Tuesday, January 28, 2014

Evil spirit of sorrow ( St. Seraphim of Sarov )


When the evil spirit of sorrow seizes the soul, then, by filling it with bitterness and unpleasantness, it does not allow it to pray with necessary diligence; it disrupts the attention necessary for reading spiritual writings, deprives it of humility and good nature in the treatment of others and breeds aversion to any discussion. For the sorrowful soul, by becoming as if insane and frenzied, can neither accept kind advice calmly, nor answer posed questions meekly. It runs from people as if from the perpetrators of its embarrassment, not understanding that the reason for its illness — is within it. Sorrow is the worm of the heart, gnawing at the mother that bore it.

He who has conquered passions has also defeated sorrow. But one overcome by passions will not avoid the shackles of sorrow. As an ill person can be identified by the color of his face, so is one overcome by passions distinguished by sorrow.

It is impossible for one who loves the world not to feel sorrow. But he who despises the world is always cheerful. As fire purifies gold, so sorrow in God -- penitence -- purifies the sinful heart.



St. Seraphim of Sarov

Monday, January 27, 2014

Θανάσης , ο Ταξιτζής (Αληθινές ιστορίες της Μετάνοιας ) - 2 ( Video )

Θεϊκός Ζήλος και Φανατισμός - Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας ( Video )

Χρωστάς χρυσάφι στο Θεό; ( αββά Ισαάκ )


 

Χρωστάς χρυσάφι στο Θεό; Δεν δέχεται να του δώσεις μαργαριτάρι.

Έχασες, για παράδειγμα, την αγνεία σου; Ο Θεός δεν δέχεται από σένα ελεημοσύνη, όσο επιμένεις στην πορνεία.

Σου ζητάει τον εξαγνισμό του σώματος, επειδή αυτή την εντολή αθέτησες, νικημένος από το φθόνο του διαβόλου. Τι κι αν πολεμάς τον ύπνο αγρυπνώντας; Τι κι αν καταγίνεσαι με τη νηστεία;

Καθόλου δεν θα σε ωφελήσουν αυτά ενάντια σ΄ εκείνο το πάθος. Γιατί κάθε αρρώστια, είτε ψυχική είτε σωματική, με τα δικά της και κατάλληλα φάρμακα θεραπεύεται.
Οποιος πέφτει στην αμαρτία για δεύτερη φορά, με την ελπίδα της κατοπινής μετάνοιας, αυτός πορεύεται με πανουργία ενώπιον του Θεού.

Τον άνθρωπο αυτόν τον βρίσκει απροσδόκητα ο θάνατος. Κι έτσι δεν φτάνει στον καιρό πού, σύμφωνα με την ελπίδα του, θα μετανοούσε.





Του αββάΙσαάκ

Άγιον Όρος: Ένας τάφος που ζει την Ανάσταση!




Είχα χαθεί μέσα στα ψηλά δέντρα, στους πυκνούς θάμνους, στους ήχους του αγέρα που συνόδευε τα κελαηδίσματα των πουλιών.

Που βρίσκομαι; Που είναι το μονοπάτι; Πως βρέθηκα εδώ; Σαν να υπνοβατούσα τόση ώρα και τώρα ξάφνου ξύπνησα. Ξεκίνησα από την Σκήτη για πάω στο μοναστήρι αλλά…

Πάντως ακόμα είμαι μέσα στο Περιβόλι της Παναγίας…θάλασσα δεν ακούω, μονοπάτι δεν βλέπω, όμως κάτι μου ψιθυρίζει ότι καλά βαδίζω.

Ο ήλιος αρχίζει να κοκκινίζει καθώς θα ανανεώσει το ραντεβού του με τον Άθω σε λίγες ώρες.

Βαδίζω λοιπόν με μία υποφώσκουσα αγωνία μήπως με πιάσει το βράδυ εδώ έξω στην ερημιά.


«Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι…». Η προσευχή γίνεται όλο και πιο έντονη μιας και συνειδητοποιώ ότι η νύκτα αρχίζει να μου χαμογελά απειλητικά.

Βαδίζω αργά, μιας και τα πόδια μου έχουν κουραστεί. Ευτυχώς έχω λίγο νερό μαζί μου. Ακουμπώ σε μία πέτρα για να ξαποστάσω. Πρέπει όμως να μην χασομερήσω…είμαι μόνος, χαμένος, κουρασμένος…δεν έχω και πολύ χρόνο.

Το σώμα μου ζητά ανάπαυση, μα δεν το αφήνω να του περάσει.

Είμαι ακόμα ακουμπισμένος στον βράχο και προσπαθώ να βάλω μέσα στην σχολική τσάντα που έχω απ’όταν ήμουν φοιτητής, το μπουκαλάκι με το πολύτιμο νερό μου, όταν απ’ το πουθενά…όλες μου οι αισθήσεις αρχίζουν να λειτουργούν υπερεντατκά.

Ακίνητος, ένα με την πέτρα που πλέον έγινε στασίδι αποκάλυψης…

Ένας μοναχός, μεσήλικας, με μαλλιά λυμένα μέχρι τη μέση, με γένια πυκνά και ατημέλητα, με μάτια σπινθηροβόλα, διασχίζει τον νοητό δρόμο του λίγα μέτρα πιο πέρα. Όχι, δεν είναι όλα «φυσιολογικά».

Ο μοναχός βαδίζει γοργά λέγοντας την ευχή: «Κύριε, ελέησόν με». Λέει την ευχή δυνατά, ζωντανά, σχεδόν τραγουδιστά. Εκεί που έλεγα ότι θα τον χάσω από μπροστά μου ξαφνικά ο μοναχός σταματά. Σταμάτησε για μένα; Δεν ξέρω. Δεν αντιδρώ. Απλά κοιτώ σαστισμένος τα δρώμενα.

Ο μοναχός σταματά. Σταματά βίαια και μαζί του σταματά να ανασαίνει και όλη η φύσις γύρω του. Πουλιά δεν ακούγονται, ο άνεμος σιώπασε, ακόμα και ο χρόνος λες και ξεχάστηκε…

Γυρίζει το βλέμμα του με θάρρος προς τα πίσω, τα χείλη του επιτακτικά και αγριεμένα απευθύνονται σε κάποιον που δεν τον βλέπω. Γονατίζει χάμω, με το κεφάλι του να ακουμπά τα τριβόλια και τις πέτρες.

Τι συμβαίνει; Κάνω να πλησιάσω, μα κάτι μου λέει ότι είναι κακή ιδέα. Ο μοναχός γονατιστός εκεί περνά μερικά λεπτά, νεκρική σιγή απλώθηκε γύρω μας. Φοβάμαι. Νιώθω πολύ άσχημα, θέλω να φύγω…

Ο μοναχός σηκώνεται, κάνει τον σταυρο του. «Φύγετε απ’εδώ…δεν έχετε καμία δουλειά εδώ…», είναι τα λόγια του που μου κόβουν την ανάσα.

«Μα, σε ποιους απευθύνεται»; σκέφτομαι.

Και τότε, βλέπω… Βλέπω κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Βλέπω ένα μέτρο από τον μοναχό να στέκονται… πολλές σκιές. Μαύρες, αλλοπρόσαλλες, σαν αερικά…η όσφρησή μου γεμίζει με δυσοδία, τα αυτιά μου με απαίσιους ήχους, απόκοσμους, δαιμονικούς.

«…ναι, και αυτός είναι μαζί μου τώρα…φύγετε», λέγει ο μοναχός προς τις σκιές δείχνοντας προς το μέρος μου. Ακολουθούν σπασμωδικές κινήσεις από ετούτα τα πλάσματα που μου έφεραν τόση αναστάτωση, τόση δυσφορία…φεύγουν, χάνονται μέσα στην ερημιά…

Χωρίς να χάσει καιρό, ο ρασοφορεμένος άνδρας, μου κάνει νόημα να πλησιάσω. Το σώμα μου έχει παραλύσει. Αρνείται να υπακούσει την προτροπή… «΄Ελα ευλογημένε, μην φοβάσαι….».

Δειλά, δειλά κάνω προς το μέρος του. Όσο πλησιάζω τόσο γεμίζω ηρεμία, ο φόβος σβήνει… «Θεέ μου, τι άνθρωπος είναι αυτός;» αναρωτιέμαι… Μα πριν προλάβω να ολοκληρώσω την σκέψη μου, μου απαντά: «Ένας ταλαίπωρος είμαι και εγώ, αμαρτωλός που ζητά έλεος…»

… μου χαμογελά, το πρόσωπό του φωτεινό, τα μάτια του καθάρια, η μορφή του βιβλική. «Θεέ μου, τι άνθρωπος;»

Κάνω να φιλήσω το χέρι του πριν προλάβει να το τραβήξει, μα δεν τα καταφέρνω. Με κοιτά στα μάτια, και μου λέει: «Έλα ευλογημένε, γιατί θα μας πιάσει η νύκτα, ακολούθα με…».



Το Άγιον Όρος από ψηλά


Μπροστά ο μοναχός ανοίγει τον δρόμο προς τον άγνωστο προορισμό μας. Προσπαθώ να τον προλάβω, κινείται γρήγορα και σταθερά, κινείται σαν να μην περπατά…θαρρείς ότι πετά, ότι δεν κινείται σαν άνθρωπος αλλά σαν άγγελος.

Μετά από μερικά λεπτά, ξεπροβάλει μπροστά μας μια καλύβι. Ξύλινη, μικρή, με έναν μικρό κήπο στο πλάι. «Φτάσαμε…» μου λέγει ο μοναχός. «Σήμερα θα μείνεις εδώ μαζί μου, αύριο θα πάμε στο μοναστήρι, γιατί τώρα δεν προλαβαίνουμε, θα έχουν κλείσει οι πόρτες, εκτός κι αν το μετανιώσεις και δεν θελήσεις να πας…».

«Δεν του είπα τίποτα για το μοναστήρι…πως το ήξερες;» αναλογίστηκα.

Ανοίγει η πόρτα της καλύβης και εισέρχομαι μέσα. Λες και μπήκα μέσα σε τάφο που γεύτηκε ανάσταση…πόσες πνευματικές καταστάσεις να πραγματώθηκαν σε τούτο τον τόπο…

Οι τοίχοι, γεμάτοι εικόνες. Ένα μικρό τζάκι. Κρεβάτι δεν υπήρχε. Πέντε μικρές καρέκλες, τόσο κοντές που όταν προσπάθησα να καθίσω τα γόνατά μου ακουμπούσαν σχεδόν στο στήθος μου.

Η αγριάδα της νύχτας δέσποζε έξω από την καλύβι, μέσα όμως δέσποζε μια απερίγραπτη γαλήνη. Ο μοναχός με το που μπήκαμε δεν έχασε καιρό, πήγε προς το βάθος που υπήρχε μία υποτυπώδης κουζίνα. Άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε από μέσα μερικά παξιμάδια. Τα έβαλε μέσα σε ένα τσίγκινο πιάτο μαζί με ένα ποτήρι νερό και μου τα έφερε. «Να με συγχωρείς, ευλογημένε. Αυτά έχω τώρα…να με συγχωρείς». «Μα, τι λέτε πάτερ….ευχαριστώ πολύ για τον κόπο που κάνατε για εμένα και την βοήθεια που μου προσφέρατε…», πρόλαβα να πω πριν μου κάνει νόημα να μην συνεχίσω.

Ήπια το νερό μονομιάς. Δεν είχα όρεξη. Δεν πεινούσα πλέον, λες και είχα χορτάσει με αυτά που ζούσα.

Τα λόγια ήταν ελάχιστα που ανταλλάξαμε εκείνο το βράδυ. Δεν χρειαζόταν να πούμε και πολλά…

Έστρωσε χάμω καμιά τρεις κουβέρτες που είχε και μετέτρεψε το χώρο δίπλα στο τζάκι,κάτι σαν κρεβάτι. «Εδώ θα κοιμηθείς ευλογημένε…να με συγχωρείς που δεν έχω κάτι καλύτερο…», είπε. «Εσείς πάτερ;» ρώτησα. «Μην ανησυχείς για εμένα…».

