Friday, December 26, 2014

Ο ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ




Ἡ Ὀρθοδοξία μας δέν εἶναι ἰδεολογία ἀλλά τρόπος ζωῆς.

- Ἀσκητικός ὃσον ἀφορᾶ τά καθήκοντα ὡς πρός τόν ἑαυτό μας

- Ἀγαπητικός ὃσον ἀφορᾶ τή συμπεριφορά μας ὡς πρός τόν ἂλλο

- Εὐχαριστιακός ὃσον ἀφορᾶ τήν στάση μας ἀπέναντι στό Θεό.

Τό ἦθος ἑπομένως κάθε Χριστιανοῦ ἀπέναντι στό Θεό πρέπει νά εἶναιεὐχαριστιακό. Ἂλλωστε, τό ζήτησε καί ὁ ἲδιος ὁ Κύριος, ὃταν ἀπό τούς δέκα θεραπευθέντες λεπρούς, μόνο ἓνας ἐπέστρεψε νά Τόν εὐχαριστήσει, λέγοντας: «Οὐχί οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν, οἱ δέ ἐννέα ποῦ; Οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ, εἰμή ὁ ἀλλογενής οὗτος;» (Λουκ ιζ΄17,18).

Στή Θεία Εὐχαριστία, εὐχαριστοῦμε τόν Κύριο γιά ὃλα τά δῶρα Του «ὑπέρ ὧν ἲσμεν καί ὧν οὐκ ἲσμεν, τῶν φανερῶν καί ἀφανῶν εὐεργεσιῶν, τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων». Τόν εὐχαριστοῦμε γιά ὃσα γνωρίζουμε καί ὃσα δέν γνωρίζουμε. Γιά ὃλες τίς εὐεργεσίες Του φανερές καί ἀφανεῖς. Σέ ὃλα αὐτά τά δῶρα, ἀντιπροσφέρουμε τά δικά μας «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» τόν ἂρτο καί τόν οἶνο, πού τό Ἃγιο Πνεῦμα θά μεταβάλλει σέ «σῶμα καί αἷμα Χριστοῦ» πρός μετάληψη καί ἁγιασμό τῶν πιστῶν. Ἒτσι ἡ εὐχαριστία πού ἀναπέμπουμε στόν Χριστό σέ κάθε Θεία Λειτουργία, γίνεται μέσον συνδέσεως τῶν πιστῶν μέ τόν Χριστό, μέσον ψυχικῆς τροφοδοσίας αὐτῶν, γιά νά συνεχίσουν νικηφόρα τόν ἀγώνα ἰάσεως τῶν παθῶν τους καί λήψεως φωτισμοῦ καί χάριτος.

1. Ἡ εὐχαριστιακή ζωή στόν Παράδεισο

Ὁ Πανάγαθος Θεός ἒπλασε τόν ἂνθρωπο ἀπό ἀγάπη, χωρίς καμιά ἂλλη ἀνάγκη ἢ καταναγκασμό, ἐλεύθερα, γιά νά συμμετέχει καί αὐτός στή ζωή καί στήν μακαριότητα του Θεοῦ.

Τόν ἐπροίκισε μέ σπάνια χαρίσματα πού ἀποτελοῦν τό «κατ’ εἰκόνα»: Αὐτά εἶναι: Λογικό, αὐτεξούσιο, συνείδηση, δημιουργικότητα, προσωπική αὐτοσυνειδησία, ἀγαπητική δύναμη καί ἒμφυτη τάση πρός τό Θεό (γιά νά ἐπικοινωνεῖ μέ τό Θεό), τό «ἂνω θρώσκειν» πού ἒλεγαν οἱ Ἀρχαῖοι Ἓλληνες. Ἐργαζόμενος καί ἀξιοποιώντας αὐτά τά χαρίσματα, ἒπρεπε ὁ ἂνθρωπος κάνοντας καλή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του νά ἐπιτύχει τό «καθ’ ὁμοίωσιν».

Σύμφωνα μέ τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως ὁ ἂνθρωπος ζοῦσε εὐτυχισμένος στόν Παράδεισο, σέ κοινωνία μέ τόν Θεό. Δεχόταν καθημερινά τήν ἐπίσκεψή Του, συνομιλοῦσε μαζί Του καί χαιρόταν τήν Παρουσία Του. Μέσα στόν Παράδεισο ἦταν βασιλεύς καί ἱερεύς. Βασιλεύς, διότι ἐξουσίαζε ὃλα τά ζῶα, τά φυτά καί τό περιβάλλον χρησιμοποιώντας τα πρός ὂφελός του. Ἱερεύς, διότι ἒπρεπε νά ἀντιπροσφέρει στόν Θεό ὡς θυσία μέρος τῶν ἀγαθῶν πού εἶχε λάβει ἀπό τό Θεό, ἐκφράζοντας συγχρόνως τήν Εὐχαριστία του γι αὐτά.

Ζοῦσε ἑπομένως δημιουργικά, διότι ὢφειλε «Ἐργάζεσθαι καί φυλάττειν» τόν Παράδεισο, ἀλλά καίεὐχαριστιακά, διότι ἒπρεπε νά ἀντιπροσφέρει στόν Θεό μέρος ἀπό τά δῶρα πού ἀπολάμβανε εὐχαριστώντας Τον. Ἐπιτελοῦσε τρόπον τινά μιά Θεία Λειτουργία, τήν Λειτουργία του Παραδείσου, συλλειτουργώντας μέ τούς Ἁγίους Ἀγγέλους, πού εἶχαν δημιουργηθεῖ προηγουμένως, ἦσαν λογικά πλάσματα μέ ἀποστολή νά λατρεύουν καί νά διακονοῦν διαρκῶς τό Θεό.

2. Προπατορικό ἁμάρτημα- ἒκπτωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν εὐχαριστιακή ζωή

Δυστυχῶς, ὃπως γνωρίζουμε, τό πρῶτο ἀνθρώπινο ζεῦγος δέν παρέμεινε γιά πολύ στήν ὑπακοή τοῦ Θεοῦ. Παρασυρμένο ἀπό τόν διάβολο, ὁ ὁποῖος ψευδῶς τοῦ ὑποσχέθηκε τό «ἔσεσθε ὡς θεοί» ἂν παραβεῖ τήν ἐντολή τοῦ Θεοῦ, ἁμάρτησε καί παρέμεινε ἀμετανόητο, παρά τήν προσπάθεια πού ἒκανε ὁ Θεός νά τό φέρει σέ συναίσθηση, νά μετανοήσει, νά ἀναλάβει τίς εὐθύνες του καί νά ζητήσει συγχώρεση. Προτίμησε νά αὐτονομηθεῖ ἀπό τόν Θεό. Νά βάλει τόν ἑαυτό του κέντρο τοῦ κόσμου ἀντί γιά τόν Θεό. Νά ζεῖ ἀνθρωποκεντρικά καί ὂχι θεοκεντρικά. Ἀντί νά ζεῖ ευχαριστιακά, νά ζεῖ αὐτόνομα καί ἐγωιστικά. Νά χρησιμοποιεῖ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ, τόν ἑαυτό του καί τούς ἂλλους ανθρώπους μέ ἐγωϊστικό τρόπο, χωρίς νά τά ἀναφέρει στό Θεό, χωρίς νά εὐχαριστεί τόν Θεό.

Ὁ ἂνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία του διέκοψε τή σχέση του μέ τόν Θεό καί ἒχασε τή χάρη Του. Αἰσθάνθηκεφόβο γιά τόν Θεό καί ντροπή γιά τή γύμνια του. Παρόλη τήν ἁμαρτία του, ὁ Θεός τόν ἐπισκέφθηκε, συνομίλησε μαζί του, προσπάθησε νά τόν φέρει σέ συναίσθηση, νά ἀναλάβει τίς εὐθύνες του. Ἀντί γι αὐτό ὁ Ἀδάμ κατηγόρησε ἐμμέσως τόν Θεό γιά τήν ἁμαρτία του λέγοντας: «ἡ γυναίκα πού μοῦ ἒδωσες μέ παρέσυρε». Αὐτή του ἡ ἀμετανοησία εἶχε ὡς συνέπεια τήν ἐκδίωξή του ἀπό τόν Παράδεισο. Τά πάντα ἂλλαξαν πρός τό χειρότερο. Τό λογικό του σκοτίστηκε, ἡ φύση ἒγινε ἐχθρική γι’ αὐτόν. Ἡ γῆ βλάστησε «ἀκάνθας καί τριβόλους», τά ζῶα ἀπειλοῦν νά τόν κατασπαράξουν. Οἱ σχέσεις του μέ τήν Εὒα καί τούς ἂλλους συνανθρώπους του ἒγιναν ἐχθρικές καί ἀνταγωνιστικές. Μπῆκε στή ζωή του τό κακό, τό γῆρας καί ὁ θάνατος. Ὃσο εἶχε κοινωνία μέ τόν Θεό, ἦταν προστατευμένος ἀπό τίς δαιμονικές δυνάμεις. Χάνοντας τή χάρη τοῦ Θεοῦ, γίνεται «παιχνίδι» στά χέρια τοῦ διαβόλου.

Ἒχοντας παύσει νά αἰσθάνεται τόν Θεό Πατέρα, παύει νά αἰσθάνεται τούς συνανθρώπους του ὡς ἀδελφούς. Δέν βλέπει πιά τή σύζυγό του καί τούς ἂλλους ἀνθρώπους ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ, τούς βλέπει ἀπό αδιάφορα ἓως ἀνταγωνιστικά. Ἀνάμεσα στόν ἑαυτό του καί στούς ἂλλους μπαίνει ὁ φόβος, ἡ καχυποψία, ὁ ἀνταγωνισμός. Ὁ ἂλλος ἂνθρωπος γίνεται ἀντικείμενο ἐκμετάλλευσης, σκεῦος ἡδονῆς, ἐχθρός καί ἀντίπαλος. Στή ζωή του μπαίνουν τά πάθη, ὁ ἐγωισμός, τό συμφέρον. Ἒτσι, τελικά ἡ ζωή χάνει τή δυνατότητα νά εἶναι κοινωνία ἀγάπης καί γίνεται κόλαση. Ὁ σύγχρονος ὑπαρξιστής, φιλόσοφος Jean-Paul Sartre ἒλεγε: «ὁ ἂλλος ἂνθρωπος εἶναι ἡ ἀπειλή τῆς ἐλευθερίας μας, εἶναι ἡ κόλασή μας». Ἐκεῖ ὁδηγεῖ ὁ ἐγωισμός καί ἡ ἂκρατη φιλαυτία. Ὃταν ἀδυνατεῖ νά δεῖ τόν συνάνθρωπο ὡς εἰκόνα Θεοῦ καί ὡς ἀδελφό, τόν βλέπει σάν ἀπειλή τῆς ἐλευθερίας του, σάν διεκδικητή τῆς τροφῆς του καί ἡ σχέση μαζί του γίνεται ἐχθρική. Τότε ἡ ζωή καταντᾶ κόλαση.

Ὁ αὐτονομημένος ἀπό τό Θεό ἂνθρωπος χάνει ἐπίσης τήν ἱκανότητα νά βλέπει τά ὑλικά πράγματα ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ καί νά τά χρησιμοποιεῖ σωστά. Ὁ κόσμος παύει νά θεωρεῖται ἱερός, ὡς δημιούργημα καί δῶρο τοῦ Θεοῦ στόν ἂνθρωπο, ἀπο-ιεροποιεῖται καί ὁ ἂνθρωπος παύει νά τόν χρησιμοποιεῖ σωστά, τόνκαταχρᾶται. Ἡ φύση πάλι ἀρνεῖται νά ὑπακούσει στόν ἂνθρωπο, πού ἒπαυσε νά ὑπακούει στό Θεό, καί ἐπαναστατεῖ ἐναντίον του. Μέ αὐτό τόν τρόπο διαταράσσεται ἡ ἁρμονία καί ἡ ἰσορροπία πού ὑπῆρχε μεταξύ ἀνθρώπου καί φύσης, πρίν ἁμαρτήσει ὁ ἂνθρωπος.

Ἀλλά καί ὁ ἂνθρωπος χάνει τήν ἐσωτερική του εἰρήνη καί ἰσορροπία. Ὁ ἂνθρωπος, στήν «πεπτωκυῖα του κατάσταση», δέν χωρίζεται μόνο ἀπό τόν Θεό, τή φύση καί τόν συνάνθρωπό του ἀλλά διχάζεται καί ἐσωτερικά. Παθαίνει ἓνα εἶδος σχιζοφρένειας, ὃταν πράττει αὐτό πού δέν θέλει ἢ αὐτό πού μισεῖ. Ὃπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, βλέπει μέσα του δύο νόμους νά συγκρούονται. Τόν νόμο τοῦ Πνεύματος καί τόν νόμο τῆς σάρκας. Αὐτός ὁ εσωτερικός διχασμός καί πόλεμος εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀποστασίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τό Θεό. Ὃταν παύσεις νά ζεῖς μέ τόν Θεό, νά τά συνδέεις ὃλα μέ τόν Θεό, ἀλλά θεωρεῖς κέντρο τοῦ κόσμου τό «ἐγώ» σου στή θέση τοῦ Θεοῦ, ὃλη ἡ ζωή ἀποδιοργανώνεται.

Ἒχοντας διακόψει τίς σχέσεις του μέ τό Θεό ὁ ἂνθρωπος παύει νά λειτουργεῖ ὡς βασιλεύς τῆς φύσεως, λειτουργός καί ἱερεύς τοῦ Θεοῦ. Βγαίνει ἀπό τήν κοινωνία ἀγάπης πού ζοῦσε στόν Παράδεισο μέ τόν Τριαδικό Θεό καί τούς ἀγγέλους καί ἀπομονώνεται στόν ἑαυτό του. Ζώντας τώρα μέσα στόν ἐγωισμό του καί στή μοναξιά του, χωρισμένος ἀπό τό Θεό-Πατέρα, τούς ἀγγέλους καί τούς συνανθρώπους του, παραδίδεται στό διάβολο καί στά ὂργανά του, στήν ἁμαρτία, στά πάθη καί στό θάνατο. Ἀρρωσταίνει βαρειά, σχεδόν νεκρώνεται. Ἀλλά μαζί του συμπαρασύρει στή φθορά καί τή φύση, τόν κτιστό κόσμο. Καί ἡ φύση «συστενάζει καί συνοδύνει» (Ρωμ. ἡ΄22) λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος περιγράφοντας τή ζοφερή κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου.

 


3. Ὁ Χριστός ἐπαναφέρει τόν ἂνθρωπο στήν εὐχαριστιακή ζωή

Ὁ ἂνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία του ἐγκατέλειψε τόν Θεό. Ἀλλά ὁ Θεός ὡς στοργικός Πατέρας πού εἶναι δέν ἐγκατέλειψε τό πλάσμα Του. Ἡ Πατρική Του ἀγάπη, ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπό κάθε ἀνθρώπινη πατρική ἢ μητρική ἀγάπη, δέν ἂντεχε νά βλέπει τό πλάσμα του νά κατατυραννεῖται ἀπό τίς δαιμονικές δυνάμεις καί προνόησε γι αὐτό. Ὃταν «ἦλθε τό πλήρωμα τοῦ χρόνου» δηλαδή στήν οὐσία ὃταν βρέθηκε ἀνθρώπινο πλάσμα τόσο καθαρό, τόσο ἃγιο, ὃσο ἡ Παναγία μητέρα τοῦ Κυρίου μας, ἡ Θεοτόκος Μαρία, ἀπέστειλε στόν κόσμο τόν μονογενή του Υἱό, τόν Χριστό, γιά νά βγάλει τόν ἂνθρωπο ἀπό τή «δαιμονική αἰχμαλωσία» στήν ὁποία εἶχε ὑποπέσει.

Ἡ ἀνθρωπότητα μετά τήν ἁμαρτία της καί τήν ἀποστασία της ἀπό τό Θεό, εἶχε περιπέσει σέ λήθη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός ὑπῆρξε ὁ ἲδιος ἡ Αλήθεια, δηλαδή ἡ ἐπιστροφή στή γνώση τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἦλθε στόν κόσμο γιά νά βγάλει τόν ἂνθρωπο ἀπό τήν ἐγωκεντρική ζωή καί νά τόν ἐπανασυντάξει στήν εὐχαριστιακή καί θεοκεντρική ζωή. Νά τόν βγάλει ἀπό τή διάσπαση, τόν ἀτομικισμό, νά τόν ἐπαναφέρει στήν ἓνωση μέ τό Θεό, στήν ἀγάπη καί στήν ἀδελφότητα μέ τούς συνανθρώπους του. Νά τόν ξανακάνει βασιλέα τῆς κτίσης, ἱερέα τοῦ Θεοῦ καί λειτουργό μέσα στόν κόσμο. Νά τόν ἐλευθερώσει ἀπό τόν διάβολο, τά πάθη, τήν ἁμαρτία καί τό θάνατο. Νά τόν ζωοποιήσει, νά τόν ἀναστήσει, νά τόν κάνει κοινωνό θείας ζωῆς. Τέλος, νά ἀποκαταστήσει τήν ἑνότητα καί τήν κοινωνία Θεοῦ καί ἀνθρωπότητας.

