Όταν πηγαίνεις να κοινωνήσεις τα άχραντα μυστήρια, πρόσεχε πολύ, έλεγε σε έναν αδελφό. Πρέπει να πηγαίνεις με πολλή προετοιμασία. Να έχεις σύνεση, εγκράτεια, νηστεία και πολλή αγάπη Χριστού. Να μην καθυστερείς περισσότερο από 15 μέρες.
Αυτό το τελευταίο αφορούσε τη δική του περίπτωση, και φυσικά στον καθένα έλεγε αυτό που του ταίριαζε.
Αγιος Πορφύριος
Κύριε γνώρισέ μου αυτόν τον άγνωστο.
Ξέρω το όνομά μου, την ηλικία μου, το βάρος μου, το χρώμα των μαλλιών μου, όμως τον εαυτό μου δεν τον γνωρίζω.
Αυτός σε μένα τον ίδιο, παραμένει κρυμμένος και άγνωστος. Εσύ όμως Χριστέ μου, που «εξετάζεις νεφρούς και καρδιές» τον γνωρίζεις.
Εσύ γνωρίζεις κάθε άνθρωπο ερχόμενο εις τον κόσμο, «εκ κοιλίας μητρός αυτού».
Εσύ κρατάς στα πλαστουργικά σου χέρια την φωτογραφία του μυστικού και αγνώστου εαυτού μου, σε όλες τις λεπτομέρειες.
Τι δεν θα έδινα να αποκτήσω αυτή την φωτογραφία Κύριέ μου!
Να την κρατήσω μπροστά στα μάτια μου.
Να δω επί τέλους ποιός είμαι.
Μια μυστική φωνή μου λέει πως δεν θα άντεχα να δω τη φωτογραφία μου αυτή.
Και αν την έβλεπα, πως δεν θα μπορούσα να αναγνωρίσω τον εαυτό μου.
Γι’ αυτό Κύριε είμαι ευχαριστημένος που Εσύ, γεμάτος αγάπη για μένα, κρατάς αποκλειστικά δική σου την φωτογραφία του πραγματικού εαυτού μου.
Γιατί ξέρω πως Εσύ θα δουλέψεις μέσα μου για να αποκαταστήσεις την πραγματική εικόνα του εαυτού μου και να την παρουσιάσεις μη έχουσα σπίλο ή ρυτίδα αλλά ίνα αγία και άμωμος.
Κύριε θέλω να σου δώσω την δυνατότητα να επεξεργασθείς μέσα μου τον εαυτό μου..
Εαυτέ μου ,
Σκάβε βαθειά το πηγάδι της αυτογνωσίας, της αυτομελέτης. Ερεύνα το θέλημα του Θεού για τη ζωή σου. Γίνου αναζητητής για βρεις μαργαριτάρια και ψηγμάτων χρυσού από το χρυσορυχείο του λόγου του Θεού . (Ματθαίος ικ΄ 44-46)
Σκάβε και άνοιξε το χώρο της υπάρξεώς σου, για να αυξάνονται ποιο πολύ μέσα σου τα αποθέματα της χάριτος του θεού.
Βάλε όλο και ποιο βαθειά μέσα σου «τον θεμέλιον…ως έστιν Ιησούς Χριστός»
(Α. Κορινθίους 3:2) Αν θέλεις να ανέβεις «ψηλά», χαμήλωνε, σκάβε. Σκάβε όλο και ποιο βαθειά.
Άνοιγε Κύριέ μου βαθειά το πηγάδι της αυτογνωσίας και της ταπείνωσης.
Γιατί προσεύχομαι ;
Όχι βέβαια για να απαριθμήσω στον Θεό τις αμαρτίες μου.
Όχι για να καυχηθώ για τα έργα μου.
Όχι για να ικανοποιήσω την συνείδησή μου, ότι δεν παρέλειψα το «καθήκον» της προσευχής.
Όχι για να κατακρίνω τους άλλους «αμαρτωλούς» που συνάντησα στο δρόμο μου.
Ούτε για να αρχίσω ή να τελειώσω «θρησκευτικά» τη μέρα μου.
Αλλά για να ζητήσω από τον πολυεύσπλαχνο Κύριο να καλύψει με το πολύ έλεός του, τα πολλά σφάλματά μου, τα ατελή και ελλιπή έργα μου, την έλλειψη αγάπης και κατανοήσεως των αδελφών μου, τις πολλές αμαρτίες μου.
Για αυτό προσεύχομαι !
Για να ανανεώσω τη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς μου, αλλά και την εμπιστοσύνη μου στο έλεός του Θεού.
Και όταν προσεύχομαι αισθάνομαι πως είμαι μπροστά στον Άγιο Θεό ! "
( Μοναχού Ιωσήφ Γρηγοριάτη , 1915 – 2008 )
Πηγή
The demons have no means of taking possession of a man's spirit or body, no power forcibly to enter his soul, unless they first deprive him of all holy thoughts, and make him empty and devoid of spiritual contemplation.
St. John Cassian
Every affliction tests our will, showing whether it is inclined to good or evil. This is why an unforeseen affliction is called a test, because it enables a man to test his hidden desires.
St Mark the Ascetic
Διήγηση μοναχού από την Αδελφότητα των Ιωασαφαίων, απόσπασμα από αυτό το σημαντικό άρθρο [κεφ. «Οι ζεύγαλοι – Ο γέρο Κώστας»]
…Αλλά και οι λαϊκοί που μένουνε εδώ στο Άγιον Όρος παίρνουνε μία χάρη, παρ’ ότι πολλές φορές βλέπουμε ότι δεν έχουνε και βίο σωστό και πολλές φορές ίσως μας σκανδαλίζουν. Μερικοί λένε: «Τί τους θέλουμε αυτούς τους κοσμικούς εδώ πέρα και δεν τους βγάζει έξω η Ιερά Κοινότης». Σε παλαιότερη εποχή, απ’ ότι μας λέει ο παπά-Ακάκιος των Παχωμαίων που είναι μεγαλύτερος, αποφάσισε ή Ιερά Κοινότης να τους μαζέψει όλους αυτούς -εμείς τους λέγαμε «ζεύγαλους» ή «καβιώτες»- και να τους βγάλει έξω, να τους κάνη εξορία από το Άγιον Όρος, διότι οι περισσότεροι από αυτούς μεθούσανε, πέφτανε στους δρόμους, ζούσαν άσωτη ζωή. Τότε υπήρχαν τα καράβια τα μεγάλα, όπως το «Γεώργιος Φ», που ερχότανε από Θεσσαλονίκη και πήγαινε Καβάλα, και κάθε δεκαπενθήμερο περνούσε από την Δάφνη. Αυτή ήταν η συγκοινωνία του Αγίου Όρους.
Όταν τους μαζέψανε εκεί στην Δάφνη, είπαν: «Μια που είναι τώρα μαζεμένοι όλοι -ίσως να ήταν καμιά πενηνταριά άτομα- να τους βγάλουμε μία φωτογραφία, έτσι για ανάμνηση, για την ιστορία, να τους έχουμε».
Όταν έβγαλαν την φωτογραφία και εμφανίσανε την πλάκα, είδανε επάνω απ’ όλους αυτούς τους «ζεύγαλους» την Παναγία μας να τους σκεπάζει. Παρουσιάστηκε η Παναγία στην πλάκα, οπότε αποφάσισαν οι πατέρες να μη τους διώξουν: «Αφού η Παναγία μας τους σκεπάζει, ποιοι είμαστε εμείς που θα τους διώξουμε;».
Γνωρίσαμε έναν απ’ αυτούς, που τον έλεγαν γέρο-Κώστα, ο όποιος έμενε στο Μπουραζέρι, πριν να πάνε ακόμα εκεί οι πατέρες, όταν ήταν λίγοι Ρώσοι. Είχανε εξώσπιτα απ’ έξω και ζούσανε κάποιοι απ’ αυτούς τους «ζεύγαλους».
