Wednesday, November 27, 2013

ΓΕΡΩΝ ΙΩΣΗΦ Ο ΗΣΥΧΑΣΤΗΣ. ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΣ ΗΤΑΝ ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΤΑΓΜΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ




Ὁ ὁσιότατος γέροντας Ἰωσήφ, κατὰ κόσμον Φραγκίσκος Κοτῆς, γεννήθηκε στὸ χωριὸ Λεῦκες, στὸ νησὶ τῆς Πάρου τὸ 1898. Οἱ γονεῖς του Γεώργιος καὶ Μαρία ἦσαν ἄνθρωποι ἁπλοϊκοὶ ἀλλὰ θεοσεβεῖς καὶ μὲ πολλὴ εὐλάβεια. Καὶ ὅπως φαίνεται ἦταν προορισμένος ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του νὰ γίνει ὄχι μόνον μαθητής, μοναχός, τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ στρατηγός Του. Ποὺ θὰ ἔμπαινε πρῶτος στὴ μάχη κατὰ τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ καὶ διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς, διάδοχος τῆς νηπτικῆς παραδόσεως καὶ πατέρας χιλιάδων τέκνων.

Τὸ ὅτι ἦτο ἐκ κοιλίας μητρὸς προορισμένος γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο ἔργο, μᾶς τὸ διηγεῖται ἡ ἴδια ἡ μητέρα του μὲ ἕνα ἀποκαλυπτικὸ ὅραμα.«Ὅταν γέννησα τὸν μικρὸν Φραγκίσκον», λέγει, «καὶ ἤμουν ἀκόμα στὸ κρεβάτι ἀσαράντιστη μὲ τὸ μωρὸ δίπλα μου φασκιωμένο, εἶδα νὰ ἀνοίγει ἡ στέγη τοῦ σπιτιοῦ μας καὶ νὰ κατεβαίνει ἀνάλαφρα ἕνας ὁλόλαμπρος ἄγγελος Κυρίου, ἱεροπρεπὴς καὶ ὁλοφώτεινος, καὶ ἦταν τόση μεγάλη ἡ λάμψις του, ποὺ μόλις μποροῦσα μετὰ βίας νὰ τὸν ἀντικρύσω. Κατέβηκε λοιπὸν ὁ ἄγγελος καὶ στάθηκε δίπλα ἀπὸ τὸ μωρό. Ἄρχισε νὰ τὸ ξεσκεπάζει μὲ σκοπό, ὅπως φάνηκε γιὰ νὰ τὸ πάρει. Ἀμέσως διαμαρτυρήθηκα μὲ ἀγωνία λέγοντας,- Τί πᾶς νὰ κάνεις ἐκεῖ, θὰ μοῦ πάρεις τὸ μωρό;- Τὸν ἔχουμε γραμμένο ἐδῶ! μοῦ ἀπαντᾶ καὶ μοῦ δείχνει ἕναν κατάλογο μὲ ὀνόματα μοναχῶν. Εἶναι γραμμένος στὸ τάγμα τῶν ἀγγέλων.Κατάλαβα, ἠρέμησα καὶ γαλήνεψε ἡ ψυχή μου. Πῆρε τὸ μωρό, τὸν μικρὸ Φραγκίσκο, καὶ στὴ θέση του ἄφησε ἕνα πολύτιμο κόσμημα σὲ σχῆμα Σταυροῦ. Μετὰ συνῆλθα καὶ ὅλα ἦσαν κανονικά.Ἀπὸ τότε πίστευω», κατέληξε ἡ μητέρα του, ὅτι τὸ παιδί μου αὐτὸ μία μέρα θὰ ἐγίνετο μοναχός, καὶ μάλιστα βεβαιώθηκα ὅταν μοῦ χάρισαν ἕνα χρυσάκτινο Σταυρό.Κατὰ λέξη αὐτὰ ἀπὸ τὴ μητέρα του.Τὸν ὁσιότατο γέροντα Ἰωσὴφ τὸν γέννησε τὸ νησὶ τῆς Πάρου, ἀλλὰ τὸν ἀναγέννησε τὸ Ἅγιον Ὄρος.




Τὸν μεταμόρφωσε, τὸν δόξασε, τὸν θέωσε, ὕστερα ἀπὸ μία φοβερὴ μαρτυρικὴ ἀσκητικὴ πορεία καθάρσεως ἀπὸ τὰ ψεκτὰ πάθη. Καὶ παρόλο ποὺ ἦτο ἁγνὸς καὶ ἀμόλυντος, ὅπως ἐξῆλθε, ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὴν κολυμβήθρα τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἐν τούτοις βασανίστηκε ἀπ’ τὸν πόλεμο τῆς σαρκός, μὲ τέτοια μανία καὶ λύσσα ἀπὸ τὸν διάβολο, ποὺ κανένα ἀνθρώπινο χέρι καὶ καμιὰ ἀνθρώπινη γλώσσα δὲν μπορεῖ νὰ περιγράψει.Ὁ ὁσιότατος γέροντας, ὁ τότε Φραγκίσκος, παρέμεινε μέχρι τῆς ἐφηβικῆς του ἡλικίας κοντὰ στὴν οἰκογένειά του, καὶ τὴν βοηθοῦσε ποικιλοτρόπως. Στὰ δεκαοκτώ του ὅμως χρόνια φεύγει ἀπ’ τὴν Πάρο καὶ ἔρχεται στὸν Πειραιᾶ, καὶ γίνεται ἐργάτης στὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου μέχρι τῆς στρατεύσεώς του στὸ Πολεμικὸ Ναυτικό.Ὅταν ἀποστρατεύτηκε ἀσχολήθηκε μὲ τὸ ἐμπόριον μὲ κέντρο τὴν Ἀθήνα ὡς μικροπωλητής. Ἔτσι περιερχόταν στὶς διάφορες ἐμποροπανηγύρεις γιὰ νὰ πωλεῖ τὴν πραμάτειά του μὲ ἀπόλυτη δικαιοσύνη.Κάποτε βρέθηκε καὶ στὸ πανηγύρι τῆς Παναγίας τῆς Τήνου ἀλλὰ παρέμεινε ἄπραγος. Πώληση σχεδὸν μηδενική. Καὶ τότε ξεπήδησε ἕνα μικρὸ παράπονο.- Δὲν μὲ λυπᾶσαι Θεέ μου;Τὸ βράδυ ὅμως στὸν ὕπνο του βλέπει κάποιον ὑπερφυῶς λάμποντα καὶ ἀπαστράπτοντα νὰ τὸν ἐρωτᾶ.- Ποιὸς εἶμαι Φραγκίσκε;- Δὲ σὲ γνωρίζω Κύριε …- Πῶς δὲ μὲ γνωρίζεις, ἀφοῦ γιὰ μένα μέρα νύχτα φλογίζεται ἀπὸ ἀγάπη ἡ καρδιά σου; Ἐγὼ εἶμαι ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου. Τὸ φῶς καὶ ἡ ζωή. Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς δὲν θέλω νὰ ἐμπορεύεσαι ἐδῶ τὰ γήινα καὶ τὰ ψεύτικα, ἀλλὰ νὰ ἐμπορεύεσαι ψυχές.

Θὰ πᾶς ἐκεῖ ὅπου δὲ βγαίνουν ὅσοι δὲν θέλω ἐγώ, ἀπὸ κεῖνον τὸ στρατό.Ξύπνησε γεμάτος χαρά, εὐτυχία, καὶ πολὺ ἀνάλαφρος. Ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες πῆγε στὸν Πνευματικό του καὶ τοῦ διηγήθηκε ὅσα εἶδε καὶ ἀπήλαυσε στὸν ὕπνο του, καὶ πῶς τὸ Θεϊκὸ Φῶς φώτισε τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά του, καὶ μὲ ποιὸ παράδοξο τρόπο ξεδιάλυνε ἀπὸ τότε νοήματα καὶ λογισμούς. Καὶ ὁ διακριτικὸς πνευματικὸς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς τοῦ λέγει ἀμέσως- Εἶσαι γιὰ τὸ Ἅγιον Ὅρος.- Καὶ τὴν οἰκογένειά μου στὴν Πάρο μὲ τὶς τόσες ὑποχρεώσεις;- Ἄφησέ τους. Αὐτοὶ ξεφτούρησαν. Ἔβγαλαν δηλαδὴ φτερά. Μποροῦν πλέον ἀπὸ μόνοι τους νὰ τὰ καταφέρουν στὴ ζωή.Θὰ ἔφευγε ἀσφαλῶς ἐνωρίτερα, ἂν δὲν ἐμποδίζετο κατὰ συνείδησιν ἀπὸ τὶς ὑποχρεώσεις ποὺ εἶχε, ἰδίως τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἄγαμης ἀδελφῆς του. Ἔτσι ἀπὸ τότε ἦτο διαρκῶς συλλογισμένος καὶ λυπημένος.- Πῶς εἶσαι ἔτσι λυπημένος καὶ ἄκεφος, τὸν ρώτησαν ἡ σπιτονοικοκυρὰ του ἐκεῖ μὲ τὰ παιδιά της.- Πῶς νὰ εἶμαι; Δὲν ἔχω ὄρεξη γιὰ τίποτα.Τότε ἐκείνη τοῦ ἔδωσε τὸ βιβλίον «Νέο Ἐκλόγιον» μὲ βίους Ἁγίων Ἀσκητῶν, καὶ ἄλλα ψυχωφελῆ φυλλάδια ποὺ κυκλοφοροῦσαν ἐκείνη τὴν ἐποχή, ἀπὸ τὰ ὁποία ὅταν τὰ διάβασε αἰσθάνθηκε πνευματικὴ ἀλλοίωση, ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τῆς Θείας Χάριτος. Οἱ βίοι τῶν μεγάλων ἀσκητῶν ἔπαιξαν καθοριστικὸ ρόλο στὴν ἀπόφασή του νὰ μονάσει. Ἔτσι ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ ἐφαρμόζει ὅσα διάβαζε στοὺς βίους τῶν ὁσίων ἀσκητῶν μὲ τὸ νὰ νηστεύει ἀνὰ δύο ἡμέρες, νὰ κάμει τὸν στυλίτη, καὶ νὰ ἀσκητεύει πάνω στὰ δένδρα, στὰ χιονισμένα βουνὰ τῆς Πεντέλης. Ἔκαμε δὲ καὶ προσκυνηματικὰ ταξίδια, γιὰ νὰ τονωθεῖ ἡ πίστις του καὶ νὰ εὐλογηθεῖ ἡ μελλοντική του ἀποταγή του στὸ Ἅγιον Ὄρος.Ἡ ψυχική του ὠφέλεια ἦταν πολὺ μεγάλη ὅταν ἐπισκεύτηκε τὸν Ἅγιο Γεράσιμο στὴν Κεφαλονιά. Ἐκεῖ, ἀπὸ ἄκρα ταπείνωση, προσποιεῖται τὸν δαιμονισμένον. Καὶ ἔτσι τὸν συγκαταλέγουν μεταξὺ τῶν ἐνεργουμένων ὑπὸ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων.

Πρὸς ὅλους αὐτοὺς κάθε μέρα, πρωὶ καὶ ἀπόγευμα, ὁ ἐφημέριος τῆς μονῆς, διάβαζε τοὺς ἐξορκισμοὺς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ Φραγκίσκος, ποὺ ράγιζε ἡ καρδιά του ἀπὸ τὴ συμπόνοια, τοὺς προέτρεπε νὰ κάμουν ὅλοι μαζὶ μεγάλες στρωτὲς μετάνοιες φωνάζοντας «Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον» ἢ «Ἅγιε Γεράσιμε βοήθησέ μας, σῶσε μας» καὶ ἄλλα πολλά. Οἱ δαιμονισμένοι ὅμως ἀντὶ γιὰ τὶς στρωτὲς μετάνοιες, ξάπλωναν κάτω, καὶ μὲ μία χαρακτηριστικὴ κίνηση τίναζαν τὸ ἀριστερό τους πόδι πρὸς τὰ πίσω, φανερώνοντας ἔτσι τὴν δαιμονική τους ἀνυποταξία καὶ τὴν πλαστὴ μετάνοια. Βλέποντας ὁ Φραγκίσκος τὶς διαβολικές τους ἀναποδιές, τοὺς φώναξε λέγοντας,- Τί εἶναι αὐτὰ ποῦ κάνετε; Δὲν γίνονται ἔτσι οἱ μετάνοιες..- Αὐτὲς εἶναι μετάνοιες μὲ οὐρά. Καὶ μὲ τὸ τίναγμα τοῦ ποδιοῦ μας, τὶς στέλνουμε στὸ δικό μας ἀρχηγό, ἀπάντησαν.Ἄρα λοιπόν, κάνει καὶ ὁ δαίμονας τὶς δικές του μετάνοιες. Ἔφριξε ὁ καημένος ὁ Φραγκίσκος ἀκούγοντας αὐτά, καὶ ἄλλα παρόμοια μαζὶ μὲ τὶς βλαστήμιες τους, κατενόησε καὶ πόνεσε γιὰ τὸ φοβερὸ δράμα τῶν δυστυχισμένων αὐτῶν ὑπάρξεων, καὶ τοὺς περιέβαλε μὲ περισσότερη ἀγάπη.Ὅταν ξαναῆλθε ὁ ἐφημέριος καὶ διάβασε τοὺς ἐξορκισμούς, εἶδε τὴ διαφορὰ ποὺ εἶχε ὁ Φραγκίσκος ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν δαιμονισμένων, καὶ ἀμέσως ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἐπιτρόπους νὰ τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ κοντὰ τους διότι ἦτο ὑγιέστατος.Ὁ Φραγκίσκος ὅμως κινήθηκε ἀπὸ πολλὴ ἀγάπη καὶ εὐσπλαχνία πρὸς τὰ δυστυχισμένα αὐτὰ πλάσματα ποὺ ἐβασανίζοντο ἀπὸ λεγεῶνες δαιμόνων, ἡ θεϊκὴ ὅμως αὐτὴ συμπαράστασις, κινήθηκε αὐθόρμητα καὶ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του, μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα του, καὶ εἶχε τέτοιο βάθος ταπεινώσεως, ποὺ δὲν θὰ μπορέσουμε ποτὲ ἐμεῖς νὰ τὸ καταλάβουμε μὲ τὰ νερόβραστα μυαλὰ ποὺ διαθέτουμε.

Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπέστρεψε στὸν Πειραιᾶ, καὶ συνέχισε μαζὶ μὲ τὶς μικροδουλειές, νὰ ἀσκεῖται στὴ νηστεία μὲ ἕνα λουκούμι, ἢ καὶ μισὸ τὴν ἡμέρα, καὶ μὲ ὁλονύχτιες ἀγρυπνίες, πάνω στὰ δένδρα ἢ σὲ τρύπες, στὰ βουνὰ τῆς Πεντέλης, χειμώνα καλοκαίρι.Τὴν τελική του ἀπόφαση γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὴν πῆρε ὕστερα ἀπὸ τὸ ἀκόλουθο ὅραμα.Ἕνα βράδυ, γράφει, εἶδα στὸν ὕπνο μου ὅτι περνοῦσα ἀπὸ τὰ βασιλικὰ ἀνάκτορα, καὶ ἀμέσως μ’ ἅρπαξαν δύο ἀξιωματικοί τῆς ἀνακτορικῆς φρουρᾶς, καὶ μὲ ἀνέβασαν στὸ παλάτι. Δὲν κατάλαβα τὸν λόγο, γι’ αὐτὸ καὶ διαμαρτυρήθηκα. Τότε μοῦ ἀποκρίθηκαν μὲ καλοσύνη, νὰ μὴ φοβᾶμαι. Ἀλλὰ νὰ ἀνέβω διότι εἶναι αὐτὸ τὸ θέλημα τοῦ Βασιλέως. Ἀνεβήκαμε λοιπὸν σὲ ἕνα ὑπέροχο ἀνάκτορο, ἀνώτερο ἀπὸ κάθε τί ἐπίγειο. Μοῦ φόρεσαν μία ὁλόλευκη ὡραιότατη καὶ πολύτιμη στολὴ καὶ μοῦ εἶπαν:- Ἀπὸ δῶ καὶ μπρὸς θὰ ὑπηρετεῖς ἐδῶ.Καὶ μετὰ μὲ πῆγαν νὰ προσκυνήσω τὸν Βασιλιά. Ξύπνησα ἀμέσως. Καὶ αὐτὰ ποὺ εἶδα καὶ ἄκουσα χαράχτηκαν πολὺ βαθειὰ μέσα στὴν καρδιά μου. Καὶ δὲν μποροῦσα νὰ σκεφτῶ ἢ νὰ κάνω τίποτε ἄλλο. Σταμάτησα τὶς ἐργασίες μου καὶ ἔμεινα σκεπτικός. Ἄκουγα ζωντανὰ μέσα μου νὰ ἐπαναλαμβάνεται διαρκῶς ἡ ἐντολή. «Ἀπὸ τώρα καὶ ἐμπρὸς θὰ ὑπηρετεῖς ἐδῶ». Ὅλη μου ἡ κατάστασις ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ ἄλλαξε. Μέρα νύχτα μὲ κατέτρωγαν τὰ σπλάχνα μου, τὸ μυαλὸ καὶ τὴν καρδιά μου ἡ θεϊκὴ ἐντολὴ «ἀπὸ τώρα καὶ ἐμπρὸς θὰ ὑπηρετεῖς ἐδῶ».Ἐπιτέλους ἔφτασε ἡ ὥρα. Σὲ μία ὥριμη ἡλικία μεταξὺ εἰκοσιτριῶν καὶ εἰστεσιτεσσάρων ἐτῶν, ἄλλοι λὲν καὶ εἰκοσιπέντε, ἀποφασίζει ὁριστικὰ γιὰ νὰ φύγει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Αὐτὸ συνέβη μὲ τὰ 1920 μὲ ’22. Προηγουμένως φρόντισε νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἀδελφή του, μοίρασε τὴ μικρὴ περιουσία ποὺ εἶχε κάμει σὲ διάφορες ἐλεημοσύνες, καὶ γεμάτος φλόγα γιὰ μία ζωὴ ἀγγελικὴ καὶ ἄυλη, φτάνει στὸ περιβόλι τῆς Παναγίας, γιὰ νὰ ζήσει τὴν τελειοτάτη μοναχικὴ ζωή. Μία ζωὴ ὅπως τὴν εἶχε διαβάσει ὅμως στὰ βιβλία μὲ τοὺς βίους τῶν ὁσίων ἀσκητῶν, πού ’χαν μονόδρομο τὴν ἄυλη πορεία τους μέσα στὸν Ἀθωνικὸ Παράδεισο τρώγοντας ὅπως πίστευε μία φορὰ τὴν ἑβδομάδα καὶ αὐτὸ μόνο λάχανο.

Ἡ δική του ὅμως μοναχικὴ ζωή, ἦταν μία ζωὴ συνεχοῦς προσευχῆς, σκληρῶν ἀσκήσεων καὶ κακοπαθειῶν, μὲ ἐλάχιστον ὕπνον καὶ ποτὲ στὸ κρεβάτι. Καὶ τρώγοντας πάντοτε μία φορὰ ἀνὰ δύο μέρες. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια, ὅπως θὰ τὸ δοῦμε καὶ παρακάτω.Πρωτοσταθμεύει στὶς Καρυὲς γιὰ λίγες ἡμέρες, κοντὰ σὲ κάποιον μοναχὸν Ὀνούφριον, τὸν ὁποῖον εἶχε γνωρίσει στὸν Πειραιά. Ἀπὸ κεῖ φεύγει, καὶ μ’ ἕναν τουρβά, ἕνα ταγάρι στὸν ὦμο, κατευθύνεται πρὸς τὴν ἔρημο φωνάζοντας τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. "Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με", "Κύριε, Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με".Ἄρχισε νὰ περιέρχεται τὶς ἱερὲς μονές, τὰ ἀσκητήρια, τὰ Κατουνάκια, τὰ Καυσοκαλύβια, τὰ φρικτὰ Καρούλια καὶ τὰς ἐρήμους γιὰ νὰ βρεῖ αὐστηροὺς ἀσκητάς, λίαν ἐγκρατεῖς καὶ νηστευτάς, ποὺ νὰ ἦσαν πνευματοφόροι καὶ θεοφόροι, γιὰ νὰ τοῦ διδάξουν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν, ὄχι μόνο τῆς οὐρανοφόρου πνευματικῆς ζωῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν νοερὰν προσευχήν.Ὅταν ἦτο ἀκόμη στὸν κόσμο, ἔτρωγε κάθε δυὸ μέρες καὶ πάντοτε τὴν ἐνάτην, πότε μ’ ἕνα λουκούμι ὅπως προεῖπα, καὶ πότε μὲ λίγο παξιμάδι. Τὰ βουνὰ τῆς Πεντέλης καὶ τὰ σπήλαια, γράφει ὁ ἴδιος σὲ μία του ἐπιστολή, ἔγνωσάν με ὡς νυκτοκόρακα, πεινώντα καὶ κλαίοντα καὶ ζητοῦντα σωθεῖναι. Δοκιμάζοντας ἐὰν μπορεῖ νὰ ὑποφέρει, τοὺς πόνους τῆς σκληρᾶς ἀσκήσεως τοὺς ὁποίους καὶ θὰ ὑποστεῖ ὡς μοναχὸς πλέον στὸ Ἅγιον Ὅρος.Καὶ ἀφοῦ γυμνάστηκε καὶ σκληραγωρήθηκε δύο τρία χρόνια, προσευχόμενος μὲ ὅσες προσευχὲς ἔμαθε καὶ κυρίως μὲ τὴν προφορικὴ εὐχή, καὶ μὲ πλῆθος ἀπὸ δάκρυα, ζητοῦσε ὁ Θεὸς νὰ τὸν συγχωρέσει ποὺ ἔτρωγε μία φορὰ ἀνὰ δύο μέρες, καὶ ὄχι μία φορὰ ἑβδομαδιαίως ἀνὰ Κυριακή, ὅπως περιλαμβάνονται, στοὺς βίους τῶν περισσοτέρων ἁγίων ποὺ εἶχε διαβάσει. Παρόλο ποὺ ἔψαξε, μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια καὶ ἀγωνία, δὲ βρῆκε μοναχοὺς ἀσκητάς καὶ ἐρημίτας, παρὰ μόνον τὸ ἅπαξ ἐσθίειν, τὸ νὰ τρώγουν δηλαδὴ μία φορὰ τὴν ἡμέρα. Τὰ δάκρυα καὶ ὁ πόνος τῆς ψυχῆς του, μαζὶ μὲ τὶς γοερὲς κραυγές του, ἦσαν τόσο πονετικές, ποὺ ράγιζαν βράχια καὶ βουνά. Μόνον τὰ δικά μας κοσμικὰ μυαλὰ δὲν μποροῦν νὰ τὰ καταλάβουν ὅλα αὐτά.

Τὰ μεγάλα χαρίσματα καὶ οἱ οὐράνιες δωρεές, μαζὶ μὲ τὴν ἀδιάλειπτη καρδιακὴ νοερὰ προσευχή, δὲν πλημμυρίζουν ποτὲ τὴν ψυχὴ ἂν ὁ χριστιανὸς δὲν χύσει αἷμα γιὰ νὰ καθαριστεῖ ἀπὸ τὰ πάθη του καὶ νὰ φωτιστεῖ ὁ νοῦς του. Οἱ σπηλιὲς καὶ τὰ ἀσκητήρια ὁλοκλήρου τοῦ Ἄθωνος, τὸν ὑποδέχονται ὡς ἐπισκέπτην, ἀδιαλείπτως προσευχόμενον μὲ τὴν εὐχὴ τὴν προφορική, "Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με", ἐπαναλαμβάνω μόνον προφορικά, διότι δὲν ἐγνώριζε ἀκόμα νὰ τὴν λέγει μὲ τὸν νοῦν καὶ νοερά. Ἔψαχνε, ἔψαχνε, ἔψαχνε, γιὰ νὰ βρεῖ πνευματικὸν ὁδηγὸν γιὰ νὰ τὸν διδάξει πρῶτα τὴν κάθαρση ἀπ’ τὰ πάθη καὶ ὕστερα οὐράνια θεωρία καὶ πράξη.Ἐπιτέλους, ὕστερα ἀπὸ δυὸ χρόνια φοβερῶν ταλαιπωριῶν, καὶ κολυμβήθρας δακρύων, τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς καὶ ἡ Παναγία μας, ἐντελῶς ἀπροσδόκητα, τὴν νοερὰ καρδιακὴ προσευχή. Ὁ ὁσιότατος, ὁ τότε Φραγκίσκος, ὑπῆρξε θεοδίδακτος ὅπως καὶ ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος.Νὰ πῶς τὸ περιγράφει ὁ ἴδιος:- Εἶχα συνήθεια κάθε ἀπόγευμα, δυὸ τρεῖς ὧρες μέσα στὴν ἔρημο, ὅπου μόνο θηρία ὑπάρχουν, καθόμουν καὶ ἀπαρηγόρητα ἔκλαιγα, ὥσπου ἐγένετο λάσπη τὸ χῶμα ἀπὸ τὰ δάκρυα. Καὶ μὲ τὸ στόμα ἔλεγα τὴν εὐχή. Δὲν ἐγνώριζα μὲ τὸ νοῦ νὰ τὴν λέγω ἀλλὰ παρακαλοῦσα τὴν Παναγία μας καὶ τὸν Κύριο, νὰ μοῦ δώσουν τὴν χάρη νὰ τὴν λέγω νοερῶς τὴν εὐχή, καθὼς γράφουν εἰς τὴν φιλοκαλίαν οἱ Ἅγιοι. Καθότι διαβάζοντας ἐννοοῦσαν, ὅτι κάτι ὑπάρχει, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν τὸ εἶχα. Καὶ μία μέρα, μ’ ἔτυχαν πολλοὶ πειρασμοί. Καὶ ὅλη τὴν ἡμέρα φώναζα μὲ μεγάλο μεγάλο πόνο. Καὶ πλέον τὸ βράδυ, δύνοντος τοῦ ἡλίου κατέπαυσα, νηστικός, μπαϊλντισμένος ἀπὸ τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο. Ἐκοίταζα τὴν ἐκκλησία τῆς Μεταμορφώσεως στὴν κορυφὴ τοῦ Ἄθωνος, καὶ παρακαλοῦσα τὸν Κύριο μαραμένος καὶ καταπληγωμένος. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μοῦ φάνηκε ὅτι ἦρθε μία βιαῖα πνοὴ καὶ γέμισε ἡ ψυχή μου ἄρρητον εὐωδίαν. Καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἄρχισε ἡ καρδιά μου σὰ ρολόγι νὰ λέγει νοερῶς τὴν εὐχή. Ἠγέρθην λοιπὸν πλήρης χάριτος καὶ ἀπείρου χαρᾶς, καὶ ἐμβήκα εἰς τὸ σπήλαιον, καὶ κύψας τὴ σιαγόνα μου εἰς τὸ στῆθος, ἄρχισα νὰ λέγω νοερῶς τὴν εὐχήν. Καὶ μόλις εἶπον ὀλίγας φορὰς τὴν εὐχὴν εὐθὺς ἠρπάγην εἰς θεωρίαν.