Τό ἒργο αὐτό τό Χριστοῦ, χαρακτηρίζει ἡ Ἁγία Γραφή ὡς «Οἰκονομία» = Τακτοποίηση (ἀπό τίς λέξεις «οἶκον νέμω», δηλαδή τακτοποιῶ τό σπίτι). Ὁ ἂνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία του κατέστρεψε καί ἀποδιοργάνωσε τό σπίτι τοῦ Θεοῦ, τό παρέδωσε στόν διάβολο. Καί ἐνῶ πρίν ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ κρατοῦσε τόν διάβολο ἐκτός, μέ τήν ἁμαρτία του ὁ ἂνθρωπος τόν ἒβαλε μέσα καί τόν ἒκανε ἀφεντικό. Ἒρχεται λοιπόν ὁ Χριστός, μπαίνει σέ αὐτό τό χαλασμένο πιά σπίτι τοῦ Θεοῦ, νά τό ξαναφτιάξει, νά τό ἀνακαινίσει, νά βγάλει τόν διάβολο ἀπό τή μέση, νά ξανακάνει τόν ἂνθρωπο κύριο στό σπίτι (δηλαδή στό σῶμα) πού τοῦ ἒδωσε ὁ Θεός. Νά τόν ξανακάνει βασιλέα (κύριο) καί ἱερέα. Νά λειτουργεῖ καί νά προσφέρει τά πάντα μέ εὐχαριστία καί δοξολογία στό Θεό.

Αὐτή λοιπόν ἡ ἐπανατακτοποίηση τοῦ σπιτιοῦ, ἡ ἀνασυγκρότησή του, εἶναι πραγματικά Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ Λόγου. Λέγεται καί Ἀνακεφαλαίωση στήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ἐπαναφορά καί ἐπανένωση ὃλων μέ τό Θεό.

Πῶς ὃμως θά μποροῦσε νά βγάλει ἀπό τό σπίτι (δηλαδή τόν κόσμο καί τήν ἀνθρωπότητα) αὐτό πού τό ἐξουσίαζε, τόν διάβολο, αὐτόν πού ὁ ἂνθρωπος μέ τήν ἁμαρτία του εἶχε ἐγκαταστήσει ἐξουσιαστή, χωρίς νά ἒχει πάρει ἐντολή νά τόν ἐξουσιάσει; Γιά νά πείσει τόν ἂνθρωπο νά γίνει πάλι παιδί τοῦ Θεοῦ μέ τή θέλησή του, χωρίς νά τόν ἐξαναγκάσει, χωρίς νά παραβιάσει τήν ἐλεύθερη θέλησή του, ἒπρεπε νά τοῦ μιλήσει ὡς ἲσος πρός ἲσον, στή γλώσσα του. Γι αὐτό «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» καί ἒγινε ἂνθρωπος. «ἐκένωσεν ἑαυτόν μορφὴν δούλου λαβών». Ὂντας τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἂφησε τή δόξα τῆς θεότητας καί περιεβλήθη τή φτώχεια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Αὐτό συνιστᾶ μιά ταπείνωση, μιά πτώχευση τοῦ Θεοῦ, ἓνα ἂδειασμα, μιά «κένωση» ὃπως λέγουν οἱ Πατέρες. Αὐτό συνιστᾶ τήν ὑπέρτατη θυσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία κορυφώνεται ἐπάνω στό Σταυρό.

Ἐπάνω στό Σταυρό, ὁ Χριστός δίνει τήν τελική καί πιό ἀποφασιστική μάχη κατά τοῦ διαβόλου. Νικᾶ μέ τόν θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του τόν «τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τὸν διάβολον».

Δίνει τό αἷμα Του «λύτρον ἀντὶ πολλῶν» γιά νά ἐξαγοράσει τήν ἁμαρτία τῆς ἀνθρωπότητας. Ὃπως λέει ὁ ὑμνογράφος «ἐξηγόρασας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ νόμου τῷ τιμίῳ σου Αἵματι. Τῷ Σταυρῷ προσηλωθείς καὶ τῇ λόγχῇ κεντηθείς, τὴν ἀθανασίαν ἐπήγασας ἀνθρώποις» Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς, ἐκεῖνος πού στέκεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, μεταξύ Κτίστου καί κτίσεως. Ἓνωσε τήν ἀνθρώπινη καί τή θεία φύση στό πρόσωπό Του, ἀλλά καί τή θεότητα μέ τήν ἀνθρωπότητα: «ἥπλωσε τὰς παλάμας (ἐννοεῖται πάνω στό Σταυρό) καὶ ἥνωσε τὰ τὸ πρὶν διεστῶτα» (δηλαδή ἓνωσε τήν θεότητα μέ τήν ἀνθρωπότητα).

Τώρα πιά ὁ ἂνθρωπος ἑνωμένος μέ τό Θεό μπορεῖ νά πεῖ ἓνα «εὐχαριστῶ» στόν Θεό, γιά ὃλα του τά δῶρα. Καί λέγοντας «εὐχαριστῶ» στό Θεό, μπορεῖ νά ἑνωθεῖ μέ τόν Θεό, νά παύσει νά ζεῖ ἐγωιστικά καί νά ἀρχίσει νά ζεῖ τήν εὐχαριστιακή ζωή. Μπορεῖ νά αἰσθανθεῖ τόν Θεό ὡς Πατέρα καί τούς ἂλλους ἀνθρώπους ὡς ἀδελφούς. Μπορεῖ νά ἀντικρύζει ὃλη τήν κτίση ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ. Καί γιά ὃλα νά ἀπευθύνει εὐχαριστία στό Θεό.

4. Ἡ εὐχαριστιακή ζωή πραγματώνεται μέσα στήν Ἐκκλησία

Μέσα στό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, ζοῦμε «ἐν Χριστῷ» καί διά τοῦ Χριστοῦ τή ζωή τοῦδεύτερου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, τήν εὐχαριστιακή ζωή. Ὁ Χριστός μέ τήν ὑπακοή Του στό θέλημα τοῦ Οὐράνιου Πατέρα, τήν ὑπακοή Του μέχρι θανάτου, «θανάτου δὲ Σταυροῦ», διόρθωσε τό λάθος τοῦ πρώτου Ἀδάμ, τήν ἀνυπακοή του. Στήν Ἐκκλησία ὁ Χριστός θυσιάζεται γιά ὃλους τούς ἀνθρώπους. Ἒτσι, μαθαίνουμε νά θυσιαζόμαστε καί ἐμεῖς γιά τούς συνανθρώπους μας.

Στή θεία Λειτουργία, ὁ Χριστός προσφέρεται στόν Θεό Πατέρα, προσφέρεται καί σέ ἐμᾶς: «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τὸ Σῶμα…Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ Αἷμα μου…». Στήν Θεία Λειτουργία ἀποκαλύπτεται ὃτι τό ἦθος τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἐξουσιαστικό καί ἀτομιστικό ἀλλάθυσιαστικό. Δέν προσπαθεῖ ὁ Χριστός νά ἐξασφαλίσει τό δικό του συμφέρον, ἀλλά τό δικό μας. Τό ἦθος του εἶναι ἦθος ἀγάπης, προσφορᾶς καί θυσίας.

Ὃλη ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἓνα μάθημα ἀγάπης καί θυσίας σέ ὃλη τήν ἀνθρωπότητα καί γιά ὃλους τούς αἰῶνες. Μαθαίνει καί σέ ἐμᾶς νά προσφερόμαστε, νά θυσιαζόμαστε καί νά ταπεινωνόμαστε.

5. Ἡ θεία Ευχαριστία Κέντρο τῆς Χριστιανικῆς ζωῆς.



Ἡ θεία Εὐχαριστία εἶναι τό κεντρικό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ κεντρική πράξη λατρείας. Στή θεία Εὐχαριστία, εὐχαριστοῦμε τό Θεό Πατέρα γιά ὃλα τά δῶρα τῆς ἀγάπης Του. Τό μεγαλύτερο δῶρο Του εἶναι ὁ ἲδιος ὁ Χριστός. Στό κεντρικό σημεῖο τῆς «Λειτουργίας τῶν Πιστῶν» στήν Ἁγία Ἀναφορά, ὁ ἱερεύς προτρέπει τό λαό «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ» καί ὁ λαός ἀπαντᾶ: «Ἄξιον καὶ δίκαιον». Ἐάν ὁ λαός δέν ἀπαντήσει «ἂξιον καί δίκαιον», δηλαδή ἂν δέν συμφωνήσει νά συμμετάσχει στήν εὐχαριστία πρός τόν Θεό, ὁ ἱερεύς δέν μπορεῖ νά συνεχίσει τή Θεία Λειτουργία.

Μέσα στή Θεία Λειτουργία δια τῶν χειρῶν τοῦ λειτουργοῦ (ἱερέως ἢ ἐπισκόπου) προσφέρουμε στόν Θεό μέ τόν Ἂρτο καί τόν Οἶνο εὐχαριστία γιά ὃλα του τά δῶρα. Μέ αὐτόν τόν τρόπο, κάνουμε τό ἀντίθετο ἀπό ἐκεῖνο πού ἒκανε ὁ Ἀδάμ, ὃταν ἁμάρτησε καί ἒπαυσε νά εὐχαριστεῖ τό Θεό. Ὃλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εὐχαριστοῦμε τόν Θεό «ὑπέρ πάντων ὧν ἲσμεν καὶ ὧν οὐκ ἴσμεν, τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων», γιά ὃλα τά δῶρα Του καί γιά ὃλες τίς εὐεργεσίες Του πού γνωρίζουμε καί πού δέν γνωρίζουμε. Γιά τό ὃτι μᾶς ἒφερε ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὓπαρξη: «Σὺ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς παρήγαγες». Ἀλλά, καί ὃταν ἁμαρτήσαμε, μᾶς ἐπανέφερες στό σωστό δρόμο «καὶ παραπεσόντας ἀνέστησας πάλιν», μέχρις ὃτου μᾶς ἀνέβασες μέχρι τόν Οὐρανό καί μᾶς χάρισες τήν αἰώνια Βασιλεία Σου: «ἓως ἡμᾶς εἰς τὸν οὐρανόν ἀνήγαγες καὶ τὴν βασιλείαν σου ἐχαρίσω τὴν μέλλουσαν».

Εὐχαριστώντας τόν Θεό γιά τά ἂπειρα δῶρα Του, θέλουμε νά τοῦ ἀντιπροσφέρουμε ὃλη τή ζωή μας. Μέ τήν ἐκφώνηση τοῦ ἱερέως «τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» παίρνουμε ἀπ’ αὐτά πού μας δίνει ὁ Θεός καί τοῦ τά ἀντιπροσφέρουμε . Δέν φθάνει νά δώσουμε στόν Θεό ἓνα μέρος τῆς ζωῆς μας. Μέσα στό ψωμί καί στό κρασί τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ὃλη ἡ ζωή μας. Τό ψωμί καί τό κρασί πού προσφέρεται στόν Θεό, συμβολίζει ὃλη τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου· διότι γιά νά γίνει τό ψωμί ἒχει κόπο. Πρέπει πρῶτα νά ὀργώσουμε τόν ἀγρό, νά σπείρουμε, νά θερίσουμε, νά ἀλέσουμε, νά ζυμώσουμε, νά ψήσουμε τό ψωμί. Τό ἲδιο καί γιά νά γίνει τό κρασί. Μπαίνει λοιπόν μέσα στό ψωμί καί στό κρασί ὃλη ἡ ζωή μας, ὁ κόπος μας, ἡ ἐργασία μας. Ὁ κόπος τοῦ γεωργοῦ πού ἀντιπροσωπεύει ὃλους μας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμέν» (Α΄Κορινθ. ι΄17). Ἓνα ψωμί δέν γίνεται ἀπό ἓνα σπόρο, ἀλλά ἀπό πολλούς. Πολλοί σπόροι, πολλοί Χριστιανοί. Μέσα στόν ἃγιον Ἂρτο εἲμαστε ὃλοι μας καί ὃλη ἡ ζωή μας.

Στή συνέχεια, ὁ ἱερεύς ἐκφωνεῖ: «σοὶ προσφέρομεν κατά πάντα καὶ διὰ πάντα». Τήν στιγμή αὐτή ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἒχει ὑψωθεῖ καί εὑρίσκεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Προσφέρει τά δῶρα καί προσφέρεται στό Θεό: «κατά πάντα», δηλαδή γιά ὃλα τά χρόνια τῆς ζωῆς μας, καί «διά πάντα», δηλαδή γιά ὃλα ὃσα μᾶς ἒχει δώσει. Ὁ Θεός θέλει αὐτήν τήν προσφορά μας, τό δόσιμο ὃλου τοῦ εἶναι μας, τήν ἓνωσή μας μέ Αὐτόν.

Καί ἐκεῖνος τί κάνει; Ἐμεῖς τοῦ δίνουμε τόν δικό μας γήινο κόσμο, τόν φτωχό, τόν ἂρρωστο, τόν ἁμαρτωλό. Αὐτό πού ἒχουμε καί αὐτό πού εἲμαστε. Καί αὐτός μᾶς δίνει τόν δικό του κόσμο, γεμάτο ὑγεία καί ἁγιότητα. Μᾶς δίνει τόν ἑαυτό Του. Τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Υἱοῦ Του, τήν ζωή Του. Ἀλλά καί τό «θαῦμα τῶν θαυμάτων», τή Θεία Λειτουργία καί τήν Ἐκκλησία, τό νοσοκομεῖο τῶν «κακῶς πασχόντων» καί τό γυμναστήριο τῶν Ἁγίων.

Ὃταν πάρουμε τό δῶρο τοῦ Θεοῦ καί τό κάνουμε δικό μας, ὃταν κοινωνήσουμε τό «Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ», ἡ ζωή τοῦ Θεοῦ γίνεται δική μας. Τότε τί εὐλογία! Δέν εἲμαστε πιά τό φτωχό, τό ἀνθρώπινο, τό πεπερασμένο, ἀλλά ὑψωνόμαστε στό θεανθρώπινο. Αὐτός ὁ φτωχός καί ἁμαρτωλός ἂνθρωπος γίνεταιΘεός κατά χάριν. Τί μεγαλύτερη δόξα γιά τόν φθαρτό ἂνθρωπο!

Τώρα μποροῦμε νά δεχθοῦμε τά δῶρα τοῦ Θεοῦ καί τόν εὐχαριστοῦμε γι αὐτά. Ἀλλά ποιά εἶναι αὐτά τά δῶρα; Πρωτίστως, ὁ ἲδιος ὁ Χριστός. Τό Σῶμα Του καί τό Αἷμα Του. Εἶναι ἡ Παναγία μας καί οἱ Ἃγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι οἱ συνάνθρωποί μας. Κάθε ἂνθρωπος γίνεται δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ σύζυγος ἢ ἡ σύζυγός μας. Τά παιδιά μας, οἱ γονεῖς μας, οἱ φίλοι μας. Ὃλους τούς συνανθρώπους μας πρέπει νά τούς βλέπουμε ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ. Πόσο ἀλλάζει ἡ ζωή μας ὃταν βλέπουμε τούς συνανθρώπους μας ἀγαπητικά.! Ὃταν ἀγαποῦμε χωροῦμε καί συν-χωροῦμε τούς ἂλλους! Ἒτσι, μποροῦμε νά ὑπομένουμε τίς ἰδιοτροπίες τους, νά κατανοοῦμε τίς πτώσεις τους, νά εἲμαστε ἐπιεικεῖς ἀπέναντί τους. Νά τούς σεβόμαστε ὡς «εἰκόνες Θεοῦ»!

Στήν Ἐκκλησία παύω νά ὑπάρχω ἐγώ, γινόμαστε ἐμεῖς. Παύω νά λέω τό «μου» καί λέω τό «μας». Ὁ Ἃγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει ὃτι αὐτός ὁ ψυχρός λόγος «τό δικό μου» καί «τό δικό σου», εἰσάγει ὃλα τά δεινά στή ζωή μας. Στά ὀρθόδοξα μοναστήρια συνεχίζεται ὁ κοινοβιακός τρόπος ζωῆς τῶν πρώτων χριστιανῶν. Ὃλα εἶναι κοινά, ὃλα ἀνήκουν στό Θεό καί στήν Ἐκκλησία καί ὃλοι μετέχουν σέ αὐτά. Καί δέν μετέχουν μόνο οἱ Μοναχοί τοῦ μοναστηριοῦ, ἀλλά καί ὁ κόσμος πού τά ἐπισκέπτεται. Θά φάει καί θά πιεῖ σέ κοινή τράπεζα, θά ἐκκλησιαστεῖ καί θά κοιμηθεῖ. Θά ἀναπαυθεῖ, θά ἐξομολογηθεῖ καί θά κοινωνήσει ἀπό τό κοινό ποτήριο. Θά ζήσει εὐχαριστιακά καί κοινοβιακά. Μέσα στήν Ἐκκλησιαστική κοινωνία σώζεται κανείς μαζί μέ τούς ἂλλους ἀδελφούς καί νικᾶ τή μοναξιά καί τήν ἀπομόνωση.

 


6. Ὁ εὐχαριστιακός τρόπος ζωῆς μᾶς ἑνώνει μέ τόν Θεό

Ὃταν ὁ ἂνθρωπος δεῖ τόν κόσμο ὡς δῶρο Θεοῦ, πολλά πράγματα στή ζωή του μποροῦν νά ἀλλάξουν. Οὒτε μπορεῖ νά τόν χρησιμοποιεῖ ὡς ἀποκλειστικό του κτῆμα καί νά τόν καταχρᾶται, προσπαθώντας νά ἀντλήσει τό μέγιστο ὂφελος ἀπό τή χρήση του, οὒτε νά τόν περιφρονεῖ ὡς πηγή τοῦ κακοῦ, ὃπως ἒκαναν οἱ Μανιχαῖοι. Δικαιοῦται νά κάνει καλή χρήση, μέ ταυτόχρονη εὐχαριστία.

Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Πᾶν κτῖσμα Θεοῦ καλὸν καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον» (Α΄Τιμ. δ΄4). Ὃ,τι ἒδωσε καί δίνει ὁ Θεός εἶναι καλό καί μπορεῖ ὁ ἂνθρωπος νά τό χρησιμοποιεῖ, ἀρκεῖ νά τό λαμβάνει μέ εὐχαριστία. Κάθε τι λαμβανόμενο μέ εὐχαριστία μᾶς ἀνάγει στόν Θεό, ἀρκεῖ νά ἒχει κανείς πνευματικά αἰσθητήρια, νά τό αἰσθανθεῖ καί νά μήν θεωρεῖ αὐτονόητο ὃτι τοῦ ἀνήκει. Τά παραπάνω ἐλέχθησαν ἀπό τόν Παῦλο, ἀφοῦ προηγουμένως προέβλεψε ὃτι σέ ὓστερους καιρούς θά ὑπάρχουν ψευδοδιδάσκαλοι καί ψευδοπροφῆτες, πού θά ἐμποδίζουν τούς ἀνθρώπους νά παντρεύονται καί νά τρώγουν ὁρισμένες τροφές (πχ κρέας). Τό κακό ἑπομένως, δέν βρίσκεται στίς τροφές ἢ στόν γάμο ἀλλά στόν μή εὐχαριστιακό τρόπο χρήσεώς τους.

Στήν Ἐκκλησία μαθαίνουμε νά λέμε «Δόξα τῷ Θεῷ» κάνοντας μικρά καί ἀσήμαντα πράγματα. Κάνουμε ἒτσι εὐχαριστιακή χρήση τοῦ κόσμου πού μᾶς συνδέει μέ τό Θεό. Μποροῦμε γιά παράδειγμα νά πιοῦμε νερό ἐγωιστικά, χωρίς νά θυμηθοῦμε τόν Θεό καί χωρίς νά ποῦμε «Δόξα τῷ Θεῷ». Χάνουμε ἒτσι τήν εὐκαιρία, μέσω τῆς εὐχαριστιακής χρήσεως τοῦ νεροῦ πού πίνουμε, νά ἀναφερθοῦμε στόν Θεό, νά τόν εὐχαριστήσουμε καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του. Λέγοντας «Δόξα τῷ Θεῷ», γιά τό δῶρο τοῦ Θεοῦ πού ἀπολαμβάνουμε, βάζουμε τό Θεό στή ζωή μας.

Πράγματι, ζώντας εὐχαριστιακά, βάζουμε στό κέντρο τῆς ζωῆς μας τόν Θεό. Ὃ,τι κάνουμε τό συνδέουμε μέ τόν Θεό. Ξαναγινόμαστε πάλι μέσα στόν κόσμο ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ, ὃπως ἀρχικά Ἐκεῖνος μᾶς ἒπλασε. Διότι, κάθε χριστιανός πού προσφέρει λατρεία καί δοξολογία στό Θεό, γίνεται κατά κάποιον τρόπο ἱερεύς, ἀφοῦ ἀντιπροσφέρει στό Θεό μέ εὐχαριστία κάποια ἀπό τά δῶρα Του. Ξαναβρίσκει τήν ἑνότητα τοῦ κόσμου στόν Θεό. Αἳρεται ἡ διάσπαση. Ὃλα λειτουργοῦν σέ μιά ὀργανική ἑνότητα, ὃταν ὁ ἂνθρωπος τοποθετήσει στό κέντρο τοῦ κόσμου τόν Θεό καί τά ἀναγάγει ὃλα σέ αὐτόν. Τέλος, βρίσκει καί ὁ ἲδιος τήν ἐσωτερική του ἑνότητα. Παύει νά εἶναι ἐσωτερικά διχασμένος.

Ὃταν προσφέρουμε καί ἀναφέρουμε τά πάντα στόν Θεό, ἡ ζωή μας παίρνει ἂλλο νόημα. Ὃταν ἡ ἐργασία μας δέν προσφέρεται σ’ Αὐτόν, καταντᾶ βάρος, δουλεία, κατάρα, ἂγχος. Ὃταν τήν προσφέρουμε στόν Δημιουργό, μᾶς συνδέει μαζι Του καί ἀποκτᾶ οὐσιαστική σημασία. Τό ἲδιο συμβαίνει καί μέ τήν οἰκογένεια, τόν γάμο. Ὁ γάμος ἒξω ἀπό τήν Ἐκκλησία εἶναι μιά βιολογική καί κοινωνική ἓνωση. Μέ τόν Θεό καί μέσα στήν Ἐκκλησία γίνεται κοινός ἀγώνας τῶν συζύγων γιά τήν κατάκτηση τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀποκτᾶ καί ἐσχατολογικές προεκτάσεις.

Ἀκόμα, πόσο διαφορετικά ἀντιμετωπίζουμε τά παιδιά μας, ὃταν τά δοῦμε ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ! Ἀντίθετα, πῶς τά ἀντιμετωπίζουμε, ὃταν τά δοῦμε ὡς δική μας ἰδιοκτησία!

Τέλος, πόσο διαφορετικά θά ἀντιμετωπίσουμε τίς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, ὃταν τίς δεχόμαστε ὡς δῶρα τῆς παιδαγωγούσας ἀγάπης τοῦ Θεοῦ! Τότε, ὁ πόνος μπορεῖ νά ἁγιάσει καί νά ἐξαγνίσει τόν ἂνθρωπο. Εἶναι ἡ ἐπίσκεψη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα, μπορεῖ νά ἀντιμετωπισθεῖ σάν κατάρα ἢ τιμωρία.

7. Τά ἀδιέξοδα τοῦ μή «εὐχαριστιακοῦ» πολιτισμοῦ

Τό λάθος τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου εἶναι τό ἲδιο μέ τό λάθος τοῦ Ἀδάμ. Θέλει νά κτίσει ἓνα κόσμο πού νά μήν ἒχει κέντρο τόν Θεό, ἀλλά τό «Ἐγώ» του. Ἒτσι, φτιάχνει ἓνα πολιτισμό ἐγωϊστικό, ἓνα πολιτισμό φιλαυτίας. Καί ἓνας πολιτισμός φιλαυτίας εἶναι πολιτισμός ἀκοινωνησίας. Οἱ ἂνθρωποι δέν μποροῦν νά κοινωνήσουν μεταξύ τους, νά αἰσθανθοῦν ὁ ἓνας τόν ἂλλον οἰκεῖο καί ἀδελφό, νά αἰσθανθοῦν τήν ἀσφάλεια τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς ἀλληλοπεριχώρησης. Homo homini lupus= ὁ ἂνθρωπος γιά τόν ἂνθρωπο λύκος. Οἱ πιό νέοι καί οἱ πιό εὐαίσθητοι καί αὐτοί πού λόγω οἰκογενειακοῦ καί κοινωνικοῦ περιβάλλοντος ἒχουν χάσει τό ὃραμα ζωῆς μέ ἀξίες καί ἰδανικά, ἀσφυκτιοῦν καί καταφεύγουν πολλές φορές στά ναρκωτικά, στήν ἀναρχία, ἢ καί σέ ἂλλες ἀντικοινωνικές ἐκδηλώσεις.

Αὐτός ὁ πολιτισμός τῆς φιλαυτίας, πού εἶναι καί πολιτισμός τῆς ἣσσονος προσπάθειας καί τῆς εὒκολης καλοπέρασης (σύνθημα τῆς Ἀμερικάνικης κοινωνίας, ἀλλά ὂχι μόνο εἶναι τό: to have a nice time= νά περνᾶμε καλά), ἐξοβελίζει τόν Θεό ἀπό τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου καί φέρνει πάλι τόν ἂνθρωπο κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ διαβόλου. Δυστυχῶς, αὐτός ὁ τρόπος ζωῆς, ὁ ἐγωιστικός, ὁ αὐτόνομος καί μή εὐχαριστιακός τείνει νά μᾶς ἐπιβληθεῖ μέ τά μέσα μαζικῆς ἐπικοινωνίας. Πρέπει ἑπομένως νά συνειδητοποιήσουμε γρήγορα πρός τά ποῦ μᾶς ὁδηγεῖ καί νά ἀντιδράσουμε ὃσο εἶναι καιρός.

Ὁρισμένοι ἡγέτες ἒχουν καλές προθέσεις καί προσπαθοῦν νά διορθώσουν κάποια πράγματα. Αὐτό εἶναι ἐπαινετό. Ἀλλά δέν θά μπορέσουν νά ἐπιτύχουν τίποτα χωρίς Χριστό· διότι δέν ἒχει χάρη Θεοῦ ὃ,τι δέν εἶναι συνδεδεμένο μέ Αὐτόν. Ἒχει μέσα του τό θάνατο καί δέν βοηθᾶ τόν ἂνθρωπο νά ἑνωθεῖ μέ τό Θεό. Ἂς ἀναφέρουμε δύο παραδείγματα:

Πρῶτον: ὁ γάμος, ἂν γίνει «ἐν Χριστῷ» καί «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ», εἶναι ἓνας δρόμος πού φέρνει τούς δύο ἀνθρώπους στόν Θεό. Μέ τόν ἀγώνα πού τούς διδάσκει ἡ «Ἀσκητική τῆς Ἐκκλησίας», τήν ταπείνωση, τήν προσφορά, τή θυσία τοῦ Ἐγώ, τήν προσευχή καί τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τή νέκρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί τή δημιουργία τοῦ νέου «ἐν Χριστῷ» ἀνακαινισθέντος, ὁ γάμος τους γίνεταιδρόμος ἁγιασμοῦ καί σωτηρίας γι’ αὐτούς καί γιά τά παιδιά τους. Ἀντίθετα, ἒξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, μέ κέντρο ὂχι τό Θεstrongό ἀλλά τό Ἐγώ τους ὁ γάμ/spanος (πολιτικός ἢ ἐλεύθερη συμβίωση) δέν σώζει καί δέν ἁγιάζει τούς συζύγους. Τελικά, τούς ἀπομακρύνει ἀπό τόν Θεό.

Δεύτερον: ἡ παιδεία, συνδεδεμένη μέ τόν Θεό, εἶναι μεγάλο δῶρο. «Γράμματα, σπουδάγματα, τοῦ Θεοῦ τά πράγματα», ἒλεγαν οἱ πρόγονοί μας γιά τό κρυφό Σχολειό κατά τή διάρκεια τῆς Τουρκοκρατίας. Καλλιεργεῖ καί ἐξυψώνει τόν ἂνθρωπο, τόν κάνει «χρηστό πολίτη», ὑγιές μέλος τῆς κοινωνίας. Ἀντίθετα, τά «ἂθεα γράμματα» συνιστοῦν ἓνα κίνδυνο. Δημιουργοῦν ἒξυπνους καί πανούργους ἐγκληματίες. Ἐδῶ, ταιριάζει τό «ἐπιστήμη χωριζόμενη ἀρετῆς, πανουργία οὐ σοφία φαίνεται» (βλ. Μενέξενος τοῦ Πλάτωνος).

Σέ ὃσους δέν εἶναι κακῆς προαιρέσεως, ἀλλά δέν μποροῦν νά δοῦν βαθύτερα τά πράγματα καί προσπαθοῦν νά φτιάξουν ἓνα κόσμο καλύτερο χωρίς Θεό, ἐμεῖς πρέπει νά ἀντιτάξουμε τήν ἂρνησή μας προβάλλοντας συγχρόνως τή δική μας ὀρθόδοξη παράδοση.

8. Ἡ παράδοση τοῦ λαοῦ μας εἶναι δοκιμασμένος τρόπος ἀληθινῆς θεοκεντρικῆς ζωῆς

Ἡ γνήσια Ὀρθόδοξη Παράδοση τοῦ λαοῦ μας, συνιστᾶ μιά δοκιμασμένη θεοκεντρική καί εὐχαριστιακή ζωή. Καί δέν εἶναι μόνο ἡ ζωή τῶν ἂμεσων προγόνων μας, ἀλλά καί ἡ ζωή τῶν δοξασμένων ἀγωνιστῶν τοῦ 1821 πού θυσιάστηκαν «γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς πατρίδος τήν ἐλευθερία». Ἡ πίστη τοῦ Κολοκοτρώνη, τοῦ Μακρυγιάννη, τοῦ Ἀθανασίου Διάκου, τοῦ Πατροκοσμᾶ, πού κράτησε ὂρθιο τό γένος καί ἀντιστάθηκε στόν ἐκτουρκισμό. Δέν ἒχουμε ἠθικό δικαίωμα νά ἀπαρνηθοῦμε τέτοια μοναδική παράδοση.

Οἱ σύγχρονοι γενίτσαροι πού θέλουν τόν χωρισμό Ἐκκλησίας καί Κράτους στήν Ἑλλάδα, προσπαθοῦν νά ξεριζώσουν τόν Xριστό ἀπό τίς καρδιές τῶν Ἑλλήνων. Θέλουν ἓνα πολιτισμό φιλαυτίας πού δέν λυτρώνει τόν ἂνθρωπο, ἀλλά τόν καταπιέζει, ἢ τόν ἀφήνει ἓρμαιο ὃλων τῶν ἂθεων ρευμάτων καί ἰδεολογιῶν. Ἀντίθετα, ἡ Ἐκκλησία μέ τό θεοκεντρικό πολιτισμό της ἀγκαλιάζει ὃλες τίς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς καί τίς ἁγιάζει. Ἐλευθερώνει τούς ἀνθρώπους, τούς ἐξημερώνει καί τούς ἐξαγιάζει. Γι’ αὐτό τό Ἑλληνικό Ἒθνος ἒχει ἀπόλυτη ἀνάγκη τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία του γιά νά ζήσει καί νά μεγαλουργήσει. Διαφορετικά, θά χάσει τήν ἰδιοπροσωπεία του, θά ἀφομοιωθεῖ καί θά ἐξαφανισθεῖ ἀπό τήν Ἱστορία.

9. Ἀγώνας κατά τῆς Ἀπο-Χριστοποιήσεως καί τῆς Ἐκκοσμικεύσεως

Ἒχοντας συνειδητοποιήσει τήν προσπάθεια τῶν ἀντίθετων δυνάμεων, νά χωρίσουν τόν κόσμο ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τήν Ἐκκλησία, πρέπει νά ἀντιταχθοῦμε σθεναρά μέ τόν καθημερινό πνευματικό μας ἀγώνα. Γιά νά ποῦμε ἐνσυνείδητα «ὂχι» στήν ἀπο-χριστοποίηση καί στήν ἐκκοσμίκευση τοῦ κόσμου καί τοῦ ἒθνους μας, πρέπει νά παύσουμε νά ζοῦμε ἐγωκεντρικά. Νά μάθουμε νά ζοῦμε εὐχαριστιακά γιά τόν Θεό, ἀσκητικά γιά ἐμᾶς τούς ἲδιους καί ἀγαπητικά-θυσιαστικά γιά τούς συνανθρώπους μας.

Λέμε «ὂχι» μέ τήν οὐσιαστική συμμετοχή μας στή Θεία Λειτουργία. Ὃταν ἡ ζωή μας μετά τήν Θεία Λειτουργία εἶναι ζωή ἀγάπης, προσφορᾶς, θυσίας, δικαιοσύνης, σεβασμοῦ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἂλλων ἀνθρώπων. Λέμε « ὂχι» στήν προσπάθεια δημιουργίας ἑνός ἐγωιστικοῦ πολιτισμοῦ μέ τήν συνεχήπροσευχή μας. Μέ τή θαρραλέα ὁμολογία τῆς ὑγιοῦς πίστεως, ὃταν ἀμφισβητοῦνται οἱ βάσεις καί τά θεμέλια τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Ὁ Ἃγιος Ἰσαπόστολος καί μάρτυς Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, πού ἒσωσε τό Ἑλληνικό Ἒθνος ἀπό τόν ἐξισλαμισμό, ζοῦσε εὐχαριστιακά καί Χριστοκεντρικά καί ἒτσι δίδαξε καί θυσιάστηκε γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Σέ μιά ἀπό τίς περίφημες διδαχές του προτρέπει τούς ἀνθρώπους νά ἀγαποῦν τό Θεό καί νά τόν εὐχαριστοῦν καθημερινά γιά ὃλα του τά δῶρα ὑλικἀ καί πνευματικά. Κυρίως, γιά τήν ἂπειρη εὐσπλαχνία Του νά μᾶς περιμένει νά μετανοήσουμε, νά ἐξομολογηθοῦμε, νά διορθωθοῦμε. Γιά νά μᾶς ἀγκαλιάσει, νά μᾶς φιλήσει, νά μᾶς δεχθεῖ ξανά σάν παιδιά Του, νά μᾶς βάλει στόν Παράδεισο, νά χαιρόμαστε πάντοτε. Καί καταλήγει: «Τέτοιον γλυκύτατον Θεόν, τέτοιον γλυκύτατον αὐθέντην καί δεσπότην, δέν πρέπει ἐμεῖς νά τόν ἀγαποῦμε, καί ἂν τύχει ἀνάγκη, νά χύσουμε καί τό αἷμα μας χιλιάδες φορές γιά τήν ἀγάπη Του, καθώς τό ἒχυσε καίἘκεῖνος διά τήν ἀγάπην μας;»


Ἰωαννίδη Θεοφίλου
Φιλολόγου-Θεολόγου

http://www.enromiosini.gr/arthrografia/

Thursday, December 25, 2014

Εἴμαστε ἔνοικοι σέ προσωρινές καλύβες! ( Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς )



Σώσόν με από πηλού, ίνα μη εμπαγώ» (Ψαλ. 68,15)
Αδελφοί, οι ψυχές μας είναι ντυμένες με πηλό· και τα πήλινα, χοϊκά. σώματά μας έχουν δοθεί για την υπηρεσία της ψυχής μας.