Σ’ ένα καλυβάκι εκεί ζούσε και ο γέρο-Κώστας. Έναν βαρύ χειμώνα είχε πέσει πολύ χιόνι και ο γέρο-Κώστας αρρώστησε από γρίπη. Είχε πέσει 60-70 πόντους χιόνι και δεν μπορούσε κανείς να πάει να τον δη. Όταν έλιωσε το χιόνι, πήγαν οι άλλοι λαϊκοί, οι «ζεύγαλοι», εκεί να τον δουν, και του λένε: «Γέρο-Κώστα, πώς τα πέρασες με το χιόνι; Ποιος σου έφερνε ψωμί εδώ πέρα; Είχες τρόφιμα να πέρασης;». «Είχα αρρωστήσει, παιδιά, πολύ άσχημα και θα πέθαινα από γρίπη, αλλά μία μαυροφόρα κυρία ερχότανε, άναβε την σόμπα μου και μ’ έκανε και τσάι. Μου ‘δινε και παξιμάδι και έτσι πέρασα αυτή την κρίση. Αλλιώς θα πέθαινα, θα ήμουν πεθαμένος».
Τον υπηρετούσε η Παναγία και αυτός το θεωρούσε τόσο φυσιολογικό [επειδή ήταν ταπεινός και δε σκεφτόταν πως ήταν κάτι φοβερό και τρομερό]…
***
Φωτογραφία της Παναγίας;
1902 – Μονή Παντελεήμονος – Άγιον Όρος.
Λόγω έλλειψης τροφίμων αποφάσισαν οι γέροντες να κάνουν μία σύναξη για να δουν αν θα σταματήσουν την ελεημοσύνη όπως αρχικά είχαν σκεφτεί.
Συγκεντρώθηκαν και έπειτα από πολύωρη συζήτηση αποφασίστηκε το τέλος της ελεημοσύνης, μιας και τα τρόφιμα που είχανε δεν επαρκούσαν ούτε και για τους ίδιους πλέον.
Αμέσως μετά από την σύναξη τραβήχτηκε και μια φωτογραφία, προκειμένου να καταχωρηθεί αυτή η απόφαση μένοντας στην ιστορία, αφού αποφασίστηκε να δοθεί τέλος σε αυτό το υπέρτατο αγαθό της ελεημοσύνης.
Όμως η Χάρη της Παναγίας μας δεν επέτρεψε να γίνει αυτό, με τον Θαυμαστό τρόπο που όλοι μας πλέον μπορούμε να διακρίνουμε στην φωτογραφία, βλέπουμε φανερά την λύπη Της σε αυτήν τους την απόφαση, κλαίγοντας πάνω από μια φωτιά η οποία ούτε αυτή υπήρχε στην πραγματικότητα. [Από εδώ. "Ν": Δεν είμαι άξιος να πω αν είναι η Παναγία στη φωτο, γιατί υπάρχουν και πλάνες (βέβαια Εκείνη εμφανίζεται με μαύρα, και στο παρόν post & εδώ). Αλλά τη θεωρώ εντυπωσιακή έστω, & ως ιδέα, και ήθελα να τη μοιραστώ μαζί σας].
Πηγή: εδώ
Elder Paisios teaches: "The devil does not hunt after those who are lost; he hunts after those who are aware, those who are close to God. He takes from them trust in God and begins to afflict them with self-assurance, logic, thinking, criticism. Therefore we should not trust our logical minds. Never believe your thoughts.
Elder Paisios

Ποιος έχει δει άνθρωπο πού να λάμπει με τίς αρετές του, αλλά να φαίνεται ευκαταφρόνητος στους ανθρώπους; Πού ή ζωή του να είναι φωτεινή και να είναι σοφός στη γνώση, αλλά να έχει ταπεινό φρόνημα; Μακάριος είναι όποιος κατά Θεόν ταπεινώνει τον εαυτό του σε όλες τίς περιστάσεις και μπροστά σε όλους τους ανθρώπους, γιατί αυτός θα δοξαστεί γιατί ένας τέτοιος άνθρωπος, πού ταπεινώνει τον εαυτό του και τον μικραίνει, από το Θεό δοξάζεται. Και αν κανείς υπομένει και πείνα και δίψα για την αγάπη του Θεού, όπως οί Απόστολοι και οί Μάρτυρες, θα τον μεθύσει ό Θεός με τα επουράνια αγαθά του.
Και όποιος δεν έχει να ντυθεί για την αγάπη του Θεού, τον ντύνει ό Θεός με τη στολή της αφθαρσίας και της δόξας.
Και όποιος ζει στη φτώχεια για την αγάπη του Θεού, ό Θεός τον παρηγορεί με τον αληθινό του πλούτο. Ταπείνωσε τον εαυτό σου για την αγάπη του Θεού, όπως ό Κύριος και οί Άγιοι, και χωρίς να το καταλάβεις θα δοξαστείς πολύ σε όλη σου τη ζωή. Να θεωρείς τον εαυτό σου αμαρτωλό, για να είναι δίκαιη όλη ή ζωή σου. Μη φανερώνεις τη σοφία σου, για να μην υψηλοφρονήσεις, και μη κάνεις το σοφό, ενώ είσαι αμαθής. Και εάν τον αφελή και τον αμαθή η ταπείνωσή του τον υψώνει, πόσης άραγε τιμής θα γίνει πρόξενος (η ταπείνωση) για τους μεγάλους και σπουδαίους ανθρώπους;
Να φεύγεις μακριά από την κενοδοξία, και θα δοξαστείς. Να φοβάσαι την υπερηφάνεια, και θα θεωρείσαι σπουδαίος. Ή κενοδοξία δε δόθηκε στους ανθρώπους από το Θεό, ούτε η υψηλοφροσύνη στις γυναίκες. Αν με τη θέλησή σου απαρνήθηκες, μοναχέ, όλα τα κοσμικά πράγματα, για τιποτένιο πράγμα σε καμιά περίπτωση να μη φιλονικήσεις. Αν σιχάθηκες την κενοδοξία, φεύγε μακριά άπ’ αυτούς πού την κυνηγούν. Να αποφεύγεις αυτούς πού αγαπούν τίς περιουσίες και να μη ζητάς αλλά αποκτήματα.
Να συναναστρέφεσαι με αυτούς πού έχουν ταπείνωση, και θα μάθεις και συ τους τρόπους τους. Γιατί αν το να βλέπεις τους ταπεινούς είναι ωφέλιμο, πόσο μάλλον ή διδασκαλία τους.
Να τιμάς τον πλησίον σου
Πίεσε τον εαυτό σου, όταν συναντήσεις ένα άλλον άνθρωπο, να τον τιμήσεις πάνω από την αξία του. Φίλησε του τα χέρια και τα πόδια, και κράτησε τα χέρια του με πολλή τιμή και βάλε τα στα μάτια σου, και παίνεψε τον και γι’ αυτά πού δεν έχει. Και όταν αποχωρισθεί από σένα, πες γι’ αυτόν ότι καλό και σπουδαίο γιατί με αυτό τον τρόπο, ή με παρόμοιους τρόπους, τον προσελκύεις στο καλό, και τον αναγκάζεις να ντρέπεται για τα καλά λόγια πού του απηύθυνες. Και σπέρνεις μέσα του σπέρματα αρετής. Κι όσο για σένα, από μια τέτοια συνήθεια πού αποκτάς με τον καιρό, τυπώνεται μέσα σου αγαθός χαρακτήρας, και αποκτάς πολλή ταπείνωση, και χωρίς κόπο κατορθώνεις μεγάλες αρετές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά κι αν έχει αυτός κάποια ελαττώματα, καθώς εσύ τον τιμάς, με ευχαρίστηση δέχεται εκ μέρους σου τη θεραπεία από συστολή για την τιμή πού του απέδωσες.
ΆΓΙΟΥ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
Οι σκέψεις είναι σαν τα αεροπλάνα που πετούν στον αέρα. Αν τα αγνοήσετε, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αν δώσουμε προσοχή σε αυτά, δημιουργείτε ένα αεροδρόμιο μέσα στο κεφάλι μας και τους επιτρέπουμε να προσγειωθουν!
