν ἀξία τῆς προφορικῆς εὐχῆς.
Κάποτε ἦρθε κοντά μας ἕνας δαιμονισμένος. Καθώς δουλεύαμε μαζί, τόν δίδαξα νά λέῃ τήν εὐχούλα προφορικά, κυρίως γιά νά ἀποφύγω τήν ἀργολογία. Πράγματι ἄρχισε ὁ ἀσθενής νά λέῃ τήν εὐχούλα. Καί πάνω πού ἄρχισε νά τήν λέῃ τόν ἔπιασε τό δαιμόνιο καί φώναζε:
Πήγαινε στόν Ἑσπερινό, ἄσε τό κομποσχοίνιιιιι!
Ὁ ἴδιος ὁ δαίμονας, δηλαδή, φανέρωσε πώς μέ τήν εὐχούλα μιλοῦμε δυναμικά μέ τόν Θεό. Βέβαια, κανείς δέν πρέπει νά πολυδίνῃ σημασία στά λόγια τῶν δαιμόνων, καί τοῦτο διότι οἱ δαίμονες εἶναι ψεῦτες καί ἀνθρωποκτόνοι καί σπανίως λένε κάποια ἀλήθεια, ἀναμεμιγμένη μέ τό ψεῦδος καί τήν ἀπάτη. Ἔτσι ἔγινε φανερό πώς τά δαιμόνια δέν συμπαθοῦν καθόλου νά προφέρεται μέ ζέσι καρδιᾶς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας.
Εἶναι γεγονός πώς ἡ ἡσυχαστική ζωή, πού περιστρέφεται γύρω ἀπό τήν Νοερά προσευχή, εἶναι ὁ πιό εὐλογημένος τρόπος ζωῆς. Γιά τούς ἡσυχαστάς τό κομποσχοίνι μέ τήν εὐχούλα εἶναι πολύ πιό ἀποτελεσματική ὡς πρός τήν ὠφέλειά της ἀπό τήν ψαλτική τῆς ἐκκλησίας. Τίς ἐκκλησιαστικές ἀκολουθίες πού τίς θέσπισαν καί τίς νομοθέτησαν οἱ ἅγιοι Πατέρες, γιά τήν κοινή λάτρεία, δέν τίς παραβλέπουν, ἀλλά τίς κάνουν μέ κομποσχοίνι μέσα στίς πολύωρες ἀγρυπνίες τους.
Ὁ Γέροντάς μου ἐπέμενε στήν προφορική εὐχή. Δέν τήν σταματούσαμε καθόλου. Ἐγώ, μιᾶς καί συνήθως δέν ἦταν κανείς κοντά μου, φώναζα τήν προσευχή. Καί τήν ἔλεγα συνέχεια ὥσπου ὁ λαιμός μου πονοῦσε. Τοῦ λέω:
Γέροντα, ἀπό τήν εὐχή, πονάει τό στόμα μου, ἡ γλῶσσα μου, ἔκλεισε ὁ λάρυγγάς μου εἶναι σάν πληγή.
Ἄς πληγώσῃ! Δέν παθαίνεις τίποτα. Ὑπομονή! Μήν τήν σταματᾶς καθόλου! Λέγε την. Ὁ πόνος θά φέρῃ τήν πνευματική ἡδονή.
Ἄν δέν πονέσῃς καρπό προσευχῆς δέν θά δῇς. Αὐτή θά σέ βοηθήσῃ. Θά σέ παρηγορήσῃ. Θά σέ διδάξῃ. Θά σοῦ γίνῃ φῶς. Θά σέ σώσῃ. «Κρᾶξον καί βόησον» τήν εὐχή. Μέ προσευχή, νῆψι καί προσοχή ἀσφάλιζε τόν νοῦ σου. Ἡ διάνοια σου ὄχι πρός τά ἔξω, ἀλλά πρός τά μέσα. Ὄχι λόγια, συμβουλές καί κηρύγματα, ἀλλά πολύ-πολύ ταπεινά καί μέ δάκρυα τήν προσευχή. Αὐτή εἶναι ἡ οὐσία, αὐτή εἶναι ἡ Πατερική ὁδός, αὐτή εἶναι τῶν παπούδων σας ἡ παραγγελία καί ἡ νουθεσία. Δές την μέ τήν πρᾶξι. Γιατί ἄν δέν ἔχῃς πρᾶξι, πῶς θά μιλήσῃς γιά οὐράνια θεωρία;
Νά ᾿ ναι εὐλογημένο. Ἀλλά μέ τήν εἰσπνοή καί ἐκπνοή πονάει ἡ καρδιά μου.
Δέν παθαίνεις τίποτε!
Ὅταν ἔλεγα τήν εὐχή καί προσπαθοῦσα νά ἀποκλείσω κάθε σκέψι καί κάθε εἰκόνα καί νά ἐπικρατήσῃ μόνον ἡ εὐχή μέσα μου, μοῦ ἔλεγε, ὁ πειρασμός μέσω τῶν λογισμῶν, ὅτι «θά σκάσῃς τώρα»! Καί ἐγώ ἀπαντοῦσα:
«Ἄς σκάσω κι᾿ ἄς πλαντάξω. Ἐδῶ θά μάχωμαι μέχρι πού νά πεθάνω».
Ὅλη τή μέρα μᾶς ὑπενθύμιζε ὁ Γέροντας:
«Κρατᾶτε τήν εὐχή! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Αὐτή θά σᾶς σώσῃ. Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ θά φωτίσῃ τόν νοῦ σας, θά σᾶς δυναμώσῃ ψυχικά, θά σᾶς βοηθήσῃ στόν πόλεμο ἐναντίον τῶν δαιμόνων. Θά σᾶς καλλιεργήσῃ τίς ἀρετές καί θά σᾶς γίνῃ τά πάντα».
Γι᾿ αὐτό καί ἐπέμενε πολύ, σέ μᾶς τούς νεαρούς ὑποτακτικούς, στήν πρακτική μέθοδο τῆς προφορικῆς εὐχῆς.
Καθώς ἡ δική του ζωή ἦταν μιά συνεχής βία στό θέμα τῆς προσευχῆς, ἔτσι ἐπέμενε κι᾿ ἐμεῖς νά βιάζουμε ὅσο μποροῦμε τόν ἑαυτό μας, γιά νά βυθίζουμε τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μέσα στήν καρδιά μας.
Αὐτή ἦταν ἡ διδασκαλία τοῦ ὁσίου Γέροντός μας: νά μᾶς σπρώχνῃ νά μᾶς ὠθῇ, νά μᾶς παρακολουθῇ καί νά μᾶς θυμίζῃ συνεχῶς νά μνημονεύουμε μέ τήν εὐχή τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀδιαλείπτως κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Θεολόγο «μνημονευτέον Θεοῦ μᾶλλον ἤ ἀναπνευστέον»1.


Τέλος καί τῇ Τρισηλίῳ Θεότητι
κράτος, αἶνος καί δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.

Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο:
“Ὁ Γέροντάς μου Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής καί σπηλαιώτης”
Γέροντος Ἐφραίμ Φιλοθεΐτου
Ἐκδόσεις Γ. Γκέλμπεσης

Struggles with passions - Gluttony (St. Nilus of Sinai)

The beginning of a fruit is a blossom, while the beginning of a productive life is self-restraint. A sufficient quantity of matter will fill a container, but a stomach, even if it bursts, will not say: enough. A body sparsely fed is like a well-ridden horse — it will never throw its rider. Just as a dead enemy will not evoke fear, so a body mortified through fasting will not disturb your soul.


(St. Nilus of Sinai)

Wednesday, December 31, 2014

Η αρετή της αυτομεμψίας! του αββά Δωροθέου.



Ζ΄ Διδασκαλία: Περί του εαυτού μέμφεσθαι (Για το ότι πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας):

79. Ας ερευνήσουμε, αδελφοί μου, να βρούμε ποιός είναι ο λόγος που μερικές φορές ακούει κανείς έναν προσβλητικό λόγο και τον ξεπερνάει χωρίς να ταραχθεί, σαν να μην άκουσε σχεδόν τίποτα, ενώ άλλοτε με τον ίδιο λόγο αμέσως ταράζεται. Ποιά είναι η αιτία μιας τέτοιας διαφοράς; Άραγε, έχει μια μόνο αιτία αυτό το πράγμα ή πολλές; Εγώ βλέπω ότι έχει μεν πολλές αιτίες, μία όμως είναι η μητέρα, θα λέγαμε, που γεννά όλες τις άλλες. Και εξηγώ πως ακριβώς. Πρώτα - πρώτα συμβαίνει πολλές φορές να προσεύχεται κανείς λέγοντας την ευχή ή να κάνει νοερά πνευματική μελέτη και βρίσκεται, θα λέγαμε, σε ειρηνική ψυχική κατάσταση. Έτσι σηκώνει τον αδελφό του και ξεπερνάει τα λόγια του χωρίς ταραχή. Άλλοτε συμβαίνει να έχει κανείς συναισθηματική προσκόλληση σε κάποιον σε κάποιον άλλο και γι’ αυτό σηκώνει όλες τις δυσκολίες που του προξενεί χωρίς να θλίβεται. Πάλι συμβαίνει να έχει κανείς πολύ κακή ιδέα για κάποιον, επειδή αυτός εκδηλώνει απορριπτική διάθεση για το πρόσωπό του. Γι’ αυτό τον περιφρονεί και δεν τον υπολογίζει ως άνθρωπο, ούτε καν καταδέχεται να μιλήσει γι’ αυτόν, ούτε γι’ αυτά που λέει και κάνει.

80. Και σας αναφέρω ένα σχετικό γεγονός για να θαυμάσετε. Ζούσε ένας αδελφός στο Κοινόβιο, πριν εγώ φύγω από εκεί. Και τον παρατηρούσα ότι ποτέ δεν ταραζόταν ούτε στενοχωριόταν με κανέναν, αν και είδα πολλούς αδελφούς να τον βρίζουν με διάφορους τρόπους και να τον προκαλούν. Αλλά ο νεότερος εκείνος σήκωνε με τέτοιο τρόπο όσα δεχόταν από τον καθένα τους, σαν να μην τον ενοχλούσε κανείς. Εγώ λοιπόν πάντοτε θαύμαζα την τόσο μεγάλη ανεξικακία του και επιθυμούσα να μάθω πως απέκτησε αυτή την αρετή. Τον παίρνω λοιπόν, μια φορά, ιδιαίτερα και του βάζω μετάνοια, παρακαλώντας τον να μου πει, ποιό λογισμό είχε πάντοτε στην καρδιά του, όταν τον βρίζει κάποιος ή τον κάνει να υποφέρει, και δείχνει τόσο μεγάλη μακροθυμία. Αυτός τότε μου απάντησε με φυσική απλότητα και ανεπιτήδευτο τρόπο και μου είπε: «Συνηθίζω να φυλάγομαι απ’ αυτούς τους βρωμερούς ανθρώπους και δέχομαι όσα μου κάνουν, όπως ακριβώς δέχονται τα δυνατά και γεροδεμένα σκυλιά τα βασανιστήρια από τα τυραννικά αφεντικά τους». Όταν άκουσα αυτή την απάντηση έσκυψα το κεφάλι μου και είπα με το λογισμό μου. Βρήκε το δρόμο του ο αδελφός! Και αφού σταυροκοπήθηκα έφυγα, παρακαλώντας τον Θεό να σκεπάζει και αυτόν και εμένα.