Είθε οι ψυχές μας να μη βουλιάξουν μέσα στο χώμα! Είθε οι ψυχές μας να μη σκλαβωθούν στο πήλινο σαρκίο! Είθε η ζωντανή φλόγα να μη σβηστεί μέσα στο χοϊκό τάφο!
Είναι απέραντη και αχανής η χοϊκή γη που μας έλκει προς τον εαυτό της, αλλά απείρως πλατύτερο είναι το απροσμέτρητο βασίλειο του Πνεύματος που καλεί την ψυχή μας, ως δικιά του.
Πράγματι συνδεόμαστε με τη γη με το χοϊκό σώμα, αλλά συνδεόμαστε και με τον ουρανό με την ψυχή. Είμαστε ένοικοι σε προσωρινές καλύβες, είμαστε στρατιώτες που καταλύσαμε σε προσωρινές σκηνές.
Ω Κύριε, «σώσόν με από πηλού ίνα μη εμπαγώ» Έτσι προσευχόταν ο μετανοημένος βασιλιάς Δαβίδ που είχε αρχικώς παραδοθείστον πηλό, στο χώμα· μέχρι που είδε πως το πήλινο σαρκίο μας έλκει μέσα στην άβυσσο της καταστροφής. Πηλός είναι το σώμα του ανθρώπου, με όλες τις φαντασιώσεις του· πηλός είναι επίσης όλοι οι πονηροί άνθρωποι που πολεμούν τους δικαίους· πηλός είναι οι δαίμονες με τον τρόμο που σκορπούν.
Είθε ο Κύριος να μας σώσει απ’ όλη αυτή τη χοϊκότητα, διότι Εκείνος μόνον είναι ικανός να το κάνει. Θα έπρεπε να αγωνιζόμαστε πρώτα απ’ όλα για να δούμε τον εχθρό μέσα μας· τον εχθρό ο οποίος προσελκύει τους άλλους εχθρούς.
Η μεγαλύτερη τραγωδία του αμαρτωλού είναι ότι ασυνείδητα και χωρίς να το θέλει είναι σύμμαχος των ίδιων των εχθρών του!
Απεναντίας, ο δίκαιος άνθρωπος έχει ριζωμένη στον Θεό και στη βασιλεία του Θεού τη δύναμη της ψυχής του και γι’ αυτό δεν φοβάται. Δεν φοβάται τον εαυτό του κι επομένως δεν φοβάται και τους άλλους εχθρούς του.
Δεν φοβάται, διότι δεν είναι σύμμαχος ούτε συνεργός των εχθρών της ψυχής του. Κατά συνέπεια, ούτε άνθρωποι ούτε δαίμονες μπορούν να τον βλάψουν. Ο Θεός είναι σύμμαχός του και οι άγγελοι του Θεού είναι προστάτες του. Τί μπορεί τότε να του κάνει ένας άνθρωπος; Τί μπορούν να του κάνουν οι δαίμονες; Τί μπορεί να του κάνει ο πηλός;
Ω Κύριε και Θεέ, Τριάς Ομοούσιε, Συ ο Δημιουργός που ενεφύσησες ζώσες ψυχές στα πήλινα σώματά μας, σώσε μας κατά το μέγα Σου έλεος!
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Ο Πρόλογος της Αχρίδος», Έκδοσις Άθως



http://agiameteora.net/

Praying for others ( Saint Maxim the Confessor )

If you are holding a grudge against someone, pray for him so that the prayer — in banishing your sorrow from the inflicted hurt — halts any rancor developing within you. If you are friendly and loving, you will completely drive out this passion from your soul. When another person is angry with you, be gentle and humble with him, fraternize in a friendly spirit, thereby helping him to rid himself of malice.



Saint Maxim the Confessor

Every person will be paid by the boss for whom he worked ( Elder Paisios )

Naturally, every person will be paid by the boss for whom he worked. Those who work for Christ shall receive a hundredfold now in this time and, in the world to come, eternal life (Mark 10:30); and those who work for the dark boss will receive darkness even now.



Elder Paisios

Wednesday, December 24, 2014

«Είδαμε τον Άγιο με τα μάτια μας να μας ευλογεί»! - Συγκλονιστικό Θαύμα του Οσίου Δαυΐδ


 

Με βαθιά συγκίνηση θέλω να σας διηγηθώ ένα περιστατικό που μου συνέβη πριν 45 χρόνια στη Μονή του Οσίου Δαβίδ. Την εποχή εκείνη ζούσα με την οικογένειά μου στο χωριό Κοκκινομηλιά, ένα πανέμορφο χωριό της Β. Ευβοίας, ορεινό με θέα το γαλάζιο Αιγαίο. Εκείνη την περίοδο υπηρετούσα ως ψάλτης στο αναλόγιο των ενοριών στη Κούλουρη και Μαρούλη, δύο γειτονικά μικρά χωριά με ξεχωριστή και αυτά ζωντάνια και ομορφιά.

Στις 31 Οκτωβρίου 1960 είχαμε αποφασίσει με την σύζυγό μου να πάμε στην Ιερά Μονή του Οσίου Δαβίδ για να προσευχηθούμε επειδή την άλλη ημέρα ήταν η γιορτή του Αγίου. Η μετάβαση τότε γινόταν ή με τα ζώα ή με τα πόδια.

Αιφνιδίως όμως το κοριτσάκι μας, αρρώστησε γεγονός που συνέβαλε στη ματαίωση του προσκυνήματος μας. Αν και κατά τη διάρκεια της νύχτας συνήλθε εν τούτοις η αναχώρηση μας για το μοναστήρι αναβλήθηκε.

Στις 5 Δεκεμβρίου 1960, την παραμονή του Αγίου Νικολάου ξεκινήσαμε να πραγματοποιήσουμε το προσκύνημά μας. Στο μοναστήρι συναντήσαμε και άλλους 30 περίπου προσκυνητές από ένα κεντρικό χωριό της Ευβοίας, την Αγία Άννα. Στην Ιερά Μονή βρισκόταν ως προσκυνητής και ο σημερινός ηγούμενος της Μονής π. Κύριλλος, λαϊκός τότε με την μητέρα του, εκμεταλλευόμενος την άδεια του από το στρατό, όπου υπηρετούσε. Κατά τον Εσπερινό που τελέστηκε από τον πατέρα Ιάκωβο Τσαλίκη και τον πατέρα Γρηγόριο (που σήμερα βρίσκεται στην Αλόννησο), οι προσκυνητές από την Αγία Άννα μας πληροφόρησαν ότι μαζί τους είναι και ένα δωδεκάχρονο κορίτσι Γυμνασίου που συνομιλεί με τον Άγιο.

Η πρώτη επικοινωνία του έγινε στην Εκκλησία της Αγίας Άννας, όπου είχαν μεταφερθεί τα ιερά λείψανα του Οσίου Δαβίδ. Το δωδεκάχρονο κορίτσι έβλεπε τον Όσιο Δαυίδ και αυθόρμητα άρχισε διάλογο μαζί του. Αυτό επαναλήφθηκε και στο μοναστήρι του Οσίου. Η έκπληξή μας ήταν μεγάλη. Παρακολουθούσαμε το διάλογο και από τις απαντήσεις συμπεραίναμε τι έλεγε στη μικρή ο Όσιος Δαυίδ. Σημειωτέον πως δεν βλέπαμε ούτε ακούγαμε την φωνή του Αγίου.
Αξέχαστος ο διάλογος του Αγίου
Παραθέτω ορισμένα τμήματα από τον καταπληκτικό αυτό διάλογο που ειλικρινά σημάδεψε από τότε τη ζωή μας: Ο Άγιος είπε, «Ο καθηγητής σου Μαντζ… είναι αμαρτωλός». «Όχι Όσιε, είναι πολύ καλός» του απάντησε η κοπελίτσα. «Ναι, θα ’ρθει μια μέρα που θα μετανοήσει και στο κήρυγμά του θα πιστέψουν δύο χιλιάδες άνθρωποι» συμπλήρωσε ο Άγιος Δαυίδ.

Σε ερώτηση του Αγίου, αν επιθυμεί να δει την κόλαση, η απάντηση του κοριτσιού ήταν καταφατική. «Ναι, θα ήθελα να δω την κόλαση και τους κολασμένους», (εδώ θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι το κορίτσι καθόταν και βρισκόταν σε κατάσταση έκστασης). Αμέσως τότε βρέθηκαν στην κόλαση. Η κοπελιά τρόμαξε μ’ αυτά που αντίκρισε και ξεφώνησε: «Πάρε με Άγιε από εδώ, γιατί δεν αντέχω να βλέπω». Ρώτησε όμως τον Άγιο να εξηγήσει για μια φρικτή εικόνα που αντίκρισε. «Γιατί αυτή η γυναίκα τρώει το παιδί της;» «Επειδή το γέννησε και το σκότωσε, για αυτό το τρώει» απάντησε ο Όσιος Δαυίδ. Τότε ξανά παρακάλεσε τον Άγιο να φύγουν, διότι δεν άντεχε να βλέπει άλλο το φρικτό εκείνο θέαμα. Από τους μορφασμούς του προσώπου του κατανοούσες τη φρίκη που έβλεπε.

Όσιος Δαυίδ: «Θέλεις τώρα να δεις τους εκλεκτούς του παραδείσου»;
«Ναι, θέλω Όσιε» ήταν η απάντηση της μικρής. Αμέσως βρέθηκαν στον Παράδεισο.
Κοπελίτσα: «Όσιε, τι λαμπρός που είναι ο Ήλιος εδώ και τι ωραία τριαντάφυλλα; Όσιε, γιατί τα τριαντάφυλλα είναι άλλα ανοιγμένα, άλλα μισανοιγμένα και άλλα κλειστά»;
Όσιος Δαυίδ: «Τα ανοιγμένα είναι οι καθαρές ψυχές των χριστιανών, τα μισανοιγμένα όχι και τόσο καθαρές και τα κλειστά οι άπιστες».
Κοπελίτσα: «Όσιε αυτοί με τα λευκά φτερά γιατί σκουπίζουν τους δρόμους»;
Όσιος Δαυίδ: «Αυτοί είναι οι Άγγελοι και σκουπίζουν τους δρόμους για να περάσει η ψυχή του πατρός Ιακώβου» (ο πατήρ Ιάκωβος ήταν μαζί μας και τ’ άκουγε αυτά).

Κοπελίτσα: «Και θα ’ρθει τώρα η ψυχή του πατρός Ιακώβου;
«Θα αργήσει πολύ γιατί πρέπει να εξομολογεί τον κόσμο». Τότε είδα τον γέροντα Ιάκωβο να σκουπίζει με ένα λευκό μαντήλι τα δάκρυά του.

Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας ήλθε ένα λεωφορείο με 25 περί που επιβάτες. Εισήλθαν στον Ιερό Ναό. Η ησυχία που επικρατούσε τους ώθησε την περιέργεια. Τι συμβαίνει, μας ρώτησαν. Τους εξηγήσαμε πως ζούμε ένα θαύμα. Παρακολουθούμε μια συζήτηση του κοριτσιού με τον Άγιο Δαυίδ. Γέλασαν ειρωνικά και μας χλεύασαν.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή σταμάτησε η συνομιλία του κοριτσιού με τον Άγιο. Με απορία η κοπελίτσα απευθυνόμενη στον Άγιο ρωτά: «Όσιε, γιατί φεύγεις; μήπως οι ψυχές των χριστιανών δεν είναι καθαρές»;

«Το πούλμαν που ήλθε τώρα με τα 25 άτομα είναι όλοι άθεοι; εκτός από μια γερόντισσα 85 περίπου ετών, η οποία είναι πολύ πιστή και χάριν αυτής της ψυχής έφτασε εδώ το πούλμαν; Τι είπες Άγιε; στο πούλμαν υπάρχει και ένας Αθηναίος ψηλός και άκληρος που έχει ένα σκυλί που το ταΐζει καλύτερα από το παιδί του, ενώ πολλοί φτωχοί που έπεσαν στα χέρια του τους πέταξε στους δρόμους»; (τα λόγια τούτα του Αγίου συμπεραίνουμε από τις ερωτήσεις της κοπελίτσας.)

Ο άνθρωπος που περιέγραψε η κοπελιά κατά σύμπτωση με πλησίασε και με ρώτησε: «Κύριε, τι είναι εδώ που ήλθαμε»; Είναι το μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ, του είπα. «Μα αυτά που είπε το κορίτσι, αυτός που περιέγραψε είμαι εγώ. Πού ξέρει αυτό για μένα»;

Την στιγμή εκείνη πήρε την γυναίκα του και στάθηκαν μπροστά στην εικόνα του Αγίου λέγοντας: «Άγνωστε Άγιε, δεν σε ξέρω ποιος είσαι, αλλά σ’ ευχαριστώ που μέσα σ’ αυτή την ερημιά βρήκα τον Θεό μου».

Τότε το κοριτσάκι απευθυνόμενη προς αυτούς που είχαν εισέλθει στον Ιερό Ναό είπε: «Σας παρακαλώ, όσοι έχουν βαριά την συνείδησή τους ας βγουν έξω, διότι ο Άγιος δεν θέλει να τους βλέπει».Οι επιβάτες του πούλμαν αναχώρησαν αφού δεν είχαν σκοπό και να μείνουν άλλο.

Μόλις έφυγαν άρχισε πάλι η συζήτηση με τον Άγιο. Ήταν πλέον περασμένα μεσάνυχτα. «Μη φεύγεις Όσιε, δεν κουράστηκα» είπε η κοπελίτσα και αμέσως συμπλήρωσε: «Α! θα ’ρθεις στις 3.00 η ώρα και θα κάνεις και θαύμα»; Στη συνέχεια έτριψε τα μάτια του και απευθυνόμενη στη φίλη της που στεκόταν δίπλα της είπε: «Κοιμήθηκα»; «Ναι, σε είχε πάρει ο ύπνος» απάντησε εκείνη. «Συγχώρεσέ με Άγιε, ήλθα να σε προσκυνήσω και κοιμήθηκα» μονολόγησε. Τότε πράγματι καταλάβαμε ότι αυτά που προηγήθηκαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας τα αγνοούσε.

Εμείς όμως με αγωνία περιμέναμε το θαύμα στις 3.00 π.μ. που είχε προαναγγείλει ο Άγιος. Ήταν 2:45 π.μ όταν οι καμπάνες του μοναστηριού άρχισαν να κτυπούν χαρμόσυνα. Πεταχτήκαμε έξω. Κτυπούσαν μόνες τους. Το γεγονός αυτό το εκλάβαμε ως το θαύμα που αναμέναμε. Εισήλθαμε πάλι στον Ναό.

Το ρολόι έδειχνε 3:00. Ξαφνικά η ματιά όλων μας επικεντρώθηκε στο πάνω μέρος του τέμπλου. Στο ύψος του μικρού παραθύρου στον λευκό τοίχο παρουσιάστηκε μια σκιά που τράβηξε σαν μαγνήτης την προσοχή μας. Διερωτηθήκαμε, τι προκαλεί αυτή τη μαύρη σκιά στον τοίχο;

Τότε είδαμε να προβάλλει το κεφάλι του Οσίου Δαβίδ, με τα λευκά γένια του, όπως ακριβώς είναι στην εικόνα η μορφή του. Φάνηκε ακόμη το πετραχήλι, καθώς και δύο ή τρεις σταυροί από το πετραχήλι. Κουνούσε το κεφάλι του. Στο χέρι του κρατούσε το θυμιατό. Άρχισε να θυμιάζει. Τα κουδουνάκια του θυμιατού ακουγόντουσαν δυνατά. Δάκρυα κατάνυξης πλημμύρισαν τους πάντες. Ικετεύαμε τον Άγιο να μας ελεήσει. Τα δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα. Ο Άγιος έπαιρνε το θυμιατό στο αριστερό χέρι και με το δεξί ευλογούσε τον κόσμο. Ομολογώ ότι το θυμάμαι όσο ζω και δεν θα ξεχάσω ποτέ μου την γλυκύτητα του προσώπου του. Μια γλυκύτητα που αγαλλίαζε την ψυχή μου.

Τη στιγμή που ο Άγιος έσκυψε και προσκυνούσε το κοριτσάκι φωνάζει δυνατά: «Παναγιά μου! Χριστέ μου! περνάει ο Χριστός, περνάει η Παναγία, ο Μ. Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος». Ανέφερε πλειάδα Αγίων για αρκετή ώρα.

Του λόγου μας διακρίναμε μόνο τον Όσιο Δαβίδ που έκανε αυτή την υπόκλιση. Εξ αυτών που έλεγε το κορίτσι δεν βλέπαμε τίποτε. Μέσα σε όλα αυτά οφείλω να σας διηγηθώ και ένα εξίσου σοβαρό περιστατικό που συνέβη στη σύζυγό μου την βραδιά εκείνη. Κρατούσε το μικρό μας κοριτσάκι στην αγκαλιά της όλη την νύχτα χωρίς να αισθάνεται κούραση. Σε μια στιγμή όμως που προσπαθούσε να δει καλύτερα, αισθάνθηκε ότι το μικρό έγινε φοβερά βαρύ. Προσπάθησε να αφήσει κάτω το μικρό αλλά εκείνο παρέμεινε στην αγκαλιά της χωρίς ωστόσο η ίδια να το κρατά.

Επί μία ώρα ο Όσιος Δαυίδ παρέμεινε ορατός δια γυμνού οφθαλμού μέσα στον Ναό του. «Παιδιά μου ιδού ο Άγιος μας είναι εδώ κοντά μας. Να τον παρακαλείτε να σας βοηθάει πάντα. Ας αρχίσουμε όμως τώρα τον Όρθρο και την Θεία Λειτουργία».