Γέροντας Παΐσιος
Thoughts are like airplanes flying in the air. If you ignore them, there is no problem. If you pay attention to them, you create an airport inside your head and permit them to land!“
Elder Paisios of Mount Athos
It is in the intelligent part of the soul that evil thoughts operate which excite desire and attempt to capture man’s nous so that sin is committed. The development of sin starts with thoughts. Therefore anyone who wishes to purify his inner world, to be released from sin, to be freed from the captivity of his nous must keep his intelligence safe from the impact of evil thoughts. So in this section we shall try to analyze what these thoughts are, what causes them, what results they produce in our spiritual organism, and finally what methods cure us of them. This is a very crucial matter because our spiritual death or spiritual life depend on our confronting them. Furthermore, as we shall see (pathology) in what follows, many physical abnormalities and illnesses originate from unbridled thoughts.
Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos
'Οταν ο άνθρωπος πεθάνει εν μετανοία και οδεύει προς τον Παράδεισο, τότε είναι σαν να βρίσκεται μέσα σ' ένα λεωφορείο και απ' έξω τα σκυλιά (=τελώνια) τρέχουν και γαυγίζουν, χωρίς να τον ενοχλούν στο ταξίδι του, αλλά ούτε και να τον καθυστερούν.
Γέροντας Παΐσιος
Why do we judge our neighbors? Because we are not trying to get to know ourselves. Someone busy trying to understand himself has no time to notice the shortcomings of others. Judge yourself — and you will stop judging others. Judge a poor deed, but do not judge the doer. It is necessary to consider yourself the most sinful of all, and to forgive your neighbor every poor deed. One must hate only the devil, who tempted him. It can happen that someone might appear to be doing something bad to us, but in reality, because of the doer's good intentions, it is a good deed. Besides, the door of penitence is always open, and it is not known who will enter it sooner — you, "the judge," or the one judged by you.
St. Seraphim of Sarov
We should not despair when we struggle but see no progress, remaining continuously at zero. All people earn zeros with their human strength, some more and some less. Christ, seeing our small human effort, places the number one before our zeros, and thus they acquire value and we can detect some improvement. Thus, we must not despair, but hope in God.
Elder Paisios
1. Ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός
«Ὁ ἀνεξομολόγητος ἄνθρωπος εἶναι ὅμοιος μέ ἕναν ἀβάπτιστον καί εἶναι ἀδύνατον νά σωθῇ. Καί ἀνίσως ἕνας ὅπου ἀπέθανεν ἐάν μέν καί ἐπρόφθασε νά ἐξομολογηθῇ καί ἄς μή κοινώνησεν εἶναι ἐλπίδα εἰς αὐτόν. Ἐάν δέ καί δέν ἐξομολογηθῇ, ἄς κοινωνήσει ὅσες φορές θέλει, τίποτες δέν ὠφελεῖται, μάλιστα βλάπτεται, ἐπειδή καί κοινωνεῖ ἀνάξια καί ἀλλοίμονον εἰς αὐτόν. Πρῶτον πρέπει νά γίνεται ἡ ἐξομολόγησις, ἔπειτα ἡ Ἁγία Κοινωνία. Πρῶτον νά πλύνωμε καί νά καθαρίσωμεν τό ἀγγεῖον καί ὕστερα νά βάλωμεν τό πολύτιμον πρᾶγμα μέσα».
2. Γέρων Πορφύριος
Μοῦ ἔλεγε ὁ Παππούλης:
“Ὅσο πιὸ μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πιὸ πολὺστενοχωριέται καὶ ταλαιπωρεῖται ἀπὸ διάφορα πράγματα. Πρέπει νὰ πηγαίνουμε στὸν πνευματικό μας ὅταν ἔχουμε κάτι ποὺ μᾶς βασανίζει”.
“Νὰ ἐξομολογεῖσαι τακτικὰ καὶ καλά, γιατὶ καὶ Πατριάρχης νὰεἶσαι, ἂν δὲν ἐξομολογεῖσαι, δὲν σώζεσαι”, μοῦ εἶπε μιὰ ἄλλη φορά.
Ἔλεγε ώς, μὲ τὸ μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως ὅ,τι εἶναι πεσμένο χάμω ἀνορθώνεται. Μᾶς εἶπε κάποτε τὴ συγκινητικὴ περίπτωση ἑνὸς μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε πάει μικρὸς στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ εἶχε πολλὰχαρίσματα, ποὺ τὸν ἔκαμναν νὰ νιώθει ὅτι ζοῦσε μέσα στὸν παράδεισο.
Μιὰ ἡμέρα δὲν ἔκανε ὑπακοὴ σὲ κάτι, ποὺ τοῦ εἶπε ὁ Γέροντάς του, καὶτοῦ ἔφυγε τότε ὅλη αὐτὴ ἡ χαριτωμένη κατάσταση. Ὅταν γύρισε ὁΓέροντάς του κι ἔκανε ἐξομολόγηση καὶ διαβάστηκε ἡ συγχωρητικὴεὐχή, ἀμέσως ἐπανῆλθε ἡ κατάσταση ἐκείνη τῆς χάριτος, τὴν ὁποία εἶχε ἀπολέσει.
Ὁ Γέρων Πορφύριος τόνιζε πάντοτε ὅτι, ὅταν εἴμαστε μέσα στὴνἘκκλησία, ὅταν συμμετέχουμε στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε μέσα στὸν παράδεισο. Καὶ ὅτι, ὅσο πιὸ πολὺ συμμετέχουμε στὰ Μυστήρια, τόσο πιὸ πολὺ εἴμαστε στὴν αἰώνια ζωή. Γι’ αὐτὸ καὶπάντοτε μᾶς θύμιζε τὴ ρήση τοῦ Κυρίου μας:
“Ὁ πιστεύων εἰς τὸν Υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον”.
Πηγή: εδώ
- Γέροντα, στην Παλαιά Διαθήκη, στο Δ’ βιβλίο των Μακκαβαίων, αναφέρεται: Ο ευσεβής λογισμός δεν είναι εκριζωτής των παθών, αλλά ανταγωνιστής. Τί σημαίνει;
- Κοίταξε να δεις: Τα πάθη είναι βαθιά ριζωμένα μέσα μας, αλλά ο ευσεβής, ο καλός, λογισμός μας βοηθάει να μην υποδουλωνόμαστε σ’ αυτά. Όταν ο άνθρωπος φέρνει όλο καλούς λογισμούς και σταθεροποίηση μια καλή κατάσταση, τα πάθη παύουν να ενεργούν, οπότε είναι σαν να μην υπάρχουν. Δηλαδή ο ευσεβής λογισμός δεν ξεριζώνει τα πάθη, αλλά τα πολεμάει και μπορεί να τα καταβάλει. Νομίζω, ο συγγραφεύς περιγράφει τι μπόρεσαν να υποφέρουν οι Άγιοι Επτά Παίδες, η μητέρα τους Άγια Σολομονή και ο διδάσκαλος τους Άγιος Ελεάζαρος, έχοντας ευσεβείς λογισμούς, για να δείξει ακριβώς την δύναμη του καλού λογισμού.
Ένας καλός λογισμός ισοδυναμεί με μια πολύωρη αγρυπνία!
Έχει μεγάλη δύναμη. Όπως τώρα κάποια νέα όπλα σταματούν με ακτίνες λέιζερ τον πύραυλο στην βάση του και τον εμποδίζουν να εκτοξευθεί, έτσι και οι καλοί λογισμοί προλαβαίνουν και καθηλώνουν τους κακούς λογισμούς στα αεροδρόμια του διαβόλου, από τα όποια ξεκινούν. Γι’ αυτό προσπαθήστε, όσο μπορείτε, πριν προλάβει ό πειρασμός να σας φυτέψει κακούς λογισμούς, να φυτεύετε εσείς καλούς λογισμούς, για να γίνει η καρδιά σας ανθόκηπος και να συνοδεύεται η προσευχή σας από την θεία ευωδία της καρδίας σας.