81. Ώστε συμβαίνει, όπως είπα, και από περιφρόνηση να μην ταραχθεί κάποιος. Αυτό όμως είναι φανερή καταστροφή. Το να ταράζεται όμως κάποιος με τον αδελφό του που τον στενοχωρεί συμβαίνει ή γιατί δεν βρίσκεται εκείνη την ώρα σε καλή ψυχική κατάσταση ή γιατί τρέφει γι’ αυτόν κάποια αντιπάθεια. Υπάρχουν βέβαια και πολλές άλλες αιτίες που το προκαλούν αυτό, που έχουν ήδη αναφερθεί με πολλούς τρόπους. Αν όμως θέλουμε να μιλήσουμε με ακρίβεια, η αιτία κάθε ταραχής είναι το ότι δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και να κλαίμε γι’ αυτές. Γι’ αυτό νοιώθουμε όλη αυτή την κατάθλιψη. Γι’ αυτό δεν βρίσκουμε ποτέ ανάπαυση. Δεν είναι δε θαυμαστό το ότι ακούμε από όλους τους αγίους ότι δεν υπάρχει άλλη οδός εκτός απ’ αυτήν και βλέπουμε ότι κανένας απ’ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο δεν βρήκαν ανάπαυση, και περιμένουμε εμείς να βρούμε ανάπαυση ή να κρατηθούμε στο σωστό δρόμο, χωρίς να συνηθίσουμε να κατηγορούμε τον εαυτό μας; Πράγματι, ακόμα και αν ο άνθρωπος πετύχει πολλά πνευματικά κατορθώματα, δεν εργαστεί όμως αυτό το έργο της αυτομεμψίας, δεν θα σταματήσει ποτέ να στενοχωρεί και να στενοχωριέται και να χάνει όλους τους κόπους του. Ποιά δε χαρά, ποιά ανάπαυση δεν θα έχει, όπου και αν πάει, όπως ακριβώς είπε ο αββάς Ποιμήν («Είπεν ο Αββάς Ποιμήν, ότι είπε ο Αββάς Αντώνιος, ότι: Η μεγάλη δυναστεία του ανθρώπου εστίν, ίνα επάνω αυτού βάλη το ίδιον σφάλμα ενώπιον Κυρίου, και προσδοκήση πειρασμόν εως εσχάτης αναπνοής») , εκείνος που μέμφεται τον εαυτό του; Γιατί, αν του συμβεί κάποια ζημιά ή κάποια ατίμωση είτε οποιαδήποτε άλλη στενοχώρια, προλαβαίνει και θεωρεί τον εαυτό του ως άξιο του κακού και ποτέ δεν ταράζεται. Υπάρχει μεγαλύτερη ανάπαυση απ’ αυτή;

82. Αλλά μπορεί να πει κάποιος: «Αν με στενοχωρήσει ο αδελφός και ψάξω μέσα μου και βρω ότι δεν του έδωσα καμιά αφορμή, πως μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου»; Πραγματικά, αν εξετάσει κανείς τον εαυτό του με φόβο Θεού, θα βρει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή είτε με λόγο, είτε με έργο, είτε κάποια κίνηση. Κι αν ακόμα βλέπει, όπως λέει, ότι ο ίδιος δεν έδωσε απολύτως τέτοια αφορμή στη συγκεκριμένη περίπτωση, πιθανόν να τον στενοχώρησε κάποια άλλη φορά ή για το ίδιο θέμα ή για κάτι άλλο. Ή μπορεί κάποιον άλλο αδελφό να στενοχώρησε και έπρεπε γι’ αυτό να υποφέρει ή, πολλές φορές, και για κάποια άλλη αμαρτία. Ώστε αν, όπως είπα, με φόβο Θεού εξετάσει κανείς τον εαυτό του και ψηλαφίσει τη συνείδησή με ακρίβεια, θα βρει οπωσδήποτε ότι είναι ένοχος.

Άλλες φορές πάλι βλέπει κανείς τον εαυτό του να παραμένει ήσυχος και ειρηνικός. Όταν όμως του πει ο αδελφός του κάποιο λυπηρό λόγο, ταράζεται και γι’ αυτό νομίζει ότι δικαιολογημένα στενοχωριέται μαζί του, λέγοντας ότι: «Αν δεν ερχόταν να μου μιλήσει και να με ταράξει, δεν θα έπεφτα στην αμαρτία». Και τούτο δεν είναι μόνο αυταπάτη, αλλά είναι και παραλογισμός. Διότι μήπως αυτός που του είπε τη βαριά φράση του έβαλε στην ψυχή του και το πάθος; Του έδειξε το πάθος που βρισκόταν μέσα του, για να μετανοήσει, αν θέλει, γι’ αυτό. Γιατί αυτός μοιάζει με εκλεκτό ψωμί που εξωτερικά έχει πολύ καλή εμφάνιση, όταν όμως το κόψει κανείς, τότε φαίνεται η μούχλα του. Έτσι και αυτός καθόταν ειρηνικός, καθώς νόμιζε, είχε όμως μέσα του το πάθος και δεν το ήξερε. Μια κουβέντα του είπε ο αδελφός του και έβγαλε τη βρωμιά που βρισκόταν κρυμμένη μέσα του. Αν λοιπόν θέλει να βρει έλεος, πρέπει να μετανοήσει, να καθαριστεί, να προοδεύσει. Να καταλάβει δηλαδή ότι οφείλει να ευχαριστεί μάλλον τον αδελφό, γιατί μ’ αυτό τον τρόπο του προξένησε τόσο μεγάλη ωφέλεια.

83. Διότι κάθε αγωνιστή δεν τον καταβάλλουν και δεν τον επηρεάζουν στο ίδιο μέτρο πάντοτε οι πειρασμοί, αλλά όσο προοδεύει στην πνευματική ζωή, τόσο ελαφρότεροι του φαίνονται. Πραγματικά, όσο προοδεύει η ψυχή, τόσο δυναμώνει και μπορεί να βαστάζει όσα τη βρίσκουν. Όπως ακριβώς, αν ένα ζώο είναι γερό και του φορτώσει κανείς βαρύ φόρτωμα, το σηκώνει εύκολα. Και αν ακόμα τύχει να σκοντάψει, αμέσως σηκώνεται και δεν καταλαβαίνει σχεδόν καθόλου ότι σκόνταψε. Αν όμως είναι ασθενικό και αδύνατο ζώο, τότε και το παραμικρό το γονατίζει. Και αν τύχει να πέσει, έχει ανάγκη από πολλή βοήθεια για να σηκωθεί. Το ίδιο συμβαίνει και με την ψυχή. Όσο αμαρτάνει, ταλαιπωρείται από την ίδια την αμαρτία. Γιατί η αμαρτία έχει την ιδιότητα να ταλαιπωρεί και να φθείρει αυτόν που την διαπράττει. Επομένως, οτιδήποτε και αν συμβεί, τον καταπονεί. Όταν όμως προκόψει ο άνθρωπος, ξεπερνάει διαρκώς ευκολότερα όλα εκείνα που τον κούραζαν κάποτε. Ώστε το να θεωρούμε αίτιο για όσα μας συμβαίνουν τον εαυτό μας και κανέναν άλλο, μας ευεργετεί πάρα πολύ και μας βοηθά να προκόψουμε και μας αναπαύει. Και πολύ περισσότερο μας βοηθά το να πιστεύουμε ότι τίποτα δεν παραχωρείται να μας συμβεί χωρίς να είναι κάτω από τη Θεία Πρόνοια.

84. Αλλά λέει κάποιος: «Πώς είναι δυνατόν να μην στενοχωρηθώ αν έχω ανάγκη από ένα πράγμα και δεν μου το δίνουν; Αφού το έχω ανάγκη»; Ούτε τότε δεν δικαιολογείται να κατηγορεί κανέναν ή να θλίβεται. Αλλά, αν πράγματι έχει ανάγκη από κάτι, καθώς λέει, και δεν του το δίνουν, πρέπει να σκέπτεται: Ο Χριστός ξέρει καλύτερα από μένα αν πρέπει να ανακουφισθώ και Αυτός θα συμπληρώσει την έλλειψη αυτού του πράγματος ή αυτής της τροφής». Οι Ισραηλίτες έφαγαν το μάννα στην έρημο σαράντα χρόνια. Και το μεν μάννα ήταν ένα είδος, γινόταν όμως στον καθένα ό,τι είχε ανάγκη. Σ’ αυτόν που είχε ανάγκη από γλυκό, γινόταν γλυκό. Σ’ αυτόν που είχε ανάγκη από αλμυρό, γινόταν αλμυρό. Και μ’ ένα λόγο, γινόταν για τον καθένα ό,τι ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του (Σοφ. Σολ. 16, 21). Έτσι λοιπόν, αν έχει κάποιος ανάγκη από αυγό, και δεν του δίνουν παρά λάχανο, πρέπει να πει με το λογισμό του: «Αν ήταν για το συμφέρον μου, οπωσδήποτε θα μου το έστελνε ο Θεός. Πλην όμως και το ίδιο αυτό το λάχανο μπορεί να το κάνει για χάρη μου θρεπτικό σαν αυγό ο Θεός». Και είμαι βέβαιος ότι στα μάτια του Θεού αυτό ισοδυναμεί με μαρτύριο. Γιατί, πραγματικά, αν κάποιος είναι άξιος να αναπαυθεί, ο Θεός φωτίζει και την καρδιά των Σαρακηνών

(Με την θέση αυτή ο αββάς Δωρόθεος με φυσικότητα και απλότητα υποδηλώνει την πίστη του ότι ο Θεός είναι Κύριος της ιστορίας. Επιμαρτυρεί το «ουδέν απρονόητον και εμελημένον παρά Θεώ» του Μ. Βασιλείου (Έξ. 7, 5) και φανερώνει τη θετική πλευρά της παρεμβάσεως της Θείας Πρόνοιας στη ζωή του ανθρώπου. Αντίθετα, μας θυμίζει το Γραφικό «Εάν πλανηθή ο προφήτης, εγώ επλάνησα αυτόν» (Ιεζ. 14, 9), που φανερώνει ότι και τότε ο Θεός κινείται και πάλι παιδαγωγικά και παρεμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου με τη μορφή της αποκρύψεως της αλήθειας. Πολλές φορές κάνουμε τον εαυτό μας ανάξιο της αλήθειας της αλήθειας και τότε παρεμποδίζονται να μας την αποκαλύψουν ακόμη και όσοι είναι αρμόδιοι να το κάνουν. Όποιος όμως είναι άξιος να τύχει της βοήθειας του Θεού, τότε ακόμη και οι εχθροί του τον εξυπηρετούν.)

να τον ελεήσουν κατά την ανάγκη του. Αν όμως δεν είναι άξιος να αναπαυθεί ή δεν είναι για το συμφέρον της ψυχής του, και αν ακόμα δημιουργήσει καινούργιο ουρανό και καινούργια γή, δεν βρίσκει ανάπαυση. Φυσικά, άλλες φορές βρίσκει κανείς περισσότερα απ’ όσα του χρειάζονται, θέλοντας να του δείξει την υπερβολική αγάπη που έχει προς τον άνθρωπο και να τον διδάξει την ευχαριστία. Όταν όμως δεν του δίνει αυτά που του χρειάζονται, καλύπτει με το λόγο Του την ανάγκη που θα κάλυπτε το πράγμα που του λείπει και τον μαθαίνει υπομονή. Ώστε, σε κάθε περίσταση, πρέπει να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό. Και είτε ευεργετηθούμε, είτε κακοπάθουμε, να έχουμε στραμμένη την προσοχή μας στον Θεό και να τον ευχαριστούμε για όσα μας συμβαίνουν, προσπαθώντας πάντοτε να διατηρήσουμε την αυτομεμψία. Και να λέμε, όπως έλεγαν και οι Πατέρες, αν μεν συμβεί κάτι καλό, «είναι οικονομία του Θεού», αν δε συμβεί κάτι κακό, «προέρχεται από τις αμαρτίες μας».