Ήθελα να τον ρωτήσω τόσα πολλά αλλά δίσταζα. Ήθελα να τον ρωτήσω για τις σκιές που μίλησε στο δάσος, για την ζωή του, πως τον λένε, από πού είναι…όμως τίποτα δεν ρώτησα. Τον έβλεπα και μου έφτανε. Γαλήνευα. Ειρήνευα. Χαιρόμουνα.

«Τώρα φεύγω, μην φοβάσαι, εσύ κοιμήσου εδώ, εγώ θα είμαι εδώ γύρω, έχω κάποιες «δουλείες», θα τα πούμε αύριο το πρωί… ξεκουράσου». Δεν πρόλαβα να πω τίποτα. Η πόρτα της καλύβης έκλεισε και έμεινα μόνος μου με τις εικόνες των αγίων και με μία λάμπα λαδιού που έδινε μία γλυκύτητα και ζεστασιά στον χώρο.

Ύπνος δεν με έπιανε. Πήγα προς το παράθυρο μήπως δω που πήγε ο μοναχός. Πουθενά. Άνοιξα την πόρτα. Αμέσως ένα δροσερό αεράκι μου πρόσφερε απλόχερα ρίγος σε όλο μου το σώμα. Έμεινα εκεί μερικά λεπτά, άρχισα να κρυώνω. «Μα που πήγε ο μοναχός»;

Έκατσα στο σκαλοπατάκι της εξώπορτας ατενίζοντας τον ουρανό. Είχα ένα μικρό κομποσχοίνι στην τσέπη μου. Το έβγαλα. Άρχισα λέω την ευχή. Το κρύο δυνάμωνε, αλλά το έβαλα πείσμα να μην μπω τόσο εύκολα μέσα. «Εξάλλου, και ο μοναχός κάπου εκεί έξω είναι..», μου έλεγε ο λογισμός μου.

Πίσσα. Δεν έβλεπες στα δέκα μέτρα. Το φεγγάρι δεν ήταν ούτε το μισό...σύννεφα κάλυπταν τα αστέρια.

Είχα τέτοια ηρεμία μέσα μου που πρώτη φορά είχα νιώσει. Ήμουν μόνος μου σε ένα ξένο τόπο, νύκτα, και όμως ένιωθα οικεία.

Μετά από λίγα λεπτά το σώμα μου με πρόδωσε. Άρχισα να νιώθω καταβεβλημένος… Μπήκα μέσα. Έκανα τον σταυρό μου και ξάπλωσα.

Ο ήλιος δεν είχε βγει για τα καλά όταν η ξύλινη πόρτα δέχτηκε ένα διακριτικό κτύπο.

«Δι’ευχών των αγίων…ευλογημένε, ξύπνησες»; Ανασηκώθηκα, πότε πέρασε η νύκτα;

Χωρίς να το καταλάβω άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου είχα τον μοναχό. «Ευλογείτε πάτερ…» είπα με αγουροξυπνημένη φωνή. Εκείνος χαμογέλασε, με σταύρωσε και μου έδωσε ένα μήλο. Πεινούσα. Καθήσαμε έξω από την καλύβα για λίγη ώρα χωρίς να μιλάμε. Εγώ έτρωγα το μήλο μου και χάζευα τον γύρω χώρο. Η φύση σε όλο της το μεγαλείο.

Ο μοναχός σιωπηλός κινούσε τα χείλη του σε ρυθμούς ψαλμικούς.

Όταν τελείωσα το «πρωινό» μου, ο μοναχός με κοίταξε στα μάτια και μου είπε: «Αδελφέ, η ζωή του ανθρώπου δεν έχει νόημα μακρυά από τον Θεό. Ότι κάνουμε σ’αυτή τη ζωή είναι ανώφελο εάν δεν γίνεται προς δόξαν Θεού. Η Παναγία τα οικονόμησε έτσι τα πράγματα ώστε να σε βρώ και να σε φιλοξενήσω για ένα βράδυ στο φτωχικό μου καλυβάκι. Μην ευχαριστείς εμένα, εγώ ένας δούλος είμαι. Τον Θεό να ευχαριστείς που σε αγαπά τόσο πολύ….Όσο αφορά το περιστατικό στο δάσος…ξέχασέ το, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να βλέπεις τον Θεό σε κάθε σου κίνηση, σε κάθε περίσταση και να προσπαθείς να τον ευαρεστείς…μην ρωτάς γιατί…..να Τον ευαρεστείς που σε αγαπά, που σε σώζει, που σε κρατά μέσα στην αγκαλιά Του και σε φυλάττει».

Η φωνή του ήρεμη. Σαν να είχε αλλάξει… λες και δεν μιλούσε αυτός, λες και δεν άκουγα με τα αυτιά μου…

Είχα ακούσει πολλούς ομιλητές, πολλά κηρύγματα, πολλούς θεολόγους όμως…εκείνη η φωνή, εκείνα τα λόγια με έκαναν να κλάψω…έκλαιγα από χαρά, έκλαιγα από θαυμασμό, έκλαιγα από κατάνυξη, έκλαιγα μετανοώντας για τα λάθη της ζωή μου….

«Έχε πίστη στον Θεό αδελφέ και μη φοβού…» είπε καθώς με έβλεπε να δακρύζω.

Μετά από λίγη ώρα ηρέμησα. Δεν είπα τίποτα. Δεν μου είπε τίποτα.

Σηκωθήκαμε για να πάμε στη Δάφνη μιας και αποφάσισα να φύγω…ότι ήταν να πάρω το πήρα από το Όρος.

Μετά από αρκετή ώρα φάνηκε η Δάφνη μπροστά μας. «Εδώ θα σε αφήσω, ο Θεός και η Παναγιά μαζί σου» είπε ο μοναχός που ούτε το όνομά του δεν ήξερα. Έκανα να γυρίσω προς το μέρος του να τον ευχαριστήσω…να ρωτήσω πως τον λένε. Δεν τον βρήκα, είχε φύγει. Εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά όσο ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά μου.



Ο πύργος της Ουρανούπολης


Μπήκα στο καράβι. Θα γύριζα στον «πολιτισμένο κόσμο».

Το καράβι κόντευε την Ουρανούπολη. Χαμένος μέσα σε όλα αυτά που έζησα την προηγουμένη ημέρα δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε. Ο κόσμος άρχισε να κατεβαίνει από το πλοίο το οποίο χόρευε πάνω στην αφρισμένη θάλασσα.

Κατέβηκα και εγώ. Πήγα λίγο παράμερα. Τα κύματα χτυπούσαν αλύπητα την προβλήτα. Η αρμύρα γέμιζε την ατμόσφαιρα…

"Χθες χάθηκα...ή μαλλον βρέθηκα..." σκεφτόμουν.

Κάθισα εκεί για λίγο. Προσκυνητές ερχόταν και έφευγαν.

Ατένιζα προς τον Άθω…προς το Όρος που κρύβει επιμελώς την μεγαλοσύνη του.

Προσκυνητές ερχόταν και έφευγαν.

Η προβλήτα ήταν η πύλη προς την Αλήθεια, η πύλη προς ένα τάφο που ζει την Ανάσταση.

Προσκυνητές ερχόταν και έφευγαν…

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος


http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2014/01/blog-post_2992.html

Fasting ( St. Ephraim the Syrian )







IF THOU, O man, dost not forgive everyone who has sinned against thee, then do not trouble thyself with fasting. If thou dost not forgive the debt of thy brother, with whom thou art angry for some reason, then thou dost fast in vain ­ God will not accept thee. Fasting will not help thee, until thou wilt become accomplished in love and in the hope of faith. Whoever fasts and becomes angry, and harbors enmity in his heart, such a one hates God and salvation is far from him.



St. Ephraim the Syrian

The First Beatitude ( Blessed are the poor in spirit, for theirs is the Kingdom of Heaven)


Blessed — joyful in the highest degree and pleasing to God; poor in spirit — humble, those who are conscious of their imperfections and unworthiness before God, and never think that they are better or more holy than others.

Spiritual lowliness is the conviction that our entire life and all our spiritual and physical blessings, such as life, health, strength, spiritual capability, knowledge, riches, and every good thing of life, all this is the gift of our Creator God. Without help from Heaven, it is impossible to acquire either material well-being or spiritual riches. All this is the gift of God.

Spiritual lowliness is called humility. Humility is the foundation of all Christian virtue, because it is the opposite of pride, and pride introduced all evil into the world. Due to pride the first among the angles became the Devil; the first people sinned, their descendants quarrelled and went to war among themselves from pride. The first sin was pride (Ecclus. 10:15).

Without humility it is impossible to return to God. Nor are any of the other Christian virtues possible. Humility permits us to know ourselves, to correctly assess our worth and deficiencies. It acts beneficially in the fulfillment of our obligations to our neighbor, arouses arid strengthens in us faith in God, hope and love for Him. It attracts the mercy of God to us and also disposes people to us.

The Word of God says, A sacrifice unto God is a broken spirit; a heart that is broken and humbled God will not despise (Ps. 50:17). Surely he scorneth the scorners: but he giveth grace unto the lowly (Prov. 3:34). Learn of me, instructs the Saviour, for I am meek and lowly in heart: and ye shall find rest unto your souls (Matt. 11:29).

Physical misery or privation can result in the acquisition of much spiritual humility if this privation or need is accepted with good will, without a murmur. But physical privation does not always result in spiritual humility, it can lead to bitterness.

Even the wealthy can be spiritually humble if they understand that visible, material wealth is decadent and transitory, fleeting, and that it is no substitute for spiritual riches. They must understand the word of the Lord, For what is a man profited, if he shall gain the whole world, and lose his own soul? (Matt. 16:26).

But Christian humility must be strictly distinguished from self-seeking self-abasement, such as fawning and flattery, which discredit human dignity.

It is necessary to strictly reject so-called "noble self-love" or "defense against affronts to one’s honor," which reflect prejudices, pernicious superstitions which were inherited from Roman paganism hostile to Christianity. The true Christian must decisively renounce these superstitions which resulted in the anti-Christian and shameful custom of the duel and revenge.

In reward for meekness of spirit, humility, the Lord Jesus Christ promises the Kingdom of Heaven, a life of eternal blessedness. Participation in the Kingdom of God for the humble begins here and now — by means of faith and hope in God; but the ultimate reward in all of its fullness will be seen in the future life.



Law of God

God's pure Love - Καθαρή Αγάπη του Θεού ( Video )

Sunday, January 26, 2014

«Συνάντηση με ένα ταξιτζή…» ( Άγιος Νεκτάριος )


