Thursday, December 26, 2013

On developing positive thoughts ( Elder Paisios )


Elder Paisios tells us that, if we are to grow in love toward our fellow man, we are to cut off those thoughts and feelings which are an offense against love: that is, judgments and resentments. He counseled that "We should never, even under the worst circumstances, allow a negative thought to penetrate our soul. The person, who, under all circumstances, is inclined to have positive thoughts, will always be a winner; his life will be a constant festivity, since it is constantly based on positive thinking" (Priestmonk Christodoulos Aggeloglou, Elder Paisios of the Holy Mountain Mount Athos, Greece, 1998, p. 31).

One of Elder Paisios’ spiritual sons recalls, "Elder Paisios always urged us to think positively. Our positive thinking, however, should not be our ultimate aim; eventually our soul must be cleansed from our positive thoughts as well, and be left bare, having as its sole vestment Divine Grace granted to us through Holy Baptism. ‘This is our aim,’ he used to say, ‘to totally submit our mind to the Grace of God. The only thing Christ is asking from us is our humility. The rest is taken care of by His Grace.

"‘In the beginning, we should willingly try to develop positive thoughts, which will gradually lead us to the perfect good, God, to Whom belongs all glory, honor and worship. On the contrary, to us belongs only the humility of our conceited attitude’ " (Ibid., p. 29).

Elder Paisios’ teachings on thoughts and inner watchfulness, drawn from his own profound experience in the spiritual life, are particularly crucial for us who have been formed by modern Western culture. Because he spent so much time listening to people (both monastic and lay) and helping them with their problems, Elder Paisios became acutely aware of the various spiritual diseases afflicting modern Western man. Above all, he recognized — and sought to treat — the most prevalent disease: rationalism. Although the modern rationalist worldview was born in Western Europe during the Enlightenment era, it has progressively been inundating the entire world, including Orthodox lands such as Greece. Therefore, when Elder Paisios speaks to the spiritual malady of rationalism in contemporary Greece, he is also speaking to our spiritual malady in America and the West.

Ultimately, the malady of modern rationalism comes down to one essential ingredient: trusting the conclusions of one’s logical mind. We of the modern West have been raised with an underlying assumption, summed up in the well-known phrase of Rene Descartes at the beginning of the Enlightenment era: "I think, therefore I am." The worldview of modern rationalism, having lost an awareness of the immortal soul in man, leads us to believe that our thoughts are v/ho we are, and, conversely, that we are the sum total of our thoughts. Therefore, we automatically feel that we have to trust our thoughts, to take a stand for them, to defend them as we would our own flesh and blood.

This is the essential fallacy of the modern worldview. It is precisely by placing absolute trust in the formulations of the fallen human mind — rather than in divine revelation — that modern Western man has come to water down or abandon his once-cherished Christian Faith. We Orthodox Christians living in the West must act against this influence by refusing to accord outright trust to our thoughts.

Elder Paisios teaches: "The devil does not hunt after those who are lost; he hunts after those who are aware, those who are close to God. He takes from them trust in God and begins to afflict them with self-assurance, logic, thinking, criticism. Therefore we should not trust our logical minds. Never believe your thoughts.

"Live simply and without thinking too much, like a child with his father. Faith without too much thinking works wonders. The logical mind hinders the Grace of God and miracles. Practice patience without judging with the logical mind."

Elsewhere Elder Paisiοs counseled: "We ought always to be careful and be in constant hesitation about whether things are really as we think. For when someone is constantly occupied with his thoughts and trusts in them, the devil will manage things in such a way that he will make the man evil, even if by nature he was good.

"The ancient fathers did not trust their thoughts at all, but even in the smallest things, when they had to give an answer, they addressed the matter in their prayer, joining to it fasting, in order in some way to ‘force’ Divine Grace to inform them what was the right answer according to God. And when they received the ‘information,’ they gave the answer.

"Today I observe that even with great matters, when someone asks, before he has even had the time to complete his question, we interrupt him and answer him. This shows that not only do we not seek enlightenment from the Grace of God, but we do not even judge with the reason God gave us. On the contrary, whatever our thoughts suggest to us, immediately, without hesitation, we trust it and consent to it, often with disastrous results.

"Almost all of us view thoughts as being something simple and natural, and that is why we naively trust them. However, we should neither trust them nor accept them.

"Thoughts are like airplanes flying in the air. If you ignore them, there is no problem. If you pay attention to them, you create an airport inside your head and permit them to land!" (Ibid., pp. 29-30, 48).

Προφητείες για τους εσχάτους καιρούς. Άγιος Ανδρέας δια Χριστόν σαλός


Από τον βίο του αγίου Ανδρέα του δια Χριστόν Σαλού
(Τέλη 9ου αρχές 10ου αι. μ.Χ.)

Πηγή: βίος του οσίου Ανδρέου του δια Χριστόν σαλού, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου

Οι άγιοι του Κυρίου είναι οδοδείκτες της πορείας ενός εκάστου ημών, αλλά και του κόσμου μας. Γιατί

όπως είπε ο Χριστός, "όλα τα φανέρωσα στους φίλους μου" (Ιωάννης 15/ιε΄15). Καθώς λοιπόν διαβάζουμε την προφητεία αυτή, παρμένη από την εξαίρετη έκδοση της Ι. Μ. Παρακλήτου, και για να αποφύγουμε τον κίνδυνο παρερμηνείας, ας θυμόμαστε τα εξής: 1. Για μια εντελώς ορθή κατανόηση της προφητείας, χρειάζεται το πρωτότυπο κείμενο, και όχι η μετάφραση που δημοσιεύουμε εμείς εδώ. 2. Από τη ρήση αυτών που είπε ο άγιος, μέχρι την κατανόηση, την ενθύμιση και την καταγραφή τους από τον μαθητή του, υπάρχει κάποια απόσταση, που καλό είναι να την θυμόμαστε. Ειδικά σε μια τόσο περίπλοκη προφητεία, που δύσκολα συγκρατεί κανείς μέχρι να την καταγράψει. 3. Να θυμόμαστε ότι ορισμένα πράγματα έχουν γραφεί με βάση την ορολογία της εποχής εκείνης που γράφτηκαν, και πρέπει σε κάθε περίπτωση να διακρίνουμε την περιγραφή από την ερμηνεία μιας προφητείας. Και κάποια άλλα γράφθηκαν μόνο για την περιοχή της Κωνσταντινούπολης, ενώ άλλα είναι γραμμένα σε προφητική γλώσσα που παραπέμπει σε ανάλογες προφητείες της Αγίας Γραφής, χωρίς τη γνώση των οποίων, δεν μπορεί να γίνει αποσυμβολισμός.


Αρχές των ωδίνων

Ο Επιφάνιος συναντήθηκε κάποτε με τον όσιο και τον πήρε σπίτι του, με σκοπό να ξεκουρασθεί για μια τουλάχιστον εβδομάδα απ’ τους πολλούς κόπους. Κάθησαν κάπου μόνοι τους και ο νέος άρχισε να τον ερωτά:

- Πως θα γίνει το τέλος του κόσμου; Τι είναι «αι αρχαί των ωδίνων» και πότε θα γίνουν; Από που θα καταλάβουν οι άνθρωποι ότι πλησιάζει η συντέλεια, και ποια θα είναι τα σημάδια που θα τη φανερώνουν; Ποιο τέλος θα έχει η Πόλις μας (Κωνσταντινούπολη), αυτή η νέα Ιερουσαλήμ; Τι θα γίνουν οι σεβάσμιοι ναοί; Τι θα γίνουν οι θείοι σταυροί, οι άγιες εικόνες και τα ιερά βιβλία; Που θα


ασφαλισθούν τα λείψανα των αγίων; Εξήγησέ μου, σε παρακαλώ! Ξέρω ότι για σένα και τους αγίους, που είναι όμοιοι μ’ εσένα, είπε ο Θεός: «Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών». Πόσο μάλιστα τα μυστήρια του κόσμου!

- Η Πόλης αυτή, αποκρίθηκε ο μακάριος, που κατέχει τα πρωτεία ανάμεσα σε πολλές άλλες πόλεις και έθνη, θα μείνει απόρθητη και ελεύθερη. Τη φυλάει η Θεοτόκος «εν τη σκέπη των πτερύγων της», και με τις πρεσβείες της θα παραμείνει άτρωτη. Πολλά έθνη θα πολιορκήσουν τα τείχη της, αλλά η δύναμίς τους θα συντριβή, και θ’ αναχωρήσουν ντροπιασμένα. Απ’ αυτή θα πλουτίσουν πολλοί και θα απολαύσουν τα αγαθά της.

Ωστόσο κάποια προφητεία λέει ότι θα την αλώσουν οι Αγαρηνοί και θα σφάξουν με το μαχαίρι τους πλήθους λαού. Εγώ όμως πιστεύω ότι θα εισορμήσει και το ξανθό γένος, του οποίου η ονομασία αρχίζει από το δέκατο έβδομο γράμμα της αλφαβήτου (Ρ). Θα μπει λοιπόν και θα κατακόψει, και θα στρώσει τους αμαρτωλούς στο έδαφος. Αλλοίμονό του όμως από τα δύο ομογενή έθνη. Τα όπλα τους θα είναι γρήγορα σαν τον άνεμο, και καταστροφικά σαν κοφτερό δρεπάνι, που κόβει το θέρος τα γεννήματα. Τα όπλα αυτά δεν θα αναχαιτίζονται, αλλ’ όμως μετά θα διαλύονται.


Ο ευσεβής βασιλιάς

- Τώρα, παιδί μου, Πως να σου διηγηθώ χωρίς δάκρια για την αρχή των ωδίνων και τη συντέλεια; Κατά τις έσχατες ημέρες θα αναδείξει ο Θεός βασιλιά κάποιο φτωχό[*]. Ο βασιλιάς αυτός θα πολιτευθεί με δικαιοσύνη, θα σταματήσει όλους τους πολέμους και θα πλουτίσει τους φτωχούς. Θα βασιλεύσει η ευτυχία όπως στην εποχή του Νώε. Οι άνθρωποι θα πλουτίσουν πολύ, θα ζουν γαλήνια και ειρηνικά, θα τρώνε, θα πίνουν, θα έρχονται σε γάμο, θα κινούνται με πολλή άνεση και θα απολαμβάνουν αμέριμνοι τα αγαθά της γης, επειδή δεν θα γίνονται πόλεμοι, θα μετατρέψουν τα σπαθιά τους σε δρεπάνια, τα βέλη σε πασσάλους, και τα δόρατα σε γεωργικά εργαλεία για να καλλιεργούν τη γη.

Αργότερα ο βασιλιάς θα στραφεί ανατολικά και θα ταπεινώσει τους Αγαρηνούς, γιατί ο Θεός είναι οργισμένος μαζί τους για τη βλάσφημη θρησκεία τους και για τη σοδομίτικη αμαρτία που κάνουν, πολλοί βέβαια απ’ αυτούς θα βαπτισθούν, θα ευαρεστήσουν στον βασιλιά και θα τιμηθούν, οι υπόλοιποι όμως θα εξοντωθούν, θα καούν ή θα θανατωθούν σκληρά.

Εκείνη την εποχή το Ιλλυρικό θα επανέλθει στο βασίλειο των Ρωμαίων, ενώ η Αίγυπτος θα συνθηκολογήσει. Ο βασιλιάς αυτός θ’ απλώσει το δεξί του χέρι στα γύρω έθνη, θα ημερώσει τα ξανθά γένη και θα κατατροπώσει τους εχθρούς του. Η βασιλεία του θα διαρκέσει τριανταδύο χρόνια. Για δώδεκα χρόνια δεν θα εισπράττει φόρους και δασμούς, θα ξαναχτίσει γκρεμισμένα θυσιαστήρια και θα ανοικοδομήσει ιερούς ναούς. Στις ημέρες του δεν θα γίνονται δίκες, αλλά ούτε θα υπάρχει άδικος και αδικημένος, τον βασιλιά αυτόν θα τον φοβηθεί όλη η γη, θα αναγκάσει τους ανθρώπους με τον φόβο να σωφρονισθούν, και θα εξοντώσει τους άρχοντες που παρανομούν.

Εκείνον τον καιρό ο Θεός θα φανερώσει στον βασιλιά όλο το χρυσάφι, όπου και αν βρίσκεται κρυμμένο. Κι αυτός θα το σκορπίσει «με το φτυάρι» σ’ όλη τη χώρα του. Από τον πολύ πλούτο οι άρχοντες θα ζουν σαν βασιλιάδες και οι φτωχοί σας άρχοντες. Ο βασιλιάς αυτός θα κάνη μεγάλα κατορθώματα. Θα ξεκινήσει με πολύ ζήλο για να διώξει τους Ιουδαίους. Κανείς Ισραηλίτης δεν θα απομείνει μέσα σ’ αυτή την Πόλη. Δεν θα ακούγονται γλέντια με λύρες, κιθάρες και άσεμνα τραγούδια. Δεν θα γίνεται τίποτα αισχρό, γιατί θα μισήσει και θα εξολοθρεύσει «εκ πόλεως Κυρίου πάντας τους εργαζομένους την ανομίαν» (Ψαλμ. Ρ΄ 8).

Θα επικρατήσει τότε μεγάλη χαρά και αγαλίασις. Η γη και η θάλασσα θα δίνουν πλούσια τα αγαθά τους. Η ζωή θα κυλά γαλήνια και ειρηνικά, και οι άνθρωποι θα ευφραίνονται όπως τον καιρό του Νώε, μέχρις ότου ήρθε ο κατακλυσμός.


Ο χιλίαρχος Αράν

- Μετά την βασιλεία αυτή θ’ αρχίσουν οι συμφορές. Θα έρθει σ’ αυτήν την Πόλη ο υιος της απώλειας, ο χιλίαρχος Αράν και θα βασιλεύσει τρία χρόνια και έξι μήνες. Θα αναγκάσει μάλιστα τους ανθρώπους να κάνουν τέτοια παρανομία, που όμοιά της ούτε έγινε ποτέ, αφότου δημιουργήθηκε ο κόσμος, ούτε θα ξαναγίνει. Θα διατάξει δηλαδή και θα νομοθετήσει, ώστε να συνέρχονται, θέλοντας και μη, πατέρας με κόρη, γιος με μητέρα, αδελφός με αδελφή. Κι όποιος θα αντιστέκεται ή θα αντιμιλά, θα θανατώνεται. Εκείνος όμως που θα πεθάνει μ’ αυτόν τον τρόπο, θα καταταγεί την ημέρα της κρίσεως μαζί με τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Ο βασιλιάς αυτός θα διατάξει να συζευχθούν οι μοναχοί με τις μοναχές, καθώς επίσης και οι ιερείς. Έτσι η παρανομία της μίξεως θα γίνει χειρότερη από του φόνου. Ο ίδιος θα πορνεύσει με την μητέρα του και την κόρη του. Αφού λοιπόν θα γίνει νόμος η ακολασία, όλοι οι άσωτοι θα κάνουν όργια με τις αδελφές τους. Η δυσωδία της αιμομιξίας θ’ ανέβει στον ουρανό, και ο Κύριος θα οργισθεί υπερβολικά με ολόκληρη την οικουμένη. Θα δώσει τότε διαταγή και θ’ αρχίσουν να πέφτουν οι αστραπές και οι βροντές με ασυγκράτητο θυμό σ’ όλη τη γη. Πολλές πόλεις θα καούν. Οι άνθρωποι θα παραλύσουν από τον φοβερό κρότο των βροντών και θα πεθάνουν με κακό θάνατο, ενώ άλλοι θα καούν από τις αστραπές.