Πραγματικά, ό,τι και αν πάθουμε, από τις αμαρτίες μας το παθαίνουμε. Γιατί οι Άγιοι, και όταν ακόμα πάσχουν, υποφέρουν για τη δόξα του Ονόματος του Θεού ή για να φανερωθεί η αρετή τους και να ωφεληθούν πολλοί ή για να πολλαπλασιασθεί η αμοιβή τους από τον Θεό. Για μας όμως τους ταλαίπωρους, πως μπορούμε να ισχυριστούμε κάτι τέτοιο; Αμαρτάνουμε κάθε μέρα τόσο πολύ και επιδιώκουμε την ικανοποίηση των παθών μας με κάθε τρόπο. Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο που χάραξαν οι Πατέρες, δηλαδή την αυτομεμψία, και περπατάμε τους στραβούς δρόμους, κατηγορώντας τον πλησίον. Και ο καθένας ζεί με αμέλεια, τίποτα δεν εφαρμόζει και έχει την απαίτηση από τον πλησίον να τηρεί τις εντολές.

85. Κάποτε με πλησίασαν δύο αδελφοί, που στενοχωρούσε ο ένας τον άλλον, και έλεγε ο μεγαλύτερος για τον μικρότερο: «Του λέω να κάνει κάτι και στενοχωριέται και στενοχωριέμαι κι εγώ, γιατί σκέπτομαι ότι, αν με αγαπούσε και μ’ εμπιστευόταν, θα τον πληροφορούσε ο Θεός να τα δεχθεί». Και ο μικρότερος έλεγε: «Συγχώρεσέ με, Γέροντα, γιατί έχω την εντύπωση ότι δεν μου μιλάει με φόβο Θεού, αλλά σαν να θέλει να με διατάζει. Και νομίζω ότι γι’ αυτό δεν αναπαύεται η καρδιά μου, όπως λένε οι Πατέρες».

(Η αμφιβολία και η αβεβαιότητα, καρπός του μεταπτωτικού ψυχισμού του ανθρώπου, του αφαιρούν κάθε είδους αναπαύσεως της ψυχής του. Τότε μόνο αναπαύεται ο άνθρωπος, όταν πληροφορείται από την συνείδησή του ότι όλα έχουν καλώς και προς τον Θεό, και προς τον πλησίον και προς τον εαυτό του. Ο διάβολος όμως καλλιεργεί ψευδείς πληροφορίες και πλανά τους άπειρους στην πνευματική ζωή. Γι’αυτό και οι αγωνιζόμενοι νηπτικά, την πληροφόρησή τους δεν την δέχονται από τη συνείδησή τους, αλλά μόνο από τον Γέροντά τους ή από τον ίδιο τον Κύριο. «Πληροφορία» είναι η εσωτερική και συνειδητή βεβαιότητα για την ορθότητα πράξεως ή λογισμού ή γνώσεων κλπ. ή για την αποκάλυψη του θελήματος του Θεού σε κάθε περίσταση.)

Προσέξτε, πως ο ένας έριξε το βάρος στον άλλο και κανείς τους δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Άλλοι δύο, που στενοχώρησαν ο ένας τον άλλο, έβαλαν μεν ο ένας στον άλλον μετάνοια, παρέμειναν όμως ανειρήνευτοι. Και ο μεν ένας έλεγε: «Δεν μου έβαλε με την καρδιά του μετάνοια και γι’ αυτό δεν αναπαύθηκα. Γιατί έτσι έχουν πει οι Πατέρες». Ο δέ άλλος έλεγε: «Επειδή δεν είχε προδιατεθεί με αγάπη προς το πρόσωπό μου, πριν εγώ του δείξω τη μετάνοιά μου, γι’ αυτό κι εγώ δεν αναπαύθηκα». Βλέπετε αυταπάτη, αδελφοί μου, βλέπετε πως διαστράφηκε ο λογισμός τους; Ο Θεός γνωρίζει πόσο μεγάλη κατάπληξη μου προξενεί το ότι ακόμα και τους Πατέρες χρησιμοποιούμε, σύμφωνα με τα θελήματά μας τα πονηρά, για να χάσουμε τις ψυχές μας. Έπρεπε να πάρει καθένας επάνω του την ευθύνη, να κατηγορήσει τον εαυτό του και να πεί: «Δεν έβαλα ειλικρινά μετάνοια στον αδελφό μου, γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Ο δε άλλος να πεί: «Εγώ δεν είχα την καρδιά μου έτοιμη να συγχωρέσει και να αγαπήσει τον αδελφό μου, πριν αυτός μου εκφράσει τη μετάνοιά του και γι’ αυτό δεν τον ανέπαυσε ο Θεός». Έτσι θα έπρεπε να κάνουν και οι προηγούμενοι. Ο μεν πρώτος έπρεπε να πεί: «Εγώ μιλάω με αυθάδεια, γι’ αυτό δεν αναπαύει ο Θεός τον αδελφό μου». Και ο άλλος έπρεπε να λογίζεται: «Ο αδελφός μου μού δίνει εντολές με ταπείνωση και αγάπη, αλλά εγώ είμαι ανυπότακτος και δεν έχω φόβο Θεού». Αλλ’ όμως κανένας τους δεν βρήκε τον σωστό δρόμο και δεν κατηγόρησε τον εαυτό του. Αντίθετα, καθένας έριξε το βάρος στον άλλον.

86. Να, γι’ αυτό δεν μπορούμε να προκόψουμε, γι’ αυτό δεν βρίσκουμε ωφέλεια σε τίποτε, αλλά περνάμε όλο τον καιρό μας σαπίζοντας από τους λογισμούς που κάνουμε εναντίον των αδελφών μας και κατατσακιζόμαστε, επειδή καθένας δικαιώνει τον εαυτό του. Καθένας αφήνει τον εαυτό του, όπως είπα, χωρίς να εφαρμόζει τίποτα. Και όλοι μας έχουμε την απαίτηση να τηρούν οι άλλοι τις εντολές του Θεού. Γι’αυτό και δεν μπορούμε να συνετισθούμε να κάνουμε το καλό, γιατί αν ποτέ και το ελάχιστο μάθουμε, αμέσως απαιτούμε από τον αδελφό μας να το εφαρμόσει, κατηγορώντας τον και λέγοντας: «Πρέπει να κάνει αυτό» ή «γιατί αυτό δεν το έκανε έτσι»; Γιατί δεν απαιτούμε καλύτερα από τους εαυτούς μας να εφαρμόζουμε τις εντολές και δεν κατηγορούμε τους εαυτούς μας ως παραβάτες;

Που είναι εκείνος ο Γέροντας, που, όταν τον ρώτησαν «τι περισσότερο βρήκες σ’αυτό τον δρόμο, πάτερ;», απάντησε «έμαθα στο καθετί να κατηγορώ τον εαυτό μου»; Πράγμα που έκανε αυτόν που τον ρώτησε να τον επαινέσει και να του πεί: «Άλλος δρόμος εκτός απ’ αυτόν δεν υπάρχει». Όμοια και ο αββάς Ποιμένας είπε αναστενάζοντας: «Όλες οι αρετές μπήκαν σ’ αυτό το σπίτι, εκτός από μία και χωρίς αυτή δύσκολα στέκεται ο άνθρωπος». Και τον ρώτησαν: «Ποιά είναι αυτή»; Και λέει: «Η αυτομεμψία». Και ο Μέγας Αντώνιος είπε: «Αυτή είναι η σπουδαιότερη πνευματική εργασία, που έχει να κάνει ο άνθρωπος μέσα του. Να επωμίζεται τα λάθη του απέναντι στον Θεό και να προετοιμάζεται για τους πειρασμούς μέχρι την τελευταία του αναπνοή». Και παντού βλέπουμε ότι αυτό τηρούσαν οι Πατέρες και αναπαύονταν, αναφέροντας τα πάντα στον Θεό, ακόμα και τα πιο ασήμαντα.

87. Τέτοιος ήταν ο άγιος Γέροντας που, όταν αρρώστησε, του έβαλε ο αδελφός του στο φαγητό αντί για μέλι λιναρόλαδο, πράγμα που είναι βλαπτικότατο. Και όμως δεν είπε τίποτα, αλλά έφαγε σιωπηλός την πρώτη και τη δεύτερη μερίδα που του χρειαζόταν, χωρίς να κατηγορήσει τον αδελφό του, λέγοντας: «Με περιφρόνησε». Και όχι μόνο δεν είπε ότι τον περιφρόνησε, αλλά δεν τον λύπησε ούτε με κανέναν άλλο λυπηρό λόγο. Όταν δέ κατάλαβε ο αδελφός τι είχε κάνει, άρχισε να στενοχωριέται και να λέει: «Σε σκότωσα, Γέροντα, κι εσύ μου φόρτωσες την αμαρτία, γιατί δεν είπες τίποτα». Με πόση πραότητα του απάντησε, λέγοντας: «Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου. Αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα έβαζες μέλι». Και αμέσως απέδωσε το γεγονός στο θέλημα του Θεού. «Τι ανακατεύεις τον Θεό, καλόγερε; Ο αδελφός έκανε το λάθος και συ λες αν ήθελε ο Θεός; Τι σημαίνει αυτό»; Και απαντάει: «Ναι, αν ήθελε ο Θεός να φάω μέλι, θα μου ’βαζε μέλι ο αδελφός». Και αυτό συνέβη, ενώ ο Γέροντας αρρώστησε τόσο πολύ, ώστε να μην μπορεί για πολλές ημέρες να φάει τίποτα. Και όμως, παρόλα αυτά, δεν αγανάκτησε εναντίον του αδελφού, αλλά απέδωσε το λάθος στο θέλημα του Θεού και αναπαύθηκε. Πολύ σωστά έλεγε ο Γέροντας. Γιατί ήξερε καλά ότι, αν ήθελε ο Θεός να φάει μέλι, και το βρωμόλαδο θα το έκανε μέλι.

88. Εμείς όμως για κάθε πράγμα θεωρούμε υπεύθυνο τον αδελφό μας, κατηγορώντας τον ότι μας περιφρονεί και ότι ενεργεί χωρίς συνείδηση. Και, αν ακούσουμε ένα λόγο, αποδίδοντάς τον αμέσως σε κακή πρόθεση, λέμε: «Αν δεν ήθελε να με πληγώσει, δεν θα το έλεγε». Που να βρεθεί ο άγιος εκείνος προφήτης Δαυίδ που είπε για τον Σεμέι: «Αφήστε τον να καταρασθεί, γιατί ο Θεός του είπε να καταρασθεί τον Δαυίδ» (Βασ. Α’ 16, 10). Τον φονιά πρόσταξε ο Θεός να καταραστεί τον Προφήτη; Ως σοφός και επειδή ήξερε ότι τίποτε άλλο δεν ελκύει τη Χάρη του Θεού στην ψυχή όπως οι πειρασμοί, και μάλιστα όταν έρχονται επί πλέον σε καιρό δοκιμασίας και δύσκολης περιστάσεως, έλεγε: «Αφήστε τον να καταριέται τον Δαυίδ, γιατί του είπε ο Κύριος να το κάνει». Γιατί; «Μήπως δει ο Θεός την ταπείνωσή μου και μού αποδώσει καλό αντί για την κατάρα του». Βλέπεις με πόση σύνεση ενεργούσε ο Προφήτης; Γι’αυτό και διαφωνούσε με όσους ήθελαν να τον υπερασπισθούν, λέγοντας: «Γιατί ασχολείσθε με μένα, παιδιά της Σαρούιας; Αφήστε τον να καταριέται, γιατί ο Κύριος τον παρακίνησε».