Toυ π. Ιεροθέου Ανδρουτσόπουλου



Κάποιος μου είπε λίγες ημέρες πριν πως πάτερ, έχεις καιρό να γράψεις κάτι. Και του απάντησα πως συνηθίζω να λερώνω με μελάνι τις λευκές γραμμές του χαρτιού, μόνο όταν κάτι συμβαίνει και μου προξενεί το ενδιαφέρον ή μου προκαλεί την ευαισθησία. Και είναι αλήθεια, πάει καιρός από τότε.
Πάντα όμως εκεί που δεν το περιμένεις, κάτι έρχεται να σου αναταράξει για λίγο την ησυχία και ίσως και την εφησυχάζουσα συνείδησή σου.
Σκέψεις, λογισμοί, απορίες, αγωνίες όλο αυτό τον καιρό για την νέα αυτή χρονιά, προβληματισμοί του παρόντος, αμφιβολίες για την πορεία του μέλλοντος, την προσωπική ευτυχία και την γενικότερη κατάσταση στον κόσμο, βασανίζουν την καρδιά σου, την σκέψη μου, την ψυχή μας. Γενικότερη η ανησυχία. Μεγάλη η ανεργία. Πλήθυνε λένε η ανομία. Εγκαθίσταται η αναρχία. Στερείται η ελευθερία μας. Χάνεται η γεωγραφική μας κυριαρχία. Τα πάντα αλλάζουν. Και ξαφνικά αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει πια ελπίδα, δεν πρόκειται να σωθείς, σου λένε επίμονα ότι ο Θεός πέθανε, ότι δεν υπάρχει ζωή.
« Θεέ μου τι κόσμος! Βοήθησε με να σωθώ. Να μην σέρνομαι στο χώμα. Αναζωπύρωσε μέσα μου την φλόγα της ελπίδος. Μπορείς άλλωστε. Τι είναι για Σένα ένα θαύμα! Συγχώρεσε την παρρησία μου. Σε αισθάνομαι Πατέρα. Θέλω να νιώθω άνετα μαζί σου».
Αυτές ήταν οι σκέψεις μου. Τις μοιράστηκα μαζί σας. Με βασάνιζαν, δεν σας το κρύβω. Μέχρι που ένας ταξιτζής, άνθρωπος του μεροκάματου, μου έλυσε την απορία. Σου κάνει εντύπωση; Και όμως.
« Πάτερ, μου είπε, άκου αυτό που θα σου πω και πες μου. Σε ένα φίλο, αδελφικό, του διέγνωσαν καρκίνο. Φοβήθηκε. Ταράχτηκε όλη η οικογένειά του. Τον έπιασε τρόμος. Εξετάσεις, αποτελέσματα, επισκέψεις σε γιατρούς, μαγνητικές, αξονικές στο κεφάλι. Τελευταία ελπίδα ,του είπαν, στο εξωτερικό , ένα διαγνωστικό κέντρο στην Γαλλία, για ειδικές εξετάσεις .
Γαλλία, ημέρα Σάββατο , ένα όμορφο πρωινό, στην αναμονή ή στην προσμονή των αποτελεσμάτων , εκεί σε μια στάση, στριμωγμένος με πολύ κόσμο. Ψάχνοντας ταξί. Έπειτα από αρκετή ώρα αναμονής ένα ταξί σταματά εμπρός του και του ανοίγει την πόρτα. «Πηγαίνετε με στο τάδε ξενοδοχείο» , είπε στα γαλλικά, μα κατάλαβε ότι ο ταξιτζής ήταν Έλληνας. «Τι κάνεις στην Γαλλία», τον ρώτησε. «Ήρθα για κάτι εξετάσεις». «Καλά δεν υπάρχουν νοσοκομεία στην Ελλάδα»;.
Ε, για καλύτερα, απάντησε. « Ξέρω ένα καλό νοσοκομείο εκεί στην Αίγινα, πήγαινε εκεί.» Η κούρσα τελείωσε , η απροσδόκητη επαφή με τον ταξιτζή, χάθηκε.
Ελλάδα, λίγες ημέρες μετά, μου συνέχισε την διήγηση ο ταξιτζής που με έφερνε στο μοναστήρι, ο φίλος ρώτησε ποιο νοσοκομείο υπάρχει στην Αίγινα για να πάει. Του απάντησα πως η Αίγινα φημίζεται μόνο για τον Άγιο Νεκτάριο. Δεν έχει νοσοκομείο για ασθενείς με καρκίνο. Πήγε, τελικά, στο Μοναστήρι του Αγίου, και μπαίνοντας μέσα είδε την αγιογραφία με τον Άγιο Νεκτάριο. Λιποθύμησε. Τον ήξερε αυτό τον Άγιο.Ήταν ο ταξιτζής της Γαλλίας!!!»
Και τότε πήρα την απάντηση στα ερωτηματικά που περιέγραψα παραπάνω. Ένας ταξιτζής σε μένα έλυσε την απορία της αγωνίας, κατάλαβα ότι υπάρχει Ζωή και αυτή την ζωή θέλω να ζήσω, και ένας άλλος ταξιτζής ( Άγιος Νεκτάριος) στον ασθενή αδελφό έδωσε την υγεία και την λύση στο αδιέξοδο της αρρώστιας.


Αναπλαστική Σχολή Πατρών

Αγαπήστε και την προσευχή. ( Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης )


Αγαπήστε και την προσευχή. Ένας έκαμε προσευχή όλην την νύχτα. Τα λόγια της προσευχής του έρχονταν το ένα μετά το άλλο χωρίς δυσκολία.


Είτε έχεις ζήλο είτε όχι, την προσευχήν δεν θα κόβεις Ούτε θα αμελής. Δια πολλούς λόγους την προσευχήν δεν θα κόβεις Ούτε θα αμελής. Προσπάθησε επίσης, ένα κόμπο δάκρυ κάθε βράδυ να έχεις.


Ημέρα να μη πέραση χωρίς προσευχήν, αλλά και προσευχή να μη γίνη χωρίς δάκρυ.


Ή προσευχή πώς πηγαίνει; Εγώ, πολλές ημέρες κρεβάτι δεν βλέπω. Και όταν αρχίζω, γλυκαίνομαι και δεν θέλω να τελειώσω.


Όταν κάμνετε προσευχήν, να λέτε: Πιστεύω.... εις ένα Θεόν... Πατέρα... Παντοκράτορα... Ποιητήν Ουρανού και γης.... δηλ. να μη τα λέγετε, γρήγορα και σας παίρνει ό πονηρός τον λογισμόν, άλλα αργά, για να τα νοιώθετε τα λόγια.


Επιμένετε και αυξάνετε την προσευχήν. θα κάμετε την προσευχήν την οποίαν ορίζει ή Εκκλησία μας, δηλ. Εξάψαλμο, Απόδειπνο, Παράκλησιν κλπ. θα τα διαβάζετε αυτά από τα βιβλία, άλλα ενίοτε αφήνετε τα και δι' ολίγον. Δηλαδή χωρίς το βιβλίον, εκτός τα λόγια, αυτά της προσευχής, μιλήσατε και μόνοι σας στο τον Χριστό μας. Άπλα και από την καρδιά σας, πείτε Του σαν να τον βλέπατε μπροστά σας: «Πατέρα μου, έσφαλλα, δεν πέρασα την ημέρα μου πνευματικά, άλλα με κοσμικά πράγματα. Κατέκρινα, μίλησα πολύ, γέλασα, Έφαγα πολύ, προσευχή δεν έκαμα, είχα τόσες αδυναμίες και πτώσεις. Συγχώρεσέ με Κύριε κλπ.» Έτσι να λέγετε και θα σας λυπηθεί τότε ό Χριστός μας και θα σας στείλει δάκρυα. Και πρέπει να έλθουν δάκρυα, διότι αυτά τα δάκρυα της προσευχής θα σας δώσουν δύναμιν και χαράν. Αυτά θα σας πάρουν τις θλίψεις.


Όπως αν δεν εργασθείς μισθό δεν παίρνεις, Έτσι και χωρίς κόπο, προσπάθειες, επιμέλεια, προσευχήν κλπ. χαρίσματα Ούτε Έρχονται, Ούτε πνευματικές αγίες γεύσεις.


Αν στο μαγκάλι δεν προσθέσουμε κάρβουνα, ή φωτιά θα σβήσει. Προσοχή να μη σβήσει ή φωτιά. Και δεν θα σβήσει αν δεν κόψης την προσευχή.


Μετά τα λόγια της Ακολουθίας, Απόδειπνο κλπ. να παρακαλάς τον Θεόν και με απλά λόγια, με λόγια δικά σου για τα προβλήματα σου για τον πόνο σου, ως να είναι μπροστά σου και τον βλέπεις. Αυτά τα πονεμένα και κατανυκτικά λόγια, είναι σαν τα προσανάμματα δια να πιάσει ή φωτιά, δηλ. ό πόθος δια τον Θεόν. Και τότε έρχονται και τα δάκρυα.


Αγάπησε την κατάνυξιν, φέρνε στο νου σου τις αίτιες πού θα σου φέρνουν δάκρυα.
Μια ψυχή, δεκατέσσερις ώρες, συνεχώς, έκλαιγε από κατάνυξιν. Έλεγε: Τα μάτια μου είναι μικρά, τα δάκρυα πολλά, δεν χωρούν.


Το «Πιστεύω» να μη περνάει ημέρα πού να μη το πεις. Είτε στην ακολουθία είτε χωριστά.


Θεολόγος είσαι και πανδρεύθηκες; Ό θεολόγος πρέπει να ανακατώνει το βάθος της θαλάσσης! Πώς δεν σε αιχμαλώτισε ή Θεολογία! Όταν άρχισες να την σπουδάζεις, είχες εις τον νουν σου να παντρευθής, ή μετά έμπλεξες! (όντως είχε γίνει το δεύτερο).


Εάν έχεις φόβο Κυρίου, έμαθες θεολογία. Εάν δεν έχεις φόβον Κυρίου τέχνη έμαθες δια να ζήσης.


Ταπείνωση, δάκρυα, προσευχή και καθαρή ψυχή. Δεν έρχονται δάκρυα, όταν δεν πέρασε κανείς καλά, πνευματικά την ημέρα του.


Όταν βρεθείς σε δύσκολες στιγμές, το «Πιστεύω» να λες. Αργά και να το αισθάνεσαι. Κάθε μία λέξη του να φθάνει βαθιά στην καρδιά σου, όχι τυπικά και ξηρά. Εγώ, το λέγω πολλές φορές την ημέρα, 5-6 και περισσότερες.


Αν αφήνεις παράθυρο, θα μπει το φως. Αν όλα είναι κλειστά, από που θα μπει φως και ας είναι άφθονο έξω. Έτσι και εις τα πνευματικά: Άνοιξε την καρδιά σου στο Χριστόν μας, παρακάλεσε Τον και Εκείνος θα βοηθήσει!


Μη λες «ό Χριστός» αλλά «ό Χριστός μας».


Το Ψαλτήρι καθημερινή μου τροφή το έχω. Να το αγαπάς πολύ και να το διαβάζεις. Έστω 'ένα ή δύο ψαλμούς την ημέρα. Και όταν έχεις λύπη, όταν έχεις πειρασμόν, διάβαζε με προσοχήν και αγάπην το Ψαλτήρι και θα νιώθεις μεταβολή μέσα σου.


Ή καλύτερη μουσική είναι ή Βυζαντινή. Πολύ την αγαπώ.


Να θεωρείς την Εκκλησία ως Ιατρείο. Διατί πηγαίνει κανείς εις το Ιατρείο; Δια να θεραπευθεί. Να λέγεις, Διατί ήλθα εδώ; (εις την Εκκλησιά) και να παρακαλείς τον Χριστό μας, την Παναγίαν μας και τους Αγίους μας!


Κάθε ημέρα, στην Βηθλεέμ βρίσκομαι. Μπορείς σωματικά να είσαι όπου αναγκαστικά είσαι υποχρεωμένος να είσαι. 'Αλλά με τον νουν σου, όπου εσύ θέλεις. Τον νουν σου δεν εξουσιάζει κανείς.


Όποτε χρειασθείς, οπότε θέλεις ή έχεις κάποιον λύπην, να έρχεσαι εδώ και όποια ώρα νάνε, εγώ θα σε δέχομαι! Αν εγώ πού είμαι άνθρωπος αμαρτωλός σε λυπάμαι και σου λέγω έτσι, πόσον μάλλον ό Χριστός μας, πού είναι Φιλάνθρωπος, πού μας αγαπάει με αγάπην πού δεν μπορούμε να την κατανοήσομε. Οποια ώρα νάνε και για ότι έχεις, θα καταφεύγεις στον Χριστόν μας, στην προσευχήν, και Εκείνος θα σε λυπάται και θα σε ακούει και θα σε βοηθά.
Γέροντα, συχνά δεν προλαβαίνω να κάνω προσευχή στο σπίτι και προσεύχομαι καθ' όδόν κλπ. Μήπως δεν πρέπει; «Στην ανάγκη δεν πειράζει Ό Θεός είναι παντού, είναι Πνεύμα! Όταν πεινάς, μόνο στο τραπέζι τρως; Δεν τρως και όρθια και τρέχοντας και δουλεύοντας; Αρκεί τον νουν σου να έχεις στα λόγια της προσευχής».


Ημέρα πού θα πέραση και δεν ένοιωσες τον Χριστό μας στην καρδία σου, δια της προσευχής, αναγνώσεως Ψαλτηρίου, Ευαγγελίου, κλπ., κλπ., να θεωρείς ότι απώλεσες αύτη την μέρα!
Να παρακαλείς με δάκρυα, όπως ή Μαρία Μαγδαληνή και να λέγεις: Χριστέ μου, μη με εγκατάλειψης! Χριστέ μου μη με αφήνεις μόνο, Χριστέ μου γλυκύτατε, μη πάρεις την ψυχήν μου αν δεν γίνω όλος Σος!