Καὶ ἐνῶ ἤμουν μέσα στὸ σπήλαιον μὲ φραγμένη τὴ θύρα του, βρέθηκα ἔξω στὸν οὐρανόν, σ’ ἕνα θαυμάσιο μέρος ἐν ἄκρᾳ εἰρήνῃ καὶ γαλήνῃ ψυχῆς. Τετελειωμένη ἀνάπαυσις. Καὶ τοῦτο μόνον διενοούμην. Θεέ μου ἂς μὴ γυρίσω στὸν κόσμο, στὴν πληγωμένη ζωή, ἀλλὰ ἂς μείνω ’δῶ γιὰ πάντα. Ὅπως εἶπαν καὶ οἱ μαθηταὶ στὴν Μεταμόρφωση, «καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι». Κατόπιν, ἀφοῦ μὲ ἀνέπαυσεν ὅσον ὁ Κύριος ἤθελε, τότε ἦρθα καὶ πάλι στὸν ἑαυτό μου καὶ βρέθηκα στὸ σπήλαιο. Ἔκτοτε δὲν ἔπαυσε μέσα μου νὰ λέγεται νοερῶς ἡ εὐχή.Ὅλα αὐτὰ ποὺ μᾶς περιγράφει ὁ Ἅγιος γέροντας Ἰωσήφ, τότε ἀκόμα Φραγκίσκος, ἐπραγματοποιήθησαν τὰ δύο πρῶτα χρόνια τῶν ἀγώνων στὸ Ἅγιον Ὅρος, καὶ μάλιστα στὴν ἡσυχαστικὴ περιοχὴ τῆς Βίγλας, καὶ γύρω ἀπὸ τὴ σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου.Παρόλον ποὺ ἦτο πλέον θεοδίδακτος, ἐν τούτοις τὸν ἀσκητικό του αἱματηρὸ ἀγώνα, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν νοερὰν προσευχήν, δὲν τὴν ἐγκατέλειψε ποτέ. Τὴν κράτησε μέχρι καὶ τῆς τελευταίας του πνοῆς. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἠγωνίζετο κάθε βράδυ ἕξι μὲ ὀκτὼ ὧρες, τὴ νοερὰ καρδιακὴ προσευχή, ἦταν μία ἔμπρακτη ἐφαρμογὴ τῆς ὅλης νηπτικῆς διδασκαλίας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.Ἀπὸ τὶς προσωπικὲς μαρτυρίες τοῦ γέροντός μου Ἐφραὶμ τοῦ Φιλοθεΐτου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὶς μαρτυρίες τῶν ἄλλων γερόντων καὶ ὑποτακτικῶν του πρὸς ἐμένα, τὰ πρῶτα χρόνια ποὺ πήγαινα στὸ Ἅγιον Ὄρος, καταμαρτυροῦνται δύο πράγματα.Πρῶτον. Κατὰ κύματα καὶ πλουσιοπαρόχως, πλημμύριζε ἡ Θεία Χάρις τὴν ψυχή του, καὶ ὁ νοῦς του ἠρπάζετο σχεδὸν κάθε μέρα εἰς οὐράνιον θεωρίαν, καὶΔεύτερο, ὅτι ἦτο κάτοχος, ἢ καλύτερα, μέτοχός τοῦ ἀκτίστου φωτός, θεομένος πλέον, μέτοχός τῆς ἀρρήτου δόξης τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, καὶ ἄριστος διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς.Ὅλη του ἡ ζωὴ ὑπῆρξε ἕνα πνευματικὸ συναξάρι, ποὺ μᾶς θυμίζει καὶ ποὺ ταυτίζεται μὲ τοὺς παλιοὺς ἁγίους ἀσκητὰς τῆς ἐρήμου. Ἦτο βιαστὴς σὲ ἀφάνταστο βαθμό, ἰδίως στὴν ἀγρυπνία τῶν ἕξι μὲ ὀκτὼ ὡρῶν, βυθίζοντας τὸ νοῦ του στὴν καρδιὰ καὶ μὴ ἐπιτρέποντος οὐδένα λογισμὸ νὰ τὸν ἐνοχλήσει. Κανέναν λογισμόν, κανέναν, κανέναν. Ποτάμι ὁ ἱδρώτας. Φρικτὴ οἱ πόνοι ἀπὸ τὴν ἀκινησία. Πλημμύρες τὰ δάκρυά του. Ἀλύπητο τὸ ξύλο στὸν πόλεμο κατὰ τῆς σαρκός. Ἀπέκτησε ὅμως καὶ τόσο πολλὴ ψυχοσωματικὴ καθαρότητα, ποὺ εἶχε ὡς παράδειγμα τὴν Παναγία.Ἔγραφε σὲ μία του ἐπιστολή. «Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω, πόσον ἀρέσκει ἡ Παναγία μας τὴν σωφροσύνη, τὴν ἁγνότητα, καὶ τὴν καθαρότητα, ἐπειδὴ Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη Ἁγνὴ Παρθένος, δι’ αὐτὸ καὶ ὅλους τοιούτους θέλει καὶ ἀγαπᾶ».

Κατέστη στὴν ἐποχή του, ὁ πλέον ἔμπειρος ὁδηγὸς στὴν καλλιέργεια τῆς νοερᾶς προσευχῆς, διακριτικὸς καὶ ἀπλανὴς ὁδηγὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς, ὄχι μόνον τῶν μοναχῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν χριστιανῶν μέσα στὸν κόσμο, διότι εἶχε ἀλληλογραφία καὶ μὲ μοναχοὺς καὶ μοναχὲς μεσ’ στὸν κόσμο, ἀλλὰ καὶ μὲ πολλοὺς λαϊκοὺς κοσμικούς, ὅπως ἐπίσης εἶχε ἀλληλογραφία μὲ τὴ Γερμανία, μὲ τὴν Γαλλία, μὲ τὴν Ἀμερική.Ὅσο ζοῦσε ὁ πατὴρ Δανιὴλ τῶν Κατουνακίων, τὸν εἶχε καὶ ὡς πνευματικόν. Ἀργότερα ἐξομολογεῖτο στὸν ἡσυχαστὴ πατέρα Εὐθύμιο, καὶ ἀκόμη ἀργότερα τὸν πατέρα Κοδρᾶτο τὸν Κωνσταμονίτη.Ἀφοῦ παρέλαβε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριόν μας, τὴν καρδιακὴ εὐχή, στὸ δεύτερο χρόνο τῶν σκληρῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, συνδέεται μὲ τὸν πατέρα Ἀρσένιο, ποὺ γίνεται ἀχώριστος σύντροφος καὶ συνασκητής, μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Σαράντα χρόνια ἀγωνίστηκαν μαζί, ἀδελφικά.Σὰν πιὸ γερὸς στὴν κράση ὁ πατὴρ Ἀρσένιος, ἦταν τὸ σῶμα, καὶ σὰν γίγαντας τοῦ πνεύματος, ὁ ὁσιότατος γέροντας Ἰωσήφ, ἦταν ἡ ψυχή. Τὸ πνεῦμα. Οἱ δυὸ μαζὶ ἕνας ἄνθρωπος. Μὲ τὶς διακριτικὲς συμβουλὲς τοῦ γέροντος Δανιὴλ τοῦ Κατουνακιώτου, ὑπετάχθησαν σὲ ἕνα ἀγαθότατο γεροντάκι, τὸν πατέρα Ἐφραὶμ τὸν Βαρελᾶ, ποὺ εἶχε τὴν καλύβα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὰ Κατουνάκια.Ἡ ὑποταγὴ τους αὐτή, ἔδωσε τὴν σφραγίδα τῆς εὐλογίας τῆς ὑπακοῆς, καὶ ἔτσι ἀπέκτησαν τὸ πνευματικὸ δικαίωμα τῆς διαδοχῆς. Τὸ 1924, ὁ νέος γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Βαρελᾶς, ἔκυρε μικροσχημο μοναχὸ τὸν Φραγκίσκο, μὲ τ’ ὄνομα Ἰωσήφ, στὴ σπηλιὰ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου, μὲ ἐφημέριο τὸν πνευματικὸ παπα Εὐθύμιο ποὺ ἡσύχαζε ἐκεῖ κοντά.ίγο πρὶν κοιμηθεῖ ὁ γέροντας Ἐφραὶμ ὁ Βαρελᾶς, γιὰ λόγους περισσοτέρας ἡσυχίας, μεταφέρθηκαν στὰ πλέον ἡσυχαστικὰ καὶ ἀσκητικὰ μέρη τῆς σκήτης τοῦ Ἁγίου Βασιλείου. Ἐκεῖ μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ γέροντος Ἐφραὶμ τοῦ Βαρελᾶ, ὁ νέος μοναχὸς Ἰωσήφ, καὶ γέροντας πλέον ἄρχισε μία αὐστηροτάτη καὶ ὑπέρμετρη ἄσκηση νηστείας, πτωχείας, ἀκτημοσύνης, κακοπαθείας, τὰ ὁποῖα συνδυάζονταν πάντοτε μὲ τὴν ἄσκηση τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Ἔντονοι ἀγῶνες μὲ τὰ σαρκικὰ πάθη καὶ μὲ τοὺς δαίμονες, σῶμα μὲ σῶμα, ἀλλὰ καὶ μεγάλες ἀντιλήψεις τῆς Θείας Χάριτος συνέβησαν κατὰ τὴν περίοδο τῆς παραμονῆς των στὸν Ἅγιο Βασίλειο...


* π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος



http://353agios.blogspot.ca/2013/11/blog-post_26.html

Take up your Cross ( video )

Tuesday, November 26, 2013

Ο Παντοδυναμος Θεός μας κάλεσε στον ουρανό, αλλα εμείς διαλεξαμε τον άδη!


Ο Θεός μας κάλεσε στον ουρανό , μα εμείς προτιμήσαμε τον άδη. Αποδειχθήκαμε ανάξιοι της τιμής που μας έκανε. Ύστερ' από τις τόσες ευεργεσίες Του, φανήκαμε αχάριστοι αλλά και ασύνετοι. Αφήσαμε τον διάβολο να μας γυμνώσει από' όλες τις θεϊκές δωρεές.

Κι έτσι, εμείς, που αξιωθήκαμε να είμαστε παιδιά και αδέλφια και κληρονόμοι του Θεού ,δεν ξεχωρίζουμε καθόλου από τους εχθρούς Του, που χλευάζουν τη μεγαλοσύνη Του και καταπατούν τον νόμο Του. «Αλίμονο, ψυχή μου!», αναφωνώ μαζί με τον προφήτη. «Χάθηκε η ευσέβεια από τη γη.

Ούτ' ένας δεν υπάρχει που να κάνει το καλό» ( Μιχ. 7:1-2 ) .
Ξέρω ότι πολλοί θεωρούν τα λόγια μου υπερβολικά . Άλλοι ίσως και να γελούν. Τόσο ανόητοι είμαστε , που γελάμε για όσα θα έπρεπε να κλαίμε. «Γιατί η οργή του Θεού φανερώνεται από τον ουρανό, για να τιμωρήσει κάθε ασέβεια και αδικία των ανθρώπων» ( Ρωμ. 1: 18 ).

«Ο Θεός , ο Θεός μας θα έρθει φανερά και θα λύσει πια τη σιωπή Του. Μπροστά Του θα πηγαίνει φωτιά δυνατή, ολόγυρά Του θα ξεσπάει καταιγίδα σφοδρή» ( Ψαλμ. 49: 3 ) . «Η φωτιά, που θα προπορεύεται, θα κατακαίει γύρω τους εχθρούς Του» ( Ψαλμ.96: 3 ) . «Να, έρχεται η μέρα του Κυρίου σαν αναμμένο καμίνι» ( Μαλ. 4: 1 ) .
Κανένας δεν δίνει σημασία σε τούτες τις προρρήσεις των Γραφών. Τα φοβερά λόγια των προφητών περιφρονούνται σαν παραμύθια. Πώς, λοιπόν, θα σωθούμε; Πώς θ' αποφύγουμε τη δίκαιη τιμωρία; «Χαθήκαμε, αφανιστήκαμε» ( Αριθ. 17:27 ) , γίναμε περιγέλια των απίστων, των ειδωλολατρών και των δαιμόνων.

Ο διάβολος καμαρώνει και χαίρεται. Οι φύλακες άγγελοί μας είναι ντροπιασμένοι και σκυθρωποί. Και οι κήρυκες της Εκκλησίας, που μάταια μας καλούν καθημερινά σε μετάνοια, απογοητευμένοι από την αδιαφορία μας ,καταφεύγουν ,σαν τους προφήτες του Ισραήλ ,στα άψυχα στοιχεία, που, μολονότι άλογα, υποτάσσονται πάντα στους νόμους και όρους του Κτίστη τους, χωρίς ποτέ να παραβαίνουν τη θεία τάξη: «Άκου, ουρανέ, και βάλε στ' αυτιά σου, γη, γιατί μιλάει ο Κύριος: " Γέννησα παιδιά και τα μεγάλωσα, αυτά όμως μ' αρνήθηκαν" » (Ησ. 1:2 ).
Εμάς αφορούν αυτά τα λόγια. Εμείς αρνηθήκαμε τον Πλάστη και Ευεργέτη μας. Εμείς γίναμε πιο άλογοι κι από τα άλογα κτίσματα, καταπατώντας τους φυσικούς και θεόσδοτους νόμους. Καιρός είναι, λοιπόν, να μετανοήσουμε. Καιρός είναι να συνέλθουμε. Όσοι από μας είναι ακόμα υγιείς, ας βοηθήσουν τους αρρώστους.