Εμείς όμως δεν ανεχόμαστε να πούμε για τον αδελφό μας: «Ο Κύριος τον παρακίνησε». Αλλά, αν ακούσουμε ένα λόγο, αμέσως νιώθουμε όπως οι σκύλοι. Ρίχνει κανείς επάνω τους πέτρα και αφήνουν αυτόν που τους πετροβόλησε και δαγκώνουν την πέτρα. Έτσι κάνουμε και εμείς. Εγκαταλείπουμε τον Θεό που επιτρέπει να μας βρούν συμφορές, για να καθαριστούμε από τις αμαρτίες μας, και τα βάζουμε με τον αδελφό μας, λέγοντας: «Γιατί μου το ’πε; Γιατί μου το ‘κανε»; Και ενώ μπορούμε απ’ αυτά να έχουμε μεγάλη ωφέλεια, βλάπτουμε τον εαυτό μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι όλα γίνονται με την Πρόνοια του Θεού για το συμφέρον του καθενός. Ο Θεός να μας χαρίσει σύνεση με τις ευχές των Αγίων. Αμήν

(Από τό βιβλίο ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ Ἔργα Ἀσκητικά, Εκδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου, Καρέας, 2000)

Elder Ephraim's monasteries(North America) - Μοναστήρια Γέροντας Εφραίμ ( βόρεια Αμερική)

Tuesday, December 30, 2014

Η ιστορία των δύο αγγέλων…


Δύο άγγελοι που ταξίδευαν σταμάτησαν να περάσουν την νύχτα σε ένα σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η οικογένεια ήταν αγενής και αρνήθηκε στους αγγέλους να μείνουν στο δωμάτιο των ξένων της βίλας.


Αντιθέτως, έδωσαν στους αγγέλους ένα μικρό μέρος σε ένα κρύο υπόγειο. Καθώς εκέινοι έφτιαχναν τα κρεβάτια τους στο σκληρό πάτωμα, ο μεγαλύτερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε. Όταν ο μικρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί, ο μεγαλύτερος απάντησε: “Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται”…
Την επόμενη νύχτα το ζευγάρι των αγγέλων ήρθε να ξεκουραστεί σε ένα πολύ φτωχικό σπίτι αλλά ο αγρότης και η γυναίκα του ήταν πολύ φιλόξενοι. Αφού μοιράστηκαν τη λίγη τροφή που είχαν, το ζευγάρι των αγγέλων κοιμήθηκαν στο κρεβάτι τους όπου μπορούσαν να έχουν μια ξεκούραστη νύχτα. Όταν βγήκε ο ήλιος, το επόμενο πρωί οι άγγελοι βρήκαν τον αγρότη και την γυναίκα του να κλαίνε. Η μοναδική τους αγελάδα της οποίας το γάλα ήταν το μόνο τους εισόδημα ήταν νεκρή στο λιβάδι.
Ο μικρότερος άγγελος ήταν αναστατωμένος και ρώτησε το μεγαλύτερο πως ήταν δυνατόν και άφησε να γίνει κάτι τέτοιο.
Ο πρώτος άντρας είχε τα πάντα και παρόλα αυτά τον βοήθησες, τον κατηγόρησε εκείνη.Η δεύτερη οικογένεια είχε ελάχιστα και όμως ήταν πρόθυμη να μοιραστεί τα πάντα και εσύ άφησες την αγελάδα να πεθάνει… “Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται”, απάντησε ο μεγαλύτερος άγγελος.
“Όταν μείναμε στο υπόγειο της βίλας, πρόσεξα πως ήταν χρυσός αποθηκευμένος σε εκείνη την τρύπα στον τοίχο. Μια και ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο άπληστος και δεν είχε τη διάθεση να μοιραστεί την καλή του τύχη, σφράγισα τον τοίχο ώστε να μην μπορεί να βρει το χρυσό. Εχθές τη νύχτα καθώς κοιμόμασταν στο κρεβάτι του αγρότη ήρθε ο άγγελος του Θανάτου για την γυναίκα του, κι εγώ έδωσα στη θέση της την αγελάδα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται.”
Μερικές φορές αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν τα πράγματα δεν έχουν το αποτέλεσμα που πρέπει. Αν έχεις πίστη, θα πρέπει να μάθεις να εμπιστεύεσαι και να πιστεύεις ότι το κάθε αποτέλεσμα είναι πάντα προς όφελός σου. Μπορεί να μην το ξέρεις παρά μονάχα πολύ αργότερα.
Μερικοί άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας και γρήγορα φεύγουν.
Μερικοί άνθρωποι γίνονται φίλοι και μένουν λίγο αφήνοντας όμορφα χνάρια στην καρδιά μας και εμείς δεν είμαστε ποτέ το ίδιο γιατί έχουμε κάνει έναν καλό φίλο…

Το εχθές είναι παρελθόν.
Το αύριο μυστήριο.
Το σήμερα είναι δώρο.



http://agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/6471-i-istoria-ton-dyo-aggelon.html

Repaying Christ ( Saint John Climacus )



If we were to die ten thousand times for Christ, we would still not have repaid what we owe, for in value rather than physical substance there is no comparison between the blood of God and that of His servants.

Saint John Climacus

Εγώ δεν έχω αμαρτίες. Γιατί να πάω να εξομολογηθώ; ( Όσιος Ιουστίνος Ποποβιτς )


 

Απαντά ο Όσιος Ιουστίνος Ποποβιτς

«Εάν είπωμεν ότι ουχ ημαρτήκαμεν, ψεύστην ποιούμεν αυτόν, και ο λόγος αυτού ουκ έστιν εν ημίν.» (Ιωάν. Α΄, 1,10)»

Ο Σωτήρας ήρθε στον κόσμο μας, για να μας σώσει από την αμαρτία. Ο ίδιος ασταμάτητα το τονίζει αυτό στο Ευαγγέλιό Του. Εάν όμως εμείς αρχίσουμε να ισχυριζόμαστε ότι δεν έχουμε αμαρτία, τότε τον Σωτήρα «ψεύστην ποιούμεν».

Διότι λέει ότι ήρθε, για να μας σώσει από την αμαρτία, ενώ εμείς δεν έχουμε αμαρτίες. Εκείνος ήρθε στον κόσμο, επειδή είμαστε αμαρτωλοί, σκλάβοι της αμαρτίας και του θανάτου. Αναγνωρίζοντας την αμαρτωλότητά μας, αναγνωρίζουμε την ανάγκη για τον Σωτήρα και την σωτηρία. Τότε «ο λόγος αυτού έστιν εν ημίν». Και ο λόγος
Αυτού είναι το Ευαγγέλιό Του, το Ευαγγέλιο της σωτηρίας.
Οι ανθρωπολάτρες λένε: εμείς δεν έχουμε αμαρτίες, τι χρειαζόμαστε τον Σωτήρα; Δεν χρειαζόμαστε τον Σωτήρα, επειδή δεν έχει από τι να μας σώσει. Εάν έχουμε κάποιες ελλείψεις, εμείς θα τις διορθώσουμε με την παιδεία, τον πολιτισμό, την επιστήμη, την τεχνική. Δεν χρειαζόμαστε τον Θεό καθόλου. Έτσι οι ανθρωπολάτρες ανακηρύττουν τον Σωτήρα αυτοαναγνωρισμένο ψεύτη, και ως εκ τούτου εχθρό της ανθρωπότητας.

Πηγή: π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ


 http://agiameteora.net/index.php/paterika/6671-ego-den-exo-amarties-giati-na-pao-na-eksomologitho.html

Talks against your spiritual father ( St. Evagrius the Monk )

Do not listen to talks against your spiritual father and do not arouse against him those that do not respect him so that your actions do not anger God and have your name deleted from the book of life.


St. Evagrius the Monk

Liberate ourselves from sin ( St. Anthony the Great )

Through His goodness, God the Father did not spare His Only Son but surrendered Him to deliver us from our sins and iniquities. Because of us, the Son of God humbled Himself, cured us of our spiritual ills and arranged for our salvation from sin. That is why it is essential that we recognize this and constantly bear in mind God’s magnificent arrangement — that because of us, God the Word became like us in all respects except in sin. It is worthwhile for everyone to remember this and genuinely endeavor in reality, with God’s help, to liberate ourselves from sin.



St. Anthony the Great


Monday, December 29, 2014

ΧΑΡΤΟΠΑΙΞΙΑ - Ένα δαιμονικό παιχνίδι, δήθεν έθιμο «για να πάει καλά η χρονιά»!


Στην περιοχή των Ιμαλαΐων δημιουργήθηκε κατά την αρχαιότητα το Λευκό αδελφάτο, όταν εκεί εγκαταστάθηκαν φυλές από τα νησιά του Ειρηνικού ωκεανού, που η ζωή τους ήταν ταυτισμένη με την σατανολατρεία, κατορθώνοντας σταδιακά να μεταδώσουν τις συνήθειές τους σ' όλους τους Ασιατικούς λαούς, κυρίως μέσω των θρησκειών τους. Στο «άντρο» του Λευκού αδελφάτου, επινοήθηκαν με την επίκληση και τη συνεργεία των δαιμόνων, διάφοροι «τρόποι ζωής», που θα κατηύθυναν την ζωή των ανθρώπων, καθώς και τυχερά παιχνίδια, ένα εκ των οποίων ήταν και η χαρτοπαιξία, που μέσω των εμπόρων μεταδόθηκε γρήγορα και έγινε μέχρι και πάθος για πολλούς ανθρώπους σε ολόκληρη τη Δύση. Έκτοτε, η τράπουλα με τα 52 χαρτιά έγινε το «αγαπημένο» παιχνίδι που δήθεν «ψυχαγωγεί» τους ανθρώπους, οι οποίοι δεν γνωρίζουν ότι πρόκειται για ένα καθαρά δαιμονικό παιχνίδι που έχει καταστρέψει αναρίθμητους ανθρώπους και οικογένειες, έχοντας κλείσει σπίτια, προκαλώντας εξαπατήσεις, φόνους, αυτοκτονίες, ληστείες και άλλα παρόμοια!

Οι «εμπνευστές» του παιχνιδιού έχουν «εφεύρει» διάφορα σύμβολα που απεικονίζονται σε όλα τα τραπουλόχαρτα. Όπως η «κούπα» που παριστάνει τα στήθια και το γεννητικό όργανο της γυναίκας, το «μπαστούνι» που δείχνει τα γεννητικά όργανα του άνδρα, το «σπαθί» σαν μια απομίμηση σταυρού της μαύρης μαγείας, συνδυάζοντας και τα γεννητικά όργανα του άνδρα και της γυναίκας, η «ντάμα» που ο ρόμβος της είναι δύο τρίγωνα που εφάπτονται και με μια μικρή κίνηση σχηματίζουν τον αστέρα-σύμβολο των Εβραίων!
Η χαρτοπαιξία είναι ένα παιχνίδι που προκαθορίζεται αποκλειστικά από τους δαίμονες, οι οποίοι αοράτως παρίστανται γύρω από το τραπέζι, επηρεάζοντας κάθε παίχτη, που χάνει ή κερδίζει αναλόγως με τα σχέδια των δαιμόνων για το ποιον θέλουν να καταστρέψουν ή να ευνοήσουν προσωρινά ώσπου να έρθει η σειρά του, ή έστω για να επηρεάσουν την έκβαση της ζωής του. Από την χαρτοπαιξία έχει πολλά οικονομικά συμφέροντα και οφέλη το ίδιο το κράτος (καζίνα, χαρτοπαιχτικές λέσχες κ.α.), ενώ καθιερώνονται και πλανεμένα έθιμα, όπου διάφοροι άνθρωποι οι οποίοι έχουν άγνοια περί του Θεού, παίζουν χαρτιά παρασέρνοντας και άλλους αφελείς, για να πάει δήθεν καλά το νέο έτος που εισέρχεται! Επίσης, χρησιμοποιούνται τα τραπουλόχαρτα και από τους ταχυδακτυλουργούς που κάνουν διάφορα κόλπα αφήνοντας έκπληκτους τους παρακολουθούντες, που δεν αντιλαμβάνονται την απάτη, καθώς και τις χαρτορίχτρες που κοροϊδεύουν την «πελατεία» τους, έχοντας συνεργούς τους δαίμονες που βοηθούν για να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις προβλέψεις των «μαντισσών» ώστε να πιστεύουν οι άνθρωποι στα χαρτιά και σ' αυτές!
Και να φαντασθεί κανείς ότι πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τα πάντα από την μανία του τζόγου, φέροντας αμετανόητοι την δαιμονική επιρροή που συνοδεύει την ζωή τους από την χρησιμοποίηση της τράπουλας, δημιουργώντας σωρεία προβλημάτων στην κοινωνία που ζουν, μένοντας τελικά απορημένοι για ότι τους συμβαίνει.