Μετά το Απόδειπνο, να πεις: «Κύριε μου, με βλέπεις πώς είμαι! Κατάνυξιν δεν έχω. Δεν ημπορώ να προσευχηθώ όπως πρέπει. Αδυναμίες έχω πολλές! Δεν αγωνίζομαι ακόμη όπως Εσύ θέλεις. τι θα γίνη αυτή ή κατάστασης; Βοήθησε με Κύριε!» Να του ομιλείς σαν να είναι μπροστά σου, έτσι Όπως ομιλείς σε εμένα.


Όσο κόβεις σχέσεις από τα κοσμικά, τόσο ελευθερώνεται ο νούς σου και καθαρίζει και προσεύχεσαι καλύτερα.


Εγώ, θυσιάζω από τον εαυτόν μου για όποιον προσεύχομαι!


θα παρακαλέσω τον Θεόν δι' εσάς, δηλ. θα κάμω προσευχήν άλλα να ξέρετε, «ένα χέρι κρότο δεν κάνει». Εγώ παρακαλώ για σας, άλλα να παρακαλείται και εσείς.


Απόδειξης αγάπης προς τον Σωτήρα μας, είναι τα δάκρυα κατά την ώραν της προσευχής.
Το χτίσιμο με ξηρούς λίθους δεν είναι καλό. Χρειάζεται ή λάσπη χρειάζεται και ό ασβέστης. Έτσι και ή προσευχή χωρίς δάκρυα δεν είναι προσευχή. Χρειάζονται δάκρυα, αλλιώς ωφέλεια δεν μένει από την προσευχήν.


Σε κάθε προσευχή πρέπει να έχετε ένα κόμπο δάκρυ. Και όταν σας έλθη κατάνυξη, μη το λέτε πουθενά γιατί είναι θείον δώρον μήπως και το χάσετε!


Χαιρέτησε την Χάριν! Όταν αισθάνεσαι κατάνυξιν, είναι επειδή σε επισκέπτεται ή Χάρις του Θεού. Χαιρέτησε την και αγκάλιασε την, δηλ. ζήσε την επίσκεψιν της Στοργής του Θεού εκείνη την ώραν και ταπεινά ευχαρίστησε τον Θεόν δια το δώρον αυτό και παρακάλεσε Τον να μη σε εγκαταλείψει ποτέ!

Love toward God ( Saint Macarius the Great )






You say: " I love God and have the Holy Spirit." But examine this closely, is this really so? Are you faithful to God day and night? If you have this uninterrupted love, then you are pure. However, think about this. When earthly cares or various defiled and sly thoughts arise, are you then truly against them and does your soul want to love God and be wholly attached to Him? After all, in distracting the mind with worldly and corruptible matters, earthly thoughts impede a person’s love for God and the continuous thinking about Him. It happens that a simple person enters into prayer, bends his knee — and his mind attains tranquillity. And the degree of his undermining the opposing wall of evil and the extent of his burrowing under it is the measure of its destruction, so that the person gradually attains spiritual direction and wisdom. However, this level is not attained by the powerful of this world, nor the educated, nor writers.



Saint Macarius the Great

The Cross Preserves the Universe ( Saint John of Shanghai )



In the Prophet Ezekiel (9:6), it is said that when the Angel of the Lord was sent to punish and destroy the sinning people, it was told him not to strike those on whom the "mark" had been made. In the original text this mark is called "tau," the Hebrew letter corresponding to the letter "T," which is how in ancient times the cross was made, which then was an instrument of punishment.

So, even then, it was foretold the power of the Cross, which preserves those who venerate it. Likewise, by many other events in the Old Testament the power of the Cross was indicated. Moses, who held his arms raised in the form of a cross during the battle, gave victory to the Israelites over the Amalekites. He also, dividing the Red Sea by a blow of his rod and by a transverse blow uniting the waters again, saved Israel from Pharaoh, who drowned in the water, while Israel crossed over on the dry bottom (Exodus, ch. 14, 17).

Through the laying on of his hands in the form of a cross on his grandsons, Jacob gave a blessing to his descendents, foretelling at the same time their future until the coming of the "expectation of the nations" (Genesis, ch. 48).

By the Cross, the Son of God, having become man and accomplished our salvation. He humbled Himself and became obedient unto death, even death on the Cross (Phil. 2:8). Having stretched out His hands upon the Cross, the Savior with them as it were embraced the world, and by His blood shed on it, like a king with red ink, He signed the forgiveness of the human race.

The Cross of the Lord was the instrument by which He saved the world after the fall into sin. Through the Cross, He descended with His soul into hell, to raise up from it the souls who were awaiting Him. By the Cross Christ opened the doors of paradise which had been closed after our first ancestors had been banished from it. The Cross was sanctified by the Body of Christ which was nailed to it when He gave Himself over to torments and death for the salvation of the world. Then it was filled with life-giving power. By the Cross on Golgotha the prince of this world was cast out (John 12:31) and an end was put to his authority. The weapon by which he was crushed became the sign of Christ's victory.

The demonic hosts tremble when they see the Cross, because the kingdom of hell was destroyed by the Cross. They do not dare to draw near to anyone who is guarded by the Cross.

The whole human race, by the death of Christ on the Cross, received deliverance from the authority of the devil, and everyone who makes use of this saving weapon is inaccessible to the demons.

When legions of demons appeared to St. Anthony the Great and other desert-dwellers, they guarded themselves with the sign of the Cross, and the demons vanished.

When there appeared to St. Symeon the Stylite, who was standing on his pillar, what seemed to be a chariot to carry him to heaven, the Saint, before mounting it, crossed himself and it disappeared. The enemy, who had hoped to cast down the ascetic from the height of his pillar, was put to shame.

One cannot enumerate all the various incidents of the manifestation of the power of the Cross. Invisibly and unceasingly, Divine grace that gushes from it saves the world.

The sign of the Cross is made at all the Mysteries and prayers of the Church. With the making of the sign of the Cross over the bread and wine, they become the Body and Blood of Christ. With the immersion of the Cross the waters are sanctified. The sign of the Cross looses us from sins. "When we are guarded by the Cross, we oppose the enemy, without fearing his nets and barking." Just as the flaming sword in the hands of the Cherubim barred the entrance into paradise of old, so the Cross now acts invisibly in the world, guarding it from perdition.

The Cross is the unconquerable weapon of pious kings in the battle with enemies. Through the apparition of the Cross in the sky, the dominion of Emperor Constantine was confirmed and an end was put to the persecution against the Church. The apparition of the Cross in the sky in Jerusalem in the days of Constantius the Arian proclaimed the victory of Orthodoxy. By the power of the Cross of the Lord, Christian kings will continue to reign until Antichrist, barring his path to power and restraining lawlessness (St. John Chrysostom, Commentary on II Thes. 2:6-7).

The "sign of the Son of Man" (Matt. 24:30), that is, the Cross, will appear in the sky in order to proclaim the end of the present world and the coming of the eternal Kingdom of the Son of God. Then all the tribes of the earth shall weep, because they loved the present age and its lusts, but all who have endured persecution for righteousness and called on the name of the Lord shall rejoice and be glad. The Cross then will save all who conquered temptations, from eternal perdition by the Cross, who crucified their flesh with its passions and lusts, and took up their cross and followed afar Christ.

However, those who hated the Cross of the Lord and did not engrave the Cross in their soul will perish forever. For "the Cross is the preserver of the whole universe, the Cross is the beauty of the Church, the Cross is the might of kings, the Cross is the confirmation of the faithful, the Cross is the glory of angels and the scourge of demons" (Octoechos: Exapostilarion, Monday Matins).





Saint John of Shanghai

Counterfeit Angels




The first half of the 1990's saw an explosion of the number of books on angels. Many of these books contain touching accounts of the roles angels played in the salvation of people in their daily lives. Almost all these books advocate an openness to angels and a grateful acceptance of angels and their communications with mankind. Many of the authors encourage an angel-centered life and the hope for their regular influence and, at the same time, an awareness that angels sometimes appear in ways that are outwardly not very angelic.

Nearly all these books fail to consider that the devil and his legions of demons are fallen angels who can disguise themselves as angels of light to cause the destruction of our souls. From the letters of St. Paul (2 Cor. 11:14) to modern times, the writings of the Church describe how these fallen angels masquerade not only as angels of light but also as saints, the Virgin Mary, and Christ Himself.

For example, in his discussion of the importance of discrimination, St. John Cassian recounts how one monk caused his own death and how, in another instance, another monk was prepared to murder his own son. In both cases, demons disguised as angels were the cause (The Philokalia, vol. I). In a different time and place, the Kiev Caves Paterikon records that a young monk named Nikita did reverence to an angel of light who told him not to spend time in prayer, that the angel would do it for him because it was more important for Nikita to spend time reading. While the demon-as-angel prayed in his place, Nikita became clairvoyant. Soon he didn't even want to hear about the Gospels, preferring to become well versed in the Old Testament instead. His fellow monks, having finally perceived the demon, drove it away by prayer. Nikita repented and, through the grace of God, went on to become bishop of Novgorod, a shepherd to his flock, and a miracle-worker. We know him as St. Nikita the Recluse.

"Beware of false prophets, who come to you in sheep's clothing, but inwardly they are ravening wolves. Ye shall know them by their fruits. Do men gather grapes from thorns, or figs from thistles?" (Matt. 7:15-16). "But the fruits of the Spirit are love, joy, peace, long-suffering, gentleness, goodness, faith, meekness, temperance: against such there is no law. And those who are Christ's have crucified the flesh with its affections and lusts" (Gal. 5:22-24).

To put into practice these words of Christ and St. Paul in discriminating between real angels and demons masquerading as angels is difficult in the face of human frailty, our sinfulness, our self-willed delusion, and the thousands of years of experience of the enemy of man and God. Remember that the deluded monks described above had dedicated their very lives to Christ. The Holy Fathers of the Church, in their great love for us, tell us to pray, to seek humility, and to seek the guidance of a spiritual Father. They clearly tell us not to seek visions of angels and to be very questioning and skeptical when we do receive such visions. They tell us that if we have the slightest doubt about a vision, to say, in fact, "I do not know," and to put it aside or simply to reject it. They tell us that God will overcome our actions if God is the source and that the angels will rejoice at our humility and sobriety. (See the indices of The Philokalia, vols. I, III, and IV of the English edition, for some pertinent references.) What the Holy Fathers of the Church tell us is very different from what has been written by the authors of today's popular books.

The devil is a liar and a sower of confusion, and to accomplish his ends, he and his demons will lie to us not only by their words but also by masquerading as something they are not. Any otherwordly phenomena that are sources of confusion and distraction (so-called alien abductions being a modern example) might be such a masquerade.

Αποκτησε την αγάπη του Χριστού ( Γεροντας Παϊσιος )

 
Αν αποκτήσεις την αγάπη του Χριστού, τότε δεν θα απορρίπτεις τον παραστρατημένο νέο, αλλά από αγάπη θα κατεβαίνεις μαζί του ακόμη και στην κόλαση που βρίσκεται.

Όμως η αγάπη μεταβάλλει την κόλαση σε Παράδεισο.


Γεροντας Παϊσιος

Ο γιατρός που ήταν άθεος - θαύμα του Αγίου Ιωάννη του Ρώσου



Στην Λίμνη της Ευβοίας ζούσε και εργαζόταν ένας γιατρός που ονομαζόταν Μαντζώρος. Σαν γιατρός ήταν πολύ καλός, αλλά δεν πίστευε στο Χριστό και μάλιστα δεν ήθελε να ακούει συζητήσεις σχετικές με την θρησκεία και την ψυχή. Καταφερόταν εναντίον της θρησκείας και οι απόψεις του ήταν σκληροπυρηνικές στο θέμα του Χριστιανισμού.