Όσοι είναι όρθιοι, ας απλώσουν φιλάδελφα το χέρι τους στους πεσμένους. Όσοι βαδίζουν σταθερά στο δρόμο της σωτηρίας, ας προσελκύσουν κι εκείνους που τριγυρνούν στις γκρεμοτοπιές της απώλειας. Ας μη νοιαζόμαστε μόνο για το συμφέρον μας, αλλά και για την ωφέλεια των αδελφών μας. Όλοι φροντίζουμε ν' αυξήσουμε τα κέρδη μας, κανένας να βοηθήσει εκείνους που έχουν ανάγκη. Όλοι απλώνουμε τα χέρια για να πάρουμε, κανένας για να δώσει. Όλοι σκεφτόμαστε πώς θα παρατείνουμε την επίγεια ζωή μας, κανένας πώς θα σώσει την ψυχή του.

Όλοι φοβόμαστε την επίγεια δυστυχία, κανένας δεν τρέμει την αιώνια κόλαση. Άφατη είναι η οδύνη της ψυχής μου για την πώρωσή μας. «Ποιος μπορεί να κάνει το κεφάλι μου πηγάδι με νερό και τα μάτια μου πηγές δακρύων, για να κλαίω το λαό μου τούτο μέρα και νύχτα;» ( Ιερ. 9:1 ) .
Ίσως μερικοί από σας να λένε με δυσφορία: "Όλο για δάκρυα και θρήνους μας μιλάει αυτός εδώ, όλα μαύρα κι άραχνα τα βλέπει". Δεν θα το ήθελα , πιστέψτε με, δεν θα το ήθελα. Μόνο χαρά κι ευφροσύνη θα ποθούσα να νιώθω, μόνο επαίνους και εγκώμια ν' αναφέρω. Μα δεν είναι καιρός για τέτοια . Τι κι αν δεν κλαίω, αφού τα έργα μας είναι για κλάματα; Τι και αν δεν θρηνώ, αφού τα έργα μας είναι αξιοθρήνητα; Σας ενοχλεί η θρηνολογία μου; Αλλά γιατί δεν σας ενοχλούν οι αμαρτίες σας; Είναι αποκρουστικός ο οδυρμός μου; Αλλά μήπως δεν είναι, και περισσότερο μάλιστα , ο αντίθετος βίος σας; Μην πέσετε στην κόλαση, και δεν πενθώ.

Μην πεθάνετε ψυχικά, και δεν κλαίω. Βλέποντάς σας, όμως, να χάνεστε, πώς να μη λυπάμαι; Πατέρας σας είμαι, πατέρας πνευματικός και φιλόστοργος . Ακούστε τι λέει ο Παύλος: «Παιδιά μου, (που σας γέννησα πνευματικά), για την αναγέννησή σας πάλι περνώ τους πόνους της (πνευματικής) γέννας» ( Γαλ. 4: 19 ) . Ποια επίτοκη γυναίκα αφήνει τόσο πικρή φωνή, σαν αυτή του απόστολου;
Ω, αν μπορούσατε να καταλάβετε και τον δικό μου πόνο, αν μπορούσατε να δείτε τη φωτιά που καίει την καρδιά μου, θα διαπιστώνατε πως υποφέρω πολύ περισσότερο από τη νιόπαντρη, που χάνει τον άνδρα της, κι από τον πατέρα, που χάνει τον γιο του. Υποφέρω, γιατί η ζωή σας είναι γεμάτη ψεύδη και συκοφαντίες , διαμάχες και μίση, αδικίες και κλοπές , μοιχείες και ασέλγειες, κακουργίες και φόνους. Υποφέρω, γιατί και όσοι από σας δεν διαπράττουν τέτοια αμαρτήματα, πέφτουν καθημερινά στην κατάκριση και στην καταλαλιά. Νομίζουν πως είναι χριστιανοί, αλλά δεν φροντίζουν να είναι ευάρεστοι στο Χριστό, δεν προσέχουν τον εαυτό τους, δεν αφοσιώνονται στην θεραπεία της ψυχής τους.

Με τους άλλους ασχολούνται, τους άλλους κρίνουν, τους άλλους καταδικάζουν σαν αμείλικτοι δικαστές. "Ο τάδε είναι ανάξιος για το αξίωμα της ιερωσύνης", αποφαίνονται. "Ο δείνα είναι άσεμνος". "Ετούτος είναι υποκριτής" . "Εκείνος είναι αλήτης". "Ο άλλος είναι συμφεροντολόγος".

Αντί, όμως να λυπόμαστε και να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες, κρίνουμε τους συνανθρώπους μας. Ακόμα κι αν δεν αμαρτάναμε, ακόμα κι αν είχαμε όλα τα χαρίσματα του κόσμου, ακόμα κι αν ήμασταν ανώτεροι απ' όλους τους ανθρώπους, δεν θα έπρεπε να κρίνουμε κανέναν. «Αλήθεια», ρωτάει τον καθένα μας, ο Απόστολος Παύλος, «ποιος σ' έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Ποιο χάρισμα έχεις , που να μην το έλαβες από το Θεό; Αφού, λοιπόν, το έλαβες, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ως δώρο; « ( Α΄ Κορ. 4:7 ) .

Πολύ περισσότερο τώρα, που καθημερινά αμαρτάνουμε με τον ένα ή το άλλο τρόπο, δεν έχουμε το δικαίωμα να ξεστομίζουμε κακό λόγο για οποιοδήποτε αδελφό μας. «Γι' αυτό», ξαναλέει ο σοφός Παύλος «είσαι αδικαιολόγητος, άνθρωπέ μου, εσύ που κρίνεις τον άλλο. Κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Γιατί κι εσύ, ο κριτής, τα ίδια κάνεις.



ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Why Fast ( Elder Ambrose of Optina )


In the Scripture, we see the necessity to observe fasts, firstly from the example set by Christ Himself, who fasted 40 days in the wilderness, even though He was God and had no need of this. Secondly, to the Disciples’ question as to why they could not drive out the evil spirit in a person, He replied: "Through your unbelief;" and then added: "This kind can come out by nothing but prayer and fasting." (Mark 9:29) Apart from this, there are directions in the Scripture that we must observe Wednesdays and Fridays as days of fasting. On Wednesday, Christ was given up for crucifixion and on Friday, He was crucified.

Plain food is not nasty food. It does not corrupt the body but fattens it. And St.Apostle Paul says: "Even though our outward man is perishing, yet the inward man is being renewed day by day" (2 Cor 4:16) He calls the outward person as body and the inward, as the soul.

The Bible states that every deprivation and every constraint is precious before God: "...the Kingdom of Heaven suffers violence, and the violent take it by force" (Matt. 11:12) Those who audaciously and wilfully violate the established fasting rules, are called enemies of the Cross. To them, their God is their stomach and their glory lies in their shame. It is stated in the Psalms: "lost through the stomach." Understandably, its another matter if a person violates the fast due to an illness and weakness of the body. But the healthy become healthier and on top of that, they sometimes live longer even though they may look gaunt. With fasting and self-restraint, the body does not rebel as much, we don’t succumb to sleep as much, less empty thoughts invade our mind, and spiritual books are read more eagerly and with greater understanding.

And so, if by the grace of God you developed a desire to cleanse yourself of your internal iniquities – let it be known to you that their origins cannot be extracted except through sincere prayer and fasting, and then sagaciously. Otherwise, you may have a foolhardy example that occurred here. One landowner, living an indulgent life suddenly wanted to observe a severe fast: he resolved that all he would eat during Great Lent is ground hemp-seed washed down with kvass (a Russian soft drink). From this severe change of indulgence to fasting, his stomach was so damaged that it could not be remedied after one whole year. Incidentally, there are words of Holy Fathers that tell us we should not be body killers but vice killers.



Elder Ambrose of Optina

Prophesies ( Father Seraphim of Vyrytsa )


"God is strong enough to restore those who labor, if we ask Him. Let us keep praying and begging — and God will recover even from stones his chosen ones." "At least once in our life we need to light a candle for those we have offended, or deceived, from whom we stole, or to whom we did not pay debts."



The Elder said that the time would come when 40 people would cling to every believer for he would save them. "God would wait for a thousand years that at least one man might be saved to replenish the number of fallen angels."

The Elder said that God gave us a soul, but our body is inherited from our parents and grand parents, that is why together with our body we receive part of their sins. They are waiting for our prayers and feel great joy when we pray for them, and those who are in the Heavenly Kingdom help us.

The Holy Elder could see not only the future lives of people, but also the future of our church and the country. The witness to it is his poetry written in 1939: The storm will pass over the land of Russia God will forgive the sins of Russian men. The Holy Cross in its majestic splendor will shine above the churches' domes again. The bells will ring awakening from horror from sins to salvation The holy houses of the Lord will open their doors ,and faith in God will bring us all together.

The Elder said that the time would come when the beginning of the verse will read as "The storm has passed over the land of Russia."

One time to answer his spiritual son's question about the future of Russia, the Elder suggested to him to look out the window. The man saw through the window the Gulf of Finland and many ships under different flags in it. "What does this mean?" — He asked the Father. The Elder answered: "The time will come when spiritual life in Russia will blossom." Many churches and monasteries will be opened, even people of other religions will come here to be baptized in Orthodoxy. Although this will not last long — maybe fifteen years, after which Antichrist will come."

He would say that after the East becomes strong, the world would become unstable. "They are bigger in number, and not only that — their workers are honest and sober people, and here — so much alcoholism..."

As those witnesses remember, the blessed Elder said: " the East will be baptized in Russia. The Heavenly Kingdom and those on earth who understand pray for the enlightening of the East."

"The time will come when Russia will be torn into pieces. The entire country will be partitioned first and then despoiled. The West will welcome the decay of Russia and till a certain time will agree that China takes the eastern part of Russia. Japanese will lay their hands on the Far East of Russia and the Chinese — on Siberia; they will move to Siberia, marry Russians, and in the long run by means of treachery and deceit, will occupy the territory of Siberia all way to Ural. When they are ready to go further, the West will resist it."

"Many countries will assail Russia, but she will hold out, although she will loose a major part of its territory. The war mentioned by the prophets and the Holy Gospel, will cause the unification of mankind. People in the world will understand that they are moving to a dead end, destruction of everything live, and will eventually elect a Common Government — this will be a precursor of the enthronement of Antichrist. Then, the persecution of Christians will start all over, people will flee to Russia in huge numbers, and one will need to go with the first, for many who stay will perish."

The Elder loved young people with all his heart. At that time young people went to church very rarely, if ever; so he was especially happy when they visited him. Father Seraphim spoke about the tremendous role of young people in the future rebirth of the Church. He said that "the time would come (and is already coming) when immorality and corruption will reach the lowest depths. There will be scarcely any purity left in young people. They will see no showstoppers in satisfying their whims, for they will be sure in their impunity. They will get together into groups and gangs to commit robberies, and live dissolute lives. At a certain time there will be a call from God and it will no longer be possible for them to live that kind of life, and they will turn to God, everyone by his own road, many will feel a craving for asceticism. Those who were sinners will be in the churches, fallen people will feel a strong need for a spiritual life, and many will become monks and nuns. The monasteries will be reopened, the churches will be full of people the majority of which will be young. The young will be going on pilgrimages to holy places — what a wonderful time this will be! The more they sin now — the more fervent their repentance will be. As a candle sparkles bright before it goes out, the same with the life of the Church. This time is near."

"God blessed Russia so generously with richness and beauty: forests, lakes, rivers, and mineral resources. Sadly, people live without God, but the earth is the mother, she gives bread and life. The enemies — the God battling authorities will not let people get back to the earth for a long time. The earth can feed everybody and everything can be set, but this not what the enemy wants, not a newly born Russia. Nonetheless, Russia will live from her earth."

"Jerusalem will become the capital of Israel and in time must be the capital of the world. For it is the center of the earth, the Savior of the world was crucified there and raised from death."

Father Seraphim knew about his future glorification and said: "Do not haste to dig my body out. Rely on God... I do not want my body to be subject to trade."

His spiritual children preserved one more verse of the Elder written in 1946: "Glory to the marvelous God our Lord! Sing and rejoice, oh my soul I am in craving for a holy abode Where Jesus is the sweetest of joys You alone are the hope of my life In sorrows and sickness, my strength Be my joy, my cover and hope I give my whole life to you Glory to the marvelous God our Lord! Sing and rejoice oh my soul I am in craving for a holy abode where Jesus is the sweetest of joys."