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας συνομίλησα με τον τότε φαντάρο και φίλο μου και σημερινό Ηγούμενο της Μονής πατέρα Κύριλλο. «Είδες Κώστα- είπα- απόψε τι έγινε»; «Ναι Σταύρο, ζωντανά πράγματα αυτά, έχω συγκλονισθεί. Όπως βλέπεις είμαι στρατιώτης και αυτή τη στιγμή σου λέω πως όταν απολυθώ θα έλθω κατευθείαν εδώ και δεν θα πάω στο χωριό μου. Γιατί πλέον θέλω να υπηρετήσω τον Άγιο τον οποίο απόψε είδα με τα μάτια μου. Θα μείνω μοναχός στην Ιερά Μονή του Αγίου, διότι όπως είδες και συ τον είδα ζωντανό, τι άλλη απόδειξη θέλω». Πράγματι έτσι και έγινε. Όταν απολύθηκε πήγε στο Μοναστήρι. Σήμερα είναι ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής του Οσίου Δαβίδ.

Εύχομαι ολόψυχα να είναι πάντα Άξιος, να του δίδουν ο Όσιος Δαβίδ και ο Μακαριστός προκάτοχός του Ιάκωβος, δύναμη, κουράγιο και υγεία για να υπηρετεί τους πιστούς που προστρέχουν σε αυτό το λιμάνι, ώστε να βρουν την γαλήνη της ψυχής τους.


Είναι τα Χριστούγεννα ειδωλολατρική γιορτή; Ορθόδοξες Απαντήσεις σε αιρετικούς και...Χριστιανούς


Υπάρχουν πολλοί, που θέλουν να ονομάζονται και «Χριστιανοί», οι οποίοι αρνούνται (όσο παράξενο κι αν φαίνεται αυτό), να εορτάσουν το συγκλονιστικό γεγονός τής ενανθρωπίσεως τού Υιού και Λόγου τού Θεού, και ταυτοχρόνως το πιο χαρμόσυνο γεγονός εις την ιστορία τής ανθρωπότητος.

Μεταξύ αυτών είναι και οι επονομαζόμενοι Μάρτυρες τού Ιεχωβά, οι οποίοι προβάλλουν τις αντιρρήσεις τους για το εάν πρέπει να εορτάζεται το γεγονός αυτό τής ενσαρκώσεως τού Κυρίου. Καλούμεθα, λοιπόν, να δώσουμε μερικές απαντήσεις, αποδίδοντας ταυτοχρόνως και την πραγματική διάσταση αυτού τού χαρμόσυνου γεγονότος.
Θα εξετάσουμε πρώτα την ένσταση τών ακολούθων τής Σκοπιάς, ότι οι εορτές γενικά, όπως και τα Χριστούγεννα, έχουν ειδωλολατρική, δηλαδή μη Χριστιανική προέλευση. Είναι αλήθεια, ότι μπορεί να φαίνεται πως διάφορες εορτές, συμπίπτει να γίνονται σε χρόνο που παλαιά, αρχαίοι λαοί, εόρταζαν τις δικές τους εορτές. Να φαίνεται ότι αυτές οι εορτές έχουν προέλευση και σχετίζονται με ήθη, έθιμα και πράξεις ειδωλολατρίας ή παγανισμού. Είναι όμως επίσης αλήθεια, ότι υπάρχουν ένα σωρό πράγματα, τα οποία έχουν την προέλευσή τους εις τον παγανισμό και όμως τα χρησιμοποιούμε συχνά!
ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ
Πολλά πράγματα τής ζωής μας έχουν εμφανώς ειδωλολατρική προέλευση. Ένα παράδειγμα είναι το ετήσιο ημερολόγιό μας! Εάν εξετάσουμε έναν-έναν τούς μήνες θα διαπιστώσουμε, ότι οι περισσότεροι έχουν ειδωλολατρική προέλευση!
Ο Ιανουάριος είναι προς τιμήν τής πιο επίσημης (διπρόσωπης) Ρωμαϊκής θεότητος, τού Ιανού. Ο Φεβρουάριος είναι ο τελευταίος μήνας τού λατινικού ημερολογίου. Κατ’ αυτόν ετελούντο εορτές και πρόσφεραν εις τούς θεούς «θερμόν άλας». Θιβρός= θερμός, το οποίο στα λατινικά είναι febris. Μάρτιος, προς τιμήν τού θεού Άρεως που στα λατινικά είναι Αrs, το οποίο, με την προσθήκη τού ευφωνικού Μ, γίνεται Mars. Απρίλιος, εκ τού λατινικού aprilius που προέρχεται από το ελληνικό Apru, δηλαδή «Αφρώ», με το οποίο ονόμαζαν οι Έλληνες Ετρούσκοι την εκ τού αφρού γεννηθήσα θεά Αφροδίτη. Μάϊος, προς τιμήν τής Μαίας, τής μητέρας τού θεού Ερμή, οι Λατίνοι ονόμασαν τον μήνα Maius, γι’ αυτό ακριβώς και σήμερα η «εορτή τής μητέρας» εορτάζεται αυτό τον μήνα. Ιούνιος, προς τιμήν τού Ιουνίου Βρούτου (Junius Brutus). Ιούλιος, προς τιμήν τού Ιουλίου Καίσαρος. Αύγουστος, προς τιμήν τού Καίσαρος Αυγούστου. Σεπτέμβριος, από τον αριθμό επτά που στα λατινικά είναι septem, διότι αρχικώς ήταν ο έβδομος μήνας και όχι ο ένατος όπως είναι σήμερα. Οκτώβριος, εκ τού οκτώ που στα λατινικά είναι octo, διότι αρχικώς ήταν ο όγδοος μήνας. Νοέμβριος, εκ τού novem το οποίο προέρχεται εκ τού εννέ(F)α, διότι αρχικώς ήταν ο ένατος μήνας. Δεκέμβριος, εκ τού decem, το οποίο προέρχεται από το ελληνικό δέκα, εφόσον αρχικώς ήταν ο δέκατος μήνας.
Πολλές φορές, ζευγάρια εορτάζουν την επέτειο τού γάμου τους. Αλλά το ίδιο συνήθιζαν να κάνουν ζευγάρια και εις την ειδωλολατρική εποχή τών αρχαίων λαών. Το ίδιο επίσης συνηθίζουν να κάνουν και οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά. Τα δαχτυλίδια στο γάμο έχουν επίσης ρίζες παγανιστικές. Μήπως πρέπει να ξεδιαλέγουμε όλα τα μικρά και μεγάλα πράγματα, για να βρούμε τί ρίζα έχει το καθένα κι έτσι να τα απορρίψουμε; Μήπως αυτό φέρνει στη μνήμη μας τούς Φαρισαίους οι οποίοι «διύλιζαν τον κώνωπα, και κατάπιναν την κάμηλο» (Ματθ. 23:24), δηλαδή «στράγγιζαν το κουνούπι (από το κρασί), αλλά κατάπιναν την καμήλα» ψάχνοντας να βρουν τί είναι καθαρό και τί είναι ακάθαρτο; Αυτός είναι ο στόχος τής Χριστιανικής μας πορείας;
Η ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΤΗΣ ΣΚΟΠΙΑΣ
«Εξ άλλου, το ότι απλώς οι ειδωλολάτρες μπορεί κάποτε ή σε κάποιο τόπο να χρησιμοποίησαν ένα ωρισμένο σχέδιο, αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι αληθινοί λάτρεις πρέπει πάντοτε να το αποφεύγουν. Επί παραδείγματι, στη διακόσμησι του ναού του Ιεχωβά στην Ιερουσαλήμ είχαν περιληφθή σχέδια από φοινικόδενδρα, ροδιές και ταύρους. Το γεγονός ότι άλλες θρησκείες μπορούσαν να πάρουν αυτά τα φυσικά πράγματα που έφτιαξε ο Θεός και να τα χρησιμοποιήσουν σαν σύμβολα στην λατρεία ειδώλων, δεν το καθιστούσε εσφαλμένο για τους αληθινούς λάτρεις να τα χρησιμοποιήσουν για διακοσμητικούς σκοπούς....Επομένως, για ποιο πράγμα πρέπει να ενδιαφέρεται κυρίως ο Χριστιανός; Όχι για το τι μπορεί να σήμαινε πριν από χιλιάδες χρόνια ένα ωρισμένο σύμβολο, ή πώς μπορεί να το θεωρούν στην άλλη άκρη του κόσμου, αλλά τι σημασία έχει τώρα για τους περισσοτέρους ανθρώπους του τόπου του» (Ξύπνα, 22.05.1977, σελ.13-14 η υπογράμμιση δική μας).
Οι ίδιοι λοιπόν οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά, αντιφάσκουν κι έρχονται σε σύγκρουση με τούς εαυτούς τους, διότι έχουν γράψει εις τα επίσημα έντυπά τους (όπως το παραπάνω), ότι δεν χαρακτηρίζει την λατρεία η ιστορία τών μέσων που χρησιμοποιούνται, αλλά η λατρεία χαρακτηρίζεται άμεσα από το πώς χρησιμοποιείται και το πώς τελείται. Λέγουν λοιπόν, ότι δεν είναι ανάγκη αφ’ ενός να εξετάζει κανείς με λεπτομέρεια τα αντικείμενα που χρησιμοποιεί (εάν είχαν ειδωλολατρική προέλευση), και αφ’ ετέρου, ότι εάν κάποιος χρησιμοποιεί τρόπους ή μεθόδους για την λατρεία τού αληθινού Θεού (που πιθανόν χρησιμοποιούνταν εις το παρελθόν και από μη Χριστιανικούς λαούς), αυτό δεν αλλοιώνει την απόδοση τής λατρείας.
Κι εδώ φαίνεται η ασυνέπεια τής Εταιρίας Σκοπιά. Καμία Χριστιανική εορτή, δεν εορτάζει κάτι από εκείνα που εόρταζαν οι αρχαίοι ειδωλολάτρες. Κι αν συνέπιπτε εις την ημερομηνία μίας Χριστιανικής εορτής, να υπάρχει κάποια ειδωλολατρική εορτή, ουδεμία σημασία έχει η ημέρα αυτή σήμερα για εμάς. Για παράδειγμα τα Χριστούγεννα. Πολύ πριν αρχίσουν οι Χριστιανοί να εορτάζουν την γέννηση τού Χριστού, οι ειδωλολάτρες εόρταζαν, εις τις 25 Δεκεμβρίου, την «Ημέρα τής Γεννήσεως τού Ανικήτου Ηλίου» («Dies Natalis Solis Invicti»). Εόρταζαν δηλαδή την διάβαση τού Ηλίου εκ τού χειμερινού ηλιοστασίου και την τροπή αυτού εκ τού Νοτίου εις το Βόρειο ημισφαίριο, τής οποίας αποτέλεσμα ήταν η αύξηση τής διάρκειας τής ημέρας και η ελάττωση τής διάρκειας τής νύχτας.
Όταν άρχισαν οι Χριστιανοί να εορτάζουν την Γέννηση τού Χριστού, όλα αυτά αντικαταστάθηκαν. Και εις αντικατάσταση αυτής τής παλαιάς εορτής (που κατόπιν διατάγματος εισήγαγε εις την Ρώμη ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός το 275 μ.Χ.), οι Χριστιανοί έβαλαν την δική τους εορτή. Τώρα τι θα πούμε; Ότι η σημερινή εορτή, έχει σχέση, και είναι απομεινάρι τής αρχαίας ειδωλολατρικής εορτής; Μήπως οι Χριστιανοί εννοούν σήμερα με την εορτή τών Χριστουγέννων, αυτά που εννοούσαν οι αρχαίοι ειδωλολάτρες; Μήπως εξακολουθούμε, δηλαδή, να λατρεύουμε τον Ήλιο; Όχι! Μπορεί για μερικούς να είναι περίοδος καταχρήσεων και κραιπάλης, αλλά αυτό δεν είναι το Χριστιανικό μήνυμα. Για εμάς, η δόξα τού Ήλιου τής Δικαιοσύνης, που ανέτειλε εις τον κόσμο, τού Κυρίου μας Ιησού Χριστού, που εγεννήθη για εμάς ως άνθρωπος, ΟΥΔΕΜΙΑ σχέση έχει με την τιμή που απέδιδαν εις τον ήλιο, (τον κτιστό ήλιο), οι αρχαίοι λάτρεις του.
Έτσι λοιπόν, στηριζόμενοι κι εμείς εις τα ίδια τα λεγόμενα τών Μαρτύρων τού Ιεχωβά που διαβάσαμε ανωτέρω (Ξύπνα, 22.05.1977, σελ.13-14), μπορούμε να πούμε, ότι η εορτή τών Χριστουγέννων (όπως και κάθε άλλη Χριστιανική εορτή), αποδίδει δόξα, τιμή, λατρεία και αίνο εις τον αληθινό Θεό, και κατά συνέπειαν ουδείς πρέπει να εξετάζει και να ασχολείται, με το ποιοι και πότε εις το παρελθόν εόρταζαν (πιθανόν σε παρόμοιες ημερομηνίες), ειδωλολατρικούς θεούς.
ΠΡΕΠΕΙ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΝΑ ΤΗΡΟΥΝ ΕΟΡΤΕΣ;
Κι ερχόμαστε τώρα στο δεύτερο σημείο, εις αυτό δηλαδή που οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά ισχυρίζονται, ότι στην Αγία Γραφή (και ιδιαίτερα στην Καινή Διαθήκη), δεν αναφέρονται εορτές, ότι πρέπει δηλαδή οι Χριστιανοί να εορτάζουν μόνον την εορτή τού «Αναμνηστικού Δείπνου του Κυρίου». Αλλά η Γραφή αποδεικνύει, ότι ΚΑΙκατά την εποχή τής Παλαιάς ΚΑΙ κατά την εποχή τής Καινής Διαθήκης υπάρχουν άγιες εορτές. Αναφέρουμε ενδεικτικά ορισμένες εξ αυτών:
«Ενθυμού την ημέραν του σαββάτου, διά να αγιάζης αυτήν· 9. εξ ημέρας εργάζου και κάμνε πάντα τα έργα σου· 10. η ημέρα όμως η εβδόμη είναι σάββατον Κυρίου του Θεού σου....ευλόγησε Κύριος την ημέραν του σαββάτου και ηγίασεν αυτήν» (Έξοδ. 20:8-11). Ο Θεός διέκρινε μεταξύ τών ημερών τής εβδομάδος, ξεχώρισε δηλαδή κι ευλόγησε την εβδόμη ημέρα και την όρισε, δια τής τετάρτης εντολής τού Δεκαλόγου, ως εορτή τών Εβραίων, την πλέον βασική εορτή τους.
«Και η ημέρα αύτη θέλει είσθαι εις εσάς εις μνημόσυνον· και θέλετε εορτάζειαυτήν εορτήν εις τον Κύριον εις τας γενεάς σας· κατά νόμον παντοτεινόν θέλετε εορτάζει αυτήν» (Έξοδ. 12:14). Με αυτά τα λόγια θέσπισε ο Θεός το Εβραϊκό Πάσχα, έως ότου θα ερχόταν το Χριστιανικό Πάσχα. Με παρόμοιο τρόπο ο Θεός θέσπισε και άλλες εορτές για τούς Εβραίους, όπως είναι η εορτή τής Πεντηκοστής (Έξοδ. 23:16), τού Εξιλασμού (Λευιτ. 23:26-32) και τής Σκηνοπηγίας (Λευιτ. 23:33-36, 39).
«Και την πρώτην ημέραν του εβδόμουμηνός έφερεν Έσδρας ο ιερεύς τον νόμον έμπροσθεν της συνάξεως ανδρών τε και γυναικών και πάντων των δυναμένων να εννοώσιν ακούοντες... 9. Η ημέρα αύτη είναι αγία εις Κύριον τον Θεόν σας.... 10. Και είπε προς αυτούς, Υπάγετε, φάγετε παχέα και πίετε γλυκάσματα, και αποστείλατε μερίδας προς τους μη έχοντας μηδέν ητοιμασμένον· διότι η ημέρα είναι αγία εις τον Κύριον ημών· και μη λυπείσθε· διότι η χαρά του Κυρίου είναι η ισχύς σας» (Νεεμ. 8: 2, 9-10).
Εις την ανωτέρω παράθεση παρατηρούμε, ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μία από τις καθιερωμένες εορτές τού Νόμου, αλλά με την 1η ημέρα τού 7ουμηνός, κατά την οποία συμβαίνει ένα χαρμόσυνο γεγονός, η επιστροφή τών Εβραίων εις τα Ιεροσόλυμα από την Βαβυλώνια αιχμαλωσία. Ο Νεεμίας, ο Έσδρας και οι Λευίτες ορίζουν την ημέρα αυτή ως αγία και μ’ αυτόν τον τρόπο, ως λαός τού Θεού, θα μπορούσαμε να πούμε ότι νομοθετούν.
Παρατηρούμε λοιπόν, με ποιον τρόπο καθιερώθηκε η ημέρα αυτή ως αγία, ως ημέρα εορτής, και με ποιον τρόπο προτρέπει ο Νεεμίας και ο Έσδρας τούς Ισραηλίτες να την εορτάσουν. Ποιος ήταν λοιπόν ο τρόπος τον οποίο υπεδείκνυε εμμέσως ο Θεός, για να εορτάζεται αυτή η αγία ημέρα; Ήταν η ανάγνωση και η ερμηνεία τού Νόμου, αλλά επίσης (εκτός από την πνευματική θα λέγαμε ευχαρίστηση και τροφή), ήταν και η υλική αγαλλίαση, και αυτό γινόταν με παράσταση τραπέζης, δηλαδή με φαγητό και ποτό.
Παράλληλα όμως, η τράπεζα αυτή, είχε τον χαρακτήρα τής κοινωνίας και τής ελεημοσύνης προς τούς μη έχοντας. Η αγία ημέρα, η εορτή δηλαδή για τον Κύριο, συμπεριλαμβάνει την χαρά ολοκλήρου τού λαού, και έτσι πρέπει να εορτάζονται και οι Χριστιανικές εορτές. Αυτό βέβαια πόρω απέχει από το να οδηγείται κανείς σε κραιπάλη και μέθη, και τελικά να απομακρύνεται από τον σκοπό τής εορτής, που είναι ο αίνος και η δόξα προς τον Κύριο, αλλά και η υλική ευφροσύνη.
«Ἐκκαθάρατε οὖν τὴν παλαιὰν ζύμην, ἵνα ἦτε νέον φύραμα, καθώς ἐστε ἄζυμοι. Καὶ γὰρ τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός· 8. ὥστε ἑορτάζωμενμὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ' ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας» (Α΄ Κορ. 5:7-8)δηλαδή «Πετάξτε λοιπόν το παλαιό προζύμι τής διαφθοράς, για να είστε νέο ζυμάρι, όπως είστε (σαν χριστιανοί) χωρίς το προζύμι τής διαφθοράς. Διότι και εμείς έχουμε πασχάλιο αμνό. Και ως δικός μας πασχάλιος αμνός θυσιάστηκε για εμάς, ο Χριστός. Γι’ αυτό ας εορτάζουμε(όπως οι Εβραίοι με άζυμα έτσι κι εμείς) χωρίς το παλαιό προζύμι (τής ειδωλολατρίας) και χωρίς το προζύμι τής αμαρτίας και φαυλότητος, αλλά με άζυμα καθαρότητος και αρετής».
Συμφώνως προς το χωρίο τούτο, έχουμε κι εμείς οι Χριστιανοί Πάσχα, ανώτερο από το Εβραϊκό, διότι ο δικός μας πασχάλιος αμνός είναι ο Χριστός, και εορτάζουμε κι εμείς και προτρεπόμεθε να εορτάζουμε πνευματικότερα από τούς Ιουδαίους.
Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΕΡΙ ΕΟΡΤΑΣΜΟΥ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
«Καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ, 11. ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτὴρ ὅς ἐστιν Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυῒδ» (Λουκ. 2:10-11) δηλαδή «Ο δε άγγελος τούς είπε: ‘Μη φοβείσθε, διότι ιδού σάς αναγγέλω χαρά μεγάλη, η οποία θα είναι για όλο τον λαό, ότι γεννήθηκε σήμερα για εσάς στην πόλη τού Δαυίδ σωτήρ, ο οποίος είναι ο Χριστός (ο Μεσσίας), ο Κύριος’ (ο Γιαχβέ)». Ο άγγελος, απευθυνόμενος εις τούς ποιμένες, αφού τούς ενθαρρύνει τούς λέγει: «Σάς αναγγέλω μία μεγάλη χαρά, η οποία θα είναι για όλο τον λαό». Όλος δηλαδή ο λαός θα χαίρεται, διότι σήμερα εγεννήθη ο Σωτήρας αυτού τού λαού, ο οποίος είναι ο κεχρισμένος Θεός!
Ποιος είναι αυτός ο λαός που θα χαίρεται και πώς θα χαίρεται; Πότε πραγματοποιείται η προφητεία τού αγγέλου, αγαπητοί Μάρτυρες τού Ιεχωβά κι όσοι εν γένει αρνείστε την εν λόγω εορτή; Και ομιλούμε περί προφητείας, διότι ο άγγελος είπε, ότι η αναγγελία περί τής μεγάλης χαράς «ἔσταιπαντὶ τῷ λαῷ». Το ρήμα «ἔσται» έχει μελλοντική έννοια και σημαίνει «θα είναι». Και η ρήση τού αγγέλου δεν είναι μόνον προφητεία, αλλά συνιστά και ΠΡΟΤΡΟΠΗ προς τον λαό τού Θεού να συμμετέχει εις την μεγάλη χαρά τής Γεννήσεως. Εκείνο όμως το βράδυ, κανείς λαός δεν εχάρη, αλλά ούτε και εις τα επόμενα χρόνια κάποιος λαός εόρτασε την Γέννηση τού Χριστού. Και ασφαλώς ο άγγελος δεν εννοούσε τον Εβραϊκό λαό (εφόσον αυτός απέρριψε τον Μεσσία), αλλά τον λαό τού Ιησού, δηλαδή τον Χριστιανικό λαό («τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν, αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν», Ματθ. 1:21). Και δεν είναι ο λαός μιάς εποχής, αλλά ο λαός όλων τών εποχών. Αυτός ο λαός θα χαίρεται για την Γέννηση τού Χριστού. Και βέβαια αυτός ο λαός ΔΕΝ είναι οι Μάρτυρες τού Ιεχωβά, και όσοι απορρίπτουν τον εορτασμό τής γεννήσεως τού Χριστού!
Πράγματι, ο λαός τού Θεού, μιμούμενος τον πνευματικό κόσμο, τούς αγγέλους, που έψελναν δοξολογίες την νύχτα τής Γεννήσεως τού Θεανθρώπου, νιώθει την παρουσία τού Θεού, γι’ αυτό και συνθέτει ύμνους και δοξολογίες για το ανεπανάληπτο γεγονός τής ενανθρωπίσεως τού Υιού και Λόγου τού Θεού!
Μόνον οι αιρετικοί αρνούνται να συνεορτάσουν (με τούς αγγέλους), διότι όπισθεν αυτών κρύβεται ο Διάβολος, για τον οποίον η σάρκωση τού Λόγου έγινε η απαρχή τής συντριβής και τής κατάργησής του (Κολασ. 2:15)!!!