Στρατής Ανδριώτης



http://agiameteora.net/index.php/protoxronias/3824-xartopaiksia-ena-daimoniko-paixnidi-dithen-ethimo-gia-na-paei-kala-i-xronia.html

Nun pleads for Christians raped, sold, killed by ISIS


 

Sister Hatune Dogan visits a slum city in India

It is the season of “peace on Earth,” but Sister Hatune Dogan has a chill in her spirit that could only be felt in a time of war.

The Orthodox Christian nun feels it with each new atrocity committed against the Yazidi and Christian minorities of Syria and Iraq. She feels it in the church burnings across Egypt and the slaughter of innocent children in Pakistan.

For this reason she brought a word of warning to Americans in a visit last week to Minnesota, where she spoke to several church groups.

Today's political climate draws her back to 1915 and her native Turkey, when her family experienced the cruelty of the Ottoman caliphate, which slaughtered 3 million Christians and reduced others to second-class status under subjugation, or “dhimmitude.”

ISIS is nothing new, she said, just the re-emergence of Islam's dark side.

“ISIS is not fanatic. ISIS is not more terrible. ISIS is real Muslim believers who like to follow the Quran and Muhammad,” said the founder of Warburg, Germany-based Sister Hatune Foundation, a worldwide relief organization that has been honored by the German government for its dedication to human rights.

“Others say they are Muslim. They say they believe Quran, but they don't follow it,” she said.

Armenian Christians accounted for about half of the 3 million who lost their lives in Turkey, but the other half were Christians of various ethnic backgrounds – Greek Orthodox, Syrian Orthodox and Protestants. All felt the boot of jihad against their heads.

Sister Hatune arrived last Thursday at the Atlanta airport for a stopover on her way back to Germany. She was dressed in traditional black garments and a habit covering her hair. She wore a simple wooden crucifix around her neck and carried with her a well-worn copy of the Quran, which has become her constant companion wherever she goes to teach about the current situation in the Middle East.

She believes Christians in the West should learn what is written in the Muslim holy book. If they did, they would realize that the Islamic State, also called ISIS, is not doing anything that hasn't been done in the past by devout Muslims who have conquered a people they see as “infidels.”

Where are all the Christians?

Sister Hatune points to the fact that 96 percent of the people who populated the Middle East at the turn of the eighth century were Christian. Now, that Christian population has dwindled to 6 percent. Turkey was once almost all Christian, but now it is 0.03 percent Christian. Iraq had 1 million Christians under Saddam Hussein, but now only a few thousand remain, and the churches of Baghdad will be mostly empty this Christmas.

“Where are these Christians? Where are these people? Just ask yourself,” said the fearless nun, whose native tongue is Aramaic.

Her family initially lived in Turkey as Jews, but later her entire village converted to Christianity.

Born in 1970 the middle daughter of 10 children, Sister Hatune learned to speak 13 languages, but none make her more proud than Aramaic.

“This is the language of Jesus,” she told WND.

The Sister Hatune Foundation works in 35 countries with Matthew 25:34-40 as its mission statement – feeding, clothing, sheltering and providing medical care to the poor and persecuted of the world. She has been making regular trips to the Middle East since 2005, and ISIS presents a new challenge: trying to rescue orphaned children from its clutches.

Sister Hatune returned to her home convent in Germany for only a few days before she will make another trip to the Middle East to celebrate Christmas with persecuted Christians. She was with them in November when she visited refugee camps in Iraq, Jordan, Lebanon and Turkey. She also sneaked into Syria to meet with Christians there.

“They need your support. Without your support they can't continue,” she says in avideo showing her with a group of Yazidi refugees. “They live like animals. Starving. No food. Unsanitary. No one should have to live like this.”

It's a plight she is all too familiar with. Her question “What happened to all the Christians?” is purely rhetorical and completely personal. Her family lived through the genocide of 1915 in Turkey, the country from which her parents fled in 1985.

Her great-aunt Sarah lived through the persecution in Zaz, a small village in southeastern Turkey, in 1915.

“She was 18 years old, very beautiful. One of the Muslim men saw her and said, ‘She is beautiful. She belongs to me,'” Sister Hatune said.

Sarah had four brothers, a mother and father, several cousins, aunts and uncles living in the village.

“Twelve in all, in October 1915, they killed in front of her eyes,” Sister Hatune said, motioning with her hands and speaking in a thick accent. “Shot them in front of her eyes.”

The operation was carried out by Islamic jihadists, both Turks and Kurds, with the blessing of the Turkish army.

“It was planned,” she said.

In all, 365 members of her family's church, St. Demetrios, were murdered, representing about half of the village's population.

“First they shot them. More than half were still alive so they burned them alive in the church in 1915 in my village,” she said.

Her great-grandmother had two children and was forced in 1921 to beg her Muslim masters to let her keep one of them and raise him as a Christian.

It is the same experience playing out today under ISIS in Iraq and Syria.

“The most beautiful ones they take for their wives and say ‘now you have to be Muslim,'” said Sister Hatune.

The others are forced to convert or die. Many have been slaughtered in front of their parents. She has one video smuggled out of Iraq that shows three young boys, around 5 or 6 years old, being psychologically tormented by their eventual killer.

“Tell me which one should I cut first,” the man asks them in Arabic.

A long butcher knife sits on a table beside him.

“Come put your head here,” he says, as the boys scream in terror.

They take a step back, but the confines of the small room leave nowhere to run.

When neither boy steps forward to volunteer his neck, the man yells: “Come all of you. Come all of you!”

He grabs one of the boys. The one in the white shirt. The boy screams and the other two cry.

“Are you ISIS?” the man yells over the screaming boy. “Are you ISIS?”

“No!” the boy answers through his tears.

All three were beheaded. The nun said she received the video from a relative of the three boys.

In another video, shot in 2013, three Christian priests are shown being led out into a field with their hands bound. A Muslim man wrestles one priest to the ground and slices his head off while several hundred Muslims yell: “Allahu Akbar! Allahu Akbar! Allahu Akbar!”

‘I Believe in Action'
Sister Hatune holds a malnourished boy in India, one of the dozens of countries in which her foundation works.Drawing on her own family background, Sister Hatune has recently finished work on her 13th book, “I Believe in Action,” written to commemorate the 100th anniversary of the Christian genocide in Turkey. In this book she compares the life of Jesus to that of Muhammad, Islam's main prophet.

“I not write from my head. All facts,” she said. “Muhammad came and he brought killing, beheading, pedophilia. He slept with a 9-year-old girl, he married when she was 6 years old. We know because she says it herself in the Hadith. In Yemen today, where Shariah is the law, they have to marry the girl before her first menstruation, maximum of age 13, because it is written.”

Sister Hatune thumbs through her Quran and finds another verse that she says leads Muslims to murder Christians in the Middle East.

“Twenty-five times in Quran it says to kill Christians because we are involved in polytheism,” she said, explaining that Muslims do not understand the concept of the Holy Trinity. “Also it says to not make friends with Christians.”

Europe is on its way to becoming the next battleground for Islam, especially Belgium and France, where Muslims make up 6 to 10 percent of the population. Sister Hatune's adopted country of Germany is at least 4 percent Muslim and has more than 4,000 mosques.

“A mosque is not just for prayer,” the nun said. “It is to prepare to kill the unbeliever and control the world.”

In the Quran there are 97 verses against the unbeliever.

“And there are verses against the Christians who say God is Father, Son and Holy Spirit, or that Jesus is the Son of God. They have to be beheaded, the head cut off from the neck; no other interpretation. This is what the Muslims are doing. Normal Muslims, who are really Muslims, have to follow this rule,” she said. “There will never be peace on Earth if these verses of the Quran are not stopped. It is in the Quran, Hadith and sunna 36,800 times, the words ‘cut,' ‘kill' or ‘attack.' How can there be peace on Earth?”

The Quran also gives Muslim men permission to rape girls and women who are held captive as slaves (Sura 23:5-6).

In conquered cities, ISIS has marked the homes of Christians with a red symbol of the Nazarene. They are then visited by ISIS militants who bring unspeakable horrors upon the families.

Sister Hatune says it is justified under Sura 5:33 in the Quran, which states:

“Indeed, the penalty for those who wage war against Allah and His Messenger and strive upon earth [to cause] corruption is none but that they be killed or crucified or that their hands and feet be cut off from opposite sides or that they be exiled from the land.”

Muslim apologists in the West say the verse is taken out of context by “Islamophobes,” but Sister Hatune believes otherwise.

“Those of us Christians from Middle East. We know them. We know their rules,” she said.

Today there are 57 Islamic countries living under Islamic law.

“Education is not allowed for the girls. The women are created for the sex for the gents,” she said. “If she becomes raped she has to bring four men with her as witness. Of course it is impossible, so she will be stoned. There are so many women and girls who die from stoning.”

Sister Hatune recalls going to school in Turkey as a young girl. Even though everyone in her village was Christian, no Christians were allowed to hold positions of authority under Islamic law, so all her teachers were Muslim. If the Christian children were caught going to church the teacher would beat them, usually by striking their hands with a metal rod.

She said the Turkish government confiscated all the guns from Christians before launching a violent jihad against them.

“Village by village they came and said, ‘If you don't give your guns we will put you in prison for seven years,'” she said.

At the age of 14 Sister Hatune left Turkey with her parents in 1985, finding refuge in Germany. She joined a monastery there called the Sisters Serving Christ when she was 16.

“We were a rich family. They threatened my father to cut him here,” she said with a tug on the lower portion of her ear. “He run away. He said this is enough. We must leave everything and go.”

Watch video below of Sister Hatune relating her life story growing up under the “hard persecution” of the Turkish regime, which she said “pretends to be liberal” but is one of the world's most fanatical Muslim countries.

Theodore Shoebat, son of former Palestinian terrorist-turned Christian Walid Shoebat, described Sister Hatune in a Dec. 30, 2013 article as a modern-day Mother Theresa.

“Hatune's willingness to help the persecuted is so immense that it surpasses what anyone is doing today in the Middle East,” Shoebat wrote. “She has visited 38 countries and worked in the Ministry of Charitable and Social Service in Zimbabwe, Turkey and in India. Her righteous deeds of course receive the vociferous wrath of the jihadists, in the words of Dogan, ‘I get 18 death threats in seven languages.'”