Αλλοίμονο τότε στη γη, γιατί πλησιάζει η φοβερή απειλή και η οργή του Παντοκράτορος! Θα γίνει λιμός, και οι άνθρωποι θα πεθαίνουν σωρηδόν από την πείνα. Θα επακολουθήσει δυνατός σεισμός και θα πέσει κάθε οικοδόμημα. Πολλοί εργάτες της ανομίας θα βρουν κακό τέλος χωμένοι μέσα στα ερείπια.

Ο ήλιος θα γίνει μαύρος και σκοτεινός, ενώ η σελήνη σαν αίμα, εξ αιτίας των ανθρώπων που εξομοιώθηκαν με τους χοίρους. Τ’ αστέρια θα πέσουν στη γη. Κάθε βουνό και νησί θα μετακινηθεί από την βία του σεισμού και της απειλής. Οι ιερείς του Θεού, μαζί με όσους εναρέτους και εγκρατείς θα έχουν απομείνει, θα καταφύγουν στα βουνά και στα σπήλαια.

Τότε λοιπόν θα παταχθεί ο άνομος βασιλιάς και θα εξορισθεί στο σκότος το εξώτερο. Όσοι θα κατοικούν στην πρεσβυτέρα Ρώμη, στην Αρσενόη, στη Στρόβυλο, στην Αρμενόπετρα ή στην Καρυόπολη θα είναι μακάριοι. Σ’ αυτές τις πόλεις οι άνθρωποι θα ζήσουν ειρηνικά. Στις άλλες όμως θα γίνουν πόλεμοι και ταραχές, καθώς είναι γραμμένο: «Μελλήσεται ακούειν πολέμους και ακοάς πολέμων» (πρβλ. Μαρκ. Ιγ΄ 7) και τα ακόλουθα.


Ο ειδωλολάτρης βασιλιάς

- Έπειτα στην Πόλη αυτή θ’ ανέβει άλλος βασιλιάς. Θα είναι βλοσυρός και μαύρος, αρνητής του Θεού και των αγίων. Θα μελετήσει βιβλία των Ελλήνων, θα ασπασθεί τη θρησκεία τους, και θα πολεμήσει τους αγίους και την Εκκλησία του Χριστού. Αφού περάσουν οι πρώτες ημέρες της βασιλείας του, θα κάψει όλα τα ιερά σκεύη και θα ονομάσει «φούρκα» τον Σταυρό. Θα διαλύσει επίσης το ιερατείο και θα σφάξει τον μισό πληθυσμό στους δημοσίους δρόμους.

Εκείνες τις ημέρες θα στραφούν οι γονείς εναντίον των παιδιών, τα παιδιά εναντίον των γονέων και θα θανατωθούν μεταξύ τους. Ο αδελφός θα παραδώσει σε θάνατο τον αδελφό, και ο φίλος τον φίλο. Πολλοί, που θα ομολογήσουν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι Θεός και «βασιλεύς των απάντων», θα λάβουν το στεφάνι του μαρτυρίου.

Ο βασιλιάς αυτός θα μεταφέρει τους κατοίκους από τα νησιά στην περιοχή της Θράκης, της Μακεδονίας και του Στρυμόνος, οπότε τα νησιά θα ερημώσουν. Στον ουρανό θα γίνουν κτύποι φοβεροί, στην γη μεγάλοι σεισμοί και κατεδαφίσεις πόλεων. Τα έθνη και τα βασίλεια θα ξεσηκωθούν το ένα εναντίον του άλλου. Θα γίνει μεγάλος χαλασμός επάνω στην γη, και οι άνθρωποι θα πέσουν σε θλίψη και στεναχώρια.

Την ίδια εποχή θα φανεί φωτιά στον ουρανό σαν από πυρωμένα κάρβουνα, που θα επισκιάσει απειλητικά με την ταχύτητα της αστραπής ολόκληρη τη γη. Τέτοια σύγχυσις θα επικρατήσει στον αέρα, ώστε το ένα πτηνό θα πέφτει πάνω στο άλλο. Η γη θα γεμίσει φίδια που θα δαγκώνουν τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Και όλα αυτά θα είναι η αρχή των «ωδίνων».


Ο τελευταίος βασιλιάς των Ρωμαίων

- Όταν πεθάνει ο ασεβής βασιλιάς θα έρθει κάποιος απ’ την Αιθιοπία, από το πρώτο «κέρας», και θα βασιλεύσει, καθώς λένε, δώδεκα χρόνια. Η βασιλεία του θα είναι ειρηνική. Θα ανοικοδομήσει τους ιερούς ναούς που κατεδάφισαν οι προκάτοχοί του και θα επαναφέρει τους ανθρώπους στα νησιά τους. Για την καλοσύνη του θα τον αγαπήσει ο Θεός και όλος ο λαός. Όσο θα βασιλεύει, θα επικρατεί χαρά και αγαλίασσις σε όλο τον κόσμο.

Μετά απ’ αυτόν θα βασιλεύσει κάποιος από την Αραβία για ένα χρόνο. Στις ημέρες του, με ένα νεύμα του Παντοκράτορος, θα ενωθούν τα άγια τμήματα του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και θα δοθεί ακέραιος στον βασιλιά. Εκείνος θα τον πάρει και θα πορευθεί στην Ιερουσαλήμ. Όταν φθάσει στον τόπο του Κρανίου, θα αποθέσει με τα ίδια του τα χέρια το βασιλικό του στέμμα στην κορυφή του Σταυρού, θα τον υψώσει και θα πει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, συμπληρώθηκαν τα χρόνια που είχες προκαθορίσει για την βασιλεία των Ρωμαίων. Δέξου το αοίδιμο και θαυμαστό δώρο Σου, και μαζί μ’ αυτό και το πνεύμα μου».

Αμέσως λοιπόν θα κατεβεί από τον ουρανό άγγελος Κυρίου και θα πάρει τον τίμιο Σταυρό με το διάδημα, καθώς και την ψυχή του βασιλιά. Έτσι θα λήξη η βασιλεία των Ρωμαίων, γιατί το στήριγμά της υπήρξε ανέκαθεν για τους χριστιανούς ο τίμιος Σταυρός. Μακάριοι τότε όσοι θα φύγουν από την Πόλη εκείνη, και θα καταφύγουν στις ερημιές και τα σπήλαια.


Η συμβασιλεία

- Κατόπιν θα εμφανισθούν στην Πόλη μας τρεις νέοι, μωροί, αναιδείς και διεφθαρμένοι. Αυτοί θα βασιλεύσουν με διαβολική όμως ενέργεια θ’ αρχίσουν μεταξύ τους φοβερό πόλεμο. Θα ξεκινήσει ο πρώτος, θα μπει στη Θεσσαλονίκη και θα πει: «Πόλης των Θεσσαλονικέων! Εσύ θα νικήσεις τους εχθρούς σου, γιατί είσαι καύχημα των αγίων, και σε αγίασε ο Κύριος».

Θα επιστρατεύσει στους πολίτες από επτά ετών και άνω. Θα επιστρατεύσει ακόμη τους ιερείς και μοναχούς, θα κατασκευάσει πολεμικά άρματα, θα ετοιμάσει μεγάλο στόλο και θα πορευθεί στη Ρώμη. Μπροστά στις πύλες της θα σταθεί και θα φωνάξει: «Χαίρε Ρώμη τρίρρωμη και τιμημένη! Φορείς σπαθί κοφτερό και βέλη ακονισμένα. Κράτησε σταθερά την πίστη σου και μην την αλλάξεις μέχρι τη συντέλεια και οι κάτοικοι σου θα είναι μακάριοι». Έπειτα θα επιστρατεύσει τα ξανθά γένει, και θα περιμένει τους άλλους δύο βασιλείς.

Ο δεύτερος θα επιστρατεύσει τη Μεσοποταμία και τα νησιά των Κυκλάδων (κατ’ άλλη γραφή: τις κοιλάδες των νήσων). Θα επιστρατεύσει ακόμη και τους ιερείς και μοναχούς, αναμμένος από φοβερό μίσος εναντίον των άλλων δύο. Θα ξεκινήσει τότε και θα έρθει στον «ομφαλό» της γης. Λένε μερικοί ότι ο «ομφαλός» της οικουμένης είναι η Αλεξάνδρεια. Εκεί θα περιμένει τους άλλους δύο, με τους οποίους θα πολεμήσει.

Ο τρίτος θα ξεκινήσει κι αυτός από την Πόλη και θα στρατολογήσει την Καρία, Φρυγία, Ασία, Αρμενία, Γαλατία και Αραβία. Όταν φθάσει στο Σύλαιο, θα πει: «Αν και ονομάστηκες Σύλαιο, δεν θα λεηλατηθείς ούτε θα κυριευθείς από κανένα εχθρό σου». Ύστερα θα συμμαχήσει μ’ ένα λαό ανεξάρτητο, που δεν θα έχει δηλαδή υποταγεί ούτε σ’ αυτόν ούτε στους άλλους δύο βασιλείς.

Τέλος θα συγκεντρωθούν και θα παραταχθούν και οι τρεις αντιμέτωποι, ο ένας απέναντι στον άλλον. Θα επακολουθήσει σύγκρουσις μεγάλη και φοβερή και θα κομματιαστούν όπως τα πρόβατα στο κρεοπωλείο. Οι τρεις βασιλείς θα σκοτωθούν, καθώς και όλο το στράτευμα. Το αίμα των Ρωμαίων θα κυλήσει σαν νερό ύστερα από ραγδαία βροχή. Κανείς δεν θα σωθεί. Το νερό της θαλάσσης θα ανακατευθεί με το αίμα με μήκος δώδεκα σταδίων. Οι γυναίκες θα μείνουν χήρες. Επτά γυναίκες θα ζητούν έναν άνδρα και δεν θα τον βρίσκουν, μέχρις ότου ακούσουν και έρθουν άλλοι από τα ξένα. Όσο για τους ανήλικους που θα απομείνουν, όταν ανδρωθούν, θα γίνουν από την πολλή ασωτία αναίσθητοι σαν τα γουρούνια.

Μακάριοι τότε και τρισμακάριοι όσοι θα αγωνίζονται για τον Κύριο στα όρη και στα σπήλαια, γιατί δεν θα βλέπουν το κακό που θα γίνεται στον κόσμο. Αυτοί θα περιμένουν την αναμέτρηση με τον αντίχριστο. Αυτοί είναι τα άκακα πρόβατα, που θα θυσιασθούν για τον Χριστό από τον πονηρό δαίμονα, τον αντίχριστο.


Η βδελυρή βασίλισσα

- Εκείνη την εποχή, επειδή δεν θα υπάρχει άξιος άνδρας, αλλά θα είναι όλοι αποχαυνωμένοι, θα έρθει από τον Πόντο μία πονηρή και αισχρή γυναίκα και θα βασιλεύσει στη βασιλίδα των πόλεων. Αυτή θα είναι βακχεύτρια, μάγισσα και άσωτη· μ’ ένα λόγο, θυγατέρα του διαβόλου.

Στις ημέρες της ο ένας θα επιβουλεύεται τον άλλον και θα γίνονται σφαγές στους δρόμους και στα σπίτια της πόλεως. Ο ισχυρότερος θα σκοτώνει τον άλλον. Ο γιος τον πατέρα, ο πατέρας τον γιο, η μητέρα την κόρη και η κόρη την μητέρα, ο αδελφός τον αδελφό και ο φίλος τον φίλο. Μεταξύ των ανθρώπων θα επικρατεί πολλή κακία και μίσος. Μέσα στις εκκλησίες θα γίνονται ασέλγειες, μοιχείες, ασωτίες, αιμομιξίες, χοροί και σατανικά τραγούδια, χλευασμοί και παιγνίδια, που ούτε είδε ούτε άκουσε άνθρωπος.

Εκείνη η ακάθαρτη βασίλισσα θα ονομάσει τον εαυτό της θεά και θα πολεμήσει τον Θεό. Θα μολύνει μάλιστα με ακαθαρσίες τα άγια θυσιαστήρια. Θα πλύνει το σώμα της και με το απόπλυμα αυτό της αισχύνης θα μολύνει όλον τον λαό. Θα αποστρέψει το πρόσωπό της από τον Θεό. Θ’ αρπάξει τα τίμια σκεύη από τους ναούς, τους τίμιους σταυρούς και τις σεβάσμιες εικόνες, τα «Ευαγγέλια», τους «Αποστόλους» και κάθε ιερό βιβλίο. Κι αφού τα συγκεντρώσει σε μεγάλο σωρό, θα βάλει φωτιά και θα τα κάψει. Όσο για τις εκκλησίες, θα τις γκρεμίσει μέχρι το έδαφος. Θα ψάξει ακόμη να βρει λείψανα αγίων για να τα κάψει, αλλά δεν θα βρει, γιατί ο Θεός με αόρατη δύναμη θα τα μεταφέρει αλλού. Τότε η αθλία θα συντρίψει την αγία Τράπεζα της μεγάλης εκκλησίας της του Θεού Σοφίας, και θα καταστρέψει μέσα σε αυτή το κάθε τι. Ύστερα θα στραφεί προς την ανατολή και θα πει με αυθάδεια στον Ύψιστο: «Ε, συ που σε ονομάζουν Θεό, μήπως δίστασα να εξαλείψω το πρόσωπό σου από την γη; Κοίταξε πόσα σου έκανα, κι εσύ δεν μπόρεσες να μου πειράξεις ούτε μία τρίχα. Περίμενε λίγο και θα σχίσω τον ουρανό και θα έρθω να αναμετρηθώ μαζί σου, και τότε θα δω ποιος Θεός είναι δυνατότερος και ισχυρότερος».

Αυτά θα πει η γάγγραινα και θα πράξει ακόμη χειρότερα, φτύνοντας προς τον ουρανό και πετώντας πέτρες. Τα αισχρότερα όμως έργα της δεν θα τα αναφέρω.