Όταν κανείς κρατά έστω και λίγο αριστερό, δηλαδή κακό, λογισμό για κάποιον, οποιαδήποτε άσκηση και αν κάνει, νηστεία, αγρυπνία κ.λπ., πάει χαμένη. Σε τι θα τον βοηθήσει η άσκηση, αν δεν αγωνίζεται παράλληλα να μη δέχεται τους κακούς λογισμούς; Γιατί να μην αδειάσει από το πιθάρι πρώτα όλο το κατακάθι του λαδιού, που είναι μόνο για σαπούνι, και ύστερα να βάλει το καλό λάδι, άλλα βάζει το καλό με το άχρηστο και το μουρνταρεύει;
Ένας αγνός, καλός, λογισμός έχει μεγαλύτερη δύναμη από κάθε άσκηση. Κάποιος νέος λ.χ. πολεμείται από τον διάβολο και έχει ακάθαρτους λογισμούς και κάνει αγρυπνίες, νηστείες, τριήμερα, για να απαλλαγή από αυτούς. Ένας αγνός λογισμός όμως πού θα φέρει έχει μεγαλύτερη δύναμη και από τις αγρυπνίες και από τις νηστείες πού κάνει και τον βοηθάει πιο θετικά.
- Γέροντα, όταν λέτε αγνός λογισμός, αναφέρεσθε μόνο σε ειδικά θέματα ή και σε γενικότερα;
- Και σε γενικότερα. Γιατί ο άνθρωπος, όταν τα βλέπει όλα με καλούς λογισμούς, εξαγνίζεται και χαριτώνεται από τον Θεό. Με τους αριστερούς λογισμούς κατακρίνει και αδικεί τους άλλους, εμποδίζει την θεία Χάρη να έρθει, και έρχεται έπειτα ό διάβολος και τον αλωνίζει.
- Δηλαδή, Γέροντα, επειδή κατακρίνει, δίνει δικαίωμα στον διάβολο να τον αλωνίσει;
- Ναι. Όλη η βάση είναι ο καλός λογισμός. Αυτό είναι που ανεβάζει τον άνθρωπο, τον αλλοιώνει προς το καλό. Πρέπει να φθάσει κανείς στο σημείο να τα βλέπει όλα καθαρά. Είναι αυτό πού είπε ο Χριστός: Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε. Μετά φθάνει ο άνθρωπος σε μία κατάσταση που βλέπει τα πάντα με τα πνευματικά μάτια όχι με τα ανθρώπινα. Όλα τα δικαιολογεί, με την καλή έννοια.
Πρέπει να προσέχουμε να μη δεχόμαστε τα πονηρά τηλεγραφήματα του διαβόλου, για να μη μολύνουμε τον Ναόν τον Αγίου Πνεύματος και απομακρυνθεί η Χάρις του Θεού, με αποτέλεσμα να σκοτισθούμε. Το Άγιο Πνεύμα, όταν δει την καρδιά μας αγνή, έρχεται και κατοικεί μέσα μας, γιατί αγαπάει την αγνότητα – γι’ αυτό και παρουσιάσθηκε σαν περιστέρι.
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Γ’
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
Πηγή
For sin is the cause of each and every misfortune that occurs in this world. If it were not for sin there would be no misfortune. Sin came into being in the world and upon it followed every calamity. Sin is sweet to men, but its fruits are bitter to them. A bitter seed also bears bitter fruit. Beloved Christians! Let us know sin, that we may turn away from it, for everyone avoids a known evil. People know that poison harms, and they avoid it. They know that a serpent kills with its sting, and they keep away from it. They know that thieves strip and kill, and they avoid them.
Saint Tikhon of Zadonsk
A heart which is obedient and in conformity with the will of God is good. A heart which opposes and is contrary to the will of God is evil. Faith makes a well-intentioned heart. "Faith is the mother of a good will," says St. Ambrose, therefore where there is no well-intentioned heart, there is also no faith.
St. Ambrose
Όντως μέγα είναι, στην αλήθεια, το μυστήριο της υπακοής! Αφού ο γλυκύς μας Ιησούς πρώτος χάραξε το δρόμο και έγινε παράδειγμα για μας, πόσο μάλλον εμείς είμαστε οφειλέτες να Τον μιμηθούμε.
Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής
A short while after the Prophet Elias prayed for there to be no rain,God told him to go dwell in
Zarephath of Sidon,where a widow would provide for him (vid. 3 Kg.17:1-9).
So, he arose and went to Zarephath.When he came
to the gate of the city, there was a widow gathering firewood.Elias called to her and said, “
Please bring me a little water in a cup so I can drink.”
She went to get it, and Elias called after her and said,“Please bring me a morsel of bread in your
hand.” But the woman said, “As the Lord your God lives, I do not have any bread, only a handful of flour in a bin, and a little oil in a jar. As you see,I am gathering a couple of sticks, so I can go in and prepare it for myself and my son, that we may eat it and die.” But Elias said to her, “
Take courage, and do as you say, but make me a small cake from it first and bring it to me.
Afterward make some for yourself and your son. For thus says the Lord,‘The bin of flour shall not be used up, and the jar of oil shall not run dry, until the day the Lord sends rain on the earth.’” So
the woman went and did it. Thus she and he and her children ate for many days.
The bin of flour was not used up, and the jar of oil did not run dry, according to the word the Lord spoke by Elias(3Kg.17:10-16).
Do you see how many blessings almsgiving gives rise to? Did this woman perhaps know that the person standing before her was a prophet and a saint of God? No! Not in the least!
All she saw was a poor and destitute fellow human
being. However, because she was merciful and hospitable, she preferred to give the little food she had remaining to this needy and hungry person rather than keep it for herself and her children. She took bread away from her children's mouth in order to feed this stranger. At the first request of the Prophet Elias, she deprived herself and instead gave to him. But take a close look at the blessings
she received from God in return.
During that time of drought and famine, there were many rulers and wealthy people who possessed vast amounts of gold and silver; however, they were dying of starvation. This poor widow, on the other hand, on account of her
merciful almsgiving had adequate food to eat and water to drink: “And the bin of flour was not used up, and the jar of oil did not run dry, according to the word the Lord spoke by Elias.”
Not only did she receive this blessing, but
when her son fell ill and died, the Prophet Elias resurrected him: “Now after this, the son of the woman who owned the house became sick, and his sickness was so serious that there was no breath left in him...
But Elias said to her, ‘Give me your son’...
Then he called on the Lord and said, ‘O Lord my God, let the soul of this child come back to him.’ So it happened, and the child cried out.
Elias took the child...and gave him to his mother
and said, ‘Behold, your son lives.’ Then the woman said to Elias, ‘Now I know that you are a man of God, and the word of the Lord in your mouth is the truth’” (3 Kg. 17:17-24).
From the life of the Prophet Elias
Σε μια γυναίκα που άφησε αβοήθητη μια μητέρα που γεννούσε και πέθανε το παιδί της στάθηκε πολύ αυστηρός στην ασπλαχνία της. Μετά την εξομολόγηση της είπε: «Για να συγχωρεθείς, θα πας στο σπίτι σου, και θα παρακαλέσεις πολύ την Παναγία να σε βοηθήσει να κάνεις τον κανόνα σου. Θα πας να ζητιανέψεις σε εφτά χωριά. Από το πρωί ως το βράδυ θα ζητιανεύεις στο ένα χωριό και ότι μαζεύεις θα το μοιράζεις σε φτωχούς και ορφανά. Αυτό θα το κάνεις επί μία εβδομάδα». Η γυναίκα ρώτησε αν μπορεί να μοιράσει χρήματα δικά της, για μην εκθέσει την οικογένειά της. Ο Γέροντας όμως επέμενε: «Το αμάρτημα αυτό δεν συγχωρείται με χρήματα, αλλά με ζητιάνεμα, για να ταπεινωθείς, για να φύγει ο εγωισμός, για να πέσει η μύτη ως το χώμα».
Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης
To his spiritual children the Elder wrote: "To some people your love will be expressed with joy and to others it will be expressed with your pain. You will consider everyone your brother or your sister, for we are all children of Eve (of the large family of Adam, of God). Then, in your prayer you will say: ‘My God, help those first who are in greater need, whether they are alive or reposed brothers in the Lord.’ At that point, you will share your heart with the whole world and you will have nothing but immense love, which is Christ" (Elder Paisios of Mount Athos, Epistles, p. 50).