Αρρώστησε λοιπόν και μάλιστα πολύ σοβαρά. Η επάρατος νόσος είχε πλησιάσει τον άπιστο γιατρό που με φρικτούς πόνους κατάλαβε την έλευσή του. Μέσα σε αφόρητους πόνους μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο της Χαλκίδας. Εκεί , λόγω της σοβαρότητας της ασθένειάς του, δεν μπορούσαν να τον νοσηλεύσουν . Τον έστειλαν λοιπόν στην Αθήνα στη κλινική «Παντοκράτωρ», που βρίσκεται στην οδό Γ΄ Σεπτεμβρίου. Εκεί υποβλήθηκε σε ακτινολογικές και χημικές εξετάσεις , οι οποίες έδειξαν ότι η επάρατος νόσος είχε προσβάλει το παχύ έντερο του γιατρού. Όταν όλη η ζωή του γιατρού ήταν στρωμένη κοινωνικά και μπορούσε να λέει και να κάνει με ευκολία ότι ήθελε ο γιατρός ήταν απόλυτος στον λόγο του για τον Χριστό και τους Αγίους. Όλα ήταν ένα καλοστημένο ψέμα για τον άπιστο γιατρό. Η μόνη αλήθεια ήταν η αμαρτία και η ασωτεία. Εκεί κατέφευγε όταν εμφανίζονταν στη ζωή του μαύρα μικρά συννεφάκια. Αλλά τώρα, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Τα μαύρα σύννεφα που είχαν επισκιάσει για καιρό τώρα τη ζωή του δεν μπορούσε να τα διώξει με την προσφιλή του μέθοδο που δεν ήταν άλλη από την αμαρτία.



- «Στο παντοδύναμο Θεό , να ελπίζεις μόνο συνάδελφε»

Αυτή ήταν η διάγνωση-έκκληση των συναδέλφων του, που του εξηγούσαν, με αυτό τον σκληρό λόγω επαγγέλματος λόγο. Και ο ίδιος όμως, λόγω του επαγγέλματός του είχε αντιληφθεί , ότι η φλόγα της ελπίδας κόντευε να σβήσει. Οι γιατροί λοιπόν του Νοσοκομείου του είπαν ότι αν συμφωνούσε και ο ίδιος θα μπορούσε να εγχειρισθεί την επόμενη μέρα. Συμφώνησε λοιπόν με γνώμονα την ιατρική γνώση που και ο ίδιος είχε. Αλλά τα λόγια των συναδέλφων του: «Στον παντοδύναμο να ελπίζεις, συνάδελφε», τον οδήγησαν παραμονή της εγχείρησης , σε μια αυθόρμητη προσευχή, που έβγαινε μέσα από την ψυχή του. παρακαλούσε τον Θεό, όχι μόνον να τον κάνει καλά, αλλά να τον συγχωρέσει κιόλας για την απιστία που είχε δείξει τόσα χρόνια.

Την ώρα της προσευχής κάποιος χτύπησε την πόρτα κι τον διέκοψε. Ήταν ένας όμορφος νεαρός, ο οποίος σπρώχνοντας με τα χέρια του την πόρτα μπήκε μέσα στο δωμάτιο του γιατρού και ακολούθησε ο πιο κάτω διάλογος:

- «Τι έχεις;».

- «Είμαι πολύ άρρωστος».

- «Δεν έχεις τίποτε».

- «Μα τι λες, Χριστιανέ μου. Έχω καρκίνο στο έντερο στο τελευταίο στάδιο και αύριο εγχειρίζομαι. Καταλαβαίνεις τι μου συμβαίνει;».

- «Δεν έχεις τίποτα πια. Σ' έκανα καλά».

- «Μα καλά δεν ντρέπεσαι έναν άρρωστο; Με ειρωνεύεσαι κιόλας;».

- «Είμαι ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος. Αφού, επιμένεις, κάνε αύριο την εγχείρηση και θα πειστείς ότι δεν έχεις τίποτε».

Ο νεαρός εξαφανίστηκε. Ο γιατρός όμως γεμάτος αγωνία χτυπούσε το κουδούνι για να ρωτήσει τις νοσοκόμες μήπως και είδαν το νεαρό αυτό, που είχε βγει από το δωμάτιό του. Μάταια όμως γιατί καμία από τις νοσοκόμες δεν είδε τίποτα. Την επόμενη μέρα ο άρρωστος γιατρός εισήχθη στο χειρουργείο για την επέμβαση. Οι γιατροί έτοιμοι για την εγχείρηση ακούνε ξαφνικά τον γιατρό να τους λέει ότι δεν χρειάζεται εγχείριση και ότι είναι καλά στην υγεία του.

- «Με θεράπευσε ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος».

- «Μα τι είναι αυτά που μας λες;». Στον 20ο αιώνα είμαστε συνάδελφε τι είναι αυτά που λες;». «Τα έχει χαμένα ο συνάδελφος» μονολογούσαν οι γιατροί του Νοσοκομείου, ενώ επέμειναν να γίνει η εγχείριση, λόγω μειωμένου καταλογισμού του ασθενούς. Τον νάρκωσαν λοιπόν για την επέμβαση και όταν τον άνοιξαν ο όγκος δεν υπήρχε. Είχε κάνει το θαύμα του ο Άγιος και οι γιατροί απορούσαν , κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Ο γιατρός ήταν τελείως καλά. Αυτά τα διηγήται ο ίδιος ο γιατρός παντού, όπου κι αν βρίσκεται.



Από το βιβλίο: «ΒΙΟΙ ΟΡΘΟΔΞΩΝ ΑΓΙΩΝ 9

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ».ΕΚΔΟΣΕΙΣ: ΕΝΘΕΟΣ ΒΙΟΣ/eisdoxantheou-gk

Μπαμπά… Κουράγιο!





Τι ακριβώς είναι αυτό που σε «κουράζει» άνθρωπε που δεν έχεις παιδιά;
Να ξυπνήσεις νωρίς το πρωί, μετά από βραδιά διασκέδασης, για να πάς στη δουλειά;

Έχεις δοκιμάσει να κοιμηθείς δίπλα σε άρρωστο παιδί που γκρινιάζει και έχει πυρετό και βήχει όλη νύχτα και σηκώνεσαι 15 φορές κατά τη διάρκεια της νύχτας και το πρωί πρέπει να ξυπνήσεις να πας στη δουλειά;

Τι ακριβώς σε κουράζει άνθρωπε μου που δε έχεις παιδιά;
Να κουβαλάς τα ψώνια από το σούπερ μάρκετ;

Έχεις δοκιμάσει να πας σούπερ μάρκετ με παιδί που τρικλίζει από τη νύστα μετά τον παιδικό, και τελικά κοιμάται στο αυτοκίνητο και φτάνεις σπίτι, και πρέπει να κρατήσεις αγκαλιά το κοιμισμένο παιδί, 6 σακούλες στο χέρι που κρατάει το παιδί και άλλες 6 στο άλλο χέρι, μαζί με την τσάντα της δουλειάς, τα κλειδιά αυτοκινήτου και σπιτιού και την τσάντα του παιδικού; Το μέγιστο τρικ είναι πως πρέπει να κλειδώσεις το αυτοκίνητο και να ξεκλειδώσεις εξώπορτες πολυκατοικίας και διαμερίσματος χωρίς να ακουμπήσεις τίποτα κάτω, γιατί αν το κάνεις, δεν θα μπορέσεις ποτέ πια να τα ξαναπιάσεις…

Τι είπες πως σε κουράζει άνθρωπέ μου που δεν έχεις παιδιά;
Ότι πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι και να φτιάξεις κάτι να φας;

Έχεις δοκιμάσει να επιστρέψεις από τη δουλειά πεινασμένος αφού εν τω μεταξύ έχεις παραλάβει τον μικρό από τον παιδικό, και στο σπίτι δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο, και το παιδί πεινάει, κι εσύ πεινάς, και το παιδί είναι ιδρωμένο και βρώμικο και κουρασμένο και γκρινιάρικο, και πρέπει να του κάνεις μπάνιο, να του αλλάξεις παμπερς, να του βάλεις πυτζάμες, να παίξεις μαζί του μέχρι να νυστάξει, να ετοιμάσεις κάτι να φάει και εντελώς πτώμα τελικά να αποφασίσεις πως … δεν πειράζει… τρως αύριο εσύ…

Ποια είναι η κούραση άνθρωπέ μου που δεν έχεις παιδιά;
Να καθαρίσεις το σπίτι;

Μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου να καθαρίζει το σπίτι με τον μικρό να ιππεύει την ηλεκτρική σκούπα, να κυνηγάει να πατήσει τη σφουγγαρίστρα και να παίζει με τον κουβά με τα νερά; Και αποφασίζεις να τον βάλεις να δει ένα παιδικό στην τηλεόραση και του δίνει κι ένα kinder για δόλωμα, και μετά από λίγο τον βλέπεις με τα σοκολατένια δάχτυλα να έχει χαράξει στην οθόνη τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η Dora η εξευρενήτρια, που ποιος της είπε να βγει από το σπίτι η σουρλουλού;

Κουράζεσαι στο γυμναστήριο;
Εγώ μαζεύω 2-3 φορές τη μέρα από το πάτωμα το αυτοκίνητο της αστυνομίας, το ελικόπτερο της αστυνομίας, το αεροπλανάκι που πετάει, τις μπαλίτσες του μίνι μπάσκετ, τα lego – απόλυτη απαγόρευση ξυπολυταρίας, τα playmobil με όλα τα τζιμπράγκαλά τους, από καπελάκια, ξίφη, μούσια, μαλλιά, ζωάκια, πιστολάκια, που πραγματικά μόνο ιάπωνες θα μπορούν να τα βρουν και να τα μαζέψουν από το πάτωμα και από όλα τα πιθανά μέρη που μπορούν να εισχωρήσουν πραγματάκια με μέγεθος μισού τσοφλιού φιστικιού Αιγίνης.

Ξέρεις τι είναι αυτό που πραγματικά σε κουράζει άνθρωπέ μου χωρίς παιδιά;
Σε κουράζει η έλλειψη της ανωτέρω ευτυχίας… (καλά, μην το παίρνεις και τοις μετρητοίς, είμαστε κι εμείς οι γονείς μια φάρα… απαπα, να τραβάς το γιακά σου… μία συνομοταξία ανθρώπων με εντελώς αντεστραμμένη λογική πια… Ναι, για εμάς, όλα τα παραπάνω συνθέτουν ένα σκηνικό σχεδόν ευτυχίας… Καλά, μη μας παρεξηγείς… έχουμε και το ακαταλόγιστο με όλα αυτά που μας συμβαίνουν…)


Ψαλμός- 01( βυζαντινή) - Psalm- 01 (Byzantine chant) ( Video )

Saturday, January 25, 2014

Oι δοκιμασίες κάνουν καλό. Μη φοβηθείς. ( Γεροντας Παϊσιος )



Oι δοκιμασίες κάνουν καλό. Μη φοβηθείς.

Ό Χριστός μας σαράντα μέρες αγωνίσθηκε στην ερημον, αλλά έπειτα Άγγελοι τον υπηρετούσαν.

Είναι πολύ στοργικός ο Χριστός μας.

Συχνά, για ωφέλειά μας, επιτρέπει και δυνατή λύπην. Για λίγο νοιώθουμε πώς μας εγκατέλειψε, αλλά μετά επειδή λυπάται, μας αγαπά, μας πνίγει το έλεος Του, ή στοργή Του.

Μη φοβηθείς ποτέ, μόνον αγάπα τον Χριστό μας.



Γεροντας Παϊσιος

God is humble and obedient ( Pt 1 )- St. Nikolai Velimirovic


"And the glory of the Lord shall be revealed, and all flesh shall see it together; for the mouth of the Lord hath spoken it" (Isa. 40:5).
The Lord promised to reveal Himself in great glory...
The Lord promised to come...
God fulfilled His ancient promise and appeared on
earth. But how did God reveal Himself in His glory? In inexpressible humility and obedience. In such a way that His angels seemed more resplendent, and His prophets greater than He. 



When the prophet and the Master showed themselves on the Jordan, the prophet caught the eye more than the Master. John the Forerunner appeared stranger and greater than Christ the Lord. Christ the Lord hid His glory and majesty behind two thick curtains: those of human flesh and humility. And so men neither noticed nor
recognized Him, while the eyes of all the heavenly powers were fixed on Him more than on the whole created world. Clothed in real flesh and in true
humility, the Lord Jesus came from Galilee to Jordan unto John, to be baptized by him.
 