Τότε ο παντοκράτωρ Κύριος θα στρέψει με θυμό το τόξο Του προς τη μεγάλη αυτή Πόλη και θ’ απλώσει το χέρι Του με τρομερή δύναμη επάνω της. Θα την αδράξει γερά, θα κόψει με το δρεπάνι της δυνάμεώς Του το έδαφος, πάνω στο οποίο στηρίζεται, και θα διατάξει τα κύματα της θαλάσσης να την καταπιούν. Εκείνα θα υπακούσουν και θα ορμήσουν κι από τα δύο μέρη με καταπληκτική ταχύτητα και μεγάλη βοή. Τότε ο Κύριος θα ξεκολλήσει τη βάση της πόλεως από τη γη, και θα τη σηκώσει ψηλά στριφογυρίζοντάς την σαν μύλο, ενώ οι κάτοικοι με φρίκη πολλή θα κράζουν «αλλοίμονο». Έπειτα θα την ρήξη πάνω σ’ αυτά τα κύματα, που θα την κατακλύσουν ορμητικά, θα την σκεπάσουν και θα την παρασύρουν στο φοβερό και αχανές πέλαγος.

Αυτό θα είναι, παιδί μου Επιφάνιε, το τέλος της πόλεώς μας. Και όσα σου είπα ότι θα συμβούν, είναι τα δεινά εκείνα που ονόμασε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός «αρχή ωδίνων». Μετά την καταστροφή της πόλεως αυτής θ’ ακολουθήσουν τα γεγονότα της συντελείας.


Η συντέλεια του κόσμου

Επανασύστασις του Ισραηλιτικού κράτους

- Μετά την συμπλήρωση της βασιλείας των εθνών, λένε μερικοί ότι ο Θεός θα επανασυστήσει το ισραηλιτικό κράτος, για να βασιλεύσει στη γη μέχρι το τέλος του κόσμου. Επικαλούνται μάλιστα ως μαρτυρία το ακόλουθο χωρίο του Ησαΐου: «Και έσται εν ταις εσχάτες ημέραις, αρεί Κύριος ο Θεός σημείον εν τη συμπληρώσει των εθνών επί πάντα τα πρόβατα Ιούδα, τα διεσκορπισμένα εν τοις έθνεσι και συνάξει τους απωσμένους Ισραήλ εν τη αγία πόλει Ιερουσαλήμ. Και έσται τω Ισραήλ ως τη ημέρα η εξήλθεν εκ γης Αιγύπτου» (πρβλ. ια΄ 12,16). Επικαλούνται επίσης και τον απόστολο Παύλο που λέει: «Όταν το πλήρωμα των εθνών ήξη, τότε πας Ισραήλ σωθήσεται» (πρβλ. Ρωμ. ια΄ 25,26).

Έτσι μ’ ένα στόμα υποστηρίζουν αυτά, ενώ ο μάρτυς Ιππόλυτος προσθέτει πως κατά τον ερχομό του αντιχρίστου θα πλανηθούν πρώτοι οι Ιουδαίοι. Αυτό το έχει άλλωστε βεβαιώσει εκ των προτέρων και ο Χριστός, λέγοντάς τους: «Εγώ ελήλυθα εν τω ονόματι του πατρός μου, και ου λαμβάνετέ με· εάν άλλος έλθη εν τω ονόματι τω ιδίω εκείνον λήψεσθε» (Ιωαν. ε΄ 43).

Είναι πολύ φανερό ότι θα συγκεντρώσει πάλι ο Θεός τους ισραηλίτες στην Ιερουσαλήμ και θα τους ξαναδώσει όσα είχαν και πρώτα. Και τούτο, για να ανατρέψει τη μέχρι τότε πρόφασή τους ότι η απώλειά τους οφείλεται στον διασκορπισμό. Θα μπορούσαν δηλαδή κατά την ημέρα της κρίσεως ν’ απολογηθούν ως εξής στον Χριστό: «Αν μας συγκέντρωνες στην Ιερουσαλήμ και μας ξαναέδινες όσα είχαμε, τότε θα πιστεύαμε σ’ εσένα, αφού δεν θα υπήρχε πια λόγος να φθονούμε τα έθνη, που προτιμήθηκαν τόσο εις βάρος μας».

Έτσι, λοιπόν, θα συναχθούν όλοι μαζί και θ’ ανακτήσουν ό,τι στερήθηκαν, αλλά θα παραμείνουν στην ίδια απιστία. Και τότε πως θα σωθούν, όταν μάλιστα την ίδια εποχή θα έρθει ανάμεσά τους ο αντίχριστος και θα πιστέψουν όλοι τους σ’ αυτόν, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου; Ο Θεός δεν ψεύδεται. «Εγώ ειμί η αλήθεια» διακηρύττει με τον μονογενή του Υιό. Με την αποκατάστασή τους λοιπόν θα στερηθούν αυτομάτως απ’ αυτή τη δικαιολογία.

Λέγοντας ο απόστολος Παύλος ότι θα σωθούν, δεν εννοεί ότι θα σωθούν από την αιώνια κόλαση, αλλά από την περιπλάνησή τους τόσα χρόνια τώρα στα ξένα, και από τον ονειδισμό των άλλων λαών, και από την ανομολόγητη εντροπή. Θα συναχθούν δηλαδή στην πατρίδα τους και θα σωθούν απ’ την δουλεία και τον ζυγό και τον χλευασμό που τόσα χρόνια υπέφεραν. Δεν θα σωθούν όμως από την αιώνια κόλαση. Αφού δεν τους έπεισε η θλίψης, ώστε να πιστέψουν στον Χριστό, πως θα τους πείσει η νομιζόμενη χάρις;


Ο καταποντισμός της αγια-Σοφιάς

- Πνευματικέ μου πατέρα, είπε ο Επιφάνιος, άφησε αυτά και εξήγησέ μου εκείνο που λέγεται, ότι δηλαδή η Aγιά-Σοφιά δεν θα καταποντισθεί μαζί με την Πόλη, αλλά θα μείνει κρεμασμένη στον αέρα από κάποια αόρατη δύναμη.

- Τι λες, παιδί μου, αποκρίθηκε ο δίκαιος. Αφού θα βυθισθεί όλη η Πόλης, πως θα σωθεί η εκκλησία; Και ποιος θα μπαίνει σ’ αυτήν για να προσκυνήσει;

Μήπως ο Θεός κατοικεί σε χειροποίητους ναούς; Όχι βέβαια. Πάντως στη φήμη αυτή υπάρχει και κάτι αληθινό: Θα μείνει δηλαδή μόνο ο στύλος που βρίσκεται στην αγορά, γιατί κατέχει τους «τίμιους ήλους». Αυτός μόνο θα διασωθεί, ώστε περνώντας τα πλοία να δένουν επάνω του τα σχοινιά τους, και να θρηνούν αυτή την επτάλοφη Βαβυλώνα λέγοντας: «Αλλοίμονό μας! Η μεγάλη, η αρχαία Πόλης βυθίστηκε. Εδώ κάναμε με επιτυχία τις εμπορικές μας συναλλαγές και πλουτίζαμε». Το πένθος της θα διαρκέσει σαράντα ημέρες. Εξ αιτίας της θλίψεως των ημερών εκείνων θα δοθεί το βασίλειο στην πρεσβυτέρα Ρώμη, καθώς επίσης στο Σύλαιο και στη Θεσσαλονίκη. Αυτά θα συμβούν όταν θα πλησιάζει η συντέλεια, οπότε η κατάστασις του κόσμου θα χειροτερεύει, οι πόνοι και οι συμφορές θα πολλαπλασιάζονται.


Τα βδελυρά έθνη

- Κατά το έτος εκείνο θ’ ανοίξει ο Κύριος τις πύλες των Ινδιών που έκλεισε ο βασιλιάς των Μακεδόνων Αλέξανδρος. Θα βγουν τότε απ’ εκεί οι εβδομήντα δύο βασιλείς με τον λαό τους, τα λεγόμενα βδελυρά έθνη, που είναι πιο σιχαμερά από κάθε αηδία και δυσωδία. Αυτά θα διασκορπισθούν σ’ όλο τον κόσμο. Θα τρώνε ζωντανούς τους ανθρώπους και θα πίνουν το αίμα τους. Θα καταβροχθίζουν επίσης με μεγάλη ηδονή μύγες, βατράχους, σκυλιά και κάθε ακαθαρσία.

Αλλοίμονο στις περιοχές, απ’ όπου θα περάσουν! Αν είναι δυνατόν, Κύριε, ας μην υπάρχουν τότε Χριστιανοί! Γνωρίζω όμως ότι θα υπάρχουν.

Εκείνες τις ημέρες θα σκοτεινιάσουν, σαν να θρηνούν στον αέρα για όσα αποτροπιαστικά θα διαπράξουν εκείνα τα σιχαμερά έθνη. Ο ήλιος θα γίνει σαν αίμα, ενώ η σελήνη κι όλα τα άστρα θα σκοτισθούν, καθώς θα τα βλέπουν επάνω στη γη να συναγωνίζονται στην ακαθαρσία. Αυτοί οι λαοί θα κατασκάψουν τη γη, θα κάνουν αποχωρητήρια τα θυσιαστήρια, και θα βάλουν τα άγια σκεύη σε ατιμωτική χρήση. Τότε όσοι θα κατοικούν στην Ασία, ας φύγουν στα νησιά των Κυκλάδων (κατ’ άλλη γραφή: τις κοιλάδες των νήσων), γιατί τα ρυπαρά έθνη δεν θα πάνε εκεί, και ας πενθήσουν για εξακόσιες εξήντα ημέρες.


Ο αντίχριστος

- Τότε θα σαρκωθεί απ’ την φυλή του Δαν ο σατανάς, δηλαδή θα γεννηθεί ο αντίχριστος. Δεν θα γίνει όμως άνθρωπος με τη δική του δύναμη, αλλά θα του πλάση ο Θεός σκεύος αισχρό και ρυπαρό, για να εκπληρωθούν έτσι οι λόγοι των προφητών. Θ’ απολυθεί λοιπόν απ’ τα δεσμά, με τα οποία τον είχε δέσει ο δεσπότης Χριστός όταν κατέβηκε στον άδη, και θα μπει σ’ εκείνο το σκεύος που πλάσθηκε για αυτόν. Έτσι θα γίνει άνθρωπος, θα ανδρωθεί, θα βασιλεύσει, και τότε θ’ αρχίσει να δείχνει την πλάνη του καθώς λέει ο θεολόγος Ιωάννης. Έπειτα θ’ αρχίσει πόλεμο με τα νησιά των Κυκλάδων (κατ’ άλλη γραφή: τις κοιλάδες των νήσων). Νησιά, καθώς λέει ο Ησαΐας, είναι οι εκκλησίες που προήλθαν από τους εθνικούς (κδ΄ 15, με΄ 16, μθ΄ 1, ξστ΄ 19).

Τότε θα εμφανιστεί ο Ενώχ, που έζησε πριν την εποχή του μωσαϊκού νόμου. Θα εμφανισθεί επίσης ο Ηλίας, που έζησε κατά την διάρκεια του νόμου, καθώς και ο Ιωάννης ο θεολόγος που έζησε την εποχή της νέας χάριτος. Αυτοί θα κηρύξουν σ’ όλη την οικουμένη, για τον καιρό της συντέλειας και την έλευση του πλανεμένου, καθώς επίσης και για την Δευτέρα έλευση του Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Θα επιτελούν μάλιστα σημεία και τέρατα.

Όσοι θελήσουν να τους σκοτώσουν ή με άλλον τρόπο να τους αδικήσουν, θα βγει φωτιά και τους κάψει. Θα ενεργούν με μεγάλη εξουσία και θα ελέγξουν τον αντίχριστο. Θα φονευθούν όμως απ’ αυτόν στην Ιερουσαλήμ και τα σώματά τους θα αφεθούν άταφα στη μέση της πόλεως. Εκεί θα συγκεντρωθούν οι κάτοικοι και θα τους περιγελούν σαν απροστάτευτους (πρβλ. Αποκ. ια΄ 5-10).

Τα άγια σώματά τους θα μείνουν τρεις ολόκληρες ημέρες στην πλατεία. Κατά τη μέση της τετάρτης ημέρας θα κατεβεί από τον ουρανό ένα περιστέρι λαμπρό σαν αστραπή. Αυτό θα περπατήσει επάνω τους και θα τους δώσει ζωή. Τότε οι άγιοι θα δυναμώσουν και θα σηκωθούν όρθιοι, κι όσοι τους δουν, πολύ θα τρομάξουν. Εκείνη τη στιγμή θ’ ακουσθεί φωνή από τον ουρανό που θα λέει: «Ανεβείτε, φίλοι μου, κοντά μου». Αμέσως θα κατεβεί ένα σύννεφο, που θα τους σηκώσει και θα τους εγκαταστήσει στον παράδεισο (πρβλ. Αποκ. ια΄ 9-13).

Εκείνος ο πλανεμένος και μάταιος, ο αντίχριστος, θα ταλαιπωρήσει υπερβολικά τους χριστιανούς της εποχής του μέχρι την τελευταία τους αναπνοή με θλίψεις και φοβερές τιμωρίες. Όποιος δεν πλανηθεί και δεν πιστέψει σ’ αυτόν, θ’ αναδειχθεί εκλεκτός και άξιος φίλος του Χριστού. Όλοι βεβαίως οι άγιοι είναι μακάριοι. Τρισμακάριοι όμως θα είναι όσοι μαρτυρήσουν την εποχή του αντιχρίστου. Θα τους περιμένει παντοτινά υπερβολική δόξα και αγαλλίασις.

Θ’ ακολουθήσει τότε φοβερός πόλεμος μεταξύ του αντιχρίστου και του Δεσπότου Χριστού. Μόλις δηλαδή αντιληφθεί ο αντίχριστος ότι ο κόσμος πλησιάζει στο τέλος του, θα κάνει μανιασμένος αντίπραξη στον ουρανό: θα ρίξει αστραπές και βροντές και θα κάνει τέτοιους κτύπους, ώστε από τον ήχο της βοής να δονείται το σύμπαν και να αντηχεί φοβερά. Ποιος τότε, παιδί μου, δεν θα φοβηθεί και δεν θα φρίξει; Μακάριοι θα είναι, όπως είπα προηγουμένως, εκείνοι, των οποίων δεν θα κλονισθεί η πίστις στον Χριστό, τον αληθινό Θεό μας, που σαρκώθηκε και γεννήθηκε απ’ την αγία παρθένο Μαρία. Μακάριοι επίσης εκείνοι που θα πεθάνουν για την αγάπη του Χριστού και θα ελέγξουν θαρρετά τον δράκοντα και την πλάνη του. Μακάριοι όσοι θα υψώσουν το ανάστημά τους εναντίον του και θα ελέγξουν με γενναιότητα τα ατοπήματά του….