A message for America

Sister Hatune came to America last week to seek donations for her ministry to the persecuted minorities of Iraq, Syria, Egypt and India. Most of these minorities are Christian but many in Iraq and Syria are of the ancient Yazidi sect. In one video Sister Hatune appears in a Yazidi refugee camp surrounded by families who have nothing but the clothes on their backs.

She came to America with a plea for help. But she also came with a message for Americans.

“America is inviting its own slaughterers to its door,” she said, referring to the U.S. policy of taking in Muslim refugees through the United Nations refugee program.

WND reported Dec. 11 that the U.N. has assigned 9,000 mostly Muslim refugees from Syria for resettlement in U.S. cities and towns and the U.S. has accepted nearly 2 million from Muslim countries since 1992.

“You have already a parallel society in America,” Sister Hatune said. “In 50 years they will kill your grandchildren before your eyes. The Middle East is already here. It is here. It is not far from here. It is at your door.”

That's a message many churches in Minnesota were not ready to hear, said Debra Anderson, who heads a local chapter of ACT! For America and sponsored Sister Hatune's recent visit.

“She wanted to do something active. She felt faith without works was dead,” Anderson said. “But it was rough trying to get her invited to speak at the churches in Minnesota. Some of it was her message. She is very critical of the Muslim governments.”

One church group that invited her to speak gave her a reception that Anderson described as “cool.”

They visited an order of Catholic nuns and “five or six of them walked out near the end of her presentation,” she said.

“Some of the photos of human suffering she showed in her presentation; I think they were really shaken,” Anderson said. “I don't know that they had ever been challenged in their way of thinking like that. But it was all facts. We told them to check out other experts.

“But I had this one nun just interrupt me and say, ‘I am not going to listen to her anymore,'” Anderson said. “I had a hard time getting her into the churches. I really did.”

Anderson said she put out a request for speaking venues to some 800 people on her email list representing various Christian denominations.

Only a few responded with invitations.

One of the nuns from the convent in Minnesota interrupted Sister Hatune's presentation with a specific concern.

“Sister, that's enough,” she said, voicing her concern about a potential backlash against Muslims in the community if Sister Hatune's documentation were to ever get widely disseminated.

But while some were repelled by the stories of thousands of girls being raped and the images of Christians being crucified by ISIS or Muslims playing soccer with the heads of their victims, others responded by coming up afterward and asking how they could get more information and possibly get involved in helping these persecuted Christians.

“My mission is to help the suffering people where they are,” Sister Hatune said. “They cannot come to me, so I go to them. One hundred percent of donations go to the suffering people. We are all volunteer. We are total independent. We have no big donor now. I wish. We have two fish and five loaves, and God is multiplying.”

The work is carried out by 5,000 volunteers with no paid staff, Sister Hatune said.

An elderly German man left the Orthodox nun a small stipend to live on when he died. She pays out of her own pocket for travel, or has a sponsor pay for her flight, as was the case with her trip to Minnesota.

Now she is making plans to return to the Middle East for Christmas, hoping to bring some gifts for children.

One of those who heard her message asked her if she was afraid.

“Everyone has fear,” Sister Hatune said. “But I am called to show solidarity. You do that, not with talk, but with action, with duty. Jesus is my body guard.”

The nun says Islamic culture is basically “like a dog,” in that it must be confronted. If there is a void or a weakness in the Christian culture, the Muslims will sense that weakness and continue to march through and intimidate the native culture.

“You cannot be afraid of Islam culture,” she said. “If you run, they will come after you like dog culture. You must stand your ground. I don't say fight. I say resist. I say to them, ‘Stop. I don't want you. I have my own God.' They come here thinking to conquer the country. If they don't accept the American way of life, go back to your home. The government has to understand this.”



http://www.pravoslavie.ru/english/76204.htm

The Holy Martyrs Sebastian and Zoe ( December 31 )

The Holy Martyr Sebastian was born in Italy and brought up in the city of Milan. He was destined in his youth to be a soldier, and, as an educated, handsome and courageous man, commended himself to the Emperor Diocletian, who made him captain of the imperial guard. He secretly confessed the Christian faith, and prayed to the living God. An honorable, upright and merciful man, Sebastian was greatly loved by his soldiers. Whenever possible, he saved Christians from torture and death and, when this was not possible, gave them courage to die for Christ the living God without turning back. Two brothers, Marcus and Marcellinus, who were in prison for Christ and already on the verge of denying Him and worshipping idols, were confirmed in their faith and strengthened in their martyrdom by Sebastian. As he spoke with them, exhorting them not to fear death for Christ, his face was illumined like that of an angel of God. Sebastian supported his words by marvels: he healed Zoë, the wife of Nicostratus the jailer, who had been dumb for six years, and brought Nicostratus and his whole household to baptism; he healed the two sick sons of Claudius the commander, and brought him and his whole household also to baptism; he healed Tranquillianus, the father of Marcus and Marcellinus, of gout and pains in his legs which had troubled him for eleven years, and brought him to baptism together with his whole household; he healed the Roman Eparch, Chromatius, of the same infirmity and brought him and his son Tiburtius to baptism.

Of these, Zoë was the first to suffer, being seized while at prayer beside the tomb of the Apostle Peter. After torture, she was thrown into the river Tiber. Then Tiburtius was seized, and the judge placed live coals before him, challenging him to choose life or death: to cast incense on the coals and cense the idols, or to stand himself barefoot on the coals. St. Tibertius made the sign of the Cross and stood barefoot on the coals, and remained unharmed. He was then beheaded with the sword. Nicostratus was killed with a stake, Tranquillianus was drowned and Marcus and MarceiIinus were run through by spears. Then Sebastian was taken before the Emperor Diocletian. The Emperor rebuked him for his betrayal, but he said: 'I always pray to my Christ for your health, and for the peace of the Roman Empire.' The Emperor ordered that he be stripped and shot at with arrows. The soldiers then shot at him, until the martyr's whole body was so covered with arrows that it was invisible beneath them. When they thought that he was dead, he showed himself alive and healed of all his wounds. Then the pagans beat him to death with staves. He suffered gloriously for Christ his Lord and entered into the heavenly Kingdom in 287, when Gaius was Bishop of Rome.

Troparion, Tone 1

O Sebastian, thou didst spurn the gatherings of the wicked/ and bring together the illustrious martyrs who with thee cast down the enemy./ Deemed worthy of the Divine Presence,/ thou dost gladden those who cry to thee:/ Glory to Him Who has strengthened thee; glory to Him Who has crowned thee;/ glory to Him Who through thee works healings for all.

Kontakion, Tone 4

Thou didst excel in godly zeal/ and gather a band of martyrs from which thou didst shine as a star./ The arrows that wounded thy body, O Sebastian,/ pierced the hearts of the enemy./ Hence Christ has glorified thee.

Για να καταλάβεις πόσο σπουδαίο αγαθό είναι η ταπείνωση...( Αββάς Ισαάκ )



«Για να καταλάβεις πόσο σπουδαίο αγαθό είναι η ταπείνωση, φτιάξε με την φαντασία σου δύο αμάξια και ζεύξε στο ένα την αρετή με την υπερηφάνεια και στο άλλο την αμαρτωλότητα με την ταπεινοφροσύνη.
Και θα δεις ότι το ζεύγος της αμαρτωλότητας θα ξεπεράσει την αρετή. Και αυτό, όχι φυσικά από την δική του ικανότητα, αλλά από την δύναμη της ταπεινοφροσύνης, που πάει μαζί της.
Το άλλο ζευγάρι πάλι θα καθυστερήσει όχι από την αδυναμία της αρετής, αλλά από το υπέρογκο βάρος της υπερηφάνειας. Διότι όπως η ταπεινοφροσύνη, με το μεγάλο πνευματικό ύψος νικά την βαρύτητα της αμαρτίας και κατορθώνει να ανέβει στον ουρανό, έτσι και η υπερηφάνεια, με το υπέρογκο βάρος της, κατορθώνει να υπερνικήσει την ανάλαφρη αρετή και να την τραβήξει προς τα κάτω με ευκολία».


http://proskynitis.blogspot.ca/

God’s providence. ( Abba Dorotheus )

Do not wish for everything to be done according to your determination, but wish that it is how it should be, and in this way, you will attain peace with everyone. And believe that everything that happens to us, even the most insignificant, occurs through God’s Providence. Then you will be able to endure everything that comes upon you without any agitation.

Abba Dorotheus

On Glossologia ( Elder Cleopa of Romania )

Inquirer: What is glossologia or “speaking in tongues”?

Elder Cleopa: Glossologia, or “speaking in tongues,” as a gift of the Holy Spirit, is the ability to speak a foreign language without having to be taught it or knowing it beforehand. This is clear from the Holy Scriptures in which the events of Pentecost are described, and at which time this divine gift first appeared. The text is unabbreviated and unambiguous and recounts for us an actual event. Consequently, the text itself cannot be explained with some particular mystical or spiritual meaning alone, omitting the literal meaning.

Let’s allow the passage from the Acts of the Apostles itself to explain what the text means and what comprises the speaking of foreign tongues by the Grace of the Holy Spirit:

“And when the day of Pentecost was fully come, they were all with one accord in one place. And suddenly there came a sound from heaven as of a rushing mighty wind, and it filled all the house where they were sitting. And there appeared unto them cloven tongues like as of fire, and it sat upon each of them. And they were all filled with the Holy Ghost, and began to speak with other tongues, as the Spirit gave them utterance. And there were dwelling at Jerusalem Jews, devout men, out of every nation under heaven. Now when this was noised abroad, the multitude came together, and were confounded, because that every man heard them speak in his own language. And they were all amazed and marvelled, saying one to another, Behold, are not all these which speak Galilaeans? And how hear we every man in our own tongue, wherein we were born? Parthians, and Medes, and Elamites, and the dwellers in Mesopotamia, and in Judaea, and Cappadocia, in Pontus, and Asia, Phrygia, and Pamphylia, in Egypt, and in the parts of Libya about Cyrene, and strangers of Rome, Jews and proselytes, Cretes and Arabians, we do hear them speak in our tongues the wonderful works of God. And they were all amazed, and were in doubt, saying one to another, What meaneth this? Others mocking said, These men are full of new wine” (Acts 2:1-13).

From an examination of these thirteen verses that contain the key to the solution of the problem, we can educe the following conclusions:

- The speaking of foreign tongues or languages, by the grace of the Holy Spirit, manifested itself, as a miracle, for the first time in history. For this reason the reader is provided with an extensive description, that he may be able to learn what this miracle is and in what it consists.

- With this powerful gift of the Holy Spirit the Apostles began to preach in other languages, even 15 different local languages of other tribes and nations that had converged there for the feast of Pentecost.

- The Jews of other nations, who had as their mother tongue the language of the nation in which they lived, marvelled when they heard the Apostles preach in their own language, for the Apostles were simple men of Galilee and it was impossible for them to know another language except the Aramaic they had learned at home.

- The Jews of other nations understood everything from the divine preaching of the Apostles. They spoke to them with precision in their own language concerning the greatness of God, without needing a translator, and it is in exactly this that the miracle rests. The visitors to Jerusalem were unable to explain what they witnessed and were full of wonder.

- Among the listeners of the preaching there were also some that did not understand anything that the Apostles said and subsequently mocked the Apostles, thinking that they were drunk. This group can be none other than the residents of Jerusalem, and perhaps those of nearby Palestine, who didn’t know other languages except their mother tongue, Aramaic. For these men the preaching of the Apostles was completely unintelligible and they considered it simply sputtering.