Wonderful is God in His works! Through all His works, He teaches us humility and obedience. He hides Himself behind His works, as the sun at
night behind the shining of the stars, as a nightingale in the bush behind its song. He lends light to the sun, and the sun shines as though with its own light, while the fact that it is God's light is ignored. He lends a voice to His thunder and His winds, and they are heard; but He is not heard. He lends beauty to His mountains and meadows,
and they are resplendent in beauty as though it were their own, while God's beauty remains shrouded in mystery.


 He lends beauty and fragrance to the flowers of the field, and the beauteous flowers give off their fragrance as though it were their own; while God's fragrance goes unnoticed. He lends strength to every creature, and each creature preens itself in front of the others, showing off its strength as
though it were its own; while God's immeasurable strength neither preens itself nor cries for attention. He lends of His mind to men, and men cogitate and think as though with their own minds; while God's mind stands in a calm from tumult, turning from the world's praise. 


St. Nikolai Velimirovic

On Vainglory ( Saint John Climacus )


Some would hold that vainglory is to be distinguished from pride, and so they give it a special place and chapter. Hence their claim that there are eight deadly sins. But against this is the view of Gregory the Theologian and other teachers that in fact the number is seven. I also hold this view. After all, what pride remains in a man who has conquered vainglory The difference is between a child and a man, between wheat and bread; for the first is a beginning and the second an end. Therefore, as the occasion demands, let us talk about the unholy vice of self-esteem, the beginning and completion of the passions; and let us talk briefly, for to undertake an exhaustive discussion would be to act like someone who inquires into the weight of the winds.

From the point of view of form, vainglory is a change of nature, a perversion of character, a taking note of criticism. As for its quality, it is a waste of work and sweat, a betrayal of treasure, an offspring of unbelief, a harbinger of pride, shipwreck in port, the ant on the threshing floor, small and yet with designs on all the fruit of one's labor. The ant waits until the wheat is in, vainglory until the riches of excellence are gathered; the one a thief, the other a wastrel.

The spirit of despair rejoices at the sight of increasing vice, the spirit of vainglory at the sight of the growing treasures of virtue. The door for the one is a multitude of wounds, while the gateway for the other is the wealth of hard work done.

Observe vainglory. Notice how, until the very day of the burial it rejoices in clothes, oils, servants, perfumes, and such like.

Like the sun which shines on all alike, vainglory beams on every occupation. What I mean is this: I fast, and turn vainglorious. I stop fasting so that I will draw no attention to myself, and I become vainglorious over my prudence. I dress well or badly, and am vainglorious in either case. I talk or I remain silent, and each time I am defeated. No matter how I shed this prickly thing, a spike remains to stand up against me.

A vainglorious man is a believing idolater. Apparently honoring God, he actually is out to please not God but men. To be a showoff is to be vainglorious. The fast of such a man is unrewarded and his prayer futile, since he is practicing both to win praise. A vainglorious ascetic doubly cheats himself, wearying his body and getting no reward. Who would not laugh at this vainglorious worker, standing for the psalms and moved by vainglory sometimes to laughter and sometimes to tears for all to see?

The Lord frequently hides from us even the perfections we have obtained. But the man who praises us, or, rather, who misleads us, opens our eyes with his words and once our eyes are opened our treasures vanish.

The flatterer is a servant of the devils, a teacher of pride, the destroyer of contrition, a ruiner of virtues, a perverse guide. The prophet says this, "Those who honor you deceive you" (Isa. 3:12).

Men of high spirit endure offense nobly and willingly. But only the holy and the saintly can pass unscathed through praise. And I have seen men in mourning who, on being praised, reared up in anger, one passion giving way to another as at some public meeting.

"No one knows the thoughts of a man except the spirit within him" (1 Cor. 2:11). Hence those who want to praise us to our face should be ashamed and silent.

When you hear that your neighbor or your friend has denounced you behind your back or indeed in your presence, show him love and try to compliment him.

It is a great achievement to shrug the praise of men off one's soul. Greater still is to reject the praise of demons.

It is not the self-critical who reveals his humility (for does not everyone have somehow to put up with himself?). Rather it is the man who continues to love the person who has criticized him.

I have seen the demon of vainglory suggesting thoughts to one brother, revealing them to another, and getting the second man to tell the first what he is thinking and then praising him for his ability to read minds. And that dreadful demon has even lighted on parts of the body, shaking and stirring them.

Ignore him when he tells you to accept the office of bishop or abbot or teacher. It is hard to drive a dog from a butcher's counter.

When he notices that someone has achieved a measure of interior calm, he immediately suggests to him the need to return from the desert to the world, in order to save those who are perishing.

Ethiopians have one kind of appearance, statues another. So too is it the case that the vainglory of those living in community is different from that of those living in the desert.

Vainglory anticipates the arrival of guests from the outside world. It prompts the more frivolous Christian to rush out to meet them, to fall at their feet, to give the appearance of humility, when in fact he is full of pride. It makes him look and sound modest and directs his eye to the visitors' hands in the hope of getting something from them. It induces him to address them as "lords and patrons, graced with godly life." At table it makes him urge abstinence on someone else and fiercely criticize subordinates. It enables those who are standing in a slovenly manner during the singing of psalms to make an effort, those who have no voice to sing well, and those who are sleepy to wake up. It flatters the presenter, seeks the first place in the choir, and addresses him as father and master while the visitors are still there.

Vainglory induces pride in the favored and resentment in those who are slighted. Often it causes dishonor instead of honor, because it brings great shame to its angry disciples. It makes the quick-tempered look mild before men. It thrives amid talent and frequently brings catastrophe on those enslaved to it.

I have seen a demon harm and chase away its own brother. For just when a brother had lost his temper secular visitors arrived, and the wretched man gave himself over to vainglory. He was unable to serve two passions at the one time.

The servant of vainglory leads a double life. To outward appearance, he lives with Christians; but in his heart of hearts he is in the world.

If we really long for heavenly things, we will surely taste the glory above. And whoever has tasted that will think nothing of earthly glory. For it would surprise me if someone could hold the latter in contempt unless he had tasted the former.

It often happens that having been left naked by vainglory, we turn around and strip it ourselves more cleverly. For I have encountered some who embarked on the spiritual life out of vainglory, making therefore a bad start, and yet they finished up in a most admirable way because they changed their intentions.

A man who takes pride in natural abilities-I mean cleverness, the ability to learn, skill in reading, good diction, quick grasp, and all such skills as we possess without having to work for them--this man, I say, will never receive the blessings of heaven, since the man who is unfaithful in little is unfaithful and vainglorious in much. And there are men who wear out their bodies to no purpose in the pursuit of total dispassion, heavenly treasures, miracle working, and prophetic ability, and the poor fools do not realize that humility, not hard work, is the mother of such things. The man who seeks a reward from God in return for his labors builds on uncertainty, whereas the man who considers himself a debtor will receive sudden and unexpected riches.

When the winnower tells you to show off your virtues for the benefit of an audience, do not yield to him. "What shall it profit a man to gain the whole world and destroy himself?" (Matt. 16:26).

Our neighbor is moved by nothing so much as by a sincere and humble way of talking and of behaving. It is an example and a spur to others never to become proud. And there is nothing to equal the benefit of this.

A man of insight told me this: "I was once sitting at an assembly," he said. "The demon of vainglory and the demon of pride came to sit on either side of me. One poked me with the finger of vainglory and encouraged me to talk publicly about some vision or labor of mine in the desert. I shook him off with the words, 'Let those who wish me harm be driven back and let them be ashamed' (Ps. 39:15). Then the demon on my left at once said in my ear, 'Well done! Well done! You have become great by conquering my shameless mother.' Turning to him I answered appropriately, making use of the rest of the verse, 'Defeat and shame on all who say, "Well done! Well done!" "And how is it, I asked him, that vainglory is the mother of pride?" His answer was this, "Praise exalts and puffs me up, and when the soul is exalted, pride lifts it up as high as heaven-and then throws it down into the abyss."

But there is a glory that comes from the Lord, for He says, "I will glorify those who glorify Me" (I Kings [I Sam.] 2:30). And there is a glory that follows it which is contrived by the demons, for it is said, "Woe to you when all men shall speak well of you" (Luke 6:26). You can recognize the first kind of glory when you look on it as dangerous and run from it in every possible way, hiding your life-style wherever you are. And you may be certain of the other sort when you find yourself doing something, however small, with the hope that men may notice you.

Dread vainglory urges us to pretend that we have some virtue which does not belong to us. It encourages us with the text, "Let your light so shine before men that they will see your good deeds" (Matt. 5:16).

The Lord often humbles the vainglorious by causing some dishonor to befall them. And indeed the first step in overcoming vainglory is to remain silent and to accept dishonor gladly. The middle stage is to restrain every act of vainglory while it is still in thought. The end - insofar as one may talk of an end to an abyss - is to be able to accept humiliation before others without actually feeling it.

Do not conceal your sin because of the idea that you must not scandalize your neighbor. Of course this injunction must not be adhered to blindly. It will depend on the nature of one's sinfulness.

If ever we seek glory, if it comes our way uninvited, or if we plan some course of action because of our vainglory, we should think of our mourning and of the blessed fear on us as we stood alone in prayer before God. If we do this we will assuredly outflank shameless vainglory, that is if our wish for true prayer is genuine. If this is insufficient let us briefly remember that we must die. Should this also prove ineffective, let us at least go in fear of the shame that always comes after honor, for assuredly he who exalts himself will be humbled not only there but here also.

When those who praise us, or, rather, those who lead us astray, begin to exalt us, we should briefly remember the multitude of our sins, and in this way we will discover that we do not deserve whatever is said or done in our honor.

Some of the prayers of the vainglorious no doubt deserve to win the attention of God, but He regularly anticipates their wishes and petitions so that their pride may not be increased by the success of their prayers.

Simpler people do not usually succumb to the poison of vainglory, which is, after all, a loss of simplicity and a hypocritical way of life.

A worm, fully grown, often sprouts wings and can fly up high. Vainglory, fully grown, can give birth to pride, which is the beginning and the end of all evil.

Anyone free of this sickness is close to salvation. Anyone affected by it is far removed from the glory of the saints.

Such, then, is the twenty-second step. The man untouched by vainglory will not tumble into that senseless pride which is so detestable to God.



Saint John Climacus

Άγχος και πνευματική ζωή




Η βασιλεία του Θεού έχει πόρτα χαμηλή.

Για να μπεις πρέπει ή να είσαι παιδί ή να σκύψεις. (Άγιος Αυγουστίνος)



Ένα ψυχωφελές απόσπασμα για την καθημερινή μας ζωή θα διαβάσουμε αγαπητοί αναγνώστες, από την ομιλία του πατρός Αντωνίου Στυλιανάκη στην επιστημονική διημερίδα «Ο Ορθόδοξος Χριστιανός στην εποχή του άγχους» του τομέως Επιστημόνων του παραρτήματος Θεσσαλονίκης.



Μπορεί η ίδια η πνευματική ζωή να δημιουργήσει με κάποιο τρόπο άγχος σε έναν άνθρωπο;
Ναι, όταν προσπαθεί να συνδυάσει τα κοσμικά με τα πνευματικά! Ας ακούσουμε τι λέει ο γέροντας Παΐσιος:

«Όσο μπορείτε στις δουλειές σας καρδιά να μη δίνετε. Χέρια, μυαλό να δίνετε. Καρδιά να μη δίνετε σε χαμένα, σε άχρηστα πράγματα. Γιατί μετά πώς θα σκιρτήσει η καρδιά για το Χριστό; Όταν η καρδιά είναι στο Χριστό τότε αγιάζονται και οι δουλειές, υπάρχει και η εσωτερική ψυχική ξεκούραση συνέχεια και νιώθει κανείς την πραγματική χαρά. Να αξιοποιείτε την καρδιά σας, να μην τη σπαταλάτε.» (Γέροντος Παϊσίου Λόγοι Α΄ σ.191)





Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να αναλίσκεται σε υλικά πράγματα και να προσκολλάται η καρδιά του σ’ αυτά, αλλά ει δυνατόν να ξοδεύει την καρδιά του μόνο για το Θεό (Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής σου, εξ όλης της καρδίας, εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος σου… είπε ο Θεός). Και αυτό αφορά είτε τις χαρές είτε τις λύπες που μας περιστοιχίζουν και μας καταβροχθίζουν.
Όσο μεγάλη χαρά και να έχεις για κάτι δεν μπορεί αυτό να σε διαπεράσει, αν δεν έχει πνευματική χροιά και υπόσταση και συμφέρον. Διαφορετικά έχεις διαποτιστεί από το υλικό φρόνημα.