Αυτά έλεγε ο μακάριος, ενώ ο Επιφάνιος θρηνούσε από τα βάθη της ψυχής του ακούγοντας όσα επρόκειτο να συμβούν στην οικουμένη. Έπειτα ρώτησε τον όσιο:

- Πες μου, σε παρακαλώ πως θα εξαλειφθούν οι άνθρωποι από τη γη και πως θα γίνει η ανάστασις;

- Άλλους, παιδί μου, θα σκοτώσουν τα βδελυρά έθνη, άλλοι θα θανατωθούν στους πυκνούς πολέμους, ενώ άλλους θα εξολοθρεύσει ο αντίχριστος. Σε όσους θα πιστέψουν και θα προσκυνήσουν τον αντίχριστο, θα στείλει ο Κύριος, σύμφωνα με την προφητεία του Ιεζεκιήλ, φτερωτά θηρία που θα έχουν στην ουρά τους βούκεντρα γεμάτα δηλητήριο. Όσοι λοιπόν δεν θα έχουν στα μέτωπά τους σώα και ακέραιη τη σφραγίδα του Χριστού, θα δοκιμάσουν φρικτό θάνατο απ’ το κεντρί και το δηλητήριο των θηρίων. Τότε οι άγιοι που διεφύλαξαν με πολύ αγώνα τη σφραγίδα του Χριστού ακέραιη, θα μεταναστεύσουν στα βουνά και στις ερημιές. Ο Κύριος όμως με την θεϊκή του δύναμη θα τους συγκεντρώσει στην αγία πόλη της Σιών. Αυτοί είναι όσοι έχουν γραφεί στο βιβλίο της ζωής

Όταν ο αντίχριστος νικηθεί και οδηγηθεί αιχμάλωτος μαζί με τους άλλους δαίμονες στο κριτήριο και δικασθεί για τις ψυχές που οδήγησε στην απώλεια, τότε θα σαλπίσει η σάλπιγγα και οι νεκροί θ’ αναστηθούν άφθαρτοι. Έπειτα όσοι θα έχουν απομείνει ζωντανοί την ώρα της δευτέρας παρουσίας, θα γίνουν, καθώς είπε ο Παύλος, εν ριπή οφθαλμού από φθαρτοί άφθαρτοι και θα αρπαγούν μαζί με τους αναστημένους νεκρούς μέσα σε νεφέλες, για να προϋπαντήσουν τον Κύριο στον αέρα (Α΄ Θεσ. δ΄ 17).

Όποιος λοιπόν δη τα βδελυρά έθνη να έρχονται στον κόσμο, ας γνωρίζει πως όλα, όσα πρόκειται να συμβούν, βρίσκονται «επί θύραις», και πως ο Κριτής έρχεται για να αποδώσει στον καθένα σύμφωνα με τα έργα του.

Αυτά είπε ο μακάριος Ανδρέας στον Επιφάνιο παρούσης και της ταπεινότητός μου. Έτσι μείναμε ξάγρυπνοι όλη την νύχτα. Όταν χτύπησε το ξυλοσήμαντρο, ξεκίνησε ο Επιφάνιος για την εκκλησία, ενώ ο μακάριος Ανδρέας έμεινε στο σπίτι προσευχόμενος.

Το όραμα του Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης για τον Αντίχριστο ( Αγίου Ιωάννη της Κρονστάνδης )


Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, από τη Ρωσία, διηγείται αυτό το όραμα που είχε τον Ιανουάριο του 1901:

«Οι αγιασμένοι άνθρωποι του Θεού δεν θα πρόδιδαν την πίστη ούτε με μια λέξη»