http://agiameteora.net/index.php/xristougennon/6678-einai-ta-xristoygenna-eidololatriki-giorti-orthodokses-apantiseis-se-airetikoys-kai-xristianoys.html

Bear the insults of your enemy ( St. Seraphim of Sarov )

Bear the insults of your enemy in silence, and open your heart only to the Lord. Try in any way possible to forgive those who humiliate you or take away your honor, by the words of the Gospel: "Of him that taketh away thy goods ask them not again" (Lk. 6:30).

St. Seraphim of Sarov

Saint Eugenia

Saint Eugenia was born in Rome in the year of 183. Her father, Philip, was a governor of Egypt appointed by the emperor Commodore, and together with his family lived in Alexandria. At that time, the Christians had been driven out of Alexandria and were living outside the town. Eugenia received an excellent and comprehensive education. She was beautiful, but she did not want to get married. Having read the writings of Apostle Paul, Eugenia wanted to become a Christian with all the ardor of her heart.

At the age of 16, Eugenia, wishing to devote her whole life to God, fled from her parents’ house wearing man’s clothing and accompanied by her two faithful eunuchs, Protus and Hyacinthus. In a young man’s disguise she turned to Bishop Elias asking him to baptize her and bless her to become a monk. The Prelate discerned her secret, but baptized her with a male name Eugenie. Her slaves got baptized too. After that all the three took the monastic vows.

Always dressed as a monk Eugenia so purified her heart by voluntary asceticism and prayer at the monastery that she not only was respected deeply by her brothers there, but also received from God the gift of healing the sick. When some years later the Father Superior of the monastery died, the monks asked Eugenia to succeed him. She opened the Gospel and read, "Whoever wants to become great among you must be your servant, and whoever wants to be first must be your slave…" (Matthew 20:26-27). But she had to concede to their resolution to make her Father Superior and she doubled her ascetic zeal. Everybody took her for a monk except her slaves.

One day a sick widow, Melanthia asked Eugenia for help, and the latter healed her making a sign of the cross over her. After this, the woman conceived a physical passion for her, not suspecting that she was a woman. Being firmly repulsed by Eugenia, this wicked woman, urged by the devil and out of revenge, went to the governor and slandered her just as Potiphar’s wife had slandered chaste Joseph. So Eugenia was to be brought to court to Judge Phillip, who was her own father. During the trial, the governor recognized his missing daughter in the accused Father Superior and Melanthia was convicted for libel. Having reunited with the daughter, whose disappearance they had been mourning for so long her parents marveled at her spiritual beauty, believed in Christ and were baptized. Shortly after that Christians of Alexandria elected Phillip to be their Bishop. Hearing of this, the Roman Emperor sent a wicked general, Terence, who, coming to Alexandria in 262, killed Philip.

After her father’s death St. Eugenia with her mother Claudia and her brothers returned to their family estate near Rome. Claudia set up a refuge home for the needy there and was helping widows. Later on she suffered martyrdom during the rein of the emperor Galian (269-268). In Rome, St. Eugenia fearlessly and zealously brought pagans to the true Faith, especially maidens, and thus brought a beautiful maiden, Vassilia, an orphaned descendant of the Roman imperial family, to the Faith. Vasilia’s wicked bridegroom reported to the emperor Gallian that the Christians preach singleness. Vassilia refused to obey the emperor’s orders and to marry, so she was executed. The monks Protus and Hyacinthus, St. Eugenia’s associates, were beheaded. When St. Eugenia was led to the temple of Diana to be sacrificed, her presence caused the temple to fall in ruins. St. Eugenia was accused of witchcraft and was first thrown into the river Tigris with a stone tied to her neck, but the rope got untied and she came out of the water unharmed. Then the torturers cast her into fire, but God preserved her. The Lord Jesus Himself appeared to her in the prison and told her that she would suffer on the day of His Nativity. And so it came about. She was beheaded with the sword on December 25th, 262, in Rome. Since later the 25th of December became Nativity celebration day, the day of veneration of St. Eugenia was shifted to be on the Eve of Nativity of Christ. Her relics were preserved in Rome in the church of Saint Apostles. After her death, Eugenia appeared to her mother in great glory, and comforted her.

Tuesday, December 23, 2014

Είναι ανάγκη να φιλοξενούμε και να ελεούμε με ιλαρότητα ( Μεγαλο Γεροντικο )

Έλεγε ο μακαριστός Επιφάνιος ότι με πάρα πολύ μικρό αντάλλαγμα πουλάει ο Θεός τα αγαθά του σ΄ εκείνους πού σπεύδουν να τα αγοράσουν, για ένα κομματάκι ψωμί, ένα τιποτένιο ρούχο, ένα ποτήρι κρύο νερό, έναν οβολό. 

Πρόσθετε και τούτο: Όταν ο άνθρωπος δανείζεται από άλλον άνθρωπο, είτε γιατί είναι πολύ φτωχός είτε για να βελτιώσει κάπως τη ζωή του, την ώρα που επιστρέφει το δάνειο εκφράζει βέβαια την μεγάλη του ευγνωμοσύνη, αλλά το εξοφλεί κρυφά, επειδή ντρέπεται. Ενώ ο δεσπότης Θεός ενεργεί αντίστροφα. 

Δανείζεται κρυφά αλλά τα επιστρέφει ενώπιον αγγέλων, αρχαγγέλων και δικαίων ψυχών.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 

ΜΕΓΑΛΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ






Χριστούγεννα...οπως ξέρειησιάζουμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων μου...

 Όπως θα ξέρεις, πλησιάζουμε ξανά στην ημερομηνία των γενεθλίων μου. Κάθε χρόνο γίνεται γιορτή προς τιμή μου, έτσι και φέτος.

Αυτές τις μέρες ο κόσμος κάνει πολλά ψώνια, γίνονται διαφημίσεις μέχρι και στο ράδιο, την τηλεόραση και παντού κανείς δεν μιλά για κάτι άλλο εκτός από το τι λείπει μέχρι να έρθει εκείνη η μέρα...

Είναι ευχάριστο να ξέρω ότι τουλάχιστον μία μέρα τον χρόνο κάποιοι με σκέφτονται.

Όπως θα γνωρίζεις πριν από πολλά χρόνια ξεκίνησαν να γιορτάζουν τα γενέθλιά μου. Στην αρχή φαινόντουσαν να καταλαβαίνουν και με ευχαριστούσαν γι' αυτό που έκανα για εκείνους. Όμως σήμερα κανείς δεν γνωρίζει τι γιορτάζουν.

Οι άνθρωποι συναντώνται και περνούν πολύ καλά όμως κανείς δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται....

Θυμάμαι πέρυσι, την ημέρα των γενεθλίων που έκαναν μια μεγάλη γιορτή προς τιμή μου. Στο τραπέζι υπήρχαν τα πάντα, όλα ήταν διακοσμημένα όμορφα και υπήρχαν πολλά δώρα, αλλά ...; Ξέρεις τι;...

Ούτε που με κάλεσαν, ενώ ήμουν ο επίτιμος καλεσμένος κανείς δεν θυμήθηκε να με καλέσει. Και η γιορτή γινόταν για μένα...

Και όταν έφτασε η μεγάλη μέρα... με άφησαν απ' έξω, μου έκλεισαν την πόρτα... εγώ ήθελα να βρεθώ στο τραπέζι μαζί τους...

Η αλήθεια είναι ότι δεν εξεπλάγην γιατί τα τελευταία χρόνια όλοι μου κλείνουν την πόρτα. Μιας και δεν με κάλεσαν, σκέφτηκα να παραβρεθώ χωρίς να κάνω θόρυβο κι έτσι μπήκα και στάθηκα σε μια γωνίτσα.

Διασκέδαζαν όλοι, κάποιοι έλεγαν ιστορίες, γελούσαν, πέρναγαν πολύ καλά, μέχρι που έφτασε ένας....




Γέρος χοντρός, ντυμένος στα κόκκινα με άσπρα γένια... Και φώναζε... χο, χο, χο!, λες και είχε πιει λίγο παραπάνω...κάθισε βαριά βαριά σε μια πολυθρόνα και... Όλοι έτρεξαν καταπάνω του λέγοντας...Άγιε Βασίλη! ...λες και η γιορτή ήταν γι' αυτόν...


Ήρθαν τα μεσάνυχτα και όλοι άρχισαν να αγκαλιάζονται, άπλωσα κι εγώ τα χέρια μου ελπίζοντας πως κάποιος θα με αγκαλιάσει... Και ξέρεις; Κανείς δεν με αγκάλιασε.

Ξαφνικά άρχισαν όλοι να ανταλλάσσουν δώρα, ένας ένας τα άνοιγαν μέχρι που τελείωσαν όλα... Πλησίασα να δω μήπως παρ' ελπίδα υπήρχε κάποιο για μένα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα...

Πώς θα αισθανόσουν αν την ημέρα των γενεθλίων σου αντάλλασσαν δώρα όλοι μεταξύ τους κι εσένα δεν σου δώριζαν τίποτα;

Τότε κατάλαβα ότι εγώ περίσσευα σε εκείνη τη γιορτή, βγήκα χωρίς να κάνω θόρυβο, έκλεισα την πόρτα κι αποσύρθηκα...

Κάθε χρόνος που περνάει είναι χειρότερα, ο κόσμος θυμάται μόνο το δείπνο, τα δώρα και τις γιορτές. Κανείς δεν θυμάται εμένα...

Θα ήθελα αυτά τα Χριστούγεννα να μου επιτρέψεις να έρθω στη ζωή σου, να αναγνωρίσεις ότι πριν από δύο χιλιάδες χρόνια ήρθα σε αυτόν τον κόσμο για να δώσω τη ζωή μου για σένα, στον σταυρό, και να σε σώσω.

Το μόνο που θέλω σήμερα είναι να το πιστέψεις με όλη σου την καρδιά ...

Θα σου πω κάτι: σκέφτηκα, μιας και πολλοί δεν με προσκαλούν στη γιορτή που κάνουν, θα κάνω τη δική μου γιορτή και θα είναι σπουδαία, όπως κανένας δεν την έχει φανταστεί, μια γιορτή πολύ μεγάλη. Ακόμη κάνω τις τελευταίες προετοιμασίες, στέλνω πολλές προσκλήσεις και σήμερα υπάρχει μία ειδικά για εσένα.

Θέλω μόνο να μου πεις αν θέλεις να βοηθήσεις, θα σου κρατήσω μια θέση και θα γράψω το όνομά σου, στη μεγάλη λίστα μου με τους καλεσμένους με κράτηση και... Θα πρέπει να μείνουν απ' έξω εκείνοι που δεν θα απαντήσουν στην πρόσκλησή μου... Ετοιμάσου γιατί όταν όλα θα είναι έτοιμα, μια μέρα που δεν θα το περιμένει κανείς, θα κάνω μια μεγάλη γιορτή...


ΧΡΙΣΤΕ,

Σ' ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕΣ


http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/12/blog-post_24.html

Divine Services on the Nativity of Christ

Next to Pascha, the Nativity of Christ is the most joyous festival, and may justly be called the "Winter Pascha." The celebration of the Nativity of Christ was established very early, possibly already in the first century. But until the end of the fourth century, the Nativity of Christ was celebrated with His Baptism on the 6th of January (the 19th according to the New Style) and was called Theophany. Beginning in the fourth century, the Nativity of Christ began to be celebrated on the 25th of December (on the day of the pagan festival in honor of the "Invincible Sun"). At present, this takes place on the 7th of January according to the Gregorian Calendar. The Church prepares the faithful for a worthy celebration of the Nativity of Christ by a forty-day fast, which begins on the 15 th/28th of November, on the day after the commemoration of the Apostle Philip (hence "Philip's Fast"). Orthodox Christians spend the Eve of the Nativity of Christ in strict fasting. According to the Typicon, on this day one may only eat sochivo (boiled wheat with honey), so this day is called Sochel'nik.