Ήταν ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, όστις ασκήτευσεν εις τόπον έρημον χρόνους εβδομήκοντα με νηστείαν και παρθενίαν και αγρυπνίαν. Εις τόσους δε χρόνους όπου εδούλευε τον Θεόν δεν αξιώθη να ιδή καμμίαν οπτασίαν και αποκάλυψιν εκ Θεου.
Και ελογίασε και έβαλε τούτο εις τον νουν του λέγων: «Μήπως δια καμμίαν αφορμήν όπου δεν ηξεύρω εγώ δεν αρέσει του Θεου η ασκησίς μου, και η εργασία μου θέλει είναι απαράδεκτος· δια τούτο δεν δύναμαι να αποκαλυφθώ και να ιδώ κανένα μυστήριον».
Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».
Ταύτα του αγίου γέροντος δεομένου και παρακαλούντος, ήλθε προς αυτόν φωνή εκ Θεου λέγουσα: «Αν είναι και αγαπάς να ιδής την δόξαν μου, πήγαινε μέσα εις την βαθυτάτην έρημον και θέλεις αποκαλυφθή μυστήρια».
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας ληστής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ.
Διότι ημείς oι λησταί έχομεν τοιαύτην συνήθειαν και τοιούτον νόμον και πίστιν, ότι όποιος ημπορέσει να κάμη εκατόν φόνους, κατά πάσαν ανάγκην υπάγει εις τον παράδεισον. Λοιπόν εγώ, πολλά κοπιάσας έως τώρα, έκαμα φόνους εννενήκοντα εννέα και λείπωντάς με ένας είχα πολλήν φροντίδα και μέριμναν να τελειώσω την εκατοντάδα μου να σωθώ. Λοιπόν έχω σε μεγάλην χάριν και σε ευχαριστώ, οτι σήμερον δια εσένα απολαμβάνω τον παράδεισον».
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κάμνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα.
Όμως ευχαριστώ την φιλανθρωπίαν σου, Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις την άναξιότητά μου, καθώς με πρέπει, διά τας αμέτρους άμαρτίας μου και με παρέδωκες εις χείρας ληστού και φονέως».
Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Και ώς ήκουσεν ο ληστής τον λόγον του γέροντος, θέλοντας μετά προθυμίας να πληρώση το ζητημά του, έβαλεν εις την θήκην την σπάθην, όπου εκράτει ξεγυμνωμένην, και έβγαλεν από τον κόλπον του ένα αγγείον και επήγεν εις το ποτάμι όπου ήτον εκεί σιμά και έσκυψε να το γεμώση, διά να φέρη του γέροντος να πίη.
Και εκεί όπου ήθελε να γεμίση το αγγείον, εξεψύχησε και απέθανεν. Λοιπόν, ως απέρασεν ολίγη ώρα και δεν ήλθεν ο ληστής, διελογίζετο ο γέρων και έλεγε: «Μήπως και ήτον νυστασμένος και έπεσε και απεκοιμήθη και διά τούτο αργεί και έχω άδειαν να φύγω και να υπάγω εις το κελλίον μου. Αμή επειδή και είμαι γέρων, φοβούμαι, διότι δεν έχω δύναμιν να δράμω και ως αδύνατος θέλω κουρασθή, να με φθάση.
Και αφού τον θυμώσω με τούτον τον τρόπον, θέλει με τυραννήση χωρίς λύπησιν κόπτοντάς με ζωντανόν εις πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αμή ας υπάγω εις τον ποταμόν, να ιδώ τι κάμνει». Υπήγε λοιπόν ό γέρων μέσα εις τοιούτους διαλογισμούς και ευρήκεν αυτόν αποθαμένον και, ως τον είδεν, εθαύμασε και εξεπλάγη.
Και σηκώνοντας τα χέρια του εις τον ουρανόν έλεγε: «Κύριε φιλάνθρωπε, εάν ουκ αποκαλύψης μοι το μυστήριον τούτο, δεν βάνω τα χέρια μου κάτω. Λυπήσου λοιπόν τον κόπον μου και φανέρωσόν μου το πράγμα τούτο».
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση.
Λοιπόν θάψε τον ως ένα σωσμένον. Διότι ή υπακοή όπου έκαμε προς εσένα και έκρυψε την φονεύτριαν σπάθην εις την θήκην της, διά να υπάγη να σε φέρη νερόν, να καταπαύση την φλόγα της δίψης σου, με αυτό το έργον εκαταπράυνε την οργήν του Θεού και τον εδέχθη ως εργάτην της υπακοής.
Και η ομολογία των εννενήκοντα εννέα φόνων εις εξομολόγησιν ελογίσθη. Λοιπόν θάψε τον και έχε τον με τούς σωσμένους. Και γνώρισε διά τούτου το πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαγχνίας του Θεού. Και πήγαινε χαίροντας εις το κελλίον σου και ας είσαι πρόθυμος εις τας προσευχάς σου και μη λυπήσαι και να λέγης, ότι πως είσαι αμαρτωλός και άμοιρος από αποκάλυψιν. Ιδού γαρ απεκάλυψέ σε ό Θεός ένα μυστήριον.
Ήξευρε δε και τούτο, ότι όλοι oι κόποι της ασκήσεώς σου είναι δεκτοί ενώπιον του Θεού· διότι δεν είναι κανένας κόπος όπου γίνεται δια τον Θεόν και να μην έλθη έμπροσθεν αυτού». Ταύτα ακούσας ο γέρων έθαψε τον νεκρόν.
Γεροντικό
Sensitive people must be very careful of self-accusation, because the devil tries to convert it into despair (through hypersensitivity). Self-accusation must always be accompanied by hope in God. When someone feels anxiety in this case, he must realize that the evil one has his tail in it.
Elder Paisios
O God, make speed to save me: O Lord, make haste to help me. For this verse has, not undeservedly,
been taken out of the whole of Scripture for this purpose. It contains all the feeling that can come upon human nature. It is very rightly and properly suited for every situation and for every need that may come upon us.
St. John Cassian
Πριν από τρεις μήνες συνέβη το εξής. Ένας οδηγός πήγαινε από τη περιοχή της Θέρμης στη Θεσσαλονίκη. Τον σταματά ένας καλόγερος και του λέει: «Παλικάρι, με παίρνεις μέχρι τη Θεσσαλονίκη;». «Βεβαίως, ελάτε». Ήταν μόνος ο οδηγός.
Κάθισε δίπλα του και του λέει: « Κώστα, -χωρίς να τον ξέρει- έχεις αρχόμενο καρκίνο στους πνεύμονες. Να πας στο νοσοκομείο και θα τον προλάβεις». Και αμέσως εξαφανίσθηκε. Αυτός έπαθε σοκ. Παίρνει μερικά τηλέφωνα και λέει τι του συνέβη.
Του φέρνουν μερικές φωτογραφίες. Τον ρωτούν αν αναγνωρίζει ποιος είναι ο καλόγερος; Αυτός αναγνώρισε τον π. Παΐσιο. Πήγε πράγματι στο νοσοκομείο. Τον εξέτασαν οι γιατροί και βρήκαν αρχόμενο καρκίνο στους πνεύμονες, ενώ ο ίδιος δεν αισθανόταν πόνους.
Βλέπετε αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι ευαρέστησαν τον Θεό εμφανίζονται μετά το θάνατο τους και πιστοποιούν την αλήθεια του ευαγγελίου.
απόσπασμα από ομιλία του π.Εφραίμ Βατοπαιδινού
Πηγή
After the end of the General Judgment, the Righteous Judge (God) will declare the decision both to the righteous and to the sinners. To the righteous He will say: "Come, ye blessed of my Father, inherit the Kingdom prepared for you from the foundation of the world;" while to the sinners He will say: "Depart from me, ye cursed, into everlasting fire, prepared for the devil and his angels." And these will go away to eternal hades, while the righteous will go to eternal life. This retribution after the General Judgment will be complete, final, and definitive. It will complete, because it is not the soul alone, as the Partial Judgment of man after death, but the soul together with the body, that will receive what is deserved. It will be final, because it will be enduring and not temporary like that at Partial Judgment. And it will be definitive, because both for the righteous and for the sinners it will be unalterable and eternal.