Μετά τις βραδινές προσευχές, ξάπλωσα λίγο να ξεκουραστώ στο αμυδρά φωτισμένο κελί μου, καθώς ήμουν κουρασμένος. Μπροστά από την εικόνα της Μητέρας του Θεού βρισκόταν κρεμασμένη η λαμπάδα μου. Δεν είχε περάσει πάνω από μισή ώρα, όταν άκουσα ένα θρόισμα. Κάποιος ακούμπησε τον αριστερό μου ώμο και με τρυφερή φωνή μου είπε: «σήκω δούλε του Θεού Ιωάννη, και ακολούθησε το θέλημα του Θεού!»
Σηκώθηκα και είδα κοντά στο παράθυρο έναν ένδοξο στάρετς [1] (γέροντα) με ψαρά μαλλιά, φορώντας ένα μαύρο μανδύα, και κρατώντας μια ράβδο στο χέρι του. Με κοιτούσε τρυφερά και κρατιόμουν με δυσκολία να μην πέσω εξαιτίας του μεγάλου φόβου μου. Τα χέρια και τα πόδια μου έτρεμαν, ήθελα να μιλήσω, άλλα η γλώσσα μου δεν με υπάκουε. Ο γέροντας έκανε το σημείο του σταυρού σε μένα και σύντομα γέμισα με γαλήνη και χαρά. Έπειτα, έκανα το σταυρό μου κι ο ίδιος.
Στη συνέχεια, έδειξε με τη ράβδο του προς το δυτικό τοίχο του κελιού μου, έτσι ώστε να
παρατηρήσω ένα συγκεκριμένο σημείο. Ο γέροντας είχε χαράξει στον τοίχο τους ακόλουθους αριθμούς:1913, 1914, 1917, 1922, 1924 και 1934. Ξαφνικά ο τοίχος εξαφανίστηκε και περπατούσα με το γέροντα σε ένα πράσινο λιβάδι και είδα πλήθος από χιλιάδες σταυρούς σαν σημάδια τάφων.
Ήταν ξύλινοι, πήλινοι ή χρυσοί. Ρώτησα τον γέροντα, για πιο λόγο υπήρχαν αυτοί οι σταυροί. Μου απάντησε γαλήνια, ότι οι σταυροί αυτοί υπάρχουν γι΄ αυτούς που υπέφεραν και δολοφονήθηκαν για την πίστη τους στο Χριστό και για τον Λόγο του Θεού, και έγιναν μάρτυρες. Και έτσι συνεχίσαμε να περπατάμε.
Ξαφνικά είδα ένα ολόκληρο ποτάμι από αίμα και ρώτησα τον γέροντα, ποια είναι η σημασία αυτού του αίματος και πόσο είχε χυθεί. Ο γέροντας κοίταξε γύρω και απάντησε: «Αυτό είναι το αίμα των αληθινών Χριστιανών!» Έδειξε έπειτα σε κάποια σύννεφα , και είδα πλήθος από αναμμένα καντήλια που έκαιγαν με άσπρη φλόγα. Άρχισαν να πέφτουν προς το έδαφος το ένα μετά το άλλο κατά δεκάδες και εκατοντάδες. Κατά την πτώση τους, σκοτείνιαζαν και γινόταν στάχτες.
Τότε ο γέροντας μου είπε, «Κοίτα!», και είδα σε ένα σύννεφο εφτά καιγόμενα καντήλια. Ρώτησα ποιο είναι το νόημα των καιγομένων καντηλιών που πέφτουν στο έδαφος και μου απάντησε: «Αυτές είναι οι εκκλησίες του Θεού που έχουν πέσει σε αίρεση, άλλα αυτά τα εφτά καντήλια στα σύννεφα είναι οι εφτά Εκκλησίες της μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, που θα μείνουν μέχρι τέλους του κόσμου!».
Ο γέροντας στη συνέχεια, έδειξε ψηλά στον αέρα και είδα και άκουσα αγγέλους να ψάλλουν: « Άγιος, Άγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ!».Ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων με κεριά στα χέρια τους μας προσπέρασαν, ενώ η χαρά φαινόταν να λάμπει στα πρόσωπά τους. Ήταν αρχιεπίσκοποι, μοναχοί, μοναχές, ομάδες λαϊκών, ενήλικες, νέοι, ακόμα και παιδιά και μωρά. Ρώτησα το θαυματουργό γέροντα ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι κι αυτός αποκρίθηκε: « Όλοι αυτοί είναι οι άνθρωποι που υπέφεραν για την Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και για τις άγιες εικόνες που βρέθηκαν στα χέρια αμαρτωλών καταστροφέων».
Έπειτα ρώτησα το μεγάλο γέροντα, αν θα μπορούσα να κάτσω δίπλα τους. Ο γέροντας μπο είπε: « Είναι πολύ νωρίς για σένα να υποφέρεις, επομένως το να καθίσεις μαζί τους δεν είναι ευλογημένο από το Θεό!» Είδα πάλι ένα μεγάλο πλήθος από νεογέννητα που υπέφεραν για το Χριστό από τον Ηρώδη[2] και έλαβαν στέμμα από τον Επουράνιο Βασιλέα.
Προχωρήσαμε περισσότερο και πήγαμε σε μια μεγάλη εκκλησία. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας με συμβούλευσε: «Δεν είναι ανάγκη να κάνεις το σταυρό σου, επειδή αυτό το μέρος είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως».[3]. Η εκκλησία ήταν σκοτεινή και καταθλιπτική. Στην Αγία Τράπεζα ήταν ένα αστέρι και ένα Ευαγγέλιο με αστέρια. Κεριά καμωμένα από πίσσα καιγόντουσαν και έτριζαν σαν καυσόξυλα. Το δισκοπότηρο στεκόταν εκεί, καλυμμένο με μια απαίσια βρωμιά. Υπήρχε κι ένα πρόσφορο[4] με αστέρια. Ένας ιερέας στεκόταν μπροστά από την Αγία Τράπεζα με ένα πρόσωπο κατάμαυρο σαν πίσσα, και μια γυναίκα βρισκόταν κάτω από την Αγία Τράπεζα, καλυμμένη με κόκκινα και με ένα αστέρι στα χείλη της και ούρλιαζε και γελούσε σε όλη την εκκλησία λέγοντας: «Είμαι ελεύθερη!» Σκέφτηκα: « Θεέ μου, πόσο τρομερό!».
Οι άνθρωποι σαν τρελοί άρχισαν να τρέχουν γύρω από την Αγά Τράπεζα, φωνάζοντας, σφυρίζοντας και χειροκροτώντας. Μετά, άρχισαν να τραγουδούν άσεμνα τραγούδια. Ξαφνικά, ένας κεραυνός άστραψε, ένα φοβερό αστροπελέκι αντήχησε, η γή σείσθηκε και η εκκλησία κατέρρευσε, στέλνοντας τη γυναίκα, τους ανθρώπους, τον παπά και τους υπόλοιπους στην άβυσσο. Σκέφτηκα: «Θεέ μου πόσο τρομερό, σώσε μας!».
Ο γέροντας είδε αυτό που είχε γίνει όπως και εγώ. Τον ρώτησα:»Πάτερ, πείτε μου, ποια είναι η σημασία αυτής της φοβερής εκκλησίας»; Αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι οι κοσμικοί άνθρωποι, οι αιρετικοί, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και αναγνώρισαν την πρόσφατη νεωτερίζουσα εκκλησία την οποία ο Θεός δεν έχει ευλογήσει. Σ' αυτή την εκκλησία δεν νηστεύουν, δεν παρακολουθούν ακολουθίες και δεν λαμβάνουν τη Θεία Κοινωνία»! Φοβήθηκα και είπα: « Ο Θεός μας ελεεί μα καταριέται αυτούς με θάνατο»! Ο γέροντας με διέκοψε και είπε: « Μη θρηνείς, μόνο προσευχήσου».
Έπειτα, είδα μια κοσμοσυρροή, καθένας από τους οποίους είχε ένα αστέρι στα χείλη και ήταν τρομερά εξαντλημένοι από τη δίψα, περπατώντας εδώ και εκεί. Μας είδαν και φώναξαν δυνατά: «Άγιοι Πατέρες, προσευχηθείτε για μας. Είναι πολύ δύσκολο για μας, επειδή εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε. Οι πατέρες και οι μητέρες μας δεν μας δίδαξαν το Νόμο του θεού.[5] Ούτε το όνομα του Χριστού δεν έχουμε και δεν έχουμε λάβει ειρήνη. Απορρίψαμε το Άγιο Πνεύμα και το σημείο του σταυρού. Άρχισαν να κλαίνε.
Ακολούθησα το γέροντα. «Κοίτα!», μου είπε δείχνοντας με το δάκτυλο του. Είδα ένα βουνό από ανθρώπινα πτώματα βαμμένα στο αίμα. Φοβήθηκα πολύ και ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των νεκρών πτωμάτων. Μου απάντησε: «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έζησαν μοναστική ζωή, απορρίφθηκαν από τον Αντίχριστο, και δεν έλαβαν τη σφραγίδα του. Υπέφεραν για την πίστη τους για τον Χριστό και την Αποστολική Εκκλησία και έλαβαν τους στεφάνους του μαρτυρίου πεθαίνοντας για τον Χριστό. Να προσεύχεσαι γι΄ αυτούς τους δούλους του θεού!».
Χωρίς προειδοποίηση ο γέροντας γύρισε στο βορρά και έδειξε με το χέρι του. Είδα ένα αυτοκρατορικό παλάτι, γύρω από το οποίο έτρεχαν σκυλιά. Άγρια τέρατα και σκορπιοί ούρλιαζαν και επιτίθονταν έχοντας προτεταμένα τα δόντια τους. Και είδα τον Τσάρο να κάθεται σ' ένα θρόνο. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, άλλα ανδρείο. Έλεγε την ευχή του Ιησού.
Ξαφνικά έπεσε σαν νεκρός άνθρωπος. Το στέμμα του έπεσε. Τα άγρια θηρία, οι σκύλοι και οι σκορπιοί τσαλαπάτησαν τον βασιλιά. Ήμουν φοβισμένος και έκλαιγα πικρά. Ο γέροντας με πήρε από το δεξί ώμο. Είδα μια φιγούρα σαβανωμένη στα άσπρα- ήταν ο Νικόλαος ο Β'. Στο κεφάλι του ήταν ένα στεφάνι από πράσινα φύλλα, και το πρόσωπό του ήταν άσπρο και κάπως ματωμένο. Φορούσε ένα χρυσό σταυρό γύρω από το λαιμό του και ψιθύριζε ήσυχα μια προσευχή. Και μετά μου είπε με δάκρυα: «Προσευχήσου για μένα, Πάτερ Ιωάννη. Πες σε όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς ότι εγώ ο Τσάρος - μάρτυρας, πέθανα ανδρείως για την πίστη μου στο Χριστό και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Πες στους Άγιους Πατέρες ότι πρέπει να κάνουμε μια Παννυχίδα[6] για μένα τον αμαρτωλό, άλλα δεν θα υπάρξει τάφος για μένα!»
Σύντομα όλα έγιναν άφαντα στην ομίχλη. Έκλαψα πικρά προσευχόμενος για τον Τσάρο-μάρτυρα. Τα χέρια μου και τα πόδια μου έτρεμαν από φόβο. Ο γέροντας είπε: «Κοίτα!». Μετά είδα μια κοσμοσυρροή από ανθρώπους διασκορπισμένους γύρω στη γή που είχαν πεθάνει από πείνα, ενώ οι άλλοι έτρωγαν γρασίδι και φυτά. Τα σκυλιά κατέτρωγαν τα σώματα των πεθαμένων, ενώ η δυσοσμία ήταν τρομερή. Σκέφτηκα: «Κύριε, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν πίστη». Από τα στόματά τους έβγαιναν βλασφημίες και γι' αυτό δέχθηκαν το θυμό του Κυρίου.
Είδα, επίσης, ένα ολόκληρο βουνό από βιβλία και ανάμεσα στα βιβλία σέρνονταν σκουλήκια εκπέμποντας μια τρομερή δυσοσμία. Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν η σημασία αυτών των βιβλίων. Αυτός είπε: «Αυτά τα βιβλία είναι ασέβεια και βλασφημία που θα μολύνουν όλους τους Χριστιανούς με αιρετικές διδασκαλίες! Μετά ο γέροντας ακούμπησε το ραβδί του σε κάποια από τα βιβλία και άρπαξαν φωτιά. Ο άνεμος διασκόρπισε τις στάχτες.
Στη συνέχεια είδα μια εκκλησία γύρω από την οποία ήταν στοίβα από δεήσεις για τους αποθανόντες. Έσκυψα και θέλησα να τις διαβάσω, άλλα ο γέροντας είπε: «Αυτές οι δεήσεις για τους πεθαμένους βρίσκονται εδώ πολλά χρόνια και οι ιερείς τις έχουν ξεχάσει. Δεν πρόκειται ποτέ να τις διαβάσουν, άλλα οι νεκροί θα ζητούν κάποιον να προσευχηθεί γι' αυτούς!» Εγώ τον ρώτησα: «Ποιοι θα προσευχηθούν γι' αυτούς;». Ο γέροντας αποκρίθηκε: « Οι Άγγελοι θα προσευχηθούν γι' αυτούς».
Προχωρήσαμε πιο πέρα, και ο γέροντας τάχυνε το βήμα του τόσο που με δυσκολία τον προλάβαινα. «Κοίτα!», μου είπε. Είδα ένα μεγάλο πλήθος από ανθρώπους να καταδιώκονται από τους δαίμονες οι οποίοι τους κτυπούσαν με πασσάλους, με δίκρανα και γάντζους. Ρώτησα τον γέροντα ποιο είναι το νόημα αυτών των ανθρώπων. Μου αποκρίθηκε: «Αυτοί είναι εκείνοι που απαρνήθηκαν την πίστη τους και άφησαν την Αγία, Καθολική, Αποστολική Εκκλησία και δέχθηκαν την καινούρια νεωτερίζουσα εκκλησία. Αυτή η ομάδα, εκπροσωπεί τους ιερείς, τους μοναχούς, τις μοναχές, και τους λαϊκούς οι οποίοι απαρνήθηκαν τους όρκους τους, ή το γάμο τους, και δεσμεύθηκαν με το ποτό, την ανηθικότητα, και όλου του είδους τις βλασφημίες και τις διαβολές. Όλοι αυτοί έχουν τρομακτικά πρόσωπα και μια τρομερή δυσοσμία βγαίνει από τα στόματά τους. Οι δαίμονες τους κτυπούσαν, οδηγώντας τους στην τρομερή άβυσσο, από την οποία βγαίνουν οι φλόγες της κολάσεως. Ήμουν πολύ φοβισμένος. Έκανα το σημείο του σταυρού ενώ προσευχόμουν, ο Κύριος να μας αποτρέψει από τέτοια μοίρα!
Μετά, αντίκρισα μια ομάδα ανθρώπων, νέοι και γέροι μαζί, που ήταν όλοι ντυμένοι άσχημα, και κρατούσαν ψηλά ένα μεγάλο αστέρι με 5 σημεία. Σε κάθε γωνία ήταν 12 δαίμονες και στην μέση ήταν ο Σατανάς ο ίδιος με κέρατα και αχυρένιο κεφάλι. Έβγαλε ένα βλαβερό αφρό στους ανθρώπους, ενώ ανακοίνωνε αυτές τις λέξεις: «Σηκωθείτε εσείς οι καταραμένοι με τη σφραγίδα μου...»
Ξαφνικά εμφανίστηκαν πολλοί δαίμονες με σιδερένιες σφραγίδες και πα΄νω σε όλους τους ανθρώπους τοποθέτησαν τη σφραγίδα: στα χείλη τους, στους αγκώνες και στο δεξί χέρι. Ρώτησα τον γέροντα: «Τι σημαίνει αυτό;» Και αποκρίθηκε: «Αυτό είναι το σημάδι του Αντιχρήστου!». ¨εκανα το σταυρό μου και ακολούθησα το γέροντα.
Ξαφνικά, σταμάτησε και έδειξε προς την Ανατολή με το χέρι του. Είδα μια μεγάλη συγκέντρωση από ανθρώπους με χαρούμενα πρόσωπα που κουβαλούσαν σταυρούς και κεριά στα χέρια. Στο μέσο τους υπήρχε μια Αγία Τράπεζα τόσο λευκή όσο το χιόνι. Στην Αγία Τράπεζα υπήρχε ο σταυρός και το Άγιο Ευαγγέλιο και πάνω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο αέρας με ένα χρυσό αυτοκρατορικό στέμμα πάνω στο οποίο ήταν γραμμένο με χρυσά γράμματα «Για το άμεσο μέλλον». Πατριάρχες, επίσκοποι, ιερείς, μοναχοί, μοναχές και λαϊκοί στέκονταν γύρω από την Αγία Τράπεζα. Όλοι έψαλαν: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη». Από μεγάλη χαρά έκανα το σταυρό μου και δόξασα το Θεό.
Ξαφνικά ο γέροντας κούνησε το σταυρό του προς τα πάνω τρείς φορές και είδα ένα βουνό από πτώματα καλυμμένα από ανθρώπινο αίμα και από πάνω τους πετούσαν Άγγελοι. Έπαιρναν τις ψυχές αυτών που είχαν δολοφονηθεί για το Λόγο του Θεού προς τα ουράνια ενώ έψαλλαν: «Αλληλούϊα!»
Παρατήρησα όλα αυτά και έκλαψα δυνατά. Ο γέροντας με πήρε από τιο χέρι και μου απαγόρευσε να κλαίω. Ό,τι ευχαριστεί το Θεό είναι το ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός υπέφερε και έχυσε το πολύτιμο αίμα του για μας. Κάποιοι σαν αυτούς θα γίνουν μάρτυρες, που δε θα δεχθούν τη σφραγίδα του Αντιχρίστου, και όλοι αυτοί που θα χύσουν το αίμα τους θα λάβουν ουράνια στέμματα. Ο γέροντας έπειτα προσευχήθηκε γι' αυτούς τους δούλους του Θεού και στράφηκε στην Ανατολή καθώς τα λόγια του Προφήτη Δανιήλ βγήκαν αληθινά: «Το βδέλυγμα της ερημώσεως».
Τελικά είδα το θόλο του ναού της Ιερουσαλήμ. Πάνω του ήταν ένα αστέρι. Μέσα στην εκκλησία εκατομμύρια άνθρωποι συνέρεαν και πάλι πολλοί προσπαθούσαν να μπούν. Ήθελα να κάνω το σημείο του σταυρού, άλλα ο γέροντας μου άρπαξε το χέρι και είπε: «Εδώ είναι το βδέλυγμα της ερημώσεως».
Έτσι μπήκαμε στην εκκλησία, που ήταν γεμάτη κόσμο. Είδα μια Αγία Τράπεζα, που έκαιγαν κεριά από λίπος ζώων. Στην Αγία τράπεζα ήταν ένας βασιλιάς με κόκκινα, φλογισμένος, πορφυρός. Στο κεφάλι του ήταν ένα χρυσό στέμμα με ένα αστέρι. Ρώτησα το γέροντα: «ποίος είναι αυτός;» Μου απάντησε: « Ο Αντίχριστος». Ήταν πολύ ψηλός με μάτια σαν φωτιά, μαύρα φρύδια, ξυρισμένο μούσι, θηριώδης, πανούργος, διαβολικός με τρομακτικό πρόσωπο. Ήταν μόνος του στην Αγία Τράπεζα και έτεινε τα χέρια του στους ανθρώπους. Είχε νύχια σουβλερά σαν τίγρης και φώναζε: «Είμαι βασιλιάς, είμαι Θεός. Είμαι ο Αρχηγός. Αυτός που δεν έχει τη σφραγίδα μου θα θανατωθεί.».
Όλοι οι άνθρωποι έπεσαν κάτω και τον προσκύνησαν και εκείνος άρχισε να βάζει τη σφραγίδα του στα χείλη τους και στα χέρια τους, έτσι ώστε να μπορέσουν να λάβουν λίγο ψωμί και να μην πεθάνουν από πείνα και δίψα. Γύρω από τον Αντίχριστο, υπηρέτες του οδηγούσαν αρκετούς ανθρώπους που τα χέρια τους ήταν δεμένα, και δεν είχαν πέσει να τον προσκυνήσουν. Αυτοί είπαν: «είμαστε Χριστιανοί, και όλοι πιστεύουμε στον Κύριο μας Ιησού Χριστό!» Ο Αντίχριστος σύντριψε τις κεφαλές τους αστραπιαία, και το Χριστιανικό αίμα άρχισε να ρέει.
Ένα παιδί οδηγήθηκε μετά στην Αγία Τράπεζα του Αντιχρίστου να τον προσκυνήσει, άλλα τολμηρά διακήρυξε: «Είμαι Χριστιανός και πιστεύω στον Κύριο μας Ιησού Χριστό, άλλα εσύ είσαι υπηρέτης του Σατανά»!- θάνατος σ΄ αυτόν!» , αναφώνησε ο Αντίχριστος. Άλλοι που δέχθηκαν το σφράγισμα του Αντιχρίστου έπεσαν και τον προσκύνησαν.
Ξαφνικά μια βοή από κοσμοσυρροή ξανακούστηκε και χιλιάδες φωτισμένες αστραπές άρχισαν να αστράφτουν. Βέλη άρχισαν να χτυπούν τους υπηρέτες του Αντιχρίστου. ‘Επειτα, ένα μεγάλο φλεγόμενο βέλος άστραψε και χτύπησε τον Αντίχριστο τον ίδιο στο κεφάλι. Καθώς κουνούσε το χέρι του, το στέμμα του έπεσε και συνετρίβη στο έδαφος. Μετά εκατομμύρια πουλιά πέταξαν και κούρνιασαν στους υπηρέτες του Αντιχρίστου. Ένιωσα το γέροντα να με παίρνει από το χέρι.
Προχωρήσαμε περισσότερο, και είδα πάλι πολύ αίμα Χριστιανών. Ήταν εδώ που θυμήθηκα τις λέξεις του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Βιβλίο της Αποκαλύψεως, ότι το αίμα θα έφτανε ως το χαλινάρι του αλόγου. Σκέφτηκα: «Θεέ μου σώσε μας!» Εκείνη τη στιγμή είδα Αγγέλους να πετούν και να ψάλουν « Άγιος, ‘Αγιος, Άγιος Κύριος Σαβαώθ»!
Ο γέροντας κοίταξε πίσω και άρχισε να λέει: «Μη λυπάσαι, γιατί σύντομα, πολύ σύντομα θα έρθει το τέλος του κόσμου! Προσευχήσου στον Κύριο. Ο Θεός είναι εύσπλαχνος στους υπηρέτες του». Ο καιρός πλησίαζε στο τέλος του. Έδειξε στην Ανατολή , έπεσε στα γόνατα και άρχισε να προσεύχεται. Κι εγώ προσευχήθηκα μαζί του. Μετά ο γέροντας άρχισε να απομακρύνεται γρήγορα από τη γή εις τας ουρανίους μονάς. Καθώς έκανε αυτό, θυμήθηκα ότι δε γνώριζα το όνομά του και έτσι ικέτεψα δυνατά: «Πάτερ πιο είναι το όνομά σου;» Τρυφερά απάντησε: «Σεραφείμ του Σαρώφ».
Ένα μεγάλο κουδούνι χτύπησε πάνω από το κεφάλι μου, άκουσα τον ήχο και σηκώθηκα από το κρεβάτι. « Κύριε, ευλόγησε και βοήθησέ με μέσω των προσευχών του Αγίου Γέροντα! Με φώτισες, τον αμαρτωλό δούλο σου, τον ιερέα της Κροστάνδης.»

Wednesday, December 25, 2013

Περί Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή - Γέροντα Εφραίμ της Αριζόνας ( video )

Troparion of St Athanasios - Το τροπάριο του Αγίου Αθανασίου ( video )

Για την αμαρτία να κλαίς…


«χαίρειν μετὰ χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» (Ρωμ.12.15). Όταν δεις τον αδελφό σου να οδύρεται για τις αμαρτίες του, για τις οποίες τώρα μετανοεί, κλάψε μαζί του και δείξε συμπάθεια. Γιατί έτσι θα μπορέσεις με τα ξένα παθήματα να διορθώσεις το δικό σου. Γιατί αυτός που έχυσε θερμά δάκρυα για την αμαρτία του πλησίον, θρηνώντας για τον αδελφό του, εθεράπευσε τον εαυτό του. «αθυμία κατέσχε με από αμαρτωλών των εγκαταλιμπανόντων τον νόμον σου» (Ψαλμ.118.53).

Για την αμαρτία να κλαίς. Αυτή είναι η αρρώστια της ψυχής, αυτή είναι ο θάνατος της αθάνατης ψυχής, αυτή είναι άξια πένθους και ακατάπαυστων οδυρμών. Μακάρι να χύνονται γι’αυτή πολλά δάκρυα και να μή λείπει ο στεναγμός που ανεβαίνει από τα βάθη της καρδιάς. Έκλαιγε ο απόστολος Παύλος για τους εχθρούς του σταυρού του Χριστού. Ο Ιερεμίας έκλαιγε γι’αυτούς που χάνονταν από το λαό. Αυτός βέβαια επειδή δεν αρκούσαν τα φυσικά δάκρυα, επιζητούσε πηγή δακρύων και τελευταίο σταθμό.
«Και θα καθήσω», λέγει, «και θα κλάψω το λαό αυτό πολλές μέρες, θα κλάψω αυτούς που χάνονται» (Ιερ.9.1). Ένα τέτοιο δάκρυ και ένα τέτοιο πένθος μακαρίζει ο λόγος του Χριστού (Μθ.5.4), και όχι αυτό που χύνεται εύκολα για κάθε λύπη και πολύ εύκολα έρχεται στα μάτια με κάθε αφορμή» (Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου Α’- Βασιλείου Δ. Χαρωνη).
Το ερώτημα λοιπόν που προκύπτει μέσα από το απόσπασμα του μεγάλου αυτού αγίου είναι το εξής: Εμείς κλαίμε και θρηνούμε για τις αμαρτίες του πλησίον (ως πλησίον, ας αναρωτηθεί ο καθένας για τους γύρω του), ή εύκολα κατακρίνουμε και σημειώνουμε τις ενέργειες μιας πράξης ακόμα και του προσώπου εκείνου, που κανονικά θα οφείλαμε να υπερασπιστούμε στη προσευχή μας ενώπιον του Κυρίου; Συναντάμε το πρόσωπο εκείνο με συμπάθεια και συγκατάβαση ή διαλέγουμε τη περιφρόνηση ωσαν να είμαστε εμείς οι δίκαιοι και αλάθητοι στη καθημερινότητα μας;

The Gifts of the Magi


One of the many things that fascinate me about the Orthodox Faith is the treasure of relics and history we have preserved. Many people read the Bible and wonder about the things they’ve read about. Do they still exist? What did they look like? Is there special significance behind the story? But they don’t know where to even begin searching to find the answers to those questions. The gifts of the Magi are one of those things. Everyone, regardless of denomination, is familiar with the three gifts the Wise Men came bearing. What most people don’t know is that those gifts are still intact today and are safeguarded at the Holy Monastery of St. Paul on the Holy Mountain.