On the Eve of the Nativity of Christ, the "Royal Hours" are performed. This divine service differs from the usual "Hours" by the reading of special "paremias" (readings from the Bible, primarily from the Old Testament) corresponding to the feast. Furthermore, the Apostol and Gospel are read.

The Liturgy of St. Basil the Great is then performed with Vespers. At this Vespers, the stichera on "Lord, I have cried," depict both the inner significance and the outward picture of the Nativity of Christ. Thus, we hear how, with the Incarnation of the Son of God, the strife between God and men ceases, the fiery sword of the angel (blocking the entry to paradise) is turned back, and we receive access to paradise. We also hear of the doxology of the angels, of Herod's confusion, and of the unification of all men under the authority of the Roman emperor Augustus.

Additional paremias are read at Vespers. The first paremia (Gen. 1:1-13) speaks of the creation of man by God. The second (Num. 24:2-9, 17-18) speaks of the prophetic significance of the star out of Jacob and the birth of the Messiah, to whom all men will submit. The third (Micah 4:6-7, 5:2-4) speaks of the birth of Christ in Bethlehem. The fourth (Isaiah 11:1-10) speaks of the Rod (i.e., the Messiah) that would come forth from the root of Jesse and of the fact that the Spirit of God would rest upon Him. The fifth (Baruch 3:36-38; 4:1-4) speaks of the appearance of God on earth and of His life among men. The sixth (Dan. 2:31-36, 44-45) prophecies the restoration of the Heavenly Kingdom by God. After the conclusion of the Liturgy, the priests stand before the icon of the feast in the middle of the Church, and glorify Christ with the singing of the troparion and the kontakion of the feast.

In the evening, on the Eve of the Nativity of Christ, a solemn All-night Vigil is served. This begins with Great Compline and the triumphant singing of the verses: God is with us, containing a prophecy of the birth of the Messiah (see Isaiah 7:14, 8:8-15 and 9:6-7). The stichera at the Litia express the triumph of heaven and earth, of angels and men, who rejoice over the descent of God to the earth and the spiritual and moral change in men that followed. The stichera for the Aposticha proclaim that a most glorious miracle has been performed: the Word is born incorruptibly from a Virgin and is not separated from the Father. After "Now lettest Thou Thy servant depart," the following troparion is sung.

Troparion

Thy Nativity, O Christ our God, shined the light of knowledge upon the world: for therein they that adored the stars were taught by a star to worship Thee, the Sun of righteousness, and to know Thee, the Dayspring from on high: O Lord, glory be to Thee.

Before the reading of the Six Psalms at the beginning of Matins, the church choir joins with the heavenly choir to sing: Glory to God in the highest, and on earth, peace, good will among men.

In the Canon, the thought is expressed that He Who was born of the Virgin is not a simple man, but God, Who has appeared in the flesh on earth for the salvation of men, as was foretold concerning Him in the Old Testament. In the Canon, Jesus Christ is called the Benefactor Who has reconciled us with God, and the Father Who has freed us from the authority of the devil and saved us from sin, the curse and death (see the Canon of Matins below). After the sixth ode of the Canon and the Small Litany is sung the following kontakion.

Kontakion

Today the Virgin giveth birth to Him Who is beyond being, and the earth offereth a cave to Him Who is unapproachable; angels doxologize with shepherds, and Magi journey with a star; for a young Child, the pre-eternal God, is born for our sake.

On the very feast of the Nativity, at the beginning of the Liturgy, instead of the psalms "Bless the Lord, O my soul" and "Praise the Lord, O my soul," special antiphons are sung. The prokeimenon before the Apostol expresses the worship of Jesus Christ by all creation: Let all the earth worship Thee and chant unto Thee; let them chant unto Thy name, O Most High. The reading from the Apostol explains how, through the incarnation of Jesus Christ, we have become children of the Heavenly Father: But when the fullness of the time was come, God sent forth his Son, made of a woman, made under the law, to redeem them that were under the law, that we might receive the adoption of sons. And because ye are sons, God hath sent forth the Spirit of his Son into your hearts, crying, Abba, Father. Wherefore thou art no more a servant, but a son; and if a son, then an heir of God through Christ (Gal. 4:4-7). The Gospel reading tells of the adoration by the Magi of the Lord Who had been born.

The Incarnation of the Son of God

The parable of the lost sheep speaks graphically and vividly of the purpose of the coming of the Son of God into the world. The good shepherd leaves the ninety-nine sheep, by which is meant the angelic world, and sets out for the mountains in order to seek out his lost sheep - the human race perishing in sins. The shepherd's great love for the perishing sheep is evident not only in the fact that he solicitously seeks it, but especially in the fact that after finding it, he takes it upon his shoulders and carries it back. In other words, God, by His power, returns to man the innocence, holiness and blessedness lost by him; having united Himself with our human nature, the Son of God, according to the word of the Prophet, hath borne our griefs, and carried our sorrows (Isaiah, Ch. 53).

Christ became man not only to teach us the true way and to show us a good example. He became man in order to unite us with Himself, to join our feeble, diseased human nature to His divinity. The Nativity of Christ testifies to the fact that we attain the ultimate aim of our life not only by faith and by striving for good, but chiefly by the regenerating power of the incarnate Son of God, with Whom we are united.

Delving deeply into the mystery of the incarnation of the Son of God, we see that it is closely bound up with the mystery of Holy Communion and with the Church, which, according to apostolic teaching, is the mystical Body of Christ. In the Holy Communion of the Body and Blood of Christ, a man is joined to the divine-human nature of Christ; he unites with Him and in this union is wholly transfigured. At the same time, in Holy Communion, a Christian unites also with other members of the Church - and thus the mystical Body of Christ grows.

Heterodox Christians who do not believe in Holy Communion understand union with Christ in an allegorical, metaphorical sense, or in the sense of only a spiritual communion with Him. But for spiritual communion, the incarnation of the Son of God is superfluous. After all, even before the Nativity of Christ, the prophets and the righteous were counted worthy of grace-filled communion with God.

One must understand that man is ill not only spiritually, but also physically: all of human nature has been harmed by sin. It is essential, therefore, to heal the whole man, not only his spiritual part. To remove any doubt in the necessity for total communion with Himself, the Lord Jesus Christ, in His discourse on the Bread of Life, speaks thus: Except ye eat the flesh of the Son of man, and drink his blood, ye have no life in you. Whoso eateth my flesh, and drinketh my blood, hath eternal life; and I will raise him up at the last day... He that eateth my flesh, and drinketh my blood, dwelleth in me, and I in him (John 6:53-54, 56). Later, Christ uses the metaphor of the grapevine to explain to His disciples that it is precisely in close union with Him that man receives the strength essential for spiritual development and perfection: As the branch cannot bear fruit of itself, except it abide in the vine; no more can ye, except ye abide in me. I am the vine, ye are the branches: He that abideth in me, and I in him, the same bringeth forth much fruit: for without me ye can do nothing (John 15:4-5).

Some holy Fathers have justly likened Holy Communion to the mystical tree of life, from which our primogenitors ate in Eden, and which afterwards St. John the Theologian saw in paradise (Gen. 2:9, Rev. 2:7, 22:2). In Holy Communion, a Christian is joined to the immortal life of the God-Man.

Thus, the purpose of the incarnation of the Son of God lies in the spiritual and physical regeneration of man. Spiritual renewal is accomplished throughout the course of a Christian's whole life. But the renewal of his physical nature is completed on the day of the general resurrection of the dead, when the righteous shall shine forth as the sun in the kingdom of their Father (Matt. 13:43).

The Nativity of Christ

Preceding the Nativity of Jesus Christ, there was a general expectation of the Saviour. The Jews expected His coming on the basis of prophecies, and all the prophecies relating to the coming of the Son of God had been fulfilled. For example, the Patriarch Jacob had foretold that the Saviour would come when the scepter would depart from Judah (Gen 49:10). The prophet Daniel had foretold that the Kingdom of the Messiah would begin at the seventieth week (490 years) after the issuance of a command concerning the restoration of Jerusalem, during the era of a powerful pagan kingdom, which would be as strong as iron (Dan 9:24-27). And, indeed, at the end of Daniel's seventy weeks, Judæa fell under the dominion of the mighty Roman Empire, while the scepter passed from Judah to Herod, an Idumæan by birth.

The pagans also, in misery from unbelief and a general dissipation of morals, expected a Deliverer with impatience. Men, having fallen away from God, began to deify earthly good things, wealth and worldly glory. The Son of God rejected these worthless idols as the fruit of sin and human passions and was pleased to come into the world under the most modest conditions.

Two Evangelists describe the events of the Nativity: Apostles Matthew (of the twelve) and Luke (of the seventy disciples). Since the Evangelist Matthew wrote his Gospel for the Hebrews, he set himself the aim of proving that the Messiah descended from the forefathers Abraham and King David, as had been foretold by the prophets. Therefore, the Evangelist Matthew begins his narrative of the Nativity of Christ with a genealogy (Matt. 1:1-17).

Knowing that Jesus was not the son of Joseph, the Evangelist does not say that Joseph begat Jesus, but says that Jacob begat Joseph, the husband of Mary, from whom was born Jesus, Who is called Christ. But why, then, does he adduce Joseph's genealogy and not Mary's? The Hebrews did not have the custom of reckoning genealogies according to the female line, but their Law commanded a man to take a wife without fail from the tribe to which he belonged. Therefore, the Evangelist, not deviating from custom, adduces Joseph's genealogy, to show that Mary, Joseph's wife, and consequently also Jesus, descend from the same tribe of Judah and clan of David.

The most holy Virgin, informed by the Archangel Gabriel that she had been chosen to become the mother of the Messiah, set out for a meeting with Elizabeth, being only the espoused bride of Joseph. Almost three months had already passed since the good tidings of the angel. Joseph, who had not been initiated into this mystery, noticed her condition; her outward appearance gave him cause to consider unfaithfulness. He could have publicly denounced her and subjected her to the severe punishment established by the Law of Moses, but, in accordance with his goodness, he did not want to resort to such a drastic measure. After long vacillations, he decided to put his bride away secretly, without making any publicity, having delivered to her a bill of divorcement.

But an angel appeared to Joseph in a dream and declared that the bride espoused to him would give birth from the Holy Spirit; therefore he advised Joseph, 'fear not to take unto thee Mary thy wife.' And he was further instructed to name the Son born of her Jesus (Ieshua), that is, Saviour, since He would save His people from their sins. Joseph recognized this dream as inspiration from on high and obeyed it, taking Mary as his wife, but knew her not, that is, he lived with her not as a husband with a wife, but as a brother with a sister (or, judging from the enormous difference in years, rather as a father with a daughter). In narrating this, the Evangelist adds for himself: Now all this was done, that it might be fulfilled which was spoken of the Lord by the prophet, saying, Behold, a virgin shall be with child, and shall bring forth a son, and they shall call his name Emmanuel (Isaiah 7:14). The name "Emmanuel" means "God with us." Here, Isaiah is not calling the One born of the Virgin Emmanuel: he is saying that men will call him such. Thus, this is not the proper name of the One born of the Virgin, but only a prophetic indication that God will be in His person.

The holy Evangelist Luke notes that the time of the Nativity of Christ coincided with a census of the inhabitants of the Roman Empire. This census was carried out in accordance with the command of Cæsar Augustus, that is, the Roman emperor Octavian, who had received the title Augustus ("sacred") from the Roman Senate. The edict on the census came out in the 746th year from the founding of Rome, but in Judæa the census began approximately in the 750th year, during the final years of the reign of Herod, who was surnamed the Great.

The Hebrews reckoned their genealogies according to tribes and clans. This custom was so strong that, having learned of the command of Augustus, they went to be registered each to the town of his clan. Joseph and the Virgin Mary descended, as is well known, from the clan of David. Therefore, they went to set out for Bethlehem, called the city of David because David was born there. Thus, by God's Providence, the ancient prophesy of the Prophet Micah was fulfilled, that Christ would be born precisely in Bethlehem: But thou, Bethlehem Ephratah, though thou be little among the thousands of Judah, yet out of thee shall come forth unto me that is to be a ruler in Israel; whose goings forth have been from of old, from everlasting (Micah 5:2, Matt. 2:6).

According to Roman laws, women were subject to the universal census equally with men. Therefore, Joseph went to Bethlehem not alone, but with the Most Holy Virgin. An unexpected journey to his native Bethlehem, a journey so close to the delivery of the Infant, must have convinced Joseph that Cæsar's decree was providential, directing events for the Son of Mary to be born precisely where the Messiah-Saviour ought to be born.

After an exhausting journey, the elderly Joseph and the Virgin Mary arrived in Bethlehem. There was no room in the inn for the mother of the Saviour of the world, and she, with her companion, was forced to lodge in a cave, where livestock were driven from pasture during bad weather. Here, during a winter night, under the most wretched conditions, the Saviour of the world - Christ - was born.

Having borne a Son, the Most Holy Virgin herself swaddled Him and laid Him in a manger. In these brief words, the Evangelist informs us that the Mother of God gave birth painlessly. The Evangelist's expression, brought forth her firstborn son, causes unbelievers to say that, after Jesus the first-born, the Most Holy Virgin had other children, since the Evangelists mention the "brethren" of Christ (Simon, Joses, Judas and James). However, according to the Law of Moses (Ex. 13:2), every infant of the male sex that openeth the womb was called the first-born, even if he were the last. The so-called "brethren" of Jesus in the Gospels are not His own brothers, but only relatives, the children of the aged Joseph by his first wife, Salome, and also the children of Mary the wife of Cleophas (whom the Evangelist John calls his mother's sister). In any case, they all were much older than Christ and therefore could not in any way be the children of the Virgin Mary.

Jesus Christ was born at night, when everyone in Bethlehem and its environs was sleeping. Only the shepherds, who were watching over the flock entrusted to them, were not sleeping. Unto these modest men, who labored and were heavy laden, an angel appeared with the joyous tidings of the birth of the Saviour of the world. The resplendent light surrounding the angel amidst the nocturnal darkness frightened the shepherds. But the angel at once calmed them, saying: Fear not: for, behold, I bring you good tidings of great joy, which shall be to all people. For unto you is born this day in the city of David a Saviour, which is Christ the Lord. By these words, the angel gave them to understand the true purpose of the Messiah, Who had come not for the Jews alone, but for all people, for joy would be to all people who would accept Him as the Saviour. The angel explained to the shepherds that they would find Christ, the Lord Who had been born, in swaddling clothes, lying in a manger.

Why did an angel not announce the birth of Christ to the Jewish elders, to the scribes and the Pharisees, calling them also to worship the Divine Infant? Because these blind leaders of the blind had ceased to understand the true meaning of the prophecies concerning the Messiah and, on account of their exclusiveness and haughtiness, they imagined that the Deliverer would appear in the full splendor of a majestic conqueror-king, to subjugate the whole world. The modest preacher of peace and love toward one's enemies was unacceptable to them.

The shepherds did not doubt that the angel had been sent to them from God, and therefore they were counted worthy to hear the triumphant heavenly hymn: Glory to God in the highest, and on earth peace, good will among men. The angels glorify God, Who had sent the Saviour to men, for from that time, the peace of the conscience has been restored and the enmity between heaven and earth, which arose as a consequence of sin, has been eliminated.

The angels withdrew, while the shepherds hastily set out for Bethlehem; they found the Infant lying in a manger and were the first to worship Him. They told Mary and Joseph about the event that had brought them to the cradle of Christ; they told the same to others also, and all that heard their story were astonished. But Mary kept all these things, and pondered them in her heart, i.e., she remembered all that she had heard. The Evangelist Luke, who describes many events in the life of the Virgin, such as the Annunciation and the details of the birth of Christ (Luke, Ch. 2), evidently wrote from her words. On the eighth day after his birth, the Infant was circumscribed as prescribed by the Law of Moses.

Monday, December 22, 2014

Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό, μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη! ( Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου )



Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό , μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη. Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της τιμής που μας έκανε. Ύστερ' από τις τόσες ευεργεσίες Του, φανήκαμε αχάριστοι αλλά και ασύνετοι.Αφήσαμε τον διάβολο να μας γυμνώσει από' όλες τις θεϊκές δωρεές.

Κι έτσι, εμείς, που αξιωθήκαμε να είμαστε παιδιά και αδέλφια και κληρονόμοι του Θεού ,δεν ξεχωρίζουμε καθόλου από τους εχθρούς Του, που χλευάζουν τη μεγαλοσύνη Του και καταπατούν τον νόμο Του.


«Αλίμονο, ψυχή μου!», αναφωνώ μαζί με τον προφήτη. «Χάθηκε η ευσέβεια από τη γη. Ούτ' ένας δεν υπάρχει που να κάνει το καλό» ( Μιχ. 7:1-2 ).

Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τα λόγια μου υπερβολικά. Άλλοι ίσως και να γελούν. Τόσο ανόητοι είμαστε, που γελάμε για όσα θα έπρεπε να κλαίμε. «Γιατί η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανό, για να τιμωρήσεικάθε ασέβεια και αδικία των ανθρώπων» ( Ρωμ. 1: 18 ).

«Ο Θεός, ο Θεός μας θα έρθει φανερά και θα λύσει πια τη σιωπή Του. Μπροστά Του θα πηγαίνει φωτιά δυνατή, ολόγυρά Του θα ξεσπάει καταιγίδα σφοδρή» (Ψαλμ. 49:3). «Η φωτιά, που θα προπορεύεται, θα κατακαίει γύρω τους εχθρούς Του» (Ψαλμ.96:3). «Να, έρχεται η μέρα του Κυρίου σαν αναμμένο καμίνι» (Μαλ. 4:1).