Saint Nektarios of Aegina

God is good, dispassionate, and immutable. Now someone who thinks it reasonable and true to affirm that God does not change, may well ask how, in that case, it is possible to speak of God as rejoicing over those who are good and showing mercy to those who honor Him, and as turning away from the wicked and being angry with sinners. To this it must be answered that God neither rejoices nor grows angry, for to rejoice and to be offended are passions; nor is He won over by the gifts of those who honor Him, for that would mean He is swayed by pleasure. It is not right that the Divinity feel pleasure or displeasure from human conditions. He is good, and He only bestows blessings and never does harm, remaining always the same. We men, on the other hand, if we remain good through resembling God, are united to Him, but if we become evil through not resembling God, we are separated from Him. By living in holiness we cleave to God; but by becoming wicked we make Him our enemy. It is not that He grows angry with us in an arbitrary way, but it is our own sins that prevent God from shining within us and expose us to demons who torture us. And if through prayer and acts of compassion we gain release from our sins, this does not mean that we have won God over and made Him to change, but that through our actions and our turning to the Divinity, we have cured our wickedness and so once more have enjoyment of God’s goodness. Thus to say that God turns away from the wicked is like saying that the sun hides itself from the blind.
Saint Anthony the Great
Ο Θεός μας δίνει πολλές ευκαιρείες για να κερδίσουμε τον Παράδεισο, αλλ' εμείς αυτές τις ευκαιρείες δεν τις δεχόμαστε όλες, τις διώχνουμε. Εάν όσα οφείλει ο άνθρωπος τα ξεπλήρωσε σ' αυτή τη ζωή, σώζεται.
Γεροντας Παϊσιος
Any soul which has lost its peace must repent, and the Lord will forgive its sins, and then peace and joy will visit the soul. There need be no witnesses, for the Holy Spirit is the witness of the remission of sins. Here is a sign of forgiveness: if you have come to hate sin, then the Lord has forgiven your sin.
Elder Siluan
First, search around and learn who is the most experienced Spiritual Father, because Basil the Great says, just as people do not show their maladies and bodily wounds to just any physician, but to experienced physicians who know how to treat them, so also sins must be revealed, not to just anyone, but to those who are able to heal them: “The same fashion should be observed in the confession of sins as in the showing of bodily diseases. As then men reveal the diseases of the body not to all or to chance corners but to those who are experienced in their treatment; so also the confession of sins ought to take place in the presence of those who are able to treat them, as it is written: ‘Ye that are strong bear the infirmities of the weak’ (Rom. 15:1) – that is, take them away by your care.”
St Nikodemos of the Holy Mountain

Μία ψυχολόγος περπατούσε ανάμεσα στο κοινό της όση ώρα τους μιλούσε για τη διαχείριση του άγχους. Τη στιγμή που ύψωσε ένα ποτήρι με νερό, όλοι σκέφτηκαν ότι θα έκανε την κλασική ερώτηση «είναι μισογεμάτο ή μισοάδειο;» Αντί για αυτό όμως, εκείνη, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της, έκανε την ερώτηση: «Πόσο βαρύ είναι ένα ποτήρι με νερό;»
Διάφορες απαντήσεις ακούστηκαν, με διακύμανση από 100 ως 300 γραμμάρια. Εκείνη απάντησε:
«Το απόλυτο βάρος του δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόση ώρα το κρατάμε. Αν το κρατήσω για ένα λεπτό δεν είναι πρόβλημα. Αν το κρατήσω για μία ώρα θα μου πονέσει ο ώμος. Αν το κρατήσω για μία ημέρα θα μουδιάσει ο ώμος μου και θα παραλύσω. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατήσω τόσο πιο βαρύ θα γίνεται».
Και συνέχισε: «Τα άγχη και οι ανησυχίες στη ζωή είναι ακριβώς όπως αυτό το ποτήρι νερό. Αν τα σκέφτεστε λίγο δεν θα συμβεί τίποτε. Αν τα σκέφτεστε κάπως παραπάνω θα αρχίσουν να σας ενοχλούν. Και αν τα σκέφτεστε συνεχώς θα αισθανθείτε παράλυτοι, ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε».
Να θυμάμαι να αφήνω το ποτήρι κάτω.
Αγαπητή εν Κυρίω Α.!
Τρομερή είδηση μου φέρατε με το γράμμα σας. Και ποιος τώρα θα βοηθήσει εσάς και την κόρη σας; Ε, εσείς έχετε κάποια ελπίδα, αλλά μόνο σε περίπτωση που έχετε πίστη. Σχετικά με την κόρη, ας σιωπήσουμε προς το παρόν, διότι τώρα ούτε εσάς ούτε κανέναν άλλο πρόκειται να ακούσει, αφού θεωρεί ότι στη ζωή της δεν συμβαίνει κάτι το ιδιαίτερο. Ζει όπως όλοι οι κανονικοί άνθρωποι.
Τέτοιος είναι ο γενικός κανόνας της εποχής μας. Το ότι αυτό είναι δρόμος, που οδηγεί κατευθείαν στην απώλεια και σε φοβερές ασθένειες, αυτό προς το παρόν ούτε που περνά από τον νου και την αίσθησή μας. Θέλετε να ακούσετε από μένα πώς πρέπει να οικοδομείται η χριστιανική ζωή. Ευχαρίστως, μόνο που αυτό τώρα δεν ταιριάζει στην κόρη σας. Γι’ αυτό χρειάζεται να αρχίσει να σκέφτεται και να αισθάνεται χριστιανικά.
1. Να σταματήσει να ζει στην πορνεία (ας θυμηθούμε την ευαγγελική διήγηση: «πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ»).
2. Να μετανοήσει και οπωσδήποτε να κάνει Ευχέλαιο.
3. Να ζει μόνη με καθαρότητα, αναθρέφοντας το παιδί.
Τίποτε τέτοιο δεν θα κάνει.
Κι εσείς μην παίζετε με τις λέξεις, δεν υπάρχει το θέλημα του Θεού ούτε σε ένα από τα έργα, που περιγράψατε. Είναι το θέλημα του απειθούς ανθρώπου συν το θέλημα του εχθρού του ανθρωπίνου γένους. Ορίστε τί πρέπει να συνειδητοποιήσετε καλά και να αρχίσετε η ίδια να μετανοείτε για όλη τη ζωή σας, μιας και για την κόρη θα ζητηθούν ευθύνες από εσάς. Αυτή δεν ανατράφηκε ούτε με πίστη ούτε με υγιείς ηθικές αρχές. Εσείς, λοιπόν, πρέπει να μετανοείτε και να προσεύχεστε και να κλαίτε από την καρδιά σας ενώπιον του Θεού και δια παντός να ικετεύετε για την κόρη σας. Τίποτα περισσότερο δεν μπορείτε να κάνετε γι’ αυτή και για σας. Κι αφού πια μετακομίζετε σε νέο διαμέρισμα, ας μείνετε η ίδια σε δυάρι, εγκαθιστώντας τους στο ένα δωμάτιο. Στο μέλλον, σε σας θα αναζητήσει καταφύγιο και όχι άπαξ- κόρη σας είναι. Μα πώς εσείς, χριστιανή ούσα, με ρωτάτε για τις εκτρώσεις; Αφού αυτό είναι δολοφονία του βρέφους και συγχρόνως δολοφονία της μητέρας.
Λοιπόν, συνειδητοποιήστε τα έργα σας με αυτή τη συναίσθηση, αφού κάθε συμμέτοχος σε αυτό το αμάρτημα είναι δολοφόνος. «Πόρνοι, μοιχοὶ και φονεῖς βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι». Διότι εκτελούν τα έργα του διαβόλου, κι αυτός είναι ανθρωποκτόνος απ’ αρχής.