Another thing most people don’t realize is those gifts were not given to Christ at His birth. They were given to Him when he was almost two. The Magi followed the star for over two years, which is why we see in the icon below the Virgin and Christ being in a house not the cave where He was born. It is also why Herod gave the decree to kill all male infants two years of age and younger. We read in the book of Matthew 2:10-11,


“When they saw the star, they rejoiced with exceedingly great joy. And when they had come into the house, they saw the young Child (not infant or swaddling babe) with Mary His mother, and fell down and worshiped Him. And when they had opened their treasures, they presented gifts to Him: gold, frankincense, and myrrh.”

Notice that it reads, when they came into the house, not cave, they saw the young Child, not newborn, swaddling babe or even infant, but young Child.

The reason the Magi are depicted in icons of the Nativity is because of their significance to the Birth of Christ. In some articles, including the one below, they are spoken of as ‘at the manger’ but this is not to be taken literally. Again, it is because of the importance of their presence (and presents) to Christ.

{for more interesting facts about what really happened on the night of the Nativity, check out last year’s post: Christmas 101: An Orthodox Christian Understanding

The following article was written by St. Innocent (Borisov) and was recently published in the November-December edition of The Orthodox Heritage. I thought it was a nice explanation of the significance of the gifts and wanted to share it with all of you today.



And when they had opened their treasures they presented unto Him gifts: gold, and frankincense, and myrrh.

Matthew 2:11

† † †





Picture and a close-up of the authentic Gifts of the Magi, at the Holy Monastery of St. Paul, in Holy Mountain

† † †

Not without reason, my brethren, were there three gifts at the manger of Christ; three—no more, no less. Was this a sign of the Most Holy Trinity as the essence of the Godhead? Or, did it symbolize the triune nature of Christ’s future ministry, i.e., prophetic, royal, priestly? Or was it perhaps an expression of the three parts of the nature of man, spirit, soul, and body? We leave it up to your faith and reasoning to consider this question. Here our attention rests upon the gift-bearing magi.

One could say that these pilgrims of the Orient stood before the manger of Christ for all mankind. Their gifts represent symbolically all that we, followers of the Saviour, bring to Him. The gold signifies material gifts; the frankincense, immaterial gifts, gifts of the spirit; and the myrrh represents those gifts that are at once both spiritual and material.

There are, accordingly, persons who bring the Lord gold; there are those who bring frankincense; still others bring myrrh; lastly, some bring several gifts together. Who are these individuals? In examining this question, we shall see how we too, like the magi, can serve our Lord and Saviour.

Who brings the Lord gold?

Gold is brought by those who, for the glory of God and the benefit of their neighbor, offer anything of their labors and possessions. For example, you bring gold to the Lord if you build, renew or adorn God’s temple. Your gift pleases Him, for even though He sits now on the throne of glory, for the sake of our salvation He continues at the same time to appear in the manger as well. This manger is present in church upon the table of oblation, where at every Liturgy He is, as it were, born again so as to offer Himself anew as a sacrifice for our sins. How often He suffers want in this manger. Here, He needs both clothing and shelter, light and warmth. Therefore, if you do anything for the benefit of the church, your offering delights the Lord—as much as did the gift of the magi who brought Him gold.

How much of this gold is brought to the Lord? Oh, if we were to compare what is brought with that which is spent to answer the demands of the passions, for the satisfaction not only of our needs, but of our very whims—or even with that which is patently surrendered for the flesh and the world to consume—then it shall turn out to be the very smallest part… Before us a poor man shakes from bitter cold, hunger, and disease; we either rebuff him harshly or give him a measly pittance, and that same day we are ready to exhaust half our fortune in a senseless game, or to display our munificent squandering at some gaudy spectacle. Such is our gratitude to Him Who, though He was rich, yet for our sakes He became poor, that ye through His poverty might be rich. (II Cor 8:9).

Who brings the Lord frankincense?

These are they who apply their abilities, knowledge, and talents to the glory of God and the benefit of their neighbors; for these are immaterial gifts of greater value than gold or silver. These are gifts which God gives to men, but they also are—and should be made—men’s gifts to God.

This costly frankincense is offered to the Lord by each one who, sparing not himself, serves his neighbor. Frankincense is offered to the Lord by that shepherd of the Church, who faithfully stands alert guarding souls and hearts against the confusions and temptations of the age, who ardently proclaims the ways of the Lord, who guides those who have lost their way, comforts those in despair, instructs all. Frankincense is brought to the Lord by that mother who does not rely upon servants, who does not spend time in idleness and vain amusements, but rather devotes her time and abilities to the rearing of her children in the fear of God, to nurturing in them the habit of self-denial, the spirit of meekness, of prayer, and of love for mankind. Permeating the home, the fragrance of this frankincense is thereafter diffused everywhere by those who received in that home a pious upbringing. Frankincense is brought to the Lord by that artist who does not utilize his talents to pander to human lust in keeping with the spirit of the time, but rather, strives to turn all his creative powers into means of disseminating—with the refined and beautiful—what is true and good. This frankincense envelops many with its heavenly fragrance. And just as there is no-one who does not possess abilities or talents of some kind, neither is there anyone who is unable to bring the Lord frankincense by using his abilities to the glory of God and the true profit of his neighbors.

The third gift to the Lord from the magi was myrrh. This was the last gift and therefore more exalted than gold or even frankincense. What kind of gift is this, and why is it so important? Like frankincense, myrrh exudes a heavenly fragrance, but its distinguishing quality lies in its great bitterness; for this reason it represents our trials and sorrows, our tears and sufferings.

Now it is clear who brings to the Lord the gift of myrrh. They bring it who patiently bear trials in life and suffer blamelessly without giving in to bleak despair, nor fainthearted complaining, nor useless sighing; those who, in enduring their trials, are moved neither to prideful scorn towards others, nor to the desperate stifling in themselves of all human feeling, but to a lively hope in the living God—to the thought that through suffering he or she is cleansed from sins, made perfect in virtue, and, what is even more gladdening, made like unto their Saviour, Who died for them upon the Cross. Such endurance, in the spirit of faith and love, of the tribulations and sorrows of the age is also a gift to the Lord, a gift more precious than gold and of a sweeter savor even than frankincense.

May all those who suffer cruelly hear this, and may they come to fathom the advantage of their condition which is seemingly bitter, but actually not without its sweetness if only they consider their faith and the Cross of Christ. May they hasten to bring their myrrh to the Lord as a gift. Those who are satisfied in this world cannot do this; unacquainted with want, they seem to lack nothing; but they have no myrrh. Many of those who possess frankincense-that is, exceptional talents, also cannot do this; they have no heavy trials to bear, no myrrh.

It is all with you, God’s bloodless passion-bearers; you, who through no guilty act of your own—whether by the lot of your birth or by the perversity of circumstance, by human malice or by our corruptible physical nature—greet virtually every day, and also end it, with sighs; and who, it may be, this very morning greeted Christ’s holy feast day with tears. Those who look upon you disdain your hardship; you yourselves, perhaps, stumble at times beneath the weight of earthly trial. But we, in the name of our Saviour, greet you with the precious likeness of His Cross! Cherish the precious myrrh which you have received as your portion; do not exchange it for frankincense, and even more guard against trading it for mere gold. And do not rob it of its heavenly fragrance by complaint or fainthearted murmuring.

What is the use of complaining? The Lord sees everything without it. Each of your tears counts with Him, each of your sighs knows its weight—and in time you shall receive for all of these a hundredfold. Amen.

† † †

Apolytikion of the Precious Gifts

Three boasted Gifts the Magi, rulers from Persia, gave to You. Gold, frankincense, and myrrh, seeing You as a babe O Christ, and faithfully worshipped You and were sanctified, venerating Your holy treasures. We all receive grace, and offer a hymn to Your Nativity, O Lord.





http://www.orthodoxmom.com/2013/12/24/the-gifts-of-the-magi/

What is Divine worship


Divine Worship is a well-known yet still quite unknown, wonderful, secret world. In the secret corners of this spiritual Paradise planted by the hands our Holy Fathers, one finds whatever is most beautiful, most noble and most godly and begotten of man’s soul growing. Here one finds the heavenly harmony played upon the chords of noble human hearts, secret lyres of the Holy Spirit, for the glory of the Lord.



In the Divine Worship one finds the sprouts of human words, treasures accumulated during his secret dialogue with his Saviour, the “fruit of the lips” offered as “a sweet savour” before the throne of the Lord.

The Church believes that the richness of its worship has within it the dew of the Holy Spirit. Thus a cycle is generated: worshiping the Lord with the liturgical forms handed down to him, man learns how to offer the genuine worship from them; then the fervent yearning is sown in his heart for this genuine worship so that he worships again “in the Holy Spirit”.



Deep down, the worship of the Lord is not a work of man. It is a mystery, which cannot be measured or defined by human standards. Divine Worship is an innermost function of the mystical body of Christ, the Church. It is the overflow of the soul towards the Father which is accomplished through his beloved Son in the Holy Spirit. No one can call God his Father unless the Holy Spirit teaches him how. It is this Spirit who concelebrates and glorifies together with the Church ‘for all days’.





Tuesday, December 24, 2013

Birth of Christ - Γέννηση του Χριστού ( Video )

Δεν κερδίζεις με το άγριο ( Αγιος Πορφύριος )


Ένας φίλος δέχθηκε, όπως μου εκμυστηρεύθηκε, τη σκληρή συμπεριφορά εκ μέρους ανθρώπων αυστηρών αρχών, με αποτέλεσμα να εξουθενωθεί και να παρεξηγηθεί τελείως, ως προς τον χαρακτήρα του. Ο Γέροντας τον ανέπαυσε, διότι έβαλε τα πράγματα στη θέση τους, πραγματοποιώντας πετυχημένη ψυχική ακτινογραφία του. Του είπε: «Είσαι καλός, ευαίσθητος, ήσυχος∙ είσαι πρόβατο του θεού. Αλλά, όταν σε πάρουν με το άγριο, μαζεύεσαι, αντιδράς εσωτερικά, και τότε είναι που σε παρεξηγούν πολύ και δεν σε καταλαβαίνουν. Όταν όμως σε πάρουν με το καλό, φανερώνεις από μέσα σου τέτοια καλά πράγματα, που κάνεις τους άλλους να ξαφνιάζονται. Οι άνθρωποι που σε παρεξήγησαν και σε πλήγωσαν δεν γνωρίζουν ούτε εκείνο τον παλιό μύθο, για τον άνεμο και τον ήλιο, που μάλωναν, ποιος είναι ο δυνατότερος κι έβαλαν στοίχημα, ότι όποιος βγάλει την κάπα του βοσκού, που εκείνη την ώρα ανηφόριζε το βουνό, θα είναι ο πιο δυνατός. Φύσηξε, ξαναφύσηξε ο άνεμος, αλλά ο βοσκός κρύωσε και τυλίχθηκε πιο σφιχτά στην κάπα του. Βγήκε τότε ο ήλιος απ’ τα σύννεφα, σκόρπισε γύρω καλοσύνη και θερμότητα, ζεστάθηκε ο βοσκός κι έβγαλε την κάπα του .Τότε ο ήλιος φώναξε στον άνεμο: «Είδες, ποιος απ’ τους δυο μας είναι ο δυνατότερος;» Και συμπέρανε ο π. Πορφύριος: «Δεν κερδίζεις τον άνθρωπο με το άγριο, αλλά μόνο με την καλοσύνη». [ Γ. 257π]

Αγιος Πορφύριος

Living a spiritual life ( Elder Paisios )


Elder Paisios said: As a person becomes more spiritual, so much fewer rights does he has in this life. It is obligatory to be patient, to accept injustice, to accept evil words from others. A crooked stick (perverted person) who is distant from God has many rights: to strike and shout and act unrighteously. Our rights God keeps for the other life. Out of ignorance however we often seek our rights here. Let us not damage things at all. If they say anything to us, immediately we give them the right. And later we think we trust in God. That is a big joke. Human justice doesn't mean anything to a spiritual person. But it is a great concern for the perverted person.

The elder said: I often see a strange thing that occurs with religious people, reminding one of a vegetable market. There everybody shouts. One says, take oranges; another says take beets, and so forth, each in order to sell their own stuff. Something similar happens with Christians. Some say if you enter this association you'll be saved. If you go there you'll be saved. However, many people are not for here or there but for somewhere else., . A man of God can help. Help but not strangle. Now, let's imagine, I go to some army base to tell them various things about monasticism. I won't tell them lies. I'll tell them as it is. So what happens? Are all to become monks. That way naturally I cause trouble, because perhaps some of them will undertake monasticism and later will suffer and fail. I have to find the pure one to help him choose.

The elder spoke again on the same theme: Someone want to paint icons, has decide to become an icon painter, to make icons which will perform miracles; may it be. Another wants to become a married priest; it is my joy. One wants to be unmarried; let him be unmarried. One wants to be a monk? He should be helped accordingly. All do not fit in one basket. Some set the people to do things contrary to whatever they can do.

The elder said: It is not good for one to change spiritual fathers. Imagine a building which continually changes engineer and builder. It's not likely to turn out right.

The elder said: The spiritual father should be free and act accordingly. He should not follow somebody else's party line. (follow some line placed by others)

Father Paisios said: I don't give prescriptions at a distance. There is no long distance doctor. Only I give prayers.

The elder said: So much higher you throw a thing, with analogous power it will fall down and break in pieces. Often we see someone with a great fantasy of himself, but outwardly he doesn't suffer anything to be humbled. This is dangerous. He has arrived at interior pride and gives grades. May God protect him, he's one with Satan.

They asked the elder if there exist on the Holy Mountain those who have arrive at the love that sees all people as brothers, and he answered: There would have been many. Unfortunately there are few, few souls. We Athonites have suffered a great evil with the Calendar. This will destroy the Holy Mountain. It has destroyed the whole world. It has created the whole situation.

The elder said again: The world now is concerned with all the other matters except itself. I think that if one is concerned with oneself everything will fall in its canonical rhythm. And this we must do. The devil, you see, opens work, gives handiwork to each.

The elder said: When I put myself in order, I put in order a bit of the Church, whenever we can be of one mind. The Holy Spirit is One. Now people make many spirits. I can not understand.