Thus, the residents didn’t understand anything from the preaching, unless someone translated it for them. For just as there is the gift of speaking in tongues or foreign languages, there also exists the gift of translation. This was given, as is apparent below, when those listening were only locals ignorant of other languages, as was, for example, the case in Corinth (1 Cor. 14). In Jerusalem, however, during this period there was not felt this deficiency. The gift of translation was itself also miraculous, just as was that of glossologia, on which it was directly dependent. Not having this gift the residents who were listening judged the work of the Apostles according to their personal determination and perception alone.

Glossologia was a sign of the power of God and, as a decisive means of proselytism, was manifested among men who ignored the Faith (1 Cor. 14:21-25). For, apart from this, what meaning does it have for someone to speak about Christ in a foreign language if he was taught, believed and lived his faith in Christ from his childhood years?

If there are those who speak foreign languages and they are not understood by anyone, how do they build up the Church or benefit it? For the purpose ofglossologia was for the Apostles to be able to spread, via the transmission of thekerygma (preaching) in foreign languages, the Faith of Christians to all people and to make the Gospel known throughout the world, as it is written:

“Their sound hath gone forth into all the earth, and their words unto the ends of the world” (Ps. 18:4).

If someone had this gift, we must not think that it was the greatest among the gifts of God. The Apostle Paul says that there are other, greater gifts of the Holy Spirit than that ofglossologia.

“I would that ye all spake with tongues but rather that ye prophesied: for greater is he that prophesieth than he that speaketh with tongues, except he interpret, that the church may receive edification” (1 Cor. 14:5).

And elsewhere he also says,

“If therefore the whole church be come together into one place, and all speak with tongues, and there come in those that are unlearned, or unbelievers, will they not say that ye are mad?” (1 Cor. 14:23).

Consequently, the gifts of prophecy, of preaching and of interpretation of Scripture are much higher than the gift of glossologia, for with these the Church of Christ is built up and benefited much more than with the gift of linguistics or speaking different languages (1 Cor. 14: 2-4). More sublime and higher than all the gifts is love, about which listen to what the Apostle Paul has to say:

“Though I speak with the tongues of men and of angels, and have not charity, I am become as sounding brass, or a tinkling cymbal” (1 Cor. 13:1).

Inq.: It is claimed by certain people that when the grace of the Holy Spirit comes to them and they begin to speak in tongues, they find themselves in a state of ecstasy. It is only at this time that they are able to speak certain inarticulate and incomprehensible human sounds, to have certain internal impulses or exclamations of joy, or to voice a certain remorse for their sins, as well as other movements of the body which are made by the action of the grace of the Holy Spirit. Saul had a similar spiritual manifestation when following David and going to Ramah. He was overcome by the prophetic spirit and with a flurry he prophesied, ripped his clothes off and went naked all day and all night (1 Sam. 19:22-24).

EC: It is incomprehensible for a healthy, clear and well-balanced intellect to reveal the great mysteries of God with inarticulate exclamations. Such a thing is not at all the same, as we know from that which was revealed through glossologia as a divine gift (1 Cor. 14: 2-4).

The Greek idol-worshipers of antiquity had similar exhibitions when they prayed to their gods Dionysus, Zeus and the others. When they were found before a diabolic idol they would fall into ecstasy or a trance, shaking and making rhythmic movements with their body, and tumble on the ground, with a few even foaming at the mouth like the demon-possessed of olden times. Next they would get up and sing rhapsodic melodies and make exclamations with demonic delight. The same happened with the Montanists, heretics of the first and second centuries after Christ, the Gnostics, and later the Methodists, the Quakers, the Pentecostals and others. These groups took to making uncanny and strange turns and movements of the body, had hallucinations and were in delusion, and thought that all of this came from God, when in actuality it comes from theologians of darkness who are familiar with Holy Scripture and who lead into delusion the unsuspecting, cheating them with words taken even from Holy Scripture.

Inq.: These people also say that with the charisma of glossologia that they possess, they maintain unbroken the work of the Holy Spirit among men and within the Church of Christ as it existed in the beginning of Christianity. For, they claim, today, as also in the beginning, with this perceptible sign of the gift of grace, the Holy Spirit stirs wonder and amazement in those who as yet are not Christians. Furthermore, with this visible sign of the gift of speaking in tongues, it becomes known to the faithful that there still exists a work of the Holy Spirit in the Church as in the first period of Christians in Jerusalem.

EC: The gift of speaking in foreign tongues or glossologia was not given by God for all time, until the end of the world. It was a sign given to the Church only for a time, with the aim of making it easier for those of other religions to convert to Christianity. We see, in this respect, that the Jews of Jerusalem, who did not understand the preaching of the Apostles – kerygma given by divine grace – did not, in fact, believe but rather said that the Apostles were drunk. The Prophet Isaiah prophesied concerning their disbelief before this great gift of grace, saying,

“For with stammering lips and another tongue will he speak to this people. To whom he said, This is the rest wherewith ye may cause the weary to rest; and this is the refreshing: yet they would not hear” (Isa. 28: 11-12).

Indeed, in Jerusalem they spoke to them with lips of strangers, for the foreign Jews, or Jews of the Diaspora, heard about the wondrous works of God in their own languages and believed (Acts 2:11). And thus it is that the Apostle Paul prophesied that the gift of speaking in foreign tongues would cease (1 Cor. 13:8 ,1 Cor. 14:22-28).

The people of that time were spiritually in the age of infancy, for only just before had they left the worship of idols and their intellects were blurred, confused and insensible. They were still captives to the enjoyment of the fleshly pleasures and did not have knowledge of the divine gifts that one enjoys only on account of faith. It is for this reason that signs and wonders were then showered upon them.

Some spiritual gifts are invisible and become accessible to man via faith. Others, however, are visible on account of the unbelief of men. Here is an example: The forgiveness of sins is an invisible spiritual work. We do not see with our sensible eyes how we are purified of our sins. Why? Because neither is the soul that is purified visible to the eyes of our body. Speaking in different tongues or languages is also a work of the Holy Spirit, but it is a visible sign and more easily persuades those of other religions. Hence, the reason Saint Paul says the following:

“Wherefore tongues are for a sign, not to them that believe, but to them that believe not: but prophesying serveth not for them that believe not, but for them which believe” (1 Cor. 14:22).

He who believes doesn’t have need of guarantees and signs. The first Christians would not have believed if they had not received signs.

Inq.: From those who I spoke to I learned that besides the gift of speaking in tongues, they have also the gift of the baptism of

“the Holy Spirit and fire” (Lk. 3:16)

which is totally different from baptism with water. This baptism showers upon them various miraculous gifts of the Holy Spirit, especially that of glossologia and the interpretation of Scripture, as happened also at Pentecost with the Apostles.

EC: Is it possible that there are two Christian baptisms? Doesn’t it say in Holy Scripture that there is one and only one? St. Paul tells us there is but

“one Lord, one faith, one baptism, one God and Father of all . . .” (Eph. 4:5; See also:1 Cor. 12:13).

The baptism of

“the Holy Spirit and fire” (Lk. 3:16)

of Pentecost is none other than the Christian baptism which was pre-announced by both Saint John the Baptist and the Saviour Himself (Mt. 3:11, Acts 1:5) and which He said would happen by “water and the Spirit” – baptism neither by water alone, as with the baptism of John, nor only by the Spirit (Jn. 3:5). These two elements, the one visible and the other invisible, constitute the two most necessary prerequisites for the one and only Christian baptism. If, with respect to the practice of this mystery, some still speak only of water or only of the Spirit as constituting the main element of this Mystery, let them know that the Mystery is one and only one and its two elements are inseparable.

Inq.: Each Christian should have within him the Holy Spirit. The members of a certain Christian brotherhood say that while they can give evidence of the presence of the Holy Spirit within them through the practice of speaking in foreign speech, the Orthodox are not able to show this by any means. Consequently, they say that the Orthodox are not true Christians due to the absence of this work of the Holy Spirit in their lives.

EC: It is true that each Christian should have consciously within himself the Holy Spirit. Yet, the presence of the Holy Spirit is not only made manifest via glossologia. The Apostle Paul tells us that

“But the fruit of the Spirit is love, joy, peace, longsuffering, gentleness, goodness, faith, meekness, temperance . . .” (Gal. 5: 22-23).

Do you see, therefore, that among the fruits of the Holy Spirit the practice of speaking in foreign languages is not referred to anywhere? This is the case because it is a gift of the Holy Spirit that was given for a certain period of time in the Church, while the gifts referred to here by the Apostle, all Christians, of every epoch, must have throughout their life. Whoever has the fruits of the Spirit has also the Holy Spirit within him. The gift of glossologia is not a common gift of grace but something special and not given to everyone (1 Cor. 12:10). How, then, can we consider it a precondition of salvation and a prerequisite for the presence of the Holy Spirit in our life when it is not given to everyone? The Apostle Paul says,

“Do all speak in tongues?” (1 Cor. 12:30).

Consequently, then, those who do not speak in tongues can also be good Christians. In the community of true Christians everyone does not have the same gifts. The Apostles did not require this gift from all the Christians, and indeed, in quite a few it was revealed that this talent was profitless. The Apostles themselves did not use this gift, apart from exceptional cases when they had a certain aim, as on the day of Pentecost. So, therefore, it should be clear that they did not call upon every Christian to have this gift as a means of salvation.

Inq.: I would like, after all that we have said concerning glossologia, for you to summarize exactly the main points of our discussion.

EC: Listen, brother, and guard well within your mind: True glossologia as a gift of the Holy Spirit can be recognized only when it is combined with the following presuppositions.

1) If someone, by inspiration [of the Holy Spirit], speaks a language, it should be understood by all those who stand nearby, as happened in the case that we cited from the Acts of the Apostles (Acts 2:1-13).

2) When someone speaks a language among the residents [of Jerusalem, Corinth etc.] that they do not understand, then another gift, the gift of translation of this language into the language of the people is necessary. Without this translation the foreign language is babbling and lunacy (1 Cor. 14:23).

3) Glossologia was not given to the Church forever, but only in the beginning of Christianity in order to awaken the idol-worshippers and Jews to belief in Christ. This is why the Apostle Paul said that the gift of glossologia would at some point cease to exist in the Church (1 Cor. 13:8).

4) Since we believe that Christ is our true God we no longer have need of glossologia, given the fact that the knowledge of foreign languages by inspiration [of the Holy Spirit] is a sign (miracle) necessary only for the unbelieving and not for the faithful (1 Cor. 14:22).

5) From the beginning of Christianity the gift of glossologia was one among the lesser in the Church of Christ, while the others, such as that of prophecy, interpretation of Scripture, of love and the rest, were much greater.

6) It is totally out of the question for speaking in tongues, as a gift of the Holy Spirit, to mean a delirium in a non-existent and incomprehensible language, for then it wouldn’t be speaking in languages, but our own [exclusive] language (Mk. 16:17). Moreover, it comes into clear contradiction with chapter two of the Acts of the Apostles.

7) The inarticulate voices, lunacies and incoherent utterances which we often hear from the self-proclaimed speakers of tongues very much resembles the scenes the idol-worshippers would make before their idols of Dionysus, as well as with quite a few of the Montanists, Gnostics, Quakers, and later Pentecostals, all of whom the true Church of Christ anathematizes (See the first and second Canons of the Sixth Oecumenical Council).

Thus, brother, foreign to the Spirit of God is the speaking in tongues of those who think they are grace-bearers and make bold to misconstrue the true glossologia, a gift of the Holy Spirit which existed at the outset of Christianity.



Source: Preachers Institute

Sunday, December 28, 2014

Το συγκλονιστικό Θαύμα του Γέροντος Παΐσίου.



Βρε ευλογημένε μαζί πήγαμε στην άλλη ζωή και γυρίσαμε»!