Για σας μόνο μία συμβουλή μπορεί να υπάρξει: να συνειδητοποιήσετε την άκρως άσχημη κατάσταση της ψυχής σας και την ακόμη πιο βαριά κατάσταση της ψυχής της κόρης σας, να συνειδητοποιήσετε και να αρχίσετε να προσεύχεστε, βγάζοντας λίγο-λίγο από τη ζωή σας τον όλεθρο, που την αποπλανά.
Δεν αρμόζει να γράφετε τέτοια γράμματα το Πάσχα, όταν σε όλους ο Κύριος υπόσχεται τη χαρά της αιωνίου ζωής και όλους καλεί στον εαυτό Του. Το μόνο που πρέπει να κάνετε τώρα, είναι να επιστρέψετε χωρίς συμβιβασμούς στον Θεό.
Πηγή: «με λεπτότητα και αγάπη
Επιστολές του Γέροντα Ιωάννη της Μονής των Σπηλαίων (Πσκωφ)”

Although saints are not substitutes for Christ, Orthodox Christians believe firmly in the communion of saints. By this we mean that the Church Triumphant in heaven is not insensitive to the needs and sufferings of the Church Militant on earth. The two churches remain connected through the bond of love which is expressed through prayer. The communion of saints is a communion of never-ending prayer.
Thus, besides our Church Family on earth, we belong to a larger family of God, which includes those who have gone before us. We are united with those in heaven. We call this the Communion of Saints, that is, the union of all who share in the life of Christ, whether on earth or in the other world.
Commenting on this, Fr. Kallistos Ware writes: “In God and in His Church there is no division between the living and the departed, but all are one in the love of the Father. Whether we are alive or whether we are dead, as members of the Church we still belong to the same family, and still have a duty to bear one another's burdens. Therefore just as Orthodox Christians here on earth pray for one another and ask for one another's prayers, so they pray for the faithful departed and ask the faithful departed to pray for them. Death cannot sever the bond of mutual love which links the members of the Church together.”
Fr. John of Kronstadt writes on the communion of saints: “We live together with them (the Saints in heaven), in the house of the Heavenly Father, only in different parts of it. We live in the earthly, they in the heavenly half; but we can converse with them, and they with us.”
How effectively the Communion of Saints is expressed on the walls of Orthodox Churches where the angels, prophets, apostles, martyrs and saints are all gathered together with the worshippers around the figure of the All-Ruling Christ in the dome. The entire Church, that in heaven and that on earth, converses with each other and lifts its heart in praise to God.
Sergius Bolshakoff caught this when he visited the Monastery of Dionysiou on Mt. Athos. He writes: “The church had its own air of mystery. A few red lamps burned before the golden iconostasis and the icons on the stand. Hieratic saints solemly looked down from the blue walls. It seemed as though they, too, had come to assist at the Liturgy, representing the church triumphant.”
Noting the small congregation in church one Sunday morning, a cynic said to the priest, “Not many in church this morning, Father. Not many at all.” The old priest replied, “You are wrong, my son. There were thousands at church this morning. Thousands and thousands and tens of thousands.” For, the priest had just read in the prayers of the liturgy: “Therefore with angels and archangels and all the company of heaven we laud and magnify thy glorious name, evermore praising Thee . It was the Communion of Saints in action!
задавал иногда Старец вопрос, и сам же решал его: "Или от того, что не знают, что должно делать и чего избегать; или если знают, то забывают; если же не забывают, то ленятся, унывают. Наоборот: так как люди очень ленивы к делам благочестия, то весьма часто забывают о своей главной обязанности, служить Богу. От лености же и забвения доходят до крайнего неразумия или неведения. Это три исполина: уныние или леность, забвение и неведение, от которых связан весь род человеческий нерешимыми узами. А затем уже следует нерадение со всем сонмищем злых страстей. Потому мы и молимся Царице Небесной: "Пресвятая Владычица моя Богородице, святыми твоими и всесильными мольбами отгони от меня смиренного и окаянного раба твоего лень, уныние, забвение, неразумие, нерадение, и все скверные, лукавые и хульные помышления.
старца Амвросия Оптинского
The elder said: In order for you to have time for prayer you must not concern yourself with things that other people can do. Let's take an example. A doctor should not be concerned with gauzes and bandages. A nurse can do that. The doctor will take care of the serious matters. He'll do the examinations and operations, etc. If he sits to put the gauze he won't get to the serious work and then to many who have need won't benefit. The same with you. Pray for your suffering parishioners (applied to the correspondent and two other priests) remember their names and note those who have greater need. It's better for you to know what pains each one. That way the prayer is better.
Elder Paisios

As is evident from the Holy Scriptures, bows, kneeling and prostrations were employed during prayer even in the Old Testament. The holy Prophet King David refers to bowing down to God or to His temple in many of the psalms, for example: "Bow down to the Lord in His holy court" (Ps. 28:2); "I shall bow down toward Thy holy temple in fear of Thee" (Ps. 5:8); "O come, let us worship and fall down before Him" (Ps. 94:6); "Let us go forth into His tabernacles, let us bow down at the place where His feet have stood" (Ps. 131:7), etc.
About kneeling, it is known that the holy Prophet Daniel, for example, thrice daily "knelt upon his knees, and prayed and gave thanks before his God" (Dan. 6:10). Full prostrations are also mentioned in the books of the Old Testament. For example: the Prophets Moses and Aaron besought God, "having fallen on their faces" (Numbers 16:22), to be merciful to the children of Israel who had grievously sinned. In the New Testament also, the custom of performing kneelings, prostrations and, of course, bows had been preserved and still had a place at the time of the earthly life of our Lord Jesus Christ, Who sanctified this Old Testament custom by His own example, praying on bended knees and failing down upon His face. Thus, we know from the Holy Gospels that before His passion, in the Garden of Gethsemane, He "kneeled down, and prayed" (Matt. 26:39), "fell on the ground and prayed" (Mark 14:35). And after the Lord's ascension, during the time of the holy apostles, this custom, of which the Holy Scriptures also speak, existed unchanged. For example, the holy Protomartyr and Archdeacon Stephen "knelt down," and prayed for his enemies who were stoning him (Acts 7:60); the Apostle Peter, before raising Tabitha from the dead, "knelt down, and prayed" (Acts 9:40), etc. It is an indisputable fact that, as under the first successors of the apostles, so even in much later periods of the existence of the Church of Christ, kneelings, bows and prostrations upon the ground were always employed by true believers at domestic prayers and at the divine services. In antiquity, among the other bodily activities, kneeling was considered the outward manifestation of prayer most pleasing to God. Thus, St. Ambrose of Milan says: "Beyond the rest of the ascetic labors, kneeling has the power to assuage the wrath of God and to evoke His mercy" (Book VI on the Six Days of Creation, ch. 9).
The canons concerning bows and kneelings now accepted by the Orthodox Church and set forth in the books of the divine services, and particularly in the Church Typicon, are observed in monasteries. But in general, Orthodox Christian laymen who have zeal are, of course, permitted to pray on their knees in church and to make full prostrations whenever they wish, excepting only those times when the Gospel, Epistle, Old Testament readings, six psalms and sermon are read. The Holy Church lovingly regards such people, and does not constrain their devout feelings. However, the exceptions with regard to Sundays and the days between Pascha and Pentecost apply generally to everyone. According to ancient tradition and a clear church law, kneeling must not be performed on these days. The brilliant solemnity of the events which the Church commemorates throughout the period of Pentecost and on Sundays precludes, in and of itself, any external manifestation of sorrow or lamentation over one's sins: for ever since Jesus Christ, "blotting out the handwriting of the ordinances that was against us, ... nailing it to His Cross; and having spoiled principalities and powers, He made a show of them openly, triumphing over them in it" (Col. 2:14-15)—ever since then "there is, therefore, no condemnation to them who are in Jesus Christ" (Rom. 8:1). For this reason, the practice was observed in the Church from the earliest times, beyond a doubt handed down by the apostles, whereby on all these days, in that they are consecrated to the commemoration of the glorious victory of Jesus Christ over sin and death, it was required to perform the public divine service brightly and with solemnity, and in particular without kneeling, which is a sign of repentant grief for one's sins. The second century writer Tertullian gives testimony concerning this practice: "On the Lord's Day (i.e. Sunday) we consider it improper to fast or to kneel; and we also enjoy this freedom from Pascha until Pentecost" (On the Crown, ch. 3). St. Peter of Alexandria (3rd cent.—cf. his Canon XV in the Rudder), and the Apostolic Constitutions (Book II, Ch. 59) also say the same thing.