The elder said: A person give flesh to his child. God gives the soul. When the child grows the parents cease to have authority. God gives to each person the guardian angel. He helps him throughout his whole life. Shouldn't we trust ourselves to God?

Someone asked if the elder all the people who came everyday with questions tired him. He answered: I'll tell you. When the discussion is spiritual it doesn't weary. It's bad when people ask altogether unreasonable questions. If they are illiterate and ask such things it will be alright. But there are "smart" people, students, and they ask you what relation the time has with the conscience of the person. In such cases I say, 'Here I have coffee and one or two aspirins. Sit a little and little by little we'll clear up your theme.



Elder Paisios

Following rules ( Elder Paisios )


The elder said: It is not freedom when we say to people that everything is permitted. That is slavery. To improve one must have difficulties. Let's take an example. We have a little tree. We take care of it. We place a stake and tie it with a rope. Naturally we don't tie it with wire because that way we would injure it. With their method they would not constrain the tree; and it doesn't develop properly otherwise. And look at the child. We limit his freedom from the beginning. When he is first conceived the poor thing is limited in his mother's womb and remains there nine whole months. Later he is born and immediately they swaddle him in a blanket, they tie him up, as soon as he begins to grow they set a railing, etc. All of this is necessary for him to grow. It appears to take away freedom, but without these protective measures the child will die in the first moment. The elder said: Freedom is good when the person can use it appropriately. Otherwise it is a disaster 



Elder Paisios




Confessing your sins - Εξομολογειτε τις αμαρτίες σας ( video )

Monday, December 23, 2013

Πώς να είμαστε προσεκτικοί σχετικά με το τι λέμε



Ανάγκη μεγάλη είναι να κυβερνά κάποιος όπως πρέπει την γλώσσα του και να την χαλιναγωγή. Γιατί, κάθε ένας κλίνει πολύ στο να την αφήνη να τρέχη και να ομιλή για εκείνα που δίνουν ευχαρίστησι στις αισθήσεις μας η πολυλογία, τις περισσότερες φορές, προέρχεται από την υπερηφάνεια, από την οποία, φανταζόμενοι εμείς πως γνωρίζουμε πολλά, και ικανοποιώντας τη γνώμη μας, πιεζόμαστε με πολλές επαναλήψεις των λόγων μας, να τυπώσουε την γνώμη μας αυτή στις καρδιές των άλλων, για να τους κάνουμε τον δάσκαλο, σαν να έχουν ανάγκη να μάθουν από μας και μάλιστα την ίδια υπερηφάνεια δείχνουμε όταν τους διδάσκουμε χωρίς αυτοί να μας ρωτήσουν πρώτα.

Τα κακά που γεννιούνται από την πολυλογία, δεν είναι δυνατό να τα περιγράψουμε με λίγα λόγια η πολυλογία είναι μητέρα της ακηδίας υπόθεσις άγνοιας και ανοησίας πόρτα της καταλαλιάς, υπηρέτης των ψεμμάτων και ψυχρότητα της ευλαβούς θερμότητας τα πολλά λόγια δυναμώνουν τα πάθη και από αυτά κινείται μετά από αυτά η γλώσσα με περισσότερη ευκολία στην αδιάκριτη συζήτησι.

Γι αυτό και ο Απόστολος Ιάκωβος, θέλοντας να φανερώση πόσο δύσκολο είναι το να μην αμαρτάνη κάποιος στα λόγια που λέει, είπε ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό των τελείων ανδρών «Αν κάποιος δεν κάνη σφάλματα με τα λόγια, αυτός είναι τέλειος άνθρωπος, ικανός να χαλιναγωγήση όλο του τον εαυτό» (3).

Γιατί, αφού η γλώσσα αρχίσει μία φορά να μιλάει, τρέχει σαν αχαλίνωτο άλογο, και δεν μιλάει μόνο τα καλά και αυτά που πρέπει, αλλά και τα κακά γι αυτό και ονομάζεται αυτή από τον ίδιο τον Απόστολο, «μεστή από κακό, γεμάτη από δηλητήριο θανατηφόρο». Όπως σύμφωνα και ο Σολομώντας είπε, ότι από την πολυλογία δεν θα αποφύγης την αμαρτία «εκ πολυλογίας ουκ εκφεύξη αμαρτίαν» (Παρ. 10,20). Και για να μιλήσουμε γενικά, όποιος μιλάει πολύ, δείχνει ότι είναι ανόητος «ο άφρων πληθύνει λόγους» (Εκκλ. 10,14).





Γιά τον Θεό, να μιλάς με όλη σου την όρεξι και μάλιστα για την αγάπη και την αγαθότητά του. Αλλά με φόβο, σκεπτόμενος, ότι μπορείς να κάνης λάθος ακόμη και σε αυτό. Οπότε, καλύτερα αγάπα να προσέχης, όταν άλλοι μιλούν σχετικά με αυτά, φυλάττοντας τους λόγους τους στα εσωτερικά της καρδιάς σου.

Γιά τα άλλα που μιλάνε, μόνο ο ήχος της φωνής ας ενοχλή την ακοή σου"αλλά ο νους σου, ας στέκεται ανυψωμένος στο Θεό.

Αλλά και όταν ακόμη είναι ανάγκη να ακούσης εκείνον, που μιλάει για να καταλάβης και να του απαντήσης, και τότε μην παραλείψης ανάμεσα να υψώσης κάποιο με το λογισμό στον ουρανό, που κατοικεί ο Θεός σου και σκέψου το ύψος του και Πως αυτός βλέπει πάντα την μηδαμινότητά σου, εξέταζε καλά εκείνα, που έρχονται στην καρδιά σου για να πής, πριν να περάσουν στη γλώσσα και θα βρής πολλά, που είναι καλύτερα να μην βγούν από το στόμα σου αλλά ακόμη γνώριζε, ότι και από εκείνα, που σκέφτεσαι ότι είναι καλά να πής, είναι πολύ καλύτερο να τα θάψης στη σιωπή και θα το γνωρίσης, αφού περάση εκείνη η συνομιλία.

Η σιωπή, είναι μία μεγάλη ενδυνάμωσις του Αοράτου Πολέμου και μία σίγουρη ελπίδα της νίκης η σιωπή, είναι πολύ αγαπημένη από εκείνον, που δεν εμπιστεύεται τον εαυτό του, αλλά ελπίζει στο Θεό είναι φύλακας της ιεράς προσευχής και θαυμαστή βοήθεια στην εκγύμνασι των αρετών και ακόμη είναι σημείο φρονιμάδας.

Γιατί, αν και άλλος δεν μιλάη, το κάνει γιατί δεν έχει λόγο να πή «Εστί σιωπών, ου γαρ έχει απόκρισιν» (Σειράχ κεφ. 5) και άλλος, διότι φυλάττει τον κατάλληλο καιρό για να μιλήση «Και έστι σιωπών, ειδώς καιρόν» (αυτόθι). Και άλλος για άλλες αιτίες γενικά όμως και ολοκληρωτικά, όποιος δεν μιλάει, δείχνει Πως είναι φρόνιμος και σοφός «εστί σιωπών και αυτός φρόνιμος» (Σειρ. 14,27). «Ένας σιωπαίνει και αποδεικνύεται σοφός» (Σειρ. 20,4).

Γιά να συνηθίσης να σιωπάς, σκέψου πολλές φορές τις ζημιές και τους κινδύνους της πολυλογίας και τα μεγάλα καλά της σιωπής και αυτούς τους τρεις τρόπους, που είπα στα προηγούμενα τρία κεφάλαια, δηλαδή το να ανεβαίνη κάποιος από τα αισθητά στη θεωρία του Θεού, στη θεωρία του σαρκωθέντος Λόγου και στο στολισμό των ηθών, μπορούν να μεταχειρίζονται εκείνοι, που έχουν γνώσι, διάκρισι και δύναμι στο λογισμό, για να διορθώνουν τις αισθήσεις τους με αυτούς.

Όσοι όμως δεν έχουν αυτή την γνώσι και την δύναμι, αυτοί με άλλον τρόπο μπορούν να διορθώνουν τις αισθήσεις τους δηλαδή, με όλη τους την δύναμι να απέχουν από όλα εκείνα τα αισθητά, που μπορούν να βλάπτουν την ψυχή τους.



Και λοιπόν, εσύ αδελφέ μου, α΄ μεν, πρέπει να φυλάττης με μεγάλη προσοχή τους κακούς και γρήγορους κλέφτες που έχεις, δηλαδή, τα μάτια σου, και να μην τα αφήνης να τεντώνονται και να βλέπουν με περιέργεια τα πρόσωπα των γυναικών, τόσο τα όμορφα, όσο και τα άσχημα ή τα πρόσωπα των ανδρών και μάλιστα των νέων και αγένειων ή να βλέπουν την ξεγύμνωσι όχι μόνο των ξένων σωμάτων, αλλά και αυτού του ιδίου σου σώματος. Γιατί από αυτήν την περιέργεια και το εμπαθή κοίταγμα, η καρδιά συλλαμβάνει την ηδονή και την επιθυμία της πορνείας και της παιδεραστίας.

Καθώς είπε ο Κύριος. «Όποιος βλέπει γυναίκα με επιθυμία πονηρή, έχει κιόλας μέσα του διαπράξει την μοιχεία με αυτήν» (Ματθ. 5,38). Και κάποιος σοφός είπε «εκ του οράν, τίκτεται το εράν» . Γι αυτό και ο Σολομώντας παραγγέλνει, να μη πιαστούμε από τα μάτια μας, μήτε να νικηθούμε από επιθυμία ωραιότητας «υιε, μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μητέ αγρευθής σοίς οφθαλμοίς» (Παρ. 6,25).

Εκτός από αυτά, φυλάξου να μη βλέπης περίεργα τα όμορφα φαγητά και ποτά, ενθυμούμενος την πρώτη μητέρα του γένους μας Εύα η οποία, για να δη τον απαγορευμένο καρπό του εμποδισμένου ξύλου στον Παράδεισο, τον επιθύμησε, τον πήρε, τον έφαγε και έτσι πέθανε ούτε να βλέπης με ευχαρίστησι τα όμορφα ρούχα ή τον χρυσό και το αργύριο ή τις λαμπρές δόξες του κόσμου, για να μη περάση από τα μάτια σου μέσα στη ψυχήν σου το πάθος της φιλοδοξίας και φιλαργυρίας. «Απόστρεψαν γαρ, φησι, τους οφθαλμούς μου, του μη ιδείν ματαιότητα» (Ψαλμ. 118.) και για να μιλήσω γενικά, φυλάξου να μη βλέπης χορούς, παιχνίδια, τραπέζια, ξεφαντώματα, μαλώματα, παλαίσματα, τρεχάματα και όλα τα άλλα άτακτα και άσεμνα πράγματα, που αγαπά ο ηλίθιος κόσμος και έχει απαγορευμένα ο νόμος του Θεού αλλά απόφευγε και κλείσε τα μάτια σου από αυτά, για να μη γεμίσης την καρδιά και την φαντασία σου από άσχημες εικόνες και πάθη, και ξεσηκώσης ταραχή και νέο πόλεμο εναντίον σου, αφήνοντας τον αγώνα, που έχεις να αγωνίζεσαι εναντίον των παλαιών σου παθών. Αγάπα όμως να βλέπης τις Εκκλησίες, τις αγίες εικόνες, τα ιερά βιβλία, τα κοιμητήρια, τους τάφους και όσα άλλα είναι σεμνά και άγια, των οποίων η θεωρία σε ωφελεί.

Α΄. Πρέπει να προφυλάττης τα αυτιά σου. Πρώτα για να μην ακούς τα αισχρά και ερωτικά λόγια, τα τραγούδια και τα μουσικά όργανα, από τα οποία γλυκαίνεται η ψυχή σου και η καρδιά σου ανάβει από την σαρκική επιθυμία. Γιατί είναι γραμμένο «απομάκρυνε από μένα τα επονείδιστα λόγια» (Παρ. κζ΄ 11).

Κατά δεύτερο λόγο, για να μην ακούς τα αστεία και τα γελωτοποιά λόγια, τα οποία μάλιστα είναι φαντασιώσεις και τα κάθε είδους και διάφορα του κόσμου ψέμματα, νοστιμευόμενος και γλυκαινόμενος από αυτά. Επειδή δεν είναι σωστό στο χριστιανό να ακούη με ευχαρίστησι αυτά, αλλά εκείνων των διεφθαρμένων ανθρώπων, σχετικά με τους οποίους είπε ο Παύλος, ότι, «θα κλείσουν τα αυτιά τους στην αλήθεια και θα στραφούν στα παραμύθια» (Β΄. Τιμοθ. δ 4.)

Τρίτο, για να μην ακούς με ευχαρίστησι τις κατακρίσεις και πολυλογίες που οι άλλοι κάνουν εναντίον του πλησίον αλλά ή να τις εμποδίζεις, αν μπορείς ή να μην κάθεσαι να τις ακούς. Επειδή ο μέγας Βασίλειος θεωρεί άξιους αφορισμού, τόσο εκείνους που πολυλογούν, όσο και εκείνους που στέκονται και ακούν τις συκοφαντίες"«Αν βρεθή κάποιος να καταλαλή άλλον ή αν ακούη να καταλαλούν και δεν τους επιτιμά ...; μαζί με αυτόν να αφορίζεται» .

Τέταρτο, φυλάξου να μη γλυκαίνεσαι και ακούς τα περιττά και μάταια λόγια και τις φλυαρίες, στις οποίες καταπιάνεται ο περισσότερος κόσμος"γιατί, είναι γραμμένο «δεν θα ακούσης λόγο μάταιο» (Έξοδ. 23,1). Και ο Σολομώντας είπε"«μάταιο λόγο κάντον μακρυά μου» (Παρ. 30,8). Και ο Κύριος είπε «Γιά κάθε μάταιο λόγο που θα πούν οι άνθρωποι, θα λογοδοτήσουν την ημέρα της κρίσεως» (Ματθ. 12,36).



Και για να πούμε σύντομα, φυλάξου να μην ακούς όλα εκείνα τα λόγια και ακούσματα, που μπορούν να βλάψουν την ψυχή σου"αυτά κυρίως είναι οι κολακείες των κολάκων και οι έπαινοι, σχετικά για τους οποίους είπε ο Ησαΐας «λαός μου, αυτοί που σάς καλοτυχίζουν, σάς κοροϊδεύουν» (3,11). Αγάπησε δε να ακούς τα θεία λόγια, τις ιερές μελωδίες και ψαλμωδίες, και όλα όσα είναι σεμνά, άγια, σοφά και ψυχωφελή"και μάλιστα αγάπα να ακούς τις ατιμίες και τις βρισιές που σου κάνουν οι άλλοι.