Άλλη περίπτωση είναι όταν αμαρτάνει κανείς και δε μετανοεί ολοκληρωτικά, ενώ παράλληλα εξακολουθεί να λειτουργεί σωστά η συνείδησή του. Πολύ περισσότερο όταν κάνει αμαρτήματα εκ προθέσεως και εκ προμελέτης. Μπορεί λοιπόν να υπάρξουν και καθαρά πνευματικοί παράγοντες άγχους. Θέλεις –ας πούμε- να είσαι συνεπής με το θέλημα του Θεού, αλλά θεωρείς ότι δύσκολα τα βγάζεις πέρα και αναγκάζεσαι να κάνεις οικογενειακό προγραμματισμό, όπως οι κοσμικοί! Θέλεις να είσαι καλός χριστιανός, αλλά κλέβεις – «όπως όλοι» λες – στις επαγγελματικές δοσοληψίες με αποτέλεσμα όμως αυτό να σου δημιουργεί ανασφάλεια και άγχος. Διότι όσο και αν συμβιβαστεί κανείς με τη συνείδησή του, δεν παύει να νιώθει ότι έρχεται σε σύγκρουση με το θέλημα του Θεού.

Με πολύ όμορφο πραγματικά τρόπο

ο γέροντας Παΐσιος μιλάει για τα λεγόμενα απωθημένα της συνείδησης (με τη χαριτωμένη έκφραση «καπακωμένη συνείδηση»!) και μάλιστα τα απωθημένα στην πνευματική ζωή, όταν δεν έχουν σβηστεί από τη χάρη της εξομολόγησης.
«Αν βλέπεις ότι δεν έχεις γαλήνη, αλλά στεναχώρια, να ξέρεις ότι υπάρχει μέσα σου κάτι ατακτοποίητο και πρέπει να το βρεις, για να το διορθώσεις. Κάνεις ας υποθέσουμε ένα σφάλμα, στεναχωριέσαι, αλλά δεν το εξομολογείσαι. Σου συμβαίνει μετά ένα ευχάριστο γεγονός και νιώθεις χαρά. Αυτή η χαρά σκεπάζει τη στεναχώρια για το σφάλμα σου και σιγά-σιγά το ξεχνάς, δεν το βλέπεις επειδή καπακώθηκε από τη χαρά. Αλλά εκείνο εσωτερικά δουλεύει…» (Γ.Π., Λόγοι Γ΄ σ.128)

Και πιο κάτω λέει ο γέροντας πως δημιουργείται μια λανθασμένη συνείδηση. Όταν ο άνθρωπος αναπαύει το λογισμό του και δικαιολογεί τα σφάλματά του, λόγω του ότι έχει εγωισμό. Ενώ όταν δεν έχει εμπιστοσύνη στο λογισμό του και ρωτάει τον πνευματικό, τότε βρίσκει θεϊκή παρηγοριά. Επίσης, όταν λειτουργεί χρησιμοποιώντας το ψέμα, τότε σκαρτίζει τη συνείδησή του και δε βρίσκει ανάπαυση. Ενώ η ορθή συνείδηση, όταν ο άνθρωπος είναι τακτοποιημένος ενώπιον του Θεού, μας πληροφορεί σωστά.

Είναι δυνατόν όμως το άγχος αυτό να οφείλεται και σε άλλους πνευματικούς παράγοντες όπως άγνοια ή παρεξήγηση της πνευματικής ζωής. Για παράδειγμα όταν ένας χριστιανός αγωνίζεται να είναι καλός και συνεπής στα καθήκοντά του και ξεχάσει ότι η σωτηρία μας έχει δοθεί δωρεάν από το Χριστό και δεν εξαρτάται από τα δικά μας έργα (πρβ.

Ρωμ. 3, 28)! [...]

Άλλες πνευματικές περιπτώσεις άγχους



Όταν σε συκοφαντούν ή σε αδικούν

και εσύ αδημονείς να απολογηθείς, να αποκατασταθείς, να απαντήσεις, να εκδικηθείς καμιά φορά, τότε είσαι γεμάτος άγχος και ταραχή. Πρόκειται φυσικά για παθολογική κατάσταση στην οποία ασφαλώς έχει μερίδιο και ο πονηρός που σπρώχνει προς τα εκεί που φυσάει ο ούριος άνεμος, για να καταποντίσει το πλοίο! Όλα αυτά όμως δεν αρμόζουν σε χριστιανό όπως τονίζει ο Μέγας Μακάριος. Όταν όμως σκεφτείς όπως σου ζητάει ο Χριστός, με μακροθυμία, με συγχωρητικότητα, με αγάπη, τότε δεν έχεις τίποτε από όλα αυτά, αντίθετα παίρνεις ουράνιο μισθό και στο τέλος παίρνεις και μια άρρητη χαρά και ικανοποίηση από την ευλογία του Θεού, από τα δώρα του Αγίου Πνεύματος.
Δεν πρέπει έπειτα να παραβαίνουμε οποιαδήποτε εντολή του Θεού, διότι αυτό μας δημιουργεί εύλογα μια εσωτερική πνευματική σύγκρουση με τη συνείδησή μας και αυξάνει το άγχος.

Λέει ο αββάς Ισίδωρος ότι το φοβερότερο από τα πάθη είναι το να ακολουθεί κανείς την καρδιά του. Αυτό στην αρχή μεν δείχνει ότι αναπαύει κάπως τον άνθρωπο, ύστερα όμως τον οδηγεί στην κατάθλιψη, επειδή αγνόησε το έργο της θείας οικονομίας και το δρόμο του Θεού για να τον ακολουθήσει (Μικρός Ευεργετινός σ.113).. Αντιμετώπιση θα είναι η πιστή εφαρμογή του θελήματος του Θεού. Επίσης η τυπική αυτοεξέταση με βάση το θείο νόμο και η εξαγόρευση όλων των αμαρτιών μας. Όποια καθυστέρηση δημιουργείται είναι φυσικό να μας ενισχύει το άγχος και μπορεί να μας οδηγήσει ακόμη και σε μελαγχολία και απογοήτευση.

Η υπερηφάνεια μπορεί να μας γεμίσει με άγχος αφού μπαίνουμε σε έναν αγώνα υπερίσχυσης και διάκρισης (εκ του πονηρού) σε σχέση με τους άλλους. Να γίνουμε αρεστοί και δακτυλοδεικτούμενοι. Από την άλλη πληγωνόμαστε εύκολα από τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις, ακόμη και όταν απλώς διαφωνεί κάποιος μαζί μας.
Η ταπείνωση όμως μας απαλλάσσει από το άγχος σε οποιαδήποτε περίπτωση. Μας διαβεβαιώνει ρητά ο Χριστός: «μάθετε απ’ εμού ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών». Το λέει ξεκάθαρα ότι θα βρείτε ανάπαυση και ηρεμία στην ψυχή σας.

Άλλη μια περίπτωση που μπορεί να σε γεμίζει άγχος και ταραχή είναι ο φανατισμός.Ο φανατικός δε φτάνει ποτέ στην ειρήνη του νου και στη χαρά λέει ο αββάς Ισαάκ (Μικρός Ευεργετινός σ.215). Ο φανατισμός είναι ασθένεια της ψυχής που οφείλεται στην πολλή άγνοια. Και καταλήγει: «Αν επιθυμείς να θεραπεύσεις τους αρρώστους, μάθε πως έχουν ανάγκη από ευσπλαχνία και φροντίδα και όχι από επιτίμηση».
Και ο αββάς Κασσιανός (Μικρός Ευεργετινός σ.319) παρατηρεί ότι το φοβερό πνεύμα της λύπης όταν κυριεύσει την ψυχή του ανθρώπου (ίσως και μέσα από μια υπερβολική αγχώδη κατάσταση όταν την αφήσουμε ανεξέλεγκτη) την εμποδίζει από κάθε αγαθή εργασία, από την προσευχή, από τα ιερά αναγνώσματα. Τέλος προκαλεί σύγχυση, παράλυση και απελπισία.

Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι το πνευματικό άγχος, ταραχή και κατάθλιψη δεν είναι απλώς πιο έντονες συναισθηματικές ψυχολογικές διαταραχές, έστω κι αν εκδηλώνονται με τον ίδιο τρόπο (αφού ο νους είναι ο οφθαλμός της ψυχής), αλλάσκοτισμός της ψυχής και απομάκρυνση από το Θεό. […]


Επίλογος
Δυστυχώς η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την ανισόρροπη ανάπτυξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, σε βάρος της πνευματικής καλλιέργειας του ατόμου. Διότι «πάσα επιστήμη χωριζομένη αρετής πανουργία και ου σοφία φαίνεται» κατά τον Πλάτωνα. Όπως είπε χαρακτηριστικά ένας διανοούμενος καθηγητής του περασμένου αιώνα, οι περασμένες γενιές χαρακτηρίστηκαν από την εμφάνιση ιδεολόγων άθεων, με ζωή όμως και αρχές που θα ζήλευε και ένας καλός χριστιανός! Σήμερα κινδυνεύει τόσο η κοινωνία όσο και η εκκλησία μας, από «χριστιανούς» στην ταυτότητα αλλά υλιστές στο φρόνημα, αφού πιστεύουν στα λόγια (χριστιανοί κατ’ όνομα!), αλλά η ζωή και οι πράξεις των διαποτίζονται από το μοντέρνο πνεύμα του καταναλωτισμού, του ατομισμού και της επίδειξης που δεν είναι τίποτε άλλο από έναν άκρατο υλισμό.

Για τον αληθινό πνευματικό άνθρωπο, η ελπίδα και πίστη στην αιώνια ζωή του δίνουν περιθώρια να αξιολογεί ως δευτερεύοντα τις ψευτοανέσεις και τον υπερκαταναλωτισμό της εποχής μας, άρα να έχει λιγότερη ανησυχία για τα καθημερινά. Του δίνουν την άνεση να αντικαθιστά τη μοντέρνα ανασφάλεια με την αίσθηση ασφάλειας και εμπιστοσύνης στη χάρη και τη βοήθεια του Θεού, άρα να έχει περισσότερη ηρεμία.
Για τους άλλους; Τι σχέση μπορεί να έχει το καθημερινό άγχος με τις γενικότερες υπαρξιακές αναζητήσεις του ανθρώπου; Από τη μια έχουμε την ψυχολογία και από την άλλη έχουμε την πνευματική ζωή… Μήπως συχνά ο άνθρωπος επιλέγει να είναι πάντοτε απασχολημένος και αγχωμένος από εξωτερικές αιτίες, για να αποφύγει τις εσωτερικές συγκρούσεις και προβληματισμούς; Είναι πιθανό. Μήπως τότε και η ευτυχία του αλλά και η ηρεμία του μοιάζουν με την καραμέλα που δίνει κάποιος σε ένα ορφανό παιδί, σαν ψεύτικη παρηγοριά, αντί να το υποστηρίξει συναισθηματικά με δυο καλές κουβέντες;
Πάντως τα αδιέξοδα στο παράλογο άγχος δε βρίσκονται μπροστά μας αλλά στο μυαλό μας. Η διέξοδος θα είναι να συζητάμε περισσότερο με τον εαυτό μας και με ανθρώπους που αγαπάμε και μας αγαπούν, με τον πνευματικό μας. Να κοιταζόμαστε πιο συχνά στον καθρέφτη που είναι ο λόγος του Θεού.

Τι είμαστε άραγε; Ένα παραγωγικό ρομπότ που βγάζει χρήματα ή ένας άνθρωπος τον οποίο ήρθε να συναντήσει και να λυτρώσει ο ίδιος ο Θεός; Αυτός «όταν έρθει και κατοικήσει σε όλο το χώρο της ψυχής μας ο Χριστός, τότε φεύγουν όλα τα προβλήματα, όλες οι πλάνες, όλες οι στεναχώριες. Τότε φεύγει και η αμαρτία» (Κ. Γιαννιτσιώτη, Κοντά στο γέροντα Πορφύριο σ.391).



Από το περιοδικό “Η Δράση μας” Χριστιανική Φοιτητική Δράση www.xfd.gr.