Subsequently, the First Ecumenical Council found it necessary to make this legally binding by a special canon obligatory for the entire Church. The canon of this council states: "Since there are some persons who kneel in church on Sundays and on the days of Pentecost, with a view to preserving uniformity in all parishes, it has seemed best to the holy council for prayers to be offered to God while standing" (Canon XX).
Pointing out this canon, St. Basil the Great explains the rationale and meaning of the practice established by it thus: "We stand up when praying on the first of the week, though not all of us know the reason. For it is not only that it serves to remind us that when we have risen from the dead together with Christ we ought to seek the things above, in the day of resurrection of the grace given us, by standing at prayer, but that it also seems to serve in a way as a picture of the expected age. Wherefore, being also the starting point of days, though not the first with Moses, yet it has been called the first. For it says: ‘The evening and the morning were the first day’ (Gen. 1:5), on the ground that it returns again and again. The eighth, therefore, is also the first, especially as respects that really first and true eighth day, which the Psalmist too has mentioned in some of the superscriptions of his psalms, serving to exhibit the state which is to succeed this period of time, the unceasing day, the day without a night that follows, the day without successor, the never-ending and unaging age. Of necessity, therefore, the Church teaches her children to fulfill their obligations to pray therein while standing up, in order by constantly reminding them of the deathless life to prevent them from neglecting the provisions for the journey thither. And every Pentecost is a reminder of the expected resurrection in the age to come. For that one first day, being multiplied seven times over, constitutes the seven weeks of the holy Pentecost. For by starting from the first day of the week, one arrives on the same day… The laws of the Church have taught us to prefer the upright posture at prayer, thus transporting our mind, so to speak, as a result of a vivid and clear suggestions, from the present age to the things come in the future. And during each kneeling and standing up again we are in fact showing by our actions that is was through sin that we fell to earth, and that through the kindness of the One Who created us we have been called back to Heaven…" (Canon XCI of St. Basil the Great). The three well-known kneeling prayers of Pentecost composed by this great Father of the Church are thus not read at third hour, when the Holy Spirit descended upon the Apostles, nor at Liturgy on Pentecost, but at vespers, which is already part of the following day, after the Entrance. The holy Father was determined not to break the ancient custom of the Church.
In Canon XC of the Council of Trullo, held in conjunction with the Sixth Ecumenical Council, we read: "We have received it canonical from our God-bearing Fathers not to bend the knee on Sundays when honoring the resurrection of Christ. Since this observation may not be clear to some of us, we are making it plain to the faithful, that after the entrance of those in holy orders into the sacrificial altar on the evening of the Saturday in question, let none of them bend the knee until the evening of the following Sunday, when, following the entrance after the lamps have been lit, again bending knees, we thus begin to offer our prayers to the Lord. For, inasmuch as we have received it that the night succeeding Saturday was the precursor of our Savior’s rising, we commence our hymns at this point in a spiritual manner, ending the festival by passing out of darkness into light, in order that we may hence celebrate the resurrection together for a whole day and a whole night." John Zonaras, explaining the canon, says: "Various canons have made it a law not to kneel on Sundays or during the fifty days of Pentecost, and Basil the Great also supplied the reasons for which this was forbidden. This canon decrees only with regard to Sunday, clearly indicates from what hour and until hour to kneel, and says: ‘On Saturday, after the entrance of the celebrants into the altar at vespers, no one may bend the knee until vespers on Sunday itself, when, i.e., again the entrance of the celebrants takes place: for we do not transgress by bending the knee and praying in such a manner from that time on. For Saturday night is considered the night of the day of resurrection, which, according to the words of this canon, we must pass in the chanting of psalms, carrying the feast over from darkness to light, and in such manner celebrate the resurrection for the entire night and day" (Book of the Canons With Interpretations, p. 729).
There appears in the Church Typicon a direction concerning how the priest must approach and kiss the Gospel after reading it during the all-night vigil for the resurrection: "Do not make prostrations to the ground, but small bows, until the hand touches the ground. For on Sunday and feasts of the Lord and during the entire fifty days between Pascha and Pentecost the knee is not bent," (Typicon, ch. 2).
Nevertheless, standing at the divine services on Sunday and on the days between Pascha and Pentecost was the privilege of those who were in full communion with the Church; but the so-called "penitents" were not dispensed from kneeling even on those days.
We will close with these words from the famous interpreter of the Church canons, Theodore Balsamon, Patriarch of Antioch: "Preserve the canonical decrees, whereever and however they should be phrased; and say not that there are contradictions among them, for the All-holy Spirit has worded them all" (Interpretation of Canon XC of the Council of Trullo).
From Orthodox Life, Vol. 27, No. 3 (May-June, 1977), pp. 47-50.
http://orthodoxinfo.com/praxis/kneeling.aspx
Η μεγαλύτερη αρρώστια στην εποχή μας είναι οι μάταιοι λογισμοί των κοσμικών ανθρώπων, που φέρνουν άγχος. Την θεραπεία την φέρνει ο Χριστός με την ψυχική γαλήνη, μαζί και την αιωνιότητα, αρκεί να μετανοήσει ο άνθρωπος και να στραφεί στον Χριστό.
Γέροντας Παΐσιος

Man consists of soul and body. Many ancient religions and philosophical teachings spoke of man's soul being created by God, while the body supposedly came from the evil principle from the devil. Orthodoxy teaches otherwise. Both the soul and body of man are created by God. According to Apostolic teaching, after the mystery of baptism, man's body is a temple of the Holy Spirit and the members of the body - through union with Christ in the mystery of Holy Communion - are members of Christ. Therefore, man will pass over into the future eternal blessedness (or into eternal torment) with his entire being - both the deathless soul and the body which will be resurrected and reunited with the soul before Christ's judgment. This means that, while caring about one's soul, an Orthodox Christian must not leave the body without attention. One must guard it - guard it in an Orthodox way - not only from illnesses, but also from sins which corrupt, defile and weaken it. Among such sins, the most dangerous and harmful is licentiousness - the loss of chastity and bodily purity.

- Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι , ενώ τα έχουν όλα ,νιώθουν άγχος και στενοχώρια;
- Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχη μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός.
Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμονή τον Θεό , έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια. Ο άνθρωπος, όταν έχη ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος. Σκέφτεται τί του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος∙ γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάη την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει… Δεν θέλει την λιακάδα∙ θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης.
- Γέροντα, τί θέλετε να πήτε μ’ αυτό;
- Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό , την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρη ότι θα του έρθη σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αυτήν την ζωή. Και αν δεν του έρθη σκαμπιλάκι , αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώση όλα μια και καλή στην άλλη ζωή.
- Δηλαδή , Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια;
- Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος. Ενώ , όποιος σπέρνει δοξολογία, δέχεται την θεϊκή χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώση ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει. Γι’ αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός∙ τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του.
Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ουχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα πού», είπε στον λεπρό που επέτρεψε να Τον ευχαριστήση . Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε.
Από το βιβλίο: «ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Ε΄
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
2007
Fasting is a medicine; but a medicine, though it be never so profitable, becomes frequently useless owing to the unskillfulness of him who employs it. For it is necessary to know, moreover, the time when it should be applied, and the requisite quantity of it; and the nature of the country, and the season of the year; and the corresponding diet; as well as various other particulars; any of which, if one overlooks, he will mar all the rest that have been named. Now if, when the body needs healing, such exactness is required on our part, much more ought we, when our care is about the soul, and we seek to heal the distempers of the mind, to look, and to search into every particular with the utmost accuracy.
St. John Chrysostom
As soon as your mind has experienced what the scripture says: '' How gracious is the Lord, '' it will be so touched with that delight that it will no longer want to leave the place of the heart. It will echo the words of the apostle Peter: ''How good is it to be here.''
St. Symeon the New Theologian