Ε΄. Φύλαξε την όσφρησί σου από τα μυρωδικά, τους μόσχους και άλλα ευωδιαστά αρώματα, τα οποία δεν πρέπει ούτε πάνω σου να τα βάζης ή να τα αλείφης, ούτε με υπερβολή να μυρίζεσαι. Επειδή αυτά, όλα είναι χαρακτηριστικό των ασέμνων γυναικών, και όχι των φρονίμων ανδρών, και κοιμίζουν την γενναιότητα της ψυχής, και την σπρώχνουν σε πορνικά πάθη και επιθυμίες και κάνουν να έρχωνται σε αυτούς που τα μεταχειρίζονται, οι προφητικές εκείνες κατάρες, που λένε «Και αντί της ευχάριστης ευωδίας, θα υπάρχη μούχλα» (Ησ. 3,23), «Και αλοίομονο σε όσους αλείφονται με τα καλύτερα αρώματα» (Άμ. 6,6).

ΣΤ΄. Φύλαξε την γεύσι και την κοιλιά σου, για να μην υποδουλώνεται σε παχυντικά και ευχάριστα και πολυποίκιλα φαγητά, και νόστιμα και ευώδη ποτά. Γιατί, τα τρυφερά αυτά τραπέζια, πριν να τα αποκτήσης, θα σε κάνουν να πέσης σε κλεψιές, ψέματα, κολακείες, και άλλα χίλια υπηρετικά πάθη και κακά"αφού όμως τα αποκτήσης, θα σε γκρεμίσουν στους λάκκους των σαρκικών ηδονών και κτηνόμορφων επιθυμιών, όσες πραγματοποιούνται κάτω από την κοιλιά"και θα φέρουν εναντίον σου τις προφητικές εκείνες κατάρες του Αμώς"«Αλοίμονο εσείς που τρώτε τρυφερά αρνάκια και καλοθρεμένα μοσχαράκια από τα κοπάδια ...;.» (6,4).

Ζ΄. Πρέπει να φυλάγεσαι, να μην πιάνης με το χέρι όχι μόνο ξένο σώμα γυναίκας, άνδρα ή γέροντα, το ίδιο και νεώτερου, αλλά ούτε το δικό σου σώμα και μάλιστα τα απόκρυφα σημεία σου, χωρίς να υπάρχη ανάγκη. Γιατί, όσο άκομψη είναι αυτή η αίσθησις της αφής, τόσο αισθητική και ζωντανή είναι και παρακινεί τα πάθη της σάρκας, και γκρεμίζει τον άνθρωπο ως αυτή την πράξι της αμαρτίας.

Και όλες μεν οι άλλες αισθήσεις, υπηρετούν την αφή, και κατά κάποιο τρόπο, από μακριά εργάζονται την αμαρτία. Αλλά όταν κάποιος φθάση στην αφή, δηλαδή φτάνη και πιάνη, δύσκολα πια μπορεί να κρατηθή και να μην διαπράξη την αμαρτία.

Στην αίσθησι της αφής, αναφέρεται και ο στολισμός της κεφαλής και του σώματος και των ποδιών. Οπότε, φυλάξου να μη στολίζης το σώμα σου με μαλακά και διάφορα και λαμπρά ρούχα ή με πολυέξοδα καλύμματα της κεφαλής ή με πολύτιμα παπούτσια, γιατί αυτά αρμόζουν στις γυναίκες και στους άνδρες δεν ταιριάζουν, αλλά μόνο να φοράς σεμνά και ταπεινά και όσα είναι αναγκαία και χρειάζονται, στο κρύο του χειμώνα και στον καύσωνα του καλοκαιριού για την συντήρησι του σώματος, για να μην ακούσης και συ εκείνο, που άκουσε ο πλούσιος που ντύθηκε την βασιλική και μεταξωτή ενδυμασία, δηλαδή, το"«Απέλαβες τα αγαθά σου εν τη ζωή σου» (Λουκ. 16,25) και έλθη πάνω σου η κατάρα που λέγει ο Ιεζεκιήλ"«Θα βγάλουν τους μανδύες τους και θα πετάξουν από πάνω τους τα χρυσοκέντητα ρούχα τους» (26,16).

Στην αφή αναφέρονται ακόμη και οι άλλες ανέσεις του σώματος"όπως είναι, το φτιάξιμο των μαλλιών και το συχνό πλύσιμο των γενιών, τα λαμπρά και πολύτιμα σπίτια, τα πολυέξοδα και μαλακά στρώματα και καθίσματα. Από αυτά όλα να φυλάγεσαι, ως βλαβερά της συνέσεώς σου και υπεύθυνα της πορνείας και των σαρκικών παθών, για να μην κληρονομήσης το ουαί του Αμώς, που λέγει"«Αλοίμονο σε σάς που ξαπλώνετε σε ανάκλιντρα στολισμένα με ελεφαντόδοντο» (6,4).

Αυτά που σου είπα ως τώρα, είναι η γη, την οποία κατεδικάστηκε να τρώη το νοητό φίδι ο διάβολος. Αυτά είναι, η ύλη και η τροφή, με την οποία τρέφονται όλα τα πάθη της σάρκας. Και λοιπόν, εάν εσύ δεν τα καταφρονήσης, ως δήθεν μικρά, αλλά πολεμήσης γενναία και δεν τα αφήσης να μπούν μέσα από τις αισθήσεις στην ψυχή και την καρδιά σου, σε πληροφορώ, ότι αλήθεια, εύκολα θα εξαφανίσης με την ατροφία τον διάβολο και τα πάθη και σε λίγο καιρό θα φανής νικητής άριστος σε αυτόν τον Αόρατο Πόλεμο.

Γιατί είναι γραμμένο στον Ιώβ, ότι ο μυρμηκολέοντας (δηλαδή ο διάβολος) εξαφανίστηκε και χάθηκε μη έχοντας να φάη τροφή, «Μυρμηκολέων ώλετο, παρά το μη έχειν βοράν» (δ 11) .

Η προσβολές κατά την ώρα του θανάτου

   

Τέσσερις είναι οι κυριώτερες προσβολές και πιο επικίνδυνες με τις οποίες συνηθίζουν να μας πολεμούν οι εχθροί μας δαίμονες κατά την ώρα του θανάτου. Ο πόλεμος που μας κάνουν εναντίον της πίστεως, η απόγνωσις, η κενοδοξία και τα διάφορα φαντάσματα και οι μεταμορφώσεις των δαιμόνων σε Αγγέλους φωτός.

Όσο για την πρώτη προσβολή σου λέγω ότι αν αρχίση ο εχθρός να σε πολεμά με τα ψεύτικα επιχειρήματά του βάζοντας στο νού λογισμούς απιστίας, φύγε αμέσως από το νού σου στη θέλησί σου λέγοντας: «Πήγαινε πίσω μου Σατανά, πατέρα του ψεύδους, διότι εγώ δεν θέλω καθόλου να σε ακούσω, διότι μου είναι αρκετό να πιστεύω εκείνο που πιστεύει η αγία μου εκκλησία».

Και μην αφήσης καθόλου τόπο στην καρδιά σου στους λογισμούς της απιστίας, όπως αναφέρεται: «Εάν Πνεύμα του εξουσιάζοντος, δηλαδή του εχθρού, σου επιτεθή, μην μετακινηθής από την θέσι σου» (Εκκλ. 10,4). Αυτούς τους λογισμούς να τους θεωρής ως κινήσεις του διαβόλου που προσπαθεί την ώρα εκείνη να σε σκανδαλίση. Κι αν δεν μπορής να στηρίξης το νού σου, στάσου με ανδρεία και μένε σταθερός με την θέλησί σου για να μην πέσης σε κανένα λογισμό ή και σε κανένα ρητό της Αγίας Γραφής, το οποίο θα σου προσφέρη ο εχθρός. Γιατί, όσα ρητά της Αγίας Γραφής κι αν σου θυμίση την ώρα εκείνη, είναι ακρωτηριασμένα (ελλιπή), προσφέρονται με κακό σκοπό, άσχημα εξηγημένα κι αν ακόμη φαίνωνται καθαρά, καλά και φανερά.

Κι αν ο πονηρός όφις σε ρωτήση και σου πή με τον λογισμό τι πιστεύει η εκκλησία, καταφρόνησέ τον εντελώς και μην του αποκριθής. Αλλά βλέποντας το ψεύδος και την πονηριά του και ότι προσπαθεί να σε πιάση με τα λόγια, πίστευε χωρίς καμμία αμφιβολία με όλη σου την καρδιά.

Σε περίπτωσι πάλι που είσαι δυνατός στην πίστι και έχεις δυνατό λογισμό και θέλεις να κάνης τον εχθρό να καταντροπιασθή, απάντησέ του ότι η αγία μου εκκλησία πιστεύει στην αλήθεια. Κι αν σου πή ποιά είναι αυτή η αλήθεια, να του απαντήσης: εκείνο που πιστεύει αυτή.

Πάνω από όλα κράτα την καρδιά σου πάντοτε σταθερή και προσεκτική και στραμμένη προς τον Εσταυρωμένο λέγοντας: «Θεέ μου, Ποιητά μου και Λυτρωτά μου, βοήθησέ με γρήγορα και μην παραχωρήσης να πέσω ποτέ από την αλήθεια της αγίας σου πίστεως.

Αλλά ευδόκησε, όπως με την χάρι σου γεννήθηκα στην αλήθεια αυτή, έτσι να τελειώσω και την θνητή μου ζωή σ αυτήν προς δόξαν του ονόματός σου».


Αόρατος πόλεμος

Prayer without pain ( Elder Paisios )


First of all, Elder Paisios tells us that, for love to blossom in the heart, we must pray with pain of heart. Once he was asked, "We pray, Elder, and our thoughts go here and there. Why?"

"Because it is prayer without pain!" replied the Elder. "To pray with the heart, we must hurt. Just as when we hit our hand or some other part of our body, our mind (nous) ("Nous: the highest faculty or power of the human soul, called by the Holy Fathers "the eye of the soul," St. John Damascene, and "the spiritual nature of man," St. Isaac the Syrian) is gathered to the point we are hurting, so also for the mind to gather in the heart, the heart must hurt."

The Elder was then asked, "How can we preserve ourselves in this state when we don’t have some problem, some pain?"

He replied, "We should make the other’s pain our own!! We must love the other, must hurt for him, so that we can pray for him. We must come out little by little from our own self and begin to love, to hurt for other people as well, for our family first then for the large family of Adam, of God" (Athanasios Rakovalis, Talks with Father Paisios (Thessalonica, Greece: Orthodox Kypseli, 2000), pp. 123-24).

At another time the Elder said, "The more one hurts, the more divine consolation one receives, because otherwise it is not possible to stand the pain... God especially consoles those who hurt for others" (Ibid.,p. 124).

To his spiritual children the Elder wrote: "To some people your love will be expressed with joy and to others it will be expressed with your pain. You will consider everyone your brother or your sister, for we are all children of Eve (of the large family of Adam, of God). Then, in your prayer you will say: ‘My God, help those first who are in greater need, whether they are alive or reposed brothers in the Lord.’ At that point, you will share your heart with the whole world and you will have nothing but immense love, which is Christ" (Elder Paisios of Mount Athos, Epistles, p. 50).

Acquiring Humility ( Elder Paisios )


The elder said: Humility is acquired after struggles. When you know yourself you acquire humility, which become a (permanent) condition. Otherwise one can become humble for a moment, but your thought will say to you that you are something although in reality you're nothing. and you'll be deluded like that to the moment of death. If death finds you with the thought that you are nothing, then God will speak. If however your thought says at the hour of death that you are something and you don't understand it, all your effort goes to waste.


Elder Paisios

Losing the Lord's grace ( Elder Siluan )


The Lord called on a sinful soul to repent, and it turned to Him. Then He mercifully accepted it and revealed Himself to it because He is merciful, humble and meek. In His infinite mercy He did not mention the soul’s sins, and the soul loved Him without end, and was drawn to Him like a caged bird to a green wood.

Suddenly the soul loses the Lord’s grace and wonders how it insulted the Lord. "I will ask for forgiveness, and perhaps He will once again give me His grace, for my soul wishes for nothing else in this world except the Lord," thinks a person, for the love of the Lord is so warming, that if a soul should taste it — it would desire nothing else; and if it should lose it, or if grace should dissipate, then what prayers would a soul not utter in order to return the Lord’s grace to it?

When a soul lives in the Holy Spirit, then it is joyful and does not pine for the heavens, because it feels the Kingdom of God within itself: the Lord has come and abides within it. But when it loses grace, then it begins to pine for heaven and tearfully seeks out the Lord.

Whoever has not felt grace cannot know what it is to desire it. Most people have become attached to the worldly, and they cannot understand that nothing worldly could ever take the place of the Holy Spirit. The Lord takes His grace from the soul and in this manner mercifully and wisely teaches it to be humble, for it was for the soul that He spread His arms on the Cross with such great suffering. He gives the soul the ability to struggle against our enemies, but the soul by itself is powerless to achieve victory; for this reason it is said, "Ask, and ye shall receive." And if we do not ask, then we but torment and rob ourselves of the grace of the Holy Spirit, without which the soul remains confused, because it cannot see the will of God.

Here is the shortest and easiest path to salvation: Be obedient and temperate, do not judge and keep your mind and heart free of evil thoughts; believe instead that all people are kind and that God loves them. For these humble thoughts the grace of the Holy Spirit will live within you, and you will say, "God is merciful."

It brings the Lord joy to see a humbly penitent soul, and He brings the grace of the Holy Spirit to it. I know how one novice received the Holy Spirit after only a half-year in a monastery; others received the Holy Spirit after ten years; and yet others live for forty and more years before they experience grace. But none of them could retain grace, because we are not humble.

Saint Serafim was 27 years old, when he saw the Lord, and his soul loved God so, that the sweetness of the Holy Spirit changed him entirely. But when he later went to a deserted area and saw that he no longer carried that grace, he stood for three years on a rock and cried, "Lord have mercy on me, a sinner."

Blessed is he who does not lose the grace of God, but rises from strength to strength. I have lost grace, but the Lord has felt great pity for me and allowed me to taste an even greater one in His mercy. Brothers, with all your strength, humble your souls, so that the Lord will love them and bestow His mercy upon them. But we cannot hope for mercy if we do not love our enemies.


Elder Siluan

Accepting the Light of Christ ( St. Seraphim of Sarov )


In order to accept and perceive the light of Christ in one’s heart, it is necessary to divert oneself from the external as much as possible. First, by cleansing the soul with penitence and good deeds with true faith in the Crucified; then, by closing the physical eyes, it is necessary to immerse the mind in the heart and appeal to the name of our Lord Jesus Christ continually. Then, by measure of our zealousness and fervor of spirit for the Beloved (Lk. 3:22), a person with the calling of this name finds delight, which arouses a thirst toward greater enlightenment.

When a person internally contemplates the eternal light, his mind becomes clean and free of any sensory notions. Then, by being completely immersed in the contemplation of uncreated beauty, he forgets everything sensory, does not want to see even himself, but desires to hide in the heart of the earth, if only not to be deprived of this true good — God.



St. Seraphim of Sarov
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...