 

«Δόξα εις τον Γολγοθά του Χρίστου». ( Γέροντας Τύχων )



Η προσευχή του π. Τύχων
Ω Θείε Γολγοθά, αγιασμένε με το αίμα του Χρίστου!
Σε παρακαλούμε, πες μας πόσες χιλιάδες αμαρτωλών με την Χάρη του Χρίστου,
την μετάνοια και τα δάκρυα καθάρισες και γέμισες τον νυμφώνα του Παραδείσου;
Ω! με τηναγάπη σου την άρρητη, Χριστέ Βασιλιά,
με την Χάρη Σου όλα τα ουράνια παλάτια γέμισες από μετανοούντας αμαρτωλούς.
Συ και εδώ κάτω όλους ελεείς και σώζεις.
Και ποιος μπορεί αντάξια να Σε ευχαρίστηση, έστω κι αν είχε Αγγελικό νουν;
Αμαρτωλοί, ελατέ γρήγορα. Ό Άγιος Γολγοθάς είναι ανοικτός και ο Χριστός εύσπλαχνος.
Προσπέσετε προς Αυτόν και φιλήσετε τα άγια Του πόδια.
Μόνον Αυτός σαν εύσπλαχνος μπορεί να γιατρέψη τις πληγές σας!
"Ω, θα είμαστε ευτυχείς, όταν ο πολυεύσπλαχνος Χριστός μας αξίωση με μεγάλη
ταπείνωση και φόβο Θεού και καυτά δάκρυα να πλύνωμε τα πανάχραντα
Του πόδια και με αγάπη να τα φιλήσουμε! Τότε ο Χριστός εύσπλαχνος θα
ευδοκήση να πλύνη τις αμαρτίες μας και θα μας άνοιξη τις πόρτες του
Παραδείσου, όπου με μεγάλη χαρά, μαζί με τους Αρχαγγέλους και Αγγέλους,
τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ και με όλους τους Αγίους, αιώνια θα
δοξάζωμεν τον Σωτήρα του κόσμου, τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Αμνό
του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την Όμοούσιο και
αδιαίρετο Τριάδα.

Ιερομόναχος Τυχών - Άγιον Όρος

Μνήμη θανάτου ( Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης )




Φόβον Θεού να έχεις και φόβον θανάτου.
Αυτά τα δύο αν έχεις από πολλά θα σε περιμαζέψουν.
Να διατηρείς εις την μνήμην σου αυτούς τους φόβους.

Μελέτα το τέλος του βίου.
Μελέτα την ματαιότητα και το σύντομο της εδώ ζωής.
Τόσα χρόνια πού έζησες, είναι σαν ένα λεπτό.

Γέροντας Ιερώνυμος της Αιγίνης 

Paraklesis to St. Stylianos of Paphlagonia





St. Stylianos of Paphlagonia, the Righteous, and Protector of Children – Commemorated November 26



Paraklesis to St. Stylianos of Paphlagonia, the Protector of Children

Note: The following is an amateur translation from the Greek, and as such, I request reviewing the translation before any public/liturgical use. Also note that the meter of this translation is not set to match the original music.

After the “Blessed is our God…”, the Psalm “Lord, hear my prayer…”

Then “God is the Lord…” four times with verses, followed by the following

Troparion in the Fourth Tone

As a worker of God-given wonders, and a protector of the youth and infants, O Stylianos, our Father and healer of Christ, grant children to barren mothers, and ever cover newborn babes, for to you was richly granted grace from God, as you struggled for Him in asceticism as an angel.



Glory. Both now.

O Theotokos, we shall never be silent…

Psalm 50, followed by the Canon in the Plagal of the Fourth Tone

Ode I.

O Saint of God, intercede on our behalf.

Dissolve, O Stylianos, the shackles of barrenness from those storm-tossed, through your fervent visitation, and entreat for the remission of their offenses.

O Saint of God, intercede on our behalf.

Extend, O Father, as one compassionate, your providence as far-shining rays, and invisibly enwrap and protect nursing babes, O Righteous one.

Glory to the Father and the Son and the Holy Spirit.

Cease all infections and passions, and all distress and every affliction, and keep our children unharmed, O Stylianos, as a loving Father.

Both now and ever, and unto the ages of ages. Amen. Theotokion.

My strength and my song and my life, my joy and rejoicing, my guidance and protection, you are, O Virgin who held God, therefore ever protect me, O Spotless one.

Ode III.

You are my help, O Stylianos, and the covering and physician of the newly-born. Therefore, deliver them.

Who can recount your wonders, O Righteous Saint? For you ever deliver us from sicknesses and dangers.

Glory.

Water with the noetic water of your blessing, newborns, who entreat your grace, O God-bearer.

Both now. Theotokion.

Enlighten me, O All-spotless one, with the sweetest light of repentance, me who am in the night of unclean passions, through your all-powerful might.

Deliver, O God-bearer Stylianos, those who entreat you from every danger and injury, and ever bless the newborn infants.

Look down on me, O All-hymned Theotokos…

Then the entreaty, followed by the Kathisma in the Second Tone

A giver of many incorruptible gifts, you were shown to be, O Stylianos, through your divine strength, and you were revealed to be a perfect nourisher of babes, and a radiant guardian. Nourish and increase these mystically, with the milk of incorruptible goodness.

Ode IV.

Look down immaterially with your gladsome eye, upon all those gathered, and fill them with heavenly peace and gladness.

Heal those in sickness, and lighten those burdened, O Righteous one, and dissipate the stench of the passions, as an inexhaustible spring of wonders.

Glory.

Your grace was shown to be a great protector of the youth and babes, therefore preserve them, O Stylianos, blessed by God.

Both now. Theotokion.

From your womb dawned the Sun of Righteousness, from Whose illumination, enlighten me, and guide me by His light.

Ode V.

Invisibly visit, O Stylianos, these fragile babes and newborn roots, and protect them from every influence [of the evil one].

Grant healing and deliverance of souls and bodies, through the energy of your godly gifts, to those who hasten, O our Father, to your protection.

Glory.

Become my protector, and fervent deliverer. Through various trials, O Stylianos, you truly deliver me from dangers.

Both now. Theotokion.

Enlighten us through the radiance and noetic lightning of your greatness, O Mariam, blessed one, desired-of by the whole world.

Ode VI.

Your holy icon is beheld as a sun, lightning with noetic light, and with mystical rays, O God-bearer, ever keep the newborns warm, and wondrously quicken them and grant them graceful renewal.

We have come to know you as a godly path of youth, and a true rod for old age, O Father Stylianos, we who are broken in soul cry to you: do not cease to guard and guide us towards better things.

Glory.

Make the newborn babes to have full and vibrant rejoicing, and be full of grace, through your providence, drive from them every gloom and illness and sadness, O compassionate one.

Both now. Theotokion.

Lift me up from the pit of evil, O Uplifted One, to the throne of the Creator, O Pure and Blessed Theotokos, towards noetic uplifting and grace, lifting up my soul, and cleanse me from dangers.

Deliver, O God-bearer Stylianos, those who entreat you from every danger and injury, and ever bless the newborn infants.

Spotless one, who by a word did bring to us the Word eternal…

The entreaty, followed by the Kontakion in the Second Tone.

You are the inexhaustible spring of healings, and the most-fervent protector of infants, O blessed Stylianos, deliver from various dangers those who call upon your calling with fervor.



St. Stylianos (source)

Prokeimenon.

Precious in the sight of the Lord is the death of His Righteous one.

Verse: What shall I offer to the Lord, for all that He has given to us?

The Gospel according to St. Luke (6:17-23)

At that time, Jesus went down with them and stood on a level place. A large crowd of his disciples was there and a great number of people from all over Judea, from Jerusalem, and from the coastal region around Tyre and Sidon, who had come to hear him and to be healed of their diseases. Those troubled by impure spirits were cured, and the people all tried to touch him, because power was coming from him and healing them all. Looking at his disciples, he said: “Blessed are you who are poor, for yours is the kingdom of God. Blessed are you who hunger now, for you will be satisfied. Blessed are you who weep now, for you will laugh. Blessed are you when people hate you, when they exclude you and insult you and reject your name as evil, because of the Son of Man. Rejoice in that day and leap for joy, because great is your reward in heaven.”

Glory.

Through the intercessions of Your Righteous one, O Merciful One, blot out the multitude of my offenses.

Both now.

Through the intercessions of the Theotokos…

Verse: Have mercy on me, O Merciful One, according to Your great mercy…

Prosomoion in the Plagal of the Second Tone.

Hearken from above, O Father, to those who fervently entreat you, and who ask of your intercessions, and O Righteous one, heal babes and newborns from febrile illnesses, and grant them grace and health, as a most-compassionate one, that having received your God-given medicines, O Stylianos, you might magnify them to the true measure of age.

The Priest: Save, O God, Your people, and bless Your inheritance…

Ode VII.

Deliver from blights, besoiling infections and unclean passions, and every sadness and danger and frenzy, those who cry out and ever hymn you, O thrice-blessed Stylianos.

As the defender of infants, you have been renewed, and a preserver of youth, and a healer of barrenness, making them to be fertile through Christ, O sacred Stylianos, through your radiant asceticism.

Glory.

Strange wonders, and a multitude of healings, and God-given gifts, springing-forth water, and quenching the furnace of wants and trials, and joyously renewing our minds.

Both now.

O Lady of calming countenance, auspiciously transform the sorrow of my soul and bitter anguish, into divine gladness, and hasten to deliver me, through your strong hand, delivering me from danger.

Ode VIII.

Make fruitful, O Father, barren mothers, through your speedy intercessions, for they entreat you, pacing, with their whole souls, O Stylianos.

Pour forth grace from your all-holy Icon, through the covering of the Spirit, O Father, and nourish and gladden newborns and infants.

Glory.

You appear angelic in form, whispering to motherly embracing, fill them, O Godly-minded one, with joy and laughter.

Both now.

Deliver me, O most-supremely Blessed One, from bodily and spiritual pains, through your coming, help me in dangers.

Ode IX.

Heal the sicknesses of nurslings, and whisper to children, O our Father, accepting their mothers’ tears.

You cause every child-corrupting danger to wilt, and keep the innocent ranks of children vibrant and thriving, O Father.

Glory.

O Stylianos, hasten to deliver me from the writ of my shame, and unhealable dangers from my evil habits and deeds, O God-bearer.

Both now.

Lift up, and hearken, O Full of Grace, to the groans from the depths of my soul, and do not disdain me, who am found in afflictions.

Then “Truly it is meet to call you blessed…”, followed by the Megalynaria:




You were found to be sanctified from your mother’s womb, as the glorious Samuel, and you were shown a true giver, through your virtuous life, O blessed Stylianos, to Him Who glorified you.

Hail, O guide of continence, and divine adornment of dispassion, hail the type of the Righteous in asceticism, O Stylianos, equal to the Angels.

O God-bearer, you are a protector and preserver and provider for newborns, and children and infants, through the divine inbreathing: deliver them from every influence [of the evil one].

Behold, and hearken to the groans of mothers, O godly-minded one, who have taken refuge in you, and hasten to deliver their children from the frenzy of the enemy, O thrice-blessed Stylianos.

As vibrant and joyous flowers, beautiful in appearance and innocent in manner, O wise one, invisibly keep our children, O all-blessed Stylianos, for those who praise you.

Having boldness before Christ, O thrice-blessed Righteous one, do not cease to entreat for those who ask for your aid, that we be delivered from every danger.

All the ranks of Angels, God’s messengers…

The Trisagion, followed by the:

Apolytikion in the Third Tone

A living monument of self restraint, an immovable pillar of the Church you were shown to be, blessed Stylianos, for you were dedicated to God from your youth, and were seen as a dwelling place of the Spirit. Holy Father, entreat Christ our God, to grant us His great mercy.

Petitions, and the Priest commemorates those on behalf of whom the Parakesis is offered. Then the Apolysis, followed by the following:

Prosomoion in the Second Tone

You have been shown a great guide and protector of children and infants and babes, and a true physician, through the Grace of the Spirit. Deliver newborns from weaknesses and afflictions, and various illnesses, keeping them unharmed, and blessing them and speaking to them, that they grow up well, O Stylianos, blessed by God.

Lady, do you receive…

My numerous hopes are placed…

Through the prayers of our Holy Fathers…



St. Stylianos

Monday, November 25, 2013

Love Of God ( Saint Herman of Alaska )



Once the Elder was invited on board a frigate that had come from St. Petersburg. The captain of the frigate was a man quite learned, highly educated; he had been sent to America by Imperial command to inspect all the colonies. With the captain were some 25 officers, likewise educated men. In this company there sat a desert-dwelling monk of small stature, in an old garment, who by his wise conversation brought all his listeners to such a state that they did not know how to answer him. The captain himself related: "We were speechless fools before him!"

Father Herman gave them all one common question: "What do you, gentlemen, love above all, and what would each of you wish for his happiness?" Diverse answers followed. One desired wealth, one glory, one a beautiful wife, one a fine ship which he should command, and so on in this fashion. "Is it not true," said Father Herman at this, "that all your various desires can be reduced to one - that each of you desires that which, in his understanding, he considers best and most worthy of love?" "Yes, it is so," they all replied. "Well, then, tell me," he continued, "can there be anything better, higher above everything, more surpassing everything and in general more worthy of love, than our Lord Jesus Christ Himself, who created us, perfectly adorned us, gave life to all, supports all, nourishes and loves all, who Himself is love and more excellent than all men? Should not a person then love God high above all and desire and seek Him more than all else?" All began to say: "Well, yes! That is understood! That speaks for itself!"

"And do you love God?" the Elder then asked. All replied: "Of course, we love God. How can one not love God?" "And I, sinful one, for more than forty years have been striving to love God, and cannot say that I perfectly love Him," answered Father Herman; then he began to show how a person should love God. "If we love someone," he said, "we always think of him, strive to please him, day and night our heart is occupied with this subject. Is it thus that you, gentlemen, love God? Do you often turn to Him, do you always think of Him, do you always pray to Him, and fulfill His holy commandments?" It had to be acknowledged that they did not! "For our good, for our happiness," concluded the Elder, "at least let us make a promise to ourselves, that from this day, from this hour, from this very moment we shall strive to love God above all, and fulfill His holy will!" Behold what an intelligent, superb conversation Father Herman conducted in society; without doubt this conversation must have imprinted itself on the hearts of his listeners for their whole life!