Το θαύμα αυτό του Γέροντος Παϊσίου έγινε στον αξιωματικόν της Αστυνομίας κ Άγγελον Χοροζίδην, στην Θεσσαλονίκη, και το διηγείται ο ίδιος :
«Στις 8 Ιουνίου του 1986, εκτελώντας υπηρεσία ασφαλείας, κοντά στο κεντρικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, τραυματίστηκα με βόμβα «μολότωφ». Έπαθα βαρύτατα τραύματα. Στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκα, με άφησαν, θεωρώντας ότι ο θάνατος ερχόταν σύντομα. Παρέμενα στη ζωή έχοντας χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον. Ο παππούλης, από την πρώτη στιγμή που έλαβε γνώση, είπε : «Θα υποφέρει πολύ, αλλά θα ζήσει».


Μετά από λίγες μέρες ανέκτησα κάποια επαφή. Κάποια ημέρα όμως, αισθάνθηκα να πεθαίνω και είπα στην νοσοκόμα : «Αδελφή, πεθαίνω, πεθαίνω». Άρχισα τότε να ανεβαίνω προς τα πάνω, να βγαίνω από την γη, να κινούμαι ανάμεσα σε αστέρια και στην συνέχεια σε γαλαξίες. Αυτήν την ερμηνεία έδινα εκείνη την στιγμή. Ανέβαινα, ανέβαινα και μπροστά μου πήγαινε ένα φως, κάτι σαν αναμμένη λαμπάδα. Ξαφνικά, το ταξίδι σταμάτησε. Άρχισε αντίστροφη κίνηση και προσγείωση. Βρέθηκα στο νοσοκομείο με τραχειοτομή και γύρω μου γιατροί, να με κοιτάζουν.

Πέντε μήνες μετά, συνάντησα τον παππούλη στην Σουρωτή. Με αγκάλιασε, με φίλησε και άρχισα να του διηγούμαι πώς πέθανα. Με διέκοψε λέγοντας : “Βρέ ευλογημένε, μαζί πήγαμε στην άλλη ζωή και γυρίσαμε. Δεν με έβλεπες ;”. Τότε κατάλαβα τί ήταν το φως, που έβλεπα».

ΠΗΓΗ : ΣΩΤΗΡΧΟΣ Μ.Π., ΓΕΡΩΝ ΠΑΪΣΙΟΣ ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ, εκδ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΑΘΗΝΑ 2009, σ. 78.

Όλα, πάντως, τα δαιμόνια ….συνεργάζονται μεταξύ τους


 

ΕΡ.: Πώς μας πολεμούν τα πονηρά πνεύματα;
ΑΠ.: Πρώτα-πρώτα πρέπει να ξέρετε ότι, στον δαιμονικό πόλεμο εναντίον των ανθρώπων, κάθε πονηρό πνεύμα έχει τον δικό του ρόλο. Κάθε αμαρτία γίνεται με την παρακίνηση ή και τη συνεργεία ορισμένου δαιμονίου και κάθε πάθος υποστηρίζεται από ορισμένο δαιμόνιο. Έτσι, τα ηγετικά δαιμόνια είναι οχτώ, όσα και τα θανάσιμα πάθη: της γαστριμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, της λύπης, της οργής, της ακηδίας, της κενοδοξίας, της υπερηφάνειας.



Κάθε πονηρό πνεύμα, πολεμώντας μας, ενεργεί με τους δικούς του τρόπους, ανάλογα με το πάθος που υποστηρίζει. Όλα, πάντως, τα δαιμόνια συνεργάζονται μεταξύ τους, για να μας βυθίσουν σε όσο το δυνατό περισσότερα πάθη και να μας κάνουν δούλους της αμαρτίας, ώστε να μας χωρίσουν από το Θεό και να μας οδηγήσουν στον αιώνιο θάνατο.

Βέβαια, η δύναμη των δαιμόνων δεν είναι ανεξέλεγκτη και ή δραστηριότητα τους δεν είναι απεριόριστη. Μας πολεμούν μόνο αν τους το επιτρέψει ο Θεός -και όσο τους το επιτρέψει, ποτέ πάντως πέρα από τα όρια της αντοχής μας (Α’ Κορ. 10:13)- , για να δοκιμαστούν η προαίρεσή μας, η πίστη μας και η αγάπη μας σ’Εκείνον, ή αν τους δώσουμε εμείς οι ίδιοι το δικαίωμα με την αμέλειά μας, τη ραθυμία μας, την απροσεξία μας και, προπάντων, την υπερηφάνειά μας.

Τα πονηρά πνεύματα μας πολεμούν με πολλούς τρόπους. Με ποιούς;

Πρώτον, με τους εμπαθείς λογισμούς, με τους οποίους αιχμαλωτίζουν το νου, τον σκοτίζουν και τον πειθαναγκάζουν να συναινέσει στην αμαρτία.
Δεύτερον, με τα πάθη, που υπάρχουν μέσα μας, από τα οποία παίρνουν τις αφορμές για να υποκινήσουν τους εμπαθείς λογισμούς.
Τρίτον, με τις σωματικές αισθήσεις -την ακοή, την αφή, τη γεύση, την όσφρηση και, προπάντων, την όραση- μέσ’ από τις οποίες, σαν από πόρτες, περνούν στη ψυχή ποικίλα εξωτερικά ερεθίσματα, που ξεσηκώνουν τα πάθη μας και μας σπρώχνουν στην αμαρτία.
Τέταρτον, με άλλους ανθρώπους, τους οποίους βάζουν είτε να μας κατατρέχουν και να μας αδικούν είτε να μας παρασύρουν στην αμαρτία.
Πέμπτον, με θλίψεις, βάσανα και αρρώστιες.

Μας πολεμούν και με άλλους τρόπους τα πονηρά πνεύματα, αλλά οι κυριότεροι είναι αυτοί οι πέντε. Όπως κι αν μας πολεμούν, πάντως, καθόλου δεν μπορούν να μας βλάψουν, εφόσον με τα θεία Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος έχουμε λάβει τη χάρη και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, εφόσον έχουμε βαθιά πίστη στο Θεό και εφόσον αγωνιζόμαστε για την τήρηση των εντολών Του με σταθερότητα και ανδρεία, με ταπεινοφροσύνη και υπομονή, με προσευχή και νηστεία, με τακτική Εξομολόγηση και συχνή θεία Κοινωνία.

(Γέροντος Ευστρατίου, «Απαντήσεις σε ερωτήματα Χριστιανών», Ι. Μ. Παρακλήτου, 2008)

http://vatopaidi.wordpress.com/2010/06/25/

«Αυτή την προσευχή να λέτε κάθε μέρα και ο Θεός θα είναι δίπλα σας!» ( Γέροντας Παΐσιος )



Η αγάπη του Γέροντα Παΐσιου για όλο τον κόσμο είναι γνωστή. Ο Γέροντας έχει βοηθήσει πλήθος ανθρώπων και πριν και μετά την κοίμησή του.

Από πού ελάμβανε τη δύναμη να στηρίζει τους ανθρώπους αλλά και να θαυματουργεί; Από την θερμή του προσευχή προς το Θεό.


Η παρακάτω προσευχή είχε δοθεί σε κάποιο γυναικείο μοναστήρι, που του είχε ζητήσει κάποιο “τυπικό” για την αγρυπνία τους στο κελλί. Είναι από τα τελευταία έτη της ζωής του. Σε αυτό κυριαρχεί η αγάπη του για όλο τον κάσμο.

Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και από τον κάθε πιστό , αφού καλύπτει όλες τις περιπτώσεις των ανθρώπων που έχουν ανάγκη από προσευχή. Ακόμα και τα παιδιά την κατανοούν, γιατί είναι γραμμένη με απλά λόγια, και έτσι μπορεί να διαβάζεται κατά την οικογενειακή βραδινή προσευχή...

Κύριε ημών Ιησού Χριστέ,
Μην εγκαταλείπεις τούς δούλους Σου πού ζουν μακριά από την Εκκλησία, ή αγάπη Σου να ενεργήσει και να τούς φέρει όλους κοντά Σου.
- Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού υποφέρουν από τον καρκίνο.
- Των δούλων Σου πού υποφέρουν από μικρά ή μεγάλα νοσήματα.

- Των δούλων Σου πού υποφέρουν από σωματικές αναπηρίες.
- Των δούλων Σου πού υποφέρουν από ψυχικές αναπηρίες.
- Μνήσθητι των αρχόντων και βοήθησον αυτούς να κυβερνούν χριστιανικά.
- Μνήσθητι, Κύριε, των παιδιών πού προέρχονται από προβληματικές οικογένειες.
- Των προβληματικών οικογενειών και των διαζευγμένων.
- Μνήσθητι, Κύριε, των ορφανών όλου του κόσμου, όλων των πονεμένων και των αδικημένων στην ζωή, όσων έχουν χάσει τούς συζύγους τους.
- Μνήσθητι, Κύριε, όλων των φυλακισμένων, των αναρχικών, των ναρκομανών, των φονέων, των κακοποιών, των κλεφτών, φώτισον και βοήθησον αυτούς να διορθωθούν.

- Μνήσθητι όλων των ξενιτεμένων.
- Όλων όσων ταξιδεύουν στην θάλασσα, στην ξηρά, στον αέρα και φύλαξον αυτούς.
- Μνήσθητι της Εκκλησίας μας, των πατέρων (κληρικών) της Εκκλησίας και των πιστών.
- Μνήσθητι, Κύριε, όλων των μοναστικών αδελφοτήτων, ανδρικών και γυναικείων, των γερόντων και των γεροντισσών και όλων των αδελφοτήτων και των αγιορειτών πατέρων.
- Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού είναι σέ καιρό πολέμου.
- Όσων καταδιώκονται στα βουνά και στους κάμπους.
- Όσων είναι σαν κυνηγημένα πουλάκια

- Μνήσθητι των δούλων Σου πού άφησαν τα σπίτια τους και τις δουλειές τους και ταλαιπωρούνται.
- Μνήσθητι, Κύριε, των φτωχών, αστέγων και προσφύγων.
- Μνήσθητι, Κύριε, όλων των εθνών, να τα έχεις στην αγκαλιά σου, να τα σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να τα φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο. Και την αγαπημένη μας Ελλάδα μέρα και νύκτα να την έχεις στην αγκαλιά σου, να την σκεπάζεις με την αγία Σου Σκέπη, να την φυλάγεις από κάθε κακό και από τον πόλεμο.

- Μνήσθητι, Κύριε, των ταλαιπωρημένων εγκαταλελειμμένων, αδικημένων, δοκιμασμένων οικογενειών και δώσε πλούσια τα ελέη σου σ” αυτές.
- Μνήσθητι των δούλων σου πού υποφέρουν από ψυχικά και σωματικά προβλήματα πάσης φύσεως.
- Μνήσθητι oσων βρίσκονται σέ απόγνωση, βοήθησε και γαλήνευσε τους.
-Μνήσθητι, Κύριε, των δούλων Σου πού ζήτησαν τις προσευχές μας.
-Μνήσθητι και πάντων των απ” αιώνος κεκοιμημένων και ανάπαυσον αυτούς.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΜΑΣ, ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ;
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ



http://www.agioritikovima.gr/didaches/geronta-paisiou

Love in Christ ( Elder Paisios )

There is no man more intelligent than the merciful one who gives away earthly, perishable things and buys imperishable, heavenly things. Likewise, there is no greater fool in the world than the greedy one who gathers things continually and yet is deprived continually, finally buying hell with his collected savings. Those, naturally, who are lost in material things are totally lost, for they have also lost Christ.



Elder Paisios
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...