Κανένας δεν δίνει σημασία σε τούτες τις προρρήσεις των Γραφών. Τα φοβερά λόγια των προφητών περιφρονούνται σαν παραμύθια. Πώς, λοιπόν, θα σωθούμε; Πώς θ' αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία;«Χαθήκαμε, αφανιστήκαμε» (Αριθ. 17:27), γίναμε περιγέλια των απίστων, των ειδωλολατρών και των δαιμόνων.

Ο διάβολος καμαρώνει και χαίρεται. Οι φύλακες άγγελοί μας είναι ντροπιασμένοι και σκυθρωποί. Και οι κήρυκες της Εκκλησίας, που μάταια μας καλούν καθημερινά σε μετάνοια, απογοητευμένοι από την αδιαφορία μας, καταφεύγουν, σαν τους προφήτες του Ισραήλ, στα άψυχα στοιχεία, που, μολονότι άλογα, υποτάσσονται πάντα στους νόμους και όρους του Κτίστη τους, χωρίς ποτέ να παραβαίνουν τη θεία τάξη: «Άκου, ουρανέ, και βάλε στ' αυτιά σου, γη, γιατί μιλάει ο Κύριος: «Γέννησα παιδιά και τα μεγάλωσα, αυτά όμως μ' αρνήθηκαν»» (Ησ. 1:2).

Εμάς αφορούν αυτά τα λόγια. Εμείς αρνηθήκαμε τον Πλάστη και Ευεργέτη μας. Εμείς γίναμε πιο άλογοι κι από τα άλογα κτίσματα, καταπατώντας τους φυσικούς και θεόσδοτους νόμους. Καιρός είναι, λοιπόν, να μετανοήσουμε. Καιρός είναι να συνέλθουμε. Όσοι από μας είναι ακόμα υγιείς, ας βοηθήσουν τους αρρώστους.

Όσοι είναι όρθιοι, ας απλώσουν φιλάδελφα το χέρι τους στους πεσμένους. Όσοι βαδίζουν σταθερά στο δρόμο της σωτηρίας, ας προσελκύσουν κι εκείνους που τριγυρνούν στις γκρεμοτοπιές της απώλειας. Ας μη νοιαζόμαστε μόνο για το συμφέρον μας, αλλά και για την ωφέλεια των αδελφών μας. Όλοι φροντίζουμε ν' αυξήσουμε τα κέρδη μας, κανένας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ανάγκη. Όλοι απλώνουμε τα χέρια για να πάρουμε, κανένας για να δώσει. Όλοι σκεφτόμαστε πώς θα παρατείνουμε την επίγεια ζωή μας, κανένας πώς θα σώσει την ψυχή του.

Όλοι φοβόμαστε την επίγεια δυστυχία, κανένας δεν τρέμει την αιώνια κόλαση. Άφατη είναι η οδύνη της ψυχής μου για την πώρωσή μας. «Ποιος μπορεί να κάνει το κεφάλι μου πηγάδι με νερό και τα μάτια μου πηγές δακρύων, για να κλαίω το λαό μου τούτο μέρα και νύχτα;» (Ιερ. 9:1).

Ίσως μερικοί από σας να λένε με δυσφορία: «Όλο για δάκρυα και θρήνους μας μιλάει αυτός εδώ, όλα μαύρα κι άραχνα τα βλέπει». Δεν θα το ήθελα , πιστέψτε με, δεν θα το ήθελα. Μόνο χαρά κι ευφροσύνη θα ποθούσα να νιώθω, μόνο επαίνους και εγκώμια ν' αναφέρω. Μα δεν είναι καιρός για τέτοια. Τι κι αν δεν κλαίω, αφού τα έργα μας είναι για κλάματα; Τι και αν δεν θρηνώ, αφού τα έργα μας είναι αξιοθρήνητα; Σας ενοχλεί η θρηνολογία μου; Αλλά γιατί δεν σας ενοχλούν οι αμαρτίες σας; Είναι αποκρουστικός ο οδυρμός μου; Αλλά μήπως δεν είναι, και περισσότερο μάλιστα, ο αντίθετος βίος σας; Μην πέσετε στην κόλαση, και δεν πενθώ.

Μην πεθάνετε ψυχικά, και δεν κλαίω. Βλέποντάς σας, όμως, να χάνεστε, πώς να μη λυπάμαι; Πατέρας σας είμαι, πατέρας πνευματικός και φιλόστοργος. Ακούστε τι λέει ο Παύλος: «Παιδιά μου, (που σας γέννησα πνευματικά), για την αναγέννησή σας πάλι περνώ τους πόνους της (πνευματικής) γέννας» (Γαλ. 4:19). Ποια επίτοκη γυναίκα αφήνει τόσο πικρή φωνή, σαν αυτή του απόστολου;

Ω, αν μπορούσατε να καταλάβετε και τον δικό μου πόνο, αν μπορούσατε να δείτε τη φωτιά που καίει την καρδιά μου, θα διαπιστώνατε πως υποφέρω πολύ περισσότερο από τη νιόπαντρη, που χάνει τον άνδρα της, κι από τον πατέρα, που χάνει τον γιο του. Υποφέρω, γιατί η ζωή σας είναι γεμάτη ψεύδη και συκοφαντίες, διαμάχες και μίση, αδικίες και κλοπές, μοιχείες και ασέλγειες, κακουργίες και φόνους. Υποφέρω, γιατί και όσοι από σας δεν διαπράττουν τέτοια αμαρτήματα, πέφτουν καθημερινά στην κατάκριση και στην καταλαλιά. Νομίζουν πως είναι χριστιανοί, αλλά δεν φροντίζουν να είναι ευάρεστοι στο Χριστό, δεν προσέχουν τον εαυτό τους, δεν αφοσιώνονται στην θεραπεία της ψυχής τους.

Με τους άλλους ασχολούνται, τους άλλους κρίνουν, τους άλλους καταδικάζουν σαν αμείλικτοι δικαστές. «Ο τάδε είναι ανάξιος για το αξίωμα της ιερωσύνης», αποφαίνονται. «Ο δείνα είναι άσεμνος». «Ετούτος είναι υποκριτής». «Εκείνος είναι αλήτης». «Ο άλλος είναι συμφεροντολόγος».
Αντί, όμως να λυπόμαστε και να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες, κρίνουμε τους συνανθρώπους μας. Ακόμα κι αν δεν αμαρτάναμε, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα χαρίσματα του κόσμου, ακόμα κι αν ήμασταν ανώτεροι απ' όλους τους ανθρώπους, δεν θα έπρεπε να κρίνουμε κανέναν. «Αλήθεια», ρωτάει τον καθένα μας, ο Απόστολος Παύλος, «ποιος σ' έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Ποιο χάρισμα έχεις, που να μην το έλαβες από το Θεό; Αφού, λοιπόν, το έλαβες, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο;» (Α΄ Κορ. 4:7).

Πολύ περισσότερο τώρα, που καθημερινά αμαρτάνουμε με τον ένα ή το άλλο τρόπο, δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεστομίζουμε κακό λόγο για οποιοδήποτε αδελφό μας. «Γι' αυτό», ξαναλέει ο σοφός Παύλος «είσαι αδικαιολόγητος, άνθρωπέ μου, εσύ που κρίνεις τον άλλο. Κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί κι εσύ, ο κριτής, τα ίδια κάνεις.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
 


http://www.agioritikovima.gr

Ὁ φαρδύς δρόμος ὁδηγεῖ στήν κόλαση ( Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης )



Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι βαριές, εἶναι πολύ ἐλαφριές, ἀνακουφίζουν, δροσίζουν καί δημιουργοῦν καί φτιάχνουν μακαριότητα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό ὁ Χριστός μας δέν ζήτησε πολλά πράγματα.

Καί στή Δευτέρα Παρουσία δέν θά πεῖ «γιατί δέν ἀσκητεύσατε…». Ὄχι. Θά πεῖ «γιατί δέν ἐλεήσατε, γιατί δέν θρέψατε, γιατί δέν ντύσατε, γιατί δέν ἀνακουφίσατε τό φυλακισμένο». Τί εἶναι αὐτά; Ἔργα ἀγάπης. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Χριστός «Ποιός εἶναι αὐτός ποὺ μέ ἀγαπάει; Αὐτός πού τηρεῖ τίς ἐντολές μου. Ἐκεῖνος πού δέ μέ ἀγαπάει δέν τηρεῖ τίς ἐντολές μου».

Μέ τόν ἔλεγχο πού ἔκανε στούς ἐξ ἀριστερῶν, ἤθελε νά τούς πεῖ, ὅτι «ἐσεῖς δέν εἴχατε ἀγάπη καί ἐφόσον δέν εἴχατε ἀγάπη, δέν μπορεῖτε νά μπεῖτε στό νυμφώνα τῆς ἀγάπης». Ὁ νυμφώνας τῆς ἀγάπης κερδίζεται μόνο μέ τήν ἀγάπη καί τή θυσία. Γι’ αὐτό θά πρέπει, μέ τήν ἀγάπη καί τήν ταπείνωση, νά περάσουμε στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Στενή καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν. Ὁ φαρδύς δρόμος ὁδηγεῖ τούς ἀνθρώπους στήν κόλαση. Ποιός εἶναι ὁ φαρδύς δρόμος; Ἡ ξένοιαστη κοσμική ζωή, καί ὅταν περνοῦν οἱ μέρες μας ἄδειες…

Δέν πρέπει νά μᾶς πλανᾶ ὁ διάβολος• καί νά προσπαθήσουμε, κατά τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ μας, νά καθαρίσουμε τό ἔσωθεν τοῦ ποτηρίου πού εἶναι ἡ ψυχή μας, ἡ καρδιά μας, ὁ νοῦς μας. Ἄν τό μέσα τοῦ ποτηρίου, λέει, τό κάνεις, ἄνθρωπε, καθαρό καί τό ἔξωθεν θά εἶναι καθαρό. Ὑποκριτά, μήν κάνεις τό ἔξω, καί τό μέσα τό ἀφήνεις ἀκάθαρτο. Στά μάτια τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλα φανερά. Τούς ἀνθρώπους θά τούς ξεγελάσουμε, θά δείξουμε ἄλλο πρόσωπο, ἀλλά τά μέσα μας εἶναι γνωστά στό Θεό. Νά φροντίσουμε μέσα μας νά τακτοποιηθοῦμε, ν’ ἀλλάξουμε. Τό χρόνο πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός νά τόν γεμίσουμε μέ καλά ἔργα, μέ καλές σκέψεις, μέ ἁγνά αἰσθήματα.

Νά μήν καθόμαστε καί ἀσχολούμαστε μέ ἀργολογίες, νά μήν ἀσχολούμαστε μέ συζητήσεις ἄκαιρες καί βλαβερές. Ν’ ἀπαλλάξουμε τή γλώσσα μας ἀπό τό νά κρίνουμε τούς ἀνθρώπους, τόν ἀδελφό μας, τόν πλησίον μας. Ὄχι, ὄχι μήν τό κάνουμε αὐτό. Νά κρίνουμε τόν ἑαυτό μας, νά καταδικάσουμε τόν ἑαυτό μας. Ἄν τόν καταδικάσουμε, θά τόν ἀπαλλάξουμε τῆς καταδίκης του Θεοῦ. Ἄν καταδικάσουμε, θά καταδικαστοῦμε κι ἄν κρίνουμε, θά κριθοῦμε, καί μέ ὅποια μεζούρα μετρήσουμε θά μᾶς μετρήσει ὁ Θεός.

Ἡ κάθε στιγμή πού περνάει δέν ξαναγυρνάει. Ὁ διάβολος μᾶς κερδίζει χρόνο, μᾶς ἀπασχολεῖ μέ πράγματα γήινα καί πρόσκαιρα προκειμένου νά μᾶς κερδίσει τό χρόνο νά μήν τόν ἔχουμε, ὥστε νά μήν προσφέρουμε περισσότερα στό Θεό καί στήν ψυχή μας. Ἄς προσέξουμε ὅσο μποροῦμε νά εἴμαστε ἐν ἐγρηγόρσει, νά γρηγοροῦμε στό μυαλό, στήν καρδιά, νά μήν ἀφήνουμε σκέψεις, νά μήν ἀφήνουμε τήν καρδιά μας νά μολύνεται. [...] Πόσες φορές ἄν θά ἐλέγξουμε τή συνείδησή μας, θά δοῦμε ὅτι δέν προσέχουμε. Ἑπομένως δημιουργοῦμε σκάνδαλο. Αὐτές τίς ἁμαρτίες δέν τίς γνωρίζουμε. Νά τίς ἐξαγορευθοῦμε καί νά σβήσουν.

Γι’ αὐτό θά τά προσέχουμε ὅλα αὐτά τά πράγματα, γιά νά εἴμαστε ἕτοιμοι. Ὁ θάνατος εἶναι φοβερός, δέν εἶναι παιχνίδι. Ἐάν κανείς ἀπό μᾶς ἔχει γνωρίσει λίγο περί θανάτου, ἄν κινδύνεψε ἀπό ἀσθένεια, εἶδε πόσο φοβερό εἶναι. Βλέπετε πῶς δακρύζει ὁ ἄνθρωπος ἤ καί κλαίει καί τρέχουν τά μάτια του κατά τήν ὥρα τήν ἐπιθανάτια; Γιατί κλαίει; Γιατί βλέπει ὅτι ἔρχονται οἱ ἐνάντιες δυνάμεις, ἔρχονται τά δαιμόνια ν’ ἁρπάξουν τήν ψυχή. Κι ἡ ψυχή τρέμει σάν τό φθινοπωρινό φύλλο στόν ἐλάχιστο ἄνεμο.

Λέει τό τροπάριο τῆς νεκρώσιμης ἀκολουθίας:
«οἷον ἀγῶνα ἔχει ἡ ψυχή χωριζομένη τοῦ σώματος, πόσα δάκρυα τότε; Πρός τούς ἀγγέλους τά ὄμματα τρέπουσα ἄπρακτα καθικετεύει, πρός τούς ἀνθρώπους τάς χεῖρας ἐκτείνουσα οὐκ ἔχει τόν βοηθοῦντα».

Λέει, στρέφει τά μάτια στούς ἀγγέλους δέν παίρνει τίποτα. Γιατί οἱ ἄγγελοι λένε «κατά τά ἔργα σου ἀλληλούια». Θά σέ βοηθήσουμε, ἀλλά ἔπρεπε νά βοηθήσεις κι ἐσύ μέ τά ἔργα σου. Σηκώνει τά χέρια πρός τούς ἀνθρώπους, βοηθῆστε με. Κι ἐκεῖνοι λένε: τί νά σέ βοηθήσουμε, τόν ἑαυτό μας δέν μποροῦμε νά βοηθήσουμε, ἐσένα θά βοηθήσουμε; Καί τότε βάζει μυαλό ὁ κάθε ἄνθρωπος. Τί μπορεῖ ὅμως νά κάνει ἐκείνη τήν ὥρα, ἀφοῦ ξεψυχάει;

Αὐτή τή μελέτη, αὐτή τήν ἀλήθεια, αὐτή τήν πραγματικότητα τήν ὁποία βλέπουμε νά τήν ζεῖ κάθε δικός μας ἄνθρωπος ποὺ φεύγει ἀπό τή ζωή, γιατί δέ μᾶς γίνεται μάθημα νά τακτοποιήσουμε τόν ἑαυτό μας τώρα, ὥστε ὅταν ἔρθει αὐτή ἡ περίπτωση, ἡ ὥρα, νά εἴμαστε ἕτοιμοι;

Ναί μέν θά πικραθοῦμε, ὁ θάνατος εἶναι ἀπό φύσεως σκληρός καί πικρός, ἀλλά ὅταν ἡ συνείδηση δέν μᾶς καταμαρτυρεῖ, βάλσαμο ἔρχεται στήν ψυχή. Ἡ ψυχή ἐλπίζει, τῆς γίνεται μία αἴσθηση ὅτι κάτι θά γίνει.

Γι’ αὐτό λοιπόν, πρίν ἔρθει αὐτή ἡ φοβερή ὥρα, πρίν ἔρθει αὐτή ἡ πρώτη κρίση τῆς ψυχῆς ἀπό τή μεγάλη κρίση τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ἄς ἑτοιμαστοῦμε, ἄς προσέξουμε, ἄς βιαστοῦμε τώρα, ὄχι αὔριο καί μεθαύριο.

Ἀπό σήμερα, ἀπ’ αὐτή τή στιγμή, μέσα στήν ψυχή μας μετάνοια κι ἐπιστροφή στό Θεό. Κι ὅταν ὁ Θεός δεῖ αὐτή τήν καλή διάθεση ἀπό μέρους μας, θά μᾶς βοηθήσει. Καί αὐτή τή μικρή διάθεση θά τήν κάνει μεγάλη, ὥστε νά ἐπιτελεστεῖ αὐτή ἡ μεγάλη σωτηρία τῶν ψυχῶν μας.


http://agiameteora.net/

«Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ»



Κάθισμα
Τί θαυμάζεις, Μαριάμ, τί ἐκθαμβεῖσαι ᾧ ἐν σοί;
Ὅτι ἄχρονον υἱόν χρόνῳ ἐγέννησα, φησί,
τοῦ τικτομένου τήν σύλληψιν μή διδαχθεῖσα.
Ἄνανδρος εἰμι, καί πῶς τέξω υἱόν;
ἄσπορον γονήν τίς ἑώρακεν;
ὅπου Θεός γάρ βούλεται
νικᾶται φύσεως τάξις, ὡς γέγραπται.
Χριστός ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου
ἐν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας.


http://agiameteora.net/index.php/xristougennon/6654-doksa-n-psistois-the.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...