(Yanovsky, in Life of Monk Herman of Valaam, 1868)




Saint Herman
of Alaska


Some Recent Miracles of St. John Maximovich


Archbishop John's abundant miracles both before and after his death testify to his love for the people. People in America, Europe, and the other places of his pastoral labors have long known of the power of his heavenly intercessions. And now, with the publication of Blessed John the Wonderworker and other books and articles about him in the Russian language, the people of Russia are beginning to know, too, and have already experienced healings through his prayers, as the following accounts testify.

1) Valentina A. is a member of our parish which is dedicated to the Reigning Icon of the Mother of God. Having read the book on the healings and life of St. John of San Francisco (Blessed John the Wonderworker), she came to me after church services and asked for oil from the lampada in the sepulchre of Archbishop John, as her daughter was seriously sick. Valentina A. recounted that her daughter, an architect by profession, had a swelling in her breast. It grew and the daughter turned to a doctor for help. The diagnosis was a frightful one, cancer of the breast. I had Unction served over the daughter and later gave her cotton saturated with oil from Archbishop John’s lampada. She anointed the ailing spot several times by making the Sign of the Cross. The doctors insisted on surgery, but when she came to the hospital for observation, the doctors and the sick woman herself were amazed: the swelling had disappeared and there remained only a scar. (1994)

2) Our altar boy, Oleg S., asked me after church services to anoint his hand. There was a swelling on it the size of a chicken egg. I anointed him with the oil of Archbishop John in a cross-like form in the Name of the Father, Son and Holy Spirit, and the acolyte left for home. After a week, I asked Oleg about his hand. He said he himself did not even notice when that swelling had disappeared. (1995)

3) Some time later, after Divine Liturgy, a Moleben was served with a Blessing of the Water. At the end of the Moleben, I anointed all communicants with the oil of St. John Maximovitch. I also anointed Olga. After a week, she was again at services and stood weeping. I asked her why she was weeping and all she could say was that everything was fine. Her husband, a military man, later came to me and told me that her leg had developed some infected growths. These growths had rapidly become ulcerous and had begun to multiply. The sight was awful. She turned to doctors but they simply shrugged their shoulders and could say nothing concrete. They gave her various creams but these did not help her.

Alter Holy Communion, Alga had been anointed with the oil of St. John. At home she sprinkled her legs with holy water and went to bed. In the morning, she saw no ulcers at all on her legs. Therefore, at the next church service, Olga wept from gratitude and was too emotional to tell us by herself. June, 1995)

4) Another parishioner of mine, Nadezhda, told me that her son Michael caught a severe cold and had a convulsive cough which only grew worse. She began to treat him with various medications. In the evening he would begin to fall asleep but the cough continued to torment him. Each minute he would be racked by this cough. His mother, a professional medical worker, was very frightened because at one time he had been rushed to the hospital by ambulance with these same symptoms. At this time, Nadezhda was reading the book on St. John Maximovitch and his miraculous healings. The mother began to pray, asking help from St. John, that he would heal her son. Having prayed, she came over to her sleeping son, crossed him and turned him on the other side. Some time later, the cough stopped and the boy quietly slept until morning. She no longer gave him any medication, only some holy water. For several days, her son would occasionally cough, but the convulsive fits did not return, and he became quite well. The mother was very thankful to Archbishop John for the healing of her son and continues to pray to him with gratitude. (April, 1995)

Hieromonk Cyril Osipov

Astrakhan, Russia

The Holy Spirit ( St. John of Kronstadt )


THE HOLY SPIRIT is the third person of the Holy Trinity, indivisible, "Within you, there is breath, and material impersonal in nature, but in God as life itself, breath is a personal spirit, indivisible, simple, that gives Life to everything." "We may ask, why is the third Person called Spirit, and why is He a separate Person, when God, even without Him, is Spirit? I answer: The Holy Spirit is called Spirit in relation to creatures: the Lord breathed with His Hypostatic Spirit, and there appeared, by the power of His Life-Giving Spirit, an innumerable host of spirits: In the power of His Spirit lies their strength; He breathed with His Spirit into man's body: and now man became a living soul, and from this Breath, until now, people are born, and will be born until the end according to the commandment: increase and multiply. If the Lord created by His Spirit so many personal separate beings, then why is it impossible for the Holy Spirit Himself to be a Person, or a personal creative Being? If there are countless numbers of created personal spirits, then is God Himself to remain without Spirit, without His independent, Hypostatic Personality?"

"The Holy Spirit, like air, 'is present everywhere and fillest [penetrates] all things.'" "The Lord Jesus Christ Himself likens the Holy Spirit in His action to the substance of water (John 7:38-39), air, or wind (John 3:8)." "As the air in the room is identical with the outer air and comes from it, and necessarily presupposes the air spread out everywhere, so in like manner, our soul, the breath of the Spirit of God, presupposes the existence of the omnipresent, transcendent Spirit of God."

"It is the Spirit that quickeneth" (John 6:63). "The life in creatures belongs to God, from the time of their creation, and to God the Son, their creator, bringing them from non-existence to existence... The Holy Spirit creates us in the womb of our mother; our spiritual wealth belongs to the Holy Spirit."

Our soul lives by the Holy Spirit, through Him we pray, through Him we become purified, through Him we save ourselves. "As breath is necessary for the body, and without breathing man cannot live, so without the Breath of the Holy Spirit the soul cannot live the true life. What the air is for the body, the Holy Spirit is for the soul. Air is likened to the Spirit of God. The Spirit breathes wherever It wishes." "He who prays by the Holy Spirit." "Prayer is the breath of the soul, as air is the breath of the natural body. We breathe by the Holy Spirit. You cannot say a single word of prayer from your heart without the Holy Spirit."

"As in a conversation with people the sound-conveying medium between our words and the words of another is air, which is everywhere and fills all space, and through air the words reach the ear of another, and without air it would be impossible to speak and hear: so in a spiritual manner, in communication with spiritual beings the mediator is the Holy Spirit, omnipresent and transcendent."

"We are filled with One Spirit: Do you see how the Holy Spirit surrounds us like water and air on all sides?"

"For a long time I did not know with full clarity how necessary was the strengthening of our soul by the Holy Spirit. And now the Most Merciful One gave me the opportunity to find out how indispensable it is. Yes, it is necessary every minute, as is breathing, necessary at prayer, and throughout life. It is necessary that our heart rest on a rock. And that rock is the Holy Spirit."

"All upright people are filled by the One Divine Spirit, similarly as a sponge is saturated with water. The comforting Holy Spirit, filling the universe, penetrates through all the believing, humble, good, and simple souls of men; living in them, reviving them and strengthening them; He becomes all for them: light, power, peace, joy, success in deeds - especially in an upright life. The Holy Spirit is all goodness."

Thus we see what the dogma of the Holy Spirit in the thought of Father John and how closely it is connected with life. The teaching about the Holy Spirit is at the same time teaching about the life of the world, about the source and nourishment of all uprightness and holiness.



St. John of Kronstadt

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος:Να είμαστε προσεκτικοί και μετά τη Θεία Κοινωνία!


«Ου φίλημά σοι δώσω καθάπερ ο Ιούδας», λέμε κάθε φορά που κοινωνούμε. Δηλαδή δεν θα μιμηθώ τον Ιούδα που μόλις κοινώνησε, αμάρτησε, (πρόδωσε με φίλημα τον Χριστό! ) .

Θα πρέπει λοιπόν να είμαστε πολύ προσεκτικοί μετά τη Θ. Κοινωνία! ‘Έχουμε βάλει μέσα μας το Χριστό! Σκεφθείτε να υβρίζουμε τον πλησίον μας, να τον αδικούμε, να τον κλέβουμε! «Ενώ έχουμε φάει «αμνό», να γινόμαστε «λύκοι»! Ενώ έχουμε φάει «πρόβατο», να αρπάζουμε σαν τα λιοντάρια! Πως θα απολογηθούμε, όταν κάνουμε τέτοιες αμαρτίες , έχοντας προηγουμένως κοινωνήσει;» ( Άγιος Ι. P.G. 58: 508 ) . Μια τέτοια αμαρτία (μετά τη Θ. Κοινωνία ) ζυγίζει πολύ βαριά!

Ο Άγιος Ι. καυτηριάζει ακόμα και όσους μετά τη Θ. Κοινωνία το ρίχνουν στο κρασί και στο φαγοπότι, διώχνοντας έτσι από πάνω τους τα χαρίσματα της Θ. Κοινωνίας! «Μη ρίψης χαράν τοσαύτην, μη εκχέης, τον θησαυρόν ,μη επεισαγάγης μέθην την της αθυμίας μητέρα, την του διαβόλου χαράν, την μυρία τίκτουσαν κακά. Τον δε Χριστόν ένδον έχων τολμάς ,ειπέ μοι, τοσαύτην επεμβαλείν μέθην;» ( P.G. 61: 232 ) .

Και αν από μόνη της η τρυφή προκαλεί τον πνευματικό θάνατο ( Α Τιμ. 5:6 ) πόσο μάλλον μετά τη Θ. Κοινωνία! «Και ει εν άλλω καιρώ τούτο γινόμενον απόλλυσι, πολλώ μάλλον μετά την των μυστηρίων κοινωνίαν». ( P.G. 61: 231 ). Έλαβες «άρτον ζωής», και κάνεις πράγματα που επιφέρουν τον θάνατο; Δεν φρίττεις, «Συ δε άρτον ζωής λαβών, πράγμα θανάτου ποιείς, και ου φρίττεις;». ( P.G. 61:231 ) . Γι’ αυτό και ο Άγιος Ι. συνιστά ακόμα και νηστεία και μετά την Θ. Κοινωνία! Γράφει: «Πριν κοινωνήσεις , νηστεύεις για να κοινωνήσεις άξια. Αφότου όμως μεταλάβεις, θα πρέπει να αυξήσεις την εγκράτεια, για να μην φανείς ανάξιος γι’ αυτό που έλαβες. Τι λοιπόν; Πρέπει να νηστεύουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία; Καλό είναι αυτό, αλλά δεν θα σας υποχρεώνω να το κάνετε. Απλά σας συμβουλεύω να μην το ρίχνετε στο φαγοπότι και στην απληστία» ( PG 61:231) .

Ελεημοσύνη!

Ο Άγιος Ι. το θεωρεί αδιανόητο , να έχεις κοινωνήσει, και να αδιαφορείς για τον πλησίον σου! Να βλέπεις μπροστά σου το Χριστό γυμνό και πεινασμένο στο πρόσωπο του άλλου, και συ να μην του δίδεις σημασία! «Τι λέγεις; Ανάμνησιν Χριστού ποιείς, και πένητας παροράς και ου φρίττεις;» ( P.G. 61:229 ) . «Αν έκανες μνημόσυνο του παιδιού σου η του αδερφού σου, και δεν έκανες, όπως λέει το έθιμο, «τραπέζι» στους φτωχούς, δεν θα σε έτυπτε η συνείδησή σου; Όμως τώρα που γίνεται «ανάμνηση» του Δεσπότου σου και δεν κάνεις το παραμικρό!» (P.G. 229- 230 ) . «Θρέψωμεν τον Χριστόν, ποτίσωμεν, ενδύσωμεν∙ ταύτα της τραπέζης εκείνης άξια» ( P.G. 61: 232 ). Συνιστούσε μάλιστα στους πιστούς να φέρνουν τους αρρώστους στο Ναό, ώστε έχοντας (οι πιστοί) προηγουμένως κοινωνήσει, να δείχνουν αμέσως και εμπράκτως την κοινωνία τους με τον πλησίον, βοηθώντας τους αρρώστους!

Ο Άγιος Ι. έφθασε μάλιστα στο σημείο να ειπεί, πως όποιος έχει κοινωνήσει και δεν βοηθά τον πλησίον του, κάνει μεγαλύτερο έγκλημα από τον άσπλαχνο δούλο της παραβολής! ( Μτ. 18: 23-43 ). Ενώ δηλαδή ο κύριός του του χάρισε δέκα χιλιάδες τάλαντα, αυτός ( ο δούλος ) δεν ήθελε να χαρίσει στον σύνδουλό του ούτε εκατό δηνάρια! «Και ο Κύριος οργίσθηκε και τον παρέδωσε στους βασανιστές» ( Μτ. 18:34 ) . Και ο Άγιος Ι. σχολιάζει: «Γεύθηκες το Αίμα Δεσποτικόν, και δεν δίδεις σημασία στον αδερφό σου; ! Δεν άκουσες τι έπαθε αυτός που απαιτούσε τα εκατό δηνάρια; ! Ακύρωσε τη «δωρεά» που του έκανε ο κύριός του! Δεν καταλαβαίνεις πως τέτοιος είσαι και συ ακόμα και χειρότερος! Ήσουν πάμφτωχος (από αρετές) «μυρίων γέμων αμαρτημάτων», και όμως ο Θεός σου συγχώρησε τις αμαρτίες σου, και σε δέχθηκε στην «Τράπεζά» Του. Και συ ούτε καν συγκινήθηκες , ώστε να γίνεις πιο φιλάνθρωπος προς τον πλησίον! Λοιπόν τίποτε άλλο δεν απομένει και για σένα, παρά να σε παραδώσουν στους βασανιστές!» ( P.G.61, 230 , ελεύθερη απόδοση ) .