Οι κόμποι από το κομποσχοίνι είναι σφαίρες που θερίζουν τα ταγκαλάκια




- Γέροντα, ποιά σημασία έχει το κομποσχοίνι;
- Το κομποσχοίνι είναι μια κληρονομιά, μια ευλογία, που μας έχουν αφήσει οι Άγιοι Πατέρες μας. Και μόνο γι’ αυτό έχει μεγάλη αξία. Βλέπεις, σε κάποιον αφήνει ο παππούς του μια κληρονομιά ένα ασήμαντο πράγμα και το έχει μετά σαν φυλαχτό, πόσο μάλλον το κομποσχοίνι που μας το άφησαν κληρονομιά οι Άγιοι Πατέρες!
Παλιά, που δεν υπήρχαν ρολόγια, οι μοναχοί μετρούσαν την ώρα της προσευχής με το κομποσχοίνι, αλλά οι κόμποι του κομποσχοινιού ήταν απλοί. Κάποτε ένας ασκητής έκανε πολύ αγώνα, πολλές μετάνοιες κ.λπ., και ο διάβολος πήγαινε και έλυνε τους κόμπους του κομποσχοινιού του. Έκανε – έκανε μετάνοιες ο καημένος και απέκαμε, γιατί δεν μπορούσε να τις μετρά, αφού ο διάβολος του έλυνε συνέχεια τους κόμπους. Τότε παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και του δίδαξε πώς να πλέκη τους κόμπους, ώστε σε κάθε κόμπο να σχηματίζωνται εννέα σταυροί. Ο διάβολος μετά, ο οποίος τρέμει τον σταυρό, δεν μπορούσε να τους λύση. Έτσι κάθε κόμπος του κομποσχοινιού έχει εννέα σταυρούς, που συμβολίζουν τα εννέα τάγματα των Αγγέλων.

- Γέροντα, τι σημαίνουν οι τριάντα τρεις, οι πενήντα, οι εκατό και οι τριακόσιοι κόμποι που έχουν τα κομποσχοίνια;
- Μόνον ο αριθμός τριάντα τρία είναι συμβολικός συμβολίζει τα τριάντα τρία χρόνια που έζησε ο Χριστός επάνω στην γη. Οι άλλοι αριθμοί απλώς μας βοηθούν να μετράμε τις μετάνοιες που κάνουμε ή πόσες φορές θα πούμε την ευχή.
Μερικές μηχανές έχουν ένα σχοινί με μια χειρολαβή στην άκρη και, όταν θέλης να τις βάλης μπρος, τραβάς μερικές φορές το σχοινί με δύναμη, μέχρι να ξεπαγώσουν τα πνευματικά λάδια. Έτσι και το κομποσχοίνι είναι το σχοινί το οποίο τραβάμε μία - δύο - πέντε - δέκα φορές και ξεπαγώνουν τα πνευματικά λάδια και παίρνει μπρος η πνευματική μηχανή της αδιάλειπτου προσευχής, οπότε δουλεύει μετά μόνη της η καρδιά στην ευχή. Αλλά, και όταν η καρδιά πάρη μπρος στην ευχή, και πάλι δεν πρέπει να καταργήσουμε το κομποσχοίνι, για να μην παρακινηθούν και άλλοι να το καταργήσουν, ενώ δεν πήρε ακόμη μπρος η καρδιά τους στην ευχή.
- Όταν, Γέροντα, κρατώ το κομποσχοίνι μου και λέω την ευχή μηχανικά, μήπως υπάρχει κίνδυνος ανθρωπαρέσκειας;
- Αν κάνης κομποσχοίνι εξωτερικά από ανθρωπαρέσκεια, ακόμη και τα χέρια σου να ξεφλουδίσης, σε τίποτε δεν θα σε ωφελήση. Μόνον κούραση θα σου φέρη και την ψευδαίσθηση ότι δήθεν ασχολείσαι με την νοερά προσευχή.
- Γέροντα, εγώ δεν έχω συνηθίσει να κρατώ κομποσχοίνι.
- Το κομποσχοίνι να το κρατάς, για να μην ξεχνάς την ευχή, την οποία πρέπει να εργάζεσαι εσωτερικά, στην καρδιά. Όταν μάλιστα βγαίνης από το κελλί σου, να θυμάσαι ότι ο εχθρός είναι έτοιμος για επίθεση. Γι’ αυτό, να μιμήσαι τον καλό στρατιώτη που βγαίνοντας από το πολυβολείο έχει πάντοτε «ανά χείρας» το αυτόματο όπλο. Το κομποσχοίνι έχει μεγάλη δύναμη είναι το όπλο του μοναχού και οι κόμποι είναι σφαίρες, που θερίζουν τα ταγκαλάκια.
Πηγή: Από το βιβλίο «Περί Προσευχής», Λόγοι

http://agioritikesmnimes.blogspot.ca/2014/01/4195.html#more

Sins of the tongue ( St. Tikhon of Zadonsk )


Treat every man not with flattery, but simply, just as you do yourself. As you appear to him outwardly, be so inwardly as well; and what you say to him and what you have on your lips must be in your heart also. For flattery and treachery are the works of pestilent people, and the devil lives in their heart teaching them flattery and treachery so as to deceive us.

Keep, then, from treating your neighbor craftily and treacherously, lest you give place to the devil in your heart, and lest he overcome you and take you captive.



Be extremely careful not to offend anyone in word or deed, for it is a grave sin. When someone is offended, God, Who loves the man, is also offended, for there can be no offending man without offending God. Whoever sins against man, also sins against God. This is a serious matter, as you can see for yourself. And when you offend your neighbor, straightway humble yourself before him and beg forgiveness of him with humility, lest you fall under God's just condemnation.



Keep from prying into other people's affairs, for such prying gives occasion for slander, judgment and other grievous sins. Why do you need to be concerned about others? Know and examine your own self.

Recall your own past sins and purge them with repentance and contrition of heart, and you will not look at what other people do. Look often into your own heart and examine that most ruinous evil hidden there, and you will have sufficient material for investigation. For we can never examine our heart without knowing precisely that every evil is contained in it.

This investigation is profitable to you, for it gives birth to humility and to fear and watching over one's own self, and to sighing and prayer to God. But examination of the sins of others is the beginning of every iniquity and it is a curiosity hateful to God and man. Then guard yourself against it.



If you see or hear someone sin, keep from slandering him and judging him. You tell someone else about him, he tells it to another, the other to the third, the third to the fourth, and so everyone will come to know it and be tempted. And they will judge the one who sinned, which is a very serious thing. And you will be the cause of all this, by publishing your brother's sin. Slanderers are like lepers that harm others by their foul odor, or like those stricken by the plague who carry their disease from place to place and destroy others. Keep yourself, then, from slandering your neighbor, lest you sin gravely and give someone else cause for sin.

Likewise keep from judging him, because he stands or falls before his Lord (cf. Rom. 14:4), and because you yourself are a sinner. A righteous man has no need to judge and condemn another, how much less should a sinner judge a sinner.

And to judge people is a matter for Christ alone. To Him judgement is given by His Heavenly Father, and He shall judge the living and the dead, before Whose judgement you yourself will stand.

Keep, then, from usurping to yourself the authority of Christ, which is a very serious thing, and from judging people like unto yourself, lest you appear at that Judgement with this most abominable sin, and lest you be rightly condemned to everlasting punishment. Turn your eyes and mind, then, on your own self and examine yourself, and reproach and accuse yourself before God for your sins, which requires the labor of repentance. Reproach and accuse yourself before God and beg mercy of Him, as the publican did, so that you may be justified by Him.

Listen to what Christ the Lord says to the condemned, "And why dost thou behold the mote that is in thy brother's eye, but considerest not the beam that is in thine own eye? Or how wilt thou say to thy brother, Let me pull out the mote out of thine eye; and, behold, a beam is in thine own eye? Thou hypocrite, first cast out the beam out of thine own eye; and shalt then thou see clearly to cast out the mote out of brother's eye" (Mt. 7:3-5).

You see that those that judge and condemn others are hypocrites or false Christians. These do not know themselves and their own sins, although outwardly they may appear as saints.



St. Tikhon of Zadonsk

The Canonization of Saints ( St John Maximovich )


Holiness is not simply righteousness, for which the righteous merit the enjoyment of blessedness in the Kingdom of God, but rather such a height of righteousness that men are filled with the Grace of God to such an extent, that it flows from them, upon those who associate with them. Great is their blessedness, which proceeds from personal experience of the Glory of God. Being filled also with love for men, which proceeds from love of God, they are responsive to men's needs and upon their supplication, they also appear as intercessors and defenders before God.

At the time of the high spiritual fervor in the first centuries of persecutions against Christians, such were the "martyrs also. The martyr's death became a door to the higher Mansions, and Christians at once began to invoke them as holy men pleasing to God. Miracles and signs confirmed this faith of the Christians and were a proof of their sanctity.

Subsequently, the great ascetics likewise, began to be revered. No one decreed the veneration as saints such as Anthony the Great, Macarius the Great, Basil the Great, Gregory the Theologian, Nicholas the Wonder-worker, and many others like them, but East and West equally revered them. Their sanctity can be denied only by those who do not believe in sanctity.

The choir of saints pleasing to God grew unceasingly; in every place, where Christians were, its own new ascetics appeared, also. However, the general life of Christians began to decline; the spiritual burning began to grow faint. There no longer was a clear sense of what Divine righteousness was. So the general consciousness of the faithful could not always distinguish who was a righteous man and pleasing to God. In some places, there appeared dubious persons who by false ascetic exploits attracted a part of the flock. For this reason, the Church authority began to keep watch over the veneration of saints, showing concern to guard the flocks from superstition. The life of ascetics revered by the faithful began to be investigated, and the accounts of their miracles to be verified. Towards the time of the baptism of Russia, it had already been established that the acknowledgement of a new saint was to be performed by the Church authority. The decree of the Church authority, of course, was disseminated to the region within its jurisdiction; but other places, too, usually acknowledged a canonization performed elsewhere, even though they did not enter it into their own calendars. After all, the Church authority only testified of sanctity. Righteous men became saints not by the decree of the earthly Church authority, but by the mercy and grace of God. The Church showed approval by the praising in church and the invocation in prayer of a new saint.

Which authority should and could do this was not precisely determined; in any case it was an episcopal authority.

There have been canonizations performed by the higher Church authority of an entire Local Church, and the names of the newly canonized were then entered into the Church calendar of that entire Church. Others were canonized in one or another locality and their veneration gradually spread to other places. Ordinarily, the canonization was performed in the place where the righteous one lived or suffered. But it also happened in other ways. Thus, the youth George from the city of Kratov (Serbia), who suffered at the hands of the Turks in Sofia (Sredets) (Bulgaria) in 1515, was canonized within fourteen years in Novgorod. Notwithstanding the fact that his fellow-countrymen also revered him as a new martyr, and that a Church service to him was compiled by his spiritual father, they did not dare to show this openly, fearing the Turks. Therefore, in Novgorod, which had trading connections with these places, by order of the Archbishop a service was compiled and the memory of the martyr George the New began to be revered, and from there it was spread to all of Russia. Later when Serbia and Bulgaria were freed from Turkish slavery, they began to use the Service compiled in Russia, and the Service compiled originally in Sofia remains to this day on a library shelf.

In the last two centuries, when Russia lived in glory and prosperity, the canonization of new saints was usually performed quite solemnly by the decree of the Higher Authority. Sometimes (but not always) taking place throughout the whole of Russia, especially in the place where the wonderworking relics were obtained. However, this does not alter the general order in the Church. If the Russian people under the godless yoke of power today cannot openly praise and invoke a Saint of God, glorified by God, it is the duty of the part of the Russian Church that is free, to universally revere and invoke a Wonderworker like St. Nicholas, who is revered in the whole world, to pray to St. John the Righteous one [of Kronstadt] for the correction of our life and the cessation of calamities which (according to prophecy) have befallen our Fatherland.

May the Lord grant, that that longed-for day come, when from the Carpathians to the Pacific Ocean will thunder out: "We magnify thee, O righteous Father John, and we venerate thy holy memory, for thou dost pray for us to Christ our God!"



St John Maximovich
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...