Ο «δίσκος» στις εκκλησίες

Ήδη στην πρώτη Εκκλησία μετά τη μετάληψη των αχράντων μυστηρίων έβγαινε «δίσκος» υπέρ των πτωχών. Και ο «προεστώς» «διαμοίραζε» τα χρήματα, είτε στις χήρες, η στα ορφανά, η στους φτωχούς, η στους φυλακισμένους, η στους ξένους, η στους αρρώστους». ( Άγιος Ιουστίνος , P.G. 6:429, & A Κορ. 16:2 -8 & Ρωμ. 15:23- 30 ) . Θα θυμούνται οι παλαιότεροι πως ο δίσκος στην εκκλησία έβγαινε αμέσως μετά τον «καθαγιασμό» , στο «Άξιον Εστί», λίγο δηλαδή προ της Θ. Κοινωνίας. Είχε και αυτό τη σημασία του: Τώρα που ο Χριστός θα σου «δώσει» το Σώμα Του, δώσε και συ «κάτι»!



http://www.diakonima.gr

Μην κρίνεις ( Αββάς Δωρόθεος )




Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τί μπορεί να είναι βαρύτερο απ' αυτό; Τί άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ' αυτήν.

Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ' αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μιά μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»;
Αρχίζει ...; ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν' απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ' όσα κατακρίνει.
Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον.

Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση.

" Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.

" Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε.
Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία...

Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι' αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του;... Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων;
Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ' όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει.
Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ' αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα;...

Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει.

Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού;
Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι' αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε.

" Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο καο πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση.

Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του;
Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν' ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ' αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον.
Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ' αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω».

Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ' αυτόν.

Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε ή αν υποψιαστούμε κάτι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σταματάμε μέχρι τη ζημιά που κάνουμε στον εαυτό μας, αλλά συναντάμε και άλλον αδελφό και αμέσως του λέμε: «Αυτό και αυτό έγινε».
Και του κάνουμε κακό βάζοντας στην καρδιά του αμαρτίες... Αλλά ενώ κάνουμε διαβολικό έργο δεν ανησυχούμε κιόλας. Γιατί, τί άλλο έχει να κάνει ο διάβολος από το να ταράζει και να βλάπτει; Και γινόμαστε συνεργάτες των δαιμόνων και για τη δική μας καταστροφή και για του πλησίον...

Από ποιό άλλο λόγο τα παθαίνουμε αυτά, παρά από το ότι δεν έχουμε αγάπη; Γιατί αν είχαμε αγάπη και συμπαθούσαμε και πονούσαμε τον πλησίον μας, δεν θα είχαμε το νου μας στα ελαττώματα του πλησίον... Αν είχαμε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα, όπως ακριβώς έκαναν οι άγιοι, όταν έβλεπαν τα ελαττώματα των ανθρώπων. Γιατί μήπως είναι τυφλοί οι άγιοι και δεν βλέπουν τα αμαρτήματα; Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι άγιοι;
Και όμως δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους. Κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν... Με την μακροθυμία και την αγάπη τραβούν τον αδελφό και δεν τον απωθούν, ούτε τον σιχαίνονται...

Ας αποκτήσουμε λοιπόν και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαχνία για τον πλησίον. Και έτσι θ' αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουδενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ίδιου σώματος...
Ο Θεός ας μας αξιώσει να προσέχουμε όσα μας συμφέρουν πνευματικά και να τα εφαρμόζουμε. Γιατί όσο φροντίζουμε και ενδιαφερόμαστε να εφαρμόζουμε όσα ακούμε, τόσο περισσότερο μας φωτίζει ο Θεός πάντοτε και μας διδάσκει το θέλημά Του.

Sunday, November 24, 2013

Ταπείνωση και Προσευχή

Με την κατάκριση φεύγει η Χάρις του Θεού ( Γέροντας Παΐσιος )


- Όταν, Γέροντα, μου περνάη ένας λογισμός εις βάρος ενός άλλου, είναι πάντοτε κατάκριση;

- Δεν το καταλαβαίνεις εκείνη την ώρα;

- Μερικές φορές αργώ να το καταλάβω.

- Κοίταξε να καταλαβαίνης το συντομώτερο την πτώση σου και να ζητάς συγχώρεση και από την αδελφή την οποία κατέκρινες και από τον Θεό, γιατί αυτό γίνεται εμπόδιο στην προσευχή. Με την κατάκριση φεύγει αυτομάτως η Χάρις του Θεού και δημιουργείται αμέσως ψυχρότητα στην επικοινωνία σου με τον Θεό. Πώς να κάνης μετά προσευχή; Η καρδιά σου γίνεται πάγος, μάρμαρο.

Η κατάκριση και η καταλαλιά είναι οι μεγαλύτερες αμαρτίες και απομακρύνουν την Χάρη του Θεού περισσότερο από κάθε άλλο αμάρτημα. «Όπως το νερό σβήνει την φωτιά, λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, έτσι και η κατάκριση σβήνει την Χάρη του Θεού».

- Γέροντα, νυστάζω πολύ στην πρωινή Ακολουθία.

- Μήπως κατέκρινες καμμιά αδελφή; Εσύ βλέπεις εξωτερικά τα πράγματα και κατακρίνεις, γι’ αυτό νυστάζεις μετά στην Ακολουθία. Από την στιγμή δηλαδή που κατακρίνει κανείς και δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα πνευματικά, μαζεύονται δέκατα πνευματικά και αποδυναμώνεται. Και όταν αποδυναμωθή, ή νυστάζει, ή έχει αϋπνία.

- Γέροντα, συχνά πέφτω και στην γαστριμαργία.

- Κοίταξε, εκείνο που τώρα πρέπει να προσέξης πολύ είναι η κατάκριση. Αν δεν κόψης την κατάκριση, ούτε από την γαστριμαργία θα μπορέσης να απαλλαγής. Ο άνθρωπος που κατακρίνει, επειδή διώχνει την Χάρη του Θεού, μένει αβοήθητος και δεν μπορεί να κόψη τα ελαττώματά του. Και αν δεν καταλάβη το σφάλμα του, για να ταπεινωθή, θα έχη συνέχεια πτώσεις. Αν όμως το καταλάβη και ζητήση την βοήθεια του Θεού, τότε ξαναέρχεται η Χάρις του Θεού.





Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΛΟΓΟΙ Ε΄

ΠΑΘΗ ΚΑΙ ΑΡΕΤΕΣ»

ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ

«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»

ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

2007

God's Love ( Saint Silouan the Athonite )




The Lord loves us as His children, and His love is stronger than a mother’s love, because even a mother can forget her child, but the Lord never forgets us. And if the Lord Himself had not given the Holy Spirit to the Orthodox people and our great pastors, then we could never know how much He loves us.

The Lord loves us so much that for our salvation He came down to earth and spilled His Blood for us, and gave It to us to drink, and gave us His Ever-Clean Body. Thus we became His children, of His Flesh and Blood; and we are like the Lord in flesh as children are like their fathers, no matter their age. And the Spirit of God witnesses to our souls that we shall always be with Him.

In order to experience the Lord it is not necessary to have wealth, or learning, but it is necessary to be obedient and abstemious, to have a humble spirit and love your neighbor; the Lord will love such a soul and reveal Himself to it, and will more often teach it love and humility, and will give it all it needs in order that it may find peace in God.

The Lord created man from earth, but He loves us as His children, and awaits us with joy.

The Lord loves all people, but whoever searches for Him, He loves most. "Who loves Me — I love," says the Lord, "and who seeks me shall find grace" (Proverbs 8:17). The love of the Lord is such that He desires that all people should be saved and be with Him in Heaven for eternity, to witness His glory. We cannot know this glory in full, but through the Holy Spirit can know it in part. And whoever has not experienced the Holy Spirit cannot know this glory, but can only believe in the promise of the Lord and keep His commandments. But even they are blessed, as the Lord said to the Apostle Thomas (John 20:29); and they will be equal to those who witnessed the glory of the Lord on earth.

And I learned that love is different in strength. Whoever fears God in order not to insult Him: this is the first kind of love. Whoever has a mind clear of unnecessary thought — this is the second form of love, greater than the first. Whoever feels the presence of grace in his soul — this is the third form of love, even greater.

The fourth, absolute, love for God is to have grace in your body as well as your soul. Such a body will become holy and leave relics. This happens with great martyrs, prophets and saints. Whoever has reached this level is untouched by bodily love. He may sleep with a girl and feel no desire for her. The love of God is greater than that bodily love that attracts the entire world, except those who have the grace of God in full, for the sweetness of the Holy Spirit recreates the entire person and teaches to love God completely. In the fullness of the love of God, the soul does not touch the earth; though one may live among others in the world, he forgets all in the world thanks to the love of God. Our misfortune is that we are too proud to stand in that grace, and it leaves our souls, and the soul searches for it, crying and weeping, and says, "My soul pines for the Lord."

Whoever wishes to love the Lord must love his enemies and be without spite; then the Lord will give you to glorify Him day and night, and your mind will forget the world; and if it should return and remember, then it will pray diligently for the world.

This is how the saints lived, for the Spirit of God taught their souls to pray for others.


Saint Silouan the Athonite

The cross we have to bear ( Elder Ambrose of Optina )


"God does not create crosses for people, that is, cleansing spiritual and physical sufferings. And however heavy that cross may be for that individual, the tree that produces its timber grows from the soil of his heart."

The Starets also said: "If a person walks a straight path, for him there is no cross. However, when he starts to lurch from one side to the other, then different circumstances appear which push him back onto the right track. These elements constitute a cross for a person. Of course they occur differently, according to the individual’s need."

"Sometimes The cross is a mental one, confusing the individual with sinful thoughts. But the person is not at fault if he doesn’t accede to them. The Starets cited an example: ‘Once a female ascetic was agitated for a long period over having unchaste thoughts. When Christ appeared and drove them away from her, she cried out to Him: ‘Sweet Jesus, where were You up to this time?’ Christ replied: ‘I was in your heart.’ She said: ‘How can that be? But my heart was filled with unchaste thoughts.’ And Christ said to her: ‘Therefore understand that I was in your heart, and that you had no disposition toward those unclean thoughts but more so, endeavoured to liberate yourself from them. Not being able to do so, you suffered over them, thereby preparing a place for me in your heart.’

"Sometimes, suffering is sent to an innocent person, so that he, as with the example of Christ, suffers for others. Christ Himself suffered for people. Likewise, His Apostles were tortured for the Church and people. To have absolute love means to suffer for your close ones."


 Elder Ambrose of Optina

Faith ( St. Seraphim of Sarov )


Faith, according to the teachings of St. Antioch, is the beginning of our union with God: the true believers are the stone of the church of God, prepared for the edifice of God the Father, which is raised up to the heights by the power of Jesus Christ, that is, by the Cross and help of the grace of the Holy Spirit. "Faith without works is dead" (James 2:26). The works of faith are love, peace, long suffering, mercy, humility, bearing one’s cross and life by the spirit. True faith cannot remain without works. One who truly believes will also surely perform good works.



St. Seraphim of Sarov

About God ( St. Seraphim of Sarov )



God is fire, warming and igniting the heart and inward parts. So, if we feel coldness in our hearts, which is from the devil (for the devil is cold), then let us call the Lord: He, in coming, will warm our heart with perfect love, not only towards Himself, but to our neighbors as well. And the coldness of the despiser of good will run from the face of His warmth.

Where there is God, there is no evil. Everything coming from God is peaceful, healthy and leads a person to the judgment of his own imperfections and humility.

God shows us His love for man not only in those instances when we do good, but also when we affront Him with our sins and anger Him. With what longsuffering he bears our lawlessness! "Do not call God a rightful Judge," says St. Isaac, "for His rightful judgment is not seen in your deeds. True, David called Him a righteous judge and rightly, but the Son of God has shown us that God is good and merciful even more. Where is His righteous judgment? We were sinners, but Christ died for us" (St. Isaac the Syrian, Word 90).



St. Seraphim of Sarov

8 πειρασμοὶ ( Γέρων Κλεόπας Ηλιέ )


Πατέρες καὶ ἀδελφοί,
Ὁ μοναχὸς καὶ ὁ ἀγωνιστὴς χριστιανὸς εἶναι πνευματικοὶ μαχητὲς σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς τους ἀπὸ τὴν γέννηση μέχρι τὸν θάνατό τους. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ γνωρίζουμε τὴν τέχνη αὐτοῦ τοῦ ἀοράτου πολέμου καὶ ἀπὸ ποῖα μέρη ἔρχεται ἐναντίον μας ὁ νοητὸς ἐχθρός.
Ὁ ἅγιος Μελέτιος ὁ Ὁμολογητὴς μᾶς λέγει ὅτι ὁ πειρασμὸς ἔρχεται ἀπὸ ἕξι σημεῖα ἐναντίον μας, ἐνῶ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης γράφει ἀπὸ ὀκτώ, δηλ. ἀπὸ ἐπάνω καὶ ἀπὸ κάτω, ἀπὸ δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀπὸ ἐμπρὸς καὶ πίσω καὶ ἀπὸ μέσα καὶ ἔξω.
Στὴν συνέχεια θὰ ὁμιλήσουμε ἐκτενέστερα γιὰ τὸν πολυμερῆ αὐτὸν πόλεμο τοῦ διαβόλου μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ.
1. Ὁ ἀπὸ ἐπάνω πειρασμός:
Εἶναι δύο εἰδῶν: Τὸ πρῶτο συμβαίνει ὅταν ἀρχίζουμε νὰ κάνουμε μία ἀδιάκριτη καὶ ἀπερίσκεπτη ἄσκηση ποὺ ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις μας, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι: ὑπερβολικὴ νηστεία, συνεχῆ ἀγρυπνία, πολλὲς μετάνοιες, καὶ ἄλλες ὑπερβολικὲς ἀσκήσεις. Αὐτὴ ἡ ἄσκηση ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἀδυνατίζει τὸ σῶμα μας καὶ νὰ ἀδυνατοῦμε νὰ ἐργασθοῦμε τὶς ἀρετὲς τοῦ Χριστοῦ. Συγχρόνως ταράζεται ὁ νοῦς μας γιατί δὲν ἀναπαύεται σ’ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς ἀσκήσεις. Τὸ δεύτερο εἶδος πειρασμοῦ συμβαίνει ὅταν ἐρευνοῦμε τὴν Ἁγία Γραφὴ χωρὶς νὰ διαθέτουμε τὴν ἀνάλογη πνευματικὴ ἡλικία καὶ κατάσταση μὲ ἀποτέλεσμα, ἐὰν κάποιος δὲν εὑρεθεῖ νὰ μᾶς χαλιναγωγήσει, θὰ φθάσουμε στὴν τρέλλα, τὴν αἵρεση καὶ τὴν βλασφημία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶναι ἡ ἀπύθμενη θάλασσα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερὸ ἐμεῖς πρέπει νὰ βγάλουμε ὅσο εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπαραίτητο γιὰ νὰ ἀνακουφισθοῦμε ἀπὸ τὴν πνευματική μας δίψα. Ἀπ’ αὐτὸ τὸ νερὸ ὁ ἄνθρωπος βγάζει μὲ τὸν κουβὰ καὶ ἀπ’ αὐτὸν στὴν κανάτα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ παίρνει μὲ ἕνα ποτήρι νὰ δροσισθεῖ καὶ δὲν προσπαθεῖ μὲ μία φορὰ νὰ βγάλει τὸ νερὸ τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ ἔξω, διότι δὲν ἔχει τὰ κατάλληλα ἐργαλεῖα καὶ ὑπάρχει βεβαίως ὁ φόβος νὰ πνιγεῖ. Ἔτσι πνίγηκαν πολλοὶ ἐρευνητὲς τῶν Γραφῶν λόγω τῆς ὑπερηφάνειάς των καὶ ἔγιναν ἀρχηγοὶ αἱρέσεων καὶ ὁδήγησαν μαζὶ μὲ τοὺς ἑαυτοὺς των χιλιάδες ψυχὲς στὸν Ἅδη.
2. Ὁ ἀπὸ κάτω πειρασμός:
Ἀπὸ κάτω ἔρχεται ὁ πειρασμὸς καὶ μᾶς πειράζει μὲ τὴν ἀκηδία καὶ ὀκνηρία γιὰ τὴν ἐπιτέλεση τῶν ἔργων τῆς ἀρετῆς καὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἕνα παράδειγμα: Ὅταν κάποιος εἶναι δυνατὸς καὶ ὑγιὴς στὸ σῶμα καὶ ἐκ προθέσεως ἀποφεύγει τὶς δουλειὲς ἢ τὰ διακονήματα τῆς Μονῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάλογα τῶν δυνάμεών του. Ἢ ἕνας λαϊκός, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ κοπιάσει γιὰ τὰ ἔργα τῶν ἀρετῶν, τὴν νηστεία, τὴν ἀγρυπνία, τὴν ὑπηρεσία καὶ βοήθεια τοῦ πλησίον, τὴν προσευχὴ κ.λ.π. Μὲ τὴν ἀδιαφορία ἢ ὀκνηρία μας αὐτὴ στεροῦμε ἀπὸ τὴν ψυχή μας τὸν μισθὸ τῶν πνευματικῶν ἔργων, ἐπειδὴ δὲν κοπιάζουμε στὴν ἐφαρμογὴ τῶν θείων ἐντολῶν. Καθένας ἀπὸ ἐμᾶς λοιπόν, ἔχουμε καθῆκον νὰ ἀνεβαίνουμε τὶς πνευματικὲς βαθμίδες τῶν ἀρετῶν, γνωρίζοντας ὅτι ἡ μέση καὶ διακριτικὴ ὁδὸς εἶναι ἡ βασιλική, διότι τὰ ἄκρα εἶναι τοῦ διαβόλου.
3. Ὁ ἐκ δεξιῶν πειρασμός:
Αὐτὸς ὁ πειρασμὸς πάλι εἶναι δύο εἰδῶν: Τὸ πρῶτο εἶδος εἶναι, ὅταν ἐργασθοῦμε τὰ καλὰ ἔργα μὲ κακὸ σκοπό, ἐνῶ τὸ δεύτερο εἶναι, ἐὰν δεχθοῦμε τὴν ἐμφάνιση τῶν δαιμόνων μὲ τὴν μορφὴ ἀγγέλων καὶ ἁγίων, ἢ μὲ τὴν μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ ἄλλων οὐρανίων μορφῶν. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος λέγει ὅτι «οἱ δαίμονες τῆς κενοδοξίας καὶ ὑπερηφάνειας ἐμφανίζονται στοὺς ἀδυνάτους στὸν νοῦ ὡς προφῆται». Ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς δείχνει στὴν Β’ πρὸς Κορινθίους (11,14) ὅτι: «ὁ σατανὰς μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός».
4. Ὁ ἐξ ἀριστερῶν πειρασμός:
Ἀπὸ τὰ ἀριστερά μᾶς πειράζει ὁ διάβολος ὅταν γνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μὲ τὴν θέληση μας ἀποφασίζουμε νὰ τὴν ἐκτελέσουμε. Ἕνα παράδειγμα: Κάποιος γνωρίζει ὅτι εἶναι ἁμαρτία νὰ κλέπτει, νὰ πορνεύει, νὰ μεθᾶ, νὰ βλασφημεῖ τὰ Θεῖα, νὰ ἐκδικεῖται τὸν πλησίον του ἢ νὰ κάνει ὁποιοδήποτε ἄλλο κακὸ ἔργο. Παρ’ ὅλα ὅμως αὐτὰ ἀφήνει τὸν ἑαυτό του νὰ νικηθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν θέλησή του καὶ εἰς γνῶσιν του. Ὁπότε, ὅταν ἐμεῖς γνωρίζουμε τὴν ἁμαρτία καὶ ὅμως τὴν ἐπιτελοῦμε εἴτε μὲ τὸν νοῦ, τὸν λόγο, τὸ αἴσθημα ἢ τὴν πράξη, τότε πειραζόμεθα ἐξ ἀριστερῶν.
5. Ὁ ἐκ τῶν ἔμπροσθεν πειρασμός:
Μᾶς πειράζει ἀπὸ ἐμπρὸς ὁ διάβολος ὅταν μᾶς παρουσιάζει σκέψεις καὶ φαντασίες γιὰ ἔργα τὰ ὁποῖα δῆθεν θὰ μᾶς συμβοῦν στὸ μέλλον. Ἕνα παράδειγμα: Ὅταν θορυβούμεθα ὅτι θὰ ἔλθει ἐναντίον μας κάποιος κίνδυνος, κάποια παγίδα ἢ ἀσθένεια, ὅτι θὰ ξεσπάσει κάποιος πόλεμος, ὅτι θὰ δυσφημισθοῦμε ἀπὸ τοὺς ἄλλους, θὰ γίνουμε πτωχοί, μᾶς ταράζει κάποιος ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχουμε στὶς ἐξετάσεις ἢ σὲ κάποιο ἄλλο ἔργο.
Ὅλα αὐτά μᾶς τὰ φέρνει ὁ νοητὸς ἐχθρὸς στὸν νοῦ μας μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς ταράξει καὶ νὰ μᾶς κλονίσει μὲ αὐτὰ ποὺ νομίζουμε ὅτι θὰ ἔλθουν ἐναντίον μας.
Γι’ αὐτοὺς τοὺς λογισμοὺς ἂς προσέχουμε τὰ λόγια του Σωτῆρος ποὺ λέγει: «Μὴ οὒν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς, ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» δηλ. μὴ μερμνᾶτε ….φτάνει ἡ στεναχώρια τῆς ἡμέρας. (Ματθ. 6,34). Δὲν δόθηκε σ’ ἐμᾶς ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γνωρίζουμε οὔτε μία ὥρα πέραν τῆς παρούσης ὥρας τί θὰ γίνει. Ὁπότε σὲ τέτοιου εἴδους πειρασμὸ νὰ λέγομε: «Ἂς γίνει τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου».
6. Ὁ ἐκ τῶν ὄπισθεν πειρασμός:
Πειραζόμεθα ἐκ τῶν ὄπισθεν ὅταν οἱ δαίμονες μᾶς ἐνοχλοῦν στὸν νοῦ μας μὲ αὐτὰ τὰ ἔργα ποὺ κάναμε στὸ παρελθόν, ὅταν εἴμασταν παιδιὰ ἢ νέοι καὶ μὲ τὶς ἁμαρτίες ποὺ κάναμε.
Ἡ μνήμη μας πολὺ συχνὰ βοηθεῖ τὴν φαντασία μας στὰ κακὰ ποὺ κάναμε, προπαντὸς ὅταν περάσαμε τὴν ζωή μας χωρὶς προσπάθεια γιὰ τὴν φρούρηση καὶ κάθαρση τοῦ νοῦ μὲ τὴν νοερὰ προσευχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό».
Οἱ Πατέρες λέγουν ὅτι τόσο ἀνόητη εἶναι ἡ φαντασία, ὥστε ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος ἀντίκρισε στὴν νεότητά του μία ὡραία γυναίκα μὲ ἐμπάθεια καὶ ἔλθει ὁ καιρὸς νὰ πεθάνει αὐτὴ καὶ ἴδει τὴν νεκροκεφαλή της, ἐν τούτοις ἡ φαντασία του, τοῦ ὑπενθυμίζει τὸ ὡραῖο πρόσωπό της, ὅταν ζοῦσε. Γι’ αὐτὸ ὀνόμασαν οἱ Πατέρες τὴν φαντασία «γέφυρα τοῦ διαβόλου», ἐπειδὴ καμιὰ ἁμαρτία δὲν περνᾶ ἀπὸ τὸν νοῦ καὶ τὴν αἴσθηση παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν γέφυρα τῆς φαντασίας.
Ὁπότε, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, γιὰ νὰ νικήσουμε στὸν πόλεμο αὐτό, ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ τὴν νοερὰ ἐγρήγορση καὶ προσοχή, τὴν μνήμη τοῦ θανάτου, τῶν βασάνων τῆς κολάσεως καὶ τῆς ἀκαταπαύστου νοερῆς προσευχῆς.
7. Ὁ ἐκ τῶν ἔσω πειρασμός:
Πειραζόμεθα ἀπὸ μέσα μας μὲ τὸν ἐρεθισμὸ τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ τὴν καρδιά μας, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Σωτῆρος, ποὺ λέγει: «ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15,19). Ἡ Ἁγία Γραφὴ μᾶς λέγει ὅτι «βαθεῖα εἶναι ἡ καρδία παρὰ πάντα» (Ἱερεμ. 17,9), ἐπειδὴ ἀπ’ αὐτὴ πηγάζουν ὅλες οἱ κακίες στὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν τὴν φυλάγει μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μετάνοια, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ αὐτὴ πηγάζουν πάλι, ὅλες οἱ ἀρετὲς σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν καθαρίζει μὲ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας καὶ τὴν συντριβή. Ὁπότε ἁπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὰ πάθη τῆς καρδίας μας μὲ τὴν ἀκατάπαυστη προσευχὴ καὶ τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας.
8. Ὁ ἐκ τῶν ἔξω πειρασμός:
Προέρχεται ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα εἰσέρχονται στὴν ψυχή μας ἀπὸ τὶς πέντε αἰσθήσεις ἢ ὅπως ὀνομάζονται τὰ παράθυρα τῆς ψυχῆς, γιὰ τὶς ὁποῖες ὁ προφήτης Ἱερεμίας λέγει: «ἀνέβη θάνατος διὰ τῶν θυρίδων ὑμῶν» (9,21). Αὐτὲς οἱ πέντε αἰσθήσεις εἶναι τὰ πέντε ζεύγη βοῶν μὲ τὰ ὁποῖα ζοῦμε στὴν κακία καὶ ἐμπάθεια καὶ δὲν θέλουμε νὰ πᾶμε στὸ Δεῖπνο ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Μέγας Βασιλεὺς (Λουκ. 14,19). Ὁπότε ἡ ἀπόκρουση ἀπ’ αὐτὰ τὰ πάθη γίνεται μὲ τὴν πολυχρόνια νήψη τοῦ νοῦ, τὴν ἀκατάπαυστη προσευχή, τὴν συντριβὴ τῆς καρδίας καὶ μὲ τὸ νὰ ζητᾶμε μὲ πόνο καὶ μετάνοια τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου.
Ἐν κατακλείδι, παρακαλῶ μὲ ταπείνωση, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, νὰ βοηθήσετε καὶ ἐμένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἀδιάφορο γιὰ τὴν σωτηρία μου, μὲ τὴν προσευχή σας, ὥστε νὰ αἰσθανθῶ τουλάχιστο ἐντροπὴ γιὰ τὰ ἀνωτέρω λόγια ποὺ σᾶς εἶπα καὶ ἔτσι νὰ ξυπνήσω καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὴν ἀναισθησία μου καὶ νὰ καλῶ τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας γιὰ βοήθειά μου. Ἀμήν.


Γέρων Κλεόπας Ηλιέ

Έκφραση Μοναχικής Εμπειρίας (Επιστολή 2η)

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...